Μεσαιωνικός Γνωστικισμός: Βογομίλοι (από τη Φραγκοκρατία στην Τουρκοκρατία και εξάπλωση στη Δύση)

gnwstikismos 68

Πολλές συζητήσεις γίνονται για την προέλευση των Καθαρών. Είναι όμως αποδεκτό σε μεγάλο βαθμό ότι πρόκειται για την επέκταση του Βογομιλισμού στην Δύση. Επίσης είναι υπό συζήτηση ο χρόνος της εμφάνισης των Καθαρών και θ’ ασχοληθούμε στο οικείο κεφάλαιο. Ήδη, περί το 1140 μ.Χ. υπήρχαν ομάδες Καθαρών που έφεραν όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, τα οποία είναι γνωστά. Οι ίδιοι θεωρούσαν τον εαυτό τους ως μέλη της ordo Bulgariae, σημαίνοντες με αυτό τον τρόπο την βογομιλική καταγωγή τους, και εννοώντας με αυτήν μια διαδοχή που την ανήγαγαν στην αποστολική εποχή. Ως προς τις απόψεις τους ήταν μετριοπαθείς δυαρχικοί, όπως και οι πρώτοι Βογομίλοι.


Ο Βογομιλισμός στη Δύση

Πολλές συζητήσεις γίνονται για την προέλευση των Καθαρών. Είναι όμως αποδεκτό σε μεγάλο βαθμό ότι πρόκειται για την επέκταση του Βογομιλισμού στην Δύση. Επίσης είναι υπό συζήτηση ο χρόνος της εμφάνισης των Καθαρών και θ’ ασχοληθούμε στο οικείο κεφάλαιο. Ήδη, περί το 1140 μ.Χ. υπήρχαν ομάδες Καθαρών που έφεραν όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, τα οποία είναι γνωστά. Οι ίδιοι θεωρούσαν τον εαυτό τους ως μέλη της ordo Bulgariae, σημαίνοντες με αυτό τον τρόπο την βογομιλική καταγωγή τους, και εννοώντας με αυτήν μια διαδοχή που την ανήγαγαν στην αποστολική εποχή. Ως προς τις απόψεις τους ήταν μετριοπαθείς δυαρχικοί, όπως και οι πρώτοι Βογομίλοι.

Κάποια στιγμή στα τέλη του ΙΑ’ ή το πρώτο μισό του ΙΒ’αι., ανάλογα με την πατρότητα του έργου Περί δαιμόνων, συνέβη σχίσμα στις τάξεις των Βογομίλων. Αιτία του σχίσματος ήταν η υιοθέτηση από μια μερίδα αυτών, της απόλυτης δυαρχίας, παρόμοιας με αυτή των Παυλικιανών. Αποτέλεσμα του σχίσματος ήταν η δημιουργία της ordo Drugonthia, όπου Drugonthia είναι ο εκλατινισμός του τοπωνυμίου Δραγόβιτσα[i]. Η περιοχή αυτή βρίσκονταν νότια της Φιλιππούπολης, στην περιοχή της Ροδόπης[ii]. Στην περιοχή της Φιλιππούπολης υπήρχε πυκνή παρουσία Παυλικιανών[iii]. Γίνεται, λοιπόν, η υπόθεση, ότι αιτία της υιοθέτησης της απόλυτης δυαρχίας από μερίδα των Βογομίλων ήταν η προσχώρηση Παυλικιανών στις τάξεις τους[iv].

Την ίδια περίοδο, δηλαδή μετά την συγγραφή της Δογματικής Πανοπλίας, διαμορφώθηκε σύστημα επισκοπικής διοίκησης στην βογομιλική οργάνωση. Κατ’ αυτό το σύστημα κάθε επισκοπή διοικούνταν από τον επίσκοπο, συνεπικουρούμενο από δύο πρωτοσύγκελους, οι οποίοι ονομάζονταν πρεσβύτερος και νεώτερος γιος, για να ομοιάζουν με τον Θεό και τους δυο γιους του. Οι πρωτοσύγκελοι είχαν δικαιώματα διαδοχής επί της επισκοπής. Η οργάνωση προηγούνταν χρονικά του σχίσματος, διότι την εφάρμοζαν και οι δυο βογομιλικές μερίδες. Επίσης υιοθετήθηκε και από τους Καθαρούς. Ο πρώτος γνωστός επίσκοπος των Καθαρών ήταν διορισμένος στην Κολωνία το 1143 μ.Χ[v]. Αντίστοιχα ο πρώτος γνωστός βογομίλος επίσκοπος άνηκε στην ordo Drugonthia και ήταν ο προϊστάμενος του παπα-Νικήτα.

Η πρώτη πληροφόρηση για την ύπαρξη της ordo Drugonthia προέρχεται από ένα κείμενο του 1250, το Summa de Catharis[vi]. Συγγραφέας του έργου είναι ο Rainier Sacconi, πρώην Καθαρός, ο οποίος ασπάστηκε τον Παπισμό το 1235 και έγινε Δομινικανός.

«Εγώ, ο αδελφός Rainerius, πρώην αιρεσιάρχης, τώρα με την Χάρη του Θεού, ιερέας του Δομινικανού Τάγματος, … δηλώνω ανεπιφύλακτα ότι κατά την διάρκεια των δεκαεπτά ετών, στα οποία υπήρξα μέλος της κοινότητάς τους…[vii].»

Στην συνέχεια του κειμένου απαριθμεί τις εκκλησίες των Καθαρών, μεταξύ των οποίων είναι και:

«η εκκλησία της Βουλγαρίας, η εκκλησία της Δραγόβιτσα, και όλες οι εκκλησίες των Καθαρών κατάγονται από τις δύο τελευταίες[viii].»

Λαμβάνοντας υπόψη ως ημερομηνία μεταστροφής του το 1235, υπολογίζεται ότι εισήλθε στις τάξεις των Καθαρών το 1216, οπότε συνάντησε όλους εκείνους που έζησαν τα γεγονότα του ύστερου ΙΒ’ αι., όπως ο επίσκοπος Ναζάριος του Concorezzo, τον οποίον αναφέρει[ix]. Οι πληροφορίες του για την ιεραρχία των Βογομίλων[x], οι οποίες αναφέρθηκαν παραπάνω, προέρχονταν από πρώτο χέρι[xi].

Ο Rainier Sacconi προήχθη σύντομα σε Ιεροεξεταστή της Λομβαρδίας. Στην υπηρεσία του είχε τον Άνσελμο της Αλεξάνδρειας, συγγραφέα του έργου Tractatus de Heretici[xii]. Ο τελευταίος δρούσε στην περιοχή της Γένοβα[xiii]. Το έργο πρέπει να γράφτηκε μεταξύ των ετών 1260-70. Κίνητρο για την συγγραφή του ήταν το προσωπικό ενδιαφέρον του Ανσελμου για την ιστορία των Καθαρών.

Σύμφωνα με την μαρτυρία του οι εκκλησίες των Καθαρών έσυραν την καταγωγή τους είτε στην εκκλησία της Βουγαρίας, είτε στην εκκλησία της Δραγοβίτσα. Αναφέρει, όμως και μια τρίτη εκκλησία, αυτή της Φιλαδελφίας[xiv] στην Ρωμανία. Με το όνομα Ρωμανία, εκείνη την εποχή αναφέρονταν μόνο η λατινική αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης, οπότε η εκκλησία της Φιλαδελφίας βρισκόταν στην επικράτεια αυτής και όχι στην προηγούμενη βυζαντινή. Ο εκδότης του κειμένου A. Dondaine υπολογίζει ότι επρόκειτο για την Φιλαδέλφεια της Λυδίας[xv].


α. Εξάπλωση στη Βοσνία

Στην συνέχεια ο Άνσελμος Αλεξανδρείας αναφέρει ότι έμποροι από την Βοσνία πήγαν για εμπορικές συναλλαγές στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί γνώρισαν τον Βογομιλισμό κι επιστρέφοντας στην πατρίδα τους κήρυξαν και ίδρυσαν την δική τους εκκλησία. Αυξάνοντας τον αριθμό των μελών τους, έγιναν επισκοπή και ορίστικε ο θεσμός του επισκόπου Σκλαβηνίας ή Βοσνίας[xvi]. Η εξάπλωση του Βογομιλισμού στην Βοσνία υπολογίζεται ότι έγινε το πρώτο μισό του ΙΒ’ αι[xvii]. Οι επαρχίες της Βοσνίας υπάγονταν στην δικαιοδοσία της Ρώμης. Πολιτικά ανήκαν τον ΙΒ’ αι. στο βασίλειο της Ουγαρίας, αλλά οι Δαλματικές ακτές είχαν απελευθερωθεί από τον Μανουήλ Κομνηνό το 1161 και παρέμενα υπό τον έλεγχο της Κωνσταντινούπολης μέχρι το 1181, οπότε τις ανακατέλαβαν οι Ούγγροι. Από την Βοσνία οι Βογομίλοι επεκτάθηκαν στην Λομβαρδία και μετέφεραν την αίρεση, που θα γινόταν γνωστή αργότερα ως των Καθαρών.

Το 1186 ο Παπικός Αρχιεπίσκοπος Πέτρος του Split, απαγόρευσε την λειτουργία «παρασυναγωγών» στην επαρχία του. Την απόφαση επικύρωσε ο πάπας Ουρβάνος Γ’ (1185-1187)[xviii]. Δεν κατονομάζει ποιοι ακριβώς ήταν αιρετικοί, αλλά το πιο πιθανό είναι να πρόκειται για Βογομίλους/Καθαρούς. Ο διάδοχός του Παπικός Αρχιεπίσκοπος Βερνάρδος ενημέρωσε τον πάπα Ιννοκέντιο ΙΙΙ (1198-1216), ότι εκδίωξε από την αρχιεπισκοπή του Βογομίλους/Καθαρούς και αυτοί βρήκαν καταφύγιο στην Βοσνία[xix]. To 1199  ο πρίγκηπας Βούλκαν της Διόκλειας ενημέρωσε τον ίδιο πάπα ότι ο Ban Kulin της Βοσνίας και 10,000 υπηκόοι του είχαν γίνει Παταρηνοί[xx].

Το κείμενο που περιέχει στοιχεία για την μητρική σχέση της εκκλησίας της Σκλαβονίας με τις εκκλησίες της Λομβαρδίας, είναι ένα ανώνυμο έργο που τιτλοφορείται De heresy Catharorum in Lombardia[xxi]. Σώζεται μόνο ένα χειρόγραφο που τωρα φυλάσσεται στην Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη της Βασιλείας. Χρονολογείται πριν το 1215. Σύμφωνα με αυτό το κείμενο ο επίσκοπος Σκλαβηνίας διόρισε πριν το 1200 Βογομίλους/Καθαρούς επισκόπους στην Μάντουα και την Βιτσέντσα[xxii]. Επίσης οι απόψεις τους συμφωνούσαν με αυτές των μετριοπαθών δυαρχικών, και αυτό είναι επόμενο διότι αναφέρεται ότι έλκουν την καταγωγή τους από την ordo Bulgariae:

«Ο Καλοϊωάννης, επίσκοπος μιας μερίδος των αιρετικών [της Λομβαρδίας] που έλαβαν την διαδοχή τους (ordo) από την Σκλαβηνία, και ο Garattus, επίσκοπος μιας άλλης μερίδος αιρετικών, που έλαβαν την διαδοχή τους από την Βουλγαρία, πιστεύουν και διδάσκουν ότι υπάρχει ένας αγαθός Θεός, παντοδύναμος και άναρχος, που δημιούργησε τους αγγέλους και τα τέσσερα στοιχεία[xxiii].»

Είχαν μια ιδιαίτερη χαρακτηριστική πεποίθηση. Πίστευαν ότι ο Ιησούς, η Παναγία και ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής ήταν ένσαρκοι άγγελοι[xxiv]. Ο Άνσελμος Αλεξανδρείας αναφέρει μια ενδιαφέρουσα πληροφορία για την εξάπλωση των Βογομίλων/Καθαρών στην Γαλλία. Διηγείται ότι:

«οι Φράγγοι που είχαν πάει στην Κωνσταντινούπολη επέστρεψαν στην χώρα τους και δίδαξαν, και αυξάνοντας τον αριθμό τους διόρισαν επίσκοπο Γαλλίας. Και επειδή οι Φράγγοι είχαν πλανηθεί στην Κωνσταντινούπολη από τους Βούλγαρους, σε όλη την Γαλλία αποκαλούν τους αιρετικούς Βούλγαρους[xxv].»

Συνεπώς ο Βογομιλισμός είχε μεταφερθεί στην Γαλλία, από Φράγγους Σταυροφόρους. Για το ποια Σταυροφορία εννοεί εδώ ο Άνσελμος, τα συμπεράσματα κλίνουν στην πρώτη. Κατά την διάρκεια αυτής, οι Σταυροφόροι είχαν εγκατασταθεί αρκετούς μήνες στην Κωνσταντινούπολη, από τις 20 Ιουλίου του 1096 ως τις 29 Μαίου του 1097[xxvi]. Αυτός ο τρόπος μετάδοσης της αίρεσης στην Γαλλία εξηγεί γιατί δεν αναφέρονται πουθενά Βογομίλοι απεσταλμένοι. Πρόκειται για πολύ βολική ερμηνεία. Οι Φράγκοι δεν χρειάζονταν διερμηνείς για να διδάξουν, όπως θα χρειάζονταν οι Βούλγαροι. Περισσότερα για την εξάπλωση των Καθαρών θα ειπωθούν στο οικείο κεφάλαιο.

Μέσα από τις πηγές γίνεται κατανοητή η σχέση Βογομίλων-Καθαρών και ο τρόπος εξάπλωση των πρώτων στην Δύση. Τα δύο έργα, το Tractatus de heretici και το  De Heresi Catharorum, αναφέρουν ένα ακόμη σημαντικότερο γεγονός, το οποίο δείχνει το βαθμό επίδρασης του Βογομιλισμού επί των Καθαρών και σηματοδοτεί ένα νέο στάδιο εξέλιξης στα πιστεύω των δεύτερων. Πρόκειται για την αποστολή του παπα-Νικήτα στην Δύση.


β. Εξάπλωση στη Λομβαρδία

Ο Ανώνυμος συγγραφέας του De heresy έγραψε για κάποιον επίσκοπο των Καθαρών στην Λομβαρδία, με το όνομα Μάρκος:

«Αρχικά, όταν η αίρεση των Καθαρών ξεκίνησε να εξαπλώνεται στην Λομβαρδία, είχαν πρώτα έναν επίσκοπο με το όνομα Μάρκος, στου οποίου την αρμοδιότητα όλοι [όλοι οι Καθαροί] στην Λομβαρδία και στην Τοσκάνη και στην Marches ήταν υποκείμενοι. Και αυτός ο Μάρκος είχε μυηθεί στην ordo Bulgariae[xxvii].»

Η διήγηση του ανώνυμου είναι φτωχή σε πληροφορίες για το πρόσωπο του Μάρκου. Συμπληρώνεται από την αντίστοιχη του Ανσέλμου. Αυτός ήταν καλύτερα πληροφορημένος, αν και έγραψε 50 χρόνια αργότερα:

«Λίγο καιρό αργότερα, κάποιος νοτάριος από την Γαλλία ήρθε στην Λομβαρδία, στην κομητεία του Μιλάνου, στην περιοχή του Concorezzo. Εκεί συναντήθηκε με κάποιον που λεγόταν Μάρκος, ο οποίος ήρθε από ένα μέρος εκεί κοντά που λεγόταν Cologina και τον πλάνεψε[xxviii].»

Με το «post longum tempus» εννοείται το χρονικό διάστημα από την εποχή που εμφανίστηκε η αίρεση στην Γαλλία. Οι νοτάριοι δεν ήταν εκκλησιαστικό αξίωμα στους Καθαρούς, αλλά μέλη των κοινοτήτων με ευχέρια στην χρήση των λατινικών. Το Concorezzo ήταν κωμόπολη έξω από το Μιλάνο, κέντρο της μετριοπαθούς δυαρχίας μέχρι τα μέσα του ΙΓ’ αι. Αρχικά ο Μάρκος κατάφερε να προσυλητίσει τρεις από τους φίλους του: Τον Ιωάννη τον Εβραίο, ο οποίος ήταν υφαντής, τον Ιωσήφ τον σιδερά και τον Aldricus de Bando. Άκουσαν ότι ο επίσκοπος τους βρισκόταν στην Νάπολη και κατευθύνθηκαν εκεί όπου έμειναν έναν χρόνο, όσο διαρκούσε ο χρόνος άσκησης στην αυστηρή ζωή της αίρεσης. Στην συνέχεια ο Μάρκος έλαβε το χρίσμα (consolamentum) και διορίστηκε διάκονος από τον επίσκοπο Γαλλίας. Από κει πήγε στην Λομβαρδία και προσυλήτισε πολλούς[xxix]. Σε μια σημείωση στο περιθώριο αναφέρεται ότι:

«αυτοί οι άνθρωποι έφεραν την αίρεση στην Λομβαρδία από την Νάπολη: ο Μάρκος, ο Ιωάννης ο Εβραίος, ο Ιωσήφ και ο Aldricus, περίπου το 1174[xxx].»


γ. Παπα-Νικήτας

Η μόνη διαφορά στις δυο διηγήσεις είναι ο βαθμός του Μάρκου. Ο ανώνυμος τον αναφέρει ως επίσκοπο, ενώ ο Άνσελμος, ως διάκονο. Στην συνέχεια αναφέρεται ότι:

«Κάποιος άνθρωπος με το όνομα παπα Νικήτας, που ήρθε στη Λομβαρδία από την περιοχή της Κωνσταντινούπολης, άρχισε να κριτικάρει την ordo Bulgariae, την οποία είχε λάβει ο Μάρκος. Ως συνέπεια, ο επίσκοπος Μάρκος και οι ακόλουθοί του άρχισαν να έχουν αμφιβολίες, και εγκαταλείποντας την ordo  Bulgariae, έλαβαν από τον Νικήτα την ordo Drugonthia[xxxi].»

Η αντίστοιχη διήγηση στον Άνσελμο είναι η εξής:

«Μετά από καιρό, κάποιος που λέγονταν παπα Νικήτας, που ήταν επίσκοπος αυτών των ανθρώπων στην Κωνσταντινούπολη, ήρθε [στη Λομβαρδία] και είπε: Είστε τόσοι, όπως καλά φαίνεται, ώστε πρέπει να έχετε επίσκοπο. Έτσι, διάλεξαν τον Μάρκο ως επίσκοπο, και όλοι οι παραπάνω αναφερόμενοι Λομβαρδοί, Τοσκάνοι και κάτοικοι της Marches αποδέχτηκαν την αρμοδιότητά του. Και ο παπα Νικήτας τον διόρισε στο αξίωμα[xxxii].»

Και οι δυο διηγήσεις λένε ουσιαστικά το ίδιο πράγμα. Ο παπα Νικήτας ήταν της ordo Drugonthia, Βογομίλος επίσκοπος της Κωνσταντινούπολης, με αποστολή να μεταστρέψει τις κοινότητες των αιρετικών της Δύσης, από την ordo Boulgariae, στην δική του. Δίδασκε την απόλυτη δυαρχία. Είτε ο Μάρκος ήταν διάκονος, όπως αναφέρει ο Άνσελμος, είτε επίσκοπος, όπως αναφέρει ο Ανώνυμος, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι για αν εισέρχονταν στη νέα ordo, χρειαζόταν να λάβει εκ νέου το χρίσμα. Ο διορισμός του από τον παπα Νικήτα θα γινόταν έτσι κι αλλιώς και στις δύο περιπτώσεις. Σύμφωνα με τον Ανώνυμο, ο παπα Νικήτας είχε διοριστεί από κάποιον Σίμωνα ή Συμεών, για το οποίο εικάζεται ότι ήταν ο εισηγητής της απόλυτης δυαρχίας στον Βογομιλισμό, ή τουλάχιστον ο πρώτος γνωστός μέσα από τις πηγές, μια φιγούρα σχεδόν μυθική, όπως ο παπα Βογομίλος για την ordo Bulgariae[xxxiii].

Η παρουσία του παπα Νικήτα, ή για να πούμε καλύτερα ο τίτλος του ως Βογομίλου επισκόπου Κωνστανινουπόλεως είχε ιδιαίτερη βαρύτητα στις κοινότητες της Δύσης. Πολλές από αυτές τις κοινότητες προέρχονταν ή απέδιδαν την καταγωγή τους στην Κωνστναντινούπολη. Το όνομα Νικήτας είναι ελληνικό, ωστόσο δεν αναφέρεται ξεχωριστή ιεραρχία για τους λατινόφωνους Βογομίλους της Πόλης, οπότε μπορεί να υποτεθεί ότι ο παπα Νικήτας είχε αρμοδιότητα σε όλους τους αιρετικούς της περιφέρειάς του. Αυτό ανέβαζε ακόμη περισσότερο το κύρος του και δικαιολογεί την ευκολία με την οποία οι αιρετικοί της Δύσης μεταπήδησαν από την μετριοπαθή στην απόλυτη δυαρχία.


δ. Η Σύνοδος του Saint-Felix και το πρόβλημα των πηγων

Το επόμενο γεγονός είναι ακόμη πιο σημαντικό για την ιστορία του Βογομιλισμού και των Καθαρών, αλλά δυστυχώς οι πληροφορίες προέρχονται από αμφιβαλλόμενη πηγή. Πρόκειται για ένα έγρραφο, το οποίο περιέχει τα πρακτικά μιας συνόδου στον Saint-Felix της Languedoc. Στην σύνοδο αυτή παραβρίσκονταν ο παπα Νικήτας και επίσκοποι των Καθαρών και έλαβε χώρα, σύμφωνα πάντα με το έγγραφο, το 1167. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι το αυθεντικό χειρόγραφο δεν υπάρχει πουθενά. Αναφέρεται μόνο από τον Guillaume Besse, στην Histoire des ducs, marquis et comtes de Narbonne, Paris 1660, pp 483-6, κι εκεί υπάρχει τυπωμένο αντίγραφο. Τιτλοφορείται ως:

«Charte de Niquinta, Antipape des Heretiques Albigeois, contenant les Ordinations des Evesques de sa secte, par lui faites en Languedoc, à moy communiqué par feu M. Caseneuve, Prebendier au Chapitre de l’ Eglise de Sainct Estienne de Tolose, en l’ an 1652».

Η γνησιότητα του εγγράφου έχει αμφισβητηθεί έντονα[xxxiv]. Ωστόσο η ιστορική του αξία οδήγησε στην δημιουργία μιας επιτροπής υπό την αιγίδα του Recherche et d’  Histoire des Textes, αποτελούμενης από τους Jaques Dalarun, Annie Dufour, Anne Grandoux, Denis Muzerelle και Fabio Zinelli, για την εξέταση της γνησιότητάς του. Η επιτροπή αποφάνθηκε το 2001 ότι το κείμενο, το οποίο περιέχεται στο βιβλίο του Guillaume Besse, είναι γνήσιο[xxxv]. Το κείμενο ξεκινά ως εξής:

«Το έτος 1167 από την Σάρκωση του Κυρίου, τον μήνα Μάιο. Τότε η Εκκλησία της Τουλούζης έφερε τον παπα Νικήτα στο καστρο του Saint-Félix, και μεγάλος αριθμός ανδρών και γυναικών που ανήκαν στην Εκκλησία της Τουλούζης και σε εκκλησίες άλλων περιοχών άρχισαν να λαμβάνουν το consolamentum, το οποίο άρχισε να χορηγεί ο Κύριος παπα Νικήτας[xxxvi].»

Στην συνέχεια προσήλθαν οι Robert d’ Espernone, επίσκοπος της Γαλλίας, Sicard Cellarier, επίσκοπος της Albi και ο Μάρκος της Λομβαρδίας, μαζί με τα συμβούλιά τους. Οι εκκλησίες της Τουλούζης της Καρκασσών και η εκκλησία Aranensis, ζήτησαν δικούς τους επισκόπους. Εκλέχτηκαν αντίστοιχα οι Bernard Raymod, Gerald Mercier και Raymond de Casalis. Ο παπα Νικήτας ως εκπρόσωπος της ordo Drugonthia τους ξαναχειροτόνησε επισκόπους. Μετά την χειροτονία εκφώνησε τον απαραίτητο λόγο:

«Με ρωτήσατε να σας πω αν τα έθιμα των πρώτων εκκλησιών ήταν βαριά ή ελαφρά. Σας λέω ότι οι Επτά Εκκλησίες της Ασίας ήταν ανεξάρτητες μεταξύ τους και καμιά από αυτές δεν έκανε κάτι που να παραβίαζε τα δικαιώματα των άλλων. Και οι Εκκλησίες της Ρωμανίας, της Δραγόβιτσα, της Melenguia, της Βουλγαρίας και της Δαλματίας έχουν συμφωνήσει, και καμιά δεν κάνει κάτι που να παραβιάζει τα δικαιώματα της άλλης. Κι έτσι έχουν ειρήνη μεταξύ τους. Πράξτε το ίδιο[xxxvii].»

Ερώτημα γεννάται για το ποια είναι η εκκλησία Melenguia. Ο Y. Dossat[xxxviii] υπέθεσε ότι η ονομασία προέρχεται από την σλαβική φυλή που κατοικούσε στην Πελοπόννησο τα χρόνια του Κωνστατίνου Ζ’ Πορφυρογέννητου και αναφέρονται στο De Administrando Imperio L.:

«Περί τῶν ἐν τῷ θέματι Πελοποννήσου Σκλάβων, τῶν τε Μηλιγγῶν καί Ἐζεριτῶν καί περί τῶν τελουμένων παρ’ αὐτῶν πάκτων[xxxix]».

Σε καμιά πραγματική ιστορική πηγή δεν μαρτυρείται η ύπαρξη βογομιλικών κοινοτήτων στην Πελοπόννησο. Στο "Περί δαιμόνων" αναφέρθηκαν κοινότητες στην Θεσσαλία και Στερεά Ελλάδα, όχι νοτιότερα. Μπορεί κάποιος να υποθέσει ότι λόγω της ύπαρξης σλαβικού πληθυσμού στον Ταΰγετο και δεδομένου του «ιεραποστολικού» ζήλου των Βογομίλων, ενδέχεται να διαδόθηκε η αίρεση εκεί. Πέραν, όμως, από την μαρτυρία του εγγράφου του Saint-Félix δεν υπάρχει κάτι θετικότερο. Ως εκκλησία της Ρωμανίας εννοείται η βογομιλική της Κωνσταντινούπολης στην οποία προήδρευε ο ίδιος.
Υπήρχαν αρκετές πόλεις στην Languedoc με το όνομα Saint- Félix[xl]. Ο πρώτος εκδότης Guillaume Besse κατέληξε στο ότι η αναφερόμενη πόλη ήταν το Saint-Félix-de-Caraman στην Lauragais. Εξελίχθηκε σε εστία των Καθαρών, ώστε αργότερα κατά τον Αλβιγινικό Πόλεμο να λέγεται ότι λίγοι από τους κατοίκους που σκοτώθηκαν στην Lanta, την Caraman, και την Verfeit, δεν ήταν αιρετικοί[xli].


gnwstikismos 88
"Μοναστικό Ησυχαστήριο Βογομίλων" ("Βogomils monastic retreat")
Art Of The Mystic, Otto Rapp, 1997 (acrylic on masonite)

Ο σκοπός της συνόδου ήταν να πείσει τις δυτικές εκκλησίες να ασπαστούν την απόλυτη δυαρχία και να υπαχθούν στην ordo Drugonthia. Η σύγκλησή της φαίνεται ρεαλιστική. Ο επίσκοπος Μάρκος δεν θα μπορούσε ν’ αποφασίσει από μόνος του μια τέτοια σοβαρή στροφή στην πεποίθηση και την πορεία της ομάδας του, οπότε είναι φυσικό να στράφηκε στους επισκόπους της Γαλλίας οι οποίοι τον χειροτόνησαν πριν, είτε διάκονο, είτε επίσκοπο για να λάβει οδηγίες.

Το κείμενο του Saint-Félix παρέχει πρωτογενείς και μοναδικές πληροφορίες. Κατ’ αρχάς παρουσιάζει διοικητική οργάνωση εντός της αίρεσης και μάλιστα σε εποχή κατά την οποία πιστεύονταν ότι κάτι τέτοιο δεν υπήρχε. Παρουσιάζει την επισκοπική οργάνωση ήδη από το 1160 μ.Χ. Ταυτόχρονα δειχνει ότι οι Καθαροί είχαν συνείδηση ότι ανήκαν σε ένα ευρύτερο πνευματικό κίνημα που δεν περιορίζονταν μόνο στα στενά όρια της τοπικής ομάδας. Η σύγκληση συνόδου δείχνει σεβασμό προς αυτήν την συλλογική κοινότητα και ότι κανένας επίσκοπος δεν θεωρούσε τον εαυτό του τύπου αιρεσιάρχη, ώστε οι δικές του αποφάσεις να καθορίζουν την πορεία της κοινότητας, σε σοβαρά πνευματικά θέματα τουλάχιστον. Ωστόσο, από την ομιλία του Θωμά φαίνεται ότι οι δεσμοί μεταξύ των "εκκλησιών" ήταν χαλαροί κι έφταναν μέχρι του σημείου της αναγνωρίσεως της τοπικής αρμοδιότητας της καθεμιάς. Καμιά δεν νομιμοποιούνταν να προσπαθήσει να επεκταθεί στον ζωτικό χώρο της άλλης.

Από ύστερες καταγραφές των ανακριτικών εγγράφων της Ιεράς Εξέτασης φαίνεται ότι η πληθώρα των κοινοτήτων ακολουθούνταν και από πλήθος διαφορετικών αντιλήψεων και πρακτικών. Αυτό πρέπει να ήταν αποτέλεσμα της ανεξαρτησίας των κοινοτήτων και δείχνει ότι δεν περιορίζονταν μόνο στα διοικητικά θέματα. Αυτό φαίνεται αντιφατικό. Δεν δείχνει να συμφωνεί με την σύγκληση της Συνόδου. Ωστόσο δεν είναι απαράδεκτο. Οι λόγοι σύγκλησης της συνόδου ήταν εξαιρετικής σημασίας και δικαιολογούσαν την συνάθροιση. Έπειτα, ήταν πιο εύκολο να συναθροισθούν όλοι οι επίσκοποι και απλοί Καθαροί ώστε να λάβουν εκ νέου το consolamento, παρά να επιχειρήσει πολλά ταξίδια ο παπα Νικήτας κάτι που θα ήταν χρονοβόρο. Ο τελευταίες προτάσεις στην ομιλία του παπα Νικήτα αμβλύνουν την αντίφαση.

Ο ανατρεπτικός χαρακτήρας του εγγράφου δικαιολογεί τις αντιδράσεις εναντίον της αυθεντικότητάς του. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο γράφων αποφαίνεται υπέρ της γνησιότητάς του. Απλώς γίνεται προσπάθεια παρουσίασης των δύο απόψεων. Η γνώμη της επιστημονικής ομάδας που κατέληξε στην γνησιότητα του είναι βαρύνουσα, όσο και αν οι διαθέσεις αποδοχής είναι αντίθετες. Εξάλλου, οι ιστορικοί γνωρίζουν πολλά έγγραφα μέσα από τα έργα άλλων, χωρίς να έχουν σωθεί τα ίδια. Οι πληροφορίες που αντλούνται με αυτό τον τρόπο χρειάζονται την πρέπουσα αξιολόγηση και αξιοποίηση. Για παράδειγμα, από την χρήση του ίδιου εγγράφου ο Guillaume Besse συμπέρανε ότι ο παπα Νικήτας ήταν Αντιπάπας των Βογομίλων. Κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί όχι μόνο γιατί δεν διασταυρώνεται από άλλες πηγές, αλλά και γιατί δεν συμφωνεί με το όλο σκεπτικό των Καθαρών. Η αίρεση τους αντιτίθονταν με κάθε ιδεολογικό τρόπο τόσο στον κληρικαλισμό της Παπικής Εκκλησίας, όσο και στον συγκεντρωτισμό της. Η παρουσία ενός αντιπάπα, όσο και αν συμφωνεί με το κοσμοείδωλο του Besse θα σήμαινε ότι οι Καθαροί αποδέχονταν αυτά που απέρριπταν, όπερ άτοπο. Από την άλλη η δημιουργία επισκοπικής διοικήσης δεν είναι αντιφατική με τις αντιλήψεις των Καθαρών. Εφόσον επιδίωκαν να μιμηθούν της εκκλησίες της αποστολικής εποχής μπορούσαν ν’ αποδεχθούν την ύπαρξη επισκόπων, αρκεί να υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες και ο κατάλληλος αριθμός μελών σε μια περιοχή. Εκείνο που θα πρέπει να διευκρινησθεί είναι ο ρόλος του επισκόπου στης κοινότητες των Βογομίλων και των Καθαρών.

Ασυμφωνία υπάρχει στις χρονολογίες που προκύπτουν από το έγραφο και στις χρονολογίες που δίνει ο Άνσελμος. Γενικά, γίνονται αποδεκτές οι εκδοχές του εγγράφου, με την προϋπόθεση ότι είναι αυθεντικό, και ως άμεση πηγή καλύτερα πληροφορημένο. Και ο ίδιος ο Άνσελμος αναφέρει την λέξη περίπου (circa) το 1174 μ.Χ. ως ημερομηνία δράσης του Μάρκου. Η χρονική απόκλιση δεν είναι τεράστια και το ποσοστό λάθους αποδεκτό. Ήδη το 1177 μ.Χ. η απόλυτη δυαρχία των Καθαρών στην Τουλούζη και τη Ναρβόννη μαρτυρείται στο Χρονικό του Γερβάσιου Καντερβουρίας[xlii]. Από ένα επισκοπικό δικαστήριο που έγινε στην Lombers το 1165[xliii], στο οποίο προΐστατο ο επίσκοπος William της Albi, γνωρίζομε ότι εξετάστηκαν οι «Καλοί Άνθρωποι» (Καθαροί) με αρχηγό κάποιον Oliver. Συνεπώς το 1165 δεν είχαν ακόμη επίσκοπο. Διορίστηκε αργότερα. Η ημερομηνία του εγγράφου (1167) είναι η πιο πιθανή.

Το έγγραφο δίνει τα ονόματα των επισκόπων της Βόρειας Γαλλίας, Robert d’ Espernone & Sicard Cellarier. Βεβαιώνει και συμπληρώνει τις πληροφορίες του Ανσέλμου για την ύπαρξη επισκόπων στις περιοχές αυτές. Η χειροτονία του Μάρκου ως επικόπου Λομβαρδίας κατά την διάρκεια του συνεδρίου, επιβεβαιώνει επίσης την πληροφορία του ιδίου, ότι αυτός ήταν διάκονος, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Ταυτόχρονα δημιουργήθηκαν τρεις νέες επισκοπές και διορίστηκαν σε αυτές επίσκοποι. Η ύπαρξη αυτών των επισκοπών, δηλ. της Τουλούζης, της Καρκασσών και της Albi, επιβεβαιώνονται και από άλλες πηγές[xliv]. Για την εκκλησία Arenensis δημιουργείται ερώτημα. Αν πρόκειται για την περιοχή της Val d’ Aran, όπως πρότεινε ο Y. Dossat[xlv], τότε αυτή δεν αναφέρεται πουθενά αλλού. Αν πρόκειται για την Agen, όπως πρότεινε η Christine Thouzellier[xlvi], τότε υπάρχει πληροφορία για την ύπαρξή της από τον ΙΓ’ αι.

Από τους επισκόπους, οι οποίοι αναφέρονται, ο Bernard Raymond είναι γνωστός και από άλλες πηγές. Τον αναφέρει ο Ρογήρος του Hoveden (Howden) στα Χρονικά του[xlvii]:

«Εν τω μεταξύ, κυκλοφόρησε η φήμη, ότι κάποιοι ψετο-αδελφοί, και συγκεκριμένα ο Bernard, ο γιος του Raymond, και άλλοι αιρεσιάρχες, μετασχηματίσθηκαν σε άγγελους φωτός, ενώ ήτανε του Σατανά, και διδάσκοντας ό,τι είναι αντίθετο στην χριστιανική πίστη, παραπλάνησαν τα μυαλά πολλών με τις αιρετικές διδασκαλίες τους και τους έσυραν μαζί τους στην απώλεια.»

Την ίδια χρονιά (1178) μια επιτροπή στάλθηκε στην Τουλούζη, να ερευνήσει για την ύπαρξη αίρεσης. Ο Bernard Raymond μαζί με τον Raymond του Bauniac παρουσιάστηκαν ενώπιον της επιτροπής ως αρχηγοί της αιρετικής κοινότητας. Τότε δεν πάρθηκε κανένα μέτρο εναντίον τους. Το 1181 έφθασε στην Languedoc νέος λεγάτος, ο καρδινάλιος Ανρύ de Marsy, πολιόρκησε το κάστρο της Lavaur και συνέλαβε τους δύο. Αυτοί αποκήρυξαν την αίρεση μετανόησαν και χειροτονήθηκαν αναγνώστες σε δύο εκκλησίες της Τουλούζης:

«Μετά το έτος 1170 από την Ενσάρκωση του κάποιος καρδινάλιος, απεσταλμένος του Πάπα, πολιόρκησε την Lavaur και ανάγκασε τους αιρετικούς εκεί να παραδοθούν. Δύο από τους αιρεσιάρχες μεταστράφηκαν στην Καθολική πίστη. Ο καρδινάλιος τοποθέησε τον έναν από αυτούς, τον Bernard Raymond, στον καθεδρικό ναό του Αγίου Στεφάνου στην Τουλούζη, και τον άλλο στο μοναστήρι του Saint-Sernin, ως αναγνώστες. Θυμάμαι ότι σαν παιδί είχα ακούσει για τον Bernard Raymond (αυτόν που είχε ανατεθεί στον καθεδρικό ναό) και να αναφέρονται σ’ αυτόν ως “Αριανό”[xlviii].»

Από τον Guillaume de Puy-Laurent αναφέρεται και ο Sicard Cellarier, ότι ζούσε στην Lombers κοντά στην Albi, όταν Παπικός επίσκοπος της πόλης ήταν ο William Peyre (1185-1227)[xlix]. O Durand de Huesca, Ισπανός Βαλδήσιος, ο οποίος μετεστράφει στον Παπισμό, στο αντιαιρετικό του έργο Liber Antihaeresis, αναφέρει τον Sicard Cellarier, ανάμεσα στους αιρεσιάρχες[l].


ε. Οι κοινότητες μετά την Σύνοδο

Στην συνέχεια ο παπα Νικήτας επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, έχοντας φέρει εις πέρας ένα δύσκολο έργο. Είχε καταφέρει να πείσει τους Καθαρούς της Γαλλίας και Λομβαρδίας να ενταχθούν στην ordo Drugunthia, και είχε δώσει το Consolamentum σε όλους τους εκεί επισκόπους. Η κατάσταση αυτή ήταν προβληματική. Η διαδοχή στον Βογομιλισμό ήταν καθαρά προσωπική υπόθεση. Αν ένας επίσκοπος εξέπιπτε της διαδοχής, λόγω προσωπικών αμαρτιών, τότε όλες οι χειροτονίες του ακόμη και αυτές που προηγήθηκαν της πτώσης, ήταν άκυρες[li]. Αυτό συνέβη και με τον παπά Νικήτα. Κατά την διήγηση του Άνσελμου Αλεξανδρείας, λίγο καιρό αργότερα ο Μάρκος πληροφορήθηκε ότι ο παπα Νικήτας είχε άσχημο τέλος (male finierat vitam suam[lii]). Αποφάσισε, λοιπόν, να πάει να βρει τον Βογομίλο επίσκοπο Βουλγαρίας στην Σαρδική (Σόφια), για να λάβει εκ νέου το Consolamentum. Αρχικά μετέβη στην Καλαβρία. Εκεί βρήκε τον διάκονο Ιλαρίων[liii] και πληροφορήθηκε ότι ήταν αδύνατο να ταξιδέψει εκείνη την εποχή στην Βουλγαρία. Η Καλαβρία βρισκόταν εκτός διαδρομής. Πιθανόν, ο Μάρκος να ήθελε να ενημερώσει τις εκεί κοινότητες για το πρόβλημα που προέκυψε. Κάτι τέτοιο σημαίνει ότι η περιοχή βρίσκονταν εντός της αρμοδιότητάς του.

Η αδυναμία εκπλήρωσης του ταξιδιού μπορεί να είναι ένδειξη ότι επιχειρήθηκε μετά τον Ιούνιο του 1185, οπότε και ο Γουλλιέλμος ο ΙΙ της Σικελίας επιτέθηκε στην αυτοκρατορία και πολιόρκησε το Δυρράχιο. Οπότε καθορίζεται χρονικά ο χρόνος θανάτου του παπα Νικήτα.

Ο Μάρκος συνελήφθη και φυλακίστηκε κατά το ταξίδι της επιστροφής του στην Λομβαρδία. Από την φυλακή έστειλε επιστολή στους δικούς του, συνιστώντας τους να εκλέξουν τον διάδοχό του. Στην θέση του εκλέχτηκε ο Ιωάννης ο Εβραίος, ο οποίος τον επισκέφτηκε στην φυλακή και διορίστηκε επίσκοπος από αυτόν. Στην συνέχεια ο Μάρκος αφέθηκε ελεύθερος, αλλά πέθανε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Για να λυθεί το πρόβλημα της διαδοχής από τον παπα Νικήτα:

«όλοι οι Καθαροί, ο Ιωάννης ο Εβραίος και οι υπόλοιποι, αμφέβαλαν αν ο παπα Νικήτας είχε άσχημο τέλος, αυτός από τον οποίο ο επίσκοπος Μάρκος που χειροτόνησε τον Ιωάννη, είχε λάβει την διαδοχή[liv].»

Ήταν μια βολική λύση. Οι Καθαροί παρέμειναν στην ordo Drugonthia. Νέα προβλήματα ανεφάνησαν, όταν κάποιος Πετράκιος ήρθε από τα Βαλκάνια και εηνμέρωσε, ότι ο ιδρυτής της συγκεκριμένης ordo, ο Συμεών, είχε συλληφθεί με γυναίκα και είχε πράξει κι άλλα άτοπα[lv]. Δεν αναφέρεται σε ποια ordo ανήκε ο Πετράκιος. Το όνομα είναι ιταλικό και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ήρθε από την Κωνσταντινούπολη, διότι εκεί υπήρχαν Βογομίλοι Λατίνοι. Κατά την διάρκεια της σφαγής των Λατίνων στην Κωνσταντινούπολη το 1182 μ.Χ. η μοίρα των Λατίνων Βογομίλων της Πόλης είναι άγνωστη. Σε πρώτη φάση πρέπει να βρήκαν καταφύγιο και να κρύφτηκαν από τους Έλληνες ομοϊδεάτες τους. Στην συνέχεια, όπως δείχνει η επιστροφή του Πετράκιου, κάποιοι γύρισαν στην Δύση.

Από μια ποιμαντική επιστολή του Πατριάρχη Γερμανού Β’[lvi] (1222-1240) φαίνεται ότι στο πρώτο τέταρτο του ΙΓ’ αι. οι Βογομίλοι της Κωνσταντινούπολης είχαν επιστρέψει στην μετριοπαθή δυαρχία και την ordo Bulgaria. Η μεταστροφή φαίνεται ότι ακολούθησε τον θάνατο του παπα Νικήτα. Από την Πόλη στάλθηκε αντιπρόσωπος για να μεταφέρει τις εξελίξεις στην Λομβαρδία. Η πτώση του Συμεών ήταν ακόμη πιο σοβαρή. Σήμαινε ότι ολόκληρη η ordo Drugunthia ήταν έκπτωτη. Οι κοινότητες της Λομβαρδίας χωρίστηκαν σε δυο ομάδες. Η μία εξέλεξε ως επίσκοπο κάποιον Πέτρο από την Φλωρεντία, ενώ η άλλη παρέμεινε πιστή στον Ιωάννη τον Εβραίο[lvii].

Στην Γαλλία οι κοινότητες της Languedoc παρέμειναν στην ordo Drugunthia, ενώ αυτές της Βόρειας Γαλλίας επέστρεψαν στην ordo Bulgaria. Από τις δεύτερες ζητήθηκε επίσκοπος «πέρα από τα βουνά (episcopum ultra montanes), για να διευθετήση το ζήτημα της διαδοχής μεταξύ Πέτρου και Ιωάννου. Κατά την προτροπή του έπρεπε οι δύο υποψήφιοι να ρίξουν κλήρο μεταξύ τους, όποιος εκλέγονταν έπρεπε να μεριμνήσει για την επιστροφή των κκοινοτήτων στην ordo Bulgaria, και όλοι έπρεπε να τον αποδεχθούν[lviii].

Η προτροπή του επισκόπου της Βόρειας Γαλλίας δεν έγινε δεκτή από τον Πέτρο της Φλωρεντίας. Ως αποτέλεσμα συγκλήθηκε σύνοδος των Καθαρών στο Mosio, μεταξύ Μάντουας και Κρεμώνας. Σ’ αυτήν εκλέχτηκε ο Garattus[lix]. Πριν ξεκινήσει για την Βουλγαρία βρέθηκε με γυναίκα, οπότε η εκλογή του ανακλήθηκε. Εκεί σταμάτησε και κάθε προσπάθεια των Καθαρών για ένωση. Οι κοινότητα της Μάντουα εξέλεξε επίσκοπο τον Καλοϊωάννη[lx], και στην Vicenza εξελέγη κάποιος Νικόλαος. Και οι δυο τους πήγαν στην Δαλματία, κι έλαβαν εκεί την χειροθεσία από τον Otto de Bagnolo, γι’ αυτό και τα μέλη αυτών των κοινοτήτων αποκαλέσθηκαν Bagnolenses. Ο Ιωάννης ο Εβραίος επανεξελέγη επίσκοπος στο Concorezzo, κοντά στο Μιλάνο, πήγε στην Βουλγαρία κι έλαβε από κει την χειροθεσία. Στην κεντρική Ιταλία, στην περιοχή της Τοσκάνης, δημιουργήθηκαν δύο επισκοπικές έδρες στην Φλωρεντία και το Σπολέτο. Δεν είναι γνωστό σε ποια ordo υπάγησαν[lxi].

Η ενότητα δεν αποκαταστάθηκε ποτέ μεταξύ των Καθαρών στην Δύση. Οι Καθαροί της Languedoc και του Desenzano (ονομάζονται και Albanenses από κάποιον επίσκοπό τους) παρέμειναν στην ordo Drugonthia. Το Concorezzo συντάχθηκε με την ordo Bulgaria. Οι Καθαροί στην Μάντουα και την Βόρεια Γαλλία συντάχθηκαν με την εκκλησία της Σκλαβονίας. Οι κοινότητες της Φλωρεντίας του Σπολέτο και της Vicenza είχαν επικοινωνία με τους Bagnolenses. Περισσότερα για την ιστορία των Καθαρών στο οικείο κεφάλαιο. Στο παρόν εξετάστηκαν τα γεγονότα, όσα αφορούσαν τις σχέσεις τους με τους Βογομίλους.


gnwstikismos 85Τελετή μύησης Βογομίλων, που
προσιδιάζει μ’ εκείνη των Παυλικιανών.


[i] Αρχικά η λέξη χρησιμοποιούταν για να ονομάσει μια από τις πρώτες σλαβικές φυλές που εγκαταστάθηκαν στα Βαλκάνια, ορμώμενες από την αρχαία Ρωσσία. Θαύματα Αγίου Δημητρίου Βιβλίο Β’ κεφ α’: «Ἐγένετο τοίνυν, ὡς εἴρηται, ἐπί τῆς τοῦ ἐν ὁσίᾳ τῇ μνήμῃ ἐπισκοπῆς Ιωάννου τό τῶν Σκλαβίνων ἐπαρθῆναι ἔθνος, πλῆθος ἄπειρον συναχθέν ἀπό τε τῶν Δρογουβιτῶν, Σαγουδατῶν, Βελεγεζητῶν, Βαιουνητῶν, Βερζητῶν, και λοιπῶν ἐθνῶν,…» (PG 116.1325A). Αναφέρεται και από τον Κωνσταντίνο Ζ’ Πορφυρογέννητο, De administrando imperio IX.108, ed. G. Moravsik – R. J. Jenkins, Boudapest 1949, p. 62.

[ii] J. Dujcev, Dragovitia, εν Revue des etudes byzantines 22 (1964), 218-219.

[iii] Υπέρ της άποψης αυτής D. Obolensky, The Bogomils, p. 123-125.  Ο Steven Runciman θεωρεί ότι το αρχικό δόγμα των Βογομίλων ήταν η απόλυτη δυαρχία και εκ των υστ΄ρων εισήλθε η μετριοπαθής, The Medieval Manichee, p. 79, 88-89, 91. Ο Hans Soederberg προτείνει ότι η απόλυτη δυαρχία υιοθετήθηκε από τους Βογομίλους εκ Παυλικιανής επιρροής, ενώ η μετριοπαθής μεταδόθηκε σε αυτούς από γνωστικές επιρροές, οι οποίες επέζησαν της αρχαιότητας, La Religion des Cathares, chap. V & VI, pp. 269-270.

[iv] B. Hamilton, Christian dualist heresies, p.250.

[v] Βερνάρδου του Κλαιρβώ, Επιστολή CDXXXII, PL 182.679.

[vi] Rainier Saccino, Summa de Catharis et Pauperibus de Lugduno, ed. F. SanjeK Archivium Fratrum Praedicatorum 44 (1974). Αγγλικήμετάφρασηστο R.I. Moore, Birth of popular heresy, pp.132-145.

[vii] Rainier Saccino, Summa, ed. F. Sanjek: “ Ego autem frater Rainierus olim heresiarcha, nunc Dei gratia sacerdos in ordine Praedicatorum,… dico indubitander quod in annis XVII, quibus conversatus sum cum eis …”

[viii] Rainier Saccino, Summa,  ed. Sanjek, p. 59: “ Ecclesia Bulgariae, Ecclesiae Duguuithie, et omnes habuerunt originem a duobus ultimis”.

[ix] Rainier Saccino, Summa, ed. Sanjek, p. 58.

[x] Rainier Saccino, Summa, ed. Snajek, p. 48.

[xi] O D. Obolensky δεν δέχεται την ύπαρξη ιεραρχίας στις εκκλησίες των Βογομίλων, The Bogomils, p.244-245.

[xii] Υπάρχει μόνο σε ένα χειρόγραφο, το οποίο ανακάλυψε και εξέδωσε ο A. Dondaine, La hiérarchie cathare en Italie. II. Le Tractatus de hereticis d’ Anselme d’ Alexandrie, III, Catalogue de la hiérarchie cathare d’  Italie, εν Archivium Fratrum Praedicatorum 20 (1950), pp. 250-255.  Αγγλικήμετάφρασηστο Moore R. I., The Birth of Popular Heresy, pp.152-155.

[xiii] ο.π. 260.

[xiv] ο.π. 308.

[xv] A. Dondaine, Un traité néo-manichéen du XIIIe siècle, le “Liber de duobus principiis”, suivi d’ un Rituel Cathare, Rome 1939, p. 62.

[xvi] Anselm, Tractatus, ed. A. Dondaine, p. 308: «quidam de Sclavonia, scilicet de terra que dicitur Bossona, iverunt Constantinopolim causa mercacionis; reverse ad terram suam predicaverunt et, multiplicati, constituerunt episcopum qui dicitur episcopus Sclavoniae sive Bossone».

[xvii] B. Hamilton-J. Hamilton, Hough Eteriano, p. 63.

[xviii]  Urban III, Epistolae et Privilegia LXVI, PL 202.1446-9.

[xix] Acta Innocentii papae III, ed. T. Halusčinski, εν Pontificia Commisio ad redigendum codicem iuris canonici Orientalis, series III vol. II (Citta del Vaticano 1944) no 19 p. 209.

[xx] Innocent III, Regesta II, no CLXXVI (PL 214.725-6).

[xxi] Τοεξέδωσεο A. Dondaine, Le “De heresy Catharorum”, Archivium Fratrum Praedicatorum 19,  pp. 280-312.  Αγγλικήμετάφρασηστο Moore R. I., The Birth of Popular Heresy, pp. 122-127.

[xxii] A. Dondaine, Le “De heresy Catharorum”, p. 308.

[xxiii] A. Dondaine, Le “De heresy Catharorum”, p. 310: «Caloioannes episcopus unius partis hereticorum, qui habent ordinem suam de Sclavania, et Garattus episcopus alterius partis … qui habent ordinem suum de Bulgaria, credunt et predicant unum bonum Deum omnipotentem, sine principio, qui creavit angelos et IIIIor elementa.»

[xxiv] A. Dondaine, Le “De heresy Catharorum”, p. 311.

[xxv] Anselm, Tractatus, ed. A. Dondaine, p. 308: «Postea Francigene, qui iverant Constantinopolim, redierunt ad propria et predicaverunt, et multiplicati constituerunt episcopum Francie. Et quia Francigene seducti fuerunt primo in Constantinopoli a Bulgaris, vocant per totam ranciam hereticos Bulgaros.»

[xxvi] Την συζήτηση για την εύρεση της Σταυροφορίας και τις σχετικές ημερομηνίες στο B. & J. Hamilton, Hough Eteriano, p. 61 και βιβλιογραφία στο ίδιο σημείωση 293.

[xxvii] A. Dondaine, Le “De heresy Catharorum”, p. 306: «In primis temporibus, cum heresies Catharorum in Lombardia multiplicari cepit, primum habuerunt quondam episcopum Marcum nomine, sub cuius regimine omnes Lombardi et Tussi et Marchisiani regebantur. Et iste Marcus habebat ordinem suum de Bulgaria.»

[xxviii] Anselm, Tractatus, ed. A. Dondaine, p. 308: «Post longum tempus quidam notarium de Francia venit in Lombardiam, scilicet in comitatu Mediolanensi, in partibus de Concorezio; et invenit ibi unum qui dicebatur Marchus, qui erat de loco ibi proper qui dicitur Cologina, et seduxit eum.»

[xxix] Anselm, Tractatus, ed. A. Dondaine, p. 309.

[xxx] Anselm, Tractatus, ed. A. Dondaine, p. 319: «Isti portaverunt heresim in Lombardiam a Neapoli: Marchus, Iohannes Iudeus, Ioseph et Aldricus, circa tempus quo currebat Mclxxiiii.»

[xxxi] A. Dondaine, Le “De heresy Catharorum”, p. 306: «Adveniens quidam, papa nicheta nomine, de Constantinopolitanis partibus in Lombardiam, cepit causari ordinem Bulgarie, quem Marchus hababat. Unde Marchus episcopus, cum suis subditis hesitare incipiens, relicto ordine Bularie, sucepit ab ipso Nicheta ordinem Drugonthie.»

[xxxii] Anselm, Tractatus, ed. A. Dondaine, p. 309: «Postea venit qui vocabatur Papas Nicheta, qui episcopus erat illorum de Constantinopolim, et dixit: Vos estis tot quod bene expedit quod habeatis episcopum. Et sic elegerunt Marchum in episcopum, cui obediebant omnes supradicti Lombardi, Tusci et illi de Marchia. Et iste Papas Nicheta confirmative eum.»

[xxxiii] B. & J. Hamilton, Hough Eteriano, p. 78.

[xxxiv] Ησχετικήσυζήτησηστα A. Dondaine, Les actes du concile albigeois de Saint-Félix de Caraman, εν Miscellanea Giovanni Mercati 5, Studi e Testi 125 (Citta del Vaticano 1946), pp. 324-55˙  Y. Dossat, Remarques sur un pretend évêque cathare du Val d’  Aran en 1156, εν Bulletin philologique et historique, Paris 1957, pp. 339-47˙  τουιδίου, A propos du concile cathare de Saint-Félix: Les Milingues, εν Cahiers de Fanjeaux 3 (1968), pp. 201-14˙  M. Zerner, L’ histoire du Catharisme en discussion. Le Concile de Saint-Félix (1167), εν Collection du Centre d’ etudes médiévales de Nice 3 (2001), pp. 223-5.

[xxxv] J. Dalarun, A. Dufour, A. Grandoux, D. Muzerelle, F. Zinelli, ‘La charte de Niquinta, analyse formelle’, in Zerner, Catharisme en discussion, pp. 135–201.

[xxxvi] «Anno MCLXVII Incarnationis Dominice, in mense Madii, in diebus illis Ecclesia Tolosana adduxit Papa Niquita in Castro Sancti Felicii et magna multitude hominum et mulierum Ecclesiae Tolosanae, aliarque Ecclesiarum vicine congregaverunt se ibi, ut acciperent consolamentum quod Papa Niquinta coepit consolare.»

[xxxvii] «Vos dixistis mihi, ut ego dicam vobis, consuetudines primitavarum ecclesiarum sint leves aut graves, et ego dicam vobis: Septem Ecclesiae Asiae fuerunt divisas et terminates inter illas, et nulla illarum faciebat ad aliam aliquam rem ad suam contradictionem. Et Ecclesias Romanae, et Dragometiae et Melenguiae, et Bulgariae et Dalmatiae sunt divisa et terminate et una ad altera non facit aliquam rem ad suam contradicionem et ita pacem habent inter se. Similiter et vos facite.»

[xxxviii] Y. Dossat, A propos du concile…, 209-14.

[xxxix] ed. G. Moravcsik – R. J. H. Jenkins, CFHB 1(1967), p.232.

[xl] C. Devic – J. Vaissète, Histoire générale de Languedoc, ed. Milinier 16 vol. , Toulouse 1872-1915, Index geograficus VIII cols. 2289-90.

[xli] E. Griffe, Le Languedoc cathare au temps de la Croisade 1209-1229, Paris 1973, p.91.

[xlii] «In tantum equidem haec putida haeresis tabes praevaluit, ut omnes fere illi consentientes arbitrentur obsequium se praestare Deo, et ipse iniquus qui misterium jam operator iniquitatis in filios diffidentiae, sic transfigurat se in angelum lucis. ut uxor a viro, filius a patre, nurus a socru discedant, proh dolor! Insuper sic in finibus nostris obscuratum est aurum, ut quasi lutum sub predibus sternatur; quonism et qui sacerdotio funguntur sum pedibus diabolic sternatur.», Gervasii Cantuariensis, Opera Historica, ed. William Stubbs, London 1879, vol. I p. 270.

[xliii] Acta Consilii Lombariensis, εν Recueil des histories des Gaules et de la France, ed. Martin Buquet, Paris 1806, t. XIV pp. 430-4.

[xliv] J. Duvernoy, Le Catharisme II. L’ histoire de Cathares, Toulouse  1979 (Privat), 229-36.

[xlv] Y. Dossat, Un pretend évêque du Val d’ Aran, pp. 339-47.

[xlvi] C. Thouzellier, Catharisme et Valdéisme en Languedoc  à la fin du XIIe et au début du XIIIe siècle, Paris 1966 pp. 14-15, n.7.

[xlvii] Roger of Hoveden, Chronica, trans. Henry T. Riley, London 1853, vol. I pp. 472.

[xlviii] Guillaume de Puylaurens, Chronic ch. II, ed. & trans. W.A. Sibly-M.D.Sibly, New York 2003, pp.12-13.

[xlix] Guillaume de Puylaurens, Chronic ch. IV, ed. & trans. W.A. Sibly-M.D.Sibly, p.15-16.

[l] Un Somme anti-cathare: Le Liber contra Manicheos de Durant de Huesca, ed. C. Thouzellier, Université Catholique de Luvain 1964, p.34.

[li] Sacconi, Summa, ed. Sanjek p. 49.

[lii] Anselm, Tractatus, ed. A. Dondaine, p. 309.

[liii] Anselm, Tractatus, ed. A. Dondaine, p. 309. Όπως φαίνεται από την διήγηση υπήρχε εστία Βογομίλων/Καθαρών στην Νότια Ιταλία, αλλά είναι άγνωστο πότε δημιουργήθηκε.

[liv] Anselm, Tractatus, ed. A. Dondaine, p. 309: «et omnes Cathari de Lombardia, tam Iohannes Iudeus quam alii, dubitaverunt quia papas Nicheta fecerat malum finem, a quo descederant episcopus Marchus, qui predictum Iohannem confirmaverant.»

[lv] A. Dondaine, Le “De heresy Catharorum”, p. 306: «… venit quidam de ultrmarinis partibus, Petracius nomine, cum sociis suis, et quedam retulit nova de quodam Symone episcopo Drugonthie, a quo origo suscepti ordinis processerat, Et dicebat ipse Petracius, quod ille Symon fuit inventus in conclave cum quadam, et quia alia contra rationem fecerat.»

[lvi] Η επιστολή δεν υπάρχει στην PG ούτε στην συλλογή του Σπ. Λαγοπάτη. Έχει περιληφθεί μόνο στην συλλογή πηγών για τον Βογομιλισμό του Ficker, Die Phundagiagiten, p.117.

[lvii] A. Dondaine, Le “De heresy Catharorum”, p. 306.

[lviii] A. Dondaine, Le “De heresy Catharorum”, p. 307.

[lix] Αναφέρθηκε παραπάνω, βλ. σημ. 137.

[lx] Αναφέρθηκε επίσης παραπάνω σημ. 137.

[lxi] A. Dondaine, Le “De heresy Catharorum”, p. 308: Similiter et in Tussia duo episcope ordinate sunt” & A. Dondaine, Le “De heresy Catharorum”, p. 310: «Illi de Florencia elegerunt quedam Petrum Florentinum, qui fuit episcopus ibidem et pet totam Tusciam.» Ο Άνσελμος επιβεβαιώνει τις πληροφορίες για την δημιουργία των παραπάνω επισκοπών, εκτός αυτής του Σπολέτο. Anselm, Tractatus, ed. A. Dondaine, p. 309-10.

(Πηγή: Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου)


gnwstikismos 86Βογομιλική Νεκρόπολη στο Radimlja (Βοσνία - Ερζεγοβίνη)


Ο Βογομιλισμός από την Φραγκοκρατία μέχρι την Τουρκοκρατία


α. Ο Βογομιλισμός στο Β’ Βουλγαρικό Κράτος

Δύο πολύ σημαντικά γεγονότα στην ιστορία του Βυζαντίου/Ρωμανίας είχαν το ανάλογο αντίκτυπο στην αντιμετώπιση του Βογομιλισμού. Το πρώτο ήταν η σύσταση του Β’  Βουλγαρικού κράτους (1186-1396) και το δέυτερο η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204. Οι αιρετικοί έπαιξαν τό δικό τους ρόλο στην εξέλιξη των γεγονότων αυτών. Παυλικιανοί και Βογομίλοι αδιακρίτως βοήθησαν στην ευνοϊκή για τους Βούλγαρους εξέλιξη της επανάστασης, λειτουργώντας ως πέμπτη φάλαγγα, εντός των πολιορκούμενων αυτοκρατορικών πόλεων. Επίσης, είχαν εγκαινιάσει πολιτική επιγαμιών με τους Κουμάνους και χρησίμευσαν ως μεσάζοντες στην δημιουργία Βουλγαρο-κουμανικής συμμαχίας. Η συμμαχία αυτή έσωσε την επανάσταση των Άσεν και οδήγησε τελικά στην δημιουργία του Β’  Βουλγαρικού Κράτους, με πρωτεύουσα το Τύρνοβο (η παλαιά πρωτεύουσα Πρεσλάβα καταλήφθηκε αργότερα).

Το 1189 Παυλικιανοί και Βογομίλοι βοήθησαν τα στρατεύματα της Γ’ Σταυροφορίας του Φρειδερίκου Βαρβαρόσσα να καταλάβουν την Φιλιππούπολη. Υποδέχθηκαν με χαρά τους Γερμανούς κατακτητές:

«τήν δέ Φιλιππούπολιν εἰσιών κεκενωμένην εὗρε τῶν πλειόνων καί ἐπιφανεστέρων αὐτῆς οἰκητόρων˙ εἰ γάρ τις καί ὑπολέλειπτο, πτωχεύων ἦν οὗτος καί τήν οὐσίαν πᾶσαν ἐν οἷς ἐνεδέδυτο ἀριθμῶν καί τοῖς Αρμενίοις κατειλεγμένος. οὗτοι γάρ μόνοι τῶν ἁπάντων οὐκ ἐπιδρομή ἐθνῶν ἀλλά φίλων παρουσίαν τήν τῶν Ἀλαμανῶν διέλευσιν ἡγηντο, ἐπειδή καί συγχρῶνται Ἀρμενίοις Ἀλαμανοί καί κατά τῶν αἱρέσεων τάς πλείστας ἀλλήλοις συμφέρονται˙ Ἀρμενίοις γάρ καί Ἀλαμανοῖς ἐπ’ ἴσης ἡ τῶν ἁγίων εἰκόνων προσκύνησις ἀπηγόρευται, καί τοῖς ἀζύμοις κατά τάς ἱεροτελεστίας ἀμφότεροι κέχρηνται, καί ἄλλα ἄττα ὀρθοδόξοις Χριστωνύμοις ἀπόβλητα οὗτοι σφαλλόμενοι τοῦ ὀρθοῦ τηροῦσιν ὡς ἔννομα[i].»

Ως Αρμένιους καλούσαν συνήθως τους Παυλικιανούς, αλλά η αναφορά στα άζυμα δείχνει ότι ήταν Βογομίλοι.

Τον ίδιο ρόλο έπαιξαν αργότερα, όταν το 1205 η πόλη βρίσκονταν στα χέρια του Φράγκου Renier de Trit. Κάλεσαν τον Τσάρο των Βουλγάρων Καλογιάννη, Ιβάν Α’ Ασεν, γνωστό στις ελληνικές πηγές και ως «Σκυλογιάννη», και του παρέδωσαν την Φιλιππούπολη. Όταν ο Καλογιάννης εισήλθε στην πόλη έσφαξε όλους τους Λατίνους. Ο Ιβάν Α’ κατάλαβε την έμπρακτη βοήθεια που μπορούσαν να του παράσχουν οι αιρετικοί στην δήωση της Θράκης και εμφανίζονταν ως προστάτης τους.

Το δεύτερο συνταρρακτικό γεγονός της περιόδου, η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους και η ίδρυση της λατινικής αυτοκρατορίας, ανάγκασε το ορθόδοξο πατριαρχείο να μετεφερθεί στην Νίκαια. Η διαταγή του πάπα Ιννοκέντιου Γ’ να δηλώσει όλος ο ορθόδοξος κλήρος της Πόλης υποταγή σ’ αυτόν και η συνακόλουθη άρνηση, είχε ως αποτέλεσμα διωγμό των ορθόδοξων ιερέων. Συνεπώς κέντρο του αντιαιρετικού αγώνα, συν τοις άλλοις, μεταφέρθηκε στη Νίκαια .

Στις αρχές του ΙΓ’ αι. η Εκκλησία της Βοσνίας, αν και ακολουθούσε το σλάβικο μυστηριακό τυπικό βρίσκονταν στην δικαιοδοσία του πάπα. Από την Historia Salonitarum[ii] του Θωμά, αρχιδιάκονου στο Σπαλάτο (Σπλιτ), και την αλληλογραφία του πάπα Ιννοκέντιου ΙΙΙ, γίνεται γνωστό ότι οι Βογομίλοι διώχθηκαν στην περιοχή από τον Βερνάρδο του Σπαλάτο, και βρήκαν προστασία στον Ban Kulin. Κατόπιν συνεννοήσεως του πάπα με τον βασιλιά των Ούγγρων , και τις πιέσεις που ασκήθηκαν από τον δεύτερο στον Ban Kulin, έγινε μια συνάντηση με τον παπικό λεγάτο Ιωάννη της Κασαμάρης. Αποτέλεσμα της συνάντησης ήταν οι Βογομιλικές κοινότητες της Βοσνίας να υπαχθούν στην παπική "εκκλησία".

Στην Βουλγαρία, η πολιτική του Ιβάν Α΄δεν ακολουθήθηκε από τον διάδοχό του (1207-1218). Παπικός λεγάτος σταλμένος ήδη από το 1206[iii], τον έπεισε να ξεκινήσει διώξεις εναντίον των Βογομίλων. Ως κατάληξη είχε την σύγκληση Συνόδου της Βουλγαρικής Εκκλησίας το 1211 στο Τύρνοβο, όπου αναθεματίστηκαν οι Βογομίλοι και ο αρχηγός τους Πέτρος ο Καππαδόκης. Ο Πέτρος ήταν ο Βογομίλος επίσκοπος Σαρδικής[iv]. Η Σύνοδος εξέδωσε Συνοδικό (διακρίνεται από το Συνοδικό της Ορθοδοξίας ως του Τσάρου Βορίλα) με αναθέματα κατά των αιρεσιαρχών και των κακοδοξιών. Όπως απέδειξε ο Guillard, το Συνοδικό του Τσάρου Βορίλα[v]  δανείζεται τα αναθέματα, τα οποία περιέχονται στην Επιστολή του πατριάρη Κοσμά Α’, που αναφέρθηκε παραπάνω, με διαφορετική σειρά[vi].

Η Σύνοδος αποφάσισε την προσωποκράτηση των Βογομίλων. Οι κρατούμενοι θα έπρεπε να μετανοήσουν και να επιστρέψουν στην Ορθοδοξία ειδάλλως θα φυλακίζονταν[vii]. Από τις ανακρίσεις που περιγράφονται, φαίνεται ότι ο τσάρος Βορίλας αντέγραψε τον Αλέξιο Κομνηνό. Πολλοί μετεστράφησαν στην Ορθοδοξία. Ωστόσο, ισχυρός πυρήνας Βογομίλων παρέμεινε αμετανήτος και λίγα χρόνια μετά βοήθησαν τον σφετεριστή Ιωάννη Ασάν Β’ (1218-1245), να τον ανατρέψει και ν’ αναλάβει την εξουσία[viii].

Ο νέος τσάρος φάνηκε ανεκτικός απέναντί τους. Ο πάπας Γρηγόριος ΙΧ (1227-47) παραπονέθηκε στον βασιλιά της Ουγγαρίας Μπέλα IV (1235-1270) , ότι ο Ιωάννης Ασάν προστάτευε τους αιρετικούς στην επικράτειά του[ix]. Τα κίνητρα του πάπα δεν ήταν αγνά. Ο Ιωάννης Ασάν είχε διακόψει τις σχέσεις του μαζί του και είχε στρέψει την θρησκευτική πολιτική του στην φυσική πηγή της, το Ορθόδοξο πατριαρχείο, που την εποχή εκείνη βρισκόταν στην Νίκαια. Ταυτόχρονα, πίεζε στρατιωτικά μαζί με τους Έλληνες τον Βαλδουίνο στην Κωνσταντινούπολη. Ο πάπας κήρυξε σταυροφορία εναντίον των Βουλγάρων το 1238 και όρισε αρχηγό της τον βασιλιά των Ούγγρων. Η μογγολική εισβολή στην Ουγγαρία το 1241-2 ανέτρεψε τα σχέδιά του.


β. Ο αντιαιρετικός αγώνας της Νίκαιας

Την ίδια εποχή στην Νίκαια ο πατριάρχης Γερμανός Β’ (1222-1240) έδινε πολυμέτωπο αγώνα. Με επιστολές και ομιλίες εμψύχωνε τους υπόδουλους στους Φράγκους να υπομένουν τις διώξεις των Λατίνων και να κρατούν την ορθόδοξη πίστη τους, τους Κανόνες, την Παράδοση και τα εκκλησιαστικά έθιμα [x].

«Καί θέλομεν ὑμῖν, τοῖς καλοῖς τέκνοις, καί προσελθεῖν καί προσεγγίσαι καί παρακαλέσαι τάς κατωδύνους ὑμῶν ψυχάς καί θρέψαι βρώματι λογικῷ, ἀλλά με τό προφανές τοῦ κινδύνου ἱστᾷ. Θέλω τηγανιζομένοις ἡμῖν τῇ φλογί τῶν συμφορῶν καί τῶν μακρῶν περιστάσεων προσελθεῖν καί δακτύλῳ, πνευματικῷ φημι χαρίσματι τῆς διδασκαλίας, ἐκτακείσας δροσίσαι ὑμῶν τάς καρδίας. Ἀλλά μέγα χάσμα ἐστήρικται μεταξύ ἡμῶν καί ὑμῶν[xi]».

Ταυτόχρονα, δεν παρέλειπε να στιγματίζει τις κακοδοξίες των Βογομίλων[xii].


γ. Ο άγιος Θεοδόσιος Τυρνόβου

Για αρκετές δεκαετίες οι Βογομίλοι εξαφανίστηκαν από τις πηγές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η αίρεση εξέλειπε. Θεωρείται περίοδος παρακμής του Βογομιλισμού, μέχρι την εξάλειψή του από τους Οθωμανούς. Εμφανίζονται ξανά στο βίο του αγίου Θεοδοσίου Τυρνόβου. Ο άγιος Θεοδόσιος έζησε στα τέλη του ΙΓ’ και αρχές του ΙΔ’ αι. Ήταν μαθητής του οσίου Γρηγορίου του Σιναΐτη. Σε ώριμη ηλικία ίδρυσε μοναστήρι κοντά στο Τύρνοβο, στην Βουλγαρία, υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της επιστασίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, την οποία ο Θεοδόσιος Βουλγαρίας προσπαθούσε να απεμπολίσει. Κοιμήθηκε το 1363 κατά την διάρκεια επίσκεψής του στην Κωνσταντινούπολη.

Τον Βίο του συνέγραψε ο πατριάρχης Κάλλιστος Α’ (1350-1353 & 1355-1363). Υπήρξε επίσης μαθητής του οσίου Γρηγορίου του Σιναΐτη, και ασκήθηκε για πολλά χρόνια στο Άγιο Όρος. Εκεί διετέλεσε μέλος επιτροπής κατά των Βογομίλων, οι οποίοι από την δεκαετία του  ‘20 προσπαθούσαν να διεισδύσουν στον Άθω. Ο Βίος του αγίου Θεοδοσίου δεν σώζεται στην ελληνική, αλλά μόνο σε παλαιοσλαβονική μετάφραση του ΙΕ’ αι[xiii].

Σύμφωνα με τον Βίο η αίρεση διαδόθηκε μεταξύ των μοναχών του Αγίου Όρους από μια καλόγρια την Ειρήνη. Αυτή ζούσε στην Θεσσαλονίκη και εμφάνιζε ευσεβή ζωή. Στην πραγματικότητα κατηχούσε όσους την επισκέπτονταν στην δυσέβειά της. Οι Βογομίλοι μοναχοί περιφέρονταν ως ζητιάνοι στην περιοχή του Άθωνα, απαιτώντας ελεημοσύνες από τα μοναστήρια. Αν κάποιο μοναστήρι αρνούνταν να τους ελεήσει, κατέστρεφαν τις ελιές και τα αμπέλια του. Αυτό συνεχίστηκε για μια τριετία, μέχρι που η κοινότητα του Αγίου Όρους συνήλθε σε σύνοδο, τους αναθεμάτισε και τους έδιωξε. Η Ιερά Κοινότης όρισε τότε υπεύθυνο του αντιβογομιλικού αγώνα τον μετέπειτα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Κάλλιστο Α’. Πολλοί από αυτούς κατέφυγαν στην Θεσσαλονίκη και την Βέροια κατά τον Νικηφόρο Γρηγορά[xiv].

Δύο από εκδιωχθέντες κατέφυγαν στο Τύρνοβο της Βουλγαρίας, ο Λάζαρος και ο Κύριλλος, ο επονομαζόμενος γυμνόπους. Ο Λάζαρος έγινε Αδαμίτης και εφάρμοζε γυμνισμό. Οργάνωνε συναθροίσεις σε σπίτια και βεβήλωνε τις άγιες εικόνες και τον Τίμιο Σταυρό. Δίδασκε ότι τα όνειρα είναι θεϊκές αποκαλύψεις και ενθάρυνε τους ακόλουθούς του να χωρίζουν και να επιδίδονται σε ασχήμιες. Ο δεύτερος, ο Κύριλλος αναφέρεται στον αντι-βογομιλικό τόμο του Αγίου Όρους.

Το 1350 έγινε σύνοδος στο Τύρνοβο κι εκεί καταδικάστηκαν οι βογομιλικές δοξασίες, ο Λάζαρος, ο Κύριλλος και ο μαθητής του Στέφανος. Ο Λάζαρος μετανόησε κι επέστρεψε στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Οι άλλοι δύο έμειναν μετανόητοι και στιγματίστηκαν με πυρωμένο σίδηρο, κατά διαταγή του τσάρου Ιωάννη Αλεξάνδρου (1331-1371)[xv].
Λίγο νωρίτερα ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, μεταβαίνοντας στο Άγιο Όρος, μετά την εκδημία του πατέρα του, στάθμευσε στο Παπίκιο όρος στη Θράκη. Εκεί συνάντησε Μασσαλιανούς μοναχούς, ονομασία συνηθισμένη για τους Βογομίλους. Κατά την διήγηση του αγίου Φιλόθεου Κόκκινου:

«Καί οἱ πρός τῷ γειτνιάζοντι σκηνοῦντες αὐτοῖς ὅρει τά Μαρκιανιστῶν ἤ Μασαλιανῶν ἄνωθεν ἐκ προγόνων νοσοῦντες τῆς Γρηγορίου θαυμαστῆς δηλαδή γλώττης οὐκ ἀγενές γεγόνασι τρόπαιον˙ ὡς γάρ ἥσθοντο κἀκεῖνοι τοῦ ἀνδρός ἐκεῖ παρά τῷ ὅρει καί ταῖς μοναστῶν σκηναῖς γεγονότος, πρῶτα μέν κατά δύο καί τρεῖς ἀπήεσαν πρός ἐκεῖνον, ὁμιλίας χάριν καί διαπείρας˙ ὡς δέ ἔγνωσαν μηδ’ ἵκταρ τό τοῦ λόγου πρός αὐτόν βάλλειν δεδυνημένοι, πρός ἑαυτούς ὑπεχώρουν αὖθις, ἀδυναμίαν μέν ἑαυτοῖς διαλέξεώς τε καί τοῦ σώζοντος λόγου, τοῖς δέ σφῶν αὐτῶν διδασκάλοις τήν διαλεκτικήν δύναμιν καί τό κράτος τῶν περί Θεοῦ λόγων, καί τήν δογματικήν ακρίβειαν ὑπ’ ἀπορίας προσμαρτυρούντες, καί ὡς οὐδ’ ἄν, φησί, δυνηθείης εἰς ὅψιν τε καί λόγους αὐτός ποτ’ ἐκείνοις οὐδέ πρός ὀλίγον ἐλθεῖν. Ἀλλ’ ὁ Γρηγόριος Πνεύματος γεγονώς πλήρης, καί τόν περί Θεοῦ συκοφαντούμενον ζηλοτυπήσας κάλλιστα λόγον, οὐδέ τήν φέρουσαν πρός ἐκείνους ἀπείπεν, ἀλλώ τῶν ἀδελφῶν μεθ’ ἑαυτοῦ λαβών τόν ἕτερον μόνον, σπουδῇ πρός ἐκείνους ἀνήει. Οἶα μέν οὖν καί ὅσα τοῖς ἐξάρχεις τε καί καθηγηταῖς τῆς αἱρέσεως, εἰς διάλογον καταστάς, καί συμμίξας Πνεύματι διείλεκται θείῳ, καί ὡς τά παρ’ ἐκείνων προβλήματα καί ζητήματα δίκην ἀραχνίων ἀμογητί διαλύων ὁμοῦ πάντα, πρός πᾶν τοὐναντίον τά τοῦ ἀγῶνος αὐτοῖς περιέτρεψε, μηδέν ὑγιές μήτ’ αὐτούς μηδοπωσοῦν λέγοντας ἀποδείξας, καί μάτην κατά τῆς Ἐκκλησίας τά μή ὄντα παραληροῦντάς τε καί συμπλάττοντας, λέγειν ἐφεξῆς οὐ τοῦ παρόντος ἄν εἴη καιροῦ καί τοῦ λόγου, μείζονος ἰστορίας ἔργον γε ὄντα[xvi].»

Η θεόπνευστη σοφία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά αποδείχθηκε ακαταγώνιστη. Στην προβαλλόμενη επιχειρηματολογία των Βογομίλων, απαντούσε με αγιογραφικά χωρία, δείχνοντας τις φλυαρίες τους αστοιχείωτες. Όταν αυτοί κατάλαβαν ότι δεν μπορούν ν’ αντιπαρατεθούν μαζί του, προσπάθησαν να τον δηλητηριάσουν, υποτυπώνοντας την επικίνδυνη επίδραση της αίρεσης. Το σχέδιό τους απέτυχε. Και σαν να μην έφτανε η αποτυχία της δολοπλοκίας, πείσθηκαν και οι ίδιοι για την ματαιολογίας τους και επέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου μετανόησαν, εξομολογήθηκαν και εντάχθηκαν στην Εκκλησία.

Στο δεύτερο μισό του ΙΔ’ (1365-70) οι βόρειες επαρχίες της Βουλγαρίας κατακτήθηκαν από τους Ούγρους. Μέσω αυτών επιχειρήθηκε η υπαγωγή τους στον Παπισμό. Για τον σκοπό αυτό στάλθηκαν Φραγκισκανοί μοναχοί στην περιοχή, οι οποίοι ανέφεραν την ύπαρξη αμέτρητων Παταρηνών[xvii]. Αυτή είναι και η τελευταία αναφορά σε Βογομίλους στην Βουλγαρία. Ως το 1393 η χώρα κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς και οι αιρετικοί εξαφανίστηκαν, χωρίς ν’ αφήσουν ίχνη. Πιθανολογείται ότι εξισλαμίστηκαν.


δ. Η βογομιλική Εκκλησία της Βοσνίας

Την ίδια εποχή (1391) πέθανε ο βασιλιάς της Βοσνίας Στέφανος Tvrtko, έχοντας οδηγήσει το βασίλειό του σε μέρες ακμής. Επί των ημερών του η βογομιλική εκκλησία της Βοσνίας γνώρισε την μεγαλύτερη άνθησή της. Όντας ανάμεσα στους Ορθόδοξους Σέρβους και τους Παπικούς Ούγγρους, ο Στέφανος επέλεξε να κάνει την βογομιλική, επίσημη Εκκλησία του κράτους του. Εις μάτην ο πάπας Ιννικέντιος Δ’ έδωσε εντολή στον παπικό επίσκοπο Βοσνίας να ζητήσει κυβερνητική βοήθεια για την εξάλειψη της αίρεσης[xviii]. Εις μάτην ο πάπας Ουρβάνος Ε’ αφόρισε προκαταβολικά όσους θα έδιναν φιλοξενία στους αιρετικούς[xix]. Εις μάτην ο βασιλιάς της Ουγγαρίας Λουδοβίκος ανάγκασε τον Tvrtko να υποσχεθεί ότι θα εκδιώξει τους Παταρηνούς[xx]. Η εκκλησία της Βοσνίας παρέμεινε βογομιλική για πολιτικούς λόγους.

Αλλά με τον θάνατο του Tvrtko η χώρα περιήλθε σε κατάσταση δυναστικού ανταγωνισμού, με τους Τούρκους προ των πυλών, ήδη από την μάχη του Κόσσοβο το 1389. Στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα η Βοσνία έγινε ουγγρική επαρχία. Ο Ούγγρος Σιγισμούνδος, όρισε τον γιο του προηγούμενου βασιλιά, Tvrtko Β’, ως ηγεμόνα της χώρας. Ο τελευταίος δεν κατάφερε να κρατηθεί στη θέση του και ανατράπηκε από τον υποτελή στους Τούρκους ηγεμόνα της Ερζεγοβίνης, Στέφανο Οστόγια. Τόσο ο ίδιος, όσο και ο γιος του Οστόγιτς παρείχαν πλήρη υποστήριξη και κάλυψη στον Βογομιλισμό. Υπολογίζεται ότι ολόκληρη η Ερζεγοβίνη, όπως και η σημαντική λόγω ύπαρξης μεταλλείων αργύρου, επαρχία της Σρεμπρένιτσα, είχαν αμιγείς βογομιλικούς πληθυσμούς.

Παρά την ανάκτηση της Βοσνίας από τον Tvrtko Β’, δεν έγιναν ιδιαίτερες προσπάθειες για την αντιμετώπιση των Βογομίλων. Η παπική Ουγγαρία είχε στρέψει το ενδιαφέρον της στην αντιμετώπιση των αιρετικών Χουσσίτων. Το 1432 ο πάπας Ευγένιος ο Δ’ έστειλε έναν Φραγκισκανό μοναχό, τον Ιάκωβο της Μπρέσκια, για ν’ ανασυντάξει την οργάνωση των Φραγκισκανών στην Βοσνία. Του παραχωρήθηκε πλήρη εξουσιοδότηση και ο τίτλος του Ιεροεξεταστή[xxi]. Αυτός εργάστηκε επί τετραετία, αλλά η αυστηρότητά του τον έκανε μισητό ακόμη και από την ίδια την αδελφότητά του. Ο Μέγας Μάγιστρος των Φραγκισκανών αναγκάστηκε να του στείλει επιστολή από την Τουλούζη, και να του συστήσει να είναι λιγότερο αυστηρός με τους αδελφούς[xxii]. Ο ζήλος του προσέκρουσε στην απάθεια του βασιλιά Tvrtko και αναγκάστηκε να παραιτηθεί. Στην πραγματικότητα ο βασιλιάς δεν είχε και πολλές δυνατότητες για να ελέγξει την αίρεση.

Στην Βοσνία είχε πια δημιουργηθεί βογομιλική αριστοκρατία, η οποία, όπως φαίνεται ήλεγχε τις πολιτικές εξελίξεις. Γνωστοί Βογομίλοι αριστοκράτες ήταν ο  Σανδάλ Χράνιτς και ο Βοεβόδας Ράντοσαβ Παύλοβιτς. Το 1443 ο Tvrtko εκτελέστηκε και στην θέση του τοποθετήθηκε ο Βογομίλος Στέφανος Θωμάς, γιος του Στέφανου Όστογιτς. Την επόμενη χρονιά ο Στέφανος Θωμάς, έχοντας λάβει υποσχέσεις από τον πάπα για βοήθεια κατά των Τούρκων, αποκήρυξε την αίρεση και έγινε Παπικός. Χώρισε την Βογομίλα σύζυγό του και παντρεύτηκε την ευγενικής καταγωγής Αικατερίνη, κόρη του Δούκα του Αγ. Σάββα, η οποία επίσης από Βογομίλα έγινε Παπική[xxiii]. Οι κινήσεις αυτές ήταν διπλωματικές. Το βασιλικό ζεύγος δεν σκόπευε να προχωρήσει σε διώξεις των Βογομίλων και επιβολή του Παπισμού στην χώρα. Το 1446 ο πάπας, δια του Ούγγρου Ιωάννη Ουνιάδη προσπάθησε ν’  ασκήσει πίεση στον Στέφανο Θωμά, ώστε να ασχοληθεί πιο ενεργά με το θέμα της αίρεσης. Μόλις το 1450 ο Στέφανος Θωμάς, υπό την προτροπή του παπικού νούντσιο απαγόρευσε την τέλεση των βογομιλικών μυστηρίων[xxiv]. Η κίνηση αυτή δίχασε την χώρα. Οι Βογομίλοι στράφηκαν στους Οθωμανούς για βοήθεια. Από την πλευρά του ο πάπας υπόσχονταν σταυροφορίες, οι οποίες δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ.

Το 1461 ο Στέφανος Θωμάς δολοφονήθηκε από τον γιο του Στέφανο Τομάσεβιτς. Το 1463 ο Μωάμεθ ο Πορθητής εισέβαλε στην Βοσνία. Το κλειδί για την κατάκτησή της ήταν το φρούριο Μπόμποβατς. Φρούραρχος ήταν κάποιος Ράντακ, ο οποίος είχε αποκηρύξει με την βία τον Βογομιλισμό και είχε γίνει Παπικός. Αυτός δεν έχασε την ευκαιρία. Παρέδωσε το φρούριο στον Μωάμεθ, κάνοντας την υποταγή της Βοσνίας στους Οθωμανούς, θέμα ημερών. Η Ερζεγοβίνη από την πλευρά της όντας περιτειχισμένη από ορεινούς όγκους παρέμεινε ανεξάρτητη για μια εικοσαετία. Μόνο η Ζέτα ή Μοντενέγκρο δεν υπέκυψε στους Τούρκους.

Οι Βογομίλοι αγαλλίασαν με την πτώση των Βαλκανίων στα χέρια των Τούρκων. Δεν γνώριζαν ότι αυτή θα ήταν και η καταστροφή τους. Με διαταγή του Σουλτάνου, μόνο όσοι εξισλαμίζονταν μπορούσαν να κρατήσουν τις περιουσίες και τους τίτλους τους. Οι Βογομίλοι αριστοκράτες της Βοσνίας, απηυδησμένοι από την συμπεριφορά των παπικών απέναντί τους, προτίμησαν τον εξισλαμισμό. Οι απλοί αιρετικοί ακολούθησαν το παράδειγμα των πρώην κυρίων τους.


ε. Τα τελευταία χρόνια

Στην ελληνική επικράτεια, σε ότι απέμεινε από αυτήν, η τελευταία αναφορά στους Βογομίλους γίνεται μέσα από το εργο του Συμεών Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (1411-1429) «Διάλογος κατά πασών των αιρέσεων» . Στο έργο του κατατάσει τους Βογομίλους μεταξύ των γνωστικών, Σίμωνος του Μάγου και Μάνεντος, ως διαδόχων του δευτέρου. Στο κεφ. ΙΑ’ , Κατά Σίμωνος του μάγου, και Μάνεντος, και κατά των δυσσεβών Βογομύλων, ήτοι Κουδουγέρων, γράφει:

«Καί πλείστοι ἄλλοι τοῖς ἀληθείας ἐχθροί, οἴτινες καί ἀθέως δύο ἀρχάς ἐδογμάτιζον. Ἐξ ὧν καί νῦν εἰσιν οἱ Βογομύλοι, ἀνθρώπια δυσσεβῆ, οἱ καί Κουδούγεροι καλούμενοι. Διό καί ὑμᾶς περί αὐτῶν ἀνάγκη μαθεῖν, ὡς καί πλησίων ὅντων τῇ κατοικίᾳ[xxv].»

Για την ερμηνεία του όρου «Κουδούγεροι» έχουν γίνει κάποιες προτάσεις. Ο Steven Runciman θεωρεί ότι ο Αρχιεπίσκοπος Συμεών τους ονομάζει έτσι από το όνομα κάποιου υποτιθέμενου χωριού, το οποίο θα πρέπει να ήταν το κέντρο τους[xxvi]. Ο D. Obolensky αντιδρά σε αυτήν την ερμηνεία διότι ο Runciman υπονοεί ότι οι Βογομίλοι είχαν εξαλειφθεί από τα Βαλκάνια και είχαν περιοριστεί σε μια μικρή κοινότητα, οπότε θεωρεί την υπόθεση μειωτική και συνάμα προσβλητική κάποιου εθνικιστικού συναισθήματος – προφανώς όχι θρησκευτικού. Για να την ακυρώσει  προχωρά σε μια άλλη, σύμφωνα με την οποία η λέξη έχει κοινή ρίζα με δυο χωριά της Μακεδονίας[xxvii], κάτι που κατά τον ίδιο σημαίνει ότι η αίρεση ακόμη έθαλε, μαζί με την εθνική συνείδηση των Βογομίλων. Με την σειρά του ο Milan Loos ερμηνεύει την λέξη ως παραφθορά της λέξεως «καλογέροι» και την αντιστοιχεί στην λέξη “Bonshommes” των Καθαρών.

Και οι τρεις σφάλλουν διότι αγνοούν την καταγραφή του Λαόνικου Χαλκοκονδύλη στην «Απόδειξις Ιστοριών»:

«Τούτου δέ τῆς χώρας ἔχεται ἡ τοῦ Στεφάνου τοῦ Σανδάλεω χώρα, Ἰλλυριών τό γένος, καθήκουσα ἐπί θάλασσαν ἐς τό Ἰόνιον παρά […] καλουμένη. τό μέν δη γένος τοῦτο Ἰλλυρικόν ὄν ἀπό παλαιοῦ διέσχισται ἀπό τοῦ λοιποῦ τῶν Ἰλλυριῶν γένους˙ ἤθεσι μέν γάρ καί διαίτῃ τῇ αὐτῇ διαχρῶνται, νόμοις δέ οὐ τοῖς αὐτοῖς.Κουδούγεροι δ’ όνομάζονται σύμπαντες οἱ ἐς την Σανδαλέω χώραν τελοῦντες[xxviii].»

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Λαόνικο Χαλκοκονδύλη, Κουδούγεροι είναι οι Βόσνιοι. Ο Στέφανος Σανδάλ είναι ο Στέφανος Οστόγια, τον οποίο αναφέραμε παραπάνω και ο Χαλκοκονδύλης ιστορεί την υποχρέωσή του να καταβάλει φόρο υποτέλειας στον σουλτάνο. Συνεπώς, οι Κουδούγεροι που αναφέρει ο Συμεών Θεσσαλονίκης, ήταν οι Βογομίλοι της Βοσνίας, και ούτε ήταν περιορισμένοι σε κάποιο χωριό της περιοχής, όπως πιστέυει ο Runciman -  εξάλλου τα χωριά πέριξ της Θεσσαλονίκης είχαν πέσει στα χέρια των Οθωμανών την εποχή αυτή -, ούτε εκτείνονταν από την Μακεδονία μέχρι τα βόρεια σύνορα των Σκοπίων, όπως πιστεύει ο Obolensky, αλλά ως αποτέλεσμα της τουρκικής επεκτατικότητας είχαν απομείνει μόνο στην Βοσνία-Ερζεγοβίνη, όπως δείξαμε παραπάνω. Σε αυτό συμφωνεί και ο Γεννάδιος Β’ Σχολάριος, πρώτος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως μετά την άλωση. Σε μια επιστολή, την οποία έστειλε στον μοναχό Μάξιμο και τους συνασκουμένους του στο όρος Σινά έγραψε:

«Περί τοῦ ἐπισκόπου τοῦ ἀπό Πόσνας, ἔστιν ὀρθόδοξος˙ Σέρβος γάρ˙ καί ὥσπερ ἐποίησαν διδάσκαλοι τινες λατῖνοι, ὅτε ἀπῆλθον εἰς τό ἄλλο μέρος τῆς Πόσνας, καί ἐποίησαν ἐκεῖ πολλούς ἀπό Κουδουγέρων εἰς τήν ὑποταγήν τῆς Ῥωμαϊκῆς Ἐκκλησίας, οὕτω καί αὐτός ἐφιλοτιμήσατο ἵνα τόν αὐθέντην χερτζέκαν ἐν ἄλλῳ μέρει τῆς Πόσνας καί ὅσους δυνηθῇ ἐκεῖ ποιῆσῃ χριστιανούς εἰς τήν Ἐκκλησίαν ἡμῶν. Εἰθε να ἐποίουν τοῦτο καί τῶν ἡμετέρων τινές˙ ἀλλά ποῦ ζῆλος τοιοῦτος; Ποιεῖ οὖν ἐκεῖ, ὡς μανθάνομεν, καί πολλήν ὠφέλειαν[xxix].»

Στις λίγες αυτές γραμμές ο Γεννάδιος Σχολάριος επιβεβαιώνει τα όσα ειπώθηκαν παραπάνω για τις προσπάθειες των παπικών να μετεστρέψουν τους Βογομίλους στον Παπισμό. Συμπληρώνει ότι ανάλογη προσπάθεια έγινε και από τον ορθόδοξο επίσκοπο της Βοσνίας, ο οποίος ήταν Σέρβος στην καταγωγή. Το «ποιεί εκεί πολλήν ωφέλειαν» σημαίνει ότι η ορθόδοξη ιεραποστολή ήταν επιτυχής, οπότε δεν έγιναν όλοι οι Βογομίλοι Μωαμεθανοί.Μερικοί από αυτούς έγιναν Ορθόδοξοι. Η επιστολή τοποθετείται από τους εκδότες μεταξύ των ετών 1454-1456, εποχή κατά την οποία η Βοσνία-Ερζεγοβίνη ήταν ακόμη ελεύθερη. Τότε βασιλιάς της Βοσνίας ήταν ο Στέφανος Θωμάς, ο «αυθέντης χερτζέκας» της επιστολής. Γι’ αυτόν γράφει ο Γεννάδιος Σχολάριος:

«ὁ δέ αὐθέντης ἐκεῖνος φανερῶς μέν οὐδέν χωρίζεται τελείως τῶν Κουδουγέρων διά τόν περί τῆς ἀρχῆς φόβον καί οἰκονομίᾳ χρώμενος, ἵνα διά τοῦ τοιούτου συγκαλύμματος ἑλκύσῃ τούς ἄλλους τῇ συνεργείᾳ τοῦ ἐπισκόπου˙ ἔστι δέ τῇ διαθέσει χριστιανός ἀπό ὀλίγου καιροῦ˙ διά τοῦτο καί πέμπει εἰς τούς χριστιανούς ἐλεημοσύνας˙ εἰ δέ μή ἦν χριστιανός, οὐκ ἔμελλε ῥίπτειν ματαίως τά χρήματα αὐτοῦ.»

Τον αποκαλεί «χερτζέκα» από την γερμανική ονομασία της περιοχής στα νότια της Βοσνίας, της Χουμ ή Ζαχλουμίας, που στα Γερμανικά καλούνταν Herzegovina, ονομασία η οποία επικράτησε σήμερα[xxx]. Κατόπιν τούτων το «πλησίων όντων» του Συμεών Θεσσαλονίκης πρέπει να εκλαμβάνεται σχετικά.

Στο σημείο αυτό τελειώνει και το ιστορικό μέρος της εξέτασης του Βογομιλισμού.


gnwstikismos 89
Θηλυκός προσνατολισμός (σελήνη) της σβάστικα
σε Βογομιλικό τάφο στο Rajac της Σερβίας


[i] Νικήτα Χωνιάτη, Ιστορία ΙΙ.3, ed. I. Bekker, CSHB 35 (1835), 527.10-21.

[ii] Thomae Spalatensis, Historia salonitarum pontificum atque spalatensium a S. Domnio usque ad Rogerium §30, ed. F. Racki, Monumenta spectantia Historiam Slavorum meridionalium 26, Zagreb 1894, pp. 79-80.

[iii] Albericus Trium Fontium, Chronicon, Monumenta Germaniae Historiae SS XXIII p.886. Παρόλο που η αποστολή ήταν μυστική, γίνεται δεκτό εκ της αλλαγής της βουλγαρικής πολιτικής έναντι των Βογομίλων και εκ της συμπτώσεως της αλλαγής με τον Αλβιγηνικό Πόλεμο, ότι αφορούσε τους Βογομίλους.

[iv] D. Obolensky, The Bogomils, p. 240.

[v] Κείμενο: Sinodik carja Borila, ed. M. Popruzhenko, Sofia 1928, γαλλικήμετάφραση H. C. Puech – A. Vaillant, Le traité contre les Bogomiles de Cosmas le Prêtre, Travaux pubiliés par l’ Institut d’  Études Slaves, Paris 1945,  pp. 343-6.

[vi] J. Gouillard, Un Source greque du synodik de Boril, Travaux et Memoires 4 (1970), pp. 361-374.

[vii] D. Obolensky, The Bogomils, p.236. & S. Runciman, The Medieval Manichee, p. 95.

[viii] S. Runciman, ο.π.

[ix] A. Theiner, Vetera monumenta historica Hungariam sacram illustrantia, Romae 1859, t. 1 p. 160: «Perfidus… Assanus… receptat in terra sua hereticos et defensat, quibus tota terra ipsa infecta dicitur et replete».

[x] «Γερμανοῦ τοῦ ἁγιωτάτου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ἐπιστολή σταλεῖσα ἐν τῇ νήσῳ Κύπρῳ παράτε αὐτοῦ καί τῆς ἱερᾶς συνόδου, ἀρχιερατεύοντος ἐν τῇ αὐτῇν ήσῳ τοῦ κυροῦ Νεοφύτου, καί ἀναγκαζομένου παρά Λατίνων ὑποταγῆν αι αὐτῆς» , PG 140.601 κ.ε. &Κ. Σαθά, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, Βενετία 1873, τ.Β’ σσ. 5-14.

«Τοῦ αὐτοῦ ἁγιωτάτου κυροῦ Γερμανοῦ ἐπιστολή δευτέρα προς Κυπρίους», PG 140.613 κ.ε & Κ. Σαθά, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τ. Β’ σσ. 14-19.

Επιστολή στην Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Πέτρας στην Κωνσταντινούπολη, εκδ. G. Gill, An unpublished letter of Germanus, Patriarch of Constantinople (1222-1240), εν Byzantion 44 (1974), pp. 138-151.

[xi] «Τοῦ αὐτοῦ ἐπιστολή μετά τήν χειροτονία, ἡνίκα καί ἄκοντι εἰς τόν θρόνον πρός τόν ἐν Κωνσταντινοπόλει λαόν», εκδ. Σπ. Λαγοπάτη, Τρίπολη 1913,  σελ. 351.

[xii] «Εἰς τήν ὕψωσιν του τιμίου Σατυροῦ καί κατά Βογομίλων», PG 140.621 κ.ε.

«Εἰς τήν πρώτην Κυριακήν τῶν νηστειῶν καί εἰς τήν τῶν ἁγίων καί σεπτῶν εἰκόνων ἀναστήλωσιν», PG 140.660 κ.ε.

«Ὁμιλία τρίτη περί τῆς ἐκκλησιαστικῆς εὐταξίας καί κατά Βογομίλων», εκδ. Σπ. Λαγοπάτη, σελ. 231 κ.ε.

[xiii] Ed. V. I. Zlatarski, Sbornik za narodni umotvorenija nauka I knizhnina 20, Sofia 1904, pp. 1-44. Αγγλική μετάφραση Y. Stoyanov, The hidden tradition in Europe, London 1994.

[xiv] Νικ. Γρηγορά, Ρωμαϊκή Ιστορία XIV.7, ed. L. Schopen, CSHB 26 (1830), II 719.23: «οἵ δη καί πρός πόλεις μετεῤῥηυήκεσαν Θεσσαλονίκην καί Βέῤῥοιαν, καί ἥ κατά πασῶν καί ἅπαν ἔσχε τό κράτος».

[xv] Y. Stoyanov, ο.π. σελ. 458.

[xvi]Φιλόθεου, Λόγος εγκωμιαστικός εις τον εν αγίοις πατέρα ημών Γρηγόριον Αρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης τον Παλαμάν κεφ. 3.2-4 , PG 151.562D-563B.

«Έπειτα καί οι κατοικούντες στο γειτονικό τους βουνό μοναχοί, που εξ αρχής από τους απογόνους των είχαν τήν ασθένειαν των Μαρκιανιστών καί Μασσαλιανών, έγιναν σπουδαίο τρόπαιο της γλώσσα του Γρηγορίου.
Πραγματικά, μόλις αντιλήφθηκαν κι εκείνοι την παρουσία του ανδρός στο όρος και στη σκήτη των μοναστών, αρχικά επήγαιναν σ’ αυτόν ανά σύο ή τρεις για συζήτησι καί αναγνώρισι. Όταν όμως εκατάλαβαν ότι δεν μπορούσαν ούτε καν να τον πλησιάσουν, υποχωρούσαν πάλι στα καταλύματά τους, αποδίδοντας από αμηχανία στους εαυτούς των μεν αδυναμία στην διαλεκτική και τον σωτηριώδη λόγο, στους διδασκάλους των δε διαλεκτική δύναμι, κατοχή της θεολογίας και δογματική ακρίβεια˙  προς αυτούς, λέγει, δεν μπορείς εσύ ούτε για λίγο ν’ ατενίσης ή να συζητησης. Αλλά ο Γρηγόριος, γεμάτος Πνεύμα και ζήλο ένθεο για τον συκοφαντημένο λόγο περί του Θεού, δεν εδίστασε ν’ αναλάβη τον δρόμο που οδηγεί ρπος εκείνους, αλλ’ ανέβηκε βιαστικά προς αυτούς παίρνοντας μαζί του ένα μόνο από τους αδελφούς του.
Εκεί λοιπόν ήλθε σ’ έπαφη και διάλογο με τους προϊσταμένους και καθηγητάς της αιρέσεως, και με την φώτησι του θείου Πνέυματος ανέπτυξε αξιόλογες απόψεις˙ λύοντας ανέτως σαν ιστούς αράχνης όλα τα τιθέμενα από εκείνους ζητήματα, μετέστρεψε εντελώς σε βάρος τους τον αγώνα, διότι απέδειξε ότι αυτοί δεν λέγουν απολύτως τίποτε ορθό και ότι ματαίως παραληρούν και κατασκευάζουν ανύπαρκτα πράγματα κατά της εκκλησίας. Αλλά δεν είναι του παρόντος καιρού και λόγου να διηγηθώ με τη σειρά αυτά τα πράγματα, διότι είναι έργο μεγαλυτέρας ιστορίας.» (Μετ. Π. Χρηστου, ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 1984, σελ. 67-9).

[xvii] M. Loos, Dualist Heresy in the Middle Ages, p. 334.

[xviii] Επιστολή 327 (1360), Monumenta Slavica Meridionalium, ed. Theiner, vol. 1 p. 240.

[xix] Επιστολή 366 (1369), Monumenta Slavica Meridionalium, ed. THeiner, vol. 1 p. 265.

[xx] Acta Bosnae, no CLXXXIV, p.3.

[xxi] Steven Runciman, The Medieval Manichee, p. 112.

[xxii] Acta Bosnae, no DCCLXIX, p.168.

[xxiii] Monumenta Slavorum Meridionalium, ed. Theiner,  vol. 1 p. 388.

[xxiv] Monumenta Hungarica, ed. Theiner, vol. II pp. 255-6.

[xxv] PG 155,65D.

[xxvi] St. Runciman, The Medieval Manichee, p. 97. Βλ. σημ. 22.

[xxvii] Τα δύο χωριά που αναφέρει είναι το Kotugertsi στα σημερινά Σκόπια, και το Kotugeri στα Βοδενά. The Bogomils, p.97.

[xxviii] Λαόνικου Χαλκοκονδύλη, Απόδειξις Ιστοριών V, ed. B. G. Niebhur, CSHB 10 (1843), 248-9.

[xxix] Γεννάδιου Σχολάριου, Τῷ τιμιωτάτῳ ἐν μοναχοὶς κῦρ Μαξίμῳ, τῷ κατά κόσμον Σοφιανῷ, καί πᾶσι τοῖς ἐνασκουμένοις τῇ ἁγίᾳ μονῇ τοῦ Σινᾶ ὁσιωτάτοις ἱερομονάχοις καί μοναχοῖς, ed. L. Petit, X. Sideridès, M. Jugie, Paris 1935, t.IV p. 200.

[xxx] St. Runciman, The Medieval Manichee, p. 100.

(Πηγή: Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου )

 

Πηγή: Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωριου

Εργαλεία Επισκεπτών

feed-image

Έχουμε 135 επισκέπτες και κανένα μέλος σε σύνδεση

Δεν ξεχνώ

ΝΟΜΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ

Τα  άρθρα, τα σχόλια και τα εν γένει κείμενα, εκφράζουν τις απόψεις των συγγραφέων τους ή και των ιστοσελίδων και ιστοτόπων που τα δημοσίευσαν αρχικά. Η παρούσα ιστοσελίδα τα δημοσιεύει ή τα αναδημοσιεύει ως αρχειακό και ιστορικό υλικό και καταβάλει κάθε προσπάθεια να μην περιλαμβάνει περιεχόμενο που εμπίπτει σε νομοθετικές απαγορεύσεις. Σε καμμία περίπτωση δεν αποδέχεται, ούτε και υιοθετεί, σχόλια και χαρακτηρισμούς κειμένων που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν  ως δυσφήμιση κάθε μορφής ή παράνομη αποκάλυψη στοιχείων και δεδομένων. Αν διαπιστώσετε δημοσιευμένο περιεχόμενο που εμπίπτει σε νόμιμες απαγορεύσεις, παρακαλούμε στείλτε σχετικό e-mail στην ηλ. δ/νση : tideon at tideon.org . Για περισσότερες πληροφορίες διαβάστε τους  όρους χρήσης και τις διευκρινίσεις για το περιεχόμενο.