
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΩΤΑΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΜΕΤΣΧΕΤΗΣ ΚΑΙ ΤΥΦΛΙΔΟΣ ΚΑΙ ΚΑΘΟΛΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΝ ΠΑΣΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ (ΙΒΗΡΙΑΣ) κ.κ. ΗΛΙΑΝ Β΄
Μακαριώτατε,
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!
Ταπεινῶς καί εὐσεβάστως ἐκφράζουμε τόν βαθύτατο θαυμασμό, πού μᾶς προκαλεῖ τό πνευματικό Σας ἔργο στόν ὁμόδοξο καί ἀδελφό Γεωργιανό λαό, ὁ ὁποῖος πέρασε δύσκολα χρόνια ἐπί κομμουνισμοῦ καί σήμερα δοκιμάζεται ἀπό τόν κίνδυνο τῆς ἐκκοσμικεύσεως. Ἰδιαιτέρως ἐπιθυμοῦμε νά ἐκφράσουμε τήν χαρά μας καί τίς εὐχαριστήριες προσρήσεις μας πρός Ἐσᾶς, ἐπειδή τό Σεπτό Πατριαρχεῖο τῆς Γεωργίας ἀπέρριψε κάθε ἀντικανονικό συμβιβασμό μέ τόν ἑτερόδοξο κόσμο. Αἰσθανόμαστε ἀσφαλεῖς ἐξαιτίας τῆς παρουσίας τῆς Μακαριότητός Σας στόν Ὀρθόδοξο κόσμο. Ἐσεῖς, Μακαριώτατε, ὁμολογεῖτε τήν Ὀρθόδοξη Πίστι, ὑπερασπίζεσθε τήν Ὀρθοδοξία καί δέν λησμονήσατε τούς φοβερούς ὅρκους, πού ἐδώσατε κατά τή χειροτονία Σας ὡς Ἐπίσκοπος, δηλαδή νά διαφυλάσσετε καί νά διατηρεῖτε ἀκέραιη τήν πίστι τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας.
Σέ μιά ἐποχή ταραχῆς καί συγχύσεως ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας κινδυνεύει νά εἰσέλθη σέ μεγάλη δοκιμασία καί περιπέτεια ἐν ὄψει τῆς συγκλήσεως τῆς «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου», ἡ ὁποία θά συνέλθη τόν προσεχῆ Ἰούνιο στήν Κρήτη. Βεβαίως, οἱ μόνοι λόγοι, πού θά δικαιολογοῦσαν τήν σύγκλησι αὐτῆς τῆς Συνόδου, δέν εἶναι ἄλλοι παρά μόνο α) ἡ καταδίκη τῆς συγκρητιστικῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως τήν ἀποκαλοῦσε ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Πόποβιτς, β) ἡ ἀποτροπἠ τῆς παρουσίας τῶν Ὀρθοδόξων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν στό λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν» (Π.Σ.Ε.) καί γ) ἡ καταδίκη τῆς μεταπατερικῆς καί ἀντιπατερικῆς «νέας ἐκκλησιολογίας», ἡ ὁποία ἀπορρίπτει τά χαρισματικά, δογματικά καί κανονικά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας.
Δυστυχῶς, ὅμως, αὐτή ἡ Σύνοδος, ἀντί νά ἀσχοληθῆ μέ τά ἀνωτέρω καίριας σημασίας θέματα, λαμβάνοντας καταδικαστική ἀπόφασι, φαίνεται νά νομιμοποιῆ καί ἀποδέχεται τήν παναίρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τήν σχετικοποίησι στήν Ἐκκλησία καί νά προβάλλη τό λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» καί τήν συμμετοχή τῆς Μιᾶς καί Μόνης Ἐκκλησίας σ’αὐτόν τόν ἀντορθόδοξο ὀργανισμό, μέ βάσι τόν διάλογο ἐπί ἴσοις ὅροις μέ τίς Προτεσταντικές αἱρέσεις, γιά νά δώσει δῆθεν τήν καλή μαρτυρία ἐνώπιον αὐτῶν. Ἀλλά, μετά ἀπό ἕνα ὁλόκληρο αἰῶνα Διαλόγων, δέν ὑπάρχει κανένα ἀποτέλεσμα καί καμμία καρποφορία, ἀκριβῶς ἐπειδή ἡ Ἀλήθεια φαλκιδεύεται καί ἀποσιωπᾶται ἀπό τούς ὀρθοδόξους ἐκπροσώπους στίς συνεδριάσεις τῶν οἰκουμενιστικῶν αὐτῶν ὀργανισμῶν καί χρησιμοποιεῖται μία γλῶσσα μέ διπλή ἔννοια καί ἀσαφής, δῆθεν διπλωματική, ἡ ὁποία δέν ἀνήκει στό πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ.
Ἀπεναντίας, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ζημιώνεται καί θά ζημιωθῆ πάρα πολύ ἐξαιτίας τῆς συμμετοχῆς της στό λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» (Π.Σ.Ε.). Στό ὄνομα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, πολλοί ἑτερόδοξοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νά ἐπιστρέψουν στήν Ὀρθοδοξία, δέν εἰσέρχονται στήν Ἐκκλησία μέ τό εἰσαγωγικό καί ἄκρως ἀπαραίτητο Μυστήριο τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, ἰδιαίτερα στή Δύσι. Μέ τόν τρόπο, ὅμως, αὐτό ἐμποδίζεται ἡ διάδοσις τῆς ἀληθινῆς Πίστεως καί κλείονται οἱ πύλες τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν γιά ὅσους ἐπιθυμοῦν νά ἔλθουν στήν Ἀλήθεια.
Πολλές προτεσταντικές ὁμάδες τοῦ λεγομένου «Π.Σ.Ε.» θεωροῦν τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς «μία κατώτερη ἐκκλησία, διότι δέν εὐλογεῖ τούς γάμους τῶν ὁμοφυλόφιλων καί δέν δέχεται τήν χειροτονία τῶν γυναικῶν», σύμφωνα μέ τούς ἰσχυρισμούς ἑνός προτεστάντου καθηγητοῦ θεολογίας, πού ἦταν παρών στήν 10 η Γενική Συνέλευσι τοῦ λεγομένου «Π.Σ.Ε.» στό Πουσάν τῆς Κορέας τόν Νοέμβριο τοῦ 2013.
Στίς 23 Μαρτίου 2016 συνδιοργανώσαμε στόν Πειραιᾶ, στό Στάδιο Εἰρήνης καί Φιλίας, σέ συνεργασία μέ τίς Ἱερές Μητροπόλεις Πειραιῶς, Γλυφάδας καί Γόρτυνος, καί μέ τή συμμετοχή τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου, ἐπιστημονική καί θεολογική ἡμερίδα μέ θέμα : «Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος».
Στήν ἡμερίδα αὐτή ἀνεγνώσθη μήνυμα τοῦ ἐκπροσώπου τοῦ Σεπτοῦ Πατριαρχείου Βουλγαρίας, Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λόβετς κ. Γαβριήλ, καί ὡμίλησαν ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Κιέβου καί πάσης Οὐκρανίας Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μπαντσέν κ. Λογγῖνος, οἱ Σεβασμιώτατοι Μητροπολίτες 1.Πειραιῶς κ. Σεραφείμ, 2.Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος, 3.Γλυφάδας κ. Παῦλος, 4.Γόρτυνος κ.Ἱερεμίας καί ἡ ἐλαχιστότητά μου, ὁ ἐλλογιμώτατος Καθηγητής τῆς Δογματικῆς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης, ὁ ὁμότιμος Καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Αἰδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Μεταλληνός, ὁ ὁμότιμος Καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης,Αἰδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης, ὁ Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης π. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου, καί πολλές ἄλλες σύγχρονες προσωπικότητες τῆς Ὀρθοδοξίας, Κληρικοί καί Λαϊκοί.
Τό συμπέρασμα τῆς ἡμερίδος ἦταν ὅτι ἡ ἐν λόγῳ Σύνοδος ἔχει μιά σειρά σοβαρῶν προβλημάτων, ὄχι μόνον ὅσον ἀφορᾶ στά προπαρασκευαστικά κείμενα, ἀλλά καί στόν κανονισμό διοργανώσεώς της.
Πῶς εἶναι δυνατόν σ’ αὐτή τήν Σύνοδο νά μήν συμμετέχουν ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά μόνο 24 ἐκ μέρους κάθε Τοπικῆς Ἐκκλησίας; Γιατί λείπει ἡ δυναμική παρουσία Ἰερέων, Ἱερομονάχων, Ἱεροδιακόνων, Μοναχῶν, θεολόγων καί λαϊκῶν; Πῶς εἶναι δυνατόν νά ἐκφρασθῆ καί ψηφισθῆ ἡ Ἀλήθεια ἀπό μιά μειονότητα Ἐπισκόπων, ἡ ὁποία δέν ἐκπροσωπεῖ καθ’ ὁλοκληρίαν τό Πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας; Πῶς εἶναι δυνατόν νά μήν ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν οἱ Ἐπίσκοποι καί οἱ Τοπικές Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες ἐκφράζουν ἀντιρρήσεις στά κείμενα, μέ τό πρόσχημα ὅτι ἀποτελοῦν δῆθεν μειοψηφία; Πῶς εἶναι δυνατόν ἀπό ἐκκλησιολογικῆς καί κανονικῆς πλευρᾶς ἑκάστη Τοπική Ὄρθόδοξος Ἐκκλησία νά ἔχη μία ψῆφο, καί ὄχι ὁ κάθε Ἐπίσκοπος νά ἔχη τήν ψῆφο του, καί νά ἐπιβάλλεται ἐκ προοιμίου εἰς ὅλα τά θέματα ἡ ἀρχή τῆς ὁμοφωνίας ὡς ἀπαραίτητος ὅρος; Πολύ φοβούμεθα ὅτι αὐτή ἡ Σύνοδος δέν θά ἀποτελέση συνέχεια καί ἐπιβεβαίωσι τῆς διδασκαλίας τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῶν Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων καί τῶν Ἁγίων Πατέρων.
Κατ’ἀρχήν θά ἔπρεπε ν’ ἀλλάξη ἐκ θεμελίων τό Καταστατικό διοργανώσεως τῆς Συνόδου, ἐπειδή εἶναι ἀντισυνοδικό . Πῶς εἶναι δυνατόν νά ἀναγκασθοῦν οἱ Τοπικές Ἐκκλησίες νά ἀποδεχθοῦν τήν ἀπαράδεκτη παρουσία τους στούς Οἰκουμενικούς Διαλόγους καί στούς ἑτεροδόξους ὀργανισμούς («Π.Σ.Ε.» κλπ.); Ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς παρουσίας τῶν ἑτεροδόξων παρατηρητῶ ν πίσω ἀπό τούς Μακ. Προκαθημένους στήν ἔναρξι καί τό τέλος τῆς Συνόδου, ἐνῶ σέ ὡρισμένους ἀπό τούς ἀποκλειομένους νά συμμετάσχουν Ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους, πού ἐνδεχομένως θά ἤθελαν νά παρευρεθοῦν στήν «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο», ἔστω καί ὡς παρατηρητές, δέν θά τούς παρείχετο, προφανῶς, αὐτό τό δικαίωμα καί ἡ δυνατότητα;
Αὐτή ἡ Σύνοδος θέλει νά αὐτοαποκληθῆ ὡς ὁ «ἁρμόδιος καί ἔσχατος κριτής περί τῶν θεμάτων τῆς πίστεως» . Ἔτσι, ὅμως, ἀπ’τή μιά θεωρεῖ τόν ἑαυτό της ἀλάθητο, χωρίς νά σέβεται τά πατερικά κριτήρια καί χωρίς νά εἶναι συνέχεια τῶν Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων καί τῆς διδασκαλίας τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη, διευκρινίζεται ὅτι ἡ Σύνοδος δῆθεν δέν θά ἀσχοληθῆ μέ τά δόγματα, μέ θέματα πίστεως.
Ἐπίσης, ἡ Σύνοδος αὐτή δέν ὀνομάζεται «οἰκουμενική», ὅπως θά ἦταν φυσιολογικό γιά μιά Σύνοδο τῆς καθόλου Ἐκκλησίας, πράγμα πού θά ἀναδείκνυε τήν ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία, ὅτι δηλαδή ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι μόνον ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ Μία καί Μοναδική. Δέν θά ἀναγνωρίση, οὔτε κἄν θά συζητήση γιά τίς Οἰκουμενικές Συνόδους ἐπί Φωτίου τοῦ Μεγάλου (τήν Η’ Οἰκουμενική Σύνοδο) καί ἐπί Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ (τήν Θ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο), οἱ ὁποῖες ἀναθεμάτισαν τίς παπικές αἱρέσεις τοῦ Filioque καί τῆς κτιστῆς χάριτος-ἐνεργείας. Μόνο ἐάν γίνονταν τά ἀνωτέρω ἡ Σύνοδος θά ἀναδεικνυόταν ὡς «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος» καί συνέχεια τῆς Συνοδικῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας καί θά μποροῦσε νά γίνη μελλοντικά ἀποδεκτή ὡς Οἰκουμενική ἀπό τό Πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας.
Τά προπαρασκευαστικά κείμενα τῆς Συνόδου στήν παροῦσα μορφή τους περιέχουν σοβαρές ἀσάφειες καί ἀντιφάσεις . Γράφεται π.χ. ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι Μία καί ταυτόχρονα ὑπάρχουν καί «ἄλλες ἐκκλησίες», χρησιμοποιώντας τόν ὅρο «Ἐκκλησία» γιά τούς αἱρετικούς καί ἑτεροδόξους ἐντελῶς ἀντικανονικά καί ἀπαράδεκτα καί μάλιστα σέ κείμενο Πανορθοδόξου Συνόδου . Οἱ ἀναφερθεῖσες ἀσάφειες τῶν κειμένων δύνανται νά ἑρμηνευθοῦν εὔκολα μέσα ἀπό τό πνεῦμα τῶν ἀντιλήψεων τοῦ Ἰησουίτη θεολόγου Karl Rahner, μέντορα τῆς Β΄ Βατικάνειας «Συνόδου» καί τοῦ Yves Congar. Ὁρισμένες ἀπό τίς ἀντιλήψεις τους υἱοθετεῖ καί ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ἰωάννης, ὅπως τήν «θεωρία τῶν ἀτελῶν ἐκκλησιῶν», σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὁρισμένες ἐκκλησίες βρίσκονται πιό κοντά, ἐνῶ ἄλλες πιό μακριά ἀπό τήν πλήρη Ἐκκλησία. Στήν περίπτωσι τῆς Β΄ Βατικάνειας «Συνόδου» ὁ Παπισμός εἶναι ἡ πλήρης Ἐκκλησία, ἐνῶ οἱ ἄλλες (συμπεριλαμβανομένης καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας) εἶναι οἱ ἀτελεῖς ἐκκλησίες. Στήν περίπτωσι τῆς λεγομένης «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ πλήρης Ἐκκλησία, ἐνῶ οἱ ἄλλες (συμπεριλαμβανομένων τῶν αἱρέσεων τοῦ Παπισμοῦ καί τοῦ Προτεσταντισμοῦ) εἶναι οἱ ἀτελεῖς ἐκκλησίες. Ὅμως, αὐτή ἡ ἀντίληψις μᾶς παραπέμπει σέ μιά Βατικανοποίησι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας , τήν ὁποία προσπαθεῖ νά εἰσαγάγη συνοδικῶς τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ὡς προϊστάμενον αὐτῆς τῆς κινήσεως. Αὐτό εἶναι τό λογικό συμπέρασμα, πού προκύπτει, βάσει τῶν πληροφοριῶν καί τῆς μελέτης τῶν θεολογικῶν κειμένων, σχετικά μέ αὐτή τήν πρωτοφανῆ ἐκκλησιολογία, ὡς ἐξάγεται ἀπό τίς θεολογικές ἀπόψεις τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ἰωάννου καί τήν ἀνάλυσι τῆς ἐκκλησιολογίας τῆς Β΄ Βατικάνειας «Συνόδου», ὅπως κατέδειξε στό ἐξαίρετο βιβλίο του μέ τίτλο «Ἡ ἐκκλησιολογική ἀναθεώρηση τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου˙ μία Ὀρθόδοξη διερεύνηση τοῦ Βαπτίσματος καί τῆς Ἐκκλησίας κατά τό Διάταγμα περί Οἰκουμενισμοῦ» ὁ Αἰδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος π. Πέτρος Χίρς. Οἱ θεωρίες τῶν «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν», τῶν «δύο πνευμόνων τῆς Ἐκκλησίας» (Ὀρθοδοξία καί Παπισμός), τῶν «κλάδων», τῆς «μεταπατερικῆς καί μετακανονικῆς θεολογίας», τῆς «βαπτισματικῆς θεολογίας», ἡ θεωρία ὅτι ἡ Ἐκκλησία περιλαμβάνει ὅλες τίς ὁμολογίες, οἱ ὁποῖες ἀπεσχίσθησαν ἀπό αὐτήν, ἡ ἀποδοχή τῶν μικτῶν γάμων μέ τούς ἑτερόδοξους κ.ἄ. ἀποτελοῦν ἐκφράσεις καί μορφές τῆς νέας ἐκκλησιολογίας, τῆς νέας μεταπατερικῆς ἤ καλύτερα ἀντιπατερικῆς ἐκκλησιολογίας.
Σύμφωνα μέ τήν θεωρία «τῆς βαπτισματικῆς θεολογίας», ὅποιος βαπτίζεται στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ἀνεξαρτήτως πίστεως, δόγματος καί ὁμολογίας. Ὅμως, οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας οὐδέποτε ἀνεγνώρισαν τό βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν, παρά μόνον κατ’ οἰκονομίαν τούς δέχονταν ἐν μετανοίᾳ, ἐφ’ ὅσον διατηροῦσαν τήν ἐξωτερική μορφή τοῦ Βαπτίσματος μέ τίς τρεῖς καταδύσεις καί ἀναδύσεις. Ἡ οἰκονομία δέν δύναται ποτέ νά μετατραπῆ σέ κανόνα πίστεως ἤ σέ δόγμα.
Τά κείμενα τῆς Συνόδου ἔπρεπε νά γραφοῦν, λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψιν τό πνεῦμα τῶν Ἁγίων Πατέρων καί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως. Δέν ἀρκεῖ νά συγκληθῆ μιά Σύνοδος μόνο καί μόνο γιά νά ἀποδειχθῆ στόν κόσμο ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι εἴμαστε ἑνωμένοι. Ἑνωμένοι σέ τί; Ἡ ἕνωσις γίνεται ἐν ἀγάπῃ μόνο βάσει τῆς Ὄρθοδόξου Πίστεως καί τῆς Ἀληθείας. Ἡ ἑνότητα εἶναι ὁ καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως μᾶς λέγει ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός στήν Ἀρχιερατική Του Προσευχή : «ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς… ἁγίασον αὐτούς ἐν τῇ ἀληθείᾳ Σου… ἵνα καί αὐτοί ὦσιν ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ». Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας συνίσταται στήν ἀκέραιη καί ἀβλαβῆ διαφύλαξι τῶν διδασκαλιῶν τῆς ὀρθῆς Πίστεως, τήν ὁποία παρέλαβαν παρά Κυρίου καί μᾶς παρέδωσαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καί οἱ Ἅγιοι Πατέρας, ὁπότε διηρημένοι καί ἀπεσχισμένοι ἀπό τήν Ἐκκλησία εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι, πού φρονοῦν διαφορετικά ἀπό τούς ἁγίους Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, καθώς μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης. Ὁ Χριστός ὀνόμασε «Καθολική» τήν Ἐκκλησία Του, ἐπειδή μόνο αὐτή διατηρεῖ τήν Ἀλήθεια καί τήν Ὁμολογία τῆς Πίστεως, χωρίς τήν ὁποία κανείς δέν μπορεῖ νά σωθῆ.
Δέν ἐπιχειρεῖται νά ἀλλάξη οὔτε ἡ νηστεία, οὔτε ἡ τάξις τοῦ Μοναχισμοῦ, οὔτε ἡ τάξις τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν˙ ὅμως παραχαράσσεται καί στρεβλώνεται τό πιό νευραλγικό σημεῖο, δηλαδή ὁ ὁρισμός τῆς Ἐκκλησίας. Τό κείμενο τῆς Συνόδου μέ τίτλο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» εἶναι κατ’ἐξοχήν δογματικό, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ Καθηγητής τῆς Δογματικῆς κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης˙ ὅμως εἶναι ἀντορθόδοξο, ἐπειδή ἐπιτρέπει ἐντελῶς λανθασμένες ἑρμηνεῖες, οἱ ὁποῖες ἐνθαρρύνουν τίς ἑτερόδοξες ἀντιλήψεις, πρᾶγμα πού σημαίνει ἀλλοίωσι τῆς ἀποκαλυφθείσης Ἀληθείας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ . Ὁ μόνος λόγος συμμετοχῆς σ’αὐτή τήν Σύνοδο μιᾶς Τοπικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία θέλει νά διαφυλάξη μέ ἀκρίβεια τήν θεία Ἀποκάλυψι, δέν εἶναι ἄλλος παρά μόνον ἡ καταδίκη τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τῆς συμμετοχῆς στό λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» καί τῆς νέας μεταπατερικῆς ἐκκλησιολογίας, ἡ ὁποία προκαλεῖ σύγχυσι καί μεγάλη πνευματική ζημία στίς Θεολογικές Σχολές καί σέ Τοπικές Ἐκκλησίες. Ὁ ρόλος μιᾶς Συνόδου εἶναι ἀκριβῶς νά ἀποκόψη ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τίς αἱρετικές διδασκαλίες, καί ὄχι νά τίς νομιμοποιήση.
Μακαριώτατε,
Ταπεινῶς καί βαθυσεβάστως θέλουμε νά συγχαροῦμε καί πάλιν ἐκ μέσης καρδίας τήν Μακαριότητά Σας, ἐπειδή ἀπορρίψατε τό κείμενο γιά τό Μυστήριο τοῦ Γάμου, τό ὁποῖο θεσμοθετεῖ τούς λεγομένους «μικτούς γάμους» στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, πρᾶγμα πού ἀπαγορεύεται ἀπό τούς Ἱερούς Κανόνες. Δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπάρχη Μυστήριο τοῦ Γάμου, παρά μόνον μεταξύ Ὀρθοδόξων, διότι δέν γίνεται ἕνωσις μεταξύ ἀνομοίων καί ἑτεροπίστων. Μέσῳ τῶν «μικτῶν γάμων» ἐγκρίνεται καί πάλι ὁ δογματικός μινιμαλισμός, δηλαδή ἡ βαπτισματική θεολογία, ἡ ὁποία de facto θεωρεῖ ἔγκυρο ὁποιοδήποτε αἱρετικό βάπτισμα, τό ὁποῖο ἐτελέσθη στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Γνωρίζοντας πολύ καλά τήν πλήρη ἀφιέρωσι καί τήν θυσιαστική ἀγάπη Σας γιά τόν Σωτῆρα Ἰησοῦ Χριστό, τόν Ὁποῖον διακονεῖτε μέ ὅλη τήν ὕπαρξί Σας, Σᾶς ἀπηύθυνα ὡς ὁ ἐλάχιστος ἐν Ἐπισκόποις αὐτές τίς ταπεινές σκέψεις, οἱ ὁποῖες προβληματίζουν τό Χριστεπώνυμο Πλήρωμα. Προσευχόμεθα ὁλόθερμα ἡμέρα καί νύκτα στόν Ἀρχιποίμενά μας καί ἐν πᾶσι πρωτεύοντα Κύριο Ἰησοῦ Χριστό νά Σᾶς ἐνισχύη νά παραμένετε πάντοτε εὐσταθής στή θέσι, τήν ὁποία υἱοθετήσατε, καί ἡ ὁποία δέν σημαίνει τίποτε ἄλλο παρά μόνο τήν σταθερή ἐπιμονή καί παραμονή στήν Ὀρθοδοξία, ὡς ἄξιος διάδοχος πού εἶσθε ὄχι μόνο τῶν «θρόνων τῶν Ἀποστόλων», ἀλλά καί τοῦ βίου, τῆς Πίστεως καί τῆς Ὁμολογίας τους
Μακαριώτατε,
Ἐκζητοῦμε μετά τοῦ Ποιμνίου μου ταπεινῶς καί γονυπετῶς τίς ἅγιες καί θεοπειθεῖς εὐχές Σας καί Σᾶς εὐχόμεθα μακροχρόνια ζωή, ὑγεία, δύναμι καί πνευματική χαρά. Οἱ γρηγοροῦντες ἐν τῇ Ὁμολογίᾳ τῆς Πίστεως Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, μαζί μέ πολλούς Κληρικούς καί πιστούς, προβλέπουν μέ κραταιά ἐλπίδα πρός τήν Μακαριότητά Σας καί τήν Ἱερά Σύνοδο τοῦ Σεπτοῦ Πατριαρχείου τῆς Γεωργίας καί Σᾶς ἀποδίδουν φόρο εὐγνωμοσύνης γιά τήν σταθερή θέσι Σας ἐνώπιον τοῦ κλύδωνος, ὁ ὁποῖος ἠγέρθη ἐναντίον τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας.
Ἀσπάζομαι βαθυσεβάστως τήν δεξιάν Σας.
Καί ἐπί τούτοις διατελῶ μετά Πασχαλίων προσρήσεων καί εὐχῶν
Ὁ Μητροπολίτης
†Ὁ Κυθήρων καί Ἀντικυθήρων Σεραφείμ
Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος πού πρόκειται νά συνέλθη τόν Ἰούνιο τοῦ 2016 στήν Κρήτη ἦταν «προσδοκία» πολλῶν, πού τήν ὁραµατίσθηκαν, ἑτοιµάσθηκαν, κουράστηκαν, καί τώρα ὁδηγεῖται πρός τήν σύγκλησή της. Τά ἐρωτήµατα τά ὁποῖα τίθενται εἶναι ἐάν ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος εἶναι αὐτή πού περίµεναν ὅσοι τήν ὁραµατίσθηκαν. Γράφονται καί λέγονται πολλά γιά τό θέµα αὐτό, ἄλλοι ἐκφράζουν τήν χαρά τους, γιατί ἐπιτέλους ἦλθε αὐτή ἡ ποθητή ὥρα, ἄλλοι ἐκφράζουν ἔντονο προβληµατισµό, ἔντονο δισταγµό καί ἄλλοι αἰσθάνονται πλήρη ἀπογοήτευση. Στήν µικρή αὐτή τοποθέτηση θά περιορισθῶ σέ µερικές ἐπισηµάνσεις.
Πηγή: Ακτίνες
Συνέντευξη για τη Μεγάλη Σύνοδο στο Ρουμανικό τηλεοπτικό κανάλι TVR1 [29 Μαΐου 2016]. Δείτε από 7.34΄.
Πηγή: Ακτίνες
Ἅγιον Ὄρος, 4/17 Μαρτίου 2016
ΣΧΟΛΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
ΕΠΙ ΤΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
Ἡ σύντονη καί φιλότιμη προσπάθεια τῶν Ἀντιπροσωπειῶν τῶν Ἁγιωτάτων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στίς Πανορθόδοξες Προσυνοδικές Διασκέψεις ἔφερε ἐν τέλει τά ἐν σχεδίῳ προσυνοδικά κείμενα στήν μορφή, μέ τήν ὁποία δό-θηκαν στήν δημοσιότητα μέ ἐντολή τῶν Σεπτῶν Προκαθημένων στίς 21-28 Ἰανουαρίου 2016.
Τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας ἔχει τώρα τήν δυνατότητα νά ἐκφράσῃ εὐ-λαβῶς τήν κρίσι του ἐπί τῶν κειμένων, συμμετέχοντας ἔτσι στήν συνοδική λει-τουργία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.
Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ, ἔχει τήν μορφή ὑπομνήματος. Εἶναι εὐλαβής ἔκθεσις τῶν σκέψεών μας πρός τούς Σεβ. Ἱεράρχας τῆς ἁγίας Ὀρθοδόξου Ἐκ-κλησίας μας περί τοῦ πῶς τά ἐν σχεδίῳ κείμενα θά μποροῦσαν νά λάβουν μία περισσότερο «καθολική» μορφή, νά ἐκφράζουν δηλαδή ἀκριβέστερα τό καθο-λικό φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τό διασώζει ἡ Κανονική μας παράδοσις, ἡ λατρευτική συνείδησις καί ἡ ἐμπειρία τῶν χαρισματούχων Ἁγίων μας: ἡ κοινω-νία σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις.
Γνωρίζουμε ὅτι οἱ Σεβ. Ἀρχιερεῖς ἔχουν ἤδη διατυπώσει προτάσεις τρο-ποποιήσεων ἐπί τῶν ἐν σχεδίῳ κειμένων, οὕτως ὥστε τό παρόν κείμενο δέν θά χρειαζόταν νά συνταχθῇ καί ἐπιβαρύνῃ τήν συνοδική διαδικασία.
Ἄς θεωρηθῇ ὅμως αὐτό ὡς μικρή συνεισφορά στόν μεγάλο καί πολυ-εύθυνο ἀγῶνα πού ἔχουν τώρα ἀναλάβει οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας ἐν ὄψει τῆς συγκλήσεως τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, ὥστε νά εἶναι μία σύνοδος θεοσυνέργητος καί ἑπομένη τοῖς ἁγίοις πατράσι.
Α’.
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΩΝ
Στό ζήτημα τῆς ὑποβολῆς τροπολογιῶν ἐπί τῶν ἐν σχεδίῳ κειμένων τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ἀναφέρεται καί τό ἄρθρο 11, παράγρ. 2 τοῦ «Κα-νονισμοῦ ὀργανώσεως καί λειτουργίας τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου».
Ὁ Κανονισμός ἔχει ἀναμφισβήτητα μεγάλη σημασία γιά τήν εὔρυθμη καί ἀπρόσκοπτη διεξαγωγή τῆς Συνόδου. Ὅμως ἡ συγκεκριμένη παράγραφος προκαλεῖ μία δυσλειτουργία.
Γράφεται: «ἡ ἔγκρισις τῶν τροπολογιῶν, μετά τήν ὁλοκλήρωσιν τῆς συζητήσεως αὐτῶν, ἐκφράζεται, κατά τά πανορθοδόξως καθιερωμένα, διά τῆς ἀρχῆς τῆς ὁμοφωνίας τῶν ἀντιπροσωπειῶν πασῶν τῶν αὐτοκεφάλων Ὀρθο-δόξων Ἐκκλησιῶν. Τοῦτο σημαίνει ὅτι αἱ μή ὁμοφώνως ἀποδεκταί γενόμεναι τροπολογίαι δέν ἐγκρίνονται».
Πρακτικά αὐτό σημαίνει ὅτι ἕνα ἐν σχεδίῳ κείμενο, πού δέν θά δεχθῇ τροποποιήσεις ἐπειδή δέν ὑπάρχει ἐπ’ αὐτῶν ὁμοφωνία, μένει ὡς ἔχει καί ἡ τε-λική ψηφοφορία γίνεται ἐπ’ αὐτοῦ.
Ὅμως ἡ Ἱεραρχία, ἡ ὁποία προτείνει τροπολογίες, δείχνει τήν βούλησί της νά ἀναδιαμορφώσῃ τό προσυνοδικό κείμενο, ὥστε αὐτό νά ἐκφράζῃ αὐ-θεντικά τήν αὐτοσυνειδησία της. Ἐφ’ ὅσον δέν μπορεῖ νά τό πράξῃ, ὑποχρεώ-νεται νά κινηθῇ στό πλαίσιο πού χάραξαν οἱ προσυνοδικές διασκέψεις. Ἐάν ὅμως τελικά τό προσυνοδικό κείμενο δέν τήν ἐκφράζῃ, προφανῶς τό μόνο πού τῆς ἀπομένει εἶναι νά τό καταψηφίσῃ.
Αὐτό δέν δείχνει ἀδυναμία νά φθάσουμε σέ ὑγιῆ, ἁγιοπατερική, πανορ-θόδοξη ἑνότητα;
Β’.
ΕΠΙ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ «ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ»
Τό κείμενο αὐτό φαίνεται ὅτι συντάχθηκε μέ κάποια μονομέρεια. Ἀποτυπώνει τήν μία πλευρά τῶν πραγμάτων. Περιγράφει τίς σχέσεις τῆς Ὀρθο-δόξου Ἐκκλησίας μέ τόν ἑτερόδοξο χριστιανικό κόσμο ἀπό τήν σκοπιά ἐκείνων τῶν φορέων πού τίς διεκπεραίωσαν κατά τά πενήντα τελευταῖα χρόνια.
Ὅμως στήν Ἐκκλησία ὑπάρχει καί ἄλλη θεολογική ἄποψις τῶν διαχρι-στιανικῶν σχέσεων. Πανορθοδόξως καταξιωμένοι ἀρχιερεῖς, κληρικοί, μοναχοί, θεολόγοι (πανεπιστημιακοί καί μή), τό Ἅγιον Ὄρος καί ὁ ἁπλός λαός -ἀνάμεσά τους καί ἁγιασμένοι ἄνθρωποι- ἔχουν ἐκφράσει ἐμπεριστατωμένα τίς ἰσχυρές ἐπιφυλάξεις τους γιά τήν μορφή τῶν σχέσεων μέ τούς ἑτεροδόξους πού δια-τυπώνεται στό ἐν σχεδίῳ κείμενο, καί γιά τήν θεολογία πού ὑπόκειται αὐτῶν τῶν σχέσεων. Σύμφωνα μέ αὐτή τήν ἄποψι, πού πιστεύουμε ὅτι ἐκφράζει τήν Πίστι τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων καί Πατέρων, τό ὡς ἄνω σχέδιο κειμέ-νου πρέπει νά ξαναγραφῇ, γιά νά ἐκφράσῃ αὐτή τήν Πίστι. Σέ αὐτή τήν προοπτική καταθέτουμε εὐλαβῶς τόν ἐπ’ αὐτοῦ σχολιασμό μας καί τίς προτάσεις μας, ὥστε οἰ συνοδικοί Ἀρχιερεῖς νά ἀποφανθοῦν γιά τήν μορφή πού πρέπει νά πάρῃ τό κείμενο.
Ὁ σχολιασμός τῶν ἐπί μέρους σημείων καταλήγει σέ προτάσεις τροπο-ποιήσεων, οἱ ὁποῖες παρατίθενται στό ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ, στό τέλος τοῦ παρόντος. Ὁ σχολιασμός ἀκολουθεῖ τήν σειρά τῶν παραγράφων τοῦ ἐν σχεδίῳ κειμένου.
1ον. Ἡ μοναδικότης τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀπό τό ἐν σχεδίῳ κείμενο λείπει, δίκην προοιμίου, μία σαφής ἀναφορά στό θεμελιῶδες στοιχεῖο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας, τό ὁποῖο θά νοημα-τοδοτήσῃ καί τό ὑπόλοιπο κείμενο: ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ μοναδι-κή Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Θεωροῦμε ἀπαραίτητο ἐπ’ αὐτοῦ νά ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν, μεταξύ ἄλλων, ὅτι:
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔχει βαθεῖα αὐτοσυνειδησία ὅτι αὐτή μόνη ἀποτελεῖ τό Σῶμα τοῦ Ζῶντος Χριστοῦ (Ἐφ. α’ 22-23 καί Κολ. α’ 18). Τήν αὐ-τοσυνειδησία της τήν περιγράφει μέ τήν διατύπωσι τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστε-ως «Εἰς Μίαν Ἁγίαν Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν». Χρησιμοποιεῖ γιά τόν ἑαυτό της τόν ὅρο «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία», γιά νά τόν ἀντιδιαστείλῃ ἀπό κάθε ἄλλη ἑτερόδοξη χριστιανική ἐκκλησία, ὁμολογία, κοινότητα ἤ ὁμάδα. Ἡ ἑτεροδοξία ἀναφέρεται σέ πλεῖστα ὅσα θέματα, ἰδιαίτερα ὅμως στήν διαφορε-τική πίστι, τήν διαφορετική λατρεία (τό lex credendi ἀλλοιώνει τό lex orandi), τό διαφορετικό ἦθος πού αὐτά συνεπάγονται, καί τήν ἔλλειψι ἐμπειρίας τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις».
Ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διατηρήθηκε μέχρι σήμε-ρα ἀκεραία ὡς λατρευτική συνείδησις, ὡς πιστότης στήν δογματική πίστι τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τῶν θεοφόρων Πατέρων, καί ὡς γνήσιο βίωμα τοῦ αὐθεντικοῦ (μή παραμορφωμένου ἀπό τήν αἵρεσι) Προσώπου τοῦ Θεανθρώ-που Χριστοῦ.
Τό ὡς ἄνω ἐν σχεδίῳ κείμενο ἀναφέρεται στίς σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν ὑπόλοιπο χριστιανικό κόσμο. Γι’ αὐτό, πρέπει νά σημειώ-νεται σέ τί διαφέρει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπό αὐτόν. Νά λέγεται δηλαδή ὅτι οἱ ἐκκλησίες καί ὁμολογίες τοῦ ἑτεροδόξου Χριστιανισμοῦ δέν ἔχουν τούς χα-ρακτῆρες τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἔστω καί ἄν αὐτές πιστεύουν γιά τόν ἑαυτό τους ὅτι τούς ἔχουν. Ἡ ἑνότης, ἡ ἁγιότης, ἡ καθολικότης καί ἡ ἀποστολικότης εἶναι ἀποκλειστικά ἰδιώματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος Κύπρου σημειώνει περί τῆς Ἁγίας Καθολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἐν σχέσει πρός τίς ὀγδόντα μέχρι τότε ἀναφυεῖσες αἱ-ρέσεις, ἐκεῖνο τό παλαιοδιαθηκικόν: «ἑξήκοντά εἰσι βασίλισσαι, καὶ ὀγδοήκον
τα παλλακαί, καὶ νεάνιδες ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός· μία ἐστὶ περιστερά μου, τε-λεία μου». Μία, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, εἶναι ἡ ἁγνή περιστερά, ἡ ἄσπιλος Νύμφη τοῦ Ἀρνίου, τήν ὁποία Οἰκουμενικές Σύνοδοι καί Ὁμολογηταί Πατέρες διεφύλαξαν ἄμωμον «μή ἔχουσαν σπῖλον ἤ ρυτῖδα ἤ τι τῶν τοιούτων» (Ἐφ. 5, 27).
Αὐτά δέν φαίνονται στό ἐν σχεδίῳ κείμενο, ἐνῶ εἶναι τόσο ἀπαραίτητα. Ἡ ἁπλῆ ἀναφορά ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, οὖσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία» (παράγρ. 1) δέν εἶναι ἐπαρκής. Οἱ ὀρθές «σχέσεις» μέ τόν λοιπό χριστιανικό κόσμο προϋποθέτουν ὀρθό καί ἀκριβῆ αὐτοπροσδιορι-σμό, τήν στιγμή πού οἱ ἑτερόδοξοι σφετερίζονται τόν τίτλο τῆς Μιᾶς Ἁγίας.
Ὑπό τήν προϋπόθεσι τῆς διαχρονικῆς αὐτοσυνειδησίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὡς τῆς μόνης Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἡ παράγρ. 1 τοῦ κειμένου προτείνεται νά ἀναδιατυπωθῇ. Ἡ παράγραφος, ὅπως εἶναι διατυπωμένη, ὑπονοεῖ διαχριστιανική ἑνότητα διαφορετική ἀπό ἐκείνη πού χαρακτηρίζει τήν Ἐκκλησία ἐκ τῆς φύσεώς Της. Μέ τήν διατύπωσι αὐτῆς τῆς παραγράφου ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν φαίνεται νά ἀπευθύνῃ πρόσκλησι πρός ὅλους τούς ἐκτός αὐτῆς Χριστιανούς νά ἐπιστρέψουν στήν δική της ἁγιοπνευματική ἑνότητα, ἀλλά φαίνεται νά συμβάλλῃ στήν ἀναζητου-μένη μέ ὄχι ὀρθό τρόπο ἀπό τόν ὑπόλοιπο χριστιανικό κόσμο παγχριστιανική ἑνότητα. Αὐτή ἡ λανθασμένη ἀναζήτησις φαίνεται καί ἱστορικῶς ἀπό τίς κινή-σεις τοῦ προτεσταντικοῦ κατ’ ἀρχήν κόσμου, καί κατόπιν τῆς ρωμαιοκαθολι-κῆς ἐκκλησίας (Β’ Βατικανή), μέ τίς ὁποῖες συνεδέθη κατά τόν παρελθόντα αἰ-ῶνα καί τό διαχριστιανικό ἄνοιγμα τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Καί ἡ μέν πρό-θεσις τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἶναι νά δώσουν μαρτυρία τῆς «ἐν ἡμῖν ἐλ-πίδος», ἀλλά εἶναι ταυτόχρονα πολλαπλῶς μεμαρτυρημένο ὅτι ὁ παποκεντρι-κός καί ὁ προτεσταντικός οἰκουμενισμός δέν στοχεύουν στήν ἑνότητα ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ πίστει, ἀλλά σέ μία ἑνότητα ἐν τῇ ποικιλομορφίᾳ αἱρετικῶν διδα-σκαλιῶν καί ἠθῶν. Εἰδικώτερα ὁ παποκεντρικός οἰκουμενισμός μέ τά ἀνοίγμα-τα τῆς Β’ Βατικανῆς στοχεύει σέ ἑνότητα ἐν ποικιλομορφίᾳ παραδόσεων, ὑπό τήν προϋπόθεσι τῆς «κοινωνίας μετά τοῦ διαδόχου τοῦ Πέτρου»!
Πρός ἀποφυγήν συγχύσεως, ὅσον ἀφορᾶ τήν ἑνότητα στήν ὁποία στοχεύει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, προτείνεται νά γραφῇ ὅτι μόνη αὐτή συνεχίζει νά εἶναι ἡ Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησίαi .
2ον. Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας νοεῖται ὡς ἑξῆς:
Πρῶτον, ὑπό τήν ἔννοια τῆς μοναδικότητος τῆς Ἐκκλησίας («Πιστεύω... εἰς Μίαν»). Μία εἶναι ἡ Νύμφη. Οἱ ἄλλες ἐκκλησίες ὄνομα μόνο ἔχουν χριστια-νικό ἀλλά δέν εἶναι τοῦ Χριστοῦ: «εἰς ὄνομα Χριστοῦ κληθεῖσαι, μὴ οὖσαι δὲ αὐτοῦ» (ἅγιος Ἐπιφάνιος Κύπρου, Πανάριον, π’). Τό ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία καί μοναδική («Μία Ἁγία») θεμελιώνεται κατά τούς Ἁγίους Πατέρας στήν μο-ναδικότητα τῆς θεανδρικῆς Ὑποστάσεως τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Χριστοῦ. «Αὐτὸς γὰρ, φησὶν, ἐστὶν ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας· ὃν ἔχειν αἱρετικοὶ κεφαλὴν ἀπηξίωσαν» (Ἰω. Χρυσοστόμου, PG 60, 745).
Ἡ ἀποστολική διαβεβαίωσις «εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα» (Ἐφ. δ’ 5), καί ἄλλες συναφεῖς ἐκφράσεις, ἐπαναλαμβάνονται ἀπό τούς Ἁγίους Πα-τέρας, ὁσάκις πρέπει νά τονισθῇ ἡ μοναδικότης τῆς Ἐκκλησίας, τόσον ἔναντι τῶν αἱρέσεων ὅσον καί ἔναντι τῶν σχισμάτων (Ἰω. Χρυσοστόμου, Ἑρμηνεία εἰς τήν πρός Ἐφεσίους Ἐπιστολήν, Ὁμιλία ΙΑ’, ε’, PG 62, 86).
Δεύτερον, ἡ ἑνότης ὑπό τήν ἔννοιαν τῆς ἑνώσεως ἡμῶν τῶν μελῶν Της μεταξύ μας καί μέ τόν Τριαδικό Θεό, θεμελιοῦται κατά τούς Ἁγίους Πατέρας ἐπί τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Εἴμαστε οἰκοδομή Χριστοῦ, «ἐποικοδομηθέντες ἐπὶ τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων καὶ προφητῶν, ὄντος ἀκρογωνιαίου αὐτοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ, ἐν ᾧ πᾶσα οἰκοδομὴ συναρμολογουμένη αὔξει εἰς ναὸν ἅγιον ἐν Κυρίῳ» (Ἐφ. 2, 20-21). Καί, ὅπως ὁ ἴδιος θεῖος ἀπό-στολος προσμαρτυρεῖ, Αὐτός, «ὅς ἐστιν ἡ κεφαλή, Χριστός, ἐξ οὗ πᾶν τὸ σῶ-μα συναρμολογούμενον καὶ συμβιβαζόμενον διὰ πάσης ἁφῆς τῆς ἐπιχορηγίας κατ' ἐνέργειαν ἐν μέτρῳ ἑνὸς ἑκάστου μέρους τὴν αὔξησιν τοῦ σώματος ποιεῖται εἰς οἰκοδομὴν ἑαυτοῦ ἐν ἀγάπῃ» (Ἐφ. 4, 15-16).
Τήν ἑνότητα αὐτή μεταξύ μας καί μέ τόν Τριαδικό Θεό πραγματοποιεῖ ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Σύνδεσμος ἑνότητος εἶναι ἡ «δόξα», τήν ὁποία ἔδωσε ὁ Κύριος στούς ἰδικούς Του: «κἀγώ τήν δόξαν, ἥν δέδωκάς μοι, δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν, ἐγώ ἐν αὐτοῖς καί σύ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν» (Ἰω. 17, 22-23)1 .
Ζωή ἑνοποιός τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἁγιοπνευματική ζωή, ἡ ὁποία προχεομένη ἐκ τοῦ Πατρός δι’ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι γίνεται ὁ σύν-δεσμος τῆς ἑνότητός μας. Εἶναι, κατά τήν λειτουργική εὐχή, «ἡ χάρις τοῦ Κυ-ρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί Πατρός, καί ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
Σέ αὐτήν τήν ἑνότητα θείας ζωῆς δέν μετέχουν ὅσοι ἐξ ἰδίας προαιρέ-σεως ἐπιμένουν νά εἶναι «κόσμος» καί ὄχι σῶμα Χριστοῦ: «Οὐ περί τοῦ κό-σμου ἐρωτῶ», παρατηρεῖ μέ ἔμφασι ὁ Μέγας Ἀρχιερεύς, «ἀλλά περί ὧν δέδω-κάς μοι». Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας ἑρμηνεύει μέ σαφήνεια τό σημεῖο αὐτό τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς: «οὐχ ἑτέρων εἶναι δεικνὺς τὸ συνεῖναί τε αὐτῷ καὶ ἀξιοῦσθαι βλέπειν τὴν δόξαν αὐτοῦ, ἢ τῶν ἑνωθέντων τε ἤδη δι᾽ αὐτοῦ τῷ Πατρὶ» (Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Ἰωάννην, 3, 5).
Τρίτον, ἡ ἑνότης ὑπό τήν ἔννοιαν τῆς ἑνώσεως τῶν κατά τόπους ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν θεμελιώνεται κατά τούς Ἁγίους Πατέρας στήν ταυτότητα τῆς ἀποστολικῆς πίστεως, στήν κοινωνία τῶν Ὀρθοδόξων ἐπι-σκόπων ἐν τῇ αὐτῇ μιᾷ Εὐχαριστίᾳ, στήν ταυτότητα τοῦ ἤθους καί στήν κοινή ἐμπειρία τῆς Χάριτος σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις, στοιχεῖα τά ὁποῖα καθιστοῦν κάθε τοπική Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία ἔκφρασιν ἐν τόπῳ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐκκλησία τῆς Κορίνθου εἶναι ἐξίσου σῶμα Χριστοῦ μέ τήν ἐκκλησία τῶν Ἱερο-σολύμων καί τῆς Ἐφέσου, καί ἡ σχέσις τους εἶναι κοινωνία Πνεύματος Ἁγίου καί ἀγάπης ἐν Χριστῷ. Δέν ὑφίσταται μεταξύ τους ἑτερότης, καθό ἐκ-κλησίες Χριστοῦ. Ἔχουν οὐσιώδη ἑνότητα. Διότι ἡ ἁγιότης, ἡ ἀποστολικότης καί ἡ καθολικότης ὑπάρχει ἤδη σέ κάθε τοπική ἐκκλησία, ὅπου τελεῖ-ται ἡ Εὐχαριστία τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας μέ παρόντα τόν ὄλο Χριστό.
Ἡ παράγρ. 2 τοῦ κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» διαλαμβάνει ὅτι «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θε-μελιοῖ τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ... ἐπί τῆς κοινωνίας ἐν τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι». Προφανῶς δέν ἀναφέρεται στήν ἔννοια τῆς ἑνότητος ἡμῶν ὡς μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, διότι αὐτό δέν ἐνδιαφέρει τό ἐν λόγῳ κείμενο, ἀλλά καί διότι αὐ-τονοήτως στήν περίπτωσι αὐτή θά ἐχρησιμοποιεῖτο κατά κάποιον τρόπο μία παύλειος ἔκφρασις, ὅπως π.χ. «σῶμα Χριστοῦ». Ἀναφέρεται στήν ἑνότητα τῶν «χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν», ὅπως προκύπτει ἀπό τό συνολικό ὕφος τοῦ κειμένου.
Ὅπως προελέχθη, οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες χαίρουν οὐσιώδους ἑνότη-τος καί δέν χρειάζεται νά θεμελιώνουν μία μεταξύ τους ἑνότητα «ἐν ἑτερό-τητι» (διότι αὐτό σημαίνει κοινωνία). Ἐπ’ ἐσχάτων ἡ ἰδέα νά θεμελιωθῇ ἡ ἑνό-της τῶν «χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν» στό Μυστήριον τῆς Ἁγίας καί Ὁμοουσίου Τριάδος, προκειμένου νά ἔχουν «ἑνότητα ἐν εὐρεῖᾳ διαφορετικότητι» (unity in rich diversity), ὑπῆρξε γέννημα τοῦ πολυδιεσπασμένου Προτεσταντισμοῦ. Ὁ σύγχρονος Προτεσταντισμός στήν ἑτερότητα τῶν θείων Ὑποστάσεων θεμελι-ώνει τήν διαφορετικότητα τῶν πολυαρίθμων ἐκδοχῶν του, στήν δέ ὁμοουσιό-τητα τῶν θείων Ὑποστάσεων θεμελιώνει τήν μοναδικότητα τῆς μιᾶς, κατ’ αὐ-τόν, ἀοράτου Ἐκκλησίας(!), τῆς ὁποίας ὁρατές μορφές(!) εἶναι ἡ πολυάριθμος σειρά τῶν παραφυάδων του3 . Ἡ ἰδέα κατόπιν ἀξιοποιήθηκε ἀπό τόν Ρωμαιοκαθολικισμό, ὁ ὁποῖος ἐπίσης ὁμιλεῖ γιά ἑνότητα ἐν ποικιλομορφίᾳ παραδόσεων (λέγε οὐνία), ἀλλά ἑνότητα πού ἐξασφαλίζεται μέ τήν ἀποδοχή τοῦ πετρινείου ἀξιώματος τοῦ Πάπα τῆς Ρώμης (Πρωτεῖο).
Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος δέν πρέπει νά ἐπιτρέψῃ σέ κείμενό της παράχρησι τοῦ ὅρου «ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας», πού γίνεται μέ τήν ἔκφρασι «ἐπί τῆς κοινωνίας ἐν τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι». Γι’ αὐτό θά μποροῦσε νά προταθῇ τρο-
ποποίησις πού νά δηλώνῃ τήν θεμελίωσι τῆς μοναδικότητος τῆς Ἐκ-κλησίας στήν μοναδικότητα τῆς ὑποστάσεως τοῦ Χριστοῦ, καί ἐπίσης τήν ἑνότητα τῶν μελῶν της στήν ἀδιάπτωτη ἑνότητα τῶν θεαρχικῶν Ὑποστάσεωνii.
Ὑπό τήν προϋπόθεσι τῆς ἀνωτέρω τροποποιήσεως, ἡ παράγρ. 3 ἐπιδέ-χεται ἀναγκαῖες προσθῆκεςiii .
We affirm that the apostolic faith of the Church is one, as the body of Christ is one. Yet there may legitimately be different formulations of the faith of the Church. The life of the Church as new life in Christ is one. Yet it is built up through different charismata and ministries. The hope of the Church is one. Yet it is expressed in different human expectations. We acknowledge that there are different ecclesiological starting points, and a range of views on the relation of the Church to the churches ... Each church is the Church catholic and not simply a part of it. Each church is the Church catholic, but not the whole of it. Each church fulfils its catholicity when it is in communion with the other churches. We affirm that the catholicity of the Church is expressed most visibly in sharing holy communion and in a mutually recognized and reconciled ministry» (Ἀπό τό κείμενο: Called to be the One Church (as adopted), Porto Alegre, 23 February 2006).
3ον. Οἱ διμερεῖς διάλογοι τῆς Ἐκκλησίας μετά τῶν ἑτεροδόξων.
Μέ τίς παραγάφους 4-15 τό σχέδιο κειμένου ἀποτυπώνει τό πῶς ἔχουν διεξαχθῆ οἱ διμερεῖς διαχριστιανικοί διάλογοι. Σέ αὐτούς ὅμως, παρά τόν στόχο τῆς ἐν τῇ ὀρθῇ πίστει ἑνώσεως, ἔχουν συμβεῖ θεολογικά ἀτοπήματα, γιά τά ὁποῖα ἔχουν ἐκφρασθῇ ὡρισμένες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, τό Ἅγιον Ὄρος καί ἐξαίρετοι Ὀρθόδοξοι θεολόγοι. Μποροῦμε νά θυμίσουμε τά συμπεράσματα τοῦ διαλόγου μέ τούς Ἀντιχαλκηδονίους (Κοινές Δηλώσεις 1989, 1990) καί τήν συμφωνία Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν μέ τό Κείμενο τοῦ Balamand τό 1993, τά ὁποῖα ἔχουν ἐπισύρει ἀξιόλογη καί τεκμηριωμένη κριτική.
Στό πλαίσιο τῶν διμερῶν διαλόγων ἔχουν ἐπίσης ἀναπτυχθῆ συμφωνίες τῶν ἑκατέρωθεν ἀντιπροσωπειῶν (ad referendum πρός τήν Μεγάλη Σύνοδο), οἱ ὁποῖες δέν ἔχουν ἀκόμη ἀξιολογηθῆ ἀπό τίς κατά τόπους Ὀρθόδοξες Ἐκ-κλησίες ἀλλά δείχνουν ὅτι δέν θεμελιώνονται στήν Παράδοσι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὅπως π.χ. ἡ ἀναγνώρισις ἐκκλησιακοῦ χαρακτῆρα, ἀποστολικῆς πίστεως, αὐθεντικῶν μυστηρίων καί ἀποστολικῆς διαδοχῆς στήν Ρωμαιοκαθο-λική ἐκκλησία (Μόναχο 1982, Μπάρι 1987, Νέο Βάλαμο 1988). Γράφεται προ-οιμιακῶς στό κείμενο τοῦ Μονάχου ὅτι: «ἐκφράζομεν ἀπό κοινοῦ μίαν πίστιν, ἡ ὁποία εἶναι συνέχισις τῆς πίστεως τῶν Ἀποστόλων». Στό Νέο Βάλαμο ἐπί-σης: «Εἰς ἀμφοτέρας τάς Ἐκκλησίας μας ἡ ἀποστολική διαδοχή εἶναι θεμε-λιώδης διά τόν ἁγιασμόν καί διά τήν ἑνότητα τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ».
Ἐπίσης, τό προσχέδιο τοῦ κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», τό ὁποῖο εἶχε ἑτοιμάσει ἡ Γ’ Προσυνο-δική Διάσκεψις τό 1986, περιελάμβανε ἀποτιμήσεις τῶν ἐπί μέρους διμερῶν διαλόγων, οἱ ὁποῖες ἀφαιρέθηκαν ἀπό τά τελικά ἐν σχεδίῳ κείμενα. Σήμερα εἴμαστε σέ θέσι νά γνωρίζουμε ὅτι κανείς ἀπό αὐτούς τούς διαλόγους δέν ἔχει εὐοίωνη προοπτική, ὅπως ὁμολογοῦν οἱ ἴδιοι οἱ ἐκπρόσωποι τῶν Ἐκκλησιῶν μας σέ αὐτούς. Οἱ Ρωμαιοκαθολικοί δέν μετακινοῦνται ἀπό τό πνεῦμα τῆς Β’ Βατικανῆς, πού θέλει τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία ἐλλιπῆ ἐκκλησία, ἐπειδή δέν ἀναγνωρίζει τό πρωτεῖο τοῦ Πάπα, καί προωθοῦν ἕνα νέο σχῆμα οὐνίας. Οἱ Ἀγγλικανοί, οἱ Λουθηρανοί καί οἱ Μεταρρυθμισμένοι δέν φαίνεται νά ἀνακάμ-πτουν ἀπό τόν θεολογικό καί ἠθικό ἐκτροχιασμό τους. Οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι, μετά τήν ἀποτυχία τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου, ἔχουν διατυπώσει τίς μονοφυ-σιτικές χριστολογικές τους ἀπόψεις μέ σαφήνεια πού δέν χωρεῖ ἀμφιβολία.
Μέ αὐτά τά δεδομένα ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος δέν θά ἔπρεπε νά ἐπικυρώσῃ ἁπλῶς τήν στοχοθεσία καί τήν μεθοδολογία τῶν διμερῶν διαλόγων, ὅπως εἶχαν αὐτές ὁρισθῆ πρίν ἀπό δεκαετίες, ἀλλά νά τίς τροπο-ποιήσῃ. Νά μή ἐπιβεβαιωθοῦν τά λάθη τοῦ παρελθόντος, ἀλλά νά δοθοῦν προοπτικές πού ἐκπηγάζουν ἀπό τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησιολογία καί τήν ἀγιο-πνευματική αἴσθησι συγχρόνων Ἁγίων καί ἁγιασμένων ποιμένων τῆς Ἐκκλη-σίας, ἤτοι:
α’. Νά ἀξιοποιηθοῦν οἱ ἀντιαιρετικές συγγραφές ἁγίων Πατέρων (Ἰωάν-νου Δαμασκηνοῦ, Φωτίου Κωνσταντινουπόλεως, Γρηγορίου Παλαμᾶ, Νεκταρί-ου Πενταπόλεως, Ἰουστίνου τοῦ νέου Ὁμολογητοῦ), καθώς καί οἱ ἀποφάσεις τῶν μεγάλων Ὀρθοδόξων συνόδων ἐπί Μεγ. Φωτίου (879), ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ (1341, 1347, 1351) καί ἄλλων σημαντικῶν, ὅπως τοῦ 1282-84 πού ἀκύρωσε τίς ἀποφάσεις τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Λυών καί τοῦ 1484 πού ἀκύρωσε τήν ἐν Φλωρεντίᾳ ψευδοσύνοδο, μέχρι τίς συνοδικές ἀποφάνσεις τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς τῶν ἐτῶν 1672, 1848 καί 1895.
β’. Νά ἀναθεωρηθοῦν καινοτομίες περί τήν πίστι, ὅπως ἡ «βαπτισματι-κή θεολογία» (ὅτι καί οἱ ἑτερόδοξοι τελοῦν αὐθεντικό βάπτισμα)· ἡ κακῶς νο-ουμένη «εὐχαριστιακή ἐκκλησιολογία» (πού σημαίνει ὅτι οἱ ἑτερόδοξοι, ἐφ’ ὅ-σον τελοῦν εὐχαριστία, εἶναι Ἐκκλησία)· καί ὁ «θεολογικός περσοναλισμός» (πού εἶναι ἀνεπίτρεπτη προβολή τῶν κτιστῶν περί προσώπου κατηγορημάτων στήν θεολογία τῶν θείων Προσώπων).
γ’. Νά ἀκυρωθοῦν οἱ ἀποφάσεις τοῦ διμεροῦς διαλόγου μέ τούς Ἀντι-χαλκηδονίους, καθώς οἱ παρενέργειες αὐτῶν τῶν ἀποφάσεων (μερική μυστη-ριακή διακοινωνία) ἔχουν γίνει συνήθεις σέ ὡρισμένες τοπικές Ὀρθόδοξες Ἐκ-κλησίες καί προωθοῦνται στήν Ὀρθόδοξο Διασπορά4 .
δ’. Νά ἐπαναδιατυπωθῇ ἡ Ὀρθόδοξος διδασκαλία, ὅτι οἱ ἑτερόδοξες χρι-στιανικές ἐκκλησίες καί ὁμολογίες στήν Ἀνατολή καί στήν Δύσι ἔχουν ἀποκοπεῖ ἀπό τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας γιά λόγους πίστεως, καί νά ἀκυρωθοῦν νεώτερες ἀπόψεις πού θεωροῦν τούς ἑτεροδόξους ἐντός τῆς Ἐκκλησίας σέ κατάστασι ἀκοινωνησίας.
Ἀπό τήν ἀποστολική ἀκόμη ἐποχή οἱ εἰκόνες τῆς οἰκοδομῆς, τῆς ἀμπέ-λου καί τοῦ σώματος χρησιμοποιοῦνται γιά νά περιγράψουν τήν σχέσι τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας πρός τίς ἀποκομμένες ἀπό Αὐτήν χριστιανικές κοινότητες: τήν σχέσι τῆς ὑγιαινούσης ρίζης πρός τούς ἀπεξηραμμένους καί ἐκπεσόντας κλάδους της ἤ τήν σχέσι τοῦ ὑγιαίνοντος σώματος πρός τά νεκρά μέλη. Ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος Κύπρου γράφει ὅτι ἀπό τῆς Ἐκκλησίας «ἐξεκλάσθησαν ὥσπερ κλάδοι αἱ ἀφορισθεῖσαι αἱρέσεις, εἰς ὄνομα Χριστοῦ κληθεῖσαι, μὴ οὖσαι δὲ αὐτοῦ, ἀλλ' αἱ μὲν ἀπὸ μήκοθεν αὐτοῦ πολὺ διεστῶσαι, αἱ δὲ διά τι ἐλάχιστον ἀποκληρονόμους καὶ ξένας αὐτοῦ ἑαυτὰς κα-ταστήσασαι καὶ τὰ αὐτῶν τέκνα τῶν οὐκ οὐσῶν ἐνθέσμων, ἔξω δὲ βεβηκυιῶν, μόνον δὲ τὸ ὄνομα ἐπικεκλημένων Χριστοῦ» (Πανάριον, αἵρεσις π’).
Ἡ Ἐκκλησία διαχρονικῶς διαλέγεται μέ ὅσους ἐπιθυμοῦν τόν διάλογο. Θέτει ὅμως ὅρους καί κανόνες. Ὁ Μέγας Βασίλειος εἶναι σαφής σέ αὐτή τήν διαδικασία. Πρῶτον, τονίζει τήν σημασία τῆς σπουδῆς γιά τήν ἑνότητα τῶν ἐκ-κλησιῶν καί τήν ὑπέρβασι τῶν σχισμάτων5 καί προσδιορίζει τό πνεῦμα διεξα-γωγῆς του6. Δεύτερον, ὁρίζει συγκεκριμένο δογματικό πλαίσιο, ἐντός τοῦ ὁ-ποίου ὀφείλει νά γίνῃ ἡ ἕνωσις7, ὅπως ἐπίσης καί κανόνες διαλόγου, ὥστε οἱ συζητήσεις νά μή εἶναι ἀτέρμονες καί ἀναποτελεσματικές, οὔτε βλαπτικές τοῦ ἤθους τῆς Ἐκκλησίας8. Καί τρίτον, θέτει προθεσμία λήξεως στόν διάλογο, ὅταν οἱ αἱρετικοί ἐπιμένουν στίς ἀπόψεις τους9, χωρίς αὐτό νά σημαίνῃ ὅτι παύει νά ἐνδιαφέρεται γιά τήν σωτηρία τοῦ σύμπαντος κόσμου.
Ὅταν πλέον παγιώθηκαν οἱ αἱρέσεις, οἱ διάλογοι τῆς Ἐκκλησίας μέ τούς ἑτεροδόξους, ἀναλόγως τῶν προϋποθέσεων καί τῶν στόχων, εἶχαν διαφορετι-κά ἀποτελέσματα. Ἐπί αὐτοκράτορος Ἡρακλείου π.χ. οἱ πατριάρχαι Κων/πόλε-ως ἔκαναν διαλόγους μέ πολιτική σκοπιμότητα, ἀλλά κατέληξαν στόν μονο-θελητισμό. Ὁ Μέγας Φώτιος ὅμως πραγματοποίησε μέ ὑγιῆ τρόπο θεολογικούς διαλόγους μέ τούς Ἀρμενίους καί ἐκέρδισε στήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας τίς δυτικές ἀρμενικές ἐπαρχίες, ὁ δέ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἔδωσε ἀκραιφνῆ Ὀρθόδοξο μαρτυρία μέ τόν διάλογό του πρός τούς Χιόνας (Τούρκους). Καί οἱ ἀοίδιμοι Πατριάρχαι ἐπί τουρκοκρατίας ἔκαναν ἀξιοπρεπεῖς διαλόγους μέ τούς Διαμαρτυρομένους θεολόγους, ἀλλά εὐθαρσῶς τούς διέκοψαν ὡς ἀτελεσφό-ρους10 .
Βάσει τῆς διαχρονικῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας περί διαλόγων καί ἐν γνώσει τῶν δεδομένων τῶν σημερινῶν διαχριστιανικῶν διαλόγων ἡ παράγρ. 4 μπορεῖ νά δεχθῇ τροποποιήσεις πού θά δώσουν στό κείμενο Ὀρθόδοξη περί διαλόγων προοπτικήiv. Συναφῶς πρός τήν ἀναδιαρθρωμένη πα-ράγρ. 4, οἱ παράγρ. 5, 6 καί 7 θά μποροῦσαν νά δεχθοῦν ἀναγκαῖες ἀλλαγέςv .
Στήν παράγρ. 8 θά μποροῦσε νά γίνῃ ἐπίσης ἀπαραίτητη τροποποίησις, ὥστε ὡς προοπτική τῶν διαχριστιανικῶν διαλόγων νά μή τίθεται ἡ ἀναζήτησις τῆς «ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων», ὡσάν ἡ Ὀρθό-δοξος Ἐκκλησία μέχρι σήμερα νά μή εἶναι ἡ πιστή συνέχειά της, ἀλλά στόχος τους νά εἶναι ἡ ἐπιστροφή πάντων σέ αὐτή τήν ἴδια τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία, καθώς αὐτή εἶναι ἡ ἀμετάβλητη ἀνά τούς αἰῶνες Ἐκκλησία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρωνvi.
Στίς παραγρ., τέλος, 9-15 περιλαμβάνονται διαδικαστικά (μεθοδολογι-κά) θέματα, τά ὁποῖα δέν ἁρμόζει νά ἀποτελέσουν ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου. Εἶναι προφανές ὅτι οἱ παράγραφοι αὐτές παρέμειναν στό κείμενο γιά νά ἀποκτήσουν καί τυπική ἰσχύ, ἀλλά ἡ σοβαρότης τοῦ ἔργου τῆς Συνόδου ἀπαιτεῖ τήν ἀπόσυρσί τους. Προτείνεται αὐτά τά θέματα νά ρυθμι-σθοῦν ἀπό μικροτέρας ἰσχύος πανορθόδοξο συνοδικό ὄργανο, ἀφ’ ὅτου ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἀποφασίσῃ περί τῆς ἐκκλησιολογικῆς ἐγκυρότητος τῆς μεθοδολογίας καί τῆς στοχοθεσίας τῶν μέχρι σήμερα πραγματοποιηθέντων διαλόγωνvii .
4ον. Ἡ συμμετοχή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στό Π.Σ.Ε.
Στἰς παραγρ. 16-19 ἀποτυπώνεται ὁ τρόπος συμμετοχῆς τῆς Ὀρθοδό-ξου Ἐκκλησίας στό Π.Σ.Ε. Ὡς γνωστόν ἡ δημιουργία τοῦ Π.Σ.Ε. καί ἡ ἑφεξῆς λειτουργία του ἀκολούθησαν τά πρότυπα κοσμικῶν συνασπισμῶν (Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν, Ο.Η.Ε.). Ἡ συμμετοχή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σέ αὐτό, μετά τίς κοσμογονικές ἀλλαγές πού ἀκολούθησαν τούς παγκοσμίους πολέμους, κρί-θηκε ἀπαραίτητη. Ὅμως, ὅπως ἔχει ἐπισημανθῆ, ἡ ‘‘ἑνότης’’ πού ἐπιδιώκεται στό Π.Σ.Ε. δέν εἶναι ἡ ἑνότης πίστεως, μυστηρίων καί ἤθους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά ἀλληλοαναγνώρισις τῶν δογματικῶν διαφοροποιήσεων, τῶν τρόπων διακονίας καί τῶν ‘‘μυστηρίων’’ ὅλων τῶν ἐκκλησιῶν-μελῶν του σέ μία μορφή «ἑνότητος ἐν εὐρεῖᾳ διαφορετικότητι» (unity in rich diversity).
Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή στίς συνελεύσεις τοῦ Π.Σ.Ε. ἔχει ἀλληλοανα-γνωρισθῆ τό Βάπτισμα τῶν κυριωτέρων προτεσταντικῶν Ὁμολογιῶν, ἀκόμη καί τό ‘‘βάπτισμα’’ τῶν Πεντηκοστιανῶν στό Ἅγιο Πνεῦμα (9η Γενική Συνέλευσις Π.Σ.Ε, Κείμενο: «Text on ecclesiology: Called to be the One Church», 8-9.
Βλ. Ἐπί τῶν Δογματικῶν Ἱεροκοινοτική Ἐπιτροπή Ἁγίου Ὄρους, Ὑπόμνημα περί τῆς συμμετοχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, Ἅγιον Ὄρος Φεβρουάριος 2007, σελ. 24 κ.ἑξ.). Καί Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ὡς γνωστόν, ἔχουν ἀναγνωρίσει τό Βάπτισμα τῶν Ἀντιχαλκηδονίων καί τῶν προτεσταντικῶν Ὁμολογιῶν τῆς Γερμανίας (ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 11).
Ἡ προτεσταντική θεωρία περί ἀοράτου ἐκκλησίας καί ‘‘ἑνότητος’’ τῶν ὁρατῶν προτεσταντικῶν ‘‘ἐκκλησιῶν’’, μέ τήν μορφή ἀλληλοαναγνωρίσεως, συνυπάρξεως καί συνεργασίας γιά κοινή μαρτυρία στόν κόσμο, δεσπόζει στήν προοπτική τοῦ Π.Σ.Ε. Ἡ μαρτυρία τῶν Ὀρθοδόξων ἐκπροσώπων συναντᾶ ἀνυ-πέρβλητες δυσκολίες ἀπό τίς ἀνεξέλεγκτες πλέον ἠθικές κατευθύνσεις τῶν Προτεσταντῶν (χειροτονίες γυναικῶν, ὁμοφυλοφιλία κ.λπ.).
Μέ αὐτά τά δεδομένα ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος πρέπει νά ἀναθεωρή-σῃ τό θέμα τῆς συμμετοχῆς τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στό Π.Σ.Ε., διότι ἡ φθορά τοῦ Ὀρθοδόξου φρονήματος μεγεθύνεταιviii. Ἐάν ὅμως κριθῇ ὅτι ἡ συμμετοχή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σέ αὐτό εἶναι ἀπαραίτητη γιά λόγους ὑψίστου, καλῶς νοουμένου καί θεοφιλοῦς συμφέροντος ὡρισμένων Ὀρθοδό-ξων Ἐκκλησιῶν (βλ. Πηδάλιον, ἔκδ. Ρηγοπούλου 1982, σελ. 56, τί ἐστι τό συμφέρον) καί ὄχι κοσμικῆς σκοπιμότητος ἤ ἀνούσιου συμφυρμοῦ, κάποιες τροποποιήσεις στό ἐν σχεδίῳ κείμενο θά ἦταν ἀπαραίτητες, ὥστε ἡ συμ-μετοχή νά εἶναι σύμφωνη πρός τήν Ἐκκλησιολογία της. Ἤτοι:
Νά περιληφθῇ φράσις πού νά θέτῃ ζήτημα διακοπῆς τῶν σχέσεων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τό Π.Σ.Ε., ἐφ’ ὅσον ἡ στοχοθεσία του παραμένει προτεσταντικῆς προοπτικῆς.
Νά περιληφθῇ παράγραφος πού νά θέτῃ ὅρια στόν τρόπο συμμετοχῆς τῶν Ὀρθοδόξων ἐκπροσώπων, χωρίς συμπροσευχές καί λατρευτικές ἐκδηλώ-σεις ἀλλά μέ ἐπαφές ἀκαδημαϊκοῦ χαρακτῆρος.
Νά περιληφθῇ πρότασις, ὥστε οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες νά διατυπώνουν τίς θέσεις τους μέ τήν μορφή χωριστῶν δηλώσεων, ὅπως γινόταν μέχρι τό 1961 ἀπό τίς Ὀρθόδοξες Ἀντιπροσωπεῖες.
Στήν παράγρ. 16, εἰδικότερα γίνεται ἀναφορά στίς σχέσεις τῶν Ὀρθο-δόξων Ἐκκλησιῶν μέ διαχριστιανικούς ὀργανισμούς καί περιφεριακά ὄργανα τοῦ Π.Σ.Ε., καί μάλιστα μέ τήν παρατήρησι ὅτι «ταῦτα μετά τοῦ Π.Σ.Ε. πλη-ροῦν σημαντικήν ἀποστολήν διά τήν προώθησιν τῆς ἑνότητος τοῦ χριστιανι-κοῦ κόσμου». Τό ἔργο τῶν ὀργανισμῶν αὐτῶν δέν εἶναι, ἀπό Ὀρθοδόξου ἐπό-ψεως κρινόμενο, σύμφωνο μέ τίς προσδοκίες τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Εἶναι ἐν προκειμένῳ γνωστές κάποιες ἐνέργειες τῶν διαχριστιανικῶν ὀργανι-σμῶν, οἱ ὁποῖες προκαλοῦν τό Ὀρθόδοξο αἴσθημα. Μία τέτοια ἐνέργεια εἶναι, ἐπί παραδείγματι, σχετική μέ τήν ψήφισι τῆς λεγομένης Οἰκουμενικῆς Χάρτας ἀπό τό C.E.C καί τό C.C.E.E., ὅπως προκύπτει ἀπό ἔγγραφα τῶν Ἐπιτροπῶν ἐπί Διορθοδόξων καί Διαχριστιανικῶν σχέσεων. Θά ἦταν πραγματική ἀστοχία, ἄν ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἐπιβεβαίωνε μεθόδους καί στό-χους διαχριστιανικῆς συνεργασίας, ὅπως αὐτές.
Ἡ παράγρ. 20 ὀφείλει νά τροποποιηθῇ. Οἱ ἱεροί Κανόνες 7 τῆς Β’ καί 95 τῆς Πενθέκτης προσδιορίζουν τόν τρόπο εἰσδοχῆς τῶν ἐξ αἱρέσεων προσ-ερχομένων στήν Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, καί ὄχι τήν προ-οπτική τοῦ διαλόγου τῆς Ἐκκλησίας μαζί τους, ἐνόσῳ αὐτοί παραμένουν στίς ἑτεροδιδασκαλίες τουςix .
Δέν πρέπει ἐπίσης νά λησμονῆται ὅτι ἡ ἀρχική στάσις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔναντι τῶν διαχριστιανικῶν ὀργάνων, π.χ. στήν Ἐπιτροπή «Πίστις καί Τάξις», περιελάμβανε ὅρον, ὅτι οἱ ἐκπρόσωποί της δέν θά συμμετέχουν σέ δογματικές συζητήσεις καί λατρευτικές ἐκδηλώσεις στό πλαίσιο συνεργασίας τους (βλ. Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα...., τόμ. ΙΙ, σελ. 962-963). Εἶναι ἀξιοπρόσεκτη ἡ στάσις τῆς Ὀρθοδόξου ἀντιπροσωπείας στήν Λούνδη (πρώτη σύσκεψις τοῦ «Πίστις καί Τάξις» ἐντός τῶν πλαισίων τοῦ Π.Σ.Ε., 1952), ὅπου ἐδήλωσαν: «... ἡ Ἱεραρχία τῆς ὅλης Ἑλληνικῆς Ὀρθοδό-ξου Ἐκκλησίας ἐπιφυλάσσει δι’ ἑαυτήν καί μόνην τό δικαίωμα νά ὁρίζῃ τί εἶναι σφαλερόν εἰς θρησκευτικά ζητήματα καί τί εἶναι σύμφωνον ἤ ἀσύμφωνον πρός τήν πίστιν αὐτῆς...».
Δεδομένης σήμερα τῆς παραγωγῆς θεολογικῶν κειμένων ἀπό τίς ἐπι-τροπές τοῦ Π.Σ.Ε., εἴμαστε σέ θέσι ἀπό τήν μελέτη τους νά ἀντιληφθοῦμε τήν θεολογική προοπτική τῆς συνεργασίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τό Π.Σ.Ε. Ἀπό τήν μελέτη τους διαπιστώνουμε ὅτι χρειάζεται περισσότερη προσοχή καί ἐπιφυλακτικότης γιά τά ἐκπονούμενα κείμενα. Τέτοιο κείμενο εἶναι π.χ. τό κείμενο τῆς Ἐπιτροπῆς Πίστις καί Τάξις «Text on ecclesiology: Called to be the One Church», στό ὁποῖο μέ σαφήνεια καί ἐν γνώσει τῶν Ὀρθοδόξων ἐκπροσ-ώπων δεσπόζει στό Π.Σ.Ε. ἡ προτεσταντική ἐκκλησιολογία (βλ. Ἐπί τῶν Δογματικῶν Ἱεροκοινοτική Ἐπιτροπή Ἁγίου Ὄρους, Ὑπόμνημα περί τῆς συμ-μετοχῆς...., σελ. 13 κ.ἑξ.).
Μέ αὐτά τά δεδομένα ἡ παράγρ. 21 θά μποροῦσε ἐπίσης νά τροποποιηθῇ, ὥστε νά δηλωθῇ ἡ ἐπιφυλακτικότης γιά τά θεολογικά κείμενα πού παράγονται στίς ἐπιτροπές τοῦ Π.Σ.Ε.x.
Ἡ παράγρ. 22, παρά τήν σπουδαιότητά της γιά τήν εὐστάθεια τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, θά μποροῦσε νά μή περιληφθῇ στό κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανι-κόν κόσμον», καθότι ἀποτελεῖ θέμα ἄλλης προοπτικῆς.
5ον. Ὡρισμένες συνέπειες τοῦ διαχριστιανικοῦ διαλόγου.
Ἡ παράγρ. 23, ἐάν τήν ἐννοοῦμε σωστά, σημαίνει δύο πράγματα. Πρῶτον, σημαίνει ἐκδηλώσεις φιλοφρονήσεων πρός τούς ἑτεροδόξους.
Ὅμως στό πλαίσιο αὐτῶν τῶν ἐκδηλώσεων παρέχεται ἡ ψευδής ἐντύπωσις ὑγιοῦς πορείας πρός ἑνότητα ἤ καί ὑπαρχούσης ἑνότητος, καί ἐκφέρεται λόγος ἀπό ἐπίσημα βήματα καί πρόσωπα περί αὐτῆς. Εἶναι γνωστό ὅμως ὅτι μεγάλο μέρος τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ δέν ἀναπαύεται σέ ὅλα αὐτά τά ἀνοίγματα, καί ὅτι ἡ ἑνότης πού καλλιεργεῖται δέν εἶναι ἀληθής.
Δεύτερον, σημαίνει ὅτι πανορθοδόξως ἀποφασίζεται νά μή γίνων-ται δεκτοί οἱ ἑτερόδοξοι πού προσέρχονται στήν Ἐκκλησία: «ἀποκλειομένης πάσης πράξεως προσηλυτισμοῦ ἤ ἄλλης προκλητικῆς ἐνεργείας ὁμολο-γιακοῦ ἀνταγωνισμοῦ». Αὐτό ὅμως δέν εἶναι σύμφωνο μέ τήν πίστι καί τήν πρακτική τῆς Ἐκκλησίας. Μέ διαλόγους ἀμφιβόλου ἐκβάσεως ἀναιρεῖται ἡ ἱεραποστολική φύσις τῆς Ἐκκλησίας καί ἀποστερεῖται ἀπό τά διεσκορπισμένα τέκνα τοῦ Θεοῦ ἡ δυνατότης ἐπιστροφῆς τους στήν Ἐκκλησία. Γι’ αὐτό ἡ πα-ράγρ. 23 σύμφωνα μέ τά ἀνωτέρω πρέπει νά τροποποιηθῇxi .
Είς δέ τήν ἀκροτελεύτιο παράγραφο πρέπει νά ἀποφευχθῇ ἡ φράσις «ὅπως οἱ χριστιανοί ἐργασθῶσιν ἀπό κοινοῦ». Ἔτσι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν θά δεσμευθῇ μέ πανορθόδοξο συνοδική ἀπόφασι γιά κάθε εἴδους διαχρι-στιανική συνεργασία, ἀλλά θά μείνῃ στήν ἐλπίδα τῆς καρποφορίας τῆς δικῆς της ἁγιοπνευματικῆς μαρτυρίαςxii.
Γ’.
ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΗΣ Ε’ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΑΣΚΕΨΕΩΣ
«ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΑΥΤΟΥ»
1ον. Ὑποδείγματα θεοσυνεργήτων τροποποιήσεων.
Οἱ παράγρ. ΙΙ3 καί ΙΙ4 εἶναι ὑποδείγματα Ὀρθοδόξως ἐκφερομένου συνοδικοῦ λόγου, συμφώνου πρός τήν ἐκκλησιαστική παράδοσι καί θεολογία περί ἱερωσύνης, γάμου καί μοναχισμοῦ. Ἐκτός τούτου εἶναι καί παραδείγματα γιά τό ὅτι μέχρι τελευταίας στιγμῆς μπορεῖ νά γίνουν θεοσυνέργητες τροπο-ποιήσεις, ἐάν λάβουμε ὑπ’ ὄψιν ὅτι στά προσχέδια τοῦ κειμένου αὐτοῦ (Β’ Πανορθόδοξος Προσυνοδική Διάσκεψις, 1982) ὑπῆρχαν προτάσεις γιά διαφο-ρετικές ἀποφάσεις (γάμο τῶν ἐν χηρείᾳ κληρικῶν καί ἱερολόγησι τοῦ γάμου τῶν ἐκπεσόντων τοῦ μοναχικοῦ σχήματος Μοναχῶν), πού εὐτυχῶς ἀποφεύ-χθηκαν. Τό ἴδιο ἀναλογικά ἰσχύει καί μέ τήν τροποποίησι πού δέχθηκε τό προ-σχέδιο κειμένου περί νηστείας ἤδη ἀπό τό 1986 (Γ’ Πανορθόδοξος Προσυνο-δική Διάσκεψις), ὥστε νά λάβῃ τήν γενικῶς σήμερα παραδεκτή μορφή του.
2ον. Ἡ περί γάμου προθεωρία καί ἀναγκαῖες προσθῆκες.
Τό σχέδιο κειμένου «Τό Μυστήριον τοῦ Γάμου καί τά κωλύματα αὐ-τοῦ» ἔχει μία Ὀρθοδόξως τεκμηριωμένη προθεωρία. Εἶναι ἀνάγκη ὅμως ἡ προθεωρία αὐτή νά θεμελιωθῇ, ἐπιπροσθέτως, καί ἐπί τῶν περί γάμου ἱ. Κανόνων διά παραπομπῆς σέ αὐτούς πού ἔχουν κυρωθῇ διά τοῦ β’ Κανόνος τῆς Πενθέκτης, διότι δι’ αὐτῶν προστατεύεται ὁ γάμος ἀπό τήν ἐκκο-σμίκευσί του. Γι’ αὐτό προτείνεται ἡ προσθήκη κάποιας παραπομπῆς σέ αὐ-τούς τούς ἱ. Κανόναςxiii .
Ἐπίσης, γιά λόγους πιστότητος στήν Κανονική παράδοσι χρειάζεται μία προσθήκη (φαίνεται μέ ἔντονη γραφή) στήν κατωτέρω διατύπωσι τῆς ἰδίας αὐτῆς παραγράφου Ι4: «Ἀπαραίτητος προϋπόθεσις διά τόν γάμον εἶναι ἡ Ὀρ-θόδοξος πίστις εἰς τόν Ἰησοῦν Χριστόν, μία πίστις, τήν ὁποίαν ὀφείλουν νά ἀποδέχωνται ὁ νυμφίος καί ἡ νύμφη, ὁ ἀνήρ καί ἡ γυνή»11 .
3ον. Ὁ γάμος ὡς ὁδός θεώσεως (ἡ ἀσκητική τοῦ γάμου).
Ἡ θεμελίωσις τῶν κωλυμάτων γάμου στούς ἱ. Κανόνας 53 καί 54 τῆς Πενθέκτης συμπληρώνεται εὔστοχα ἀπό τήν φράσι: «καί τῆς συνῳδά τούτοις ἐκκλησιαστικῆς πράξεως», ὄχι ὅμως ἐπαρκῶς. Ἡ παραπομπή στούς Καταστα-τικούς Χάρτες τῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν καί στίς συνοδικές ἀποφάσεις τους δέν καλύπτει τό θέμα, ἐάν δέν γίνῃ παραπομπή καί στούς προαναφερ-θέντες ἱ. Κανόνες καί τίς μετέπειτα συνοδικές ἀποφάσεις τῶν ἀοιδίμων πατρι-αρχῶν καί τίς ἑρμηνεῖες τῶν ἐγκρίτων κανονολόγων.
Ὁ λόγος γιά μία ὁλοκληρωμένη, καί ὄχι ἀποσπασματική, ἀναφορά στήν κανονική περί γάμου παράδοσι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας βρίσκεται στήν ἀνάγκη νά βοηθηθοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί στόν ἀγῶνα τους γιά τήν πνευματική ὡρίμανσι καί θέωσι. Διότι καί ὁ Ὀρθόδοξος γάμος εἶναι μυστήριον φανερώσεως τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἄσκησις τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν περιλαμβάνει καί τήν σωφροσύνη, ἡ ὁποία κατά τήν ἐκλογή συζύγου ἔχει τήν ἰδιαίτερη σημασία της. Ἡ διαδικασία τῆς ἐκλογῆς συζύγου, ὅπως καί ἡ ὁλοκλή-ρωσίς της μέ τόν Ὀρθοδόξως ἱερολογηθέντα γάμο, δέν εἶναι ἰδιωτική μόνο ὑπόθεσις, ὅπως θά ἐθεωρεῖτο στήν ἐκκοσμικευμένη ἐποχή μας, ἀλλά ὑπόθεσις ἐκκλησιαστική. Μέλη τοῦ Χριστοῦ οἱ νέοι ἀναζητοῦν ἄλλα μέλη τοῦ Χριστοῦ γιά νά συνδεθοῦν «εἰς Χριστόν καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν», νά κάνουν τήν ζωή τους Βασιλεία Θεοῦ. Αὐτό λέγει καί ἡ παράγρ. Ι4 τοῦ σχεδίου κειμένου.
Ἑπομένως, ὡς ἀντανάκλασις αὐτοῦ τοῦ φρονήματος, προτείνεται ἡ παράγρ. ΙΙ1 νά τροποποιηθῇ, ὥστε νά διαφυλαχθῇ ἀναλλοίωτη ἡ συνοδική παρακαταθήκη τῆς ἀσκητικῆς τοῦ γάμουxiv.
Ἔτσι ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος θά βοηθήσῃ τά τέκνα τῆς Ἐκκλησίας νά μή μειώσουν τό ἀσκητικό φρόνημά τους καί νά μή διακινδυνεύσουν τήν πορεία τους πρός τήν τελειότητα, ἐπιλέγοντας ἐμπαθῶς γιά γάμο πρόσωπα μέ ὅλο καί μικρότερους βαθμούς συγγενείας. Ἄλλωστε τέτοιες περιπτώσεις θά οἰκονομηθοῦν χωρίς εἰδική ἀπόφασι τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου γιά περιορισμό τῶν κριτηρίων στούς Κανόνες 53 καί 54 τῆς Πενθέκτης, οἱ ὁποῖοι οὕτως ἤ ἄλλως ἐπί αἰῶνες δέν εἶχαν τηρηθῆ ἀκριβῶς ἀλλά ἐπί τό αὐστηρό-τερον (δέν συνῆπτον π.χ. γάμο δεύτερα ἐξαδέλφια, βλ. Πηδάλιον).
4ον. Διευκρινίσεις στόν ὅρο «διγαμία».
Στήν παράγρ. ΙΙ2 ἡ ἔννοια «διγαμία» δέν χρησιμοποιεῖται μέ τόν κανο-νικῶς ἀκριβῆ ὁρισμό της. Στήν φράσι «συμφώνως πρός τήν κατηγορηματικῶς καταδικάζουσαν τήν διγαμίαν καί τόν τέταρτον γάμον Ὀρθοδόξον κανονικήν παράδοσιν» ἡ διγαμία χρησιμοποιεῖται μέ τήν ἔννοια ὅτι κάποιος ἔχει καί δεύ-τερη σύζυγο προτοῦ πάρῃ διαζύγιο ἀπό τήν πρώτη. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια ἡ λέξις διγαμία συναντᾶται στά σύγχρονα λεξικά (βλ. λῆμμα στό Μέγα Ἑλληνικό Λεξικό Φυτράκη), καί ὑπ’ αὐτήν τήν ἔννοια ἡ διγαμία στό σχέδιο κειμένου κατηγορηματικῶς καταδικάζεται ὅπως καί ὁ τέταρτος γάμος. Ἀλλά ὑπό τήν ἔννοια αὐτή καταδικαστέος εἶναι καί ὁ δεύτερος καί ὁ τρίτος καί ὁ τέταρτος καί ὁ πολλοστός, ἐφ’ ὅσον δέν ἔχει λυθῆ κανονικῶς ὁ πρῶτος γάμος. Ἡ πο-λυγαμία δέν ἔχει θέσιν στήν Ἐκκλησία.
Στήν κανονική παράδοσι ἡ ἔννοια τῆς διγαμίας εἶναι διαφορετική. Ση-μαίνει ὅτι κάποιος, εἴτε λόγῳ θανάτου τῆς συζύγου εἴτε λόγῳ μοιχείας, ἔχει ἤδη διαζύγιο καί νυμφεύεται δεύτερη γυναῖκα. Αὐτός ὁ γάμος «παραχωρεῖ-ται», δηλαδή συγχωρεῖται ἀπό τήν Ἐκκλησία. Καί ὁ τρίτος γάμος, ἐννοεῖται λόγῳ θανάτου ἤ μοιχείας καί τῆς δευτέρας συζύγου, γίνεται ἀνεκτός ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ἀλλά ὁ ἑπόμενος, ὁ τέταρτος, ἔστω καί ἄν συντρέχουν οἱ προηγού-μενες προϋποθέσεις τοῦ θανάτου ἤ τῆς μοιχείας, δέν ἐπιτρέπεται.
Ἡ διγαμία λοιπόν, ὑπό τήν ἀνωτέρω κανονική της ἔννοια, συγχωρεῖται ἀπό τήν Ἐκκλησία, δηλαδή γίνεται δεκτή μετά ἀπό ἐπιτίμιο. Οἱ ἱεροί Κανόνες, τοῦ Μεγ. Βασιλείου ὁ δ’ καί τῆς ἐν Νεκαισαρείᾳ ὁ ζ’ ὁρίζουν πῶς γίνεται δεκτός ὁ δίγαμος καί ὁ τρίγαμος. Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης σημειώνει ἀκριβέ-στερα: «Ἡ μὲν οὖν διγαμία παρακεχώρηται δῆλον ὅτι ὑπὸ τοῦ ἱεροῦ ἀποστό-λου καὶ δι' αὐτοῦ παρὰ Χριστοῦ, οὐ μὴν νόμος, ὥσπερ ὁ Θεολόγος Γρηγόριος, ἀλλὰ συγχώρησις».
Ἑπομένως προτείνεται νά τροποποιηθῇ ἡ φράσις διά τοῦ: «καταδι-κάζουσαν τόν τοιοῦτον καί τόν τέταρτον γάμον... κτλ»xv .
Ὁ λόγος, γιά τόν ὁποῖο ἀναφερθήκαμε στήν μή κανονική χρῆσι τῆς ἔν-νοιας τῆς διγαμίας στό ἐν σχεδίῳ κείμενο, εἶναι ὁ ἑξῆς: Ἐάν κατανοήσουμε θεολογικῶς τήν ἀπό κανονικῆς ἀπόψεως θέσι τῆς διγαμίας στήν Ἐκκλησία, εἴμαστε σέ θέσι νά ἀντιληφθοῦμε ἀναλογικά καί τό σοβαρό θεολογικό πρόβλη-μα πού βρίσκεται πίσω ἀπό τήν ἱερολόγησι τῶν μικτῶν γάμων.
5ον. Οἱ μικτοί γάμοι καί τά θεολογικά τους προβλήματα.
Ἡ παράγρ. 5i, περί τῶν μικτῶν γάμων «Ὀρθοδόξων μεθ’ ἑτεροδόξων», ἔχει δύο θεολογικά προβλήματα:
α’. Ὁ μικτός γάμος δέν ἔχει θεολογική βάσι.
Ὁ μικτός γάμος μέ ἑτεροδόξους, γράφεται στό σχέδιο κειμένου, «κωλύ-εται κατά κανονικήν ἀκρίβειαν, μή δυνάμενος νά εὐλογηθῇ (κανών 72 τῆς Πενθέκτης ἐν Τρούλλῳ συνόδου)». Διότι, ὅπως σωστά λέγεται στήν προθεω-ρία περί γάμου τοῦ σχεδίου κειμένου: «Ἡ ἐν Χριστῷ ἕνωσις ἀνδρός καί γυναι-κός συνιστᾷ μίαν μικράν ἐκκλησίαν ἤ μίαν εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας». Κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο ἡ ἕνωσις τῶν χριστιανῶν συζύγων εἶναι μυστήριον εἰς Χρι-στόν καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν, ὥστε «θεμέλιον τῆς ἑνότητος τοῦ γάμου νά εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ ἑνότης» καί ἡ ἕνωσίς τους «διά τῆς ὑπό τοῦ ἁγίου Πνεύματος εὐλογίας τῆς συζυγικῆς ἀγάπης» νά εἶναι εἰσαγωγή «εἰς τήν τάξιν τῆς Βασιλεί-ας τῆς παναγίας Τριάδος» (παράγρ. Ι4). Ὁ ἐν Χριστῷ γάμος, ὡς φανέρωσις τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὁλοκληρώνεται καθώς οἱ νεόνυμφοι στήν Θεία Λειτουργία μεταλαμβάνουν τῶν θείων Μυστηρίων (κατά τήν ἀρχαία τάξι).
Δεδομένου λοιπόν ὅτι ὁ μικτός γάμος δέν μπορεῖ νά εὐλογηθῇ γιά τούς ἀνωτέρω θεολογικούς λόγους, δέν ἁρμόζει τούς συζύγους «εἰς Χριστόν καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν», οὔτε τούς ἐντάσσει ὡς ζεῦγος «εἰς τήν τάξιν τῆς Βασιλείας τῆς παναγίας Τριάδος», διότι «εἰς τήν τάξιν τῆς Βασιλείας» δέν μπορεῖ νά ἐν-ταχθῇ, τήν στιγμή τουλάχιστον τῆς τελέσεως τοῦ μικτοῦ γάμου, τό ἑτερόδο-ξον μέλος. Εἰς τί συνίσταται ἑπομένως ἡ «συγκατάβασις καί φιλανθρωπία», κατά τό ἐν σχεδίῳ κείμενο; Στήν οἰκονομία τοῦ Ὀρθοδόξου μέλους. Γιά τόν λόγο αὐτό προτείνεται νά τροποποιηθῇ τό ἐν σχεδίῳ κείμενο. Νά τελειώσῃ δηλαδή μέ τελεία στιγμή ἡ διατύπωσις περί τοῦ ὅτι ὁ μικτός γάμος κωλύεται κατά κανονικήν ἀκρίβειαν. Αὐτό εἶναι κανονικῶς ὀρθό. Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος πρέπει νά ἐπαναλάβῃ καί ἐπιβεβαιώσῃ τήν κανονική παράδο-σι. Στήν συνέχεια τό κείμενο νά διαλαμβάνῃ ὅτι ὁ μικτός γάμος ἀντιμετω-πίζεται κατ’ οἰκονομίαν ὅπως ὁρίζουν οἱ ἱ. Κανόνεςxvi.
Ἡ οἰκονομία τοῦ Ὀρθοδόξου μέλους εἶναι ἕνα ἄλλο θέμα, ὅπως βεβαίως καί ἡ διευκόλυνσις τοῦ ἑτεροδόξου μέλους νά ἐπανέλθῃ στήν Ἐκκλησία. Περί τοῦ τελευταίου διαλαμβάνει ὁ λα’ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ. Ἄν ὅμως δέν θέλῃ τό ἑτερόδοξο μέλος νά ἀποδεχθῇ τήν Ὀρθοδοξία, τότε ἀπομένει ἡ οἰκονομία τοῦ Ὀρθοδόξου μέλους κατά τούς ἱ. Κανόνες.
Συνθῆκες γιά μικτούς γάμους ὑπῆρχαν ἀνέκαθεν, ἀλλά τό θέμα ἀντιμε-τωπιζόταν κατά τούς ἱ. Κανόνες. Ἀπό τά μέσα τοῦ 19ου αἰῶνος, σέ κλίμα ἐκ-κλησιολογικῆς καθιζήσεως, ἄρχισε νά θεωρῆται ὡς οἰκονομία ἡ ἴδια ἡ ἱερολογία τῶν μικτῶν γάμων12. Δέν πρέπει ὅμως νά λησμονῆται ὅτι ἡ πρακτική αὐτή δέν ἔτυχε μέχρι σήμερα πανορθοδόξου συνοδικῆς διευθετήσεως. Θά εἶναι εὐ-τυχές νά λάβῃ τώρα μία σύμφωνη πρός τούς ἱ. Κανόνας διευθέτησι. Ἡ Ἐκ-
κλησία ἐπί αἰῶνες δέν ἐπεκύρωσε συνοδικῶς κάτι διαφορετικό ἀπό τήν ἐντολή τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Δογματικῶς ὀρθό εἶναι ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος νά μή θεσμοθετήσῃ κάτι πλέον τοῦ οβ’ Κανόνος τῆς Πενθέκτης. Ἡ ὑπάρχουσα πρακτική τῶν μικτῶν γάμων πρέπει νά μείνῃ πρός καιρόν οἰκονομία τῶν ἐπισκόπων, χωρίς ἡ Σύνοδος νά διατυπώσῃ δε-σμευτική ρήτρα τοῦ τύπου «κατ’ οἰκονομίαν εὐλογοῦνται μικτοί γάμοι». Ὅσο ὡριμάζουμε ἐκκλησιολογικά, μπορεῖ ἡ ποιμαντική τῆς Ἐκκλησίας (ποιμαντική τῆς θεώσεως καί ὄχι ἄλλων κατευθύνσεων) νά θεραπεύσῃ σύν τῷ χρόνῳ τίς πληγές πού δημιούργησαν ἀθεολόγητες περί τόν γάμο πρακτικές στόν νεωτε-ρικό κόσμο τοῦ 19ου καί 20οῦ αἰῶνος. Ἄς μή δεσμευθῇ ἡ Ἐκκλησία μέ μία πανορθόδοξη συνοδική ἀπόφασι. Οἱ μικτοί γάμοι εἶναι ἀναπόφευκτοι, ὅσο ὁ λαός ὑστερῇ σέ ἐκκλησιολογική αὐτοσυνειδησία καί πνευματική ὡριμότητα.
β’. Ὁ μικτός γάμος συνιστᾶ ἀποδοχή τῆς «βαπτισματικῆς θεολογίας». Εἶναι ἐντελῶς ἀόριστη ἡ διατύπωσις τοῦ ἐν σχεδίῳ κειμένου «ὁ γάμος Ὀρθοδόξων μεθ’ ἑτεροδόξων». Μέ ποιούς ἑτεροδόξους θά ἐπιτρέπεται (ἐνν. κατά τό σχέδιο κειμένου) καί μέ ποιούς δέν θά ἐπιτρέπεται γάμος; Ποιός κανό-νας θά ἰσχύῃ; Μόνο μέ τούς Ρ/καθολικούς, Ἀντιχαλκηδονίους καί Προτεστάν-τες θά ἐπιτρέπεται, ἐνῶ μέ τούς Πεντηκοστιανούς καί τούς Ἀντβεντιστές καί τούς Ἀντιτριαδικούς δέν θά ἐπιτρέπεται; Καί γιατί αὐτή ἡ διαφοροποίησις, ἐφ’ ὅσον ὅλοι ἔχουν δόγματα καί ἤθη ἀντιευαγγελικά;
Ὅμως, ἔστω καί ἄν δέν λέγεται στό ἐν σχεδίῳ κείμενο, ἡ πρᾶξις σήμερα εἶναι νά δεχόμαστε τόν μικτό γάμο μέ «βαπτισμένους στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος», ὅπως φαίνεται ἀπό ποιμαντικές ὁδηγίες Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν σέ χῶρες τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Αὐτή ἀκριβῶς ἡ παραδοχή ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ πρακτική τῶν μικτῶν γάμων, πού θεσμοθετεῖται μέ τό σχέδιο κειμέ-νου, ἐπιβεβαιώνει τήν λεγομένη «βαπτισματική θεολογία», ἄγνωστη στήν πατερική Παράδοσι καί χαλκευμένη τά τελευταῖα πενήντα χρόνια μέ τούς θεολογικούς διαλόγους.
ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΗΣ Ε’ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΑΣΚΕΨΕΩΣ
«Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΝ Τῼ ΣΥΓΧΡΟΝῼ ΚΟΣΜῼ»
1ον. Γενικές ἐπισημάνσεις.
Τό σχέδιο κειμένου διαπνέεται ἀπό μία ἀντίφασι, ὅσον ἀφορᾶ τόν χαρακτῆρα τῆς Ἐκκλησίας. Σέ κάποιες παραγράφους ἡ Ἐκκλησία περιγράφεται ὀρθά σύμφωνα μέ τήν φύσι της (καινή κτίσις κ.λπ.) καί σέ ἄλλες μέ μία καθι-δρυματική ἀντίληψι, σάν κοσμικός ὀργανισμός πού συμμετέχει στίς δομές τοῦ συγχρόνου κόσμου.
Ἡ καθιδρυματική ἀντίληψις περί Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία δημιουργήθηκε μετά ἀπό ρωμαιοκαθολική καί προτεσταντική ἐπίδρασι, στήν πρᾶξι δέν εἶναι εὔκολο νά παρακαμφθῇ. Ὁ σύγχρονος κόσμος λειτουργεῖ μέ τρόπο πού προϋ-ποθέτει αὐτή τήν ἀντίληψι. Ὅμως ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος μπορεῖ νά τήν ἀποφύγῃ καί νά δώσῃ ἔτσι τό μήνυμα ὅτι πρόκειται περί ἐκτροπῆς ἀπό τήν ἁγιοπατερική ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας. Μποροῦν νά χρησιμοποιηθοῦν ἐκφράσεις, οἱ ὁποῖες θά μαρτυροῦν γιά τήν ἤδη ὑπάρχουσα καί βιουμένη στήν Ἐκκλησία εἰρήνη, καταλλαγή καί ἀγάπη. Πράγματι αὐτή ἀποτελῇ «τό ἔλεον καί τόν οἶνον στά τραύματα» τοῦ κόσμου, ὅπως ὡραῖα λέγεται στό σχέδιο κειμένου. Αὐτήν τήν εἰρήνη καί τήν καταλλαγή ἡ Ἐκκλησία «ὡς Καλός Σαμαρείτης ἐπιχέει μέ ἀγάπη καί φιλανθρωπία» στά τραύματα τοῦ κόσμου. Ἡ κοσμική ἀντίληψις περί καταλλαγῆς, ἡ ὁποία ἔχει μέν εὐγενῆ κίνητρα ἀλλά ὄχι καί ὑγιεῖς θεολογικά, δηλαδή ἁγιοπνευματικές, προσδοκίες καί ἐπιδιώξεις, ἐμπλέκει τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες σέ δραστηριότητες πού ἀκυρώνουν τό μήνυμα τῆς Ἐκκλησίας. Καί αὐτή ἡ ἐμπλοκή προωθεῖται μέ τό σχέδιο κειμένου. Γι’ αὐτό χρειάζονται τρο-ποποιήσεις.
2ον. Περί τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου καί περί περσοναλισμοῦ.
Ὅσον ἀφορᾶ τήν παράγρ. Α1 περί τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου (ὄχι τοῦ «ἀνθρωπίνου προσώπου», διότι ἤδη ἔχει ἐντοπισθῆ ἀπό τόν Σεβ. Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεο καί ἀπό ἄλλους καί ἔχει γίνει κατανοητή ἡ περσοναλιστική στρέ-βλωσις τοῦ ὅρου αὐτοῦ), πρέπει νά ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι τό χριστολογικό καί χριστοκεντρικό περιεχόμενό της χάνει τήν σημασία του στίς ἑπόμενες παρα-γράφους Α2-3. Γράφεται ὅτι ὡς προϋπόθεσις γιά τήν διαχριστιανική συνεργα-σία καί διαθρησκειακή συνεννόησι γιά τήν προστασία τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου «δύναται νά χρησιμεύσῃ ἡ κοινή ἀποδοχή τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώ-που» (παράγρ. Α3).
Πόσο κοινή ὅμως εἶναι ἡ διδασκαλία περί τοῦ ἀνθρώπου ἀνά-μεσα στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία καί στίς ἄλλες χριστιανικές ἐκκλησίες καί ὁμολογίες, πού δέν δέχονται τήν κατά Χάριν θέωσι τοῦ ἀνθρώ-που, καί στίς ἄλλες θρησκεῖες πού τήν ἀγνοοῦν παντελῶς; Οἱ διαχριστιανικές καί διαθρησκειακές προσπάθειες γιά τήν προστασία τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου ἐνδέχεται νά ἔχουν ὡς προϋπόθεσι μία οὐμανιστική (περσοναλιστι-κή, ὑπαρξιστική) ἀντίληψι περί «ἀνθρωπίνου προσώπου», ἀδυνατοῦν ὅμως νά θέσουν ὡς βάσιν αὐτῶν τήν ἁγιοπνευματική γνῶσι τοῦ ἀνθρώπου ὡς «κεκε-λευσμένου Θεοῦ». Ἡ Σύνοδος θά θέσῃ ὡς στόχο τῶν ἀποφάσεών της ἐνδοκο-σμικές συνεργασίες χωρίς σαφῆ περιγραφή τῶν δικῶν της κριτηρίων; Γι’ αὐτό προτείνεται τροποποίησις τῶν παραγάφων Α2-3xvii .
Εἰδικότερα ἡ περσοναλιστική (οὐμανιστικῆς, ὑπαρξιστικῆς προελεύσε-ως) ἑρμηνεία τοῦ ὅρου «ἀνθρώπινο πρόσωπο», ἡ ὁποία δεσπόζει στήν παρά-γραφο Β1, προτείνεται νά τροποποιηθῇ. Ἡ κοινωνία μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, ἀκόμη καί λόγῳ τῆς ἑνότητος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, δέν ἀντανακλᾶ ἀπροϋ-ποθέτως «τήν ἐν τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι ζωήν» (παράγρ. Β1), ἀλλά μόνο ὑπό τήν προ-ϋπόθεσι ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν γίνει σῶμα Χριστοῦ στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία καί ἔχουν ὡς ζωή τους τήν «δόξαν», τήν ὁποία ἔδωσε ὁ Χριστός σέ αὐτούς πού ἔγιναν σῶμα Του, «ἵνα ὦσιν ἕν», καθώς εἶναι τά Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριά-δος. Αἰχμή στήν παράγρ. Β1 ἀποτελεῖ ὁ ὅρος «κοινωνία τῶν θείων προσ-ώπων». Εἶναι καθαρά περσοναλιστικῆς προελεύσεως, ἀντορθόρθοξος, καί ὀφείλει νά ἀποφευχθῇxviii.
3ον. Περί εἰρήνης καί δικαιοσύνης.
Ὅσον ἀφορᾶ τήν εἰρήνη καί τήν δικαιοσύνη, γιά τίς ὁποῖες γίνεται λό-γος στό ὑποκεφάλαιο Γ., ὑπάρχει σύγχυσις ἐννοιολογικοῦ περιεχομένου. Στίς ἴδιες παραγράφους χρησιμοποιοῦνται μέ τήν ἁγιοπνευματική τους ἔννοια καί μέ τήν κοσμική (ἐνδοκοσμική) ἔννοια. Βλ. π.χ. στήν παράγρ. Γ1, ὅπου ἡ εἰρή-νη τοῦ Χριστοῦ ὡς ὁ «ὥριμος καρπός τῆς ἐν Αὐτῷ (τῷ Χριστῷ) ἀνακεφαλαιώ-σεως τῶν πάντων», μία εἰρήνη ὑπέρ νοῦν καί κατάληψιν, χάρισμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Γαλ. 5, 22), φέρεται ἐπίσης ὡς καρπός «τῆς καθολικότητος τῶν ἀρχῶν τῆς εἰρήνης, τῆς ἐλευθερίας καί τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης καί, τέλος, τῆς καρποφορίας τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης μεταξύ τῶν ἀνθρώπων καί τῶν λα-ῶν τοῦ κόσμου». Περιττόν νά ποῦμε ὅτι οὔτε ἡ ἱστορία οὔτε ἡ ἐσχατολογική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ὁμιλοῦν γιά «ἐπί τῆς γῆς ἐπικράτησι ὅλων αὐτῶν τῶν χριστιανικῶν ἀρχῶν» (παράγρ. Γ1). Μόνον ἡ προφητική, χριστολογική, διάστασις τῆς εἰρήνης ἀπομένει (Ἡσ. 11, 1-9) καθώς καί οἱ αἰτήσεις τῆς Ἐκκλησίας «ὑπέρ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης καί τῆς σωτηρίας» τῶν τέκνων της, πού εἶναι ἡ ἁγιοπνευματική διάστασις τῆς εἰρήνης. Ἀκολουθοῦν κατόπιν εὐχετικῶς καί οἱ δεήσεις «ὑπέρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου», ὁ ὁποῖος ταλαιπωρεῖται ἀπό τίς πολλές καί πολύμορφες διαστάσεις καί ἔχθρες καί μάχες.
Προτείνεται λοιπόν ἡ σαφής καί ἀνεπίμικτη χρῆσις τῶν ὅρων, ὥστε νά εἶναι καθαρή ἡ μαρτυρία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Διότι στίς παράγρ. Γ3-5 φαίνεται ἡ σύγχυσις αὐτοῦ πού εἶναι ἡ «ἄνωθεν εἰρήνη» μέ αὐτό πού ἐπιδιώ-κεται μέ τίς διαχριστιανικές καί διαθρησκειακές πρωτοβουλίες. Πολύ περισσό-τερο πού σέ αὐτές τίς τελευταῖες γίνονται προσευχές ὄχι σέ Ἐκεῖνον τόν ἀλη-θινό Θεό, τόν χορηγό τῆς «ἄνωθεν εἰρήνης», ἀλλά σέ ποικιλία θεῶν.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος καλεῖται νά ἀναδείξῃ τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς πιστότητα ὅλων τῶν ἐπισκόπων καί τοῦ λογικοῦ ποιμνίου τους στό φρόνημα τῶν ἁγίων Προφητῶν, Ἀποστόλων καί Πατέρων: ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἴμαστε «ἕν σῶμα καί ἕν Πνεῦμα, καθώς καί ἐκλήθημεν ἐν μιᾷ ἐλπίδι τῆς κλήσεως ἡμῶν» (πρβλ. Ἐφ. 4, 4).
Ἡ Σύνοδος θά ψηφίσῃ τά προετοιμασμένα, ἐνδεχομένως μέ τροποποιή-σεις, προσυνοδικά κείμενα. Τήν ἑνότητα στήν Σύνοδο δέν δίνει ἡ ὑπερψήφισις ἁπλῶς τῶν κειμένων. Τά κείμενα πρέπει νά ἔχουν περιεχόμενο σύμφωνο μέ τό φρόνημα τῶν Ἁγίων Πατέρων.
Ἀπό τά κείμενα πού θά τεθοῦν πρός ψήφισι, ἄλλα ἔχουν καθαρά δο-γματικό (ἐκκλησιολογικό) περιεχόμενο καί ἄλλα ποιμαντικό μέ δογματικές προϋποθέσεις ἤ συνέπειες.
Τό ἀνά χεῖρας ὑπόμνημα ἐκθέτει τίς δογματικές παραμέτρους πού διέ-πουν τά προσυνοδικά κείμενα καί προσφέρει ἐνδεχόμενες τροποποιήσεις σέ αὐτά, ὥστε ἡ ἑνότης στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο νά μή εἶναι ἁπλῶς ἀπουσία διαφορετικῶν (διασπαστικῶν) τάσεων ἀλλά ὁμογνωμία σέ «ὅ,τι πάντοτε, πανταχοῦ καί ὑπό πάντων ἐπιστεύθη», ἐν προκειμένῳ στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλη-σιολογία.
Ἡ ἐποχή μας δέν ὑστέρησε σέ μορφές Ἁγίων, ἐν οἷς καί ἐξαιρέτων θεο-λόγων. Ἡ χαρισματική μαρτυρία τῶν συγχρόνων Ἁγίων καί ἡ «ἑπομένη τοῖς ἁ-γίοις πατράσι» μαρτυρία τῶν θεοφόρων θεολόγων εἶναι σημεῖα ἀναφορᾶς, πού μποροῦν νά ἐξασφαλίσουν θεοσυνέργητη ἑνότητα στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΜΕ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΩΝ
1ον.
ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ «ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ»
i«1. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔχει τήν βαθεῖαν αὐτοσυνειδησίαν ὅτι μόνη αὐτή ἐκ τῶν χρι-στιανικῶν ἐκκλησιῶν καί ὁμολογιῶν συνεχίζει νά εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί ἈποστολικήἘκκλησία τοῦ Συμβόλου τῆς Νικαίας - Κωνσταντινουπόλεως. Ἐκ τῆς αὐτοσυνειδησίας ταύτης προέρχεται ἡ μέριμνα Αὑτῆς, ὅπως δοθῇ μαρτυρία περί τῆς ἐν αὐτῇ ἀληθείας καί πραγματωθῇ ἡ ἐπαναγωγή πάντων τῶν ἐκτός Αὐτῆς εὑρισκομένων Χριστιανῶν εἰς τήν Ἑαυτῆς ἑνότητα».
ii«2. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θεμελιοῖ τήν ἑνότητα αὑτῆς (τό εἶναι αὐτήν Μίαν) ἐπί τῆς μοναδικότητος τῆς θεανδρικῆς Ὑποστάσεως τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Κυρίου καί Θεοῦ καί Σω-τῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅστις ἀποτελεῖ τήν μοναδικήν Κεφαλήν τοῦ ἑνός καί μοναδικοῦ σώματος Αὐτοῦ, τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἑνότης τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας μεταξύ των, συμφώνως πρός τήν ἀρχιερατικήν προσευχήν τοῦ Κυρίου: ‘‘ἵνα ὦσιν ἕν, καθώς ἡμεῖς ἕν ἐσμέν’’ (Ἰω. ιζ’, 22), ἔχει ὡς πρότυπον τήν ἀδιάπτωτον ἑνότητα τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἡ δέ οὐσι-ώδης ἑνότης τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ κατά τόπους Ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν ἐκφράζεται διά τῆς ὁμολογίας τῆς αὐτῆς ἀποστολικῆς Πίστεως, διά τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς τῶν ἐπισκόπων αὐτῶν ἔν τε τῇ πίστει καί τῇ χειροτονίᾳ («τό γάρ ὁμόγνωμον καί ὁμόθρονον· τό δέ ἀντίγνω-μον καί ἀντίθρονον», κατά τόν Θεολόγον Γρηγόριον) καί διά τῆς πατερικῆς παραδόσεως βιου-μένης μέχρι σήμερον ἐν αὐταῖς ἀμειώτως».
iii «3. Ἡ εὐθύνη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διά τήν ἑνότηταταύτην, ὡς καί ἡ οἰκουμενικήαὐτῆς ἀποστολή, ἐξεφράσθησαν ὑπό τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Αὗται ἰδιαιτέρως προέβα-λον τόν μεταξύ τῆς ὀρθῆς πίστεως καί τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας ὑφιστάμενον ἄρρηκτον δεσμόν, καί διά τοῦτο ἀπέκοπτον ἐκ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας τούς μή κοινωνοῦν τας τῇ πίστει καί τοῖς μυστηρίοις αὐτῆς» (οἱ προσθῆκες σημειωμένες μέ ἔντονα γράμμα-τα).
iv«4. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀδιαλείπτως προσεύχεται ὑπέρ ἐπιστροφῆς πάντων εἰς τήν ἑνότητά της: «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α´ Τιμ.2, 4). Ἐκαλλιέργει πάντοτε τόν διάλογον μετά τῶν ἐξ Αὐτῆς διεστώτων, τῶν ἐγγύς καί τῶν μακράν, θέτουσα ἀναγκαῖα δογματικά ὅρια πρός ἀσφαλῆ ἀνάκαμψιν αὐτῶν εἰς τήν ἀποστολι-κήν πίστιν Αὐτῆς καί τελείαν μετ’ Αὐτῆς κοινωνίαν ἐν τῷ αὐτῷ ἤθει καί τῇ αὐτῇ ἐμπειρίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εἰς τήν σύγχρονον ἀναζήτησιν ὁδῶν καί τρόπων ἀποκαταστάσεως τῆς ἑνό-τητος τῶν εἰς Χριστόν πιστευόντων ἀνταποκρίνεται ἐκθέτουσα τήν δογματικήν Αὐτῆς διδα-σκαλίαν καί κανονικήν παράδοσιν (ἀποφάνσεις Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί Ἱερούς Κανόνας) ἐπί τῷ τέλει τῆς ἀκραιφνοῦς μαρτυρίας Αὐτῆς ἐντός τῶν νέων ἱστορικῶν συνθηκῶν».
v«5. ... δέον νά ἐρείδωνται», ἀντί τοῦ ἁπλῶς «ἐρείδονται».
«6. Κατά τήν ὀντολογικήν φύσιν τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἑνότης αὐτῆς εἶναι ἀδύνατον νά διατα-ραχθῇ. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία γνωρίζει τήν ἱστορικήν ὕπαρξιν ἑτεροδόξων χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ᾽αὐτῆς, ἀλλά καί πιστεύει ὅτι αἱ πρός ταύτας σχέσεις αὐτῆς πρέπει νά στηρίζωνται ἐπί σαφῶς Ὀρθοδόξων θεολογικῶν καί κανονικῶν βάσεων. Ὑπό τήν προϋπόθεσιν ταύτην εἶναι θετικῶς διατεθειμένη πρός θεολογικόν διάλογον μετ’ αὐτῶν, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι διά τοῦ διαλόγου δίδει δυναμικήν μαρτυρί-αν τοῦ πληρώματος τῆς ἐν Χριστῷ ἀληθείας καί τῶν πνευματικῶν αὐτῆς θησαυρῶν πρός τούς ἐκτός αὐτῆς, μέ ἀντικειμενικόν σκοπόν τήν προλείανσιν τῆς ὁδοῦ τῆς ὁδηγούσης πρός τήν ἑνότητα αὐτῶν μετά τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς, ἤτοι τῆς Ὀρθοδό-ξου, Ἐκκλησίας. Ἐν ᾗ δέ περιπτώσει διάλογός τις δέν τελεσφορεῖ, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θέτει τέρμα εἰς αὐτόν κατά τήν εὐαγγελικήν προτροπήν (Τίτ. 3, 10-11).
«7. Ὑπό τό ἀνωτέρω μόνον πνεῦμα, ἅπασαι αἱ Ἁγιώταται Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι δέον νά συμμετέχουν εἰς διαχριστιανικούς διαλόγους, ‘‘ἵνα μή ἐγκοπήν τινα δῶμεν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ’’ (Α’ Κορ. 9, 12)».
vi«8. ... κατανοεῖ ὅμως ταύτας ἐν τῇ πορείᾳ πρός κατανόησιν τῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας ...».
vii «9-15. Θέματα ἀφορῶντα τήν μεθοδολογίαν τῶν διαχριστιανικῶν σχέσεων θά ἐπανεκτι-μηθοῦν μετά τήν λῆψιν τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου».
viii «16-19. Αἱ μέχρι τοῦδε σχέσεις τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μετά τοῦ Π.Σ.Ε. διακόπτον-ται, καθόσον τό ἐκκλησιολογικόν πλαίσιον τῆς ἐν αὐτῷ διαχριστιανικῆς συνεργασίας δέν ἀπο-βλέπει εἰς τήν ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Πίστει καί Ἐκκλησίᾳ ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν ἀλλ’ εἰς συνύ-παρξιν, ἀμοιβαίαν ἀνοχήν καί συνεργασίαν τῶν χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν καί ὁμολογιῶν».
ix«20. Ἡ εἰσδοχή τῶν προσερχομένων εἰς τούς κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐκ τῶν ἄλλων χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν προσδιορίζεται πάντοτε ἐπί τῇ βάσει τῶν κανονικῶν κριτηρίων τῆς ἤδη διαμορφωμένης ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως (κανό-νες 7 τῆς Β´ καί 95 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῶν συνόδων)».
x«21. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μετ’ ἰδιαιτέρου ἐνδιαφέροντος παρακαλουθεῖ τήν θεολογι-κήν παραγωγήν διαχριστιανικῶν θεολογικῶν ὀργάνων-ἐπιτροπῶν, ἀλλά διατηρεῖ ἐπιφυλάξεις διά κεφαλαιώδους σημασίας θεολογικά συμπεράσματα αὐτῶν».
xi«23. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀναπτύσσει διαχριστιανικόν θεολογικόν διάλογον μέ ἀγά-πην Χριστοῦ ἐν ἀληθείᾳ, ἤτοι προσκαλεῖ τούς ἐκτός Αὐτῆς εἰς ἑνότητα Ὀρθοδόξου πίστεως καί γνησίας ἐμπειρίας Θεοῦ προβάλλουσα εἰς τόν σύγχρονον κόσμον τό ἰδανικόν πρότυπον τοῦ καινοῦ ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου».
xii «Δεόμεθα, ὅπως ὁ Κύριος ἐκπληρώσῃ τήν ἐλπίδα ἡμῶν περί τῆς ἐπανακάμψεως πάντων εἰς τήν Μίαν Ἁγίαν Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, τήν Ὀρθόδοξον ἡμῶν Ἐκκλησίαν, ὅπως ‘‘γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν’’ (Ἰω. 10, 16)».
2ον.
ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ «ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΑΥΤΟΥ»
xiii Παράγρ. Ι4. « ... Ἄλλωστε, τό θεμέλιον τῆς ἑνότητος τοῦ γάμου εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ ἑνότης, ἵνα, διά τῆς ὑπό τοῦ ἁγίου Πνεύματος εὐλογίας τῆς συζυγικῆς ἀγάπης, δυνηθῇ τό ζεῦγος νά ἀντανακλᾷ τήν ἀγάπην Χριστοῦ καί Ἐκκλησίας ὡς μυστηρίου τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς αἰωνίου ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ ἀγάπῃ τοῦ Θεοῦ. Εἰς τήν διατήρησιν τῆς τοιαύτης προοπτικῆς τοῦ ἐν Χριστῷ γάμου συνετέλεσε καί ἡ πλουσία περί γάμου Κανονική παράδοσις (οἱ ι’ καί λα’ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ, ὁ ζ’ τῆς ἐν Νεοκαισαρείᾳ, ὁ ιδ’ τῆς Δ’, τοῦ Μεγ. Βασ. ὁ δ’, καί κυρίως ὁ οβ’ τῆς ΣΤ’, καθώς καί αἱ ἑρμηνευτικαί ἐπεξηγήσεις τῶν ἐγκρίτων κανονολόγων)».
xiv Παράγρ. ΙΙ1. «Σχετικῶς μέ τά κωλύματα γάμου λόγῳ ἐξ αἵματος, ἐξ ἀγχιστείας, ἐξ υἱοθεσίας καί πνευματικῆς συγγενείας ἰσχύει ὅ,τι προβλέπεται ὑπό τῶν ἱερῶν κανόνων (53 καί 54 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς συνόδου) καί τῆς συνῳδά τούτοις ἐκκλησιαστικῆς πράξεως, ἥτις διαχρονικῶς ἔχει τηρηθῇ διά τῶν συναφῶν ἱερῶν Κανόνων, τῶν συνοδικῶν ἀποφάσεων τῶν ἀοιδίμων Πατριαρχῶν καί τῶν ἑρμηνειῶν ἐγκρίτων Κανονολόγων, καί λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ σύμφωνος πρός αὐτάς σύγχρονος πρᾶξις τῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν».
xv Παράγρ. ΙΙ2. «Περί τοῦ μή ἀμετακλήτως λυθέντος ἤ ἀκυρωθέντος γάμου καί τοῦ προϋπάρξαντος τρίτου, ἰσχύει ὅτι συνιστοῦν ἀπόλυτα κωλύματα πρός σύναψιν γάμου, συμ-φώνως πρός τήν κατηγορηματικῶς καταδικάζουσαν τόν τοιοῦτον καί τόν τέταρτον γάμον Ὀρθόδοξον κανονικήν παράδοσιν».
xvi Παράγρ. 5i. «i. Ὁ γάμος Ὀρθοδόξων μεθ᾿ ἑτεροδόξων κωλύεται κατά κανονικήν ἀκρί-βειαν, μή δυνάμενος νά εὐλογηθῇ (κανών 72 τῆς Πενθέκτης ἐν Τρούλλῳ συνόδου). Ἀντιμετωπίζεται ὅμως κατά περίπτωσιν συμφώνως πρός τά ὁριζόμενα ὑπό τῶν ἱερῶν Κανόνων καί ὑπό τόν ρητόν ὅρον ὅτι τά ἐκ τοῦ γάμου τούτου τέκνα θέλουν βαπτισθῆ καί ἀναπτυχθῆ ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ».
3ον.
ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ «Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΝ Τῼ ΣΥΓΧΡΟΝῼ ΚΟΣΜῼ»
xvii Παράγρ. Α2: «Ἐπ’ αὐτῆς τῆς βάσεως εἶναι ἀπαραίτητον νά διακηρυχθῇ πρός ὅλας τάς κατευθύνσεις ὅτι ἡ προστασία τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου, αὐτονοήτως δέ καί τοῦ ἀγαθοῦ τῆς εἰρήνης, δέν ἐξασφαλίζεται ἄνευ τοῦ ἁγιασμοῦ τούτου, τουτέστι τῆς ἐν τῇ Ὀρθοδό-ξῳ πίστει καί Ἐκκλησίᾳ θεοποιοῦ ἀσκήσεως καί ἑνώσεως μετά τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ἐκ τῆς ὁποίας αἱ εἰρηνευτικαί προσπάθειαι ἀποκτοῦν θεοφιλῆ προσανατολι-σμόν. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία στέκει ἐν τῷ κόσμῳ ὡς διαχρονική μαρτυρία τοῖς μακράν καί τοῖς ἐγγύς περί αὐτῆς τῆς μοναδικῶς ἐν ἑαυτῇ φυλαττομένης ἐλπίδος».
Παράγρ. Α3: «Προϋπόθεσιν συνεργασίας Ὀρθοδόξων ἐκπροσώπων μετ’ ἄλλων διακρατι-κῶν, διαχριστιανικῶν ἤ διαθρησκειακῶν φορέων ἀποτελεῖ ἡ ἀπαρέγκλιτος θέσις τῆς Ὀρθοδό-ξου Ἐκκλησίας, ὅτι ἡ ἀπάλειψις τοῦ φανατισμοῦ, ἡ συμφιλίωσις τῶν λαῶν καί ἡ ἐπικράτησις τῆς ἐλευθερίας καί τῆς εἰρήνης εἰς τόν κόσμον πρός ἐξυπηρέτησιν τοῦ ἀνθρώπου, ἀνεξαρτή-τως φυλῆς καί θρησκεύματος, δέν πρέπει νά προϋποθέτῃ ἤ νά συνεπάγεται τόν συγκρητι-σμόν, τουτέστι τήν προσοικείωσιν ἤ τήν ἀποδοχήν μεθόδων ἀπαδόντων πρός τάς δογματικάς καί κανονικάς ἀρχάς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
xviii Παράγρ. Β1: «Ἕν ἐκ τῶν ὑψίστων δώρων τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπον, τόσον ὡς συγκεκριμένον φορέα τῆς εἰκόνος τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί κεκλημένου εἰς τό «καθ’ ὁμοί-ωσιν», ὅσον καί ὡς κοινωνίαν προσώπων, ἀποτελεῖ τό θεῖον δῶρον τῆς ἐλευθερίας. «Ὁ πλάσας ἀπ᾽ ἀρχῆς τόν ἄνθρωπον ἐλεύθερον ἀφῆκε καί αὐτεξούσιον, νόμῳ τῷ τῆς ἐντολῆς μόνον κρατούμενον» (Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΙΔ´, Περί φιλοπτωχίας, 25. PG 35, 892Α). Ἡ ἐλευθερία καθιστᾷ μέν τόν ἄνθρωπον ἱκανόν νά προοδεύῃ πρός τήν πνευματικήν τελειότη-τα, ἀλλά, συγχρόνως, ἐμπερικλείει τόν κίνδυνον τῆς παρακοῆς, τῆς ἀπό τοῦ Θεοῦ αὐτονομή-σεως καί, δι’ αὐτῆς, τῆς πτώσεως, ἐξ οὗ καί αἱ τραγικαί συνέπειαι τοῦ κακοῦ ἐν τῷ κόσμῳ».
1 Γράφει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος: «Ἐρωτῶ ἵνα καὶ αὐτοὶ γένωνται ἓν, κατὰ τὸ ἐν ἐμοὶ σῶμα, καὶ κατὰ τὴν αὐτοῦ τελείωσιν· ἵνα καὶ αὐτοὶ γένωνται τέλειοι, ἔχοντες πρὸς τοῦτο τὴν ἑνότητα, καὶ εἰς αὐτὸ ἓν γενόμενοι· ἵνα, ὡς ἂν πάντες φορεσθέντες παρ᾽ ἐμοῦ, πάντες ὦσιν ἓν σῶμα καὶ ἓν πνεῦμα, καὶ εἰς ἄνδρα τέλειον καταντήσωσιν. Οἱ γὰρ πάντες, ἐκ τοῦ αὐτοῦ μεταλαμβά-νοντες, ἓν γινόμεθα σῶμα, τὸν ἕνα Κύριον ἔχοντες ἐν ἑαυτοῖς» (Κατά ἀρειανῶν, PG 26, 369). Καί ἐπίσης: «Ἐπειδὴ γὰρ ὁ Λόγος ἐστὶν ἐν τῷ Πατρὶ, τὸ δὲ Πνεῦμα ἐκ τοῦ Λόγου δίδοται, θέλει λαβεῖν ἡμᾶς τὸ Πνεῦμα, ἵνα, ὅταν ἐκεῖνο λάβωμεν, τότε ἔχοντες τὸ Πνεῦμα τοῦ Λόγου τοῦ ὄντος ἐν τῷ Πατρὶ, δόξωμεν καὶ ἡμεῖς διὰ τὸ Πνεῦμα ἓν γίνεσθαι ἐν τῷ Λόγῳ, καὶ δι᾽ αὐτοῦ τῷ Πατρί. Τὸ δὲ, ὡς ἡμεῖς, ἐὰν λέγῃ, οὐδὲν ἕτερον πάλιν ἐστὶν, ἢ ἵνα ἡ γινομένη τοιαύτη τοῦ Πνεύματος χάρις εἰς τοὺς μαθητὰς ἀδιάπτωτος καὶ ἀμεταμέλητος γένηται» (ἔνθ’ ἀνωτ. PG 26, 376).
2 Ἡ φράσις «ἐπί τῆς κοινωνίας ἐν τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι», ἡ ὁποία παρεισέφρυσε στό σχέδιο κειμένου, ὀφείλει νά ἀπορριφθῇ. Στήν Ἁγία Τριάδα θεωροῦνται ἑνώσεις καί δια-κρίσεις, ὄχι ὅμως κοινωνία (ἐννοεῖται Προσώπων). Βλ. σχετικῶς, Ἀμφιλοχίου Ράντοβιτς, Τό Μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος κατά τόν ἅγιον Γρηγόριον τόν Παλαμᾶν, Θεσσαλονίκη 1973.
3 Σέ ἕνα ἀπό τά κείμενα, τά ὁποῖα ὑποστηρίζουν αὐτοῦ τοῦ εἴδους τήν ἑνότητα, λέγεται: «We confess one, holy, catholic, and apostolic Church as expressed in the Nicene-Constantinopolitan Creed (381). The Church's oneness is an image of the unity of the Triune God in the communion of the divine Persons ... Αs the people of God, the body of Christ, and the temple of the Holy Spirit, the Church is called to manifest its oneness in rich diversity ...
4 «Ἤδη στό Πατριαρχεῖο τῆς Ἀλεξανδρείας καί στό Πατριαρχεῖο τῆς Ἀντιοχείας ὑπάρχουν ἐ-πίσημες συμφωνίες σχετικά μέ τά Μυστήρια. Ἐδῶ στίς Ἡνωμένες Πολιτεῖες, οἱ Ἀνατολικοί Ὀρ-θόδοξοι πιστοί, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν δικές τους ἐνορίες σέ κάποια περιοχή, γίνονται δεκτοί στίς Ὀρθόδοξες ἐνορίες. Μέ τήν εὐλογία τοῦ ἐπιχωρί ου ἐπισκόπου καί τοῦ ἐφημερίου τῆς ἐνορίας, τούς ἐπιτρέπεται νά λάβουν τήν Θεί α Κοινωνία. Λαμβάνουν χώραν καί Βαπτίσεις καί Γάμοι. Μνημόσυνα καί Κηδεῖες ἐπίσης λαμβάνουν χώραν. Αὐτά συμβαίνουν ὑπό τήν προϋπόθεσι ὅτι σέ κάποια περιοχή δέν ὑπάρχουν ἱερεύς καί ἐνορία μιᾶς Ἀνατολικῆς Ὀρθο-δόξου Ἐκκλησίας. Οἱ Ἀνατολικές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἀκολουθοῦν γενικῶς τήν ἴδια ἐπίσης πρακτική» (Ἀπόσπασμα ἀπό τό κείμενο Recommendations for Greater Understanding and Co-operation τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Ὀρθοδόξων καί Ἀνατολικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, πού περιλαμβάνεται στό βιβλίο «Restoring the Unity in Faith: The Orthodox – Oriental Orthodox Theological Dialogue» (Ἀποκαθιστώντας τήν Ἑνότητα ἐν τῇ Πίστει: Ὁ Θεολογικός Διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ἀνατολικῶν Ὀρθοδόξων), ἔκδ. Holy Cross Orthodox Press, Η.Π.Α., 2007). Βλ. ἐπ’ αὐτοῦ ἄρθρο τοῦ Ἱερομ. Λουκᾶ Γρηγοριάτου, Θεολογικές ἐπισημάνσεις σέ πρόσφατες προτάσεις γιά μυστηριακή διακοινωνία Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων, Ἅγιον Ὄρος, 1/14 Σεπτεμβρίου 2011.
5«Καὶ γὰρ ἂν εἴημεν ὡς ἀληθῶς πάντων ἀνθρώπων ἀτοπώτατοι, σχίσμασι καὶ κατατομαῖς Ἐκκλησιῶν ἐφηδόμενοι καὶ μὴ τὴν συνάφειαν τῶν μελῶν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ τὸ μέγι-στον τῶν ἀγαθῶν τιθέμενοι» (Ἐπιστολή 156, Εὐαγρίῳ πρεσβυτέρῳ).
6«Ἐπιστεῖλαι αὐτοῖς ἀπὸ μιᾶς γνώμης πᾶσαν παράκλησιν μετ' εὐσπλαγχνίας προσάγοντας, καὶ τὴν τῶν Πατέρων πίστιν προτεινομένους προκαλεῖσθαι αὐτοὺς εἰς συνάφειαν» (Ἐπιστολή 128, Εὐσεβίῳ ἐπισκόπῳ Σαμοσάτων).
7«Τὴν ἐν Νικαίᾳ πίστιν, ... καὶ τὸ μὴ δεῖν λέγεσθαι κτίσμα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον μηδὲ κοινω-νικοὺς αὐτῶν εἶναι τοὺς λέγοντας» (Ἐπιστολή 113, Τοῖς ἐν Ταρσῷ πρεσβυτέροις).
8«Κἂν μὲν πείσωμεν, κοινῶς αὐτοῖς ἑνωθῆναι, ἐὰν δὲ ἀποτύχωμεν, ἀρκεῖσθαι ἡμᾶς ἀλλή-λοις, τὸν δὲ ἐπαμφοτερισμὸν τοῦτον ἐξορίσαι τοῦ ἤθους» (Ἐπιστολή 128, Εὐσεβίῳ ἐπισκόπῳ Σαμοσάτων).
9«Ἐὰν μὲν οὖν πεισθῶσί σοι, ταῦτα ἄριστα. Εἰ δὲ μή, γνωρίσατε τοὺς πολεμοποιοὺς καὶ παύσασθε ἡμῖν τοῦ λοιποῦ περὶ διαλλαγῶν ἐπιστέλλοντες» (Ἐπιστολή 128, Εὐσεβίῳ ἐπισκόπῳ Σαμοσάτων).
10 Βλ. Ἀρχιμ. Γεωργίου (Καψάνη), Ἡ ἐκκλησιολογική αὐτοσυνειδησία τῶν Ὀρθοδόξων ἀπό τῆς Ἁλώσεως μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνος, 1998, δημοσιευμένο στό Εἰκοσιπενταετηρικόν (ἀφιέρωμα στόν Μητροπολίτη Νεαπόλεως καί Σταυρουπόλεως κ. Διονύσιο), Ἀνάτυπο 1999.
11 Ὁ μακαριστός Γέροντάς μας, ὁ Ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης, γράφει: «ἡ μυστηριακή βάσις τοῦ γάμου προϋποθέτει τήν κοινήν πίστιν ... ἡ μετά τοῦ ἑτεροδόξου συζύγου κοινωνία δέν εἶναι δυνατόν νά εἶναι τελεία, ἐφ᾿ ὅσον δέν κοινωνοῦν τῆς αὐτῆς πίστεως καί τῶν αὐτῶν μυστηρίων» (Ἡ Ποιμαντική Διακονία κατά τούς Ἱερούς Κανόνας, Πειραιεύς 1976, σελ. 179).
12 Ἀρχιμ. Ἱερωνύμου Κοτσώνη, Ἡ κανονική ἄποψις περί τῆς ἐπικοινωνίας μετά τῶν ἑτεροδόξων (intercommunio), ἐν Ἀθήναις 1957, σελ. 206 κ.ἑξ.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Ἀκτὴ Θεμιστοκλέους 190
185 39 ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ
Email : impireos@hotmail.com
Τηλ. 210 4514833
Fax 210 4518476
Ἀριθμ. Πρωτ.528
Ἐν Πειραιεῖ τὴ 23η Μαΐου 2016
Πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον
Μητροπολίτην Κισινιὲφ
καὶ πάσης Μολδαυΐας
κ.κ. Βλαδίμηρον
Εἰς Κισινιέφ.
Σεβασμιώτατε Ἅγιε ἐν Χριστῷ Ἀδελφέ,
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!
Τὴν Ὑμετέραν Σεβασμιότητα ἀδελφικῶς ἐν Κυρίω κατασπαζόμενος μετὰ βαθυτάτων αἰσθημάτων ἀγάπης ἐν Χριστῷ ἀπευθύνω πρὸς Ὑμᾶς ἐκ προσώπου τοῦ εὐαγοῦς Κλήρου καὶ τοῦ φιλοχρίστου λαοῦ τῆς καθ’ ἠμᾶς Ἁγιωτάτης Μητροπόλεως τῆς ναυλόχου πόλεως τοῦ Πειραιῶς καὶ πρώτου λιμένος τῆς Ἑλλάδος, θερμὲς ἐόρτιες προσρήσεις ἐπὶ τὴ λαμπροφόρω Ἀναστάσει τοῦ Κυρίου.
Γνωστὸν τυγχάνει, ἅγιε ἐν Χριστῷ ἀδελφέ, τὸ πολυσχιδὲς καὶ ἐπίμοχθον ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπιτελεῖ ἡ Ὑμετέρα Σεπτὴ Σεβασμιότης τόσον διὰ τὸν εὐαγγελισμὸν τῶν μακράν τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως εὐρισκομένων, ὅσον καὶ διὰ τὸν ἐπιστηριγμόν, ὑλικὸν καὶ πνευματικόν, τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν ἐν τῆ Ὑμετέρα Θεοφρουρήτω ἐπαρχία, τῆ Ὀρθοδόξω Ἐκκλησία τῆς Μολδαυΐας, ἔργον διὰ τὸ ὁποῖον αἴνους καὶ δοξολογίαν ἀναπέμπομεν πρὸς τὸν ἅγιον Τριαδικὸν Θεόν. Ὠσαύτως γνωστὴ τυγχάνει ἡ ἐξ’ ἴσου πολύμοχθος μέριμνα καὶ φροντίδα, τὴν ὁποίαν καταβάλλετε διὰ τὴν περιφρούρησιν καὶ διαφύλαξιν τοῦ πιστοῦ λαοῦ τῆς Μολδαυΐας ἐκ τῶν ποικιλωνύμων αἱρέσεων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ἀθεμίτου καὶ δολίου προσηλυτισμοῦ ἐκ τῆς δαιμονικῆς καὶ ἐπαράτου Οὐνίας. Μέσα στὰ πλαίσια τῆς φροντίδος αὐτῆς δὲν ἐφείσθητε κόπων καὶ δαπανῶν διὰ νὰ προσκαλέσετε ἐν τὴ Ὑμετέρα ἐπαρχία ἐκ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος λογίους καὶ πνευματικοὺς ἄνδρες, ὅπως τὸν πρωτ. π. Γεώργιον Μεταλληνόν, τὸν πρωτ. π. Θεόδωρον Ζήσην καὶ τὸν κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη καθηγητᾶς τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης, ἐπὶ τῷ σκοπῶ τοῦ πνευματικοῦ καταρτισμοῦ καὶ τῆς περιφρουρήσεως ἐν τῆ Ὀρθοδόξω πίστει τοῦ πιστοῦ λαοῦ τῆς Μολδαυΐας. Νωπὴ ἀκόμη παραμένει στὴ μνήμη μας ἡ πρόσφατη ἐπίσκεψις, κατόπιν προσκλήσεώς σας, στὸ Κισινιὲβ τῆς Μολδαβίας τοῦ π. Θεόδωρου Ζήση, ὁ ὁποῖος στὶς 21 καὶ 22 Ἰανουαρίου 2016, ὁμίλησε ἐνώπιον πολυπληθοῦς ἀκροατηρίου 2500 ἀτόμων περίπου διὰ τὸ κατ’ ἐξοχὴν φλέγον καὶ ἐπίκαιρο θέμα, τὴν μέλλουσα νὰ συγκληθεῖ τὸν προσεχῆ Ἰούνιο στὴν Κρήτη «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο».
Ἐν ὄψει τοῦ κορυφαίου αὐτοῦ ἐκκλησιαστικοῦ γεγονότος, ἡ καθ’ ἠμᾶς Ἱερὰ Μητρόπολις ἐν συνεργασία μετὰ τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων Γλυφάδας, Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως, καὶ Κυθήρων, ὡς καὶ τῆς Συνάξεως Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν, συνδιοργάνωσε Θεολογικὴ - Ἐπιστημονικὴ Ἡμερίδα, μὲ θέμα: «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος: Μεγάλη προετοιμασία, χωρὶς προσδοκίες», ἡ ὁποία ἔλαβε χώρα τὴν Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016, στὸ Στάδιο Εἰρήνης καὶ Φιλίας, στὸ Νέο Φάληρο Πειραιῶς.
Τὴν Ἡμερίδα ἐτίμησαν μὲ τὴν παρουσία τοὺς Σεβασμιώτατοι Ἀρχιερεῖς, Καθηγούμενοι καὶ Γερόντισσες Ἱερῶν Μονῶν, ἁγιορεῖτες Πατέρες, κληρικοί, πρόεδροι Χριστιανικῶν Σωματείων καὶ Ὀργανώσεων, Καθηγητὲς Θεολογικῶν Σχολῶν καὶ Θεολόγοι καὶ γύρω στοὺς χίλιους πιστούς. Ἡ Ἐπιστημονικὴ Ἐπιτροπή, ἀποτελοῦνταν ἀπὸ α) τὴν ἐλαχιστότητά μου, β) τὸν Αἰδεμιολογιώτατο πρωτοπρεσβύτερο π. Γεώργιο Μεταλληνό, Ὁμότιμο Καθηγητὴ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, γ) τὸν Αἰδεσιμολογιώτατο πρωτοπρεσβύτερο π. Θεόδωρο Ζήση, Ὁμότιμο Καθηγητὴ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. δ) τὸν Πανοσιολογιώτατο Ἀρχιμανδρίτη π. Ἀθανάσιο Ἀναστασίου, Προηγούμενο τῆς Ι. Μονῆς τοῦ Μεγάλου Μετεώρου, καὶ ε) τὸν ἐλλογιμώτατο Καθηγητὴ τῆς Δογματικῆς της Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ. κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη. Στὴν Ἡμερίδα παρέστησαν καὶ ἀπηύθυναν χαιρετισμὸ ὁ Ἐπίσκοπος Μπαντσὲν κ. Λογγίνος τῆς Οὐκρανικῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ προϊστάμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας Ἁγίου Ὅρους π. Σάββας. Ἐπίσης, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Λόβετς τῆς Βουλγαρικῆς Ἐκκλησίας κ. Γαβριὴλ ἐκπροσωπήθηκε ἀπὸ τὸν Αἰδεσιμολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο π. Ματθαῖο Βουλκανέσκου, κληρικὸ τῆς καθ’ Ἠμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, ὁ ὁποῖος καὶ ἀνέγνωσε τὸν χαιρετισμό του.
Τὸ γενικὸ θέμα τῆς Ἡμερίδος ἀναπτύχθηκε σὲ τέσσερις Συνεδρίες: Ἀπὸ τὴν ἐλαχιστότητά μου καὶ τοὺς εἰσηγητὲς Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου κ. Ἰερόθεο, Γλυφάδας κ. Παῦλο, Κυθήρων κ. Σεραφείμ, καὶ Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως κ. Ἱερεμία, τοὺς ὁμοτίμους πανεπιστημιακοὺς καθηγητές, Αἰδεσιμολογιωτάτους πρωτοπρεσβυτέρους π. Γεώργιο Μεταλληνὸ καὶ π. Θεόδωρο Ζήση, τὸν κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη, τοὺς Πανοσιολογιωτάτους Ἀρχιμανδρίτες π. Σαράντη Σαράντο, Διδάκτορα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, καὶ τὸν π. Ἀθανάσιο Ἀναστασίου, τοὺς Αἰδεσιμολογιωτάτους πρωτοπρεσβυτέρους π. Πέτρο Heers, Διδάκτορα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ., καὶ π. Ἀναστάσιο Γκοτσόπουλο, (Μr Θεολογίας), ἐφημέριο του Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Νικολάου Πατρών, τὸν Πανοσιολογιώτατο Ἀρχιμανδρίτη π. Παῦλο Δημητρακόπουλο, (Μr. Θεολογίας), Διευθυντὴ τοῦ Γραφείου ἐπὶ τῶν Αἱρέσεων καὶ τῶν Παραθρησκειῶν τῆς καθ’ Ἠμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, τὸν ἐλλογιμώτατο κ. Σταῦρο Μποζοβίτη, Θεολόγο –Συγγραφέα, μέλος τῆς Ἀδελφότητος Θεολόγων ὁ «Σωτήρ», καὶ τὸν Αἰδεσιμολογιώτατο πρωτοπρεσβύτερο π. Ἄγγελο Ἀγγελακόπουλο, (Μr Θεολογίας), ἐφημέριο του Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίας Παρασκευῆς Νέας Καλλιπόλεως τῆς καθ’ Ἠμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως.
Ἀπὸ τὶς εἰσηγήσεις καὶ τὸν ἐπακολουθήσαντα διάλογο προέκυψε καὶ ἐγκρίθηκε ὁμοφώνως τὸ παρακάτω Ψήφισμα-Πόρισμα:
1) Ἡ Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μᾶς εἶναι καρπὸς τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως, ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς. Δὲν νοεῖται Ἐκκλησία χωρὶς Θεολογία καὶ δὲν νοεῖται Θεολογία ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, τὴν ὁποία ἐξέφρασαν οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Πατέρες καὶ οἱ ἅγιες Σύνοδοι. Ὅταν μία Σύνοδος δὲν θεολογεῖ ὀρθοδόξως, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι γνήσια Ὀρθόδοξη Σύνοδος, ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὸ Ὀρθόδοξο πλήρωμα. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ συμβεῖ, ὅταν οἱ συμμετέχοντες στὴ Σύνοδο δὲν ἔχουν τὴν πείρα τῶν θεουμένων Πατέρων, ἢ τουλάχιστον δὲν ἀκολουθοῦν αὐτούς, χωρὶς νὰ τοὺς παρερμηνεύουν. Στὴν περίπτωση αὐτὴ τὰ συνοδικὰ μέλη διατυπώνουν κακόδοξες διδασκαλίες, ἢ ἐπηρεάζονται ἀπὸ πολιτικές, ἢ ἄλλες σκοπιμότητες. Ἡ σύγχρονη ἐκκλησιαστικὴ πραγματικότητα ἀπέδειξε ὅτι σήμερα πολλὰ ὑψηλὰ ἱστάμενα πρόσωπα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας ἐπηρεάζονται, ὡς μὴ ὄφειλε, ἀπὸ πολιτικοὺς παράγοντες. Σὲ πολλές, ἐπίσης, περιπτώσεις δημιουργοῦνται, στὶς ἐνδοεκκλησιαστικὲς σχέσεις, ἀντιπαλότητες, ἢ κυριαρχοῦν ἐθνικιστικὲς καὶ πολιτικὲς σκοπιμότητες.
2) Μετὰ ἀπὸ μιὰ μακρὰ ἱστορία προετοιμασίας τῆς συγκλήσεως τῆς «Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου», ἐνενήντα τριῶν ἐτῶν, διαπιστώνουμε, ἀπὸ τὴν θεματολογία, τὰ προσυνοδικὰ κείμενα καὶ τὶς δηλώσεις τῶν διοργανωτῶν, ὅτι ὑπάρχει μεγάλο ἔλλειμμα Συνοδικότητος, ἔλλειμμα θεολογικῆς πληρότητος, σαφήνειας καὶ ἀκρίβειας τῶν πρὸς συζήτηση κειμένων καὶ ἀκόμη μεγαλύτερο ἔλλειμμα ὡς πρὸς τὴν θεολογικὴ ὀρθότητα, μὲ τὴν ὁποία αὐτὰ εἶναι διατυπωμένα. Πιὸ συγκεκριμένα :
3) Ἡ μὴ συμμετοχὴ ὅλων τῶν ἐπισκόπων στὴν μέλλουσα νὰ συγκληθεῖ Σύνοδο, ἀλλὰ μόνο εἰκοσιτεσσάρων ἀπὸ κάθε Τοπικὴ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία, εἶναι ξένη πρὸς τὴν Κανονικὴ καὶ Συνοδική μας Παράδοση. Τὰ ὑπάρχοντα ἱστορικὰ στοιχεῖα μαρτυροῦν, ὄχι ἀντιπροσώπευση, ἀλλὰ τὴν μεγαλύτερη δυνατὴ συμμετοχὴ ἐπισκόπων ἀπὸ ὅλες τὶς ἐπαρχίες τῆς ἀνὰ τὴν Οἰκουμένην Ἐκκλησίας. Ἐπίσης, ὁ μὴ χαρακτηρισμός της ὡς Οἰκουμενικῆς, μὲ τὸν ἀπαράδεκτο ἰσχυρισμὸ ὅτι δὲν μποροῦν νὰ συμμετάσχουν σ’ αὐτὴν οἱ «χριστιανοὶ τῆς Δύσεως», ἔρχεται σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τοὺς ἁγίους Πατέρες, οἱ ὁποῖοι συγκροτοῦσαν τὶς Ἅγιες Συνόδους ἐρήμην τῶν αἱρετικῶν. Κατ’ ἀκολουθίαν εἶναι ἀπαράδεκτο οἱ διοργανωτές της νὰ ἔχουν τὴν ἀξίωση τὸ κύρος της νὰ εἶναι ἰσοδύναμο καὶ ἰσάξιο μὲ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Ἀλλά, οὔτε καὶ Πανορθόδοξος μπορεῖ νὰ ἀποκληθεῖ ἡ ἐν λόγω Σύνοδος, διότι προφανῶς ἀποκλείεται ἡ συμμετοχὴ ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων.
Ἐξ ἴσου ἀμάρτυρο στὴν Ἐκκλησιαστικὴ καὶ Κανονική μας Παράδοση, καὶ γι’ αὐτὸ ἀπαράδεκτο, εἶναι τὸ σχῆμα: μία ψῆφος-μία Ἐκκλησία, μὲ ἀπαραίτητη τὴν ὁμοφωνία ὅλων τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Ὁ κάθε ἐπίσκοπος δικαιοῦται νὰ ἔχει δική του ψῆφο καὶ στὶς ἀποφάσεις τῶν μὴ δογματικῶν θεμάτων νὰ ἰσχύσει ἡ ἀρχή: «ἡ ψῆφος τῶν πλειόνων κρατείτω». Ἀπαράδεκτο θεωροῦμε, ἐπίσης, τὸ νὰ προαποφασίζονται τὰ θέματα καὶ ὁ τρόπος ὀργανώσεως τῆς Συνόδου, χωρὶς τὸ κυρίαρχο σῶμα τῶν κατὰ τόπους Ἱεραρχιῶν τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν νὰ ἔχει ἐκφράσει συνοδικῶς τὴν ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν τοποθέτησή του.
4) Οἱ μέχρι τώρα γενόμενοι Διαχριστιανικοὶ Διάλογοι τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὴν Ἑτεροδοξία κατέληξαν σὲ τραγικὴ ἀποτυχία, τὴν ὁποία ὁμολογοῦν σήμερα καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι οἱ πρωτεργάτες τους. Ἡ δῆθεν προσφερομένη βοήθεια μέσω τῶν Διαλόγων γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν Ἑτεροδόξων στὴν ἐν Χριστῷ ἀλήθεια καὶ τὴν Ὀρθοδοξία διαψεύδεται καὶ ἀποδεικνύεται ἀνύπαρκτη. Τελικά, οἱ Διάλογοι ἐξυπηρέτησαν καὶ προώθησαν τοὺς στόχους τῆς ἀντιχρίστου λεγομένης «Νέας Ἐποχῆς» καὶ τῆς Παγκοσμιοποιήσεως. Ἕνα σημαντικὸ κενό, ποῦ παρουσιάζουν τὰ πρὸς συζήτηση στὴ μέλλουσα Σύνοδο προσυνοδικὰ κείμενα, εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι παραδόξως ἀπουσιάζει σ’ αὐτὰ ἡ κριτικὴ ἀξιολόγηση τῆς μέχρι σήμερα πορείας τόσο τῶν διμερῶν Θεολογικῶν Διαλόγων μεταξύ της Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῶν λοιπῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων, ὅσο καὶ τῆς συμμετοχῆς της στὴν Οἰκουμενι(στι)κὴ Κίνηση καὶ τὸ λεγόμενο «Π.Σ.Ε.», ἡ ὁποία ὑπῆρχε στὰ κείμενα τῆς Γ΄ Προσυνοδικῆς Διασκέψεως.
5) Τὸ προσυνοδικὸ κείμενο μὲ τίτλο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον» παρουσιάζει κατὰ συρροὴ τὴν θεολογικὴ ἀσυνέπεια, ἢ καὶ ἀντίφαση. Ἔτσι, τὸ ἄρθρο 1 διακηρύσσει τὴν ἐκκλησιαστικὴ αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας, θεωρώντας τὴν –πολὺ σωστὰ– ὡς τὴν «Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία». Ὅμως, στὸ ἄρθρο 6 παρουσιάζει μία ἀντιφατικὴ πρὸς τὸ παραπάνω ἄρθρο (1) διατύπωση. Σημειώνεται χαρακτηριστικὰ ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τὴν ἱστορικὴν ὕπαρξιν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν μὴ εὐρισκομένων ἐν κοινωνία μετ' αὐτῆς». Ἐδῶ γεννᾶται τὸ εὔλογο θεολογικὸ ἐρώτημα: Ἂν ἡ Ἐκκλησία εἶναι «ΜΙΑ», κατὰ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως καὶ τὴν αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας (ἄρθρ. 1), τότε, πῶς γίνεται λόγος γιὰ ἄλλες Χριστιανικὲς Ἐκκλησίες; Εἶναι προφανὲς ὅτι αὐτὲς οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες εἶναι ἑτερόδοξες. Οἱ ἑτερόδοξες, ὅμως, «Ἐκκλησίες» δὲν μποροῦν νὰ κατονομάζονται καθόλου ὡς «Ἐκκλησίες» ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους, ἐπειδή, δογματικῶς θεωρούμενα τὰ πράγματα, δὲν μπορεῖ νὰ γίνεται λόγος γιὰ πολλότητα «Ἐκκλησιῶν», μὲ διαφορετικὰ δόγματα καὶ μάλιστα σὲ πολλὰ θεολογικὰ θέματα. Κατὰ συνέπεια, ἐνόσο οἱ «Ἐκκλησίες» αὐτὲς παραμένουν ἀμετακίνητες στὶς κακοδοξίες τῆς πίστεώς τους, δὲν εἶναι θεολογικὰ ὀρθὸ νὰ τοὺς ἀναγνωρίζουμε –καὶ μάλιστα θεσμικὰ– ἐκκλησιαστικότητα, ἐκτός της «Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας».
Στὸ ἴδιο ἄρθρο (6) ὑπάρχει καὶ δεύτερη σοβαρὴ θεολογικὴ ἀντίφαση. Στὴν ἀρχὴ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ σημειώνεται τὸ ἑξῆς: «Κατὰ τὴν ὀντολογικὴν φύσιν τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἑνότης αὐτῆς εἶναι ἀδύνατον νὰ διαταραχθῆ». Στὸ τέλος, ὅμως, τοῦ ἴδιου ἄρθρου γράφεται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, μὲ τὴν συμμετοχή της στὴν Οἰκουμενι(στι)κὴ Κίνηση, ἔχει ὡς «ἀντικειμενικὸν σκοπὸν τὴν προλείανσιν τῆς ὁδοῦ τῆς ὁδηγούσης πρὸς τὴν ἑνότητα». Ἐδῶ τίθεται τὸ ἐρώτημα: Ἐφόσον ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δεδομένη, τότε τί εἴδους ἑνότητα Ἐκκλησιῶν ἀναζητεῖται στὸ πλαίσιο τῆς Οἰκουμενι(στι)κῆς Κινήσεως; Μήπως ὑπονοεῖται ἡ ἐπιστροφὴ τῶν δυτικῶν χριστιανῶν στὴ ΜΙΑ καὶ μόνη Ἐκκλησία; Κάτι τέτοιο, ὅμως, δὲν διαφαίνεται ἀπὸ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα συνόλου τοῦ Κειμένου. Ἀντίθετα, μάλιστα, δίνεται ἡ ἐντύπωση ὅτι ὑπάρχει δεδομένη διαίρεση στὴν Ἐκκλησία καὶ οἱ προοπτικὲς τῶν διαλεγομένων ἀποβλέπουν στὴν διασπασθεῖσα ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
6) Τὸ ὡς ἄνω κείμενο κινεῖται στὰ πλαίσια τῆς νέας οἰκουμενιστικῆς Ἐκκλησιολογίας,ἡ ὁποία ἔχει ἐκφραστεῖ ἤδη κατὰ τὴν Β΄ Βατικανὴ ψευδοσύνοδο. Αὐτὴ ἡ νέα Ἐκκλησιολογία ἔχει ὡς βάση τὴν ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος ὅλων τῶν χριστιανικῶν αἱρέσεων, (βαπτισματική θεολογία). Οἱ συντάκτες τοῦ κειμένου, προκειμένου νὰ προσδώσουν κανονικὴ ἐγκυρότητα καὶ συνοδικὴ νομιμότητα στὴν κακόδοξη αὐτὴ Ἐκκλησιολογία, ἐπικαλοῦνται τὸν 7ο Ἱερὸ Κανόνα τῆς Β΄ Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ τὸν 95ο τῆς ΣΤ΄ Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ὡστόσο, οἱ ἐν λόγω Ἱεροὶ Κανόνες ρυθμίζουν μόνο τὸν τρόπο εἰσδοχῆς στὴν Ἐκκλησία τῶν μετανοημένων αἱρετικῶν καὶ δὲν ἀναφέρονται καθόλου στὸ «ἐκκλησιαστικὸ status» τῶν αἱρέσεων, οὔτε στὴ διαδικασία διαλόγου τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν αἵρεση. Οὔτε, ἀσφαλῶς, ὑπονοοῦν τὸ «ὑποστατὸν» τῶν μυστηρίων τῶν ἑτεροδόξων, οὔτε ὅτι οἱ αἱρέσεις παρέχουν σώζουσα Θεία Χάρη. Οὐδέποτε ἡ Ἐκκλησία ἀναγνώρισε καὶ διεκήρυξε ἐκκλησιαστικότητα στὴν πλάνη καὶ στὴν αἵρεση. Ἡ «μερὶς τῶν σωζομένων», γιὰ τὴν ὁποία μιλοῦν οἱ ἐν λόγω Ἱεροὶ Κανόνες, βρίσκεται μόνο στὴν Ὀρθοδοξία καὶ ὄχι στὴν αἵρεση.
Ἡ οἰκονομία, ποῦ εἰσηγοῦνται οἱ παραπάνω Κανόνες, δὲν μπορεῖ νὰ ἐφαρμοστεῖ στοὺς Δυτικοὺς (Παπικοὺς καὶ Προτεστάντες), γιατί στεροῦνται τὶς θεολογικὲς προϋποθέσεις καὶ τὰ κριτήρια, ποῦ θέτουν οἱ συγκεκριμένοι Κανόνες. Καί, ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει οἰκονομία στὴν δογματικὴ αὐτοσυνειδησία τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ Δυτικοὶ καλοῦνται νὰ ἀρνηθοῦν τὶς αἱρέσεις τους, νὰ τὶς ἀναθεματίσουν, νὰ ἐγκαταλείψουν τὶς Θρησκευτικὲς Κοινότητές τους, νὰ κατηχηθοῦν καὶ νὰ ζητήσουν ἐν μετανοία τὴν διὰ τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος ἔνταξή τους στὴν Ἐκκλησία.
7) Τὸ ἴδιο, ὡς ἄνω, κείμενο πουθενὰ δὲν ἀναφέρεται σὲ κακοδοξίες ἢ πλάνες, τὶς ὁποῖες νὰ προσδιορίζει συγκεκριμένα, ὡσὰν τὸ πνεῦμα τῆς πλάνης νὰ μὴν δραστηριοποιεῖται πλέον σήμερα. Τὸ κείμενο δὲν ἐπισημαίνει καμμία αἵρεση καὶ καμμία διαστροφὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς διδασκαλίας καὶ ζωῆς στὸν ἐκτός της Ὀρθοδοξίας εὑρισκόμενο χριστιανικὸ κόσμο. Ἀντίθετα, οἱ κακόδοξες καὶ αἱρετικὲς παρεκκλίσεις ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ τῶν Ἁγίων καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων χαρακτηρίζονται «παραδεδομένες θεολογικὲς διαφορὲς ἢ τυχὸν νέες διαφοροποιήσεις» (§ 11), τὶς ὁποῖες καλοῦνται ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ ἡ ἑτεροδοξία νὰ «ὑπερβοῦν» (§ 11). Τὸ ζητούμενο γιὰ τοὺς συντάκτες εἶναι ἡ ἑνότητα τῶν «Ἐκκλησιῶν», καὶ ὄχι ἡ ἑνότητα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ὑπάρχει πουθενὰ πρόσκληση σὲ μετάνοια καὶ σὲ ἄρνηση καὶ καταδίκη τῶν πλανῶν καὶ ἐτεροδιδασκαλιῶν, ποῦ παρεισέφρησαν στὴ ζωὴ τῶν αἱρετικῶν αὐτῶν Κοινοτήτων.
8) Τὸ ὡς ἄνω κείμενο κάνει ἐκτεταμένη ἀναφορὰ στὸ λεγόμενο «Π.Σ.Ε.» (§§ 16-21) καὶ ἀποτιμᾶ θετικὰ τὴν συμβολή του στὴν Οἰκουμενι(στι)κὴ Κίνηση, ἐπισημαίνοντας τὴν πλήρη καὶ ἰσότιμη συμμετοχὴ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν σ’ αὐτὴν καὶ τὴν συμβολὴ τους «εἰς τὴν μαρτυρίαν τῆς ἀληθείας καὶ τὴν προαγωγὴν τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν» (§ 17). Ὡστόσο, ἡ εἰκόνα, ποῦ μᾶς δίδει τὸ κείμενο σχετικὰ μὲ τὸ «Π.Σ.Ε.», εἶναι ψευδὴς καὶ ἐπίπλαστη. Κατ’ ἀρχήν, αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ ἔνταξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σ’ ἕναν ὀργανισμό, ποῦ ἐμφανίζεται ὡς ὑπερεκκλησία, καὶ ἡ συνύπαρξη καὶ συνεργασία της μὲ τὴν αἵρεση, συνιστᾶ παραβίαση τῆς κανονικῆς τάξεώς της καὶ ἀθέτηση τῆς ἐκκλησιολογικῆς αὐτοσυνειδησίας της. Ἡ θεολογικὴ ταυτότητα τοῦ «Π.Σ.Ε.» εἶναι σαφῶς προτεσταντική. Ἡ μαρτυρία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δὲν ἔγινε μέχρι σήμερα δεκτὴ στὸ σύνολό της ἀπὸ τὶς προτεσταντικὲς αἱρέσεις τοῦ «Π.Σ.Ε.», ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν 70ετή ἱστορία του. Ὅλα δείχνουν ὅτι τὸ ἐπιδιωκόμενο στὸ «Π.Σ.Ε.» εἶναι ἡ ὁμογενοποίηση τῶν «ὁμολογιῶν»-μελῶν τοῦ μέσω ἑνὸς μακροχρονίου συμφυρμοῦ. Τὸ κείμενο ἀποκρύπτει τὴν πραγματικὴ εἰκόνα τῶν μέχρι σήμερα γενομένων Διαλόγων μὲ τὶς προτεσταντικὲς αἱρέσεις-μέλη τοῦ «Π.Σ.Ε.» καὶ τὸ ἀδιέξοδο, στὸ ὁποῖο αὐτοὶ ἔχουν φθάσει σήμερα. Πέραν τούτου, δὲν καταδικάζονται τὰ ἀπαράδεκτα ἀπὸ Ὀρθοδόξου ἀπόψεως κοινὰ κείμενα τῶν Γενικῶν Συνελεύσεων τοῦ «Π.Σ.Ε.», (π.χ. Πόρτο Ἀλέγκρε, Πουσάν κ.λ.π.) καὶ ἐπιπλέον ἀποσιωπῶνται πλεῖστα ὅσα ἐκφυλιστικὰ φαινόμενα, τὰ ὁποῖα συναντοῦμε σ’ αὐτό, ὅπως «Λειτουργία τῆς Λίμα», intercommunion, διαθρησκειακὲς συμπροσευχές, χειροτονία γυναικών, περιεκτικὴ γλώσσα, ἀποδοχὴ τοῦ σοδομισμοῦ ἀπὸ πολλὲς αἱρέσεις κλπ.
9) Ἡ ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου τὸ 1924 ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἦταν μονομερὴς καὶ πραξικοπηματικὴ ἐνέργεια, γιατί δὲν ἔγινε μὲ πανορθόδοξη ἀπόφαση. Διέσπασε τὴν λειτουργικὴ ἑνότητα μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ προκάλεσε σχίσματα καὶ διαιρέσεις μεταξὺ τῶν πιστῶν. Στὴν ἀλλαγὴ συνήργησαν καὶ ὤθησαν ἑτερόδοξες «ὁμολογίες» καὶ μυστικὲς ἑταιρεῖες, μέσω τοῦ Πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη. Ἦταν προσμονὴ ὅλων καὶ δέσμευση τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἡγετῶν ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθει Σύνοδος νὰ συζητήσει καὶ νὰ ἐπιλύσει τὸ θέμα. Δυστυχῶς, κατὰ τὴν μακρὰ προσυνοδικὴ διαδικασία Παπικοὶ καὶ Προτεστάντες ἔθεσαν στοὺς Ὀρθοδόξους νέο θέμα, τὸν «κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα», μὲ συνέπεια νὰ στραφεῖ πρὸς τὰ ἐκεῖ τὸ ἐνδιαφέρον καὶ νὰ ἀτονήσει ἡ συζήτηση γιὰ τὴν θεραπεία τοῦ τραύματος τῆς λειτουργικῆς ἑνότητος στὸν ἑορτασμὸ τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν, ποῦ προκλήθηκε χωρὶς λόγο καὶ ποιμαντικὴ ἀνάγκη. Στὴν τελικὴ φάση τῆς Συνόδου καὶ χωρὶς συνοδικὲς ἀποφάσεις τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν τὸ θέμα τοῦ Ἡμερολογίου ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὸν κατάλογο τῶν θεμάτων, ἐνῶ ἦταν τὸ κατ' ἐξοχὴν ἐπεῖγον καὶ φλέγον θέμα.
10) Ἡ ἱστορία τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων μᾶς βεβαιώνει ὅτι αὐτὲς συγκαλοῦνταν κάθε φορᾶ, ποῦ κάποια αἵρεση ἀπειλοῦσε τὴν ἁγιοπνευματικὴ ἐμπειρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀληθείας καὶ τὴν ἔκφρασή της ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα. Ἀντίθετα, ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθει Σύνοδος συγκαλεῖται, ὄχι γιὰ νὰ ὁριοθετήσει τὴν πίστη ἔναντι τῆς αἱρέσεως, ἀλλὰ γιὰ νὰ παράσχει θεσμικὴ ἀναγνώριση καὶ νομιμοποίηση τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν στηρίζεται στὴν ἐμπειρία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, ἀλλὰ ἀντίθετα τὴν ὑποβαθμίζει καὶ τὴν ὑποτιμᾶ, τὴν περιθωριοποιεῖ καὶ τὴν παραβλέπει. Ἡ συνολικὴ διαδικασία, ἡ προπαρασκευὴ καὶ ἡ θεματολογία τῆς Συνόδου εἶναι ἀποτέλεσμα ἐπιβολῆς μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς ὀλιγαρχίας, ποῦ ἐκφράζει μιὰ ἀκαδημαϊκή, ἀποστεωμένη, ἄνευρη καὶ ἀπνευμάτιστη θεολογία, ἀποκομμένη ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα. Ἔσχατος κριτὴς τῆς ὀρθότητας καὶ τῆς ἐγκυρότητας τῶν ἀποφάσεων τῶν Συνόδων εἶναι τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ κληρικοί, οἱ μοναχοὶ καὶ ὁ πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος, μὲ τὴν γρηγοροῦσα ἐκκλησιαστικὴ καὶ δογματική του συνείδηση, ἐπικυρώνει ἢ ἀπορρίπτει τὶς ἀποφάσεις τους. Ὅμως, στὴν μέλλουσα Σύνοδο ἀπουσιάζει παντελῶς αὐτὴ ἡ σημαντικὴ παράμετρος, ἐπειδὴ ἐκφράστηκε ἐπισήμως ὅτι φορέας τῆς ἐγκυρότητας τῶν ἀποφάσεών της θὰ εἶναι ἡ Συνοδικότητα καὶ ὄχι τὸ Ὀρθόδοξο Πλήρωμα.
11) Μιὰ ἄλλη βασικὴ προϋπόθεση γνησιότητας τῆς «Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου» εἶναι ἡ ἀναγνώριση ὑπ’ αὐτῆς ὡς Οἰκουμενικῶν τῶν θεωρουμένων ὡς τοιούτων στὴ συνείδηση τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματός τῆς Η΄ (879-880) ἐπὶ ἱεροῦ Φωτίου τοῦ Μεγάλου καὶ τῆς Θ΄ (1351) ἐπὶ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ συγκληθεισῶν, οἱ ὁποῖες ἔχουν ὅλα τὰ στοιχεῖα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ ἔχουν καταδικάσει τὶς αἱρετικὲς κακοδοξίες τοῦ Παπισμοῦ. Ἀλλά, τέτοιο ἐνδεχόμενο δὲν προκύπτει ἀπὸ τὴν θεματολογία καὶ τὰ προσυνοδικὰ κείμενα.
12) Ἡ ὀρθόδοξη νηστεία εἶναι τόσο ἑδραιωμένη στὴ συνείδηση τῶν ὀρθοδόξων ποιμένων καὶ τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ, ὥστε δὲν χρειάζεται καμμία σύντμηση, ἢ προσαρμογή. Οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνάγκη νὰ ἀποκτήσουν περισσότερο ὀρθόδοξη παιδεία καὶ ἀσκητικὸ φρόνημα, γιὰ νὰ μπορέσουν, μὲ τὸ παράδειγμά τους καὶ τὸν ἀσύλληπτο πλοῦτο τῆς ἁγιοπατερικῆς γραμματείας, νὰ διδάξουν διακριτικὰ τὸ ποίμνιό τους. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ἐφαρμόζει χριστοφιλανθρωπότατα σὲ ὅλα τὰ μήκη καὶ πλάτη τῆς Οἰκουμένης τὴν οἰκονομία σὲ ὅλο τὸ μεγαλεῖο της. Εἶναι τόσα πολλὰ τὰ κείμενα περὶ νηστείας ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων, ποῦ ἀναλύουν τὶς παθοκτόνες καὶ σωτήριες παραμέτρους της, ὥστε δὲν ἀξίζει ὁ εὐτελισμός, ποῦ ὑφίσταται ἀπὸ τὴν μινιμαλιστικὴ νοοτροπία τῶν μεταπατερικῶν ἀνανεωτῶν, οἱ ὁποῖοι κόπτονται γιὰ τὸν σύγχρονο κόσμο. Ἂν ἡ μέλλουσα Σύνοδος ἐπιβάλει νέες μεταρρυθμίσεις ἡμερῶν τῆς νηστείας καὶ τροφῶν, θὰ μιμηθεῖ τὸν ὁλοκληρωτισμό, ποῦ χαρακτηρίζει τὸ Κανονικὸ Δίκαιό του Παπισμοῦ, τὸ ὁποῖο καθορίζει θεσμικὰ καὶ ἀσφυκτικὰ ἀκόμα καὶ τὴν οἰκονομία.
13) Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ 20ού αἰῶνος ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἐκφυλλίζεται καὶ μεταλλάσσεται σὲ πανθρησκειακὸ ὅραμα. Οἱ ἀτελείωτες διαθρησκειακὲς συναντήσεις καὶ συμπροσευχὲς Ὀρθοδόξων μὲ ἡγέτες θρησκειῶν τοῦ κόσμου (π.χ. Ἀσίζη) μαρτυροῦν ὅτι ἀπώτερος στόχος τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι ἡ συνένωση τῶν θρησκειῶν σὲ ἕνα τερατῶδες σχῆμα, τὴν ἐφιαλτικὴ Πανθρησκεία, ἡ ὁποία ἐπιδιώκει νὰ ἐκμηδενίσει τὴ σώζουσα ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ διαθρησκειακὴ συνεργασία μὲ τὶς ἄλλες θρησκεῖες εἶναι ἀδύνατον νὰ δικαιωθεῖ, οὔτε νὰ θεμελιωθεῖ στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στὴν Ὀρθόδοξη Πατερικὴ Θεολογία. Ὁ θεόπνευστος λόγος τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου εἶναι ξεκάθαρος: «Μὴ γίνεσθε ἐτεροζυγοῦντες ἀπίστοις. Τὶς γὰρ μετοχὴ δικαιοσύνη καὶ ἀνομία; Τὶς δὲ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος»; (Β΄ Κορ.6,14).Ἐπίσης, τὸ ἰδανικό της εἰρηνικῆς συνυπάρξεως, τὸ ὁποῖο κατὰ κόρον προβλήθηκε στοὺς Διαθρησκειακοὺς Διαλόγους, καθίσταται ἀδύνατο, διότι ἔρχεται σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου, «εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν καὶ ὑμᾶς διώξουσιν» (Ἰω. 15, 20), καὶ μὲ τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «πάντες δὲ οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται» (Β΄ Τίμ. 3, 14). Οἱ μετέχοντες στοὺς μέχρι τώρα γενομένους Διαλόγους δὲν μπόρεσαν, δυστυχῶς, νὰ μεταφέρουν ἀνόθευτη τὴν Ὀρθόδοξη χριστιανικὴ διδασκαλία, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ προσελκύσουν ἔστω καὶ ἕναν ἀλλόθρησκο στὴν Ὀρθοδοξία. Ἀντίθετα, μάλιστα ἔφθασαν στὸ ἀξιοθρήνητο κατάντημα νὰ παρασυρθοῦν σὲ πλάνες καὶ αἱρέσεις καὶ νὰ διατυπώνουν βλάσφημες δηλώσεις, σκανδαλίζοντας τὸν πιστὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, παρασύροντας στὴν πλάνη τοὺς ἀσθενεῖς στὴν πίστη καὶ προκαλώντας ἔτσι μεγίστη πνευματικὴ φθορὰ καὶ διάβρωση τοῦ Ὀρθοδόξου φρονήματος. Παρὰ τὴν πληθώρα τῶν μέχρι τώρα γενομένων Διαλόγων, ὁ ἰσλαμικὸς φανατισμός, ὄχι μόνο δὲν καταστέλλεται, ἀλλὰ γιγαντώνεται ὅλο καὶ περισσότερο.
14) Οἱ ἀγῶνες τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, μαζὶ μὲ τοὺς ἀγῶνες τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, θὰ πρέπει νὰ μᾶς ἐμπνέουν καὶ νὰ μᾶς ὁδηγοῦν στὴν διαφύλαξη τῆς πολύτιμης παρακαταθήκης μας. Ἀπόπειρα νοθεύσεως τῆς μωσαϊκῆς θρησκείας παρατηροῦμε καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὅπου, στὴν ἀρχὴ χαναανϊτικὰ καὶ ἀργότερα βαβυλωνιακὰ καὶ αἰγυπτιακὰ στοιχεῖα ἀπειλοῦσαν νὰ νοθεύσουν τὴν πίστη στὸν Ἕνα Θεό. Μεγάλοι ἄνδρες, (Προφῆτες, βασιλεῖς, πολιτικοὶ ἄρχοντες, κλπ.) ἀγωνίστηκαν μὲ σθένος γιὰ τὴν διαφύλαξη τῆς καθαρῆς μωσαϊκῆς θρησκείας. Ἰδιαιτέρως ἀγωνίστηκαν κατὰ τῶν διαφόρων ψευδοπροφητῶν, οἱ ὁποῖοι ἀναφαίνονταν κατὰ καιρούς.
Συνοψίζοντας τὰ παραπάνω, συμπεραίνουμε ὅτι ἡ μέλλουσα νὰ συγκληθεῖ «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος» δὲν θὰ εἶναι οὔτε Μεγάλη, οὔτε Ἁγία, διότι, μὲ βάση τὰ μέχρι σήμερα δεδομένα, δὲν προκύπτει ὅτι αὐτὴ θὰ εἶναι σύμφωνη μὲ τὴν Συνοδικὴ καὶ Κανονικὴ Παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅτι θὰ λειτουργήσει ὄντως ὡς γνήσια συνέχεια τῶν ἀρχαίων μεγάλων Ἁγίων Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων. Ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖο εἶναι διατυπωμένα τὰ δογματικοῦ χαρακτῆρος προσυνοδικὰ κείμενα, δὲν ἀφήνουν κανένα περιθώριο ἀμφιβολίας, ὅτι ἡ ἐν λόγω Σύνοδος ἀποσκοπεῖ νὰ προσδώσει ἐκκλησιαστικότητα στοὺς ἑτεροδόξους καὶ νὰ διευρύνει τὰ κανονικὰ καὶ χαρισματικὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας.
Ὡστόσο, καμμία Πανορθόδοξη Σύνοδος δὲν μπορεῖ νὰ ὁριοθετήσει διαφορετικὰ τὴν μέχρι σήμερα ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν ὑπάρχουν, ἐπίσης, ἐνδείξεις ὅτι ἡ ἐν λόγω Σύνοδος θὰ προχωρήσει σὲ καταδίκη τῶν συγχρόνων αἱρέσεων καὶ πρωτίστως τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἀντίθετα μάλιστα ὅλα δείχνουν ὅτι ἡ μέλλουσα νὰ συγκληθεῖ «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος» ἐπιχειρεῖ νὰ τὴν νομιμοποιήσει καὶ νὰ τὴν ἑδραιώσει.Ὡστόσο, οἱ ὅποιες ἀποφάσεις της μὲ οἰκουμενιστικὸ πνεῦμα, εἴμαστε ἀπολύτως βέβαιοι, ὅτι δὲν θὰ γίνουν δεκτὲς ἀπὸ τὸν εὐσεβῆ κλῆρο καὶ τὸν πιστὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἡ ἴδια θὰ καταγραφεῖ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία ὡς ψευδοσύνοδος.
Σεβασμιώτατε,
Ἡ μέλλουσα «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος», ἂν πραγματικὰ θέλει νὰ εἶναι Ὀρθόδοξη Σύνοδος, θὰ πρέπει νὰ λάβει, κατὰ τὴν ταπεινή μας γνώμη, τὶς ἑξῆς καίριες ἀποφάσεις:
α) Νὰ ἐπικυρώσει τὶς ἀποφάσεις ὅλων προγενεστέρων ΟἰκουμενικῶνΣυνόδων, (Α΄ ἕως καὶ Ζ΄ Οἰκουμενικές), δηλαδὴ τοὺς ὑπὸ τῶν ἁγίων Πατέρων θεσπισθέντες δογματικοὺς ὅρους καὶ Ἱεροὺς Κανόνες.
β) Νὰ ἀναγνωρίσει τὶς θεωρούμενες ἀπὸ ὅλους τους Ὀρθοδόξους δύο συνόδους τοῦ ἐνάτου καὶ δεκάτου τετάρτου αἰῶνος ὡς οἰκουμενικές, δηλαδὴ τὴν Η΄ ἐπὶ Μεγάλου Φωτίου, τὸ 879, καὶ τὴν Θ΄ ἐπὶ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ 1351, οἱ ὁποῖες, κατεδίκασαν ἡ μὲν πρώτη τὸ Filioque καὶ τὸ πρωτεῖο τοῦ Πάπα ὡς αἱρέσεις, ἡ δὲ δεύτερη τὴν περὶ κτιστῆς Χάριτος αἵρεση, ἑπομένως καὶ τὸν Παπισμὸ ὡς αἵρεση.
γ) Νὰ καταδικάσει τὴν συγκρητιστικὴ παναιρέση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως τὴν ἀποκαλοῦσε ὁ ἅγιος Ἰουστίνος Πόποβιτς.
δ) Νὰ καταδικάσει τὴν παρουσία καὶ συμμετοχὴ τῶν Ὀρθοδόξων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν στὸ λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν» (Π.Σ.Ε.).
ε) Νὰ τερματίσει τοὺς Διαθρησκειακοὺς Διαλόγους καὶ τοὺς Θεολογικοὺς Διαλόγους μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς, τὶς προετεσταντικὲς ὁμολογίες τοῦ Π.Σ.Ε. καὶ τοὺς Μονοφυσίτες.
στ) Νὰ καταδικάσει τὴν μεταπατερικὴ καὶ ἀντιπατερικὴ «νέα ἐκκλησιολογία», ἡ ὁποία ἀπορρίπτει τὰ χαρισματικά, δογματικὰ καὶ κανονικὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας.
ζ) Νὰ ἐκλέξει, νὰ χειροτονήσει καὶ νὰ ἐνθρονίσει στὸ πάλαι ποτὲ περίπυστο Πατριαρχεῖο τῆς Ρώμης νέο Ὀρθόδοξο Πάπα Ρώμης, μὴ ἀναγνωρίζοντας καὶ ἐκθρονίζοντας τὸν σημερινὸ καταληψία τοῦ Πατριαρχείου τῆς Δύσεως καὶ αἱρεσιάρχη κ. Φραγκίσκο. Ἔτσι, θὰ λυθοῦν τὰ θέματα τοῦ Παπισμοῦ, τῆς Οὐνίας καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ.
η) Νὰ δημιουργήσει Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, λύνοντας τὸ θέμα τῆς Διασπορᾶς, καὶ
θ) Νὰ ἀκολουθήσει τὴν Πατερικὴ ὁδὸ μαχίμου ἐπανευαγγελισμοῦ τῆς Οἰκουμένης, μὲ τὴν δημιουργία δορυφορικῆς πλατφόρμας γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη μαρτυρία σὲ 17 γλῶσσες. Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, θὰ κονιορτοποιήσει τὶς αἱρέσεις μὲ παγκόσμιο λόγο καὶ πατερικὴ παρρησία, θὰ δοξάσει τὸν Θεὸ καὶ θὰ διασφαλίσει τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο.
Τὰ κείμενα τῆς Συνόδου πρέπει νὰ ξαναγραφοῦν ἀπ’ τὴν ἀρχή, λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψιν τὸ πνεῦμα τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως. Δὲν ἀρκεῖ νὰ συγκληθεῖ μιὰ Σύνοδος μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ἀποδειχθεῖ στὸν κόσμο ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι εἴμαστε ἑνωμένοι. Ἑνωμένοι σὲ τί; Ἡ ἕνωση γίνεται μόνο βάσει τῆς Ἀληθείας. Ἡ ἑνότητα εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως μᾶς λέγει ὁ Κύριος ἠμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς στὴν ἀρχιερατική Του προσευχή: «ἴνα ὦσιν ἓν καθὼς ἠμεῖς… ἁγίασον αὐτοὺς ἐν τὴ ἀληθεία σου… ἴνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν ἠγιασμένοι ἐν ἀληθεία»(Ιω.17,11,17,19). Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας συνίσταται στὴν ἀκέραιη καὶ ἀβλαβῆ διαφύλαξη τῶν διδασκαλιῶν τῆς ὀρθῆς πίστεως, τὴν ὁποία μᾶς παρέδωσαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Διηρημένοι καὶ ἀποσχισμένοι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι, ποῦ φρονοῦν διαφορετικὰ ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καθὼς μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης. Οἱ ἅγιοι Πατέρες ὀνόμασαν «Καθολικὴ» τὴν Ἐκκλησία Του, ἐπειδὴ μόνο αὐτὴ διατηρεῖ στὴν πληρότητά της τὴν Ἀλήθεια καὶ τὴν Ὁμολογία τῆς Πίστεως, χωρὶς τὴν ὁποία κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ. Πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ κατανοηθεῖ ὅτι δὲν ἐπιχειρεῖται νὰ ἀλλάξει οὔτε ἡ νηστεία, οὔτε ἡ τάξη τοῦ μοναχισμοῦ, οὔτε ἡ τάξη τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν, ὅμως παραχαράσεται καὶ στρεβλώνεται τὸ πιὸ νευραλγικὸ σημεῖο, δηλαδὴ ἡ ἐκκλησιολογικὴ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.
Σεβασμιώτατε,
Γνωρίζοντας πολὺ καλὰ τὴν πλήρη ἀφιέρωση καὶ τὴ θυσιαστικὴ ἀγάπη Σας γιὰ τὸν Σωτήρα Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸν Ὁποῖο διακονεῖτε μὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή Σας, Σᾶς ἀπηύθυνα αὐτὲς τὶς σκέψεις, οἱ ὁποῖες μᾶς προβληματίζουν.
Προσευχόμαστε ἡμέρα καὶ νύχτα στὸν Ἀρχιποιμένα μας καὶ ἐν πάσιν πρωτεύοντα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, νὰ Σᾶς ἐνισχύσει διὰ τῆς φωτιστικῆς Χάριτος Αὐτοῦ, ὥστε νὰ δώσετε, ἐν τὴ μελλούση νὰ συγκληθεῖ Συνόδω, ὡς μέλος τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, τὴν καλὴν μαρτυρίαν τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, μὴ ἀποδεχόμενος καὶ μὴ ὑπογράφων, πάσαν ἀπόφασιν αἱρετίζουσαν καὶ ξένην πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν καὶ Παράδοσιν. Εἴησαν τὰ ἔτη Ὑμῶν, ὄλβια, ὑγιεινὰ καὶ πανευφρόσυνα.
Ο Μ Η Τ Ρ Ο Π Ο Λ Ι Τ Η Σ
+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ
Η ανίερη και ανέραστη « ιερωσύνη» των παπικών και ο παραλογισμός ορισμένων «Ορθοδόξων».
Ο άγιος Γερμανός Πατριάρχης Κων|πόλεως, μέγας αγωνιστής της Ορθοδοξίας, και υπέρμαχος των αγίων εικόνων, στον προοιμιακό συγγραφικό έργο του επισημαίνει: «Σοφών ανδρών αι ερωτήσεις, μελέτης δέονται και νήψεως ου της τυχούσης, ίνα εν Κυρίω γένωνται αι επιλύσεις».
Πολύς και βαρύς ο αποδεικτικός λόγος αρνήσεως ιερωσύνης των παπικών και συνεπεία τούτων η παντελής στέρησης της θείας χάριτος από πάσης ιεροπραξίας. Ο άσφαιρος, άκαιρος λόγος και πόλεμος ολίγων παρα-λογιζομένων επισκόπων και λαϊκών να αποδείξουν τα αντίθετα και να μίξουν τα άμεικτα, δηλώνουν αυτόχρημα θεολογική άγνοια, αλλά περισσότερη εκκλησιαστική και κανονική αταξία, και ως εκ τούτου σκανδαλισμό των ορθοδόξων συνειδήσεων!
Φαίνεται τελικά πως η Σύνοδος της Κρήτης έχει αποδυθεί a priori σ’ έναν αγώνα της πάση θυσίας αναγνωρίσεως βαπτίσματος και ιερωσύνης των παπικών. Είναι ομολογουμένως άχαρι έργο να προσπαθείς ν’ αποδείξεις τα αυτονόητα στους ετσιθελικά επιμένοντας, οι οποίοι μάλιστα σεμνύνονται με βαρύγδουπους θεολογικούς τίτλους και επισκοπικές θέσεις…
Η άρνηση ιερωσύνης στους πάσης φύσεως και αποχρώσεως αιρετικούς και κυρίως στους παπικούς, είναι έργο θεολογικής δικαιοσύνης, αφού αυτοί οι ίδιοι απέκοψαν εαυτούς από τους κρουνούς της θείας χάριτος που εκπηγάζουν από το Σώμα του ζώντος Χριστού την Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Αλλά είναι και έργο αγάπης διότι έτσι κεντούν την συνείδησή τους, ότι βρίσκονται σε λάθος κατεύθυνση και χρήζουνε θεραπείας και επιστροφής στην αρχέγονη αγάπη της εκκλησίας μας.
Εάν οι παπικοί έχουν ιερωσύνη και ιερουργούν το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας προς τι τότε να μην συλλειτουργούν και Κοινωνούν με τους εν Χριστώ ανατολικούς αδελφούς; Τι περιμένουν ή μάλλον τι φοβούνται και δεν προχωρούν;
Εάν οι παπικοί έχουν ιερωσύνη τότε κάθε τους ιεροπραξία είναι έγκυρη. Αλλά μπορούν να μας υποδείξουν και αποδείξουν ότι ο αγιασμός τους των Θεοφανείων, ή και ένας καθημερινός «μικρός» αγιασμός παραμένει αναλλοίωτος και διαυγέστατος επί έτη μακρά;
Εάν οι παπικοί έχουν ιερωσύνη και επομένως πλουσία την χάρη των μυστηρίων, που είναι τότε οι αγιασμένες και θεωμένες υπάρξεις, οι Πορφύριοι, Παϊσιοι, Ιάκωβοι, οι διορατικοί και προορατικοί, οι ασώματοι ασκητές τους, τα ευωδιάζοντα χαριτόβρυτα λείψανα και το «νέφος» των μαρτύρων; Κατά δε την παρατήρηση του πατερικού θεολόγου Νικολάου Π. Βασιλειάδη «Μόνον η Ορθοδοξία έχει Μάρτυρες…διότι μόνον οι Ορθόδοξοι Μάρτυρες ομολογούν άχραντη ανόθευτη, απαραχάρακτη την πίστι της ευαγγελικής αληθείας. Μόνον αυτοί χύνουν το αίμα τους, για να μένουν αμόλυντα τα θεοπαράδοτα Μυστήρια της Μιάς Εκκλησίας». Οι παπικοί –όσο και εάν ενοχλεί η υπενθύμηση αυτή- οντολογικά και θεολογικά στερούνται ιερωσύνης. «Κατά το Κανονικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η υπό των ετεροδόξων τελουμένη θεία Ευχαριστία δεν θεωρείται ως τοιαύτη, η δε συμμετοχή εις αυτήν μελών της ορθοδόξου Εκκλησίας δεν είναι δυνατόν να θεωρηθή ουδέ ως «κατ’ οικονομίαν» επιτρεπομένη» (Ιερώνυμος Κοτσώνης). Γενικότερα δε κατά τον καθηγητή Παναγιώτη Τρεμπέλα «…όσοι ενόθευσαν την διδασκαλία της Εκκλησίας παρεισάγοντες ιδικής των επινοήσεως διδάγματα και παρέμενον αμετακίνητοι εις τα εσφαλμένα δόγματά των, απεκόπτοντο και εξεβάλλοντο του σώματος της Εκκλησίας».
Αφελή ίσως για πολλούς τα ως άνω ερωτήματα. Όμως όλα αυτά και άλλα παραπλήσια συν Θεώ θα τα θεμελιώσουμε αποστολικοπατερικά, δογματικά, ηθικά και εκκλησιαστικά με το αιώνιο και αδιαπραγμάτευτο κύρος των Οικουμενικών μας Συνόδων.
Κομβικό σημείο επαναδιαπραγμάτευσης σχέσεων Ανατολής και Δύσεως, θεωρείται -η κατά το παρελθόν άγνωστος ορολογία- η λεγόμενη βαπτισματική θεολογία. Κατά τους ισχυρισμούς των ενθέρμων ορθοδόξων οικουμενιστών, η αναγνώρισης του βαπτίσματος των παπικών και όχι μόνον, συνεπάγεται και αναγνώριση της ιεροσύνης. Οι σοφιστείες αυτές του βαπτίσματος απορρίπτονται ασυζητητί. Ο λόγος εμφανής και απλός. Το βάπτισμα είναι έγκυρο μόνο με την τριπλή κατάδυση-βύθισμα εις την κολυμβήθρα και την επίκληση της Αγίας Τριάδος. Αυτό είναι απαρασάλευτο και αδιαπραγμάτευτο ορθόδοξο δόγμα. Όμως η αιρετική και βλάσφημη διδασκαλία του filioque ανατρέπει εκ βάθρων όλο το μυστήριο της αγίας Τριάδος και κάθε επομένως επίκλησή της είναι άκαιρη, άκυρη και αιρετική. Ο καθηγητής κ. Βασίλειος Γιούλτσης βαθύτατος μελετητής του ιερού Φωτίου και της περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού διδασκαλίας γράφει: «Δια τον Φώτιον, ως και δι’ όλους τους ορθοδόξους, το δόγμα αποτελεί κυρίως έκφρασιν του περιεχομένου της πίστεως και κανόνα ζωής των ομολογούντων την πίστιν ταύτην. Όθεν απόκλισις εκ του ορθού δόγματος συνεπάγεται ουχί απλώς αλλοίωσιν των υπό της Εκκλησίας κηρυσσομένων αληθειών, αλλ’ εν ταυτώ διατάραξιν της ζωής των πιστών και διασάλευσιν των εν τη εκκλησιαστική κοινότητι διαμορφωθεισών σχέσεων…Η δυτική άποψις υποστηρίζουσα δια το άγιον Πνεύμα εκπόρευσιν εκ του Πατρός και του Υιού υποβιβάζει αυτό έναντι των ως άνω θείων προσώπων και διασπά ούτω την τριαδικήν ενότητα των ισαξίων και ισοσθενών υποστάσεων…Η ενότης δόγματος και ήθους απετέλει δια τους ορθοδόξους, γενικώς θεμελιώδη αρχήν, άνευ της οποίας ήτο αδιανόητος η θέσις του πιστού εντός του εκκλησιαστικού σώματος…». Επομένως δεν ημπορούν ατιμωρητί να παραβιάζονται τα δόγματα αφού κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη οι ιεροί και θείοι Κανόνες είναι «αι πηγαί των πνευματικών και ζωηρρύτων υδάτων και τα νοητά θεμέλια, δια των οποίων η Παναγία Τριάς «συνέστησε και συνέπηξε» την Καθολικήν Εκκλησίαν.
Η εκλογή προσώπων. Η προκλητική απουσία αγιασμένων αγιορειτών Ηγουμένων και Πατέρων Ορθοδόξων Αδελφοτήτων.
Είμαι ο πλέον ελάχιστος και τελευταίος να υποδείξω το εσφαλμένον της κάθε εκκλησίας προσμετρούσης επισκοπικής και μόνο ψήφου. Ίσως όμως και να είμαι ο πρώτος -ζητώ συγνώμη για την αναιδειά μου-όπου θα ανατρέξω στις Οικουμενικές Συνόδους για να αναφέρω ονόματα από τον Μοναχισμόν και την καθοριστική συμμετοχή τους στις αποφάσεις. Ελάχιστα ονόματα σταχυολογούμε…Όμως αδικείται κατάφωρα και ο εγκόσμιος μοναχισμός εις τα ιεραποστολικά πρόσωπα των Αδελφοτήτων -περί των οποίων εσχάτως ο Μακαριότατος υπέδειξε την αναγκαιότητα της υπάρξεώς τους μέσα στην Εκκλησία. Κορυφαίοι θεολόγοι άξια θα εκπροσωπούσαν την Ελλαδική Εκκλησία.
Στη Σύνοδο της Χαλκηδόνος έχουμε 96! υπογραφές Πρεσβυτέρων Ηγουμένων. Ενδεικτικά αναφέρω: «Μαριανός,.. Αγαπητός…ελέει Θεού πρεσβύτερος και αρχιμανδρίτης και έξαρχος των ευαγών μοναστηρίων αξιώσας υπέγραψα…».
Ο τόπος, ο χρόνος, η…νηστεία, ο οικονομικός ισο-λογισμός.
Ο τόπος σύγκλησης της Συνόδου είναι ο πλέον ακατάλληλος αφού η όλη ξενοδοχειακή περιρρέουσα ατμόσφαιρα, λόγω του ξενικού και εν πολλοίς αδιάντροπου τουρισμού δεν διαθέτει ούτε την ελαχίστη πνευματικότητα και οι άλλοι κίνδυνοι είναι εμφανέστατοι. Δεν είναι μόνον οι φωτογραφίες όπως σωστά υπογράμμισε ο άγιος Μεσογαίας. Να συμφύρονται επίσκοποι, εξυπακούεται πνευματικοί άνθρωποι, προορισμένοι για έναν ύψιστο σκοπό, είναι αδιανόητο. Ο αγιασμένος τόπος το Περιβόλι της Παναγίας μας ήταν ό,τι έπρεπε. ΄Ετσι θα απεκλείοντο και γυναίκες, των οποίων η παρουσία μάλλον δεν ωφελεί κατά την επιεικέστερη έκφραση.
Όταν η Σύνοδος θα συζητήσει και για τα θέματα της νηστείας-δεν θα κάνουμε λόγω περί ποικιλίας εδεσμάτων και εκλεκτής οινοποσίας- τη στιγμή που πλείστοι αδελφοί μας κυριολεκτικά και ευαγγελικά «λιμώ απόλλυντα»ι! πως θα πεισθούμε οι πιστοί για την ορθότητα των αποφάσεων, την στιγμή που οι εργασίες της Συνόδου θα διεξάγονται από Πεντηκοστής έως αγίων Πάντων, δηλαδή σε περίοδο απόλυτης κατάλυσις χωρίς έστω και μία ημέρα νηστείας για το θεαθήναι. Είναι αδιανόητο μία Σύνοδος για τόσα ύψιστα θέματα, να μην νηστεύσουν τα μέλη της, ζητώντας την χάρι και το φωτισμό εν συντριβή καρδίας του Παναγίου Πνεύματος Να υπενθυμίσουμε σε όλους τους ορθοδόξους εμπλεκόμενους της Συνόδου μία λεπτομέρεια που μάλλον προκλητικά παραθεώρησαν. Η εκκλησία της Αντιοχείας σε λατρευτική σύναξη καθοσιώνει τους δύο αποστόλους Βαρνάβα και τον Παύλο στο ιεραποστολικό τους έργο, στα έθνη, δια επιθέσεως των χειρών αλλά και δια της Νηστείας την οποίαν θεωρούν αναγκαιότατη για την ευλογία του αγίου Πνεύματος «λειτουργούντων και νηστευόντων…νηστεύσαντες» (Πραξ.ιγ’2-3).
Για τον οικονομικό ισο-λογισμό ποιός μπορεί, ή είναι, ο καθ’ ύλην αρμόδιος να δώσει απάντηση στις συνειδήσεις των πιστών, εν μέσω οικονομικής κρίσεως για την σπατάλη και διασπάθιση ή και διάθεση των πολλών εκατομμυρίων ευρώ σε κυριολεκτικά αχρείαστες στιγμές.
Καταληκτικά κλείνουμε με μία ορθόδοξη θέση -τοποθέτηση και με ένα ουσιώδες ερώτημα στους εκπροσώπους της ελλαδικής αλλά και αυτού του Πατριαρχείου, Εκκλησίας μας. Η πατερική παράδοση λέγει ότι «η μέν ασυνέπεια του ήθους προς το ορθόδοξο δόγμα συνιστά ηθικήν πτώσιν, ήτοι αμαρτίαν, η δε εκτροπή εκ του ορθοδόξου δόγματος συνιστά δογματικήν πλάνην, ήτοι αίρεσιν». Και το ερώτημα.
Ποια ευλογία και ποιο φωτισμό του αγίου Πνεύματος μπορεί να έχει η επισκοπική ψήφος-προς μεγάλην απογοήτευσιν των ορθοδόξων- την στιγμή κατά την οποίαν άλλοι διακριτικά και άλλοι προκλητικά αποστασιοποιήθηκαν ή και το χειρότερο, αρνήθηκαν οποιαδήποτε καταδίκη , την στιγμή κατά την οποίαν η ελληνική πολιτεία προπαραμονή Χριστουγέννων εψήφιζε και νομοθετούσε τις βδελυκτές σοδομικές αμαρτίες; Εδώ αμετάκλητα ισχύει το πατερικόν «Ο σιγών την αλήθειαν κρύπτει Χριστόν εν τάφω». Ποια ισχύ μπορεί να διαθέτει μία «μεταπατερική» ψήφος ή μία αθεολόγητη και επικίνδυνη εκκλησιολογία, που στερούνται αρετής και αγιότητος; Στην Σύνοδο δεν μας εκφράζουν ούτε οι σοφοί ούτε οι «ειδικοί» αλλά μόνον οι άγιοι και οι ταπεινοί.
Ποια σωτήρια Χάρη για το πλήρωμα της εκκλησίας, για εμάς τα λαϊκά μέλη, που δεν είμαστε μόνο για το δίσκο, μπορεί να έχουν οι ψήφοι Ελλάδος και Φαναρίου όταν τακτικά ή και σποραδικά οι διενέξεις για τις Νέες Χώρες « που τελειωμό δεν έχουν», κατασκανδαλίζουν το ορθόδοξο πλήρωμα; Μπορεί κατ’ αυτόν τον τρόπο να επαναπαύεται το άγιον Πνέυμα που εν τω Ονόματί του συνεδριάζουν και αποφασίζουν οι κατά τα άλλα εν Χριστώ αδελφοί;
Είναι ευλογημένο, είναι θεμιτό, είναι επιτρεπτό στη Σύνοδο να παρευρίσκονται παρατηρητές αιρετικοί και να απουσιάζουν ορθόδοξα λαϊκά μέλη του Σώματος του Χριστού;
Την τελευταία λέξη όμως την έχει ο λαός του Θεού. Ναι μεν έστω και ανημέρωτος, απληροφόρητος, ή και το χειρότερο παραπληροφορημένος, προσεύχεται επώδυνα, για τις εργασίες της Συνόδου, όμως και αγρυπνεί και περιμένει...
Τέλος, απευθυνόμενος προς τους εν Χριστώ αδελφούς, καταθέτω, ως επίμετρο, τα λόγια του αείμνηστου Γέροντός μας, Αυγουστίνου Καντιώτη: «Δια τούτο, ίνα μη θρηνήσωμεν μεγαλυτέρας συμφοράς εν τη Εκκλησία, είνε ανάγκη επείγουσα, όπως δημιουργηθή εν τω πιστώ λαώ ζωηρόν ενδιαφέρον δια τα εκκλησιαστικά πράγματα, άτινα βαίνουν κατά κρημνών. Η απάθεια, η αδιαφορία των πολλών πρέπει να εκλείψουν. Ο αυστηρός, ο συστηματικός, ο με αντικειμενικά προς παντός κριτήρια γινόμενος έλεγχος πρέπει να συνεχισθή σφοδρότερος και να σείση πύλας Βαβυλώνος. Σπεύσατε και καταγγείλατε ίνα γίνη ταχυτάτη η εκκαθάρισις. Διότι όσον παρέρχεται ο χρόνος, τόσον η κόπρος συσσωρεύεται και Αλφειοί και Αχελώοι δεν θα δυνηθούν να εκπλύνουν τα αμαρτήματα. Φωνάξατε ΜΑΡΑΝ-ΘΑ (=«εκκαθαριστέος»), σείσατε κάστρα ανομίας και εκκαθαρίσατε την ενορίαν και την επισκοπήν σας εκ των αναξίων ποιμένων επί τη βάσει, ως είπομεν, κανονικών αποδείξεων… Συγκρατηθήτε… τας ενδείξεις εις αποδείξεις μεταβάλετε και τότε βαδίσατε θαρραλέοι προς την κάθαρσιν. Ο Κύριος θα είναι μαζί σας» (Έλεγχος, 1994, β΄ έκδοση, σελ. 49).
27 Μαϊου 2016, Ιωαννου του Ρωσου, του Ομολογητού.
Εκτενή επιστολή για τους προβληματισμούς και τις αντιρρήσεις των Αγιορειτών για τα θέματα της Πανορθόδοξης Συνόδου έστειλε μετά από μακρές συνεδριάσεις κατά την εβδομάδα των Μυροφόρων η Έκτακτη Σύναξη των Ηγουμένων και Αντιπροσώπων των 20 Ιερών Μονών του Αγίου Όρους στον Οικουμενικό Πατριάρχη. Μάλιστα αποφασίσθηκε η επιστολή να κοινοποιηθεί σε όλες τις Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες.
Στην επιστολή τονίζεται ότι ο όρος «Εκκλησία» δεν μπορεί να λέγεται για τους ετερόδοξους. Επίσης εκφράζεται η αντίθεση του Αγίου Όρους για τις συμπροσευχές και τις λειτουργικές πράξεις με τους ετερόδοξους. Ο «έσχατος κριτής» για θέματα πίστεως είναι η συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας, που μπορεί να εκφράζουν ακόμα και μεμονωμένα πρόσωπα, αναφέρουν οι Αγιορείτες, και όχι μόνο οι Σύνοδοι όπως γράφει το κείμενο της Πανορθόδοξης. (Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός ανέτρεψε μόνος του τις αποφάσεις της Συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας).
Είναι αναγκαία η αναγνώριση ως Οικουμενικών των Συνόδων επί Μεγ. Φωτίου και αγ. Γρηγορίου του Παλαμά, που έδωσαν απάντηση σε όλες τις κακοδοξίες του Παπισμού (φιλιόκβε, παπικό πρωτείο κλπ.), αναφέρεται στην επιστολή. Μόνο σοβαρές αλλαγές στα κείμενα της Πανορθόδοξης μπορεί να αναπαύσουν όλους τους Ορθοδόξους, γράφουν οι Αγιορείτες. Διαφορετικά, μπορεί η Σύνοδος να γίνει αφορμή για νέα σχίσματα.
Παρακάτω αναφέρονται μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα της επιστολής:
α. « … η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος … να αποφύγη τον όρον «Εκκλησία» δια τους ετεροδόξους, χρησιμοποιούσα αντ᾽ αυτού τους όρους «χριστιανικά δόγματα και ομολογίαι».
β. « … η έννοια της ενότητος της Εκκλησίας χρήζει ωσαύτως διασαφήσεως …. εις την ενότητα Αυτής ανήκουν μόνον τα μέλη της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ως Σώμα Χριστού … Περί τούτων μόνον λέγεται το «ίνα ώσιν εν, καθώς ημείς εν εσμέν», κατά την ερμηνείαν των θεοφόρων Πατέρων».
γ. « … Ο τρόπος διεξαγωγής και η πορεία των θεολογικών διαλόγων δεν αναπαύει το σύνολον του πληρώματος της Εκκλησίας, η δε καθ’ ημάς Ιερά Κοινότης κατά καιρούς και εις διαφόρους περιστάσεις έχει εκφρασθή δι᾽ επισήμων κειμένων κατά θεολογικών συμφωνιών μετά των ετεροδόξων και έχει διαμαρτυρηθή δια συμπροσευχάς και άλλας λατρευτικάς πράξεις (λειτουργικούς ασπασμούς κ.λπ.), δι’ ων δίδεται η εικών ψευδούς ενώσεως μετ’ αυτών … δέον να αποσαφηνισθή ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία ουδόλως δύναται να δεχθή την ενότητα της Εκκλησίας ως τινα διομολογιακήν προσαρμογήν η ως συμμετοχήν εις συμπροσευχάς και ετέρας λατρευτικάς πράξεις».
δ. « … δεν δυνάμεθα να μη εκφράσωμεν τον έντονον προβληματισμόν και τας ευλόγους αντιρρήσεις ημών δια την περαιτέρω συμμετοχήν των Ορθοδόξων εις το «Παγκόσμιον Συμβούλιον των Εκκλησιών» (Π.Σ.Ε)».
ε. « … η εκκλησιαστική παράδοσις αναγνωρίζει ως έσχατον κριτήν επί θεμάτων πίστεως την συνείδησιν του πληρώματος της Εκκλησίας, την οποίαν εκφράζουν ενίοτε μεμονωμένα πρόσωπα η σύνοδοι ιεραρχών η ο πιστός λαός και η οποία επικυρούται δια συνοδικών αποφάσεων».
στ. « … δέον να περιληφθή αναφορά και εις τας μετά την αγίαν Ζ´ Οικουμενικήν μεγάλας Συνόδους της Ορθοδόξου Εκκλησίας … καθ’ όσον δια της αναφοράς εις αυτάς τας συνόδους αι δογματικαί και εκκλησιολογικαί διαφοραί μετά των ετεροδόξων (περί το Φιλιόκβε, την κτιστήν Χάριν, το παπικόν πρωτείον κ.λπ.) αποσαφηνίζονται πλήρως».
Η επιστολή:
Εις Κ´ Ι. Μονάς Αγίου Όρους Άθω
Η επιστολή σε έντυπη μορφή:
Πηγή: Ακτίνες , Ομοθυμαδόν
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...