
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
Ακολουθεί το σχετικό βίντεο με την καθιερωμένη ενημέρωση του τύπου της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, η οποία συνεδριάζει σήμερα για 4η ημέρα στο Κολυμπάρι Χανιών.
Σύμφωνα με τον Αρχιεπίσκοπος Τελμησσού κ. Ιώβ ανέφερε ότι τα πρώτα έγγραφα έγιναν αποδεκτά με λίγες αλλαγές, ενώ εντός της αίθουσας της ΟΑΚ βρίσκονται 290 άτομα.
Επίσης ο κ. Ιώβ αναφέρθηκε στην χθεσινή συζήτηση για την νηστεία ένα κείμενο με τις λιγότερες αλλαγές, ενώ σήμερα θα ολοκληρωθεί η υπογραφή του κειμένου της "η αποστολής της Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο."
Τέλος υπογράμμισε ότι σήμερα η Αγία Σύνοδος ασχολείτε με το θέμα του γάμου και των κωλυμάτων αυτού, οι οποίες εργασίες διεξάγονται σε πολύ θετικό κλίμα.
ΔΕΙΤΕ ΣΤΟ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΒΙΝΤΕΟ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:
Ανοιχτό το ενδεχόμενο για Σύνοδο Ορθοδόξων & Καθολικών
Ανοιχτό άφησε το ενδεχόμενο ο εκπρόσωπος του Βατικανού, να καθίσουν μελλοντικά στο ίδιο τραπέζι εκπρόσωποι της Ορθόδοξης και της Καθολικής Εκκλησίας.
Ο Καρδινάλιος Κορτ Κουξ που βρέθηκε στην Περιφέρεια Κρήτης, μαζί με άλλους παρατηρητές της Συνόδου των Ορθοδόξων Εκκλησιών, υπογράμμισε πως μία τέτοια Σύνοδος θα έφερνε πιο κοντά τις δύο Εκκλησίες γεφυρώνοντας διαφορές και παράγοντας παράλληλα νέες διαμορφωμένες σχέσεις μεταξύ Πάπα και Ορθόδοξης Εκκλησίας. Πάντως σήμερα στην Περιφέρεια, Σταύρος Αρναουτάκης και εκπρόσωποι των Εκκλησιών, είχαν την ευκαιρία να ανταλλάξουν απόψεις, στο πλαίσιο ξενάγησης των παρατηρητών στην Κρήτη.
Θα ήταν ευχή να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι στο μέλλον, Ρωμαιοκαθολική και Ορθόδοξη εκκλησία, ήταν τα λόγια του Καρδινάλιου και εκπροσώπου του Πάπα Φραγκίσκου Κορτ Κούξ, λίγο μετά τη συνάντηση αντιπροσωπείας ιεραρχών με τον Περιφερειάρχη Κρήτης, Σταύρο Αρναουτάκη. Όπως υπογράμμισε, μία ανάλογη Σύνοδος, όπως αυτής που λαμβάνει χώρα στο Κολυμπάρι, θα είχε πολλά να αναδείξει ανάμεσα στον Καθολικισμό και την Ορθοδοξία.
Ωστόσο ο Καριδνάλιος Κοξ απέφυγε να σχολιάσει το γεγονός της απουσίας των τεσσάρων εκκλησιών από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, εκδηλώνοντας τη χαρά του που βρίσκεται στις διαδικασίες της Συνόδου στα Χανιά.
Έξι παρατηρητές - εκπρόσωποι των Εκκλησιών, του Βατικανού, της Ορθοδοξίας στη Συρία, της Ολλανδίας, του καθολικάτου της Αρμενίας, συναντήθηκαν με τον Στ. Αρναουτάκη, στα πλαίσια της ξενάγησης τους στο νησί, με σκοπό να απολαύσουν όπως δήλωσαν, την κρητική ομορφιά αλλά και τις σχέσεις των κρητικών με την εκκλησία και την αυτοδιοίκηση.
Στη συνάντηση ήταν παρών ο Αντιπεριφερειάρχης Παναγιώτης Σημανδηράκης, οι συνοδοί των εκπροσώπων των Εκκλησιών και συγκεκριμένα ο Πρωτοσύγκελος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης Μεθόδιος Βερνιδάκης, ο καθηγητής Ορθόδοξης Θεολογίας στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αυστρίας Γρηγόριος Λαρεντζάκης, και ο Εμμανουήλ Χαλκιαδάκης διδάσκων στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Κρήτης.
Ρεπορτάζ: Λευτέρης Κουμαντάκης
Φωτογραφίες: Νίκος Χαλκιαδάκης
Ο φυλακισμένος Αρχιεπίσκοπος, τα μυστικά της … τέντας και όσα δε γράφουν οι κάμερες στο περιθώριο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου
«Φυλακιστήκατε και υπομείνατε. Σας ευχαριστούμε που μείνατε πιστός στην Ορθοδοξία. Σας ευχαριστούμε που μείνατε πιστός στην κανονικότητα», δήλωσε εκ μέρους όλων των Ορθοδόξων Προκαθημένων ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος απευθυνόμενος στον Αρχιεπίσκοπο Αχρίδος κ. Ιωάννη της αυτονόμου Εκκλησίας των Σκοπίων του Πατριαρχείου Σερβίας, στο πλαίσιο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.
Μέσα σε έντονη συγκινησιακή ατμόσφαιρα καταχειροκροτούμενος ο κ. Ιωάννης παρουσίασε όλη την κατάσταση που κυριαρχεί στη χώρα του. Ο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος άλλοτε Μητροπολίτης της σχισματικής Εκκλησίας των Σκοπίων εκλέχθηκε Αρχιεπίσκοπος από το Πατριαρχείο Σερβίας γεγονός που τον στοχοποίησε από τις αρχές των Σκοπίων. Η κυβέρνηση και ο σχισματικός Αρχιεπίσκοπος της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας κ. Στέφανος άρχισε να προκαλεί τεράστια προβλήματα στον κ. Ιωάννη ο οποίος φυλακίστηκε καιπαρέμεινε για πολλούς μήνες στις φυλακές της γειτονικής χώρας διότι προσπάθησε να επιλύσει το πρόβλημα. Και σήμερα ήταν αυτός που στήριξε το κείμενο για τις Αυτόνομες Εκκλησίες ζητώντας να μην υπάρξουν αλλαγές ή προσθήκες διότι όπως σημείωσε αντιμετωπίζει όλα τα ζητήματα που υπάρχουν.
Αξίζει να σημειωθεί ότι μεταξύ της Εκκλησίας των Σκοπίων και του Πατριαρχείου Σερβίας υπήρχαν προβλήματα από την δεκαετία του ’40, εντάθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και το 1967 τα Σκόπια αυτοανακηρύχθηκαν αυτοκέφαλη εκκλησία. Ο κ. Ιωάννης ως ιεράρχης αυτής της Εκκλησίας αντιλήφθηκε τα προβλήματα αντικανονικότητας και καταστρατήγησης των Ιερών Κανόνων και εντάχθηκε μαζί με άλλους κληρικούς στο Πατριαρχείο Σερβίας και το 2005 εκλέχθηκε Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος γεγονός που προκάλεσε την οργή των Σκοπιανών.
Οι τέντες ζουν
Εποχές Ωνάσειου αλλά σε πολύ χειρότερες συνθήκες, έζησαν οι δημοσιογράφοι που καλύπτουν τις εργασίες της Πανορθοδόξου Συνόδου στην Κρήτη, από την Παρασκευή έως την Τρίτη. Με σαράντα βαθμούς υπό σκιάν, κάτω από μία τέντα, όρθιοι, χωρίς να τους δίνουν ούτε νερό έπρεπε να βρουν τρόπο να στείλουν τις ανταποκρίσεις τους. Μετά από διαμαρτυρίες και φασαρίες φύσηξε την Τρίτη λίγο… δροσερό αεράκι. Ευτυχώς υπάρχει μια στρατιωτικού τύπου τέντα και μπορούν, σε ένα σημεία της και όσοι χωρούν, να νιώθουν πως αναπνέουν!!!!
Οι φρουροί των Προκαθημένων
Δρακόντεια τα μέτρα ασφαλείας στην Κρήτη. Λιμενικό ειδικές δυνάμεις, αστυνομία, επί ποδός για τη φύλαξη των Προκαθημένων. Εκείνοι που ξεχωρίζουν _ως πανταχού παρόντες_ οι σεκιούριτι των ελληνοαμερικανικών. Οι οποίοι είναι τόσο …συνεπείς που δεν επιτρέπουν στους δημοσιογράφους να πλησιάσουν ούτε καν στους ναούς εκτός εάν έχουν ειδική άδεια. Κι αυτό για μερικά δευτερόλεπτα. Βέβαια τα έξυπνα πουλιά από τη μύτη πιάνονται… Δημοσιογράφος, επί ένα 24ωρο, κυκλοφορούσε ανενόχλητα, με ταυτότητα άλλου δημοσιογράφου ο οποίος δεν βρίσκονταν καν στην Κρήτη
Με άρωμα από το… παρελθόν
Ποιος ήταν ο μόνος , εκτός της πολιτειακής και πολιτικής ηγεσίας που αφίχθη την περασμένη Κυριακή στην Κρήτη, και παρακολούθησε την έναρξη των εργασιών της Συνόδου; Ενας «φίλος» της εκκλησίας από τα παλιά. Ο πρώην υφυπουργός Εξωτερικών, πρώην δημοσιογράφος και νυν παραγωγός σαλιγκαριών κ. Θόδωρος Κασίμης. Φαίνεται πως η Εκκλησία δεν ξεχνά… Ο κ. Κασίμης όταν ήταν υπουργός χειρίστηκε τη μεγάλη κρίση στις σχέσεις Οικουμενικού Πατριαρχείου και Πατριαρχείου Μόσχας, το 2008, με αφορμή την επίσκεψη Βαρθολομαίου στο Κίεβο και με τον Πατριάρχη τότε Αλέξιο να απειλεί με σχίσμα. Τελικά όλα πήγαν καλά. Έχει ο καιρός γυρίσματα και μερικές φορές τα φέρνει πάλι στα… ίδια.
Πηγή: Κατάνυξις
Κατά την χθεσινοαπογευματινή Συνεδρίαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου των Προκαθημένων συζητήθηκε το σχετικό κείμενο. Πρόταση τροποποίησης είχε καταθέσει η Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία αναφερόταν σε τρία σημεία:
Το πρώτο ζητούσε την εξής τροποποίηση: «Ὡς προϋπόθεσις μιᾶς εὐρυτέρας ἐν προκειμένῳ συνεργασίας δύναται νά χρησιμεύσῃ ἡ κοινή ἀποδοχή τῆς ὑψίστης ἀξίας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Αἱ κατά τόπους Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι είναι δυνατόν νά συμβάλουν εἰς τήν διαθρησκειακήν συνεννόησιν καί συνεργασίαν, δια την ειρήνική συνύπαρξη και κοινωνικήν συμβίωσιν των λαών, χωρίς τούτο να συνεπάγεται οιανδήποτε θρησκευτικόν συγκρητισμόν».
Η πρόταση αυτή της Εκκλησίας της Ελλάδος έγινε αποδεκτή.
Δεύτερον από το κείμενο «Περί Ελευθερίας και ευθύνης. 1. Ἕν ἐκ τῶν ὑψίστων δώρων τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπον, τόσον ὡς συγκεκριμένον φορέα τῆς εἰκόνος τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ, ὅσον καί ὡς κοινωνίαν προσώπων ἀντανακλώντων κατά χάριν διά τῆς ἑνότητος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους τήν ἐν τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι ζωήν καί κοινωνίαν τῶν θείων προσώπων, ἀποτελεῖ τό θεῖον δῶρον τῆς ἐλευθερίας». Η Εκκλησία της Ελλάδος ζήτησε να διαγραφεί η φράση «τόσον ὡς συγκεκριμένον φορέα τῆς εἰκόνος τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ, ὅσον καί ὡς κοινωνίαν προσώπων ἀντανακλώντων κατά χάριν διά τῆς ἑνότητος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους τήν ἐν τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι ζωήν καί κοινωνίαν τῶν θείων προσώπων» και να παραμείνει «Περί Ελευθερίας και ευθύνης. 1. Ἕν ἐκ τῶν ὑψίστων δώρων τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπον είναι η ελευθερία του». Και η πρόταση αυτή της Εκκλησίας της Ελλάδος έγινε αποδεκτή.
Τρίτον, στο θέμα των όρων άνθρωπος και ανθρώπινο πρόσωπο προτάθηκε από την Εκκλησία της Ελλάδος χάριν ενοποίησης του κειμένου να γραφεί παντού ο όρος «άνθρωπος». Στο σημείο αυτό αποφασίσθηκε να παραμείνει το κείμενο ως έχει.
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 21η Ιουνίου 2016
Η ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΕΙ ΤΗΝ Β΄ ΒΑΤΙΚΑΝΗ;
ΝΕΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΝ ΘΕΟΦ. ΕΠΙΣΚΟΠΟ ΑΒΥΔΟΥ κ. ΚΥΡΙΛΛΟ
Δεν είχαμε σκοπό να ασχοληθούμε εκ νέου με το μακροσκελέστατο, (38 σελίδων), άρθρο του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Αβύδου κ. Κυρίλλου με τίτλο «Εμπιστεύομαι την Εκκλησία». Ωστόσο επειδή ο κατά τα άλλα αγαπητός και σεβαστός Θεοφιλέστατος, (στο εξής Θ.Α.Κ.), θεώρησε αναγκαίο να απαντήσει στον σχολιασμό μας, υπακούοντας στην προτροπή του Σεβασμιωτάτου μας και ζητώντας τις ευχές του, θα μπούμε και πάλι στον κόπο να δώσουμε νέες εξηγήσεις, και απαντήσεις, αλλά και να θέσουμε ερωτήματα.
Θεοφιλέστατε Άγιε Ἀβύδου,
Γράφετε: «Ο συντάκτης της δικής σας απάντησης δεν είναι ο εν Χριστώ αδελφός Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης σας, αλλά ούτε καν - εξ ολοκλήρου η εν μέρει - εσείς». Κατ’ αρχήν ξεκαθαρίζουμε ότι κανένα κείμενο, είτε του Γραφείου Αιρέσεων, είτε άλλου Γραφείου της Ιεράς Μητροπόλεως δεν δημοσιεύεται χωρίς την έγκριση του Σεβασμιωτάτου. Αυτό σημαίνει ότι τα πολυάριθμα μέχρι σήμερα δημοσιευθέντα κείμενα του Γραφείου μας, (που ανήκουν εξ’ ολοκλήρου στους συντάκτες του Γραφείου και σε κανέναν άλλον), προτού δημοσιευθούν, περνούν από το «ψιλό κόσκινο» του Σεβασμιωτάτου, υφίστανται τροποποιήσεις και βελτιώσεις και έτσι παίρνουν την τελική τους μορφή. Επομένως η κάθε κριτική που ασκείται εναντίον των κειμένων του Γραφείου μας, στρέφεται κατ’ ουσίαν εναντίον του Σεβασμιωτάτου.
Παρά κάτω γράφετε: «Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω, όσα έγραψα και ασφαλώς και κυρίως δεν προτίθεμαι να ανατρέψω πρόταση – πρόταση το δικό σας κείμενο». Θεοφιλέστατε είναι αντιφατικό και ανακόλουθο εσείς μεν να μην προτίθεστε, η μάλλον να μην τολμάτε, να ανατρέψετε το κείμενό μας «πρόταση – πρόταση», και παράλληλα να μέμφεστε το Γραφείο μας επειδή δεν απήντησε λεπτομερώς «πρόταση – πρόταση» σε όλα τα σημεία του άρθρου σας, αλλά μόνο στα κυριότερα και ουσιωδέστερα. Τολμήστε λοιπόν, να ανατρέψετε εκείνα τα σημεία του άρθρου σας τα οποία σχολιάσαμε. Το περιμένουμε με αγωνία, όχι μόνον εμείς, αλλά και όλος ο πιστός λαός του Θεού!
Για να σας βοηθήσουμε στο εγχείρημά σας, σας υπενθυμίζουμε:
1. Επισημάνατε ότι ο χριστιανικός κόσμος «μετά από μια δεύτερη χιλιετία διχασμού, αμοιβαίας αποξένωσης και αλλοτρίωσης στον τελευταίο κυρίως αιώνα της δεύτερης χιλιετίας αισθάνθηκε την ανάγκη του διαλόγου και της προσέγγισης». Σχολιάσαμε: «Η Ορθοδοξία, πιστή στην ταυτότητά της και στην αδιάκοπη ποιμαντική της πράξη απέναντι στους εξερχομένους από τους κόλπους της αιρετικούς και σχισματικούς, αμέσως μετά το σχίσμα του 1054 και μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα διεξήγαγε σειρά θεολογικών διαλόγων μαζί τους, μεριμνώντας για την επιστροφή τους στην εν Χριστώ Αλήθεια». Πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπήρξε αποξένωση όπως ισχυρίζεστε. Τι απαντάτε εσείς σ’ αυτό: Απολύτως τίποτα. Τι έχετε να μας πείτε για τους συγχρόνους Διαλόγους; Έχουν χρεοκοπήσει ναι, η όχι; Είναι ορθόδοξα τα κείμενα του Balamand, της Ραβένας, του Πόρτο Αλέγκρε, και του Πουσάν, ναι η όχι;
2. Παρά κάτω γράφετε: «όταν διαλέγεσαι με αυτούς που κάποιοι καλούν αιρετικούς, κάποιοι άλλοι τους καλούν ετεροδόξους, ουσιαστικά βάζεις ανάχωμα…». Σχολιάσαμε: «Οι σύγχρονοι Διάλογοι που γίνονται εδώ και πολλές δεκαετές πόσο ‘ανάχωμα’ επέφεραν στην προσηλυτιστική δράση του Παπισμού μέσω της Ουνίας, η των προτεσταντών στις Ορθόδοξες χώρες»; Τι απαντάτε εσείς στον σχολιασμό μας αυτό; Απολύτως τίποτα.
3. Παρά κάτω γράφετε: «Καλείσαι και μπορείς να αντιμετωπίσεις από κοινού τις προκλήσεις του κόσμου της αθεΐας και η αντιμετώπιση είναι για προφανείς λόγους αποτελεσματικώτερη». Σχολιάσαμε: «Η αίρεση είναι κατά τον άγιο [Γρηγόριο τον Παλαμά] ένα δεύτερο είδος αθεΐας. Πως λοιπόν μπορεί σήμερα η Ορθοδοξία να αντιμετωπίσει ‘από κοινού, [με τους αθέους, παπικούς], τις προκλήσεις του κόσμου της αθεΐας’; Αυτό είναι αδύνατο διότι ο δαίμονας της αθεΐας δεν καταπολεμείται και δεν αντιμετωπίζεται με άλλο δαίμονα, τον δαίμονα της αιρέσεως». Τι απαντάτε εσείς σ’ αυτό: Απολύτως τίποτα.
4. Παρά κάτω αρχίζετε να σχολιάζετε το κείμενο: «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον». Στο σχολιασμό του άρθρου 22 αναφέρετε ότι «η γνησιότητα της Ορθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται …δια της Εκκλησίας αποφαινομένης εν συνόδω, δια της λειτουργίας του συνοδικού συστήματος που αποτελούσε στην ιστορική πορεία της Εκκλησίας και αποτελεί μέχρι σήμερα τον αρμόδιο κριτή περί των θεμάτων πίστεως». Δεν επισημαίνετε δηλαδή κανένα λάθος στη διατύπωση του άρθρου 22. Σχολιάσαμε: «Το άρθρο 22 είναι με τέτοιο τρόπο διατυπωμένο, ώστε να προδικάζει το αλάθητο των αποφάσεων της μέλλουσας να συνέλθει Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Θεωρεί, ότι ‘η διατήρησις της γνησίας ορθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον δια του συνοδικού συστήματος, το οποίον ανέκαθεν εν τη Εκκλησία απετέλει τον αρμόδιον και έσχατον κριτήν περί των θεμάτων της πίστεως’. Στο άρθρο αυτό παραγνωρίζεται το ιστορικό γεγονός, ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία έσχατο κριτήριο είναι η γρηγορούσα δογματική συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας, η οποία στο παρελθόν επεκύρωσε, η θεώρησε ληστρικές ακόμη και Οικουμενικές Συνόδους. Το συνοδικό σύστημα από μόνο του δεν διασφαλίζει μηχανιστικά την ορθότητα της ορθοδόξου πίστεως. Αυτό γίνεται μόνο, όταν οι συνοδικοί Επίσκοποι έχουν μέσα τους ενεργοποιημένο το Άγιο Πνεύμα και την Υποστατική Οδό, τον Χριστό, οπότε ως συν-οδικοί είναι στην πράξη και «επόμενοι τοις αγίοις πατράσι». Τι απαντάτε εσείς στον σχολιασμό μας αυτό; Απολύτως τίποτα.
5. Παρά κάτω γράφετε: «Η μαρτυρία και ο διάλογος της Ορθόδοξης Εκκλησίας με το λοιπό χριστιανικό κόσμο δίδεται και οφείλει να δίδεται επί τη βάσει της αποστολικής παραδόσεως και πίστεώς μας», συμφωνώντας απολύτως με την διατύπωση του άρθρου 24. Σχολιάσαμε: «Μπορούμε να πούμε ότι στους μέχρι τώρα γενομένους διαλόγους η Ορθόδοξη Εκκλησία έδωσε την μαρτυρία ‘της αποστολικής παραδόσεως και πίστεώς μας; Τι μαρτυρούν τα κείμενα του Balamand κ.λ.π. τα οποία μνημονεύσαμε προηγουμένως;». Ποια είναι η απάντησή σας στον σχολιασμό μας αυτό; Καμία.
6. Παρά κάτω, στα συμπεράσματά σας, γράφετε: «Η περί αποκλειστικότητας της Εκκλησίας διδασκαλία δεν αποτελεί δογματική διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας». Σχολιάσαμε: «Η θεωρία αυτή της ‘μη αποκλειστικότητος’ βέβαια δεν είναι καινούργια, αλλά έχει τις ρίζες της στους Ρώσους θεολόγους της Διασποράς Π. Ευδοκίμωφ και Ν. Μπερντιάεφ και αργότερα στην Β΄ Βατικανή Σύνοδο». Τι απαντάτε εσείς στον σχολιασμό μας αυτό; Απολύτως τίποτα.
7. Σχετικά με το θέμα αυτό θεωρούμε αναγκαίο να προσθέσουμε στο σημείο αυτό μια πολύ σημαντική παρατήρηση του πρωτ. π. Πέτρου Χιρς, Διδάκτορος της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. σε κάποια ομιλία του στη «Διάκειο Σχολή Λαού Πατρών», στις 18.5.2016. Ο ως άνω κληρικός, βαθύς γνώστης των αποφάσεων της Β΄ Βατικανής Συνόδου, (1962-65), επισημαίνει την απόλυτη ταύτιση της νέας εκκλησιολογικής διδασκαλίας που υιοθετήθηκε από την εν λόγω Σύνοδο στο Διάταγμα Lumen Gentium, με την περί εκκλησίας αντίληψη, όπως αυτή εκφράζεται στο προσυνοδικό κείμενο: «Σχέσεις Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». Στο Διάταγμα LumenGentium εγκαταλείπεται η απόλυτη και αποκλειστική ταύτιση της Εκκλησίας του Χριστού με την Ρωμαιοκαθολική «Εκκλησία», όπως είχε παραδοσιακά καθιερωθεί και διεκήρυσσε το επί αιώνες στις παπικές εγκυκλίους, και αντικαθίσταται με την δήλωση ότι: «Η εκκλησία του Χριστού ενυπάρχει (subsistitin) στην Καθολική Εκκλησία». Ο Λατινικός όρος «subsistitin» ουσιαστικά εισάγει και αποδέχεται εκκλησιαστικότητα, έστω και ατελή, στις εκτός της Ρωμαιοκαθολικής «Εκκλησίας» εκκλησιαστικές κοινότητες. Αυτό σημαίνει ότι οι Ρωμαιοκαθολικοί εισάγουν την «μη αποκλειστικότητα», την οποία εσείς Θεοφιλέστατε, τόσο ένθερμα υποστηρίζετε, ταυτιζόμενος, χωρίς ίσως να το αντιλαμβάνεσθε, μ’ αυτούς. Το τραγικό είναι ότι η ίδια αντίληψη εκφράζεται, με μια διαφορετική διατύπωση βέβαια, και στο προσυνοδικό κείμενο: «Σχέσεις Ορθοδόξου Εκκλησίας…»: «Η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής». Ουσιαστικά το προσυνοδικό κείμενο αντιγράφει την Β΄ Βατικανή.
8. Παρά κάτω ισχυρίζεστε ότι η περί αποκλειστικότητας της Εκκλησίας διδασκαλία αποτελεί προσωπική αντίληψη του Αγ. Κυπριανού Καρθαγένης, την οποία αργότερα η Εκκλησία δεν απεδέχθη δια του 95ου κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής: «Επειδή προφανώς οι αντιλήψεις του Αγ. Κυπριανού που διακηρύσσουν την αποκλειστικότητα δεν εγένοντο δεκτές από την Εκκλησία, οι ιεροί κανόνες με σαφήνεια προσδιορίζουν, πότε το βάπτισμα ως ανυπόστατο χρειάζεται να γίνει, όταν κανείς προσέρχεται στην Εκκλησία, πότε απαιτείται χρίσμα και πότε απαιτείται μόνο ο λίβελλος». Σχολιάσαμε: «Παραθεωρεί όμως το γεγονός [ο Θ.Α.Κ.] ότι οι θέσεις του αγίου Κυπριανού δεν είναι ιδικές του προσωπικές θέσεις, αλλά έγιναν αποδεκτές από τρεις τοπικές Συνόδους της Αφρικής, (το Φθινόπωρο του 255 με 31 επισκόπους, την Άνοιξη του 256 με 71 επισκόπους, και τον Σεπτέμβριο του 256 με 85 επισκόπους). Οι τοπικές αυτές Σύνοδοι, ακολουθώντας τους Αποστολικούς Κανόνες 46, 47, 50 και 68, εδογμάτισαν ότι όλα τα ‘μυστήρια’ των αιρετικών είναι εντελώς ανυπόστατα. Η Σύνοδος της Καρχηδόνος, (255 μ.Χ.), στην απόφασή της τονίζει ότι ακολουθεί την πάγια μέχρι τότε εκκλησιαστική παράδοση: ‘ου πρόσφατον γνώμην, ουδέ νυν ηδρασμένην προσφέρομεν, αλλά την πάλαι υπό των προγενεστέρων ημών μετά πάσης ακριβείας και επιμελείας δεδοκιμασμένην’, και αποφαίνεται: ‘μηδένα βαπτίζεσθαι δύνασθαι έξω της καθολικής Εκκλησίας, ενός όντος βαπτίσματος και εν μόνη τη καθολική Εκκλησία υπάρχοντος’. Εάν λοιπόν θεωρήσουμε ότι οι δογματικές αποφάσεις των τοπικών Συνόδων της Αφρικής δεν έγιναν καθολικώς αποδεκτές από την Εκκλησία, διότι εκφράζουν μια ‘εκκλησιαστική συγκυρία του 3ου αιώνος’ και ένα απλό ‘έθος’, τότε κατ’ ανάγκην θα πρέπει να θεωρήσουμε και τους Αποστολικούς Κανόνες 46, 47, 50 και 68, ως τέτοιους, δηλαδή ως μη καθολικά αποδεκτούς, πράγμα άτοπον. Διότι οι εν λόγω Ιεροί Κανόνες δεν αφήνουν κανένα περιθώριο να θεωρήσουμε τα μυστήρια των αιρετικών ως υποστατά καθ’ εαυτά και έγκυρα. Αλλά και τους Ιερούς Κανόνες του Μεγ. Βασιλείου 1 και 47, θα πρέπει επίσης να θεωρήσουμε ως μη καθολικά αποδεκτούς, διότι και αυτοί, (όπως και οι παρά πάνω αναφερθέντες αποστολικοί) εκφράζουν την ‘αποκλειστικότητα’, επειδή και αυτοί είναι απόλυτα σύμφωνοι με τις δογματικές αποφάσεις των τοπικών Συνόδων της Αφρικής». Τι απαντάτε εσείς στον σχολιασμό μας αυτό; Απολύτως τίποτα.
9. Παρά κάτω γράφετε: «Η Ορθόδοξη Θεολογία θεωρεί ότι η Χάρις του Θεού μπορεί να πνέει και έξω από τα κανονικά όρια της Εκκλησίας και αυτό είναι σύμφωνο με τη βιβλική και πατερική διδασκαλία». «Είναι δεδομένο και απολύτως κατανοητό ότι για να μπορεί να γίνει λόγος για Εκκλησία έξω από τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, θα πρέπει να υπερβεί κανείς την αντίληψη της αποκλειστικότητας και να παραδεχθεί την ύπαρξη της χάριτος και την πνοή του Αγίου Πνεύματος εκτός αυτής. Με άλλα λόγια τίθεται το ερώτημα, εάν στις διατετμημένες και αποσχισθείσες ομάδες μπορεί να υπάρχουν μυστήρια, αρχής γενομένης από του βαπτίσματος». Σχολιάσαμε: «Το άγιο Πνεύμα επειδή ακριβώς είναι το ‘Πνεύμα της αληθείας’, γνωρίζουμε ότι πνέει μόνο προς την κατεύθυνση του Χριστού, σύμφωνα με τον λόγον Του: ‘εκείνος εμέ δοξάσει, ότι εκ του εμού λήψεται και αναγγελεί υμίν’ (Ιω. 16,14). Αυτό σημαίνει ότι Εκείνο μας οδηγεί στην Εκκλησία, διότι Αυτή είναι ‘στύλος και εδραίωμα της αληθείας’ (Α΄ Τιμ.3,15). Κλασικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση του Κορνηλίου (βλ. Πράξεις 10,1-43)… Είναι φανερό επομένως ότι η με τέτοιο τρόπο και για τέτοιο σκοπό πνοή του αγίου Πνεύματος στους εκτός της εκκλησίας, με κανένα τρόπο δεν σημαίνει ότι η Χάρις του Αγίου Πνεύματος ενεργεί στα μυστήρια των αιρετικών και παρέχει σωτήρια αποτελέσματα. Κατ’ επέκτασιν είναι αδύνατον να γίνει λόγος ‘για Εκκλησία έξω από τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία’, διότι απλούστατα δεν ενεργεί η Χάρις του Αγίου Πνεύματος στα μυστήρια των αιρετικών. Η πνοή του αγίου Πνεύματος στην εποχή της Παλαιάς Διαθήκης, (στους πατριάρχες και προφήτες), δεν είχε σωτηριολογικό χαρακτήρα, αλλά προπαρασκευαστικό για την προετοιμασία της ανθρωπότητος στην εν Χριστώ σωτηρία. Αν αυτή έσωζε τότε θα ήταν περιττή, ίσως και ανόητη η σάρκωση του Θεού Λόγου». Τι απαντάτε εσείς στον σχολιασμό μας αυτό; Απολύτως τίποτα.
10. Επίσης χρησιμοποιείτε το χωρίο του αποστόλου Παύλου: «έθνη τα μη νόμον έχοντα, φύσει τα του νόμου ποιή» (Ρωμ. 2,14),για να αποδείξετε ότι τα έθνη, χωρίς να έχουν ως οδηγό τον Μωσαϊκό νόμο, (και φυσικά ούτε τον νόμο του Ευαγγελίου), αλλά μόνον το νόμο της συνειδήσεώς των δεν αποκλείονται από τη δυνατότητα της σωτηρίας.Ωστόσο αν διαβάζατε τι λέει ο απόστολος λίγο παρά κάτω, δεν θα βγάζατε αυτό το επιπόλαιο συμπέρασμα: «πάντες γαρ ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού, δικαιούμενοι δωρεάν τη αυτού χάριτι δια της απολυτρώσεως της εν Χριστώ Ιησού»(Ρωμ.3,23-24). Όλοι αμάρτησαν, Ιουδαίοι και Εθνικοί, και αυτοί που είχαν ως οδηγό τον Μωσαϊκό νόμο και αυτοί που είχαν ως οδηγό τον νόμο της συνειδήσεως. Όλοι στερήθηκαν την δόξα της Βασιλείας των ουρανώνκαι επομένως όλοι δικαιούνται, σώζονται, διά του Ιησού Χριστού, όλοι έχουν ανάγκη της εν Χριστώ απολυτρώσεως. (Βλέπε και ερμηνεία του αγίου Νικοδήμου του αγιορείτου στην προς Ρωμαίους επιστολή, Τομ. Α΄ σελ.115-116, Εκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη»).
11. Παρά κάτω γράφετε: «Η ενότητα της καθολικής Εκκλησίας δε θίγεται από τη διαίρεση του χριστιανικού κόσμου». Και για να στηρίξετε τον ισχυρισμό σας αυτό, επικαλείστε τρία πατερικά χωρία από τον Μέγα Βασίλειο, τον άγιο Ταράσιο και τον άγιο Μάρκο τον Ευγενικό. Με βάση αυτά συμπεραίνετε ότι «η διάσπαση, η κατάτμηση, ή η διάρρηξη του εκκλησιαστικού σώματος που αποτελεί οδυνηρό πραγματικό γεγονός δε θίγει την οντολογική ενότητα της Εκκλησίας που εξακολουθεί να παραμένει Μία». Σχολιάσαμε: «Η αποκοπή των αιρετικών από το σώμα της Εκκλησίας, (και εν προκειμένω των παπικών και προτεσταντών), με κανένα τρόπο δεν προκαλεί ‘διάρρηξη του εκκλησιαστικού σώματος’. Οι αιρετικοί, επειδή ακριβώς καταντούν στην αίρεση εκπίπτουν και παύουν να αποτελούν μέλη του εκκλησιαστικού σώματος, αλλά το εκκλησιαστικό σώμα εξακολουθεί να παραμένει αδιάρρηκτο και μετά την αποκοπή αυτών, επειδή είναι αδύνατον να διαιρεθεί ο Χριστός, ο οποίος είναι η κεφαλή της εκκλησίας. ‘Μεμέρισται ο Χριστός;’ (Α΄ Κορ.1,13), (μπορεί να διαιρεθεί ο Χριστός;), ερωτά ο Παύλος μ’ ένα ρητορικό ερώτημα τους Κορινθίους. Και φυσικά η απάντηση είναι ‘ουδέποτε’. Είναι δυνατόν να υποθέσουμε ότι ο Μέγας Βασίλειος, ο άγιος Ταράσιος και ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός αγνοούσαν την μεγάλη αυτή αλήθεια που επισημαίνει ο απόστολος, ότι δηλαδή είναι αδύνατον να διαιρεθεί ο Χριστός; Όχι βέβαια». Τι απαντάτε εσείς στον σχολιασμό μας αυτό; Απολύτως τίποτα.
12. Παρά κάτω μπαίνετε σ’ ένα άλλο προβληματισμό, στο πως δηλαδή η Εκκλησία κατά την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο έκανε δεκτούς τους επισκόπους «οι οποίοι επέδωσαν το λίβελλο της μετανοίας τους και εξέφρασαν την επιθυμία, εγκαταλείποντας την κακοδοξία τους να προσέλθουν στην Εκκλησία ….. Το αίτημά τους εγένετο αποδεκτό και όχι μόνο τους ανεγνωρίσθη το βάπτισμα και το χρίσμα, αλλά τους αναγνωρίστηκε και η αρχιερωσύνη τους που είχαν λάβει κατά την παραμονή τους στην κακοδοξία…. Με ποιό δικαίωμα και ποία εξουσία οι πατέρες της Ζ´ Οικουμενικής έκαναν δεκτούς τους εικονομάχους, χωρίς να απαιτήσουν ούτε βάπτισμα, ούτε χρίσμα; Ποιούς ιερούς κανόνες εφήρμοσαν για να προβούν στην (κατ᾽ οικονομία) αναγνώριση αυτών των μυστηρίων ….;». Σχολιάσαμε: «Οι Πατέρες της Ζ´ Οικουμενικής δεν έκαναν δεκτούς τους εικονομάχους απροϋπόθετα, αλλά επειδή εκείνοι μετενόησαν και εξέφρασαν την επιθυμία εγκαταλείποντας την κακοδοξία τους να προσέλθουν στην Εκκλησία». Τι έχετε να πείτε ως προς το γεγονός ότι στο κείμενο «Σχέσεις Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον» πουθενά δεν γίνεται λόγος για μετάνοια και επιστροφή των ετεροδόξων στην Ορθοδοξία; Δεν σας προβληματίζει, τι άραγε μπορεί να σημαίνει αυτή η σιωπή του κειμένου; Τι άλλο μπορεί να σημαίνει, παρά το ότι εδώ επιχειρείται αναγνώριση των μυστηρίων των ετεροδόξων, χωρίς την απαραίτητη προϋπόθεση της μετανοίας και επιστροφής αυτών στην Ορθοδοξία; Και τι νόημα μπορεί να έχει ο όλος προβληματισμός σας όταν το μεν κείμενο «Σχέσεις Ορθοδόξου Εκκλησίας…», πουθενά δεν κάνει λόγο για μετάνοια, ενώ οι Πατέρες της Ζ´ Οικουμενικής έκαναν δεκτούς τους εικονομάχους με την προϋπόθεση της μετανοίας;
13. Παρά κάτω γράφετε: «Τι είναι εκείνο που καθιστά ένα - κατ᾽ αυτούς - [τους οπαδούς της αποκλειστικότητας], ανυπόστατο μυστήριο υποστατό, όταν ακολουθήσει η προσέλευση στην Εκκλησία;». Σχολιάσαμε: «Η απάντηση είναι σαφής. Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ! Αυτή είναι η ταμειούχος της Θείας Χάριτος. Αυτή έχει το δεσμείν και λύειν. Το Πνεύμα το άγιο έχει την δύναμη μ’ ένα τρόπο ακατάληπτο σε μας, να μεταβάλει ένα ανυπόστατο μυστήριο σε υποστατό, (με προϋπόθεση βέβαια πάντα την μετάνοια), όπως ακριβώς με τρόπο ακατάληπτο μεταβάλλει το ψωμί και το κρασί σε Σώμα και Αίμα Χριστού». Πιστεύετε ότι η Εκκλησία αδυνατεί να μεταβάλει ένα ανυπόστατο μυστήριο σε υποστατό, όταν προηγηθεί η μετάνοια και η προσέλευση στην Εκκλησία;
14. Παρά κάτω γράφετε: «Ανεξάρτητα όμως από το πως θεωρεί κανείς τους ιερούς κανόνες γενικώς ….είναι επιβεβλημένο και από τα πράγματα αναγκαίο η Ορθόδοξη Εκκλησία η υπερβαίνουσα την αποκλειστικότητα, προβληματιζόμενη, να αποφανθεί, εάν αναγνωρίζει μυστήρια εκτός αυτής, ποιά είναι αυτά και ποίων ετεροδόξων συγκεκριμένα τα μυστήρια αναγνωρίζονται, εάν αναγνωρίζονται. Η Ορθόδοξη Εκκλησία στο σύνολό της ουδέποτε μέχρι σήμερα καθόρισε τις σχέσεις της με τους σύγχρονους ετεροδόξους…..». Σχολιάσαμε: «Η Εκκλησία έχει ήδη αποφανθεί, άπαξ δια παντός, (και δεν χρειάζεται να αποφανθεί εκ νέου), ότι ουδέποτε ανεγνώρισε κανένα μυστήριο των ετεροδόξων-αιρετικών, με όσα αναπτύξαμε προηγουμένως και με βάση τους Ιερούς Κανόνες που αναφέραμε. Ο ισχυρισμός ότι δήθεν ‘η Ορθόδοξη Εκκλησία στο σύνολό της ουδέποτε μέχρι σήμερα καθόρισε τις σχέσεις της με τους σύγχρονους ετεροδόξους’ είναι αυθαίρετος και εσφαλμένος. Η Ορθόδοξη Εκκλησία σε πάμπολλες Συνόδους μέχρι σήμερα κατεδίκασε τις αιρετικές διδασκαλίες του Παπισμού, (και κατ’ επέκτασιν του Προστεσταντισμού), αρχής γενομένης από την Η΄ Οικουμενική Σύνοδο το 879. Αναφέρουμε ενδεικτικά μερικές: Τις εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδους του 1170, του 1450, του 1722, του 1838, του 1848 και του 1895». Πιστεύετε ότι οι παρά πάνω Σύνοδοι δεν είναι γνήσιες Ορθόδοξοι Σύνοδοι; Μήπως κάποια μεταγενέστερη Σύνοδος τις απεκήρυξε ως ψευδοσυνόδους και ληστρικές; Αν πιστεύετε κάτι τέτοιο να μας το πείτε ξεκάθαρα. Μήπως και οι άγιοι Πατέρες που αναφέρουμε παρά κάτω, (Μέγας Φώτιος, άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς κλπ.), οι οποίοι ομόφωνα ονομάζουν τους παπικούς αιρετικούς, πλανήθηκαν; Μήπως έγιναν «θύματα του αρχεκάκου όφεως» και δεν το ξέρουμε; Αν πιστεύετε κάτι τέτοιο παρακαλούμε να μας το πείτε ξεκάθαρα.
15. Κατά συνέπεια, με βάση τα όσα είπαμε στην προηγούμενη παράγραφο, (14), ο προβληματισμός που εκφράζετε στη συνέχεια ότι «η Ορθόδοξη Εκκλησία η υπερβαίνουσα την αποκλειστικότητα, προβληματιζόμενη, να αποφανθεί, εάν αναγνωρίζει μυστήρια εκτός αυτής, ποιά είναι αυτά και ποίων ετεροδόξων συγκεκριμένα τα μυστήρια αναγνωρίζονται, εάν αναγνωρίζονται», είναι μετέωρος και ούτε καν έπρεπε να τίθεται. Επίσης ο ισχυρισμός σας ότι εάν αναγνωρισθεί ο εκκλησιαστικός χαρακτήρας μιας τέτοιας κοινότητας, (π.χ. των παπικών), το γεγονός αυτό «δε θίγει σε τίποτα την Ορθόδοξη Εκκλησία που διατηρεί την αυτοσυνειδησία ότι είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Υπό την έννοια αυτή τίποτα δεν μας εμποδίζει να ονομάσουμε αυτές τις χριστιανικές κοινότητες Εκκλησία,…», είναι πέρα για πέρα εσφαλμένος. Πως είναι δυνατόν να δεχθούμε ότι Ορθόδοξη Εκκλησία δεν θίγεται σε τίποτα καθ’ ον χρόνον ανατρέπεται μια σωρία Συνοδικών αποφάσεων που καταδίκασαν τον Παπισμό ως αίρεση; Πως είναι δυνατόν «να ονομάσουμε αυτές τις χριστιανικές κοινότητες Εκκλησία» ανατρέποντας μια Παράδοση 10 αιώνων; Εάν οι ετερόδοξοι είναι Εκκλησία, τότε κακώς οι Άγιοι Πατέρες τους κατεδίκασαν συνοδικώς ως αιρετικούς. Αυτό σημαίνει ότι επλανήθηκαν, δεν απεφάνθησαν εν αγίω Πνεύματι και όχι μόνον δεν πρέπει να τους τιμούμε «ως σάλπιγγες του Πνεύματος», αλλά και να τους αποστρεφόμαστε ως πρόσωπα που προκάλεσαν σχίσματα και διαιρέσεις στην Εκκλησία. Κάνουμε λάθος στις παρά πάνω διατυπώσεις μας; Περιμένουμε μια απάντηση.
16. Παρά κάτω γράφετε σχετικά με το ζήτημα των μικτών γάμων: «Η τέλεση μικτών γάμων στους τελευταίους αιώνες από αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες συνιστά μια σιωπηρή αναγνώριση του βαπτίσματος των ετεροδόξων, ενώ οι παλινδρομήσεις που ενίοτε παρουσιάζονται στο θέμα αυτό με την απαγόρευσή τους δείχνει ότι η αντιμετώπισή τους δεν είχε θεολογικά κριτήρια, διότι εάν αυτά συνέτρεχαν απαγορευτικά, δε θα είχαν ποτέ συναφθεί μικτοί γάμοι, αλλά κριτήρια συγκυριακά προσδιοριζόμενα από ιστορικές παραμέτρους και έχουν σχέση με την ποιότητα της στάσης των ετεροδόξων απέναντι στην Ορθόδοξη Εκκλησία». Σχολιάσαμε: «Βάσει ποίων Ιερών Κανόνων οι εν λόγω ‘αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες’ προχώρησαν στην νομιμοποίηση και καθιέρωση μικτών γάμων, όταν μάλιστα αυτοί απαγορεύονται ρητώς από αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων; Ο 14ος Κανών της Δ΄ Οικουμενικής ορίζει: ‘Επειδή εν τισιν επαρχίαις συγκεχώρηται τοις αναγνώσταις και ψάλταις γαμείν, ώρισεν η Αγία Σύνοδος, μη εξείν αίτινι αυτών ετερόδοξον γυναίκα λαμβάνειν ... μήτε μην συνάπτειν (τέκνον) προς γάμον αιρετικώ, η Ιουδαίω, η Έλληνι (ειδωλολάτρη), ει μη άρα επαγγέλλοιτο μετατίθεσθαι εις την ορθόδοξον πίστιν το συναπτόμενον πρόσωπον τω Ορθοδόξω’. Ο 72ος Κανών της Πενθέκτης ορίζει: ‘Μη εξέστωΟρθόδοξον άνδρα αιρετική συνάπτεσθαιγυναικί, μήτε μην αιρετικώανδρί γυναίκα ορθόδοξον συζεύγνυσθαι. Αλλ’ ει και φανείη τι τοιούτον υπό τινος των απάντων γινόμενον, άκυρον ηγείσθαι τον γάμον, και το άθεσμον διαλύεσθαι συνοικέσιον’. (Πρβλ. και 10ον και 31ον της εν Λαοδικεία, και 29ον της εν Καρθαγένη). Το θέμα των μικτών γάμων δεν είναι καινούργιο αλλά υπήρχε εδώ και πολλούς αιώνες στην εκκλησία, η οποία το έλυσε άπαξ δια παντός με τις παρά πάνω διαχρονικού κύρους Συνοδικές αποφάσεις της. Για ποιό λοιπόν λόγο θα πρέπει τώρα η Εκκλησία στην μέλλουσα να συγκληθεί Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, να νομιμοποιήσει ένα παράνομο καθεστώς και να θεσμοθετήσει επίσημα κακώς ειλλημένες συνοδικές αποφάσεις, όταν μάλιστα αυτές οδηγούν σε άλλο μεγάλο κακό, την σιωπηρή αναγνώριση του βαπτίσματος των ετεροδόξων και στην defacto αναγνώριση της βαπτισματικής Θεολογίας;» Τι απαντάτε εσείς στον σχολιασμό μας αυτό; Απολύτως τίποτα. Περιμένουμε μια απάντηση.
17. Παρά κάτω καταπιάνεστε με την § 20 του κειμένου όπου «γίνεται λόγος για τις προοπτικές των θεολογικών διαλόγων της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τις άλλες Εκκλησίες και Ομολογίες που προσδιορίζονται επί τη βάσει των κανονικών κριτηρίων της ήδη διαμορφωμένης εκκλησιαστικής παραδόσεως που θέτουν οι κανόνες 7 της Β´ Οικουμενικής και 95 της Πενθέκτης». Σχετικά με την § 20 παραθέσαμε μερικά αποσπάσματα από μια πολύ σημαντική μελέτη του πρωτ. π. Αναστάσιου Γκοτσόπουλου, εφημέριου του Ιερού Ναού αγίου Νικολάου Πατρών, επειδή κατά την γνώμη μας ο π. Αναστάσιος αναλύει το θέμα με μεγάλη επιτυχία και πληρότητα. Τι έχετε να πείτε πάνω στις επισημάνσεις του ως άνω κληρικού; Είναι λανθασμένες; Και αν ναι, που διαπιστώνετε λάθη; Περιμένουμε μια απάντηση.
18. Παρά κάτω καταπιάνεστε με την εκφρασθείσα «αντίρρηση ότι στη σύνοδο μετέχει ένας περιορισμένος αριθμός επισκόπων από κάθε Εκκλησία»: «Είναι σαφές από την ιστορία των Οικουμενικών Συνόδων ότι οι πλείονες των επισκόπων προήρχοντο από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως, ενώ παρίστατο ένας μικρός αριθμός εκπροσώπων από τα υπόλοιπα Πατριαρχεία, οι οποίοι και κατέθεταν την άποψη των Εκκλησιών τους. Εκτός από την Α´ Οικουμενική Σύνοδο, στην οποία εκλήθησαν όλοι οι επίσκοποι, όταν από αυτή εισήχθη το Μητροπολιτικό σύστημα στη διοίκηση της Εκκλησίας, ήταν παρόντες 3 επίσκοποι από κάθε επαρχία, όταν δε με την Δ´ Οικουμενική καθιερώθη ο θεσμός της Πενταρχίας, ήταν αναγκαία η συμφωνία των 5 Πατριαρχείων ως απαραίτητος όρος κανονικής συγκλήσεως της Συνόδου». Σχολιάσαμε ότι «παντελώς αμάρτυρος στην Ορθόδοξη Παράδοση αποτελεί ο ισχυρισμός ότι κατά τας Συνόδους προσεκαλούντο πάντοτε μόνον τριμελείς η ολιγομελείς αντιπροσωπείαι εξ εκάστης επαρχίας. Τα ιστορικά στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας σχετικά με τον αριθμό των συνοδικών μελών, που έλαβαν μέρος κατά τις Οικουμενικές Συνόδους, μαρτυρούν όχι αντιπροσώπευση, αλλά την μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή επισκόπων από όλες τις επαρχίες της ανά την Οικουμένην Εκκλησίας. Έτσι ο αριθμός των επισκόπων που έλαβαν μέρος κατά την Α΄Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ήταν 318, κατά την Β΄ 150, κατά την Γ΄ 200, κατά την Δ΄ 630, κατά την Ε΄ 165, κατά την ΣΤ΄ 289, κατά την Πενθέκτη 240, κατά την Ζ΄ 367, ενώ κατά την Η΄ 383.… Επίσης η ανάπτυξη του μητροπολιτικού συστήματος ουδέποτε ελειτούργησε ουσιαστικά εις βάρος του επισκοπικού αξιώματος. Και τούτο, διότι σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, ο κάθε επίσκοπος κάθε τοπικής Εκκλησίας, και της μικρότερης ακόμη, εκπροσωπεί με το ποίμνιό του ένα ζωντανό μέρος της Καθολικής Εκκλησίας. Η απουσία του όχι μόνο τραυματίζει την ολοκληρία του σώματος του Χριστού, αλλά και στερεί την δυνατότητα να εκφρασθεί από όλους η συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας, την οποία φαίνεται ότι φοβούνται οι υπεύθυνοι για την προετοιμασία και σύγκληση της Συνόδου…..». Τι απαντάτε εσείς στον σχολιασμό μας αυτό; Απολύτως τίποτα.
19. Παρά κάτω γράφετε: «Καμιά σύνοδος δεν συνεκλήθη στην Εκκλησία εκ προοιμίου αναφέροντας ότι το κύρος των αποφάσεών της τελεί υπό την αίρεση της αποδοχής των αποφάσεών της από το εκκλησιαστικό πλήρωμα. Η αποδοχή η μη κρίνεται στην πορεία του χρόνου. Αυτό φαίνεται να το έχουν υπ᾽ όψιν τους οι συντάκτες του κειμένου, που δεν έχουν ασφαλώς την πρόθεση να περιθωριοποιήσουν το εκκλησιαστικό πλήρωμα, αλλά να το εκφράσουν». Σχολιάσαμε ότι είναι μεν αληθής ο παρά πάνω ισχυρισμός σας, αλλ’ είναι πάλι «εξ’ ίσου αληθές ότι καμιά Σύνοδος δεν προδίκασε το αλάθητο των αποφάσεών της. Η παράγραφος αυτή είναι με τέτοιο τρόπο διατυπωμένη, ώστε να αφήνεται αβίαστα να εννοηθεί, ότι η μέλλουσα να συνέλθει Αγία και Μεγάλη Σύνοδος προδικάζει το αλάθητο των αποφάσεών της….. Ο ‘συνοδικός Θεσμός’ δεν είναι υπόθεση μόνο των Επισκόπων, αλλά ολοκλήρου του Σώματος της Εκκλησίας. Οι λοιποί κληρικοί και μοναχοί και λαϊκοί μπορεί να μην ανήκουν στο εν στενή εννοία συνοδικό ‘Σώμα’, εν τούτοις, ακριβώς στα πλαίσια του ‘Συνοδικού Θεσμού’, καλούνται να επικυρώσουν, η να απορρίψουν τις αποφάσεις και συνεκδοχικά ακόμα και την ίδια τη Σύνοδο. Αυτό έχει αποδείξει η ζωή της Εκκλησίας μας. Ο ‘Συνοδικός Θεσμός’ ως συμμετοχή ολόκληρης της Εκκλησίας και ως έκφραση της αλάθητης εκκλησιαστικής συνειδήσεώς Της αποτελεί τον ‘έσχατο κριτή περί των θεμάτων πίστεως’». Τι απαντάτε εσείς στον σχολιασμό μας αυτό; Απολύτως τίποτα.
20. Παρά κάτω γράφετε: «Η § 5 του κειμένου επισημαίνει ότι σκοπός των θεολογικών διαλόγων είναι η ενότητα των Χριστιανών επί τη βάσει της πίστεως και της παραδόσεως της αρχαίας Εκκλησίας των επτά Οικουμενικών Συνόδων. Αυτό σημαίνει ότι η ευχαριστιακή κοινωνία με τους ετεροδόξους θα καταστεί δυνατή, όταν γίνει αποδεκτή η πίστη και η παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας. Ως αρχαία Εκκλησία ορίζεται η περίοδος των επτά Οικουμενικών Συνόδων που ιστορικά καλύπτει τους πρώτους 8 αιώνες της Εκκλησίας». Σχολιάσαμε: «Η διατύπωση αυτή πάσχει διότι η πίστη και η παράδοση ‘της αρχαίας Εκκλησίας των επτά Οικουμενικών Συνόδων’ δεν είναι κάτι που το αναζητούμε δια των Διαλόγων. Η πίστη και η παράδοση αυτή είναι δεδομένη και υφίσταται ανόθευτη εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας και μόνον εντός αυτής. Επομένως η ορθή διατύπωση θα έπρεπε να είναι: ‘Ο σκοπός των θεολογικών διαλόγων είναι η ενότητα των Χριστιανών δια της επιστροφής των ετεροδόξων στην Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία διατηρεί την πίστη και την παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας των επτά Οικουμενικών Συνόδων’». Τι απαντάτε εσείς στον σχολιασμό μας αυτό; Απολύτως τίποτα.
21. Παρά κάτω καταπιάνεστε με την θεολογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και τις Συνόδους του 14ου αιώνα και μνημονεύετε εκείνη του έτους 1351, που στη συνείδηση της Εκκλησίας θεωρείται ως η Θ΄ Οικουμενική. Γνωρίζετε ασφαλώς πόσος θόρυβος έγινε και πόσα άρθρα δημοσιεύθηκαν για την ανάγκη αναγνωρίσεως από την μέλλουσα να συνέλθει Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, των δύο Συνόδων, που θεωρούνται στη συνείδηση του Ορθοδόξου πληρώματος ως Οικουμενικές, δηλαδή της Η΄ Οικουμενικής, (879-880), της επί ιερού Φωτίου συγκληθείσης και της Θ΄ Οικουμενικής, (1351), της επί αγίου Γρηγορίου Παλαμά, διότι και οι δύο αυτές Σύνοδοι είχαν όλα τα στοιχεία και τις προϋποθέσεις των Οικουμενικών Συνόδων και είχαν καταδικάσει συγκεκριμένες αιρετικές διδασκαλίες του Παπισμού. Γνωρίζετε πολύ καλά ότι τέτοιο ενδεχόμενο δεν προκύπτει από την θεματολογία και τα προσυνοδικά κείμενα. Δεν αγνοείτε επίσης ότι κατά την Διορθόδοξη Επιστημονική Ημερίδα που έγινε τον περασμένο Μάρτιο στον Πειραιά, (23.3.2016), μία από τις εισηγήσεις των ομιλητών αφορούσε ακριβώς το θέμα της αναγνωρίσεως των δύο αυτών Συνόδων. Γνωρίζετε τέλος ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία της Σερβίας κατόπιν συνοδικής αποφάσεώς της, (Μάϊος 2015), υπέβαλε πρότασινδι’ επιστολής της προς τον Οικουμενικόν Πατριάρχην κ. Βαρθολομαίον (24.7.2015), κοινοποιηθείσα προς όλες τις τοπικές Εκκλησίες, για την αναγνώριση ως Οικουμενικών των ως άνω Συνόδων. Σχετικά με το θέμα αυτό σε σχετική παραπομπή σας αναφέρετε ότι «Αυτονόητα, η σύγκλιση με τους ετεροδόξους συμπεριλαμβάνει την αποδοχή της επί ι. Φωτίου συγκληθείσης συνόδου (879/80) που απαγορεύει την οιαδήποτε προσθήκη στο σύμβολο της Πίστεως». Για το μεγάλο λοιπόν αυτό θέμα για το οποίο τόσος θόρυβος έγινε, δεν θα έπρεπε να έχει κεντρική θέση στο άρθρο σας το θέμα της αναγνωρίσεως της Η΄ Οικουμενικής; Η τοποθέτηση της γνώμης σας σε μια παραπομπή, (με ψιλά γράμματα), όπου είναι πολύ εύκολο να διαφύγει της προσοχής του αναγνώστου, δεν δείχνει προσπάθεια υποβαθμίσεως του θέματος; Σχετικά με το θέμα της αναγνωρίσεως της Θ΄ Οικουμενικής αποφεύγετε να πάρετε θέση και να πείτε ξεκάθαρα την γνώμη σας. Το παρακάμπτετε και αλλάζετε θέμα για να μας πείτε κάτι που το γνωρίζει όλος ο πιστός λαός του Θεού ακόμη και μη θεολόγοι: «Η ησυχαστική παράδοση διατρέχει και διαπερνά την όλη δογματική διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας….». Τα παρά πάνω Θεοφιλέστατε είναι γνωστά και δεν χρειαζόταν καθόλου να τα γράψετε. Εκείνο που περίμενε ο κλήρος και ο πιστός λαός από σας, ήταν, να μας πείτε καθαρά και ξάστερα, χωρίς υπεκφυγές και ελιγμούς, ποια είναι η θέση σας πάνω στο καυτό θέμα της αναγνωρίσεως της Θ΄ Οικουμενικής. Πες τε μας λοιπόν ευθέως και χωρίς περιστροφές, έστω και τώρα: Είναι αναγκαία, ναι η όχι, η αναγνώριση της Θ΄ Οικουμενικής από την Σύνοδο της Κρήτης; Περιμένουμε απάντηση.
22. Παρά κάτω καταπιάνεστε με το Π.Σ.Ε., το έργο του, και τον ρόλο και την συμμετοχή του σ’ αυτό των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Γράφετε ότι τα μέλη του Π.Σ.Ε. καλούνται «να προωθήσουν την κοινή τους παρουσία στη διακονία του κοινωνικού έργου, να δώσουν κοινή μαρτυρία στην Ιεραποστολή με την υπέρβαση του μεταξύ αυτών ανταγωνισμού και του προσηλυτισμού, να εργαστούν από κοινού για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τη διαφύλαξη της ειρήνης και της δικαιοσύνης στον κόσμο. Το προς επικύρωση παραπεμπόμενο κείμενο αντιλαμβάνεται την παρουσία των Ορθοδόξων στην Οικουμενική κίνηση ως ‘μαρτυρίαν της αληθείας’…». Σχολιάσαμε ότι η εικόνα που μας δίδει τόσο το κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον» όσο και εσείς σχετικά με το Π.Σ.Ε. είναι ψευδής και επίπλαστη. Κατ’ αρχήν αυτή καθ’ εαυτήν η ένταξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας σ’ έναν οργανισμό που εμφανίζεται ως υπερεκκλησία, [έστω και αν στο καταστατικό του Π.Σ.Ε. δηλώνεται θεωρητικά το αντίθετο], και η συνύπαρξη και συνεργασία της με την αίρεση συνιστά παραβίαση της κανονικής τάξεώς της και αθέτηση της εκκλησιολογικής αυτοσυνειδησίας της. Πάνω στο θέμα αυτό παραθέσαμε την γνώμη του αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, ο οποίος θεωρεί αυτή την παράνομη και αντικανονική ένταξη «ανήκουστο προδοσία». Τι απαντάτε εσείς στην παρά πάνω θέση του αγίου; Απολύτως τίποτα. Πιστεύετε ότι έπεσε έξω ο άγιος; Περιμένουμε μια απάντηση. Επίσης παραθέσαμε την γνώμη του αείμνηστου καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Παν. Αθηνών στον τομέα του Κανονικού Δικαίου κυρού Κων. Μουρατίδη. Μήπως και ο συνάδελφός σας καθηγητής έπεσε έξω; Επίσης σχολιάσαμε: «Το προς ψήφιση προσυνοδικό κείμενο αποκρύπτει την πραγματική εικόνα των μέχρι σήμερα γενομένων Διαλόγων με τις προτεσταντικές ομολογίες-μέλη του Π.Σ.Ε. και το αδιέξοδο στο οποίο αυτοί έχουν φθάσει σήμερα. Πέραν τούτου δεν καταδικάζονται, τα απαράδεκτα από Ορθοδόξου απόψεως κοινά κείμενα των Γενικών Συνελεύσεων του Π.Σ.Ε, (Πόρτο Αλέγκρε, Πουσάν κλπ.) και επί πλέον αποσιωπώνται πλείστα όσα εκφυλιστικά φαινόμενα, τα οποία συναντούμε σ’ αυτό, όπως intercommunion, διαθρησκειακές συμπροσευχές, χειροτονία γυναικών, περιεκτική γλώσσα, αποδοχή του σοδομισμού από πολλές ομολογίες κλπ.».Τι απαντάτε εσείς στα παρά πάνω; Απολύτως τίποτα. Ποια είναι η θέση σας πάνω στα κείμενα του Πόρτο Αλέγκρε, και του Πουσάν; Είναι Ορθόδοξα; Περιμένουμε απάντηση.
23. Διαπιστώσαμε επίσης αντιφάσεις. Γράφετε: «Η συμμετοχή της [Ορθοδόξου Εκκλησίας] στο Π.Σ.Ε. δε σημαίνει ότι αποδέχεται την ιδέα της ισότητας των Ομολογιών. Θεωρεί δηλαδή εαυτήν ως τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, πράγμα που δίνει τη δυνατότητα να χαρακτηρίζει μέλη του Π.Σ.Ε., στο δικό της κείμενο, ως ομολογίες, με τις οποίες ασφαλώς και δεν ευρίσκεται εκκλησιολογικά στο ίδιο επίπεδο». Παρά κάτω γράφετε: «Τα μέλη του Π.Σ.Ε. χαρακτηρίζονται ως Εκκλησίες και Ομολογίες. Είναι προφανές ότι το κείμενο χαρακτηρίζει υπό τα ορθόδοξα κριτήρια ως Εκκλησία τα ολίγα εκείνα μέλη του, πάντοτε υπό την έννοια που εξετέθη ανωτέρω, η οποία δεν αίρει την καθολικότητα της Μίας (ορθόδοξης) Εκκλησίας, των οποίων αναγνωρίζει το βάπτισμα και μετά των οποίων διεξάγει θεολογικό διάλογο». Σχολιάσαμε: «Πως είναι δυνατόν η Ορθόδοξη Εκκλησία από τη μια μεριά να χαρακτηρίζει μέλη του Π.Σ.Ε., στο δικό της κείμενο, ως ομολογίες, ‘με τις οποίες ασφαλώς και δεν ευρίσκεται εκκλησιολογικά στο ίδιο επίπεδο’ και από την άλλη να αναγνωρίζει ‘ως Εκκλησία τα ολίγα εκείνα μέλη του, (ποιά είναι αυτά;)…. των οποίων αναγνωρίζει το βάπτισμα και μετά των οποίων διεξάγει θεολογικό διάλογο’; Και πως είναι δυνατόν να αναγνωρίζει στα ‘ολίγα αυτά μέλη’ εκκλησιαστικότητα και βάπτισμα, καθ’ ον χρόνον αυτά δεν έχουν επιστρέψει στην ορθοδοξία;». Τι απαντάτε εσείς στον σχολιασμό μας αυτό; Απολύτως τίποτα.
24. Παρά κάτω γράφετε: «Το Π.Σ.Ε. δεν είναι και δεν πρέπει ποτέ να γίνει Υπέρ-Εκκλησία. Δεν διαπραγματεύεται ενώσεις μεταξύ των Εκκλησιών….Ταυτόχρονα δεν αξιώνει από μια Εκκλησία να εγκαταλείψει τη δική της εκκλησιολογική θεώρηση». Ωστόσο στη Δήλωση του Τορόντο (§ 2) τονίζεται ρητώς ότι «οι εκκλησίες αναγνωρίζουν ότι το να αποτελεί κάποιος μέλος της εκκλησίας του Χριστού είναι πιο περιεκτικό από το να αποτελεί μέλος της ίδιας του της εκκλησίας». Σχολιάσαμε: «Μπορεί να είναι αποδεκτό από την Ορθόδοξη εκκλησιολογία ότι υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ του ένας Ορθόδοξος να είναι μέλος της Ορθοδόξου Εκκλησίας και μέλος ‘της Εκκλησίας του Χριστού’; Η ότι ‘η Εκκλησία του Χριστού’ (όπως εννοείται στο Π.Σ.Ε.) υφίσταται πάνω από όλες τις εκκλησίες-μέλη του Π.Σ.Ε;». Συμφωνεί ο παρά πάνω ισχυρισμός σας με την Δήλωση του Τορόντο, η έρχεται σε οξεία αντίθεση και τον ανατρέπει; Τι απαντάτε εσείς στον σχολιασμό μας αυτό; Απολύτως τίποτα.
25. Σχολιάζετε επίσης στην «Απάντησή» σας, (15.6.2016), την ερμηνεία του χωρίου Ιω. 3,8. Γράφετε: «Ερμηνεύετε το χωρίο Ιω. 3,8 ‘το πνεύμα όπου θέλει πνει’, επισημαίνοντας ότι το Αγ. Πνεύμα οδηγεί στο Χριστό. Παραλείπετε κατ’ αρχήν να ερμηνεύσετε και να λάβετε υπ’ όψιν τη φράση (για το Πνεύμα) ‘ουκ οίδας πόθεν έρχεται και που υπάγει’. Ποιός όμως σας είπε ότι δικαιούσθε σύμφωνα με την ορθόδοξη και πατερική θεολογία να κάνετε διάκριση μεταξύ της Οικονομίας του Πνεύματος και της Οικονομίας του Λόγου, δεδομένου ότι η εκ της θείας φύσεως απορρέουσα ενέργεια των θείων προσώπων είναι μία και κοινή; Υπάρχει περίπτωση η ενέργεια του Πνεύματος να είναι διαφορετική και διακριτή από την ενέργεια του Λόγου; Τέτοιες θέσεις ευδοκιμούν στο χώρο της Θεολογίας των Θρησκειών από πλουραλιστές ‘Θεολόγους’ που επιζητούν την ισοπέδωση των Θρησκειών. Είναι δυνατόν εσείς - ασυνείδητα και εξ αγνοίας βεβαίως – να συμμαχείτε με τέτοιες θεωρήσεις που διευκολύνουν την Πανθρησκεία; Το χωρίο υποδηλοί ότι η ενέργεια του Πνεύματος, κοινή με αυτή του Πατέρα και του Υιού δεν μπαίνει και δεν περιορίζεται στα ‘καλούπια’ που εσείς θέλετε».
Το πρώτο που εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσουμε σχετικά με την ερμηνεία του εν λόγω χωρίου είναι ότι η φράση του Κυρίου: «το πνεύμα όπου θέλει πνει» δεν αναφέρεται στο άγιο Πνεύμα, αλλά στον άνεμο. Επειδή ο Νικόδημος δεν κατάλαβε τα παραπάνω λόγια του Χριστού: «το γεγεννημένον εκ της σαρκός σαρξ εστι...», γι’ αυτό του φέρνει το παράδειγμα του ανέμου. (βλ. Κυρίλλου Αλεξανδρείας P.G. 73,245). Προσπαθεί με το παράδειγμα αυτό να του εξηγήσει ότι όπως ακριβώς δεν γνωρίζουμε από που ξεκίνησε ο άνεμος και που θα καταλήξει, («ουκ οίδας πόθεν έρχεται και που υπάγει»), έτσι ακριβώς δεν μπορούμε να κατανοήσουμε με ποιον τρόπο το άγιο Πνεύμα αναγεννά τον άνθρωπο «άνωθεν», «εξ’ ύδατος και Πνεύματος». Επομένως η φράση σας: «Παραλείπετε κατ’ αρχήν να ερμηνεύσετε και να λάβετε υπ’ όψιν τη φράση (για το Πνεύμα) ‘ουκ οίδας πόθεν έρχεται και που υπάγει’», είναι λανθασμένη και δείχνει άγνοια της ερμηνείας του χωρίου, που είναι αδικαιολόγητη για έναν καθηγητή. Η φράση «ουκ οίδας πόθεν έρχεται και που υπάγει» δεν αναφέρεται στο άγιο Πνεύμα όπως λανθασμένα νομίζετε, τοποθετώντας τη λέξη Πνεύμα μέσα σε παρένθεση με κεφαλαίο το Π, αλλά στον άνεμο. Γι’ αυτό και στο βιβλικό κείμενο, αν προσέξετε, η λέξη πνεύμα τοποθετείται με μικρό το π. Επίσης και οι άγιοι Πατέρες Κύριλλος Αλεξανδρείας P.G. 73,245 και Ιωάννης ο Χρυσόστομος (Ε.Π.Ε 13,418-420), με την έννοια του ανέμου κατανοούν τη λέξη «πνεύμα» στα ως άνω χωρία.
26. Στη συνέχεια με λανθασμένη αφετηρία και μη γνωρίζοντας την ερμηνεία των παρά πάνω χωρίων, φυσικό και επόμενο είναι να πέφτετε και σε άλλο, πολύ χοντρό λάθος, που δεν το συναντά κανείς ούτε σε φοιτητές της Θεολογίας. Ποιός σας είπε ότι δικαιούσθε σύμφωνα με την ορθόδοξη και πατερική θεολογία να ταυτίζετε και να συγχέετε την Οικονομία του Πνεύματος με την Οικονομία του Λόγου; Πως μπορεί να ταυτίζεται η Οικονομία του Πνεύματος με την Οικονομία του Λόγου, όταν η ένσαρκη Θεία οικονομία αφορά τον Λόγον και όχι το Πνεύμα; Ο Λόγος είναι Εκείνος που εσαρκώθη, και ως Θεάνθρωπος στη συνέχεια απέθανε και ανέστη και όχι το άγιο Πνεύμα. Προηγείται η Οικονομία του Λόγου και επακολουθεί η οικονομία του αγίου Πνεύματος. Εάν δεν είχε προηγηθεί η Οικονομία του Λόγου δεν θα ήταν δυνατόν να επακολουθήσει η Οικονομία του αγίου Πνεύματος: «συμφέρει υμίν ίνα εγώ απέλθω. εάν γαρ μη απέλθω, ο παράκλητος ουκ ελεύσεται προς υμάς· εάν δε πορευθώ, πέμψω αυτόν προς υμάς» (Ιω. 16,7). Ο ίδιος ο σαρκωμένος Λόγος διακρίνει τον Εαυτό του και το έργο του από το άγιο Πνεύμα και το έργο του: «εγώ ερωτήσω τον πατέρα και άλλον παράκλητον δώσει υμίν» (Ιω.14,16), [ο ένας Παράκλητος ο σαρκωμένος Λόγος, ο άλλος Παράκλητος το άγιο Πνεύμα]. «Το έργον ετελείωσα ο δέδωκάςμοι ίνα ποιήσω» (Ιω.17,4) [ο σαρκωμένος Λόγος περατώνει την ένσαρκη Θεία οικονομία]. «και ελθών εκείνος [ο Παράκλητος, το άγιο Πνεύμα], ελέγξει τον κόσμον περί αμαρτίας και περί δικαιοσύνης και περί κρίσεως» (Ιω. 16,8). Μετά την περάτωση της Οικονομίας του Λόγου αρχίζει η Οικονομία του Πνεύματος. Το Πνεύμα έχει συγκεκριμένο έργο. Θα έρθει να «ελέγξει»… Ο έλεγχος δεν είναι έργο τουσαρκωμένου Λόγου, αλλά του Πνεύματος. Το ότι η εκ της Θείας Φύσεως απορρέουσα άκτιστη Ενέργεια των Θείων Προσώπων είναι μία και κοινή, αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούν να συγχέονται, ή να ταυτίζονται οι δυο Οικονομίες, όπως ακριβώς δεν μπορούν να συγχέονται η Θεία φύσις με τις Θείες Ενέργειες, ή τα Θεία πρόσωπα με τις Θείες Ενέργειες. Τι να υποθέσουμε για τα παρά πάνω βασικότατα λάθη; Ότι έχουμε άγνοια Θεολογίας ή επηρεασμό από Διαθρησκειακές θεωρίες;
27. Θα κλείσουμε παραθέτοντας αποσπάσματα από σύγγραμμα του μέγιστου θεολόγου και ομολογητή της Εκκλησίας του περασμένου αιώνα, του θεοφώτιστου και χαριτωμένου αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, ο οποίος, δυστυχώς, για σας, έχει τις ίδιες απόψεις με εμάς τους «αιρετικούς». Ότι δηλαδή πρέσβευε και δίδασκε την μοναδικότητα και την αποκλειστικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Αυτό που πεισματικά αρνούνται οι σύγχρονοι θιασώτες του Οικουμενισμού. Ιδού τι αναφέρει ο θεοφόρος άγιος Ιουστίνος: «Κατά την ενιαίαν στάσιν των Πατέρων και των Συνόδων η Εκκλησία είναι όχι μόνον μία, αλλά και μοναδική, διότι ο εις και μοναδικός Θεάνθρωπος, η Κεφαλή Της, δεν δύναται να έχη πολλά σώματα. Η Εκκλησία είναι μία και μοναδική, διότι είναι το Σώμα του ενός και μοναδικού Χριστού. Είναι οντολογικώς αδύνατος ο χωρισμός της Εκκλησίας, δια τούτο ποτέ δεν υπήρχε διαίρεσις της Εκκλησίας, αλλά μόνον χωρισμός από την Εκκλησίαν. Κατά τον λόγον του Κυρίου δεν διαιρείται η Άμπελος, αλλά μόνον τα εκουσίως άκαρπα κλήματα εκπίπτουν και ξηραίνονται από την αείζωον Άμπελον (πρβλ. Ιωάν.15,1-6). Εκ της μιας αδιαιρέτου Εκκλησίας του Χριστού εις διαφόρους καιρούς απεσχίσθησαν και απεκόπησαν οι αιρετικοί και οι σχισματικοί, οι οποίοι κατά συνέπειαν έπαυσαν να είναι μέλη της Εκκλησίας και σύσσωμοι του Θεανθρωπίνου Σώματός Της. Τοιούτοι ήσαν πρώτον οι Γνωστικοί, κατόπιν οι Αρειανοί και Πνευματομάχοι, έπειτα οι Μονοφυσίται και Εικονομάχοι και τέλος οι Ρωμαιοκαθολικοί και Προτεστάνται και Ουνίται και όλη η άλλη αιρετική και σχισματική λεγεών». (Ιουστίνου Πόποβιτς, Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενισμός, Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 81-82).
Ιδού τι λέει για την εγκυρότητα των μυστηρίων των αιρετικών: «Η διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Θεανθρώπου Χριστού, διατυπωθείσα υπό των αγίων Αποστόλων, υπό των αγίων Πατέρων, υπό των αγίων Συνόδων, περί των αιρετικών είναι η εξής: αι αιρέσεις δεν είναι Εκκλησία, ούτε δύνανται να είναι Εκκλησία. Δια τούτο δεν δύνανται αύται να έχουν άγια Μυστήρια» (όπου. ανωτ. σελ. 228). «Ένεκα τούτου, συμφώνως προς το φρόνημα της Καθολικής του Χριστού Εκκλησίας και συμφώνως προς ολόκληρον την ορθόδοξον Παράδοσιν, η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν παραδέχεται την ύπαρξιν άλλων μυστηρίων έξω απ᾽ αυτήν, ούτε θεωρεί αυτά ως μυστήρια, έως ότου προσέλθη τις δια της μετανοίας εκ της αιρετικής ‘εκκλησίας’, δηλαδή ψευδοεκκλησίας, εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν του Χριστού. Μέχρις ότου δε μένει τις έξω από την Εκκλησίαν, μη ηνωμένος μετ᾽ αυτής δια της μετανοίας, μέχρι τότε είναι ούτος δια την Εκκλησίαν αιρετικός και αναποφεύκτως ευρίσκεται εκτός της σωτηριώδους Κοινωνίας (= communio). Διότι ‘τις μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος;’ (Β´Κορ.6,14)» (όπου ανωτ. σελ. 230).
Ιδού τι λέει για την διαβόητη Οικουμενική Κίνηση, (Π.Σ.Ε.), για την οποία με τόσα εγκωμιαστικά λόγια ομιλείτε: «Ο Οικουμενισμός είναι κοινόν όνομα δια τους ψευδοχριστιανισμούς, δια τας ψευδοεκκλησίας της Δυτικής Ευρώπης. Μέσα του ευρίσκεται η καρδία όλων των ευρωπαϊκών ουμανισμών, με επί κεφαλής τον Παπισμόν. Όλοι δε αυτοί οι ψευδοχριστιανισμοί, όλαι αι ψευδοεκκλησίαι, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία αίρεσις παραπλεύρως εις την άλλην αίρεσιν. Το κοινόνευαγγελικόν όνομά των είναι η παναίρεσις» (όπου ανωτ. σελ. 224).
Ιδού πως κατονομάζει ορισμένες από τις πολλές παπικές κακοδοξίες του Παπισμού και του Προτεσταντισμού: «Εξ αυτής δε της παναιρέσεως εγεννήθησαν και γεννώνται συνεχώς άλλαι αιρέσεις: το Filioque, η αποβολή της επικλήσεως, τα άζυμα, η εισαγωγή της κτιστής χάριτος, το καθαρτήριον πυρ, το θησαυροφυλάκιον των περισσών έργων, η μηχανοποιημένη διδασκαλία περί της σωτηρίας και ως εκ τούτου μηχανοποιημένη διδασκαλία περί της ζωής, ο παποκαισαρισμός, η ιερά εξέτασις, τα συγχωροχάρτια, ο φόνος του αμαρτωλού δια την αμαρτίαν, ο ιησουητισμός, η σχολαστική, η καζουϊστική, ο μοναρχισμός, ο κοινωνικός ατομικισμός διαφόρων ειδών... Ο Προτεσταντισμός; Είναι το πλέον πιστόν τέκνον του Παπισμού, το οποίον δια της ορθολογιστικής σχολαστικής του πίπτει δια μέσου των αιώνων από την μίαν αίρεσιν εις την άλλην αίρεσιν και πνίγεται συνεχώς εις τα διάφορα δηλητήρια των αιρετικών πλανών του. Προς τούτοις, η παπιστική υψηλοφροσύνη και η “αλάθητος” αφροσύνη βασιλεύει απολυταρχικώς και ερημώνει τας ψυχάς των πιστών του. Κατ᾽ αρχήν έκαστος προτεστάντης είναι ένας ανεξάρτητος πάπας εις όλα τα ζητήματα της πίστεως. Τούτο δε πάντοτε οδηγεί από τον ένα πνευματικόν θάνατον εις τον άλλον· τέλος αυτού του ‘αποθνήσκειν’ δεν υπάρχει, καθ᾽ ότι ο αριθμός των πνευματικών θανάτων του ανθρώπου είναι αναρίθμητος» (όπου ανωτ. σελ. 230).
Τέλος ο πνευματοφόρος και θεωμένος άγιος δίνει και την λύση της διαβόητης «ενώσεως των εκκλησιών», η οποία απέχει παρασάγγας από αυτή των συγχρόνων οικουμενιστών: «Αφού ούτως έχουν τα πράγματα, τότε δια τον παπιστικόν – προτεσταντικόν Οικουμενισμόν με την ψευδοεκκλησίαν του και τον ψευδοχριστιανισμόν του δεν υπάρχει διέξοδος από το αδιέξοδόν του, άνευ ολοψύχου μετανοίας ενώπιον του Θεανθρώπου Χριστού και της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας Του. Η μετάνοια είναι το φάρμακον δι᾽ εκάστην αμαρτίαν, φάρμακον δοθέν εις τον άνθρωπον από τον μόνον Φιλάνθρωπον» (όπου ανωτ. σελ. 230).
Τι έχετε να μας απαντήσετε σχετικά με τα παρά πάνω αποσπάσματα; Μήπως και ο μεγάλος αυτός άγιος, ο οποίος συνδύαζε στη ζωή του την αγιότητα με την άριστη γνώση της Θεολογίας ως καθηγητής της Δογματικής, ήταν «πλανεμένος», όπως θεωρείτε εμάς; Εμείς τι περισσότερο, ή τι λιγότερο πρεσβεύουμε από αυτά που πρέσβευε και δίδασκε ο άγιος Ιουστίνος;
Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των παραθρησκειών
Πηγή: Ακτίνες
Πραγματοποιήθηκε πριν από λίγο η πρώτη ενημέρωση των δημοσιογράφων για την Πανορθόδοξη Σύνοδο και ο Αρχιεπίσκοπος Τελμησσού Ιώβ που απάντησε στις ερωτήσεις, τόνισε πως οι λόγοι για τους οποίους οι τέσσερις Εκκλησίες απουσιάζουν έχει να κάνει με εσωτερικά ζητήματα.
Όπως είπε μέλος της Αντιπροσωπείας του Οικουμενικού Πατριαρχείου και αντιπρόσωπος του Πατριαρχείου στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών: «Η Σύνοδος επισκιάζεται από την απουσία των Εκκλησιών. Τους εστάλη και σήμερα πρόσκληση να δώσουν το παρών. Δεν απουσιάζουν λόγω της θεματολογίας αλλά λόγω εσωτερικών ζητημάτων».
Προσέθεσε πως δεν υπάρχει κανένας λόγος αναβολής της Συνόδου και μάλιστα τόνισε ότι υπάρχουν εσωτερικά προβλήματα σε Εκκλησίες που κάνουν αναγκαία τη Σύνοδο.
Όταν ρωτήθηκε από Αυστριακό δημοσιογράφο για ποια είναι τα εσωτερικά προβλήματα, ο εκπρόσωπος είπε πως οι Προκαθήμενοι που είναι παρόντες δεν έχουν καταλάβει τους λόγους και πως η απάντηση μπορεί να δοθεί μόνο από τις Εκκλησίες που τελικά δε δίνουν το παρών.
«Δύο από αυτές (σ.σ. Μόσχα και Αντιόχεια) απάντησαν και αυτές οι επιστολές διαβάστηκαν στη σημερινή συνεδρία, οι άλλες δύο δεν απάντησαν», δήλωσε ο Αρχιεπίσκοπος Ιώβ.
Επειτα από ερώτηση, τονίστηκε και αυτό που έγραψε το ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ πως στη ατζέντα δεν υπάρχει το θέμα της ουκρανικής Εκκλησίας.
«Η παρούσα Σύνοδος αγωνίζεται να τονίσει την ανάγκη της ενότητας σε έναν κόσμο διασπασμένο και κατακερματισμένο» τόνισε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος κατά την έναρξη των εργασιών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.
Το πρωί τελέσθηκε Θεία Λειτουργία στην ιερά μονή Παναγίας Γωνιάς και αμέσως μετά οι Προκαθήμενοι των Ορθοδόξων Εκκλησιών μετέβησαν στην Ορθόδοξη Ακαδημία, όπου ξεκίνησαν επίσημα οι εργασίες.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης στην προσφώνησή του προς τους Προκαθήμενους έκανε λόγο για ανάγκη ενότητας και στη συνέχεια μηνύματα απηύθυναν οι Προκαθήμενοι που συμμετέχουν στην Σύνοδο.
Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος μεταξύ άλλων τόνισε πως «καλούμεθα σε μία Σύνοδο, την Αγία και Μεγάλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία προετοιμάζεται τα τελευταία εξήντα χρόνια. Απευθύνεται στον κόσμο, τον άνθρωπο της τρίτης χιλιετίας, όχι ως μία επανάληψη κάποιας έκφρασης μουσειακού παρελθόντος αλλά ως φανέρωση. Καλούμαστε να επιβεβαιώσουμε ότι εκφράζει το πνεύμα της μιας Αγίας και Αποστολικής Εκκλησίας, αλλά και να κηρύξουμε ιεραποστολικά την διακονία μας σεβόμενοι τις ιδιαιτερότητες κάθε τοπικής Εκκλησίας και σεβόμενοι την εκκλησιαστική διαφορετικότητα δεν απομονώμεθα».
Ανέφερε, επίσης, ότι «η παρούσα Σύνοδος αγωνίζεται να τονίσει την ανάγκη της ενότητας σε έναν κόσμο διασπασμένο και κατακερματισμένο. Ανταποκρίνεται φιλάνθρωπα στα αιτήματα ώστε να δώσει ελπίδα για ένα καλύτερο ουσιαστικότερο και δυναμικότερο μέλλον και να τους θυμίζει ότι τίποτε δεν έχει χαθεί αλλά χρειάζεται περισσότερος αγώνας και θυσίες. Προσβλέπει προς το καλό για την ίδια την ανθρώπινη ζωή, γιατί γνωρίζει ότι το καλύτερο είναι η καταστροφή του καλού».
Σε άλλο σημείο της ομιλίας του ο Αρχιεπίσκοπος υπογράμμισε ότι «η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος θυσιάζει τις ιδιοτέλειες, τις σκοπιμότητες και τις προσωπικές μας επιδιώξεις προκειμένου να επιτύχει την έκφραση της ενότητας μας και για αυτό παραμερίζει κάθε εμπόδιο και πρόσκομμα το οποίο είναι ικανό να οδηγήσει σε μία Συνοδικότητα κοινοβουλευτικου χαρακτήρα. Γνωρίζει ότι η Συνοδικότητα αποτελεί τον μόνο τρόπο έκφρασης της καθολικότητας της Εκκλησίας. Η ευθύνη για την πραγματοποίηση της παρούσας Συνόδου αφορά όλους μας. Η μη επίτευξή της ή η αναβολή της αγγίζει εκείνους οι οποίοι εξαιτίας της στάσης και της θέσεώς τους ενήργησαν αρνητικά. Στην δική τους ευθύνη εναπόκειται η άμεση ανταπόκρισή τους και η συμμετοχή τους έστω και την ενδεκάτη κυρίως με την συνυπογραφή των τελικών μας αποφάσεων. Η έκφραση διαφορετικών απόψεων και θέσεων είναι και θεμιτή και αποδεκτή στα πλαίσια της Συνοδικότητας».
"Ο Θεός μας κάλεσε σήμερα στην Κρήτη για να μπορέσουμε να πραγματοποιήσουμε την Αγία Σύνοδο, επικαλλούμενοι φυσικά το Πανάγιο Πνεύμα, γι΄αυτό και η Εκκλησία της Πολωνίας βρίσκεται παρούσα" ανέφερε χαρακτηριστικά ο Αρχιεπίσκοπος Πολωνίας κ. Σάββας, στον χαιρετισμό του κατά την έναρξη των εργασιών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.
Σε άλλο σημείο ο Αρχιεπίσκοπος Πολωνίας αναφέρθηκε στον Οικουμενικό Πατριάρχη, λέγοντας ότι εργάστηκε όλα αυτά τα χρόνια πυρετωδώς ώστε να έρθει εις πέρας η σύγκληση της Αγίας Συνόδου.
"Οφείλουμε να εργαστούμε υπό το πνεύμα το άγιο και όχι υπό το πνεύμα το άνθρωπινο, αυτό άλλωστε είναι και το μεγαλείο της Συνόδου της Ορθοδοξίας, πως είμαστε μια αδιαίτερη Εκκλησία" πρόσθεσε ο κ. Σάββας.
Επίσης τόνισε ότι "η αποδοχή των αποφάσεων της Μεγάλης Συνόδου δεν θα πρέπει να μας οδηγήσει σε απογοητεύσεις, αντιθέτως θα πρέπει η Σύνοδος να δουλέψει για όλους παραδειγματικά."
"Οι εργασίες μας εδώ δεν βασίζονται απλά και μόνο στο δόγμα της Εκκλησίας, γι΄αυτό θα πρέπει να ενθυμούμαστε τα λόγια του Αποστόλου Παύλου ο οποίος ανέφερε ότι πρέπει να διαδώσουμε τον λόγο της αγάπης" υπογράμμισε ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Πολωνίας.
Κλείνοντας ο Αρχιεπίσκοπος Σάββας ανέφερε πως, είναι ιδιαίτερα χαρούμενος που άκουσε από όλους τους Προκαθήμενους να ομιλούν για την έννοια της Καθολικότητας και Συνοδικότητας της Εκκλησίας, θεωρώντας ότι αυτό εκφράζει την οικουμενικότητα των σκέψεων όλων.
"Οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες εκφράζουν φυσικές τις δικές τους Αποστολικές ελευθερίες, και φυσικά σε ότι έχει να κάνει με ζητήματα Συνοδικότητας και της Συνοδικής φύσης των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Θα πρέπει όλοι πάντοτε να εκφράζουν την ενότητα της Ορθοδόξιας" ανέφερε ο Πατριάρχης Ρουμανίας κ. Δανιήλ, κατά την έναρξη των εργασιών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.
Σε άλλο σημείο ο κ. Δανιήλ ανέφερε ότι "η Σύνοδος πρόκειται περί δράσεων και λειτουργίων της Εκκλησίας, έτσι ώστε να μπορεί να επιλύει σύγχρονα προβλήματα."
"Στόχος της Εκκλησίας είναι η προσπάθεια να φτάσουμε στην αιωνιότητα μέσω της αγάπης, διότι νέα δόγματα αναφύονται, νέοι κανόνες, και θα πρέπει λοιπόν να είμαστε οικουμενικοί, έτσι ώστε και ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός να εκφράζετε μέσω της σύγχρονης πραγματικότητος" συμπλήρωσε χαρακτηριστικά ο Πατριάρχης Ρουμανίας.
Κλείνοντας ο Πατριάρχης κ. Δανιήλ ανέφερε: "Καλούμαστε όλοι να εκφράσουμε την πίστη μας, και να ομολογήσουμε την αλήθεια του Ευαγγελίου."
"Χαιρετίζω αυτή την ευλογήμενη Σύναξη εκ μέρους του Κλήρου και του λαού της Σερβίας, κατά την οποία εκπληρούνται οι προσδοκίες πολλών δεκαετιών όπως συνέλθει επί το αυτώ εν Συνόδω η Αγία Εκκλησία" ανέφερε μεταξύ άλλων στον χαιρετισμό του ο Πατριάρχης Σερβίας κ. Ειρηναίος.
Σε άλλο σημείο ο Προκαθήμενος της Σερβικής Εκκλησίας, μετέφερε τις ευχές και προσευχές τις πόλεως Νις στην οποία γεννήθηκε ο Άγιος Μέγας Κωνσταντίνος, ο οποίος εχρημάτισε πρόεδρος της 1ης Οικουμενικής Συνόδου.
"Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Σερβίας χαίρει επί της Συνόδου ταύτης, στην οποία εκφράζετε και εκδηλώνεται η Ενότητα της Ορθοδοξίας" υπογράμμισε ο Πατριάρχης Ειρηναίος.
Επίσης ο Πατριάρχης Σερβίας υπογράμμισε πως οι οφθαλμοί τόσο των Σέρβων όσο και ολόκληρου του κόσμου είναι στραμμένοι στην Αγία Σύνοδο.
"Επιθυμία και ευχή ήταν να βρίσκονται στη Κρήτη όλες οι Εκκλησίες, αλλά πολλές από αυτές έχουν συγκεκριμένους λόγους που απουσιάζουν, που πιστεύω δεν θα είναι τελικά τόσο δυσχερείς και ο ήλιος της δικαιοσύνης θα λάμψει" πρόσθεσε κλείνοντας ο Πατριάρχης Σερβίας.
Πηγή: Κατάνυξις
Δόξα τῷ Θεῷ. Ζῇ Κύριος ὁ Θεός. Μεθ᾽ ἡμῶν ὁ Θεός, γνῶτε ἔθνη καὶ ἡττᾶσθε. Οὐκ ἀρνησόμεθά σε φίλη Ὀρθοδοξία. Τῶν Ἀποστόλων τὸ κήρυγμα καὶ τῶν Πατέρων τὰ δόγματα τῇ Ἐκκλησίᾳ μίαν τὴν πίστιν ἐκράτυνεν.
Αὐθόρμητα ἀναβλύζουν μέσα ἀπὸ τὶς καρδιὲς τῶν ἁπανταχοῦ Ὀρθοδόξων οἱ βιβλικὲς αὐτές, πατερικὲς καὶ λειτουργικὲς δοξολογικὲς ἐκφράσεις, γιατὶ οἱ ἐπὶ ἕνα αἰώνα τώρα προσπάθειες νὰ ἁλωθεῖ ἐκ τῶν ἔσω ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ παλαιὲς καὶ νέες αἱρέσεις, ἰδιαίτερα ἀπὸ τὸν νέο Γνωστικισμὸ καὶ Συγκρητισμὸ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀπέτυχαν.
Ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης, ποὺ ἐπρόκειτο ἐντὸς τῶν προσεχῶν ἡμερῶν νὰ νομιμοποιήσει τὸν Οἰκουμενισμὸ καὶ νὰ ἀναγνωρίσει ὡς ἐκκλησίες τὶς αἱρέσεις τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ, διελύθη εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη. Ἡ βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ συνετελεῖτο μὲ τὴν σύγκληση τῆς κακῆς αὐτῆς συναγωγῆς τὴν ἡμέρα τῆς Ἁγίας Πεντηκοστῆς, ἐστράφη ἐναντίον τῶν ὀργανωτῶν της. Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐνήργησε καὶ ἔπνευσε ἐνωρίτερα. Ἐφώτισε τοὺς ἱεράρχες τῶν Ἐκκλησιῶν Βουλγαρίας, Γεωργίας, Σερβίας, Ἀντιοχείας καί, τελευταῖα καὶ ἀποφασιστικά, τῆς Μεγάλης Ρωσίας, ὥστε νὰ μὴ συμμετάσχουν στὴν περίεργη αὐτὴ καὶ ἄγνωστη στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία σύναξη ἐπιλεγμένων οἰκουμενιστῶν ἀντιπροσώπων μὲ προειλημμένες ἀποφάσεις καὶ προκατασκευασμένα σὲ ἐπιτροπὲς «ἡμετέρων» ἀντορθόδοξα κείμενα. Ἐφώτισε πολλοὺς ἀρχιερεῖς τῶν ἄλλων τοπικῶν ἐκκλησιῶν νὰ πράξουν ἐξ ἀρχῆς ὅ,τι ἔπραξε στὸ τέλος ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, νὰ ἀρνηθοῦν νὰ μετάσχουν καὶ νὰ ὑπογράψουν κείμενα, χωρὶς νὰ ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ ὁμιλήσουν καὶ νὰ ψηφίσουν, ἀναγκασμένοι νὰ νομιμοποιήσουν μία συνοδικὴ διαδικασία πολὺ χειρότερη καὶ τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας, νὰ δεχθοῦν τὴν πρωτάκουστη προσβολὴ τῆς ἰσότητος τῶν ἐπισκόπων, μὲ τὸ νὰ μὴ συγκαλοῦνται ὅλοι οἱ συνεπίσκοποί τους νὰ συζητήσουν, νὰ συναποφασίσουν, νὰ συμψηφίσουν.
Ἐφώτισε καὶ τὴν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὴν τελευταία της συνέλευση νὰ προτείνει, σχεδὸν ὁμόφωνα, διορθώσεις καὶ βελτιώσεις ποὺ συμφωνοῦν μὲ ὅσα οἱ ἀναφερθεῖσες τοπικὲς ἐκκλησίες προβάλλουν ὡς λόγους τῆς μὴ συμμετοχῆς τους σὲ ὀργανωτικὰ καὶ θεολογικὰ ζητήματα. Θὰ ἦταν καλύτερο βέβαια νὰ μὴ μετάσχει καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐξ ἀρχῆς, ὥστε νὰ ἀποδυναμώσει καὶ τὸ προβαλλόμενο ἀνόητο ἐπιχείρημα περὶ δῆθεν ἐθνοφυλετικῶν κινήτρων, ποὺ ἐνεργοῦν στὶς ἐκκλησίες ποὺ δὲν συμμετέχουν. Οἱ οὐσιαστικὲς ἀλλαγὲς ποὺ προτείνει ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ οἱ δικαιοδοσιακὲς εἰσπηδήσεις ποὺ ἐπιδιώκει νὰ ἀποτρέψει μὲ τὶς προτάσεις της ὀφείλονται σὲ ἐθνοφυλετικὰ κριτήρια; Ὑπάρχει κίνδυνος ὁρατὸς καὶ δικαιολογημένος τὰ ἐθνοφυλετικὰ κριτήρια νὰ ἀποδοθοῦν σὲ ὅσους ἐπιμένουν νὰ στηρίζουν τὸν ὁμόφυλο, ὁμαίμονα καὶ ὁμόγλωσσο πατριάρχη, στὴν ἀποδεδειγμένα οἰκουμενιστική, ἀντορθόδοξη καὶ ἀντιπατερικὴ πορεία τῆς Συνόδου. Θὰ βρεθεῖ σὲ πολὺ δύσκολη θέση ὁ ἀρχιεπίσκοπος κ. Ἱερώνυμος, ὅταν θὰ διαπιστώσει ὅτι οἱ ἀνατρεπτικὲς τοῦ Οἰκουμενισμοῦ προτάσεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος θὰ ἀπορριφθοῦν, διότι ἡ ὑποστήριξη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἐπιβάλλει στοὺς οἰκουμενιστὰς νὰ συγκαλέσουν ὁπωσδήποτε, ἔστω καὶ κολοβή καὶ κουτσουρεμένη, τὴν Σύνοδο. Ἂν ἡ ἀπουσία τόσων ἐκκλησιῶν δὲν πείθει τοὺς ὀργανωτὰς νὰ ἀναβάλουν τὴν σύνοδο καὶ νὰ συζητήσουν γιὰ τὴν ἐπίτευξη ὁμοφωνίας, θὰ δεχθοῦν τὶς προτάσεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ μάλιστα στὸ θέμα τῆς αὐτονόμησης τῶν λεγομένων «Νέων Χωρῶν», ποὺ ἔχει καταντήσει αἰτία πολέμου μεταξὺ Φαναρίου καὶ Ἀθήνας; Φοβούμαστε καὶ ἀνησυχοῦμε ὅτι, ἐπειδὴ πολλοὶ προκαθήμενοι ἔχουν καταντήσει πάπες, ὅπως εὔστοχα ἐγράφη ἀπὸ λογιώτατο καὶ εὐσεβέστατο συμπρεσβύτερο, καὶ συχνά δὲν λειτουργοῦν συνοδικά, θὰ ἀγνοηθοῦν οἱ δεσμευτικὲς ἀποφάσεις τῆς Ἱεραρχίας, καὶ ἡ μία καὶ μοναδικὴ ψῆφος τοῦ ἀρχιεπισκόπου κ. Ἱερωνύμου θὰ ἐνισχύσει τὸν Οἰκουμενισμὸ τῶν συνοδικῶν κειμένων καὶ τὸν ἐθνοφυλετισμὸ τῶν ἑλληνοφώνων ἐκκλησιῶν. Ἀνησυχοῦμε καὶ προσευχόμαστε νὰ ἀποτραπεῖ αὐτὴ ἡ ἐξέλιξη.
Ἐφώτισε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ τοὺς Ἁγιορεῖτες, πρῶτα τοὺς κελλιῶτες καὶ λίγο καθυστερημένα τὴν Ἱερὰ Κοινότητα, νὰ ἐκφράσουν τὴν ἀντίθεσή τους, ὄχι ἐθνοφυλετικά, ἀλλὰ θεολογικὰ γιὰ τὸ περιεχόμενο τῶν συνοδικῶν κειμένων. Ἐφώτισε, τέλος, πολλοὺς ἀπὸ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἀποτελοῦν ἕνα εὐρύτερο, συνοδικὸ σῶμα, συγκροτοῦν καὶ ἐκφράζουν τὴν συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἐπισκόπους, πρεσβυτέρους, διακόνους, μοναχούς, λαϊκούς, σὲ ἡμερίδες, στὸ διαδίκτυο, στὸν ἔντυπο τύπο, μὲ συγκέντρωση χιλιάδων ὑπογραφῶν καὶ σύνταξη πλήθους κειμένων νὰ ἐκφράσουν τὴν ἀνησυχία τους γιὰ τὶς θεολογικὲς ἐκτροπὲς καὶ καινοτομίες τῶν συνοδικῶν κειμένων.
Παράλληλα καὶ ὑπεράνω τῆς προετοιμασίας τῆς συνόδου τῆς Κρήτης λειτουργοῦσε καὶ λειτουργεῖ μία ὄντως εὐρεῖα Μεγάλη καὶ Ἁγία Σύνοδος τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, τῇ ἐπιστασίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ Ὁποῖον «ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας» καὶ ὄχι κολοβὲς καὶ ἐλλιπεῖς συνόδους. Εἶναι βέβαιο, ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀπουσιάζει ἐκεῖ ὅπου ὑποστηρίζονται οἱ αἱρέσεις καὶ οἱ πλάνες· οἱ Μονοφυσίτες Ἀντιχαλκηδόνιοι, οἱ Παπικοὶ καὶ οἱ Προτεστάντες, κατὰ σταθερὴ καὶ ὁμόφωνη γνώμη τῶν Ἁγίων Πατέρων, εἶναι αἱρετικοί, δὲν εἶναι ἐκκλησίες, καὶ ἂς προσπαθοῦν μὲ σοφιστεῖες καὶ παρερμηνεῖες νεωτερίζοντες καὶ «Καιρο»σκοποῦντες «ἐπίσκοποι» καὶ «καθηγηταί», ἔχοντες πολλοὶ ἐξ αὐτῶν πορισμὸν τὴν δυσσέβειαν, νὰ διαστρέψουν τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ παρασύρουν τοὺς ἀσταθεῖς καὶ ἀμφιβάλλοντες.
Τολμοῦν οἱ δυστυχεῖς καὶ ἀξιολύπητοι, νὰ ἐπικαλοῦνται ἀκόμη καὶ τὸν Ἅγιο Μᾶρκο τὸν Εὐγενικό, ὡς φιλοπαπικό, αὐτὸν ποὺ ἀπεκλήθη «ἀντίπαπας» καὶ «παπομάστιξ». Θὰ τρέχουν νὰ κρυφθοῦν γιὰ νὰ ἀποφύγουν τὰ τραύματα, ἂν παρουσιάσουμε ἐδῶ ὅσα λέγει ὁ ῞Αγιος Μᾶρκος γιὰ τοὺς Λατίνους, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς λατινόφρονες. Κουρασθήκαμε ἐπὶ δύο δεκαετίες σχεδὸν τώρα νὰ παρουσιάζουμε ὅσα Πατέρες, Σύνοδοι καὶ Ἅγιοι λέγουν γιὰ τοὺς Παπικοὺς καὶ τοὺς Προτεστάντες ὡς αἱρετικούς. Γιὰ νὰ μὴ μακρύνουμε τὸ κείμενο μὲ πάμπολλες μαρτυρίες παραθέτουμε ἐλάχιστες μόνον, γιὰ νὰ αἰσχυνθοῦν καὶ ἐντραποῦν οἱ ἀντιπατερικοὶ συνοδικοὶ καὶ οἱ συνοδοιποροῦντες λαϊκοὶ σύμβουλοι, ἰδιαίτερα ὅσοι ἐτόλμησαν αὐτὲς τὶς ἡμέρες, ἀποκαλύπτοντας τὶς προθέσεις καὶ τὴν πίστη τῶν «συνοδικῶν» τῆς Κρήτης, νὰ ἰσχυρισθοῦν ὅτι ὁ Παπισμὸς εἶναι ἐκκλησία, ὅπως ἔπραξαν οἱ τὰ πρῶτα φέροντες καὶ ἄγοντες τὰ τῆς συνόδου μητροπολίτες Γαλλίας Ἐμμανουὴλ καὶ Μεσσηνίας Χρυσόστομος. Ὁ Μ. Φώτιος ἀναφερόμενος μόνον στὴν παπικὴ αἵρεση τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ» (Filioque) γράφει: «Τὶς οὐ κλείσει τὰ ὦτα πρὸς τὴν ὑπερβολὴν τῆς βλασφημίας ταύτης; Αὕτη κατὰ τῶν Εὐαγγελίων ἵσταται, πρὸς τὰς ἁγίας παρατάσσεται Συνόδους· τοὺς μακαρίους καὶ ἁγίους παραγράφεται Πατέρας, τὸν Μέγαν Ἀθανάσιον, τὸν ἐν θεολογίᾳ περιβόητον Γρηγόριον, τὴν βασίλειον τῆς Ἐκκλησίας στολήν, τὸν Μέγαν Βασίλειον, τὸ χρυσοῦν τῆς οἰκουμένης στόμα, τὸ τῆς σοφίας πέλαγος, τὸν ὡς ἀληθῶς Χρυσόστομον. Καὶ τὶ λέγω τὸν δεῖνα ἢ τὸν δεῖνα; Κατὰ πάντων ὁμοῦ τῶν ἁγίων προφητῶν, ἀποστόλων, ἱεραρχῶν, μαρτύρων, καὶ αὐτῶν τῶν δεσποτικῶν φωνῶν ἡ βλάσφημος αὕτη καὶ θεομάχος φωνὴ ἐξοπλίζεται»[1]. Ὁ ὅσιος Μελέτιος Γαλησιώτης ὁ Ὁμολογητής (13ος αἰώνας) σὲ ποίημά του μὲ τίτλο «Ὅτι αἱρετικοὶ εἰσιν οἱ Ἰταλοὶ καὶ οἱ συγκοινωνοῦντες αὐτοῖς ἀπόλλυνται» γράφει:
Μέγιστα γὰρ ἐσφάλησαν καὶ πάμπολλα Λατῖνοι
πᾶς τῶν Πατέρων ὁ χορὸς αὐτοὺς καταδικάζει,
αἱρετικοῖς συντάττεται καὶ σύμπας ὁ Λατίνοις
συγκοινωνῶν μεμέρισται Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων[2].
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὴν ἀρχὴ τοῦ «Πρώτου Ἀποδεικτικοῦ Λόγου περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» γράφει ὅτι «ὁ δεινὸς καὶ ἀρχέκακος ὄφις», δηλαδὴ ὁ Διάβολος, ποὺ ἐγέννησε τοὺς Ἀρείους, Ἀπολιναρίους, Εὐνομίους καὶ Μακεδονίους, αὐτὸς παρέσυρε καὶ τοὺς «αὐτῷ πειθηνίους Λατίνους» στὴν αἵρεση τοῦ Filioque, τὴν ὁποία ἂν δὲν ἀποκηρύξουν δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ τοὺς δεχθοῦμε σὲ κοινωνία· «οὐδέποτ᾽ ἂν ὑμᾶς, κοινωνοὺς δεξαίμεθα, μέχρις ἂν καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα λέγητε»[3]. Ὁ Ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης ὁ Μυσταγωγός (1416/17-1429), λέγει ὅτι τὸν ἑκάστοτε πάπα «οὐ μόνον οὐ κοινωνικὸν ἔχομεν, ἀλλὰ καὶ αἱρετικὸν ἀποκαλοῦμεν»[4]καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει στὸν Παπισμὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅλα ἐκεῖ εἶναι ἀχαρίτωτα: «Βλασφημοῦσιν ἄρα οἱ καινοτόμοι καὶ πόρρω τοῦ Πνεύματός εἰσι, βλασφημοῦντες κατὰ τοῦ Πνεύματος, καὶ οὐκ ἐν αὐτοῖς ὅλως τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· διὸ καὶ τὰ αὐτῶν ἀχαρίτωτα, ὡς τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος ἀθετούντων καὶ ὑποβιβαζόντων αὐτό...διὸ καὶ τὸ Πνεῦμα οὐκ ἐν αὐτοῖς τὸ Ἅγιον, καὶ οὐδὲν πνευματικὸν ἐν αὐτοῖς καὶ καινὰ πάντα καὶ ἐξηλλαγμένα τὰ ἐν αὐτοῖς καὶ παρὰ τὴν θείαν παράδοσιν»[5].
Ἂς προσθέσουμε τέλος καὶ μία ἀληθινὴ πανορθόδοξη συνοδικὴ ἀπόφαση, τῶν μέσων τοῦ 19ου αἰῶνος, πρὶν νὰ κυριαρχήσει ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ καταλάβει τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ δι᾽ αὐτῆς πολλὲς ἄλλες τοπικὲς ἐκκλησίες. Σὲ ἀπάντησή τους οἱ πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς πρὸς τὸν πάπα Πῖον Θ´ (1848) ὁ ὁποῖος τοὺς καλοῦσε νὰ ἑνωθοῦν ἀναγνωρίζοντας τὸ πρωτεῖο του, τοῦ γράφουν ὅτι ἀνάμεσα στὶς αἱρέσεις τὶς παλαιὲς κυριαρχοῦσε ὁ Ἀρειανισμός, τώρα κυριαρχεῖ ὁ Παπισμός, ὁ ὁποῖος, μολονότι φαίνεται ἀκμαῖος καὶ ἰσχυρός, ὅπως ἦταν καὶ ἐκεῖνος, θὰ καταβληθεῖ καὶ αὐτὸς καὶ θὰ ἀποδυναμωθεῖ: «Τούτων τῶν πλατυνθεισῶν, κρίμασιν οἷς οἶδεν Κύριος, ἐπὶ μέγα μέρος τῆς οἰκουμένης αἱρέσεων, ἦν ποτὲ ὁ Ἀρειανισμός, ἔστι δὲ τὴν σήμερον καὶ ὁ Παπισμός· ἀλλὰ καὶ οὗτος (ὥσπερ κακεῖνος ὁ ἤδη παντάπασιν ἐκλελοιπώς), καίτοι ἀκμαῖος τὸ γε νῦν, οὐκ ἰσχύσει εἰς τέλος, ἀλλὰ διελεύσεται καὶ καταβληθήσεται, καὶ ἡ οὐράνιος μεγάλη φωνὴ ἠχήσει “ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ”»[6].
Πρέπει νὰ ἐξαφανισθοῦν καὶ νὰ κρυφθοῦν, ἂν τοὺς ἀπέμεινε λίγη ἐντροπή, ὅσοι τὶς πατερικὲς αὐτὲς θέσεις ὀνομάζουν «συντηρητισμό» καί «ζηλωτισμό». Βλασφημοῦν καὶ ὑβρίζουν τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, γίνονται δεκανίκια τοῦ καταρρέοντος Παπισμοῦ καὶ τοῦ ἐξ αὐτοῦ προελθόντος Προτεσταντισμοῦ μὲ τὸ νὰ τοὺς θεωροῦν ὡς «ἐκκλησίες» καὶ νὰ ὑποστηρίζουν μέσα στὰ συνοδικὰ κείμενα τοὺς ἀποτυχημένους θεολογικοὺς διαλόγους, τὰ ἐπαίσχυντα κείμενα τοῦ Balamand, τοῦ Porto Alegre, τοῦ Pusan, καὶ νὰ ἐπιμένουν στὴν συμμετοχή μας στὸ λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», ὅπου υἱοθετήθηκαν φοβερὲς δογματικὲς καὶ ἠθικὲς ἐκτροπὲς καὶ παρεκκλίσεις, μέχρι τοῦ γάμου τῶν ὁμοφυλοφίλων καὶ τῆς ἀποδοχῆς ὡμολογημένων Σοδομιτῶν στὶς τάξεις τῶν κληρικῶν. Αὐτὰ εἶναι ὄντως «πρόοδος», ἀλλὰ πρὸς τὸ κακὸ καὶ πρὸς τὴν κόλαση.
Ἐμεῖς ἐκφράζουμε τὴν χαρὰ καὶ τὴν ἀγαλλίασή μας, διότι μᾶς ἀξιώνει ὁ Θεὸς νὰ ἀκολουθοῦμε τοὺς θεοφώτιστους καὶ πνευματοφόρους Ἁγίους Πατέρες, οἱ ὁποῖοι καθοδήγησαν πολλὲς τοπικὲς ἐκκλησίες καὶ πολλοὺς ἐπισκόπους νὰ μὴ συμμετάσχουν στὴν ἀχαρίτωτη σύνοδο τῆς Κρήτης, ποὺ ἔχασε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, γιατὶ κοινωνεῖ μὲ τοὺς αἱρετικούς. Ἐφέτος γιορτάσαμε ἐνωρίτερα τὴν ἐπιδημία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· πανηγυρικὰ καὶ ἐπίσημα θὰ τὴν ἑορτάσουμε τὴν ἐρχομένη Κυριακὴ τῆς Ἁγίας Πεντηκοστῆς. Μποροῦμε, μεταβάλλοντας καὶ προσαρμόζοντας τὸ δοξαστικὸ τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς προηγουμένης Κυριακῆς, νὰ ψάλλουμε: «Τῶν Ἁγίων Πατέρων ὁ χορὸς ἐκ τῶν τῆς οἰκουμένης περάτων μὴ συνδραμών, τῆς αἱρέσεως τῶν Οἰκουμενιστῶν διέλυσε τὴν συμπαιγνίαν».
[1]. Μ. Φωτιου, Πρὸς τοὺς τῆς Ἀνατολῆς ἀρχιερατικοὺς θρόνους 16, εἰς Ιωαννου Καρμιρη, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμος Α´, σελ. 324.
[2]. Μελετιου Του Ομολογητου, Λόγος Γ´, Κατ᾽ Ἰταλῶν, εἰς V. Laurent καὶ L. DarruzÉs, Dossier Grec de l' union de Lyon (1273-1277), Paris 1976, σελ. 554 καὶ 558.
[3]. Ἁγίου Γρηγοριου Του Παλαμα, Συγγράμματα, τόμ. Α´, Θεσσαλονίκη 1951, ἐπιμελείᾳ Π. Χρηστου, σελ. 23-24.
[4]. Διάλογος 23, PG 155, 120-122.
[5]. Ἐπιστολὴ περὶ τῶν Μακαρισμῶν 5, εἰς D. Balfour, Συμεὼν ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (1416/17-1429), Ἔργα Θεολογικά, Ἀνάλεκτα Βλατάδων 34, Θεσσαλονίκη 1982, σελ. 226.
[6]. Ιωαννου Καρμιρη, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Β´, Graz-Austria 19682, σελ.986. Τὴν συνοδικὴ ἐπιστολὴ ὑπογράφουν οἱ πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Ἄνθιμος, Ἀλεξανδρείας Ἱερόθεος, Ἀντιοχείας Μεθόδιος, Ἱεροσολύμων Κύριλλος καὶ πολλοὶ συνοδικοὶ ἀρχιερεῖς.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Ἀκτὴ Θεμιστοκλέους 190, 185 39 ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ, Τηλ. +30 210 4514833, Fax +30 210 4518476 e-mail: impireos@hotmail.com
Ἐν Πειραιεῖ τῇ 15ῃ Ἰουνίου 2016
Ἡ σύγχρονη βεβήλωσι τοῦ Πανιέρου Ναοῦ τῆς Τοῦ Θεοῦ Σοφίας στήν Βασιλίδα τῶν Πόλεων μέ τήν καθημερινή ἀνάγνωσι τοῦ Κορανίου καί τήν τηλεοπτική κάλυψί της σέ ὅλη τήν Τουρκία καθ’ ὅλη τήν περίοδο τοῦ μουσουλμανικοῦ Ραμαζανίου καί ἡ μετατροπή περιπύστων Ναῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί τῶν περιχώρων σέ τεμένη ὅπως οἱ Ἅγιοι Σέργιος καί Βάκχος , πού ἔγινε KücükAyaSofya (Hüssein Aga) Camii, ἡ Θεοτόκος Κυριώτισσα ἤ Μονή Ἀκαταλήπτου Χριστοῦ, πού ἔγινε Kalenderhane Camii, ὁ Ἅγιος Θεόδωρος Τήρων ἤ Ἅγιοι Θεόδωροι, πού ἔγινε Vefa Kilise Camii, ἡ Μονή Παντοκράτορος, πού ἔγινε Zeyrek Camii, ἡ Μονή Μυρελαίου, πού ἔγινε Bodrum ἤ Mesih Pasa Camii, καί ἡ Μονή Ἁγίου Ἰωάννη Στουδίου, πού ἔγινε Imrahor Camii. Ἐπίσης, ἡ Παμμακάριστος, πού ἔγινε Fethiye Camii, ἡ Μονή τῆς Χώρας ἤ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, πού ἔγινε Kariye Camii, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι τοῦ Φατίχ (ἰσοπεδωμένος σήμερα), πού ἔγινε Fatih Camii, ἡ Μονή Θεοτόκου Παναχράντου ἤ τοῦ Λιβός, πού ἔγινε Fenari Isa Camii, ἡ Ἁγία Θεοδοσία ἐν τοῖς Δεξιοκράτους (Μονή τοῦ Χριστοῦ τοῦ Εὐεργέτου, ναός χτισμένος στήν ἀκτή τοῦ Κεράτιου κόλπου, 500 μέτρα περίπου ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί κοντά στήν καστρόπορτα Aya Kapou), πού ἔγινε Gül Camii, ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ ἐν Κρίσει, πού ἔγινε Koca Mustafa Paşa Camii, ἡ Ἁγία Θέκλα τοῦ Παλατίου τῶν Βλαχερνῶν, πού ἔγινε Atik Mustafa Paşa Camii ἤ Hazreti Cabir Camii (κατ’ ἄλλους, τό τζαμί αὐτό εἶναι ὁ Ναός τῶν Ἁγίων Πέτρου καί Μάρκου), καί ὁ παλιός ὀρθόδοξος ναός στό Φατίχ (συνοικία Salmatomruk, στό Kasap Sokak), ἄγνωστο πρός τιμήν ποίου ἁγίου, πού ἀργότερα παραχωρήθηκε στούς ρωμαιοκαθολικούς καί ὀνομάστηκε Ἅγιος Νικόλαος καί ὁ ὁποῖος σήμερα εἶναι τό Kefeli Camii καθώς καί τῶν 9 Ἱ. Ναῶν στό ὄνομα τῆς Τοῦ Θεοῦ Σοφίας (Τραπεζούντα, Νίκαια, Ἡράκλεια κλπ) ἀποδεικνύει περίτρανα τήν λανθασμένη πολιτική τοῦ Σεπτοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τόν 20ο καί 21ο αἰῶνες καί εἰδικώτερα ἐπί τῆς Πατριαρχίας τῶν τριῶν τελευταίων Πατριαρχῶν, πού συνάπτεται ἀρρήκτως μέ τήν λεγομένη «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο».
Παρά τίς ἐνδεικτικές τοῦ ἤθους των καί τῆς πιστότητός τους στόν Πανάγιο Θεό ὕβρεις, συκοφαντίες καί βλασφημίες τῶν λογοπλόκων καί ἰδεοληπτικῶν δῆθεν ἐκσυγχρονιστῶν καί «συναφειακῶν» ὀπαδῶν τῶν Ἰωάννου Βέκκου, Ἰωάννου Καλέκα καί Γρηγορίου Μάμα, πού γέμει τό διαδίκτυο τό τραγικό ἱστορικό ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι μπροστά σέ ὅλη αὐτή τήν τραγωδία τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἡ μόνη κίνησι «συμπαραστάσεως» ἦταν μία ἔκφρασι ἀντίθεσης τῶν ΗΠΑ ἀπό τόν ἀναπλ. ἐκπρόσωπο τοῦ Στέητ Ντηπάρτμεντ κ. Μάρκ Τόνερ πού περιορίστηκε ἁπλῶς νά καλέσει τήν Κυβέρνηση τῆς Τουρκίας «νά διατηρήσει τήν Ἁγία Σοφία μέ τρόπο πού θά σέβεται τήν παράδοση καί τήν πολύπλοκη ἱστορία της» καί τοῦ ἐκπροσώπου τοῦ Γερμανικοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν κ. Μάρτιν Σέφερ, πού ἐμφανίστηκε σέ ρόλο «ἐπιτηδείου οὐδετέρου» καθώς δήλωσε «ἡ χρῆσι τῆς Ἁγ. Σοφίας ἀποτελεῖ ὑπόθεση τῆς Τουρκίας». Πέραν αὐτῶν τῶν φαιδρῶν δηλώσεων οὐδέν!!! Ἐρωτᾶται πού εἶναι οἱ ἀντιδράσεις, οἱ οὐσιώδεις βέβαια, τῆς «ἀδελφῆς Ἐκκλησίας» τῆς παλαιᾶς Ρώμης καί τοῦ «ἀδελφοῦ Ἁγιωτάτου Πάπα Ρώμης κ. Φραγκίσκου» ὅπως τόν ἀποκαλεῖ ἡ Ἀρχιγραμματεία τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου στό πρόσφατο ἀνακοινωθέν της γιά τήν πρόσκλησί του στήν Λέσβο. Ποῦ εἶναι οἱ παρεμβάσεις στά παγκόσμια fora τοῦ λεγομένου Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν (Π.Σ.Ε.), πού τοῦ γίνεται ἡ ἰδιαιτάτη τιμή νά περιλαμβάνεται στό ὑπό ψήφισι κείμενο τῆς λεγομένης «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου» (Σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπό Χριστιανικό κόσμο) ὡς δῆθεν πολυσήμαντη πραγματικότης; Ἡ ἀφωνία τους συνειρμικά μᾶς ὑπενθυμίζει τό συγχαρητήριο τηλεγράφημα στόν Κεμάλ Ἀτατούρκ ἀπό τόν καταληψία τοῦ Πατριαρχείου τῆς Δύσεως, γιά τήν καταστροφή τῶν Χριστιανικῶν πληθυσμῶν τῆς Μ. Ἀσίας.
Ἀλυσιτελής πλήρως ἡ πολιτική τοῦ Σεπτοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μέ ἀδιάσειστα γεγονότα καί ὄχι μέ τίς ἁδρά πληρωμένες καί κατευθυνόμενες καί χειραγωγούμενες γραφίδες μισθάρνων ὀργάνων τῶν διεθνιστικοῦ συστήματος. Ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης κυρός Ἀθηναγόρας πού ἀπό τήν Ἀρχιεπισκοπή Ἀμερικῆς βρέθηκε μέ τό προσωπικό ἀεροπλάνο τοῦ Προέδρου τῶν ΗΠΑ Χ. Τρούμαν στό ἀεροδρόμιο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου πῆρε τήν τουρκική ὑπηκοότητα ἄρχισε τήν Πατριαρχία του μέ ποίμνιο 300.000 Ἑλλήνων καί τήν τελείωσε, μεταστάς πρός Κύριον μέ ποίμνιο 2.500 Ἑλλήνων. Τά ἐξυμνούμενα «ἀνοίγματά» του πρός τήν ἑτεροδοξία καί τόν διεθνιστικό παράγοντα δέν μπόρεσαν νά σταματήσουν οὔτε τήν Κυβέρνηση Μεντερές, καί καί Σεπτεμβριανά τοῦ 1955, οὔτε τίς ἀπελάσεις τοῦ 1965. Οἱ δύο ἑπόμενοι Πατριάρχες παρά τήν «κινητικότητά» τους οὔτε τήν Θεολογική Σχολή τῆς Χάλκης κατόρθωσαν νά ἀνοίξουν, οὔτε τό διεθνές status τοῦ Σεπτοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νά ἀναγνωρισθεῖ ἀπό τήν Τουρκική Πολιτεία πού ἐξακολουθεῖ νά τό θεωρεῖ ἁπλό Τουρκικό Ἵδρυμα ὑπό τόν Νομάρχη Κωνσταντινουπόλεως καί πού ἀπαιτεῖ τήν Τουρκική ὑπηκοότητα ὡς προϋπόθεση διοικήσεως Του.
Ἑπομένως ἀντί νά στήνεται τό σκηνικό στό Κολυμβάρι τῆς Κρήτης μετά τήν ἀποτυχία τῶν λεγομένων θεολογικῶν διαλόγων πού ὀφείλεται στίς ἐσφαλμένες προϋποθέσεις διεξαγωγῆς τους, προσδόσεως «ἐκκλησιαστικότητος» στούς ἑτεροδόξους μέ τήν κατ’ ἀρχάς ἀναγνώριση τοῦ ὑποστατοῦ τοῦ «Βαπτίσματός» τους καί σέ ἑπόμενη φάση, μέ ἄλλη «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο» τ.ἔ. διευρυμένη ὅπως καί ἡ παροῦσα Σύνοδος Προκαθημένων, ἀναγνώρισι τῆς «Εὐχαριστίας» τους ὥστε ὡς «ὥριμος καρπός» νά προκύψει ἡ διακοινωνία-intercomunio καί ὁ ἐξουνιτισμός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί νά ὑλοποιηθεῖ ὁ μύχιος πόθος τοῦ Ρωμαιοκαθολικοῦ περιπαίγματος τῆς ἐπιβολῆς τῆς ληστρικῆς ψευδοοικουμενικῆς συνόδου τῆς Φεράρας-Φλωρεντίας καί ὅλα αὐτά «πασπαλισμένα» μέ πολύ «ἐκσυγχρονισμό» καί «ἄπειρη ἀγαπολογία» καί «πνευματολογία» ἐρειδομένη στόν γνωστό Κυριακό λόγιο περί τοῦ ἀνέμου πού «ὅπου θέλει πνεῖ» καί πού ὅμως παραχαράσσεται καί πλαστογραφεῖται καί μεταβάλλεται ἀπό ἀέρα σέ Πνεῦμα Ἅγιο!!! μέ κεφαλαῖο Π ἐνῶ στό Γραφικό κείμενο εἶναι μέ μικρό π (Ἰω. 3,8), θά ἔπρεπε νά καταγνωσθοῦν οἱ ὑφιστάμενες σήμερα αἱρέσεις καί ψευδοθρησκεῖες τῶν ἀνθρώπων καί τῶν δαιμόνων καί νά ἀνιδρυθεῖ ἕνα παγκόσμιο Ὀρθόδοξο τόξο πού θά ξεκινᾶ ἀπό τήν Βασιλίδα τῶν πόλεων μέ πνευματικό Πατέρα καί Ἡγέτη Πρῶτο μεταξύ ἴσων, τόν Σεπτό Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο, θά συνεχίζει στήν μεγάλη Ρωσσική Ὀμοσπονδία καί ἐν συνεχείᾳ στίς ὁμόδοξες χῶρες Ρουμανία, Βουλγαρία, Σερβία, Ἑλλάδα καί Κύπρο καί θά ἐξακτινώνεται μέσα ἀπό τά Πρεσβυγενῆ Πατριαρχεῖα καί τίς Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες καί τήν Ὀρθόδοξη Διασπορά καί τίς ἀνιδρυθησόμενες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες στήν Εὐρώπη, τήν Ἀμερική, τόν Καναδᾶ καί τήν Αὐστραλία σέ ὅλο τόν πλανήτη.
Τότε θά ἔβλεπε ὁ κόσμος τί σημαίνει Ὀρθοδοξία, πού εἶναι ὁ ἀληθινός Χριστός παρατεινόμενος στούς αἰῶνες. Τώρα, εἶναι ἀποκαλυπτικά τό ὅσα ἐξέθεσε ἡ Δρ. Ἐλισάβετ Προδρόμου, τ. ἀντιπρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς Διεθνῶν Θρησκευτικῶν Ἐλευθεριῶν τῆς Ἀμερικανικῆς Βουλῆς, μέλος τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στήν «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο», στό Orthodox Christian Laity τό 2007 στό Ἰλλινόις τῶν Η.Π.Α μέ θέμα: «Ἡ ἀνάγκη γιά μία Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο γιατί; Γιατί ὄχι ἀκόμη; Καί πότε;» ὅπου ἀναφέρει χαρακτηριστικά «...μία τέτοια σύνοδος πρέπει νά βοηθήσει τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς ὥστε νά κατανοήσουν, νά συμβιβαστοῦν καί ἐνεργά νά συμμετάσχουν στήν διαμόρφωση τῆς πραγματικότητας τῆς παγκόσμιας θρησκευτικῆς ἑτερότητας...». Ἡ πρόσδεσι στό διεθνιστικό σύστημα τῶν Ὀρθοδόξων Προκαθημένων, ἰσοδυναμεῖ μέ ἄρνησι τῆς Πίστεως καί βέβαια δέν μπορεῖ νά ἀναμένει κανείς τήν σύμπραξη σέ αὐτό τό ἀνοσιούργημα ἐκείνων πού «φοβοῦνται γιά τή σωτηρία τῶν ψυχῶν τους» καί πού δέ ὑπόκεινται στόν γνωστό κανόνα «φαῦλος βίος-φαύλα δόγματα», οὔτε βέβαια νά περιμένει κανείς ἀπό τήν μεγάλη Ρωσσική Ἐκκλησία τήν πνευματική της ὑποδούλωσι στό Ἀμερικανοεβραϊκό σύστημα παγκόσμιας ἐξουσίας. Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ ὅτι ὅποιος καί ἄν ἐκλεγεῖ στίς ἑπόμενες Ἀμερικανικές ἐκλογές τό Ἑβραϊκό Λόμπυ θά ἔχει τόν ἄνθρωπό του γιατί καί ἡ θυγατέρα Κλίντον τῶν Δημοκρατικῶν καί ἡ θυγατέρα Τράμπ τῶν Ρεμπουμπλικάνων παντρεύτηκαν Ἑβραίους μεγιστᾶνες καί ἀσπάστηκαν τόν Ἰουδαϊσμό!!! Ἑπομένως τά πράγμα εἶναι πολύ ἁπλά καί μόνο ἐκείνοι πού πληρώνονται καλά γιά νά πουλήσουν τήν ἀθάνατη ψυχή τους γιά λίγα χρόνια γήϊνης καλοπέρασης στόν παρόντα κόσμο τῶν ἐμποδίων, τῶν χρωμάτων καί τῶν σχημάτων κάνουν δῆθεν ὅτι δέν καταλαβαίνουν. Πῶς ἑπομένως μετά από αὐτά νά ζητήσει τό Πάνσεπτο Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἀπό τήν Ρωσσική Πολιτεία νά στείλει στό Βόσπορο δύο ἀεροπλανοφόρα γιά νά δοῦμε σέ πόσα δευτερόλεπτα θά σταματήσει ὁ τελάλης τοῦ σατανικοῦ Κορανίου τήν βεβήλωσι τοῦ πανιέρου Ναοῦ τῆς Τοῦ Θεοῦ Σοφίας καί τήν ἀνάγνωσι τῶν «ἀνδραγαθημάτων» πού σκανδαλιστικά ἀναφέρονται στίς σοῦρες τοῦ Κορανίου «Οἱ συνασπισμένες φυλές-Ἄλ Αχ Ζάμπ» στ. 47, 50, 51 κλπ γιά τόν φαυλεπίφαυλο ψευδοπροφήτη Μωάμεθ.
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
† ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ
Εἴμαστε στὴν κορύφωση τῆς τραγωδίας, ἡ ὁποία λέγεται “ἁγία καὶ μεγάλη”σύνοδος καὶ ἡ ὁποία δὲν θὰ ὁδηγήσει δἰ ἐλέου καὶ φόβου στὴν κάθαρση, ἀλλὰ δυστυχῶς διὰ κακοδοξίας, διπλωματίας καὶ κοσμικότητας στὴν δίωξη καὶ στὸ σχίσμα. Αὐτὸ θὰ γίνει γιὰ δύο λόγους:
Πρῶτον διότι φανερὰ οἱ μετέχοντες δὲν πραγματεύονται ὡς «ἑπόμενοι τοῖς θείοις Πατράσι» ἀλλὰὡς τυφλοὶ τά τ᾽ ὦτα τόν τε νοῦν τά τ᾽ ὄμματα καὶ ὡς ἐκ τῶν προτέρων διχασμὲνοι διχάζουν, ὑβρίζουν, παραφέρονται καὶ παρερμηνεύοντας καὶδιαστρεβλώνοντας τὶς θεῖες ἐντολὲς καὶ τὶς παρακαταθῆκες, ἀποδεικνύουν γιὰ μία ἀκόμα φορὰ τοῦ Ἀποστόλου τὸ ἀληθές :«εἴ τις ἑτεροδιδασκαλεῖ καὶ μὴ προσέρχεται ὑγιαίνουσι λόγοις τοῖς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῇ κατ᾿ εὐσέβειαν διδασκαλίᾳ,τετύφωται, μηδὲν ἐπιστάμενος, ἀλλὰ νοσῶν περὶ ζητήσεις καὶ λογομαχίας, ἐξ ὧν γίνεται φθόνος, ἔρις, βλασφημίαι, ὑπόνοιαι πονηραί, παραδιατριβαὶ διεφθαρμένων ἀνθρώπων τὸν νοῦν καὶ ἀπεστερημένων τῆς ἀληθείας, νομιζόντων πορισμὸν εἶναι τὴν εὐσέβειαν. ἀφίστασο ἀπὸ τῶν τοιούτων» (Α Τιμ. 6,3-5).
Δεύτερον διότι πέφτουμε στὴνπαγίδα, πού κρύβει ἡ σύνοδος. Ἐνῶ δηλαδὴ ἀσχολούμαστε μὲ τὴν σὺνοδο τὴν ἲδια, μᾶς διαφεύγει τὸ γεγονὸς, ὅτι εἴτε γίνει ἡ σύνοδος εἴτε δὲν γίνει, εἴτε παρθοῦν ἀποφάσεις εἴτε ὄχι οἱ αἱρετίζοντες Ἐπίσκοποι θὰ παραμείνουν στὶς θέσεις τους καί θὰ συνεχίζουν ἀκάθεκτοι καὶ ἀμετανόητοι τὸ ἀσεβὲς ἔργο τους. Αὐτοὶ εἶναι τὸ διακύβευμα τῆς ὅλης ὑποθέσεως καὶ ὄχι ἡ σύνοδος σὰν θεσμὸς καθεαυτή. Τὶς σχέσεις μας μὲ αὐτοὺς πρέπει νὰ προσδιορίσουμε καὶ νὰ ἐφαρμόσουμε, ἔτσι ὅπως ὁρίζουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, οἱ ὁποῖοι εἶναι ξεκάθαροι: «ἀφίστασο ἀπὸ τῶν τοιούτων» (Α Τιμ. 6,3-5), «κρεῖττον γὰρ ὑπὸ μηδενὸς ἀγγέλου ἄγεσθαιἢ ὑπὸ κακοῦ ἄγεσθαι»(Χρυσ. PG 63, 231), «Τοῖς κοινωνοῦσιν ἐν γνώσει (τοῖς αἱρετικοῖς) ἀνάθεμα»(Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος), «Αἱρετικός ἐστιν ὁ ποιμήν; Λύκος ἐστί.. φῦγε τὴν κοινωνίαν αὐτοῦ»(Μέγας Φώτιος, ΕΠΕ 12, 400). Ἡ Ἐκκλησία δὲν πρόκειται νὰ εἰρηνεύσει, ὅσο Ἐπίσκοποι, Ἀρχιμανδρίτες, Ἱερεῖς, Μοναχοὶ καὶ πιστοὶ τεμαχίζουν τὴν Μία Ἀλήθεια, ἑρμηνεύουν κατὰ τὸ δοκοῦν τὴν ἀγὰπη τοῦ Κυρίου, συμπροσεύχονται με αἱρετικούς, χαρίζουν αἱρετικὰ καὶ ἀντίχριστα βιβλία, ἐπιτρέπουν ἢ προωθοῦν αἱρετικὲς διδασκαλίες, διαστρεβλώνουν ἢ ὑβρίζουν τοὺς Ἃγιους Πατέρες ἢ ἀντικαθιστοῦν τὴν διδασκαλία τους μὲ συμβουλὲς μελῶν μυστικῶν ὑπηρεσιῶν, συναινοῦν στὴν διαστροφὴ τῆς κοινωνίας καὶ στὴν ἀδικία καὶ στὰ ἐγκλήματα τῶν δυναστῶν τοῦ κόσμου, διαφημίζουν τὴν “σοφία” τους ἐνῶ παράλληλα ἀπειλοῦν τοὺς ζητοῦντες τὴν εὐσέβεια καὶ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴν σωτηρία αὐτῶν, ποὺ τοὺς ἐμπιστεύθηκε ὁ Κύριος.Ἂν δὲν πράξουμε, ὡς ὀφείλουμε, καὶ δὲν ὁμολογήσουμε ἔργοις καὶ ὄχι μόνο λόγοις, μὲ ἀγῶνα καὶ ὄχι ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς, ὡς προστάζουν οἱ Ἱεροὶ Κανόνες καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες, δὲν θὰ ἔχουμε τὸ δικαίωμα νὰ ζητοῦμε ὁμολογία. Ὁμολογία χωρὶς μαρτυρία καὶ μαρτυρία χωρὶς μαρτύριο δὲν γίνεται. Ἂς μὴν διστάσουμε καὶ ἂς μὴν φοβηθοῦμε.
«ἕως θανάτου ἀγώνισαι περί τῆς ἀληθείας καὶ Κύριος ὁ Θεός πολεμήσει ὑπέρ σου » (Σοφ. Σειρ. Δ, 28)
Πηγή: Ακτίνες
Τὴν ἴδια ἐποχὴ ἔγιναν προσυνοδικὲς διασκέψεις μὲ σκοπὸ τὴν προετοιμασία μιᾶς νέας Πανορθοδόξου Συνόδου, καὶ ἀνάμεσα στὰ θέματα ὑπῆρχαν πολλὲς προτάσεις ἀντίθετες μὲ τὴν Ὀρθόδοξη παράδοση. Ὅταν ὁ Γέροντας τὰ πληροφορήθηκε αὐτά, ἀνησύχησε πολὺ καὶ μιλοῦσε μὲ πόνο ψυχῆς. «Καταλαβαίνετε τί πάει νὰ γίνη; ἔλεγε. Θὰ φύγη ἡ παράδοση καὶ θὰ μείνει ἡ παράβαση! Καταλαβαίνετε πόσο σοβαρὸ εἶναι αὐτό; Εἶναι σὰν νὰ βγάζουμε ἀπὸ τὸ σπίτι ἕνα τοῦβλο. Ἐκείνη τὴν στιγμὴ φαίνεται ὅτι δὲν παθαίνει τίποτε τὸ σπίτι, ἀλλὰ σιγὰ-σιγὰ μπαίνουν νερά, βγαίνει καὶ ἄλλο τοῦβλο, καὶ ἄλλο, καὶ στὸ τέλος τὸ σπίτι γίνεται ἐρείπιο». Καί, ὅταν κάποιος τοῦ ἀνέφερε ὅτι μία ἀπὸ τὶς προτάσεις ἦταν νὰ ἐλαττωθοῦν οἱ καθιερωμένες ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία νηστεῖες, ἐπειδὴ ὁ κόσμος δὲν τὶς κρατάει, ὁ Ὅσιος εἶπε:...
«Ἂν κάποιος εἶναι ἄρρωστος καὶ δὲν μπορῆ νὰ κρατήση τὴν νηστεία, αὐτὸς εἶναι δικαιολογημένος ἂν φάη. Ἂν δὲν εἶναι ἄρρωστος, ἀλλὰ ἀπὸ ἀδυναμία ἔφαγε, νὰ μετανοήση, νὰ πῆ: "Ἥμαρτον". Δὲν θὰ τὸν κρεμάση ὁ Χριστός. Ἂν μπορῆ νὰ κρατήση τὴν νηστεία, νὰ τὴν κρατήση. Ἂν ὅμως οἱ περισσότεροι δὲν κρατᾶνε τὶς νηστεῖες, κι ἐμεῖς πᾶμε νὰ τὶς καταργήσουμε, γιὰ νὰ ἀναπαύσουμε τοὺς περισσότερους, εἶναι σὰν νὰ εὐλογοῦμε τὶς ἀδυναμίες τους, τὶς πτώσεις τους. Μὲ ποιὸ δικαίωμα νὰ τὰ καταργήσουμε ὅλα αὐτά; Καὶ ποῦ ξέρουμε; Μπορεῖ ἡ ἑπόμενη γενεὰ νὰ εἶναι πιὸ καλὴ καὶ νὰ κρατήση τὴν ἀκρίβεια».
Ὁ Πατὴρ Παΐσιος ἦταν μὲ τὴν ὀρθὴ ἔννοια ζηλωτὴς τῶν πατερικῶν παραδόσεων. Σὲ θέματα πίστεως δὲν ἔκανε συμβιβασμοὺς καὶ ὑποχωρήσεις. Στὴν ζωὴ του ἐφάρμοζε τὴν ἀκρίβεια ὄχι μόνον ἐξωτερικά, ἀλλὰ περισσότερο ἐσωτερικά, ἀπὸ θεῖο ζῆλο. Ὅταν ἔλεγε τὴν γνώμη του γιὰ ἕνα θέμα, καὶ μάλιστα ἐκκλησιαστικό, μιλοῦσε μὲ διάκριση ζυγίζοντας τὰ λόγια του μὲ ζυγαριὰ ἀκριβείας. Καί, ὅταν εἶχε μπροστά του ἕναν ἀδύναμο ἄνθρωπο, ἔδινε πάλι μὲ ἀκρίβεια, σὰν καλὸς ἰατρός, τὸ κατάλληλο φάρμακο. Εἶχε ποτισθῆ ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, καὶ γι΄ αὐτὸ ἔμπαινε στὸ βάθος τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ. Ἦταν ὅλος ἀγάπη καὶ «σπλάχνα οἰκτιρμῶν», καὶ γὶ΄ αὐτὸ δὲν γνώριζε ἁπλῶς τοὺς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ γνώριζε ἐκ πείρας ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μάνα, καὶ οἱ Κανόνες της ἔχουν σπλάχνα μητρικά.
Πηγή: (Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης», ἔκδοση Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος» Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης 2015), Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
13/06/2016
Η Ορθόδοξος Εκκλησία της Ρωσίας επί δεκαετίες μετείχε και εξακολουθεί να μετέχει ενεργώς στην προπαρασκευή της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Αρχής γενομένης από την Α’ Πανορθόδοξη Διάσκεψη στην Ρόδο το έτος 1961 οι διακεκριμένοι Ιεράρχες και οι κορυφαίοι θεολόγοι της καθ’ημάς Εκκλησίας συνέβαλαν στην επεξεργασία των συνοδικών θεμάτων, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων, τα οποία τελικά δεν εντάχθηκαν στην Ημερήσια Διάταξη της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.
Προς επιτάχυνση της συγκλήσεως της Συνόδου η Ορθόδοξος Εκκλησία της Ρωσίας κατ΄επανάληψιν επιβεβαίωνε την προθυμία της δια την λήψη των δι΄ολους τους μετέχοντες της προσυνοδικής διαδικασίας αμοιβαίως αποδεκτών αποφάσεων, ακόμα και σε περίπτωση αποκλίσεως τέτοιων αποφάσεων των προσυμφωνημένων από τις Εκκλησίες αρχών προπαρασκευής της Συνόδου.
Και όμως η αρχή της Πανορθοδόξου ομοφωνίας παραμένει αδιασάλευτο θεμέλιο της προσυνοδικής διαδικασίας, αρχής γενομένης από τη Διάσκεψη της Ρόδου το έτος 1961, η οποία, κατόπιν πρωτοβουλίας του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, όρισε: «Ἀποφάσεις τῶν κοινών συνελεύσεων λαμβάνονται μέ πλήρη ὁμοφωνίαν ἀντιπροσωπειῶν τῶν Ἐκκλησιῶν» (Κανονισμὸς τῆς λειτουργίας καὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐν Ρόδῳ Πανορθοδόξου Διασκέψεως, αρθ. 14). Ἐν συνεχείᾳ αυτή η αρχή κατοχυρώθηκε στον Κανονισμό των Πανορθοδόξων Προσυνοδικών Διασκέδεων του έτους 1986: «Ἡ ὑπό τῶν Προσυνοδικῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων ἀποδοχή τῶν κειμένων ἐπί τῶν καθ’ ἕκαστον θεμάτων τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως γίνεται καθ’ ὁμοφωνίαν» (ἄρθ. 16).
Η Σύναξη των Ορθοδόξων Προκαθημένων το έτος 2014 επιβεβαίωσε: «Ἅπασαι αἱ ἀποφάσεις, κατά τε τήν Σύνοδον καί κατά τό προπαρασκευαστικόν αὐτῆς στάδιον, λαμβάνονται καθ᾿ ὁμοφωνίαν» (Ἀποφάσεις τῆς Συνάξεως τῶν Προκαθημένων, ἄρθ. 2а).
Η ίδια αρχή κατοχυρώθηκε στον Κανονισμό Οργανώσεως και Λειτουργίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τον οποίο εκπόνησε η από 21 έως 28 Ιανουαρίου 2016 στο Σαμπεζύ Σύναξη των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών.
Ο ἐν λόγῳ Κανονισμός μεταξύ άλλων προβλέπει ότι η Σύνοδος «συγκαλεῖται ὑπό τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, συμφρονούντων καί τῶν Μακαριωτάτων Προκαθημένων πασῶν τῶν ὑπό πάντων ἀνεγνωρισμένων κατά τόπους αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν» (ἄρθ.1).
Η πλειοψηφία των Προκαθημένων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησών στην ίδια Συναξη ενέκρινε την σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου από 18 έως 27 Ιουνίου 2016 στην Κρήτη. Όμως η αντιπροσωπεία της κατά Αντιόχειαν Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν υπέγραψε ούτε την απόφαση αυτή, ούτε τον Κανονισμό της Συνόδου, αλλά ούτε και το σχέδιο του συνοδικού κειμένου «Το μυστήριον του Γάμου και τα κωλύματα αυτού». Το τελευταίο κείμενο επίσης δεν υπέγραψε η αντιπροσωπεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Γεωργίας. Οι δύο ως άνω Εκκλησίες επικαλέσθησαν σοβαρούς λόγους προς τεκμηρίωση της αποφάσεως αυτών.
Εν τούτοις, η Ορθόδοξος Εκκλησία της Ρωσίας διά χάριν της επιτυχούς προόδου της συγκλήσεως της Συνόδου έκρινε έφικτο να υπογράψει τα ως άνω κείμενα, ταυτοχρόνως, τόσο κατά την ίδια την Σύναξη, όσο και κατά την επακολουθήσασα αλληλογραφία με τον Παναγιώτατο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίο, εκφράζοντας πεποίθηση διά την ανάγκη, κατά τον υπόλοιπο χρόνο μέχρι τη Σύνοδο, καταβολής δυναμικών προσπαθειών (ακόμα και στα πλαίσια της συγκροτηθείσης από τη Σύναξη Πανορθοδόξου Γαμματείας) προς εξασφάλιση της συμφώνου γνώμης όλων των Ορθοδόξων επί κειμένων, τα οποία δεν έχουν υπογραφεί από μια ή δύο κατά τόπους Εκκλησίες, κάτι το οποίο θα επέτρεπε τη σύκληση της Συνόδου.
Διά λόγους ανεξάρτητους της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας δεν εξησφαλίσθη η περαιτέρω συζήτηση πανορθοδόξως της διαμορφωθείσης καταστάσως.
Η γενομένη από 2 έως 3 Φεβρουαρίου 2016 Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας ενέκρινε τη θέση της αντιπροσωπείας της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας στη Σύναξη των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών στο Σαμπεζύ και στα λοιπά προσυνοδικά όργανα, εκφράζοντας ικανοποίηση διά την ενσωμάτωση στα σχέδια κειμένων της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου των απαραιτήτων τροπολογιών και συμπληρώσεων και προκαταρκτικώς τις ενέκρινε εν γένει.
Επίσης ανέθεσε στην Διαρκή Ιερά Σύνοδο τον ορισμό της αντιπροσωπείας της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας προς συμμετοχή στην Πανορθόδοξο Σύνοδο, κάτι το οποίο και εφήρμοσε η Διαρκής Ιερά Σύνοδος τον Απρίλιο 2016.
Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας κάλεσε το πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας «να δέεται ενθέρμως προκειμένου να αποκαλύψει ο Κύριος το θέλημα Αυτού στα μέλη к της επικειμένης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ώστε η σύγκληση αυτής να ενισχύει την ενότητα της Ορθοδοξίας προς συμφέρον της Εκκλησίας του Χριστού, προς δόξαν Θεού και προς διαφύλαξη της αμωμήτου Ορθοδόξου πίστεως».
Συγχρόνως η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας εξέφρασε «την πεποίθηση ότι η ελευθέρα συμμετοχή σε αυτή των αντιπροσωπειών πασῶν των κοινώς ανεγνωρισμένων αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών αποτελεί το ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ της διεξαγωγής της Πανορθοδόξου Συνόδου» και τόνισε ότι «ως εκ τούτου ιδιαίτερη σπουδαιότητα προσλαβάνει η προσυνοδική λύση του προβλήματος, του ανακύψαντος στις σχέσεις μεταξύ των Πατριαρχείων Αντιοχείας και Ιεροσολύμων» (Αποφάσεις, αρθ. 6).
Με ελπίδα εξασφαλίσεως της συμφώνου γνώμης όλων των Ορθοδόξων, χωρίς την οποία κωλύεται η σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, η Ορθόδοξος Εκκλησία της Ρωσίας άνευ αναβολής προχώρησε στον εξονομασμό των εκπροσώπων της στα όργανα της περαιτέρω προπαρασκευής αυτής και κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια, μέσω προσωπικών επαφών και αλληλογραφίας, διά να συμμετάσχει ενεργώς στην προπαρασκευαστική διαδικασία.
Τα παραπάνω συνοδευόταν από τη μελέτη των επί σχεδίων των συνοδικών κειμένων κριτικών παρατηρήσεων, τις οποίες απέστειλαν Ιεράρχες, κληρικοί και λαϊκοί μετά την, κατόπιν πρωτοβουλίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας δημοσιεύσεως αυτών, ληξάσης της ἐν Σαμπεζύ Συνάξεως των Προκαθημένων.
Παρόμοιες παρατηρήσεις μαζί με όχι σπάνια και κριτική κατά της διαδικασίας προπαρασκευής της Συνόδου, σημειώθηκαν επίσης και στους κόλπους πολλών άλλων κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών.
Προχωρώντας σε διάκριση μεταξύ των εποικοδομητικών παρατηρήσεων και των ανεδαφικών κριτικών της μελλούσης να συνέλθει Συνόδου και των κειμένων αυτής, το Τμήμα Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων προέβη σε σχετική διευκρίνιση και σχολιασμό προς ανταπόκριση σε συγχύσεις, οι οποίες δημιουργούνται στους κόλπους του ποιμνίου.
Στις 3 Ιουνίου 2016 η Ιερά Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας αφού μελέτησε επισταμένως τις υποβληθείσες προτάσεις των Ιεραρχών, των κληρικών, των μοναχών και των λαϊκών, ενέκρινε τις τροπολογίες της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας στα σχέδια κειμένων της Πανορθοδόξου Συνόδου «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» και «Αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας ἐν τῳ συγχρόνῳ κόσμῳ».
Στην ίδια συνεδρία η Ιερά Σύνοδος υπογράμμισε ότι ουσιαστικές τροπολογίες στα σχέδια των συνοδικών κειμένων, οι οποίες ἐν πολλοῖς συγκλίνουν με τις προτάσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας, υποβάλλονται και από τις Ορθόδοξες Εκκλησίες Γεωργίας, Σερβίας, Βουλγαρίας και Ελλάδος καθώς και από την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους. Και αυτές οι τροπολογίες χρήζουν επιμελούς αξιολογήσεως επί τῳ σκοπῳ της αναζητήσεως της πανορθοδόξου συναινέσεως, της απαραίτητης διά τις συνοδικές αποφάσεις.
Ἐν ταυτῳ ελήφθη υπόψη η από 1ης Ιουνίου 2016 απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Βουλγαρίας περί αναβολής της προγραμματισθείσης από 18 έως 27 Ιουνίου Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της μη συμμετοχής σε αυτή της Εκκλησίας της Βουλγαρίας, εάν δεν ἀνεβάλλετο η Σύνοδος. Ως εκ τούτου η Ιερά Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας σημείωσε ότι η αποχή έστω και μίας εκ των κοινώς ανεγνωρισμένων αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών από τη Σύνοδο «αποτελεί απόλυτο κώλυμα διά τη σύκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου».
Τα ως άνω καθώς και το την ώρα της συνεδριάσεως «αβέβαιον της συμμετοχής του Πατριαρχείου Αντιοχείας στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, όπως και η έλλειψη της προκαταρκτικής ομοφωνίας επί του σχεδίου του Κανονισμού της Συνόδου και του κειμένου ‘Το μυστήριο του Γάμου και τα κωλύματα αυτού’» κίνησαν την Ιερά Σύνοδο να δεχθεί την ανάγκη των άνευ αναβολής πανορθοδόξων ενεργειών και να υποβάλει πρόταση στον Παναγιώτατο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίο μέχρι τις 10 Ιουνίου,το αργότερον, να συγκαλέσει έκτακτη Πανορθόδοξη Προσυνοδική Διάσκεψη προς αξιολόγηση και αντιμετώπιση της εκτάκτου καταστάσεως, προκειμένου κατόπιν τοιαύτης συνεδριάσεως οι Ορθόδοξες Εκκλησίες να αποφανθούν περί της συγκλήσεως της Πανορθοδόξου Συνόδου στις προκαθορισμένες ημερομηνίες.
Με απόφαση της Ιεράς Συνόδου η ἐν λόγῳ πρόταση αμέσως κοινοποιήθηκε προς τον Παναγιώτατο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίο και όλους τους Προκαθημένους των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών.
Στην απάντησή του (Γράμμα υπ’αριθμ. Πρωτ. 676 και ημερομ. 9η Ιουνίου 2016 ) ο Παναγιώτατος Πατριάρχης Βαρθολομαίος αναφέρει ότι υπό της Αγίας και Ιεράς Συνόδου τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως «νέα ἔκτακτος Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις δέν ἐκρίθη δυνατή ἅτε μή ὑπάρχοντος θεσμικοῦ πλαισίου διὰ τήν σύκλησιν αὐτῆς καὶ μάλιστα ἐλάχιστας ἡμέρας πρὸ τῆς…ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου».
«Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἐπιφυλάξεις ἀδελφῶν τινων Ἐκκλησιῶν καὶ τὸ ἀβέβαιον τῆς συμμετοχῆς αὐτῶν εἰς τὴν Σύνοδον» ο Προκαθήμενος της Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας είναι πεπεισμένος ότι «θέλουσιν εὐοδωθῇ αἱ καταβαλλόμεναι προσπάθειαι ὅπως ἀρθῶσι τὰ παρεμβαλλόμενα ἐμπόδια καὶ συμμετάσχωσιν ἅπασαι αἱ Ἐκκλησίαι εἰς τὴν Ἁγίαν καὶ Μεγάλην Σύνοδον, ἡ ἀναβολὴ ἤ ματαίωσις τῆς ὁποίας τὴν δωδεκάτην ὥραν, μετὰ προετοιμασίαν δεκαετιῶν ὁλοκλήρων, ἤθελεν ἐκθέσει διεκκλησιαστικῶς καὶ διεθνῶς τὴν Ὀρθόδοξον ἡμῶν Ἐκκλησίν καὶ τρώσει ἀνεπανορθώτως τὸ κῦρος αύτῆς».
Ἐπισυναπτομένως ελάβαμε και το ανακοινωθέν περί γενομένης στις 6 Ιουνίου εκτάκτου συνεδρίας της Ιεράς Ενδημούσης Συνόδου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο ενημερώνει ότι «ἡ Ἱερὰ Ἐνδημοῦσα Σύνοδος, μετ ἐκπλήξεως καὶ ἀπορίας ἐπληροφορήθη τὰς ἐσχάτως ἐκφρασθείσα θέσεις καὶ ἀπόψεις ἐνίων ἀδελφῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καὶ, αξιολογήσασα αὐτὰς, διεπίστωσεν ὅτι οὐδὲν θεσμικὸν πλαίδιον ὑφίσταται πρὸς ἀναθεώρησιν τῆς ἤδη δρομολογηθείση συνοδικῆς διαδικασίας». Παράλληλα η ημερομηνία συγκλήσεως της Συνόδου χαρακτηρίζεται ως αποφασισθείσα πανορθοδόξως, ἐν τούτοις, ὅπως εσημειώθη ανωτέρω, η Εκκλησία της Αντιοχείας δεν υπέγραψε την απόφαση αυτή.
Εν τω μεταξύ η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Αντιοχείας στη συνεδρία αυτής στις 6 Ιουνίου 2016, κατόπιν παραθέσεως των εξαντλητικών τεκμηρίων υπέρ αναβολής της συγκλήσεως της Συνόδου, ομοφώνως αποφάσισε:
«1. Να καλέσει την Αυτού Παναγιότητα τον Οικουμενικό Πατριάρχη να καταβάλει περισσότερο κόπο προς την κατεύθυνση της ομοφωνίας σε όλες τις επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν από τις Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες και που αφορούν την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, κατά τη χρονική περίοδο που μας χωρίζει από την ημερομηνία συγκλίσεως της Συνόδου αυτής. Αν οι προσπάθειες για την επίτευξη ομοφωνίας φτάσουν σε αδιέξοδο, τότε η Εκκλησία της Αντιοχείας θα καλέσει να αναβληθεί η σύγκλιση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου για μεταγενέστερη ημερομηνία, όταν θα επικρατήσουν ειρηνικές σχέσεις μεταξύ όλων των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών και θα εξασφαλιστεί η Ορθόδοξη ομοφωνία περί των θεμάτων της Συνόδου και του Κανονισμού της, αλλά και της διαδικασίας οργανώσεως αυτής,
2) Να μη συμμετάσχει το Πατριαρχείο Αντιοχείας στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο μέχρι να διαλυθούν όλοι οι λόγοι που εμποδίζουν τη συμμετοχή στη Θεία Ευχαριστία κατά τη διάρκεια της Συνόδου, όταν βρεθεί μια οριστική λύση σχετικά με την εισπήδηση του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων στα όρια του Πατριαρχείου Αντιοχείας, η οποία οδήγησε σε διακοπή κοινωνίας με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων.
3) Να επιβεβαιώσει για ακόμη μια φορά τη σημασία της συμμετοχής όλων των Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησίων στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο και τη λήψη των αποφάσεων της με την παρουσία και την ομοφωνία πάντων, σύμφωνα με την αρχή της ομοφωνίας, προκειμένου να διαφυλαχθεί η ενότητα της Καθολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας,
4) Να απευθυνθεί σε όλες τις Ορθόδοξες εκκλησίες ενημερώνοντάς αυτές για το περιεχόμενο των θέσεων της Αντιοχείας και τους λόγους που οδήγησαν σε αυτές,
5)Να καλέσει τους πιστούς να συμμετάσχουν με την προσευχή τους, μαζί με τους ποιμένες τους, για να εμπνέει το Άγιο Πνεύμα την Εκκλησία, κατά την πορεία της προς την ενότητα, για χάρη της ενωμένης μαρτυρίας για τον Χριστό στον κόσμο».
Αυθημερόν, στις 6 Ιουνίου, ο Αγιώτατος Πατριάρχης Σερβίας Ειρηναίος απέστειλε Γράμμα προς τον Παναγιώτατο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίο και προς πάντας τους Προκαθημένους των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, στο οποίο αφού απαρίθμησε τα υφιστάμενα προβλήματα, τόνισε ότι διά τους παραπάνω λόγους η Ορθόδοξος Εκκλησία της Σερβίας «δυσκολεύεται νὰ συμμετάσχῃ ἐν τῇ συγκληθείσῃ Ἁγίᾳ καὶ Μεγάλῃ Συνόδῳ καὶ προτείνει τὴν ἐπὶ τινα χρόνον ἀναβολὴν αὐτῆς».
Στις 10 Ιουνίου 2016 σε συνεδρίασή της συνηλθε η Ιερά Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Γεωργίας, η οποία κατόπιν παραθέσεως των υφισταμένων προβλημάτων, σημείωσε ότι αυτά επιλύονται μέσα από σύντονο εργασία, παράλληλα δέχθηκε ότι « σήμερον εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ ὁμόνοια δέν ἔχει εἰσέτι ἐπιτευχθῆ», ενώ «ὁ στόχος τῆς συγκλήσεως τῆς Συνόδου ἦτο καί εἶναι ἡ προβολή τῆς ὁμοψυχίας τῶν Ὀρθοδόξων». Όθεν η Εκκλησία της Γεωργίας «ὡς καί ἄλλαι Ἐκκλησίαι, ζητοῦμεν νά ἀναβληθῇ ἡ Σύνοδος, ἕως ὅτου ἐπιτευχθῇ πλήρης ὁμόνοια». Ως εκ τουτου η Ιερά Σύνοδος απεφάνθη: «Ἡ Ἀντιπροσωπεία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας νά μή συμμετάσχῃ εἰς τήν προγραμματισθεῖσαν εἰς τάς 17-26 Ἰουνίου ἐ.ἔ. εἰς τήν Κρήτην Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον».
Επομένως, οι τέσσερις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες, εκείνες της Αντιοχείας, Γεωργίας, Σερβίας και Βουλγαράς εξέφρασαν τη γνώμη ύπερ αναβολής της Συνόδου, με τις τρεις εξ αυτών, δηλαδή, της Αντιοχείας, της Γεωργίας και της Βουλγαρίας να έχουν δηλώσει την αποχή τους από την προγραμματισθείσα από 18 έως 27 Ιουνίου Σύνοδο. Ενώ δεν αποδέχθηκε η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως την πρόταση της Ορθοδόξου Εκκλησία της Ρωσίας περί συγκλήσεως της εκτάκτου Πανορθοδόξου Προσυνοδικής Δασκέψεως.
Ούτως εχόντων των πραγμάτων, προφανώς δεν εφαρμόζεται ο απαραίτητος όρος δια την σύγκλησιν της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, ο οποίος θέλει «συμφρονούντων καί τῶν Μακαριωτάτων Προκαθημένων πασῶν τῶν ὑπό πάντων ἀνεγνωρισμένων κατά τόπους αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν» (Κανονισμός Οργανώσεως και Λειτουργίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αρθ. 1).
Η μόνη εφικτή λύση σε αυτή την περίπτωση είναι η συνέχιση της προετοιμασίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου με την εξασφάλιση της ομοφώνου γνώμης όλων των Ορθοδόξων περί της συγκλήσεως αυτής σε μία άλλη χρονική στιγμή.
Ως εκ των άνω προς εφαρμογή της αποφάσεως της από 2 έως 3 Φεβρουαρίου 2016 γενομένης Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας (Αποφάσεις, αρθ.6), η Διαρκής Ιερά Σύνοδος αποφασίζει:
1) Να υποστηρίξει τις προτάσεις των Ορθοδόξων Εκκλησιών Αντιοχείας, Γεωργίας, Σερβίας και Βουλγαρίας περί αναβολής της Πανορθοδόξου Συνόδου και συγκλήσεως αυτής τη χρονική στιγμή, η οποία θα πρέπει να καθορισθεί ἐν τῳ περαιτέρω κατόπιν πανορθοδόξου συζητήσεως και με απαραίτητο όρο την εξασφάλιση της συμφώνο γνώμης των Προκαθημένων των όλων κοινώς ανεγνωρισμένων κατά τόπους αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών˙
2)Η σχετική πρόταση να αποσταλεί αμέσως προς τον Παναγιώτατο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίο και προς πάντας τους Προκαθημένου των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών˙
3)Σε περίπτωση κατά την οποία η Αγιωτάτη Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως ούτε και αυτή την πρόταση θα δεχθεί, ενώ η Σύνοδος στην Κρήτη θα συγκληθεί, παρά την αντίθετη γνώμη ενίων κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, μετά βαθείας λύπης να ανακοινώσει την αδυναμία της συμμετοχής σε αυτή της αντιπροσωπείας της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας˙
4) Να συνεχίσει παντοιοτρόπως να καταβάλλει προσπάθειες προς ενίσχυση της πανορθοδόξου συνεργασίας διά την προετοιμασία της μελλούσης να συνέλθει της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, η οποία καλείται να αποτελέσει αληθινή μαρτυρία της ενότητας της Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας˙
5) Να επαναδιατυπώσει τη γνώμη ότι προς την επιτυχή έκβαση της προσυνοδικής προετοιμασίας θα εδύνατο να συμβάλει η εντατικοποίηση του πραγματικού έργου της Πανορθοδόξου Γραμματείας, στα πλαίσια της οποίας κρίνεται εφικτή η μελέτη προτάσεων λύσεως των προβληματικών θεμάτων, διευθετήσεως των υφισταμένων διαφωνιών, επεξεργασίας των απαραιτήτων κειμένων και άρσεως κάθε εμποδίου προς σύγκληση και θεάρεστον έκβαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας˙
6)Να δεχθεί, ως λίαν ευκταίον, λαμβάνοντας υπόψη τις προτάσεις στους κόλπους πολλών κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, στην μέλλουσα να συνέλθει Σύνοδο να μετάσχουν όλες οι Αρχιερείς των Αγίων του Θεού Εκκλησιών απεριορίστως, επειδή τούτο, ασφαλῶς, θα προσδώσει μεγαλύτερο κύρος πανορθοδόξως στις λαμβανόμενες συνοδικές αποφάσεις.
«Τὸ γὰρ τῆς Ἐκκλησίας ὄνομα οὐ χωρισμοῦ, ἀλλὰ ἑνώσεώς ἐστι καὶ συμφωνίας ὄνομα», διδάσκει ο Ιερός Χρυστόστομος (Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ἑρμηνεία εἰς τήν πρός Κορινθίους ἐπιστολήν Α΄. Ομιλία 1,1, Υπόθεσις τῆς πρὸς Κορινθίους πρώτης ἐπιστολῆς).
Διά χάριν συμφωνίας και ομοφροσύνης, ἐν πνεύματι συγκαταβάσεως και αδελφικής αγάπης, άνευ της προς αλλήλους μομφής και χωρίς να προκαλέσουμε νέα τραύματα στο Θεανθρώπινο Σώμα της Εκκλησίας, προσέχοντας ο ένας τον άλλο και ακόμα περισσότερα την Θεία Αποκάλυψη, η οποία σφραγίσθηκε στην Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, πρόκειται να ακούσουμε «τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις» (Αποκ. 2.7) και να πάρουμε τα απαραίτητα διδάγματα από τα σφάλματα, τα οποία, εξαιατίας της ανθρωπίνης αδυναμίας, διαπράχθησαν κατά την τρέχουσα πορεία προετοιμασίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, ούτως ώστε, του Θεού συνεργούντος, να φθάσουμε στην άνευ εμποδίων πραγμάτωση αυτού του μεγάλου εγχειρήματος προς δόξαν Θεού και μεγαλύτερο συμφέρον της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Η Ιερά Σύνοδος και πάλι καλεί τους Αρχιερείς, τους κληρικούς, τους μοναχούς και τους λαϊκούς της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας να προσεύχονται θερμώς προκειμένου ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ἐν τῃ ὑποθέσει ταύτῃ να αναδείξει την πανίσχυρον βοήθεια και το άγιον θέλημα Αυτού.
……………………………………………………………………………………….
Документ принят на заседании Священного Синода от 13 июня 2016 года (журнал № 40).
Русская Православная Церковь на протяжении многих десятилетий принимала и продолжает принимать деятельное участие в подготовке Святого и Великого Собора Православной Церкви. Начиная с Первого всеправославного совещания на Родосе в 1961 году, выдающиеся иерархи и лучшие богословы нашей Церкви вносили свой вклад в разработку множества соборных тем, в том числе и тех, которые впоследствии не были включены в повестку дня Святого и Великого Собора. Ради скорейшего созыва Собора Русская Православная Церковь неоднократно подтверждала свою готовность к достижению взаимоприемлемых для всех участников предсоборного процесса решений, даже если таковые решения уклонялись от ранее согласованных Церквами правил подготовки Собора.
Однако принцип общеправославного консенсуса является неизменной основой предсоборного процесса, начиная с Родосского совещания 1961 года, на котором по инициативе Константинопольского Патриархата было определено: «Решения общих собраний принимаются при полном единогласии делегаций Церквей» ( Порядок функционирования и работ Родосской всеправославной конференции, п. 14). Затем это правило было закреплено Регламентом Всеправославных предсоборных совещаний, принятым в 1986 году: «Тексты по всем темам повестки Всеправославных предсоборных совещаний утверждаютсяединогласно» ( ст. 16). Собранием Предстоятелей Православных Церквей в 2014 году было подтверждено: «Все решения, как во время Собора, так и на подготовительных этапах, принимаются на основе консенсуса» ( Решение Собрания Предстоятелей, п. 2а). Тот же принцип установлен в Регламенте организации и работы Святого и Великого Собора Православной Церкви, который был разработан Собранием Предстоятелей Православных Церквей, состоявшимся в Шамбези 21-28 января 2016 года. Данный Регламент предусматривает, среди прочего, что Собор «созывается Его Святейшеством Вселенским Патриархом с согласия Блаженнейших Предстоятелей всех общепризнанных Поместных автокефальных Православных Церквей» ( ст. 1).
На том же Собрании большинством Предстоятелей Поместных Православных Церквей было одобрено решение созвать Святой и Великий Собор Православной Церкви 18-27 июня 2016 года на Крите. Однако данное решение, как и Регламент Собора, а также проект соборного документа «Таинство Брака и препятствия к нему», не было подписано делегацией Антиохийской Православной Церкви. Последний документ не был подписан также делегацией Грузинской Православной Церкви. Обе упомянутые Церкви указали на наличие серьезных оснований для своего решения.
Тем не менее, Русская Православная Церковь ради успешного продвижения к созыву Собора сочла возможным подписать вышеупомянутые документы, выразив при этом как на самом Собрании, так и в последующей переписке со Святейшим Патриархом Константинопольским Варфоломеем уверенность в необходимости предпринять в оставшееся до Собора время энергичные усилия (в том числе в рамках деятельности учрежденного Собранием Всеправославного секретариата) по поиску общеправославного согласия в отношении документов, не подписанных одной или двумя Поместными Церквами, что позволило бы осуществить созыв Собора. По не зависящим от Русской Православной Церкви причинам дальнейшего общеправославного обсуждения сложившейся ситуации предпринято не было.
Архиерейский Собор Русской Православной Церкви, состоявшийся 2-3 февраля 2016 года, одобрил позицию делегации Русской Православной Церкви на Собрании Предстоятелей Поместных Православных Церквей в Шамбези и в других предсоборных органах, выразил удовлетворение внесением необходимых изменений и дополнений в проекты документов Святого и Великого Собора и, в целом предварительно одобрив их, поручил Священному Синоду сформировать делегацию Русской Православной Церкви для участия во Всеправославном Соборе, что было исполнено Священным Синодом в апреле 2016 года. Архиерейский Собор призвал полноту Русской Православной Церкви «к сугубой молитве, дабы Господь явил Свою волю членам предстоящего Святого и Великого Собора Православной Церкви и чтобы его проведение укрепило единство Православия, послужило ко благу Церкви Христовой, к славе Божией, к сохранению неповрежденной православной веры».
Вместе с тем, Архиерейский Собор выразил «убежденность в том, что необходимым условием проведения Всеправославного Собора является свободное участие в нем делегаций всех общепризнанных автокефальных Православных Церквей», отметив, что «в связи с этим особую важность приобретает разрешение до Собора проблемы, возникшей во взаимоотношениях Антиохийского и Иерусалимского Патриархатов» ( Постановления, п. 6).
В надежде на достижение общеправославного согласия, без которого невозможен созыв Святого и Великого Собора, Русская Православная Церковь незамедлительно назначила своих представителей в органы по дальнейшей его подготовке и в рамках всех имевшихся возможностей посредством личных контактов и переписки принимала активное участие в предсоборном процессе.
Одновременно велась работа по изучению поступавших от епископата, духовенства и мирян критических замечаний к проектам соборных документов, опубликованным после Собрания Предстоятелей в Шамбези по инициативе Русской Православной Церкви. Подобные замечания, нередко сопряженные и с критикой процесса подготовки Собора, высказывались также во многих других Поместных Православных Церквах. Отделяя конструктивные замечания от необоснованной критики предстоящего Собора и его документов, Отдел внешних церковных связей выступал с разъяснениями и комментариями, отвечая на возникающие в пастве смущения. Священный Синод Русской Православной Церкви 3 июня 2016 года внимательно рассмотрел поступившие предложения архиереев, клириков, монашествующих и мирян и утвердил поправки Русской Православной Церкви к проектам документов Всеправославного Собора «Отношения Православной Церкви с остальным христианским миром» и «Миссия Православной Церкви в современном мире».
На том же заседании Священного Синода было отмечено, что существенные поправки к проектам соборных документов, во многом созвучные с предложениями Русской Православной Церкви, представлены со стороны Грузинской, Сербской, Болгарской и Элладской Православных Церквей, а также Священного Кинота Святой Горы Афон, и эти поправки требуют основательного рассмотрения с целью нахождения общеправославного консенсуса, необходимого для принятия соборных решений.
Вместе с тем, было принято к сведению решение Священного Синода Болгарской Православной Церкви от 1 июня 2016 года о необходимости отложить назначенный на 18-27 июня Великий и Святой Собор Православной Церкви и о неучастии Болгарской Церкви в Соборе, если он не будет отложен. Священный Синод Русской Православной Церкви в связи с этим отметил, что неучастие в Соборе хотя бы одной из общепризнанных автокефальных Православных Церквей «составляет непреодолимое препятствие для проведения Святого и Великого Собора».
Эти обстоятельства, а также имевшая место на момент заседания «неопределенность относительно возможности участия Антиохийского Патриархата в Святом и Великом Соборе, как и отсутствие предварительного консенсуса по проекту Регламента Собора и документу "Таинство Брака и препятствия к нему"», побудили Священный Синод признать необходимость безотлагательных общеправославных действий и предложить Святейшему Патриарху Константинопольскому Варфоломею не позднее 10 июня созвать экстренное Всеправославное предсоборное совещание для рассмотрения ситуации и поиска выхода из сложившегося чрезвычайного положения, дабы по итогам такого совещания Православные Церкви могли вынести суждение относительно возможности проведения Всеправославного Собора в намеченные сроки.
Данное предложение по решению Священного Синода было незамедлительно направлено Святейшему Патриарху Константинопольскому Варфоломею и всем Предстоятелям Поместных Православных Церквей.
В ответе Святейшего Патриарха Варфоломея (письмо № 676 от 9 июня 2016 года) сообщается, что Священным Синодом Константинопольского Патриархата «новое чрезвычайное Всеправославное предсоборное совещание сочтено невозможным, так как для его созыва отсутствует нормативная база», а «до начала работ Святого и Великого Собора осталось весьма мало дней». В отношении же «опасений некоторых братских Церквей и неясности по поводу их возможного участия в Соборе» Предстоятелем Константинопольской Церкви выражена убежденность, что «прилагаемые усилия по устранению возникающих препятствий увенчаются успехом, и все без исключения Церкви примут участие в Святом и Великом Соборе. А его перенос или срыв в двенадцатый час после целых десятилетий подготовки скомпрометирует нашу Православную Церковь на межцерковном и международном уровне и нанесет непоправимый ущерб ее авторитету».
К ответу было приложено уведомление о состоявшемся 6 июня чрезвычайном заседании Священного Синода Константинопольского Патриархата с участием всех пребывающих в Константинополе епископов, в котором сообщается, что «Священный Синод с удивлением и недоумением воспринял озвученные в последнее время позиции и мнения ряда братских Православных Церквей и констатировал, что пересмотр уже запланированного соборного процесса выходит за пределы всех институциональных рамок». При этом срок созыва Собора назван установленным всеправославным решением, хотя, как указано выше, Антиохийской Церковью данное решение подписано не было.
Тем временем Священный Синод Антиохийского Патриархата 6 июня 2016 года, приведя подробные обоснования, свидетельствующие о необходимости переноса сроков Собора, единогласно постановил:
«1. Призвать Его Всесвятейшество Вселенского Патриарха в то время, которое отделяет нас от даты созыва этого Собора, приложить больше усилий по достижению консенсуса для разрешения всех тех опасений, которые высказали Православные автокефальные Церкви касательно Святого и Великого Собора. Если усилия по достижению консенсуса ни к чему не приведут, тогда Антиохийская Церковь просит отложить созыв Святого и Великого Собора на более поздний срок, когда между всеми автокефальными Церквами будут мирные отношения, а в отношении вопросов Собора, его Регламента и организационной процедуры будет достигнут православный консенсус.
2. Антиохийский Патриархат не будет принимать участие в Святом и Великом Соборе до тех пор, пока не будут устранены все причины, препятствующие участию в Божественной Евхаристии в ходе Собора, когда будет найдено окончательное решение проблемы вторжения Иерусалимского Патриархата на территорию Антиохийского Патриархата, что привело к прекращению общения с Иерусалимским Патриархатом.
3. Еще раз подтвердить значение участия в Святом и Великом Соборе всех Православных автокефальных Церквей и принятия ими решений на основе всеобщего консенсуса с целью сохранения единства Православной Кафолической Церкви.
4. Обратиться во все Православные Церкви, доведя до них содержание позиции Антиохийской Церкви с обоснованием причин, приведших к выработке такой позиции.
5. Призвать всех верующих вместе с их пастырями совместно молиться о том, чтобы Святой Дух вдохновлял Церковь на ее пути к единству ради единого свидетельства о Христе этому миру».
В тот же день 6 июня Святейший Патриарх Сербский Ириней направил Святейшему Патриарху Константинопольскому Варфоломею и всем Предстоятелям Поместных Православных Церквей письмо, в котором, перечислив существующие в настоящее время проблемы, указал, что в силу всех этих обстоятельств Сербской Православной Церкви «будет затруднительно принять участие в созываемом Святом и Великом Соборе, созыв которого она предлагает отложить на некоторое время».
10 июня 2016 года состоялось заседание Священного Синода Грузинской Православной Церкви, который, изложив существующие проблемы, отметил, что они могут быть разрешены активной работой, но признал, что «все мы оказались перед фактом: на сегодняшний день единство не достигнуто», а «целью проведения Собора было и остаётся выявление единодушия православных», поэтому Грузинская Церковь, «вместе с другими Церквами, также просит о переносе Собора, пока не будет достигнуто всеобщее единство». В связи с этим Священный Синод постановил: «Делегация Грузинской Церкви не примет участия в запланированном на 18-27 июня Великом и Святом Соборе на острове Крит».
Таким образом, четыре Поместные Православные Церкви (Антиохийская, Грузинская, Сербская, Болгарская) выразили мнение о необходимости переноса Собора, из них три (Антиохийская, Грузинская, Болгарская) отказались от участия в Соборе, намеченном на 18-27 июня, а предложение Русской Православной Церкви о созыве чрезвычайного Всеправославного предсоборного совещания не было принято Синодом Константинопольского Патриархата. В этих условиях необходимое основание для созыва Святого и Великого Собора, заключающееся в наличии «согласия Блаженнейших Предстоятелей всехобщепризнанных Поместных автокефальных Православных Церквей» ( Регламент организации и работы Святого и Великого Собора Православной Церкви, ст. 1), очевидным образом отсутствует.
Единственным возможным решением в таком случае становится продолжение подготовки Святого и Великого Собора и последующее достижение общеправославного согласия о его проведении в иные сроки.
В связи с вышеизложенным Священный Синод во исполнение решения Архиерейского Собора Русской Православной Церкви от 2-3 февраля 2016 года (Постановления, п. 6) определяет:
поддержать предложения Антиохийской, Грузинской, Сербской и Болгарской Православных Церквей о переносе проведения Всеправославного Собора на время, которое надлежит в дальнейшем установить по итогам общеправославного обсуждения и при непременном условии согласия Предстоятелей всех общепризнанных Поместных автокефальных Православных Церквей;
незамедлительно направить соответствующее предложение Святейшему Патриарху Константинопольскому Варфоломею и всем Предстоятелям Поместных Православных Церквей;
в случае, если и это предложение Святейшей Константинопольской Церковью не будет принято, а Собор на Крите, несмотря на отсутствие согласия ряда Поместных Православных Церквей, все же будет созван, — с глубоким сожалением признать невозможным участие в нем делегации Русской Православной Церкви;
всемерно продолжать усилия по укреплению общеправославного сотрудничества в подготовке будущего Святого и Великого Собора, который призван стать подлинным свидетельством единства Святой, Соборной и Апостольской Церкви;
вновь выразить мнение, что успешному завершению соборной подготовки могла бы послужить активизация реальной деятельности Всеправославного секретариата, в рамках которого представляется возможным изучение предложений о разрешении проблемных тем, урегулировании существующих разногласий, доработке необходимых документов и устранении всех препятствий к созыву и богоугодному завершению Святого и Великого Собора Православной Церкви;
признать весьма желательным, с учетом предложений, высказываемых во многих Поместных Православных Церквах, чтобы в будущем Соборе могли без ограничений принять участие все архиереи Святых Божиих Церквей, поскольку это несомненно повысит общеправославный авторитет принимаемых Собором решений.
«Имя Церкви — это имя не разделения, но единения и согласия», — учит святитель Иоанн Златоуст (Толкование на Первое послание к коринфянам. Беседа 1, 1). Во имя согласия и единодушия нам предстоит в духе снисхождения и братской любви, без взаимных упреков и нанесения новых ран богочеловеческому Телу Церкви, внимая друг другу и наипаче Божественному Откровению, запечатленному в Священном Писании и Священном Предании, слушать, «что Дух говорит Церквам» (Откр. 2, 7), и вынести необходимые уроки из тех ошибок, которые по человеческой немощи были допущены в ходе текущей подготовки Святого и Великого Собора, дабы, Богу содействующу, достигнуть беспрепятственного осуществления этого великого события к славе Божией и вящей пользе Православной Церкви.
Священный Синод вновь призывает архиереев, клириков, монашествующих и мирян Русской Православной Церкви к усиленной молитве, дабы Господь наш Иисус Христос в сем деле явил Свою всесильную помощь и Свою святую волю.
…………………………………………………………………
Русская Православная Церковь настаивает на переносе даты Всеправославного Собора
13 июня 2016 года на экстренном заседании Священного Синода Русской Православной Церкви состоялось обсуждение ситуации, возникшей в связи с отказом ряда Поместных Православных Церквей от участия в Святом и Великом Соборе Православной Церкви. Предполагалось, что Собор пройдет 18-26 июня сего года на острове Крит.
По итогам обсуждения Священный Синод принял заявление по данному вопросу, направленное Предстоятелям Поместных Православных Церквей (журнал № 40 ).
Принимая во внимание позицию Антиохийского, Грузинского, Сербского и Болгарского Патриархатов, а также учитывая необходимое основание для созыва Святого и Великого Собора, заключающееся в наличии «согласия Блаженнейших Предстоятелей всех общепризнанных Поместных автокефальных Православных Церквей» (Регламент организации и работы Святого и Великого Собора Православной Церкви, ст. 1), Священный Синод Русской Православной Церкви отмечает, что таковое согласие очевидным образом отсутствует.
По мнению членов Синода, единственным возможным решением в таком случае становится продолжение подготовки Святого и Великого Собора и последующее достижение общеправославного согласия о его проведении в иные сроки.
В связи с вышеизложенным Священный Синод во исполнение решения Архиерейского Собора Русской Православной Церкви от 2-3 февраля 2016 года (Постановления, п. 6) определяет:
1) поддержать предложения Антиохийской, Грузинской, Сербской и Болгарской Православных Церквей о переносе проведения Всеправославного Собора на время, которое надлежит в дальнейшем установить по итогам общеправославного обсуждения и при непременном условии согласия Предстоятелей всех общепризнанных Поместных автокефальных Православных Церквей;
2) незамедлительно направить соответствующее предложение Святейшему Патриарху Константинопольскому Варфоломею и всем Предстоятелям Поместных Православных Церквей;
3) в случае, если и это предложение Святейшей Константинопольской Церковью не будет принято, а Собор на Крите, несмотря на отсутствие согласия ряда Поместных Православных Церквей, все же будет созван, — с глубоким сожалением признать невозможным участие в нем делегации Русской Православной Церкви;
4) всемерно продолжать усилия по укреплению общеправославного сотрудничества в подготовке будущего Святого и Великого Собора, который призван стать подлинным свидетельством единства Святой, Соборной и Апостольской Церкви;
5) вновь выразить мнение, что успешному завершению соборной подготовки могла бы послужить активизация реальной деятельности Всеправославного секретариата, в рамках которого представляется возможным изучение предложений о разрешении проблемных тем, урегулировании существующих разногласий, доработке необходимых документов и устранении всех препятствий к созыву и богоугодному завершению Святого и Великого Собора Православной Церкви;
6) признать весьма желательным, с учетом предложений, высказываемых во многих Поместных Православных Церквах, чтобы в будущем Соборе могли без ограничений принять участие все архиереи Святых Божиих Церквей, поскольку это несомненно повысит общеправославный авторитет принимаемых Собором решений.
Пресс-служба Патриарха Московского и всея Руси
Πηγή: Ακτίνες
Πλησιάζει ὁ χρόνος πού θά συνέλθη στήν Κρήτη ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν γιά νά συζητήση πάνω στά ἕξι κείµενα πού ἔχουν προετοιµασθῆ στίς Προσυνοδικές Συνδιασκέψεις, καθώς ἐπίσης νά δώση ἕνα µήνυµα ἑνότητας µεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
Αὐτόν τόν καιρό ἔχουν γραφῆ πολλά κείµενα ἀπό εἰδικούς καί µή, ἀπό ἁρµοδίους καί µή, πάνω στό µεγάλο αὐτό γεγονός. ∆υστυχῶς, ὅπως ἔχω σηµειώσει καί σέ ἄλλο κείµενό µου, σέ µερικές ἐκδηλώσεις βλέπουµε ὅτι ἀναµειγνύεται ἡ θεολογία µέ τήν πολιτική, ἤ µᾶλλον καλύτερα, διάφοροι ἐκκλησιαστικοί παράγοντες ἐµπλέκονται ἐν γνώσει ἤ ἐν ἀγνοίᾳ τους στίς ἐπιδιώξεις τῶν πολιτικῶν, καθώς ἐπίσης καί οἱ πολιτικοί χρησιµοποιοῦν διαφόρους ἐκκλησιαστικούς παράγοντες, προκειµένου νά περάσουν τά σχέδιά τους µέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία.
Βέβαια, ἡ Σύνοδος τοῦ 1872 στήν Κωνσταντινούπολη κατεδίκασε τόν ἐθνοφυλετισµό ὡς αἵρεση, ἀλλά δυστυχῶς ὁ ἐθνοφυλετισµός χρησιµοποιεῖ ὡς ὄχηµα τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία µέ ποικίλα ἀποτέλεσµατα.
Στίς ἡµέρες µας τό µεγαλύτερο µέρος τῆς συζητήσεως γίνεται γιά τό κατά πόσον θά συµµετάσχουν στήν Σύνοδο ὅλες οἱ δεκατέσσερεις Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, τί συνέπειες θά προκληθοῦν ἀπό τήν ἀπουσία µερικῶν Ἐκκλησιῶν καί ὄχι τόσο γιά τό περιεχόµενο τῶν κειµένων καί τῶν διορθώσεων πού πρέπει νά γίνουν.
Μέ ἀπόφαση τῆς ∆ιαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου καί τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος θά εἶµαι µέλος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης αὐτῆς Συνόδου καί µέ διακατέχει ὑψηλό αἴσθηµα εὐθύνης ἔναντι τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως καί τῆς ἰδίας τῆς ἱστορίας. Μέ ἀπασχολεῖ σοβαρῶς τό θέµα τῶν ἀποφάσεων πού θά λάβη ἡ Σύνοδος αὐτή καί κυρίως καί πρό παντός γιά τά ὅσα θά ἐπακολουθήσουν.
Αὐτό λέγεται ἀπό τήν ἄποψη ὅτι οἱ Σύνοδοι τελικά ἐνεκρίθησαν ἀπό τήν θεολογική συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπως ὁ σωµατικός ὀργανισµός τοῦ ἀνθρώπου κρατᾶ τά στοιχεῖα τῶν τροφῶν πού χρειάζεται καί ἀποβάλλει τά µή χρειαζούµενα στοιχεῖα, τό ἴδιο γίνεται καί µέ τόν Θεανθρώπινο ὀργανισµό τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία µέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἐπικυρώνει τήν ἀλήθεια ἑνός γεγονότος ἤ τήν ἀπορρίπτει.
Ὡς µέλος τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου θά ἤθελα νά ἐκφράσω ἕναν λόγο, πρίν τήν ἔναρξη τῆς Συνόδου. ∆έν θά ἀναφερθῶ ἐδῶ γιά τούς λόγους πού µέ ὁδήγησαν στό νά ἀποδεχθῶ αὐτήν τήν πρόταση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νά συµµετάσχω στήν Σύνοδο, πράγµα πού θά τό κάνω ἀργότερα, ἀλλά θά διατυπώσω µερικές σκέψεις µου.
1. Ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς Συνόδου
Μέ λύπη παρακολουθῶ µερικές ἀπό τίς ἀπόψεις πού διατυπώνονται ὅτι, δηλαδή, ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος εἶναι ἡ µοναδική Σύνοδος πού γίνεται κατά τήν διαρρεύσασα δεύτερη χιλιετία τοῦ Χριστιανισµοῦ. Ἄλλοι ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι ἡ πρώτη Μεγάλη Σύνοδος µετά τό «Σχίσµα» πού ἔγινε τό 1054, ἐνῶ ἡ ἀκοινωνησία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Παλαιᾶς Ρώµης ἔγινε τό 1009 µέ τήν εἰσαγωγή τοῦ Filioque, ἄλλοι λένε ὅτι θά συνέλθη ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος µετά ἀπό 1200 ἤ 1300 χρόνια, δηλαδή ἀπό τό ἔτος 787 πού συνῆλθε ἡ Ζ΄ Οἰκουµενική Σύνοδος, καί ἄλλοι τολµοῦν νά ποῦν καί µάλιστα ἐπισήµως ὅτι θά εἶναι ἡ Η΄ Οἰκουµενική Σύνοδος!
Ἡ βάση αὐτῆς τῆς νοοτροπίας εἶναι ὅτι δῆθεν ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπό τό ἔτος 787 µέχρι σήµερα παραµένει σέ πνευµατική ὕπνωση, σέ ἕνα πνευµατικό ἀλτσχάϊµερ, ὅτι ὅλο αὐτό τό διάστηµα ἦταν µιά «νεκρή», «ὑπνώτουσα», «µουσειακή» Ἐκκλησία.
Μιά τέτοια ἀντίληψη ὄχι µόνον ἀποτελεῖ ὕβρη στούς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πού ἐµφανίσθηκαν καί δίδαξαν κατά τήν διάρκεια τῆς δεύτερης χιλιετίας, ἀλλά εἶναι καί ὑπονόµευση τῆς ἴδιας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι διαρκής Σύνοδος καί εἶναι τό ἀληθινό καί ζωντανό Σῶµα τοῦ Χριστοῦ.
Οἱ Οἰκουµενικές Σύνοδοι κατά βάση ἀσχολήθηκαν µέ δογµατικούς ὅρους καί διοικητικούς καί ποιµαντικούς Κανόνες, ὅπως τό βλέπουµε στά Πρακτικά τους. Ἐνῶ ὅταν διαβάσουµε τά κείµενα πού βρίσκονται πρός ἐπεξεργασία καί τελική ἔγκριση ἀπό τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, δέν µποροῦµε νά διακρίνουµε ποιοί εἶναι οἱ ὅροι καί ποιοί εἶναι οἱ Κανόνες. Ἐάν θεωρηθῆ ὅτι οἱ ἐπί µέρους παράγραφοι τοῦ κειµένου θεωροῦνται ὡς Κανόνες, τότε ἀπαιτεῖται διεξοδική συζήτηση γιά τό ἐάν αὐτοί οἱ «κανόνες» συντονίζονται στήν κανονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ἤ ἀνατρέπουν τήν βάση καί τήν καρδιά τοῦ κανονικοῦ δικαίου τῆς Ἐκκλησίας.
Τό πρόβληµα, ὅµως, εἶναι ὅτι ἐάν θεωρηθῆ, κακῶς κατά τήν γνώµη µου, ὅτι αὐτή ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος εἶναι συνέχεια τῆς Ζ΄ Οἰκουµενικῆς Συνόδου, τότε κακοποιεῖται σέ µεγάλο βαθµό ἡ ὀρθόδοξη ἀλήθεια. Γιατί στό διάστηµα αὐτό συνῆλθαν Μεγάλες καί Οἰκουµενικές Σύνοδοι καί ἄλλες λαµπρές Σύνοδοι τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς, δηλαδή ὅλης τῆς τότε Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες ἐπελήφθησαν σοβαρῶν θεµάτων καί ἀντιµετώπισαν µεγάλα θεολογικά καί ἐκκλησιαστικά ζητήµατα.
∆ιάβασα ὅτι µερικοί γιά νά ὑποστηρίξουν τίς ἀπόψεις πού παρουσιάζονται στά κείµενα πού τίθενται πρός τελική ψήφιση ἀπό τούς Προκαθηµένους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, χρησιµοποίησαν ἀπόψεις τοῦ ἀειµνήστου δογµατικοῦ θεολόγου Ἰωάννη Καρµίρη. Καλό θά εἶναι νά µελετήση κανείς τούς δύο τόµους τῶν βιβλίων «Τά δογµατικά καί συµβολικά µνηµεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας», γιά νά δῆ τόν παλµό καί τήν ζωντάνια τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας µέχρι τόν 19ο αἰώνα. Ἐκεῖ θά διαπιστώση ὅτι µέχρι τόν 19ο αἰώνα ὑπάρχει κατά βάση µιά ἑνιαία γλώσσα στά ἐκκλησιαστικά κείµενα καί ὅτι ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα ἄρχισε ἡ διαφοροποίηση.
Θά ἤθελα νά µνηµονεύσω µερικές σηµαντικές Συνόδους µετά τήν Ζ΄ Οἰκουµενική Σύνοδο, οἱ ὁποῖες δυστυχῶς παραθεωροῦνται.
Ἡ Σύνοδος τῶν ἐτῶν 879-80 ἐπί Μεγάλου Φωτίου εἶναι µιά µεγάλη Οἰκουµενική Σύνοδος, ἡ ὁποία συνεκλήθη ἀπό τόν Αὐτοκράτορα καί ἦταν παρόντες καί οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Ὀρθοδόξου τότε Πάπα καί ὅλοι ἀποδέχθηκαν τίς ἀποφάσεις της. Ἡ Σύνοδος αὐτή συζήτησε γιά τούς δύο τύπους ἐκκλησιολογίας, ἀνατολικῆς καί δυτικῆς, καί κυριάρχησε ἡ ἀνατολική ἐκκλησιολογία, ἐπίσης ἀποφάνθηκε γιά τό πρωτεῖον τοῦ Πάπα καί τήν αἵρεση τοῦ Filioque.
Οἱ Σύνοδοι τοῦ ἔτους 1341-1368 , ἰδιαιτέρως ἡ Σύνοδος τοῦ ἔτους 1351, συνεκλήθη ἀπό τόν Αὐτοκράτορα µέ τήν παρουσία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαµᾶ, ἡ ὁποία ἀπεφάνθη γιά τό ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστη, τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ πού ἔλαµψε στό Θαβώρ ἦταν ἄκτιστο καί κατεδίκασε τήν αἵρεση τοῦ Βαρλαάµ καί τοῦ Ἀκινδύνου ὅτι ταυτίζεται ἡ ἄκτιστη οὐσία µέ τήν ἄκτιστη ἐνέργεια, τό γνωστό actus purus, καί ὅτι δῆθεν ὁ Θεός ἐπικοινωνεῖ µέ τήν κτίση καί τόν ἄνθρωπο µέ κτιστές ἐνέργειες. Ἔτσι, στήν πραγµατικότητα ἡ Σύνοδος τοῦ 1351 κατεδίκασε τήν σχολαστική θεολογία, πού ἐν πολλοῖς ἰσχύει µέχρι σήµερα στόν «Ρωµαιοκαθολικισµό».
Ἡ Σύνοδος τοῦ ἔτους 1484, στήν ὁποία συµµετεῖχαν οἱ Πατριάρχες: Κωνσταντινουπόλεως Συµεών, Ἀλεξανδρείας Γρηγόριος, Ἀντιοχείας ∆ωρόθεος καί Ἱεροσολύµων Ἰωακείµ, ἐχαρακτήρισε τόν ἑαυτό της ὡς Οἰκουµενική, ἀκύρωσε τήν ἑνωτική Σύνοδο τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας καί ἐξέδωσε Ἀκολουθία, τήν ὁποία συνέταξε ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Συµεών, γιά τούς ἐπιστρέφοντας στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία «ἐκ τῶν λατινικῶν αἱρέσεων». Καί ναί µέν ἡ Σύνοδος αὐτή καθιέρωσε νά γίνεται ἡ ἐπιστροφή τῶν Λατίνων στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διά λιβέλλου καί Χρίσµατος, ἐπειδή ἐπικρατοῦσε τότε ὁ καθιερωµένος «τύπος τοῦ Βαπτίσµατος», ἀλλά σαφέστατα στήν Ἀκολουθία πού συνετάγη γιά τήν ἐπιστροφή τῶν Λατίνων στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γίνεται λόγος γιά τήν αἵρεση τῶν Λατίνων, γιά τά «αἴσχιστα καί ἀλλότρια δόγµατα τῶν Λατίνων», νά ἀποστρέφεται αὐτός πού ἐπέστρεψε στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία «τελείως καί τάς συνάξεις τῶν Λατίνων ἐν ταῖς αὐτῶν Ἐκκλησίαις» (προφανῶς ἐννοεῖ τούς Ναούς) καί νά ἀναθεµατίση ὅσους τόλµησαν νά προσθέσουν τό Filioque.
Στήν Ἀκολουθία αὐτή γίνεται λόγος γιά Λατίνους καί γιά ἀλλότρια δόγµατα, µεταξύ τῶν ὁποίων εἶναι τό γνωστό Filioque, δηλαδή ἡ ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος ἐκ τοῦ Πατρός καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ, καί ἡ αἵρεση τοῦ actus purus, ὅτι ταυτίζεται ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια µέ τήν ἄκτιστη οὐσία στόν Θεό καί, ἑποµένως, ὁ Θεός ἐπικοινωνεῖ µέ τόν κόσµο µέ κτιστές ἐνέργειες.
Ἡ Σύνοδος τοῦ ἔτους 1590 , πού χαρακτήρισε τόν ἑαυτό της «Οἰκουµενική Σύνοδο», καί ἡ συνέχειά της πού εἶναι ἡ Σύνοδος τοῦ ἔτους 1593, πού χαρακτηρίσθηκε ὡς «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος» εἶναι σηµαντικές. Καί οἱ δύο Σύνοδοι εἶναι Σύνοδοι τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς, ἀποφάσισαν νά συναινέσουν στήν ἀνακήρυξη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Μόσχας σέ Πατριαρχική ἀξία καί τιµή πού εἶχε δοθῆ ὑπό τοῦ Οἰκουµενικοῦ Πατριάρχου τό 1589 µέ σχετικό Πατριαρχικό Χρυσόβουλο ἤ Τόµο.
Ἡ Συνοδική ἀπόφαση τῶν τριῶν Πατριαρχῶν τοῦ ἔτους 1756 ἤτοι τοῦ Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου, τοῦ Ἀλεξανδρείας Ματθαίου καί τοῦ Ἱεροσολύµων Παρθενίου, ἀναφέρεται στόν ἀναβαπτισµό τῶν ∆υτικῶν πού προσέρχονται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Καί ναί µέν ἡ ἀπόφαση αὐτή δέν ἐπικράτησε γιά πολύ χρονικό διάστηµα, διότι ἡ Ἐκκλησία στήν πράξη ἐπανῆλθε στήν ἀπ΄όφαση τῆς Συνόδου τοῦ 1484, ἀλλά ὅµως δέν καταργήθηκε ποτέ µέ ἄλλη Συνοδική ἀπόφαση.
Εἶναι γνωστόν ὅτι τό θέµα «Ἡ Οἰκονοµία ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ» πού ἀναφερόταν στήν ἀποδοχή τῶν αἱρετικῶν καί σχισµατικῶν, ὑπῆρχε στήν θεµατολογία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, ὅπως φαίνεται στήν Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή πού συνῆλθε τό 1971 στήν Γενεύη. Τελικά ὅµως ἐξέπεσε ἀπό τήν ἡµερήσια διάταξη τῆς Συνόδου καί δέν δόθηκε ἡ δυνατότητα νά ἀποφανθῆ ἐπισήµως ἐπί τοῦ θέµατος αὐτοῦ ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος. Τό ἐρώτηµα λοιπόν εἶναι: Γιατί δέν ἐτέθη τό θέµα αὐτό στήν θεµατολογία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου γιά νά συζητηθῆ µέ θεολογικά ἐπιχειρήµατα τό ἔγκυρο καί ὑποστατό ἤ µή ἔγκυρο καί µή ὑποστατό τοῦ Βαπτίσµατος τῶν αἱρετικῶν καί ἔρχεται τώρα νά ἀντιµετωπισθῆ µέ τρόπο ἔµµεσο;
Ἡ Συνοδική ἀπόφαση τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς τοῦ ἔτους 1848, ἡ ὁποία ὑπογράφεται ἀπό τούς Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύµων µέ τίς Συνόδους τους, χαρακτηρίζει τόν «Παπισµόν» αἵρεση καί τόν παραβάλλει µέ τόν Ἀρειανισµό καί ἀναιρεῖ τίς βασικές λατινικές ἑτεροδιδασκαλίες, ὅπως τό Filioque, τό πρωτεῖον καί τό ἀλάθητον τοῦ Πάπα, καθώς ἐπίσης καί ἄλλες κακοδοξίες πού σχετίζονται µέ τό βάπτισµα καί τά µυστήρια.
Ἡ Σύνοδος τοῦ ἔτους 1872 στήν Κωνσταντινούπολη, ἡ ὁποία κατεδίκασε τόν φυλετισµό στήν ἐκκλησιαστική ζωή «τοὐτέστι τάς φυλετικάς διακρίσεις καί τάς ἐθνικάς ἔρεις καί ζήλους καί διχοστασίας ἐν τῇ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίᾳ». Ὁ φυλετισµός εἶναι «ξένος» πρός τήν παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἶναι «νεωτερική λύµη». Εἶναι σηµαντικό ὅτι στόν ἐπίλογο τοῦ συνοδικοῦ ὅρου ὑπάρχει µιά προσευχή στόν Κύριο ἡµῶν Ἰησοῦ Χριστό, γιά νά διατηρῆ τήν Ἐκκλησία «ἄµωµον καί ἀλώβητον ἀπό πάσης νεωτερικῆς λύµης, ἐρηρεισµένην ἐπί τῷ θεµελίῳ τῶν ἀποστόλων καί τῶν προφητῶν».
Ἀνέφερα µερικές Συνόδους «Οἰκουµενικές», «Ἅγιες καί Μεγάλες» – ὑπάρχουν καί ἄλλες– ἀπό ὅσες ἔγιναν ἀπό τήν Ζ΄ Οἰκουµενική Σύνοδο µέχρι τόν 19ο αἰώνα καί ἔγιναν ἀποδεκτές ἀπό τήν συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας. Μάλιστα οἱ ἀποφάσεις τῆς Μεγάλης Συνόδου τοῦ 1351 ἐπί ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαµᾶ περιελήφθησαν στό «Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας», τό ὁποῖο διαβάζεται κατά τήν Α΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν καί εἰσήχθησαν στά τροπάρια τῆς λατρείας. Τό γεγονός αὐτό συνιστᾶ τήν µεγαλύτερη ἀπόδειξη ὅτι ἡ Σύνοδος τοῦ 1351 ἔγινε ἀποδεκτή ἀπό τήν συνείδηση καί τίς ἀποφάσεις τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας εἶναι Οἰκουµενική.
Ἐδῶ πρέπει νά ἀναφερθοῦν καί οἱ πολύ σηµαντικές τρεῖς ἀπαντήσεις τοῦ Οἰκουµενικοῦ Πατριάρχου Ἱερεµίου Β΄ (1576, 1578, 1581) πρός τούς Λουθηρανούς Θεολόγους τοῦ Πανεπιστηµίου τῆς Τυβίγγης. Πρόκειται γιά ἀξιόλογες ἀπαντήσεις πού ἔστειλε ὁ Πατριάρχης Ἱερεµίας συνεργαζόµενος µέ Ὀρθοδόξους Κληρικούς καί λαϊκούς, µεταξύ τῶν ὁποίων περιλαµβάνεται καί ὁ Ναυπάκτου καί Ἄρτης ∆αµασκηνός ὁ Στουδίτης, ὁ ὁποῖος συγκαταλέγεται µεταξύ τῶν ἁγίων.
Στίς σπουδαῖες αὐτές ἀπαντητικές ἐπιστολές ἀφ' ἑνός µέν ἐκτίθεται ἡ ὀρθόδοξη πίστη, ἀφ' ἑτέρου δέ ἀναιροῦνται οἱ κακοδοξίες τῶν ∆ιαµαρτυροµένων. Στίς ἀπαντήσεις αὐτές διατυπώνεται ἡ Ὀρθόδοξη πίστη βάσει τῶν Πατέρων καί διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, χωρίς νά γίνεται προσφυγή στήν διδασκαλία τῆς Σχολαστικῆς θεολογίας. Ἀντιµετωπίζονται πολλά θέµατα, ἐπί τῶν ὁποίων ἐπῆλθε διαφωνία µέ τούς Λουθηρανούς θεολόγους, ἤτοι γιά τήν Ἱερά Παράδοση, τήν Χριστολογία, τό Filioque, τό αὐτεξούσιο, τόν προορισµό, τήν δικαίωση, τόν ἀριθµό τῶν µυστηρίων καί τόν τρόπο τελέσεώς τους, τό ἀλάθητο τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Οἰκουµενικῶν Συνόδων, τήν λατρεία, τήν ἐπίκληση τῶν ἁγίων, τίς εἰκόνες καί τά λείψανά τους, τίς νηστεῖες καί διάφορες ἐκκλησιαστικές παραδόσεις.
Οἱ ἀπαντητικές αὐτές ἐπιστολές θεωροῦνται σηµαντικά κείµενα, µνηµονεύονται στά Πρακτικά τῆς Τοπικῆς Συνόδου πού ἔγινε τό 1672 στά Ἱεροσόλυµα ἐπί ∆οσιθέου, καί κατατάχθηκαν µεταξύ τῶν συµβολικῶν βιβλίων τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας.
Ὕστερα ἀπό ὅλα αὐτά διερωτῶµαι γιά τό πῶς εἶναι δυνατόν ὅλες αὐτές οἱ σηµαντικές Σύνοδοι νά τεθοῦν στό περιθώριο, πρός χάριν τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου πού πρόκειται νά συνέλθη στήν Κρήτη; Πῶς εἶναι δυνατόν νά ἰσχυρίζωνται µερικοί ὅτι ἡ ἐπικείµενη Σύνοδος εἶναι ἡ µοναδική Σύνοδος τῆς δεύτερης χιλιετίας; Πῶς εἶναι δυνατόν καί ἐπιτρεπτόν νά «ποδοπατῆται» ὅλη ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιαστική Παράδοση 1.200 χρόνων; Ποιοί ἔδωσαν αὐτήν τήν γραµµή σέ δηµοσιογράφους νά κάνουν λόγο γιά τήν Σύνοδο τῆς χιλιετίας; Ἀπό ποῦ τό γνωρίζουν αὐτό µερικοί δηµοσιογράφοι, οἱ ὁποῖοι µάλιστα δέν ἀσχολοῦνται ἰδιαιτέρως µέ τό ἐκκλησιαστικό ρεπορτάζ;
Τό ἐρώτηµα αὐτό εἶναι πολύ σηµαντικό. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο θεωρῶ ἀναγκαῖο τοὐλάχιστον στό Μήνυµα πού θά ἀποφασισθῆ νά ἐκδοθῆ ἀπό τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, νά ἀναφερθοῦν αὐτές καί ἄλλες Σύνοδοι καί νά φανῆ ἡ συνεχής ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος στήν Ἐκκλησία. ∆έν µποροῦµε νά παίζουµε µέ τά ἐκκλησιαστικά καί δογµατικά ζητήµατα καί τήν ὅλη ἐκκλησιαστική παράδοση.
Ἑποµένως, ὅταν λέγεται ὅτι ἡ ἐπικείµενη Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος θά εἶναι ἡ Σύνοδος πού συνέρχεται µετά ἀπό 1200 χρόνια, εἶναι παραπλάνηση, καί στήν πραγµατικότητα παράκαµψη καί παραθεώρηση ὅλων αὐτῶν τῶν Μεγάλων Συνόδων, καί τελικά καταλήγει σέ «προδοσία» τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Πιθανόν ἐπιδιώκεται νά δηµιουργήση µιά νέα ἐκκλησιολογία.
Ἄν δέν ὑπάρχη ἕνας τέτοιος σκοπός, θά πρέπει ὁπωσδήποτε στό Μήνυµα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου νά γίνη µνεία ὅλων τῶν Ἁγίων, Μεγάλων Συνόδων τῆς δεύτερης χιλιετίας. ∆ιαφορετικά θά ἐπιβεβαιωθῆ αὐτή ἡ ὑποψία.
2. Ὁ ∆υτικός Χριστιανισµός
Εἶναι γνωστόν σέ ὅσους παρακολουθοῦν τά ἐκκλησιαστικά πράγµατα καί διαβάζουν τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία, ὅτι τό 1009 ὁ Πάπας Σέργιος ∆΄ χρησιµοποίησε ἐπισήµως τό Σύµβολο τῆς Πίστεως µέ τήν προσθήκη ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦµα προέρχεται καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ (Filioque) καί γι' αὐτό ὁ Πατριάρχης Σέργιος Β΄ διέγραψε τόν Πάπα ἀπό τά δίπτυχα τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁπότε ὑπάρχει ἀκοινωνησία. Ἔτσι ἕνα µεγάλο τµῆµα τοῦ Χριστιανισµοῦ ἀποκόπηκε ἀπό τήν Μία, Ἁγία, Ἀποστολική καί Καθολική Ἐκκλησία.
Στήν συνέχεια, ἀρχές τοῦ 16ου αἰῶνος ἀπό τόν δυτικό αὐτό Χριστιανισµό πού ἀποκόπηκε ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποσχίσθηκαν καί ἀπεκόπησαν ἄλλες ὁµάδες Χριστιανικές, πού ὀνοµάσθηκαν Μεταρρυθµιστές, ∆ιαµαρτυρόµενοι, Προτεστάντες καί προσέλαβαν πολλά ὀνόµατα. Ἔτσι, οἱ αὐθαιρεσίες τοῦ Πάπα εἶχαν ὡς ἀποτέλεσµα νά ἀποσχισθῆ ὁ δυτικός Χριστιανισµός ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀλλά καί νά διαιρεθοῦν καί µεταξύ τους.
Αὐτό πού ὀνοµάζουµε δυτικό Χριστιανισµό εἶναι ἕνα ἀρρωστηµένο, αἱρετικό σύστηµα, ἀφοῦ ἀποσχίσθηκε ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση τῆς πρώτης χιλιετίας. Φυσικά, ὅταν κάνουµε λόγο γιά δυτικό Χριστιανισµό, δέν ἐννοοῦµε τούς ἁπλούς Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν στόν Χριστό, προσεύχονται, µελετοῦν τήν Ἁγία Γραφή, ἀλλά τήν δογµατική διδασκαλία τῶν Χριστιανικῶν Κοινοτήτων καί Ὁµολογιῶν. Κατ' ἐπέκταση ὅταν κάνουµε λόγο γιά Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, δέν ἐννοοῦµε ὅλους τούς Ὀρθοδοξους Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι ἐνῶ βαπτίσθηκαν µπορεῖ νά εἶναι ἄθεοι καί ἀδιάφοροι, ἀλλά τήν διδασκαλία, ὅπως καταγράφεται στίς ἀποφάσεις τῶν Τοπικῶν καί Οἰκουµενικῶν Συνόδων.
Ἔτσι, τό δογµατικό καί ὁµολογιακό σύστηµα τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισµοῦ εἶναι ἐν πολλοῖς ἀρρωστηµένο καί διέστρεψε ἀκόµη καί τόν κοινωνικό χῶρο τῆς ∆ύσεως. Οἱ µέν Λατίνοι-«Ρωµαιοκαθολικοί» ἔχουν ἀλλοιωθῆ µέ τόν σχολαστικισµό, οἱ δέ Προτεστάντες ἔχουν ἀλλοιωθῆ καί ἀπό µερικές ἀπόψεις τοῦ σχολαστικισµοῦ πού κληρονόµησαν, ἀλλά καί ἀπό τόν ἠθικισµό πού εἰσήγαγαν, ὅπως καί ἀπό τήν µελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς χωρίς τίς ἀπαραίτητες ἑρµηνεῖες τῶν Πατέρων, ὁπότε περιπίπτουν σέ διάφορες πλάνες.
Ὁ σχολαστικισµός, πού ἀναπτύχθηκε στήν ∆ύση ἀπό τούς θεολόγους τῶν Φράγκων, κυρίως µεταξύ 11ου καί 13ου αἰῶνος, ἀνέµειξε τήν χριστιανική πίστη µέ τήν φιλοσοφία, –τό γνωστό analogia entis. Μερικοί σχολαστικοί θεολόγοι χρησιµοποίησαν τίς θεωρίες τοῦ Πλάτωνος καί τῶν Νεοπλατωνικῶν, ἄλλοι τίς θεωρίες τοῦ Ἀριστοτέλη καί ἄλλοι ἔκαναν ἀνάµειξη καί τῶν δύο. Τό σηµαντικό εἶναι ὅτι ἀνέπτυξαν τήν ἄποψη ὅτι ἡ σχολαστική θεολογία εἶναι ἀνώτερη ἀπό τήν Πατερική θεολογία καί τήν ὑπερέβη.
Ὁ Προτεσταντικός ἠθικισµός ἀντέκρουσε τίς αὐθαιρεσίες τοῦ σχολαστικισµοῦ καί ἔφθασε σέ ἄλλο ἄκρο, ἔχοντας ὅµως µερικές σχολαστικές ἀπόψεις, ὅπως τόν ἀπόλυτο προορισµό καί τήν θεωρία τῆς ἱκανοποίησης τῆς θείας δικαιοσύνης µέ τήν σταυρική θυσία τοῦ Χριστοῦ καί µελετώντας τήν Ἁγία Γραφή µέ τό γωστό analogia fidei.
Πάντως, καί οἱ δύο αὐτές δυτικές παραδόσεις ἐπηρεάσθηκαν ἀπό τό φεουδαλιστικό σύστηµα πού ἔφεραν οἱ Φράγκοι στήν Εὐρώπη, θεωρώντας ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἕνας «φεουδάρχης» πού προσβάλλεται µέ τήν ἁµαρτία τοῦ ἀνθρώπου, µέ συνέπεια νά τιµωρήση τόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος γιά νά ἐπανέλθη χρειάζεται νά ἱκανοποιήση τόν Θεό!
∆έν ἐπιθυµῶ νά κάνω ἀνάλυση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, ἀλλά νά τονίσω ὅτι ὅλα τά µεταγενέστερα ἰδεολογικά ρεύµατα πού ἀναπτύχθηκαν στήν ∆ύση, ὅπως ὁ ἀνθρωπισµός, ἡ ἀναγέννηση, ὁ διαφωτισµός, ὁ ροµαντισµός, ὁ γερµανικός ἰδεαλισµός, ὁ ὑπαρξισµός, ὁ ψυχολογισµός κλπ. ἦταν µιά ἀντίδραση µέ διαφορετικούς λόγους, στόν δυτικό σχολαστικισµό, ὁ ὁποῖος στηριζόταν στήν παντοδυναµία τῆς λογικῆς καί στόν ἠθικισµό.
Στήν δυτική θεολογία παρατηροῦµε πολλές θεολογικές διαστροφές, πού ἔχουν σχέση µέ τά ρεύµατα πού ἀναφέρθηκαν προηγουµένως. Νά θυµίσω µερικές τέτοιες ἀπό αὐτές. Ὁ Θεός διακρίνεται ἀπό ἰδιοτελῆ εὐδαιµονισµό· διευθύνει τόν κόσµο µέ κτιστά µέσα· εἶναι αἴτιος τοῦ θανάτου· προσβάλλεται ἀπό τήν ἁµαρτία τοῦ ἀνθρώπου· ἡ ἁµαρτία θεωρεῖται ὡς ἀνατροπή τῆς τάξης πού ὑπάρχει στήν δηµουργία· ὁ Θεός προόρισε ποιοί θά σωθοῦν καί ποιοί θά καταδικαστοῦν· ὁ Χριστός µέ τήν σταυρική θυσία ἱκανοποίησε τήν θεία δικαιοσύνη· ὁ Πάπας εἶναι ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Θεοῦ στήν γῆ· αὐτός ἔχει τήν Ἱερωσύνη τήν ὁποία µεταδίδει στούς ἄλλους ἐπισκόπους καί ἔχει τό ἀλάθητο· οἱ µετανοοῦντες ὀφείλουν νά ἱκανοποιήσουν τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ· ἡ διδασκαλία περί παραδείσου καί κολάσεως εἶναι ὑλιστική κ.ἄ.
Αὐτές οἱ ἀπόψεις στόν θεολογικό χῶρο λέγονται διαστροφές-αἱρέσεις, οἱ ὁποῖες ὅµως ἐπηρέασαν καί τόν κοινωνικό χῶρο. Ἄλλωστε, ὅλες οἱ θεολογικές ἀποκλίσεις ἔχουν καί κοινωνικές συνέπειες. Ἔτσι µπορεῖ νά ἑρµηνευθῆ τό Κράτος τοῦ Βατικανοῦ, καθώς ἐπίσης καί ἡ ταύτιση χριστιανικῆς καί κοσµικῆς ἐξουσίας σέ µερικούς Προτεστάντες. Τό καθεστώς πού ἐπέβαλε ὁ Καλβίνος στήν Γενεύη εἶναι µιά χαρακτηριστική περίπτωση αὐτῆς τῆς νοοτροπίας.
Ὅλα ὅσα ἀναφέρθηκαν δέν εἶναι φονταµεναλισµός, συντηρητισµός, φανατισµός. Ἄς διαβάση κανείς πῶς οἱ κοινωνιολόγοι ἑρµηνεύουν τόν δυτικό ἄνθρωπο ὕστερα ἀπό τήν ἐπιρροή πού δέχθηκε ἀπό τόν σχολαστικισµό καί τόν ἠθικισµό.
Μπορῶ νά συστήσω τήν µελέτη τῶν ἀπόψεων τοῦ διάσηµου Κοινωνιολόγου Max Weber ὅπως καταγράφεται στό βιβλίο του: «Ἡ Προτεσταντική ἠθική καί τό πνεῦµα τοῦ Καπιταλισµοῦ». Ἐκεῖ θά διαπιστώση κανείς πῶς ὁ Max Weber περιγράφει ἀνάγλυφα καί παραστατικά τήν ἀγωνία τοῦ δυτικοῦ Χριστιανοῦ νά µάθη ἄν εἶναι προορισµένος ἀπό τόν Θεό νά σωθῆ. Πρόκειται γιά τό ἀµείλικτο δίληµµα ἄν ὁ ἄνθρωπος εἶναι «ἐκλεκτός ἤ καταδικασµένος». Γιατί ἄν δέν εἶναι προορισµένος, τότε δέν χρειάζεται νά ἀγωνίζεται στήν ζωή του νά εἶναι καλός Χριστιανός. Καί τελικά θά µάθη πῶς ὁ δυτικός Χριστιανισµός ἀνέπτυξε τό πνεῦµα τοῦ καπιταλισµοῦ, µέ τόν ἀπόλυτο προορισµό, τόν εὐσεβιστικό ἀτοµισµό, τόν προτεσταντικό ἀσκητισµό, τόν ὠφελιµισµό τοῦ ἐπαγγέλµατος κλπ.
Ἡ Ὀρθόδοξη διδασκαλία δέν περιέπεσε σέ τέτοιες διαστρεβλώσεις. ∆ιαφύλαξε τήν διδασκαλία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, ὄχι µόνον τῆς πρώτης χιλιετίας, ἀλλά καί τῆς δεύτερης χιλιετίας, ὅπως τῶν ἁγίων Συµεών τοῦ Νέου Θεολόγου, Γρηγορίου τοῦ Παλαµᾶ, Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ καί ὅλων τῶν Φιλοκαλικῶν καί Νηπτικῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Μέσα στήν θεολογία αὐτή ἀνδρώθηκαν οἱ τελευταῖοι ἅγιοί µας, ὅπως ὁ ἅγιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι, πού ἔφερε µιά ἀναγέννηση στήν Ρουµανία καί τήν Ρωσία, ὁ ἅγιος Νικόδηµος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ ἅγιος Κοσµᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης, ὁ ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης καί πολλοί ἄλλοι.
Ἑποµένως, τό νά γίνεται προσπάθεια νά τεθοῦν στό περιθώριο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς οἱ διδασκαλίες τῶν Πατέρων αὐτῶν, πού εἶναι διδασκαλίες τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά βρισκόµαστε «ὁµολογιακά» πλησίον τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισµοῦ µέ τά τόσα θεολογικά καί κοινωνικά προβλήµατα, εἶναι ἕνα µεγάλο πρόβληµα. Ἡ παραθεώρηση τῆς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας πού ἐκφράζεται µέσα ἀπό τούς ἁγίους αὐτούς, γιά νά βρεθοῦν µερικά κοινά σηµεῖα µέ τόν δυτικό Χριστιανισµό, εἶναι προδοσία τῆς πίστεως. ∆έν µπορῶ νά βρῶ ἄλλον εὐγενέστερο χαρακτηρισµό.
Ἐπί πλέον, µέ τέτοιον ἀποστεωµένο Χριστιανισµό, ἀποκοµµένο ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες τῆς δεύτερης χιλιετίας δέν βοηθoῦµε τούς ἴδιους τούς δυτικούς Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπογοητευµένοι ἀπό τήν δυτική χριστιανική παράδοση στήν ὁποία µεγάλωσαν καί ἀναζητοῦν τήν ἡσυχαστική παράδοση. Ὅσοι δυτικοί Χριστιανοί γίνονται Ὀρθόδοξοι ἐµπνέονται ἀπό τήν Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν Πατέρων, τίς γραφές τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου, τήν διδασκαλία τῶν ἁγιορειτῶν Πατέρων. ∆έν µποροῦµε νά ἀπογοητεύσουµε ὅλους αὐτούς µέ ἀνούσια, ἄγευστα καί ἀναιµικά κείµενα.
3. Ἐκκλησία - Ὀρθοδοξία – Εὐχαριστία
Ἡ Ὀρθόδοξη πίστη δέν εἶναι ἀφηρηµένη καί δέν παραµένει στίς βιβλιοθῆκες τῶν Ἐκκλησιῶν καί τῶν Μονῶν, ἀλλά εἶναι ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας, πού βιώνεται στά Μυστήρια, ψάλλεται στίς ἱερές ἀκολουθίες, µετέχεται στήν θεία Εὐχαριστία, ἀποκαλύπτεται στήν προσευχή καί στόν ἀσκητικό ἀγώνα. Αὐτή ἡ «θεολογία τῶν γεγονότων» καταγράφεται στά ὁµολογιακά κείµενα καί τίς ἀποφάσεις τῶν Τοπικῶν καί Οἰκουµενικῶν Συνόδων.
∆έν ὑπάρχει διάσταση µεταξύ µυστηρίων καί ὁµολογίας, προσευχῆς καί καθηµερινῆς ζωῆς, θείας Λειτουργίας καί Συνοδικῶν ∆ιασκέψεων.
Συνδέεται πολύ στενά τό lex credendi µέ τό lex orandi. Ἄν ὑπάρχη µιά διάσπαση µεταξύ αὐτῶν τῶν δύο, δηλαδή µεταξύ δόγµατος καί λατρείας, εἶναι ἀπόκλιση ἀπό τήν ἀλήθεια. Αὐτό σηµαίνει ὅτι κάθε Συνοδική ἀπόφαση πού ἀντιπαρατίθεται στήν θεολογία τῶν εὐχῶν τῶν Μυστηρίων καί τῶν τροπαρίων εἶναι ἀντορθόδοξη ἀπόφαση.
Ὁ Ἐπίσκοπος πρ. Ἐρζεγοβίνης καί Ζαχουµίου Ἀθανάσιος Γιέφτιτς σέ µιά σηµαντική µελέτη του µέ τίτλο «Ἐκκλησία, Ὀρθοδοξία καί Εὐχαριστία παρά τῷ ἁγίῳ Εἰρηναίῳ» (βλ. Ἀθανασίου Γιέφτιτς, Χριστός ἀρχή καί τέλος, ἐκδ. Ἵδρυµα Γουλανδρῆ-Χόρν, Ἀθήνα 1983, σελ. 109 κ.ἑξ.) καταγράφει τόν σύνδεσµο πού ὑπάρχει µεταξύ Ἐκκλησίας, Ὀρθοδοξίας καί Εὐχαριστίας, ὅπως ἀναλύεται ἀπό τόν ἅγιο Εἰρηναῖο Ἐπίσκοπο Λυῶνος.
Νά θυµίσω ὅτι ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος εἶναι ἕνας Ἀποστολικός Πατέρας πού ἔζησε στήν Λυώνα σέ µιά κρίσιµη περίοδο (140-202) ὅταν ἐξέλιπαν οἱ Ἀπόστολοι καί ἐµφανίσθηκαν οἱ αἱρετικοί Γνωστικοί, οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν ὅτι ἔλαβαν µιά «ἀπόκρυφον γνῶσιν» καί «κρυφά µυστήρια». Ἔτσι, ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος δίδασκε τήν στενή σχέση πού ὑπάρχει µεταξύ Ἐκκλησίας, Ὀρθοδοξίας καί θείας Εὐχαριστίας.
Κατά τόν ἅγιο Εἰρηναῖο ἡ Ἐκκλησία διαφυλάσσει τήν πίστη τῶν Ἀποστόλων. «Ἡ ἀπό τῶν ἀποστόλων παράδοσις, ἡ διά τῶν διαδόχων των πρεσβυτέρων φυλασσοµένη ἐν ταῖς ἐκκλησίαις». Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος δέν χρησιµοποιεῖ τόν ὅρο «Ἐκκλησία» ἤ «Ἐκκλησίαι» γιά τούς Γνωστικούς, παρά µόνον τίς λέξεις «συναγωγή» καί «διδασκαλεῖον». Ἐπίσης, προτρέπει τούς Πρεσβυτέρους νά ὑπακούουν στούς διαδόχους τῶν Ἀποστόλων πού ἔχουν «τό χάρισµα τῆς ἀληθείας ἀσφαλές» καί ὅσοι ἀφίστανται ἀπό αὐτούς τούς χαρακτηρίζει «ὡς αἱρετικούς καί κακογνώµονας ἤ ὡς σχίζοντας (τήν Ἐκκλησία) καί ὑπερηφάνους καί αὐθάδεις».
Ἔπειτα, ἡ Ἐκκλησία συνδέεται στενά µέ τήν Ὀρθοδοξία, τήν ἀληθινή πίστη. Γράφει ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος: «ἡ ὑπό τῆς Ἐκκλησίας κηρυσσοµένη ἀλήθεια», «ἡ ἀπό τῶν ἀποστόλων ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ παράδοσις καί τό τῆς ἀληθείας κήρυγµα».
Ἀκόµη ἡ Ἐκκλησία καί ἡ Ὀρθοδοξία συνδέονται µέ τήν θεία Εὐχαριστία. Γράφει ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος: «Ἡµῶν δέ σύµφωνος ἡ γνώµη τῇ εὐχαριστίᾳ καί ἡ εὐχαριστία πάλιν βεβαιοῖ τήν γνώµην». Οἱ εὐχές τῆς θείας Εὐχαριστίας ὁµολογοῦν τό µυστήριο τῆς θείας Οἰκονοµίας, δηλαδή τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, καί τό µυστήριο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου.
Ἑρµηνεύοντας ὅλα αὐτά ὁ Ἐπίσκοπος Ἀθανάσιος Γιέφτιτς παρατηρεῖ:
«Κατά τήν µαρτυρίαν τοῦ Εἰρηναίου εἰς τήν συνείδησιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἐποχῆς του δέν ἦτο δυνατόν νά ὑπάρχη ὁποιοσδήποτε διαχωρισµός ἤ ἀνεξαρτητοποίησις µεταξύ Ἐκκλησίας, εὐχαριστίας καί ὀρθοδοξίας, διότι οὔτε ὑπάρχει Ἐκκλησία χωρίς τήν ὀρθοδοξίαν καί τήν εὐχαριστίαν, οὔτε δέ ἡ ὀρθοδοξία χωρίς τήν Ἐκκλησίαν καί τήν εὐχαριστίαν, οὔτε πάλιν ἡ εὐχαριστία ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ἀληθινῆς πίστεώς της. Ὅπως "οἱ ἐκτός τῆς ἀληθείας", δηλ. ἐκτός τῆς ὀρθῆς πίστεως εὑρισκόµενοι, εὑρίσκονται αὐτοµάτως καί ταυτοχρόνως καί "ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας", οὕτω καί τἀνάπαλιν, οἱ ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας εὑρίσκονται καί ἐκτός τῆς ὀρθοδοξίας (ἐκτός τῆς ἀληθείας) καί ἐκτός τῆς ἀληθοῦς καί θεαρέστου εὐχαριστίας (τῆς κοινωνίας τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ), ἐφ' ὅσον ἡ πίστις εἶναι ἡ ἔκφρασις τῆς ἀληθινῆς παραδόσεως καί ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ἀληθινῆς εὐχαριστιακῆς πράξεως καί συνάξεώς της».
Αὐτή ἡ ἀλήθεια ἔχει µερικές θαυµαστές συνέπειες. Θά καταγραφοῦν µερικές ἀπό αὐτές.
α) «Ἡ µέχρι σήµερον ἐµµονή τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας εἰς τήν ὀρθήν πίστιν καί τήν ὀρθήν πρᾶξιν καί ὀρθήν σύναξιν τῶν ἀποστόλων καί τῶν ἀληθινῶν µαθητῶν αὐτῶν, καί ὡς συνέπειαν τούτου ἡ µή ἀναγνώρισις κοινωνίας µέ καµµίαν ἄλλην "ἐκκλησίαν" ἐκτός τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ καλυτέρα ἀπόδειξις τῆς µέχρι τῶν ἡµερῶν µας ἐπιβιώσεως τῆς ἰδίας αὐτῆς περί Ἐκκλησίας συνειδήσεως τοῦ Εἰρηναίου καί γενικῶς ὅλης τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας».
β) «Ὅλαι αἱ οἰκουµενικαί καί τοπικαί σύνοδοι τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἀπέβλεπον τελικῶς εἰς τόν αὐτόν σκοπόν· τήν διαφύλαξιν τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως εἰς τήν πίστιν καί τήν ζωήν καί τήν λατρείαν τῆς Ἐκκλησίας, καί εἰς τόν ἀποκλεισµόν ἀπό τήν ἐκκλησιαστικήν ἐν τῇ εὐχαριστίᾳ κοινωνίαν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διαστρέφουν τόν σωτήριον "κανόνα τῆς ἀληθείας", τόν ὁποῖον ἀπό τούς ἀποστόλους καί τούς γνησίους µαθητάς των, τούς πατέρας, παρέλαβεν ἡ Ἐκκλησία. Τοιουτοτρόπως προεφυλάσσετο ἡ σωτηρία τῶν πλασµάτων τοῦ Θεοῦ, τῶν ἀνθρώπων.
∆ιά τόν λόγον αὐτόν ἀπό τούς πρώτους αἰῶνας µέχρι σήµερον οἱ ὀρθόδοξοι ὑπογραµµίζουν συνεχῶς ὅτι δέν ὑπάρχει σωτηρία ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή ἐκτός τῆς µετά τοῦ Χριστοῦ ἑνότητος καί κοινωνίας τῶν ἀνθρώπων καί τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν ἐν τῇ ὀρθῇ καί ἀληθινῇ πιστει καί τῇ χαρισµατικῇ πράξει καί τῇ εὐχαριστιακῇ συνάξει καί κοινωνίᾳ καί τῇ χάριτι τοῦ Πνεύµατος καί τῶν δώρων αὐτοῦ. Ἡ σωτηρία εἶναι ἕνωσις καί κοινωνία µετά τοῦ Χριστοῦ, ἡ δέ κοινωνία αὐτή πραγµατοποιεῖται µόνον ἐν τῷ σώµατι τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία, καί συγκεκριµένως ἐν τῇ εὐχαριστιακῇ κοινωνίᾳ τῶν ἐν ἑκάστῃ τοπικῇ ἐκκλησίᾳ ὀρθῶς πιστευόντων εἰς τόν Χριστόν καί εἰλικρινῶς ἡνωµένων πέριξ τῶν ἐπισκόπων ὡς φορέων τῶν "ἀποστολικῶν διαδοχῶν" ἐν ταῖς Ἐκκλησίαις».
γ) «Ἡ "ἀποστολική διαδοχή" αὐτή τῶν ἐπισκόπων εἶναι διαδοχή (succesio) αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς πληρότητος τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας τῶν ἐν τῷ κόσµῳ τοπικῶν ἐκκλησιῶν µετά τοῦ Χριστοῦ καί µεταξύ τῶν ἐν τῇ ὀρθῇ πίστει, τῇ ἀληθεῖ καί σωτηρίῳ διδασκαλίᾳ, καί ἐν τῇ χάριτι τοῦ Πνεύµατος τοῦ Θεοῦ καί τῷ σώµατι καί αἵµατι τοῦ Χριστοῦ. ∆έν εἶναι ἡ ἀποστολική διαδοχή, κατά τόν Εἰρηναῖον, διαδοχή µόνης τῆς "χειροτονίας", ἀλλά διαδοχή καί συνέχεια ὅλης τῆς οἰκονοµίας τοῦ Θεοῦ τῆς ἐπί τῇ ἀνθρωπότητι γενοµένης, ὅλης δηλαδή τῆς ὑποστάσεως καί ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ὅλης τῆς πληρότητος καί καθολικότητός της».
δ) «Εἰς τήν "οἰκουµενίζουσαν" ἀλλά µή ὀρθοδοξοῦσαν ἐποχήν µας ἡ θεολογική καί ἐκκλησιαστική µαρτυρία αὐτή τοῦ ἱεροµάρτυρος Εἰρηναίου, ἐπισκόπου τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, –εἰς τήν ὁποίαν ἐκυριάρχει ἡ συνείδησις περί ἀδιαιρέτου ἑνότητος τοῦ ἀποστολικοῦ καί καθολικοῦ καί ὀρθοδόξου καί εὐχαριστιακοῦ χαρακτῆρος τῶν τοῦ Θεοῦ ἀνά τόν κόσµον διεσπαρµένων ἐκκλησιῶν– δι' ἡµᾶς τούς Ὀρθοδόξους σηµαίνει πάντοτε τήν ζῶσαν παράδοσιν περί τοῦ µυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ἑνότητός της, τῆς ὁποίας παραδόσεως δέν δυνάµεθα νά ἀποµακρυνθῶµεν οὔτε νά τήν ἀλλάξωµεν. Οἱ Ὀρθόδοξοι δέν ἀλλάζοµεν τήν παραδοσιακήν µας συνείδησιν περί Ἐκκλησίας, διότι τοῦτο θά ἐσήµαινε τήν ἀλλαγήν τῆς Ἐκκλησίας, τήν διακοπήν δηλαδή τοῦ ἱστορικοῦ οἰκουµενισµοῦ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, τήν διακοπήν τῆς ἑνότητός µας καί κοινωνίας µέ τήν ἀποστολικο-πατερικήν Ἐκκλησίαν ὅλων τῶν αἰώνων».
Ἑποµένως, κατά τόν ἅγιο Εἰρηναῖο Ἐπίσκοπο Λυῶνος, δέν ὑπάρχει Ἐκκλησία χωρίς Ὀρθοδοξία καί θεία Εὐχαριστία· δέν ὑπάρχει Ὀρθοδοξία χωρίς Ἐκκλησία καί θεία Εὐχαριστία· καί δέν ὑπάρχει θεία Εὐχαριστία χωρίς τήν Ἐκκλησία καί τήν Ὀρθοδοξία. Αὐτή εἶναι ἡ παράδοση πού διατρέχει τήν Ἐκκλησία ἀπό τῶν Ἀποστόλων καί µέχρι σήµερα στήν συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας.
4. Οἱ ἀποφάσεις τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶναι µιά ἀπό τίς δεκατέσσερεις Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Παρέλαβε τήν αὐτοκεφαλία της µέ τόν Συνοδικό-Πατριαρχικό Τόµο τοῦ 1850 καί σέ αὐτήν προσετέθησαν διάφορες κατά καιρούς ἐπαρχίες, ἄλλες κατά ἀφοµοίωση (1866, 1882) καί ἄλλες ἐπιτροπικῶς (1928).
Ὅπως εἶχα καθῆκον µελέτησα τά κείµενα πού εἶχαν προετοιµάσει οἱ ἀντιπρόσωποι ἀπό ὅλες τίς Ἐκκλησίες καί ὑπεγράφησαν ἀπό τούς Προκαθηµένους. Κατά τήν µελέτη τῶν κειµένων ἀπό τήν ∆ιαρκῆ Ἱερά Σύνοδο καί τήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀποφασίσθηκε νά γίνουν διάφορες ἀλλαγές, ἤτοι διορθώσεις, προσθῆκες µέσα στήν προοπτική τῆς βελτιώσεως τῶν κειµένων. Αὐτό ἔγινε σέ ἕνα πνεῦµα ὁµοψυχίας, ὁµοφωνίας στά περισσότερα καί ἐλάχιστες µειοψηφίες σέ µερικά ἀπό αὐτά, καί µιά πρόταση µέ ἀνοικτή ψηφοφορία.
Ἔτσι προῆλθε ἕνα ἀποτέλεσµα πού ἱκανοποίησε ὅλους τούς Ἱεράρχες, ἀλλά καί ἐκείνους πού ἔµαθαν γιά τήν ἀπόφαση. Στήν συνέχεια θά παρουσιάσω τά κεντρικά σηµεῖα τῆς ἀποφάσεως.
Τό βασικό σηµεῖο εἶναι ὅτι ἐνῶ στό κείµενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον» σέ διάφορες παραγράφους γινόταν λόγος ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία «ἀναγνωρίζει τήν ἱστορικήν ὕπαρξιν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν», αὐτό ἀντικαταστάθηκε µέ τήν φράση: «γνωρίζει τήν ἱστορικήν ὕπαρξιν ἄλλων Χριστιανικῶν Ὁµολογιῶν καί Κοινοτήτων».
Ἐπίσης, σηµαντικό σηµεῖο εἶναι αὐτό πού ἀναφέρεται στήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἐνῶ στό κείµενο γινόταν λόγος γιά τό ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας «εἶναι ἀδύνατον νά διαταραχθῆ», ἐν τούτοις γινόταν στήν συνέχεια λόγος γιά τήν προσπάθεια νά ἀποκατασταθῆ ἡ ἑνότητα µεταξύ τῶν Χριστιανῶν, ὡσάν νά ἰσχύη ἡ θεωρία τῶν κλάδων. Στό κείµενο ἔγιναν µερικές διορθώσεις, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία πιστεύει ὅτι «ἡ ἑνότης αὐτῆς εἶναι ἀδύνατον νά διαταραχθῆ» καί συµµετέχει «εἰς τήν κίνησιν πρός ἀποκατάστασιν τῆς ἑνότητος τῶν λοιπῶν Χριστιανῶν» ἤ «τῆς ἀπωλεσθείσης ἑνότητος τῶν λοιπῶν Χριστιανῶν», καθώς ἐπίσης ὅτι ἐργάζεται ὥστε νά ἔλθη ἐκείνη ἡ ἡµέρα κατά τήν ὁποίαν «ὁ Κύριος θά ἐκπληρώση τήν ἐλπίδα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας περί ἐπισυναγωγῆς εἰς αὐτήν πάντων τῶν ἐσκορπισµένων καί γενήσεται µία ποίµνη εἷς ποιµήν».
Ἀκόµη σηµαντικό σηµεῖο εἶναι αὐτό στό ὁποῖο γίνεται λόγος γιά τήν προοπτική «τῶν θεολογικῶν διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας µετά τῶν ἄλλων Χριστιανικῶν Ὁµολογιῶν καί Κοινοτήτων», οἱ ὁποῖοι διάλογοι «προσδιορίζονται πάντοτε ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας καί τῶν κανονικῶν κριτηρίων τῆς ἤδη διαµορφωθείσης ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως συµφώνως πρός τούς ἱερούς κανόνας τῶν Οἰκουµενικῶν καί τῶν ὑπό τούτων ἀναγνωριζοµένων Τοπικῶν Συνόδων, ὡς εἶναι οἱ Κανόνες 46, 47 καί 50 τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, οἱ 8 καί 19 τῆς Α΄ Οἰκουµενικῆς Συνόδου, ὁ 7 τῆς Β΄ Οἰκουµενικῆς, ὁ 95 τῆς Πενθέκτης, καί ὁ 7 καί 8 τῆς Λαοδικείας».
Ἐπίσης, προσετέθη µιά ἀπαραίτητη διευκρίνιση: «∆ιευκρινίζεται, ὅτι, ὅταν ἐφαρµόζεται ἡ κατ’ οἰκονοµίαν εἰσδοχή τῶν ἑτεροδόξων διά Λιβέλλου καί ἁγίου Χρίσµατος, δέν σηµαίνει ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τήν ἐγκυρότητα τοῦ Βαπτίσµατος ἤ καί τῶν λοιπῶν µυστηρίων αὐτῶν».
Στήν παράγραφο πού γινόταν λόγος γιά τήν καταδίκη κάθε διάσπασης τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας ἀπό ἄτοµα ἤ ὁµάδες καί γιά τήν διατήρηση τῆς γνησίας ὀρθοδόξου πίστεως, ἡ ὁποία διασφαλίζεται διά τοῦ Συνοδικοῦ συστήµατος, προσετέθησαν ὁ 6ος Κανόνας τῆς Β΄ Οἰκουµενικῆς Συνόδου καί οἱ 14ος καί 15ος τῆς Πρωτοδευτέρας Οἰκουµενικῆς Συνόδου.
Σέ ἄλλη παράγραφο πού γινόταν λόγος γιά τήν ἀναγκαιότητα τοῦ διαχριστιανικοῦ θεολογικοῦ διαλόγου, χωρίς προκλητικές ἐνέργειες ὁµολογιακοῦ ἀνταγωνισµοῦ, προστέθηκε µέσα σέ παρένθεση ἡ Οὐνία, πράγµα τό ὁποῖο σηµαίνει ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν δέχεται τόν ὑποκριτικό αὐτόν τρόπο γιά τήν ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν, ὅπως τό ἐπαγγέλλεται στήν πράξη ἡ Οὐνία.
Σηµαντική διόρθωση στήν παράγραφο ὅτι οἱ κατά τόπους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες «καλοῦνται νά συµβάλουν εἰς τήν διαθρησκειακήν συνεννόησιν καί συνεργασίαν», ἔγινε µέ τήν προσθήκη τῆς φράσεως «διά τήν εἰρηνικήν συνύπαρξιν καί κοινωνικήν συµβίωσιν τῶν λαῶν, χωρίς τοῦτο νά συνεπάγεται οἱονδήποτε θρησκευτικόν συγκρητισµόν».
Γιά τήν συµµετοχή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στό Παγκόσµιο Συµβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν (ΠΣΕ) ἔγινε εὐρύτατος λόγος. Ἡ πρόταση τῆς ∆ιαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου ἦταν νά διαγραφοῦν οἱ σχετικές παράγραφοι πού ἀναφέρονται σέ αὐτό. Κατόπιν ἐντόνου συζητήσεως ἔγινε φανερή ψηφοφορία (διά ἀνατάσεως τῆς χειρός), ἀπό τήν ὁποία προέκυψε ὅτι δεκατρεῖς (13) Ἀρχιερεῖς πρότειναν νά διαγραφοῦν οἱ παράγραφοι αὐτοί, ἑξήντα δύο (62) νά παραµείνουν καί δύο (2) εἶχαν διαφορετικές ἀπόψεις.
Ἔτσι, ἡ πλειοψηφία τῶν Ἱεραρχῶν ἦταν νά παραµείνουν οἱ παράγραφοι αὐτοί στό κείµενο καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος συµµετέχει στίς ἐργασίες τοῦ ΠΣΕ σύµφωνα µέ τίς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις. Στήν συζήτηση καί ψηφοφορία ὑπεστήριξα ὅτι θά πρέπει νά παραµείνουµε στό ΠΣΕ ὡς παρατηρητές, ἀλλά αὐτή ἦταν ἡ µοναδική πρόταση.
Παρά ταῦτα στό κείµενο αὐτό ἡ φράση ὅτι οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες στό ΠΣΕ συµβάλλουν «δι’ ὅλων τῶν εἰς τήν διάθεσιν αὐτῶν µέσων εἰς τήν µαρτυρίαν τῆς ἀληθείας καί τήν προαγωγήν τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν» διορθώθηκε µέ τήν φράση συµβάλλουν «δι’ ὅλων τῶν εἰς τήν διάθεσιν αὐτῶν µέσων διά τήν προώθησιν τῆς εἰρηνικῆς συνυπάρξεως καί τῆς συνεργασίας ἐπί τῶν µειζόνων κοινωνικοπολιτικῶν προκλήσεων καί προβληµάτων».Αὐτό σηµαίνει ὅτι ὁ λόγος συµµετοχῆς τῆς Ἐκκλησίας µας στό ΠΣΕ εἶναι µόνον γιά κοινωνικούς λόγους καί ὄχι γιά τήν µαρτυρία τῆς ἀληθείας καί τήν προαγωγή τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν.
Στό κείµενο µέ τίτλο «Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσµῳ», γινόταν λόγος γιά τό ἀνθρώπινο πρόσωπο καί γιά τήν κοινωνία τῶν προσώπων. Παράλληλα ὅµως διαρκῶς γινόταν λόγος καί γιά τόν ἄνθρωπο. Ὁπότε, χάριν θεολογικῶν λόγων καί ἑνοποιήσεως τοῦ κειµένου ἀντικαταστάθηκε ἡ φράση «ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου» µέ τήν φράση «ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου».
Στό κείµενο µέ τίτλο «Τό αὐτόνοµον καί ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ» προσετέθη µία παράγραφος:«Ἐκκλησιαστικαί Ἐπαρχίαι δι' ἅς ἐξεδόθη Πατριαρχικός Τόµος ἤ Πρᾶξις, δέν δύνανται ἵνα αἰτήσωνται τήν χορήγησιν αὐταῖς αὐτονοµίας, διατηρουµένου ἀπαρασαλεύτου τοῦ ὑφισταµένου ἐκκλησιαστικοῦ καθεστῶτος αὐτῶν».
Σέ µιά ἄλλη παράγραφο τοῦ ἰδίου κειµένου, στό ὁποῖο γινόταν λόγος γιά τήν χορήγηση τῆς Αὐτονοµίας σέ µιά Ἐπαρχία ἀπό τήν Μητέρα Ἐκκλησία προστέθηκε ἡ φράση «ὁµοφώνως».
Αὐτές ἦταν οἱ βασικές προτάσεις βελτιώσεως τῶν κειµένων ἀπό τήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
Θά ἤθελα νά διατυπώσω δύο σκέψεις.
Πρῶτον, µέσα ἀπό αὐτές τίς προσθῆκες καί τίς ἀλλαγές διαφαίνεται µιά παραδοσιακή ἐκκλησιολογία, µέσα στίς δυνατότητες τίς ὁποῖες εἶχε ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας µας νά κάνη αὐτό τό ἔργο. Οἱ ἀποφάσεις αὐτές κατά βάσιν ἦταν ὁµόφωνες καί κανείς δέν µπορεῖ νά ἰσχυρισθῆ ὅτι στήν Ἱεραρχία οἱ «συντηρητικοί» Ἱεράρχες ἐπιβλήθηκαν ἐπί «τῶν προοδευτικῶν» Ἱεραρχῶν!!!
Ὑπῆρξαν βέβαια καί προτάσεις νά ἀποσυρθῆ τελείως τό κείµενο «Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον» γιά περαιτέρω ἐπεξεργασία, ἀλλά δέν ἔγινε ἀποδεκτό ἀπό τήν Ἱεραρχία.
∆εύτερον, οἱ ἀποφάσεις αὐτές εἶναι δεσµευτικές γιά τήν Ἐκκλησία µας, διότι ἔγιναν ἀποδεκτές κατά βάσιν ὁµοφώνως. Αὐτό σηµαίνει ὅτι ἡ ἀντιπροσωπεία µας στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο πρέπει νά τίς ὑποστηρίξη γιά νά περάσουν στό κείµενο καί δέν ἔχει δυνατότητα ὑπαναχώρησης.
Συµπέρασµα
Ὕστερα ἀπό τά ἀνωτέρω, καταλήγω στό συµπέρασµα ὅτι ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος, µέ ὅσες Ἐκκλησίες προσέλθουν, θά πρέπει ὁπωσδήποτε στό Μήνυµά της νά ἀναφέρη ρητῶς τίς Οἰκουµενικές καί Μεγάλες Συνόδους, καί νά παύση νά διαδίδεται τό «παραµύθι» πού εἶναι ἀνιστόρητο, ἀθεολόγητο, ἀντιεκκλησιαστικό, ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτή συνεκλήθη ὕστερα ἀπό 1200 χρόνια, ἤ ὅτι εἶναι ἡ πρώτη Σύνοδος µετά τό Σχίσµα.
Μέ πολύ σεβασµό, παρακαλῶ ἱκετευτικῶς τούς Προκαθηµένους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, πού τελικά θ΄α παραστοῦν, ἰδίως τόν Παναγιώτατο Οἰκουµενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολοµαῖο, ὁ ὁποῖος κοπίασε γιά νά φθάσουν τά πράγµατα ἕως ἐδῶ, νά ἀναφέρουν ρητῶς ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτή εἶναι συνέχεια τῶν Συνόδων τοῦ Μεγάλου Φωτίου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαµᾶ, τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, τῶν Μεγάλων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς, τῶν Προκατόχων τους, ἐκ τῶν ὁποίων µερικοί ἐµαρτύρησαν γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας. ∆ιαφορετικά θά ὑπάρχη ἕνας ἐπί πλέον λόγος νά ἀπαξιωθῆ στήν συνείδηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώµατος ὡς Σύνοδος ἀντιφωτιανή, ἀντιπαλαµική, ἀντιµαρκιανή (Μάρκου Εὐγενικοῦ), ἀντιφιλοκαλική!
Αἰσθάνοµαι ὅτι κατά τήν διάρκεια τῶν Συνεδριάσεων τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου θά ὑπάρξουν Συνοδικοί πού θά αἰσθανθοῦν τήν φωνή τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, τά αἵµατα τῶν Μαρτύρων τῆς πίστεως, τά δάκρυα καί τούς ἀγῶνες τῶν ἀσκητῶν, τούς ἱδρῶτες τῶν ἱεραποστόλων, τήν προσευχή τῶν «τοῦ Χριστοῦ πενήτων», τήν προσδοκία τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ. ∆υστυχεῖς θά εἶναι ὅσοι δέν θά τό αἰσθανθοῦν αὐτό, οὔτε θά τό καταλάβουν.
Ἰούνιος 2016
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...