
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Ἀκτὴ Θεμιστοκλέους 190, 185 39 ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ, Τηλ. +30 210 4514833, Fax +30 210 4518476, e-mail: impireos@hotmail.com
Ἐν Πειραιεῖ τῇ 20ῃΜαΐου 2016
Ἐπειδή κατά τόν Θεῖο Ἀπόστολο Πέτρο ὀφείλομεν νά εἴμεθα «ἕτοιμοι δὲ ἀεὶ πρὸς ἀπολογίαν παντὶ τῷ αἰτοῦντι ὑμᾶς λόγον περὶ τῆς ἐν ὑμῖν ἐλπίδος μετὰ πραΰτητος καὶ φόβου συνείδησιν ἔχοντες ἀγαθήν, ἵνα ἐν ᾧ καταλαλοῦσιν ὑμῶν ὡς κακοποιῶν, καταισχυνθῶσιν οἱ ἐπηρεάζοντες ὑμῶν τὴν ἀγαθὴν ἐν Χριστῷ ἀναστροφήν.
Κρεῖττον γὰρ ἀγαθοποιοῦντας, εἰ θέλοι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, πάσχειν ἢ κακοποιοῦντας (Α΄ Πέτρου 3,15-18), δημοσιοποιῶ τοῦς λόγους παραιτήσεώς μου ἀπό τήν συμμετοχή μου στήν ἐκπροσώπηση τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στήν συγκληθησομένη Ἁγία καί Μεγάλἦ Σύνοδο.
Ἡ ἀπόφασις τῆς προλαβούσης ἐκτάκτου Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μοῦ παρεῖχε αὐτό τό δικαίωμα συμμετοχῆς κατόπιν τῆς παραιτήσεως τῶν πρό ἐμοῦ κατά τά πρεσβεῖα Σεβασμιωτάτων Ἁγίων ἀδελφῶν.
Παραιτήθην προφορικῶς ἐνώπιον τῆς προλαβούσης Ἱεραρχίας γιά λόγους συνειδήσεως καί εἰδικώτερα διότι διαφωνῶ καί διά τήν θεματολογία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου καί διά τήν διαδικασία.
Διαφωνῶ διά τήν θεματολογία διότι μετά 93 χρόνια προετοιμασίας μιᾶς Πανορθοδόξου Συνόδου ἡ ἐνασχόλησίς της μέ οὐσιωδῶς λελυμένα θέματα ἀπό τήν Πατερική καί Κανονική μας Παράδοση, ὅπως τῆς Νηστείας καί τοῦ Γάμου, μόνον δυστυχῶς θυμηδία προκαλεῖ.
Διαφωνῶ καί μέ τήν ἀπαράδεκτη θέση τοῦ κειμένου περί τῶν μεικτῶν γάμων, πού προάγει τόν λεγόμενο λαϊκό συγκρητιστικό οἰκουμενισμό, καί διαφωνῶ ἐπίσης ριζικά μέ τά ἄλλα δύο ψηφισμένα κείμενα τῶν προσυνοδικῶν διασκέψεων «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον» καί «Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῶ συγχρόνῳ κόσμῳ.»
Ἐάν πράγματι έπεδιώκετο ἡ Πανορθόδοξος αὐτή Σύνοδος νά εἶναι Ἁγία καί Μεγάλη καί νά ἀποτελεῖ Ἱερά συνέχεια τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων στόν 21ο αἰώνα καί ἐπέκεινα, διακηρύσσουσα ὅτι «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν», ὤφειλε στοιχοῦσα στό πνεῦμα καί τό γράμμα τῶν Ἁγίων καί Θεοφόρων Πατέρων νά ἀποφασίσῃ τά ἀκόλουθα:
α) Νά ἀναγνωρίσει τίς θεωρούμενες ἀπὸ ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους δύο Συνόδους τοῦ ἐνάτου καὶ δεκάτου τετάρτου αἰῶνος ὡς Οἰκουμενικές, δηλ. τήν Η´ ἐπὶ Μ. Φωτίου, τοῦ 879-880, καὶ τήν Θ´ ἐπὶ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ 1351, οἱ ὁποῖες, κατεδίκασαν ἡ μὲν πρώτη τὸ Filioque καί τό πρωτεῖο τοῦ Πάπα ὡς αἱρέσεις, ἡ δὲ δεύτερη τὴν περὶ κτιστῆς Θείας Χάριτος καί Ἐνεργείας αἵρεση, διότι δι’ αὐτῆς προσβάλλεται ἡ σχέσις τοῦ Θεοῦ πρός τήν κτίσιν Του καί ὀργανικῶς ἀνταλλάσσεται ἡ ἀπουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέ τό ἀλάθητο καί τό πρωτεῖο ἑνός ἀνθρώπου, καί ἑπομένως καὶ τὸν Παπισμό ὡς αἵρεση. Νά ἐπικαιροποιήσει καί ἐπικυρώσει τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως (1282-1284) διά τῶν ὁποίων ἀκυρώθηκε ἡ ψευδοένωσις τῆς Λυών καί τῆς Μεγάλης Συνόδου (1484) διά τῆς ὁποίας ἀκυρώθηκαν οἱ ἀποφάσεις τῆς ληστρικῆς Συνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας. Να καταδικάσει τό ψευδοπέτρειο δόγμα, πού στηρίζεται σέ πλαστογραφημένα στοιχεῖα (ψευδοκωνσταντίνειος δωρεά, ψευδοπιπίνειος δωρεά, ψευδοϊσιδώρειες διατάξεις, ψευδοκλημέντεια) καθώς καί τίς διδαχές τῶν ψευδοσυνόδων I καί II Βατικανῆς καί νά ὁριοθετήσῃ τήν θέση τοῦ πρώτου στήν Ἐκκλησία, ὁ ὁποῖος κατά τόν 34ον Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, πού ἔχει Οἰκουμενικήν ἀναγνώρισιν (9ος Ἀντιοχείας, 1ος Δ΄, 2ος ΣΤ΄ καί 1ος Ζ) εἶναι Primus inter Pares καί ὄχι Primus sine Paribus.
β) Νά ἐκλέξει, νά χειροτονήσει καί νά ἐνθρονίσει στό πάλαι ποτέ περίπυστο Πατριαρχεῖο τῆς Ρώμης καί τῆς Δύσεως νέο Ὀρθόδοξο Πάπα Ρώμης, καί Ὀρθόδοξη Ἱεραρχία μή ἀναγνωρίζουσα τόν σημερινό καταληψία τοῦ Πατριαρχείου τῆς Δύσεως καί αἱρεσιάρχη κ. Φραγκῖσκο (Horhe Bergolio). Ἔτσι, θά ἐλύοντο τά προβλήματα τοῦ Παπισμοῦ καί τῆς Οὐνίας.
γ) Νά ἀνιδρύσει Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες στήν Εὐρώπη, Ἀμερική, Καναδᾶ καί Αὐστραλία, λύουσα ὁριστικῶς τό θέμα τῆς Διασπορᾶς, καί τό σκάνδαλο τῶν ἐπαλλήλων δικαιοδοσιῶν πού προάγει τήν αἵρεση τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ καί πού δέν θεραπεύεται μέ τό ἡμίμετρο τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων. Ἡ ἀπόφασι αὐτή θά ἀπεδείκνυε τόν φιλοδυτικισμόν τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία δέν ἀντιμάχεται πρόσωπα καί τόπους ἀλλά τήν πλάνη καί τήν κακοδοξία πού χωρίζουν ἀπό τόν Πανάγιον Θεόν. Ὅταν καταγγέλεται τό εἰδεχθές κακούργημα τῆς παιδοφιλίας πού θεσμοθέτησε τό Συνταγματικό Δικαστήριο τῆς Ὁλλανδικῆς πολιτείας ἀναγνωρίζοντας κομματικό σχηματισμό (PVDF) πού ἔχει αὐτό τό χυδαίο πρόταγμα, ἤ ὅταν καταγγέλεται ἡ ἀπύθμενης κακότητος χυδαιότητα τῆς κτηνοβασίας, πού ἔχει θεσμοθετηθεῖ στή Γερμανική πολιτεία, ἤ ὅταν καταγγέλεται ἡ ἀνατροπή τῆς ἀνθρώπινης ὀντολογίας μέ τήν θεσμοθέτηση τῆς ψυχοπαθολογικῆς ἐκτροπῆς τῆς ὁμοφυλοφιλίας στό λεγόμενο Δυτικό κόσμο, δέν στηλιτεύονται τά πρόσωπα ἀλλά ἡ θεσμοθέτησις τῆς ἀνομίας. Ἀσφαλῶς ὡς πρόσωπα ἐκτιμῶνται βαθύτατα ὁ Φραγκῖσκος τῆς Ἀσσίζης, ἡ Θηρεσία τῆς Ἄβιλα, ὁ Ἰωάννης τοῦ Σταυροῦ, ἡ Θηρεσία τοῦ βρέφους Ἰησοῦ καί ὁ Κάρολος ντε Φουκώ, καί ἄλλοι γιά τόν μυστικισμό τους καί τήν ἀγάπη τους πρός τόν Χριστόν. Ἅγιοι ὅμως δέν μπορεῖ νά θεωροῦνται διότι ἐάν μετεῖχαν στήν ἄκτιστη ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ, τήν Ἁγιότητα, θά ἐπληροφοροῦντο δι’ Ἁγίου Πνεύματος γιά τίς κακοδοξίες καί στρεβλώσεις τῆς ἀποκαλυφθείσης ἀληθείας καί θά κατήγγειλον αὐτές καί θά ἑννοῦντο μετά τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀπόφασι αὐτή θά ἀπεδείκνυε τό ἕωλο καί ἀνεπέρειστο τῶν κατηγοριῶν ὅτι δῆθεν ἐπιδιώκεται ὁ ἐγκλωβισμός τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας στόν «μικρόκοσμόν της» ἐνῶ ἀντιθέτως ἐξαγγέλλεται δι’ αὐτῆς ὁ ἀληθής Εὐαγγελικός καί Πατερικός «οἰκουμενισμός», πού ἀναλύεται σέ ἔμπονη διακήρυξη τῆς Ἀποστολικοπαραδότου καί Ἁγιοπατερικῆς ἀληθείας μέ τήν στηλίτευση τῶν κακοδοξιῶν καί τῶν παντοειδῶν αἱρέσεων.
δ) Νά ἀκολουθήσει τήν Πατερική ὁδό μαχίμου ἐπανευαγγελισμοῦ τῆς Οἰκουμένης, ὡς προείπομεν, μέ τήν δημιουργία δορυφορικῆς πλατφόρμας γιά τήν Ὀρθόδοξη μαρτυρία σέ 100 γλῶσσες. Μέ τόν τρόπο αὐτό, θά κονιορτοποιοῦσε τίς διαμονικές ψευδοθρησκεῖες καί αἱρέσεις μέ παγκόσμιο λόγο καί πατερική παρρησία, θά ἐδόξαζε τόν Θεό καί θά διεσφάλιζε τόν ἄνθρωπον καί τά πραγματικά δικαιώματά του.
ε) Νά λύση τό ἡμερολογιακό καί ἑορτολογικό μεῖζον θέμα, πού διασπᾶ ἀναποδράστως τή λειτουργική ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας καί πού κατά τρόπον ἀντικανονικόν θεσμοθέτηθηκε στήν Ἐκκλησία αὐτή ἡ ἀπαράδεκτη λειτουργική διάσπασις, μέ τό γνωστό Συνέδριον τοῦ 1923, ἐπί Μακαριστοῦ Πατριάρχου Κων/πόλεως κυροῦ Μελετίου Μεταξάκη.
Διαφωνῶ καί μέ τήν διαδικασίαν πού προσβάλλει τό Ἐπισκοπικόν Ὑπούργημα καί μεταβάλλει τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο σέ οὐσιαστικά διευρημένη Σύνοδο Προκαθημένων, πού προδήλως παραβιάζει τό 34ο Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἁποστόλων, διότι εἶναι κανονικῶς ἀπαράδεκτον νά ἀκυρώνεται ἡ ψῆφος κάθε Ἐπισκόπου καί ἡ ἐλευθέρα ἔκφρασις τῆς γνώμης του καί νά «ὁμογενοποιεῖται» ἀντικανονικῶς ἡ ψῆφος τῶν Ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας.
Ἐπιπροσθέτως ἡ τραγελαφική αὐτή διαδικασία χαρακτηρίζεται ἀπό παλινῳδία καί ἀντιφατικότητα, διότι ἐνῶ στόν ψηφισθέντα -ἐκτός ἀπ’ τό Πατριαρχεῖον Ἀντιοχείας- κανονισμόν λειτουργίας τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου προβλέπεται ἡ ἀρχή τῆς ὁμοφωνίας διά τήν λῆψιν τῶν ἀποφάσεων, στηλιτεύεται ἡ ἀλληλένδετη πρός τήν ἀρχή τῆς ὁμοφωνίας ἀρχή τῆς ἀρνησικυρίας (veto) ἀπό τήν ἑρμηνεία τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου στήν Σύναξη τῶν Προκαθημένων (Γενεύη 22-1-2016) κεφ. 2, παρ. δ΄, πού οὐσιαστικά καταργεῖ τήν ἀρχή τῆς ὁμοφωνίας καί εἰσάγει τήν ἀρχή τῆς πλειοψηφίας.
Εἶναι χαρακτηριστική ἡ θέσις τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου: «Τέλος, καθίσταται ἀναγκαῖον ὅπως διευκρινηθῇ ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον προέκυψε, καθ’ ἡμᾶς ἀπροσδοκήτως, ἤτοι τὸ ἐρώτημα περὶ τοῦ ἀκριβοῦς νοήματος τοῦ ὅρου ὁμοφωνία (consensus), τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθημεν ὡς τρόπον λήψεως ἀποφάσεων τόσον κατὰ τὴν προετοιμασίαν ὅσον καὶ κατὰ τὰς ἐργασίας τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου δέον νὰ διευκρινηθῶσι τὰ ἀκόλουθα ζητήματα :
Πρῶτον, ἡ ἔννοια τῆς ὁμοφωνίας ὡς consensus, καὶ ὄχι ὡς unanimity, ἔχει διεθνῶς τὴν ἔννοιαν ὅτι ἐὰν μία ἢ περισσότεραι ἀντιπροσωπίαι διαφωνήσουν πρὸς μίαν συγκεκριμένην πρότασιν καὶ διατυπώσουν ἰδίαν τοιαύτην, δέον νὰ καταβληθῇ προσπάθεια ἀποδοχῆς τῆς ὑπὸ τῶν ἀντιπροσωπιῶν τούτων γνώμης ἢ προτάσεως, εἰς περίπτωσιν ὅμως κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτευχθῇ συναίνεσις (consensus) ἐπὶ τῆς ἀντιπροτάσεως, τότε ἡ διαφωνία αὕτη, ἐφ’ ὅσον οἱ διαφωνοῦντες ἐπιμένουν, καταγράφεται ἀλλὰ δὲν ἀκυρώνει τὴν πρὸς ἣν ὑπῆρξεν ἡ διαφωνία ἀρχικὴν θέσιν, καὶ οἱ διαφωνοῦντες ὑπογράφουν τὸ ἀρχικὸν κείμενον, καταγράφοντες, ἐὰν θέλουν, τὴν διαφωνίαν των. Ἐὰν ὑπάρξῃ ἄρνησις ὑπογραφῆς τοῦ κειμένου, τοῦτο θὰ ἐσήμαινεν ἀρνησικυρίαν (veto), πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ὡδήγει εἰς ἀδιέξοδον.
Δεύτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον δέον νὰ διευκρινηθῇ, εἶναι ἐὰν ἡ ὁμοφωνία ἀναφέρεται εἰς τοὺς παρόντας κατὰ τὰς ἐργασίας ἑνὸς σώματος ἢ ἀπαιτῇ τὴν φυσικὴν παρουσίαν ὅλων τῶν μελῶν τοῦ σώματος.».
Ἑπομένως ἐάν ἰσχύσει ἡ πρόθεσις καί ἡ σκέψις τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, καμμία τροποποίησι τῶν ἤδη ψηφισμένων κειμένων δέν πρόκειται νά γίνει ἀποδεκτή καί κανένα κείμενο δέν πρόκειται νά ἀποσυρθεῖ καί κατά ταῦτα ἡ παρουσία τῶν Μακαριωτάτων καί Σεβασμιωτάτων Συνέδρων θά εἶναι διακοσμητικοῦ χαρακτῆρος.
Διαφωνῶ πλήρως μέ τό ψηφισθέν ἀπό τήν Ε΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη κείμενο «Σχέσεις Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» διότι γέμει ἀπό ἀσάφειες, ἀπό «τεχνικούς ὅρους» καί ἀπό μεγάλες ἀντιφάσεις.
Ἕνα κείμενο Πανορθοδόξου Συνόδου θά ἔπρεπε νά εἶναι Ἱερή συνέχεια τῶν Ἱερῶν κειμένων τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, πού παραδίδεται στή Ἱστορία πρός Ἁγιασμόν καί σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου Γένους, καί ὄχι ἕνα φαιδρό συμπίλημα ἀντιφάσεων καί ἀσαφειῶν. Διερωτῶμαι, κατά τήν μακράν Ἱστορικήν περίοδον τῶν χιλίων διακοσίων χρόνων, ἐάν ἀριθμήσωμεν ἀπό τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἤ τῶν ἑξακοσίων ἀπό τῆς Θ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, δέν ὑπήρξαν αἱρέσεις καί κακοδοξίες στόν χριστιανικό κόσμο, πού θά ἔπρεπε ἡ Ἐκκλησία νά καταγνώσει;
Ὁ Ἀντβεντισμός, ἡ φυλλαδική ἑταιρεία «Σκοπιά» πού αὐτοπροσδιορίζεται ὡς «χριστιανική Ἐκκλησία μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ», ὁ Πεντηκοστιανισμός, ἡ Χριστιανική Ἐπιστήμη, ἡ Θεοσοφία πού παρουσιάζει τόν Χριστόν ὡς «χρηστική κατάσταση», ὁ Τεκτονισμός πού παρασιτεῖ ἀναισχύντως στίς χριστιανικές κοινωνίες ἐνῶ εἶναι Ἑωσφορικός παγανιστικός ἀποκρυφισμός (κατά τά ἐσωτερικά κείμενα τῆς ἰδίας τῆς μασωνίας), οἱ κατά τήν δεύτερη χιλιετία κακοδοξίες τοῦ Παπισμοῦ (πρωτεῖο, ἀλάθητο, καθαρτήριο, ἀξιομισθίαι, ὑπέρτακτα ἔργα, ἄσπιλη σύλληψη, ἐνσώματος ἀνάληψις τῆς Παναγίας, δικανική ἱκανοποίησις Θ. Δικαιοσύνης κλπ.), οἱ διάφορες Προτεσταντικές παραφυάδες μέ τό πολυποίκιλο αἱρετικό δογματικό περιεχόμενο (Βαπτισταί, Μορμόνοι, Κουάκεροι, Μενονίτες, Συναθροισταί, Μεθοδισταί κλπ.), δέν θά ἔπρεπε νά καταγνωσθοῦν ἀπό τήν Ἐκκλησία Συνοδικῶς;
Εἶναι ἐκπληκτικά παράδοξο ὅτι στό συγκεκριμένο κείμενο δέν ὑπάρχει ἡ παραμικρή άναφορά σ’ αὐτές τίς πραγματικότητες, γιά τίς ὁποίες ἡ Ἐκκλησία Συνοδικά δέν ἔχει ἀρθρώσει ἐπίσημον λόγον, ὡς νά μήν ἀνεφύησαν αἱρέσεις καί κακοδοξίες κατά τήν Β΄ χιλιετίαν.
Παρηκολούθησα μία ἰδιοφυεστάτη ἀνάλυσι ἀπό τόν Σεβ. Μητροπολίτη Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομον στό Ρ/Σ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τῆς κακοδοξίας τῆς ἀσπίλου συλλήψεως, πού «ἐδογμάτισε» ὁ Πάπας Πίος ὁ Θ΄ τό 1854 καί πού ὑπῆρξε «πρόβα generale» γιά τήν θεσμοθέτηση τοῦ πρωτείου καί τοῦ ἀλαθήτου τό 1870, ἀπό τήν I Βατικανή ψευδοσύνοδο.
Ἐπί τῆς κακοδοξίας τῆς ἀσπίλου συλλήψεως τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία ἀκυρώνει τήν ἔνσαρκο οἰκονομία τοῦ Θεοῦ Λόγου, διότι ἐάν ἐγεννήθη ἀσπίλως, ἡ Θεοτόκος θά συνελήφθη καί ἀνηδόνως καί κατά ταῦτα ἀπομειώνεται ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Θεοῦ Λόγου, θεμελιώθηκε ἡ Λούρδη διά νά ὑπάρξει δῆθεν θεόθεν ἐπιβεβαίωσις, διότι ἡ Βερναρδέτη Σουμπιρού πού δῆθεν «εἶδε» τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον ὡς «λευκήν Κυρίαν» τό 1858, ἔλαβε τήν ἀπάντηση στό ἐρώτημα ποία ἦτο, «Εἶμαι ἡ ἀσπίλως συλληφθεῖσα».
Διερωτῶμαι ἡ Ἐκκλησία δέν θά ἔπρεπε ὅλες αὐτές τίς ἀπαράδεκτες νοθεύσεις τῆς ἀληθείας, Συνοδικῶς νά τίς καταδικάσει;
Στό συγκεκριμένο κείμενο γίνεται συνεχής ἀναφορά στήν ἀξία τοῦ διαλόγου μέ τήν Ἑτεροδοξία καί διαβάζοντάς το ἔχει κανείς τήν αἴσθηση ὅτι εἰσέρχεται σέ μία «μηχανή τοῦ χρόνου» καί βρίσκεται στίς ἀρχές τοῦ 20ου αἱώνος, ὅταν ἔπνεε ὁ ἄνεμος αἰσιοδοξίας γιά τήν ἔνωση μέ τήν Ἐκκλησία, τῶν ἀποσχισθέντων ἀπό Αὐτήν.
Δυστυχῶς ὅμως οἱ λεγόμενοι θεολογικοί διάλογοι ἔχουν σχεδόν τελειώσει ἤ ἔχουν συμπνιγεῖ στήν σατανική ἐμμονή καί ἀμετανοησία τῶν κακοδόξων ἤ στήν χειροτονία γυναικῶν στό ἰδιότυπο Ἱερατεῖο τους καί στήν θεσμοθέτηση τῆς ψυχοπαθολογικῆς ἐκτροπῆς τῆς ὁμοφυλοφιλίας πού ἀνατρέπει τήν ἀνθρώπινη ὀντολογία καί φυσιολογία.
Εἶναι ἀπόλυτος ἡ μαρτυρία ἐπ’ αὐτῶν τῶν Ὀρθοδόξων συμπροέδρων τῶν διεξαγομένων θεολογικῶν διαλόγων, ὡς λόγου χάριν τοῦ Σεβ. Σασίμων κ. Γενναδίου (29/8 -3/9/2015, Σύναξις Ἱεραρχίας Οἰκουμενικοῦ Θρόνου). Καμμία ἀποτίμησις λοιπόν γιά τούς διεξαχθέντας θεολογικούς διαλόγους πού δυστυχῶς ἔχουν ἀποβεῖ «ἀνόσια παίγνια» κατά τήν ἐξαίρετη δήλωση τοῦ ἐπί εἰκοσαετία συμπροέδρου στόν διάλογο μετά τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν Σεβ. Ἁρχιεπισκόπου Αὑστραλίας κ. Στυλιανοῦ.
Στό ἐπίδικο κείμενο γίνεται στίς παρ. 16,17,18,19 καί 21 ἀναφορά στίς σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας μέ τό Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν «Ἐκκλησιῶν» (Π.Σ.Ε.) καί εἶναι ἐκπληκτικό τά ὅσα ἀναφέρονται στήν παρ. 21 στήν ὁποία δηλώνεται ὅτι «Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐκτιμᾶ τά ἐκδοθέντα θεολογικά κείμενα τῆς Ἐπιτροπῆς Πίστις καί Τάξις» (ποία;) καί στήν συνέχεια ἡ αὐτή παράγραφος κατακλείεται μέ τήν δήλωση ὅτι: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διατηρεῖ ἐπιφυλάξεις γιά κεφαλαιώδη ζητήματα Πίστεως καί Τάξεως». Ἡ ἀποθέωσις τῆς ἀντιφάσεως!!!
Διερωτῶμαι μέ ποία λογική συμμετέχει ἡ Ὀρθόδοξος Καθολική Ἐκκλησία σ’ ἕνα Σῶμα πού ἀπαρτίζεται ἀπό τούς Μονοφυσίτας Ἀντιχαλκηδονίους καί τήν πανσπερμίαν τῶν προτεσταντικῶν Παραφυάδων; Δέν εἶναι ἡ πίστις ὅλων αὐτῶν κατεγνωσμένη ὡς αἵρεσις ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους;
Οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι μετά τήν ἀπαράδεκτη Β΄κοινή δήλωση τῆς 28ης Σεπτεμβρίου 1990 (Σαμπεζύ) κατά τήν ὁποίαν διεκήρυξαν ὅτι «οἱ φύσεις στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ διακρίνονται τῇ θεωρίᾳ μόνη» – ἐνῶ τό ἀληθές εἶναι ὅτι οἱ δύο φύσεις διακρίνονται σαφῶς ὡς πραγματικαί καί διακρίνονται ἀδιαιρέτως διότι ἡ ἕνωσις εἶναι ἀσύγχυτος καί ἀδιαίρετος – συνεχίζουν νά ἐπαναλαμβάνουν τήν φράσιν τοῦ αἱρεσιάρχου Ἀπολιναρίου Λαοδικείας «Μία φύσις τοῦ Λόγου σεσαρκωμένη» τήν ὁποίαν περί τό 400 μ.Χ. πλαστογράφησαν οἱ μαθηταί του ὡς δῆθεν φράσιν τοῦ Ἁγίου καί Μεγάλου Ἀθανασίου (ΘΗΕ τ.2, στ. 1118-1119), ὅπως ἀπεδείχθη ὑπό τῶν Λεοντίου Βυζαντίου καί Ἰωάννου Σκυθοπολίτου (Ἰωάννου Ἱεροσολυμίτου P.G. 86,1865) κατά τήν Βυζαντινήν περίοδον καί τήν ὁποίαν ἐπανέλαβε ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, νομίζων ὅτι ἀνήκε εἰς τόν Ἅγιο Ἀθανάσιον.
Εἶναι χαρακτηριστική τῆς ἐμμονῆς τῶν Ἀντιχαλκηδονίων ἡ κυκλοφόρησις ἀπό τίς ἐκδόσεις Ἁρμός τό 1996, τοῦ συγγράμματος τοῦ Μακαρίτου Πατριάρχου τῶν Κοπτῶν τῆς Αἰγύπτου Σενούντα Γ΄ «Ἡ Φύσις τοῦ Χριστοῦ» ὅπου στήν σελ. 46 καί στό κεφ. «Ἡ μία θέληση καί ἡ μία ἐνέργεια» ἀναφέρεται: «Ἐπειδή πιστεύουμε στήν Μία Φύση τοῦ Ἐνσαρκωμένου Λόγου, ὅπως τήν ὀνόμασε ὁ Ἅγιος Κύριλλος, πιστεύουμε στήν Μία Θέληση καί στή Μία Ἐνέργεια.
Φυσικά ἀφοῦ φρονοῦμε ὅτι ἡ Φύση εἶναι Μία καί ἡ Θέληση καί ἡ Ἐνέργεια εἶναι ἐπίσης Μία». Ἑπομένως οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι εἶναι κατεγνωσμένοι ἀπό τίς Δ΄ Ε΄ καί ΣΤ΄ Ἅγιες Οἰκουμενικές Συνόδους, ὡς Μονοφυσίται, Μονοθελήται καί Μονοενεργήται καί ὅσοι παρηκολούθησαν τηλεοπτικῶς τήν ἐνθρόνισιν τοῦ νέου Πατριάρχου τῶν Κοπτῶν στήν Αἴγυπτον θά ἄκουσαν νά ψάλλεται ὁ Θεοπασχητικός Ὕμνος «Ἅγιος Ἀθάνατος ὁ δι’ ἡμᾶς Σταυρωθείς» καί θά κατενόησαν ὅτι πέραν τῶν ἄλλων ἀσπάζονται καί τήν αἵρεση τοῦ Θεοπασχητισμοῦ. Ὅσον ἀφορᾶ στίς Προτεσταντικές παραφυάδες τοῦ Π.Σ.Ε. διερωτῶμαι δέν εἶναι Εἰκονομάχοι; Δέν ἀρνοῦνται τό ἀειπάρθενον τῆς Θεοτόκου;
Δέν ἀρνοῦνται τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καί τήν οὐσιαστική μεταβολή τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἶνου σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ; Καί ἑπομένως αὐτές οἱ κακοδοξίες τους δέν εἶναι κατεγνωσμένες ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους καί εἰδικώτερα ἀπό τήν Γ΄ καί τήν Ζ΄; Συνεπῶς πῶς σέ ἕνα αἰώνιο Πανορθόδοξο κείμενο παρεισφρύουν σχέσεις μέ κατεγνωσμένους ἀπό τήν Ἐκκλησία αἱρετικούς;
Τό κείμενο αὐτό δυστυχῶς ἀκυρώνει τά αἵματα, τίς θυσίες καί τά ἀνήκουστα μαρτύρια καί τά πολυώδυνα βάσανα τῶν Ἁγίων καί Ἡρώων τῆς ἀμωμήτου ἡμῶν Πίστεως πού κατακρεουργήθησαν καί ἐκάησαν ζῶντες ἀπό τούς Λατίνους καί Λατινόφρονες (Ἰωάννη Βέκκο, Μιχαήλ Παλαιολόγο) καί ἐγκληματικῶς ἀμνηστεύει τήν στρέβλωσι τοῦ Εὐαγγελικοῦ κηρύγματος ἀπό τούς ἐκπεσόντας «χριστιανούς» τοῦ Παπισμοῦ.
Εἶναι πολυσήμαντος ὁ πρόλογος τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν κ.κ. Ἱερωνύμου τοῦ Β΄, ὡς Μητροπολίτου Θηβῶν καί Λεβαδείας (28-2-2000), στό βιβλίο τοῦ Ἰταλοῦ Μάρκο Ἀουρέλιο Ριβέλλι (Ἐκδόσεις Προσκήνιο – Ἀγγελος Σιδερᾶτος, 2000) μέ τίτλο: «Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Γενοκτονίας», ὅπου ἐκφράζει μέ συγκινητικό τρόπο τόν ἀποτροπιασμό του γιά τήν δολοφονία 850.000 Σέρβων Ὀρθοδόξων μέ ἠθικόν αὐτουργόν τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ζάγκρεμπ καί μετέπειτα Καρδινάλιο Ἀλουΐσιο Στέπινατς, ὁ ὁποῖος στό ἡμερολόγιόν του στίς 27-3-1941, σελ. 172, Βιβλίο Δ΄ ἔγγραφε: «Τό Πνεῦμα τοῦ Βυζαντίου εἶναι κάτι τό τόσο τρομερό τό ὁποῖο μόνο ὁ Παντοδύναμος καί Παντογνώστης Θεός δύναται νά ἀνέχεται» καί στήν σελ. 176: «Τό Σχίσμα τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι ἡ μεγαλύτερη κατάρα ἐν Εὑρώπῃ, σχεδόν μεγαλύτερη καί ἀπό τόν Προτεσταντισμό». Εἶναι τρομακτική ἡ μαρτυρία τοῦ Ἰταλοῦ συγγραφέως Κούρτσιο Μαλαπάρτε, ὅτι εἶδε ἕνα μεγάλο καλάθι μέ 20.000 ἀνθρώπινα μάτια Ὀρθοδόξων Σέρβων, πού τοῦ ἐπέδειξαν μέ «ὑπερηφάνεια» ὁ διαβόητος ἀρχηγός τῶν Οὐστάσι Ἄντε Πάβελιτς καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλουΐσιος Στέπινατς.
Γιά τά ἐγκλήματά του αὐτά εἰς βάρος τῆς ἀνθρωπότητος, κατεδικάσθη ἀπό τό Διεθνές Δικαστήριο Ἐγκληματιῶν τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, σέ πολυετή κάθειρξη. Αὐτόν ὅμως τόν στυγνό ἐγκληματία «Ἁγιοποίησε» ὁ Πάπας Ἰωάννης Παῦλος ὁ Β΄ (Βοϊτύλα) τοῦ ὁποίου τά ἀποκαλυπτήρια ἔγιναν προσφάτως μέ τήν δημοσιοποίησι τῶν ἐρωτικῶν του ἐπιστολῶν πρός τήν ἔγγαμη ἀκαδημαϊκό συμπατριώτισσά του, τόν ὁποῖον μέ τήν σειρά του «ἁγίοποίησε» ὁ νῦν Πάπας Φραγκίσκος (Μπεργκόλιο)!!! Σέ ὅλα αὐτά τά τραγικά καί ἀνυπόφορα προσφέρει κάλυψη μέ τήν σιωπή του αὐτό τό ἀπαράδεκτο κείμενο γιατί δέν καταγγέλει τήν ἰδεολογική ἐπικαιροποίηση τῶν ἐγκλημάτων εἰς βάρος τῶν Ἁγίων τοῦ Θεοῦ.
Ἐνδεικτικό τοῦ «κρυπτοκρατικοῦ» πνεύματος τοῦ κειμένου εἶναι ἡ ἀπόκρυψις στήν παρ. 8 τῆς ἀληθοῦς εὐχῆς τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποίος δέν ηὐχήθη ἁπλῶς «ἵνα πάντες ἕν ὧσιν» (Ἰωάννου 17,21) ἀλλά συνέχισε «καθώς σύ πάτερ ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σύ, ἵνα καί αὐτοί ἐν ἡμῖν ἕν ὧσιν» πού σημαίνει ὅτι ἡ Ἀλήθεια, ἡ Ἁγιότης καί ἡ Δικαιοσύνη εἶναι προϋποθέσεις τῆς ἑνότητος.
Διαφωνῶ ἀπολύτως καί μέ τό κείμενο «Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῶ συγχρόνῳ κόσμῳ» διότι στό κεφ. Δ΄ «Ἡ εἰρήνη καί ἡ ἀποτροπή τοῦ πολέμου» ἀναφέρεται σέ διαθρησκειακές σχέσεις (σελ.6), οἱ ὁποῖες ἀφοροῦν κατά βάσιν στίς κακῶς λεγόμενες Ἁβρααμικῆς προελεύσεως θρησκεῖες, τόν Ἰουδαϊσμό καί τό Ἰσλάμ. Διότι καί οἱ δύο αὐτές θρησκευτικές παραδοχές καθυβρίζουν διϊστορικά καί χυδαιότατα τό ὑπερύμνητο πρόσωπο τοῦ Δομήτορος τῆς Ἐκκλησίας μας Κυρίου.
Ὁ Ἰουδαϊσμός ἔχει ἀποβάλλει τό Θεϊσμό τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (Τορά) καί τοῦ Προφητισμοῦ καί ἔχει ἐγκολπωθεῖ τόν Ραββινικό Σατανισμό τοῦ Ταλμούδ καί τῆς Καμπαλά. Στό Σατανικῆς ἐμπνεύσεως Ταλμούδ ὁ Κύριος ἀπομειώνεται μέ τόν χυδαιότερο τρόπο ὡς «νόθος υἱός» τοῦ Ρωμαίου ἑκατοντάρχου Πανδίρα (Ταλμούδ).
Ἡ δέ Ὑπεραγία Θεοτόκος καί Ἀειπάρθενος καθυβρίζεται ὡσαύτως μέ χυδαιολογίες ἀφορήτου ἐμπαθείας. Ἡ Καμπαλά πού διδάσκεται καί στό Πανεπιστήμιο τοῦ Τελ Ἀβίβ ἀποτελεῖ τήν ἀποθέωση τοῦ ἀποκρυφιστικοῦ περιπαίγματος.
Ὅσον ἀφορᾶ τό Ἰσλάμ, ὁ εὐτελισμός τοῦ Παναγίου Θεοῦ καί ἡ διαστροφή τοῦ Εὐαγγελικοῦ μηνύματος εἶναι ἡ βάσις τῆς δῆθεν ἀποκαλύψεως τοῦ Κορανίου ἀπό τόν αἱμομείκτη καί παιδεραστή ψευδοπροφήτη Μωάμεθ ὁ ὁποῖος στή σούρα «Οἱ Συνασπισμένες Φιλές» (Ἀλ Ἀχζάμπ) καί στό στῖχο 37, γιά νά δικαιολογήσει τήν αἱμομειξία του μέ τήν γυναίκα τοῦ γιοῦ του, παρουσίασε δῆθεν ἐντολή τοῦ Θεοῦ: «Μωάμεθ, εἶπες σέ αὐτόν πού εὐεργετήθηκε ἀπό τόν Θεό καί γέμισε μέ τά ἀγαθά του: «Κράτα τή γυναίκα σου καί νά φοβᾶσαι τόν Θεό», ἐνῶ ἐσύ ἔκρυβες στήν καρδιά σου ὅ,τι ὁ Θεός μετά ἀπό λίγο ἐπρόκειτο νά κάνει σέ ὅλους φανερό.
Φοβήθηκες τούς ἀνθρώπους ἐνῶ ἔπρεπε νά φοβηθεῖς περισσότερο τόν Θεό. Ὅταν ὅμως ὁ Ζέϊδ ἀποφάσισε νά χωρίσει τή γυναίκα του, Ἐμεῖς τήν ἑνώσαμε μαζί σου μέ τά δεσμά τοῦ γάμου.
Γιά νά μάθουν οἱ πιστοί ὅτι δέν ἁμαρτάνουν ὅταν παντρεύονται τίς γυναίκες τῶν γιῶν τους ἄν οἱ γιοί τους τίς χωρίσουν».
Στόν στῖχο 50 παρουσιάζει τόν Θεό νά τοῦ λέει: «Προφήτη σοῦ ἐπιτράπηκε νά παντρευτεῖς μέ τίς γυναίκες στίς ὁποῖες ἔδωσες προίκα, μέ τίς αἰχμάλωτες τίς ὁποῖες κέρδισες μέ τήν δύναμη τῶν χεριῶν σου, μέ τίς κόρες τῶν θείων σου καί ὅσων σέ ἀκολούθησαν, ὅπως καί μέ κάθε εὐσεβή γυναίκα ἡ ὁποία ἀφιέρωσε τήν ψυχή της σέ ἐσένα… Μή φοβᾶσαι μήπως ἐνοχοποιηθεῖς ἄν κάνεις χρήση τῶν δικαιωμάτων σου» καί στό στῖχο 51 συνεχίζει : «Μπορεῖς νά ἀναβάλεις τήν ἐπαφή μέ ὅποια συζυγό σου θελήσεις καί νά δεχθεῖς στό κρεβάτι σου ὅποιαν θελήσεις ἀκόμα καί ὅποια στό παρελθόν παραμέλησες ἀλλά τήν ἐπεθύμησες καί πάλι». Σάν ἐννάτη συζυγό του παντρεύτηκε τήν ἑπταετή κορασίδα Ἀϊσέ.
Αὐτός λοιπόν, στό τραγελαφικό του Κοράνιο στήν σούρα «Τό στρωμένο Τραπέζι» (Ἀλ-Μάιντα) στό στῖχο 17 γράφει : «Ἄπιστοι εἶναι ὅσοι λένε πῶς ὁ Μεσσίας ὁ γιός τῆς Μαρίας εἶναι Θεός. Πές τους ποιός μπορεῖ νά σταματήσει τόν Θεό ἄν θέλει νά καταστρέψει τόν Μεσσία καί τήν μητέρα του καί ὅλα τά ὄντα στη γῆ;», θέση πού ἐπαναλαμβάνει καί στό στῖχο 72 καί στό στῖχο 75 ἰσχυρίζεται ὅτι: «Ὁ Μεσσίας ὁ γιός τῆς Μαρίας ἁπλῶς εἶναι ἀπόστολος».
Στή σούρα «Οἱ γυναῖκες» (Ἀλ Νισσά) στό στῖχο 171 ἰσχυρίζεται: «Ὁπαδοί τῶν γραφῶν μή ξεπερνᾶτε τά ὅρια τῆς θρησκείας σας… Νά πιστεύετε λοιπόν στό Θεό καί στούς ἀποστόλους καί νά μή λέτε πώς ὑπάρχει ἁγία τριάδα. Σταματῆστε νά το λέτε αὐτό καί θά ὠφεληθεῖτε». Στήν προαναφερθεῖσα σούρα «Τό στρωμένο Τραπέζι» (Ἀλ Μάιντα) στόν στῖχο 116, παρουσιάζει τό Κύριο νά συνομιλεῖ μέ τόν «Θεό» μέ τά ἑξῆς : «Καί εἶπε ὁ Θεός στόν Ἰησοῦ τόν γιό τῆς Μαρίας : «Εἶπες ποτέ ἐσύ στούς ἀνθρώπους θεωρῆστε ἐμένα καί τήν μητέρα μου Θεό στή θέση τοῦ μοναδικοῦ Θεοῦ;» «Ὄχι, στό ὄνομα τῆς δόξας Σου», ἀπάντησε ὁ Ἰησοῦς».
Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω διερωτῶμαι ποιές διαθρησκειακές σχέσεις μπορεῖ νά ὑπάρχουν μεταξύ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ὑβριστῶν καί ἀπομειωτῶν τοῦ Παναγίου Προσώπου Του, Ἑβραίων καί Μουσουλμάνων πού ἐμμένουν σατανικῶς σέ αὐτές;
Τό σύγχρονο στρατήγημα τοῦ βυθίου δράκοντος, μετά τήν οἰκτρή ἀποτυγχία τοῦ ἀμέσου πολέμου κατά τοῦ Παναχράντου Προσώπου τοῦ Κυρίου, μέ τούς διωγμούς, τίς αἱρέσεις, τήν δῆθεν ἐπιστημονική ἀθεΐα, τήν κρατική ἐπικράτησί της ἐπί ἑβδομήντα χρόνια, εἶναι ἡ διαμέσου τῆς λεγομένης συναφειακῆς καί μεταπατερικῆς «θεολογίας» καί τοῦ διαχριστιανικοῦ καί διαθρησκειακοῦ συγκρητισμοῦ παρουσίασις ἑνός κίβδηλου καί ἀνυπάρκτου Χριστοῦ, μέσα στόν ὁποῖον χωροῦν τά πάντα, τό ψέμμα καί ἡ ἀλήθεια, ἡ Ὀρθοδοξία καί ἡ αἵρεσις, ἡ ἠθική καί ἡ ἀνηθικότης, ὥστε νά κατανοεῖ κανείς εὐχερῶς τόν λόγον τοῦ Σωτῆρος Κυρίου: «Πλήν ὁ Ὑιός τοῦ ἀνθρώπου ἐλθών ἄρα εὑρήσει τήν πίστιν ἐπί τῆς γῆς;» (Λουκ. 18,8), ἀλλά καί τόν τρομερότερο ἀφορισμό Του: «πολλοί ἐροῦσι μοι ἐν ἐκείνῃ τῆ ἡμέρᾳ‧ Κύριε Κύριε, οὖ τῷ σῷ ὀνόματι προεφητεύσαμεν καί τῷ σῷ ὀνόματι δαιμόνια ἐξεβάλομεν, καί τῶ σῷ ὀνόματι δυνάμεις πολλάς ἐποιήσαμεν; καί τότε ὁμολογήσω αὐτοῖς ὅτι οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς‧ ἀποχωρεῖτε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ ἐργασάμενοι τήν ἀνομίαν» (Ματθ. 7,22-23).
Διαφωνῶ ἀπολύτως καί μέ τό ψηφισθέν κείμενο «Τό Αὐτόνομο καί ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ» διότι ἡ αὐτονομία εἶναι μέγας πειρασμός καί μπορεῖ νά ὁδηγήσει σέ κατακερματισμό κρατῶν καί σέ διάσπαση Λαῶν καί στήν ἔξαρση τοῦ Ἐθνοφυλετισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει Συνοδικῶς καί Πανορθοδόξως καταδικασθεῖ ὡς αἵρεση.
Θεωρῶ δέ ὡς Ἐθνικό ἔγκλημα τήν ὁποιαδήποτε Ἐκκλησιαστική αὐτονόμηση τῆς Βορείου Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἀναπόδραστα θά ὁδηγήσει στήν «Κοσοβοποίηση» τῆς Δυτικῆς Θράκης καί σέ Ἐθνική Καταστροφή.
Νομίζω ταπεινῶς ὅτι ἡ κανονική πρόβλεψι τοῦ 17ου Κανόνος τῆς Ἁγίας Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἶναι ἡ μόνη ὀρθή λύσι τοῦ συγκεκριμένου θέματος.
Ἐν κατακλείδι παραθέτω ἕνα μικρό Συναξάριο, ὄχι κάποιας Μονῆς «φονταμεταλιστῶν» ἀλλά ἑνός «φιλοπατριαρχικοῦ» Μοναστηριοῦ, τῆς Ἱ. Μονῆς Σίμωνος Πέτρας Ἁγ. Ὄρους, ἀπό τό νέο Συναξαριστή τοῦ Ἱερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου σελ. 62 – 64 (Τόμος Α΄ Σεπτέμβριος, Ἐκδ. Ἴνδικτος 2001), πού ἀναφέρεται στό γιο Ὁσιομάρτυρα Ἀθανάσιο Ἡγούμενο τῆς Ἱ. Μονῆς τοῦ Ὁσίου Συμεών τοῦ Στυλίτου εἰς Μπρέστ – Λιτόβσκ, ὁ ὁποίος μαρτύρησε στίς 5/9/1648: «Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος γεννήθηκε στὴν Βίλνα (σημερινὴ πρωτεύουσα τῆς Λιθουανίας) τῆς Μικρορωσίας τὸ 1596, τὸν ἴδιο χρόνο ποὺ ἔγινε στὸ Μπρὲστ – Λιτὸβσκ ἡ ψευδοένωσις μεταξὺ τῆς Ρώμης καὶ ὡρισμένων Ρώσων ἐπισκόπων. Υἱὸς εὐγενοῦς στὴν καταγωγὴ Λιθουανοῦ, ἀρκετὰ πτωχοῦ παρὰ ταῦτα, ἔλαβε εὐρεῖα καὶ σπάνια μόρφωσι γιὰ τὴν ἐποχή του.
Ἦταν κάτοχος πολλῶν ξένων καὶ ἀρχαίων γλωσσῶν καὶ βαθὺς γνώστης τόσο τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὅσο καὶ τῶν φιλοσόφων καὶ θεολόγων τῆς Δύσεως.
Γιὰ λίγα χρόνια ὁ ἅγιος ἐργαζόταν ὡς οἰκοδιδάσκαλος, ὥσπου τὸ 1627 ἐκάρη μοναχὸς στὴν μονὴ τοῦ Χουτίν, κοντὰ στὴν Ὄρσα τῆς Μικρορωσίας (σημερ. Λευκορωσία).
Τὸ προπύργιο αὐτὸ τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ ἔμεινε ἀπείρακτο ἀπὸ τὶς πολωνικὲς δυνάμεις κατοχῆς, διεδραμάτισε σπουδαῖο ρόλο στὸ νὰ ἀντισταθῇ ὁ ὀρθόδοξος λαὸς κατὰ τῆς ρωμαιοκαθολικῆς προπαγάνδας. Ἐν συνεχείᾳ ὁ Ἀθανάσιος συμπλήρωσε τὴν μοναχική του κατάρτισι καὶ σὲ ἄλλα ὀνομαστὰ μοναστήρια.
Ὅταν χειροτονήθηκε ἱε ρεύς, ὁ μητροπολίτης Κιέβου Πέτρος Μογίλας (1596-1647) τοῦ ἀνέθεσε τὴν ἀνακαίνισι τῆς μονῆς τοῦ Κουπυάτιτσκ. Μετὰ ἀπὸ θεία ἀποκάλυψι, ἔκανε ἕ να ἐπικίνδυνο ταξίδι στὴν Μόσχα, διασχίζοντας ἐδάφη κατεχόμενα ἀπὸ Πολωνούς, μὲ σκοπὸ νὰ ἐκθέσῃ στὸν τσάρο τὴν κακὴ στάσι τῶν τοπικῶν ἀρ χῶν ἔναντι τῶν ὀρθοδόξων στὶς βορειοδυτικὲς περιοχὲς τῆς Ρωσίας καὶ νὰ ζητήσῃ συνδρο μὴ γιὰ τὴν ἀνακαίνησι τῆς μονῆς του.
Μὲ τὴν βοήθεια τῆς Παναγίας ἐπέτυχε στὴν ἀποστολή του καὶ ἄρχισε τὶς ἐργασίες. Δύο χρόνια ὅμως ἀργότερα ἀναγκάσθηκε νὰ τὶς ἐγκαταλείψῃ, διότι ἐξελέγη ἡγούμενος τῆς μονῆς τοῦ ὁσίου Συμε ὼν τοῦ Στυλίτου στὸ Μπρὲστ-Λιτόβσκ.
Ἀπὸ τότε ἀποδύθηκε σὲ νέο καὶ ἀκαταπόνητο ἀγῶνα ἐναντίον τῆς Οὐνίας, τοῦ προσηλυτιστικοῦ αὐτοῦ τρόπου τῶν Λατίνων ποὺ εἶναι συγκεκαλυμμένος μὲ ὀρθόδοξα λειτουργικὰ τυπικὰ καὶ συνήθειες. Ἐπὶ ὀκτὼ χρόνια ὁ ἅγιος μὲ τὴν προσευχή, τὸ κήρυγμα καὶ τὰ συγγράμματά του στηλίτευε καὶ ἀπέρριπτε τὴν ψευδοένωσι τῆς Μπρέστ, ἐπανέφερε δὲ τοὺς πλανηθέντας στὴν ποίμνη τοῦ Χριστοῦ.
Οἱ Πολωνοὶ στρατιῶτες καὶ ἔποικοι βασάνιζαν τοὺς ὀρθοδόξους πληθυσμοὺς τῶν κατεχομένων περιοχῶν μὲ βαρβαρικὴ ὠμότητα, ἀλλὰ καὶ οἱ Ἰησουῖτες ἱεραπόστολοι δὲν ἐδίσταζαν νὰ χρησιμοποιήσουν τὶς πιὸ ἀπάνθρωπες μεθόδους, προκει μένου νὰ στερεώσουν τὴν δική τους πίστι στὴν Μικρορωσία. Ὁ ἅγιος ἀποφάσισε νὰ μεταβῇ στὸν βασιλέα τῆς Πολωνίας Βλαδίσλαο Δ΄(1632-1648), γιὰ νὰ μεσολαβήσῃ, ὥστε οἱ ὀρθόδοξοι νὰ ἔχουν πιὸ ἀνθρώπινη μεταχείρισι.
Ὁ βασιλεὺς κάμφθηκε ἀπὸ τὴν παράκλησί του καὶ μὲ διάταγμα ἔθετε τέρμα σὲ αὐτὲς τὶς καταχρήσεις τῆς ἐξου σίας, ἀλλὰ οἱ δημόσιοι λειτουργοί του δὲν τὸ ἐφήρμοσαν.
Στὴν Βαρσοβία ἡ κατάστασις τῶν ὀρθοδόξων ἦταν ἀκόμα χειρότερη. Σὲ ἑορτάσιμες ἡμέρες οἱ Πο λωνοὶ καὶ οἱ οὐνῖτες ἔβαζαν φωτιὰ σὲ ὀρθόδοξες ἐκκλησίες γεμᾶτες πιστούς, ὅπως καὶ ἄλ λοτε κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν μεγάλων διωγμῶν.
Μόνος στὸν ἀγῶνα, μὲ μόνη παρηγοριὰ τὴν Παναγία, ὁ Ἀθανάσιος συνέχισε τὶς προσπάθειές του. Τὸ 1643, ὕστερα ἀπὸ μία νέα θεία ἀποκάλυψι, κατέφυγε γιὰ δεύτερη φορὰ στὸ Συμβούλιο Ἐπικρατείας τῆς Πολωνίας. Ἐνῷ κέρδισε τὴν προστασία τοῦ κράτους ὑπὲρ τοῦ ὀρθοδόξου ποιμνίου του, ὡρισμένοι ὀρθόδοξοι γαιοκτήμονες, φοβούμενοι μήπως ζημιωθοῦν τὰ συμφέροντά τους, διέδωσαν ὅτι ἦταν τρελλὸς καὶ κατόρθωσαν νὰ τοῦ ἀφαιρεθῇ τὸ ἀξίωμα, νὰ καθαιρεθῇ ἀπὸ τὴν ἱερωσύνη καὶ νὰ σταλῇ στὸ Κίεβο γιὰ ἐξέτασι.
Παρὰ τὶς κακόβουλες προσπάθειές τους ὁ ἅγιος δικαιώθηκε καὶ ἐπέστρεψε ὡς ἡγούμενος στὸ μοναστήρι του, ἀλλὰ δὲν ἔμεινε ἥσυχος γιὰ πολύ, σύντομα ξανάρχισαν οἱ διωγμοὶ κατὰ τῶν ὀρθοδόξων.
Ἐνῶ ἑτοίμαζε μία ἀναφορὰ πρὸς τὸν βασιλέα τῆς Πολωνίας, συνελήφθη καὶ φυλακίσθηκε προτοῦ τὴν ὁλοκληρώση. Ἀφέθηκε ἐλεύθερος ὕστερα ἀπὸ τρία χρόνια, ἀλλὰ τὸ 1648 ὁ διωγμὸς συνεχίσθηκε σφοδρότερος. Ἦταν τόσο αἱματηρός, ὥστε ὁ λαὸς τῆς Μικρορωσίας ἐξεγέρθηκε καὶ ἀπαίτησε τὴν ἀποχώρησι τῶν πολωνολιθουανικῶν δυνάμεων καὶ τὴν ἀπόδοσι τῶν ρωσικῶν ἐδαφῶν στὸν τσάρο.
Οἱ πολωνικὲς ἀρχὲς συνέλαβαν ἀμέσως τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ κινήματος καὶ τοὺς ἐπιφανεστέρους ἐκκλησιαστικοὺς ἡγέτες.
Ὁ Ἀθανάσιος φυλακίσθηκε καί, παρὰ τὶς παντὸς εἴδους σωματικὲς καὶ ἠθικὲς κακώσεις ποὺ ὑπέστη, τόσο ἐκ μέρους τῶν δεσμοφυλάκων, ὅσο καὶ τῶν καθολικῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν, συνέχισε νὰ ἐλέγχῃ τοὺς ἑνωτικοὺς καὶ νὰ ἀναθεματίζῃ τὴν ἕνωσι.
Τὸν βασάνισαν βάζοντας στὸ σῶμα του ἀναμμένα κάρβουνα, τὸν ἔγδαραν καὶ τὸν ἔκαψαν ζωντανό. Ἐπειδὴ ἀκόμη ἀνέπνεε, τὸν τουφέκισαν, νεκρὸ τὸν ἀποκεφάλισαν καὶ ἔρριξαν τὸ σῶμα του σὲ ἕνα βόθρο. Τὸ τίμιο λείψανό του βρέθηκε μετά 17 χρόνια ἄφθαρτο, εὐωδιάζον καὶ μέχρι σήμερα ἐπιτελεῖ θαύματα».
Ὡς ὁ ἁμαρτωλότερος λοιπόν πάντων, συντάσσομαι μέ τόν Θεό πού διετήρησε ἀδιάφθορο, ἀδιαλώβητο καί εὐωδιάζον τό σκήνωμα τοῦ Ἁγίου Του μέσα στό βόθρο καί ὄχι μέ ἐκείνους πού τό ἔρριψαν μέσα.
Ἑπομένως δέν θά συμμετάσχω στό «ἀνόσιο παίγνιο» τῆς λεγομένης Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου.
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
† ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ
Ἀμαρούσιον, 4 Μαΐου 2016
Ἀρ. πρωτ. 120
Μακαριώτατε,
Χριστός Ἀνέστη!
Εὐλαβῶς ἀσπαζόμεθα τήν Δεξιάν Σας!
Μετά ἀπό τό πολύ λυπηρό γεγονός στήν πανέμορφη νῆσό μας Λέσβο, ἐπίκειται τό χειρότερο στή νῆσό μας Κρήτη.
Ὅσον ἀφορᾷ στήν «Ἁγία» καί Μεγάλη Πανορθόδοξη Σύνοδο, παρακολουθοῦμε τόν πολυμέτωπο ἀγώνα πού διεξάγετε στίς δύσκολες αὐτές ἡμέρες πού διερχόμαστε. Εὐχόμαστε ταπεινά νά παρουσιασθεῖ, τοῦ Κυρίου συνεργοῦντος, κάποιο ἐμπόδιο καί νά μή πραγματοποιηθεῖ αὐτή ἡ Σύνοδος.
Σεῖς, Μακαριώτατε, ὡς ἀρχιεπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δέν μετείχατε τῆς Συνάξεως τῶν Προκαθημένων. Τώρα τί θά ἀποφασίσετε;
Ἄν ἡ Σύνοδος πραγματοποιηθεῖ, φοβόμαστε ὅτι:
1. Τά πάντα εἶναι στημένα μέ σκοπό νά ψηφισθεῖ ἄμεσα, ἄνετα καί γρήγορα, καθώς δείχνουν ὅλα τά προγνωστικά, τό πρῶτο θέμα τοῦ μικροῦ καταλόγου πού καταρτίσθηκε: Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον, νά δοθεῖ δηλαδή ἐκκλησιαστικότητα στούς παπικούς. Οἱ παπικοί παρατηρητές θά ἀποχωρήσουν ἀπό τήν «Ἁγία» καί Μεγάλη Σύνοδο, βουτηγμένοι στό σκοτάδι τῶν ποικίλων κακοδοξιῶν τους, κομίζοντες ὅμως δωρεάν στόν ἄρτι ἐπισκεφθέντα τήν Ἑλλάδα πάπα Φραγκίσκο τήν πολυπόθητη ἐκκλησιαστικότητα. Ἤδη στή νῆσο Λέσβο προσφωνήθηκε ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαῖο ὡς κανονικός Ἐπίσκοπος Ρώμης. (Δέν ἦταν μάλιστα πρώτη φορά πού τιμήθηκε ὁ αἱρεσιάρχης). Ἄν οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες πού θά συμμετάσχουν στήν Πανορθόδοξο Σύνοδο ψηφίσουν καταφατικά, δηλαδή νά ἀναγνωρισθεῖ ἐκκλησιαστικότητα ἄρα καί συνοδικότητα στούς αἱρετικούς, κλείνει ἕνα τόσο μεγάλο θέμα συνοπτικά, χωρίς καμία ἀντίδραση ἐκ μέρους τῶν ὀρθοδόξων.
2. Ἄν ληφθεῖ τέτοια ἀπόφαση, θά πανηγυρισθεῖ ἡ ἕνωση μέ τούς αἱρετικούς παπικούς, ἀλλά θά θρηνήσουμε διασπάσεις Ὀρθοδόξων, ἀντιδράσεις, ἀποτειχίσεις στό Σῶμα τῆς Ἁγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας. Ὁ Παναγιώτατος μέ τή δύναμη τῶν Μ.Μ.Ε. καί τήν ἐξασφαλισμένη πειθήνια ὑπακοή τῶν ἀνά τήν οἰκουμένη ἐπισκόπων του καί κληρικῶν του, θά διαλαλήσει τήν ἱστορικῆς σημασίας ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν. Αὐτονόητη θά εἶναι ἡ ἕνωση μέ τά λοιπά κομμάτια τῶν προτεσταντικῶν παραφυάδων, τῶν Κοπτῶν καί λοιπῶν μονοφυσιτῶν. Σέ ὅλα τά πλάτη καί μήκη τῆς ὑφηλίου θά ἁπλωθεῖ ἡ παγχριστιανική μείξη ὅλων τῶν ψευδῶν «ἐκκλησιῶν» μετά τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Μαθαίνουμε ἀπό τούς Ἐπισκόπους τῆς Ἀμερικῆς καί τῆς Εὐρώπης τοῦ κλίματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὅτι ἀναμένουν μέ ἐναγώνια προσμονή τήν «ἱερή» καί «ἱστορική» ἀνάμειξη μέ τούς παπικούς, προτεστάντες καί μονοφυσῖτες γιά νά μήν αἰσθάνονται τό ἔλλειμμα τῆς ἁγίας Ὀρθοδοξίας μας ἤ πιό σωστά τό κόμπλεξ τῶν ἀπηρχαιωμένων ὀρθοδοξούντων ἱερωμένων. Θά εἶναι ἐπί τέλους καί αὐτοί «in» ὅπως ὅλοι οἱ παπικοί καί λοιποί κληρικοί τῆς γῆς.
3. Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἔχει προαναγγείλει ὡς πρόεδρος τῆς «Ἁγίας» καί Μεγάλης Πανορθοδόξου Συνόδου, ὅτι θά ἐπακολουθήσουν καί ἄλλες σύνοδοι, μᾶλλον παγχριστιανικές (ὄχι πιά πανορθόδοξες) πού θά διευθετήσουν καί τά ἄλλα θέματα πού ἀπαλείφθηκαν ἀπό τόν κατάλογο τῶν θεμάτων τῆς Πανορθοδόξου. Ὅπως φαίνεται οἱ ἐν συνεχείᾳ λοιπές σύνοδοι θά ἐξομοιώσουν τούς θεσμούς καί τούς Ἱερούς Κανόνες μέ τίς ἀπαιτήσεις τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου, τοῦ μοντέρνου ὅπως λέγουν, τοῦ μετανεωτερικοῦ. Μέ κομψό ἤ ἄκομψο τρόπο, ὄχι πιά μέ προσυνοδικές, ἀλλά μέ πανορθοδοξοπαπικές καί προτεσταντικές διαδικασίες θά ταφοῦν σέ περίλαμπρα μαυσωλεῖα οἱ Ἱεροί Κανόνες καί ἡ ζωντανή ὀρθοδόξη Παράδοση, μαζί μέ τή σπάνια σέ ὡραιότητα καί θεοπνευστία Λατρεία μας.
Μακαριώτατε Πάτερ καί Δέσποτα,
Συγχωρήσατέ μας γιά τό θράσος νά Σᾶς «ὑποδεικνύουμε». Εἶναι τόσο ἐπικίνδυνες οἱ ὧρες καί οἱ ἡμέρες πού μᾶς φέρνουν κοντά στή Σύνοδο τῆς Κρήτης, πού δέν ἔχουμε τήν πολυτέλεια νά ἀδρανοῦμε.
Ταπεινῶς φρονοῦμε καί υἱϊκῶς Σᾶς καταθέτουμε τά κάτωθι:
1. Οἱ περισσότεροι ἤ ὅλοι οἱ κληρικοί τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας εἴμαστε μαζί Σας. Προσευχόμαστε νά πάρετε τίς καλύτερες ἀποφάσεις, καί Σεῖς προσωπικῶς ἀλλά καί σύμπασα ἡ Ἱεραρχία.
2. Δέν εἴμαστε διατεθειμένοι νά κάνουμε ἀγῶνες ἀντιεκκλησιαστικούς. Οὔτε νά γίνουμε βασιλικότεροι τοῦ Βασιλέως μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ Αὐτός κρατάει τό πηδάλιο τῆς Ἐκκλησίας.
3. Δέν ἐπιθυμοῦμε νά ἀποσπασθοῦν οἱ ἱερές Μητροπόλεις τῆς Βορείου Ἑλλάδος ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Ἄν ὑποκύψετε, γρήγορα θά ὑπαχθοῦν σέ ἀλλότρια κρατική κυριαρχία. Θά ὑποδουλωθοῦν σέ σκλαβιά νέου εἴδους, ὄχι ὅπως τῆς τουρκοκρατίας, ἀλλά τῆς δυναστικότερης Νέας Ἐποχῆς, τῆς δικτατορικότερης παγκόσμιας δικτατορίας.
4. Φυσικά καί δέν εἴμαστε διατεθειμένοι νά ὑποταχθοῦμε στήν Βατικάνεια κυριαρχία. Δέν μισοῦμε τούς πιστούς τοῦ ρωμαιοκαθολικισμοῦ, γιατί πολλοί ἐκ τῶν ἁπλῶν λαϊκῶν ἀνθρώπων τους ἔχουν ἁπλῆ πίστη στόν Ἰησοῦ Χριστό, στήν Παναγία μας καί στούς ἁγίους. Τό Βατικανό ἄς ὄψεται πού παραπλανᾶ ἑκατομμύρια ἀνθρώπων στούς σκοτεινούς σκοπούς του.
5. Ἡ ἀρνητική ψῆφός Σας στήν «Ἁγία» καί Μεγάλη Πανορθόδοξο Σύνοδο θά ἀποβεῖ ἀνάχωμα στά σχέδια τῶν παγκοσμίων δικτατόρων, πού μάχονται λυσσωδῶς τήν ἄκτιστη Ἀλήθεια και τό ἄκτιστο Φῶς πού διαχέεται ἀπό τόν δι’ ἡμᾶς Σταυρωθέντα καί Ἀναστάντα θεάνθρωπο Κύριο Ἰησοῦ Χριστό πρός ὅλην τήν Οἰκουμένη. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἔχει τή μοναδική εὐκαιρία νά δώσει τήν ὁλοκάθαρη ὁμολογία τοῦ ζῶντος Χριστοῦ καί ὄχι τοῦ ἀποτυχημένου Ἰησοῦ Χριστοῦ πού γράφει στό πρόσφατο βιβλίο του ὁ πάπας Φραγκῖσκος. Ἔχει τήν πιό σημαντική εὐκαιρία νά ὁμολογήσει ἀκλόνητη πίστη στόν Ἰησοῦ Χριστό ὡς τέλειο Θεό καί τέλειο ἄνθρωπο καί νά στηρίξει ὅλα τά τέκνα της, νέους καί ὑπερήλικες στή δική Του μακαρία ζωή.
6. Ἴσως μέσῳ τῆς καλῆς ὁμολογίας Σας καί ἐμπιστοσύνης στόν Ἰησοῦ Χριστό νά συγκινηθοῦν κάποιοι ἐκ τῶν ἀρχόντων μας. Ἴσως νά ἀποκτήσουν σπλάχνα οἰκτιρμῶν, νά ἀνασκουμπωθοῦν καί νά βοηθήσουν πραγματικά τούς Ἕλληνες πολῖτες καί ὄχι νά ὑπογράφουν τά θανατηφόρα μνημόνια καί τίς ἀβάσταχτες φορολογίες.
7. Ἡ ἀρνητική ψῆφός Σας, τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τεκμηριωμένη στήν πλούσια Ἑλληνορθόδοξη Παράδοσή μας, πού ἔχει διαμορφωθεῖ ἀπό τούς θεανθρώπινους θησαυρούς Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης, ἀπό τήν ἀσύλληπτη κτιστή καί ἄκτιστη θεία Λατρεία μας, ἀπό τά μόνα σέ ἐν Χριστῷ σῴζουσα Χάρη ἱερά Μυστήρια καί ἀπό τούς θείους καί Ἱερούς Κανόνες καί τά ἀφθονοῦντα Πατερικά συγγράμματα, θά βάλει τέλος στήν Βαρλααμική μεταπατερική θεολογία, πού ἀποτελεῖ ἄριστο προοίμιο γιά ἔνταξή μας στήν ἄθεη Παπωσύνη καί στήν ὅλως ἐκκοσμικευμένη προτεσταντική θεολογία.
Μακαριώτατε,
Ὅπως πολύ καλά γνωρίζετε ἀπό τίς μεταπτυχιακές σπουδές Σας στό Μόναχο τῆς Γερμανίας καί ὅπως καί οἱ Σεβασμιώτατοι Μητροπολῖτες μας καί ὄχι μόνο, γνωρίζουν ἀπό τίς σπουδές τους στίς ἄλλες Εὐρωπαϊκές χῶρες, ἐκ μέρους τῶν σοβαρῶν Εὐρωπαίων ὑπάρχει ἐκτίμηση στήν Ἑλλάδα, στόν πολιτισμό της, στή γλῶσσα της, στήν ἱστορία της καί στήν Ὀρθοδοξία μας.
Ἄν μέ τήν ἀρνητική ψῆφο Σας δείξετε, ὄχι βέβαια ἐπιδεικτικά, ἀλλά ὁμολογιακά καί αὐθεντικά ὅτι δέν ἐπιθυμοῦμε ὡς Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καί ὡς Ὀρθόδοξος Ἑλληνικός λαός νά ὑπαχθοῦμε κάτω ἀπό ὕποπτα καί ἐφθαρμένα ἐγκόσμια συστήματα-παπικά, προτεσταντικά, μονοφυσιτικά καί λοιπά – τότε ἐνδέχεται νά ἀναβαθμισθεῖ ἡ ἐκτίμηση πού εἶχαν στήν ὀρθόδοξη Ἑλλάδα καί νά γίνουν ἀξιοπρεπεῖς ἀρωγοί στήν ἀρχετυπικά ἀξιοπρεπῆ πατρίδα μας. Ἔτσι θά ἐπαληθευθεῖ ὁ μεγάλος Ἅγιός μας, ὁ ἅγιος Νεκτάριος, πού προορατικά διατύπωσε τήν πεποίθηση, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἑλλάδα εἶναι προορισμένη ἀπό τό Χριστό νά εἶναι δάσκαλος καί φάρος τῆς Οἰκουμένης.
Ὅλοι οἱ πατέρες μέ τούς ὁποίους ἀναστρεφόμαστε καί συζητᾶμε ὡς ἐν Χριστῷ ἀδελφοί ἐρωτοῦν: Ἄν ὁ Μακαριώτατος ὑπογράψει μέ τούς παναιρετικούς παπικούς, προτεστάντες τοῦ ΠΣΕ καί τούς μονοφυσῖτες, θά μποροῦμε νά τοῦ φιλοῦμε τό χέρι καί ἐν συνεχεία ὅσων Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτῶν συνταυτιστοῦν μαζί του; Θά μνημονεύουμε τά ὀνόματά τους στή Θεία Λειτουργία;
Ἄς μᾶς λυπηθεῖ ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιον Πνεῦμα μέ τίς πολλές πρεσβεῖες τῆς Κυρίας Θεοτόκου, γιά νά μήν εἰσέλθουμε σέ τόσο ἐπικίνδυνους πειρασμούς γιά τήν αἰώνια ζωή καί γιά τή σωτηρία μας.
Ἀσπάζομαι εὐλαβῶς τήν Δεξιάν Σας
Διά τήν Ἑστία Πατερικῶν Μελετῶν
ἐλάχιστος ἐν πρεσβυτέροις
ἀρχιμ. Σαράντης Σαράντος
ἐφημέριος τοῦ Ἱ.Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Ἀμαρουσίου.
Πηγή: Ἑστία Πατερικῶν Μελετῶν
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Ἀκτή Θεμιστοκλέους 190
185 39 ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ
Email: impireos@hotmail.com
Τηλ. 210 4514833
Fax 210 4518476
Ἀριθμ. Πρωτ.488
Ἐν Πειραιεῖτῇ 12ῃ Μαΐου 2016
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΩΤΑΤΟΝ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΜΕΤΣΧΕΤΗΣ ΚΑΙ ΤΥΦΛΙΔΟΣ
ΚΑΙ ΚΑΘΟΛΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΝ ΠΑΣΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ (ΙΒΗΡΙΑΣ)
κ.κ. ΗΛΙΑΝ Β΄
Εἰς
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΓΕΩΡΓΙΑΣ
ΠΛΑΤΕΙΑ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ Β΄, Ν1, 0105,
ΤΗΛ. : (99532) 990.378, 989.540
FAX . : (99532) 987.114
E-MAIL: ecclesia@wanex.net
ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΗΔΙΕΥΘΥΝΣΙΣ: 1 KING EREKLE II SQUARE, TBILISI 380005,
GEORGIA
Μακαριώτατε καί Ἁγιώτατε Πάτερ καί Δέσποτα
Σεβασμιώτατοι Ἅγιοι Ἀδελφοί,
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!
Πάνυ εὐλαβῶς, μετὰ πλείστης τιμῆς καί υἱϊκῆς ἐν Κυρίῳ ἀγάπης ἐκ προσώπου τοῦ εὐαγοῦς Κλήρου καὶ τοῦ φιλοχρίστου λαοῦ τῆς καθ’ ἠμᾶς Ἁγιωτάτης Μητροπόλεως τῆς ναυλόχου πόλεως τοῦ Πειραιῶς καὶ πρώτου λιμένος τῆς Ἑλλάδος προάγομαι ὅπως ἐπικοινωνήσω μετὰ τῆς περισπουδάστου μοὶὙμετέρας Μακαριότητος, τοῦ πολιοῦ Προκαθημένου τῆς κατὰ Γεωργίαν Ὀρθοδόξου, Καθολικῆς του Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Γνωστὸν τυγχάνει τὸ πολυσχιδὲς καὶ ἐπίμοχθον ἔργον τὸὁποῖον ἐπιτελεῖ ἡὙμετέρα Σεπτὴ Μακαριότης τόσον διὰ τὸν εὐαγγελισμὸν τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν, ὅσον καὶ διὰ τὸν ἐπιστηριγμὸν ὑλικὸν καὶ πνευματικόν της Ὀρθοδόξου πίστεως ἐν τὴ Ὑμετέρα Θεοφρουρήτω κανονικὴ δικαιοδοσία, τῷ Σεπτῶ Πατριαρχείω τῆς Γεωργίας. Αἴνους καὶ δοξολογίαν ἀναπέμπομεν πρὸς τὸν ἅγιον Τριαδικὸν Θεόν, διότι Ὑμεῖς, Μακαριώτατε, καὶ ἡ περὶ Ὑμᾶς Σεπτὴ Ἱεραρχία, ἐξακολουθεῖτε νὰ παραμένετε εἰς τοὺς δυσχειμέρους καιροὺς μας στερρῶς καὶἀκλονήτως προσηλωμένος εἰς τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν καὶ τὰς Ὀρθοδόξους παραδόσεις. Ἐλάχιστον δὲ δεῖγμα αὐτῆς ἀποτελεῖ τὸ γεγονός της μὴ συμμετοχῆς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας εἰς τὸ Π.Σ.Ε. (Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν).
Εἰς μίαν ἐποχὴν εἰς τὴν ὁποία κυριαρχεῖ ἡ παντοειδὴς ἀποστασία καὶὁ θρησκευτικὸς συγκρητισμός, ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας δοκιμάζεται διὰ μίαν εἰσέτι φοράν ἀπὸ μία πρωτοφανῆ πρόκληση, κατὰ τὴν δισχιλιετὴ πορείαν της, τὴν λεγόμενη «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο», ἡ ὁποία θὰ συνέλθει ἐκτὸς ἀπροόπτου, τὸν προσεχῆἸούνιο στὴν Κρήτη. Ἐν ὄψει τοῦ κορυφαίου αὐτοῦ ἐκκλησιαστικοῦ γονότος, ἡ κὰθ’ἠμᾶς Ἱερὰ Μητρόπολις ἐν συνεργασία μετὰ τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων Γλυφάδας, Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως, καὶ Κυθήρων, ὡς καὶ τῆς Συνάξεως Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν, συνδιοργάνωσε Θεολογικὴ - Ἐπιστημονικὴ Ἡμερίδα, μὲ θέμα: «ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ: Μεγάλη προετοιμασία, χωρὶς προσδοκίες», ἡ ὁποία ἔλαβε χώρα τὴν Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016, στὸ Στάδιο Εἰρήνης καὶ Φιλίας, στὴν αἴθουσα «Μελίνα Μερκούρη», στὸ Νέο Φάληρο Πειραιῶς.
Τὴν Ἡμερίδα ἐτίμησαν μὲ τὴν παρουσία τους Σεβασμιώτατοι Ἀρχιερεῖς, Καθηγούμενοι καὶ Γερόντισσες Ἱερῶν Μονῶν, ἁγιορεῖτες Πατέρες, κληρικοί, πρόεδροι Χριστιανικῶν Σωματείων καὶ Ὀργανώσεων, Καθηγητὲς Θεολογικῶν Σχολῶν καὶ Θεολόγοι καὶ γύρω στοὺς χίλιους πιστούς. Ἡ Ἐπιστημονικὴ Ἐπιτροπή, ἀποτελοῦνταν ἀπὸα) τὴν ἐλαχιστότητά μου, β) τὸν Αἰδεμιολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο π. Γεώργιο Μεταλληνό, Ὁμότιμο Καθηγητὴ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, γ) τὸν Αἰδεσιμολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο π. Θεόδωρο Ζήση, Ὁμότιμο Καθηγητὴ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. δ) τὸν Πανοσιολογιώτατο Ἀρχιμανδρίτη π. Ἀθανάσιο Ἀναστασίου, Προηγούμενο τῆς Ι. Μονῆς τοῦ Μεγάλου Μετεώρου, καὶε) τὸν ἐλλογιμώτατο Καθηγητὴ τῆς Δογματικῆς της Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ. κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη. Στὴν Ἡμερίδα παρέστη καὶἀπηύθυνε χαιρετισμὸὁ Ἐπίσκοπος Μπαντσὲν κ. Λογγίνος τῆς Οὐκρανικῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ προϊστάμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας Ἁγίου Ὅρους π. Σάββας. Ἐπίσης, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Λόβετς τῆς καθ’ Ὑμᾶς Βουλγαρικῆς Ἐκκλησίας κ. Γαβριὴλ ἐκπροσωπήθηκε ἀπὸ τὸν Αἰδεσιμολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο π. Ματθαῖο Βουλκανέσκου, κληρικὸ τῆς καθ’ Ἠμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, ὁὁποῖος καὶἀνέγνωσε τὸν χαιρετισμό του.
Τὸ γενικὸ θέμα τῆς Ἡμερίδος ἀναπτύχθηκε σὲ τέσσερις Συνεδρίες: Ἀπὸ τὴν ἐλαχιστότητά μου καὶ τοὺς εἰσηγητὲς Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου κ. Ἰερόθεο, Γλυφάδας κ. Παῦλο, Κυθήρων κ. Σεραφείμ, καὶ Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως κ. Ἱερεμία, τοὺς ὁμοτίμους πανεπιστημιακοὺς καθηγητές, Αἰδεσιμολογιωτάτους Πρωτοπρεσβυτέρους π. Γεώργιο Μεταλληνὸ καὶ π. Θεόδωρο Ζήση, τὸν κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη, τοὺς Πανοσιολογιωτάτους Ἀρχιμανδρίτες π. Σαράντη Σαράντο, Διδάκτορα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, καὶ τὸν π. Ἀθανάσιο Ἀναστασίου, τοὺς Αἰδεσιμολογιωτάτους Πρωτοπρεσβυτέρους π. Πέτρο Heers, Διδάκτορα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ., καὶ π. Ἀναστάσιο Γκοτσόπουλο, (Μr Θεολογίας), ἐφημέριό του Ἱεροῦ ΝαοῦἉγίου Νικολάου Πατρών, τὸν Πανοσιολογιώτατο Ἀρχιμανδρίτη π. Παῦλο Δημητρακόπουλο, (Μr. Θεολογίας), Διευθυντὴ τοῦ Γραφείου ἐπὶ τῶν Αἱρέσεων καὶ τῶν Παραθρησκειῶν τῆς καθ’ Ἠμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, τὸν ἐλλογιμώτατο κ. Σταῦρο Μποζοβίτη, Θεολόγο –Συγγραφέα, μέλος τῆς Ἀδελφότητος Θεολόγων ὁ «Σωτήρ», καὶ τὸν Αἰδεσιμολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο π. Ἄγγελο Ἀγγελακόπουλο, (Μr Θεολογίας), ἐφημέριό του Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίας Παρασκευῆς Νέας Καλλιπόλεως τῆς καθ’ Ἠμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως.
Ἀπὸ τὶς εἰσηγήσεις καὶ τὸν ἐπακολουθήσαντα διάλογο προέκυψε καὶ ἐγκρίθηκε ὁμοφώνως τὸ παρακάτω Ψήφισμα-Πόρισμα:
1) Ἡ Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι καρπὸς τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως, ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς. Δὲν νοεῖται Ἐκκλησία χωρὶς Θεολογία καὶ δὲν νοεῖται Θεολογία ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, τὴν ὁποία ἐξέφρασαν οἱ Προφῆτες, οἱἈπόστολοι, οἱ Πατέρες καὶ οἱἅγιες Σύνοδοι. Ὅταν μία Σύνοδος δὲν θεολογεῖὀρθοδόξως, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι γνήσια Ὀρθόδοξη Σύνοδος, ἀποδεκτὴἀπὸ τὸὈρθόδοξο πλήρωμα. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ συμβεῖ, ὅταν οἱ συμμετέχοντες στὴ Σύνοδο δὲν ἔχουν τὴν πείρα τῶν θεουμένων Πατέρων, ἡ τουλάχιστον δὲν ἀκολουθοῦν αὐτούς, χωρὶς νὰ τοὺς παρερμηνεύουν. Στὴν περίπτωση αὐτὴ τὰ συνοδικὰ μέλη διατυπώνουν κακόδοξες διδασκαλίες,ἢἐπηρεάζονται ἀπὸ πολιτικές, ἢἄλλες σκοπιμότητες. Ἡ σύγχρονη ἐκκλησιαστικὴ πραγματικότητα ἀπέδειξε ὅτι σήμερα πολλὰὑψηλὰἱστάμενα πρόσωπα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας ἐπηρεάζονται, ὡς μὴὄφειλε, ἀπὸ πολιτικοὺς παράγοντες. Σὲ πολλές, ἐπίσης, περιπτώσεις δημιουργοῦνται, στὶς ἐνδοεκκλησιαστικὲς σχέσεις, ἀντιπαλότητες, ἢ κυριαρχοῦν ἐθνικιστικὲς καὶ πολιτικὲς σκοπιμότητες.
2) Μετὰ ἀπὸ μιὰ μακρὰ ἱστορία προετοιμασίας τῆς συγκλήσεως τῆς «Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου», ἐνενήντα τριῶν ἐτῶν, διαπιστώνουμε, ἀπὸ τὴν θεματολογία, τὰ προσυνοδικὰ κείμενα καὶ τὶς δηλώσεις τῶν διοργανωτῶν, ὅτι ὑπάρχει μεγάλο ἔλλειμμα Συνοδικότητος, ἔλλειμμα θεολογικῆς πληρότητος, σαφήνειας καὶ ἀκρίβειας τῶν πρὸς συζήτηση κειμένων καὶἀκόμη μεγαλύτερο ἔλλειμμα ὡς πρὸς τὴν θεολογικὴὀρθότητα, μὲ τὴν ὁποία αὐτὰ εἶναι διατυπωμένα. Πιὸ συγκεκριμένα :
3) Ἡ μὴ συμμετοχὴ ὅλων τῶν ἐπισκόπων στὴν μέλλουσα νὰ συγκληθεῖ Σύνοδο, ἀλλὰ μόνο εἰκοσιτεσσάρων ἀπὸ κάθε Τοπικὴ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία, εἶναι ξένη πρὸς τὴν Κανονικὴ καὶ Συνοδική μας Παράδοση. Τὰὑπάρχοντα ἱστορικὰ στοιχεῖα μαρτυροῦν, ὄχι ἀντιπροσώπευση, ἀλλὰ τὴν μεγαλύτερη δυνατὴ συμμετοχὴἐπισκόπων ἀπὸὅλες τὶς ἐπαρχίες τῆς ἀνὰτὴν Οἰκουμένην Ἐκκλησίας. Ἐπίσης, ὁ μὴ χαρακτηρισμός της ὡς Οἰκουμενικῆς, μὲ τὸν ἀπαράδεκτο ἰσχυρισμὸὅτι δὲν μποροῦν νὰ συμμετάσχουν σ’ αὐτὴν οἱ «χριστιανοὶ τῆς Δύσεως», ἔρχεται σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τοὺς ἁγίους Πατέρες, οἱὁποῖοι συγκροτοῦσαν τὶς Ἅγιες Συνόδους ἐρήμην τῶν αἱρετικῶν. Κατ’ ἀκολουθίαν εἶναι ἀπαράδεκτο οἱ διοργανωτές της νὰἔχουν τὴν ἀξίωση τὸ κύρος της νὰ εἶναι ἰσοδύναμο καὶἰσάξιο μὲ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Ἀλλά, οὔτε καὶ Πανορθόδοξος μπορεῖ νὰἀποκληθεῖἡἐν λόγω Σύνοδος, διότι προφανῶς ἀποκλείεται ἡ συμμετοχὴ ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων.
Ἐξ ἴσου ἀμάρτυρο στὴν Ἐκκλησιαστικὴ καὶ Κανονική μας Παράδοση, καὶ γι’ αὐτὸἀπαράδεκτο, εἶναι τὸ σχῆμα: μία ψῆφος-μία Ἐκκλησία, μὲ ἀπαραίτητη τὴν ὁμοφωνία ὅλων τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Ὁ κάθε ἐπίσκοπος δικαιοῦται νὰ ἔχει δική του ψῆφο καὶ στὶς ἀποφάσεις τῶν μὴ δογματικῶν θεμάτων νὰἰσχύσει ἡἀρχή: «ἡ ψῆφος τῶν πλειόνων κρατείτω».Ἀπαράδεκτο θεωροῦμε, ἐπίσης, τὸ νὰ προαποφασίζονται τὰ θέματα καὶὁ τρόπος ὀργανώσεως τῆς Συνόδου, χωρὶς τὸ κυρίαρχο σῶμα τῶν κατὰ τόπους Ἱεραρχιῶν τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν νὰἔχει ἐκφράσει συνοδικῶς τὴν ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν τοποθέτησή του.
4) Οἱ μέχρι τώρα γενόμενοι Διαχριστιανικοὶ Διάλογοι τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὴν Ἑτεροδοξία κατέληξαν σὲ τραγικὴ ἀποτυχία, τὴν ὁποία ὁμολογοῦν σήμερα καὶ αὐτοὶ οἱἴδιοι οἱ πρωτεργάτες τους. Ἡ δῆθεν προσφερομένη βοήθεια μέσω τῶν Διαλόγων γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν Ἑτεροδόξων στὴν ἐν Χριστῷ ἀλήθεια καὶ τὴν Ὀρθοδοξία διαψεύδεται καὶ ἀποδεικνύεται ἀνύπαρκτη. Τελικά, οἱ Διάλογοι ἐξυπηρέτησαν καὶ προώθησαν τοὺς στόχους τῆς ἀντιχρίστου λεγομένης «Νέας Ἐποχῆς» καὶ τῆς Παγκοσμιοποιήσεως. Ἕνα σημαντικὸ κενό, ποῦ παρουσιάζουν τὰ πρὸς συζήτηση στὴ μέλλουσα Σύνοδο προσυνοδικὰ κείμενα, εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι παραδόξως ἀπουσιάζει σ’ αὐτὰἡ κριτικὴἀξιολόγηση τῆς μέχρι σήμερα πορείας τόσο τῶν διμερῶν Θεολογικῶν Διαλόγων μεταξύ της Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῶν λοιπῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων, ὅσο καὶ τῆς συμμετοχῆς της στὴν Οἰκουμενι(στι)κὴ Κίνηση καὶ τὸ λεγόμενο «Π.Σ.Ε.», ἡὁποία ὑπῆρχε στὰ κείμενα τῆς Γ΄ Προσυνοδικῆς Διασκέψεως.
5) Τὸ προσυνοδικὸ κείμενο μὲ τίτλο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον» παρουσιάζει κατὰ συρροὴ τὴν θεολογικὴἀσυνέπεια, ἢ καὶἀντίφαση. Ἔτσι, τὸἄρθρο 1 διακηρύσσει τὴν ἐκκλησιαστικὴ αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας, θεωρώντας τὴν –πολὺ σωστὰ– ὡς τὴν «Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶἈποστολικὴἘκκλησία». Ὅμως, στὸἄρθρο 6 παρουσιάζει μία ἀντιφατικὴ πρὸς τὸ παραπάνω ἄρθρο (1) διατύπωση. Σημειώνεται χαρακτηριστικὰὅτι «ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τὴν ἱστορικὴν ὕπαρξιν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν μὴ εὐρισκομένων ἐν κοινωνία μετ' αὐτῆς». Ἐδῶ γεννᾶται τὸ εὔλογο θεολογικὸ ἐρώτημα: Ἂν ἡἘκκλησία εἶναι «ΜΙΑ», κατὰ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως καὶ τὴν αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας (ἄρθρ. 1), τότε, πῶς γίνεται λόγος γιὰἄλλες Χριστιανικὲς Ἐκκλησίες; Εἶναι προφανὲς ὅτι αὐτὲς οἱἄλλες Ἐκκλησίες εἶναι ἑτερόδοξες. Οἱἑτερόδοξες, ὅμως, «Ἐκκλησίες» δὲν μποροῦν νὰ κατονομάζονται καθόλου ὡς «Ἐκκλησίες» ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους, ἐπειδή, δογματικῶς θεωρούμενα τὰ πράγματα, δὲν μπορεῖ νὰ γίνεται λόγος γιὰ πολλότητα «Ἐκκλησιῶν», μὲ διαφορετικὰ δόγματα καὶ μάλιστα σὲ πολλὰ θεολογικὰ θέματα. Κατὰ συνέπεια, ἐνόσο οἱ «Ἐκκλησίες» αὐτὲς παραμένουν ἀμετακίνητες στὶς κακοδοξίες τῆς πίστεώς τους, δὲν εἶναι θεολογικὰὀρθὸ νὰ τοὺς ἀναγνωρίζουμε –καὶ μάλιστα θεσμικὰ– ἐκκλησιαστικότητα, ἐκτός της «Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶἈποστολικῆς Ἐκκλησίας».[1]
Στὸἴδιο ἄρθρο (6) ὑπάρχει καὶδεύτερη σοβαρὴ θεολογικὴ ἀντίφαση. Στὴν ἀρχὴ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ σημειώνεται τὸἑξῆς: «Κατὰ τὴν ὀντολογικὴν φύσιν τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἑνότης αὐτῆς εἶναι ἀδύνατον νὰ διαταραχθῆ». Στὸ τέλος, ὅμως, τοῦ ἴδιου ἄρθρου γράφεται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, μὲ τὴν συμμετοχή της στὴν Οἰκουμενι(στι)κὴ Κίνηση, ἔχει ὡς «ἀντικειμενικὸν σκοπὸν τὴν προλείανσιν τῆς ὁδοῦ τῆς ὁδηγούσης πρὸς τὴν ἑνότητα». Ἐδῶ τίθεται τὸἐρώτημα: Ἐφόσον ἡἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δεδομένη, τότε τί εἴδους ἑνότητα Ἐκκλησιῶν ἀναζητεῖται στὸ πλαίσιο τῆς Οἰκουμενι(στὶ)κῆς Κινήσεως; Μήπως ὑπονοεῖται ἡἐπιστροφὴ τῶν δυτικῶν χριστιανῶν στὴ ΜΙΑ καὶ μόνη Ἐκκλησία; Κάτι τέτοιο, ὅμως, δὲν διαφαίνεται ἀπὸ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα συνόλου τοῦ Κειμένου. Ἀντίθετα, μάλιστα, δίνεται ἡἐντύπωση ὅτι ὑπάρχει δεδομένη διαίρεση στὴν Ἐκκλησία καὶ οἱ προοπτικὲς τῶν διαλεγομένων ἀποβλέπουν στὴν διασπασθεῖσα ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
6) Τὸ ὡς ἄνω κείμενο κινεῖται στὰ πλαίσια τῆς νέας οἰκουμενιστικῆς Ἐκκλησιολογίας, ἡ ὁποία ἔχει ἐκφραστεῖἤδη κατὰ τὴν Β΄ Βατικανὴ ψευδοσύνοδο. Αὐτὴἡ νέα Ἐκκλησιολογία ἔχει ὡς βάση τὴν ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος ὅλων τῶν χριστιανικῶν αἱρέσεων, (βαπτισματικῆ θεολογία). Οἱ συντάκτες τοῦ κειμένου, προκειμένου νὰ προσδώσουν κανονικὴἐγκυρότητα καὶ συνοδικὴ νομιμότητα στὴν κακόδοξη αὐτὴἘκκλησιολογία, ἐπικαλοῦνται τὸν 7ο Ἱερὸ Κανόνα τῆς Β΄ Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ τὸν 95ο τῆς ΣΤ΄ Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ὡστόσο, οἱἐν λόγω Ἱεροὶ Κανόνες ρυθμίζουν μόνο τὸν τρόπο εἰσδοχῆς στὴν Ἐκκλησία τῶν μετανοημένων αἱρετικῶν καὶ δὲν ἀναφέρονται καθόλου στὸ «ἐκκλησιαστικὸ status» τῶν αἱρέσεων, οὔτε στὴ διαδικασία διαλόγου τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν αἵρεση. Οὔτε, ἀσφαλῶς, ὑπονοοῦν τὸ «ὑποστατὸν» τῶν μυστηρίων τῶν ἑτεροδόξων, οὔτε ὅτι οἱ αἱρέσεις παρέχουν σώζουσα Θεία Χάρη. Οὐδέποτε ἡἘκκλησία ἀναγνώρισε καὶ διεκήρυξε ἐκκλησιαστικότητα στὴν πλάνη καὶ στὴν αἵρεση. Ἡ «μερὶς τῶν σωζομένων», γιὰ τὴν ὁποία μιλοῦν οἱἐν λόγω Ἱεροὶ Κανόνες, βρίσκεται μόνο στὴν Ὀρθοδοξία καὶὄχι στὴν αἵρεση.
Ἡ οἰκονομία, ποῦ εἰσηγοῦνται οἱ παραπάνω Κανόνες, δὲν μπορεῖ νὰ ἐφαρμοστεῖ στοὺς Δυτικοὺς (Παπικοὺς καὶ Προτεστάντες), γιατί στεροῦνται τὶς θεολογικὲς προϋποθέσεις καὶ τὰ κριτήρια, ποῦ θέτουν οἱ συγκεκριμένοι Κανόνες. Καί, ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει οἰκονομία στὴν δογματικὴ αὐτοσυνειδησία τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ Δυτικοὶ καλοῦνται νὰἀρνηθοῦν τὶς αἱρέσεις τους, νὰ τὶς ἀναθεματίσουν, νὰ ἐγκαταλείψουν τὶς Θρησκευτικὲς Κοινότητές τους, νὰ κατηχηθοῦν καὶ νὰ ζητήσουν ἐν μετανοία τὴν διὰ τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος ἔνταξή τους στὴν Ἐκκλησία.
7) Τὸ ἴδιο, ὡς ἄνω, κείμενο πουθενὰ δὲν ἀναφέρεται σὲ κακοδοξίες ἢ πλάνες, τὶς ὁποῖες νὰ προσδιορίζει συγκεκριμένα, ὡσὰν τὸ πνεῦμα τῆς πλάνης νὰ μὴν δραστηριοποιεῖται πλέον σήμερα. Τὸ κείμενο δὲν ἐπισημαίνει καμμία αἵρεση καὶ καμμία διαστροφὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς διδασκαλίας καὶ ζωῆς στὸν ἐκτός της Ὀρθοδοξίας εὑρισκόμενο χριστιανικὸ κόσμο. Ἀντίθετα, οἱ κακόδοξες καὶ αἱρετικὲς παρεκκλίσεις ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ τῶν Ἁγίων καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων χαρακτηρίζονται «παραδεδομένες θεολογικὲς διαφορὲς ἢ τυχὸν νέες διαφοροποιήσεις» (§ 11), τὶς ὁποῖες καλοῦνται ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ ἡ ἑτεροδοξία νὰ «ὑπερβοῦν» (§ 11). Τὸ ζητούμενο γιὰ τοὺς συντάκτες εἶναι ἡ ἑνότητα τῶν «Ἐκκλησιῶν», καὶ ὄχι ἡ ἑνότητα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ὑπάρχει πουθενὰ πρόσκληση σὲ μετάνοια καὶ σὲἄρνηση καὶ καταδίκη τῶν πλανῶν καὶἐτεροδιδασκαλιῶν, ποῦ παρεισέφρησαν στὴ ζωὴ τῶν αἱρετικῶν αὐτῶν Κοινοτήτων.
8) Τὸ ὡς ἄνω κείμενο κάνει ἐκτεταμένη ἀναφορὰ στὸ λεγόμενο «Π.Σ.Ε.» (§§ 16-21) καὶἀποτιμᾶ θετικὰ τὴν συμβολή του στὴν Οἰκουμενι(στι)κὴ Κίνηση, ἐπισημαίνοντας τὴν πλήρη καὶἰσότιμη συμμετοχὴ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν σ’ αὐτὴν καὶ τὴν συμβολὴ τοὺς «εἰς τὴν μαρτυρίαν τῆς ἀληθείας καὶ τὴν προαγωγὴν τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν» (§ 17). Ὡστόσο, ἡ εἰκόνα, ποῦ μᾶς δίδει τὸ κείμενο σχετικὰ μὲ τὸ «Π.Σ.Ε.», εἶναι ψευδὴς καὶἐπίπλαστη. Κατ’ ἀρχήν, αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡἔνταξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σ’ ἕναν ὀργανισμό, ποῦἐμφανίζεται ὡς ὑπερεκκλησία, καὶἡ συνύπαρξη καὶ συνεργασία της μὲ τὴν αἵρεση, συνιστᾶ παραβίαση τῆς κανονικῆς τάξεώς της καὶἀθέτηση τῆς ἐκκλησιολογικῆς αὐτοσυνειδησίας της. Ἡ θεολογικὴ ταυτότητα τοῦ «Π.Σ.Ε.» εἶναι σαφῶς προτεσταντική. Ἡ μαρτυρία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δὲν ἔγινε μέχρι σήμερα δεκτὴ στὸ σύνολό της ἀπὸ τὶς προτεσταντικὲς αἱρέσεις τοῦ «Π.Σ.Ε.», ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν 70ετή ἱστορία του. Ὅλα δείχνουν ὅτι τὸἐπιδιωκόμενο στὸ «Π.Σ.Ε.» εἶναι ἡὁμογενοποίηση τῶν «ὁμολογιῶν»-μελῶν τοῦ μέσω ἑνὸς μακροχρονίου συμφυρμοῦ. Τὸ κείμενο ἀποκρύπτει τὴν πραγματικὴ εἰκόνα τῶν μέχρι σήμερα γενομένων Διαλόγων μὲ τὶς προτεσταντικὲς αἱρέσεις-μέλη τοῦ «Π.Σ.Ε.» καὶ τὸ ἀδιέξοδο, στὸ ὁποῖο αὐτοὶἔχουν φθάσει σήμερα. Πέραν τούτου, δὲν καταδικάζονται τὰ ἀπαράδεκτα ἀπὸ Ὀρθοδόξου ἀπόψεως κοινὰ κείμενα τῶν Γενικῶν Συνελεύσεων τοῦ «Π.Σ.Ε.», (π.χ. Πόρτο Ἀλέγκρε, Πουσᾶν κλπ.) καὶ ἐπιπλέον ἀποσιωπῶνται πλεῖστα ὅσα ἐκφυλιστικὰ φαινόμενα, τὰ ὁποῖα συναντοῦμε σ’ αὐτό, ὅπως «Λειτουργία τῆς Λίμα», intercommunion, διαθρησκειακὲς συμπροσευχές, χειροτονία γυναικών, περιεκτικὴ γλώσσα, ἀποδοχὴ τοῦ σοδομισμοῦἀπὸ πολλὲς αἱρέσεις κλπ.
9) Ἡ ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου τὸ 1924 ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἦταν μονομερὴς καὶ πραξικοπηματικὴ ἐνέργεια, γιατί δὲν ἔγινε μὲ πανορθόδοξη ἀπόφαση. Διέσπασε τὴν λειτουργικὴ ἑνότητα μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ προκάλεσε σχίσματα καὶ διαιρέσεις μεταξὺ τῶν πιστῶν. Στὴν ἀλλαγὴ συνήργησαν καὶὤθησαν ἑτερόδοξες «ὁμολογίες» καὶ μυστικὲς ἑταιρεῖες, μέσω τοῦ Πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη. Ἦταν προσμονὴὅλων καὶ δέσμευση τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἡγετῶν ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθει Σύνοδος νὰ συζητήσει καὶ νὰἐπιλύσει τὸ θέμα. Δυστυχῶς, κατὰ τὴν μακρὰ προσυνοδικὴ διαδικασία Παπικοὶ καὶ Προτεστάντες ἔθεσαν στοὺς Ὀρθοδόξους νέο θέμα, τὸν «κοινὸἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα», μὲ συνέπεια νὰ στραφεῖ πρὸς τὰ ἐκεῖ τὸἐνδιαφέρον καὶ νὰἀτονήσει ἡ συζήτηση γιὰ τὴν θεραπεία τοῦ τραύματος τῆς λειτουργικῆς ἑνότητος στὸν ἑορτασμὸ τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν, ποῦ προκλήθηκε χωρὶς λόγο καὶ ποιμαντικὴἀνάγκη. Στὴν τελικὴ φάση τῆς Συνόδου καὶ χωρὶς συνοδικὲς ἀποφάσεις τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν τὸ θέμα τοῦἩμερολογίου ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὸν κατάλογο τῶν θεμάτων, ἐνῶἦταν τὸ κατ' ἐξοχὴν ἐπεῖγον καὶ φλέγον θέμα.
10) Ἡ ἱστορία τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων μᾶς βεβαιώνει ὅτι αὐτὲς συγκαλοῦνταν κάθε φορᾶ, ποῦ κάποια αἵρεση ἀπειλοῦσε τὴν ἁγιοπνευματικὴἐμπειρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀληθείας καὶ τὴν ἔκφρασή της ἀπὸ τὸἐκκλησιαστικὸ σῶμα. Ἀντίθετα, ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθει Σύνοδος συγκαλεῖται, ὄχι γιὰ νὰ ὁριοθετήσει τὴν πίστη ἔναντί της αἱρέσεως, ἀλλὰ γιὰ νὰ παράσχει θεσμικὴ ἀναγνώριση καὶ νομιμοποίηση τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν στηρίζεται στὴν ἐμπειρία τοῦἐκκλησιαστικοῦ σώματος, ἀλλὰἀντίθετα τὴν ὑποβαθμίζει καὶ τὴν ὑποτιμᾶ, τὴν περιθωριοποιεῖ καὶ τὴν παραβλέπει. Ἡ συνολικὴ διαδικασία, ἡ προπαρασκευὴ καὶἡ θεματολογία τῆς Συνόδου εἶναι ἀποτέλεσμα ἐπιβολῆς μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς ὀλιγαρχίας, ποῦἐκφράζει μιὰἀκαδημαϊκή, ἀποστεωμένη, ἄνευρη καὶ ἀπνευμάτιστη θεολογία, ἀποκομμένη ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα. Ἔσχατος κριτὴς τῆς ὀρθότητας καὶ τῆς ἐγκυρότητας τῶν ἀποφάσεων τῶν Συνόδων εἶναι τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ κληρικοί, οἱ μοναχοὶ καὶὁ πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ, ὁὁποῖος, μὲ τὴν γρηγοροῦσα ἐκκλησιαστικὴ καὶ δογματική του συνείδηση, ἐπικυρώνει ἢἀπορρίπτει τὶς ἀποφάσεις τους. Ὅμως, στὴν μέλλουσα Σύνοδο ἀπουσιάζει παντελῶς αὐτὴἡ σημαντικὴ παράμετρος, ἐπειδὴἐκφράστηκε ἐπισήμως ὅτι φορέας τῆς ἐγκυρότητας τῶν ἀποφάσεών της θὰ εἶναι ἡ Συνοδικότητα καὶ ὄχι τὸὈρθόδοξο Πλήρωμα.
11) Μιὰ ἄλλη βασικὴ προϋπόθεση γνησιότητας τῆς «Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου» εἶναι ἡ ἀναγνώριση ὑπ’ αὐτῆς ὡς Οἰκουμενικῶν τῶν θεωρούμενων ὡς τοιούτων στὴ συνείδηση τοῦὈρθοδόξου πληρώματός της Η΄ (879-880) ἐπὶἱεροῦ Φωτίου τοῦ Μεγάλου καὶ τῆς Θ΄ (1351) ἐπὶἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ συγκληθεισῶν, οἱ ὁποῖες ἔχουν ὅλα τὰ στοιχεῖα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶἔχουν καταδικάσει τὶς αἱρετικὲς κακοδοξίες τοῦ Παπισμοῦ. Ἀλλά, τέτοιο ἐνδεχόμενο δὲν προκύπτει ἀπὸ τὴν θεματολογία καὶ τὰ προσυνοδικὰ κείμενα.
12) Ἡὀρθόδοξη νηστεία εἶναι τόσο ἑδραιωμένη στὴ συνείδηση τῶν ὀρθοδόξων ποιμένων καὶ τοῦὀρθοδόξου λαοῦ, ὥστε δὲν χρειάζεται καμμία σύντμηση ἢ προσαρμογή. Οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνάγκη νὰ ἀποκτήσουν περισσότερο ὀρθόδοξη παιδεία καὶ ἀσκητικὸ φρόνημα, γιὰ νὰ μπορέσουν, μὲ τὸ παράδειγμά τους καὶ τὸν ἀσύλληπτο πλοῦτο τῆς ἁγιοπατερικῆς γραμματείας, νὰ διδάξουν διακριτικὰ τὸ ποίμνιό τους. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μᾶς ἐφαρμόζει χριστοφιλανθρωπότατα σὲ ὅλα τὰ μήκη καὶ πλάτη τῆς Οἰκουμένης τὴν οἰκονομία σὲ ὅλο τὸ μεγαλεῖο της. Εἶναι τόσα πολλὰ τὰ κείμενα περὶ νηστείας ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων, ποῦ ἀναλύουν τὶς παθοκτόνες καὶ σωτήριες παραμέτρους της, ὥστε δὲν ἀξίζει ὁ εὐτελισμός, ποῦ ὑφίσταται ἀπὸ τὴν μινιμαλιστικὴ νοοτροπία τῶν μεταπατερικῶν ἀνανεωτῶν, οἱ ὁποῖοι κόπτονται γιὰ τὸν σύγχρονο κόσμο. Ἂν ἡ μέλλουσα Σύνοδος ἐπιβάλει νέες μεταρρυθμίσεις ἡμερῶν τῆς νηστείας καὶ τροφῶν, θὰ μιμηθεῖ τὸν ὁλοκληρωτισμό, ποῦ χαρακτηρίζει τὸ Κανονικὸ Δίκαιό του Παπισμοῦ, τὸὁποῖο καθορίζει θεσμικὰ καὶ ἀσφυκτικὰἀκόμα καὶ τὴν οἰκονομία.
13) Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ 20ού αἰῶνος ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἐκφυλλίζεται καὶ μεταλλάσσεται σὲ πανθρησκειακὸ ὅραμα. Οἱ ἀτελείωτες διαθρησκειακὲς συναντήσεις καὶ συμπροσευχὲς Ὀρθοδόξων μὲ ἡγέτες θρησκειῶν τοῦ κόσμου (π.χ. Ἀσίζη) μαρτυροῦν ὅτι ἀπώτερος στόχος τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι ἡ συνένωση τῶν θρησκειῶν σὲ ἕνα τερατῶδες σχῆμα, τὴν ἐφιαλτικὴ Πανθρησκεία, ἡ ὁποία ἐπιδιώκει νὰ ἐκμηδενίσει τὴ σώζουσα ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ διαθρησκειακὴ συνεργασία μὲ τὶς ἄλλες θρησκεῖες εἶναι ἀδύνατον νὰ δικαιωθεῖ, οὔτε νὰ θεμελιωθεῖ στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στὴν Ὀρθόδοξη Πατερικὴ Θεολογία. Ὁ θεόπνευστος λόγος τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου εἶναι ξεκάθαρος: «Μὴ γίνεσθε ἐτεροζυγοῦντες ἀπίστοις. Τὶς γὰρ μετοχὴ δικαιοσύνη καὶἀνομία; Τὶς δὲ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος»; (Β΄ Κόρ. 6, 14).Ἐπίσης, τὸ ἰδανικό της εἰρηνικῆς συνυπάρξεως, τὸ ὁποῖο κατὰ κόρον προβλήθηκε στοὺς Διαθρησκειακοὺς Διαλόγους, καθίσταται ἀδύνατο, διότι ἔρχεται σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου, «εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν κα ὶὑμᾶς διώξουσιν» (Ἰω. 15, 20), καὶ μὲ τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «πάντες δὲ οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται» (Β΄ Τίμ. 3, 14). Οἱ μετέχοντες στοὺς μέχρι τώρα γενομένους Διαλόγους δὲν μπόρεσαν, δυστυχῶς, νὰ μεταφέρουν ἀνόθευτη τὴν Ὀρθόδοξη χριστιανικὴ διδασκαλία, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ προσελκύσουν ἔστω καὶἕναν ἀλλόθρησκο στὴν Ὀρθοδοξία. Ἀντίθετα, μάλιστα ἔφθασαν στὸ ἀξιοθρήνητο κατάντημα νὰ παρασυρθοῦν σὲ πλάνες καὶ αἱρέσεις καὶ νὰ διατυπώνουν βλάσφημες δηλώσεις, σκανδαλίζοντας τὸν πιστὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, παρασύροντας στὴν πλάνη τοὺς ἀσθενεῖς στὴν πίστη καὶ προκαλώντας ἔτσι μεγίστη πνευματικὴ φθορὰ καὶ διάβρωση τοῦὈρθοδόξου φρονήματος. Παρὰ τὴν πληθώρα τῶν μέχρι τώρα γενομένων Διαλόγων, ὁἰσλαμικὸς φανατισμός, ὄχι μόνο δὲν καταστέλλεται, ἀλλὰ γιγαντώνεται ὅλο καὶ περισσότερο.
14) Οἱ ἀγῶνες τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, μαζὶ μὲ τοὺς ἀγῶνες τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, θὰ πρέπει νὰ μᾶς ἐμπνέουν καὶ νὰ μᾶς ὁδηγοῦν στὴν διαφύλαξη τῆς πολύτιμης παρακαταθήκης μας. Ἀπόπειρα νοθεύσεως τῆς μωσαϊκῆς θρησκείας παρατηροῦμε καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὅπου, στὴν ἀρχὴ χαναανϊτικὰ καὶἀργότερα βαβυλωνιακὰ καὶ αἰγυπτιακὰ στοιχεῖα ἀπειλοῦσαν νὰ νοθεύσουν τὴν πίστη στὸν Ἕνα Θεό. Μεγάλοι ἄνδρες, (Προφῆτες, βασιλεῖς, πολιτικοὶἄρχοντες, κλπ.) ἀγωνίστηκαν μὲ σθένος γιὰ τὴν διαφύλαξη τῆς καθαρῆς μωσαϊκῆς θρησκείας. Ἰδιαιτέρως ἀγωνίστηκαν κατὰ τῶν διαφόρων ψευδοπροφητῶν, οἱὁποῖοι ἀναφαίνονταν κατὰ καιρούς.
Συνοψίζοντας τὰ παραπάνω, συμπεραίνουμε ὅτι ἡ μέλλουσα νὰ συγκληθεῖ «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος» δὲν θὰ εἶναι οὔτε Μεγάλη, οὔτε Ἁγία, διότι, μὲ βάση τὰ μέχρι σήμερα δεδομένα, δὲν προκύπτει ὅτι αὐτὴ θὰεἶναι σύμφωνη μὲ τὴν Συνοδικὴ καὶ Κανονικὴ Παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας καὶὅτι θὰ λειτουργήσει ὄντως ὡς γνήσια συνέχεια τῶν ἀρχαίων μεγάλων Ἁγίων Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων. Ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖο εἶναι διατυπωμένα τὰ δογματικοῦ χαρακτῆρος προσυνοδικὰ κείμενα, δὲν ἀφήνουν κανένα περιθώριο ἀμφιβολίας,ὅτι ἡἐν λόγω Σύνοδος ἀποσκοπεῖ νὰ προσδώσει ἐκκλησιαστικότητα στοὺς ἑτεροδόξους καὶ νὰ διευρύνει τὰ κανονικὰ καὶ χαρισματικὰὅρια τῆς Ἐκκλησίας.
Ὡστόσο, καμμία Πανορθόδοξη Σύνοδος δὲν μπορεῖ νὰὁριοθετήσει διαφορετικὰ τὴν μέχρι σήμερα ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν ὑπάρχουν, ἐπίσης, ἐνδείξεις ὅτι ἡἐν λόγω Σύνοδος θὰ προχωρήσει σὲ καταδίκη τῶν συγχρόνων αἱρέσεων καὶ πρωτίστως τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἀντίθετα μάλιστα ὅλα δείχνουν ὅτι ἡ μέλλουσα νὰ συγκληθεῖ «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος» ἐπιχειρεῖ νὰ τὴν νομιμοποιήσει καὶ νὰ τὴν ἑδραιώσει. Ὡστόσο, οἱὅποιες ἀποφάσεις της μὲ οἰκουμενιστικὸ πνεῦμα, εἴμαστε ἀπολύτως βέβαιοι ὅτι δὲν θὰ γίνουν δεκτὲς ἀπὸ τὸν εὐσεβῆ κλῆρο καὶ τὸν πιστὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἡ ἴδια θὰ καταγραφεῖ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία ὡς ψευδοσύνοδος.
Μακαριώτατε,
Ἡ μέλλουσα «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος», ἂν πραγματικὰ θέλει νὰ εἶναι Ὀρθόδοξη Σύνοδος, θὰ πρέπει νὰ λάβει, κατὰ τὴν ταπεινή μας γνώμη, τὶς ἑξῆς καίριες ἀποφάσεις:
α) Νὰ ἐπικυρώσει τὶς ἀποφάσεις ὅλων προγενεστέρων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, (Α΄ ἕως καὶ Ζ΄ Οἰκουμενικές), δηλαδὴ τοὺς ὑπὸ τῶν ἁγίων Πατέρων θεσπισθέντες δογματικοὺς ὅρους καὶ Ἱεροὺς Κανόνες.
β) Νὰ ἀναγνωρίσει τὶς θεωρούμενες ἀπὸ ὅλους τους Ὀρθοδόξους δύο συνόδους τοῦ ἐνάτου καὶ δεκάτου τετάρτου αἰῶνος ὡς οἰκουμενικές, δήλαδή τὴν Η΄ἐπὶ Μεγάλου Φωτίου, τό 879, καὶ τὴν Θ΄ἐπὶ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ 1351, οἱ ὁποῖες, κατεδίκασαν ἡ μὲν πρώτη τὸ Filioque καὶ τὸ πρωτεῖο τοῦ Πάπα ὡς αἱρέσεις, ἡ δὲ δεύτερη τὴν περὶ κτιστῆς Χάριτος αἵρεση, ἑπομένως καὶ τὸν Παπισμὸὡς αἵρεση.
γ) Νὰ καταδικάσει τὴν συγκρητιστικὴ παναιρέση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως τὴν ἀποκαλοῦσε ὁ ἅγιος Ἰουστίνος Πόποβιτς.
δ) Νὰ καταδικάσει τὴν παρουσία καὶ συμμετοχὴ τῶν Ὀρθοδόξων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν στὸ λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν» (Π.Σ.Ε.).
ε) Νὰ τερματίσει τοὺς Διαθρησκειακοὺς Διαλόγους καὶ τοὺς Θεολογικοὺς Διαλόγους μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς, τὶς προετεσταντικὲς ὁμολογίες τοῦ Π.Σ.Ε. καὶ τοὺς Μονοφυσίτες.
στ) Νὰ καταδικάσει τὴν μεταπατερικὴ καὶἀντιπατερικὴ «νέα ἐκκλησιολογία», ἡὁποία ἀπορρίπτει τὰ χαρισματικά, δογματικὰ καὶ κανονικὰὅρια τῆς Ἐκκλησίας.
ζ) Νὰ ἐκλέξει, νὰ χειροτονήσει καὶ νὰ ἐνθρονίσει στὸ πάλαι ποτὲ περίπυστο Πατριαρχεῖο τῆς Ρώμης νέο Ὀρθόδοξο Πάπα Ρώμης, μὴ ἀναγνωρίζοντας καὶἐκθρονίζοντας τὸν σημερινὸ καταληψία τοῦ Πατριαρχείου τῆς Δύσεως καὶ αἱρεσιάρχη κ. Φραγκίσκο. Ἔτσι, θὰ λυθοῦν τὰ θέματα τοῦ Παπισμοῦ, τῆς Οὐνίας καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ.
η) Νὰ δημιουργήσει Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, λύνοντας τὸ θέμα τῆς Διασπορᾶς, καὶ
θ) Νὰ ἀκολουθήσει τὴν Πατερικὴ ὁδὸ μαχίμου ἐπανευαγγελισμοῦ τῆς Οἰκουμένης, μὲ τὴν δημιουργία δορυφορικῆς πλατφόρμας γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη μαρτυρία σὲ 17 γλῶσσες. Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, θὰ κονιορτοποιήσει τὶς αἱρέσεις μὲ παγκόσμιο λόγο καὶ πατερικὴ παρρησία, θὰ δοξάσει τὸν Θεὸ καὶ θὰ διασφαλίσει τὸἀνθρώπινο πρόσωπο.
Τὰ κείμενα τῆς Συνόδου πρέπει νὰ ξαναγραφοῦν ἀπ’ τὴν ἀρχή, λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψιν τὸ πνεῦμα τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως. Δὲν ἀρκεῖ νὰ συγκληθεῖ μιὰ Σύνοδος μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰἀποδειχθεῖ στὸν κόσμο ὅτι οἱὈρθόδοξοι εἴμαστε ἑνωμένοι. Ἑνωμένοι σὲ τί; Ἡἕνωση γίνεται μόνο βάσει τῆς Ἀληθείας. Ἡἑνότητα εἶναι ὁ καρπὸς τοῦἉγίου Πνεύματος, ὅπως μᾶς λέγει ὁ Κύριος ἠμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς στὴν ἀρχιερατική Του προσευχή: «ἴνα ὦσιν ἓν καθὼς ἠμεῖς… ἁγίασον αὐτοὺς ἐν τὴἀληθεία σου… ἴνα καὶ αὐτοὶὦσιν ἠγιασμένοι ἐν ἀληθεία». Ἡἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας συνίσταται στὴν ἀκέραιη καὶἀβλαβῆ διαφύλαξη τῶν διδασκαλιῶν τῆς ὀρθῆς πίστεως, τὴν ὁποία μᾶς παρέδωσαν οἱἍγιοι Ἀπόστολοι καὶ οἱἍγιοι Πατέρες. Διηρημένοι καὶἀποσχισμένοι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι, ποῦ φρονοῦν διαφορετικὰἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καθὼς μᾶς λέγει ὁἍγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης. Οἱἅγιοι Πατέρες ὀνόμασαν «Καθολικὴ» τὴν Ἐκκλησία Του, ἐπειδὴ μόνο αὐτὴ διατηρεῖ στὴν πληρότητά της τὴν Ἀλήθεια καὶ τὴν Ὁμολογία τῆς Πίστεως, χωρὶς τὴν ὁποία κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ. Πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ κατανοηθεῖὅτι δὲν ἐπιχειρεῖται νὰἀλλάξει οὔτε ἡ νηστεία, οὔτε ἡ τάξη τοῦ μοναχισμοῦ, οὔτε ἡ τάξη τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν, ὅμως παραχαράσεται καὶ στρεβλώνεται τὸ πιὸ νευραλγικὸ σημεῖο, δηλαδὴἡἐκκλησιολογικὴ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.
Μακαριώτατε,
Γνωρίζοντας πολὺ καλὰ τὴν πλήρη ἀφιέρωση καὶ τὴ θυσιαστικὴἀγάπη Σας γιὰ τὸν Σωτήρα Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸν Ὁποῖο διακονεῖτε μὲὅλη τὴν ὕπαρξή Σας, Σᾶς ἀπηύθυνα αὐτὲς τὶς σκέψεις, οἱὁποῖες μᾶς προβληματίζουν.
Προσευχόμαστε ἡμέρα καὶ νύχτα στὸν Ἀρχιποιμένα μας καὶ ἐν πάσιν πρωτεύοντα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, νὰ Σᾶς ἐνισχύει νὰ παραμένετε πάντοτε ἀμετακίνητος στὴν Ὀρθόδοξο πίστη καὶ Παράδοση, ὡς ἄξιος διάδοχος ὄχι μόνο τῶν «θρόνων τῶν Ἀποστόλων», ἀλλὰ καὶ τοῦ βίου, τῆς πίστεως καὶ τῆς ὁμολογίας τους. Εἴησαν τὰἔτη Ὑμῶν, ὄλβια, ὑγιεινὰ καὶπανευφρόσυνα. Ὑποβάλοντες ἐκ προσώπου τοῦ εὐαγοῦς Κλήρου καὶ τοῦ φιλοχρίστου Λαοῦ τῆς καθ’ ἠμᾶς Ιεράς Μητροπόλεως ἀπείρους υἱϊκᾶς προσρήσεις καὶ εὐγνώμονας εὐχαριστίας καὶ κατασπαζόμενοι τὴν Ὑμετέραν Σεπτὴν Δεξιὰν ἑξαιτούμεθα τὰς Ὑμετέρας Σεπτᾶς θεοπειθεῖς πατρικᾶς εὐχᾶς καὶ εὐλογίας.
Ο Μ Η Τ Ρ Ο Π Ο Λ Ι Τ Η Σ
+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ
[1] Ἡ ἀναφερθεῖσα ἀσάφεια τοῦ κειμένου δύναται νὰ ἑρμηνευτεῖ εὔκολα μέσα ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῶν ἀντιλήψεων τοῦ Ἰησουίτη θεολόγου Karl Rahner, μέντορα τῆς Β΄ Βατικάνειας ψευδοσυνόδου καὶ τοῦ Yves Congar. Ὁρισμένες ἀπὸ τὶς ἀντιλήψεις τοὺς υἱοθετεῖ καὶ ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ἰωάννης Ζιζιούλας, ὅπως τὴν «θεωρία τῶν ἀτελῶν ἐκκλησιῶν», σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁρισμένες ἐκκλησίες βρίσκονται πιὸ κοντά, ἐνῶ ἄλλες πιὸ μακριὰ ἀπὸ τὴν πλήρη Ἐκκλησία. Στὴν περίπτωση τῆς Β΄ Βατικάνειας ψευδοσυνόδου, ὁ Παπισμὸς εἶναι ἡ πλήρης Ἐκκλησία, ἐνῶ οἱ ἄλλες (συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας) εἶναι οἱ ἀτελεῖς ἐκκλησίες. Τὸ συμπέρασμα, ποῦ προκύπτει, βάσει τῶν πληροφοριῶν καὶ τῆς μελέτης τῶν θεολογικῶν κειμένων, σχετικὰ μὲ αὐτὴ τὴν πρωτοφανῆ ἐκκλησιολογία, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὶς θεολογικὲς ἀπόψεις τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ἰωάννου Ζιζιούλα, καὶ τὴν ἀνάλυση τῆς ἐκκλησιολογίας τῆς Β΄ Βατικάνειας ψευδοσυνόδου, εἶναι ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ πλήρης Ἐκκλησία, ἐνῶ οἱ ἄλλες (συμπεριλαμβανομένων τῶν αἱρέσεων τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ) εἶναι οἱ ἀτελεῖς ἐκκλησίες. Ὅμως, αὐτὴ ἡ ἀντίληψη μᾶς παραπέμπει σὲ μιὰ βατικανοποίηση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία προσπαθεῖ νὰ εἰσαγάγει συνοδικῶς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ὡς ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῆς τῆς κίνησης, στὴν μέλλουσα νὰ συγκληθεῖ «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Οἱ θεωρίες τῶν «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν», τῶν «δύο πνευμόνων τῆς Ἐκκλησίας» (Ὀρθοδοξία καὶ Παπισμός), τῶν «κλάδων», τῆς «μεταπατερικῆς καὶ μετακανονικῆς θεολογίας», τῆς «βαπτισματικῆς θεολογίας», ἡ θεωρία ὅτι ἡ Ἐκκλησία περιλαμβάνει ὅλες τὶς ὁμολογίες, οἱ ὁποῖες ἀποσχίστηκαν ἀπὸ αὐτήν, ἡ ἀποδοχὴ τῶν μικτῶν γάμων μὲ τοὺς ἑτερόδοξους κ.α. ἀποτελοῦν ἐκφράσεις καὶ μορφὲς τῆς νέας ἐκλησιολογίας, τῆς νέας μεταπατερικῆς ἢ καλύτερα ἀντιπατερικῆς ἐκκλησιολογίας. Σύμφωνα μὲ τὴν θεωρία «τῆς βαπτισματικῆς θεολογίας», ὅποιος βαπτίζεται στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ἀνεξαρτήτως πίστεως, δόγματος καὶ ὁμολογίας. Ὅμως, οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας οὐδέποτε ἀναγνώρισαν τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν, παρὰ μόνον κατ’ οἰκονομίαν τοὺς δέχονταν, μὲ τὴν προϋπόθεση ὅτι ἀπαρνοῦνται τὴν αἵρεση καὶ ἐπιστρέφουν στὴν Ὀρθοδοξία καὶ ἐφόσον διατηροῦσαν τὴν ἐξωτερικὴ μορφὴ τοῦ Βαπτίσματος μὲ τὶς τρεῖς καταδύσεις καὶ ἀναδύσεις. Σύμφωνα μὲ τοῦ Ἱεροὺς Κανόνες 7 τῆς Β΄ καὶ 95 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς συνόδου: «Τοὺς προστιθεμένους τὴ ὀρθοδοξία, καὶ τὴ μερίδι τῶν σωζομένων ἀπὸ αἱρετικῶν, δεχόμεθα κατὰ τὴν ὑποτεταγμένην ἀκολουθίαν τὲ καὶ συνήθειαν», καὶ πιὸ κάτω, «πάντας τοὺς ἂπ αὐτῶν θέλοντας προστίθεσθαι τὴ ὀρθοδοξία». Ἡ οἰκονομία δὲν δύναται ποτὲ νὰ μετατραπεῖ σὲ κανόνα πίστεως ἢ σὲ δόγμα. Τὸ κείμενο αὐτὸ τῆς Συνόδου εἶναι κατ’ἐξοχὴν δογματικό, ὅμως εἶναι ἀντορθόδοξο, ἐπειδὴ ἐπιτρέπει ἐντελῶς λανθασμένες ἑρμηνεῖες, οἱ ὁποῖες ἐνθαρρύνουν τὶς ἑτερόδοξες ἀντιλήψεις, πράγμα ποῦ σημαίνει ἀλλοίωση τῆς ἀποκαλυφθείσας Ἀληθείας τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἀνοικτὴ Ἐπιστολὴ Ἁγιορειτῶν Πατέρων πρός:
Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, τὰς λοιπὰς αὐτοκεφάλους Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας, τὴν Ἱερὰν Κοινότητα Ἁγίου Ὄρους, τὸ χριστεπώνυμον πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας:
«Πραγμάτων ἐπιδρομαί… τά τῶν φίλων ἄπιστα, τά τῆς Ἐκκλησίας ἀποίμαντα. Ἔρρει τά καλά, γυμνά τά κακά. Ὁ πλοῦς ἐν νυκτί, πυρσός οὐδαμοῦ. Χριστός καθεύδει, τί χρή παθεῖν;…». (Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος)
Ὅπως γνωρίζουμε πολύ καλά ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία, ἡ σύγκληση μιᾶς Συνόδου ἀφορᾶ πρωτίστως στήν θέσπιση καί τήν στερέωση τῶν Δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ὁριοθέτησή της ἀπό τήν αἵρεσιν. Δηλαδή, ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖ ὡς καθῆκον της, ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ, τήν καταπολέμηση κάθε αἱρέσεως καί τήν ὀρθοτόμηση τοῦ λόγου τῆς ἀληθείας. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, μέγας Διδάσκαλος καί Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, σαφῶς τονίζει « τό νά εἶναι πάντα τά ἐκτιθέμενα παρ᾿ αὐτῶν δόγματα καί οἱ κανόνες Ὀρθόδοξα εὐσεβῆ καί σύμφωνα ταῖς θείαις Γραφαῖς, ἤ ταῖς προλαβούσαις Οἰκουμενικαῖς Συνόδοις», καί «Αὕτη ἐστί τά αἰώνια ὅρια, ἅ ἔθεντο οἱ πατέρες ἡμῶν καί νόμοι οἱ ὑπάρχοντες εἰς τόν αἰῶνα…τούς ὁποίους σύνοδοι Οἰκουμενικαί τε καί Τοπικαί διά Πνεύματος Ἁγίου ἐθέσπισαν». (Πηδάλιον, ἔκδ.Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1991, σελ.16). Συμβάλλοντες, λοιπόν καί ἐμεῖς, ὡς Ἁγιορεῖτες Μοναχοί καί ὡς ζωντανά μέλη τῆς Ἐκκλησίας πρός τόν σκοπό τῆς πνευματικῆς ἀφυπνήσεως καί ἐνισχύσεως τοῦ Ὀρθοδόξου φρονήματος τοῦ πιστοῦ λαοῦ, ἐπιθυμοῦμε νά καταθέσουμε καί δημοσίως τήν ἰδικήν μας μαρτυρία.
Ἡ λεγομένη «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος», ἡ ὁποία ὡς γνωστόν, πρόκειται νά λάβει χώρα τόν προσεχῆ Ἰούνιο στήν Κρήτη (19-6-2016, μέ τό παλαιό ἡμερολόγιο 6–6-2016), ἀποτελεῖ ἕνα στάδιο τοῦ προγράμματος τοῦ Διαχριστιανικοῦ καί Διαθρησκειακοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἤ τῆς Θρησκευτικῆς Παγκοσμιοποίησεως τῆς Νέας Τάξεως Πραγμάτων, ἡ ὁποία ὡς γνωστόν ἐπιδιώκει νά ὑποτάξει ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα μέ τρία μεθοδευμένα σχέδια, α) μέ μία παγκόσμια κυβέρνηση β) μέ μία παγκόσμια οἰκονομία καί γ) μέ μία παγκόσμια θρησκεία. Ἡ ἐφαρμογή αὐτοῦ τοῦ στόχου γιά μιά παγκόσμια θρησκεία, ἐγκαινιάστηκε πρῶτα στόν προτεσταντικό κόσμο μέ τήν λεγομένη “Οἰκουμενική κίνηση”, καί στόν ὀρθόδοξο κόσμο ξεκίνησε μέ τόν ἐνθρονιστήριο λόγο τοῦ Πατριάρχου Κων/πόλεως Μελετίου Μεταξάκη (1923) καί ἐπηυξήθη μέ τόν ἐπίσης Πατριάρχη Κων/πόλεως Ἀθηναγόρα Σπύρου (1948-1972).
Ἀντί νά καταδικάσει ἡ λεγομένη «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος» τίς ὑφιστάμενες καί καθημερινῶς δρῶσες αἱρέσεις, οἱ ὁποῖες πλανοῦν τούς πιστούς, ἐπιδιώκει πρωτίστως νά ἀναγνωρίσει τήν Παναίρεση, κατά τόν ἅγιο Ἰουστῖνο Πόποβιτς, τοῦ Συγκρητιστικοῦ Διαχριστιανικοῦ καί Διαθρησκειακοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως ἔπραξαν καί οἱ Παπικοί στήν Β’ Βατικάνεια Σύνοδό τους (1962-1965). Ὅτι ἡ λεγομένη «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος» ἐπιδιώκει νά ἀναγνωρίσει τόν Συγκρητιστικό Διαχριστιανικό καί Διαθρησκειακό Οἰκουμενισμό, ἀποδεικνύεται ἀπό τά κατωτέρω:
1) Τό προσυνοδικό κείμενο τῆς Συνάξεως τῶν Προκαθημένων τό ὁποῖο παραπέμπεται πρός υἱοθέτηση ἀπό τίς Αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, στή λεγομένη «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο», στό ἄρθρο μέ τίτλο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» ἀναγνωρίζει ὅτι οἱ Παπικοί καί οἱ Προτεστάντες δέν εἶναι αἱρετικοί, ἀλλά ἐντάσσονται στήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως, ὑπερτονίζοντας τήν ἱστορικότητά τους ὡς ἐκκλησίες καί παραβλέποντας σκανδαλωδῶς τήν αἵρεσή τους, λέγοντας ὅτι «Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τήν ἱστορικήν ὕπαρξιν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ᾿ αὐτῆς», παραβλέποντας ἔτσι τήν δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἔστω καί ἄν ἡ Η’ Οἰκουμενική Σύνοδος, ἐπί Πατριάρχου Μεγάλου Φωτίου (879-880) καί μέ τίς ψήφους τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ τότε Πάπα τῆς Δύσεως, εἶχε καταδικάσει τό αἱρετικό filiogue ( καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ). Ἔτσι προσβάλλεται τό Ἐκκλησιολογικό Δόγμα τῆς Ἐκκλησίας καί δημιουργεῖται Ἐκκλησιολογική αἵρεση, διότι ἡ Ἐκκλησία ὁριοθετεῖται ἀπό τά Δόγματα τῆς πίστεως καί ταυτίζεται μέ τούς πραγματικούς πιστούς, τούς ἀποτελοῦντας τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μέ Κεφαλή αὐτόν τόν ἴδιον τόν Σωτῆρα, μέσω τῆς ἀκριβοῦς Ὀρθοδόξου Πίστεως, καθώς ἐπίσης καί τῆς ὀρθῆς καί μή παραποιημένης πνευματικῆς ζωῆς καί τῆς ἐν μετανοίᾳ συμμετοχῆς τους στά Μυστήρια τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας.
2) Τό ἴδιο προσυνοδικό κείμενο, ἀναγνωρίζει τό Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν «Ἐκκλησιῶν» (ἤ ἀκριβέστερα αἱρέσεων), τό ὁποῖο ἔχει ἱδρυθεῖ τό 1948 ἀπό τήν Νέα Τάξη Πραγμάτων, γιά νά ἐξυπηρετήσει τούς σκοπούς τῆς θρησκευτικῆς παγκοσμιοποιήσεως, δηλαδή τήν Παγκόσμια Θρησκεία τοῦ Ἀντιχρίστου. Τό Π.Σ.Ε. ἀρχικά εἶχε ὡς σκοπό του τόν Συγκρητιστικό Διαχριστιανικό Οἰκουμενισμό, ἐνῶ στή συνέχεια, τίς τελευταῖες δεκαετίες, διεύρυνε τίς ἐπιδιώξεις του καί στήν προώθηση τοῦ Συγκρητιστικοῦ Διαθρησκειακοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἀναγνωρίζει τά διάφορα κείμενα τοῦ Π.Σ.Ε. ὡς δεσμευτικά γιά τήν Μεγάλη Σύνοδο καί τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Τά κείμενα αὐτά « εἶναι μετέωρα. Τά διαχειρίζονταν κάποιοι ἀντιπρόσωποι, οἱ ὁποῖοι εἶπαν τίς ἀπόψεις τους, ὑπέγραψαν τά κείμενα ἐξ ὀνόματος τῶν Τοπικῶν βέβαια Ἐκκλησιῶν, πλήν ὅμως οἱ Ἱεράρχες τῶν Ἐκκλησιῶν αὐτῶν δέν εἶχαν ἰδέα, ποιές ἦταν οἱ ἁποφάσεις τῶν ἀντιπροσώπων τους.» (καθηγ. Α.Π.Θ. Δημ. Τσελεγγίδης). Αὐτό σημαίνει ὅτι τό ἐν λόγῳ προσυνοδικό κείμενο προσβάλλει καί τό σωτηριολογικό δόγμα τῆς Ἐκκλησίας, κατά τό ὁποῖο μόνο μέσα στήν Ἀληθινή Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, κατά τήν ἀνωτέρω ἔννοια, ὁ πραγματικός πιστός, διά τοῦ ἐλέους τῆς Θείας Χάριτος καί τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἐπιτυγχάνει τή σωτηρία του καί συγκεκριμένα ἔχει τή θέα τοῦ Θεανδρικοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἐξ αὐτῆς ἀτελεύτητη Θεογνωσία καί μακαριότητα. Διότι τό ἴδιο προσυνοδικό κείμενο ἀναγνωρίζοντας τό Π.Σ.Ε. ἀποδέχεται τήν θεωρία ὅτι ὅλες οἱ «ἐκκλησίες» ἤ ἀκριβέστερα αἱρέσεις, καί ὅλα τά θρησκεύματα, κατά τήν πρόσφατη διεύρυνσίν του, «σώζουν» ἤ κατά τήν δική του νοοτροπία, ὁδηγοῦν ἀορίστως καί σοφιστικῶς στήν ἴδια Ὑπερβατική Πραγματικότητα (Ultimate Reality) ἡ ὁποία περιλαμβάνει ὅλους τούς ψευδο-θεούς καί τά ψευδο-σεβάσματά τους, τά ὁποῖα εἶναι δημιουργημένα κατ’ ἀνθρωπίνη ἐπίνοια ὑποβαλλομένη ἀπό τόν σατανᾶ.
3) Ἡ ἀναγνώρισι ἀπό τό ἐν λόγῳ προσυνοδικό κείμενο τῶν Παπικῶν ὡς δῆθεν «ἐκκλησίας» ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στό ἑπόμενο στάδιο τοῦ Ἑωσφορικοῦ Συγκρητιστικοῦ Διαχριστιανικοῦ καί Διαθρησκειακοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τό ὁποῖο εἶναι ἡ συγκρητιστική «ἕνωσις» τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μέ τούς Παπικούς μέσῳ τοῦ ἐπακόλουθου «κοινοῦ ποτηρίου» καί τῆς ὑποταγῆς αὐτῶν στό πρωτεῖο ἐξουσίας καί τό ἀλάθητο τοῦ αἱρεσιάρχη Πάπα, δηλαδή στήν μετατροπή τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν σέ Οὐνιτικές. Αὐτό σημαίνει τήν δογματική καί διοικητική ὑποταγή τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ὡς Οὐνιτικῶν στόν Πάπα, μέ βάση τίς ἐπιδιώξεις τοῦ Βατικανοῦ καί τόν κώδικα Κανόνων τῶν Ἀνατολικῶν Καθολικῶν (Οὐνιτικῶν) Ἐκκλησιῶν, πού ἐκδόθηκε ἀπό τόν Πάπα Ἰωάννη – Παῦλο Βʹ τό 1990. Ὡς γνωστόν, ὁ Κώδικας αὐτός προβλέπει τά ἑξῆς τέσσαρα εἴδη Οὐνιτικῶν Ἐκκλησιῶν ἰδίου δικαίου (sui generis), στά ὁποῖα θά ὑποταχθοῦν οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες: 1) Πατριαρχικές Ἐκκλησίες ἰδίου δικαίου (ἐδῶ θά ὑπαχθοῦν ὅσες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες εἶναι Πατριαρχεῖα), 2) Ἀρχιεπισκοπικές Ἐκκλησίες ἰδίου δικαίου (ἐδῶ θά ὑπαχθοῦν ὅσες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες δέν εἶναι Πατριαρχεῖα), 3) Μητροπολιτικές Ἐκκλησίες ἰδίου δικαίου καί 4) Ἄλλες Ἐκκλησίες ἰδίου δικαίου (κανόνες 55, 511 καί 155 τοῦ ἰδίου κώδικα).
4) Τό Πατριαρχεῖο Κων/πόλεως, ὡς Προεδρεῦον στήν Σύναξη τῶν Προκαθημένων, ἀπέρριψε αὐθαίρετα καί δέν προώθησε στήν λεγομένη «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο» τήν πρόταση τῆς Σερβικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τοῦ ἔτους 2015 γιά τήν τυπική ἀναγνώριση τῆς Συνόδου ἐπί Πατριάρχου Μεγάλου Φωτίου ὡς Η’ Οἰκουμενικῆς, ἡ ὁποία καταδίκασε τό filiogue καί τό παπικό πρωτεῖο ἐξουσίας καί τῆς Συνόδου ἐπί Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ὡς Θ’ Οἰκουμενικῆς (1351), ἡ ὁποία καταδίκασε τήν Λατινική κακοδοξία ὅτι ἡ Θεία Χάρις εἶναι κτιστή. Ἡ ἡσυχαστική θεολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ τοῦ Ἁγιορείτου, ἔχει κεφαλαιώδη σημασία γιά τήν ὀρθόδοξη θεολογία διά τοῦτο καί μισεῖται θανάσιμα ὑπό τῶν παπικῶν.Ἡ αὐθαίρετη αὐτή ἀπόρριψη σηματοδοτεῖ σαφῶς τόν προσανατολισμό τῆς λεγομένης «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου» ὄχι πρός τήν Ὀρθοδοξία ἀλλά πρός τήν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία ἀποδομεῖ τήν Ὀρθόδοξη Θεολογία μέσῳ τῆς νομιμοποιήσεως ὅλων τῶν αἱρέσεων.
5) Ἐνῷ, στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας οἱ Ἅγιες καί Μεγάλες Σύνοδοι ἤ οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι συγκαλοῦνταν μέ ἀντιπροσωπίες τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὅπου ψήφιζαν ὅλοι οἱ Συνοδικοί Ἀρχιερεῖς δυνάμει τῆς ἰσότητος τῆς Ἐπισκοπικῆς τους χειροτονίας, στήν λεγομένη «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο», σύμφωνα μέ τόν κανονισμό της τόν ὁποῖο υἱοθέτησε ἡ Σύναξη διά τῶν προκαθημένων τους, δέν ψηφίζουν ὅλοι οἱ Συνοδικοί Ἀρχιερεῖς, ἀλλά μόνον οἱ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες διά τῶν Προκαθημένων τους. Δηλαδή, ἐνῷ μέλη τῶν Συνόδων εἶναι ὅλοι οἱ Ἐπαρχιοῦχοι Ἀρχιερεῖς, στήν λεγομένη «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο» μέλη εἶναι μόνον οἱ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, πρᾶγμα τό ὁποῖο ἀντίκειται πλήρως στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία καί στό Ὀρθόδοξο Κανονικό Δίκαιο.
6) Ἐνῷ οἱ ἀποφάσεις τῶν Ἁγίων καί Μεγάλων Συνόδων ἤ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων οἱ ὁποῖες ἀφοροῦν σέ θέματα πίστεως, κατά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία καί κατά τό Ὀρθόδοξο Κανονικό Δίκαιο, πρέπει νά ἔρχονται εἰς κρίσιν καί νά ἐγκρίνονται ἤ νά ἀπορρίπτονται, τόσο ἀπό τούς Ἐπαρχιούχους Ἀρχιερεῖς, ὅσο καί ἀπό τόν κλῆρο, τούς μοναχούς καί τόν ὀρθοδοξο λαό, κανονισμός τῆς λεγομένης «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου», ἀντιθέτως πρός τήν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία καθιστᾷ ὑποχρεωτικές καί ἐπιβάλλει τίς ἀποφάσεις τῆς ἐν λόγῳ Συνόδου γιά ὅλα τά μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Μάλιστα, δέ προειδοποιεῖ ὅτι θά τιμωρήσει ὅλες τίς τάξεις τοῦ Χριστεπωνύμου Πληρώματος, γιά τήν μή ἀποδοχή τῶν ἀποφάσεών της. Τοιουτοτρόπως, καταλύουν πλήρως τήν συνοδικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καί ἀφαιροῦν, τό ἁγιοπνευματικό χάρισμα «τῆς διακρίσεως τῶν πνευμάτων», τό ὁποῖο χαρίζεται σέ κάθε ἀληθινά πιστό πού ἔχει διέλθει ἀπό τά στάδια τῆς καθάρσεως τῶν παθῶν, τοῦ φωτισμοῦ καί ἔχει ἀξιωθεῖ νά λάβει τήν κατά χάριν θέωσιν, καί τό ὁποῖο δίδεται σέ ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι μόνον στούς ἐπισκόπους. Διά τοῦτο ὄφειλε νά κληθοῦν, ἀπό τήν Πανορθόδοξο Σύνοδο, ὡς μέλη τῆς Συνόδου, καί κατηξιωμένα ἁγιοπνευματικά πρόσωπα, ἀπό τόν κλῆρο, τόν μοναχισμό καί ἀπό τά πιστά λαϊκά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως πάντοτε γινόταν σέ ὅλες τίς Συνόδους. Ἡ ὀρθόδοξη ἐγκυρότητα ὅμως μιᾶς Συνόδου πρῶτον ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ὀρθότητα καί τήν ὀρθοδοξότητα τῶν δογμάτων της, «ἐκείνας οἶδε ἁγίας καί ἐγκρίτους συνόδους ὁ εὐσεβής τῆς Ἐκκλησίας κανών, ἅς ὀρθότης δογμάτων ἔκρινεν». (ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής PG 90, 148). Τέλος γιά νά θεωρηθεῖ μία Οἰκουμενική Σύνοδος ὄντως Ὀρθόδοξη, θά πρέπει οἱ ἀποφάσεις της νά γίνουν ἀποδεκτές ὄχι μόνον ἀπό τούς ἱεράρχες, ἀλλά καί ἀπό ὅλο τό ὀρθόδοξο πλήρωμα. Ὅπως εὐστόχως τό ἴδιο τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο μας ἔχει διαχρονικῶς θεσπίσει λέγοντας: «….ὑπερασπιστὴς τῆς Θρησκείας ἐστὶ αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἤτοι αὐτὸς ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τὸ θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καὶ ὁμοειδὲς τῶν Πατέρων αὐτοῦ». ( Ἐγκύκλιος 6ης Μαΐου 1848).
7) Ἕνα ἀπό τά θέματα τῆς Συνόδου θά ἔπρεπε νά εἶναι καί τό ἡμερολογιακό ζήτημα τό ὁποῖο ἔχει διχάσει μέχρι σήμερα ἑορτολογικά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καί εἶναι τό πρῶτο χτύπημα τοῦ οἰκουμενισμοῦ κατά τῆς Ὀρθοδοξίας.
Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω καθηκόντως ἐνημερώνουμε τό Πατριαρχεῖο Κων/πόλεως, τίς λοιπές Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, τήν Ἱεράν Κοινότητα Ἁγίου Ὄρους, καθώς καί τό Χριστεπώνυμο Πλήρωμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅτι ὡς Ἁγιορεῖτες Πατέρες, ἀγωνιζόμενοι νά διατηρήσουμε μέσῳ τῆς ἀκριβοῦς Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας τόν ὀργανικό σύνδεσμό μας μέ τήν Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, τόν Θεάνθρωπο Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, καί ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι, δέν θά ἀποδεχθοῦμε καί θά ἀπορρίψουμε ἐκ τῶν ὑστέρων τήν λεγομένη «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο»:
1) Ἄν ἡ ἐν λόγῳ Σύνοδος δέν ἀπορρίψει πλήρως τό προσυνοδικό κείμενο «σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικό κόσμο».
2) Ἄν δέν καταδικάσει τήν παναίρεση, κατά τόν ἅγιο Ἰουστῖνο Πόποβιτς, τοῦ Ἑωσφορικοῦ Συγκρητιστικοῦ Διαχριστιανικοῦ καί Διαθρησκειακοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
3) Ἄν δέν ἀναγνωρίσει τίς Συνόδους ἐπί Πατριάρχου Μεγάλου Φωτίου καί ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ὡς Οἰκουμενικές (Η´ καί Θ´ ἀντιστοίχως), οἱ ὁποῖες εἶναι ἤδη ἀναγνωρισμένες στή συνείδηση τοῦ Χριστεπωνύμου Πληρώματος.
4) Ἄν δέν ψηφίσουν τίς ἀποφάσεις τῆς λεγομένης « Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου» ὄχι οἱ Αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες διά τῶν Προκαθημένων τους, ὅπως προβλέπει ὁ Κανονισμός της, ἀλλά ὅλοι οἱ Συνοδικοί Ἀρχιερεῖς αὐτῆς, ὅπως προβλέπει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησιολογία καί τό Ὀρθόδοξο Δίκαιο.
5) Ἄν δέν ἀποσύρουν τόν κανονισμό περί ὑποχρεωτικῆς ἀποδοχῆς ἐκ τῶν ὑστέρων τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνόδου, ἀπό ὅλες τίς τάξεις τοῦ Χριστεπωνύμου Πληρώματος, προσβάλλοντας κατ᾿ αὐτόν τόν τρόπον τό ὀρθόδοξο δογματικό καί ἐκκλησιολογικό κριτήριό μας, τό ὁποῖο εἶναι ἕνα ἀναφαίρετο δικαίωμα ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας.
6) Ἄν δέν ἀποσύρουν τά θέματα περί τῆς νηστείας καί τοῦ δευτέρου γάμου τῶν κληρικῶν, τα ὁποῖα καί μόνον πού σκέφθηκαν νά τά θέσουν εἶναι ἀκόμη μιά ἀπόδειξις, ὅτι ἡ ἐν λόγῳ Σύνοδος σκοπόν ἔχει τήν σταδιακή κατάργηση τῆς νηστείας, μιμούμενοι καί σέ αὐτό τούς παπικούς. Ἐκκλησία, ὅμως χωρίς ἄσκηση καί σταυρικό βίο δέν ὁδηγεῖ ποτέ στήν Ἀνάσταση, ἀλλά στόν πνευματικό θάνατο, φυγαδεύοντας τό Ἅγιον Πνεῦμα καί ὁδηγώντας στήν πλήρη ἐκκοσμίκευση.
Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς, κατόπιν ὅλων τούτων τά ὁποῖα, γιά ἐμᾶς εἶναι θέματα σωτηριολογικά, σᾶς παρακαλοῦμε πολύ εἰς τήν Πανορθόδοξον αὐτήν Σύνοδον νά ὀρθοτομήσετε «τόν Λόγον τῆς Ἀληθείας» καί μή ἐπιτρέψετε νά ζήσουμε μία νέα Φερράρα – Φλωρεντία. Ἐάν οὕτως πράξετε ἅγιοι Ἀρχιερεῖς τότε, ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ θά εὐφρανθοῦν, ἄγγελοι καί ἄνθρωποι πνευματικῶς θά πανηγυρίσουν. Τά ὀνόματά σας θά γραφοῦν ἐν βίβλῳ ζωῆς καί τότε ὄντως θά εἶσθε «καί τρόπων μέτοχοι καί θρόνων διάδοχοι» τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν ἁγίων Πατέρων. Παρακαλοῦμε μείνατε σταθεροί, σταθεῖτε ἀντάξιοι τῆς ἱστορίας καί τῆς Ἀρχιερωσύνης σας, μέ τήν ὁποίαν σᾶς ἐτίμησε ἡ Ἐκκλησία.
Ἐάν τοὐναντίον δέν ὀρθοτομήσετε τόν Λόγον τῆς ἀληθείας, τότε ἄς γνωρίζετε:
Α) Ὅτι ἔχετε σχίσει, τόν ἄρραφο χιτῶνα τοῦ Κυρίου, ἔχετε ἀτιμάσει τήν πανάσπιλον καί παναμώμητον Νύμφην τοῦ Χριστοῦ, τήν ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ. Ἐάν ὄντως οὕτως ἐξελιχθοῦν τά πράγματα, τότε ἐσεῖς θά εἶστε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θά δημιουργήσετε σχίσμα στήν Ἐκκλησία καί ἐπάνω σας θά φέρετε ὁλόκληρη τήν ἱστορική εὐθύνη γιά τίς συνέπειες καί τά ἀποτελέσματά του. Τότε ἄς γνωρίζετε ὅτι μέ βάση τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία καί τό Ὀρθόδοξο Κανονικό Δίκαιο, διά τήν συνείδηση τοῦ ὀρθοδόξου πληρώματος ἔχετε ἀφορισθεῖ, «θέτοντας οὐσιαστικῶς ἑαυτούς ἐκτός Ἐκκλησίας». (“Ὁμολογία Πίστεως κατά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ”, Σύναξις κληρικῶν καί μοναχῶν 2009).
Ὁ Κύριος δέ ὡς καλῶς ἐπίστασθε μᾶς παραγγέλλει νά μή ἀκολουθοῦμε ἀλλοτρίους ποιμένας,: « Ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν, ὁ μή εἰσερχόμενος διά τῆς θύρας εἰς τήν αὐλήν τῶν προβάτων, ἀλλά ἀναβαίνων ἀλλαχόθεν, ἐκεῖνος κλέπτης ἐστί καί ληστής· ὁ δέ εἰσερχόμενος διά τῆς θύρας ποιμήν ἐστι τῶν προβάτων. Τούτῳ ὁ θυρωρός ἀνοίγει, καί τά πρόβατα τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει, καί τά ἴδια πρόβατα καλεῖ κατ’ ὄνομα καί ἐξάγει αὐτά. καί ὅταν τά ἴδια πρόβατα ἐκβάλῃ, ἔμπροσθεν αὐτῶν πορεύεται, καί τά πρόβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ, ὅτι οἴδασιν τήν φωνήν αὐτοῦ· ἀλλοτρίῳ δέ οὐ μή ἀκολουθήσωσιν, ἀλλά φεύξονται ἀπ᾿ αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τήν φωνήν». (Ἰωάν. Ι, 1-5).
Β) Ὡς ἐκ τούτου, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι καί ἐμεῖς νά ἐφαρμόσουμε τούς Ἱερούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας, τόν γνωστόν ΙΕʹ κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖον ὀφείλουμε νά κάνουμεν διακοπή τῆς μνημονεύσεως ὅλων τῶν αἱρετικῶν λατινοφρόνων – φιλοενωτικῶν Οἰκουμενιστῶν. Ἑπομένως κατ᾿ ἀνάγκη θά διακόψουμε τήν διαμνημόνευσιν τοῦ ὀνόματός τους, κατά τήν προσκομιδή ἀπό τό ἅγιον δισκάριον, πού συμβολίζει τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ὅλων ἐκείνων τῶν Ἐπισκόπων, κληρικῶν καί λαϊκῶν πού θά ὑπογράψουν αὐτήν τήν αἱρετικήν Σύνοδον. Καθώς καί ὅλων ὅσων συμφωνοῦν μαζί τους καί θά ἀκολουθήσουν συνειδητά αὐτή τήν αἵρεση. Μέ ὅλους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι καθίστανται πλέον αἱρετικοί διά τήν Ἐκκλησίαν δέν ἠμποροῦμεν νά ἔχουμε ἐκκλησιαστική κοινωνία, ἕως ὅτου δημοσίως μετανοήσουν καί ἀποκηρύξουν τήν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καθώς θά ὁρίσει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διά Συνόδου.
Οἱ Ἱεροί Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν Οἰκουμενικό, διαχρονικό καί αἰώνιον κῦρος καί ἰσχύν καί οὐδεμία Σύνοδος, πατριάρχης ἤ ἐπίσκοπος δύνανται νά τούς ἀκυρώσουν. Σύμφωνα μέ αὐτούς:
«Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ κἄν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, οὗτος ἀφοριζέσθω» (Κανών Ιʹ, Τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων).
Ἐπίσης, « Ἐπίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος, ἤ Διάκονος αἱρετικοῖς συνευξάμενος, ΜΟΝΟΝ, ἀφοριζέσθω, εἰ δέ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς κληρικοῖς ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω». (Κανών ΜΕʹ, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων).
Μόνον ἀπ᾿ αὐτούς τούς δύο Κανόνες πού ἐπισημαίνουμε ἄς ἀναλογισθεῖ κάθε ἐπίσκοπος, κληρικός, μοναχός καί χριστιανός ὀρθόδοξος πόση ἀκρίβεια ὀφείλουμε ὅλοι μας νά ἔχουμε στήν ἐφαρμογή τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Οἱ Ἱεροί Κανόνες εἶναι οἱ ἀσφαλιστικές δικλεῖδες τῆς Ἐκκλησίας καί ὡς διαχρονικοί, δέν εἶναι πρέπον νὰ παραβιάζονται καὶ ὀφείλουν νὰ ἐφαρμόζονται ὑφ’ ὅλων τῶν πιστῶν.
ΔΙΑΚΟΠΗ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ
Σεβαστή Ἱερά Κοινότης καί Ἅγιοι Καθηγούμενοι, τά ἑκατόν χρόνια ἄκρας οἰκονομίας καί ἀνοχῆς ἀπέναντι σέ οἰκουμενιστές–λατινόφρονες καί φιλενωτικούς ἐπισκόπους εἶναι ὑπεραρκετά. Ἡ ζημία καί ἡ ἀλλοίωσι πού ἔχει προκαλέσει αὐτὴ ἡ ψευδεπίγραφη “οἰκονομία” στό Ὀρθόδοξο κριτήριο κλήρου καί λαοῦ εἶναι ἤδη τεραστίων διαστάσεων. Στό Ἅγιον Ὄρος ὅμως ἔχουμε τήν διαχρονική καί ἁγιοπνευματική παράδοση, ὡς ἱερά παρακαταθήκη τῶν Ὁσίων Ἁγιορειτῶν Πατέρων καί τῶν Γερόντων, ἐκ τῶν ὁποίων διδασκόμεθα, ὅτι ὁσάκις ὑπάρχει αἵρεσις ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει νά προχωροῦμε στήν διακοπή μνημοσύνου, ὅλων ἐκείνων πού πρεσβεύουν αἵρεσιν καί ἤ ἀπό φόβον καί δειλίαν ἀκολουθοῦν τούς αἱρετικούς ἐπισκόπους καί δέν διακόπτουν τό μνημόσυνό τους ἐν τοῖς μυστηρίοις.
Ὑπενθυμίζουμε ὅτι τό Ἅγιον Ὄρος ἀπό τό 1924 ἕως τό 1974 εἶχε διακόψει τήν μνημόνευση τοῦ Πατριάρχου, πρῶτον λόγῳ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς καινοτομίας τῆς ἀλλαγῆς τοῦ ἡμερολογίου καί δεύτερον, λόγῳ τῆς ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων ἐπί πατριαρχίας Ἀθηναγόρου.
Ἐσεῖς, Ἅγιοι Καθηγούμενοι, ἐρχόμενοι οἱ περισσότεροι ἐξ ὑμῶν μετά τῶν μοναστικῶν συνοδειῶν σας ἐκ τοῦ κόσμου, διά νά ἐπανδρώσετε τίς Ἱερές Μονές λόγῳ λειψανδρίας, ἐπαναφέρατε καί τό μνημόσυνον τοῦ Πατριάρχη, καίτοι δέν ἄλλαξε τίποτε πρός τό καλύτερον, οὔτε ὁ πρώην Πατριάρχης Δημήτριος οὔτε ὁ νῦν Πατριάρχης κ.Βαρθολομαῖος. Οἱ παλαιοί ἁγιορεῖτες στήν ἀρχή, ὅταν ἀνέλαβε ὁ Πατριάρχης Δημήτριος, εἶχαν χρηστές ἐλπίδες ὅτι θά ὀρθοτομήσει τήν Πίστη. Ὅταν ὅμως ἐδήλωσε ἐπισήμως, ὅτι θά ἀκολουθήσει ἀπαραλλάκτως τήν γραμμή τοῦ μεγάλου προκατόχου του Ἀθηναγόρα, τότε ὅλοι σχεδόν, ἐπανέλαβαν ὅτι θά συνεχίσουν τήν διακοπή τοῦ μνημοσύνου. Σεβομένη ἡ Ἱερά Κοινότης τό ἁγιορείτικο καί ὀρθόδοξο αὐτό φρόνημα σέ ἔκτακτη Διπλῆ Ἱερά Σύναξη ἀποφάσισε σχετικῶς μέ τό θέμα:
“Ἐπαφίεται εἰς τήν συνείδησιν ἑκάστης Μονῆς, ἡ διαμνημόνευσις τοῦ ὀνόματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου”. (ΝΒʹ Συνεδρία ἐκτάκτου Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως, 13 Νοεμβρίου 1971).
Τό δικαίωμα, λοιπόν τῆς διακοπῆς μνημοσύνου, ἐκτός ἀπό τούς Ἱερούς Κανόνες, μᾶς τό παρέχει καί ἡ ἴδια ἡ Ἱερά Κοινότητα, ἀκολουθοῦσα τήν ἱερά παράδοση τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν Τόπου. Εἶναι, ὅμως ποτέ δυνατόν, νά ὑπάρχει Ἱερά Μονή καί Μοναχός πού νά μή ἔχει ὀρθόδοξη συνείδηση καί εὐαίσθησία;
Ἡ διακοπή τοῦ μνημοσύνου γίνεται εἰς ἔνδειξιν διαμαρτυρίας μέ ἀπώτερον σκοπόν τήν καταδίκη τῆς αἱρέσεως καί τήν καθαίρεση τῶν αἱρετικῶν ἐπισκόπων, ἐάν δέν μετανοήσουν.
Ἡ Ἱερά Μονή Καρακκάλου εἰς ἀπάντησίν της πρός τήν Ἱερά Κοινότητα, εἶχε γράψει ὡς ἑξῆς: «Ἡ καθ᾽ ἡμᾶς Ἱερά Μονή ὑπό στοιχεῖα ΙΔ΄ ἐν τῇ σημερινῇ Συνάξει 21.9.1972 ἐξήτασε καί αὖθις τό ἐπίμαχον θέμα τοῦ μνημονεύματος, καί παρ᾽ ὅλον τόν σεβασμόν καί τά ὡραῖα λόγια τοῦ ἁγίου προέδρου, ἅτινα ἐμελετήσαμεν μετά προσοχῆς ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ του… ἤχθη εἰς τήν ἀπόφασιν νά πληροφορήσῃ ὑμᾶς, τήν ὑμετέραν Σεβασμιότητα, γραπτῶς τά κάτωθι, ἐν σχέσει μέ τό σοβαρόν ἐκκλησιαστικόν θέμα.
Ἐπιθυμοῦμε νά ἐπαναλάβωμεν τήν ἐν πεποιθήσει καί ἀμετάθετον ἀπόφασιν ἡμῶν περί συνεχίσεως τῆς διακοπῆς τοῦ Πατριαρχικοῦ Μνημοσύνου εἰς ἔνδειξιν διαμαρτυρίας, ἐφ᾽ ὅσον ὁ νέος Οἰκουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος ὁ Α΄ θά συνεχίσῃ τήν τηρουμένην ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Γραμμῆς, τήν ὁποίαν εἶχε χαράξει ὁ Ἀθηναγόρας. (βλ. Ο.Τ.α.φ 213 , 1-7-1974).
Ἡ Ἱ.Μ. Ἁγίου Παύλου ἐπί Ἡγουμενίας τοῦ Γέροντος Ἀνδρέα, ἀπήντησε ὡσαύτως: «…ἡ ἀπόφασις ἡμῶν εἶναι ὅτι δέν δυνάμεθα νά προχωρήσωμεν εἰς συζήτησιν παρά μόνον ἐφ᾽ ὅσον δηλωθῇ ὑπό τῆς Α. Παναγιότητος διά τοῦ τύπου ὅτι δέν θά ἀκολουθήσῃ τήν πορείαν τοῦ προκατόχου Αὐτοῦ».
Ἐπίσης ὁ Ἡγούμενος τῆς Ἱ. Μονῆς π.Ἀνδρέας ἀπήντησε πρός τήν Ἱ.Κοινότητα: «Λόγοι ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως δέν μοῦ ἐπιτρέπουν νά ἐπαναλάβω τό μνημόσυνον, διότι ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης εἶναι νεωτεριστής, βαδίζει τά ἴχνη τοῦ Οἰκουμενιστοῦ Ἀθηναγόρου, τοῦ ὁποίου τάς ἀπόψεις καί τά αἱρετικά φρονήματα δέν κατεδίκασεν». (βλ. Ο.Τ. ἀ.φ. 213, 1-7-1974).
Αὐτό ἦταν τό παλαιό Ἅγιον Ὄρος ἅγιοι Καθηγούμενοι, τό ὁποῖον κάποιοι ἀπό ἐσᾶς τό προλάβατε καί κάποιοι ἀπό ἐσᾶς πολλές φορές λειτουργήσατε χωρίς νά μνημονεύσετε τό ὄνομα τοῦ Πατριάρχου, ὅπως ἔκαναν σχεδόν καί ὅλοι οἱ ἁγιορεῖτες μοναστηριακοί καί κελλιῶτες, πολλούς ἐκ τῶν ὁποίων σήμερα τιμοῦμε ὡς λίαν ἐναρέτους, πνευματικούς Γέροντες καί ἁγίους. Γιατί ὅμως δέν τούς μιμούμεθα καί στό θέμα αὐτό τῆς διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου τῶν οἰκουμενιστῶν ἐπισκόπων, ὅπως ἔκανε καί ὁ ἅγιος Γέροντας Παΐσιος; Μήπως πιστεύετε ὅτι τά μυστήρια εἶναι ἄκυρα, ὅταν δέν μνημονεύουμε τό ὄνομα τοῦ πατριάρχη; Τόσα χρόνια καί τόσες χιλιάδες θεῖες λειτουργίες πού εἶχαν τελεσθεῖ ἦταν λοιπόν ἄκυρες; Ἄπαγε τῆς βλασφημίας!
Μετά ἀπό ὅλα αὐτά Σεβαστή Ἱερά Κοινότης καί Ἅγιοι Καθηγούμενοι, ἐπιθυμοῦμε νά σᾶς ἐνημερώσουμε καί νά σᾶς καταστήσουμε ὑπευθύνους, ὅτι ἐάν ἡ μελετωμένη Πανορθόδοξος Σύνοδος δέν καταδικάσει τήν Παναίρεση τοῦ Συγκρητιστικοῦ Διαχριστιανικοῦ καί Διαθρησκειακοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐμεῖς σᾶς γνωστοποιοῦμε ὅτι θά ἀκολουθήσουμε τήν παράδοση τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί τούς παλαιούς Ὁσίους Ἁγιορεῖτες Πατέρες οἱ ὁποῖοι ἀπό τήν ἐποχή τοῦ αἱρετικοῦ λατινόφρονος – ἑνωτικοῦ πατριάρχου Βέκκου (1272) καί πάλιν ἀπό τό 1924 ἕως τό 1974 εἶχαν διακόψει τό μνημόσυνον.
Ἐμεῖς ὡς Ἁγιορεῖτες Πατέρες καί ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας, δηλώνουμε ὅτι δέν ἔχουμε καμμία σχέση μέ κάθε «ζηλωτική» παράταξη ἤ ἀκρότητα ἤ φανατισμό, ἀλλά ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι καί συστοιχούμενοι στήν διαχρονική Ἁγιορειτική παράδοση τήν σφραγισθεῖσαν μέ τό αἷμα τόσων ἁγίων Ὁσιομαρτύρων, ἐπιθυμοῦμε μέ τόν ὀφειλόμενο σεβασμό νά σᾶς προετοιμάσουμε καί νά σᾶς ἐπιστήσουμε τήν προσοχή σχετικά μέ τό θέμα αὐτό. Θεωροῦμε τοῦτο ὡς ὀφειλόμενον καθῆκον μας ἔναντι τῶν ἁγίων Ὁσιομαρτύρων καί τῆς ἱερᾶς παραδόσεως. Θά σταματήσουμε, λοιπόν ἐπισήμως καί ἐμεῖς τήν διαμνημόνευση τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχη.
Δέν ἐπιθυμοῦμε ποτέ νά ἀκολουθήσουμε μία ἐκκοσμικευμένη “ἐκκλησία”. Διότι μία τοιαύτη, “Πανορθόδοξος Σύνοδος”, ἡ ὁποία θά παρέχει ἐκκλησιαστικότητα στούς αἱρετικούς, καί νομιμοποίηση τῶν αἱρέσεων, ἀκυρώνει τό Σύμβολον τῆς Πίστεως καί γκρεμίζει ὅλη τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία καί ἀντεισάγει μιά ἐκκοσμικευμένη «ἐκκλησία». Μία, ὅμως ἐκκοσμικευμένη “Ἐκκλησία”, ὅπως γνωρίζουμε δέν δύναται νά παράσχῃ σωτηρία σέ ὅσους θά τήν ἀκολουθήσουν. Μήπως τό Βατικανό καί ὁ παπισμός καί ὅλες οἱ ἄλλες πανσπερμίες τῶν Προτεσταντῶν κλπ. δέν εἶναι ἐκκοσμικευμένες “ἐκκλησίες”;
Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ οὔτε σχίζεται, οὔτε διαιρεῖται, ὅπως πιστεύει ὁ Πατριάρχης, μέ τήν αἱρετική του θεωρία περί “Διηρημένης Ἐκκλησίας”, καί οὔτε ἔχει ἀνάγκη ἡ Ἐκκλησία ἀπό τούς οἰκουμενιστές γιά νά τήν ἑνώσουν. Ἡ Ἐκκλησία δέν διαιρεῖται ποτέ, γιατί εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ὡς κεφαλή της, ὅστις εἶναι πάντοντε ἑνωμένος μέ τό σῶμα Του. Οἱ αἱρετικοί ἀποκόβονται ἀπό τήν ἄμπελο-Ἐκκλησία. «Ἐάν μή τις μείνῃ ἐν ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς τό κλῆμα, καί ἐξηράνθη, καί συνάγουσιν αὐτά, καί εἰς πῦρ βάλλουσι, καί καίεται». (Ἰωάν., 15, 6).
Τοιουτοτρόπως μία τοιαύτη Σύνοδος, ἡ ὁποία θά ἀναγνωρίσει ὡς “ἐκκλησίες”, τούς αἱρετικούς, παύει νά εἶναι Σύνοδος καί ἀποβαίνει λῃστρική, αἱρετική καί ψευτοσύνοδος. Ὅσοι τήν ὑπογράψουν καί ὅσοι τήν ἀποδεχθοῦν θά καταδικαστοῦν ὡς ἔσχατοι αἱρετικοί χείρονες πάντων τῶν προγενεστέρων. Ἐν τῇ φοβερᾷ ἐκείνῃ ἡμέρᾳ τῆς Κρίσεως, ἡ ἔκπτωσή τους θά εἶναι πιό φοβερή καί ἀπό τήν πτώση τοῦ Ἰούδα, τοῦ Ἀρείου καί τοῦ Πάπα, διότι αὐτοί δέν γνώριζαν καλά ποῖον ἠρνοῦντο, «εἰ γὰρ ἔγνωσαν, οὐκ ἂν τὸν Κύριον τῆς δόξης ἐσταύρωσαν». (Α΄Κορ.Βʹ8). Οἱ σημερινοί Οἰκουμενιστές καί κυρίως οἱ πρωτοστατοῦντες γνωρίζουν πολύ καλά ποῖον σταυρώνουν, τόν Ἀναστάντα ΚΥΡΙΟΝ ΤΗΣ ΔΟΞΗΣ διά τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Πῶς εἶναι δυνατόν Ἅγιοι Πατέρες, ἀπό τήν μία νά ἑορτάζουμε μέ λαμπρά ἀγρυπνία στόν Ἱερό Ναό τοῦ Πρωτάτου τήν μνήμην τοῦ Ἁγίου Ὁσιομάρτυρος Κοσμᾶ τοῦ Πρώτου, ὁ ὁποῖος ἀπαγχονίσθηκε, καθώς καί τῶν ἄλλων Ὁσιομαρτύρων πού μαρτύρησαν ἀπό τούς λατινόφρονες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καί ἀπό τήν ἄλλη νά ὑποδεχόμεθα μέ τιμές καί δοξολογίες στόν ἴδιο Ἱερό Ναό τοῦ Πρωτάτου, τόσους καί τόσους συγχρόνους οἰκουμενιστές λατινόφρονες φιλενωτικούς Ἀρχιερεῖς; Δέν τό χωράει ὁ νοῦς μας, δέν τό ἀντέχει ἡ συνείδησή μας. Ὁ Μέγας Προφήτης Ἠλίας, ὁ πυρφόρος καί ζηλωτής τοῦ Κυρίου εἶπε στόν βασιλέα Ἀχαάβ καί στόν λαό τοῦ Ἰσραήλ, πού παρέπαιαν: « Ἕως πότε ὑμεῖς χωλανεῖτε ἐπ᾿ ἀμφοτέραις ταῖς ἰγνύαις ὑμῶν; Εἰ ἔστι Κύριος ὁ Θεός, πορεύεσθε ὀπίσω αὐτοῦ· εἰ δέ ὁ Βάαλ αὐτός, πορεύεσθε ὀπίσω αὐτοῦ». Ἐάν ὁ πάπας εἶναι Ἐκκλησία, ὦ ταλαίπωροι οἰκουμενιστές, πορεύεσθε λοιπόν ὀπίσω αὐτοῦ, πηγαίνετε στόν Πάπα νά σᾶς κάνει καί καρδιναλίους, ὅπως ἔγινε καί ἐκεῖνος ὁ δυστυχισμένος πρώην Νικαίας Βησσαρίων, καί ἀφῆστε μας ἡσύχους νά ὑπηρετήσουμε τήν ταπεινή καί καθημαγμένη ἀπό τά αἵματα τῶν Μαρτύρων Ὀρθοδοξία μας. Ἅγιοι Πατέρες ἕως πότε θά ζοῦμε αὐτήν τήν πνευματική, ἐκκλησιαστική σχιζοφρένια τῶν οἰκουμενιστῶν;
Αὐτή ἡ προδοσία τῆς Ὀρθοδοξίας, ποτέ Κύριε μή ἐπιτρέψεις νά γίνῃ. Ἀλλά σήμερα ἡ ἐκκλησιαστική κατάσταση εἶναι ὅσο ποτέ ἄλλοτε κρίσιμη. Ὅλα εἶναι πιθανά καί πρέπει ὅλοι μας νά εἴμαστε ἕτοιμοι γιά ὅλα. Ἴσως ζήσουμε γιά ἄλλη μία φορά μία νέα ΦΕΡΡΑΡΑ-ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ, μέ ὅλες τίς πνευματικές καί ἐθνικές συμφορές πού θά ἐπακολουθήσουν, λόγῳ τῆς προδοσίας τῆς πίστεως. Ἐμεῖς εὐχόμεθα ὅλοι μας νά σταθοῦμε ἀντάξιοι τῶν περιστάσεων καί μέ τήν χάρη τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παγαγίας μας, νά ὁμολογήσουμε τήν Ὀρθόδοξο πίστη μας μέχρι καί αἵματος, ἐάν χρειασθεῖ.
Εὐχόμεθα ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ, διά πρεσβειῶν τῆς Ἐφόρου τοῦ Ἁγιωνύμου Ὄρους, Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, νά φωτίσει τούς ἁγίους Ἀρχιερεῖς καί νά προστατεύσει ἐμᾶς καί τό Χριστεπώνυμο Πλήρωμα ἀπό τήν πλάνη τοῦ σατανᾶ τῶν ἐσχάτων χρόνων, πού εἶναι ἡ Παναίρεση τοῦ ἑωσφορικοῦ, Συγκρητιστικοῦ, Διαχριστιανικοῦ καί Διαθρησκειακοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἀμήν.
Διά τήν Συντακτική Ἐπιτροπή τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων
Γέρων Γαβριήλ, Ἱ.Κ.Ἁγίου Χριστοδούλου, Ἱ.Μ.Κουτλουμουσίου.
Γέρων Σάββας Λαυριώτης, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας.
Γέρων Ἱλαρίων, Ἱ.Κ.Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Ἱ.Μ.Κουτλουμουσίου.
Μοναχός Δοσίθεος, Ἱ.Κ.Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Ἱ.Μ.Κουτλουμουσίου.
Γέρων Κύριλλος, Ἱ.Ἡ.Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, Καρούλια, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας.
Γέρων Χαρίτων Ἱερομ. Ἱ.Κ.Ἀναλήψεως, Ἱ.Μ.Βατοπαιδίου.
Γέρων Χερουβείμ, Ἱ.Κ.Ἀρχαγγέλων, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας.
Ἡ συλλογή ὑπογραφῶν συνεχίζεται, καὶ θὰ δημοσιευθοῦν εἰς ἑπόμενον φύλλον τοῦ Ο.Τ.
τροποποιήσεις στὴ θεματολογία της.»
6 Ιερές Μονές του Αγίου Όρους (Κουτλουμουσίου, Καρακάλλου, Φιλοθέου, Ζωγράφου, Ξηροποτάμου, Γρηγορίου) παίρνουν θέση για την Πανορθόδοξη Σύνοδο. Ζητούν, λόγω της σοβαρότητας του θέματος, να συζητηθεί το θέμα σε Έκτακτη Σύναξη των Ιερών Μονών με την παρουσία των Ηγουμένων (ΕΔΙΣ) μετά το Πάσχα. Οι άλλες 14;
Οι μέχρι τώρα επιστολές των Ιερών Μονών του Αγίου Όρους προς την Ιερά Κοινότητα για την Πανορθόδοξη Σύνοδο. Μετά τις γραπτές και προφορικές αντιδράσεις για την Πανορθόδοξη, η Ι. Κοινότητα αποφάσισε ομόφωνα να συζητηθεί το θέμα σε Έκτακτη Σύναξη των Ιερών Μονών με την παρουσία των Ηγουμένων (ΕΔΙΣ) μετά το Πάσχα.
Πηγή: Ομοθυμαδόν
Ὁ καθηγητὴς δογματικῆς τῆς Θεολογικῆς σχολῆς ΑΠΘ κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης, μιλάει ἀποκλειστικὰ στὸ «Ρωμαίικο Ὁδοιπορικό», γιὰ τὴν μέλλουσα νὰ συνέλθει «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο». Ἐκφράζει τὶς δογματικές του ἐπιφυλάξεις καὶ διαφωνίες σχετικὰ μὲ τὶς προσυνοδικὲς καὶ ὄχι μόνο ἀποφάσεις καὶ καλεῖ κλῆρο καὶ λαὸ νὰ μείνουμε «ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ», ὅπως ἔκαναν διαχρονικὰ ὅλοι οἱ Ἅγιοί μας. Διαβάστε τὰ ἐρωτήματα ποὺ τοῦ τέθηκαν…
Ἐρωτήματα πρὸς κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη:
1) Μὲ τὴν σύγκλιση τῆς λεγομένης «Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου» τὸν προσεχῆ Ἰούνιο, στὴν φετινὴ ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς, ὁλοκληρώνεται μία προσπάθεια ποὺ ἔχει τὴν ἀφετηρία της στὶς ἀρχὲς τοῦ προηγούμενου αἰώνα, ἐπὶ πατριαρχίας Μελετίου Μεταξάκη καὶ συνεχίστηκε μὲ διάφορες προσπάθειες μέχρι τὶς μέρες μας. Θεωρεῖτε πώς στὸ διάστημα αὐτὸ ὑπῆρξαν δογματικὰ θέματα ἢ θέματα πού νὰ ἀπαιτοῦν τὸν οἰκουμενικὸ χαρακτήρα αὐτὸ τῆς Συνόδου, γιὰ νὰ ληφθοῦν ἀντίστοιχες ἀποφάσεις ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἐν συνόλω; Μὲ ἄλλα λόγια ἡ Σύνοδος αὐτή, μὲ τὴν προοπτικὴ πού τῆς δίνεται ἀπὸ τοὺς διοργανωτές, ἔχει πραγματικὸ σκοπὸ ἢ χρησιμοποιεῖται ὡς πρόφαση γιὰ τὴν περαιτέρω προώθηση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ;
2) Τελικῶς, οἱ ἀποφάσεις τῆς ἐν λόγω Συνόδου κατὰ πόσο μπορεῖ νὰ εἶναι δεσμευτικὲς γιὰ τὸ Πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ἂν ληφθοῦν τελικὰ ὅπως πάρθηκαν στὶς προσυνοδικὲς διαδικασίες;
3) Μὲ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο δρομολογήθηκαν οἱ ἐργασίες τῆς ἐν λόγω Συνόδου, τυχὸν κείμενα ποὺ ὑπεγράφησαν ἀπὸ ἀντιπροσώπους τῶν Ἐκκλησιῶν κατὰ τὶς προσυνοδικὲς συναντήσεις, γιὰ τὰ ὁποία ἀποδεδειγμένα δὲν ἔχουν λάβει γνώση οἱ Ἱεραρχίες - στὸ σύνολό τους - τῶν κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν, δὲν εἶναι δεσμευτικὰ ὅπως μᾶς λέτε. Θὰ τηρηθεῖ τελικῶς ἡ προϋπόθεση τῆς ὁμοφωνίας γιὰ τὶς τελικὲς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου;
4) Ὑπῆρξε ἀπάντηση τῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὶς ἐπιστολές σας γιὰ τὰ κείμενα τῆς Μεγάλης Συνόδου;
5) Τί προβλέπει τὸ κείμενο περὶ τῆς χορήγησης αὐτονόμου σὲ κάποια Ἐκκλησία; Ὑπάρχει φόβος νὰ κηρυχθοῦν ὡς αὐτόνομη Ἐκκλησία οἱ Νέες Χῶρες καὶ ἔτσι νὰ ὑπαχθοῦν στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο περίπου στὰ πρότυπα τῆς ἡμιαυτόνομης Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης;
6) Ἂν τελικὰ ἐγκριθεῖ τὸ κείμενο γιὰ τὶς σχέσεις μὲ τοὺς ἑτεροδόξους ἀπὸ τὴ Μεγάλη Σύνοδο χωρὶς σοβαρὲς ἀλλαγές, τί θὰ πρέπει νὰ γίνει ἔπειτα; Ποιὰ θὰ πρέπει νὰ εἶναι, ἡ ἐνδεδειγμένη ἀντίδραση (ἱεραρχῶν καὶ ἁπλῶν πιστῶν) στὴν περίπτωση αὐτή;
Πηγή: Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...