
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
Γιατί ἡ Ρωσικὴ Ἐκκλησία δὲν συμμετεῖχε στὴν Σύνοδο τῆς Κρήτης
Ἀρχιμ. Τύχων: Ἡ Ἑλλάδα γιὰ τὴ Ρωσία εἶναι ἀσυνήθιστα κοντινή. Πρέπει νὰ εἶναι κατανοητὸ ὅτι οἱ διμερεῖς σχέσεις ποικίλουν, διάφορα μπορεῖ νὰ συνέβησαν, ὅμως οἱ Ἕλληνες ἦταν πάντοτε οἰκεῖοι, γιατί ἡ Ρωσία αἰσθάνεται καὶ παραμένει εὐγνώμων γιὰ ὅσα ἡ Ἑλλάδα προσέφερε στὸν λαό μας.
Τ.Κ.: Ἡ Ρωσικὴ Ἐκκλησία δὲν συμμετεῖχε στὴν Σύνοδο τῆς Κρήτης. Πρόκειται γιὰ σχίσμα;
Ἀρχιμ. Τύχων: Ἐλᾶτε τώρα, ποιὸ σχίσμα; Δὲν ὑπάρχει καμμία διάσπαση, οὔτε κάτι παραπλήσιο. Ὑπῆρξε μία διοικητικοῦ τύπου ἀπόφαση. Ἐλᾶτε νὰ συναντηθοῦμε καὶ νὰ συζητήσουμε. Κι ἐμεῖς ἀποροῦμε: Τί νὰ συζητήσουμε; Τί ἰδιαίτερο ὑπάρχει; Οἱ θεολόγοι ἐπινόησαν. Σᾶς μιλῶ ὡς ἁπλὸς ἄνθρωπος. Κάθισαν καὶ σκέφτηκαν τί πρέπει νὰ συζητηθεῖ. Μπορεῖ νὰ ἔχουν δίκιο, ὅμως ὁ ἁπλὸς Ὀρθόδοξος, ὁ Ἕλληνας, Σέρβος, Ρῶσος, Ἄραβας Ὀρθόδοξος δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη ὅτι οἱ ἱεράρχες του πρέπει ἐπειγόντως κάτι νὰ συζητήσουν. Γιὰ ποιὸ λόγο συγκαλοῦνταν οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι (ἀφοῦ ἔγινε τώρα τέτοια ἀπόπειρα ἢ ὑπῆρξε μία ἀξίωση γιὰ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο); Ἐμφανίστηκε ἡ αἵρεση τοῦ Ἀρειανισμοῦ, ποὺ κατέστρεφε τὴν Ἐκκλησία. Διαδίδεται μία ἰδέα μεταξὺ ὅλων τῶν...
Χριστιανῶν ἢ τῆς πλειονότητάς τους, ἡ ὁποία διαλύει πλήρως τὴν Ἐκκλησία. Διακηρύσσει ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Καταστρέφεται τὸ θεμέλιο. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ συγκαλεῖται Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι τῆς Οἰκουμένης συγκεντρώνονται μαζὶ γιὰ νὰ ἀποφασίσουν τί θὰ κάνουν. Νὰ δοῦν ποιὸς καὶ ποῦ ἔχει δίκιο. Ὑπῆρχαν οἱ ὑπερασπιστὲς καὶ οἱ πολέμιοι τοῦ θεολόγου Ἀρείου. Ἦταν ὅμως ἕνα θέμα ζωῆς καὶ θανάτου. Γι΄ αὐτὸ καὶ συγκεντρώθηκαν ἅπαντες.
Ἐνῶ τώρα τέτοια ἀναγκαιότητα εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι δὲν ὑπῆρχε. Ὑπάρχει καὶ μία ὁλόκληρη σειρὰ λόγων ποὺ ὅλοι ἀντιμετώπισαν αὐτὴ τὴ Σύνοδο πολὺ ἀδιάφορα – εἴτε ὑπῆρξε, εἴτε ὄχι, τὸ ἴδιο κάνει – καὶ μὲ ὁρισμένη καχυποψία. Γιατί τέθηκαν ὁρισμένα ζητήματα ποὺ εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ ἀμφιλεγόμενα στὴ συνείδηση πάρα πολλῶν ὀρθοδόξων Χριστιανῶν: ἡ σχέση μὲ τοὺς ἀλλόδοξους, γιὰ παράδειγμα. Ὅλοι μας ἀγαπᾶμε τοὺς καθολικούς, πολλοὶ μάλιστα ἔχουμε εἰλικρινεῖς σχέσεις, ἔχω πολλοὺς φίλους Ἰταλοὺς κ.λ.π. Νὰ ἀρχίζει ὅμως ἕνα θέμα γιὰ κάτι παραπάνω ἀπὸ φιλία, δὲν λέω γιὰ ἐνοποίηση Ἐκκλησιῶν, δόξα τῷ Θεῷ τέτοιο ζήτημα δὲν τέθηκε, εἶναι πάντοτε μία διαδικασία ἐπώδυνη. Γιὰ ἕνα νέο στάδιο κατοχύρωσης τῶν σχέσεών μας. Ἴσως ἄξιζε λίγο ἀκόμη νὰ ἐργαστοῦμε. Ἴσως ἄξιζε νὰ πετύχουμε ὅλοι οἱ ἐκπρόσωποι τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν νὰ προσέλθουν ἐλεύθερα – τὸ ὑπογραμμίζω – καὶ μὲ χαρὰ σὲ αὐτὴ τὴ Σύνοδο.
Ὅμως, πάντοτε ὅταν ἐφαρμόζονται μέτρα διοικητικῆς λογικῆς – ὅπως λέμε στὴ Ρωσία, «Ἀπὸ τὰ γόνατα λυγίζει ὁ ἄνθρωπος» – εἶναι πάντα βαρετὸ καὶ ἀδιάφορο, θὰ προκαλεῖ πάντοτε ἀντίδραση, ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης καὶ συμπάθειας. Καὶ προεργασία ὑπῆρξε συνολικὰ τεράστια. Πολλὲς δεκαετίες ἐπιδιώκαμε τὸν στόχο αὐτό. Ἔπρεπε μᾶλλον λίγο ἀκόμη νὰ περιμένουμε καὶ νὰ δράσουμε μὲ τρόπο κατανοητὸ γιὰ τοὺς πιστούς, ὥστε νὰ μὴν ὑπάρξει αὐτὴ ἡ ἐσωτερικὴ ἀπόρριψη.
[...]
Τ.Κ.: Θα θέλατε νὰ εὐχηθεῖτε κάτι στοὺς τηλεθεατές μας;
Ἀρχιμ. Τύχων: Θὰ ἤθελα νὰ εὐχηθῶ καὶ νὰ παρακαλέσω. Οἱ Ἕλληνες ἦταν γιὰ ἐμᾶς πάντα παράδειγμα. Παράδειγμα πίστης, πραγματικῆς ὀρθῆς κρίσης, παράδειγμα ἀφοσίωσης στὸν Θεό, τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸν ἐξαίρετο πολιτισμὸ τοῦ ὁποίου εἶναι κληρονόμοι. Θὰ εὐχόμουν νὰ παραμείνετε γιὰ ἐμᾶς τὸ πιὸ ἀξιοθαύμαστο καὶ ὑπέροχο παράδειγμα σὲ ὅλα.
Τ.Κ.: Ἕνα μεγάλο εὐχαριστῶ γιὰ τὸν χρόνο ποὺ μᾶς ἀφιερώσατε
Ἀρχιμ. Τύχων: Παρακαλῶ. Νὰ εἶστε καλά.
Σημ.:
Ἀρχιμ. Τύχων: Ἀρχιμανδρίτης Τύχων Σεβκούνωφ, Ἡγούμενος Ἱερᾶς Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Σρέτενσκ (Ὑπαπαντῆς) στὴ Μόσχα.
Τ.Κ.: Ταμίλα Κουλίεβα, παρουσιάστρια.
Μετάφραση ἀπὸ τὰ Ρωσικά: Γ. Καραντινάκης.
Πηγή: (Ντοκιμαντὲρ τῆς ΕΡΤ «ΑΘΗΝΑ ΚΑΛΕΙ ΜΟΣΧΑ», 19 Φεβρουαρίου 2017), Ιερά Μητρόπολις Γλυφάδας, Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
Τώρα τελευταῖα κατά κόρον ἔχει ὑποστηριχθῆ ἀπό μερικούς ὅτι ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι «Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική» καί αὐτή εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅμως μποροῦμε νά χρησιμοποιήσουμε τόν ὅρο «Ἐκκλησίες» καί γιά τούς ἑτεροδόξους καί στήν περίπτωση αὐτή πρόκειται γιά «τεχνικό ὅρο (terminus technicus)».
Ἡ ἄποψη αὐτή προκαλεῖ ἰδιαίτερη ἐντύπωση, γιατί δέν γράφεται μόνον σέ κείμενα, ἀλλά ὑποστηρίζεται καί ἀπό Ἐπισκόπους καί μάλιστα σέ Συνοδικά Ὄργανα, γιά νά ὑποστηριχθῆ ἡ ἀπόφαση τῆς «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου» τῆς Κρήτης ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν τῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ’ αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν».
Φυσικά ἔχω διαφορετική ἄποψη, τήν ὁποία θά ἤθελα νά διατυπώσω στό κείμενο αὐτό.
1. Τι σημαίνει «τεχνικός όρος»
«Τεχνικός ὅρος» (terminus technicus), σύμφωνα μέ τό Λεξικό τοῦ Γ. Μπαμπινιώτη, εἶναι «ὅρος τόν ὁποῖον χρησιμοποιεῖ μιά τέχνη, μιά ἐπιστήμη ἤ μιά ἐπαγγελματική εἰδικότητα».
Ἄν ἀνατρέξουμε στήν Πύλη γιά τήν Ἑλληνική Γλώσσα καί στήν ἀναφορά στίς εἰδικές γλῶσσες θά συμπεράνουμε ὅτι τεχνικός ὅρος (terminus technicus) εἶναι ὁ ὅρος πού χρησιμοποιεῖται στό πλαίσιο μιᾶς τεχνικῆς γλώσσας, τῶν ἐπιστημόνων κάθε εἰδικότητας, ὅταν ἐξετάζουν ζητήματα τῆς εἰδικότητάς τους. Τεχνικός ὅρος, δηλαδή, εἶναι ὁ ὅρος πού χρησιμοποιεῖται γιά νά περιγραφοῦν ἀντικείμενα ἢ ἔννοιες πού εἴτε δέν ἔχουν ὄνομα στήν τρέχουσα χρήση εἴτε καλύπτουν τήν ἀνάγκη νά περιγράψουν μέ ἕναν ὅρο πιό συγκεκριμένο, ἀποκλείοντας κάθε ἀμφισημία, ἀντικείμενα τά ὁποῖα ἡ κανονική γλώσσα (τό κοινό λεξιλόγιο) ἤδη περιγράφει. Μέ ἄλλα λόγια τεχνικός ὅρος μπορεῖ νά εἶναι μιά νέα δημιουργημένη λέξη ἢ μιά λέξη ὑπαρκτή στό κοινό λεξιλόγιο μέ πιό συγκεκριμένη σημασία, λίγο ἢ πολύ διαφορετική ἀπό τήν σημασία πού ἔχει στό κοινό λεξιλόγιο.
Στήν συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή, στό κείμενο τῆς Μεγάλης Συνόδου, ἡ ἔκφραση «τεχνικός ὅρος» σημαίνει ὅτι δέν ἀναγνωρίζεται ὅτι αὐτές οἱ «Χριστιανικές κοινότητες καί ὁμολογίες» εἶναι Ἐκκλησία, ἀλλά χρησιμοποιεῖται ἡ λέξη Ἐκκλησία γιά τίς Χριστιανικές αὐτές ὁμάδες συμβατικά, χάριν συνεννοήσεως μεταξύ μας.
Μέ βάση τόν ὁρισμό τοῦ τεχνικοῦ ὅρου στόν ὁποῖο καταλήξαμε βασιζόμενοι σέ ὑλικό πού ἀντλήσαμε ἀπό τήν Πύλη γιά τήν Ἑλληνική Γλώσσα,θά μπορούσαμε νά ἐπισημάνουμε τά ἀκόλουθα σχετικά μέ τήν χρήση τοῦ ὅρου Ἐκκλησία ὡς τεχνικοῦ ὅρου:
Οἱ τεχνικοί ὅροι ἀποτελοῦν προϊόν συμφωνίας μεταξύ τῶν ἐπιστημόνων, ἡ σημασία τους προσδιορίζεται μέ ἀπόλυτη ἀκρίβεια καί σαφήνεια καί χρησιμοποιοῦνται ἀπό τούς εἰδικούς κάθε τομέα γιά λόγους συνεννόησης προκειμένου νά ἀποφευχθῆ ἡ ἀμφισημία. Ἀπό τήν στιγμή ὅμως πού τό περιεχόμενο μιᾶς λέξης τίθεται ἐν ἀμφιβόλῳ καί ἐγείρει συζητήσεις, εἶναι προφανές ὅτι ἡ χρήση της δέν προσδιορίζεται μέ ἀκρίβεια καί δέν ἀποτελεῖ προϊόν συμφωνίας, αὐτοκαταργεῖται ὡς τεχνικός ὅρος.
Οἱ τεχνικοί ὅροι ἐξάλλου καταχωρίζονται σέ εἰδικά λεξικά ὁρολογίας καί καθιερώνονται. Ἑπομένως δέν χρησιμοποιοῦνται εὐκαιριακά καί συμβατικά χάριν συνεννοήσεως γιά νά ἐξυπηρετήσουν μιά συγκεκριμένη περίσταση. Στήν περίπτωση δηλαδή τῆς Μεγάλης Συνόδου, ἡ χρήση τῆς λέξης Ἐκκλησία καί γιά τίς ἑτερόδοξες ὁμολογίες προτείνεται γιά νά ἐξυπηρετήση μιά σύμβαση καί μιά ἀνάγκη ἐπικοινωνίας μέ τήν ἐπίγνωση ὅτι, στήν συγκεκριμένη περίπτωση, καταχρηστικά, χρησιμοποιεῖται ἡ λέξη μέ διαφορετική σημασία ἀπό αὐτή στήν ὁποία εἶχε συμφωνηθῆ ἀρχικά. Στήν προκειμένη περίπτωση ὅμως δέν ἔχουμε νά κάνουμε μέ τεχνικό ὅρο, ἀλλά μέ ἐπιλογή μιᾶς ἀπό τίς σημασίες τῆς λέξης.
Πράγματι, ἄν ἀνατρέξουμε στά λεξικά θά παρατηρήσουμε ὅτι παρατίθενται οἱ διαφορετικές σημασίες τῆς λέξης. Ἀκριβῶς αὐτός ὅμως εἶναι ὁ σκοπός τῶν λεξικῶν, νά παραθέτουν τίς σημασίες μιᾶς λέξης καί νά ἀποτυπώνουν τήν χρήση τους μέ τήν παράθεση παραδειγμάτων.
Τά πράγματα ὅμως εἶναι διαφορετικά σέ ἕνα κείμενο. Ἡ σημασία τῆς λέξης μέσα στό κείμενο δέν μπορεῖ παρά νά προσδιορισθῆ, ὅπως μᾶς ἔχει μάθει ἡ Γλωσσολογία, καί συγκεκριμένα ἡ Πραγματολογία, ἀπό τό «συμφραστικό πλαίσιο –γλωσσικό καί ἐξωγλωσσικό– τῆς ἐκφώνησης». Ἡ σημασία, δηλαδή, εἶναι στενά συναρτημένη μέ τήν περίσταση, τίς συνθῆκες τοῦ χώρου, τοῦ χρόνου, τοῦ ἐπιδιωκόμενου στόχου κλπ. Ἑπομένως, ἡ σημασία τῆς λέξης Ἐκκλησία στό συγκεκριμένο ἐκκλησιολογικό κείμενο τῆς Μεγάλης Συνόδου μπορεῖ νά προσδιορισθῆ μόνο σέ σχέση μέ ἄλλα ὁμόλογα δογματικά - ἐκκλησιολογικά κείμενα –ἐνῶ, ὅπως θά τονισθῆ πιό κάτω, ὁ «τεχνικός ὅρος» χρησιμοποιεῖται ὡς οὐσιαστικός ὅρος– καί μέ ἐσωτερικά κειμενικά κριτήρια.
Τέλος, δέν μποροῦμε νά συνδέουμε τόν «τεχνικό ὅρο» μέ τήν ἀποφατικότητα. Κατ' ἀρχήν ἡ ἔννοια τῆς ἀποφατικότητας ἀφορᾶ μόνο τόν Θεό, ὅπως θά ποῦμε παρακάτω, καί δέν μποροῦμε ξαφνικά νά κάνουμε διεσταλμένη ἑρμηνεία τοῦ ἀποφατισμοῦ καί γιά τόν ὅρο Ἐκκλησία, μόνο καί μόνο ἐπειδή μᾶς ἐξυπηρετεῖ. Ἐξάλλου, ἡ ἔννοια τοῦ «τεχνικοῦ ὅρου» βρίσκεται στόν ἀντίποδα τῆς ἀποφατικῆς ἔκφρασης. Ἡ ἀποφατικότητα ἀφορᾶ κυρίως τήν ἀδυναμία ὁρισμοῦ καί ἀκριβοῦς ὀνοματοδοσίας. Ὁ «τεχνικός ὅρος» ἀντίθετα ἀποτελεῖ ἀπόπειρα ἀκριβοῦς, κατά τό δυνατόν, προσδιορισμοῦ μιᾶς ἔννοιας.
Πάντως, ἡ χρήση «τεχνικός ὅρος» γιά τίς ἄλλες Χριστιανικές Ὁμολογίες στήν πραγματικότητα εἶναι παραπλανητική καί θά ἐξηγήσω στήν συνέχεια τούς λόγους πού ὑποστηρίζουν τήν ἄποψή μου αὐτή.
2. Οἱ «τεχνικοί ὅροι» σέ ὁμολογιακά κείμενα
Στόν καθημερινό λόγο καί τήν ἐπικοινωνία μέ Χριστιανούς ἄλλων Ὁμολογιῶν χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος Ἐκκλησία καταχρηστικά καί συγκαταβατικά, χάριν μιᾶς συνεννοήσεως, διότι ἔτσι αὐτοπροσδιορίζονται οἱ ὁμάδες αὐτές. Ὁ ὅρος Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖται καί μέ τήν κοινωνική ἔννοια (ἡ Ἐκκλησία τοῦ Δήμου) καί γιά τίς θρησκευτικές καί παραθρησκευτικές ὁμάδες (Ἐκκλησία τοῦ Σατανᾶ).
Στήν πρόσφατη ἐπίσκεψή μου στήν Ἀμερική μέ πληροφόρησαν ὅτι περίπου 55.000 «Χριστιανικές» ὁμάδες αὐτοαποκαλοῦνται «Ἐκκλησίες». Τό ἐνδιαφέρον δέ εἶναι ὅτι ὅλες αὐτές οἱ «Χριστιανικές ὁμάδες» δέν πληροῦν τούς ὅρους καί τίς προϋποθέσεις γιά νά γίνουν μέλη τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν».
Εἶναι γνωστόν ὅτι γιά νά γίνη κάποια «Χριστιανική ὁμάδα» μέλος τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν» πρέπει νά ὑποβάλη αἴτηση καί νά γίνη ἔρευνα ἄν πληροῖ τίς προϋποθέσεις γιά νά θεωρηθῆ μέλος του. Αὐτή ἡ διαδικασία διαρκεῖ ἕνα μεγάλο χρονικό διάστημα.
Ἔτσι, ὅσες ὁμάδες χρησιμοποιοῦν τόν ὅρο «Ἐκκλησία» δέν εἶναι «Ἐκκλησίες», ἁπλῶς αὐτοαποκαλοῦνται ἔτσι. Τό ὅτι τό κείμενο πού ἐξεδόθη ἀπό τήν «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο» τῆς Κρήτης δέν κάνει αὐτήν τήν διασάφηση-ἐπεξήγηση, ἀλλά χαρακτηρίζει ὅλες τίς «Χριστιανικές ὁμάδες» ὡς «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες καί ὁμολογίες» εἶναι προβληματικό.
Σέ ἄλλο κείμενό μου, τό ὁποῖο κατέθεσα καί στά Πρακτικά τῆς «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου», ὑποστήριξα ὅτι ἡ χρήση τοῦ ὅρου Ἐκκλησία καί γιά τίς ἑτερόδοξες Χριστιανικές Κοινότητες - Ὁμολογίες, ἀπό παλαιούς καί συγχρόνους Πατέρας, Ἐπισκόπους καί θεολόγους, δέν σημαίνει ὅτι μπορεῖ νά θεωρηθῆ ὡς δικαιολογία γιά τήν χρησιμοποίηση τοῦ ὅρου αὐτοῦ καί στήν ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης. Καί αὐτό γιατί πρέπει νά γίνη σαφής διασάφηση-ἐπεξήγηση. Ἄλλο εἶναι νά χρησιμοποιῆται ἐνδεχομένως ἡ λέξη Ἐκκλησία καταχρηστικά και συμβατικά γιά ἑτερόδοξες ὁμάδες, ἄν καί δέν πιστεύουμε ὅτι εἶναι πραγματικά μέλη τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, καί ἄλλο εἶναι νά τεθῆ σέ κείμενο τῆς Μεγάλης αὐτῆς Συνόδου, ὡς δογματική καί κανονική ἀπόφασή της. Ὅπως εἴπαμε καί παραπάνω, ἡ χρήση καί ἡ σημασία μιᾶς λέξης προσδιορίζεται ἀνάλογα μέ τό συμφραστικό πλαίσιο στό ὁποῖο ἐντάσσεται.
Τό ἐρώτημα εἶναι καίριο: Ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης εἶναι Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἤ ὄχι; Ἄν εἶναι Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος, συνέχεια τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τότε δέν μπορεῖ στίς ἀποφάσεις της νά χρησιμοποιῆ τίς λέξεις ὡς ὑποτιθέμενους «τεχνικούς ὅρους». Δέν μπορῶ νά διανοηθῶ ὅτι οἱ Πατέρες τῶν Α΄ καί Β΄ Οἰκουμενικῶν Συνόδων πού ἀποφάσισαν τό «Σύμβολο τῆς Πίστεως» θά μποροῦσαν νά χρησιμοποιήσουν «τεχνικούς ὅρους», ἤ οἱ μετέπειτα Πατέρες τῶν ἄλλων Οἰκουμενικῶν Συνόδων πού ἀποφάσισαν γιά χριστολογικά θέματα θά μποροῦσαν νά χρησιμοποιήσουν «τεχνικούς ὅρους». Τέτοιες ἀπόψεις εἶναι ἀπαράδεκτες ἀπό κάθε πλευρᾶς.
Οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι, ὡς γνωστόν, ἔδωσαν μάχες γιά τήν ἀκριβῆ χρήση τῶν λέξεων - ὅρων πού ἀφοροῦσαν δογματικᾶ ζητήματα. Γιά κανέναν λόγο δέν μπορεῖ ἕνας σοβαρός ἄνθρωπος νά ὑποστηρίξη ὅτι ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης εἶναι Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος καί ὅμως ταυτόχρονα μέ συνείδηση τῶν Ἱεραρχῶν - θεολόγων νά περιλαμβάνη στίς ἀποφάσεις της «τεχνικούς ὅρους» καί μάλιστα σέ σοβαρά ἐκκλησιολογικά θέματα, τά ὁποῖα ταυτόχρονα εἶναι Χριστολογικά θέματα.
Πάντως, ἡ ἀντίληψη τοῦ ὅρου «ἐκκλησία» ὡς «τεχνικοῦ ὅρου» παραπέμπει καί στήν πολιτική ὑστεροβουλία τῶν μονοθελητῶν, οἱ ὁποῖοι ἐνῶ μιλοῦσαν γιά τό ἕνα θέλημα τοῦ Χριστοῦ, βεβαίωναν τόν ἅγιο Μάξιμο ὅτι δέν ἐννοοῦν ἕνα θέλημα στόν Χριστό γιά ἀμφότερες τίς φύσεις Του, ἀλλά τό γράφουν ἔτσι γιά νά ἠρεμήση ὁ κόσμος καί νά εἰρηνεύση ἡ οἰκουμένη… Τοῦ λοιποῦ προωθοῦσαν τό ἕνα θέλημα μέ τήν ἐλπίδα ἐγκόλπωσης τῶν μονοφυσιτῶν στήν αὐτοκρατορική Ἐκκλησία.
Ἡ συσχέτιση μέ τό σήμερα εἶναι προφανής. Ἀπό τήν μιά ὁ ὅρος Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖται δῆθεν ὡς «τεχνικός ὅρος», χωρίς νά σημαίνη ἀπόδοση ἐκκλησιαστικότητας στούς ἑτεροδόξους, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη στήν συζήτηση μέσα στήν ἴδια τήν Σύνοδο τῆς Κρήτης γιά τούς μεικτούς γάμους, θεμελιωνόταν τό ἔγκυρο τοῦ βαπτίσματος τῶν ἑτεροδόξων καί συναφῶς τῆς ἀπόδοσης ἐκκλησιαστικότητας στίς κοινότητές τους. Αὐτό τό θέμα θά τό δοῦμε πιό κάτω.
3. Τό πράγμα καί τό ὄνομα, ὡς πρός τόν ὅρο Ἐκκλησία-Ἐκκλησίες
Γιά νά ὑποστηριχθῆ ὅτι ὁ ὅρος Ἐκκλησία εἶναι «τεχνικός ὅρος», ἐπιστρατεύθηκε τό ἐπιχείρημα ὅτι στήν πατερική παράδοση ὑφίσταται διάκριση μεταξύ τοῦ πράγματος καί τῶν ὀνομάτων (ὅρων-λέξεων), ὅπως φαίνεται στήν ἀντιμετώπιση τῶν θεωριῶν τοῦ Εὐνομίου ἀπό τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας.
Τό ὅτι οἱ ὅροι δέν περιγράφουν τήν φύση τῶν πραγμάτων εἶναι κοινός πατερικός τόπος γιά ὅλα τά πράγματα καί μάλιστα ἀκόμα καί τά κτιστά. Συνεπῶς ἡ ὅποια ἀποφατικότητα –χρησιμοποιώντας ἐδῶ αὐτόν τόν ἐντελῶς ἀδόκιμο ὅρο– ἀφορᾶ ὅλα τά πράγματα, τά ὁποῖα στό σύνολό τους γνωρίζονται ἀπό τίς ἐνέργειές τους, ἐνῶ ἡ φύση τους παραμένει ἄγνωστη. Ἑπομένως, ἡ ὅλη εἰσαγωγή τῆς καππαδοκικῆς ἐπιχειρηματολογίας περισσότερο χρησιμοποιεῖται ρητορικά μέ σκοπό νά ρίξη τόν «λίθο τοῦ ἀναθέματος» στούς μή δεχομένους τόν ὅρο Ἐκκλησία γιά τούς ἑτεροδόξους παρά γιά νά κομίση ἕνα θεολογικό ἐπιχείρημα.
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ Εὐνόμιος, ὁ ὁποῖος «ἔδωσε λογικό ὁρισμό στήν διαλεκτική τοῦ Ἀετίου», κατά τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκι, κήρυττε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἁπλοῦς καί ἀμέριστος, καί μοναδικό στοιχεῖο τῆς ἁπλῆς οὐσίας του εἶναι ἡ ἀγεννησία, ἡ ὁποία τόν καθορίζει. Ἡ τέλεια ἁπλότητα τοῦ Θεοῦ συνεπαγόταν τήν ταύτιση.Ἔτσι, ταύτιζε τήν οὐσία μέ τήν ἐνέργειά Του. Ἐπίσης, δίδασκε ὅτι λόγῳ τῆς ἁπλότητος τοῦ Θεοῦ καί ἐμεῖς γνωρίζουμε τό πᾶν γιά τόν Θεό, ὅπως γνωρίζει ὁ Θεός τόν ἑαυτό Του. «Ὁ Θεός περί τῆς ἑαυτοῦ οὐσίας οὐδέν πλέον ἡμῶν ἐπίσταται, οὐδέ ἔστιν αὕτη μᾶλλον μέν ἐκείνῳ, ἧττον δέ ἡμῖν γινωσκομένη».
Ὁ Μέγας Βασίλειος κατ' ἀρχάς καί στήν συνέχεια ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ὅπως καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καί οἱ μεταγενέστεροι Πατέρες ὁμιλοῦσαν γιά τήν ἀδιαίρετη διάκριση μεταξύ οὐσίας καί ἐνεργείας στόν Θεό, καί ὑποστήριζαν ὅτι ἐμεῖς γνωρίζουμε τόν Θεό ἀπό τίς ἐνέργειές Του, ἀγνοοοῦμε δέ παντελῶς τήν οὐσία Του. Ἐπίσης ὑπεστήριζαν ὅτι ὁ Θεός εἶναι πολυώνυμος ὡς πρός τίς ἐνέργειές Του καί ἀνώνυμος ὡς πρός τήν οὐσία Του. Ἐμεῖς δίνουμε ὀνόματα στόν Θεό ἀπό τίς ἐνέργειές Του, ἀλλά ἐκφράζοντας τόν ἀποφατισμό ἀφαιροῦμε ὀνόματα. Ἔτσι, δέν ταυτίζονται τά ὀνόματα τοῦ Θεοῦ μέ τήν φύση Του καί αὐτόν τόν Θεό.
Ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης τό ἐξέφρασε καθαρά, ὅταν ἔλεγε ὅτι ὁ Θεός ἔχει ὀνόματα, ἤτοι εἶναι ἀγαθός, ζωή, σοφία, δύναμη καί ὅλα ὅσα ἀνήκουν στήν νοητή θεωνυμία, ἀλλά εἶναι Τριάδα ὑπερούσια, ὑπέρθεη, ὑπεράγαθη. Ὁ Θεός εἶναι φῶς, ἀλλά καί γνόφος, ὁρᾶται ἀλλά εἶναι καί ἀόρατος, θεᾶται ὑπέρ νόησιν καί ὑπέρ αἴσθησιν.
Γενικά οἱ Πατέρες δίδαξαν ὅτι ὑπάρχουν τά ρήματα, ἤτοι οἱ λέξεις, καί τά νοήματα, ἤτοι τό περιεχόμενο τῶν λέξεων. Δέν ταυτίζονται τά ρήματα μέ τά νοήματα καί ἡ ἐμπειρία δέν μπορεῖ νά ἐκφρασθῆ ἀπολύτως μέ τά ρήματα καί τά νοήματα.
Πάντως, οἱ Πατέρες χρησιμοποιοῦσαν τά κτιστά ρήματα καί νοήματα πού συναντοῦσαν στό περιβάλλον γιά νά διατυπωθῆ ἡ θεοπτική ἐμπειρία τους, ἀλλά δίδασκαν ὅτι ὅταν ὁ θεόπτης φθάση στήν ἐμπειρία, τότε καταργοῦνται καί τά ρήματα καί τά νοήματα, γιατί ἡ θεοπτική ἐμπειρία γίνεται ἐν Χάριτι ὑπέρ νόησιν καί ὑπέρ αἴσθησιν. Αὐτά εἶναι τά ἄρρητα ρήματα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, πού καταγράφονται μέ ρητά ρήματα καί νοήματα.
Αὐτή εἶναι ἡ βασική ἀρχή τῆς καταφατικῆς καί ἀποφατικῆς θεολογίας, ἀφοῦ ὁ Θεός ὁρᾶται ἀοράτως καί ἀκούγεται ἀνηκούστως καί μετέχεται ἀμεθέκτως καί πολλαπλασιάζεται ἀπολλαπλασιάστως.
Ὅμως αὐτό πού γίνεται στήν θεοπτική ἐμπειρία καί ἀναφέρεται στόν Τριαδικό Θεό, δηλαδή στήν θεολογία, δέν μπορεῖ νά ἐφαρμοσθῆ γιά τήν περιγραφή τοῦ γεγονότος τῆς Ἐκκλησίας. Δέν μποροῦμε νά ἰσχυριζόμαστε ὅτι ἡ διδασκαλία τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι ἀντιτάχθηκαν στίς αἱρετικές ἀπόψεις τοῦ Εὐνομίου, ἐφαρμόζεται γιά τήν περιγραφή τοῦ γεγονότος τῆς Ἐκκλησίας.
Ὅποιος ἐπιμένει σέ αὐτό διαπράττει τό θεολογικό σφάλμα νά μή κάνη διάκριση μεταξύ θεολογίας καί οἰκονομίας, καί κατ' ἐπέκταση μεταφέρει ὅ,τι ἰσχύει στόν Τριαδικό Θεό στήν Ἐκκλησιολογία, δηλαδή τήν οἰκονομία. Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ μέ τήν εὐδοκία τοῦ Πατρός καί τήν συνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος προσέλαβε ἀνθρωπίνη φύση καί ἕνωσε τό ἄκτιστο με τό κτιστό, τό ἀθάνατο μέ τό θνητό, ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίστως.
Ἔπειτα, οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ παραπέμπουν σέ συγκεκριμένα πράγματα, ὁπότε δέν δηλώνονται διά κενῶν ὀνομάτων πού ἀλλάζουν εὐκαίρως ἀκαίρως, λόγῳ τῆς ἀνυπαρξίας τοῦ πράγματος τό ὁποῖο δηλώνουν. Τίθενται, λοιπόν, πολλά ἐρωτήματα: Τό ὄνομα Ἐκκλησία στούς Ὀρθοδόξους, παραπέμπει ἢ ὄχι στό πλήρωμα τῶν ἀκτίστων θείων ἐνεργειῶν τοῦ σώματος τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ; Οἱ ἑτερόδοξες ὁμάδες, χαρακτηριζόμενες μέ τόν ὅρο Ἐκκλησίες, παραπέμπουν ἢ ὄχι γιά ἐμᾶς τούς Ὀρθοδόξους στήν κοινωνία θεώσεως πού ἐκπορεύεται ἀπό τό Θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ; Οἱ ἑτερόδοξες ὁμάδες, χαρακτηριζόμενες μέ τόν ὅρο Ἐκκλησίες, παραπέμπουν ἢ ὄχι γιά ἐμᾶς τούς Ὀρθοδόξους στό πλήρωμα τῆς ἀλήθειας; Εἶναι ἢ δέν εἶναι διγλωσσία καί θεολογική διπλωματία, ἕνα ὄνομα πού οἱ Ὀρθόδοξοι χρησιμοποιοῦν γιά νά παραπέμπη σέ συγκεκριμένο σημαινόμενο, νά χρησιμοποιῆται μέ ἄλλο σημαινόμενο γιά ἄλλες θρησκευτικές ὁμάδες; Πόσο διαφέρει αὐτό ἀπό τήν πολιτική τῶν μονοθελητῶν, οἱ ὁποῖοι μέ τήν ἴδια ἔκφραση «τό ἕνα θέλημα στό Χριστό» διαβεβαίωναν τούς ὀρθόδοξους ὅτι ἕνα θέλημα σημαίνει σύμπτωση δυό φυσικῶν θελημάτων (ἄρα δύο φύσεων) καί στούς μονοφυσίτες ἄφηναν νά ἐννοηθῆ ὅτι ἕνα θέλημα προφανῶς παραπέμπει σέ μιά φύση στόν Χριστό;
Ὅλα αὐτά τά ἐρωτήματα εἶναι καίριας σημασίας καί σπουδαιότητας.
Οἱ Πατέρες μιλοῦν γιά τήν ἀλήθεια τῶν πραγμάτων καί διακηρύττουν στούς διαφωνοῦντες ὅτι δέν θά ζυγομαχήσουν γιά τίς λέξεις καί τά ὀνόματα ἂν συμφωνήσουν γιά τήν ἀλήθεια τῶν πραγμάτων. Ἡ ἐπιμονή στίς λέξεις δέν ἀφορᾶ κάποια ἀπόδοση σταθερῆς καί ἀμετάβλητης ἀλήθειας στά ὀνόματα, ὅπως σοφιστικά ρίπτεται ὁ «λίθος τοῦ ἀναθέματος» στούς ἐπιμένοντες ὅτι οἱ ἑτερόδοξοι δέν εἶναι Ἐκκλησία. Ἀφορᾶ τήν ρητή ἀπαίτηση νά συμφωνοῦν ἅπαντες οἱ συμμετέχοντες στήν Σύνοδο, ὅτι ὅταν τίθεται μιά λέξη γιά νά περιγράψη μιά πραγματικότητα κατανοεῖται ἀπό ὅλους μέ τόν ἴδιο τρόπο.
Ἄλλωστε, ὅλοι οἱ δογματικοί ἀγῶνες πάνω στήν ὁρολογία ἀφοροῦσαν ἀκριβῶς τό νά συμφωνήσουν ἅπαντες στά πράγματα. Κλασσικό παράδειγμα ἡ Ε' Οἰκουμενική Σύνοδος, στήν ὁποία τίθενται ὅλες οἱ ἀσφαλιστικές δικλεῖδες προκειμένου γλωσσικά ὁ ὅρος τῆς Χαλκηδόνας νά νοηθῆ ὀρθοδόξως καί ὄχι νεστοριανικῶς ἢ μονοφυσιτικῶς. Χρησιμοποιοῦνται λέξεις καί ὁρολογία, οἱ ὁποῖες δέν ἐκφράζουν ὅλες τίς χριστιανικές παραδόσεις, ἀλλά τίθενται τόσες ἐπεξηγηματικές προτάσεις, ὥστε νά ἀποκλείωνται παρερμηνεῖες ἀπό ὁποιοδήποτε μέρος τῆς Συνόδου. Αὐτό δέν ἔγινε στό κείμενο τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης.
Ἑπομένως, ὁ ὅρος, ἡ λέξη κωδικοποιεῖ, ὁριοθετεῖ, ὅσο εἶναι δυνατόν, τήν ἄρρητη ἐμπειρία καί αὐτό δέν εἶναι οὔτε ἁπλό οὔτε ἀσήμαντο οὔτε τυχαῖο. Τό γεγονός ὅτι ὁ ὅρος δέν ταυτοποιεῖ, ἀλλά περιγράφει, δέν τόν καθιστᾶ ἄχρηστο οὔτε μας νομιμοποιεῖ νά τόν χρησιμοποιοῦμε ὅπως θέλουμε ἢ ὅπως μᾶς ἐξυπηρετεῖ κάθε φορά, γιατί ἁπλούστατα ἔτσι δέν μποροῦμε νά συνεννοηθοῦμε. Καί ἡ συνεννόηση, ὡς γνωστόν, εἶναι κάτι πολύ σημαντικό. Ἐκτός ἂν ἐπιδιώκουμε τό ἀντίθετο, δηλαδή θέλουμε νά συσκοτίσουμε τά πάντα ὥστε νά καταστήσουμε τήν συνεννόηση δύσκολη καί προβληματική καί μέσα στήν γενικότερη σύγχυση πού θά προκαλέσουμε, νά προωθήσουμε τά σχέδια μας.
4. Ὁρισμός, ἀποφατισμός καί ἑτεροπροσδιορισμός
Συνέχεια τοῦ προηγουμένου εἶναι ὅτι τό θέμα τοῦ «τεχνικοῦ ὅρου» γιά τήν Ἐκκλησία συνδέθηκε ἀπό μερικούς καί μέ ἄλλα ἐκκλησιολογικά θέματα, πού ἀφοροῦν τόν ὁρισμό ἤ τόν ἀποφατισμό τῆς Ἐκκλησίας καί τόν ἑτεροπροσδιορισμό ἤ τόν αὐτοπροσδιορισμό τῶν ἄλλων Χριστιανικῶν Ὁμολογιῶν. Γι' αὐτό πρέπει νά ἐξετασθῆ τό θέμα τοῦ ὁρισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας σέ σχέση μέ τήν ἀποφατικότητα καί τόν ἑτεροπροσδιορισμό ἤ αὐτοπροσδιορισμό.
Ὡς πρός τό θέμα τοῦ ὁρισμοῦ, πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι τά παλαιότερα δογματικά ἐγχειρίδια, πού εἶχαν ἐπηρεασθῆ ἀπό σχολαστικές παραδόσεις, ἔδιναν ἕναν ὁρισμό γιά τήν Ἐκκλησία, περίπου ὡς ἑξῆς: ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό σύνολο τῶν ἀνθρώπων πού πιστεύουν στόν Χριστό, πού ὁμολογοῦν ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ἡ Κεφαλή της, εἶναι ὁ Θεός καί Κύριός τους, πού ἔχουν τήν ἴδια πίστη καί ὁμολογία, πού ἁγιάζονται διά τῶν ἁγίων Μυστηρίων, πού κατευθύνονται πρός σωτηρία ἀπό τούς Ποιμένες, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀδιάκοπη ἀποστολική διαδοχή κλπ.
Ἔχει ὅμως παρατηρηθῆ ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀπέφυγαν νά δώσουν τέτοιους ὁρισμούς γιά τήν Ἐκκλησία, ἀλλά ἔκαναν περιγραφές, χρησιμοποίησαν εἰκόνες, ὅπως ἔκανε καί ὁ Χριστός μέ τίς παραβολές Του (π.χ. οἰκία, γάμος, ποίμνη, ἄμπελος, κλπ.). Αὐτό κάνει μερικούς νά ὑποστηρίζουν ὅτι δέν μποροῦμε νά δώσουμε ὁρισμό γιά τήν Ἐκκλησία, ἀλλά νά χρησιμοποιήσουμε μόνον εἰκόνες.
Ὅμως αὐτό δέν μπορεῖ νά χρησιμοποιηθῆ ὡς ἐπιχείρημα γιά τόν ὅρο Ἐκκλησία, ὡς τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἔκφραση ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ δέν εἶναι εἰκόνα. Τό Σῶμα δέν εἶναι εἰκόνα, ἀλλά πραγματικότητα. Ὁ Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησή Του δέν προσέλαβε ...εἰκόνα, ἀλλά τήν ἀνθρώπινη φύση, δηλαδή σαρκώθηκε: «Καί ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν. καί ἐθεασάμεθα τόν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρά πατρός, πλήρης χάριτος καί ἀληθείας» (Ἰω. α΄, 14).
Οἱ τρεῖς Μαθητές ἐπάνω στό Ὄρος Θαβώρ, δέν εἶδαν τήν δόξα μιᾶς εἰκόνας, ἀλλά τήν δόξα τοῦ τεθεωμένου Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πορευόμενος πρός Δαμασκό εἶδε τόν Χριστό μέσα στήν δόξα Του, δέν εἶδε τόν ἄσαρκο Λόγο, ἀλλά τόν σεσαρκωμένο Λόγο. Γι' αὐτό στίς ἐπιστολές του συνεχῶς ἔγραφε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ κεφαλή τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας.
Θά παραθέσω μερικά χωρία: «Καί αὐτόν ἔδωκε κεφαλήν ὑπέρ πάντα τῇ ἐκκλησίᾳ, ἥτις ἐστί τό σῶμα αὐτοῦ, τό πλήρωμα τοῦ τά πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου» (Ἐφ. α΄, 22-23). «Καί αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλή τοῦ σώματος, τῆς ἐκκλησίας» (Κολ. α΄, 18). «Ἀνταναπληρῶ τά ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ σαρκί μου ὑπέρ τοῦ σώματος αὐτοῦ, ὅ ἐστιν ἡ ἐκκλησία» (Κολ. α΄, 24). Τό «ἐστίν» εἶναι ἀπόλυτο καί καθοριστικό καί δέν ἀφήνει δυνατότητα ἄλλης ἑρμηνείας, ὅτι πρόκειται περί εἰκόνος.
Ἐπίσης, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει ὅτι ὅσοι εἴμαστε Χριστιανοί βαπτισθήκαμε στό ἕνα σῶμα τοῦ Χριστοῦ: «Καί γάρ ἐν ἑνί Πνεύματι ἡμεῖς πάντες εἰς ἕν σῶμα ἐβαπτίσθημεν» (Α' Κορ. ιβ΄, 13), καί γι' αὐτό ἀνήκουμε στό ἕνα σῶμα τοῦ Χριστοῦ: «οἱ πολλοί ἕν σῶμα ἐσμέν ἐν Χριστῷ οἱ δέ καθ' εἷς ἀλλήλων μέλη» (Ρωμ. ιβ', 5).
Εἶναι χαρακτηριστικό τό ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ὡς ὁ καλύτερος ἑρμηνευτής τῶν ἐπιστολῶν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, συνεχίζει τήν ἴδια θεολογική σκέψη μέ ἐκεῖνον. Σέ ὁμιλίες του γράφει: «Ἡ Ἐκκλησία σῶμά ἐστιν, ὀφθαλμόν ἔχει, καί κεφαλήν ἔχει». Σέ ἄλλη ὁμιλία γράφει: «Τό πλήρωμα τοῦ Χριστοῦ ἡ Ἐκκλησία καί πλήρωμα τοῦ σώματος κεφαλή».
Στό σημεῖο αὐτό θά μποροῦσα νά παραθέσω πληθώρα καί ἄλλων πατερικῶν χωρίων πού κάνουν λόγο γιά τό ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο προσέλαβε ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, καί τό θέωσε ἅμα τῇ προσλήψει. Θά ἀρκεσθῶ, ὅμως, σέ ἕνα χωρίο τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου ἀπό τήν πρός Ἐφεσίους ἐπιστολή του, στό ὁποῖο κάνει λόγο γιά τήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι ἐγκεκραμένη μέ τόν Χριστό: «πόσο μᾶλλον ὑμᾶς μακαρίζω τούς ἐνκεκραμένους αὐτῷ (τῷ ἐπισκόπῳ) ὡς ἡ ἐκκλησία Ἰησοῦ Χριστῷ, καί ὡς ὁ Ἰησοῦς Χριστός τῷ πατρί, ἵνα πάντα ἐν ἑνότητι ᾖ» (Ἐφεσ., 5).
Εἶναι φανερό ὅτι ὁ Χριστός δέν εἶναι κεφαλή μιᾶς εἰκόνος τοῦ σώματος, ἀλλά εἶναι κεφαλή τοῦ πραγματικοῦ Σώματος πού προσέλαβε ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, καί ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ σώματος πού ἔχει μιά ἀνυπόστατη κεφαλή. Ὁ Χριστός σαρκώθηκε καί εἶναι κεφαλή τοῦ πραγματικοῦ σώματος καί δέν ἀποσαρκώθηκε μετά τήν Ἀνάστασή Του, γιατί οἱ δύο φύσεις, θεία καί ἀνθρωπίνη, ἑνώθηκαν ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίστως. Ἐμεῖς, μέ τό Βάπτισμα καί τό Χρίσμα γινόμαστε μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί γι' αὐτό μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί δέν εἴμαστε μέλη μιᾶς εἰκόνος τοῦ σώματος!
Ὅταν κοινωνοῦμε δέν τρῶμε τήν ...εἰκόνα καί τήν περιγραφή τοῦ Σώματος, ἀλλά τό πραγματικό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός εἶπε: «Λάβετε φάγετε τοῦτό ἐστι τό σῶμά μου» (Ματθ. κς΄ , 26) καί «ἡ γάρ σάρξ μου ἀληθῶς ἐστι βρῶσις, καί τό αἷμά μου ἀληθῶς ἐστι πόσις. ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἐν ἐμοί μένει, κἀγώ ἐν αὐτῷ» (Ἰω. στ΄, 54-56).
Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική ὁ Ἀπόστολος Παῦλος θά ὁμολογήση: «Ταῦτά σοι γράφω ἐλπίζων ἐλθεῖν πρός σε τάχιον· ἐάν δέ βραδύνω, ἵνα εἰδῇς πῶς δεῖ ἐν οἴκῳ Θεοῦ ἀναστρέφεσθαι, ἥτις ἐστίν ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος, στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» (Α΄ Τιμ. γ΄ , 14-15). Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι περιγραφικός ὅρος, ἀλλά τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι Ἐκκλησία ζῶντος Θεοῦ, στύλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας.
Ἀπό τήν ἀποκαλυπτική διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἐξάγεται ὅτι «εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα» (Ἐφ. δ΄ , 5), δηλαδή ἕνας εἶναι ὁ Κύριος, μία εἶναι ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας, μία πίστη, ἕνα Βάπτισμα.
Ὡς πρός τό θέμα τοῦ ἀποφατισμοῦ, θεωρῶ ὅτι εἶναι θεολογικά ἀπαράδεκτο νά μεταφέρωνται τά περί ἀποφατισμοῦ ὡς πρός τόν Τριαδικό Θεό, καί κυρίως στά ἐνδότερα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ (Θεολογία) στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας (οἰκονομία), πού εἶναι τό πραγματικο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο προσέλαβε ὁ Χριστός ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, μέ τήν ἐνανθρώπηση, καί τοῦ ὁποίου Σώματος εἴμαστε μέλη –καί δέν εἴμαστε μέλη τῆς εἰκόνος τοῦ σώματος– καί τό ὁποῖο τεθεωμένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ κοινωνοῦμε στό μυστήριο τῆς θείας Λειτουργίας καί γινόμαστε σύσσωμοι καί σύναιμοι Αὐτοῦ.
Ἄν ὁ ὅρος Ἐκκλησία εἶναι περιγραφικός ὅρος, καί δέν εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ἡ εἰκόνα τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, τότε ὅταν λειτουργοῦμε παίζουμε θέατρο!
Πίσω ἀπό τήν ἐντελῶς ἀδόκιμη θεωρία περί ἀποφατικότητας στήν διατύπωση τοῦ τί εἶναι Ἐκκλησία εὐδοκιμεῖ σαφῶς ἡ πολιτική προσπάθεια ἀπόδοσης ἐκκλησιαστικότητας στούς ἑτεροδόξους. Τό ἀτυχές εἶναι, ὅπως ἔγραψα καί σέ προηγούμενο ἄρθρο μου, ὅτι μέ αὐτήν τήν θεωρία τῆς ἀποφατικότητας προωθεῖται ἐπακριβῶς ἡ προτεσταντική θεολογία τῶν Μεταρρυθμιστῶν, οἱ ὁποῖοι μιλοῦσαν ἀφ' ἑνός μέν γιά τήν ἀόρατη ἐκκλησία πού γνωρίζει μόνο ὁ Θεός καί συμπεριλαμβάνει Ρωμαιοκαθολικούς, Προτεστάντες καί ὅποιους ἄλλους θέλει ὁ Θεός, ἀφ' ἑτέρου δέ γιά τήν ὁρατή ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι διασπασμένη.
Ὡς πρός τό θέμα τοῦ ἑτεροπροσδιορισμοῦ, ἡ ἄποψη ὅτι μιά χριστιανική κοινότητα δέν ἑτεροπροσδιορίζεται ἀλλά αὐτοπροσδιορίζεται, εἰδικά ὅταν πρόκηται γιά τίς σχέσεις της μέ ἄλλες κοινότητες, θέλει νά μᾶς πῆ ὅτι ἡ κάθε κοινότητα μπορεῖ νά χρησιμοποιῆ ὅποιον ὅρο θέλει, προκειμένου νά προσδιορίση τήν ἐκκλησιολογική της ταυτότητα. Αὐτό εἶναι προφανές. Ὡστόσο, ὅταν ὁμιλοῦμε περί ἑνός δογματικοῦ ὅρου μιᾶς Συνόδου, ὁ ὁποῖος θέλει νά προσδιορίση τήν σχέση δυό πραγμάτων (Ὀρθοδόξων καί Ἑτεροδόξων), ἡ συγκεκριμένη ἄποψη περί «μή ἑτεροπροσδιορισμοῦ» καταργεῖ κάθε ἔννοια λογικῆς σύγκρισης τῶν πραγμάτων, ἀφοῦ σέ δυό συγκρινόμενα πράγματα προφανῶς καί καταρτίζονται οἱ ὁμοιότητες καί οἱ διαφορές τῶν πραγμάτων, προκειμένου νά φανερωθῆ ἡ ἰδιαιτερότητα τοῦ κάθε πράγματος.
Ὅλη ἡ ἱστορία τῶν Τριαδολογικῶν καί Χριστολογικῶν ὅρων στίς Συνόδους ἀφοροῦσε τήν ἐξήγησή τους καί τήν ἄρνηση τῶν Ὀρθοδόξων νά προσλάβουν οἱ ὅροι τό περιεχόμενο πού τούς ἀπέδιδαν οἱ αἱρετικοί.
Ἡ ἑρμηνεία τοῦ ὁμοουσίου ἀπό τούς Πατέρες ἀφοροῦσε τόν ἀποκλεισμό τῆς μοναρχιανῆς (τροπικῆς ἢ δυναμικῆς) ἑρμηνείας τοῦ ὁμοουσίου καί τόν ἀποκλεισμό τῆς τριθεϊτικῆς ἑρμηνείας τοῦ ὁμοουσίου.
Ἡ ἑρμηνεία τῆς μιᾶς ὑποστάσεως ἐν δύῳ φύσεσι γιά τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἀφοροῦσε εἴτε τόν ἀποκλεισμό τῆς νεστοριανῆς ἑρμηνείας τῆς σύμπτωσης δυό ὑποστάσεων σέ ἕνα πρόσωπο, κατά τό πρότυπο τῆς ἠθικῆς ἕνωσης, εἴτε τόν ἀποκλεισμό τῆς μονοφυσιτικῆς ἑρμηνείας ὡς συγχώνευσης τῶν δυό φύσεων τοῦ σαρκωθέντος Λόγου σέ μιά φύση καί μιά ὑπόσταση.
Μέ βάση τήν λογική τοῦ μή ἑτεροπροσδιορισμοῦ, θά ἔπρεπε οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας νά μήν προσδιορίζουν ὡς αἱρετικές τίς διδασκαλίες τῶν αἱρετικῶν κατά τήν κατάρτιση τῶν συνοδικῶν ὅρων ἀναφορικά μέ τήν Ἁγία Τριάδα καί τόν Χριστό.
Φυσικά, ἡ ὅλη λογική τοῦ «μή ἑτεροπροσδιορισμοῦ» βασίζεται στήν παντελῶς ἀντορθόδοξη ἄποψη ὅτι κανείς δέν θά ἀποφανθῆ περί τοῦ ποιός εἶναι Ἐκκλησία καί ποιός δέν εἶναι. Τό ἐρώτημα εἶναι σαφές: Τί διαφορετικό ἔλεγαν οἱ προτεστάντες Μεταρρυθμιστές, ὅταν ἔκαναν λόγο γιά ἀόρατη ἐκκλησία πού συμπεριλαμβάνει ἅπαντες: Ρωμαιοκαθολικούς, Προστεστάντες, Ὀρθοδόξους καί λοιπούς Χριστιανούς, τούς ὁποίους ὁ Θεός γνωρίζει, ἐνῶ οἱ ὁρατές ἐκκλησίες εἶναι διασπασμένες;
Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή πρέπει νά ὑπενθυμίσω τήν ἀπόφαση τῆς Α' Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως (Σαμπεζύ 21-28 Νοεμβρίου 1976), στήν ὁποία καθορίσθηκε ἡ θεματολογία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου. Μεταξύ τῶν ἑκατό (100) περίπου θεμάτων πού καθορίσθηκαν στήν Α' Πανορθόδοξη Διάσκεψη τῆς Ρόδου (1961) ἐπέλεξαν τά γνωστά δέκα (10) θέματα γιά τήν Ἡμερησία Διάταξη τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου.
Ὅμως, στήν ἴδια ἀπόφαση γράφεται ὅτι ἀπό τά ἄλλα προταθέντα θέματα ἐκεῖνα πού συγκέντρωσαν τήν προτίμηση κατά δεύτερη προτεραιότητα εἶναι τέσσερα θέματα, ἤτοι «αἱ πηγαί τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως, ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας, κωδικοποίησις ἱερῶν Κανόνων καί κανονικῶν διατάξεων, Οἰκονομία καί ἀκρίβεια». Σημειώνεται δέ στήν ἀπόφαση ὅτι τά θέματα αὐτά «παραπέμπονται εἰς τήν ἰδιαιτέραν μελέτην τῶν ἐπί μέρους Ἐκκλησιῶν, προκειμένου ἵνα ἐνδεχομένως τύχωσι μελλοντικῆς διορθοδόξου ἐξετάσεως».
Αὐτό σημαίνει ὅτι τά θέματα γιά τήν ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καί γιά τήν οἰκονομία καί τήν ἀκρίβεια, στόν τρόπο εἰσδοχῆς τῶν ἑτεροδόξων στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔπρεπε νά μελετηθοῦν ἀπό τίς ἐπιμέρους Ἐκκλησίες, ὥστε νά συζητηθοῦν σέ μιά ἄλλη Σύνοδο, μετά τήν Ἁγία καί Μεγάλη. Ὅμως, ποτέ δέν ἔγινε αὐτό, τοὐλάχιστον γιά τήν δική μας Ἐκκλησία. Ἑπομένως, δέν ὑπάρχει ἀπόφαση τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τούς ἑτεροδόξους σέ σχέση μέ τήν Ἐκκλησία μας. Αὐτό σημαίνει ὅτι τά περί ἑτεροπροσδιορισμοῦ πρέπει νά λυθοῦν Συνοδικῶς.
Τελικά, εἶναι ἀπαράδεκτα ἀπό ὀρθοδόξους πλευρᾶς τά ὅσα λέγονται περί ὁρισμοῦ καί ἀποφατισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὅμως εἶναι Σῶμα Χριστοῦ καί κοινωνία θεώσεως, καί τά ὅσα λέγονται περί μή ἑτεροπροσδιορισμοῦ τῶν ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀπομακρυνθῆ ἀπό τήν πίστη καί τήν ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
5. Ὁ “τεχνικός ὅρος” χρησιμοποιεῖται ὡς οὐσιαστικός ὅρος
Ἐπανερχόμενος στόν λεγόμενο «τεχνικό ὅρο» γιά τίς Χριστιανικές Ὁμολογίες ὡς «Ἐκκλησίες», θέλω νά παρατηρήσω ὅτι καίτοι μερικοί χρησιμοποιοῦν τόν ὅρον αὐτό στούς ἑτεροδόξους ὡς δῆθεν «τεχνικό ὅρο», ἐν τούτοις στήν πραγματικότητα ἀντιφάσκουν στούς ἑαυτούς τους καί ἀποδίδουν οὐσιαστικό περιεχόμενο στόν ὅρο, ὁπότε στήν οὐσία δέν τόν θεωροῦν «τεχνικό ὅρο». Αὐτό θά τεκμηριωθῆ στά ἑπόμενα.
Εἶναι γνωστόν ὅτι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος στόν ἀγώνα του νά πείση τούς Ὁμοιουσιανούς νά ἀποδεχθοῦν τήν Σύνοδο τῆς Νικαίας τοῦ 325, ἔστω χρησιμοποιώντας ἄλλη ὁρολογία, ἔγραφε: «Εἰπάτωσαν καί φρονείτωσαν ἁπλούστερον μέν καί ἀληθῶς τόν Υἱόν φύσει Υἱόν...». Δηλαδή, ἔκανε διάκριση, ὅπως φαίνεται καί σέ ἄλλα κείμενά του, μεταξύ ρημάτων καί πραγμάτων, ρητοῦ καί νοῦ-διάνοιας τοῦ ρητοῦ. Ἔγραφε: «Οὐ γάρ αἱ λέξεις τήν φύσιν παραιροῦνται, ἀλλά μᾶλλον ἡ φύσις τάς λέξεις εἰς ἑαυτήν μεταβάλλει».
Στήν προκειμένη ὅμως περίπτωση πού μελετᾶμε τό θέμα τῆς Ἐκκλησίας, δέν εἶναι μόνον ἡ λέξη Ἐκκλησία πού χρησιμοποιεῖται ὡς “τεχνικός ὅρος”, ἀλλά καί στήν χρήση τοῦ νοήματος, τοῦ πράγματος στό ὁποῖο ἀναφέρεται ἡ λέξη αὐτή, ἀφοῦ στόν ὅρο «Ἐκκλησίες», ὅπως θά ἀποδείξουμε παρακάτω, δίνεται ἐκκλησιαστικότητα. Ἑπομένως δέν ἰσχύει τό ἐπιχείρημα τῆς διακρίσεως ὀνομάτων καί πραγμάτων στόν ὅρο Ἐκκλησία. Θεωρῶ ὅτι προσωπική συνείδηση ἐκείνων πού ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ χρησιμοποίηση τοῦ ὅρου «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες» εἶναι «τεχνικός ὅρος», εἶναι ὅτι στήν οὐσία δέν εἶναι «τεχνικός ὅρος», ἀλλά ἀποδίδεται σέ αὐτές τίς ὁμάδες ἐκκλησιαστικότητα.
Δέν μπορεῖ διαφορετικά νά ἐξηγηθῆ ὅτι στίς συζητήσεις πού γίνονταν στήν Σύνοδο τῆς Κρήτης ὑποστηριζόταν τό «ἔγκυρο καί ὑποστατό τοῦ Βαπτίσματος τῶν ἑτεροδόξων», ὅτι οἱ δυτικές «Ἐκκλησίες» ἔχουν μυστήρια, ὅτι μέ τήν ἀπόσχισή τους ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν ἔγινε τίποτε σπουδαῖο, ἀφοῦ «ἐσχίσθησαν» οἱ Ἐκκλησίες μεταξύ τους, ἤτοι ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνατολική μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, ὅπως «σχίζεται ἕνα ράσο σέ δύο κομμάτια, ἀλλά παρά ταῦτα παραμένει ράσο»!!
Δέν εἶναι λογικό, ἀλλά οὔτε καί γλωσσολογικά ἀποδεκτό, νά χρησιμο¬ποιῆται ἡ ἴδια λέξη, στήν περίπτωση αὐτή ἡ λέξη Ἐκκλησία, ἀλλά καί ὅσες εἶναι στενά συναρτημένες μέ αὐτήν, δηλαδή οἱ λέξεις βάπτισμα καί μυστήριο μέ τήν «πραγματική» τους σημασία, ἐνῶ στό κείμενο τῆς Μεγάλης Συνόδου πού ἀνήκει στό ἴδιο κειμενικό εἶδος –στήν προκειμένη περίπτωση σέ ἕνα κείμενο δογματικοῦ χαρακτήρα– νά χρησιμοποιοῦνται ὡς «τεχνικοί ὅροι».
Τό ὅτι καί αὐτοί πού χρησιμοποιοῦν τόν ὅρο «Ἐκκλησίες» ὡς δῆθεν «τεχνικό ὅρο» δέν τό πιστεύουν καί στήν οὐσία τίς θεωροῦν πραγματικές Ἐκκλησίες, ἀποδεικνύεται ἀπό τήν πρακτική πού ἐπικρατεῖ στό θέμα αὐτό. Στά ἐπίσημα κείμενα πού ἔχουν ὑπογραφῆ μεταξύ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τοῦ Πάπα τῆς Ρώμης, ὅπως καί σέ διάφορες δηλώσεις, σαφέστατα γίνεται λόγος γιά πραγματικές Ἐκκλησίες, ὁπότε στήν συνείδησή τους ὁ ὅρος Ἐκκλησίες δέν εἶναι «τεχνικός», ἀλλά οὐσιαστικός. Θά παραθέσω μερικά πρόχειρα παραδείγματα.
Στήν Ὁμολογία Θυατείρων (The Thyateira Confession) πού ἔχει γραφῆ ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Θυατείρων καί Μεγάλης Βρεττανίας Ἀθηναγόρα Κοκκινάκη καί ἔχει ἐγκριθῆ ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, γράφεται:
«Οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί πιστεύουν ὅτι ὅσοι βαπτίζονται εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπό Ἱερέα ἤ ἀπό Λαϊκόν ἐν καιρῷ ἀνάγκης εἶναι Χριστιανοί ἀληθινοί καί ἀνήκουν εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί εἶναι μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι Ἕνας καί παραμένει ἀδιαίρετος ὡς Θεάνθρωπος».
Σέ ἄλλο σημεῖο γράφεται:
«Ὅλοι οἱ Χριστιανοί μέ τό ἴδιον βάπτισμα ἐγίναμεν μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ὅλοι κατά διαφόρους τρόπους καί μορφάς ἀποβλέπομεν εἰς τήν Θείαν Εὐχαριστίαν ὡς πρός τό Μυστήριον τῆς Κοινωνίας πού μᾶς ἑνώνει μέ τόν Χριστόν».
Ἀλλοῦ γράφεται:
«Τό γεγονός ὅμως εἶναι ὅτι οἱ Ρωμαιοκαθολικοί λατρεύουν ὅπως καί οἱ Ὀρθόδοξοι τόν Ἰησοῦν Χριστόν εἰς τήν θείαν Εὐχαριστίαν».
Ἐπίσης, ἀλλοῦ γράφεται:
«Ἐπεκράτησε, λόγῳ τῆς φιλίας, οἱ Ὀρθόδοξοι νά κηδεύουν τούς Ἀγγλικανούς καί νά κοινωνοῦν αὐτούς ὅπου δέν ὑπάρχουν Ἀγγλικανοί Ἱερεῖς. Ἐπίσης ὅπου δέν ὑπάρχουν Ὀρθόδοξοι Ἱερεῖς, οἱ Ἀγγλικανοί κηδεύουν καί κοινωνοῦν τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς. Τοῦτο γίνεται μέ τήν γνῶσιν, ἀλλά καί μέ τήν ἄγνοιαν τῆς Ἐκκλησίας εἰς μερικούς τόπους, ἀλλά καί διά λόγους ἀνάγκης καί Χριστιανικῆς Μυστηριακῆς φιλοξενίας. Ἔπειτα εἶναι βέβαιον ὅτι οἱ Χριστιανοί μόνοι των ζητοῦν τήν Κοινωνίαν. Εἶναι τοῦτο δεῖγμα τῆς διαθέσεως τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ διά τήν ἕνωσιν τῶν Χριστιανῶν πού τούς συνδέει ἡ Παράδοσις, ἡ Ἁγία Γραφή, ἡ Ἱερωσύνη καί τό Πιστεύω τῆς Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως».
Ἀκόμη, ὁ Πάπας Ἰωάννης Παῦλος Β΄ σέ λόγο του πού ἐκφώνησε τήν 5η Ἰουνίου 1991 στό Bialystok τῆς Πολωνίας εἶπε:
«Σήμερα βλέπουμε καθαρότερα καί ἐννοοῦμε καλύτερα τό γεγονός ὅτι οἱ Ἐκκλησίες μας εἶναι ἀδελφές Ἐκκλησίες, ὄχι ὑπό τήν ἔννοια ἁπλῶς μιᾶς ἐκφράσεως εὐγενείας ἀλλά ὑπό ἔννοια μιᾶς θεμελιώδους οἰκουμενικῆς ἐκκλησιολογικῆς κατηγορίας».
Εἶναι χαρακτηριστικά τά ὅσα ἀποφασίσθηκαν στήν «Ζ' Γενική Συνέλευση τοῦ Διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν» στούς χώρους τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Μπελεμεντείου (Balamand) Πανεπιστημίου τοῦ Λιβάνου (17-24 Ἰουνίου 1993).
Στό πρῶτο μέρος τοῦ κειμένου πού τιτλοφορεῖται «Ἐκκλησιολογικαί Ἀρχαί», ἀφοῦ γίνεται ἀναφορά στό πῶς «προέκυψαν (αἱ) ἀνατολικαί Καθολικαί Ἐκκλησίαι» (Οὐνία), οἱ ὁποῖες ἀποκατέστησαν «τήν πλήρη κοινωνίαν μέ τήν Ἕδραν τῆς Ρώμης καί παρέμειναν πισταί εἰς Αὐτήν», στήν συνέχεια γράφεται ὅτι ὁ τρόπος αὐτός τῆς ἑνότητος, πού ἀποκλήθηκε «οὐνία» «δέν ἠμπορεῖ πλέον νά γίνει ἀποδεκτός οὔτε ὡς ἀκολουθητέα μέθοδος οὔτε ὡς πρότυπον τῆς ἑνότητος τήν ὁποίαν ἀναζητοῦν αἱ Ἐκκλησίαι μας», ἄν καί οἱ «Ἐκκλησίες» αὐτές (Οὐνία) «ὡς τμῆμα τῆς καθολικῆς κοινωνίας, ἔχουν δικαίωμα νά ὑπάρχουν καί νά δροῦν διά νά ἀνταποκριθοῦν εἰς τάς πνευματικάς ἀνάγκας τῶν πιστῶν των».
Γιατί, ὅμως, γράφεται αὐτό; Διότι τώρα, κατά τήν ἀπόφαση αὐτή, δέν ὑφίσταται ἰδιαίτερο πρόβλημα, ἐπειδή ἄλλαξε πλέον ἡ θεώρηση μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν, ἤτοι «λόγῳ τοῦ τρόπου διά τοῦ ὁποίου Καθολικοί καί Ὀρθόδοξοι θεωροῦν ἐκ νέου ἑαυτούς ἐν τῇ σχέσει των πρός τό μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας καί ἀνακαλύπτουν ἐκ νέου ἑαυτούς ὡς ἀδελφάς Ἐκκλησίας».
Διευκρινίζεται ἀκόμη περισσότερο ὅτι «οἱ δύο Ἐκκλησίες», Ὀρθόδοξη καί Ρωμαιοκαθολική, ἔχουν τήν ἴδια πίστη καί ζωή, πού ἐνεπιστεύθη ὁ Χριστός στήν Ἐκκλησία. Γράφεται:
«Ἑκατέρωθεν ἀναγνωρίζεται ὅτι ὅσα ἐνεπιστεύθη ὁ Χριστός εἰς τήν Ἐκκλησίαν του –ὁμολογία τῆς ἀποστολικῆς πίστεως, μετοχή εἰς τά αὐτά μυστήρια, κυρίως εἰς τήν μίαν ἱερωσύνην τήν τελοῦσαν τήν μίαν θυσίαν τοῦ Χριστοῦ, ἀποστολική διαδοχή τῶν ἐπισκόπων– δέν δύνανται νά θεωρηθοῦν ὡς ἀποκλειστική ἰδιοκτησία μίας τῶν ἡμετέρων Ἐκκλησιῶν. Εἶναι σαφές ὅτι ἐντός τοῦ πλαισίου τούτου ἀποκλείεται πᾶς ἀναβαπτισμός».
Ἀμέσως στήν συνέχεια γράφεται:
«Διά τοῦτον ἀκριβῶς τόν λόγον ἡ Καθολική Ἐκκλησία καί ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀναγνωρίζουν ἑαυτάς ἀμοιβαίως ὡς ἀδελφάς Ἐκκλησίας, ἀπό κοινοῦ ὑπευθύνους διά τήν τήρησιν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ πιστότητι πρός τήν θείαν οἰκονομίαν, ἰδιαίτατα ὡς πρός τήν ἑνότητα».
Διαβάζοντας τήν ἀπόφαση αὐτή, διερωτῶμαι: Γιατί μερικοί ἐξακολουθοῦν νά χαρακτηρίζουν τούς ἑτεροδόξους Χριστιανούς ὡς «Ἐκκλησίες», ὑποστηρίζοντας ὅτι δῆθεν εἶναι «τεχνικός ὅρος», ἐνῶ ἀπό ἐπίσημα κείμενα τοῦ «Διαλόγου μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν» ἀποδεικνύεται σαφέστατα ὅτι προσδίδεται ἐκκλησιαστικότητα στόν ὅρο αὐτό καί ἑπομένως εἶναι οὐσιαστικός ὅρος καί ὄχι τεχνικός;
Ἐπί πλέον σέ κοινές δηλώσεις μεταξύ Πάπα καί Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀποδίδεται στούς ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας Χριστιανούς ἐκκλησιαστικότητα καί ἑπομένως ὁ χρησιμοποιούμενος ὅρος Ἐκκλησία, γιά τούς ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δέν εἶναι τεχνικός ὅρος, ἀλλά οὐσιαστικός. Θά παραθέσω μερικά ἀποσπάσματα ἀπό μιά τέτοια κοινή δήλωση (29-6-1995):
«Ὁ διάλογος οὗτος –διά τῆς μικτῆς διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς– ἀπεδείχθη καρποφόρος, καί ἠδυνήθη νά προοδεύσῃ οὐσιαστικῶς. Ἐξ αὐτοῦ προέκυψε κοινή τις μυστηριακή ἔννοια περί Ἐκκλησίας, στηριχθεῖσα καί μεταδοθεῖσα σύν τῷ χρόνῳ ὑπό τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς. Ἐν ταῖς Ἐκκλησίαις ἡμῶν ἡ ἀποστολική διαδοχή εἶναι θεμέλιον τοῦ ἁγιασμοῦ καί τῆς ἑνότητος τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Θεωροῦσα ὅτι ἐν πάσῃ τοπικῇ Ἐκκλησίᾳ ἐπιτελεῖται τό μυστήριον τῆς θείας ἀγάπης, καί ὅτι οὕτως ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ φανερώνει τήν ἐν ἑκάστῃ τούτων ἐνεργοῦσαν παρουσίαν αὐτῆς, ἡ μικτή Ἐπιτροπή ἠδυνήθη νά διακηρύξη ὅτι αἱ Ἐκκλησίαι ἡμῶν ἀναγνωρίζουσιν ἀλλήλας ὡς Ἐκκλησίας ἀδελφάς, συνυπευθύνους ἐν τῇ διαφυλάξει τῆς μόνης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ πιστῆς εἰς τό θεῖον σχέδιον, ὅλως δε ἰδιαζόντως ἐν ὄψει τῆς ἑνότητος».
Πιό κάτω δηλώνεται ἐπισήμως:
«Ἐν ὄψει τούτων προτρέπομεν τούς ὑφ' ἡμᾶς πιστούς, Καθολικούς καί Ὀρθοδόξους, νά ἐνισχύσωσι τό πνεῦμα τῆς ἀδελφοσύνης ἥτις προκύπτει ἐκ τοῦ μοναδικοῦ βαπτίσματος καί ἐκ τῆς συμμετοχῆς εἰς τά ἱερά μυστήρια».
Καί λίγο πιό κάτω δηλώνεται ἐπισήμως:
«Ὁ Πάπας τῆς Ρώμης καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης συναντήσαντες ἀλλήλοις προσηύξαντο ὑπέρ τῆς ἑνότητος πάντων τῶν χριστιανῶν. Ἐν τῇ προσευχῇ αὐτῶν περιέλαβον ὅλους ὅσοι ἄτε βαπτισθέντες ἀποτελοῦν μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἠτήσαντο δέ ὅπως αἱ διάφοροι κοινότητες ὦσιν ἐπί μᾶλλον καί μᾶλλον πισταί εἰς τό Εὐαγγέλιον αὐτοῦ».
Τελικά ἐκεῖνο πού ἐνοχλεῖ στήν ὑπόθεση αὐτή εἶναι ὅτι στίς συζητήσεις ἐντός καί ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας χρησιμοποιεῖται ἡ διγλωσσία, τριγλωσσία καί πολυγλωσσία, δέν ὑπάρχει ἑνιαία γλώσσα. Ἀλλιῶς ἐκφράζονται σέ ὀρθόδοξα καί μοναχικά περιβάλλοντα καί ἀλλιῶς ἐκφράζονται σέ ἑτερόδοξα περιβάλλοντα. Στήν οὐσία, ὅπως φαίνεται καθαρότατα, διολισθαίνουν ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἀποκλειστικότητος στήν ἀρχή τῆς περιεκτικότητος.
Αὐτό κανείς δέν μπορεῖ νά τό ἀμφισβητήση. Αὐτή εἶναι ἡ βασική γραμμή πολλῶν συγχρόνων Κληρικῶν καί θεολόγων.
Νομίζω ἐκεῖνο πού χρειάζεται σήμερα ἀπό τούς ὑπευθύνους ἐκκλησιαστικούς ἄνδρες εἶναι ὁ συνδυασμός τῆς ἀληθείας μέ τήν ἀγάπη καί ἡ ἀρετή τῆς διακρίσεως. Δέν μποροῦμε ἐν ὀνόματι τῆς ἀληθείας νά στερηθοῦμε τήν ἀγάπη καί τήν διάκριση οὔτε χάριν τῆς ἀγάπης νά στερηθοῦμε τήν ἀλήθεια. Στούς διαλόγους μέ τίς χριστιανικές ὁμάδες αὐτές πρέπει νά χαράσσωνται «κόκκινες γραμμές». Νά ξέρη κανείς μέχρι ποιό σημεῖο μπορεῖ νά προχωρήση ἤ νά ὑποχωρήση, δηλαδή νά οἰκονομῆ τά πράγματα, καί μέχρι σέ ποιό σημεῖο νά παραμένη στήν ἀκρίβεια. Αὐτή ἡ διάκριση γίνεται ὅπου ὑπάρχει φωτισμός νοῦ καί ἐμπειρική θεολογία.
Ἔτσι, οἱ ἐμπειρικοί θεολόγοι πού γνωρίζουν ἐκ πείρας τήν ἄκτιστη δόξα πού ὑπάρχει στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τήν πτώση τῶν Χριστιανῶν πού ἀπομακρύνθηκαν ἀπό αὐτή, μόνον αὐτοί γνωρίζουν νά ὁμολογοῦν τήν ἀλήθεια καί νά ἀγαποῦν πραγματικά τούς ἑτεροδόξους Χριστιανούς. Ἀλλά τέτοιοι ἐμπειρικοί θεολόγοι ἀγνοοῦνται στούς διαλόγους καί δέν χρησιμοποιεῖται ἡ πείρα τους, ἀκριβῶς γιατί ἐπιλέγεται ἡ διπλωματία καί ὄχι ἡ θεολογία.
Τό συμπέρασμα εἶναι ὅτι τό «τεχνικός ὅρος» προσδιορίζεται μέ ἀπόλυτη ἀκρίβεια καί σαφήνεια γιά νά ἀποφευχθῆ ἡ ἀμφισημία. Ὅταν ὅμως ὁ «τεχνικός ὅρος» τίθεται σέ ἀμφιβολία, τότε αὐτοκαταργεῖται ὡς τεχνικός ὅρος καί δέν χρησιμοποιεῖται εὐκαιριακά καί συμβατικά.
Ἔπειτα, τό νά χρησιμοποιῆται σέ κείμενο ὁμολογιακό Μεγάλης Συνόδου ὁ ὅρος Ἐκκλησία ἀπό ὀρθοδόξου θεολογικῆς πλευρᾶς καί νά ὁμολογῆται ὅτι εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία καί ταυτοχρόνως νά χρησιμοποιῆται καί ὁ ὅρος Ἐκκλησίες γιά τούς ἐκτός αὐτῆς ὡς «τεχνικός ὅρος», εἶναι παράδοξο, ἀντιφατικό καί ὑπερβολικά προβληματικό ἀπό κάθε ἄποψη, καί ἀπό ὀρθόδοξη πλευρά καί ἀπό γλωσσολογική.
Ἀκόμη, εἶναι διγλωσσία καί πολυγλωσσία τό νά ὑποστηρίζεται ἄλλοτε μέν ὅτι ἡ χρησιμοποίηση τοῦ ὅρου «Ἐκκλησίες» γιά τούς ἑτεροδόξους εἶναι «τεχνικός ὅρος», ἄλλοτε δέ, σέ ἐπίσημες μάλιστα ἀποφάσεις, νά ἀποδίδεται στόν λεγόμενο «τεχνικό ὅρο» οὐσιαστικό νόημα καί ἐκκλησιαστικότητα. Ἔτσι, ἄλλοτε γίνεται λόγος γιά «τεχνικό ὅρο» καί ἄλλοτε γιά οὐσιαστικό ὅρο. Αὐτό δείχνει ἕνα πολύ μεγάλο πρόβλημα.
Ἐξίσου μεγάλο πρόβλημα εἶναι τό νά ὑποστηρίζεται ὅτι ὁ ὅρος Ἐκκλησία, ὡς Σῶμα Χριστοῦ καί κοινωνία θεώσεως, εἶναι περιγραφικός ὅρος καί μιά ἁπλή εἰκόνα καί ὅτι δῆθεν ἐκφράζεται καί ἐδῶ ἡ ἀποφατικότητα καί ὅτι δέν μποροῦμε νά ἑτεροπροσδιορίσουμε τούς ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι ἀπομακρύνθηκαν ἀπό τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἐκφράσθηκε ἀπό τούς Πατέρες στίς Οἰκουμενικές Συνόδους.
Τελικά, τά ἐκκλησιολογικά θέματα εἶναι σοβαρά καί πρέπει νά ἀντιμετωπίζονται μέ ὑπευθυνότητα καί μέσα ἀπό τήν πατερική διδασκαλία, ὅπως ἐκφράσθηκε συνοδικά. Οἱ Πατέρες ὅταν ὁμιλοῦσαν γιά δογματικά καί ἐκκλησιαστικά θέματα, χρησιμοποιοῦσαν ἀκριβεῖς ὅρους μέσα ἀπό ὀρθόδοξες προϋποθέσεις. Καί ὅταν ἔπρεπε νά κάνουν κάποια ἀλλαγή τῶν ὅρων, τό ἔκαναν μέ οὐσιαστικές προϋποθέσεις, μέ μεγάλη προσοχή, ὥστε νά ὁριοθετήσουν τήν ἀλήθεια πού ζοῦσαν ἐμπειρικά καί γιά νά διευκολύνουν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι χάριν μιᾶς ἐπικοινωνιακῆς διπλωματίας.
Βεβαίως, ὅπως ἔχει σημειωθῆ ἐπανειλημμένως στό κείμενο αὐτό, ὁ ὅρος Ἐκκλησία δέν εἶναι περιγραφικός, ἀλλά εἶναι τό τεθεωμένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, γι' αὐτό καί εἶναι «ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία». –
Πηγή: Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση
Όσα και αν έχουν εφεύρει οι στηρίζοντες τον πρωτόγνωρο όρο της Συνόδου της Κρήτης ‘’ετερόδοξες εκκλησίες’’, ο οποίος συνεπικουρείται και από τη Δήλωση του Τορόντο (εδάφιο 5), δεν πείθουν το πλήρωμα της Εκκλησίας. Η πρόσφατη ‘’ερμηνευτική’’ δικαιολόγηση του όρου αυτού ως όρου τύπου ‘’terminus technicus’’ δεν πείθει.
Μη λησμονούμε ότι ο όρος ‘’ετερόδοξες εκκλησίες’’ δεν τέθηκε εξ υπαρχής στα κείμενα. Ο όρος αρχικά ήταν ‘’εκκλησίες’’, με βάση τη δημοσιευθείσα απόφαση της Συνάξεως των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών, που πραγματοποιήθηκε στο Ορθόδοξο Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Σαμπεζύ Γενεύης (21 - 28 Ιανουαρίου 2016).
Παρόλες τις διαφωνίες πολλών, δεν αποσύρθηκε όρος ‘’εκκλησίες’’. Και φυσικά δεν αποτελούσε όρο ‘’terminus technicus’’ ο όρος ‘’εκκλησίες’’. Aν και αντίβαινε στην προλογική ομολογία του κειμένου, όπου αναφέρετο ότι «η Ορθόδοξος Εκκλησία, είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία» (Παρ. 1), και οι θεολογικές ενστάσεις ήταν αρκετές, η επιμονή ‘’μετακύλησε’’ τον όρο στη Σύνοδο της Κρήτης ως είχε. Η μόνη ‘’τεχνικότητα’’ που υπήρξε, ήταν η εκ περισσού επιμονή να παραμείνει ο όρος ‘’εκκλησίες’’.
Τελικά ο όρος ‘’συμβιβαστικά’’ μετατράπηκε σε ‘’ετερόδοξες εκκλησίες’’. Ήταν όρος τύπου ‘’terminus technicus’’, η μετατροπή του σε ‘’ετερόδοξες εκκλησίες’’, ή όρος που φανέρωνε την εκ περισσού επιμονή; Ήταν όρος ‘’terminus technicus’’ ή αποτέλεσμα ‘’συμβιβασμού’’ στην ορολογία. Όταν ο αρχικός όρος ‘’μετατρέπεται’’ συμβιβαστικά, δεν υπάρχει περιθώριο να χαρακτηρισθεί ως ‘’terminus technicus’’, για τον λόγο ότι η επιμονή, ‘’μετακυλύει’’ έστω και μερικώς την αρχική έννοιά του. Οι όροι που αποτελούν προϊόντα ‘’συμβιβασμού’’, δεν διαφοροποιούνται εντελώς από την αρχική έννοιά τους. Ήθελαν επίμονα να παραμείνει ο όρος ‘’εκκλησίες’’, γι’ αυτό και εξευρέθηκε ο συμβιβαστικός όρος ‘’ετερόδοξες εκκλησίες’’.
Όσοι προβάλλουν λοιπόν τον ισχυρισμό για όρο τύπου ‘’terminus technicus’’, στη χρήση του εκκλησιολογικού όρου ‘’εκκλησίες’’, ας προσέξουν ξανά τις εκκλησιολογικές προϋποθέσεις της Δήλωσης του Τορόντο (εδάφιο 5) και θα αντιληφθούν ότι συνεπικουρείται και από τη Δήλωση αυτή. Η Δήλωση του Τορόντο δεν έπρεπε να υπογραφεί λόγω των εκκλησιολογικών στρεβλώσεών της. Αντί τούτου γίνεται αναφορά τις εκκλησιολογικές της προϋποθέσεις, κατά τη Σύνοδο της Κρήτης. Δήλαδή δεν έφτανε το λάθος της υπογραφής της δήλωση της αυτής, έπρεπε να γίνει και αναφορά σ’ αυτή και στη Σύνοδο της Κρήτης;
Έχουν παρατηρήσει τι αναφέρει το εδάφιο 5 της Δήλωσης του Τορόντο; «Οι εκκλησίες – μέλη του Π.Σ.Ε. αναγνωρίζουν στις άλλες εκκλησίες στοιχεία της αληθούς εκκλησίας» (Δήλωση του Τορόντο, εδάφιο 5). Μάλιστα αυτό το εδάφιο παρασιωπήθηκε λες και μια δήλωση την οποία υπογράφεις, δικαιούσαι κατότιν να παίρνεις επιλεκτικά εδάφια, και ακολούθως μόνο αυτά να προβάλεις ως εκκλησιολογικές της προϋποθέσεις. Οι εκκλησιολογικές προϋποθέσεις επεξηγούνται από την ολότητα του κειμένου της Δήλωσης του Τορόντο.
Η αναφορά επίσης στη Δήλωση του Τορόντο, που ‘’επεξηγεί’’ ότι «οι εκκλησίες (μέλη του Π.Σ.Ε.) αναγνωρίζουν ότι το να αποτελεί κάποιος μέλος της εκκλησίας του Χριστού, είναι πιο περιεκτικό από το να αποτελεί μέλος της ίδιας του της εκκλησίας», πόσο μεγάλη στρέβλωση καταδεικνύει η αναφορά για την Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία; Υπογράφοντας οι Ορθόδοξοι που παρευρέθηκαν στο Π.Σ.Ε. αυτή τη δήλωση, παραδέχονται ότι υπάρχει μια Εκκλησία στην οποία είναι πιο περιεκτικό να ανήκουμε, παρά να είμαστε μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Τι κακόδοξη εκκλησιολογική στρέβλωση είναι αυτή;
Συνεπώς για ποιές τις εκκλησιολογικές προϋποθέσεις μπορούμε να ομιλούμε; Όλα τούτα συνηγορούν στο εκλάβουμε το ‘’συμβιβαστικό’’ όρος μιας επιμονής που προκάλεσε τόσο τάραχο στην Εκκλησία, ως όρο τύπου ‘’terminus technicus’’; Η επιμονή να μην εγκαταληφθεί ο όρος’’εκκλησίες’’, επέφεραν τον ‘’συμβιβαστικό’’ όρο ‘’ετερόδοξες εκκλησίες’’, με τη συνεπαγόμενη σημασία του, παρά τις αναφορές σε όρο τύπου ‘’terminus technicus’’. Επιπλέον τούτων, επήλθε και ο τάραχος στην Εκκλησία.
Πηγή: Ακτίνες
Τον τελευταίο καιρό μετά τη Σύνοδο της Κρήτης, παρατηρείται μια ιδιαίτερη έξαρση αναφορών στον ‘’φονταμενταλισμό’’. Η προτεσταντική αυτή ‘’πρακτική’’ που προτοεμφανίστηκε στην Αμερική περί το έτος 1920, βρίσκει και στους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλοτρόπως μιμητές.
Η ερμηνευτική συνωνυμική σημασία που δίνεται από πάρα πολλούς στον όρο ‘’φονταμενταλισμός’’, είναι ‘’θεμελιωτισμός’’. Ο όρος ‘’φονταμενταλισμός’’ προέρχεται από τη λατινική λέξη ‘’fontamentum’’ που θα πει θεμέλιο και από αυτή προήλθε η γαλλική λέξη ‘’fontamentalisme’’ εκ της οποίας προέρχεται ο όρος που χρησιμοποιήθηκε από τους προτεστάντες τον 19ο αιώνα.
Πολλοί αναφέρονται σε φονταμενταλισμό, σχετικά με τους σχολιασμούς για τη δημοσιευθείσα απόφαση της Συνόδου της Κρήτης. Οι απαξιωτικές αναφορές που ακολούθησαν περί φονταμενταλισμού στους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, οφείλονται στο ότι δεν ανέχονται κανένα σχολιασμό. Η Ορθόδοξη ακρίβεια δεν είναι ‘’φονταμενταλισμός’’.
Όταν χρειάστηκε ο Άγιος Παΐσιος να ομολογήσει την Ορθόδοξη Πίστη του, δεν φείσθηκε να χρησιμοποιήσει και αυστηρές εκφράσεις για τον τότε Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα, όπως το «αγάπησε μια κοσμική γυναίκα», στη γνωστή επιστολή προς τον Αρχιμανδρίτη Χαράλαμπο Βασιλόπουλο. Ήταν τούτο ‘’φονταμενταλισμός’’; Αυτός ήταν ένας τρόπος να δειχθεί το μέγεθος και προπαντός η αιτία του οικουμενιστικού ολισθήματος του τότε Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα. Απόδειξη ότι δεν ήταν τούτο ολίσθημα ακρότητας και φονταμενταλισμού, αποτελεί και το γεγονός ότι στην ίδια αυτή επιστολή ο Άγιος Παΐσιος, μίλησε και για τους υποπίπτοντες σε ακρότητες. Επιπρόσθετα με αυτά ο Άγιος Παΐσιος μίλησε με αγάπη για τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Είναι επακριβώς αυτό το κάλλος της εν αληθεία αγάπης. Συνεπώς άλλο ακρότητα και άλλο Ορθόδοξη ακρίβεια.
Και όταν ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, μίλησε περί των «άγαν παρ’ ημίν ορθοδόξων», δεν είναι για τους φυλάσσοντες την ακρίβεια της Ορθόδοξης Πίστης μας που αναφέρθηκε, αλλά για τους καταφεύγοντες σε ακρότητες με αδόκιμα ζήλο. Για τούτο ο ίδιος πύρινους λόγους εξεφώνησε και έγραψε εναντίον των αιρέσεων, υπερασπιζόμενος την Αγία Ορθοδοξία μας.
Οι ύβρεις και οι απαξιωτικές αναφορές ‘’φονταμενταλισμού’’, για όσους με Ορθόδοξη σοβαρότητα εκφράζουν την άποψή τους για συγκεκριμένα θέματα της Συνόδου της Κρήτης, δεν φανερώνει μόνο εμπαθή στάση, αλλά και αδυναμία Ορθόδοξης επιχειρηματολόγησης.
Πηγή: Ακτίνες
Ο τίτλος του παρόντος άρθρου θυμίζει την αρχαία φράση, την οποία έλεγε καθημερινά ο υπηρέτης στον Πέρση βασιλιά Δαρείο, υπενθυμίζοντας του ότι έπρεπε να τιμωρήσει τους Αθηναίους, γιατί συμμετείχαν στην πυρπόληση των Σάρδεων: «Δέσποτα, μέμνησο των Αθηναίων!», του έλεγε κάθε πρωί που άνοιγε τα μάτια του.
Ναι, είναι δανεισμένο το «μέμνησο» από τη φράση εκείνη. Μόνο που γράφεται εδώ, όχι για να εγείρει αισθήματα εκδίκησης ή αντιπάθειας σε πρόσωπα, όπως αυτή του Δαρείου προς τους Αθηναίους, αλλά για να στηθεί ως μια μικρή ασπίδα αντίστασης στην καταστροφική προσπάθεια μεταπατεροποίησης της Παράδοσης της Εκκλησίας μας. Να βοηθήσει στο κατά δύναμη, ώστε η σύνοδος του Κολυμπαρίου να εντυπωθεί και να παραμείνει στη θύμηση και στη συνείδηση του λαού, ως το θλιβερό εκκλησιαστικό γεγονός, το οποίο κατέστη επισήμως έρεισμα και εφαλτήριο διάδοσης και εδραίωσης της παναιρέσεως του οικουμενισμού. Ακόμη δε, ότι η σύνοδος αυτή πραγματοποιήθηκε, για να γίνει η δικλείδα ασφαλείας, που έρχεται να κλειδώσει, να επιβεβαιώσει, να εγκρίνει και να διασφαλίσει την «κανονικότητα» των μέχρι τούδε αλλά και πασών των διαπραχθέντων και διαπραχθησομένων οικουμενιστικών αυθαιρεσιών.
Είναι πολύ σοβαρή και αξιοθρήνητη η κατάσταση. Δεν ξέρουμε, μετά από αυτήν τη σύνοδο, πόσο γρήγορα θα εξελιχθούν τα γεγονότα και ποιος θα είναι ο πνευματικός της αντίκτυπος. Με πείσμα και αγωνία πολλή, αλλά και με μεθόδους ξένες προς το πνεύμα της Εκκλησίας του Χριστού, σπεύδουν οι «μηχανικοί» της συνόδου του Κολυμπαρίου να την «εγκαταστήσουν», διά του ετσιθελισμού, στη συνείδηση των πιστών. Άκοντος εκόντος του πληρώματος, πλέον, όλα τα εκκλησιαστικά πράγματα έχουν και θα συνεχίσουν να έχουν ως βάση σχεδιασμού, ερμηνείας και εκτέλεσής τους τις αποφάσεις αυτής της συνόδου. Μ` ένα λόγο χαράχτηκε νέα πορεία της Εκκλησίας, σύμφωνη με το γενικότερο κλίμα της ομογενοποίησης των πάντων, κάτω από το δαιμονικό πνεύμα της πανθρησκείας και ισχυρό ρεύμα της παγκοσμιοποίησης.
Αν λοιπόν αρχίσει να περνά στη λήθη η σύνοδος, σημαίνει πως δεν θεωρείται μόλυσμα, πως είναι ακίνδυνη για την εξάπλωση πνευματικού λοιμού. Άρα δεν ενοχλεί την εκκλησιαστική συνείδηση και συνεπώς κατατάσσεται στο ίδιο επίπεδο με όλες τις προηγούμενες Συνόδους.
Για να έχει όμως το δικαίωμα της λησμονιάς η σύνοδος αυτή από τις καρδιές, οι οποίες σέβονται τους αγίους και την παρακαταθήκη τους, πρέπει να διαγραφεί οριστικά από την εκκλησιαστική ιστορία, χωρίς να μείνει κανένα ίχνος από τους βέβηλους και σεσοφισμένους μύθους της. Να ακυρωθούν οι αποφάσεις της, όπως οι κανόνες ορίζουν, για να ξανάρθει η ηρεμία στη ζωή της Εκκλησίας και να εξαλειφθεί μια από τις σοβαρές αιτίες των πολλών και μεγάλων κακών που συμβαίνουν και θα συνεχίσουν να συμβαίνουν στην πατρίδα μας.
Μην αμφιβάλλουμε πως οι προτεσταντικής προέλευσης ηθικοπνευματικές εκτροπές, που διαβρώνουν σήμερα στον τόπο μας το πατροπαράδοτο ήθος, χτυπώντας ασεβώς τους ευαίσθητους και ιερούς χώρους, βλέπε παιδεία, είναι απόρροια του πνεύματος της συνόδου του Κολυμπαρίου. Διότι, δεν έχουν τόση σημασία οι θεολογικές αναλύσεις των αποφάσεών της, όσο αυτό που κρύβεται πίσω απ` αυτές και ο σκοπός που επιδιώκεται. Όσοι παρακολουθούν με αγωνία και ακόμη περισσότερο όσοι αντιστέκονται, αγωνιζόμενοι κατά του νέου αυτού αντιρωμαίικου καθεστώτος, ξέρουν πολύ καλά πως υπάρχει σχέση των δύο αυτών πραγμάτων.
Κι επειδή η Εκκλησία είναι θείο καθίδρυμα και λειτουργεί όχι μόνο μέσα το χρόνο και μέσα στον κόσμο, αλλά και εις τους ουρανούς και εις τους αιώνας των αιώνων, όσοι ζούμε στις ημέρες αυτές, κατά τις οποίες διαπράττεται η παρανομία και βιώνουμε ζωντανό τον πειρασμό, αν δεν σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων, θα δώσουμε λόγο στο Θεό. Διότι θα παραδώσουμε αμαχητί στις επόμενες γενιές ένα πνευματικό έκτρωμα, ένα δηλητήριο με ψεύτικο φαρμακευτικό - θεραπευτικό επικάλυμμα, το οποίο ύπουλα και κρυφά, αλλά σταθερά, θα οδηγεί τις ψυχές στην απώλεια.
Γι` αυτό, πάση θυσία, πρέπει να παραμείνει αναμμένη και ζωντανή η μνήμη της ως μέγα πνευματικό έλλειμμα, που προκαλεί πόνο στην ψυχή και συνεπώς και ως θέμα διαρκούς ετοιμότητας και προσευχής. Διότι με τον τρόπο που προωθείται η επιβολή των αποφάσεών της, μόνο το χέρι του Θεού μπορεί να την ανακόψει.
Παρόλα αυτά και τόσα άλλα, που υπερβαίνουν τις δυνάμεις του ανθρώπου και διαφεύγουν της αντίληψής του:
Λαέ του Θεού, μην ξεχνάς το Κολυμπάρι!
Πηγή: Ακτίνες
Μὲ τὴν Ἐγκύκλιο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος «Πρὸς τὸν Λαό», γιὰ τὴν «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῆς Κρήτης» φαίνεται ὅτι πανορθοδόξως ἔχει κλείσει ὁ κύκλος τῶν ὅσων συνέβησαν πρό, κατὰ καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτήν.
Ἀπὸ τὶς 14 Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες οἱ τέσσερις (Ἀντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας καὶ Γεωργίας), οἱ ὁποῖες δὲν συμμετέσχον στὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης, δήλωσαν ὅτι δὲν δεσμεύονται ἀπὸ τὶς ἀποφάσεις Της.
Ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες δέκα οἱ Ἐκκλησίες Ἀλεξανδρείας, Ἱεροσολύμων, Σερβίας, Ρουμανίας, Πολωνίας καὶ Τσεχίας κρατοῦν μιὰ διακριτικὰ ἀδιάφορη στάση, γιὰ τοὺς δικούς της λόγους ἡ κάθε μία. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀλβανίας καὶ ἰδιαιτέρως ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου ὑποστηρίζουν μὲ θέρμη τὶς ἀπόψεις τοῦ Φαναρίου, τὸ ὁποῖο ἔχει ἀποδυθεῖ σὲ μιὰ προσπάθεια νὰ πείσει τοὺς πιστούς, ὅτι ἡ Σύνοδος στὴν Κρήτη ἦταν πετυχημένη καὶ ἰσάξια των Οἰκουμενικῶν Συνόδων...
Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος φαίνεται πὼς ἔκλεισε πρόσφατά το θέμα τῆς Συνόδου στὴν Κρήτη, μὲ τὴν ἐκδοθεῖσα Ἐγκύκλιό της «Πρὸς τὸν Λαό». Σημειώνεται ὅτι αὐτή σε διάφορες Μητροπόλεις δὲν ἀνεγνώσθη στοὺς πιστούς. Μετὰ τὴν ἔκτακτη Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας, τὸν περασμένο Νοέμβριο, ἡ ΔΙΣ ἀρχικὰ σκέφθηκε νὰ μείνει στὰ περὶ τῆς Συνόδου ἐκδοθέντα Δελτία Τύπου καὶ νὰ μὴν προβεῖ σὲ ἄλλη ἐνέργεια. Ἡ ἄποψη αὐτὴ στηρίχθηκε στὸ γεγονὸς ὅτι στὴν εἰσήγησή του ὁ Μητροπολίτης Σερρῶν κ. Θεολόγος εἶπε μεταξύ των ἄλλων: «Τελικῶς, πολυσέβαστοι Πατέρες, ἡ ὅποια ἀξιολογικὴ μὲ ἐκκλησιολογικούς, ἁγιοπνευματικοὺς καὶ πνευματικοὺς πάντοτε ὅρους, προσέγγισις τῆς ἐν Κολυμπαρίω Κρήτης συνελθούσης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου επαφιεται στὴν νηφαλίως καὶ ἀδεκάστως ἐνεργοῦσαν ἱστορίαν καὶ κυρίως στὴν ἐγρηγοροῦσαν καὶ ἔνθεον συνείδησιν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος». (Σελ. 38 εἰσηγήσεως. Οἱ ὑπογραμμίσεις τοῦ ὑπογρ.).
Στὴν ἴδια εἰσήγησή του ὁ Σέβ. Σερρῶν προέβη σὲ προτάσεις «ἀξιοποίησης τῶν προτάσεων τῆς Συνόδου στὴν Κρήτη», γιὰ τὶς ὁποῖες ἀναφέρει ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος θα ἠδύνατο να ἀναθέσει τὴ μελέτη τους σὲ ἁρμοδία ἢ καὶ σὲ εἰδικὴ Συνοδικὴ Ἐπιτροπή. Ἡ δυνητικὴ εὐκτική, κατὰ τὴν ἄποψη Συνοδικῶν Μητροπολιτῶν, ἄφηνε στὴν κρίση τῆς Δ.Ι.Σ. τὴν ἀπόφαση νὰ ὑλοποιηθοῦν ἢ ὄχι οἱ προτάσεις του... Ἐξάλλου ἡ δημόσια δήλωση τῶν Μητροπολιτῶν Κυθήρων καὶ Καλαβρύτων, ὄτι κατα τὴν Ἱεραρχία τοῦ Νοεμβρίου 2016 οὐδεμία ἀπόφαση ἐλήφθη περὶ ὑλοποιήσεως τῶν προτάσεων τοῦ Μητρ. Σερρῶν, δὲν διεψεύσθη ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο καὶ ἀποδυνάμωσε περαιτέρω τὴ διάθεση ὁρισμένων Μητροπολιτῶν, ὑποστηρικτῶν τῶν διαθέσεων τοῦ Φαναρίου, νὰ ἐπιμείνουν στὸ νὰ ὑπάρξει ἐκστρατεία ἐνημέρωσης, περὶ τῶν θετικῶν ἀποτελεσμάτων τῆς Συνόδου στὴν Κρήτη.
Ὁ Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος πληροφορήθηκε τὶς σκέψεις, ποὺ ἐπικράτησαν στὴ Διαρκῆ Ἱερὰ Σύνοδο, νὰ μὴν ἑξαπολυθεὶ Ἐγκύκλιος «Πρὸς τὸν λαό», γιατί θὰ μποροῦσε νὰ γίνει αἰτία προκλήσεως νέων ἀντιδράσεων στοὺς κόλπους τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐπικοινώνησε μὲ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο κ. Ἱερώνυμο. Τοῦ ζήτησε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐκδώσει Ἐγκύκλιο, προφανῶς μὲ θετικὰ σχόλια γιὰ τὴ Σύνοδο στὴν Κρήτη, ὅπως τὸ ἔπραξε ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου. Τὴν ἐξαπόλυση τῆς Ἐγκυκλίου ὁ Πατριάρχης τὴ θεώρησε ἀπαραίτητη, πρὸς «διαφύλαξη καὶ προάσπιση τοῦ κύρους τοῦ Φαναρίου», τὸ ὁποῖο εἶναι σὲ δύσκολη θέση, μετὰ τὴ στάση ἄλλων τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος μετέφερε στὴν Δ.Ι.Σ. τὰ διατρέξαντα μὲ τὸν Πατριάρχη καὶ ζήτησε νὰ ἐκδοθεῖ ἡ Ἐγκύκλιος, γιὰ νὰ μὴν ὑπάρξει νέα αἰτία ἔντασης μὲ τὸ Φανάρι...
Η Δ.Ι.Σ. δέχθηκε ὁμοφώνως τὴν πρόταση καὶ ἀνέθεσε στὸν Μητροπολίτη Ἐδέσσης κ. Ἰωὴλ τὴ σύνταξη κειμένου, γιὰ νὰ κυκλοφορηθεῖ ὡς Συνοδικὴ Ἐγκύκλιος «Πρὸς τὸν Λαό». Στὸ κείμενο ποὺ πρότεινε ὁ κ. Ἰωὴλ ὑπῆρξαν στὴν Δ.Ι.Σ. τροποποιήσεις καὶ ἔτσι πῆρε τὴν τελική του μορφή, ποὺ δημοσιεύθηκε. Θεολόγοι, ἐγκρατεῖς στὰ κανονικὰ καὶ ἐκκλησιολογικὰ ζητήματα, σχολίασαν τὸ κείμενο τῆς Δ.Ι.Σ. Ἀπὸ τὸν ὑπογράφοντα ὀκτὼ ἐπισημάνσεις:
Ἡ πρώτη εἶναι πὼς δὲν ἔχει τὸ ὑποστηρικτικὸ περιεχόμενο τοῦ Μηνύματος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. Παράδειγμα: Στὴν πρώτη παράγραφο ἀναγράφεται: «Κύριος σκοπὸς τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου ηταν η ἐνίσχυση καὶ ἡ φανέρωση τῆς ἑνότητας ὅλων των Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀντιμετώπιση διαφόρων συγχρόνων ποιμαντικῶν ζητημάτων». (Σήμ. Ὁ τονισμὸς τοῦ ὑπογρ.). Μὲ το ήταν η ΔΙΣ ἀπέφυγε νὰ πάρει θέση στὸ ἂν τελικὰ ἐπετεύχθη ἢ ὄχι ὁ σκοπὸς νὰ φανερωθεῖ στὴν Κρήτη ἡ ἑνότητα τῶν Ὀρθοδόξων...
Η δεύτερη ἐπισήμανση εἶναι πὼς ἡ Συνοδικὴ Ἐγκύκλιος διευκρινίζει οτι « ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐκφράζει τὴν ἑνότητα καὶ καθολικότητά Της διὰ τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων». Ὁ ἀναγνώστης τῆς Ἐγκυκλίου ἀντιλαμβάνεται ὄτι παραλείφθηκε μὲν ἡ ἐπισήμανση πὼς στὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης φανερώθηκε ἡ ἔλλειψη ἑνότητας μεταξύ των Ὀρθοδόξων, κάτι ποὺ θὰ ἦταν ἀκριβής, ἀφοῦ ἔλειψαν ἀπὸ αὐτὴν τέσσερις τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ἀλλὰ τονίσθηκε τὸ ἐκκλησιολογικῶς ὀρθό, ὅτι ἡ ἑνότητα ἐκφράζεται στὰ «Κοινὰ Μυστήρια». Αλλά τὸ «Κοινὸ Ποτήριο» τῶν δεκατεσσάρων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιών ἐκφράστηκε ὄχι στὴν Κρήτη, ἀλλὰ στὴ Μόσχα, κατὰ τὴν ἐκεῖ πανηγυρικὴ Θεία Λειτουργία τῶν 70ών γενεθλίων τοῦ Πατριάρχου κ. Κυρίλλου....
Ἡ τρίτη εἶναι πὼς αὐτὸ ποὺ γράφεται στὴ συνέχεια τῆς Ἐγκυκλίου, ὄτι « ἡ Συνοδικότητα ὑπηρετεῖ τὴν ἑνότητα καὶ διαπνέει τὴν ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας, τὸν τρόπο ποὺ λαμβάνονται οἱ ἀποφάσεις Της καὶ καθορίζει τὴν πορεία Τῆς»εἶναι βασικὴ Ἀρχὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά, στὴν περίπτωση τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, δὲν φάνηκε αὐτὴ ἡ Συνοδικότητα, λόγω τῆς ἀπουσίας τεσσάρων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, τῆς ἀτελοῦς σύνθεσής Της καὶ τοῦ τρόπου διεξαγωγῆς Της.
Ἡ τέταρτη ἐπισήμανση εἶναι πὼς στὴ σύντομη ἀναφορά της στὰ θέματα, ποὺ συζητήθηκαν καὶ ἐλήφθησαν ἀποφάσεις στὴν Κρήτη ἡ Ἐγκύκλιος «Πρὸς τὸν λαὸ» δὲν ἐνημερώνει ἐπαρκῶς καὶ δὲν λύνει ἀπορίες. Ὁ πιστὸς διαβάζοντας ἢ ἀκούγοντας Τὴν διερωτᾶται ἂν χρειαζόταν μιὰ Σύνοδος γιὰ νὰ καταλήξει στὸ αὐτονόητο καὶ βασικὸ στοιχεῖο τῆς πίστης τῶν Ὀρθοδόξων, ὄτι «Οἱ Ὀρθόδοξες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες δὲν ἀποτελοῦν συνομοσπονδία Ἐκκλησιῶν, ἀλλὰ τὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία». Αν χρειαζόταν μιὰ Σύνοδος γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσει ὅτι στὴ Διασπορὰ ἐπεκτείνεται ἐπ’ ἀόριστον ἡ ἀντικανονικὴ παρουσία πολλῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων σὲ μίαν Ἐπισκοπή. Ἂν χρειαζόταν μιὰ Σύνοδος γιὰ νὰ τονίσει τὴν ἀξία τῆς οἰκογένειας καὶ γιὰ νὰ ἐπαναλάβει τὰ περὶ νηστείας ἰσχύοντα ἀπὸ αἰώνων στὴν Ἐκκλησία.
Ἡ πέμπτη ἐπισήμανση εἶναι πὼς στὴν Ἐγκύκλιο σχεδὸν ἀποσιωπᾶται τὸ θέμα τῆς σχέσης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ τοὺς ἑτεροδόξους. Προφανώς κρίθηκε ὅτι ἂν φουντώσει πάλιν ἡ συζήτηση γι’ αὐτήν, ἐντάσεις θὰ προκαλέσει, καὶ ὄχι ὄφελος στὴν ἑνότητα τοῦ εὐσεβοῦς πληρώματος τῆς καθ’ Ἑλλάδα Ἐκκλησίας...
Ἡ ἕκτη ἐπισήμανση εἶναι πὼς ἡ Ἐγκύκλιος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δὲν ἀναφέρει τὴ σχετικοποίηση τῶν ἱερῶν κανόνων περὶ γάμου καὶ περὶ νηστείας, ὅπως τὸ κάνει τὸ Μήνυμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, πρὸς τὸ πλήρωμά της. Σ’ αὐτὸ ἀναφέρεται ὅτι ἡ Σύνοδος στὴν Κρήτη «ἔδωσε τὸ δικαίωμα σὲ κάθε Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία νὰ ρυθμίζει τὶς ἐπὶ μέρους διατάξεις τῆς νηστείας, ἀνάλογα μὲ τὶς κλιματολογικὲς καὶ ἄλλες συνθῆκες τῆς περιοχῆς» καὶ ἐπίσης ὄτι «παρέχει σὲ κάθε Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τὸ δικαίωμα νὰ κρίνει κατὰ τὶς τοπικὲς συνθῆκες διατάξεις, γιὰ τὴν τέλεση γάμου μεταξὺ ὀρθοδόξων καὶ ἑτεροδόξων». Ἡ ἀποδοχὴ τῆς σχετικοποίησης τῶν περὶ τῆς νηστείας Κανόνων καὶ ἡ «ἐξουσιοδότηση» κάθε Ἐκκλησίας νὰ ἐπιλέγει τὸν τρόπο τῆς νηστείας τῶν πιστῶν Της δυσχεραίνει τὴν ἑνότητα τῶν Ὀρθοδόξων. Πλέον θὰ εἶναι πιθανότατο σὲ μιὰ Διορθόδοξη Σύναξη ἕνας Ἐπίσκοπος νὰ τρώγει ψάρι, ἄλλος λαδερὸ καὶ ἄλλος ξηρὰ τροφή... Τα περὶ συγχύσεως τοῦ πανορθοδόξου πληρώματος ἰσχύουν καὶ ἀπὸ τὴ σχετικοποίηση τῶν περὶ γάμου Κανόνων... Οι Σύνοδοι, ἕως τὴν Κρήτη, ἔλυναν ζητήματα, δὲν τὰ περιέπλεκαν... Οἱ Σύνοδοι, ἕως τὴν Κρήτη, κατέληγαν σὲ ξεκάθαρες ἀποφάσεις, ποὺ δὲν ἔμοιαζαν μὲ χρησμοὺς τῆς Πυθίας.... Οἱ ἀποφάσεις τῶν Συνόδων, ἕως τὴν Κρήτη, εἶχαν γενικὰ ἀποδεκτὸ χαρακτήρα καὶ δὲν ἐπιδέχονταν ἀμφισβητήσεις.
Ἡ ἕβδομη ἐπισήμανση εἶναι πὼς ἡ Σύνοδος στὴν Κρήτη προκάλεσε ἕνα ἀκόμη σοβαρὸ ζήτημα. Οἱ ἀποφάσεις Της ἀπορρίφθηκαν ἀπὸ τὶς τέσσερις μὴ προσελθοῦσες σὲ Αὐτὴν τοπικὲς Ἐκκλησίες. Πῶς θὰ ἀντιμετωπίσει τὴν ἀπόρριψη τὸ Φανάρι; Θὰ λάβει μέτρα σὲ βάρος τους; Θὰ προκαλέσει ἔτσι σχίσμα στοὺς Ὀρθοδόξους; Καὶ ἂν δὲν ἐπιβάλλει μέτρα τότε ποιὰ ἡ ἀξία ὅσων ἀποφάσεων ἐλήφθησαν;...Ὁ κ. Βαρθολομαῖος θὰ ἔπρεπε νὰ σκεφθεῖ ἐγκαίρως, νηφάλια καὶ μὲ πυξίδα τὴν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας τὶς συνέπειες τῆς ἀπόφασής του νὰ διεξαχθεῖ ἡ Σύνοδος στὴν Κρήτη χωρὶς τέσσερις τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες.
Ἡ ὄγδοη καὶ τελευταία ἐπισήμανση εἶναι πώς, συμπερασματικά, ἡ Δ.Ι.Σ., μὲ τὰ ὅσα γράφει στὸ κείμενό Της «Πρὸς τὸν Λαό», καὶ καταλήγοντας μὲ τὸ ὅτι τὰ κείμενα τῆς Συνόδου στὴν Κρήτη «ἀποτελοῦν ἀντικείμενο ἐμβαθύνσεως καὶ περαιτέρω μελέτης» δὲν πρέπει νὰ ἔχει ἀφήσει ἱκανοποιημένο τὸ Φανάρι...
Πηγή: Ῥωμαίικο Ὁδοιπορικό
«Ἡ γὰρ καύχησις ἠμῶν αὕτη ἐστι, τὸ μαρτύριον τῆς συνειδήσεως ἠμῶν, ὅτι ἐν ἁπλότητι καὶ εἰλικρινεία Θεοῦ, οὐκ ἐν σοφία σαρκική, ἀλλ' ἐν χάριτι Θεοῦ ἀνεστράφημεν ἐν τῷ κόσμω, περισσοτέρως δὲ πρὸς ὑμᾶς». (Β΄ Κορ. 1,12)
Ὁ στίχος αὐτὸς τῆς Β΄πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῆς κράζει καὶ βοᾶ γιὰ αὐτοέλεγχο καὶ αὐτογνωσία ὡς πρὸς τὴν «πληροφορία τῆς διακονίας», στὴν ὁποία τάχθηκε τὸ κάθε μέλος μέσα στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἰδιαίτερα οἱ ποιμένες, ποὺ βαστοῦν στὸ λαιμὸ τοὺς ψυχές, γιὰ νὰ τὶς ὁδηγήσουν στὴ σωτηρία.
«Σὺ δὲ νῆφε ἐν πάσι, κακοπάθησον, ἔργον ποίησον εὐαγγελιστού, τὴν διακονίαν σου πληροφόρησον», λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸν Τιμόθεο (Β΄Τιμ. 4,5) καὶ ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: «Ἤτοι, τὸ διακόνημα καὶ ἀρχιερατικόν σου ἐπάγγελμα πλήρωσον, λέγει, ὢ Τιμόθεε καὶ δεῖξον αὐτὸ κατὰ πάντα τέλειον. Τότε δὲ πληροῦται καὶ γίνεται τέλειόν το ἐπάγγελμα τῆς ἀρχιερωσύνης, ὅταν ὁ ἀρχιερεὺς κακοπαθῆ διὰ νὰ σώση τὰς ψυχᾶς τοῦ λογικοῦ του ποιμνίου».
Μιλᾶ γιὰ τὴν καύχησή του ὁ ἀπόστολος Παῦλος καὶ μᾶς ξαφνιάζει ἡ λέξη. Μᾶς προλαβαίνει ὅμως ὁ Ζιγαβηνός: «Ἐφ` ἧς σεμνυνόμεθα», μᾶς ἑρμηνεύει. Δηλαδή, τὸ καύχημά μου, τὸ σέμνωμά μου. Καὶ ποιὸ εἶναι τὸ καύχημά του; «Τὸ μαρτύριον τῆς συνειδήσεως». Ἡ μαρτυρία τῆς συνείδησης, τὴν ὁποία ἐπικαλεῖται, ἄξιζε πολὺ περισσότερο ἀπὸ μύριες ἄλλες μαρτυρίες. Διότι ἡ συνείδηση εἶναι ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Θεοῦ στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας καὶ ἡ φωνὴ τῆς φωτισμένης συνείδησης εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ.
Βέβαια αὐτὰ τὰ λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, καθ` ὃν χρόνο διωκόταν καὶ κινδύνευε καὶ συκοφαντοῦνταν. Ἀλλὰ εἶχε ἀγαθὴ τὴ μαρτυρία τῆς συνείδησής του καὶ χαιρόταν, ἐκεῖ ποὺ ἄλλοι θὰ θλίβονταν καὶ θὰ πικραίνονταν. Ὁ ἅγιος Θεοφύλακτος ἑρμηνεύει: «Ἤμιν τὴν παρρησίαν ἥ του συνειδότος παρέχει μαρτυρία».
Ὁ δὲ ἅγιος Νικόδημος ἑρμηνεύει: «Αὐτὸ εἶναι ποὺ μᾶς κάνει νὰ παρηγορούμαστε, δηλαδὴ ἡ συνείδησή μας, ἡ ὁποία μαρτυρεῖ πὼς δὲν διωκόμαστε καὶ ὑπομένουμε πειρασμοὺς γιὰ τὰ πονηρὰ ἔργα ποὺ πράξαμε, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν πολλῶν. Ἡ προηγούμενη λοιπὸν παρηγοριὰ ποὺ εἴχαμε ἦταν ἀπὸ τὸ Θεό. Αὐτὴ δὲ ἡ παρηγοριὰ ποὺ ἔχουμε τώρα, προέρχεται ἀπὸ τὴν καθαρότητα τῆς συνείδησής μας, γὶ` αὐτὸ καὶ τὴν ὀνομάζει καύχηση μιὰ τέτοια συνείδηση, δείχνοντας μὲ αὐτὸ τὸ λόγο τὴν πολλὴ βεβαιότητα ποὺ εἶχε ὅτι εἶναι καθαρὴ ἡ συνείδησή του». Τὸ «μαρτύριον τῆς συνειδήσεως», εἶναι, κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, ἡ ἐσωτερικὴ ἁγιοπνευματικὴ ἐπιβεβαίωση τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος, ὡς ἀποτελέσματος τῆς καθαρότητας τῆς καρδιᾶς καὶ ἡ ἔκφραση αὐτῆς διὰ τῆς ὀρθοπραξίας.
Στὴ συνέχεια ὁ Ἀπόστολος ἀναφέρει ἄλλες δυὸ ἀρετές, τὴν ἁπλότητα καὶ τὴ θεϊκὴ εἰλικρίνεια. Λέει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος: «Μὲ ἁπλότητα καὶ εἰλικρίνεια (συμπεριφερθήκαμε μέσα στὸν κόσμο καὶ προπαντὸς ἀπέναντί σας). Ἐννοεῖ δηλαδὴ χωρὶς τίποτε δολερό, χωρὶς ὑποκρισία, χωρὶς εἰρωνεία, χωρὶς κολακεία, χωρὶς κακὴ προαίρεση καὶ ἀπάτη, ἀλλὰ μὲ καθαρὴ καὶ ἀπονήρευτη σκέψη καὶ ἄδολη κρίση». Συμπληρώνει δὲ ὁ ἅγιος Θεοφύλακτος: «Μὲ εἰλικρίνεια θὰ πεῖ μὲ καθαρότητα τῆς διάνοιας, χωρὶς δόλο καὶ χωρὶς νὰ ἔχει τίποτε τὸ ὕπουλο».
Ἐπειδὴ ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει, γιὰ νὰ ξεχωρίσει τὴ στάση τοῦ ἀπ` αὐτὴ τῶν ψευδαποστόλων καὶ ἐπειδὴ αὐτὰ ποὺ γράφει στοὺς Κορινθίους, ἐνδείκνυνται ἀπολύτως γιὰ τὶς ἡμέρες μας, καθὼς ἔλειψε ὁ καθαρὸς καὶ φωτισμένος λόγος, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπακοὴ τῶν ποιμένων στὴν Ἐκκλησία, στὶς Οἰκουμενικὲς ἀποφάσεις καὶ στὴν ἁγία μας Παράδοση, καταθέτουμε, στὸ κατὰ δύναμη, τὶς γνῶμες τῶν ἑρμηνευτῶν. Πάντα ἐπίκαιρη ἡ Ἁγία Γραφή, ὅπως καὶ σήμερα, ἰδιαίτερα μ` αὐτὸν τὸ στίχο.
Συνεχίζει ὁ Ἀπόστολος: «οὐκ ἐν σοφία σαρκική, ἀλλ' ἐν χάριτι Θεοῦ ἀνεστράφημεν ἐν τῷ κόσμω»! Μετάφραση: «Ὄχι μὲ σοφιστεία καὶ μὲ ἀπατηλοὺς συλλογισμούς, ἀλλὰ μὲ τὸ φωτισμὸ καὶ τὰ σημεῖα, ποὺ μᾶς χαρίζει ὡς δωρεὰ τοῦ ὁ Θεός, συμπεριφερθήκαμε, ὄχι μόνο σὲ σᾶς, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλο τὸν κόσμο». «Ὄχι μὲ δεινότητα καὶ περιστροφὲς τῶν λόγων, τὰ ὁποῖα συσκιάζουν, (θολώνουν) τὴν ἀλήθεια», ἑρμηνεύει ὁ Οἰκουμένιος. Ὁ δὲ Θεοδώρητος διευκρινίζει: «Σοφία σαρκικὴ δὲν ἐννοεῖ ἐδῶ τὴν εὐγλωττία ἀλλὰ τὴν πανουργία». Ὁ ἅγιος Νικόδημος ἐξηγεῖ: «Ὄχι μὲ δεινότητα λόγων καὶ μὲ περιπλοκὲς καὶ σοφίσματα, διότι αὐτὰ εἶναι ἡ σαρκικὴ σοφία». «Ἀλλὰ τί δώσαμε, τί προσφέραμε στὸν κόσμο καὶ σὲ σᾶς; Αὐτὰ ποὺ διδαχθήκαμε ἀπὸ τὴ θεία χάρη, αὐτὰ καὶ γυμνὰ(αὐτούσια, ἀναλλοίωτά) σας τὰ προσφέρουμε, χωρὶς νὰ ἀνακατεύουμε μὲ αὐτὰ τίποτε δικό μας», λέει πάλι ὁ Θεοδώρητος. Καὶ ἐρμηνεύοντας τὸν ἀπόστολο Παῦλο ὁ Οἰκουμένιος, συμπληρώνει: «Δηλαδή, συναναστράφηκε μὲ τὸν κόσμο καὶ μαζί τους μὲ τὴ σοφία ποὺ τοῦ χάρισε ὁ Θεὸς καὶ μὲ τὴν ἐπιτέλεση διαφόρων θαυμάτων, ποὺ κι αὐτὰ ἦταν χάρισμα τοῦ Θεοῦ».
Καὶ κλείνει ὁ στίχος: «περισσοτέρως δὲ πρὸς ὑμᾶς»: Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ρωτᾶ καὶ ἀπαντᾶ στὴν ἐρώτησή του: «Τί ἐννοεῖ λέγοντας περισσότερο πρός σας; Ὅτι μ` αὐτοὺς συναναστράφηκε περισσότερο ἐν χάριτι Θεοῦ». Καὶ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ὁλοκληρώνει: «Πῶς συναναστράφηκα, λέγει, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἀνάμεσά σας; Ὅτι κοντὰ στὰ σημεῖα καὶ θαύματα, κήρυξα σὲ σᾶς καὶ τὸ εὐαγγέλιο χωρὶς καμία πληρωμή. Βλέπε δέ, ἀναγνώστη, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἦταν κατόρθωμα καὶ ἀρετὴ τοῦ Παύλου, αὐτὸς τὸ ἀναφέρει στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, πὼς ἦταν ἐκείνης κατόρθωμα».
Μαζὶ μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο μᾶς μίλησαν καὶ τὰ δόκιμα στόματα τῶν ἑρμηνευτῶν. Ἂν τὸ Κολυμβάριον διακατέχεται ἀπὸ καύχηση συνειδήσεως παρόμοιά του Παύλου καὶ ἔτσι ἐφησυχάζει στὴ σιωπὴ καὶ «στὸ ἀπυρόβλητό» της ἐξουσίας τοῦ δεσποτισμοῦ, ὡς ἐπιτελέσαν ἐν πληρότητι τὸ χρέος τῆς διακονίας του, θὰ ἀπαντήσει καιρίως ὁ Θεός. Καὶ ἐλπίζουμε καὶ εὐχόμαστε ἡ ἀπάντηση νὰ εἶναι μετριαστικὴ τῆς δικαιοσύνης Του γιὰ ὅλους μας.
Πηγή: Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
Στήν ἀναφορά τῆς θείας Λειτουργίας τοῦ Μεγάλου Βασιλείου γίνεται λόγος γιά τά «σχίσματα τῶν Ἐκκλησιῶν». Ὁ Μέγας Βασίλειος μεταξύ τῶν ἄλλων προσεύχεται στόν Θεό: «Παῦσον τά σχίσματα τῶν Ἐκκλησιῶν».
Μερικοί σύγχρονοι θεολόγοι, γιά νά δικαιολογήσουν τόν ὅρο Ἐκκλησία καί γιά τούς ἑτεροδόξους, ἐπικαλοῦνται καί τήν φράση αὐτή καί ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος ὀνομάζει Ἐκκλησίες καί τίς κοινότητες τῶν αἱρετικῶν, ὁπότε αὐτό, ὅπως ἰσχυρίζονται, δίδει τό δικαίωμα νά ὀνομάζουν ὅλους τούς Χριστιανούς ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ὅτι ἀνήκουν σέ Ἐκκλησίες.
Αὐτό ἐκ πρώτης ὄψεως εἶναι λογικοφανές, ἀλλά ἐάν ἀναλύση κανείς τό θέμα θά διαπιστώση ὅτι τέτοιες ἑρμηνευετικές ἀποδόσεις στόν Μέγα Βασίλειο εἶναι ἐσφαλμένες.
Κατ’ ἀρχάς ἀμέσως μετά τήν προσευχή «παῦσον τά σχίσματα τῶν Ἐκκλησιῶν» ἀκολουθεῖ ἡ προσευχή: «τάς τῶν αἱρέσεων ἐπαναστάσεις ταχέως κατάλυσον τῇ δυνάμει τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος». Αὐτό σημαίνει ὅτι ἐδῶ γίνεται διάκριση μεταξύ τῶν σχισμάτων, πού πρέπει νά παύσουν νά ὑπάρχουν, καί τῶν ἐπαναστάσεων τῶν αἱρέσεων πού πρέπει νά καταλυθοῦν μέ τήν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί αὐτό γιατί οἱ αἱρέσεις εἶναι προϊόντα τοῦ πονηροῦ πνεύματος, τῶν δαιμονικῶν δυνάμεων.
Ἔπειτα, στήν ἴδια εὐχή τῆς ἀναφορᾶς προσεύχεται: «τούς ἐσκορπισμένους ἐπισυνάγαγε∙ τούς πεπλανημένους ἐπανάγαγε καί σύναψον τῇ ἁγίᾳ σου καθολικῇ καί ἀποστολικῇ Ἐκκλησία». Ἔτσι, ὑπάρχει ἡ Μία, Ἁγία, Ἀποστολική καί Καθολική Ἐκκλησία καί «οἱ πεπλανημένοι» πού ἔχουν ἀπομακρυνθῆ ἀπό αὐτή καί πρέπει νά ἐπιστρέψουν σέ αὐτήν.
Ὅποιος δέν μπορεῖ νά κάνη τήν διάκριση μεταξύ σχισμάτων καί αἱρέσεων, δέν μπορεῖ νά καταλάβη τόν λόγο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί κατά τόν τρόπο αὐτό τόν παρερμηνεύει καί τόν ἀδικεῖ.
Τό ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος κάνει διάκριση μεταξύ τῶν σχισμάτων καί τῶν αἱρέσεων φαίνεται στόν 1ο Κανόνα του, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἀποδεκτός ἀπό τήν Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδο καί ἑπομένως ἔχει καθολική ἰσχύ.
Στόν σημαντικό αὐτόν κανόνα ὁ Μέγας Βασίλειος κάνει τήν διάκριση μεταξύ αἱρέσεων, σχισμάτων καί παρασυγαγωγῶν. Ἀναλύοντας αὐτό τό θέμα γράφει, κατά τήν μετάφραση τοῦ χωρίου: «αἱρέσεις (οἱ παλαιοί Πατέρες) ὀνόμασαν αὐτούς πού εἶχαν ἀποσχιστεῖ τελείως καί εἶχαν ἀποξενωθεῖ ἀπό τήν ἴδια τήν πίστη, ἐνῶ σχίσματα αὐτούς πού φιλονίκησαν μεταξύ τους γιά κάποιες αἰτίες ἐκκλησιαστικές καί γιά ζητήματα πού μποροῦν νά διευθετηθοῦν∙ καί παρασυγαγωγές τίς συγκεντρώσεις πού ἔκαναν ἀνυπότακτοι πρεσβύτεροι ἤ ἐπίσκοποι καί ἀγράμματοι ἄνθρωποι». Δίνει δέ μερικά παραδείγματα ἀπό τήν τότε πραγματικότητα γιά νά γίνη κατανοητό.
Ὅταν ὁ Μέγας Βασίλειος προσευχόταν «παῦσον τά σχίσματα τῶν Ἐκκλησιῶν» ἐννοοῦσε τήν προσωρινή διακοπή ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν γιά ζητήματα ἰάσιμα, ἐνῶ γιά τίς αἱρέσεις προσεύχεται διαφορετικά.
Κάνοντας αὐτήν τήν διάκριση σαφῶς γράφει ὅτι οἱ Πατέρες οἱ παλαιοί καθόρισαν «τό μέν τῶν αἱρετικῶν (βάπτισμα), παντελῶς ἀθετῆσαι», τό δέ βάπτισμα τῶν σχισματικῶν νά τό δεχθοῦν, ἐπειδή «ὡς ἔτι ἐκ τῆς ἐκκλησίας αὐτῶν», ἀφοῦ ἀποσχίσθηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία γιά «ζητήματα ἰάσιμα», ὄχι τῆς πίστεως, καί τό βάπτισμα αὐτῶν πού ἀνήκουν στίς παρασυναγωγές «ἄν βελτιωθοῦν μέ ἀξιόλογη μετάνοια καί ἐπιστροφή, νά ἑνώνονται ξανά μέ τήν Ἐκκλησία, ὥστε πολλές φορές νά γίνονται δεκτοί στήν ἴδια τήν τάξη, ὅταν μετανοήσουν, καί αὐτοί πού ἔφυγαν μαζί μέ τούς ἀπειθάρχητους καί πού εἶχαν κάποιον ἱερατικό βαθμό».
Ὁ Μέγας Βασίλειος αἰτιολογεῖ θεολογικῶς γιατί οἱ αἱρετικοί δέν ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία, καί γιατί δέν μπορεῖ νά γίνη ἀποδεκτό τό βάπτισμά τους. Γράφει: «οἱ δέ τῆς ἐκκλησίας ἀποστάντες, οὔκ ἔτι ἔσχον τήν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ’ ἑαυτούς∙ ἐπέλιπε γάρ ἡ μετάδοσις τῷ διακοπεῖναι τήν ἀκολουθίαν», δηλαδή «αὐτοί ὅμως πού ἀποστάτησαν ἀπό τήν ἐκκλησία δέν ἔχουν πιά τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπάνω τους∙ γιατί σταμάτησε ἡ μετάδοση, ἐπειδή διακόπηκε ἡ συνέχεια».
Αὐτό σημαίνει ὅτι ὅσες κοινότητες χριστιανικές δέχονταν τήν αἵρεση, δέν εἶχαν ἀποστολική διαδοχή, καί δέν ἔχουν ἔγκυρα μυστήρια, ἀφοῦ τούς ἐγκατέλειψε ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἡ ἐποχή στήν ὁποία ἔζησε ὁ Μέγας Βασίλειος ἦταν μιά ταραχώδης ἐποχή. Εἶχε προηγηθῆ ἡ Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος, ἀλλά σχεδόν ἀμέσως μετά τήν Σύνοδο αὐτή δημιουργήθηκαν ἔριδες. Γίνονταν μεγάλες συζητήσεις γιά τόν ὅρο τοῦ ὁμοουσίου καί ἄλλους ὅρους σχετικά μέ τήν θεότητα τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί τήν θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι, ἄλλες χριστιανικές κοινότητες εἶχαν ἀπομακρυνθῆ ἀπό τήν Ἐκκλησία ὡς αἱρετικές, λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος εἶχε προσχωρήσει στήν αἵρεση, ἄλλες ἦταν σχισματικές γιά λόγους προσωπικούς καί διοικητικούς, ἀφοῦ δέν εἶχε ἐπικρατήσει ἀκόμη τό διοικητικό σύστημα, πού ὑπάρχει σήμερα, καί ἄλλες ἦταν παρασυναγωγές. Ὅλα αὐτά ρυθμίστηκαν μέ τήν Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἡ ὁποία συνῆλθε τό 381 μ.Χ. δύο χρόνια μετά τήν κοίμηση τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Ἡ δέ Σύνοδος αὐτή δέν ἀνήρεσε αὐτήν τήν διάκριση τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἀλλά τήν διατήρησε, γιατί θέτει οὐσιαστικούς καί κανονικούς ὅρους γιά νά δεχθῆ τό βάπτισμα αὐτῶν πού ἔφυγαν ἀπό τήν Ἐκκλησία.
Ἔτσι ἡ διάκριση μεταξύ αἱρέσεως, σχίσματος καί παρασυναγωγῆς ὑφίσταται σήμερα. Αἱρετικοί εἶναι ὅσοι ἔχουν εἰσάγει αἱρετικές ἀποκλίσεις ἀπό τήν πίστη τῶν Πατέρων. Τό filioque, τό actus purus, τό analogia entis, τό analogia fidei εἶναι αἱρέσεις καί αὐτές ἔχουν ἐγκολπωθῆ οἱ δυτικοί Χριστιανοί. Ὁ μονοφυσιτισμός καί ὁ μονοθελητισμός εἶναι αἱρέσεις καί αὐτές ἔχουν ἐγκολπωθῆ οἱ ἀνατολικοί Χριστιανοί. Ἐκτός αὐτῶν, ὑπάρχουν καί Ἐκκλησίες γιά διοικητικούς λόγους, πού δέν ἔχουν ἐκκλησιαστική κοινωνία, ὅπως τό Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας διέκοψε τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τό Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων.
Ἑπομένως, ὅταν ὁ Μέγας Βασίλειος προσευχόταν «παῦσον τά σχίσματα τῶν Ἐκκλησιῶν» ἐννοοῦσε τήν προσωρινή διακοπή ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν γιά ζητήματα ἰάσιμα, ἐνῶ γιά τίς αἱρέσεις προσεύχεται διαφορετικά, ἤτοι «τάς τῶν αἱρέσεων ἐπαναστάσεις ταχέως κατάλυσον τῇ δυνάμει τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος» καί «τούς πεπλανημένους ἐπανάγαγε καί σύναψον τῇ ἁγίᾳ σου καθολικῇ καί ἀποστολικῇ ἐκκλησίᾳ».
Μέσα στήν προοπτική αὐτή πρέπει νά ἑρμηνεύση κανείς τίς ἐπιστολές πού ἀπέστειλε ὁ Μέγας Βασίλειος γιά τήν εἰρήνη στήν Ἐκκλησία.
Πρέπει νά σταματήση αὐτή ἡ παρερμηνεία τῆς διδασκαλίας τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Ὅσοι ἔχουν διαφορετικές ἀπόψεις, ἔχουν τό δικαίωμα νά τίς ἐκφράζουν, ἀλλά ὁπωσδήποτε ἄς σταματήσουν νά παρερμηνεύουν τόν μεγάλο μας Πατέρα, τόν Ἀρχιεπίσκοπο Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας καί οὐρανοφάντορα Βασίλειο.–
Πηγή: Εκκλησιαστική Παρέμβασις, Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
Μέ μεγάλη πικρία καί λύπη ἡ «ΣΥΝΑΞΗ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΩΝ» πληροφορήθηκε τήν ἀπό 10.12.2016 «νουθετήρια», ἐπιτιμητική καί «πατρική» Ἐπιστολή τοῦ Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κ. Ἀνθίμου πρός τόν Ὁμότιμο Καθηγητή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ., Αἰδεσιμολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο π. Θεόδωρο Ζήση, ὁ οποῖος κατηγορεῖται, ὅτι μέ τίς ὁμιλίες του προκαλεῖ «πνευματικήν σύγχυσιν καί διάστασιν τῶν συνειδήσεων τῶν πιστῶν τοῦ πληρώματος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης».
Ὅπως διαπιστώνεται ὅμως, οἱ διατυπούμενες στήν μητροπολιτική ἐπιστολή ἐναντίον τοῦ π. Θεοδώρου κατηγορίες εἶναι ἐκκλησιολογικά ἀστήρικτες καί θεολογικά ἀβάσιμες καί γι’ αὐτό δέν ἀντέχουν σέ ὁποιαδήποτε κριτική. Αὐτό ἀποδεικνύει κατάφωρα ἡ ἀπό 1.2.2017 ἀπαντητική Ἐπιστολή τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση, ὁ ὁποῖος μέ ἔντονο ἀπολογητικό τόνο, ἀλλά καί πληρέστατη ἐπιχειρηματολογία καταδεικνύει τήν ἀλήθεια τῶν πραγμάτων καί τό ἀθεμελίωτο τῶν ἐναντίον του αἰτιάσεων.
Ὁ π. Θεόδωρος, κορυφαῖος Ὀρθόδοξος Κληρικός, καταξιωμένος Πανεπιστημιακός Διδάσκαλος καί ἐγνωσμένου κύρους Πατρολόγος καί Ἱστορικός, εἶναι μία ἐκκλησιαστική Προσωπικότητα πανορθοδόξου καί παγκοσμίου ἀκτινοβολίας. Διαθέτοντας τά τάλαντα, πού τοῦ ἐχάρισε ὁ Θεός καί τήν ὑπέρ τῆς Ὀρθοδόξου Ἀληθείας μαχητικότητά του ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης, προσφέρει ἀνυπολόγιστη συμπαράσταση στήν Ἐκκλησία καί τό πνευματικό καί ποιμαντικό της ἒργο. Εἶναι, συνεπῶς, ἐπαίνου ἄξιος ἢ κατηγοριῶν καί ἐλεγκτικῶν «νουθεσιῶν». Γίνεται ὅμως εὔκολα κατανοητό, διατί ἐλέγχεται καί κατηγορεῖται. Στούς καιρούς τῆς οἰκουμενιστικῆς ὑστερίας καί ἀκαταστασίας ὁ π. Θεόδωρος ἔχει, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀναδειχθεῖ σέ πατερικό ἀνάστημα καί σθεναρό πρόμαχο καί ὑπερασπιστή τῆς ὀρθοδοξοπατερικῆς παραδόσεως, ἡ ὁποιαδήποτε δέ ἐναντίον του πολεμική ἀποβλέπει στή φίμωσή του καί τήν παρεμπόδιση τῆς ἀντιοικουμενιστικῆς του δράσεως.
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί ἰδιαιτέρως ἡ Ἱερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης πρέπει νά καυχῶνται καί νά χαίρουν, διότι ὁ Θεός τίς ἐτίμησε μέ τήν παρουσία, προσφορά καί δράση ἑνός ἀξίου Κληρικοῦ, ὅπως ὁ π. Θεόδωρος. Ἡ δέ ἐπιδίωξή τους θά ἔπρεπε νά εἶναι ἡ ἀξιοποίηση καί πατρική ἐνίσχυσή του, καθιστώντας τόν π.Θεόδωρο σύμβουλο καί συνεργάτη στό ἔργο τους καί στούς διαφόρους τομεῖς τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας. Ὁ Ἅγιος Θεσσαλονίκης μέ τήν πρός τόν π. Θεόδωρο «ἐπιτιμητική» ἐπιστολή του προεκάλεσε, δυστυχῶς, τήν πικρία καί τά δίκαια παράπονα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Πληρώματος, πού περιβάλλει μέ τήν ἀγάπη του τόν π. Θεόδωρο καί οἰκοδομεῖται πνευματικά μέ τά κηρύγματα καί τήν θεοφιλή ἀντιοικουμενιστική δραστηριότητά του.
Ἡ «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καί Μοναχῶν» συμπαρίσταται ἀδελφικῶς στόν π. Θεόδωρο καί ἐπιδοκιμάζει τήν ἀπαντητική ἐπιστολή του, παρακαλώντας τόν Παναγιώτατο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης νά ἀναθεωρήσει πατρικῶς τήν στάση του.
Γιά τήν «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καί Μοναχῶν»
Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου,
Προηγούμενος Ἱ. Μ. Μεγάλου Μετεώρου
Ἀρχιμανδρίτης Σαράντης Σαράντος
Ἐφημέριος Ἱ. Ναοῦ Κοιμήσεως Θεοτόκου, Ἀμαρούσιον Ἀττικῆς
Ἀρχιμ. Γρηγόριος Χατζηνικολάου
Καθηγούμενος Ἱ. Μ. Ἁγίας Τριάδος Ἄνω Γατζέας Βόλου
Γέρων Εὐστράτιος Ἱερομόναχος
Ἱ. Μ. Μεγίστης Λαύρας Ἁγ. Ὄρους
Πρωτοπρ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός
Ὁμότιμος Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς Παν/μίου Ἀθηνῶν
Τώρα τελευταῖα κατά κόρον ἔχει ὑποστηριχθῆ ἀπό µερικούς ὅτι ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι «Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική» καί αὐτή εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅµως µποροῦµε νά χρησιµοποιήσουµε τόν ὅρο «Ἐκκλησίες» καί γιά τούς ἑτεροδόξους καί στήν περίπτωση αὐτή πρόκειται γιά «τεχνικό ὅρο (terminus technicus)».
Ἡ ἄποψη αὐτή προκαλεῖ ἰδιαίτερη ἐντύπωση, γιατί δέν γράφεται µόνον σέ κείµενα, ἀλλά ὑποστηρίζεται καί ἀπό Ἐπισκόπους καί µάλιστα σέ Συνοδικά Ὄργανα, γιά νά ὑποστηριχθῆ ἡ ἀπόφαση τῆς «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου» τῆς Κρήτης ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνοµασίαν τῶν µή εὑρισκοµένων ἐν κοινωνίᾳ µετ’ αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν».
Φυσικά ἔχω διαφορετική ἄποψη, τήν ὁποία θά ἤθελα νά διατυπώσω στό κείµενο αὐτό.
1. Τι σηµαίνει «τεχνικός όρος» [1]
«Τεχνικός ὅρος» (terminus technicus), σύµφωνα µέ τό Λεξικό τοῦ Γ. Μπαµπινιώτη, εἶναι «ὅρος τόν ὁποῖον χρησιµοποιεῖ µιά τέχνη, µιά ἐπιστήµη ἤ µιά ἐπαγγελµατική εἰδικότητα».
Ἄν ἀνατρέξουµε στήν Πύλη γιά τήν Ἑλληνική Γλώσσα καί στήν ἀναφορά στίς εἰδικές γλῶσσες[2] θά συµπεράνουµε ὅτι τεχνικός ὅρος (terminus technicus) εἶναι ὁ ὅρος πού χρησιµοποιεῖται στό πλαίσιο µιά τεχνικῆς γλώσσας, τῶν ἐπιστηµόνων κάθε εἰδικότητας, ὅταν ἐξετάζουν ζητήµατα τῆς εἰδικότητάς τους. Τεχνικός ὅρος, δηλαδή, εἶναι ὁ ὅρος πού χρησιµοποιεῖται γιά νά περιγραφοῦν ἀντικείµενα ἢ ἔννοιες πού εἴτε δέν ἔχουν ὄνοµα στήν τρέχουσα χρήση εἴτε καλύπτουν τήν ἀνάγκη νά περιγράψουν µέ ἕναν ὅρο πιό συγκεκριµένο, ἀποκλείοντας κάθε ἀµφισηµία, ἀντικείµενα τά ὁποῖα ἡ κανονική γλώσσα (τό κοινό λεξιλόγιο) ἤδη περιγράφει. Μέ ἄλλα λόγια τεχνικός ὅρος µπορεῖ νά εἶναι µιά νέα δηµιουργηµένη λέξη ἢ µιά λέξη ὑπαρκτή στό κοινό λεξιλόγιο µέ πιό συγκεκριµένη σηµασία, λίγο ἢ πολύ διαφορετική ἀπό τήν σηµασία πού ἔχει στό κοινό λεξιλόγιο.
Στήν συγκεκριµένη περίπτωση, δηλαδή, στό κείµενο τῆς Μεγάλης Συνόδου, ἡ ἔκφραση «τεχνικός ὅρος» σηµαίνει ὅτι δέν ἀναγνωρίζεται ὅτι αὐτές οἱ «Χριστιανικές κοινότητες καί ὁµολογίες» εἶναι Ἐκκλησία, ἀλλά χρησιµοποιεῖται ἡ λέξη Ἐκκλησία γιά τίς Χριστιανικές αὐτές ὁµάδες συµβατικά, χάριν συνεννοήσεως µεταξύ µας.
Μέ βάση τόν ὁρισµό τοῦ τεχνικοῦ ὅρου στόν ὁποῖο καταλήξαµε βασιζόµενοι σέ ὑλικό πού ἀντλήσαµε ἀπό τήν Πύλη γιά τήν Ἑλληνική Γλώσσα,θά µπορούσαµε νά ἐπισηµάνουµε τά ἀκόλουθα σχετικά µέ τήν χρήση τοῦ ὅρου Ἐκκλησία ὡς τεχνικοῦ ὅρου:
Οἱ τεχνικοί ὅροι ἀποτελοῦν προϊόν συµφωνίας µεταξύ τῶν ἐπιστηµόνων, ἡ σηµασία τους προσδιορίζεται µέ ἀπόλυτη ἀκρίβεια καί σαφήνεια καί χρησιµοποιοῦνται ἀπό τούς εἰδικούς κάθε τοµέα γιά λόγους συνεννόησης προκειµένου νά ἀποφευχθῆ ἡ ἀµφισηµία. Ἀπό τήν στιγµή ὅµως πού τό περιεχόµενο µιᾶς λέξης τίθεται ἐν ἀµφιβόλῳ καί ἐγείρει συζητήσεις, εἶναι προφανές ὅτι ἡ χρήση της δέν προσδιορίζεται µέ ἀκρίβεια καί δέν ἀποτελεῖ προϊόν συµφωνίας, αὐτοκαταργεῖται ὡς τεχνικός ὅρος.
Οἱ τεχνικοί ὅροι ἐξάλλου καταχωρίζονται σέ εἰδικά λεξικά ὁρολογίας καί καθιερώνονται. Ἑποµένως δέν χρησιµοποιοῦνται εὐκαιριακά καί συµβατικά χάριν συνεννοήσεως γιά νά ἐξυπηρετήσουν µιά συγκεκριµένη περίσταση. Στήν περίπτωση δηλαδή τῆς Μεγάλης Συνόδου, ἡ χρήση τῆς λέξης Ἐκκλησία καί γιά τίς ἑτερόδοξες ὁµολογίες προτείνεται γιά νά ἐξυπηρετήση µιά σύµβαση καί µιά ἀνάγκη ἐπικοινωνίας µέ τήν ἐπίγνωση ὅτι, στήν συγκεκριµένη περίπτωση, καταχρηστικά, χρησιµοποιεῖται ἡ λέξη µέ διαφορετική σηµασία ἀπό αὐτή στήν ὁποία εἶχε συµφωνηθῆ ἀρχικά. Στήν προκειµένη περίπτωση ὅµως δέν ἔχουµε νά κάνουµε µέ τεχνικό ὅρο, ἀλλά µέ ἐπιλογή µιᾶς ἀπό τίς σηµασίες τῆς λέξης.
Πράγµατι, ἄν ἀνατρέξουµε στά λεξικά θά παρατηρήσουµε ὅτι παρατίθενται οἱ διαφορετικές σηµασίες τῆς λέξης. Ἀκριβῶς αὐτός ὅµως εἶναι ὁ σκοπός τῶν λεξικῶν, νά παραθέτουν τίς σηµασίες µιᾶς λέξης καί νά ἀποτυπώνουν τήν χρήση τους µέ τήν παράθεση παραδειγµάτων.
Τά πράγµατα ὅµως εἶναι διαφορετικά σέ ἕνα κείµενο. Ἡ σηµασία τῆς λέξης µέσα στό κείµενο δέν µπορεῖ παρά νά προσδιορισθῆ, ὅπως µᾶς ἔχει µάθει ἡ Γλωσσολογία, καί συγκεκριµένα ἡ Πραγµατολογία, ἀπό τό «συµφραστικό πλαίσιο –γλωσσικό καί ἐξωγλωσσικό– τῆς ἐκφώνησης» [3] . Ἡ σηµασία, δηλαδή, εἶναι στενά συναρτηµένη µέ τήν περίσταση, τίς συνθῆκες τοῦ χώρου, τοῦ χρόνου, τοῦ ἐπιδιωκόµενου στόχου κλπ. Ἑποµένως, ἡ σηµασία τῆς λέξης Ἐκκλησία στό συγκεκριµένο ἐκκλησιολογικό κείµενο τῆς Μεγάλης Συνόδου µπορεῖ νά προσδιορισθῆ µόνο σέ σχέση µέ ἄλλα ὁµόλογα δογµατικά - ἐκκλησιολογικά κείµενα –ἐνῶ, ὅπως θά τονισθῆ πιό κάτω, ὁ «τεχνικός ὅρος» χρησιµοποιεῖται ὡς οὐσιαστικός ὅρος– καί µέ ἐσωτερικά κειµενικά κριτήρια.
Τέλος, δέν µποροῦµε νά συνδέουµε τόν «τεχνικό ὅρο» µέ τήν ἀποφατικότητα. Κατ' ἀρχήν ἡ ἔννοια τῆς ἀποφατικότητας ἀφορᾶ µόνο τόν Θεό, ὅπως θά ποῦµε παρακάτω, καί δέν µποροῦµε ξαφνικά νά κάνουµε διεσταλµένη ἑρµηνεία τοῦ ἀποφατισµοῦ καί γιά τόν ὅρο Ἐκκλησία, µόνο καί µόνο ἐπειδή µᾶς ἐξυπηρετεῖ. Ἐξάλλου, ἡ ἔννοια τοῦ «τεχνικοῦ ὅρου» βρίσκεται στόν ἀντίποδα τῆς ἀποφατικῆς ἔκφρασης. Ἡ ἀποφατικότητα ἀφορᾶ κυρίως τήν ἀδυναµία ὁρισµοῦ καί ἀκριβοῦς ὀνοµατοδοσίας. Ὁ «τεχνικός ὅρος» ἀντίθετα ἀποτελεῖ ἀπόπειρα ἀκριβοῦς, κατά τό δυνατόν, προσδιορισµοῦ µιᾶς ἔννοιας.
Πάντως, ἡ χρήση «τεχνικός ὅρος» γιά τίς ἄλλες Χριστιανικές Ὁµολογίες στήν πραγµατικότητα εἶναι παραπλανητική καί θά ἐξηγήσω στήν συνέχεια τούς λόγους πού ὑποστηρίζουν τήν ἄποψή µου αὐτή.
2. Οἱ «τεχνικοί ὅροι» σέ ὁµολογιακά κείµενα
Στόν καθηµερινό λόγο καί τήν ἐπικοινωνία µέ Χριστιανούς ἄλλων Ὁµολογιῶν χρησιµοποιεῖται ὁ ὅρος Ἐκκλησία καταχρηστικά καί συγκαταβατικά, χάριν µιᾶς συνεννοήσεως, διότι ἔτσι αὐτοπροσδιορίζονται οἱ ὁµάδες αὐτές. Ὁ ὅρος Ἐκκλησία χρησιµοποιεῖται καί µέ τήν κοινωνική ἔννοια (ἡ Ἐκκλησία τοῦ ∆ήµου) καί γιά τίς θρησκευτικές καί παραθρησκευτικές ὁµάδες (Ἐκκλησία τοῦ Σατανᾶ).
Στήν πρόσφατη ἐπίσκεψή µου στήν Ἀµερική µέ πληροφόρησαν ὅτι περίπου 55.000 «Χριστιανικές» ὁµάδες αὐτοαποκαλοῦνται «Ἐκκλησίες». Τό ἐνδιαφέρον δέ εἶναι ὅτι ὅλες αὐτές οἱ «Χριστιανικές ὁµάδες» δέν πληροῦν τούς ὅρους καί τίς προϋποθέσεις γιά νά γίνουν µέλη τοῦ «Παγκοσµίου Συµβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν».
Εἶναι γνωστόν ὅτι γιά νά γίνη κάποια «Χριστιανική ὁµάδα» µέλος τοῦ «Παγκοσµίου Συµβουλίου Ἐκκλησιῶν» πρέπει νά ὑποβάλη αἴτηση καί νά γίνη ἔρευνα ἄν πληροῖ τίς προϋποθέσεις γιά νά θεωρηθῆ µέλος του. Αὐτή ἡ διαδικασία διαρκεῖ ἕνα µεγάλο χρονικό διάστηµα.
Ἔτσι, ὅσες ὁµάδες χρησιµοποιοῦν τόν ὅρο «Ἐκκλησία» δέν εἶναι «Ἐκκλησίες», ἁπλῶς αὐτοαποκαλοῦνται ἔτσι. Τό ὅτι τό κείµενο πού ἐξεδόθη ἀπό τήν «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο» τῆς Κρήτης δέν κάνει αὐτήν τήν διασάφηση-ἐπεξήγηση, ἀλλά χαρακτηρίζει ὅλες τίς «Χριστιανικές ὁµάδες» ὡς «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες καί ὁµολογίες» εἶναι προβληµατικό.
Σέ ἄλλο κείµενό µου, τό ὁποῖο κατέθεσα καί στά Πρακτικά τῆς «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου», ὑποστήριξα ὅτι ἡ χρήση τοῦ ὅρου Ἐκκλησία καί γιά τίς ἑτερόδοξες Χριστιανικές Κοινότητες - Ὁµολογίες, ἀπό παλαιούς καί συγχρόνους Πατέρας, Ἐπισκόπους καί θεολόγους, δέν σηµαίνει ὅτι µπορεῖ νά θεωρηθῆ ὡς δικαιολογία γιά τήν χρησιµοποίηση τοῦ ὅρου αὐτοῦ καί στήν ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης. Καί αὐτό γιατί πρέπει νά γίνη σαφής διασάφηση-ἐπεξήγηση. Ἄλλο εἶναι νά χρησιµοποιῆται ἐνδεχοµένως ἡ λέξη Ἐκκλησία καταχρηστικά και συµβατικά γιά ἑτερόδοξες ὁµάδες, ἄν καί δέν πιστεύουµε ὅτι εἶναι πραγµατικά µέλη τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, καί ἄλλο εἶναι νά τεθῆ σέ κείµενο τῆς Μεγάλης αὐτῆς Συνόδου, ὡς δογµατική καί κανονική ἀπόφασή της. Ὅπως εἴπαµε καί παραπάνω, ἡ χρήση καί ἡ σηµασία µιᾶς λέξης προσδιορίζεται ἀνάλογα µέ τό συµφραστικό πλαίσιο στό ὁποῖο ἐντάσσεται.
Τό ἐρώτηµα εἶναι καίριο: Ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης εἶναι Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἤ ὄχι; Ἄν εἶναι Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος, συνέχεια τῶν Οἰκουµενικῶν Συνόδων, τότε δέν µπορεῖ στίς ἀποφάσεις της νά χρησιµοποιῆ τίς λέξεις ὡς ὑποτιθέµενους «τεχνικούς ὅρους». ∆έν µπορῶ νά διανοηθῶ ὅτι οἱ Πατέρες τῶν Α΄ καί Β΄ Οἰκουµενικῶν Συνόδων πού ἀποφάσισαν τό «Σύµβολο τῆς Πίστεως» θά µποροῦσαν νά χρησιµοποιήσουν «τεχνικούς ὅρους», ἤ οἱ µετέπειτα Πατέρες τῶν ἄλλων Οἰκουµενικῶν Συνόδων πού ἀποφάσισαν γιά χριστολογικά θέµατα θά µποροῦσαν νά χρησιµοποιήσουν «τεχνικούς ὅρους». Τέτοιες ἀπόψεις εἶναι ἀπαράδεκτες ἀπό κάθε πλευρᾶς.
Οἱ Οἰκουµενικές Σύνοδοι, ὡς γνωστόν, ἔδωσαν µάχες γιά τήν ἀκριβῆ χρήση τῶν λέξεων - ὅρων πού ἀφοροῦσαν δογµατικᾶ ζητήµατα. Γιά κανέναν λόγο δέν µπορεῖ ἕνας σοβαρός ἄνθρωπος νά ὑποστηρίξη ὅτι ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης εἶναι Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος καί ὅµως ταυτόχρονα µέ συνείδηση τῶν Ἱεραρχῶν - θεολόγων νά περιλαµβάνη στίς ἀποφάσεις της «τεχνικούς ὅρους» καί µάλιστα σέ σοβαρά ἐκκλησιολογικά θέµατα, τά ὁποῖα ταυτόχρονα εἶναι Χριστολογικά θέµατα.
Πάντως, ἡ ἀντίληψη τοῦ ὅρου «ἐκκλησία» ὡς «τεχνικοῦ ὅρου» παραπέµπει καί στήν πολιτική ὑστεροβουλία τῶν µονοθελητῶν, οἱ ὁποῖοι ἐνῶ µιλοῦσαν γιά τό ἕνα θέληµα τοῦ Χριστοῦ, βεβαίωναν τόν ἅγιο Μάξιµο ὅτι δέν ἐννοοῦν ἕνα θέληµα στόν Χριστό γιά ἀµφότερες τίς φύσεις Του, ἀλλά τό γράφουν ἔτσι γιά νά ἠρεµήση ὁ κόσµος καί νά εἰρηνεύση ἡ οἰκουµένη… Τοῦ λοιποῦ προωθοῦσαν τό ἕνα θέληµα µέ τήν ἐλπίδα ἐγκόλπωσης τῶν µονοφυσιτῶν στήν αὐτοκρατορική Ἐκκλησία.
Ἡ συσχέτιση µέ τό σήµερα εἶναι προφανής. Ἀπό τήν µιά ὁ ὅρος Ἐκκλησία χρησιµοποιεῖται δῆθεν ὡς «τεχνικός ὅρος», χωρίς νά σηµαίνη ἀπόδοση ἐκκλησιαστικότητας στούς ἑτεροδόξους, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη στήν συζήτηση µέσα στήν ἴδια τήν Σύνοδο τῆς Κρήτης γιά τούς µεικτούς γάµους, θεµελιωνόταν τό ἔγκυρο τοῦ βαπτίσµατος τῶν ἑτεροδόξων καί συναφῶς τῆς ἀπόδοσης ἐκκλησιαστικότητας στίς κοινότητές τους. Αὐτό τό θέµα θά τό δοῦµε πιό κάτω.
3. Τό πράγµα καί τό ὄνοµα, ὡς πρός τόν ὅρο ἘκκλησίαἘκκλησίες
Γιά νά ὑποστηριχθῆ ὅτι ὁ ὅρος Ἐκκλησία εἶναι «τεχνικός ὅρος», ἐπιστρατεύθηκε τό ἐπιχείρηµα ὅτι στήν πατερική παράδοση ὑφίσταται διάκριση µεταξύ τοῦ πράγµατος καί τῶν ὀνοµάτων (ὅρων-λέξεων), ὅπως φαίνεται στήν ἀντιµετώπιση τῶν θεωριῶν τοῦ Εὐνοµίου ἀπό τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας.
Τό ὅτι οἱ ὅροι δέν περιγράφουν τήν φύση τῶν πραγµάτων εἶναι κοινός πατερικός τόπος γιά ὅλα τά πράγµατα καί µάλιστα ἀκόµα καί τά κτιστά. Συνεπῶς ἡ ὅποια ἀποφατικότητα –χρησιµοποιώντας ἐδῶ αὐτόν τόν ἐντελῶς ἀδόκιµο ὅρο– ἀφορᾶ ὅλα τά πράγµατα, τά ὁποῖα στό σύνολό τους γνωρίζονται ἀπό τίς ἐνέργειές τους, ἐνῶ ἡ φύση τους παραµένει ἄγνωστη. Ἑποµένως, ἡ ὅλη εἰσαγωγή τῆς καππαδοκικῆς ἐπιχειρηµατολογίας περισσότερο χρησιµοποιεῖται ρητορικά µέ σκοπό νά ρίξη τόν «λίθο τοῦ ἀναθέµατος» στούς µή δεχοµένους τόν ὅρο Ἐκκλησία γιά τούς ἑτεροδόξους παρά γιά νά κοµίση ἕνα θεολογικό ἐπιχείρηµα.
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ Εὐνόµιος, ὁ ὁποῖος «ἔδωσε λογικό ὁρισµό στήν διαλεκτική τοῦ Ἀετίου», κατά τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκι, κήρυττε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἁπλοῦς καί ἀµέριστος, καί µοναδικό στοιχεῖο τῆς ἁπλῆς οὐσίας του εἶναι ἡ ἀγεννησία, ἡ ὁποία τόν καθορίζει. Ἡ τέλεια ἁπλότητα τοῦ Θεοῦ συνεπαγόταν τήν ταύτιση.Ἔτσι, ταύτιζε τήν οὐσία µέ τήν ἐνέργειά Του. Ἐπίσης, δίδασκε ὅτι λόγῳ τῆς ἁπλότητος τοῦ Θεοῦ καί ἐµεῖς γνωρίζουµε τό πᾶν γιά τόν Θεό, ὅπως γνωρίζει ὁ Θεός τόν ἑαυτό Του. «Ὁ Θεός περί τῆς ἑαυτοῦ οὐσίας οὐδέν πλέον ἡµῶν ἐπίσταται, οὐδέ ἔστιν αὕτη µᾶλλον µέν ἐκείνῳ, ἧττον δέ ἡµῖν γινωσκοµένη».
Ὁ Μέγας Βασίλειος κατ' ἀρχάς καί στήν συνέχεια ὁ ἅγιος Γρηγόριος
Νύσσης, ὅπως καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καί οἱ µεταγενέστεροι Πατέρες ὁµιλοῦσαν γιά τήν ἀδιαίρετη διάκριση µεταξύ οὐσίας καί ἐνεργείας στόν Θεό, καί ὑποστήριζαν ὅτι ἐµεῖς γνωρίζουµε τόν Θεό ἀπό τίς ἐνέργειές Του, ἀγνοοοῦµε δέ παντελῶς τήν οὐσία Του. Ἐπίσης ὑπεστήριζαν ὅτι ὁ Θεός εἶναι πολυώνυµος ὡς πρός τίς ἐνέργειές Του καί ἀνώνυµος ὡς πρός τήν οὐσία Του. Ἐµεῖς δίνουµε ὀνόµατα στόν Θεό ἀπό τίς ἐνέργειές Του, ἀλλά ἐκφράζοντας τόν ἀποφατισµό ἀφαιροῦµε ὀνόµατα. Ἔτσι, δέν ταυτίζονται τά ὀνόµατα τοῦ Θεοῦ µέ τήν φύση Του καί αὐτόν τόν Θεό.
Ὁ ἅγιος ∆ιονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης τό ἐξέφρασε καθαρά, ὅταν ἔλεγε ὅτι ὁ Θεός ἔχει ὀνόµατα, ἤτοι εἶναι ἀγαθός, ζωή, σοφία, δύναµη καί ὅλα ὅσα ἀνήκουν στήν νοητή θεωνυµία, ἀλλά εἶναι Τριάδα ὑπερούσια, ὑπέρθεη, ὑπεράγαθη. Ὁ Θεός εἶναι φῶς, ἀλλά καί γνόφος, ὁρᾶται ἀλλά εἶναι καί ἀόρατος, θεᾶται ὑπέρ νόησιν καί ὑπέρ αἴσθησιν.
Γενικά οἱ Πατέρες δίδαξαν ὅτι ὑπάρχουν τά ρήµατα, ἤτοι οἱ λέξεις, καί τά νοήµατα, ἤτοι τό περιεχόµενο τῶν λέξεων. ∆έν ταυτίζονται τά ρήµατα µέ τά νοήµατα καί ἡ ἐµπειρία δέν µπορεῖ νά ἐκφρασθῆ ἀπολύτως µέ τά ρήµατα καί τά νοήµατα.
Πάντως, οἱ Πατέρες χρησιµοποιοῦσαν τά κτιστά ρήµατα καί νοήµατα πού συναντοῦσαν στό περιβάλλον γιά νά διατυπωθῆ ἡ θεοπτική ἐµπειρία τους, ἀλλά δίδασκαν ὅτι ὅταν ὁ θεόπτης φθάση στήν ἐµπειρία, τότε καταργοῦνται καί τά ρήµατα καί τά νοήµατα, γιατί ἡ θεοπτική ἐµπειρία γίνεται ἐν Χάριτι ὑπέρ νόησιν καί ὑπέρ αἴσθησιν. Αὐτά εἶναι τά ἄρρητα ρήµατα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, πού καταγράφονται µέ ρητά ρήµατα καί νοήµατα.
Αὐτή εἶναι ἡ βασική ἀρχή τῆς καταφατικῆς καί ἀποφατικῆς θεολογίας, ἀφοῦ ὁ Θεός ὁρᾶται ἀοράτως καί ἀκούγεται ἀνηκούστως καί µετέχεται ἀµεθέκτως καί πολλαπλασιάζεται ἀπολλαπλασιάστως.
Ὅµως αὐτό πού γίνεται στήν θεοπτική ἐµπειρία καί ἀναφέρεται στόν Τριαδικό Θεό, δηλαδή στήν θεολογία, δέν µπορεῖ νά ἐφαρµοσθῆ γιά τήν περιγραφή τοῦ γεγονότος τῆς Ἐκκλησίας. ∆έν µποροῦµε νά ἰσχυριζόµαστε ὅτι ἡ διδασκαλία τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι ἀντιτάχθηκαν στίς αἱρετικές ἀπόψεις τοῦ Εὐνοµίου, ἐφαρµόζεται γιά τήν περιγραφή τοῦ γεγονότος τῆς Ἐκκλησίας.
Ὅποιος ἐπιµένει σέ αὐτό διαπράττει τό θεολογικό σφάλµα νά µή κάνη διάκριση µεταξύ θεολογίας καί οἰκονοµίας, καί κατ' ἐπέκταση µεταφέρει ὅ,τι ἰσχύει στόν Τριαδικό Θεό στήν Ἐκκλησιολογία, δηλαδή τήν οἰκονοµία. Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ µέ τήν εὐδοκία τοῦ Πατρός καί τήν συνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος προσέλαβε ἀνθρωπίνη φύση καί ἕνωσε τό ἄκτιστο µε τό κτιστό, τό ἀθάνατο µέ τό θνητό, ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίστως.
Ἔπειτα, οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ παραπέµπουν σέ συγκεκριµένα πράγµατα, ὁπότε δέν δηλώνονται διά κενῶν ὀνοµάτων πού ἀλλάζουν εὐκαίρως ἀκαίρως, λόγῳ τῆς ἀνυπαρξίας τοῦ πράγµατος τό ὁποῖο δηλώνουν. Τίθενται, λοιπόν, πολλά ἐρωτήµατα: Τό ὄνοµα Ἐκκλησία στούς Ὀρθοδόξους, παραπέµπει ἢ ὄχι στό πλήρωµα τῶν ἀκτίστων θείων ἐνεργειῶν τοῦ σώµατος τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ; Οἱ ἑτερόδοξες ὁµάδες, χαρακτηριζόµενες µέ τόν ὅρο Ἐκκλησίες, παραπέµπουν ἢ ὄχι γιά ἐµᾶς τούς Ὀρθοδόξους στήν κοινωνία θεώσεως πού ἐκπορεύεται ἀπό τό Θεανθρώπινο Σῶµα τοῦ Χριστοῦ; Οἱ ἑτερόδοξες ὁµάδες, χαρακτηριζόµενες µέ τόν ὅρο Ἐκκλησίες, παραπέµπουν ἢ ὄχι γιά ἐµᾶς τούς Ὀρθοδόξους στό πλήρωµα τῆς ἀλήθειας; Εἶναι ἢ δέν εἶναι διγλωσσία καί θεολογική διπλωµατία, ἕνα ὄνοµα πού οἱ Ὀρθόδοξοι χρησιµοποιοῦν γιά νά παραπέµπη σέ συγκεκριµένο σηµαινόµενο, νά χρησιµοποιῆται µέ ἄλλο σηµαινόµενο γιά ἄλλες θρησκευτικές ὁµάδες; Πόσο διαφέρει αὐτό ἀπό τήν πολιτική τῶν µονοθελητῶν, οἱ ὁποῖοι µέ τήν ἴδια ἔκφραση «τό ἕνα θέληµα στό Χριστό» διαβεβαίωναν τούς ὀρθόδοξους ὅτι ἕνα θέληµα σηµαίνει σύµπτωση δυό φυσικῶν θεληµάτων (ἄρα δύο φύσεων) καί στούς µονοφυσίτες ἄφηναν νά ἐννοηθῆ ὅτι ἕνα θέληµα προφανῶς παραπέµπει σέ µιά φύση στόν Χριστό;
Ὅλα αὐτά τά ἐρωτήµατα εἶναι καίριας σηµασίας καί σπουδαιότητας.
Οἱ Πατέρες µιλοῦν γιά τήν ἀλήθεια τῶν πραγµάτων καί διακηρύττουν στούς διαφωνοῦντες ὅτι δέν θά ζυγοµαχήσουν γιά τίς λέξεις καί τά ὀνόµατα ἂν συµφωνήσουν γιά τήν ἀλήθεια τῶν πραγµάτων. Ἡ ἐπιµονή στίς λέξεις δέν ἀφορᾶ κάποια ἀπόδοση σταθερῆς καί ἀµετάβλητης ἀλήθειας στά ὀνόµατα, ὅπως σοφιστικά ρίπτεται ὁ «λίθος τοῦ ἀναθέµατος» στούς ἐπιµένοντες ὅτι οἱ ἑτερόδοξοι δέν εἶναι Ἐκκλησία. Ἀφορᾶ τήν ρητή ἀπαίτηση νά συµφωνοῦν ἅπαντες οἱ συµµετέχοντες στήν Σύνοδο, ὅτι ὅταν τίθεται µιά λέξη γιά νά περιγράψη µιά πραγµατικότητα κατανοεῖται ἀπό ὅλους µέ τόν ἴδιο τρόπο.
Ἄλλωστε, ὅλοι οἱ δογµατικοί ἀγῶνες πάνω στήν ὁρολογία ἀφοροῦσαν ἀκριβῶς τό νά συµφωνήσουν ἅπαντες στά πράγµατα. Κλασσικό παράδειγµα ἡ Ε' Οἰκουµενική Σύνοδος, στήν ὁποία τίθενται ὅλες οἱ ἀσφαλιστικές δικλεῖδες προκειµένου γλωσσικά ὁ ὅρος τῆς Χαλκηδόνας νά νοηθῆ ὀρθοδόξως καί ὄχι νεστοριανικῶς ἢ µονοφυσιτικῶς. Χρησιµοποιοῦνται λέξεις καί ὁρολογία, οἱ ὁποῖες δέν ἐκφράζουν ὅλες τίς χριστιανικές παραδόσεις, ἀλλά τίθενται τόσες ἐπεξηγηµατικές προτάσεις, ὥστε νά ἀποκλείωνται παρερµηνεῖες ἀπό ὁποιοδήποτε µέρος τῆς Συνόδου. Αὐτό δέν ἔγινε στό κείµενο τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης.
Ἑποµένως, ὁ ὅρος, ἡ λέξη κωδικοποιεῖ, ὁριοθετεῖ, ὅσο εἶναι δυνατόν, τήν ἄρρητη ἐµπειρία καί αὐτό δέν εἶναι οὔτε ἁπλό οὔτε ἀσήµαντο οὔτε τυχαῖο. Τό γεγονός ὅτι ὁ ὅρος δέν ταυτοποιεῖ, ἀλλά περιγράφει, δέν τόν καθιστᾶ ἄχρηστο οὔτε µας νοµιµοποιεῖ νά τόν χρησιµοποιοῦµε ὅπως θέλουµε ἢ ὅπως µᾶς ἐξυπηρετεῖ κάθε φορά, γιατί ἁπλούστατα ἔτσι δέν µποροῦµε νά συνεννοηθοῦµε. Καί ἡ συνεννόηση, ὡς γνωστόν, εἶναι κάτι πολύ σηµαντικό. Ἐκτός ἂν ἐπιδιώκουµε τό ἀντίθετο, δηλαδή θέλουµε νά συσκοτίσουµε τά πάντα ὥστε νά καταστήσουµε τήν συνεννόηση δύσκολη καί προβληµατική καί µέσα στήν γενικότερη σύγχυση πού θά προκαλέσουµε, νά προωθήσουµε τά σχέδια µας.
4. Ὁρισµός, ἀποφατισµός καί ἑτεροπροσδιορισµός
Συνέχεια τοῦ προηγουµένου εἶναι ὅτι τό θέµα τοῦ «τεχνικοῦ ὅρου» γιά τήν Ἐκκλησία συνδέθηκε ἀπό µερικούς καί µέ ἄλλα ἐκκλησιολογικά θέµατα, πού ἀφοροῦν τόν ὁρισµό ἤ τόν ἀποφατισµό τῆς Ἐκκλησίας καί τόν ἑτεροπροσδιορισµό ἤ τόν αὐτοπροσδιορισµό τῶν ἄλλων Χριστιανικῶν Ὁµολογιῶν. Γι' αὐτό πρέπει νά ἐξετασθῆ τό θέµα τοῦ ὁρισµοῦ τῆς Ἐκκλησίας σέ σχέση µέ τήν ἀποφατικότητα καί τόν ἑτεροπροσδιορισµό ἤ αὐτοπροσδιορισµό.
Ὡς πρός τό θέµα τοῦ ὁρισµοῦ, πρέπει νά σηµειωθῆ ὅτι τά παλαιότερα δογµατικά ἐγχειρίδια, πού εἶχαν ἐπηρεασθῆ ἀπό σχολαστικές παραδόσεις, ἔδιναν ἕναν ὁρισµό γιά τήν Ἐκκλησία, περίπου ὡς ἑξῆς: ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό σύνολο τῶν ἀνθρώπων πού πιστεύουν στόν Χριστό, πού ὁµολογοῦν ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ἡ Κεφαλή της, εἶναι ὁ Θεός καί Κύριός τους, πού ἔχουν τήν ἴδια πίστη καί ὁµολογία, πού ἁγιάζονται διά τῶν ἁγίων Μυστηρίων, πού κατευθύνονται πρός σωτηρία ἀπό τούς Ποιµένες, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀδιάκοπη ἀποστολική διαδοχή κλπ.
Ἔχει ὅµως παρατηρηθῆ ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀπέφυγαν νά δώσουν τέτοιους ὁρισµούς γιά τήν Ἐκκλησία, ἀλλά ἔκαναν περιγραφές, χρησιµοποίησαν εἰκόνες, ὅπως ἔκανε καί ὁ Χριστός µέ τίς παραβολές Του (π.χ. οἰκία, γάµος, ποίµνη, ἄµπελος, κλπ.). Αὐτό κάνει µερικούς νά ὑποστηρίζουν ὅτι δέν µποροῦµε νά δώσουµε ὁρισµό γιά τήν Ἐκκλησία, ἀλλά νά χρησιµοποιήσουµε µόνον εἰκόνες.
Ὅµως αὐτό δέν µπορεῖ νά χρησιµοποιηθῆ ὡς ἐπιχείρηµα γιά τόν ὅρο Ἐκκλησία, ὡς τό Σῶµα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἔκφραση ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶµα Χριστοῦ δέν εἶναι εἰκόνα. Τό Σῶµα δέν εἶναι εἰκόνα, ἀλλά πραγµατικότητα. Ὁ Χριστός µέ τήν ἐνανθρώπησή Του δέν προσέλαβε ...εἰκόνα, ἀλλά τήν ἀνθρώπινη φύση, δηλαδή σαρκώθηκε: «Καί ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡµῖν. καί ἐθεασάµεθα τόν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς µονογενοῦς παρά πατρός, πλήρης χάριτος καί ἀληθείας» (Ἰω. α΄, 14).
Οἱ τρεῖς Μαθητές ἐπάνω στό Ὄρος Θαβώρ, δέν εἶδαν τήν δόξα µιᾶς εἰκόνας, ἀλλά τήν δόξα τοῦ τεθεωµένου Σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πορευόµενος πρός ∆αµασκό εἶδε τόν Χριστό µέσα στήν δόξα Του, δέν εἶδε τόν ἄσαρκο Λόγο, ἀλλά τόν σεσαρκωµένο Λόγο. Γι' αὐτό στίς ἐπιστολές του συνεχῶς ἔγραφε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ κεφαλή τοῦ Σώµατος τῆς Ἐκκλησίας.
Θά παραθέσω µερικά χωρία: «Καί αὐτόν ἔδωκε κεφαλήν ὑπέρ πάντα τῇ ἐκκλησίᾳ, ἥτις ἐστί τό σῶµα αὐτοῦ, τό πλήρωµα τοῦ τά πάντα ἐν πᾶσι πληρουµένου» (Ἐφ. α΄, 22-23). «Καί αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλή τοῦ σώµατος, τῆς ἐκκλησίας» (Κολ. α΄, 18). «Ἀνταναπληρῶ τά ὑστερήµατα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ σαρκί µου ὑπέρ τοῦ σώµατος αὐτοῦ, ὅ ἐστιν ἡ ἐκκλησία» (Κολ. α΄, 24). Τό «ἐστίν» εἶναι ἀπόλυτο καί καθοριστικό καί δέν ἀφήνει δυνατότητα ἄλλης ἑρµηνείας, ὅτι πρόκειται περί εἰκόνος.
Ἐπίσης, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει ὅτι ὅσοι εἴµαστε Χριστιανοί βαπτισθήκαµε στό ἕνα σῶµα τοῦ Χριστοῦ: «Καί γάρ ἐν ἑνί Πνεύµατι ἡµεῖς πάντες εἰς ἕν σῶµα ἐβαπτίσθηµεν» (Α' Κορ. ιβ΄, 13), καί γι' αὐτό ἀνήκουµε στό ἕνα σῶµα τοῦ Χριστοῦ: «οἱ πολλοί ἕν σῶµα ἐσµέν ἐν Χριστῷ οἱ δέ καθ' εἷς ἀλλήλων µέλη» (Ρωµ. ιβ', 5).
Εἶναι χαρακτηριστικό τό ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστοµος, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ὡς ὁ καλύτερος ἑρµηνευτής τῶν ἐπιστολῶν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, συνεχίζει τήν ἴδια θεολογική σκέψη µέ ἐκεῖνον. Σέ ὁµιλίες του γράφει: «Ἡ Ἐκκλησία σῶµά ἐστιν, ὀφθαλµόν ἔχει, καί κεφαλήν ἔχει»[4]. Σέ ἄλλη ὁµιλία γράφει: «Τό πλήρωµα τοῦ Χριστοῦ ἡ Ἐκκλησία καί πλήρωµα τοῦ σώµατος κεφαλή»[5].
Στό σηµεῖο αὐτό θά µποροῦσα νά παραθέσω πληθώρα καί ἄλλων πατερικῶν χωρίων πού κάνουν λόγο γιά τό ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶµα τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο προσέλαβε ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, καί τό θέωσε ἅµα τῇ προσλήψει. Θά ἀρκεσθῶ, ὅµως, σέ ἕνα χωρίο τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου ἀπό τήν πρός Ἐφεσίους ἐπιστολή του, στό ὁποῖο κάνει λόγο γιά τήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι ἐγκεκραµένη µέ τόν Χριστό: «πόσο µᾶλλον ὑµᾶς µακαρίζω τούς ἐνκεκραµένους αὐτῷ (τῷ ἐπισκόπῳ) ὡς ἡ ἐκκλησία Ἰησοῦ Χριστῷ, καί ὡς ὁ Ἰησοῦς Χριστός τῷ πατρί, ἵνα πάντα ἐν ἑνότητι ᾖ» (Ἐφεσ., 5).
Εἶναι φανερό ὅτι ὁ Χριστός δέν εἶναι κεφαλή µιᾶς εἰκόνος τοῦ σώµατος, ἀλλά εἶναι κεφαλή τοῦ πραγµατικοῦ Σώµατος πού προσέλαβε ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, καί ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ σώµατος πού ἔχει µιά ἀνυπόστατη κεφαλή. Ὁ Χριστός σαρκώθηκε καί εἶναι κεφαλή τοῦ πραγµατικοῦ σώµατος καί δέν ἀποσαρκώθηκε µετά τήν Ἀνάστασή Του, γιατί οἱ δύο φύσεις, θεία καί ἀνθρωπίνη, ἑνώθηκαν ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίστως. Ἐµεῖς, µέ τό Βάπτισµα καί τό Χρίσµα γινόµαστε µέλη τοῦ Σώµατος τοῦ Χριστοῦ καί γι' αὐτό µέλη τῆς Ἐκκλησίας καί δέν εἴµαστε µέλη µιᾶς εἰκόνος τοῦ σώµατος!
Ὅταν κοινωνοῦµε δέν τρῶµε τήν ...εἰκόνα καί τήν περιγραφή τοῦ Σώµατος, ἀλλά τό πραγµατικό Σῶµα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός εἶπε: «Λάβετε φάγετε τοῦτό ἐστι τό σῶµά µου» (Ματθ. κς΄ , 26) καί «ἡ γάρ σάρξ µου ἀληθῶς ἐστι βρῶσις, καί τό αἷµά µου ἀληθῶς ἐστι πόσις. ὁ τρώγων µου τήν σάρκα καί πίνων µου τό αἷµα ἐν ἐµοί µένει, κἀγώ ἐν αὐτῷ» (Ἰω. στ΄, 54-56).
Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική ὁ Ἀπόστολος Παῦλος θά ὁµολογήση: «Ταῦτά σοι γράφω ἐλπίζων ἐλθεῖν πρός σε τάχιον· ἐάν δέ βραδύνω, ἵνα εἰδῇς πῶς δεῖ ἐν οἴκῳ Θεοῦ ἀναστρέφεσθαι, ἥτις ἐστίν ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος, στῦλος καί ἑδραίωµα τῆς ἀληθείας» (Α΄ Τιµ. γ΄ , 14-15). Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι περιγραφικός ὅρος, ἀλλά τό Σῶµα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι Ἐκκλησία ζῶντος Θεοῦ, στύλος καί ἑδραίωµα τῆς ἀληθείας.
Ἀπό τήν ἀποκαλυπτική διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἐξάγεται ὅτι «εἷς Κύριος, µία πίστις, ἓν βάπτισµα» (Ἐφ. δ΄ , 5), δηλαδή ἕνας εἶναι ὁ Κύριος, µία εἶναι ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας, µία πίστη, ἕνα Βάπτισµα.
Ὡς πρός τό θέµα τοῦ ἀποφατισµοῦ, θεωρῶ ὅτι εἶναι θεολογικά ἀπαράδεκτο νά µεταφέρωνται τά περί ἀποφατισµοῦ ὡς πρός τόν Τριαδικό Θεό, καί κυρίως στά ἐνδότερα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ (Θεολογία) στό µυστήριο τῆς Ἐκκλησίας (οἰκονοµία), πού εἶναι τό πραγµατικο Σῶµα τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο προσέλαβε ὁ Χριστός ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, µέ τήν ἐνανθρώπηση, καί τοῦ ὁποίου Σώµατος εἴµαστε µέλη –καί δέν εἴµαστε µέλη τῆς εἰκόνος τοῦ σώµατος– καί τό ὁποῖο τεθεωµένο Σῶµα τοῦ Χριστοῦ κοινωνοῦµε στό µυστήριο τῆς θείας Λειτουργίας καί γινόµαστε σύσσωµοι καί σύναιµοι Αὐτοῦ.
Ἄν ὁ ὅρος Ἐκκλησία εἶναι περιγραφικός ὅρος, καί δέν εἶναι τό Σῶµα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ἡ εἰκόνα τοῦ Σώµατος τοῦ Χριστοῦ, τότε ὅταν λειτουργοῦµε παίζουµε θέατρο!
Πίσω ἀπό τήν ἐντελῶς ἀδόκιµη θεωρία περί ἀποφατικότητας στήν διατύπωση τοῦ τί εἶναι Ἐκκλησία εὐδοκιµεῖ σαφῶς ἡ πολιτική προσπάθεια ἀπόδοσης ἐκκλησιαστικότητας στούς ἑτεροδόξους. Τό ἀτυχές εἶναι, ὅπως ἔγραψα καί σέ προηγούµενο ἄρθρο µου, ὅτι µέ αὐτήν τήν θεωρία τῆς ἀποφατικότητας προωθεῖται ἐπακριβῶς ἡ προτεσταντική θεολογία τῶν Μεταρρυθµιστῶν, οἱ ὁποῖοι µιλοῦσαν ἀφ' ἑνός µέν γιά τήν ἀόρατη ἐκκλησία πού γνωρίζει µόνο ὁ Θεός καί συµπεριλαµβάνει Ρωµαιοκαθολικούς, Προτεστάντες καί ὅποιους ἄλλους θέλει ὁ Θεός, ἀφ' ἑτέρου δέ γιά τήν ὁρατή ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι διασπασµένη.
Ὡς πρός τό θέµα τοῦ ἑτεροπροσδιορισµοῦ, ἡ ἄποψη ὅτι µιά χριστιανική κοινότητα δέν ἑτεροπροσδιορίζεται ἀλλά αὐτοπροσδιορίζεται, εἰδικά ὅταν πρόκηται γιά τίς σχέσεις της µέ ἄλλες κοινότητες, θέλει νά µᾶς πῆ ὅτι ἡ κάθε κοινότητα µπορεῖ νά χρησιµοποιῆ ὅποιον ὅρο θέλει, προκειµένου νά προσδιορίση τήν ἐκκλησιολογική της ταυτότητα. Αὐτό εἶναι προφανές. Ὡστόσο, ὅταν ὁµιλοῦµε περί ἑνός δογµατικοῦ ὅρου µιᾶς Συνόδου, ὁ ὁποῖος θέλει νά προσδιορίση τήν σχέση δυό πραγµάτων (Ὀρθοδόξων καί Ἑτεροδόξων), ἡ συγκεκριµένη ἄποψη περί «µή ἑτεροπροσδιορισµοῦ» καταργεῖ κάθε ἔννοια λογικῆς σύγκρισης τῶν πραγµάτων, ἀφοῦ σέ δυό συγκρινόµενα πράγµατα προφανῶς καί καταρτίζονται οἱ ὁµοιότητες καί οἱ διαφορές τῶν πραγµάτων, προκειµένου νά φανερωθῆ ἡ ἰδιαιτερότητα τοῦ κάθε πράγµατος.
Ὅλη ἡ ἱστορία τῶν Τριαδολογικῶν καί Χριστολογικῶν ὅρων στίς Συνόδους ἀφοροῦσε τήν ἐξήγησή τους καί τήν ἄρνηση τῶν Ὀρθοδόξων νά προσλάβουν οἱ ὅροι τό περιεχόµενο πού τούς ἀπέδιδαν οἱ αἱρετικοί.
Ἡ ἑρµηνεία τοῦ ὁµοουσίου ἀπό τούς Πατέρες ἀφοροῦσε τόν ἀποκλεισµό τῆς µοναρχιανῆς (τροπικῆς ἢ δυναµικῆς) ἑρµηνείας τοῦ ὁµοουσίου καί τόν ἀποκλεισµό τῆς τριθεϊτικῆς ἑρµηνείας τοῦ ὁµοουσίου.
Ἡ ἑρµηνεία τῆς µιᾶς ὑποστάσεως ἐν δύῳ φύσεσι γιά τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἀφοροῦσε εἴτε τόν ἀποκλεισµό τῆς νεστοριανῆς ἑρµηνείας τῆς σύµπτωσης δυό ὑποστάσεων σέ ἕνα πρόσωπο, κατά τό πρότυπο τῆς ἠθικῆς ἕνωσης, εἴτε τόν ἀποκλεισµό τῆς µονοφυσιτικῆς ἑρµηνείας ὡς συγχώνευσης τῶν δυό φύσεων τοῦ σαρκωθέντος Λόγου σέ µιά φύση καί µιά ὑπόσταση.
Μέ βάση τήν λογική τοῦ µή ἑτεροπροσδιορισµοῦ, θά ἔπρεπε οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας νά µήν προσδιορίζουν ὡς αἱρετικές τίς διδασκαλίες τῶν αἱρετικῶν κατά τήν κατάρτιση τῶν συνοδικῶν ὅρων ἀναφορικά µέ τήν Ἁγία Τριάδα καί τόν Χριστό.
Φυσικά, ἡ ὅλη λογική τοῦ «µή ἑτεροπροσδιορισµοῦ» βασίζεται στήν παντελῶς ἀντορθόδοξη ἄποψη ὅτι κανείς δέν θά ἀποφανθῆ περί τοῦ ποιός εἶναι Ἐκκλησία καί ποιός δέν εἶναι. Τό ἐρώτηµα εἶναι σαφές: Τί διαφορετικό ἔλεγαν οἱ προτεστάντες Μεταρρυθµιστές, ὅταν ἔκαναν λόγο γιά ἀόρατη ἐκκλησία πού συµπεριλαµβάνει ἅπαντες: Ρωµαιοκαθολικούς, Προστεστάντες, Ὀρθοδόξους καί λοιπούς Χριστιανούς, τούς ὁποίους ὁ Θεός γνωρίζει, ἐνῶ οἱ ὁρατές ἐκκλησίες εἶναι διασπασµένες;
Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή πρέπει νά ὑπενθυµίσω τήν ἀπόφαση τῆς Α' Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου ∆ιασκέψεως (Σαµπεζύ 21-28 Νοεµβρίου 1976), στήν ὁποία καθορίσθηκε ἡ θεµατολογία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου. Μεταξύ τῶν ἑκατό (100) περίπου θεµάτων πού καθορίσθηκαν στήν Α' Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη τῆς Ρόδου (1961) ἐπέλεξαν τά γνωστά δέκα (10) θέµατα γιά τήν Ἡµερησία ∆ιάταξη τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου.
Ὅµως, στήν ἴδια ἀπόφαση γράφεται ὅτι ἀπό τά ἄλλα προταθέντα θέµατα ἐκεῖνα πού συγκέντρωσαν τήν προτίµηση κατά δεύτερη προτεραιότητα εἶναι τέσσερα θέµατα, ἤτοι «αἱ πηγαί τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως, ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας, κωδικοποίησις ἱερῶν Κανόνων καί κανονικῶν διατάξεων, Οἰκονοµία καί ἀκρίβεια». Σηµειώνεται δέ στήν ἀπόφαση ὅτι τά θέµατα αὐτά «παραπέµπονται εἰς τήν ἰδιαιτέραν µελέτην τῶν ἐπί µέρους Ἐκκλησιῶν, προκειµένου ἵνα ἐνδεχοµένως τύχωσι µελλοντικῆς διορθοδόξου ἐξετάσεως».
Αὐτό σηµαίνει ὅτι τά θέµατα γιά τήν ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καί γιά τήν οἰκονοµία καί τήν ἀκρίβεια, στόν τρόπο εἰσδοχῆς τῶν ἑτεροδόξων στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔπρεπε νά µελετηθοῦν ἀπό τίς ἐπιµέρους Ἐκκλησίες, ὥστε νά συζητηθοῦν σέ µιά ἄλλη Σύνοδο, µετά τήν Ἁγία καί Μεγάλη. Ὅµως, ποτέ δέν ἔγινε αὐτό, τοὐλάχιστον γιά τήν δική µας Ἐκκλησία. Ἑποµένως, δέν ὑπάρχει ἀπόφαση τῆς Ἐκκλησίας µας γιά τούς ἑτεροδόξους σέ σχέση µέ τήν Ἐκκλησία µας. Αὐτό σηµαίνει ὅτι τά περί ἑτεροπροσδιορισµοῦ πρέπει νά λυθοῦν Συνοδικῶς.
Τελικά, εἶναι ἀπαράδεκτα ἀπό ὀρθοδόξους πλευρᾶς τά ὅσα λέγονται περί ὁρισµοῦ καί ἀποφατισµοῦ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὅµως εἶναι Σῶµα Χριστοῦ καί κοινωνία θεώσεως, καί τά ὅσα λέγονται περί µή ἑτεροπροσδιορισµοῦ τῶν ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀποµακρυνθῆ ἀπό τήν πίστη καί τήν ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
5. Ὁ “τεχνικός ὅρος” χρησιµοποιεῖται ὡς οὐσιαστικός ὅρος
Ἐπανερχόµενος στόν λεγόµενο «τεχνικό ὅρο» γιά τίς Χριστιανικές Ὁµολογίες ὡς «Ἐκκλησίες», θέλω νά παρατηρήσω ὅτι καίτοι µερικοί χρησιµοποιοῦν τόν ὅρον αὐτό στούς ἑτεροδόξους ὡς δῆθεν «τεχνικό ὅρο», ἐν τούτοις στήν πραγµατικότητα ἀντιφάσκουν στούς ἑαυτούς τους καί ἀποδίδουν οὐσιαστικό περιεχόµενο στόν ὅρο, ὁπότε στήν οὐσία δέν τόν θεωροῦν «τεχνικό ὅρο». Αὐτό θά τεκµηριωθῆ στά ἑπόµενα.
Εἶναι γνωστόν ὅτι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος στόν ἀγώνα του νά πείση τούς Ὁµοιουσιανούς νά ἀποδεχθοῦν τήν Σύνοδο τῆς Νικαίας τοῦ 325, ἔστω χρησιµοποιώντας ἄλλη ὁρολογία, ἔγραφε: «Εἰπάτωσαν καί φρονείτωσαν ἁπλούστερον µέν καί ἀληθῶς τόν Υἱόν φύσει Υἱόν...». ∆ηλαδή, ἔκανε διάκριση, ὅπως φαίνεται καί σέ ἄλλα κείµενά του, µεταξύ ρηµάτων καί πραγµάτων, ρητοῦ καί νοῦ-διάνοιας τοῦ ρητοῦ. Ἔγραφε: «Οὐ γάρ αἱ λέξεις τήν φύσιν παραιροῦνται, ἀλλά µᾶλλον ἡ φύσις τάς λέξεις εἰς ἑαυτήν µεταβάλλει».
Στήν προκειµένη ὅµως περίπτωση πού µελετᾶµε τό θέµα τῆς Ἐκκλησίας, δέν εἶναι µόνον ἡ λέξη Ἐκκλησία πού χρησιµοποιεῖται ὡς “τεχνικός ὅρος”, ἀλλά καί στήν χρήση τοῦ νοήµατος, τοῦ πράγµατος στό ὁποῖο ἀναφέρεται ἡ λέξη αὐτή, ἀφοῦ στόν ὅρο «Ἐκκλησίες», ὅπως θά ἀποδείξουµε παρακάτω, δίνεται ἐκκλησιαστικότητα. Ἑποµένως δέν ἰσχύει τό ἐπιχείρηµα τῆς διακρίσεως ὀνοµάτων καί πραγµάτων στόν ὅρο Ἐκκλησία. Θεωρῶ ὅτι προσωπική συνείδηση ἐκείνων πού ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ χρησιµοποίηση τοῦ ὅρου «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες» εἶναι «τεχνικός ὅρος», εἶναι ὅτι στήν οὐσία δέν εἶναι «τεχνικός ὅρος», ἀλλά ἀποδίδεται σέ αὐτές τίς ὁµάδες ἐκκλησιαστικότητα.
∆έν µπορεῖ διαφορετικά νά ἐξηγηθῆ ὅτι στίς συζητήσεις πού γίνονταν στήν Σύνοδο τῆς Κρήτης ὑποστηριζόταν τό «ἔγκυρο καί ὑποστατό τοῦ Βαπτίσµατος τῶν ἑτεροδόξων», ὅτι οἱ δυτικές «Ἐκκλησίες» ἔχουν µυστήρια, ὅτι µέ τήν ἀπόσχισή τους ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν ἔγινε τίποτε σπουδαῖο, ἀφοῦ «ἐσχίσθησαν» οἱ Ἐκκλησίες µεταξύ τους, ἤτοι ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνατολική µέ τήν Ἐκκλησία τῆς Ρώµης, ὅπως «σχίζεται ἕνα ράσο σέ δύο κοµµάτια, ἀλλά παρά ταῦτα παραµένει ράσο»!!
∆έν εἶναι λογικό, ἀλλά οὔτε καί γλωσσολογικά ἀποδεκτό, νά χρησιµοποιῆται ἡ ἴδια λέξη, στήν περίπτωση αὐτή ἡ λέξη Ἐκκλησία, ἀλλά καί ὅσες εἶναι στενά συναρτηµένες µέ αὐτήν, δηλαδή οἱ λέξεις βάπτισµα καί µυστήριο µέ τήν «πραγµατική» τους σηµασία, ἐνῶ στό κείµενο τῆς Μεγάλης Συνόδου πού ἀνήκει στό ἴδιο κειµενικό εἶδος –στήν προκειµένη περίπτωση σέ ἕνα κείµενο δογµατικοῦ χαρακτήρα– νά χρησιµοποιοῦνται ὡς «τεχνικοί ὅροι».
Τό ὅτι καί αὐτοί πού χρησιµοποιοῦν τόν ὅρο «Ἐκκλησίες» ὡς δῆθεν «τεχνικό ὅρο» δέν τό πιστεύουν καί στήν οὐσία τίς θεωροῦν πραγµατικές Ἐκκλησίες, ἀποδεικνύεται ἀπό τήν πρακτική πού ἐπικρατεῖ στό θέµα αὐτό. Στά ἐπίσηµα κείµενα πού ἔχουν ὑπογραφῆ µεταξύ τοῦ Οἰκουµενικοῦ Πατριαρχείου καί τοῦ Πάπα τῆς Ρώµης, ὅπως καί σέ διάφορες δηλώσεις, σαφέστατα γίνεται λόγος γιά πραγµατικές Ἐκκλησίες, ὁπότε στήν συνείδησή τους ὁ ὅρος Ἐκκλησίες δέν εἶναι «τεχνικός», ἀλλά οὐσιαστικός. Θά παραθέσω µερικά πρόχειρα παραδείγµατα.
Στήν Ὁµολογία Θυατείρων (The Thyateira Confession) πού ἔχει γραφῆ ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Θυατείρων καί Μεγάλης Βρεττανίας Ἀθηναγόρα Κοκκινάκη καί ἔχει ἐγκριθῆ ἀπό τό Οἰκουµενικό Πατριαρχεῖο, γράφεται:
«Οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί πιστεύουν ὅτι ὅσοι βαπτίζονται εἰς τό ὄνοµα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος ἀπό Ἱερέα ἤ ἀπό Λαϊκόν ἐν καιρῷ ἀνάγκης εἶναι Χριστιανοί ἀληθινοί καί ἀνήκουν εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί εἶναι µέλη τοῦ Σώµατος τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι Ἕνας καί παραµένει ἀδιαίρετος ὡς Θεάνθρωπος»[6] .
Σέ ἄλλο σηµεῖο γράφεται:
«Ὅλοι οἱ Χριστιανοί µέ τό ἴδιον βάπτισµα ἐγίναµεν µέλη τοῦ Σώµατος τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ὅλοι κατά διαφόρους τρόπους καί µορφάς ἀποβλέποµεν εἰς τήν Θείαν Εὐχαριστίαν ὡς πρός τό Μυστήριον τῆς Κοινωνίας πού µᾶς ἑνώνει µέ τόν Χριστόν»7.
Ἀλλοῦ γράφεται:
«Τό γεγονός ὅµως εἶναι ὅτι οἱ Ρωµαιοκαθολικοί λατρεύουν ὅπως καί οἱ Ὀρθόδοξοι τόν Ἰησοῦν Χριστόν εἰς τήν θείαν Εὐχαριστίαν»[7] .
Ἐπίσης, ἀλλοῦ γράφεται:
«Ἐπεκράτησε, λόγῳ τῆς φιλίας, οἱ Ὀρθόδοξοι νά κηδεύουν τούς Ἀγγλικανούς καί νά κοινωνοῦν αὐτούς ὅπου δέν ὑπάρχουν Ἀγγλικανοί Ἱερεῖς. Ἐπίσης ὅπου δέν ὑπάρχουν Ὀρθόδοξοι Ἱερεῖς, οἱ Ἀγγλικανοί κηδεύουν καί κοινωνοῦν τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς. Τοῦτο γίνεται µέ τήν γνῶσιν, ἀλλά καί µέ τήν ἄγνοιαν τῆς Ἐκκλησίας εἰς µερικούς τόπους, ἀλλά καί διά λόγους ἀνάγκης καί Χριστιανικῆς Μυστηριακῆς φιλοξενίας. Ἔπειτα εἶναι βέβαιον ὅτι οἱ Χριστιανοί µόνοι των ζητοῦν τήν Κοινωνίαν. Εἶναι τοῦτο δεῖγµα τῆς διαθέσεως τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ διά τήν ἕνωσιν τῶν Χριστιανῶν πού τούς συνδέει ἡ Παράδοσις, ἡ Ἁγία Γραφή, ἡ Ἱερωσύνη καί τό Πιστεύω τῆς Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως»[8] .
Ἀκόµη, ὁ Πάπας Ἰωάννης Παῦλος Β΄ σέ λόγο του πού ἐκφώνησε τήν 5η Ἰουνίου 1991 στό Bialystok τῆς Πολωνίας εἶπε:
«Σήµερα βλέπουµε καθαρότερα καί ἐννοοῦµε καλύτερα τό γεγονός ὅτι οἱ Ἐκκλησίες µας εἶναι ἀδελφές Ἐκκλησίες, ὄχι ὑπό τήν ἔννοια ἁπλῶς µιᾶς ἐκφράσεως εὐγενείας ἀλλά ὑπό ἔννοια µιᾶς θεµελιώδους οἰκουµενικῆς ἐκκλησιολογικῆς κατηγορίας»[9] .
Εἶναι χαρακτηριστικά τά ὅσα ἀποφασίσθηκαν στήν «Ζ' Γενική Συνέλευση τοῦ ∆ιαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ρωµαιοκαθολικῶν» στούς χώρους τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Μπελεµεντείου (Balamand) Πανεπιστηµίου τοῦ Λιβάνου (17-24 Ἰουνίου 1993).
Στό πρῶτο µέρος τοῦ κειµένου πού τιτλοφορεῖται «Ἐκκλησιολογικαί Ἀρχαί», ἀφοῦ γίνεται ἀναφορά στό πῶς «προέκυψαν (αἱ) ἀνατολικαί Καθολικαί Ἐκκλησίαι» (Οὐνία), οἱ ὁποῖες ἀποκατέστησαν «τήν πλήρη κοινωνίαν µέ τήν Ἕδραν τῆς Ρώµης καί παρέµειναν πισταί εἰς Αὐτήν», στήν συνέχεια γράφεται ὅτι ὁ τρόπος αὐτός τῆς ἑνότητος, πού ἀποκλήθηκε «οὐνία» «δέν ἠµπορεῖ πλέον νά γίνει ἀποδεκτός οὔτε ὡς ἀκολουθητέα µέθοδος οὔτε ὡς πρότυπον τῆς ἑνότητος τήν ὁποίαν ἀναζητοῦν αἱ Ἐκκλησίαι µας», ἄν καί οἱ «Ἐκκλησίες» αὐτές (Οὐνία) «ὡς τµῆµα τῆς καθολικῆς κοινωνίας, ἔχουν δικαίωµα νά ὑπάρχουν καί νά δροῦν διά νά ἀνταποκριθοῦν εἰς τάς πνευµατικάς ἀνάγκας τῶν πιστῶν των»[10] .
Γιατί, ὅµως, γράφεται αὐτό; ∆ιότι τώρα, κατά τήν ἀπόφαση αὐτή, δέν ὑφίσταται ἰδιαίτερο πρόβληµα, ἐπειδή ἄλλαξε πλέον ἡ θεώρηση µεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωµαιοκαθολικῶν, ἤτοι «λόγῳ τοῦ τρόπου διά τοῦ ὁποίου Καθολικοί καί Ὀρθόδοξοι θεωροῦν ἐκ νέου ἑαυτούς ἐν τῇ σχέσει των πρός τό µυστήριον τῆς Ἐκκλησίας καί ἀνακαλύπτουν ἐκ νέου ἑαυτούς ὡς ἀδελφάς Ἐκκλησίας»[11] .
∆ιευκρινίζεται ἀκόµη περισσότερο ὅτι «οἱ δύο Ἐκκλησίες», Ὀρθόδοξη καί Ρωµαιοκαθολική, ἔχουν τήν ἴδια πίστη καί ζωή, πού ἐνεπιστεύθη ὁ Χριστός στήν Ἐκκλησία. Γράφεται:
«Ἑκατέρωθεν ἀναγνωρίζεται ὅτι ὅσα ἐνεπιστεύθη ὁ Χριστός εἰς τήν Ἐκκλησίαν του –ὁµολογία τῆς ἀποστολικῆς πίστεως, µετοχή εἰς τά αὐτά µυστήρια, κυρίως εἰς τήν µίαν ἱερωσύνην τήν τελοῦσαν τήν µίαν θυσίαν τοῦ Χριστοῦ, ἀποστολική διαδοχή τῶν ἐπισκόπων– δέν δύνανται νά θεωρηθοῦν ὡς ἀποκλειστική ἰδιοκτησία µίας τῶν ἡµετέρων Ἐκκλησιῶν. Εἶναι σαφές ὅτι ἐντός τοῦ πλαισίου τούτου ἀποκλείεται πᾶς ἀναβαπτισµός»[12] .
Ἀµέσως στήν συνέχεια γράφεται:
«∆ιά τοῦτον ἀκριβῶς τόν λόγον ἡ Καθολική Ἐκκλησία καί ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀναγνωρίζουν ἑαυτάς ἀµοιβαίως ὡς ἀδελφάς Ἐκκλησίας, ἀπό κοινοῦ ὑπευθύνους διά τήν τήρησιν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ πιστότητι πρός τήν θείαν οἰκονοµίαν, ἰδιαίτατα ὡς πρός τήν ἑνότητα»[13] .
∆ιαβάζοντας τήν ἀπόφαση αὐτή, διερωτῶµαι: Γιατί µερικοί ἐξακολουθοῦν νά χαρακτηρίζουν τούς ἑτεροδόξους Χριστιανούς ὡς «Ἐκκλησίες», ὑποστηρίζοντας ὅτι δῆθεν εἶναι «τεχνικός ὅρος», ἐνῶ ἀπό ἐπίσηµα κείµενα τοῦ «∆ιαλόγου µεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωµαιοκαθολικῶν» ἀποδεικνύεται σαφέστατα ὅτι προσδίδεται ἐκκλησιαστικότητα στόν ὅρο αὐτό καί ἑποµένως εἶναι οὐσιαστικός ὅρος καί ὄχι τεχνικός;
Ἐπί πλέον σέ κοινές δηλώσεις µεταξύ Πάπα καί Οἰκουµενικοῦ Πατριαρχείου ἀποδίδεται στούς ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας Χριστιανούς ἐκκλησιαστικότητα καί ἑποµένως ὁ χρησιµοποιούµενος ὅρος Ἐκκλησία, γιά τούς ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δέν εἶναι τεχνικός ὅρος, ἀλλά οὐσιαστικός. Θά παραθέσω µερικά ἀποσπάσµατα ἀπό µιά τέτοια κοινή δήλωση (29-6-1995):
«Ὁ διάλογος οὗτος –διά τῆς µικτῆς διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς– ἀπεδείχθη καρποφόρος, καί ἠδυνήθη νά προοδεύσῃ οὐσιαστικῶς. Ἐξ αὐτοῦ προέκυψε κοινή τις µυστηριακή ἔννοια περί Ἐκκλησίας, στηριχθεῖσα καί µεταδοθεῖσα σύν τῷ χρόνῳ ὑπό τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς. Ἐν ταῖς Ἐκκλησίαις ἡµῶν ἡ ἀποστολική διαδοχή εἶναι θεµέλιον τοῦ ἁγιασµοῦ καί τῆς ἑνότητος τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Θεωροῦσα ὅτι ἐν πασῃ τοπικῇ Ἐκκλησίᾳ ἐπιτελεῖται τό µυστήριον τῆς θείας ἀγάπης, καί ὅτι οὕτως ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ φανερώνει τήν ἐν ἑκάστῃ τούτων ἐνεργοῦσαν παρουσίαν αὐτῆς, ἡ µικτή Ἐπιτροπή ἠδυνήθη νά διακηρύξη ὅτι αἱ Ἐκκλησίαι ἡµῶν ἀναγνωρίζουσιν ἀλλήλας ὡς Ἐκκλησίας ἀδελφάς, συνυπευθύνους ἐν τῇ διαφυλάξει τῆς µόνης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ πιστῆς εἰς τό θεῖον σχέδιον, ὅλως δε ἰδιαζόντως ἐν ὄψει τῆς ἑνότητος»[14] .
Πιό κάτω δηλώνεται ἐπισήµως:
«Ἐν ὄψει τούτων προτρέποµεν τούς ὑφ' ἡµᾶς πιστούς, Καθολικούς καί Ὀρθοδόξους, νά ἐνισχύσωσι τό πνεῦµα τῆς ἀδελφοσύνης ἥτις προκύπτει ἐκ τοῦ µοναδικοῦ βαπτίσµατος καί ἐκ τῆς συµµετοχῆς εἰς τά ἱερά µυστήρια»16.
Καί λίγο πιό κάτω δηλώνεται ἐπισήµως:
«Ὁ Πάπας τῆς Ρώµης καί ὁ Οἰκουµενικός Πατριάρχης συναντήσαντες ἀλλήλοις προσηύξαντο ὑπέρ τῆς ἑνότητος πάντων τῶν χριστιανῶν. Ἐν τῇ προσευχῇ αὐτῶν περιέλαβον ὅλους ὅσοι ἄτε βαπτισθέντες ἀποτελοῦν µέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ, ἠτήσαντο δέ ὅπως αἱ διάφοροι κοινότητες ὦσιν ἐπί µᾶλλον καί µᾶλλον πισταί εἰς τό Εὐαγγέλιον αὐτοῦ»[15] .
Τελικά ἐκεῖνο πού ἐνοχλεῖ στήν ὑπόθεση αὐτή εἶναι ὅτι στίς συζητήσεις ἐντός καί ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας χρησιµοποιεῖται ἡ διγλωσσία, τριγλωσσία καί πολυγλωσσία, δέν ὑπάρχει ἑνιαία γλώσσα. Ἀλλιῶς ἐκφράζονται σέ ὀρθόδοξα καί µοναχικά περιβάλλοντα καί ἀλλιῶς ἐκφράζονται σέ ἑτερόδοξα περιβάλλοντα. Στήν οὐσία, ὅπως φαίνεται καθαρότατα, διολισθαίνουν ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἀποκλειστικότητος στήν ἀρχή τῆς περιεκτικότητος.
Αὐτό κανείς δέν µπορεῖ νά τό ἀµφισβητήση. Αὐτή εἶναι ἡ βασική γραµµή πολλῶν συγχρόνων Κληρικῶν καί θεολόγων.
Νοµίζω ἐκεῖνο πού χρειάζεται σήµερα ἀπό τούς ὑπευθύνους ἐκκλησιαστικούς ἄνδρες εἶναι ὁ συνδυασµός τῆς ἀληθείας µέ τήν ἀγάπη καί ἡ ἀρετή τῆς διακρίσεως. ∆έν µποροῦµε ἐν ὀνόµατι τῆς ἀληθείας νά στερηθοῦµε τήν ἀγάπη καί τήν διάκριση οὔτε χάριν τῆς ἀγάπης νά στερηθοῦµε τήν ἀλήθεια. Στούς διαλόγους µέ τίς χριστιανικές ὁµάδες αὐτές πρέπει νά χαράσσωνται «κόκκινες γραµµές». Νά ξέρη κανείς µέχρι ποιό σηµεῖο µπορεῖ νά προχωρήση ἤ νά ὑποχωρήση, δηλαδή νά οἰκονοµῆ τά πράγµατα, καί µέχρι σέ ποιό σηµεῖο νά παραµένη στήν ἀκρίβεια. Αὐτή ἡ διάκριση γίνεται ὅπου ὑπάρχει φωτισµός νοῦ καί ἐµπειρική θεολογία.
Ἔτσι, οἱ ἐµπειρικοί θεολόγοι πού γνωρίζουν ἐκ πείρας τήν ἄκτιστη δόξα πού ὑπάρχει στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τήν πτώση τῶν Χριστιανῶν πού ἀποµακρύνθηκαν ἀπό αὐτή, µόνον αὐτοί γνωρίζουν νά ὁµολογοῦν τήν ἀλήθεια καί νά ἀγαποῦν πραγµατικά τούς ἑτεροδόξους Χριστιανούς. Ἀλλά τέτοιοι ἐµπειρικοί θεολόγοι ἀγνοοῦνται στούς διαλόγους καί δέν χρησιµοποιεῖται ἡ πείρα τους, ἀκριβῶς γιατί ἐπιλέγεται ἡ διπλωµατία καί ὄχι ἡ θεολογία.
Τό συµπέρασµα εἶναι ὅτι τό «τεχνικός ὅρος» προσδιορίζεται µέ ἀπόλυτη ἀκρίβεια καί σαφήνεια γιά νά ἀποφευχθῆ ἡ ἀµφισηµία. Ὅταν ὅµως ὁ «τεχνικός ὅρος» τίθεται σέ ἀµφιβολία, τότε αὐτοκαταργεῖται ὡς τεχνικός ὅρος καί δέν χρησιµοποιεῖται εὐκαιριακά καί συµβατικά.
Ἔπειτα, τό νά χρησιµοποιῆται σέ κείµενο ὁµολογιακό Μεγάλης Συνόδου ὁ ὅρος Ἐκκλησία ἀπό ὀρθοδόξου θεολογικῆς πλευρᾶς καί νά ὁµολογῆται ὅτι εἶναι τό Σῶµα τοῦ Χριστοῦ καί ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία καί ταυτοχρόνως νά χρησιµοποιῆται καί ὁ ὅρος Ἐκκλησίες γιά τούς ἐκτός αὐτῆς ὡς «τεχνικός ὅρος», εἶναι παράδοξο, ἀντιφατικό καί ὑπερβολικά προβληµατικό ἀπό κάθε ἄποψη, καί ἀπό ὀρθόδοξη πλευρά καί ἀπό γλωσσολογική.
Ἀκόµη, εἶναι διγλωσσία καί πολυγλωσσία τό νά ὑποστηρίζεται ἄλλοτε µέν ὅτι ἡ χρησιµοποίηση τοῦ ὅρου «Ἐκκλησίες» γιά τούς ἑτεροδόξους εἶναι «τεχνικός ὅρος», ἄλλοτε δέ, σέ ἐπίσηµες µάλιστα ἀποφάσεις, νά ἀποδίδεται στόν λεγόµενο «τεχνικό ὅρο» οὐσιαστικό νόηµα καί ἐκκλησιαστικότητα. Ἔτσι, ἄλλοτε γίνεται λόγος γιά «τεχνικό ὅρο» καί ἄλλοτε γιά οὐσιαστικό ὅρο. Αὐτό δείχνει ἕνα πολύ µεγάλο πρόβληµα.
Ἐξίσου µεγάλο πρόβληµα εἶναι τό νά ὑποστηρίζεται ὅτι ὁ ὅρος Ἐκκλησία, ὡς Σῶµα Χριστοῦ καί κοινωνία θεώσεως, εἶναι περιγραφικός ὅρος καί µιά ἁπλή εἰκόνα καί ὅτι δῆθεν ἐκφράζεται καί ἐδῶ ἡ ἀποφατικότητα καί ὅτι δέν µποροῦµε νά ἑτεροπροσδιορίσουµε τούς ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι ἀποµακρύνθηκαν ἀπό τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἐκφράσθηκε ἀπό τούς Πατέρες στίς Οἰκουµενικές Συνόδους.
Τελικά, τά ἐκκλησιολογικά θέµατα εἶναι σοβαρά καί πρέπει νά ἀντιµετωπίζονται µέ ὑπευθυνότητα καί µέσα ἀπό τήν πατερική διδασκαλία, ὅπως ἐκφράσθηκε συνοδικά. Οἱ Πατέρες ὅταν ὁµιλοῦσαν γιά δογµατικά καί ἐκκλησιαστικά θέµατα, χρησιµοποιοῦσαν ἀκριβεῖς ὅρους µέσα ἀπό ὀρθόδοξες προϋποθέσεις. Καί ὅταν ἔπρεπε νά κάνουν κάποια ἀλλαγή τῶν ὅρων, τό ἔκαναν µέ οὐσιαστικές προϋποθέσεις, µέ µεγάλη προσοχή, ὥστε νά ὁριοθετήσουν τήν ἀλήθεια πού ζοῦσαν ἐµπειρικά καί γιά νά διευκολύνουν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι χάριν µιᾶς ἐπικοινωνιακῆς διπλωµατίας.
Βεβαίως, ὅπως ἔχει σηµειωθῆ ἐπανειληµµένως στό κείµενο αὐτό, ὁ ὅρος Ἐκκλησία δέν εἶναι περιγραφικός, ἀλλά εἶναι τό τεθεωµένο Σῶµα τοῦ Χριστοῦ, γι' αὐτό καί εἶναι «ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία».
Φεβρουάριος 2017
[1] Τήν γλωσσική διατύπωση περί τοῦ τεχνικοῦ ὅρου τήν συζήτησα µέ τήν δρ. Φιλολογίας – λεξικογράφο Βασιλική Μελικίδου.
[2] http://www.komvos.edu.gr/glwssa/odigos/Thema_a9/a_9_popup4.htm.
[3] http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica /glossology/show.html?id=129
[4] PG, 48, 1032.
[5] PG, 62.26.28-31.
[6] «The Thyateira Confession» - «Ἡ ὁµολογία Θυατείρων» καί ὑπότιτλο «Ἡ πίστις καί ἡ προσευχή τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ», σελ. 201. 7 Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 204.
[7] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 205.
[8] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 210-211.
[9] Ἀντωνίου Παπαδοπούλου, Θεολογικός ∆ιάλογος, Ὀρθοδόξων καί Ρωµαιοκαθολικῶν (Ἱστορία-Κείµενα-Προβλήµατα), Ἐκδ. Οἶκος Ἀδελφῶν Κυριακίδη, Α.Ε., Θεσσαλονίκη-Ἀθήνα 1996, σελ. 225.
[10] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 210-212.
[11] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 212.
[12] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 212.
[13] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 212-213.
[14] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 246. 16 Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 247.
[15] Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 248.
Πηγή: Πατερικός
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...