
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
Μαρτυρία π. Ἐφραίμ Κατουνακιώτη στόν καθηγητή κ. Δημ. Τσελεγγίδη
Στή συνέχεια, θά πῶ κάτι, τό ὁποῖο ἔχει νά κάνει μέ προσωπική κατάθεση. Συνδεόμουνα ἐπί δεκαετίες μέ τόν π. Ἐφραίμ τόν Κατουνακιώτη, τοῦ ὁποίου τό ἦθος καί τό φρόνημα εἶναι ἐγνωσμένα. Εἶναι ἐγνωσμένο, ἐπίσης, ὅτι εἶχε κι αὐτός «πνευματική τηλεόραση». Ὅσον ἀφορᾶ ἐμένα, πολλές φορές πήγαινα μέ τήν πρόθεση, νά θέσω κάποια ἐρωτήματα πολύ συγκεκριμένα, μέ μία ἀξιολογική σειρά, καί χρησιμοποιώντας τό δικό μου λεξιλόγιο. Καί ὅταν πήγαινα κοντά του, χωρίς νά τοῦ θέσω κἄν τήν ἐρώτηση, μοῦ ἀπαντοῦσε μέ αὐτήν τή διαδοχή τῶν ἐρωτημάτων πού εἶχα καί μέ τό λεξιλόγιό μου. Τό λέω, ὡς προσωπική πείρα. Δέν ἀποτελεῖ κάτι καινοφανές. Αὐτό συνέβαινε καί μέ πολλούς ἄλλους.
Κάποτε, λοιπόν, νεαρός τότε καθηγητής στή Θεολογική, μιλᾶμε τώρα πρίν ἀπό τριάντα χρόνια, τοῦ εἶπα τό ἑξῆς. Ἐπειδή καί στή Θεολογική Σχολή, ἰδιαίτερα τῆς Θεσσαλονίκης, τό κλῖμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀνθεῖ, εἶχα κάποια ἔντονα προβλήματα καί ἐρωτήματα, ἐπειδή ἔβλεπα νά ἐκπροσωπεῖται ἀπό σεβαστούς, κατά τά ἄλλα, καθηγητές. Φυσικά, τόσο ἡ συνείδησή μου ὅσο καί οἱ γνώσεις μου ἀντιδροῦσαν μέν, ἤθελα ὅμως, πέρα ἀπό τήν ἐπιστημονική μου θέση, νά ἔχω καί τήν χαρισματική ἀπάντηση, πρᾶγμα τό ὁποῖο ἔκανα καί σέ πάρα πολλά ἄλλα θέματα.
Τόν ρώτησα, λοιπόν, ἐπί τοῦ συγκεκριμένου, μήπως μπορεῖ νά μοῦ πεῖ τί πρᾶγμα εἶναι ὁ Οἰκουμενισμός. Μοῦ ἀπήντησε ἀπερίφραστα καί χωρίς καμμία δυσκολία: «Αὐτήν τήν ἐρώτηση, παιδί μου, μοῦ τήν ἔχει κάνει κι ἕνας ἀκόμη νωρίτερα ἀπό σένα. Ἐγώ, ἐδῶ πέρα ἐπάνω, βρίσκομαι σαράντα χρόνια στά βράχια. Ἔχω ξεχάσει καί τά ἑλληνικά μου»- σημειωτέον τελείωσε σχολαρχεῖο - «ἀλλά μ’ αὐτό τό θέμα δέν ἔχω ἀσχοληθεῖ. Γι’ αὐτό, ἐπειδή ἔπρεπε νά τό ἀπαντήσω, ἀφοῦ δέχτηκα ἐρώτημα καί δέν εἶχα καμμία γνώμη πάνω στό θέμα, πῆγα στό κελλί μου καί προσευχήθηκα καί ρώτησα τόν Χριστό νά μέ πληροφορήσει τί εἶναι ὁ Οἰκουμενισμός. Πῆρα τήν ἀπάντησή του, ἡ ὁποία εἶναι, ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός ἔχει πνεῦμα πονηρίας καί κυριαρχεῖται ἀπό ἀκάθαρτα πνεύματα». Καί τόν ρώτησα, πῶς ἀκριβῶς πιστοποιήθηκε αὐτό. Μοῦ ἀπάντησε, πώς «μετά τήν προσευχή γέμισε τό κελλί μου ἀπό ἀφόρητη δυσωδία, ἡ ὁποία μοῦ ἔφερνε ἀσφυξία στήν ψυχή, δέν μποροῦσα νά ἀναπνεύσω πνευματικά». Τόν ρώτησα, ἄν αὐτό ἦταν ἕνα ἔκτακτο γεγονός γι’ αὐτόν ἤ ἄν ἔτσι τοῦ ἀπαντᾶ ὁ Χριστός σέ ἀνάλογες περιπτώσεις, καί μέ βεβαίωσε, ὅτι «σέ ὅλες τίς περιπτώσεις, πού εἶναι μπλεγμένες μέ μάγια, μέ ἀκάθαρτα πνεύματα, αὐτή εἶναι ἡ κατάσταση, στήν ὁποία μέ εἰσάγει. Μερικές φορές ὑπάρχει καί λεκτική ἀπάντηση, ἀλλά στήν προκειμένη περίπτωση, αὐτή ἦταν ἡ ἀπάντηση καί ἔχω ἀπόλυτη τή βεβαιότητα, ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός δέν ἔχει τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, ἀλλά τό πνεῦμα τό ἀκάθαρτο».
Αὐτό πού λέγω αὐτή τή στιγμή, θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς, ἐνδεχομένως, ὅτι ἔχει χαρακτῆρα ἐντυπώσεων. Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι χάρηκα πάρα πολύ, ἐπειδή αὐτό, πού εἶπε σέ μένα προσωπικά, τό εἶδα καταγραμμένο καί ἀπό τήν εὐλαβῆ συνοδεία
του, πού δημοσίευσε ἕναν τιμητικό Τόμο γύρω ἀπό τό πρόσωπό του, τήν πνευματικότητά του καί τά λόγια του. Πιστοποιεῖται λοιπόν καί ἀπό ἐκεῖ, ἀλλά ἐγώ τό διεσταύρωσα καί μέ ἄλλους ἀξιόπιστους θεολόγους, οἱ ὁποῖοι συνέβη νά τό ἀκούσουν προσωπικά. Δέν τό ἔχω πεῖ δημοσίᾳ μέχρι τώρα, ἀλλά τό ἔφεραν ἔτσι τά πράγματα, πού μέ ἀναγκάζουν νά τό πῶ. Βεβαίως, αὐτό ἔπαιξε ἀποφασιστικό ρόλο στή στάση μου ἀπέναντι στόν Οἰκουμενισμό. Ἐγώ, βεβαίως, ὡς καθηγητής, ὡς ἐπιστήμων, ὀφείλω σέ κάθε περίπτωση νά τό ἀνακρίνω τό θέμα μέ ἐπιστημονικά κριτήρια καί νά τεκμηριώνω τήν ἄποψή μου ἐπιστημονικά καί αὐτό κάνω καί στά μαθήματά μου, βῆμα πρός βῆμα. Ὅμως θεωρῶ πώς ἡ κατάθεση αὐτή εἶναι σημαντική, γιατί γίνεται μέ τρόπο χαρισματικό ἀπό ἕναν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος δέν γνωρίζει κάτι γύρω ἀπό αὐτό τό πρόβλημα, δέν ἔχει διαβάσει, δέν ἔχει ἀκούσει, ἀλλά καταθέτει τήν ἄμεση πνευματική ἐμπειρία του. Νομίζω ὅτι μιλοῦν ἐδῶ τά ἴδια τά πράγματα.
* Ἀπό τό βιβλίο «“Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας”. Μία Σύνοδος μέ ἔλλειμμα συνοδικότητας καί Ὀρθόδοξης αὐτοσυνειδησίας», σελίδες 80, διαστ. 17x24 ἑκ., ἔκδοση «Συνάξεως Ὀρθοδόξων Ρωμηῶν “Φώτης Κόντογλου”», Τρίκαλα, Μάρτιος 2016. Τό βιβλίο αὐτό ἀποτελεῖ τήν ἀπομαγνητοφωνημένη μορφή τῆς τρίωρης ἐκπομπῆς - συνομιλίας τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ραδιοφωνικοῦ σταθμοῦ τῆς Πειραϊκῆς Ἐκκλησίας κ. Λυκούργου Μαρκούδη μέ τόν καθηγητή κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη.
Πηγή: (Περιοδικό Παρακαταθήκη Μάρτιος - Απρίλιος 2016), Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
«Πασχαλινή κατήχηση» του ποιμνίου της Γερμανίας,ώστε να δεχθεί με ανοιχτές αγκάλες την «Νέα Εκκλησία»!
http://www.orthodoxie.net/index.php?id=13&tx_ttnews%5Btt_news%5D=138&cHash=94d47824693c9ab8a4b0a6420708ff48
Το κείμενο ή φυλλάδιο που ακολουθεί αποσπασματικά είναι συμπαραγωγή της παπικής «επισκοπικής συνόδου»της Γερμανίας και της αντίστοιχης ορθοδόξου και έχει τον τίτλο «Πάσχα η κύρια γιορτή της Εκκλησίας σε Ανατολή και Δύση» "Ostern - DasHauptfestderKircheinOstundWest". Όπως βλέπουμε από τον τίτλο για τους συγγραφείς αυτού του κειμένου, παπικούς και «ορθοδόξους» η Εκκλησία είναι ήδη μία (για να μην μας λένε οι εν Ελλάδι επίσκοποι, ότι δεν πάμε για ένωση με τους παπικούς).
Η Ι. Μ. Γερμανίας, αδιαφορώντας τελείως για το πως σκέπτονται οι πιστοί και για το αν είναι σύμφωνοι με τέτοιες ενέργειες, λειτουργεί παπικά και απολυταρχικά προσπαθώντας να επιβάλλει με παπικές μεθόδους την -κατά τον άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς-παναίρεση του Οικουμενισμού προβάλλοντας για δικαιολογία την αναγκαιότητα τέτοιων κειμένων ως απόδειξη ενσωμάτωσης σε μία κοινωνία και ως σύμβολο ειρήνης.
Στο κείμενο αυτό παρουσιάζεται η σημασία της γιορτής και το λειτουργικό τυπικό του Πάσχα στους παπικούς και στην Ορθόδοξη Εκκλησία παράλληλα, και επιχειρείται μέσω αυτής της παραλληλότητας -κατά πάγια οικουμενιστική τακτική- η ανάδειξη«βαθέων ομοιοτήτων», η υποβάθμιση των τρανταχτών διαφορών, η κατάργηση της διδασκαλίας των Πατέρων ότι δεν υπάρχει σωτηρία έξω από την Μία Εκκλησία, καθώς και η κατάργηση του χαρακτήρα της Ορθοδοξίας ως της Μίας Εκκλησίας.
Το γεγονός, ότι το κείμενο υπάρχει μόνο στα γερμανικά και όχι στα ελληνικά δηλώνει και τον ληστρικό και υπόγειο χαρακτήρα του· διότι γνωρίζουν οι υπαίτιοι τις αντιδράσειςπου θα επακολουθούσαν, αν υπήρχε και στην ελληνική μορφή του και γινόταν πιο γνωστό στο ορθόδοξο ποίμνιο. Ακολουθούν σε μετάφραση (λόγω της μετάφρασης θα παραμείνουν όροι, όπως εκκλησία, μυστήρια κλπ., που αναφέρονται στους παπικούς έτσι όπως είναι στο γερμανικό κείμενο χωρίς εισαγωγικά ) τα σημαντικότερα και πιο κραυγαλέα αποσπάσματα στη σειρά που είναι στο κείμενο:
«Για να δηλώσουμε τις ομοιότητες της Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας αλλά και για να εξηγήσουμε τις μικρές διαφορές εκδίδουμε τώρα αυτό το φυλλάδιο.....
Το φυλλάδιο αυτό απευθύνεται στις Χριστιανές και στους Χριστιανούς καθώς και σε κάθε ενδιαφερόμενο αναγνώστη...
Το ακόλουθο κείμενο δείχνει την εορτή του Πάσχα (αρχίζοντας από την προπασχαλινή περίοδο νηστείας, τον εορτασμό της Μ. Εβδομάδος μέχρι την Πεντηκοστή) στην παράδοση της Ανατολής και της Δύσης. Παράλληλα θα φανερωθούν δίπλα στις διαφορετικές διαμορφώσεις και λειτουργικές εκφράσεις οι θεμελιώδεις ομοιότητες των δύο παραδόσεων...
Την νηστεία (και στις δύο Εκκλησίες) υπηρετούν ένας απέριτος βίος, η εντατική προσπάθεια αποφυγής εντάσεων, μία γεναιόδωρη ελεημοσύνη, η βαθύτητα της πνευματικής ζωής μέσω της καθαρότητας, της αυτογνωσίας, της προσευχής, της συχνής συμμετοχής στην Θεία Λειτουργία και στην Θεία Κοινωνία καθώς και η αποχή από σωματικές απολαύσεις. Μέσα σε όλες αυτές τις ομοιότητες υπάρχουν διαφορές στην διαμόρφωση, οργάνωση και στο βίωμα των πιστών σε Ανατολή και Δύση που δεν πρέπει να παραβλέπονται....
Η νηστεία στην καθολική εκκλησία αρχίζει την Τετάρτη της στάχτης... Αυτή η Τετάρτη και η μεγάλη Παρασκευή έχουν σαν χαρακτηριστικό τους την αποχή από το κρέας και την αποφυγή χόρτασης. Λαμβάνοντας υπόψη τις παραλλαγμένες συνθήκες ζωής διαμορφώθηκαν και άλλες μορφές νηστείας όπως η αποφυγή μέσων απόλαυσης, αγαπημένων συνθηκών κατανάλωσης, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν στην εξάρτηση, επίσης η απόφυγη της τηλεόρασης, της οδήγησης (!!!) κτλ...
Την κορύφωση της νύχτας του Πάσχα αποτελεί και στις δύο εκκλησίες το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας… Διότι στην Θεία Ευχαριστία ενώνεται ο Εσταυρωμένος και Αναστάς Κύριος με το σώμα του, δηλ. την Εκκλησία...
Με την Πεντηκοστή αρχίζει το έργο του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία...
Ως καθολικοί και ορθόδοξοι Χριστιανοί είμαστε κοινώς πεπεισμένοι, ότι ο Χριστός είναι πάντα παρών στην Εκκλησία Του και ότι αυτή η παρουσία Του είναι πάντα εμφανής στην Θεία Λειτουργία...
Η εξωτερική ημερολογιακή διαφορά του εορτασμού του Πάσχα δεν αναιρεί τηνβαθιά συμφωνία στην πίστη μέσω του Πάσχα. Ο Frère Alois, οηγούμενος της οικουμενικής κοινότητας του Taizé, τονίζει την ενότητα των Χριστιανών μέσω του Πάσχα με τα ακόλουθα λόγια: Στην πίστη στον Χριστό, ότι είναι παρών, ακόμα και όταν δεν Τον βλέπουμε, ότι μέσω του Αγίου Πνεύματος ενεργεί στον κόσμο και κατοικεί στις καρδιές μας βασίζεται το τόλμημα, στο οποίο μας καλεί το Πάσχα....».
Όπως διαπιστώνουμε το φυλλάδιο μιλάει για μικρές διαφορές και θεμελιώδεις «ομοιότητες» και, με αυτόν τον τρόπο, παρουσιάζει ως πλανεμένους όλους τους Αγίους της Ορθοδόξου Εκκλησίας, οι οποίοι μας απέτρεπαν από οποιαδήποτε επαφή και συνεργασία με τους παπικούς και κάθε έιδους αιρετικούς αυτόματα! Κι όλα αυτά εν γνώσει των «ορθοδόξων ποιμένων και θεολόγων» που συνέβαλαν στην συγγραφή του.Φτάνει μάλιστα στο σημείο - στο απόσπασμά του περί του Ορθοδόξου εορτασμού της Πεντηκοστής, το οποίο δεν μετάφρασα- να αναφέρει ως πηγή ένα απόσπασμα του αγ. Γρηγορίου του Παλαμά (Apg 2,3) στο οποίο ο άγιος λέει ότι το Άγιο Πνεύμα εξασφαλίζει την ενότητα των Αποστόλων, μεταξύ των μελών της Εκκλησίας και φυσικά εννοείται και την διάσταση μετά των αιρετικών. Πρόκειται δηλαδή γιαένα φιλοπαπικό, οικουμενιστικό, αντιορθόδοξο κείμενο πουαναφέρει ως πηγή και απόδειξη των λεγόμενών του, ακόμα και όταν μιλάει για την Ορθόδοξη πλευρά, τον Άγιο αυτόν που κυνηγήθηκε από τους λατινόφρονες, που κατεδίκασε κάθε παπική κακοδοξία, που απέδειξε και υπεράσπισε την ορθόδοξη Εκκλησία ως την Μία Εκκλησία.
Πιστεύουν αλήθεια αυτοί οι «ορθόδόξοι ποιμένες και θεολόγοι», ότι ο άγιος, ο οποίος φυλακίσθηκεγιατί αρνήθηκε να συμφωνήσει με με τον λατινόφρονα πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη Καλέκα θα ήταν σύμφωνος με τέτοιες πρακτικές και δεν μπαίνουν από έπαρση ούτε καν στον κόπο να σκεφτούν, αν το φυλλάδιο αυτό είναι συμβατό με την ολική διδασκαλία του αγίου;
Το φυλλάδιο αυτό ονομάζει και εξισώνει Ορθόδοξους και παπικούς ως Χριστιανούς. Ονομάζει δε ως κοινά και αυτομάτως αναγνωρισμένα στους Παπικούς χαρακτηριστικά την προσευχή, την καθαρότητα την πνευματική ζωή, την αυτογνωσία (τώρα πως έχει αυτογνωσία ένας αλάθητος πάπας που ζητάει πρωτεία, είναι ακατανόητο), την Θεία Λειτουργία και την Θεία Κοινωνία. Τις διαφορές που πονηρώς τις ονομάζει μη παραβλεπτέες τις περιορίζει μόνο στον οργανωτικό, διαμορφωτικό και βιωματικό τομέα. Καμία αναφορά για δόγμα, καμία αναφορά αν υπάρχουν Ιερά Μυστήρια και πνευματικότητα έξω από την Εκκλησία, καμία υπεράσπιση της Ορθοδοξίας ως την μία Αλήθεια.
Το φυλλάδιο αναφέρει στο απόσπασμα περί της νηστείας των Λατίνων ως „θεάρεστες“μεθόδους νηστείας εκτός από την αποφυγή κρεατοφαγίας και άλλες όπως την αποφυγή γλυκισμάτων, τηλεόρασης, οδήγησης κλπ.και αυτό σε παραλληλότητα με την ορθόδοξη νηστεία.Και αυτό το αποδέχθηκαν οι «ορθόδόξοι ποιμένες και θεολόγοι». Γιατί αν δεν είναι κατά την γνώμη τους θεάρεστες, πως δεν τις καταδικάζουν ως μη ορθόδοξες και πως δέχονται την μέσω της παράλληλης παρουσιασής εξομοίωσή τους με την από τους Ιερούς Κανόνες θεσπισμένη νηστεία; Μήπως γιατί τέτοιες μεθόδους έχουν σκοπό να μας περάσουν, όταν μιλούν για επανεξέταση του θέματος της νηστείας στην σύνοδο της Κρήτης, που πρόκειται να γίνει;
Το φυλλάδιο αναφέρει το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας ως κοινό και ενεργό σε Ορθοδοξία και παπισμό αποκρύπτοντας το γεγονός, όχι μόνο ότι οι παπικοί, ως σχισματικοί και αιρετικοί εκτός της Εκκλησίας δεν έχουν μυστήρια, αλλά και το ότι οι πιστοί τους δεν λαμβάνουν αίμα (μόνο οι ιερείς τους έχουν αυτό το δικαίωμα) αλλά μόνο σώμα και αυτό από άζυμο άρτο. Άρα λοιπόν εδώ έχουμε γυμνή τη κεφαλή την αιρετική αποδοχή υπάρξεως και ενεργείας του Μυστηρίου της Θείας κοινωνίας στους παπικούς.
«Οι ορθόδοξοι ποιμένες και θεολόγοι» που συνέγραψαν αυτό το φυλλάδιο αποδέχονται την ύπαρξη του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος στην αίρεση του παπισμού και ομολογούν την ενότητα τους με αυτούς. Χρησιμοποιούν και αποδέχονται δε ως κήρυκα του Χριστού και ως παράδειγμα και προς μίμηση τονFrère Alois, τον ηγούμενο της οικουμενιστικής κοινότητας του Taizé, μίας κοινότητας που αντιτίθεται σε κάθε ορθόδοξο κανόνα μοναχισμού καθώς και σε ολόκληρη την ορθόδοξη διδασκαλία.
Το φυλλάδιο αυτό δεν απαντά και σε ένα καυτό ερώτημα: Η ουνία ως πιστό και γνήσιο τέκνο του παπισμού είναι και αυτή εκκλησία; Και αν ναι, σε ποια παράδοση ανήκει, στην Ανατολή, στην Δύση ή και στις δύο; Αν όχι τότε πώς είναι ο παπισμός που την γέννησε εκκλησία; Ποσώς ενδιαφέρει τους «ορθόδοξους ποιμένες και θεολόγους» πως εγκληματεί αυτήν την στιγμή η ουνία στην Ουκρανία και σε άλλα ορθόδοξα μέρη.
Συνοπτικά λοιπόν κατά τον φυλλάδιο αυτό, μεταξύ Ορθοδοξίας και παπισμού υπάρχουν μικρές διαφορές και θεμελιώδεις ομοιότητες, ο παπισμός είναι εκκλησία, έχει ενεργά μυστήρια, είναι θεάρεστος, είναι φορέας του Αγίου Πνεύματος, έχει ιερωσύνη. Άρα λοιπόν, τι μας εμποδίζει να γίνουμε από ορθόδοξοι παπικοί; Τι θα πουν σε μία τέτοια ερώτηση ενός πιστού «οι ορθόδοξοι ποιμένες και θεολόγοι» συγγραφείς αυτού του κειμένου; Μάλλον «και δεν γίνεσαι;».
Καλώ και παρακαλώ, ως σκανδαλιζόμενο και πνευματικά και ψυχικά πληγωμένο μέλος της Εκκλησίας του Χριστού, τους ποιμενάρχες εν Ελλάδινα πάρουν θέση σε αυτές τις αντιορθόδοξες και αιρετικές πρακτικές.Πρέπει επιτέλους να σταματήσει αυτός ο στρουθοκαμηλισμός των ταγών της Εκκλησίας. Γιατί αν συνεχίσουν να αδιαφορούν και να σιωπούν, είναι σαν να τις δέχονται καιαναδεικνύονται αυτόματα και οι ίδιοι αιρετικοί.Αν τις αποκηρύξουν πρέπει να προστατεύσουν το ορθόδοξο ποίμνιο της Γερμανίας, όπως και άλλων περιοχών που κυκλοφορούν τέτοια αντιορθόδοξα από ορθόδοξους ιερείς φυλλάδια. Κι ας μην προφασίζονται ότι οι πιστοί στην Γερμανία βρίσκονται υπό άλλην εκκλησιαστική δικαιοδοσία. Όταν κινδυνεύει και αλλοιώνεται η Πίστη, πρέπει να κάνουν ό,τι και οι Άγιοί μας (Μ. Βασίλειος, Μ. Αθανάσιος, άγιος Μάξιμος κ.ά.), οι οποίοι με Επιστολές και με την προσωπική τους παρουσία, επισήμαιναν τις παρεκκλίσεις από την Πίστη και παρακαλούσαν την επιστροφή στην ορθό Πίστη.
Όσο αμαρτωλοί ή ασήμαντοι και να είμαστε, παραμένουμε πρόβατα της ποίμνης του Θεού. Και για εμάς ήρθε ο Χριστός στην γη, και για εμάς αναστήθηκε και για εμάς κάλεσε τους ποιμενάρχες στην Εκκλησία, να μας προφυλάξουν από τους προβατόσχημους λύκους. Γιατί και για εμάς θα δώσουν λόγο στο φοβερό βήμα του Θεού.
Πείτε επιτέλους· είστε υπέρ ή κατά τέτοιων φυλλαδίων και εφαρμόστε τα από τους ιερούς κανόνες αναδεδειγμένα μέτρα για την προφύλαξη της Εκκλησίας του Χριστού, η οποία ούτε σε εμάς, ούτε σε εσάς ανήκει, ώστε να Την διαχειριζόμαστε κατά το δοκούν. Ανήκει στον Θεάνθρωπο Χριστό, ο οποίος μέσω των Γραφών και των Πατέρων μας έδωσε Ιερούς Κανόνες προστασίας και λειτουργίας Της. Οι λαϊκοί πρέπει ορθά να υπακούουν στους Κανόνες της Εκκλησίας. Οι ιερείς και αρχιερείς δεν πρέπει;
Με πόνο ψυχής
Αδαμάντιος Τσακίρογλου
Πηγή: Ακτίνες
Αυτοί (οι Λατίνοι), άγιε δέσποτα, κανένα από τα κυριώτερα στοιχεία της πίστεως δεν άφησαν ατραυμάτιστο και απαραχάρακτο. Γι' αυτό, όχι και αποκόπτονται από το πανταχού και καλό και ωραίο Σώμα του Χριστού, αλλά παραδίδονται και στο Σατανά. Και ο Απόστολος, επισφραγίζοντας ολόκληρη την ευαγγελική και αποστολική διδασκαλία, λέγει, όχι μόνο προς τους Γαλάτες, που εισήγαγαν διαφορετική διδασκαλία σε ένα θέμα, αλλά πολύ περισσότερο προς τους Ιταλούς, που τον τελευταίο καιρό έχουν εισαγάγει μύριες όσες διαφορετικές διδασκαλίες και ανατρέπουν σχεδόν ολόκληρη την ευαγγελική, αποστολική, κανονική και πατερική παράδοση ˙ «εί τις ευαγγελίζεται υμάς παρ' ό παρελάβετε, κάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού, ανάθεμα έστω» (πρβλ. Γαλ. Α΄8). Πώς είναι λοιπόν επιτρεπτό και θεάρεστο να ενωθούμε εμείς με εκείνους, από τους οποίους δίκαια και κανονικά αποκοπήκαμε, ενώ αυτοί παραμένουν αμετάβλητοι στις αιρέσεις τους; Αν δεχθούμε κάτι τέτοιο, ανατρέπουμε μονομιάς τα πάντα και καταργούμε την Ορθοδοξία και μάλιστα σ' εκείνα τα σημεία που την ανατρέπουν αυτοί που αναξίως τώρα γίνονται δεκτοί. Διότι οι ιεροί κανόνες λέγουν: «Όποιος συμπροσευχηθεί με ακοινώνητο ακόμα και μέσα σε σπίτι, να αφορίζεται» (ι' Αποστολ. κανών). Και αλλού: «Όποιος κοινωνεί με ακοινώνητο, να είναι ακοινώνητος, διότι επιφέρει σύγχυση στην κανονική τάξη της Εκκλησίας». Και πάλι: «Όποιος δέχεται τον αιρετικό, υπόκειται στις ίδιες τιμωρίες μ' εκείνον» (ερμην. Με΄Αποστολ. κανόν.). Για όλα λοιπόν αυτοί κατηγορούνται και είναι υπεύθυνοι, για όλα αυτά θα γίνουμε και εμείς υπόδικοι έναντι των ιερών κανόνων, οι οποίοι αποφαίνονται εν αγίω Πνεύματι. Όμως όχι, κάτι τέτοιο αποκλείεται εντελώς!
Αλλά ούτε και που θα τους μνημονεύσουμε! Διότι κι αυτό είναι ένα τέχνασμα του πονηρού, ο οποίος, ενώ είναι σκοτάδι, υποκρίνεται το φώς, ώστε προβάλλοντας προς το παρόν την (επί ίσοις όροις) ένωση με αυτούς, να επιφέρει δολίως την απώλεια ολόκληρου του σώματος της Εκκλησίας. Και επειδή με φανερά επιχειρήματα δεν μπορεί να πείσει προς αυτή την κατεύθυνση, επιχειρεί εκ του αφανούς, να βρεί ένα παράθυρο, να περάσει μέσα το κακό στα κρυφά.
Αν λοιπόν θέλουν πράγματι να ενωθούν μαζί μας, τότε ας αλλάξουν πρώτα και μετά να ενωθούν. Αν όμως θέλουν να το κάνουν αυτό διατηρώντας συγχρόνως και τα σφάλματά τους, δεν θα τα καταφέρουν. Αλλά καταλήγουν να ζητούν έστω και την απλή μνημόνευση των ονομάτων τους. Δεν υπάρχει όμως κάποια σχέση μεταξύ μυστηριακής κοινωνίας και μνημονεύσεως ονόματος; Και βεβαιότατα υπάρχει, όπως θα αποδείξουμε.
Ώ, πόσο δυστυχώς είναι το κέρδος που θα πετύχουν τώρα! Διότι τώρα θα είναι αδύνατη και η διόρθωσή τους, εφ' όσον θα έχουν πάρει εκείνο που θέλουν! Αφού γι' αυτούς οι αντιπαραθέσεις και οι διάλογοι, δεν φαίνεται να έχουν σαν σκοπό την ευσέβεια. Γιατί, αν ήθελαν την ευσέβεια, ποιό είναι το εμπόδιο, την στιγμή που αυτή είναι κοινή για όλους και δωρεάν και άκοπη και το ίδιο τιμητική για δούλους και δεσπότες, φτωχούς και πλούσιους, ευγενείς και άσημους, χρεώστες και μη χρεώστες; Όπως είναι το φύσημα του αέρα και η διάχυση του φωτός και η εναλλαγή των εποχών και η θέα της κτίσεως, αυτού του μεγάλου και κοινού για όλους μας εντρυφήματος, έτσι είναι και η ίση ευθύνη έναντι της πίστεως κατά τον μέγα στην θεολογία Γρηγόριο. Κι αν εκείνοι και αυτόν τον περιφρονούν, μαζί με τους λοιπούς μεγάλους πατέρες μας Βασίλειο και Ιωάννη τον Χρυσόστομο, των οποίων η φήμη της διδασκαλίας και η δύναμη του πνεύματος διαδόθηκε σ' όλη την γη, όμως άκουσε, άγιε δέσποτα, την εξής υπόσχεση από τους λόγους του παναγίου Πνεύματος, από τους οποίους ούτε μια κεραία δεν μπορεί να πέσει έξω ˙ ο μέγας απόστολος του Κυρίου και ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει: «είτις έρχεται προς υμάς και ταύτην την διδαχήν ου φέρει μεθ' εαυτού, χαίρειν αυτώ μη λέγετε και εις οικίαν μη λαμβάνετε ˙ ο γαρ λέγων αυτώ χαίρειν κοινωνεί τοις έργοις αυτού τοις πονηροίς» (πρβλ. β΄Ιωαν. 10-11).
Και αν τα παραπάνω λόγια μας εμποδίζουν και να τον χαιρετίσουμε απλά στον δρόμο, κι αν δεν μας επιτρέπεται να τον βάλουμε μέσα σ' ένα συνηθισμένο σπίτι, πώς θα τον εισαγάγουμε όχι σε σπίτι, αλλά στο ναό του Θεού, σ' αυτά τα ίδια τα άδυτά του, όπου πάνω στη μυστική και φρικτή τράπεζα σφαγιάζεται αναίμακτα ο Υιός του Θεού; Κι αν ο απλός μας κάνει κοινωνούς των πονηρών έργων του χαιρετιζομένου, πόσο μάλλον η μνημόνευσή του εκφώνως και μάλιστα την στιγμή που αντικρίζουμε με φρίκη τα θεία μυστήρια; Αν δε Αυτός ο Ίδιος που κείται μπροστά μας είναι η Αυτοαλήθεια, πώς είναι δυνατόν Αυτός να ανεχθεί τούτο το μεγάλο ψέμα, το να συγκατατάσσεται δηλαδή εκείνος (ο Πάπας) μεταξύ των λοιπών Ορθοδόξων Πατριαρχών; Θα παίξουμε θέατρο κατά τον καιρό των φρικτών μυστηρίων; Και πώς να τα ανεχθεί αυτά η ψυχή του Ορθοδόξου και να μην απομακρυνθεί αμέσως από την κοινωνία εκείνων που μνημόνευσαν και να μην τους θεωρεί ιεροκάπηλους; Διότι ανέκαθεν η Ορθόδοξος Εκκλησία του Θεού την αναφορά του ονόματος του αρχιερέως μπροστά στα άγια μυστήρια την δεχόταν σαν τέλεια συγκοινωνία. Και έχει γραφεί στην ερμηνεία της θείας λειτουργίας ότι ο λειτουργός αναφέρει το όνομα του αρχιερέως, για να δείξει ότι υποτάσσεται στον ανώτερό του και ότι είναι κοινωνός της πίστεώς του και ότι έχει δεχθεί μέσω αυτού την χάρη της ιερουργίας των θείων μυστηρίων.
Και ο Θεός έχει κατά το παρελθόν στηλιτεύσει κάτι ανάλογο με τους εξής λόγους: «ιερείς ηθέτουν νόμον μου και εβεβήλουν τα άγιά μου» (πρβλ. Ιεζεκ. Κβ΄26). Με ποιό τρόπο το έκαναν αυτό; Με το να μη κάνουν διάκριση μεταξύ βεβήλων και οσίων ανθρώπων, αλλά να έχουν τα πάντα κοινά με όλους. Και ποιό άλλο εναργέστερο και αληθινώτερο παράδειγμα από αυτό χρειαζόμαστε;
Ή μήπως να το κάνουμε αυτό (δηλ. την ψευδένωση) σαν ένα είδος οικονομίας; Και πώς να γίνει αποδεκτή μια οικονομία που βεβηλώνει τα θεία μυστήρια κατά τον προαναφερθέντα λόγο του Θεού και απωθεί από αυτά το Πνεύμα του Θεού, και στερεί από τους πιστούς την άφεση των αμαρτιών και την χάρη της υιοθεσίας που πηγάζει από αυτά τα μυστήρια; Και τι πιο επιβλαβές από μια τέτοια οικονομία;
Αλλά και το να δοθεί στον αιρετικό το πρωτείο ολόκληρης της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού, είναι αυτό σωστό; Αυτό είναι πλήρης παραδοχή και όχι οικονομία. Εκείνος (ο Πάπας) τώρα ούτε για την τελευταία θέση δεν είναι άξιος. Λέγει σχετικά ο μέγας πατήρ ημών Γρηγόριος ο Θεολόγος, κινώντας τον λόγο του Θεού για τους μετανοούντες: «Αν βέβαια δεν μετενόησαν, ούτε εγώ τους δέχομαι, παρά μόνο αν σκύψουν, αν προσέλθουν αξίως, αν διορθώσουν το κακό που έκαναν. Και όταν τους δεχθώ, τότε τους απονέμω την θέση που τους ταιριάζει». Πού είναι όμως σ' εκείνον (τον Πάπα) και τους δικούς του η διόρθωση; Πού η διόρθωση του κακού; Άρα λοιπόν ούτε για έσχατη θέση δεν είναι άξιοι, πόσο μάλλον για την πρώτη!
Αλλά και ο μέγας Παύλος κινούμενος από τον ίδιο Κύριο που ομιλεί μέσα του τα ίδια μας βεβαιώνει: «αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού, ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάκριτος»(Τίτ. Γ΄10). Και πάλιν: «στέλλεσθε από παντός ατάκτως περιπατούντος και μη κτά την παράδοσιν ην παρελάβατε παρ' ημών» (πρβλ. Β΄Θεσ. Γ΄6). Και αλλού μας παραγγέλλει με κάτι τέτοιους ούτε να συντρώγουμε (πρβλ. Α΄Κορ. Ε΄11).
Τα όμοια μας επιτάσσει και ο θεοφόρος και μέγας πατήρ ημών Ιγνάτιος, προφυλάσσοντάς μας από τα ανθρωπόμορφα θηρία, τους αιρετικούς, τους οποίους όχι μόνο δεν πρέπει να δεχόμαστε, αλλ' ει δυνατόν, ούτε να τους συναντούμε.
Εκείνους λοιπόν με τους οποίους καλούμεθα να μη συντρώγουμε ούτε να τους χαιρετούμε- για να μην υπάρχει κανενός είδους συναναστροφή μαζί τους- και των οποίων το συναπάντημα μας ζητείται, ει δυνατόν, να το αποφύγουμε, πως είναι δυνατόν να τους δώσουμε το δικαίωμα να είναι πρώτοι και κριταί των Ορθοδόξων Εκκλησιών και να διασαλπίσουμε το μνημόσυνό τους ως ορθόδοξο κατά τον καιρό της κοινής λατρείας μέσα στην Εκκλησία και ενώπιον αυτής της ίδιας της μυστικής και αγίας Τραπέζης, ώστε ούτε και αυτήν να την αφήσουμε αβεβήλωτη, για να μας αγιάζει;
Από την επιστολή- ομολογία των Αγιορειτών προς τον Βασιλέα Μιχαήλ Παλαιολόγο κατά την επιβληθείσα τότε ψευδένωση με τους Λατίνους στη Φερράρα- Φλωρεντία.
Ἕνα σύντομο σχόλιο γιὰ τὸ «κοινὸν ποτήριον» καὶ τὰ βήματα πρὸς τὴν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὴν ἑτεροδοξία..
Στήν καλὴ ἀνησυχία, ποὺ καλλιεργεῖται ἀπὸ ὁρισμένους Ὀρθοδόξους, σχετικὰ μὲ τὴν «παναίρεση» τοῦ οἰκουμενισμοῦ (τὴν ἐκκλησιολογικὴ-θεολογικὴ ἄρνηση τῆς ὑπάρξεως μίας Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία), ἀκούει κανεὶς συχνὰ μία κοφτὴ ἀπάντηση: ὅτι «αὐτὸ δὲν θὰ συμβεῖ ποτέ», «δὲν ὑπάρχει καμμία περίπτωση νὰ ἔλθουμε ἐμεῖς σὲ κοινωνία μὲ τὴ Ρώμη», κ.ο.κ. Αὐτὸς ὁ καθησυχαστικὸς τρόπος ἀποσκοπεῖ νὰ μᾶς βάλει σὲ ἐφησυχασμὸ καὶ νὰ ἐπικεντρώσει τὶς ἀγωνίες μας μόνον στὸ ζήτημα τοῦ «κοινοῦ ποτηρίου».
Μολαταύτα, οὔτε τώρα οὔτε κατὰ τὰ προηγούμενα, 30 καὶ παραπάνω, χρόνια ἦταν αὐτὸ τὸ διακύβευμα· στὴν πραγματικότητα ἄλλο εἶναι τὸ τρέχον ἐπίμαχο ζήτημα. Ἀκόμη κι ἂν δὲν ἔλθουμε ποτὲ σὲ κοινωνία μὲ ὁποιονδήποτε ἑτερόδοξο, ἡ πιθανότητα νὰ υἱοθετηθεῖ μία αἱρετικὴ ἐκκλησιολογία εἶναι ὑπαρκτή. Ἰδού, ἕνας τρόπος νὰ κατανοήσουμε αὐτὸ ποὺ συμβαίνει καὶ πῶς ὁ ἐχθρός μᾶς προετοιμάζει γιὰ νὰ ἀποδεχθοῦμε μία αἱρετικὴ ἐκκλησιολογία καὶ συνακόλουθα μία ψευδοένωση.
Ἔτσι ἐξηγῶ τὴν κατάσταση σὲ ὁρισμένους ἀπὸ τοὺς ἐνορίτες μου: αὐτὴ τὴ στιγμὴ ἡ οἰκουμενιστικὴ νοοτροπία θέλει νὰ μᾶς κάνει νὰ πιστέψουμε ὅτι εἴμαστε μνηστευμένοι...
μὲ τὸν Παπικὸ Προτεσταντικό, δηλ. τὸν Καθολικισμό. Ἔτσι, τοὺς ἀκοῦτε συχνὰ νὰ λένε ὅτι ἔχουμε τὴν ἴδια πίστη ἀλλά, δυστυχῶς, δὲν μποροῦμε νὰ μεταλαμβάνουμε μαζί. Τὸ ἑπόμενο βῆμα εἶναι νὰ ἀναγνωρίσουμε, ἐν συνόδω, ὅτι εἴμαστε «ἐκκλησία» ἀμφότεροι, παρότι ἡ μία πλευρὰ εἶναι περισσότερο ἀπὸ τὴν ἄλλη (ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ὀπτικὴ γωνία). Αὐτὸ ἰσοδυναμεῖ μὲ γάμο, δηλ. μὲ ἀναγνώριση τῶν μυστηρίων καὶ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτήρα (ecclesiality). Αὐτὸ λοιπὸν ἐπιτυγχάνει οὐσιαστικά, παρότι διστακτικὰ καὶ μὲ διγλωσσία, τὸ κείμενο «σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν χριστιανικὸ κόσμο». Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ τελεστεῖ ὁ γάμος, εἶναι ζήτημα χρόνου μέχρι τὸ ζευγάρι τῶν νεονύμφων νὰ ἀποσυρθεῖ στὰ ἐνδότερα καὶ νὰ ὁλοκληρώσει τὴ σχέση του. Αὐτὸ εἶναι τὸ κοινὸν ποτήριον. Εἴτε αὐτὸ ἔλθει λίγο ἀργότερα ἢ πιὸ σύντομα ἢ καὶ καθόλου, δὲν ἔχει μεγάλη σημασία, διότι ὁ γάμος εἶναι τὸ κλειδὶ ποὺ δίνει τέλος στὸν χωρισμό. Μὴν προσηλώνεστε στὸ ζήτημα τῆς ὁλοκλήρωσης…. Ἡ ἀναγνώριση τῶν μυστηρίων καὶ τοῦ «ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτήρα» εἶναι τὸ πᾶν ἐδῶ.
π. Πέτρος Χὶρς
Ὁ καθηγητὴς κ. Τσελεγγίδης, ὁ μητροπολίτης Λεμεσοῦ Κύπρου Ἀθανάσιος, ὁ μητροπολίτης Ἰερόθεος Ναυπάκτου, ὁ πατὴρ Θεόδωρος Ζήσης – ἅπαντες πολὺ σεβαστοὶ καὶ ἔμπειροι περὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ (καὶ συνδεόμενοι μὲ σύγχρονους ἁγίους) – βλέπουν νὰ συντελεῖται ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ «ἀναθεώρηση» τῆς ἐκκλησιολογίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ ἐπισημαίνουν ρητῶς στὰ κείμενά τους.
Τὸ σημεῖο ποὺ ὑπογραμμίζουν εἶναι τὸ ἑξῆς: Τὸ προσυνοδικὸ κείμενο ὁμιλεῖ γιὰ Ἐκκλησίες καὶ οὐδεμία ἀναφορὰ κάνει σὲ αἱρετικοὺς ἢ σχισματικούς. Ἐντούτοις, ἡ διαχρονικὴ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες Ὀρθόδοξη κατηγοριοποίηση, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τουλάχιστον τοῦ Πρώτου Κανόνα τοῦ ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου εἶναι: 1) ἡ Ἐκκλησία, 2) τὸ Σχίσμα, 3) ἡ Αἵρεση καὶ 4) οἱ Παρασυναγωγές. Δὲν ὑπάρχουν ἄλλες «ἐκκλησίες» ἐκτός τῆς Μίας Ἐκκλησίας. Ἑπομένως, τὸ προσυνοδικὸ κείμενο, μπορεῖ ὀρθῶς νὰ ἑρμηνευθεῖ ὡς ἡ ἔκφραση μίας ἄλλης ἐκκλησιολογίας. Δὲν εἶναι ἴσως ἡ χονδροειδὴς ἀγγλικανικὴ Θεωρία τῶν Κλάδων, ἀλλὰ ἂν ἀφήνει περιθώριο γιὰ «ἑτερόδοξες ἐκκλησίες» σὲ ὁποιαδήποτε μορφὴ ἢ «βαθμό», ἀσφαλῶς αὐτὸ δὲν εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία.
π. Πέτρος Χὶρς
Τίθενται ἐδῶ δύο διαφορετικὰ ζητήματα σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν ἀποδοχὴ τῶν μεταστραφέντων. Ἐν πρώτοις, εἶναι τὸ θέμα τοῦ πῶς κατανοοῦμε τὴν ἐκκλησία, τὰ ὅριά Της καὶ τοὺς ἐκτὸς τῶν ὁρίων Αὐτῆς εὐρισκομένους σὲ αἵρεση ἢ σχίσμα· κοντολογίς, πῶς κατανοοῦμε τὴν ἐκκλησιολογία. Κατὰ δεύτερον, εἶναι τὸ θέμα τοῦ πῶς γίνονται δεκτοὶ οἱ μεταστραφέντες, δηλαδὴ εἶναι ζήτημα ποιμαντικό, σὲ περίπτωση ποὺ αὐτοὶ «οἰκονομοῦνται». Σύγχυση ἀνακύπτει σὲ δύο σημεῖα συνήθως: 1) σὲ ποιὰ βάση μπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθεὶ «οἰκονομία», δηλαδὴ σὲ ποιὰ βάση μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀποκλίνει ἀπὸ τὴν κανονικότητα τοῦ βαπτίσματος; 2) τί σημαίνει αὐτὴ ἡ ἀπόκλιση, ἂν σημαίνει κάτι, σὲ σχέση μὲ τὴν κατανόησή μας τῆς ἐκκλησιολογίας καὶ τὴν κατανόησή μας τοῦ τί συνιστοῦν οἱ ἑτερόδοξες ὁμολογίες;
Εὐθύς ἐξ ἀρχῆς, εἶναι ἀνάγκη νὰ διευκρινιστοῦν κάποια βασικὰ θέματα:
1) Οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας δὲν αἰτιολογοῦνται, μὲ ἄλλα λόγια οἱ Ὀρθόδοξοι δὲν ἀνέπτυξαν ποτὲ μία «θεολογία τοῦ σχίσματος», ὅπως ἀντιθέτως αὐτὸ ἐπιχειρήθηκε στοὺς κύκλους ἀγγλικανῶν καὶ ρωμαιοκαθολικῶν τὰ τελευταία 100 χρόνια.
2) Ἡ Ἐκκλησιολογία δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ θεμελιωθεῖ ἢ νὰ βασιστεῖ στὴν «οἰκονομία». Ἢ, γιὰ νὰ τὸ θέσουμε διαφορετικά, ἡ ἐξαίρεση δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ γίνει ὁ κανόνας ἢ ἡ βάση γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ κανόνα.
3) Ἡ Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι σὲ τελικὴ ἀνάλυση ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς (Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος), στὸ πρόσωπο τοῦ ἐπισκόπου, εἶναι πάντοτε ἐλεύθερη καὶ δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ περιοριστεῖ ἀπὸ τοὺς δικούς της νόμους. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ νομοθέτης εἶναι ἀνώτερος τοῦ νόμου καὶ πάντοτε ἐλεύθερος νὰ ἀποκλίνει ἀπὸ αὐτὸν – προκειμένου νὰ τὸν ἐκπληρώσει δι’ ἄλλης ὁδοῦ (παράδειγμα: ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ Ὁποῖος εἶπε ἐὰν μὴ τις γεννηθῆ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ[1], εἶπε στὸν ληστὴ ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ, σήμερον μετ ' ἐμοῦ ἔση ἐν τῷ Παραδείσω [2]).
4) Ὡστόσο, αὐτὸ δὲν ὑπονοεῖ ἀναρχία ἢ αὐθαιρεσία. Ἐὰν πράγματι εἶναι «οἰκονομία» εἶναι ἀσφαλῶς σωτηριώδης! Ἔτσι ὁ ἐπίσκοπος εἶναι ἐλεύθερος, ἀλλὰ ἐλεύθερος ἐντὸς τῶν ὁρίων στὰ ὁποῖα οἱ ἀποκλίσεις του ἀπὸ τὸν κανόνα ἐπιφέρουν τὴ σωτηρία, ἤτοι στὰ ὅρια τῆς ἀκρίβειας.
5) Ἔτσι ἡ Οἰκονομία, ἂν εἶναι ἀληθινὰ σωτηριώδης οἰκονομία, ἔχει προϋποθέσεις σὲ κάθε περίπτωση. Στὴν περίπτωση τῆς εἰσδοχῆς τῶν μεταστραφέντων, ὅπως φαίνεται στὴν πρακτική τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὴν ἑρμηνεία τῆς πρακτικῆς αὐτῆς ἀπὸ τοὺς Πατέρες, ἡ μόνη συνεπὴς πρὸς τὴν οἰκονομία προϋπόθεση, ὥστε νὰ ἔχει εὐλογία (πέραν τῶν ἐξαιρετικῶν περιπτώσεων), ἦταν ὄχι ἡ θεολογικὴ ἐγγύτητα μὲ τὴν Ὀρθοδοξία, ἀλλὰ τὸ ἐὰν τηρήθηκε ὁ τύπος τοῦ μυστηρίου. Ἔτσι, λόγου χάριν, στὸν Ἕβδομο Κανόνα τῆς Β' Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ στὸν 95ο κανόνα τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς, ὑπάρχει ξεχωριστὴ μνεία τῶν Εὐνομιανῶν, ὡς χρηζόντων ἀποδοχῆς διὰ τοῦ Βαπτίσματος, διότι δὲν τηρήθηκε στὴν περίπτωσή τους ἡ τριπλῆ κατάδυση.
Σύγχυση προκαλεῖται ὅταν διαφορετικὲς προϋποθέσεις τίθενται γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ τῆς «οἰκονομίας» ἤ, πολὺ χειρότερα, ὅταν ἡ οἰκονομία χρησιμεύει ὡς βάση γιὰ ἐκκλησιολογία. Ὡστόσο, στὴν πράξη, ὑπάρχει μία νόμιμη ποικιλομορφία, ἡ ὁποία ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὶς ἱστορικὲς συνθῆκες καὶ πρακτικὲς τῶν Ὀρθοδόξων, χωρὶς αὐτὸ νὰ ὑπονοεῖ μία μεταβολὴ στὴν ἐκκλησιολογία. Πράγματι, ἡ ἐκκλησιολογία, ὡς ἐπέκταση τῆς Χριστολογίας μας, δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ ἀλλάξει, διότι εἶναι μία Θεανθρώπινη πραγματικότητα, ἕνα οὐράνιο δεδομένο.
π. Πέτρος Χὶρς
[1] Ἰωαν. γ' 5.
[2] Λουκ. κγ' 42-43.
Πηγή: Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
1. Δεν είναι αναχρονιστική η συνάφεια. Παρόμοιο διαθρησκειακό και διαχριστιανικό περιβάλλον.
Στο τελευταίο μας άρθρο με τίτλο «Μακράν της οδού των Αγίων Πατέρων η συνάντηση Βαρθολομαίου και πάπα» είχαμε εξαγγείλει ότι θα συνεχίζαμε την έκθεση των εκτιμήσεών μας με βάση τη διαχρονική συνείδηση της Εκκλησίας, όπως αυτή εκφράζεται μέσα στους βίους των Αγίων Πατέρων και διδασκάλων. Επειδή μάλιστα ο Άγιος Σπυρίδων, ο θαυματουργός πολιούχος της Κέρκυρας, έδιωξε τον πάπα μέσα από τον ναό του με ένα εντυπωσιακό θαύμα που έκανε, ενώ οι σημερινοί προκαθήμενοι, τον εισάγουν στους ορθόδοξους ναούς, τον ασπάζονται, τον θυμιάζουν και τον πολυχρονίζουν, σχεδιάσαμε να παρουσιάσουμε αυτό το θαύμα, όπως το διασώζει και το σχολιάζει ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, μεγάλος λόγιος και διδάσκαλος του Γένους και μέλος της τριάδος των Αγίων Κολλυβάδων του 18ου αιώνος. Ο σχεδιασμός αυτός και η προτεραιότητα παραμένει, με μία μικρή χρονική παρέκκλιση, λόγω της εορτολογικής συγκυρίας.
Η μνήμη του Μεγάλου Αντωνίου, σε ναό του οποίου στη Θεσσαλονίκη υπηρετούμε με τη χάρη του Θεού και την ευλογία του Αγίου ήδη δεκατρία χρόνια, μας έδωσε την ευκαιρία και πάλι να εντρυφήσουμε στο θαυμάσιο «βίο» του, πρότυπο από πλευράς γραμματολογικής όλων των μεταγενέστερων «βίων» Αγίων, τον οποίο συνέγραψε ο διατελέσας μαθητής του αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας και στύλος της Ορθοδοξίας, όντως Μέγας Αθανάσιος.
Το μεγαλύτερο μέρος του «Βίου» αναλίσκεται στα ασκητικά κατορθώματα του Αγίου Αντωνίου, στους αγώνες του εναντίον των δαιμόνων και στη σχετική διδασκαλία του, όπως και στο μεγάλο όντως κατόρθωμά του να γίνει ο «πολιστής της ερήμου», να γεμίσει την έρημο με μοναστήρια, θεμελιωτής έτσι και αρχηγός γενόμενος του αναχωρητικού βίου: «Έπεισε πολλούς αιρήσασθαι τον μονήρη βίον, και ούτω λοιπόν γέγονε και εν τοις όρεσι μοναστήρια και η έρημος επολίσθη υπο μοναχών εξελθόντων από των ιδίων και απογραψαμένων την εν τοις ουρανοίς πολιτείαν».
Την μακροχρόνια ξενιτεία του από τον κόσμο διέκοψε δύο φορές, προκειμένου να αγωνισθεί και να συμβάλει στη διάσωση της Ορθοδοξίας, που όπως τώρα, έτσι και τότε, κινδύνευε από εξωτερικούς και πιο πολύ από εσωτερικούς εχθρούς. Ο Χριστιανισμός δεν παρουσιάσθηκε συνδιαλεγόμενος και συναλλασόμενος «επί ίσοις όροις» με τις άλλες θρησκείες, διεκδικώντας μέροςτς αλήθειας, που υπάρχει δήθεν σε όλες τις θρησκείες, όπως βλάσφημα ισχυρίζονται σημερινοί δήθεν χριστιανοί ηγέτες των διαθρησκειακών συναντήσεων του Αντιχρίστου, αλλά ως μοναδική αλήθεια, η μοναδική οδός σωτηρίας, ως το αληθινό φως που αντικατέστησε όχι ισχνότερα φώτα, αλλά το σκότος της αγνωσίας του Θεού και της πλάνης: «Ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα, και τοις καθημένοις εν χώρα και σκιά θανάτου φως ανέτειλεν αυτοίς». Δεν είπε ο Χριστός ότι εγώ είμαι ένας δρόμος, μία αλήθεια, ένα φως ανάμεσα σε άλλους δρόμους, σε άλλες αλήθειες, σε άλλα φώτα, αλλά εγώ είμαι η μοναδική αλήθεια, ο μοναδικός δρόμος, το μοναδικό φως: «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή». «Εγώ ειμί το φως του κόσμου, ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία, αλλ΄έξει το φως της ζωής».
Αυτήν την αποκλειστικότητα του Ευαγγελίου, την οποία ορισμένοι χαρακτηρίζουν και σήμερα ως ακραία και φουνταμενταλιστική, συκοφαντούντες και διώκοντες όσους με συνέπεια και πιστότητα την προβάλουν ως κήρυγμα και ως ζωή, επλήρωσαν ακριβά οι Άγιοι Απόστολοι και οι Άγιοι Μάρτυρες, προτιμήσαντες να βασανισθούν και να χύσουν το αίμα τους παρά να συμβιβασθούν με τις άλλες «αλήθειες», να συνυπάρξουν στο πολυπολιτισμικό μοντέλο των διαθρησκειακών σχέσεων και συναντήσεων, από αγάπη δήθεν για τους άλλους.
2. Διδάσκαλοι απραξίας και υποκρισίας. Οι πολύξεροι και οι ταπεινοί.
Όταν λοιπόν, προ του Μ. Κωνσταντίνου εμαίνετο ο διωγμός στην Αλεξάνδρεια εναντίον των Χριστιανών επί Μαξίμου το 311, ο Μέγας Αντώνιος σε ηλικία εξήντα ετών (γεννήθηκε το 251) άφησε για λίγο την έρημο, την άσκηση και την προσευχή και ήλθε στην Αλεξάνδρεια άφοβος και ατρόμητος με διάθεση και πόθο να μαρτυρήσει και να ενθαρρύνει τους οδηγουμένους στο μαρτύριο. Αψήφησε και αγνόησε τις απαγορεύσεις του δικαστού να φύγουν οι μοναχοί από την πόλη και να μη παρίστανται στις αίθουσες των δικαστηρίων. Εμφανίστηκε ενώπιον του ηγεμόνα σε περίβλεπτη θέση στο δικαστήριο, αποδεικνύοντας την προθυμία των Χριστιανών να αγωνισθούν για την πίστη τους και να μαρτυρήσουν, «αυτός ατρέμας ειστήκει, δεικνύς ημών των Χριστιανών την προθυμίαν, ηύχετο γαρ και αυτός μαρτυρήσαι, καθά προείπον». Τον φύλαξαι βέβαια ο Θεός και δεν μαρτύρησε, για να ωφελήσει περισσότερο με την ζωή του, αυτός όμως δεν περιορίσθηκεστο κελλί του, στην έρημο, αλλά «υπηρέτει συνήθως τοις ομολογηταίς, και ως συνδεδεμένος αυτοίς ην κοπιών εν ταις υπηρεσίαις». Όταν κινδυνεύει η πίστις, η Ορθοδοξία, πρώτη πνευματική προτεραιότητα είναι η υπεράσπισή της, ο αγώνας η συμπαράσταση προς όσους αγωνίζονται, η μέχρι θανάτου και αίματος προθυμία. Όλα τα άλλα πνευματικά καθήκοντα έπονται. Όσοι πράττουν και συμβουλεύουν τα αντίθετα, απλώς συγκαλύπτουν με προφάσεις την απροθυμία και δειία τους, και γίνονται διδάσκαλοι και καθηγητές της απραξίας και της υποκρισίας.
Δεν πρόκειται βέβαια εδώ να παρουσιάσουμε πως αντιμετώπισε ο Μέγας Αντώνιος τους μεγάλους και σπουδαγμένους φιλολόγους και φιλοσόφους της ειδωλολατρίας με ακαθαίρετη επιχειρηματολογία, αφήνοντάς τους, αυτός ο αγράμματος, άναυδους και εκστατικούς. Ίσως αυτό το κάνουμε άλλη φορά, γιατί και πάλι η ειδωλολατρία , παγανισμός εμφανίζεται δυναμικά με ισχυρούς προστάτες. Δεν τα ήξερε ο Άγιος όλα, όπως εκείνοι, δεν ήταν πολύξερος κατά κόσμον, ήξερε όμως όλα τα της πίστεως, ήξερε την Αγία Γραφή και την διδασκαλία των Αγίων και επιπλέον ήταν θεοδίδακτος και θεοφώτιστος. Η πίστη δεν είναι θέμα πολυγνωσίας και μάθησης, αλλά υποταγής ταπεινής όχι στη γνώμη των πολλών, αλλά στην αλήθεια, την διαχρονική και αιώνια της Εκκλησίας. Αν δεν απογυμνωθεί κανείς από την δοκησισοφία και την γνωσιολογική του καύχηση, για να ενσωματωθεί ταπεινά στον νου του Χριστού, της Εκκλησίας, των Αγίων και των Πατέρων, που ανοίγει τους πνευματικούς ορίζοντες, τότε θα διαπορεί και θα διερωτάται για τη βεβαιότητα της πίστεως και την πολυγνωσία, ακόμη και απλών πιστών και θα τους κατηγορεί ως πολύξερους και εγωϊστές, χωρίς ταπείνωση. Ταπείνωση όμως δεν είναι να δέχεσαι την γνώμη των πολλών, αλλά την γνώμη του Θεού και των Αγίων, γιατί πολλές φορές οι πολλοί συντάσσονται με το ψεύδος και δίνουν ισχύ σ' αυτό με την πλειοψηφία τους. Αν η αποδοχή της γνώμης των πολλών, όταν διαφωνούν με την αλήθεια, αποτελούσε δεοντολογική στάση, ούτε το Ευαγγέλιο θα γίνονταν δεκτό, υποστηριζόμενο από ελάχιστους Αποστόλους, ούτε η Εκκλησία θα διεσώζετο μέσα στην πλημμυρίδα των απίστων και αιρετικών.
3. Η στάση του Αγίου Αντωνίου έναντι των αιρετικών, πρότυπο μίμησης για όλους σήμερα.
Αυτό που επιθυμούμε τώρα να κάνουμε εδώ είναι να παρουσιάσουμε πως αντιμετώπισε ο Άγιος Αντώνιος την αίρεση του Αρείου, η οποία απειλούσε εσωτερικά την Εκκλησία, έχουσα την υποστήριξη αυτοκρατόρων, ηγεμόνων, πατριαρχών και επισκόπων, όπως συμβαίνει και σήμερα με τις παναιρέσεις του Παπισμού και του Οικουμενισμού, που είναι πολύ πιο επικίνδυνες, γιατί αναιρούν το σύνολο των δογμάτων της πίστεως και μεταβάλουν την θεϊκή διδασκαλία του Ευαγγελίου σε συνήθη ανθρώπινη διδασκαλία, αποσύρουν τον Θεάνθρωπο Χριστό, τους Αγίους και τους Πατέρας, και εγκαθιστούν τον αλάθητο πάπα της Ρώμης και την πανσπερμία των αιρέσεων του Παγκοσμίου Συμβουλίου των δήθεν Εκκλησιών. Η παρουσίαση αυτή είναι πολύ διδακτική και για όσους καμώνονται πως δεν βλέπουν τον κίνδυνο, για ‘σοβαρούς' πνευματικούς που παρασύρουν ή φέρνουν σε πολύ δύσκολη θέση τα πνευματικά τους παιδιά, που βλέπουν καλύτερα με τα μάτια των Αγίων και αρχίζουν να αμφιβάλλουν για την αξιοπιστία της πνευματικής καθοδήγησης. Και ασφαλώς οι Άγιοι είναι πιο αξιόπιστοι από τους οποιουσδήποτε Γέροντες και πνευματικούς, όταν δεν οργίζονται για την αίρεση και δεν αγωνίζονται να την φανερώσουν και να την αποδιώξουν.
Άφησε λοιπόν για δεύτερη φορά ο Μέγας Αντώνιος την έρημο και κατέβηκε στην Αλεξάνδρεια, της οποίας ο ορθόδοξος επίσκοπος και πατριάρχης, ο Μ. Αθανάσιος, βρισκόταν υπό συνεχή διωγμό και διαδοχικές εξορίες και το ορθόδοξο ποίμνιο υπό την διαποίμανση Αρειανών αιρετικών, όπως τώρα υπό την διαποίμανση οικουμενιστών ή φιλοοικουμενιστών πατριαρχών και επισκόπων. Ο Μ. Αντώνιος, όπως μας παραδίδει ο «Βίος» του, και στα θέματα της πίστεως «πάνυ θαυμαστός ην και ευσεβής».
Δεν είχε καμμία κοινωνία με τους σχισματικούς Μελιτιανούς, γιατί γνώριζε από την αρχή την πονηρία και την αποστασία τους. Αλλά και με τους Μανιχαίους και άλλους αιρετικούς δεν μίλησε ποτέ φιλικά, παρά μόνο για να τους νουθετήσει και να τους μεταβάλει σε ευσεβείς και ορθοδόξους. Πίστευε και εδίδασκε ότι η φιλία και η συναναστροφή μαζί τους είναι βλάβη και απώλεια της ψυχής. Εσιχαίνετο και την αίρεση των Αρειανών και παρήγγελε σε όλους ούτε να τους πλησιάζουν ούτε να δέχονται την κακή τους πίστη. Όταν τον επισκέφθηκαν κάποτε κάτι φανατικοί Αρειανοί, αφού συζήτησε μαζί τους και κατάλαβε πως είναι ασεβείς, τους έδιωξε από το όρος που ασκήτευε, λέγοντας ότι τα λόγια τους είναι χειρότερα και από το δηλητήριο των φιδιών. Το κείμενο αυτό αποτελεί θα λέγαμε κανόνα, ο οποίος ολοκάθαρα μας παρουσιάζει, αψευδέστατα και απλανέστατα, πως πρέπει να γίνονται οι διάλογοι με τους αιρετικούς, και πως πρέπει ανθρώπινα και κοινωνικά να ρυθμίζουμε τη σχέση μας μαζί τους, αλλά συγχρόνως δείχνει πως σήμερα γκρεμίζονται όλα τα όρια που έθεσαν οι Πατέρες από τους Οικουμενιστάς, οι οποίοι αγκαλιάζουν τους αιρετικούς και τους ασπάζονται ως ευσεβείς και ομοπίστους και ούτε διανοούνται όχι να τους διώξουν και να τους απομακρύνουν, αλλά ούτε να τους νουθετήσουν να επιστρέψουν στην Ορθοδοξία. Οι διάλογοι γίνονται επί ίσοις όροις. Εξίσωση του ψεύδους και της αλήθειας, της αιρέσεως και της πλάνης. Όταν διαλέγεσαι επί «ίσοις όροις», αυτό σημαίνει ότι δίνεις τις ίδιες πιθανότητες να επικρατήσει το ψεύδος επί της αλήθειας, ότι αμφιβάλλεις για την αλήθεια και ψάχνεις να την βρεις. Ο διάλογος όμως των Αγίων και των Πατέρων, είναι όπως ο διάλογος του Χριστού προς την Σαμαρείτιδα, των Αποστόλων προς τους Ιουδαίους και τους Εθνικούς, των Πατέρων προς τους αιρετικούς, πρόσκληση και νουθεσία να επανέλθουν στην αλήθεια, να συναχθούν μέσα στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, αυτή είναι η αληθινή ένωση και ειρήνη, τα άλλα είναι ψευδοενώσεις, ψευδοειρήνες και ψευδοδιάλογοι.
Επειδή, λοιπόν, το κείμενο αυτό υποδεικνύει τον δρόμο της αληθινής ενώσεως από το στόμα ενός μεγάλου Αγίου, και πραγματοποιεί το «ίνα πάντες εν ώσι», για το οποίο κόπτονται και πολυπραγμονούν οι Οικουμενισταί, το παραθέτουμε επί λέξει: «Και τα πίστει Δε πάνυ θαυμαστός ην και ευσεβής. Ούτε γαρ Μελιτιανοίς τοις σχισματικοίς ποτε κεκοινώνηκεν, ειδώς αυτών την εξ αρχής πονηρίαν και αποστασίαν, ούτε Μανιχαίοις ή άλλοις τισίν αιρετικοίς ωμίλησε φιλικά, ή μόνον άχρι νουθεσίας της εις ευσέβιαν μεταβολής, ηγούμενος και παραγγέλλων την τούτων φιλίαν και ομιλίαν βλάβηνκαι απώλειαν είναι ψυχής. Ούτω γουν και την των Αρειανών αίρεσιν εβδελύσσετο, παρήγγελε Τε πάσι μήτε εγγίζειν αυτοίς μητε την κακοπιστίαν αυτών έχειν. Απελθόντας γουν ποτέ τινας προς αυτόν των Αρειομανιτών, ανακρίνας και μαθών ασεβούντας, εδίωξεν από του όρους λέγων όφεων ιού χείρονας είναι τους λόγους αυτών».
4. Φοβερή η οπτασία του Αγίου Αντωνίου για τους αιρετικούς: Άλογα κτήνη γύρω από την Αγία Τράπεζα
Είναι όντως φοβερό το όραμα που είδε ο Άγιος Αντώνιος σχετικά με την παρουσία αιρετικών μέσα σε ορθόδοξους ναούς. Το όραμα αυτό αιτιολογεί, εξηγεί παραστατικά για ποιο λόγο οι Άγιοι Πατέρες απαγορεύουν με συνοδικούς κανόνες την είσοδο αιρετικών σε καθαγιασμένους χώρους, την συμμετοχή τους σε ακολουθίες και λειτουργίες, τις συμπροσευχές και τα συλλείτουργα. Οι αιρετικοί μη δεχόμενοι την διδασκαλία της Εκκλησίας, των Αποστόλων και των Αγίων, επηρεάζονται από τους δαίμονες και τον πατέρα τους τον διάβολο, στην προβολή πλανεμένων απόψεων. Γι' αυτό και η διδασκαλία τους «μάλλον άγονος και άλογος και διανοίας εστίν ουκ ορθής, ως η των ημιόνων αλογία».
Συγκλονίσθηκε λοιπόν, και ετρόμαξε ο Άγιος Αντώνιος, όταν επέτρεψε ο Θεός να δει στο όραμά του τους Αρειανούς να περικυκλώνουν το Άγιο Θυσιαστήριο ως ημίονοι (= μουλάρια), να το λακτίζουν και να το μιαίνουν. Τόση ήταν η λύπη και η στεναχώρια του, ώστε έβαλε τα κλάμματα, όπως πικράθηκαν και έκλαυσαν πολλοί ευσεβείς, όταν είδαν τον αιρεσιάρχη πάπα να εισάγεται μέσα στον ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι, τον οποίο μάλιστα Άγιο κατήργησε το Βατικανό, και να τον μολύνει. Είμαστε βέβαιοι πως, αν διαβάσουν και μάθουν αυτό το όραμα του Αγίου οι πατριάρχες,οι αρχιεπίσκοποι και οι επίσκοποι, αν βέβαια εξακολουθούν ως Ορθόδοξοι να σέβονται και να ακολουθούν την ζωή και την διδασκαλία των Αγίων, θα διακόψουν τις λειτουργικές αμοιβαίες φιλοξενίες και επισκέψεις, τις εβδομάδες συμπροσευχής και τις αποστολές αντιπροσωπειών στις θρονικές εορτές. Γιατί διαφορετικά θα συμπεριλαμβάνονται και αυτοί ως συνεργοί στο φρικτό όραμα του Μ. Αντωνίου.
Κατά την διήγηση του Μ. Αθανασίου στο «Βίο», ενώ ησχολείτο με το εργόχειρό του καθιστός ο Μ. Αντώνιος, περιήλθε σε ένα είδος εκστάσεως και αναστέναζε πολύ βλέποντας την οπτασία. Μετά από αρκετή ώρα στράφηκε προς τους παρισταμένους μοναχούς, εξακολούθησε να στενάζει και να τρέμει. Έπεσε στα γόνατα για να προσευχηθεί και έμεινε γονατιστός επί πολύ ώρα. Όταν σηκώθηκε έκλαιγε ο Γέροντας. Ετρόμαξαν οι παριστάμενοι και εφοβήθηκαν πολύ, γι' αυτό τον παρακάλεσαν να τους εξηγήσει. Και αφού τον επίεσαν πολύ και τον εξεβίασαν αναστέναξε πάλι και είπε: «Παιδιάμου είναι καλύτερα να πεθάνω, πριν να συμβούν όσα είδα στην οπτασία. Θα πέσει στην Εκκλησία η οργή του Θεού, και θα παραδοθεί σε ανθρώπους που είναι άλογα κτήνη. Είδα την Αγία Τράπεζα του ναού, στο Κυριακό της σκήτης να περικυκλώνεται σ' όλες της πλευρές από μουλάρια, τα οποία κλωτσούσαν και χοροπηδούσαν, όπως συνηθίζουν να κάνουν αυτά τα άλογα κτήνη. Είδατε και αντιληφθήκατε πως εστέναζα προηγουμένως; Το έκανα γιατί άκουσα φωνή που έλεγε: «Θα μιανθεί το θυσιαστήριό μου». Αυτά είδε ο Γέροντας. Και μετά από δύο ακριβώς έτη έγινε επίθεση των Αρειανών και η αρπαγή των Εκκλησιών. Άρπαξαν τα ιερά σκεύη με τη βία, τα έδωσαν σε ειδωλολάτρες να τα κρατούν, τους εξανάγκασαν να μετέχουν στις συνάξεις τους και παρόντων αυτών έκαναν στην Αγία Τράπεζα ό,τι ήθελαν. Τότε καταλάβαμε όλοι μας, λέγει ο Μ. Αθανάσιος, ότι τα λακτίσματα εκείνα των ημιόνων προεμήνυαν στον Αντώνιο όσα πράττουν τώρα οι Αρειανοί ως κτήνη. Μετά την οπτασία ένιωσε την ανάγκη ο Γέροντας να ενθαρρύνει και να παρηγορήσει τους γύρω του λέγοντας: «Μη λυπάσθε, παιδιά μου, γιατί όπως οργίσθηκε ο Κύριος, έτσι πάλι και θα θεραπεύσει το κακό. Σύντομα η Εκκλησία θα επαναποκτήσει την ομορφιά της και θα λάμψει. Θα δείτε αυτούς που εξορίστηκαν να επιστρέφουν, την ασέβεια να υποχωρεί και να κρύβεται, και την ευσεβή πίστη να εμφανίζεται και να κυριαρχςί παντού, αρκεί σεις να μην μιανθήτε από την αίρεση των Αρειανών, γιατί δεν είναι η διδασκαλία των Αποστόλων, αλλά των δαιμόνων και του πατρός αυτών του διαβόλου, άλογη και άκαρπη, σαν την αλογία των ημιόνων».
Επίλογος
Η οργή του Θεού έχει καταλάβει την Εκκλησία εδώ και πολλές δεκαετίες. Ο Παπισμός και ο Οικουμενισμός θριαμβεύουν. Τότε ο Μ. Αθανάσιος και οι άλλοι Πατέρες κατενόησαν τον κίνδυνο, που περιέγραφε το όραμα του Μ. Αντωνίου. Τώρα βλέπουμε να μολύνονται οι ναοί και τα θυσιαστήρια από συμπροσευχές και συλλείτουργα με τους «αλόγους» αιρετικούς και ενισχύουμε την μόλυνση και την επαινούμε, συλλακτίζοντες κι εμείς μέσα εις τα Άγια των Αγίων. Αν παρακολουθήσει κανείς οικουμενίστικα συλλείτουργα και συμπροσευχές, σαν αυτό που έγινε στην Καμπέρα, στην Ζ' Γενική Συνέλευση του Παγκόσμιου Συμβουλίου των δήθεν Εκκλησιών, και σαν αυτά που γίνονται συχνά με τη συμμετοχή ιερέων ομοφυλοφίλων που τολμούν και κρατούν το Άγιο Δισκοπότηρο και γυναικών επισκόπων και ιερειών, η εικόνα υπερβαίνει και το όραμα του Μ. Αντωνίου. Μόνη ελπίδα για να επανεύρει η Εκκλησία την ομορφιά της είναι η σύσταση και συμβουλή του Μ. Αντωνίου: «Μόνον μη μιάνετε εαυτούς μετά των Αρειανών». Μόνο να μη μιανθούμε από την κοινωνία μας με τον Παπισμό και Οικουμενισμό, με τους φιλοπαπικούς και οικουμενιστάς Ορθοδόξους. Επειδή μέχρι τώρα δεν το επράξαμε δυναμικά και αποφασιστικά, γι' αυτό παρατείνει ο Θεός επί έτη την οργή του, την αιχμαλωσία των Ορθοδόξων στην παναίρεση του Οικουμενισμού. Μέχρι πότε επίσκοποι, ιερείς, μοναχοί και λαϊκοί θα επιτρέπουμε τα άλογα κτήνη, τους αιρετικούς, να λακτίζουν και να μιαίνουν τα Ιερά και τα Άγια της Ορθοδοξίας; Όσο απρακτούμε και βρίσκουμε διάφορες προφάσεις πνευματικοφανείς, το βδέλυγμα της ερημώσεως θα ίσταται εν τόπω αγίω.
Πηγή: Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον
1. Ἐξαπλώνεται ἀνεμπόδιστα ὁ Οἰκουμενισμός
Ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ χειρότερη αἵρεση ὅλων τῶν ἐποχῶν, προελαύνει ἀκάθεκτη·
διαβρώνει συνειδήσεις κληρικῶν, μοναχῶν καὶ λαϊκῶν, χωρὶς ἀποτελεσματικὴ ἀντίσταση. Ἐμφανίζεται μὲ ἔνδυμα προβάτου, ὡς δῆθεν ἀγάπη, εἰρήνη, καὶ ἑνότητα πρὸς τοὺς ἀλλοθρήσκους καὶ αἱρετικούς, ἐνῶ πρόκειται γιὰ βαρὺ καὶ ἄγριο λύκο ποὺ κατασπαράσσει τὸ ποίμνιο. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ποιμένες ἔχουν ἀσπασθῆ τὴν αἵρεση καὶ ἔχουν μεταβληθῆ σὲ λύκους· οἱ περισσότεροι εἶναι μισθωτοὶ καὶ δὲν θέλουν νὰ διώξουν τοὺς λύκους γιὰ νὰ μὴ χάσουν τὴν καλοπέραση, τὶς τιμὲς καὶ τὶς δόξες, ἄλλοι εἶναι δειλοὶ καὶ φοβοῦνται τοὺς λύκους, καὶ μόνον ὀλίγοι ἀγωνίζονται νὰ τοὺς διώξουν.
Τὸ χειρότερο εἶναι ὅτι τὸ ποίμνιο ἀκατήχητο καὶ ἀκαθοδήγητο, ἀνυποψίαστο, δὲν διακρίνει τοὺς λύκους κάτω ἀπὸ τὸ ἔνδυμα τοῦ προβάτου, καὶ ὄχι μόνο δὲν προφυλάσσεται, ἀλλὰ τοὺς τιμᾶ καὶ τοὺς δοξάζει. Στὶς ἐνορίες οἱ ἱερεῖς διστάζουν νὰ ὁμιλήσουν ἐναντίον τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ νὰ ἐνημερώσουν τοὺς πιστούς, διότι οἱ μὲν ἐξ᾽ αὐτῶν ἄγαμοι ἐπιθυμοῦν νὰ φορέσουν ἀρχιερατικὴ μίτρα, ποὺ δίδεται κατὰ κανόνα σὲ οἰκουμενιστὲς ἢ σὲ καλοπερασάκηδες τῶν συμποσίων καὶ τῶν πολυτελῶν ἀμφίων, οἱ δὲ ἔγγαμοι πρεσβύτεροι...
ὑπολογίζοντες εὐμενεῖς ἢ δυσμενεῖς τοποθετήσεις, μεταθέσεις καὶ ἄλλες συνέπειες γιὰ τὶς οἰκογένειές τους σιωποῦν καὶ δὲν ἐκδηλώνονται, ἐκτὸς ἐξαιρέσεων ἐπαινετῶν. Γι᾽ αὐτὸ καὶ νὺξ βαθεῖα καὶ σκότος γιὰ τὸν εὐλογημένο λαὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ ἂς ψάλλουμε σὲ κάθε λειτουργία «Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες». Ἡ ἀληθινὴ πίστη διώκεται, συκοφαντεῖται, κακοποιεῖται, ἀναμειγνυόμενη μὲ φρικτὲς αἱρέσεις, καὶ ἡ Ἁγία Τριάδα βλασφημεῖται μὲ τὸ εὕρημα ὅτι οἱ τρεῖς μονοθεϊστικὲς θρησκεῖες, Ἰουδαϊσμός, Χριστιανισμὸς καὶ Ἰσλάμ, ἔχουν τὸν ἴδιο Θεὸ καὶ ἄλλες ἀντιτριαδικὲς δοξασίες.
Ἡ ἄτυπη «Σύναξις Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν» ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἀγωνίζεται καὶ φροντίζει μὲ συνέδρια, συνεντεύξεις, δημοσιεύματα, ὁμολογητικὰ καὶ ἀντιρρητικὰ κείμενα, νὰ ρίξει λίγο φῶς στὸ σκοτάδι, νὰ διδάξει, νὰ ἐνημερώσει, νὰ κατηχήσει τὸ ἀκατήχητο ποίμνιο, μέσα σὲ πολλὲς δυσκολίες καὶ πολλὰ ἐμπόδια ποὺ ὑψώνονται ὡς τείχη γιὰ νὰ μὴν ἀκουσθῇ ὁ λόγος τῆς ἀληθείας, ἡ ὁποία βέβαια, ὅσα ἐμπόδια καὶ ἂν προβληθοῦν ἀπὸ τοὺς ἰσχυρούς, δὲν πρόκειται νὰ χαθεῖ καὶ νὰ ἡττηθεῖ, διότι «ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται»[1], ἀλλὰ καὶ διότι τό «ἀσθενὲς τοῦ Θεοῦ ἰσχυρότερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί»[2].
Στὰ πλαίσια λοιπὸν αὐτῆς τῆς ἀνάγκης νὰ ἐνημερώσουμε τοὺς πιστοὺς γιὰ τοὺς πρωτεργάτες καὶ ὑποστηρικτὲς τῆς συγκρητιστικῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀναλαμβάνουμε νὰ παρουσιάσουμε τά «Λεχθέντα τῶν Οἰκουμενιστῶν» ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνος, τοῦ ἀπατεῶνος, ποὺ θεωρεῖται ὡς ὁ αἰώνας τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐνδεικτικὰ βέβαια, ὥστε καὶ «ἐξ ὄνυχος» νὰ κατανοήσουν οἱ ἀμφιβάλλοντες τόν «λέοντα» αὐτὸν τῆς προδοσίας καὶ ἀποστασίας ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη. Κατὰ τὸν πρόχειρο σχεδιασμὸ ποὺ κάναμε θὰ παρουσιάσουμε πρῶτα οἰκουμενιστικὲς θέσεις τῶν πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως Ἰωακεὶμ τοῦ Γ´, τοῦ τοποτηρητοῦ Δωροθέου Προύσσης, τοῦ Μελετίου Δ´ Μεταξάκη, τοῦ Ἀθηναγόρα Α´, τοῦ Δημητρίου Β´ καὶ τοῦ Βαρθολομαίου Α´. Θὰ ἀκολουθήσουν οἰκουμενιστικὰ λεχθέντα ἀρχιερέων καὶ κατόπιν οἰκουμενιστικὲς θέσεις ἐπωνύμων καθηγητῶν τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν, ὅπως καὶ ἀπαράδεκτες οἰκουμενιστικὲς ἀποφάσεις σὲ θεολογικοὺς διαλόγους καὶ συνελεύσεις τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν», ἤγουν τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Αἱρέσεων καὶ Πλανῶν». Δὲν θὰ παραλείψουμε νὰ σχολιάζουμε ὀρθοδόξως τὰ λεγόμενα καὶ προβαλλόμενα, διότι πολλοί, λόγῳ ἀγνοίας καί «καλῶν λογισμῶν», δὲν ἐντοπίζουν τὶς πλάνες.
2. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση στὴν Ἑλλάδα καὶ στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο κατὰ τὸν ΙΘ´ αἰώνα. Ὀρθοδοξεῖ τὸ Πατριαρχεῖο, προτεσταντίζει ἡ Ἑλλάδα
Στὸν χῶρο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τὸν 19ο αἰώνα τίποτε δὲν προεμήνυε τὴν μεγάλη ἀλλαγὴ καὶ ἀνατροπὴ ποὺ ἐπρόκειτο νὰ συμβεῖ στὶς ἀρχὲς καὶ καθ᾽ ὅλη τὴν διάρκεια τοῦ 20οῦ αἰῶνος. Ἡ πολιτικὰ αἰχμάλωτη στοὺς Ὀθωμανοὺς Μεγάλη Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως μὲ βάση τὰ προνόμια ποὺ τῆς παρεχώρησε κατὰ θεία ρύθμιση ὁ πορθητὴς φάνηκε ἄξια τῶν καιρῶν καὶ τῶν περιστάσεων. Μὲ σύνεση, ταπείνωση, διάκριση σταμάτησε τὸ μεγάλο ρεῦμα τῶν ἐξισλαμισμῶν, ἀνέδειξε νεομάρτυρες, μιμούμενη τὴν Ἐκκλησία τῶν πρώτων αἰώνων, διεφύλαξε καὶ ἐπροστάτευσε τὸν Μοναχισμὸ καὶ τὴν εὐσεβῆ παιδεία, μέσα σὲ κρυφὰ καὶ φανερὰ σχολεῖα, καὶ οὐσιαστικῶς μέσα στὴν ὑπάρχουσα Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία ἀνέστησε τὴν ἑλληνορθόδοξη αὐτοκρατορία τοῦ Βυζαντίου, τὴν Ρωμιοσύνη, ὥστε προσφυῶς νὰ χαρακτηρίζεται ἡ περίοδος αὐτὴ ὡς «Βυζάντιο μετὰ τὸ Βυζάντιο».
Τὴν ἴδια στάση ποὺ κράτησε ἀπέναντι στὸν ἐξ Ἀνατολῶν κίνδυνο, τὸ Ἰσλάμ, κράτησε καὶ ἀπέναντι στὸν ἐκ Δύσεως κίνδυνο τῶν δυτικῶν ἱεραποστόλων, Παπικῶν καὶ Προτεσταντῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκμεταλλευόμενοι τὴν φτώχεια καὶ τὴν ἀμάθεια τοῦ λαοῦ ἐπιχειροῦσαν μὲ ποικίλους τρόπους νὰ τοὺς ἐκδυτικίσουν, ἀλλὰ στὴν συνέχεια καὶ ἀπέναντι στὸν ἄθεο Δυτικὸ Διαφωτισμό, «στὰ ἄθεα γράμματα», ὅπως ἔλεγε ὁ Χριστοφόρος Παπουλάκος. Ἀρκεῖ νὰ σκεφθεῖ κανεὶς τὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ποὺ ἔγινε μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνανέωση τοῦ Ἡσυχασμοῦ στὸ Ἅγιον Ὄρος τὸν 18ο αἰώνα ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Κολλυβάδες Πατέρες, κάτω ἀπὸ τὴ στέγη καὶ εὐλογία τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Καμμία ἔκπτωση, κανένας συμβιβασμὸς στὰ θέματα τῆς πίστεως, καμμία ἀλλαγὴ στάσεως καὶ συμπεριφορᾶς ἀπέναντι στὶς παλαιὲς καὶ στὶς νέες αἱρέσεις, ἀπέναντι στὶς ἄλλες θρησκεῖες. Τῶν Ἀποστόλων τὸ κήρυγμα καὶ τῶν Πατέρων τὰ δόγματα, τό «μὴ μεταίρειν ὅρια αἰώνια ἃ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν» καὶ τό «ἑπόμενοι τοῖς θείοις Πατράσι», ἦσαν ἡ ἀσφαλὴς ὁδὸς πάνω στὴν ὁποία ἐπορεύετο ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, χωρὶς νὰ παρεκκλίνει, μέχρι τὸ τέλος τοῦ 19ου αἰῶνος.
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἀνήκουσα ἐπὶ αἰῶνες στὴν δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐκινδύνευσε μετὰ τὴν ἐπανάσταση τοῦ 1822 καὶ τὴν δημιουργία τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους, μὲ ἐξαίρεση τὸ σύντομο διάστημα τῆς διακυβέρνησης ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Καποδίστρια, νὰ ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση. Ἡ περίοδος τῆς Βαυαροκρατίας τοῦ Ὄθωνος, μὲ πρωτεργάτες τὸν προτεστάντη Γερμανὸ Μάουερ καὶ τὸν συνεργάτη του ἀρχιμανδρίτη Θεόκλητο Φαρμακίδη, συνεργάτη καὶ ὀπαδὸ τοῦ Ἀδαμαντίου Κοραῆ, εἶναι μία ἀπὸ τὶς πιὸ μαῦρες σελίδες τῆς ἑλλαδικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας. Φοβούμενοι οἱ ξένοι Βαυαροὶ καὶ οἱ ντόπιοι συνεργάτες τους ὅτι τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο μὲ τὴν πεῖρα καὶ τὴν παράδοση τῶν αἰώνων θὰ ἀντιδροῦσε στὰ σχέδια ἐκδυτικισμοῦ καὶ ἐκπροτεσταντισμοῦ τῶν ὑπηκόων τοῦ νέου κράτους ἀπέκοψαν αὐθαίρετα τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος τὸ 1933 ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, διακηρύξαντες αὐτογνωμόνως τὴν ἀνεξαρτησία της καὶ προκαλέσαντες ἔτσι σχισματικὴ κατάσταση ἐπὶ δεκαεπτὰ ἔτη μέχρι τὸ 1850, ὅταν μετὰ ἀπὸ ἀμοιβαῖες συζητήσεις ἤρθη τὸ σχίσμα καὶ παραχωρήθηκε μὲ τὸν συνοδικὸ τόμο τοῦ 1850 κανονικὰ τὸ αὐτοκέφαλο ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο στὴν ᾽Εκκλησία τῆς Ἑλλάδος.
Μάουρερ καὶ Φαρμακίδης ὑπέταξαν ἀπολύτως τὴν Ἐκκλησία στὴν Πολιτεία, ὁ ἀρχηγὸς τῆς ὁποίας, ὁ βασιλεύς, ἦταν καὶ ἀρχογὸς καὶ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, τὰ μέλη τῆς πενταμελοῦς συνόδου διορίζονταν ἀπὸ τὸν βασιλέα, χωρὶς δὲ τὴν παρουσία τοῦ βασιλικοῦ ἐπιτρόπου δὲν μποροῦσε νὰ συνεδριάσει ἡ σύνοδος, οἱ δὲ ἀποφάσεις της χωρὶς τὴν ὑπογραφή του ἦσαν ἄκυρες. Ἀπόλυτη προτεσταντικὴ πολιτειοκρατία, δέσμιοι καὶ αἰχμάλωτοι οἱ συνοδικοί.
Ἀκολούθησε ἡ διάλυση τῶν 412 ἀπὸ τὰ 500 μοναστήρια, καὶ πετάχθηκαν στοὺς δρόμους, οἱ μοναχοὶ καὶ οἱ μοναχές, γιὰ νὰ μὴ μποροῦν καὶ αὐτοὶ νὰ ἀντιδράσουν στὴν κατεδάφιση τῆς Ὀρθοδοξίας· δόθηκε πλήρης ἐλευθερία καὶ ἀσυδοσία στὶς ξένες ἱεραποστολές, παπικὲς καὶ προτεσταντικές, νὰ ἱδρύουν σχολεῖα, συλλόγους, φιλανθρωπικὰ καταστήματα κ.τ.λ. καὶ νὰ προσηλυτίζουν τοὺς Ὀρθοδόξους. Σὲ ἐκκλησιαστικὸ καὶ θεολογικὸ ἐπίπεδο ἦταν ἀποτελεσματικὴ ἡ ἀντίδραση τοῦ λογίου ἐγγάμου κληρικοῦ Κωνσταντίνου Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων ἀπέναντι στὶς θεολογικὲς καὶ κανονικὲς ἀκροβασίες τοῦ Θεοκλήτου Φαρμακίδη. Κατὰ τὰ ἄλλα μία ἄφωνη ἱεραρχία ὑποταγμένη κυριολεκτικὰ στὸν Καίσαρα. Καὶ ὅταν οἱ ἁπλοϊκοὶ ἀγωνιστὲς Κοσμᾶς Φλαμιᾶτος καὶ Χριστόφορος Παπουλάκος ἐνημέρωναν καὶ ἀφύπνιζαν τὸν λαό, συλλαμβάνονταν καὶ φυλακίζονταν ὡς βλάσφημοι, ὑβριστὲς καὶ συνωμότες.
Ἡ θεολογικὴ παιδεία ἐπίσης ποὺ παρεχόταν στὴν νεοϊδρυθεῖσα Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κατὰ τὰ προτεσταντικὰ γερμανικὰ πρότυπα, μὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς τρεῖς πρώτους καθηγητὰς τὸν Θεόκλητο Φαρμακίδη, ἐμποτίσθηκε ἀπὸ τὸν ὀρθολογισμὸ καὶ τὸν φιλελευθερισμὸ μὲ ἀνάλογους καρποὺς στὴν μόρφωση τῶν κληρικῶν καὶ τῶν θεολόγων, παραμερισθείσης σχεδὸν καθ᾽ ὁλοκληρίαν τῆς Ὀρθοδόξου Πατερικῆς Θεολογίας, μέχρι τέτοιου σημείου, ὥστε ἀκόμη καὶ μεγάλοι πανεπιστημιακοὶ καθηγηταὶ τοῦ 20οῦ αἰῶνος νὰ περιορίζουν τὴν πατερικὴ παράδοση χρονικὰ μέχρι τὸν 8ο αἰώνα καὶ νὰ ἀπορρίπτουν τὴν ἡσυχαστικὴ θεολογία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Χρειάσθηκε πολὺς καιρὸς καὶ δόθηκαν πολλοὶ ἀγῶνες ἀπὸ τοὺς εἰρωνικὰ χαρακτηριζόμενους ὡς συντηρητικοὺς καὶ παραδοσιακούς, γιὰ νὰ ἀρχίσει νὰ ἐλευθερώνεται ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν προτεσταντικὴ πολιτειοκρατία, νὰ ἐπιστρέφουν οἱ Πατέρες στὴν Θεολογία καὶ στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ ἐνισχύεται καὶ ἀνασυγκροτεῖται ὁ διαλυμένος καὶ δυσφημισμένος Μοναχισμὸς κατὰ τὸ δεύτερο μισὸ τοῦ 20οῦ αἰῶνος.
Τὸ ἀξιοπαρατήρητο εἶναι ὅτι τὴν ἴδια περίοδο ποὺ στὴν Ἑλλάδα κυριαρχοῦσαν οἱ «φωτισμένοι» τοῦ Κοραῆ καὶ οἱ προτεσταντίζοντες τῶν Βαυαρῶν καὶ τοῦ Φαρμακίδη, στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καθ᾽ ὅλην τὴν διάρκεια τοῦ 19ου αἰῶνος ἐπικρατοῦσε ἀκραιφνὴς Ὀρθοδοξία καὶ ποιμαντικὴ ἀγρύπνια ἐναντίον τῶν παπικῶν καὶ προτεσταντικῶν διεισδύσεων καὶ ἐπιρροῶν, οἱ ὁποῖες ἐλεύθερα ἁλώνιζαν στὸν ἑλλαδικὸ ἐκκλησιαστικὸ καὶ θεολογικὸ χῶρο. Ἂν αὐτὸ συνεχιζόταν καὶ στὸν 20ὸ αἰώνα, θὰ παρετηρεῖτο μία ἀληθινὴ νεοπατερικὴ ἄνθηση, ἕνα ἰσχυρότατο Ὀρθόδοξο μέτωπο, διότι οἱ ἀναδυόμενες στὴν Ἑλλάδα ὀρθόδοξες φιλοπατερικὲς παραδοσιακὲς δυνάμεις θὰ ἐνίσχυαν σημαντικὰ τὸ μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνος παραδοσιακὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο.
3. Τὸ Πατριαρχεῖο ἀλλάζει πορεία. Ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν ὁδὸ τῶν Ἁγίων Πατέρων
Δυστυχῶς, οἱ ρόλοι ἀντεστράφησαν. Ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνος, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο προχωρεῖ σὲ πρωτόγνωρη στὴν ἱστορία ἀλλαγὴ πορείας. Ἀνοίγεται στὸν Οἰκουμενισμό, γίνεται φιλοπαπικὸ καὶ φιλοπροτεσταντικό, διακριτικὰ στὴν ἀρχή, ὁλοφάνερα καὶ προκλητικὰ στὴν συνέχεια μέχρι τῶν ἡμερῶν μας· καυχιέται γι᾽ αὐτὴν τὴν ἀλλαγή, γιὰ τὴν ἐγκατάλειψη τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως καὶ τὴν περιφρόνηση τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Συναντιέται τώρα καὶ συμμαχεῖ μὲ τοὺς ἐν Ἑλλάδι “προοδευτικούς”, τοὺς συνεχιστὰς τῆς γραμμῆς τοῦ Κοραῆ καὶ τοῦ Φαρμακίδη, τοὺς θιασῶτες τῆς Μεταπατερικῆς Θεολογίας τοῦ Βόλου καὶ τοὺς καιροκόπους τοῦ Θεολογικοῦ Συνδέσμου «Καιρός», οἱ ὁποῖοι ἐπὶ ἔτη ἀγωνίζονται νὰ μεταβάλουν τὸ ὁμολογιακὸ ὀρθόδοξο μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν σὲ θρησκειολογία καὶ νὰ εἰσαγάγουν στὶς Θεολογικὲς Σχολὲς τὴν διδασκαλία τοῦ Κορανίου μὲ τὴν ἵδρυση μέσα σ᾽ αὐτές «Τμήματος Ἰσλαμικῶν Σπουδῶν». Ξεπέρασαν καὶ τὸν Κοραῆ καὶ τὸν Θεόκλητο Φαρμακίδη. Τὰ εὐλογοῦν καὶ τὰ προωθοῦν ὅλα αὐτὰ κρυφὰ καὶ φανερὰ καὶ τὸ Φανάρι καὶ ἡ Ἀθήνα, ἀφοῦ τοὺς πρωτεργάτες τοὺς τοποθετοῦν σὲ θέσεις διευθυντῶν, συμβούλων, συνεργατῶν, μελῶν σὲ διάφορες ἐπιτροπές, τοὺς ἐπαινοῦν καὶ τοὺς βραβεύουν. Ἡ Ἱεραρχία τοῦ Φαναρίου παντελῶς κωφὴ καὶ ἄλαλη, ἡ δὲ τῆς Ἑλλάδος ἐπαμφοτερίζουσα, δειλή, διστακτικὴ καὶ ἄπραγη, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων.
Ὅλη δὲ αὐτὴ ἡ κατάσταση προδικάζει καὶ προμηνύει τὶς ἀντορθόδοξες ἀποφάσεις ποὺ θὰ ληφθοῦν στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τοῦ 2016 στὴν Κωνσταντινούπολη, τῆς ὁποίας κύριος στόχος εἶναι ὄχι ἡ ἐπίλυση ἐπειγόντων ποιμαντικῶν προβλημάτων, ὅπως τὸ σχίσμα ποὺ προκάλεσε ἡ ἀδικαιολόγητη ἀλλαγὴ τοῦ ἡμερολογίου τὸ 1924 καὶ ἡ θεραπεία του, οὔτε ἡ καύση τῶν νεκρῶν, οἱ μεικτοὶ γάμοι, ἡ ἐπέλαση τοῦ Ἰσλάμ, ὁ ἀποχριστιανισμὸς τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἐξοβελισμὸς τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν, ὁ πολιτικὸς γάμος, ἡ ὁμοφυλοφιλία, ἡ ἠθικὴ κατάσταση τοῦ κλήρου, καὶ πολλὰ ἄλλα, ἀλλὰ ἡ σχέση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο, δηλαδὴ ὁ Οἰκουμενισμός, ὡσὰν νὰ μὴν εἶναι γνωστή, θεοπαράδοτη, ἀποστολοπαράδοτη καὶ πατροπαράδοτη ἡ σχέση τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τοὺς αἱρετικούς.
Γιὰ νὰ φανεῖ αὐτὴ ἡ μεγάλη ἀλλαγὴ καὶ ἀνατροπὴ ποὺ ἔγινε στὴν Κωνσταντινούπολη, διακριτικὰ ἀπὸ τὸν πατριάρχη Ἰωακεὶμ Γ´, στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνος, μὲ θρασύτητα καὶ ὁρμὴ ἀπὸ τὸν τοποτηρητὴ τοῦ πατριαρχικοῦ θρόνου μητροπολίτη Προύσσης Δωρόθεο (Ἐγκύκλιος 1920), καὶ προκλητικὰ ἀπὸ τοὺς Μελέτιο Μεταξάκη, Ἀθηναγόρα καὶ Βαρθολομαῖο, θὰ παρουσιάσουμε ἐνδεικτικὰ συνοδικὰ καὶ πατριαρχικὰ κείμενα τοῦ 19ου αἰῶνος, γιὰ τὶς σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο, κυρίως πρὸς τὸν Παπισμὸ καὶ τὸν Προτεσταντισμό, τοὺς ὁποίους, ἀδίστακτα χαρακτηρίζουν ὡς ἐπικίνδυνες αἱρέσεις, γιὰ νὰ φανεῖ ὅτι ἔχει διακοπῆ ἡ διαδοχὴ στὴν Ὀρθόδοξη Πίστη, ἑπομένως καὶ ἡ διαδοχὴ στοὺς θρόνους, καὶ οἱ ὁποιεσδήποτε ἑπομένως ἀποφάσεις λαμβάνονται ἢ θὰ ληφθοῦν δὲν θὰ προέρχονται ἀπὸ Ὀρθόδοξη Σύνοδο, ἀλλὰ ἀπὸ ψευδοσύνοδο αἱρετικῶν καὶ αἱρετιζόντων.
4. Πατριαρχικὰ καὶ συνοδικὰ κείμενα τοῦ 19ου αἰῶνος γιὰ τὶς αἱρέσεις τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ
α´ Ἐγκύκλιος τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου τοῦ 1836. Κατὰ τῶν Διαμαρτυρομένων ἱεραποστόλων
Ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἐξαπόλυση τῆς πατριαρχικῆς καὶ συνοδικῆς ἐγκυκλίου ἦταν ἡ προσηλυτιστικὴ δράση τῶν Προτεσταντῶν ἱεραποστόλων μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν. Ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ καθηγητὴς Ἰω. Καρμίρης «φαίνεται λίαν πιθανὸν ὅτι εἰς τὴν σύνταξιν αὐτῆς συνεργάσθησαν ὑπὸ τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην Ἄνθιμον Ϛ´ κατὰ πρῶτον μὲν καὶ κύριον λόγον ὁ Στέφανος Καραθεοδωρῆς, εἶτα δὲ συμβουλευτικῶς καὶ ὁ Ἠλίας Τανταλίδης, εἰς τοὺς “Παπιστικοὺς ἐλέγχους” τοῦ ὁποίου παραπέμπεται ῥητῶς καὶ ἐπανειλημμένως ἐν τῇ προσθήκῃ τῆς β´ ἐκδόσεως τοῦ 1863, καὶ ἴσως τελευταῖος ἐπίσης συμβουλευτικῶς καὶ ὁ παραλλήλως καὶ ἀνεξαρτήτως συντάσσων τότε τὴν ἰδίαν “Ἀπάντησίν” του Κωνστάντιος Α´ ὁ ἀπὸ Σιναίου πρῴην Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ἡ οὕτω δὲ καταρτισθεῖσα Ἐγκύκλιος πρὸς τοὺς ἁπανταχοῦ Ὀρθοδόξους ὑπεβλήθη ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ τῶν ὑπολοίπων Πατριαρχῶν καὶ τῶν πατριαρχικῶν αὐτῶν Συνόδων, ὑφ᾽ ὧν τελικῶς ἐνεκρίθη, ἴσως μετά τινας τροποποιήσεις, καὶ ὑπεγράφη ὑπ᾽ αὐτῶν.
Ἡ παροῦσα ὀρθόδοξος Ἐγκύκλιος ἐξεδόθη αὐτοτελῶς ὑπὸ τὸν τίτλον: “Ἐγκύκλιος τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς ἀπανταχοῦ Ὀρθοδόξους, ἐν Κων/πόλει, ἐκ τῆς πατριαρχικῆς τοῦ γένους τυπογραφίας, 1848”».
Γράφει τὸ κείμενο τῆς ἐγκυκλίου: «Διὰ ταῦτα καὶ οἱ σήμερον ἀναφανέντες αἱρετικοὶ εἶναι καὶ οἱ πλέον πολυάριθμοι καὶ οἱ πλέον δόλιοι καὶ οἱ πλέον ἐπιτήδειοι εἰς τὸ νὰ κρύπτωσι τὸν φαρμακερὸν αὐτῶν ἰὸν ὑπὸ τὰ πλέον εὔσχημα σεμνολογήματα καὶ ἐπωφελῆ δῆθεν εὐεργετήματα, ὥστε νὰ ἐξαπατῶσι πολλούς, μάλιστα τῶν ἁπλουστέρων καὶ ἀκάκων... Οἱ σημερινοὶ αἱρετικοί, οἱ ὁποῖοι καταπολεμοῦσι καὶ διαφθείρουσι τὴν ἱερὰν ἡμῶν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν δολερῶς καὶ ὑπούλως, εἶναι μαθηταὶ καὶ ὀπαδοὶ τοῦ Λουθήρου, τοῦ Ζβιγγλίου, τοῦ Καλβίνου, τῶν Σωκίνων καὶ ἄλλων παλαιῶν τοιούτων αἱρετικῶν».
Ἀκολουθοῦν κεφάλαια α) Περὶ τοῦ Λουθήρου καὶ τῶν αὐτοῦ αἱρέσεων β) Περὶ τῶν ὀλεθρίων ἀποτελεσμάτων τῶν αἱρέσεων τοῦ Λουθήρου γ) Περὶ Σβιγγλίου καὶ τῶν αὐτοῦ αἱρέσεων δ) Περὶ τοῦ Καλβίνου καὶ τῶν αὐτοῦ αἱρέσεων ε) Περὶ τῶν Σωκίνων καὶ τῶν αὐτῶν αἱρέσεων στ) Περὶ τῶν σημερινῶν αἱρετικῶν καὶ τῶν ἐπιβουλῶν αὐτῶν ζ) Πρὸς τοὺς ἀποστόλους τῶν σημερινῶν αἱρετικῶν η) Διαταγαὶ πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς τοῦ πατριαρχικοῦ οἰκουμενικοῦ θρόνου θ) Συμβουλαὶ πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς τῶν ἄλλων παροικιῶν ι) Προτροπὴ πρὸς τοὺς ἁπανταχοῦ ὀρθοδόξους ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς ια) Νουθεσίαι πρὸς τοὺς ἁπανταχοῦ Ὀρθοδόξου λαοὺς ιβ) Πρὸς τοὺς προσηλύτους αὐτῶν καὶ ἡμῶν ὁμογενεῖς ἢ βοηθοῦντας αὐτοὺς τοὺς νέους αἱρετικούς. Ἀκολουθοῦν οἱ ὑπογραφές:
† Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος Ϛ´ ἀποφαίνεται.
† Ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Ἀθανάσιος ἀποφαίνεται.
† Ὁ Ἐφέσου Γεράσιμος
† Ὁ Ἡρακλείας Διονύσιος
† Ὁ Κυζίκου Ἄνθιμος-
† Ὁ Νικομηδείας Πανάρετος
† Ὁ Χαλκηδόνος Ἱερόθεος
† Ὁ Δέρκων Γερμανός
† Ὁ Θεσσαλονίκης Μελέτιος
† Ὁ Προύσης Ἄνθιμος
† Ὁ Ἄρτης ᾽Ιγνάτιος
† Ὁ Φιλαδελφείας Πανάρετος
† Ὁ Μαρωνείας Δανιήλ
† Ὁ Λήμνου Ἱερώνυμος
† Ὁ Δημητριάδος Ἰωσήφ
† Ὁ Νυσσάβας Νεκτάριος
† Ὁ Ἐρσεκίου Προκόπιος
† Ὁ Κενστεντελίου Ἀρτέμιος
† Ὁ Σαμακοβίου Νεόφυτος[3].
β´ Ἐγκύκλιος τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου τοῦ 1838 κατὰ τῶν Λατινικῶν καινοτομιῶν
Κατὰ τὴν πρώτη αὐτοτελῆ ἔκδοσή της ἡ Ἐγκύκλιος ἔφερε τὸν τίτλο «Πατριαρχικὴ καὶ Συνοδικὴ Ἐγκύκλιος ἐπιστολή, παραινετικὴ πρὸς τοὺς ἁπανταχοῦ Ὀρθοδόξους, καὶ πολλῷ πλέον πρὸς τοὺς ἐν Αἰγύπτῳ, Συρίᾳ τε καὶ Παλαιστίνη, πρὸς ἀποφυγὴν τῆς ἐπιπολαζούσης παπικῆς πλάνης. Διακηρυχθεῖσα παρὰ τοῦ παναγιωτάτου οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Γρηγορίου καὶ τῆς περὶ αὐτὸν ἱερᾶς Συνόδου, ἤδη πρῶτον τύποις ἐκδοθεῖσα ἰδίοις ἀναλώμασι τῆς αὐτοῦ σεβασμιωτάτης Παναγιότητος. Ἐν ἧ ἐπισυνάπτεται διὰ τοῦ τύπου καί τις ἐπιστολὴ κατὰ τῶν λατινικῶν καινοτομιῶν,Σύνταγμα τοῦ ἀοιδίμου Εὐγενίου τοῦ Βουλγάρεως, ὡς πολλὰ ἀναγκαία καὶ ὠφέλιμος. Κατὰ τὸ Πατριαρχεῖον, ¸απλθ´».
Ὑπενθυμίζεται κατ᾽ ἀρχὴν στὴν Ἐγκύκλιο ἡ εὐθύνη τῶν ποιμένων ἔναντι τῶν αἱρέσεων καὶ ἡ ἐξαπόλυση πρὸ δύο ἐτῶν ἐγκύκλιας ἐπιστολῆς κατὰ τῆς «ψυχολέθρου λύμης τῶν Λουθηροκαλβινιστῶν», καὶ στὴν συνέχεια ἐκτίθενται οἱ πλάνες τοῦ Παπισμοῦ, τὸν ὁποῖον χαρακτηρίζουν «ἀπάτην καὶ σατανικὴν πλάνην»:
«Ἀλλ᾽ ἤδη πάλιν μὲ ὑπερβάλλουσαν τῆς ψυχῆς μας λύπην ἐνωτισθέντες τὰ κατὰ Συρίαν, Αἴγυπτον καὶ Παλαιστίνην ραδιουργήματα καὶ τὰ κατὰ τῆς Ὀρθοδοξίας ἐπιβουλεύματα τῶν τῆς πλάνης τοῦ Παπισμοῦ ὀπαδῶν, καὶ μὴ ἀνεχόμενοι νὰ θεωρῶμεν διαδιδομένην καὶ ἐπὶ πλέον ἐπεκτεινομένην τὴν τοιαύτην ψυχόλεθρον ἐν τοῖς Ὀρθοδόξοις λύμην, ἀλλ᾽ ἐπιθυμοῦντες νὰ στήσωμεν καὶ τὸν ροῦν τῆς ἀπάτης ταύτης καὶ σατανικῆς πλάνης, ἵνα μὴ τῷ χρόνῳ συμπροϊοῦσα πᾶν τὸ ὀρθόδοξον λυμήνηται πλήρωμα, οὐκ ὠκνήσαμεν κ.τ.λ... στηλιτεύσωμεν δημοσίως, ὁποῖοί εἰσιν οἱ προβατόσχημοι οὗτοι λύκοι, οἱ δόλιοι καὶ ἀπατεῶνες οἱ νεωστὶ ἤδη ἀπὸ τοῦ Λιβανίου ὄρους, ὡς ἄλλοι σκοτεινοὶ ἑωσφόροι ἀναφανέντες καὶ κατασκιάσαντες ὡς νέφος μέλαν τε καὶ ἐπαχθὲς καὶ πνιγηρὸν τὰ μέρη τῆς Συρίας, Αἰγύπτου καὶ Παλαιστίνης, λαλοῦντες βλάσφημα, κατὰ τῆς εὐαγγελικῆς ἀληθείας, καὶ διδάσκοντες σοφιστικῶς ἐναντίον τῆς ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως, καὶ οὕτω προφυλάξωμεν τοὺς ἀληθῶς εὐσεβεῖς ἀπὸ τῆς ἑωσφορικῆς πλάνης αὐτῶν καὶ τὰ γνήσια τέκνα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὰς βλασφημίας τοῦ Παπισμοῦ. Καθότι ἡ ἀκόρεστος λύσσα τοῦ Παπισμοῦ κ.τ.λ.».
Ἐκθέτει στὴ συνέχεια τὶς πλάνες, καινοτομίες καὶ βλασφημίες τοῦ Παπισμοῦ: α) Τὴν καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Filioque), β) τὸ Βάπτισμα διὰ ραντίσματος καὶ ὄχι μὲ τριττὴ κατάδυση καὶ ἀνάδυση μέσα στὸ ὕδωρ, γ) τὴν χρήση ἀζύμων στὴν τέλεση τῆς Θ. Εὐχαριστίας, δ) τὴν βρώση πνικτῶν καὶ αἵματος, ε) τὴ νηστεία κατὰ τὸ Σάββατο, στ) τὴν ὑποχρεωτικὴ ἀγαμία τοῦ κλήρου, ζ) τὸ καθαρτήριο πῦρ, η) τὸ πρωτεῖο καὶ ἀλάθητο τοῦ πάπα, θ) τὴν διὰ χρημάτων χορήγηση συγχωροχαρτίων.
Πρὸ τῆς παραθέσεως τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας ὡς πρὸς τὶς πλάνες τοῦ Παπισμοῦ λέγουν: «Οἱ δὲ τῶν Κατολίκων αὐτῶν ἀνίεροι, φρονοῦντες καὶ δογματίζοντες κατ᾽ ἔκτασιν ὅσα καὶ αὐτὸς ὁ τῶν δογμάτων αὐτῶν κορυφαῖος, πρὸς ὃν ὑπόκεινται τετυφλωμένως ὡς ἀνδράποδα, οὐκ αἰσχύνονται νὰ λέγωσιν, ὅτι εἰσὶν ἱερεῖς καὶ ὅμοιοι καὶ ὁμόφρονες κατὰ πάντα ἡμῖν τοῖς Ὀρθοδόξοις, δελεάζοντες καὶ πλανῶντες διὰ τῆς ἐπιπλάστου ἐξωτερικῆς μόνης ἐξομοιώσεως αὐτῶν[4] τοὺς ἁπλουστέρους τῶν Ὀρθοδόξων, καὶ ἐκτραχηλίζοντες αὐτοὺς εἰς τὰ βάραθρα τῶν αἱρέσεών των καὶ εἰς τοὺς ψυχοφθόρους κρημνοὺς τῆς παπικῆς πλάνης των».
Ἡ ἐγκύκλιος καταλήγει μὲ τὰ ἑξῆς: «Ταῦτα ἐξεθέμεθα, τέκνα ἡμῶν ἀγαπητά, συντόμως μὲν καὶ κεφαλαιωδῶς, σαφῶς δὲ πρὸς διάκρισιν ὑμετέραν καὶ ἀσφάλειαν εἰς τὰ περὶ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἵνα γνωρίσητε ὅσον τὸ διάφορον ἡμῶν τῶν Ὀρθοδόξων ἀπὸ τῶν Κατολίκων, καὶ ἵνα μὴ ἀπατᾶσθε τοῦ λοιποῦ ἀπὸ τὰ σοφίσματα καὶ καινοφωνίας τῶν ψυχοφθόρων τούτων αἱρετικῶν, οἵτινες ἀκολουθοῦντες σοφιστικαῖς κακοτεχνίαις καὶ παραλελογισμέναις διδασκαλίαις, ἐκτρεπόμενοι εἰς βεβήλους καινοφωνίας καὶ ἀντιθέσεις ψευδωνύμων γνώσεων, ἠστόχησαν κατὰ τὸν Παῦλον, περὶ τὴν πίστιν, καὶ ἀγωνίζονται ὅλαις δυνάμεσιν καὶ ἑτέρους συνεφελκύσαι εἰς τὸ ἴδιον βάραθρον, καὶ προσηλύτους ποιῆσαι ὑμᾶς τῆς ματαιοφρόνου καὶ σατανικῆς τούτων αἱρέσεως...».Ἀκολουθοῦν οἱ ὑπογραφές:
† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος, ἔχων καὶ τὰς γνώμας τῶν μακαριωτάτων Πατριαρχῶν,
τοῦ τε Ἀλεξανδρείας κυρίου Ἱεροθέου καὶ τοῦ Ἀντιοχείας κυρίου Μεθοδίου,
ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀποφαίνεται.
† Ὁ Ἱεροσολύμων Ἀθανάσιος ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ συναποφαίνεται.
† Ὁ Ἡρακλείας Διονύσιος
† Ὁ Χαλκηδόνος Ἱερόθεος
† Ὁ Δέρκων Γερμανός
† Ὁ Θεσσαλονίκης Μελέτιος
† Ὁ Σερρῶν Ἀθανάσιος
† Ὁ Ἰωαννίνων Ἰωαννίκιος
† Ὁ ᾽Αγκύρας Νικηφόρος
† Ὁ Φιλαδελφείας Δανιήλ
† Ὁ Κενστεντιλίου Ἀρτέμιος
† Ὁ Λήμνου Ἱερώνυμος
† Ὁ Σκοπίων Γαβριήλ[5].
γ´. Ἀπάντησις τῶν Ὀρθοδόξων πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς πρὸς τὸν πάπαν Πῖον θ´(1848)
Τὸ σπουδαῖο αὐτὸ κείμενο ποὺ ὑπογράφεται ἀπὸ τέσσαρες πατριάρχες (Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεοροσολύμων) καὶ ἀπὸ τοὺς συνοδικοὺς μητροπολίτες τῶν πατριαρχείων, ἐν ὅλῳ 29, ἀποτελεῖ ἀπάντηση στὴν ἐγκύκλιο τοῦ πάπα Πίου θ´ «Πρὸς τοὺς Ἀνατολικούς», μὲ τὴν ὁποία καλοῦσε τοὺς Ὀρθοδόξους νὰ ἑνωθοῦν ἀναγνωρίζοντας τὸ πρωτεῖο τοῦ πάπα.
Οἱ Ὀρθόδοξοι πατριάρχες στὴν ἀπάντησή τους ἀναφέρονται στὴν ἀρχὴ στὸν κίνδυνο ποὺ πέρασε ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τὶς παλαιὲς αἱρέσεις, πολλὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες χάθηκαν, ἄλλες φθίνουν καὶ ἀπομαραίνονται, ἄλλες ὅμως θάλλουν καὶ πλατύνονται, ὅπως ὁ Παπισμός, ὁ ὁποῖος ὅμως τελικῶς θὰ ἐξαφανισθεῖ:
«Τούτων τῶν πλατυνθεισῶν, κρίμασιν οἷς οἶδεν Κύριος, ἐπὶ μέγα μέρος τῆς οἰκουμένης αἱρέσεων, ἦν ποτε ὁ Ἀρειανισμός, ἔστι δὲ τὴν σήμερον καὶ ὁ Παπισμός· ἀλλὰ καὶ οὗτος (ὥπερ κἀκεῖνος ὁ ἤδη παντάπασιν ἐκλελοιπώς), καίτοι ἀκμαῖος τό γε νῦν, οὐκ ἰσχύσει εἰς τέλος, ἀλλὰ διελεύσεται καὶ καταβληθήσεται, καὶ ἡ οὐράνιος μεγάλη φωνὴ ἠχήσει “ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ”».
Στὴν συνέχεια ἀναιρεῖται μὲ ἰσχυρὰ θεολογικὰ ἐπιχειρήματα ἡ πλάνη τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ», ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ἐμφανῶς ὡς αἵρεση, ἀπαγορεύεται δὲ ρητῶς κάθε κοινωνία τῶν Ὀρθοδόξων πρὸς τοὺς Παπικοὺς αἱρετικούς:
«Διὰ τοῦτο ἡ μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἑπομένη τοῖς ἴχνεσι τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἀνατολικῶν τε καὶ δυτικῶν, ἐκήρυξέ τε πάλαι ἐπὶ τῶν Πατέρων ἡμῶν, καὶ κηρύττει πάλιν σήμερον συνοδικῶς, αὐτὴν μὲν τὴν ρηθεῖσαν καινοφανῆ δόξαν, ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐκπορεύεται ἐκ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, εἶναι οὐσιωδῶς αἵρεσιν, καὶ τοὺς ὀπαδοὺς αὐτῆς, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν, αἱρετικούς, κατὰ τὴν ρηθεῖσαν συνοδικὴν ἀπόφασιν τοῦ ἁγιωτάτου πάπα Δαμάσου, καὶ τὰς ἐξ αὐτῶν συγκροτουμένας συνάξεις αἱρετικάς, καὶ πᾶσαν κοινωνίαν πνευματικὴν καὶ θρησκευτικὴν τῶν Ὀρθοδόξων τέκνων τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας πρὸς τοὺς τοιαύτους ἄθεσμον, μάλιστα τῇ δυνάμει τοῦ ζ´ κανόνος τῆς Γ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου».
Κατόπιν γίνεται ἱστορικὴ ἀναφορὰ στὴν ἐξάπλωση τῆς αἱρέσεως στὴν Δύση ἐπὶ ἀρκετοὺς αἰῶνες, μέχρις ὅτου κατακυριεύθηκε τὸν 9ο αἰώνα καὶ ἡ πρεσβυτέρα Ρώμη, ἐνῶ δύο πάπες κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Μ. Φωτίου τὴν ἀπεκήρυξαν «οἷος Λέων ὁ Γ´ καὶ Ἰωάννης ὁ Η´, ὁ μὲν διὰ τῶν ἀργυρῶν ἐκείνων ἀσπίδων, ὁ δὲ διὰ τῆς εἰς τὴν Η´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδον πρὸς τὸν ἱερὸν Φώτιον ἐπιστολῆς αὐτοῦ». Οἱ προκάτοχοι Πατέρες προσεπάθησαν νὰ θεραπεύσουν τὸ τραῦμα, ἀλλὰ προσέκρουσαν στὴν ὑπερηφάνεια καὶ ἀμετανοησία τῶν Παπικῶν, καὶ ἔτσι «μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν ἀδελφικήν» παρητήθησαν. «Ἔκτοτε οὐδεμία κοινωνία πνευματικὴ ἡμῖν τε καὶ αὐτοῖς· βαθὺ γὰρ ὤρυξαν τὸ χάσμα ἰδίαις χερσὶ τὸ μεταξὺ αὐτῶν τε καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας».
Χαρακτηρίζουν οἱ πατριάρχες τὴν ἐγκύκλιο τοῦ πάπα «Πρὸς τοὺς Ἀνατολικούς» ὡς «ἔξωθέν ποθεν ἐρχόμενον μίασμα» καὶ στὴ συνέχεια διὰ πολλῶν ἱστορικῶν καὶ θεολογικῶν ἐπιχειρημάτων κονιορτοποιοῦν τὴν ἀξίωση τοῦ πάπα περί «πρωτείου». Μεταξὺ δὲ τῶν πολλῶν ἄλλων προσθέτουν ὅτι στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μεταβολὲς καὶ νοθεύσεις εἰς τὰ τῆς πίστεως δὲν γίνονται οὔτε ἀπὸ πατριάρχες οὔτε ἀπὸ συνόδους, διότι φύλακας τῆς πίστεως εἶναι τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὁ λαός: «Ἔπειτα παρ᾽ ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι οὔτε Σύνοδοι ἐδυνήθησαν ποτὲ εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς θρησκείας ἐστὶν αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτὸς ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τὸ θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καὶ ὁμοειδὲς τῷ τῶν Πατέρων αὐτοῦ». Οἱ Ὀρθόδοξοι κρατοῦμε ἄδολη καὶ ἀνόθευτη τὴν πίστη, ὅπως τὴν παραλάβαμε ἀπὸ τοὺς Πατέρες «ἀποστρεφόμενοι πάντα νεωτερισμὸν ὡς ὑπαγόρευμα τοῦ διαβόλου· ὁ δεχόμενος νεωτερισμὸν κατελέγχει ἐλλιπῆ τὴν κεκηρυγμένην ὀρθόδοξον πίστιν. Ἀλλ᾽ αὕτη πεπληρωμένη ἤδη ἐσφράγισται, μὴ ἐπιδεχομένη μήτε μείωσιν, μήτε αὔξησιν, μήτε ἀλλοίωσιν ἥντιναοῦν, καὶ ὁ τολμῶν ἢ πρᾶξαι ἢ συμβουλεῦσαι ἢ διανοηθῆναι τοῦτο, ἤδη ἠρνήθη τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ, ἤδη ἑκουσίως καθυπεβλήθη εἰς τὸ αἰώνιον ἀνάθεμα διὰ τὸ βλασφημεῖν εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ὡς τάχα μὴ ἀρτίως, λαλῆσαν ἐν ταῖς Γραφαῖς καὶ διὰ τῶν οἰκουμενικῶν Συνόδων».
Ἀκολουθοῦν οἱ ὑπογραφές:
† Ἄνθιμος ἐλέῳ Θεοῦ Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, νέας ῾Ρώμης, καὶ οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† Ἱερόθεος ἐλέῳ Θεοῦ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας καὶ πάσης γῆς Αἰγύπτου, ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† Μεθόδιος ἐλέῳ Θεοῦ Πατριάρχης τῆς μεγάλης θεουπόλεως Ἀντιοχείας καὶ πάσης Ἀνατολῆς, ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† Κύριλλος ἐλέῳ Θεοῦ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων καὶ πάσης Παλαιστίνης, ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
Ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἱερὰ Σύνοδος
† Ὁ Καισαρείας Παΐσιος
† Ὁ Ἐφέσου Ἄνθιμος
Ὁ Ἡρακλείας Διονύσιος
† Ὁ Κιζύκου Ἰωακείμ
† Ὁ Νικομηδείας Διονύσιος
† Ὁ Χαλκηδόνος Ἱερόθεος
† Ὁ Δέρκων Νεόφυτος
† Ὁ Ἀνδριανουπόλεως Γεράσιμος
† Ὁ Νεοκαισαρείας Κύριλλος
† Ὁ Βερροίας Θεόκλητος
† Ὁ Πισσιδείας Μελέτιος
† Ὁ Σμύρνης Ἀθανάσιος
† Ὁ Μελενίκου Διονύσιος
† Ὁ Σόφιας Παΐσιος
† Ὁ Λήμνου Δανιήλ
† Ὁ Δρυϊνουπόλεως Παντελεήμων
† Ὁ Ἐρσεκίου Ἰωσήφ
† Ὁ Βοδενῶν Ἄνθιμος.
Ἡ ἐν Ἀντιοχείᾳ ἱερὰ Σύνοδος
† Ὁ Ἀρκαδίας Ζαχαρίας
† Ὁ Ἐμέσης Μεθόδιος
† Ὁ Τριπόλεως Ἰωαννίκιος
† Ὁ Λαοδικείας Ἀρτέμιος
Ἡ ἐν Ἱερουσαλὴμ ἱερὰ Σύνοδος
† Ὁ Πέτρας Μελέτιος
† Ὁ Βηθλεὲμ Διονύσιος
† Ὁ Γάζης Φιλήμων
† Ὁ Νεαπόλεως Σαμουήλ
† Ὁ Σεβαστείς Θαββαῖος
† Ὁ Φιλαδελφείας Ἰωαννίκιος
† Ὁ Θαβωρίου Ἱερόθεος[6].
δ´. Γρηγορίου Στ´ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ἀπόρριψις τῆς Παπικῆς προσκλήσεως εἰς τὴν ἐν Βατικανῷ Σύνοδον (1868)
Ὁ ἴδιος πάπας Πῖος Θ´ ἀπέστειλε πρόσκληση στὶς 8 Σεπτεμβρίου τοῦ 1868 «Πρὸς πάντας τοὺς ἐπισκόπους τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, τοὺς μὴ κοινωνοῦντας τῇ Ἀποστολικῆ ἕδρᾳ», ἐπαναλαμβάνων τὶς περὶ πρωτείου ἀξιώσεις του. Τὴν πρόσκληση ἐπεχείρησε νὰ ἐπιδώσει στὶς 6 ᾽Οκτωβρίου τοῦ 1868 τετραμελὴς παπικὴ ἀντιπροσωπεία, ἀλλὰ ὁ πατριάρχης Γρηγόριος Στ´ ἀρνήθηκε νὰ τὴν παραλάβει, ἐφ᾽ ὅσον ἐξακολουθοῦσε ὁ πάπας νὰ μένει στὶς ἴδιες πλάνες τοῦ 1848, τὶς ὁποῖες τότε εἶχαν ἀπορρίψει οἱ πατριάρχες τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπως εἴδαμε στὸ προηγούμενο κείμενο. Σὲ ἐπίσημο ἀνακοινωθὲν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀναφέρονται οἱ λόγοι τοῦ πατριάρχου πρὸς τὴν παπικὴ ἀντιπροσωπεία. Σὲ ἐρώτηση ἐκπροσώπου τοῦ πάπα ποιές εἶναι οἱ πλάνες τοῦ Παπισμοῦ ὁ πατριάρχης ἀπήντησε:
«Ἵνα παραλίπωμεν τὰ καθέκαστα, ἡμεῖς, ἐφόσον ὑπάρξει ἡ Ἐκκλησία τοῦ Σωτῆρος ἐπὶ τῆς γῆς, δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἐν τῇ ὅλῃ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Χριστοῦ ὑπάρχει ἐπίσκοπός τις ἄρχων καὶ κεφαλὴ ἄλλη καὶ ἄλλος παρὰ τὸν Κύριον· ὅτι Πατριάρχης τις ὑπάρχει ἀλάθητος καὶ ἀναμάρτητος, ὁμιλῶν ἀπὸ καθέδρας καὶ ὑπέρτερος τῶν οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἐν αἷς ἔνεστι τὸ ἀλάνθαστον, συμφωνούσαις τῇ Γραφῇ καὶ τῇ ἀποστολικῇ Παραδόσει· ἢ ὅτι οἱ Ἀπόστολοι ὑπῆρξαν ἄνισοι πρὸς ὕβριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ φωτίσαντος ἐπίσης τοὺς πάντας· ἢ ὅτι οὗτος ἢ ἐκεῖνος ὁ Πατριάρχης καὶ ὁ Πάπας ἔσχον τὰ πρεσβεῖα τῆς ἕδρας οὐκ ἀπὸ συνοδικοῦ καὶ ἀνθρωπίνου, ἀλλ᾽ ἐκ θείου ὡς λέγετε, δικαίου, καὶ τὰ τούτοις ὅμοια».
Σὲ τοποθέτηση ἄλλου παπικοῦ ἀντιπροσώπου ὅτι ἡ ἐν Φλωρεντίᾳ Σύνοδος τὰ ἐξήτασε αὐτὰ καὶ ἕνωσε τὶς δύο Ἐκκλησίες καὶ ὅτι ὁ πάπας καλεῖ τώρα στὴν νέα οἰκουμενικὴ σύνοδο γιὰ νὰ ἑνωθοῦν ὅσοι τότε δὲν ἑνώθηκαν, ὁ πατριάρχης σχεδὸν προσβλητικὰ ἀπήντησε ὅτι μόνον «ἀπαίδευτος ἄνθρωπος ἐνδέχεται ν᾽ ἀγνοῇ πόσα ἐρρέθησαν καὶ ἐγράφησαν κατὰ τῆς Φλωρεντινῆς συνόδου», καὶ βέβαια δὲν θεωρεῖ ἀπαίδευτο τὸν ὁμιλήσαντα. Λέγει ὅτι ἡ βεβιασμένη καὶ καταναγκασμένη ἐκείνη ἕνωση «ἀπέθανεν εἰς τὰ σπάργανά της». Περὶ τοῦ ποιά σύνοδος μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ ὡς οἰκουμενικὴ καὶ πῶς συγκαλεῖται λέγει τὰ ἑξῆς ἐνδιαφέροντα ὁ πατριάρχης, ἐν ὄψει καὶ τῆς ἰδικῆς μας Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου:
«Καθ᾽ ἡμᾶς οἰκουμενικὴ Σύνοδος καὶ οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία καὶ ἀληθινὴ καθολικότης ἐστὶ καὶ λέγεται ἐκεῖνο τὸ ἅγιον καὶ ἀκήρατον σῶμα, ἐν ᾧ ἀνεξαρτήτως τοῦ ὑλικοῦ πληθυσμοῦ αὑτοῦ συγκεφαλαιοῦται ἁγνὴ ἡ διδασκαλία τῶν Ἀποστόλων καὶ ἡ πίστις πάσης τοπικῆς Ἐκκλησίας, στηριχθεῖσα καὶ βασανισθεῖσα ἀπὸ τῆς θεμελιώσεως τῆς Ἐκκλησίας μέχρι τῶν ὀκτὼ πρώτων αἰώνων, ἐν οἷς οἱ Πατέρες τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Δύσεως καὶ αἱ ἁγιώταται καὶ πνευματοκίνητοι Σύνοδοι καὶ ἐκεῖνοι οἱ σεβάσμιοι Πατέρες, ὧν γνωστὰ τοῖς πᾶσιν εἰσὶ τὰ συγγράμματα, γινέσθωσαν ὁ ἄπταιστος καὶ ἀσφαλὴς ὁδηγὸς παντὸς χριστιανοῦ καὶ ἐπισκόπου τῆς Δύσεως, τοῦ εἰλικρινῶς ποθοῦντος καὶ ζητοῦντος τὴν εὐαγγελικὴν ἀλήθειαν. ᾽Εκεῖνοί εἰσι τὸ ὑπέρτατον κριτήριον τῆς χριστιανικῆς ἀληθείας· ἐκεῖνοί εἰσιν ἡ ἀσφαλὴς ὁδός, ἐφ᾽ ἧς δυνάμεθα νὰ συναντηθῶμεν ἐν τῷ ἁγίῳ φιλήματι τῆς δογματικῆς ἑνώσεως· πᾶς δὲ ὁ ἐκτὸς τῆς τροχιᾶς ἐκείνης περιπορευόμενος θεωρηθήσεται παρ᾽ ἡμῶν ἔκκεντρος καὶ ἀναρμόδιος εἰς τὸ συγκεντρῶσαι περὶ ἑαυτὸν τὰ μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Εἰ δὲ τυχὸν ἔνιοι τῶν δυτικῶν ἐπισκόπων, ἔχοντες ἀμφιβολίαν περὶ τινων δογμάτων αὑτῶν, θέλουσι νὰ συνέλθωσι, συνερχέσθωσαν καὶ ἀναθεωρείτωσαν αὐτὰ καθ᾽ ἡμέραν, εἰ βούλονται.
Ἡμεῖς οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἔχομεν περὶ τῶν πατροπαραδότων καὶ ἀναλλοιώτν δογμάτων τῆς εὐσεβείας. Καὶ ἄλλως δέ, ὦ σεβάσμιοι ἀββάδες, περὶ οἰκουμενικῆς Συνόδου ὄντος τοῦ λόγου, δὲν διαφεύγει βεβαίως τὴν μνήμην ὑμῶν, ὅτι αἱ οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι ἄλλως πως συνεκροτοῦντο, ἢ ὅπως ἤδη διεκήρυξεν ἡ Α. Μακαριότης. Ἐὰν ὁ τῆς ῾Ρώμης μακαριώτατος Πάπας ἠσπάζετο τὴν ἀποστολικὴν ἰσοτιμίαν καὶ ἰσαδελφίαν, ἔπρεπεν, ὡς ἐν ἴσοις τὴν ἀξίαν καὶ πρῶτος τῇ τῆς ἕδρας τάξει, κατὰ τὸ κανονικὸν δίκαιον, ν᾽ ἀπευθύνῃ γράμμα ἰδιαίτερον πρὸς ἕκαστον τῶν Πατριαρχῶν καὶ τῶν Συνόδων τῆς Ἀνατολῆς, οὐχ ἵνα ἐπιβάλῃ ἐγκυκλίως καὶ δημοσιογραφικῶς, ὡς πάντων ἄρχων καὶ δεσπότης, ἀλλ᾽ ἵνα ἐρωτήσῃ ἀδελφοὺς ἀδελφός, ἰσότιμός τε καὶ ἰσοβάθμιος, εἰ συνεγκρίνουσι, ποῦ καὶ πῶς καὶ ὁποίας ἱερᾶς Συνόδουξ τὴν συγκρότησιν. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἢ ἀναδραμεῖσθε καὶ ὑμεῖς εἰς τὴν Ἱστορίαν καὶ εἰς τὰς οἰκουμενικὰς Συνόδους, ἵνα ἱστορικῶς κατωρθωθῇ ἡ παρὰ πάντων ποθουμένη ἀληθὴς καὶ χριστοσύλλεκτος ἕνωσις, ἢ πάλιν ἀρκεσθησόμεθα εἰς τὰς ἡμῶν διηνεκεῖς προσευχὰς καὶ δεήσεις ὑπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου, τῆς εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν καὶ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως. Ἐν δὲ τοιαύτῃ περιπτώσει μετὰ λύπης διαβεβαιοῦμεν ὑμῖν, ὅτι περιττὴν καὶ ἄκαρπον νομίζομεν τήν τε πρόσκλησιν καὶ ὅπερ συνεπιφέρετε ἐπιστολιμαῖον τοῦτο φυλλάδιον»[7].
ε´ Ἀπάντησις τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου τοῦ 1895 πρὸς τὸν πάπα Λέοντα ΙΓ´
Ἀφορμὴ γιὰ τὴν τελευταία αὐτὴ Ὀρθόδοξη πατριαρχικὴ καὶ συνοδικὴ ἀπάντηση τοῦ 19ου αἰῶνος ἔδωσε ἡ ἐγκύκλιος τοῦ πάπα Λέοντος ΙΓ´, τὴν ὁποία ἀπηύθυνε «Πρὸς τοὺς ἡγεμόνας καὶ τοὺς λαοὺς τῆς οἰκουμένης» τὸν Ἰούνιο τοῦ 1894, καλώντας καὶ τοὺς Ὀρθοδόξους νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν παπικὸ θρόνο. Τὸ ἀρχικὸ σχέδιο τῆς ἀπαντήσεως ἑτοίμασε ὁ τότε καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Χάλκης καὶ μετέπειτα μητροπολίτης Καστορίας καὶ θρυλικὸς Μακεδονομάχος Γερμανὸς Καραβαγγέλης, τὸ ὁποῖο, ἀφοῦ τὸ ἐξήτασε τριμελὴς συνοδικὴ ἐπιτροπή, ἔγινε δεκτὸ ἀπὸ τὴν Σύνοδο, μεταφράσθηκε σὲ ὅλες τὶς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες καὶ σχολιάσθηκε εὐμενῶς[8].
Τὸ κείμενο ἀρχίζει μὲ ἀναφορὰ στὶς αἱρέσεις ποὺ ὡς ζιζάνια ἐφύτρωσαν στὸν ἀγρὸ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὡς σπέρματα πονηρὰ δικαίως ἀποκόπηκαν ἀπὸ τὸ ὑγιὲς σῶμα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο τῇ ἐπηρείᾳ τοῦ Διαβόλου ἀποκόπηκαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὁλόκληρα ἔθνη τῆς Δύσεως, ἐξ αἰτίας τῆς ἀλαζονείας τῶν ἐπισκόπων τῆς Ρώμης, οἱ ὁποῖοι ἐγέννησαν ἄθεσμες καὶ ἀντιευαγγελικὲς καινοτομίες.
Ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ ὀφείλουν νὰ ἐμφοροῦνται ἀπὸ τὸν πόθο τῆς ἑνώσεως. «Συμφώνως δὲ πρὸς τὸν ἱερὸν τοῦτον πόθον ἡ καθ᾽ ἡμᾶς Ὀρθόδοξος τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία πάντοτε ἑτοίμως ἔχει ἀποδέξασθαι πᾶσαν περὶ ἑνώσεως πρότασιν, ἐὰν μόνον ὁ τῆς Ρώμης ἐπίσκοπος ἀποτινάξῃ ἅπαξ διὰ παντὸς τὸν ὁρμαθὸν τῶν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν αὐτοῦ παρεισαχθέντων πολλῶν καὶ ποικίλων ἀντευαγγελικῶν νεωτερισμῶν». Ἡ ἕνωση μετὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (ὄχι ἡ ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν) πρέπει νὰ γίνει «ἐν τῷ ἑνὶ κανόνι τῆς πίστεως». Δὲν εἶναι δυνατὸν μέσα στὴν Ἐκκλησία ἄλλος νὰ πιστεύει ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρός, καὶ ἄλλος ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ· ἄλλος στὸ Βάπτισμα νὰ ραντίζει, καὶ ἄλλος νὰ βυθίζει τρεῖς φορές· ἄλλος στὴ Θ. Εὐχαριστία νὰ χρησιμοποιεῖ ἔνζυμο ἄρτο, καὶ ἄλλος ἄζυμο· ἄλλος νὰ μεταδίδει στὸ λαὸ καὶ ἀπὸ τὸ ἅγιο ποτήριο, καὶ ἄλλος μόνο ἀπὸ τὸν ἄρτο.
Παρουσιάζονται στὴν συνέχεια καὶ ἀναιροῦνται δέκα καινοτομίες τοῦ Παπισμοῦ κατὰ σειράν: ἡ ἐκπόρευση καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ (Filioque), τὸ ράντισμα στὸ Βάπτισμα, τὰ ἄζυμα στὴν Θ. Εὐχαριστία, ὁ καθαγιασμὸς τῶν Τιμίων Δώρων διὰ τῶν λόγων τοῦ Κυρίου καὶ ὄχι διὰ τῆς ἐπικλήσεως, ἡ κοινωνία τῶν λαϊκῶν μόνον ἀπὸ τὸν ἄρτο, τὸ καθαρτήριο πῦρ, ἡ περισσεύουσα ἀξιομισθία τῶν ἁγίων καὶ οἱ ἀφέσεις, ἡ πλήρης μακαριότης τῶν ἁγίων πρὸ τῆς δευτέρας παρουσίας, ἡ ἄσπιλος σύλληψη τῆς Θεοτόκου καὶ τὸ πρωτεῖο τοῦ πάπα. Στὸ πρωτεῖο τοῦ πάπα δίνει ἰδιαίτερη βαρύτητα ἡ ἀπάντηση, διότι οἱ παπικοὶ παραθεωροῦν τὶς ἄλλες σημαντικὲς διαφορὲς καὶ θεωροῦν ὅτι μόνον αὐτὴ εἶναι τὸ ἐμπόδιο, πρέπει ὅμως οἱ Ὀρθόδοξοι νὰ τὸ δεχθοῦν, διότι ἔχει θεία προέλευση, στηρίζεται στὸ πρωτεῖο τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Εἶναι σαφέστατη, ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ ἡ θέση τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου τοῦ 1895 καὶ ἀπορεῖ κανεὶς πῶς εὑρίσκονται σήμερα θεολόγοι τοῦ Φαναρίου, γεγηρακότες καὶ νεοσσοί, οἱ τελευταῖοι ὄντως νήπια ἀθεολόγητα, νὰ ὁμιλοῦν περὶ παγκοσμίου πρωτείου τοῦ πάπα καὶ τοῦ πατριάρχου, ὁ ὁποῖος ἄκουσον, ἄκουσον! δὲν εἶναι πρῶτος μεταξὺ ἴσων (primus inter pares), ὅπως ἡ συνοδικὴ καὶ κανονικὴ παράδοση ἐπιτάσσει, ἀλλὰ πρῶτος ἄνευ ἴσων (primus sine paribus), ὅπως ὁ φιλοπαπικὸς καὶ φιλοπατριαρχικὸς ἀνώριμος νοῦς τους καὶ ἡ ἀμάθεια τοὺς ὑπαγορεύει.
Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὸν Βαρθολομαῖο, ποὺ κατακρημνίζει τὴν Παράδοση, ὅλοι οἱ πρὸ τοῦ 20οῦ αἰῶνος πατριάρχες καὶ σύνοδοι στηρίζουν καὶ ἐνισχύουν τὴν Ἀποστολικὴ καὶ Πατερικὴ Παράδοση. Γράφει σχετικὰ τὸ πατριαρχικὸ καὶ συνοδικὸ κείμενο: «Οἱ θεῖοι Πατέρες, τιμῶντες τὸν ἐπίσκοπον Ρώμης μόνον ὡς ἐπίσκοπον τῆς πρωτευούσης πόλεως τοῦ κράτους, ἀπέδωκαν αὐτῷ προεδρείας πρεσβεῖα τιμητικά, θεωρήσαντες αὐτὸν ἁπλῶς ὡς πρῶτον τῇ τάξει ἐπίσκοπον, τουτ᾽ ἔστι πρῶτον ἐν ἴσοις, ἅπερ πρεσβεῖα καὶ τῷ Κωνσταντινουπόλεως ἀπένειμαν κατόπιν, ὅτε ἡ πόλις αὕτη ἐγένετο πρωτεύουσα τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους, ὡς μαρτυρεῖ περὶ τούτου ὁ κη´ κανὼν τῆς Δ´ ἐν Χαλκηδόνι οἰκουμενικῆς Συνόδου, λέγων πρὸς τοῖς ἄλλοις τάδε:
“Τὰ αὐτὰ καὶ ἡμεῖς ὁρίζομέν τε καὶ ψηφιζόμεθα περὶ τῶν πρεσβείων τῆς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς αὐτῆς Κωνσταντινουπόλεως, νέας ῾Ρώμης· καὶ γὰρ τῷ θρόνῳ τῆς πρεσβυτέρας ῾Ρώμης διὰ τὸ βασιλεύειν τὴν πόλιν ἐκείνην οἱ πατέρες εἰκότως ἀποδεδώκασι τὰ πρεσβεῖα· καὶ τῷ αὐτῷ σκοπῷ κινούμενοι οἱ ρν´ ἐπίσκοποι τὰ ἴσα πρεσβεῖα ἀπένειμαν τῷ τῆς νέας ῾Ρώμης ἁγιωτάτῳ θρόνῳ”. Ἐκ τοῦ κανόνος τούτου καταφαίνεται, ὅτι ὁ ῾Ρώμης ἐστὶν ἐπίσκοπος ἰσότιμος τῷ ἐπισκόπῳ τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως καὶ τοῖς τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν, ἐν οὐδενὶ δὲ κανόνι καὶ παρ᾽ οὐδενὶ τῶν Πατέρων ὑπαινιγμός τις γίνεται, ὅτι ποτὲ ὁ ῾Ρώμης μόνος ἐστὶν ὁ ἀρχηγὸς τῆς καθόλου Ἐκκλησίας καὶ ὁ ἀλάθητος κριτὴς τῶν ἐπισκόπων τῶν ἄλλων ἀνεξαρτήτων καὶ αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν ἢ διάδοχος τοῦ ἀποστόλου Πέτρου καὶ τοποτηρητὴς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τῆς γῆς.
Ἑκάστη κατὰ μέρος αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία ἔν τε τῇ Ἀνατολῇ καὶ τῇ Δύσει ἦν ὅλως ἀνεξάρτητος καὶ αὐτοδιοίκητος κατὰ τοὺς χρόνους τῶν ἑπτὰ οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ὅπως δὲ οἱ ἐπίσκοποι τῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς, οὕτω καὶ οἱ τῆς Ἀφρικῆς, τῆς Ἱσπανίας, τῶν Γαλλιῶν, τῆς Γερμανίας καὶ τῆς Βρεττανίας ἐκυβέρνων τὰ τῶν Ἐκκλησιῶν αὑτῶν ἕκαστοι διὰ τῶν ἰδίων τοπικῶν Συνόδων, οὐδὲν ἀναμίξεως δικαίωμα ἔχοντος τοῦ ἐπισκόπου ῾Ρώμης, ὅστις καὶ αὐτὸς ἐπίσης ὑπήγετο καὶ ὑπεῖκεν εἰς τὰς συνοδικὰς ἀποφάσεις. Ἐν σπουδαίοις δὲ ζητήμασι, δεομένοις τοῦ κύρους τῆς καθόλου Ἐκκλησίας, ἐγίνετο ἔκκλησις εἰς οἰκουμενικὴ Σύνοδον, ἥτις μόνη ἦν καὶ ἔστι τὸ ἀνώτατον ἐν τῇ καθόλου Ἐκκλησίᾳ κριτήριον.
Τοιοῦτον ὑπῆρχε τὸ ἀρχαῖον τῆς Ἐκκλησίας πολίτευμα· οἱ δὲ ἐπίσκοποι ἦσαν ἀνεξάρτητοι ἀπ᾽ ἀλλήλων καὶ ἐλεύθεροι ὅλως ἐν τοῖς ἰδίοις ἕκαστος ὁρίοις, μόνον ταῖς συνοδικαῖς διατάξεσιν ὑπείκοντες, καὶ παρεκάθηντο ἴσοι πρὸς ἀλλήλους ἐν ταῖς συνόδοις· οὐδεὶς δὲ αὐτῶν διεξεδίκει ποτὲ μοναρχικὰ δικαιώματα ἐπὶ τῆς καθόλου Ἐκκλησίας. Εἰ δὲ ποτε φιλοδοξοῦντές τινες ἐπίσκοποι τῆς ῾Ρώμης ἤγειρον ὑπερφιάλους ἀξιώσεις ἀγνώστου ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀπολυταρχίας, οἱ τοιοῦτοι προσηκόντως ἠλέγχθησαν καὶ ἐπετιμήθησαν. Ἀνακριβὲς ἄρα καὶ προφανὴς πλάνη ἐξελέγχεται, ὅπερ διϊσχυρίζεται ὁ Λέων ΙΓ´ λέγων ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ αὐτοῦ, ὅτι πρὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ μεγάλου Φωτίου τὸ ὄνομα τοῦ ῥωμαϊκοῦ θρόνου ἦν ἅγιον παρὰ πᾶσι τοῖς λαοῖς τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, ἡ δὲ Ἀνατολὴ ὁμοίως τῇ Δύσει ὁμοθυμαδὸν καὶ ἄνευ ἀντιστάσεως ὑπετάσσετο τῷ ῾Ρωμαίῳ ἀρχιερεῖ, ὡς διαδόχῳ δῆθεν νομίμῳ τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, καὶ κατὰ συνέπειαν τοποτηρητῇ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τῆς γῆς».
Περὶ τὸ τέλος ἡ συνοδικὴ καὶ πατριαρχικὴ ἀπάντηση συμπεραίνει τὰ ἑξῆς συνοψίζουσα ὅσα περὶ τοῦ ἑαυτοῦ της καὶ τοῦ Παπισμοῦ ἐπίστευεν ἡ Ἐκκλησία διὰ τῶν αἰώνων: «Ἡ Ὀρθόδοξος ἄρα Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία δικαίως καυχᾶται ἐν Χριστῷ, ὅτι ἐστὶν ἡ Ἐκκλησία τῶν ἑπτὰ οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν ἐννέα πρώτων αἰώνων τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἑπομένως ἡ μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, “στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας” ἡ δὲ νῦν ῾Ρωμαϊκή ἐστιν Ἐκκλησία τῶν καινοτομιῶν, τῆς νοθεύσεως τῶν συγγραμμάτων τῶν ἐκκλησιαστικῶν Πατέρων καὶ τῆς παρερμηνείας τῆς τε ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν ὅρων τῶν ἁγίων Συνόδων· διὸ εὐλόγως καὶ δικαίως ἀπεκηρύχθη καὶ ἀποκηρύσσεται, ἐφ᾽ ὅσον ἂν ἐμμένῃ ἐν τῇ πλάνῃ αὐτῆς. “Κρείσσων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος, λέγει καὶ ὁ θεῖος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός, εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ”».
Ἀκολουθοῦν οἱ ὑπογραφές:
† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Ἄνθιμος ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† Ὁ Κυζίκου Νικόδημος ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† Ὁ Νικομηδείας Φιλόθεος ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† ῾Ο Νικαίας Ἱερώνυμος ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† Ὁ Προύσης Ναθαναὴλ ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† Ὁ Σμύρνης Βασίλειος ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† Ὁ Φιλαδελφείας Στέφανος ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† Ὁ Λήμνου Ἀθανάσιος ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† Ὁ Δυρραχίου Βησσαρίων ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† Ὁ Βελεγράδων Δωρόθεος ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† Ὁ Ἐλασσῶνος Νικόδημος ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† Ὁ Καρπάθου καὶ Κάσσου Σωφρόνιος ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης.
† Ὁ Ἐλευθερουπόλεως Διονύσιος ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ εὐχέτης[9].
5. Τὰ βασικὰ γνωρίσματα τῶν πατριαρχικῶν καὶ συνοδικῶν κειμένων, τοῦ 19ου αἰῶνος καὶ ἡ σημερινή τους ἀθέτηση.
Ἐπειδὴ ὅσοι ἀγωνιζόμαστε ἐναντίον αὐτῆς τῆς ἀθέσμου καὶ ἀντιπατερικῆς ἀνατροπῆς καὶ ἀλλαγῆς κατηγορούμαστε ἀπὸ κάποιους ὡς παρασυνάγωγοι καὶ ἀνυπάκουοι, ἐνῶ ἀντίθετα ἐμεῖς ἀκολουθοῦμε καὶ ὑπακούουμε στὶς τόσο πυκνὲς πατριαρχικὲς καὶ συνοδικὲς ἀποφάσεις τοῦ 19ου αἰῶνος, ποὺ ἀποτελοῦν σταθερὴ καὶ ἀδιάκοπη συνέχεια καὶ διαδοχὴ ὅλων τῶν αἰώνων, ἐνῶ ἄλλοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ φατριάζουν καὶ ἀπειθοῦν, ὅπως προκύπτει σαφέστατα ἀπὸ τὰ κείμενα ποὺ καταθέσαμε, θὰ συνοψίσουμε ἐδῶ γιὰ εὐκολώτερη κατανόηση μερικὲς ἀπὸ τὶς θέσεις τῶν κειμένων, οἱ ὁποῖες σήμερα ἔχουν ἐγκαταλειφθῆ καὶ συκοφαντηθῆ:
α) Οἱ Οἰκουμενισταὶ ἀποκαλοῦν σήμερα τοὺς Παπικούς «ἀδελφὲς ἐκκλησίες», συμμετέχουμε ἰσότιμα, ἐπὶ ἴσοις ὅροις, μὲ τοὺς Προτεστάντες, στό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», δεχόμαστε ὅτι ἔχουν ἔγκυρα μυστήρια καὶ χορηγοῦν τὴν Χάρη καὶ τὴν σωτηρία, ἐνῶ στὰ ὀρθοδοξώτατα καὶ πατερικὰ κείμενα τοῦ 19ου αἰῶνος ἀποκαλοῦνται «αἱρέσεις» μὲ βαρεῖς χαρακτηρισμούς. Ἑπομένως βάσει τῶν συνοδικῶν καὶ πατριαρχικῶν κειμένων ἔχουμε δίκαιο ὅσοι ἀποκαλοῦμε τὸ «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» ὀρθότατα καὶ ὀρθοδοξώτατα ὡς «Παγκόσμιο Συμβούλιο Αἱρέσεων».
β) Ἀπέναντι αὐτῶν τῶν αἱρέσεων δὲν ὑπάρχει σήμερα ἀγωνία καὶ ποιμαντικὴ μέριμνα, ὥστε νὰ μὴ βλαβεῖ τὸ ποίμνιο καὶ χάσει τὴν σωτηρία του. Οὔτε ἡ Συνοδικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν αἱρέσεων ἀσχολεῖται μὲ αὐτές. Ἀντίθετα εἶναι ἔκδηλο τὸ ποιμαντικὸ ἐνδιαφέρον καὶ ἡ ἀγωνία τῶν συνοδικῶν καὶ πατριαρχικῶν κειμένων, ποὺ φθάνει μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἀναιροῦνται μία πρὸς μία οἱ αἱρέσεις καὶ οἱ πλάνες. Τὸ ποίμνιο ἀγνοεῖ σήμερα τὸν κίνδυνο ἀπὸ αὐτὲς τὶς αἱρέσεις τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ.
γ) Τοὺς Χριστιανοὺς τοῦ Πάπα δὲν τοὺς ὀνομάζουν τὰ κείμενα οὔτε Καθολικοὺς οὔτε Ρωμαιοκαθολικούς, ἀλλὰ Κατόλικους καὶ Παπιστάς. Χρησιμοποιοῦν τό «Κατόλικοι», γιὰ νὰ δείξουν ὅτι ἔχουν νοθεύσει τό «Καθολικοί», ἀλλὰ καὶ ἀκουόμενο νὰ ὑπενθυμίζει τοὺς λύκους: «Κατόλυκοι». Ἀληθινὰ Καθολικοὶ εἴμαστε οἱ Ὀρθόδοξοι, ὡς μέλη τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ Ρωμαιοκαθολικοί, διότι ἀκολουθοῦμε, τὴν ὀρθόδοξη παλαιὰ Ρώμη (τῆς Ἰταλίας) καὶ τὴν ὀρθόδοξη Νέα Ρώμη (Κωνσταντινούπολη).
δ) Σήμερα ἡ αἱρετίζουσα θρασύτητα τῆς «Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν» τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος (Βόλος), θέλει, καὶ ἐπιδιώκει νὰ παραμερίσει νὰ περιθωριοποιήσει τοὺς Ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν γνωστὴ «Μεταπατερικὴ Θεολογία» ἤ «Μεταπατερικὴ Αἵρεση», ὅπως τὴν ἀποκάλεσε γνωστὸς ἑλλαδίτης ἐπίσκοπος. Τὴν «Μεταπατερικὴ Αἵρεση» καλύπτουν καὶ τὸ Φανάρι καὶ ἡ Ἀθήνα μὲ ἐπαίνους, ἐγκώμια, βραβεῖα κ.ἄ. πρὸς τοὺς ἐκπροσώπους της, ἀντὶ ποινῶν καὶ ἐπιπλήξεων, δυστυχῶς στὴν πράξη πράττουν τὸ ἴδιο καὶ κάποιοι ἐπίσκοποι ποὺ τὴν ἐπικρίνουν στὴν θεωρία. Στὰ συνοδικὰ καὶ πατριαρχικὰ κείμενα ἀντίθετα εἶναι ἔκδηλος ὁ σεβασμὸς καὶ συχνότατη ἡ ἐπίκληση τῶν Ἁγίων Πατέρων, τῶν ὁποίων ἀκολουθοῦν μὲ πιστότητα τὴν αὐστηρὴ στάση ἔναντι τῶν αἱρετικῶν.
Παραμερίζουν τοὺς Ἁγίους Πατέρες, διότι ἀποτελοῦν φραγμὸ καὶ ἐμπόδιο στὴν κακὴ «ἕνωση» ποὺ ἑτοιμάζουν μὲ τοὺς ἑτεροδόξους καὶ ἀλλοθρήσκους. Ἔτσι μόνον δικαιολογεῖται ἡ παντελῶς ἀδικαιολόγητη, ἀπαράδεκτη καὶ βλάσφημη, οἰκουμενιστικὴ ρήση τοῦ πατριάρχου Βαρθολομαίου, ποὺ ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριῶν στὸ Ἅγιον Ὄρος, οἱ ὁποῖες κατασίγασαν δυστυχῶς μετὰ ἀπὸ ἀστεῖες, γιὰ παιδιὰ καὶ ἀνοήτους, ἐξηγήσεις. Εἶπε ὁ πατριάρχης, γιὰ νὰ θυμόμαστε: «Οἱ κληροδοτήσαντες εἰς ἡμᾶς τὴν διάσπασιν προπάτορες ἡμῶν ὑπῆρξαν ἀτυχῆ θύματα τοῦ ἀρχεκάκου Ὄφεως καὶ εὑρίσκονται ἤδη εἰς χεῖρας τοῦ δικαιοκρίτου Θεοῦ. Αἰτούμεθα ὑπὲρ αὐτῶν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ»[10].
Νὰ λοιπὸν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ «ἐπὶ ἴσοις ὅροις»· σατανοκίνητοι οἱ αἱρετικοί, σατανοκίνητοι καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ὁ Μ. Φώτιος, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, οἱ Ἅγιοι Κολλυβάδες κ.ἄ. Ὑπάρχει χειρότερη βλασφημία; Μὲ βάση αὐτὴν τὴν δήλωση θὰ πρέπει νὰ κατεβάσουμε τὶς εἰκόνες αὐτῶν τῶν Ἁγίων, ὁμολογητῶν καὶ ἀγωνιστῶν τῆς Ὀρθοδοξίας, νὰ καταργήσουμε τὶς ἑορτὲς καὶ τὶς ἀκολουθίες τους, καὶ ἀντὶ νὰ ζητοῦμε τὶς πρεσβεῖες τους, νὰ κάνουμε μνημόσυνα, γιὰ νὰ τοὺς συγχωρήσει ὁ Θεός. Δὲν ἀποκλείεται καὶ αὐτὸ νὰ συμβεῖ, ἀφοῦ ἀκολουθοῦμε καὶ θαυμάζουμε τὸν πάπα. Λίγους ἁγίους κατήργησε ὁ ἀλάθητος καί «πρῶτος χωρὶς ἴσους» πάπας;
ε) Στὸν Διάλογο Ὀρθοδόξων καὶ Παπικῶν ποὺ διαρκεῖ τριάντα πέντε χρόνια, γιατὶ ἐκτὸς τῶν ἄλλων λόγων συζητούσαμε ἐπὶ ἔτη, κατὰ παγκόσμια ἱστορικὴ πρωτοτυπία ὄχι γιὰ τὰ διαιροῦντα ἀλλὰ γιὰ τὰ ἑνοῦντα, ἀρχίσαμε ἐπὶ τέλους νὰ συζητοῦμε γιὰ τὸ τεράστιο θέμα τοῦ «πρωτείου» τοῦ πάπα. Καὶ στὸ θέμα αὐτὸ γιὰ πρώτη φορὰ Ὀρθόδοξοι θεολόγοι ἀπέκλιναν ἀπὸ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐδέχθησαν, παπίζοντες καὶ λατινίζοντες, πρωτοφανῆ κακόδοξη θεωρία ὅτι τό «πρωτεῖο» ὑπάρχει σὲ τρία ἐπίπεδα· σὲ τοπικὸ σὲ περιφερειακὸ καὶ σὲ παγκόσμιο. Σὲ τοπικὸ πρῶτος εἶναι ὁ ἐπίσκοπος σὲ σχέση μὲ τοὺς ἄλλους κληρικούς, σὲ περιφερειακὸ ὁ μητροπολίτης σὲ σχέση μὲ τοὺς ἄλλους ἐπισκόπους, καὶ σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο ὁ πάπας σὲ σχέση μὲ ὅλους τοὺς ἐπισκόπους.
Ἡ παπικὴ αὐτὴ θεωρία, ὑποστηρίχθηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τοὺς θεολόγους τοῦ Φαναρίου μέσα στὸν Διάλογο, διότι ἂν γινόταν δεκτή -εὐτυχῶς ποὺ δὲν ἔγινε- καὶ δεδομένου ὅτι ὁ πάπας, πρὶν νὰ γίνει ἡ ἕνωση, ἔχει δικαιοδοσία μόνον ἐπὶ τῶν Παπικῶν, ὡς πρῶτος μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο ἀπομένει ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Μεγάλη θεολογικὴ ἀνακάλυψη γιὰ τὴν στήριξη τοῦ Φαναρίου, ἡ ὁποία συμπληρώθηκε ἀπὸ μικροὺς καὶ ἀνόητους θεολόγους μὲ δύο ἄλλες μεγάλες θεολογικὲς ἀνακαλύψεις! Ὅτι ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, πολὺ περισσότερο ὁ πάπας, εἶναι πρῶτος ὄχι μεταξὺ ἴσων, ὅπως διαχρονικὰ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ δέχεται ἡ Ἐκκλησία (primus inter pares), ἀλλὰ εἶναι πρῶτος χωρὶς ἴσους (primus sine paribus).
Καὶ γιὰ νὰ μὴ στηρίζεται τὸ πρωτεῖο μόνο σὲ ἱστορικοὺς λόγους, στὴν πολιτικὴ δηλαδὴ σημασία τῶν θρόνων, στὴν Ρώμη καὶ στὴν Κωνσταντινούπολη ὡς πρωτεύουσα τῆς αὐτοκρατορίας, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τοὺς ῾Ιεροὺς Κανόνες, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἔχει καὶ θεολογικὴ θεμελίωση, νὰ προέρχεται ὄχι ἐξ ἀνθρωπίνου, ἀλλὰ ἐκ θείου δικαίου, ἐφεῦραν τὴν τριαδολογικὴ θεμελίωση τοῦ πρωτείου μὲ βάση τὸ πρωτεῖο τοῦ Πατρὸς σὲ σχέση μὲ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μέσα στὴν Ἁγία Τριάδα. Ποιός μπορεῖ νὰ ἰσχυρισθεῖ ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν φωτίζει καὶ τοὺς σημερινοὺς θεολόγους στὴν διεκδίκηση πρωτείων, πρωτοκαθεδρίας, ἀξιωμάτων; Δὲν τὰ ἐγνώριζαν αὐτὰ μεγάλοι Ἅγιοι Πατριάρχες, δὲν τοὺς εἶχε φωτίσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, καὶ μᾶς παρέδωσαν, ὅπως καὶ τὰ συνοδικὰ καὶ πατριαρχικὰ κείμενα τοῦ 19ου αἰῶνος, ὅτι δὲν ὑπάρχουν «πρωτεῖα ἐξουσίας» ἀλλά «πρεσβεῖα τιμῆς»;
Ὅτι καὶ ὁ πάπας τῆς Παλαιᾶς Ρώμης καὶ ὁ πατριάρχης τῆς Νέας Ρώμης εἶναι ἴσοι μὲ ὅλους τοὺς ἐπισκόπους; Ἁπλῶς κατὰ τὴν τάξη τῶν θρόνων εἶναι «πρῶτοι μεταξὺ ἴσων» καὶ αὐτὴ ἡ πρωτιά τους, αὐτὴ ἡ πρόταξη, ὀφείλεται στὴν πολιτικὴ σημασία τῶν πόλεων-θρόνων, δὲν προέρχεται ἐκ θείου δικαίου, ποὺ δὲν ἀλλάσσει, ἀλλὰ ἐξ ἀνθρωπίνου δικαίου, ποὺ μπορεῖ νὰ ἀλλάξει.
στ) Προωθοῦν σήμερα οἱ Οἰκουμενισταὶ ὄχι τὴν ἀληθινὴ ἕνωση, ἀλλὰ τὴν κακὴ ἕνωση, ὅπως ἔγινε καὶ στὴν ψευδοσύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας. Ἀληθινὴ εἶναι ἡ ἕνωση, ὅταν ὑπάρχει ἑνότητα στὴν πίστη, ὅταν πιστεύουν ὅλοι στὰ ἴδια δόγματα τῆς πίστεως, καὶ κατ᾽ ἐπέκτασιν ὅταν ὑπάρχει ἑνότητα στὴν λατρεία καὶ στὴν διοίκηση· σὲ θέματα μάλιστα πίστεως δὲν δικαιολογεῖται καμμία ποικιλομορφία· «ἰῶτα ἕν, ἢ μία κεραία» δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διαφέρει. Αὐτὸς ποὺ ἀλλάσσει τὴν πίστη στὸ παραμικρό, αὐτὸς καταστρέφει τὸ πᾶν.
Ἡ ἕνωση ποὺ προβάλλεται σήμερα εἶναι κακὴ ἕνωση· ἐπιτρέπονται καὶ δικαιολογοῦνται οἱ διαφορὲς στὴν πίστη, ὅπως στὰ συγκρητιστικὰ συστήματα· θὰ κρατήσουμε ὅλοι τὰ πιστεύματά μας, καὶ οἱ αἱρέσεις τὶς πλάνες τους, καὶ θὰ ἑνώσουμε τὴν ἀλήθεια μὲ τὸ ψέμμα· αὐτὸ ποὺ ἐνδιαφέρει τὸν πάπα εἶναι νὰ τὸν ἀναγνωρίσουμε ὡς πρῶτο, τοὺς δὲ Προτεστάντες νὰ πιστεύουν καὶ νὰ διδάσκουν, ὡς ἄλλοι πάπες, ὁ καθένας ὅ,τι θέλει, ὥστε νὰ ὑπάρχει πολλότης καὶ ποικολομορφία. Τὰ κείμενα, συνοδικὰ καὶ πατριαρχικὰ ποὺ παραθέσαμε «ἑπόμενα τοῖς Ἁγίοις Πατράσι», διδάσκουν ὅτι ἀπαραίτητος ὅρος γιὰ τὴν ἕνωση εἶναι ἡ ἀποτίναξη, ἡ ἀπόρριψη ὅλων τῶν αἱρέσεων καὶ κατόπιν ἡ ἕνωση «μετὰ τῆς Ἐκκλησίας»· ὄχι «ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν» ἀλλά «ἕνωση μὲ τὴν Ἐκκλησία».
ζ) Πρὶν νὰ ἐπιτευχθεῖ αὐτὴ ἡ ἀληθινὴ ἕνωση τῶν αἱρετικῶν μὲ τὴν Ἐκκλησία, κάθε ἐπικοινωνία μὲ αὐτοὺς εἶναι ἄθεσμη, ἀντικανονική. Καὶ αὐτὸ δὲν προέρχεται ἀπὸ ἔλλειψη ἀγάπης, ἀλλὰ ἀπὸ ἀληθινὴ ἀγάπη. Γιὰ νὰ διερωτηθοῦν, γιατί δὲν ἐπικοινωνοῦμε μαζί τους, καὶ νὰ μάθουν ὅτι ὅσα πιστεύουν καὶ πράττουν εἶναι ἀντιευαγγελικὰ καὶ ὁδηγοῦν στὴν ἀπώλεια. Ὅποιος ἀγαπᾶ λέγει τὴν ἀλήθεια στὸν ἀγαπώμενο, δὲν τὸν παραπλανᾶ.
η) Οἱ διεξαγόμενοι σήμερα Διάλογοι «ἐπὶ ἴσοις ὅροις» ἀποτελοῦν τέχνασμα τοῦ Διαβόλου, ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξισώσει τὴν ἀλήθεια μὲ τὸ ψεῦδος, τὴν ᾽Ορθοδοξία μὲ τὴν αἵρεση. Τὸ «ἐπὶ ἴσοις ὅροις» σημαίνει ὅτι ἀποδέχονται οἱ διαλεγόμενοι ὅτι μπορεῖ νὰ ἔχουν τὴν ἀλήθεια καὶ οἱ δύο πλευρές· δὲν ὑπάρχει ἡ ἀλήθεια ἀποκλειστικὰ στὴ μία πλευρά. Καὶ μόνον ἡ ἀποδοχὴ αὐτοῦ τοῦ ὅρου σημαίνει ὅτι ἀμφιβάλλουμε γιὰ τὸ ἂν ὁ Χριστός, ἡ Ἐκκλησία, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Πατέρες ἔχουν καὶ διδάσκουν τὴν ἀλήθεια.
Ἂν στὴν «ἐπὶ ἴσοις ὅροις» συζήτηση τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστεως, λόγῳ ρητορικῆς δεινότητος τῶν αἱρετικῶν, ὑψηλοτέρου μορφωτικοῦ ἐπιπέδου, διαλεκτικῆς ἱκανότητος ὑπερισχύσουν τῶν ἀσθενεστέρων εἰς αὐτὰ Ὀρθοδόξων ἢ τοὺς ἐξαναγκάσουν μὲ διαφόρους τρόπους, ὅπως ἔγινε στὴν Φερράρα-Φλωρεντία, νὰ δεχθοῦν τὰ τῶν αἱρετικῶν, αὐτὸ σημαίνει ὅτι βρέθηκε ἡ ἀλήθεια; Ἡ Ἐκκλησία διὰ τῶν αἰώνων κηρύσσει, διδάσκει, νουθετεῖ, ὁμολογεῖ τὴν ἀλήθεια πρὸς τοὺς ἀντιφρονοῦντες, πιστεύουσα ἀκραδάντως ὅτι ἔχει τὴν ἀλήθεια· δὲν ἐξισώνεται μὲ τὴν αἵρεση «ἐπὶ ἴσοις ὅροις», ἀφήνουσα νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι καὶ οἱ αἱρετικοὶ μπορεῖ νὰ ἔχουν τὴν ἀλήθεια καὶ ὅτι αὐτὸ θὰ προκύψει ἀπὸ τὸν διάλογο. Αὐτὸ ἐπίστευε ὁ Κύριος συζητώντας μὲ τὴν Σαμαρείτιδα, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες; Διδάσκουμε κηρύττουμε, ὁμολογοῦμε τὴν ἀλήθεια, «μαθητεύουμε πάντα τὰ ἔθνη», καὶ ἂν οἱ διδασκόμενοι καὶ νουθετούμενοι δὲν πείθονται, τοὺς ἀφήνουμε νὰ ἀκολουθήσουν τὸν δρόμο τους.
Δὲν συζητοῦμε ἐπὶ πέντε, δέκα, εἴκοσι, σαράντα χρόνια. Εἶναι σαφὴς ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίανπαραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος»[11]. Αὐτὸ ἐτήρησε καὶ ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμίας Β´, ὁ ὀνομαζόμενος Τρανός, στὸν δι᾽ ἀλληλογραφίας διάλογο ποὺ ἔκανε μὲ τοὺς Προτεστάντες θεολόγους τῆς Τυβίγκης. Ὅταν ἀπὸ τὶς ἀπαντήσεις τους κατάλαβε ὅτι ἐμμένουν στὶς πλάνες τους, διέκοψε τὸν διάλογο καὶ τοὺς ἄφησε στὸν δρόμο τῆς πλάνης. Τοὺς ἔγραψε τὸ 1581: «Ἀξιοῦμεν δὲ ὑμᾶς τοῦ λοιποῦ μὴ κόπους παρέχειν ἡμῖν, μηδὲ περὶ τῶν αὐτῶν γράφειν καὶ ἐπιστέλλειν, εἴ γε τοὺς τῆς Ἐκλησίας φωστῆρας καὶ θεολόγους ἄλλοτε ἄλλως μεταχειρίζεσθε, καὶ τοῖς λόγοις τιμῶντες αὐτοὺς καὶ ἐπαίροντες τοῖς ἔργοις ἀθετεῖτε, καὶ τὰ ὅπλα ἡμῶν ἄχρηστα ἀποδεικνύετε, τοὺς λόγους αὐτῶν τοὺς ἁγίους καὶ θείους δι᾽ ὧν ἡμεῖς γράφειν καὶ ἀντιλέγειν ὑμῖν εἴχομεν. Ὥστε τὸ καθ᾽ ὑμᾶς, ἀπαλλάξατε τῶν φροντίδων ἡμᾶς. Τὴν ὑμετέραν οὖν πορευόμενοι, μηκέτι μὲν περὶ δογμάτων, φιλίας δὲ μόνης ἕνεκα, εἰ βουλητόν, γράφετε»[12].
θ) Τέλος, εἶναι ἀπαραίτητο καὶ κρίσιμο νὰ τονισθεῖ ὅτι τελικῶς στὶς συνοδικὲς διεργασίες ἀποφασιστικὸ ρόλο καὶ λόγο ἔχει ὁ πιστὸς λαός, ὁ ὁποῖος διαμορφώνει μὲ τὴν στάση του, θετικὰ ἢ ἀρνητικά, τὴν συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Χωρὶς τὴν συγκατάθεση καὶ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας οἱ ἀποφάσεις ὁποιωνδήποτε ἐπισκόπων καὶ ὁποιωνδήποτε συνόδων, ἀκόμη καὶ οἰκουμενικῶν, εἶναι ἄκυρες καὶ ἄχρηστες. Αὐτὸ συνέβη πολλὲς φορὲς στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, ὅπως π.χ. μὲ τὴν εἰκονομαχικὴ σύνοδο τῆς Ἱερείας τοῦ 754 καὶ μὲ τὴν ψευδοσύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439), ποὺ μολονότι συγκλήθηκαν ὡς οἰκουμενικές, ἀπορρίφθηκαν ὡς αἱρετικές.
Αὐτὸ ὀφείλουν νὰ τὸ λάβουν σοβαρὰ ὑπ᾽ ὄψιν οἱ ὑπεύθυνοι τῆς συγκλήσεως τὸ ἑπόμενο ἔτος (2016) τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ ἔτη κάτω ἀπὸ τὸν οὐδέτερο τίτλο«Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο» προσπαθοῦν νὰ ἀποχαρακτηρίσουν τὶς αἱρετικὲς χριστιανικὲς κοινότητες καὶ νὰ τὶς δεχθοῦν, γιὰ πρώτη φορὰ στοὺς αἰῶνες, ὡς ἐκκλησίες καὶ ὡς ὁδοὺς σωτηρίας. Ἐπαναλαμβάνουμε τὶ ἀπήντησαν οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχες τὸ 1848 πρὸς τὸν πάπα Πίο Θ´: «Ἔπειτα παρ᾽ ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι οὔτε Σύνοδοι, ἐδυνήθησαν ποτε εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς θρησκείας ἐστὶν αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτὸς ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τὸ θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καὶ ὁμοειδὲς τῷ τῶν Πατέρων αὐτοῦ»[13].
[1]. Β´ Τιμ. 2, 9.
[2]. Α´ Κορ. 2, 25.
[3]. Ιωαννου Καρμιρη, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας τόμ. ΙΙ, Akademische Druck – u. Verlagsanstalt Graz-Austria 19682, σελ. 951-972.
[4]. Ἐννοοῦν τοὺς Οὐνίτες ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι, ἐνδυόμενοι ἐξωτερικὰ ὅπως οἱ Ὀρθόδοξοι καὶ στὴν λατρεία καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, παρασύρουν πολλοὺς ἁπλοὺς πιστοὺς στὴν αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ.
[5]. Ιωαννου Καρμιρη, Αὐτόθι, σελ. 973-982.
[6]. Αὐτόθι, σελ. 982-1005.
[7]. Αὐτόθι, σελ. 1006-1010.
[8]. Περὶ αὐτοῦ ὁ Τ. Γριτσοπουλοσ, γράφει εἰς «Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία», τόμ. 4, στ. 400: «Μεταξὺ 1891 καὶ 1896 ἐδίδαξεν ὡς καθηγητὴς τῆς Σχολῆς Χάλκης. Εὐρέως ἔγινε τότε γνωστὸς ἀπὸ τὴν περίφημον κατ᾽ ἐντολὴν Ἀνθίμου Στ´ ἐγκύκλιον εἰς ἀπάντησιν τοῦ πάπα Λέοντος ΙΓ´, καλοῦντος εἰς ἕνωσιν τὰς ἀνατολικὰς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐν λόγῳ πατριαρχικὴ ἐγκύκλιος μετεφράσθη εἰς ὅλας τὰς εὐρωπαϊκὰς γλώσσας καὶ ἐσχολιάσθη εὐμενῶς».
[9]. Ιωαννου Καρμιρη, Αὐτόθι, σελ. 1016-1032.
[10]. Περιοδικό «Ἐπίσκεψις» τοῦ «Ὀρθοδόξου Κέντρου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου» στὸ Σαμπεζὺ τῆς Γενεύης, τεῦχος 563, σελ. Δημοσιεύθηκε ἐπίσης στήν «Ἐκκλησιαστικὴ Ἀλήθεια» τῶν Ἀθηνῶν στὶς 16-2-1998. Ἡ δικαιολογητικὴ ἀπάντηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου πρὸς τοὺς Ἁγιορεῖτες δὲν δημοσιεύθηκε ποτέ. Ἂς τὴν δημοσιεύσουν ἐπὶ τέλους εἴτε οἱ ἀποστείλαντες εἴτε οἱ παραλῆπτες.
[11]. Τίτ. 3, 10-11.
[12]. Ιωαννου Καρμιρη, Αὐτόθι, σελ. 569.
[13]. Αὐτόθι, σελ. 1000.
Ναυάγιο υπήρξε στη Διορθόδοξη Επιτροπή για τη σύνταξη του Κανονισμού εργασιών της Πανορθόδοξης Συνόδου. Η αποτυχία των δεκατεσσάρων κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών να καταλήξουν σε θετικό αποτέλεσμα επί θέματος όχι ουσίας, δείχνει τη δυσκολία που υπάρχει στο να πραγματοποιηθεί η Πανορθόδοξη Σύνοδος. Οι πιθανότητες έχουν περιοριστεί σημαντικά.
Οι συνεδριάσεις ήταν να διεξαχθούν επί τριήμερο πρωί –απόγευμα από το πρωί της Τετάρτης, 16ης Δεκεμβρίου, έως την απογευματινή συνεδρίαση της Παρασκευής, 18ης του ιδίου μηνός. Τελικά οι εργασίες της Επιτροπής δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ. Ουσιαστικά τέλειωσαν από την πρώτη ημέρα. Στο αδιέξοδο που υπήρξε την πρώτη ημέρα αποφασίστηκε να σταματήσουν να συζητούν επί του Κανονισμού των εργασιών της Συνόδου και την επόμενη ημέρα, Πέμπτη, 17η Δεκεμβρίου, να καταλήξουν τουλάχιστον σε ένα Ανακοινωθέν. Ούτε αυτό κατέστη δυνατόν να επιτευχθεί και οι αντιπροσωπείες από την Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου, άρχισαν να αποχωρούν άπρακτες. Χρήματα, κόποι, χρόνος δαπανήθηκαν εις μάτην...
Η Επιτροπή τερμάτισε τις εργασίες της πριν καν αρχίσουν σε ξενοδοχείο βορείου προαστείου της Αθήνας. Από την πρώτη στιγμή φάνηκαν οι δυσκολίες που υπήρχαν. Κατά τη διάρκεια της πρώτης ημέρας και ενώ συζητούνταν τα πρώτα τέσσερα άρθρα του σχεδίου Κανονισμού, από τα δεκαέξι που κατέθεσε τελικά το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Αντιπροσωπεία του Πατριαρχείου Αντιοχείας ζήτησε να περιληφθεί στον Κανονισμό ειδικό άρθρο, με το οποίο να προβλέπεται ότι στην περίπτωση απουσίας η αποχωρήσεως μιας ή περισσοτέρων Ορθοδόξων Εκκλησιών από τη Σύνοδο να επιβάλλεται η διάλυση της. Την πρότασή της υποστήριξαν και οι Εκκλησίες Ρωσίας, Γεωργίας και Τσεχίας και Σλοβακίας και μάλλον της Σερβίας. Οι άλλες Εκκλησίες υποστήριξαν ότι αν περάσει μια τέτοια πρόταση, τότε η ολοκλήρωση των εργασιών της Συνόδου θα εξαρτάται από την αποχώρηση ή όχι έστω και μιας Εκκλησίας, που έτσι θα μπορεί να δρα εκβιαστικά έναντι των υπολοίπων.
Ο προεδρεύων της Επιτροπής Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης μπρος στο προφανές αδιέξοδο από την επιμονή της Αντιόχειας και των άλλων Εκκλησιών, που υποστήριξαν την πρότασή της, πρότεινε να διακοπεί η συζήτηση επί του Κανονισμού και να δημιουργηθεί Επιτροπή που να καταθέσει νέα πρόταση. Όμως και αυτή δεν έγινε ομόφωνα δεκτή. Έτσι από τα δεκαέξι άρθρα της προτάσεως του Φαναρίου τις δύο από τις τρεις ημέρες των εργασιών της Επιτροπής είχαν συζητηθεί μόνο τα τέσσερα και οι εκπρόσωποι του Πατριαρχείου Αντιοχείας επέμεναν στην πρότασή τους. Το αδιέξοδο ήταν ανυπέρβλητο και άδοξα διακόπηκαν οι εργασίες της Επιτροπής.
Η συζήτηση επί του Κανονισμού παραπέμφθηκε στην προσεχή Σύναξη των Ορθοδόξων Εκκλησιών, μάλλον τον προσεχή Ιανουάριο. Όμως και αυτή η Σύναξη φαίνεται ότι θα έχει τεράστιες δυσκολίες να οδηγηθεί σε κάποιο θετικό αποτέλεσμα. Μητροπολίτης διερωτήθηκε αφού οι αντιπροσωπείες των Ορθοδόξων Εκκλησιών δεν συμφώνησαν επί του Κανονισμού πώς είναι δυνατό να συμφωνήσουν οι επικεφαλής τους;...Ο Πατριάρχης Αντιοχείας και αν παραστεί στη Σύναξη θα θέσει την ίδια πρόταση, που δεν είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτή και επομένως, με τα σημερινά δεδομένα, είναι σχεδόν αδύνατο να υπάρξει συμφωνία για να προχωρήσει η Πανορθόδοξη Σύνοδος.
Οι δυσκολίες στη Σύναξη του προσεχούς Ιανουαρίου δεν θα είναι μόνο επί του Κανονισμού. Θα είναι και επί της συμμετοχής Προκαθημένων σ’ αυτήν. Ορισμένοι έχουν ήδη δηλώσει ότι δεν θα παραστούν, υποβαθμίζοντας έτσι τη σημασία της. Αν δεν υπάρξει κάποια αλλαγή στην απόφασή τους οι Πατριάρχες Αντιοχείας, Μόσχας και Γεωργίας και οι Αρχιεπίσκοποι Αθηνών και Τσεχίας και Σλοβακίας δεν πρόκειται να συμμετάσχουν. Ο Μητροπολίτης Γαλλίας κ. Εμμανουήλ, σε διάλειμμα των εργασιών της Συνάξεως επί του Κανονισμού, επισκέφθηκε τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο για να τον μεταπείσει και να συμμετάσχει στη Σύναξη του Ιανουαρίου, αλλά του δόθηκε αρνητική απάντηση. Σημειώνεται ότι τον Αρχιεπίσκοπο τον επισκέφθηκε και ο επικεφαλής της αντιπροσωπείας του Πατριαρχείου της Μόσχας, Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ κ. Ιλαρίων...
Η τυχόν ματαίωση της Πανορθόδοξης Συνόδου θα αποτελέσει σοβαρό πλήγμα στο κύρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και προσωπικά του Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου. Οι αμετροέπειες των ανθρώπων του Φαναρίου, που υπερβολικά διαφήμιζαν το «κοσμοϊστορικό γεγονός» της Συνόδου έγινε μπούμεραγκ σε βάρος του. Μητροπολίτης της Εκκλησίας της Ελλάδος που ενημερώθηκε για τα δραματικά γεγονότα που συνέβησαν στην Επιτροπή επί του Κανονισμού σημείωσε ότι ο Θεός γνωρίζει καλύτερα από όλους αν πρέπει να διεξαχθεί η Πανορθόδοξη, και μάλιστα όπως επιδιώκεται να διεξαχθεί.
Πηγή: Θρησκευτικά
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...