
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
Τὸ οἰκουμενιστικὸ καὶ συγκρητιστικὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς μας τείνει νὰ ὑποβαθμίζει τὴ δογματικὴ ἀκρίβεια τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστεως, προκειμένου νὰ προωθήσει εἴτε τὴν ἕνωση τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τοὺς ἑτεροδόξους εἴτε τὴν ἐξάπλωση τοῦ δαιμονικοῦ φαινομένου τῆς πανθρησκείας.
Ἴσως σὰν ἀπὸ ἀντίδραση πρὸς τὸ πνεῦμα αὐτὸ παρουσιάζεται ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ μία τάση νὰ ἀνακαλύπτονται κακοδοξίες ἀκόμη καὶ ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχουν καὶ νὰ στιγματίζονται ὡς αἱρετικοὶ ἄνθρωποι ποὺ εἶναι Ὀρθόδοξοι.
Ἀφορμὴ γιὰ τὶς παραπάνω σκέψεις μᾶς ἔδωσε ἀντιπαράθεση ποὺ ἔλαβε χώρα πρὸ καιροῦ γύρω ἀπὸ τὴν ἔννοια τοῦ θεοπασχητισμοῦ.
Ἕνας θεολόγος δημοσίευσε σχετικὸ ἄρθρο σὲ γνωστὸ θεολογικὸ περιοδικό. Τὸ ἄρθρο γραμμένο σὲ σύγχρονη γλώσσα μιλοῦσε γιὰ τὸ πάθος τοῦ Κυρίου ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ καὶ τόνιζε πὼς αὐτὸ δὲν ἦταν πάθος ἁπλοῦ ἀνθρώπου ἀλλὰ πάθος Θεοῦ, τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου. Διευκρίνιζε ὅμως σαφῶς ὅτι δὲν ἔπασχε ὁ Κύριος κατὰ τὴν ἀπαθὴ θεότητά Του. Τὸ κείμενό του ἦταν ὀρθόδοξο. Ἴσως ὁ συγγραφέας του, ἂν εἶχε φαντασθεῖ ὅτι θὰ προκαλοῦσε ἀντιδράσεις, θὰ μποροῦσε νὰ διευκρινίσει ἀναλυτικότερα τὴ σκέψη του.
Ἀπὸ τὸ σημεῖο ὅμως αὐτὸ μέχρι τὸ νὰ κατηγορηθεῖ ὡς αἱρετικὸς ἀπὸ ὑπευθύνους ἀντιαιρετικοῦ Γραφείου μιᾶς Μητροπόλεως ἡ ἀπόσταση εἶναι πολὺ μεγάλη. Καὶ γίνεται ἀκόμη μεγαλύτερη, ὅταν στὸ κατηγορητήριο ποὺ ἀδίκως τοῦ προσάπτουν, χρησιμοποιοῦνται διατυπώσεις δογματικῶς ἐπιλήψιμες.
Διότι πράγματι εἶναι κακόδοξη ἡ διατύπωση τῶν ὑπευθύνων τοῦ ἀντιαιρετικοῦ Γραφείου: «Ὅμως ἐπὶ τοῦ σταυροῦ δὲν ἔπαθε ὁ Θεάνθρωπος, ἀλλὰ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις τοῦ Θεανθρώπου». Αὐτὸ εἶναι καθαρὸς Νεστοριανισμός!
Ἐξίσου λανθασμένη πάλι εἶναι καὶ ἡ ἄλλη διατύπωσή τους: «Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς δὲν συμμετεῖχε στὴν ὀδύνη καὶ τὸ πάθος, διότι ἂν ὁ Θεός (δηλαδὴ ἡ Θεία Φύσις του) συμμετεῖχε πραγματικὰ στὴν ὀδύνη καὶ στὸ πάθος, τότε ὁπωσδήποτε θὰ εἶχε ὑποστεῖ τροπὴ καὶ ἀλλοίωση ἡ Θεία Του Φύση». Ἐδῶ εἶναι κακόδοξη ὄχι μόνο ἡ ὅλη ἔννοια ἀλλὰ καὶ ἡ ἐντὸς παρενθέσεως διευκρίνιση τῆς λέξεως «Θεὸς» μὲ τὴ φράση «δηλαδὴ ἡ Θεία Φύσις του»· διότι μιὰ τέτοια διευκρίνιση ἀρνεῖται τὴν ὕπαρξη τῶν θείων Προσώπων. Μὲ τὴ λέξη «Θεὸς» δὲν ἐννοοῦμε μόνο τὴ θεία Φύση ἀλλὰ καὶ τὰ θεῖα Πρόσωπα, καὶ μάλιστα πρωτίστως τὰ θεῖα Πρόσωπα. Ἐν προκειμένῳ ὁ ἐπικρινόμενος ἀπ᾿ αὐτοὺς συγγραφέας εἶχε χρησιμοποιήσει τὴ λέξη «Θεὸς» ὡς πρὸς τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου – διατύπωση κατὰ πάντα ὀρθόδοξη.
Ἀπαράδεκτη ὅμως δογματικῶς εἶναι καὶ ἄλλη φράση τῶν κατηγόρων του. Ἐπικρίνοντας τὴ φράση τοῦ ἀρθρογράφου «πάσχει ὁ Χριστός», γράφουν: «Δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἔκφραση: “πάσχει ὁ Χριστός”, διότι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Θεάνθρωπος, Θεὸς μαζὶ καὶ ἄνθρωπος, ἀλλά, πάσχει ἡ ἀνθρωπίνη φύσις τοῦ Χριστοῦ». Ἡ διατύπωσή τους αὐτὴ δὲν εἶναι ἁπλῶς πολὺ σοβαρὸ λάθος. Εἶναι αἱρετικὴ κακοδοξία ποὺ καταλύει τὴν καρδιὰ τοῦ χριστολογικοῦ μυστηρίου, καὶ ξεπερνάει ἀκόμη καὶ τὶς πιὸ ἀκραῖες ἀντιλήψεις τῶν αἱρετικῶν Νεστοριανῶν. Δὲν θέλουμε νὰ ποῦμε ὅτι οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ ἀντιαιρετικοῦ Γραφείου εἶναι αἱρετικοί. Θεωροῦμε ὅτι ἀπὸ ἄγνοια καὶ μέσα στὸν ὑπερβολικὸ ζῆλο τους γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως διολίσθησαν χωρὶς νὰ τὸ συνειδητοποιήσουν σὲ διατυπώσεις ἀπὸ ἀδόκιμες δογματικῶς μέχρι σοβαρὰ ἐπιλήψιμες.
Συνοπτικῶς: Ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ πάσχει ὁ Θεός, ὁ Θεὸς Λόγος. Ὄχι ὅμως κατὰ τὴ θεία Φύση Του ἀλλὰ κατὰ τὴν προσληφθεῖσα ἀνθρώπινη φύση Του. Τὸ πάθος Του εἶναι πάθος Θεοῦ, ὄχι τῆς θείας Φύσεως ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ Λόγου. Γι᾿ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ μᾶς σώζει. Καὶ αὐτὸ εἶναι ποὺ πολὺ σωστὰ ὀνομάζεται «ὀρθόδοξος θεοπασχητισμός», σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν αἱρετικὸ θεοπασχητισμὸ τῶν Μονοφυσιτῶν ποὺ ἀποδίδουν τὸ πάθος στὴ θεία Φύση.
Κατὰ συνέπειαν ἡ ὅποια ἀντίδρασή μας πρὸς τὸ οἰκουμενιστικὸ καὶ πανθρησκειακὸ πνεῦμα δὲν πρέπει νὰ μᾶς παρασύρει σὲ ἀκρότητες τοῦ νὰ ἐπικρίνουμε καὶ τὰ σωστά – πολὺ περισσότερο νὰ μὴν ξεφεύγουμε ἀπὸ τὴν ἀκρίβεια στὶς διατυπώσεις μας. Στὰ δογματικὰ ζητήματα ἀπαιτεῖται πολλή, μεγάλη, πολὺ μεγάλη προσοχή.
Πηγή: http://osotir.org/keimena/orthodoxi-pisti/item/33339-theopasxitism-s-nestorianismos-st-dogmatik-zitimata-paite-tai-poll-prosox
Τὴ χαρὰ τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν ἐφετινὸ ἑορτασμὸ τῆς λαμπροφόρου Ἀναστάσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ μείωσαν ὄχι λίγο οἱ πολλὲς οἰκουμενιστικὲς ἐκδηλώσεις αὐτὴ τὴν περίοδο. Ὁ Ὀρθόδοξος λαὸς δοκίμασε πολλὴ πικρία καὶ θλίψη ὄχι τυχαία. Γίνονταν καὶ ἄλλοτε οἰκουμενιστικὲς προσευχὲς καὶ λειτουργίες. Ἀλλὰ φέτος καὶ ἰδιαίτερα κατὰ καὶ μετὰ τὸ Πάσχα ὑπῆρξε πληθώρα τέτοιων ἐκδηλώσεων. Μόνο ἀπὸ τὸν ἔγκυρο ἱστότοπο aktinesblogspot.gr τῆς 27ης Ἀπριλίου 2014 πληροφορηθήκαμε γιὰ 4 οἰκουμενιστικὲς ἐκδηλώσεις: θεῖες λειτουργίες, ἑσπερινοὺς καὶ συμπροσευχές.
Συγκεκριμένα:
1. Στὸν Ὀρθόδοξο Καθεδρικὸ Ναὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου τῆς Βοστώνης (ΗΠΑ) τελέσθηκε ἀπὸ τὸν Ὀρθόδοξο Μητροπολίτη Βοστώνης κ. Μεθόδιο ἀναστάσιμη θεία λειτουργία παρουσίᾳ τοῦ παπικοῦ καρδιναλίου Sean P. O’ Malley.
2. Ἀλλὰ καὶ ὁ Μητροπολίτης Βοστώνης κ. Μεθόδιος εἶχε ἤδη μεταβεῖ στὸν Παπικὸ Καθεδρικὸ Ναὸ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τὴ Μεγάλη Τρίτη (15-4-2014).
3. Ἡ παπικὴ οἰκουμενιστικὴ κοινότητα τοῦ Ἁγίου Αἰγιδίου μαζὶ μὲ Ὀρθοδόξους καὶ Προτεστάντες ἐκπροσώπους τῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων ποὺ ὑπάρχουν στὴ Ρώμη συγκεντρώθηκαν στὴ Βασιλικὴ τῆς Santa Maria in Trastevere μὲ τὴν εὐκαιρία τοῦ κοινοῦ Πάσχα, γιὰ νὰ συμπροσευχηθοῦν γιὰ τὴν εἰρήνη.
4. Τὴν 24-4-2014, Πέμπτη τῆς Διακαινησίμου, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος παρέστη μὲ τὴ συνοδεία του στὸν οἰκουμενιστικὸ ἑσπερινὸ ποὺ τελέσθηκε στὸν Καθεδρικὸ Ναὸ τῶν Παλαιοκαθολικῶν τῆς Οὐτρέχτης. Ἔγινε, κατὰ τὴν εἴδηση, «συμπροσευχὴ καὶ συνεκκλησιασμὸς ἀκόμη καὶ μὲ ἱέρειες». Σημειώνουμε ὅτι οἱ Παλαιοκαθολικοὶ βρίσκονται σὲ πλήρη κοινωνία μὲ τοὺς Ἀγγλικανούς, ἀπὸ δὲ τὸ 1981 θέσπισαν τὴ χειροτονία τῶν γυναικῶν.
Βέβαια δὲν εἶναι μόνο αὐτές. Εἶναι σειρὰ ἀνάλογων ἐκδηλώσεων τοῦ Πατριαρχείου Σερβίας· εἶναι ἡ συμμετοχὴ ἐκπροσώπων τῶν Πατριαρχείων Ρωσίας καὶ Ρουμανίας στὴν πρόσφατη «ἁγιοποίηση» τῶν δύο Παπῶν· εἶναι ἡ ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου ἀπὸ Παπικὸ ἱερέα καὶ Προτεστάντη πάστορα κατὰ τὸν Ἑσπερινὸ τῆς Ἀγάπης στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο... καὶ ἡ παράθεση δὲν ἔχει τελειωμό.
Αὐτὰ πληροφορήθηκε ὁ Ὀρθόδοξος λαὸς τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν παραπάνω ἱστότοπο καὶ λυπήθηκε βαθύτατα. Τραυματίσθηκε καὶ διερωτήθηκε: Ποῦ ὁδηγούμαστε; Μήπως τώρα ποὺ φαίνεται πὼς ἔχει ὁδηγηθεῖ σὲ ἀδιέξοδο ὁ θεολογικὸς διάλογος Ὀρθοδόξων καὶ Παπικῶν, διότι ὁ Πάπας δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ ἀποστεῖ οὔτε ἕνα βῆμα ἀπὸ τὸ ἐπάρατο πρωτεῖο του, προσπαθοῦμε νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τοὺς Παπικοὺς καὶ τοὺς ἄλλους ἑτεροδόξους δι’ ἄλλης ὁδοῦ;
Τί ἔγιναν οἱ ἀποφάσεις τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων ποὺ ἀπαγορεύουν ρητῶς τὶς συμπροσευχὲς μὲ αἱρετικούς; Οἱ ἀποφάσεις αὐτὲς εἶναι ὑπεράνω ἐπισκόπων καὶ Πατριαρχῶν. Διότι εἶναι καρπὸς συνεργείας τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος καὶ τῶν ἁγίων καὶ θεοσόφων Πατέρων. Ὅλοι δὲ οἱ ἅγιοι Πατέρες ποὺ συνεκρότησαν τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους μποροῦσαν νὰ ἐπαναλάβουν ἄνετα γιὰ τὶς ἀποφάσεις τους καὶ οὐσιαστικὰ τὴ φράση: «Ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν...», κατ’ ἀπομίμησιν τῆς ἀποφάσεως τῆς ἱστορικῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου (βλ. Πράξ. ιε΄ [15] 28)· ἐπειδὴ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐπιστατεῖ καὶ Αὐτὸ ὁδηγεῖ ὅσους συνέρχονται ἐν Αὐτῷ «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ἰω. ιστ΄ [16] 13). Κάθε δὲ ἀπόφαση καὶ κάθε Κανόνας Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐκφράζουν τὴν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση. Γι’ αὐτὸ οἱ Κανόνες εἶναι αὐθεντικοί, διαχρονικοί, οἰκουμενικοί.
Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ προάσπιση τῆς ἀκρίβειας τῆς πίστεως εἶναι κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία ἀφιέρωσε χρόνο καὶ ὅλο τὸν δυναμισμό της. Μέσα σὲ σχεδὸν πέντε αἰῶνες, ἀπὸ τὸ 325 ἕως τὸ 787, συνεκάλεσε ἑπτὰ Οἰκουμενικὲς Συνόδους, τὸ ἔργο τῶν ὁποίων συνεπλήρωσε ἡ ἀπὸ πολλοὺς θεωρούμενη ὡς 8η Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τοῦ 879-880 ἐπὶ Μεγάλου Φωτίου, ποὺ κατεδίκασε τὴν προσθήκη τοῦ Filioque καὶ τὸ Παπικὸ πρωτεῖο, καὶ ἡ ἐπίσης θεωρούμενη ὡς 9η, τοῦ ἔτους 1351, ἡ ὁποία κατεδίκασε τὸν Βαρλαὰμ τὸν Καλαβρό, ποὺ δὲν δεχόταν τὴ διάκριση οὐσίας καὶ ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ.
Τὸ βαρὺ χρέος τοῦ Ὀρθοδόξου ἐπισκόπου γιὰ τὴ διαφύλαξη τῆς καθαρότητος τῆς πίστεως ὑπογραμμίζεται καὶ ἀπὸ τὸν χρόνο ποὺ γίνεται ἡ χειροτονία του. Ὁ ἐπίσκοπος χειροτονεῖται πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τῶν βιβλικῶν ἀναγνωσμάτων τῆς θείας Λειτουργίας, γιὰ νὰ τονισθεῖ καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἡ εὐθύνη του νὰ ὀρθοτομεῖ «τὸν λόγον τῆς ἀληθείας». Καὶ βεβαίως ἡ συνεχὴς μαθητεία τοῦ ἐπισκόπου στὶς πηγὲς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, τὴν Ἁγία Γραφή, τὰ κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων, τοὺς Ὅρους καὶ Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων μας εἶναι τὸ μόνιμο καὶ ὑποχρεωτικὸ καθῆκον του.
Μὴ λησμονοῦμε δὲ ὅτι ἡ ὅποια οἰκουμενιστικὴ συμπροσευχὴ ἢ παρουσία Ὀρθοδόξων σὲ οἰκουμενιστικὴ λειτουργία εἶναι ἀπαράδεκτη καὶ ἀποτελεῖ αὐθαίρετη ἐνέργεια καὶ ξένη πρὸς τὸ Ὀρθόδοξο ἦθος, διότι ἡ πίστη εἶναι ἀλληλένδετη μὲ τὴ λατρεία, ἰδιαίτερα δὲ μὲ τὸ ἁγιότατο μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Εἶναι λοιπὸν ἀδιανόητο νὰ συμπροσεύχεται σὲ ὥρα λατρείας Ὀρθόδοξος ἐπίσκοπος ἢ ἱερεὺς μὲ αἱρετικὸ ἐπίσκοπο. Δεδομένου ὅτι καὶ οἱ Παπικοὶ καὶ οἱ Προτεστάντες καὶ οἱ Παλαιοκαθολικοὶ καὶ οἱ Ἀγγλικανοὶ εἶναι σαφῶς αἱρετικοί.
Πέραν αὐτῶν ὁ Ὀρθόδοξος ἐπίσκοπος χειροτονούμενος ἀπαγγέλλει ἐνώπιον τοῦ χειροτονοῦντος ἀρχιερέως, ὅλων τῶν συλλειτουργούντων ἀρχιερέων καὶ τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ μάλιστα ἐνώπιον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, τὸ σύμβολο τῆς Πίστεως, τὸ ὁποῖο διαλαμβάνει καὶ τὸ ἄρθρο: «Πιστεύω εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν». Ὅταν λοιπὸν παρευρίσκεται σὲ οἰκουμενιστικὴ λειτουργία, σὲ ποιὰ Ἐκκλησία πιστεύει; Δὲν ἀναιρεῖ τὴν ὁμολογία ποὺ ἔδωσε καὶ ἡ ὁποία εἶναι οὐσιαστικὰ ἱερὸς ὅρκος; Δὲν κινδυνεύει ἄραγε ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς ἑνὸς ἐπισκόπου καί οἱουδήποτε κληρικοῦ ἀπὸ τέτοιες ἐκδηλώσεις;
Καὶ τέλος· μὲ τὶς οἰκουμενιστικὲς λειτουργίες δὲν ἀνοίγουμε ἁπλῶς κερκόπορτα, ἀλλὰ ἀνοίγουμε αὐθαίρετα διάπλατα τὶς πύλες ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήσουν στὴν καταστροφή. Οἱ Ὀρθόδοξοι ποιμένες ὀφείλουν νὰ ὑπολογίζουν τὸν σκανδαλισμὸ τοῦ ποιμνίου τους καὶ τὴν ὀλέθρια ἐντύπωση ποὺ μπορεῖ νὰ σχηματίσει ὁ ἁπλοϊκὸς πιστὸς ὅτι τίποτε δὲν μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν παπισμό, τὸν προτεσταντισμὸ κ.τ.ὅ. Ὀνομάσαμε τὸ ἄνοιγμα αὐθαίρετο, διότι ὁ Ὀρθόδοξος ἀρχιερεὺς εἶναι ὑπόλογος ἐνώπιον ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ τάξη τῆς χειροτονίας ὁρίζει ὅτι ἡ τοποθέτηση τοῦ Εὐαγγελίου ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ χειροτονουμένου ἐπισκόπου πρέπει νὰ γίνεται ἔτσι, ὥστε νὰ ἐπιτίθεται τοῦτο «καὶ ἐπὶ τοῦ τραχήλου τοῦ χειροτονουμένου». Ἡ τοποθέτηση δὲ αὐτὴ συμβολίζει ὅτι ὁ χειροτονούμενος «ὑπεισέρχεται τὸν εὐαγγελικὸν ζυγόν», μπαίνει κάτω ἀπὸ τὸν ζυγὸ τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ κεφαλῆς τίθεται», γιὰ νὰ μάθει ὁ χειροτονούμενος «ὅτι τὴν ἀληθινὴν τοῦ Εὐαγγελίου τιάραν (=κάλυμμα κεφαλῆς) λαμβάνει». Καὶ ἀκόμη γιὰ νὰ μάθει ὅτι «εἰ καὶ πάντων ἐστὶ κεφαλή, ἀλλ’ ὑπὸ τούτους πράττει τοὺς νόμους, πάντων κρατῶν καὶ τῷ νόμῳ κρατούμενος, πάντα νομοθετῶν καὶ ὑπὸ νόμου νομοθετούμενος (...). Τὸ τοίνυν ἔχειν τὸν ἀρχιερέα τὸ Εὐαγγέλιον, σημεῖόν ἐστι τοῦ ὑπ’ ἐξουσίαν εἶναι». Δηλαδή· ὅτι ἂν καὶ ὁ ἐπίσκοπος εἶναι κεφαλὴ ὅλων, ὅμως ένεργεῖ κάτω ἀπὸ τοὺς εὐαγγελικοὺς νόμους· ἐξουσιάζει μὲν ὅλους, ἀλλὰ ἐξουσιάζεται ἀπὸ τὸν εὐαγγελικὸ νόμο· νομοθετεῖ ὅλα, ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος εἶναι ὑπὸ τὸν νόμο τοῦ Εὐαγγελίου. Τὸ νὰ ἔχει λοιπὸν ὁ ἀρχιερεὺς τὸ Εὐαγγέλιο στὴν κεφαλὴ εἶναι σημεῖο ὅτι εἶναι κάτω ἀπὸ ἐξουσία(*).
«Ὑπ’ ἐξουσίαν» λοιπὸν εὑρίσκεται καὶ ὁ οἱοσδήποτε Ὀρθόδοξος ἀρχιερεύς. Ἂς μὴν τὸ λησμονεῖ ποτέ. Δὲν μπορεῖ νὰ αὐθαιρετεῖ.
Ἑπομένως, ἀντὶ ν’ ἀναλισκόμαστε μὲ παρουσίες σὲ οἰκουμενιστικὲς λειτουργίες ἢ προσευχές, ἂς συνειδητοποιήσουμε ὅτι οἱ περιστάσεις μᾶς καλοῦν νὰ ἐπανέλθουμε ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι, μάλιστα δὲ ὅσοι ἀποδέχονται καὶ υἱοθετοῦν οἰκουμενιστικὲς κινήσεις καὶ ἐκδηλώσεις, στὴν τάξη. Δηλαδὴ νὰ ζήσουμε τὸ Ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικὸ καὶ ὁμολογιακὸ φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας μας. Αὐτῆς ἡ ὁποία εἶναι ἡ μόνη ποὺ διασώζει ἀλώβητη τὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, τὴν Ἀποστολικὴ Παράδοση, τὴν Πατερικὴ ἐμπειρία, τὴ διδαχὴ τῶν ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ γενικὰ τὸ πρῶτο κάλλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος σωστὸς τρόπος νὰ δείξουμε τὴν ἀγάπη μας πρὸς ὅσους ἔχουν ἐκτραπεῖ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ ταλαιπωροῦνται στὸ τρικυμισμένο πέλαγος τῶν ψυχοκτόνων αἱρέσεων.
(*) Ἰω. Χρυσοστόμου, Ὁμ. εἰς τὸ ὅτι Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης εἷς ὁ νομοθέτης 4, PG 56, 404. Ἐπίσης Π. Τρεμπέλα, Μικρὸν Εὐχολόγιον, Τόμ. Α΄, Ἀθῆναι 1950, σελ. 211.
Πήγη:http://osotir.org/keimena/orthodoxi-pisti/item/33348-olethries-oikoumenistikes-ekdiloseis
Τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἡ θεϊκὴ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας βγῆκε ἀπὸ τοὺς τοίχους τοῦ Ὑπερώου τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ ἄρχισε νὰ κατακτᾶ τὸν κόσμο. Θαῦμα ἀσύλληπτο! Οἱ πρώην δειλοί, λιοντάρια! Οἱ ψαράδες, θεολόγοι· οἱ ἀγράμματοι, σοφοί.
Μυστήριο!
Μία παράδοξη βουή, σὰν νὰ φυσοῦσε βίαιος ἄνεμος· καὶ μυστηριώδεις γλῶσσες σὰν γλῶσσες φωτιᾶς. Ἡ ἀνερμήνευτη βουὴ γέμισε τὸ σπίτι καὶ οἱ πύρινες γλῶσσες διαμοιράσθηκαν στὰ κεφάλια τῶν περίπου 120 ἀνθρώπων ποὺ ἦταν συγκεντρωμένοι ἐκεῖ καὶ ἀποτελοῦσαν τὴν πρώτη Ἐκκλησία.
Οὔτε ἄνεμος ἦταν οὔτε φωτιά.
Ἢ μᾶλλον ἦταν ἄνεμος ἄλλης ποιότητος, θεϊκός· καὶ θεϊκὲς οἱ φλόγες. Συμβολικὰ στοιχεῖα καὶ σχήματα γιὰ νὰ δηλώσουν ὅτι ἦρθε αἰσθητότερα στὸν κόσμο τὸ τρίτο Πρόσωπο τοῦ Ἑνὸς ἐν Τριάδι Θεοῦ, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, «τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας», ὅπως τὸ εἶχε ὀνομάσει ὁ Κύριος, προκειμένου νὰ ὁδηγήσει τὴν Ἐκκλησία Του «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ἰω. ις΄ 13).
Ἦρθε!
Ὡς βίαιος ἄνεμος γιὰ νὰ σαρώσει τὴν αὐτοκρατορία τοῦ κακοῦ. Ὡς φωτιὰ γιὰ νὰ φωτίσει τὸ νοῦ τῶν πιστῶν καὶ νὰ κατακάψει τὴ σατανικὴ πλάνη.
Ἔτσι ἄρχισε ἡ κατάκτηση τοῦ κόσμου καὶ ἁπλώθηκε ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς. Ἡ σατανικὴ ἀντίδραση μανιώδης! Ἀρχικὰ ἐπιχείρησε νὰ πνίξει τὴν Ἐκκλησία στὸ αἷμα τῶν παιδιῶν της, νὰ τὴ θάψει στὶς στοὲς τῶν Κατακομβῶν καὶ τὶς ἀρένες τοῦ Κολοσσαίου. Ὅταν σ᾿ αὐτὸ ἀπέτυχε, ξεσήκωσε τὶς πλάνες τῶν αἱρέσεων. Τιτανομαχία!
Ἕνα-ἕνα τὰ αἱμοβόρα παιδιὰ τοῦ σατανᾶ ἄρχισαν νὰ ἐπιτίθενται σὰν ἄγριοι λύκοι στὸ ποίμνιο τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν ὑπῆρξε πλάνη ποὺ νὰ μὴν κήρυξαν. Δὲν ὑπῆρξε διαστροφὴ τῆς ἀλήθειας ποὺ νὰ μὴν τὴ διέδωσαν ὕπουλα καὶ μεθοδικά. Κανένα ψέμα, καμία ἀπάτη, καμία συκοφαντία δὲν ἄφησαν ποὺ νὰ μὴ χρησιμοποιήσουν. Ὄχι μία καὶ δύο – ἀναρίθμητες φορές!
Τί πέτυχαν; Συντρίφθηκαν! Οἱ θεοφόροι Πατέρες, μὲ τὸν φωτισμό, τὴν ἔμπνευση, τὴν καθοδήγηση τοῦ Πνεύματος, διέλυσαν τὰ σχέδιά τους, φανέρωσαν τὴν κακοήθειά τους, ἀνέτρεψαν τὰ ἀληθοφανὴ ἀλλὰ ψευδὴ καὶ ὑποκριτικὰ ἐπιχειρήματά τους. Ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλη οἱ μεγάλες αἱρέσεις ἐπιστράφηκαν στὸν πατέρα τους, τὸν διάβολο, ἀπογυμνωμένες ἀπὸ τὴ δολερὴ ἐμφάνισή τους. Τόσους αἰῶνες, δύο χιλιάδες χρόνια τώρα, «τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας» ὁδηγεῖ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» καὶ κρατᾶ ἀνόθευτη τὴν ἀληθινή, τὴν Ὀρθόδοξη πίστη.
Στοὺς καιρούς μας, ἔπειτα ἀπὸ ἱκανὸ διάστημα, ὁ διάβολος ἀναθάρρησε καὶ ξανάπιασε τὸ ὅπλο τῶν αἱρέσεων. Μὰ μὲ ἄλλη μορφὴ τώρα. Ἐδῶ καὶ ἕναν αἰώνα μηχανεύεται τὴ νόθευση τῆς πίστεως μὲ τὸ πρόσχημα τῆς ἀγάπης. Προωθεῖ τὴν ἕνωση τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τοὺς αἱρετικοὺς σχηματισμοὺς τῆς Δύσεως ἐν ὀνόματι τῆς ἀγάπης.
Τὸ φαινόμενο ὀνομάζεται «οἰκουμενισμὸς» καὶ ἀποτελεῖ τὸν χειρότερο ἐχθρὸ τῆς Ὀρθοδοξίας μέχρι σήμερα, ἀκριβῶς διότι ἐκμεταλλεύεται τὴν ἔννοια τῆς ἀγάπης. Μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι μπορεῖ νὰ συνειδητοποιήσουν οἱ αἱρετικοὶ σχηματισμοὶ τὴν πλάνη τους καὶ νὰ ἐπιστρέψουν στὸ πατρικό τους σπίτι, ὁ οἰκουμενισμὸς ἔγινε ἀνεκτὸς τόσες δεκαετίες τώρα. Ὅμως ἡ κατάσταση στὶς μέρες μας δείχνει νὰ ἔχει ἐκτροχιασθεῖ πλήρως. Εἶναι φανερὸ πιὰ ὅτι «τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας» εἶναι ἀπὸν ἀπὸ αὐτὸ τὸ κίνημα. Οἱ αἱρετικοὶ ὄχι μόνο δὲν ἀλλάζουν, ἀλλὰ καὶ χειροτερεύουν. Ὁ Προτεσταντισμὸς ἔχει ἀποστατήσει παντελῶς. Καὶ ὁ Παπισμὸς παίζει θέατρο στὴ μεγάλη σκηνὴ τῆς πολιτικῆς διπλωματίας. Εἶναι ἀδύνατο νὰ παραμένει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα σ᾿ αὐτὲς τὶς λεγόμενες «ἐκκλησίες», ἐνεργούμενα τῆς δαιμονικῆς ὑποκρισίας.
Καὶ εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη ἐπείγουσα νὰ σταματήσει ἀμέσως ἡ ξέφρενη αὐτὴ οἰκουμενιστικὴ πορεία. Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ποὺ φέρει καὶ τὴν καίρια εὐθύνη, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποτολμήσει νὰ διακόψει κάθε σχέση μὲ τὸν χῶρο τῆς ραγδαίως ἐπιδεινούμενης πλάνης. Γιὰ νὰ μένει πάντοτε ἐδῶ ποὺ πνέει «τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας».
Πηγή: http://osotir.org/keimena/orthodoxi-pisti/item/33332-t-pne-ma-t-s-litheias-s-kklisies-pokrisias
Ἡ ἐπιθυμία τῆς ὕμ. Παναγιότητος καὶ τῶν σὺ νὑμῖν νὰ ὑποταχθῆ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἰς τὸν Πάπαν καὶ ἡ ἐκ μέρους σας ἀνεξήγητος σπουδή, ἐπλήρωσε τὴν καρδίαν μας ἀφάτου θλίψεως καὶ ἀθυμίας. Τὰ ὦτα μας ἀκόμη συρίζουν ἀπὸ τὸ φρικτὸν τοῦτο ἄκουσμα.
Ἡ Ὀρθόδοξος ποίμνη ἐδιχάσθη. Οἱ μὲν σᾶς ἠκολούθησαν, εἰς τὸν ὀλισθηρὸν δρόμον τὸν ἀπάγοντα εἰς τὴν ἀπώλειαν, οἱ δὲ παρέμειναν ἑδραῖοι καὶ ἀσάλευτοι εἰς τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν τῶν πατέρων των, ἀποτροπιαζόμενοι καὶ εἰς μόνην τὴν σκέψιν ὅτι ὁ Οἰκουμ. Πατριάρχης ἐνηγκαλίσθη τὸν Πάπαν καὶ ἐμολύνθη ἀπὸ τὸ βδέλυγμα τοῦτο τῆς ἀσεβείας.
Ἐκεῖνοι οἵτινες σᾶς ἠκολούθησαν ἦσαν ἐκ τῶν προτέρων προδικασμένοι νὰ σᾶς ἀκολουθήσουν, ὄντες ὑλόφρονες, ματαιόδοξοι, ἄπιστοι, καὶ ξενόδουλοι κόλακες καὶ κολακευόμενοι. Ἔσπευσαν λοιπὸν νὰ συνταχθῶσι μὲ τὸν «κόσμον», μὲ τὸν ἁμαρτωλὸν κόσμον τῆς ἐπιγείου ἀνέσεως, τῆς ἄνευ ταλαιπωριῶν καὶ ἀγῶνος ζωῆς, «εἰς τὴν ὧδε μένουσαν πόλιν», μὴ ἐπιζητοῦντες «τὴν μέλλουσαν», ὡς ἀνύπαρκτον καὶ μὴ πιστευτὴν εἰς αὐτούς.
Οἱ ἄλλοι ὅμως, οἱ πιστοί, παρέμειναν ἀσάλευτοι εἰς τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν, εἰς τὴν χώραν τῆς πενίας, τῶν στερήσεων, τῶν πειρασμῶν, τῶν διωγμῶν, βέβαιοι ὄντες ὅτι ἐν μέσω αὐτῶν παρίσταται ὁ Κύριος, ὁ εἰπών ὅτι ἡ Ἐκκλησία Αὐτοῦ θὰ εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὸ μαρτύριον, τὴν περιφρόνησιν, τὴν πτωχείαν, τὸν ἐμπαιγμόν, τὰ ὁποία θὰ εἶναι ἡ ἀντιμισθία τῆς σθεναρᾶς ὁμολογίας τῶν εἰς τοῦτον τὸν κόσμον.
Εἰς τὰ ὦτα των ἠχοῦν ἡμέρας καὶ νυκτὸς οἱ παρήγοροι λόγοι τοῦ Χριστοῦ.«Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν καὶ ὑμᾶς διώξουσιν». Ὁ διωγμός, ἡ κακοπάθησις καὶ ὁ θάνατος εἶναι ὁ εὐλογημένος κλῆρος τῶν γνησίων μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ. Τὸ πανάγιον στόμα του εἶπεν ἀκόμη: «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βιάζεται καὶ οἱ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν». Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν βιασταὶ εἰς τὴν παράταξιν τῶν ἀμάχων, οἱ ὁποῖοι ἔσπευσαν νὰ συνθηκολογήσουν μὲ τὸ ψεῦδος, διὰ νὰ ζήσουν ἐν ἡσυχία καὶ ἀπολαύσει τῶν ἐγκοσμίων ἀγαθῶν;
Καὶ σεῖς οἱ ποιμένες τοῦ λαοῦ τί εἴδους ποιμένες εἶσθε; Τὰ πρόβατα τὰ ὁποῖα σᾶς ἐνεπιστεύθη ὁ Χριστὸς τὰ παραδίδετε εἰς τοὺς λύκους. Συναυλίζεσθε μὲ τοὺς ἄρχοντας τοῦ κόσμου τούτου τοῦ παρερχομένου, διότι ἐζηλώσατε τὴν δόξαν αὐτῶν καὶ οὐχὶ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.
Ὑπετάξατε τὴν πίστιν εἰς τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀνθρώπους τῶν κοσμικῶν ἐπιθυμιῶν, οἵτινες ὁδηγοῦνται ἀπὸ τὸν σατανᾶν.
Παρεδόθητε καὶ παρεδώσατε τὰ πρόβατα εἰς τὸν ἄρχοντα τοῦ κόσμου τούτου, εἰς τὸν κατέχοντα τὴν ὕλην, τὸν χρυσόν, τὰς ἐφευρέσεις καὶ τὰς μηχανᾶς, αἳ ὁποῖαι καταπλήττουν τὰ πλήθη, ὡς θαύματα τοῦ ἀντιχρίστου.
Παρεδόθητε καὶ παρεδώσατε τὰ πρόβατα εἰς τὴν ψευδώνυμον γνῶσιν, «τὴν κενὴν ἀπάτην», τὴν διδασκομένην εἰς τὰς χώρας τῆς ἀθεΐας καὶ τῆς ἀπογνώσεως, ὅπου οὐκ ἔστιν οὐδὲ ὀσμὴ τῆς αἰωνίου ζωῆς καὶ τῆς ἀληθοῦς γνώσεως, τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ.
Καὶ ταῦτα, διότι δὲν εἶσθε οἱ ποιμένες οἱ καλοί, οἱ θυσιάζοντες τὴν ζωὴν αὐτῶν ὑπὲρ τῶν προβάτων καὶ ὁδηγοῦντες αὐτὰ εἰς τοὺς εὐώδεις λειμώνας τῆς ἀθανάτου ζωῆς.
Σεῖς εἶσθε οἱ μισθωτοὶ ποιμένες, καὶ κατὰ τὸ πανάγιον στόμα τοῦ Κυρίου «ὁ μισθωτὸς ποιμὴν οὐκ ἔστι ποιμὴν» (Ἰω. ι’, 12). Εἶσθε μισθωτοὶ τῶν ἀρχόντων τοῦ κόσμου τούτου, διὰ τὴν δόξαν καὶ τὸν πλοῦτον τῶν ὁποίων ἐργάζεσθε.
Καὶ ἅπαξ εἶσθε οἱ δοῦλοι τοιούτων κυρίων, εἶσθε ὠπλισμένοι μὲ τὰ ὄπλα τῆς βίας, μὲ τὰ ὁποῖα ἀπειλεῖτε τὰ πιστὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ, διὰ νὰ τὰ ἀναγκάσητε νὰ σᾶς ἀκολουθήσουν.
Ἀλλὰ αὐτὰ τὰ μακάρια πρόβατα ἀπεκδέχονται τὸ μαρτύριον ὡς λύτρωσιν καὶ ὡς ἀψευδὲς σημεῖον ὅτι θὰ λάβουν τὸν ἀμάραντον στέφανον ἀπὸ τὸν ἀγωνοθέτην Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν.
Ναί! Εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ μαρτυρήσωμεν μετὰ χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, τὴν ὁποίαν κρατοῦμεν ὡς τὸν μέγιστον θησαυρόν. Μακαρίζομεν τοὺς ἑαυτούς μας, διότι θὰ διωχθῶμεν καὶ θὰ ἀποθάνωμεν ὑπὲρ πίστεως καὶ ἀληθείας.
Ἀκονίσατε τήν μάχαιραν τῆς αἰσχύνης. Ἀποστείλατε τὰ ὄργανα τῆς βίας, τὰ οποία σᾶς δορυφοροῦν καὶ μὲ τὰ ὁποία εἶναι πάντοτε πάνοπλος ἡ ἀποστασία. Ἀποστείλατε τὰ ἐναντίον μας. Ἤδη εἰς τὸ Ἅγιον Ὅρος ἐνεφανίσθη τὸ αἱματωμένον καὶ ἀποτρόπαιον φάσγανον τῆς βίας, διὰ νὰ ἐνσπείρη τὸν τρόμον εἰς τὰς ἁγίας καρδί τῶν γερόντων, τῶν ἀσκητῶν καὶ τῶν ἐρημιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν ἐν δοκιμασίαις, ἐν στερήσει, ἐν τελεία ἀπαρνήσει τοῦ σαρκίου των, διὰ νὰ εὐαρεστήσουν τὸν Κύριον.
Τὸ φρικτὸν πρόσωπον τῆς βίας ἐμφανίζεται ὡς τὸ τῆς μυθικῆς κεφαλῆς τῆς Μεδούσης εἰς τὸν ἁγιασμένον κῆπον τῆς Παναγίας. Καὶ ὄπισθεν αὐτοῦ του βδελύγματος τῆς βίας εὐρίσκεσθε σεῖς, οἱ «ποιμένες οἱ μισθωτοί», οἱ τρίδουλοι τῶν ἀρχόντων τοῦ σκοτεινοῦ κόσμου τοῦ χρήματος, τῆς ἀθεΐας, τοῦ ἐκφυλισμοῦ καὶ πάσης ἀκολασίας.
Σπαράξατε τοὺς ἀθώους, τοὺς ἁγίους ὁμολογητᾶς, ἀφοῦ ἐγίνατε λύκοι σεῖς οἱ ἴδιοι οἱ ποιμένες.
Σπαράξατε τὴν Ὀρθοδοξίαν μέσα εἰς τὸ Κολοσσαῖον εἰς τὸ ὁποῖον παρίστανται οἱ Καίσαρες, τῆς σημερινῆς κακούργου ἀθεΐας. Εἶναι καιρὸς ὅμως ν’ ἀποβάλετε τὴν δορὰν τοῦ προβάτου, καθ’ ὅσον αὔτη δὲν ἀπατᾶ πλέον κανένα.
«Ὅ ποιεῖτε, ποιήσατε τάχιον!».
* «Ο.Τ.», Ἀπρίλιος 1965.
ΙΩΒ
Πηγή: «Αντιπαπικά» Εκδόσεις «Ορθοδόξου Τύπου» Αθήναι 1993, http://fdathanasiou.wordpress.com
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΔΡΥΪΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΠΩΓΩΝΙΑΝΗΣ & ΚΟΝΙΤΣΗΣ
Ἀριθ. Πρωτ. 28
Ἐν Δελβινακίῳ τῇ 30ῇ Ἀπριλίου 2014
Πρός τήν
Ἱεράν Σύνοδον
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
Ἰωάννου Γενναδίου 14
115 21 ΑΘΗΝΑΙ
Μακαριώτατε ἅγιε Πρόεδρε,
Σεβασμιώτατοι ἅγιοι Συνοδικοί,
Οἱ ὑπογραφόμενοι συνεπίσκοποι ὑμῶν ἐν τῇ αὐτοκεφάλῳ Ἐκκλησίᾳ τῆς Ἑλλάδος μετά τά διαδραματισθέντα, τόν παρελθόντα μῆνα Νοέμβριον σ.ἔ. 2013, εἰς τόΠουσάν (Busan) τῆς Δημοκρατίας τῆς Νοτίου Κορέας, εἰς τό πλαίσιον ἐργασίας τοῦ λεγομένου «Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν» (Π.Σ.Ε.) καί τοῦ κατ’ αὐτόθεολογικοῦ διαλόγου μετά τῶν ποικίλης φύσεως προτεσταντικῶν ὁμολογιῶν καί τῶν Μονοφυσιτῶν - Μονοθελητῶν, προαγόμεθα βαθυσεβάστως, νά καταθέσωμεντῇ Σεπτῇ Ἀνωτάτῃ ἡμῶν Ἐκκλησιαστικῇ Ἀρχῇ τήν διαμαρτυρίαν μας διά τήν ἔκβασιν τῆς συνελεύσεως, ὡς δείκνυται κατωτέρω.
Τάς ἀπαραδέκτους ἐκκλησιολογικάς θέσεις τάς διατυπωθείσας ὑπό τῆς 10ης Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ Π.Σ.Ε., ἐκθέτομεν συνοπτικῶς ἐν τοῖς ἐφεξῆς, ὑπό τό πρῖσμα τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας. Αὗται καταφαίνονται ἔτι χείρονες, ληφθέντος ὑπ᾽ ὄψιν τοῦ ἐπισήμως κατωχυρωμένου δικαιώματος πάσης «ἐκκλησίας-μέλους» τοῦ Π.Σ.Ε. νά διατηρῇ ἀπαραβίαστον καί ἐκπεφρασμένην τήν ἰδίαν ἐκκλησιολογικήν αὐτοσυνειδησίαν, κατά τούς ἐπισυναπτομένους κανονισμούς τοῦ Π.Σ.Ε. (βλ. συνημμένον Β΄, σ. 6).
Ἡ δικαιολογία ὅτι τά κείμενα τῶν Συνελεύσεων τοῦ Π.Σ.Ε. εἶναι ad referendum καί δέν δηλώνουν τήν de facto ἀποδοχήν των ὑπό τῶν «ἐκκλησιῶν-μελῶν», δέν ἐξηγεῖ τήν ἀπραξίαν τῶν Ὀρθοδόξων ἐκεῖ ἀντιπροσώπων. Οὔτε ἡ πρόφασις ὅτι «δέν ὑπεγράφησαν» ἔχει ἀντίκρυσμα, καθ΄ ὅσον ἡ συναίνεσις εἰς τά ἀποφασιζόμενα εἰς τό Π.Σ.Ε. δέν δηλοῦται πλέον δι΄ ὑπογραφῆς, ἀλλά δι΄ εἰδικῶν καρτῶν (“indicator cards”). Κατά ταῦτα, ἡ ἀτελέσφορος συμμετοχή τῶν ὀρθοδόξων ἀντιπροσώπων βλάπτει τόσον τούς ἑτεροδόξους, τρέφουσα τήν αὐτῶν παντελῆ ἐκκλησιολογικήν καί λοιπήν σύγχυσιν, ὅσον καί τούς ὁμοδόξους, ἀποκρύπτουσα ἤ ἀλλοιοῦσα πλέον, τάς ὑποθήκας τῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ὑπό τῶν ἁγίων Πατέρων σαφῶς ἐκτεθείσης ἐκκλησιολογικῆς διδασκαλίας καί ἱεροκανονικῆς ἡμῶν παραδόσεως περί τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Ὅσοι ἑτερόδοξοι βλάπτονται καί θά βλαβοῦν ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ κειμένου τοῦ Πουσάν, δέν ὑποψιάζονται οὔτε καί δύνανται νά διακριβώσουν ἐάν τό κείμενον εἶναι μόνον ad referendum ἤ ὄχι.
Τά ἐπισυνημμένα ἔγγραφα
Εἰς τήν παροῦσαν ἐπιστολήν ἐπισυνάπτομεν μεθ᾽ ἑλληνικῆς μεταφράσεως τόσον τό κείμενον«Δήλωσις Ἑνότητος» τοῦ Πουσάν (συνημμένον Α΄), ὅσον καί τό τμῆμα τῶν Κανονισμῶν τοῦ Καταστατικοῦ τοῦ Π.Σ.Ε. (συνημμένον Β΄), ἔνθα ἀποδεικνύεται τό δικαίωμα οἱωνδήποτε ἀντιπροσώπων, νά ἐκφέρουν ἐπί θεμάτων ἐκκλησιολογικῆς αὐτοσυνειδησίας εἰς τήν τηρουμένην διαδικασίαν ἐντελῶς ἀνεπηρέαστον γνώμην καί νά ἀναφέρωνται ἀπ’ εὐθείας εἰς τάς «ἐκκλησίας» των (Rules XX.6.d, σελ. 6). Ἐπίσης συνάπτομεν (συνημμένον Γ΄) τούς ἐμφορουμένους ὑπό πάνυ ἑτεροδόξου ἐκκλησιολογικῆς σκέψεως λόγους τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Τιργοβιστίου κ. Νήφωνος, τοῦ Πατριαρχείου τῆς Ρουμανίας, ἐν τῇ λήξει τῆς κατά Πουσάν συνάξεως. Τό τελευταῖον συνημμένον (Δ΄) ἐπιβεβαιοῖ τήν ἔναρξιν διαμορφώσεως τοῦ κειμένου τοῦ Πουσάν ἤδη τόν Σεπτέμβριον τοῦ ἔτους 2012, ὅτε συνῆλθεν ἡ Κεντρική Ἐπιτροπή τοῦ Π.Σ.Ε. εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἀκαδημίαν Κρήτης εἰς τό Κολυμπάρι.
Ἡ πρό τεσσάρων ἐτῶν καί ἐπί παρομοίᾳ ἀφορμῇ ἐκδοθεῖσα ἀνακοίνωσις τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (15-10-2009), διαπιστοῦσα τήν ἀνάγκην «περαιτέρω, πληρεστέρας ἐνημερώσεως» τῆς Ι.Σ.Ι., ρητῶς ἀπεφαίνετο, ὅτι «ἐφεξῆς ἡ Ἱεραρχία θά λαμβάνῃ γνῶσιν ὅλων τῶν φάσεων τῶν Διαλόγων», ὅτι «ὁ Διάλογος πρέπει νά συνεχισθῇ, μέσα ὅμως εἰς τά ὀρθόδοξα ἐκκλησιολογικά καί κανονικά πλαίσια» καί ὅτι «οἱ Ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας μας εἰς τόν συγκεκριμένον διάλογον ἔχουν σαφῆ γνῶσιν τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας, τῆς Ἐκκλησιολογίας καί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως καί προσφέρουν τάς γνώσεις καί τάς δυνάμεις των πρός τόν σκοπόν “τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως” “ἐν ἀληθείᾳ”» [1]. Τό ἑτερόδοξον κείμενον τῆς «Δηλώσεως Ἑνότητος» τοῦ Π.Σ.Ε. στό Πουσάν, προητοιμάζετο, ἄνευ οὐδεμιᾶς συνοδικῆς διαγνώμης τῆς Ἁγιωτάτης ἡμῶν Ἐκκλησίας, ὑπό τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Π.Σ.Ε., ὡς εἴθισται, εἰς τήν Ἀκαδημίαν τῆς Κρήτης (εἰς Κολυμπάρι) ἤδη ἀπό τοῦ φθινοπώρου τοῦ ἔτους 2012 [2], καί ἔλαβε δι΄ ὁμοφωνίας τήν ἔγκρισιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Π.Σ.Ε. εἰς τάς 8 Νοεμβρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐν Πουσάν. Οὕτω, τό ἐκκλησιολογικῶς ἀπαράδεκτον κείμενον «Δήλωσις Ἑνότητος», κυκλοφορεῖται ἤδη πανταχοῦ, ἐλλείψει ἐκπεφρασμένης καί ἐπισήμου ὀρθοδόξου διαφοροποιήσεως, ὡς κοινή ὁμολογία τῶν μελῶν τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν καί, δυστυχῶς, καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Αἱ ἐκκλησιολογικαί πλάναι τοῦ κειμένου τοῦ Πουσάν
Τό ἐν λόγῳ ἐπίσημον κείμενον «Δήλωσις Ἑνότητος» (Unity Statement) τῆς 10ης Συνελεύσεως τοῦ Π.Σ.Ε. ἐπιτίθεται κατά τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ,ἀποδεχόμενον (α) ὅτι καί ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μετά τῶν λοιπῶν «ἐκκλησιῶν» πρέπει νά μετανοήσῃ διά τήν διάσπασιν τῶν χριστιανῶν [3], (β) ὅτι ἡ Ἐκκλησία,οὖσα Σῶμα Χριστοῦ, δέν διέπεται παρά ταῦτα ἀναγκαίως ὑπό δογματικῆς ὁμοφωνίας, οὔτε καί ἐν αὐτῇ τῇ ἀποστολικῇ ἐποχῇ [4], (γ) ὅτι ὑφίσταται νῦν ἀόρατοςἐκκλησιαστική ἑνότης τοῦ χριστιανισμοῦ καί προσδοκᾶται ἡ ὁρατή ἑνότης τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας[5], (δ) ὅτι ἡ προσευχή τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ «ἵνα πάντεςὦσιν ἕν», δέν ἔχει ἐκπληρωθῇ, ἀλλ΄ ἀπόκειται εἰς ἡμᾶς τό καθῆκον τοῦτο [6], (ε) ὅτι ἡ Ἐκκλησία δύναται νά ἐμπλουτισθῇ καί ὠφεληθῇ ἐκ τῶν χαρισμάτων τῶνἑτεροδόξων [7], (στ) ὅτι εἴμεθα ὑπόλογοι ἔναντι τοῦ Θεοῦ ἄν δέν ἐπιδιώκωμεν διαρκῶς τήν χριστιανικήν ἑνότητα πρός ὄφελος τῆς ἔξωθεν καλῆς μαρτυρίας [8], (ζ)τήν πονηράν ἀσάφειαν, ὅτι ὁ Θεός «πάντοτε μᾶς ἐκπλήσσει» καί ὅτι ἡ Ἐκκλησία προοδεύει εἰς τήν ἐπίγνωσιν τοῦ θείου θελήματος [9], (η) ὅτι πρέπει νάχρησιμοποιηθοῦν νέοι τρόποι προσεγγίσεως τῶν θεολογικῶν διαφωνιῶν [10] καί (θ) ὅτι ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀλληλένδετος μετά τῆς ἑνότητος τῆς ἀνθρωπότητος καί τῆς κτίσεως [11].
Πέραν τούτων, τό κείμενον (ι) ἔχει καί σαφῆ μή χριστιανικόν οἰκολογικόν προσανατολισμόν, ὁμιλοῦν περί ἀναμονῆς ἐγκοσμίου ἀνακαινισμοῦ τῆς κτίσεως καί ἐπιγείου εὐημερίας αὐτῆς καί τῆς ἀνθρωπότητος καί περί τῆς πρός τοῦτο ἀνθρωπίνης εὐθύνης [12], ποιεῖται δέ λόγον (ια) καί περί συνεργασίας τῶν χριστιανῶν καί μεθ΄ ἑτεροθρήσκων ἤ ἀθρήσκων ὑπέρ τῆς ἐπιγείου ταύτης εὐημερίας [13]! «Οὐδέν θαυμαστόν», λοιπόν, ὅτι τό κείμενον χρησιμοποιεῖ καί τόν πασίγνωστον ἀποκρυφιστικόν ὅρον «ὁλιστικός» ἐκ τοῦ μονισμοῦ, διά νά χαρακτηρίσῃ τήν ἀποστολήν τῆς Ἐκκλησίας (“holistic mission-evangelism” [14]). Ὑπονοούμενα ἀφίνει τό κείμενον καί ὑπέρ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀποδοχῆς «περιθωριακῶν» τρόπων ζωῆς, ἄνευ διευκρινήσεων περί ἁμαρτίας καί μετανοίας, ἡ τελική στόχευσις τῶν ὁποίων δέον νά συνεκτιμηθῇ μετά τῆς γενικωτέρας θετικῆς στάσεως τῆς Συνελεύσεως τοῦ Πουσάν ἔναντι τῆς ὁμοφυλοφιλίας [15].
Ἡ δήλωσις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Τιργοβιστίου κ. Νήφωνος
Θλιβερά ἐπίσημος κατακλείς τῆς ὀρθοδόξου παρουσίας εἰς τήν ἐν λόγῳ Συνέλευσιν τοῦ Πουσάν, ὑπῆρξεν ἡ ὁμιλία τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Τιργοβιστίουκ. Νήφωνος, ἀντιπροσώπου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας (συνημμένον Γ΄), ὁ ὁποῖος διεπίστωσεν, (1) ὅτι ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ἀπολεσθῇ, ἡ δέ τώραὑφισταμένη Ἐκκλησία, καθότι τεμαχισθεῖσα, εἶναι καί μυστηριακῶς ἐλλιπής [16], (2) ὅτι δέν γνωρίζομεν ποία χριστιανική μερίς εἶναι ἡ διάδοχος τῆς ἀρχαίαςἘκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων [17] καί (3) ὅτι ἅπαντες οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, τό δέ χριστιανικόν Βάπτισμα ἀποτελεῖ μόνον μίαν ἀνωτέραν,μυστηριακήν, βαθμίδα εἰς τήν ἤδη ὑφισταμένην πνευματικήν συγγένειαν τῆς ἀνθρωπότητος [18]. Ὁ Σεβασμιώτατος κ. Νήφων (4) ἀπεσιώπησε καί ἀπέκρυψεν ὅτι διαστρέφεται ἡ ὀρθόδοξος ἐκκλησιολογία ἐν τῷ Π.Σ.Ε., τείνων ὡς προπέτασμα τήν ὑπό τοῦ Π.Σ.Ε. ὑπεράσπισιν τῶν «παραδοσιακῶν ἠθικῶν μας ἀξιῶν», ὡς λ.χ. τῆς «ὑπερτάτης ἀξίας τῆς χριστιανικῆς οἰκογενείας» [19].
Ἡ ὀρθόδοξος ἐκκλησιολογία τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ καί αἱ καινοτομίαι τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε καί τοῦ Πουσάν
Ὁ ἅγιος Κυπριανός, τονίζει ἤδη τόν 3ον αἰῶνα, τήν ἑνότητα περί τόν Ἐπίσκοπον, περί τήν εὐχαριστίαν καί ἐν τῇ ὀρθοδοξίᾳ· γράφει ὁ ἅγιος Πατήρ: «Ὁ Θεός ἐστιν εἷς,καί ὁ Χριστός εἷς, καί μία ἡ Ἐκκλησία αὐτοῦ, καί ἡ πίστις μία, καί ἡ ποίμνη μία ἡνωμένη διά τῆς κόλλας τῆς ὁμοφωνίας εἰς τήν στερεάν ἑνότητα τοῦ Σώματος» [20].Ἀλλ’ ἡ Ὀρθοδοξία διά τόν ἅγιον Κυπριανόν δέν ἀποτελεῖ Πίστιν ἀποφασιζομένην ἑκάστοτε κοινῇ συναινέσει ὑπό τῶν Ἐπισκόπων, ἀλλά τήν ἀπ΄ ἀρχῆς παραδοθεῖσαν ὑπό τῶν Ἀποστόλων τοιαύτην. Χάριν αὐτῆς ὁ ἅγιος Κυπριανός, δέν ἐσεβάσθη τήν δικαιοδοσίαν ἤ τήν ἄποψιν τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης Στεφάνου, ἀλλά συνίστα τήν ἀνυπακοήν πρός αὐτόν, διότι ὁ Στέφανος ἐνήργει κατά παράβασιν τῆς ἀποστολικῆς Πίστεως(Epistola LXXIV, Ad Pompeium contra Epistolam Stephani) [21]! Ἡ αὐστηρά ἐκκλησιολογική διδασκαλία τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ περί μή σωτηρίας ἐκτός Ἐκκλησίας (“extra Ecclesiam nulla salus”) εἶναι, κατά τόν Καθηγητήν Βλάσιον Φειδᾶν, ἡ κατ΄ ἐξοχήν καί κατά παράδοσιν ὀρθόδοξος. Ἀντιθέτως, ἡ αὐγουστίνειος ἐκκλησιολογία, ἡ ὁποία ἀποδέχεται στοιχεῖα ἐκκλησιαστικότητος ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας καί ἀποτελεῖ οὕτω τήν βάσιν τοῦ κειμένου τῆς Ραβέννας καί τῶν τελευταίων κειμένων τοῦ Π.Σ.Ε. (Πόρτο Ἀλέγκρε καί Πουσάν) συνιστᾷ καινοτομίαν [22], καί ὡς γνωστόν, πᾶσα ἐπίμονος καί ἀμετανόητος δογματική καινοτομία ἀποτελεῖ διά τήν Ὀρθοδοξίαν αἵρεσιν [23]!
Ἡ Ἐκκλησία, ὡς Σῶμα Χριστοῦ καί ἀλάθητος, δέν δύναται νά σφάλῃ
Τό ἀλάθητον τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖον τό κείμενον τῆς ἐν Πουσάν «Δηλώσεως Ἑνότητος»ἀρνεῖται - καθόσον καλεῖ καί τήν Ὀρθοδοξίαν εἰς μετάνοιαν καί διαπιστοῖδῆθεν πρόοδον εἰς τήν κατανόησιν τοῦ θείου θελήματος - εἶναι ὄχι μόνον τῆς Ἁγίας Γραφῆς κήρυγμα, περί τῆς Ἐκκλησίας ὡς «στύλου καί ἑδραιώματος τῆςἀληθείας» (Α΄Τιμ. 3, 15), ἀλλά καί Διορθοδόξων Συνόδων Πατριαρχῶν τῆς β΄ χιλιετίας, αἱ ὁποῖαι ἀμυνόμεναι κατά τῶν Παπικῶν καί Προτεσταντῶν διακηρύσσουνἄλλοτε μέν ὅτι ἡ Καθολική (Ὀρθόδοξος) Ἐκκλησία «ἀδύνατον ὅλως σφαλῆναι, ὡς πλουτοῦσα διδάσκαλον τό Πνεῦμα τό Ἅγιον» [24], ἄλλοτε δέ τό «ἐπί πᾶσι δόγμασίτε καί διδάγμασιν ... ἀσφαλῶς πιστευόμενον, τήν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, ἄνωθεν ἀεί ὀρθοδοξίᾳ διαπρέψασαν καί εἰς τό διηνεκέςδιαλάμπουσαν ... μήτε ποτέ πεπλανῆσθαι, μήτε ποτέ πλανηθήσεσθαι, ἀλλ’ ἀεί ἀσφαλῶς ἑστηκέναι, ἐρειδομένην ἐπί πέτρας ἀσφαλοῦς τῆς ὀρθοδόξου ἡμῶνπίστεως» [25]. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι λοιπόν «ἡ μόνη ἀληθινή θρησκεία, ἡ μόνη θεάρεστος λατρεία, καί ἡ μόνη σωτήριος ὁδός καί τήν κρατοῦμεν ἀπαραμείωτον, ἀπαραχάρακτον καί ἀπαράλλακτον» [26]. Μετά τούτων, διακηρύσσουν ἐπίσης ὅτι ἡ ἀπομάκρυνσις τῶν αἱρετικῶν Παπικῶν δέν παρεσάλευσε τήν καθολικότητα καί «ἀρτιμέλειαν» τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἄν καί «πρό χρόνων τινῶν ἐπηρείᾳ τοῦ πονηροῦ ὁ Ῥώμης πάπας ἀποσφαλείς καί εἰς ἀλλόκοτα δόγματα καί καινοτομίας ἐμπεσών, ἀπέστη τῆς ὁλομελείας τοῦ σώματος τῆς εὐσεβοῦς Ἐκκλησίας καί ἀπεσχίσθη» παρά ταῦτα «τά μέν τέσσαρα μέρη τοῦ ρηθέντος ἱστίου ἐνέμειναν κατά χώραν συνημμένα τε καί συνεραμμένα, δι’ ὧν εὐχερῶς ἡμεῖς διαπλέομεν καί ἀκυμάντως τό τοῦ βίου τούτου πέλαγος (...). Οὕτως οὖν ἡ καθ’ ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ εὐσεβής Ἐκκλησία ἐπί τέσσαρσι νῦν ἐρείδεται στύλοις, τοῖς τέσσαρσι δηλαδή Πατριάρχαις, καί μένει ἀδιάσειστος καί ἀκλόνητος» [27].
Συνεπῶς, ἐντελῶς ἀνεπέρειστος καί ἀπομειωτική τῆς Ἐκκλησίας ἐξελέγχεται ἡ δηλουμένη εἰς τό κείμενον τοῦ Πουσάν ἀνάγκη μετανοίας καί τῆς Ὀρθοδοξίας διά δῆθεν λάθη της.
Ἡ μετάνοια ἁρμόζει εἰς μόνους τούς αἱρετικούς
Τό κείμενον τοῦ Πουσάν, περαιτέρω, μᾶς καλεῖ καί εἰς μετάνοιαν διά τήν ὑφισταμένην διάσπασιν τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου! Ἀλλ ἡ μετάνοια ἁρμόζει μόνον εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι, παρά τόν ἀποστολικόν λόγον, ἀπεστάτησαν τῆς ἑνοποιοῦ (Α΄ Κορ. 11, 16) ἐκκλησιαστικῆς Πίστεως καί κατέστησαν αἱρετικοί, ἐπειδή «ὁ ταράσσων ὑμᾶς βαστάσει τό κρῖμα ὅστις ἄν ᾖ» (Γαλ. 5, 10). Ἀντιθέτως, ἡ Ἐκκλησία ἐπαινεῖ τούς Ποιμένας οἱ ὁποῖοι ἐξεδίωξαν τούς ἑτερόφρονας ἐκ τοῦ ἱεροῦ περιβόλου τῆς Ἐκκλησίας, καί «τούς βαρεῖς ἤλασαν καί λοιμώδεις λύκους τῇ σφενδόνῃ τῇ τοῦ Πνεύματος, ἐκσφενδονήσαντες τοῦ τῆς Ἐκκλησίας πληρώματος ... ὡς δοῦλοι γνησιώτατοι Χριστοῦ» [28], διά νά διασώσουν τήν ἀποστολικήν Πίστιν. Τῆς αὐτῆς γνώμης εἶναι καί ὁ ἅγιος Κυπριανός, γράφων κατά τῶν αἱρετικῶν καί σχισματικῶν, ὅτι «πρέπει νά χαίρωμεν, ὅταν τοιοῦτοι ἀποκόπτωνται ἀπό τήν Ἐκκλησίαν, μήπως καταστρέψουν τάς περιστεράς καί τά πρόβατα τοῦ Χριστοῦ διά τῆς ἀγρίας καί δηλητηριώδους αὐτῶν λύμης» [29]. Δέν ἀρκεῖ λοιπόν, ὅτι ἀπηλείφθησαν ἐκ τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας τά κατά τῶν αἱρετικῶν ἀναθέματα; Πρέπει τώρα νά διαψεύσωμεν, καί ὅτι τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι «ἡ Πίστις τῶν Ἀποστόλων, ἡ πίστις τῶν Πατέρων, ἡ Πίστις τῶν Ὀρθοδόξων», ἐφ’ ὅσον, κατά τούς Προτεστάντας τοῦ Πουσάν, ἡἘκκλησία ἔχει ἀνάγκην μετανοίας καί προοδεύει εἰς κατανόησιν;
Ἡ ἑνότης τῆς ἐκκλησιαστικῆς δογματικῆς ὁμολογίας
Ἡ συνήθης εἰς τό Π.Σ.Ε., ἤδη ἀπό τοῦ κειμένου τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε, ἐπίκλησις τῆς διαφορετικότητος τῶν «ἐκκλησιῶν» καί ἡ ἀντίληψις περί πίστεως ὡςμεταβαλλομένης καί προοδευτικῆς κατανοήσεως ἔχει ἐπιστρατευθῇ καί εἰς τό κείμενον τοῦ Πουσάν διά νάδικαιολογήσῃ τήν δῆθεν «ἀοράτως ἡνωμένηνχριστιανικήν Ἐκκλησίαν». Ἡ φράσις τοῦ κειμένου (παράγραφος 10, σ. 5) ὅτι «δέν εἶναι δυνατόν νά εἶναι ἡ διαφορετικότης τόσον μεγάλη, ὥστε νά ἐπιφέρει τήν διαίρεσιν», διαστρέφει τήν ἐκκλησιαστικήν ἱστορίαν καί τήν ἐκκλησιολογίαν· διότι μόνον ἡ ποικιλία τῶν ἐθῶν εἶναι ἀκατηγόρητος, κατά τόν Μέγαν Φώτιον καί ἄλλους ἁγίουςΠατέρας [30], ὄχι ὅμως καί τῶν δογμάτων, τά ὁποῖα εἶναι κοινά καθ΄ ὅλην τήν παγκόσμιον Ἐκκλησίαν, ὅπως μαρτυρεῖται ἐκ τῆς ἀρχαιότητος. Οἱ ἅγιοι Ἰγνάτιος [31], Εἰρηναῖος [32] καί πλεῖστοι ἄλλοι μαρτυροῦν ὑπέρ τῆς δογματικῆς ὁμοφωνίας τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὡς Σῶμα Χριστοῦ καί συνέχεια τῆς Ἀποστολικῆς Κοινότητος, διακρατεῖ «ἕνα Κύριον, μίαν Πίστιν, ἕν Βάπτισμα» (Ἐφεσ. 4, 5). Ἡ ἀποχώρησις τῶν αἱρετικῶν καί σχισματικῶν δέν δύναται νά βλάψῃ τήν Ἐκκλησίαν· ὡς τό θέτει ὁ Μέγας Βασίλειος, «ἐλεεινοί τοῦ πτώματος οὗτοι, ὑμῶν δέ τό σῶμα ὁλόκληρόν ἐστι τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι. Καί γάρ τό ἀχρειωθέν ἀπερρύη, καί οὐκ ἐκολοβώθη τό μένον»[33]. Διαβάθμισις καί διαφοροποίησις πίστεως ὑφίσταται μόνον κατά τό μέτρον τῆς προσωπικῆς ἐμπιστοσύνης («πίστεως») εἰς Χριστόν καί ὄχι ὡς πρός τό συμπαγές σύνολον τῶν εὐαγγελικῶνκαί πατροπαραδότων δογμάτων [34].
Ἡ ἀόρατος ἐκκλησιαστική ἑνότης, καθαρῶς προτεσταντικόν δόγμα
Ἡ ἀναφορά τῆς «Δηλώσεως Ἑνότητος» τοῦ Πουσάν εἰς τήν προσδοκωμένην ἐπίτευξιν τῆς ὁρατῆς ἑνότητος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν, ὑπεμφαίνει ὅτι ἤδη ὑφίσταται ἀόρατος ἑνότης τῆς δῆθεν Μιᾶς «πολυ-δογματικῆς» Ἐκκλησίας, ὅπως ἐδηλοῦτο καί εἰς τό κείμενον τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε, δόγμα προτεσταντικόν, τό ὁποῖον ἀποκρούεται ἔκπαλαι ὑπό τῶν Ὀρθοδόξων· ἡ ἐνΚωνσταντινουπόλει Σύνοδος τοῦ 1672 ταυτίζει τήν Μίαν Ἐκκλησίαν μετά τῆς ἀλαθήτου καί ὁρατῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας: «Περί δέ τῆς Καθολικῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, φαμέν, ὅτι ἔστι μέν ἀνεπισφαλής, οἷα ποδηγετουμένη ὑπό τῆς ἰδίας κεφαλῆς, ἥτις ἐστίν ὁ Χριστός, ἡ αὐτοαλήθεια, καί διδασκομένη ὑπό τοῦ Πνεύματος τῆς ἀληθείας ... Ἔσεται δέ καί ἀεί ὁρατή, διά τό μηδέποτε τούς ὀρθοδόξους ἐκλείπειν, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἐπειδήπερ πάντες μέν οὐ κοιμηθήσονται, πάντες ὅμως ἀλλαγήσονται, ὅπερ ὁ Ἀπόστολος περί τῶν πιστῶν τόν λόγον ποιούμενος εἴρηκε. Δῆλον ἄρα ὅτι μέχρι τερμάτων αἰῶνος ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία τό ὁρατόν ἔχειν οὐ διαλείψει τοῖς μέρεσιν» [35]. Ἄλλωστε ἡ Ἁγία Γραφή σαφῶς δηλοῖ ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁρατή, καθώς ἐντοπίζεται τοπικῶς (Α΄ Τιμ. 3, 15) καί εἶναι γνωστή ἡ αὔξησις τῶν μελῶν της (Πράξ. 2, 47). Ἡ ὀρθόδοξος ἑρμηνεία τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου περί τῆς «πόλεως τῆς ἐπάνω ὄρους κειμένης», ἡ ὁποία αὐτονοήτως δέν εἶναι ἀόρατος, ἐννοεῖ τήν Ἐκκλησίαν [36].
Ἡ χριστολογική ἀσέβεια περί τό «ἵνα πάντες ὦσιν ἕν»
Προσέτι, τό προβαλλόμενον τόσον εἰς τόν μετά τῶν Παπικῶν Διάλογον ὅσον καί εἰς τό Π.Σ.Ε. καί ἐν Πουσάν ἐπιχείρημα περί τῆς προσευχῆς τοῦ Κυρίου «ἵνα πάντεςὦσιν ἕν» (Ἰω. 17, 11.21-23),καταλήγει εἰς ἐσχάτην χριστολογικήν ἀσέβειαν· διότι ἐφ΄ ὅσον πράγματι ἡ ἑνότης τῶν πιστευόντων ἀποτελεῖ θέλημα τοῦ ΘεανθρώπουΧριστοῦ, διατί – κατά τούς ἰσχυρισμούς τοῦΟἰκουμενισμοῦ - δέν ἔχει ἐκπληρωθῇ; Λόγῳ ἀδυναμίας τῆς θείας θελήσεως τοῦ Χριστοῦ, ὅπερ ἀσεβές; Λόγῳνεστοριανικῆς διακρίσεως τῆς δῆθεν γνωμικῆς θελήσεως τοῦ Ἰησοῦ ἀπό τῆςθελήσεως τῆς Ἁγίας Τριάδος; Ὅμως, ὁ διφυής Θεάνθρωπος ἔχει «δύο μέν φυσικά θελήματα οὐχ ὑπεναντία ... ἀλλ΄ ἑπόμενον τό ἀνθρώπινον αὐτοῦ θέλημα, καί μή ἀντιπίπτον ἤ ἀντιπαλαῖον,μᾶλλον μέν οὖν καί ὑποτασσόμενον τῷ θείῳ αὐτοῦ καί πανσθενεῖ θελήματι» [37]. Ἄρα, εἶναι ἡ θεία θέλησίς Του, ἔχουσα ὑπήκοον εἰς αὐτήν τήν τεθεωμένην ἀνθρωπίνην, αὐτή ἡ ὁποία ἐξεφράσθη διά τῆς ἀνθρωπίνης Του φωνῆς εἰς τήν ἀρχιερατικήν προσευχήν ὑπέρ τῆς ἑνότητος τῶν πιστῶν. Αὐτή ἔχει σύνδρομον τήν Παντοδυναμίαν Του καί ἐνεργεῖ ἀκωλύτως εἰς ὅσους ὑποτάσσονται ἐθελουσίως εἰς τόν Χριστόν. Διά τοῦτο ἐπιβεβαιοῖ καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁΧρυσόστομος, ὅτι τό «ἵνα πάντες ὦσιν ἕν», ἔχει ἤδη ἐπιτευχθῇ ἐν τῇ Ἐκκλησία διά τῆς ἐσωτερικῆς ὁμοφωνίας τῆς Πίστεως, παρά τήν λόγῳ ραθυμίας ἀποστασίαν τῶν αἱρετικῶν: «Τί οὖν; ἤνυσεν αὐτό; φησι. Καί σφόδρα ἤνυσεν· ἅπαντες γάρ οἱ διά τῶν Ἀποστόλων πιστεύσαντες ἕν εἰσιν, εἰ καί τινες ἐξ αὐτῶν διεσπάσθησαν· οὐδέ γάρ τοῦτο αὐτόν παρέλαθεν, ἀλλά καί αὐτό προεῖπε, καί ἔδειξε τῆς τῶν ἀνθρώπων ραθυμίας ὄν» [38]. Ἡ βλάσφημος συνήθης χρῆσις τοῦ «ἵνα πάντες ὦσιν ἕν» ὡς χρονίως ἀνενεργοῦ, ὑποδηλοῖ ὅτι ὁ Παντοδύναμος Παράκλητος, Θεός εἰρήνης καί ὄχι ἀκαταστασίας (Α΄ Κορ. 14, 33), ἔχων ἑνοποιητικήν ἐνέργειαν («εἰς γάρ ἑνότηταπάντας ἐκάλεσε» [39]), δέν ἐδόθη εἰς τήν Ἐκκλησίαν! Ἑπομένως, τό Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν καί οἱ λοιποί Οἰκουμενισταί εὐαγγελίζονται μίαν νέαν Πεντηκοστήν διά τήν ἕνωσιν τῶν διεστώτων!
Ἡ οἰκολογική παρέκκλισις τοῦ Π.Σ.Ε.
Αἱ ἀναφοραί τῆς «Δηλώσεως» τοῦ Π.Σ.Ε. ἐν Πουσάν εἰς τήν φροντίδα καί εὐημερίαν τῆς κτίσεως ὡς μέσου καί τέλους τῆς εὐημερίας τῆς ἀνθρωπότητος,ὑποκρύπτουν ἕνα οἰκολογικόν χιλιασμόν. Προφανῶς ἀγνοεῖται ἡ δήλωσις τῆς Καινῆς Διαθήκης ὅτι ἡ «ἀποκαραδοκία» τῆς «συστεναζούσης κτίσεως», ἡ προσμονή τῆς ἀφθαρσίας, ἀποβλέπει εἰς τήν αἰωνιότητα, εἰς «τήν ἐλευθερίαν τῆςδόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ», ὅταν θά ὑπάρξῃ ἐλευθερία ἐκ τῆς φθορᾶς, κατά «τήν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς» [40]. Τό Π.Σ.Ε. θεμελιοῖ νέαν ἐπίγειον ἀποκαραδοκίαν καί νέανἐσχατολογίαν. Ὡσανεί ἀγνοοῦντες τήν ἀρχέγονον πτῶσιν τῆς ἀνθρωπότητος οἱ συντάκται τῆς «Δηλώσεως» προτίθενται νά μᾶς στρέψουν εἰς τήν προπτωτικήν ἐντολήν τοῦ ἀκόπως «ἐργάζεσθαικαί φυλάσσειν» (Γέν. 2, 15), ἀποσιωπῶντες τό εὐαγγελικόν κήρυγμα τῆς μετανοίας ἐκ τῆς ποικιλομόρφου ἁμαρτίας καί ἀποστασίας καί τήν προσμονήν τῶν οὐρανίων, ὡς καί τό δόγμα ὅτι διά τούς Χριστιανούς «τό πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλιπ. 3, 20) καί ὄχι εἰς ἐπιγείους παραδείσους. Ἡ κτίσις ἐξυπηρετεῖ τήν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου, μέσῳ τῆς φανερώσεως τῆς ἀϊδίου δυνάμεως καί θειότητος τοῦ Θεοῦ καί τῆς μαρτυρίας τῆς ἀγαθοποιΐας Του [41] καί δέν ἀποτελεῖ ἀγαθόν καθ΄ ἑαυτήν. Ὁ Θεός ἐνδιαφέρεται πρωτίστως ὄχι διά τά ἄλογα καί ἄψυχα κτίσματα, ἀλλά διά τόν λογικόν καί δραματικῶς ἀθάνατον ἄνθρωπον: «Μή τῶν βοῶν μέλει τῷ Θεῷ; ἤ δι΄ ἡμᾶς πάντως λέγει;» (Α΄ Κορ. 9, 9.10)
Μακαριώτατε ἅγιε Πρόεδρε,
Σεβασμιώτατοι ἅγιοι Συνοδικοί,
Ἡ πρέπουσα μαρτυρία τῆς Ἐκκλησιολογίας μας, τῶν Ὀρθοδόξων, ἀπετυπώθη ἱκανοποιητικῶς εἰς τήν τελευταίαν διακριτήν ἐκκλησιολογικήν δήλωσιν τῶν Ὀρθοδόξων ἐν τῷ Π.Σ.Ε., τό ἔτος 1961 εἰς Νέον Δελχί, διά τῆς γραφίδος τῶν μακαριστῶν π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, π. Ἰωάννου Meyendorff κ.ἄ. οἱ ὁποῖοι ἐδήλουν σαφῶς, τά ἑξῆς: «Τό πρόβλημα τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος ἤ τῆς χριστιανικῆς ἐπανενώσεως θεωρεῖται συνήθως ὡς ζήτημα πανομολογιακῆς συμφωνίας ἤ ἀποκαταστάσεως. Ἐν τῇ συζητήσει (ἐρεύνῃ) ἀπό προτεσταντικῆς πλευρᾶς τοῦτο εἶναι ὅλως φυσικόν. Ἀλλά διά τούς Ὀρθοδόξους τό βασικόν Οἰκουμενικόν πρόβλημα εἶναι τό τοῦ σχίσματος. Οἱ Ὀρθόδοξοι δέν εἶναι δυνατόν νά δεχθοῦν τήν ἰδέαν τῆς “ἰσότητος τῶν ὁμολογιῶν” καί δέν δύνανται νά ὁραματισθοῦν Χριστιανικήν ἐπανένωσιν ὡς ἁπλῆν πανομολογιακήν διευθέτησιν. Ἡ ἑνότης διεσπάσθη καί πρέπει νά ἀποκατασταθῇ. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν εἶναι μία τῶνὁμολογιῶν, μία μεταξύ τῶν πολλῶν. Διότι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἀκριβῶς ἡ Ἐκκλησία. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία γνωρίζει καί ἔχει συνείδησιν τῆς ταυτότητος τῆς ἐσωτερικῆς της ὑποστάσεως καί τῆς διδασκαλίας της, μέ τό ἀποστολικόν κήρυγμα καί τήν παράδοσιν τῆς ἀρχαίας καί ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας. Εὑρίσκεται εἰς ἀδιάκοπον καί συνεχῆ διαδοχήν τῆς μυστηριακῆς ἱερωσύνης, τῆς μυστηριακῆς ζωῆς καί τῆς πίστεως ... Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, διά τῆς ἐσωτερικῆς πεποιθήσεως καί συνειδήσεώς της κατέχει ὅλως ἰδιαιτέραν καί ἐξαιρετικήν θέσιν ἐν τῷ διῃρημένῳ Χριστιανισμῷ, ὡς ὁ φορεύς καί ἡ μάρτυς τῆς παραδόσεως τῆς ἀρχαίας ἀδιαιρέτουἘκκλησίας, ἀφ’ ἧς κατάγονται (ἀρχικῶς) ὅλαι αἱ ὑφιστάμεναι ὁμολογίαι δι΄ ἀποσπάσεως ἤ χωρισμοῦ» [42].
Ἡ μόνη «οἰκονομία» καί ἡ εὐγένεια τάς ὁποίας μετεχειρίσθησαν ἐδῶ οἱ ἡμέτεροι, χάρις εἰς τήν τότε νωπήν αἰσιοδοξίαν, ἦσαν ὁ χαρακτηρισμός τῶν ἑτεροδόξων τοῦΠ.Σ.Ε. καί τῶν λοιπῶν ὡς«σχισμάτων» καί ὄχι αἱρέσεων καί τό ὅτι ὡμίλησαν περί διασπάσεως τῆς ἑνότητος, ὄχι ὄμως τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά τοῦ χριστιανισμοῦ. Ἐν συνεχείᾳ τοῦ παραπάνω παραθέματος ἐπεσήμαινον τήν ἀνάγκην «οἰκουμενισμοῦ ἐν χρόνῳ» («ecumenism in time»), διά τῆς ἐπιστροφῆς εἰς τήν ἀρχαίανΠαράδοσιν τῆς Ὀρθοδοξίας («agreement (in faith) with all ages»), καί ὄχι μέσῳ «διακανονισμοῦ» τῶν δογμάτων, καθώς προεξεθέσαμεν. Τῷ ὄντι, τήν διαχρονικήν καί ἐνδο-εκκλησιαστικήν αὐτήν ἑνότητα τῆς δογματικῆς πίστεως οἱ πατερικοί λόγοι ἐξεικονίζουν διά τοῦ ἀρράφου χιτῶνος (Ἰω.19, 23.24) τοῦ Κυρίου.
«Ἀλλ’ ἀληθῶς, ἐπειδή δέν δύναται νά σχισθῇ ὁ λαός τοῦ Θεοῦ, ὁ χιτών Του, δι΄ ὅλου ἄρραφος καί συνεχής, δέν διαιρεῖται ὑπ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τόν κατέχουν.Ἀδιαίρετος, ἡνωμένος, συνδεδεμένος, δεικνύει τήν συνεπῆ ὁμοφωνίαν τοῦ λαοῦ μας, οἱ ὁποῖοι ἐνεδύθημεν τόν Χριστόν. Διά τοῦ μυστηρίου καί σημείου τοῦ ἐνδύματός Του, διακηρύσσει τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ποῖος λοιπόν εἶναι τόσον μεμολυσμένος καί δολερός, ποῖος τόσον μανικός μέ τήν μανίαν τῆς διαφωνίας, ὥστε εἴτε νά πιστεύῃ ὅτι δύναται νά σχισθῇ ἡ ἑνότης τοῦ Θεοῦ, τό ἔνδυμα τοῦ Κυρίου, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, εἴτε νά ἀποτολμήσῃ νά τήν σχίσῃ; Ὁ Ἴδιος προειδοποιεῖ εἰς τό Εὐαγγέλιόν του καί διδάσκει λέγων: “Καί ἔσται μία ποίμνη καί εἷς ποιμήν” (Ἰω.10, 16). Καί εἶναι δυνατόν νά ὑπάρχουν εἰς κάποιον τόπον εἴτε πολλοί ποιμένες εἴτε πολλά ποίμνια;» [43]
Τά ὡς ἄνω ἀδήριτα ἐρωτήματα τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ πρέπει νά θέσουν ἡμᾶς αὐτούς πρό τῶν φοβερῶν εὐθυνῶν μας διά τό κείμενον τοῦ Πουσάν ἀλλά καί εἰς τόνδιάλογον μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς.
Δέν εἶναι τοῦ παρόντος νά ἐπεκταθῶμεν εἰς τάς τοῦ διαλόγου μετά τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν ὑποχωρήσεις καί τά ἀπό ἐκκλησιολογικῆς καί θεολογικῆς ἀπόψεωςὀλισθήματα τῆς ἡμετέρας ὀρθοδόξου πλευρᾶς, κατά τάς συνελεύσεις τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς εἰς Μπάλαμαντ καί Ραβένναν. Αὐτό, ὅμως, τό ὁποῖον δέν δυνάμεθα νά ἀποσιωπήσωμεν εἶναι ὅτι εἰς τάς προσφάτους (30.12.2013) δηλώσεις τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀδελφοῦ Μητροπολίτου Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου «Γιά τό πρωτεῖο καί τό κείμενο Ραβέννας» διατυπώνεται πρωτοφανής καί θεολογικῶς ἀπαράδεκτος θέσεις, μέ τόν ἰσχυρισμόν τοῦ Σεβασμιωτάτου ὅτι οἱ χρησιμοποιούμενοι εἰς τόκείμενον τῆς Ραβέννας ὑπό τῆ Μικτῆς Θεολογικῆς ᾽Επιτροπῆς ὅροι, «Ἐκκλησία», «ἀνά τόν κόσμον Ἐκκλησίαν» ἤ «ἀδιαίρετη Ἐκκλησία» καί «σῶμα Χριστοῦ» δέν ὑπονομεύουν τήν«πεποίθηση ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀνήκει εἰς τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία»! Ἡ διατύπωσις «ἀνήκει εἰς ...» σχετικοποιεῖ τήν ἐκκλησιολογικήν ἀποκλειστικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία δέν ἀνήκει εἰς τήν Μίαν, Ἁγίαν, ἀλλά εἶναι ἡ Μία, Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Τό «ἀνήκει εἰς ...» ἀφήνει περιθώρια καί εἰς ἄλλας χριστιανικάς κοινότητας νά ἀνήκουν εἰς τήν Μίαν, Ἁγίαν, ὅπως ἄλλωστε αὐτό προκύπτει ἀπό τήν συνέχειαν τοῦ κειμένου, τό ὁποῖο ἀναγνωρίζει «στοιχεῖα (elements) ἐκκλησιαστικότητας καί ἐκτός τῆς Καθολικῆς κοινωνίας». Πρόκειται περί πλήρους ἀποδοχῆς τῆς παπικῆς ἐκκλησιολογίας ἡ ὁποία ἀναγνωρίζει «στοιχεῖα ἐκκλησιαστικότητας» εἰς ἡμᾶς τούς Ὀρθοδόξους καί εἰς ἄλλαςχριστιανικάς κοινότητας, ἐλλιπῆ πάντως διά πλήρη ἐκκλησιολογικήν ὀντότητα. Αὕτη ἐπιτυγχάνεται καί ὁλοκληροῦται μέ τήν ἀποδοχήν τοῦ πρωτείου τοῦ πάπα. Κατά τήν πεποίθησινδηλαδή τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀδελφοῦ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἀλλά ἀνήκει εἰς τήν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί ἈποστολικήνἘκκλησίαν, μαζί μέ ἄλλας «ἐκκλησίας», αἱ ὁποῖαι ἔχουν στοιχεῖα ἐκκλησιαστικότητος [44].
Ἡ ἔναντι τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν ἐκκλησιολογία
Δυστυχῶς, καί εἰς τό πεδίον τῶν σχέσεων καί τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου μέ τόν Παπισμόν, αἱ ἐκφραζόμεναι θεολογικαί πλάναι δέν εἶναι ἥσσονος σημασίας. Ἑορτάζονται τά πενήντα χρόνια ἀπό τῆς Β΄ Βατικανῆς ψευδοοικουμενικῆς «Συνόδου» παρ’ ὅτι ἡ αἱρετική Σύνοδος ἐκείνη, παγιώσασα τό δαιμονικόν δόγμα τοῦ παπικοῦ «ἀλαθήτου» τῆς Α΄ Βατικανῆς Συνόδου τοῦ 1870, ἐπισύρει καί ἐφ΄ ἑαυτήν τό ὄνειδος τῆς διαπράξεως τῆς τρίτης μεγίστης πτώσεως ἐν τῇ ἱστορίᾳ μετά τήν πτῶσιν τοῦ Ἀδάμ καί τοῦ Ἰούδα, κατά τόν ὅσιον Ἰουστῖνον Πόποβιτς [45]. Αἱ καινοτομίαι τῆς αἱρετικῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου τήν ἀπεμάκρυναν πορρωτέρω ἀπό πάσης ἐλπίδοςἐπιστροφῆς εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν καί προὐκάλεσαν νέα σχίσματα ἐν τῷ Παπισμῷ λόγῳ τῆς νέας οἰκουμενιστικῆς ἐκκλησιολογίας της (σχίσμα Λεφέβρ)· ἡ αἱρετική Παπωσύνη εἰς τήν Β΄ Βατικανήν ἀφῆκε χῶρον συγκαταβάσεως ἔναντι τῆς ὀρθοδόξου «ἐκκλησιαστικότητος», ἀλλ’ ὅμως ὄχι καί περιθώρια ἰδικῆς της μετανοίας. Οὕτως, εἰς τό κείμενον τῆς Β΄ Βατικανοῦ Nostra Aetate ὁσύγχρονος Παπισμός ἀναγνωρίζει τόν Θεόν εἰς τόν Μουσουλμανισμόν καί τόν Ἰουδαϊσμόν [46], παρά τήν θεόπνευστον τῶν Μαθητῶν τοῦ Θεανθρώπου πίστιν, ὅτι «πᾶς ὁ ἀρνούμενος τόν Υἱόν οὐδέ τόν Πατέρα ἔχει» (Α΄ Ἰω. 2, 23) καί ὅτι τῶν Ἰουδαίων «ἐπωρώθη τά νοήματα», οἱ ὁποῖοι «τῇ ἀπιστίᾳ ἐξεκλάσθησαν», καθώς «ὁ Θεός τῶν κατά φύσιν κλάδων οὐκ ἐφείσατο» (Ρωμ. 11, 20.21).
Ὁ Παπισμός εἶναι αἵρεσις κατά τήν σαφῆ καί θεόγνωμον πεποίθησιν τῶν Ἁγίων Πατέρων καί τῶν Διορθοδόξων καί Πατριαρχικῶν Συνόδων τῆς β΄ μετά Χριστόν χιλιετίας, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τοῦ Μεγάλου Φωτίου, τοῦ ἰδιαιτέρως καί συνοδικῶς τιμωμένου ὑπό τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὡς Ἰσαποστόλου. Ὁ πράγματι -καί ὄχι ὀνόματι- Ἅγιος Ὀρθόδοξος ἐκεῖνος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, χαρακτηρίζει τό βατικάνειον Filioque «φρύαγμα τῆς αἱρέσεως» [47] καί«νεανιευόμενον αἱρετίζοντα λόγον» [48], κατά τόν ὁποῖον «τάξει καί σχέσει καί αἰτίᾳ τήν τοῦ Πνεύματος ἑτερότητα καί παραλλαγήν ἡ αἵρεσις δραματουργεῖ» [49], καί προσκαλεῖ μετά θάρρους καί ἀγάπης [50] τούς ἀποστάντας Δυτικούς, τούς «νέους Πνευματομάχους» [51]: «Ἐμβλέψατε, οἱ τυφλοί, καί ἀκούσατε, οἱ κωφοί, οὕς τό σκότος κατέχει τῆς αἱρετικῆς ἐγκαθημένους Δύσεως» [52].
Καί ἀληθῶς, Μακαριώτατε ἅγιε Πρόεδρε καί ἅγιοι Συνοδικοί, δέν δυνάμεθα νά ἀποκρυψωμεν τήν βαθεῖαν ἡμῶν λύπην, ὅταν, παρά τάς θεολογικάς καί πατερικάς ταύτας ἐπισημάνσεις περί τοῦΠαπισμοῦ, Σεβασμιώτατος Ἀδελφός, ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ἰγνάτιος, κατά τήν προσφάτως ἑορτασθεῖσαν ἐν Ἀθήναις ἐπέτειον ἐπί τῇ συμπληρώσει 50ετίας ἀπό τῆς συγκλήσεως τῆς Β´ Βατικανῆς Συνόδου ἐξεθείασε ταύτην ὡς προωθήσασαν καί ἐπιλύσασαν σπουδαῖα θέματα καί διανοίξασαν τήν ὁδόν διά τήν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν, ἐνῶ, ὡς γνωστόν παραμένουν ὅλαι αἱπλάναι καί αἱ καινοτομίαι τοῦ Παπισμοῦ [53].
Αἱ λατινογενεῖς ἐκκλησιολογικαί θέσεις τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Προύσης κ. Ἐλπιδοφόρου
Εἰς τόν εὐρύτερον χῶρον τῶν σχέσεων μέ τούς Παπικούς, ἀντί τῆς ἐπιδιώξεως ἐπιστροφῆς τῶν Παπικῶν εἰς τήν διατηρηθεῖσαν ἐν μόνῃ τῇ Ὀρθοδοξίᾳ ἀρχαίανἘκκλησίαν, οἱ λόγοι καί τάἐπαναλαμβανόμενα ἐπιχειρήματα ἑτέρου Ἱεράρχου, τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Προύσης κ. Ἐλπιδοφόρου, περί τῆς μοναρχίας τοῦΘεοῦ Πατρός ὡς ὑποδείγματος διά τό παγκόσμιονπρωτεῖον ἑνός ἐπισκόπου, τοῦ «primi sine paribus» («πρώτου ἄνευ ἴσων») [54], μαρτυροῦν ἀντιθέτως περί τοῦἐκδυτικισμοῦ τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας, χάριν κοσμικῶν ἐπιδιώξεων, ὡς συνέβη καί εἰς τήν Ρώμην εἰς τό μεθόριον τῶν δύο πρώτων μ.Χ. χιλιετιῶν.
Ὁ Μητροπολίτης Προύσης ἀποπειρᾶται διά πρωτοφανοῦς καί νεωτερικῆς ἐκκλησιολογικῆς προσεγγίσεως, βάσει ἀτυχῶς τῆς ὡριγενιστικῆς καί υἱοθετιστικῆς (κατά μίαν subordinatio-ὑποταγήν τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Πνεύματος) Τριαδολογίας τοῦ Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ἰωάννου, νά θεμελιώσῃ τό παγκόσμιον διοικητικόν πρωτεῖον ἑνός «Πρώτου» ἐπί τῆς Οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας, βάσει τῆς Μοναρχίας τοῦ Θεοῦ Πατρός ἐντός τῆς Ἁγίας Τριάδος· οὕτω πράττων, καί ἐφ’ ὅσον ἐμπλέκει εἰς τήν στόχευσιν αὐτήν καί τό χωρίον «πρός τόν Πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐξ οὗ πᾶσα πατριά ἐν οὐρανοῖς καί ἐπί γῆς ὀνομάζεται» (Ἐφ. 3,15), δέν θά δυνηθῇ νά ἀπαντήσῃ εἰς τό ἐρώτημα, διατί λοιπόν δέν ἐνηνθρώπησεν ὁ Πατήρ, ὥστε νά διασώσῃ τό «Πρωτεῖον» του καί ἐν τῇ Οἰκονομίᾳ, πλήν τῆς Θεολογίας. Κατά δεύτερον λόγον, ὁ ἅγιοςΠρούσης λαμβάνει τάς ἐνδοτριαδικάς σχέσεις ὡς τό πρωτότυπον τῆς Ἐπισκοπικῆς Συνόδου· ὅμως εἰς τήν Ἁγίαν Τριάδα ὁ Πατήρ εἶναι ἡ «ὑπεράρχιος ἀρχή», ἡ «θεογόνος καί πηγαία θεότης», ἐπειδή εἶναι Γεννήτωρ τοῦ Υἱοῦ καί Προβολεύς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀντιθέτως, εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν Σύνοδον, ὁ Πρῶτος ἀναδεικνύεται (καί καθαιρεῖται) ὑπό τῆς Συνόδου, ἄρα ἡ Σύνοδος εἶναι ἡ «πηγή» τοῦ ἐν Αὐτῇ Πρώτου καί ὄχι τό ἀντίθετον, τό ὁποῖον προκύπτει καί ἱστορικῶς: ὁ Κύριος ἀναληφθείς κατέλιπεν ἐμπνεομένην ὑπό τοῦ Πνεύματος τῆς Πεντηκοστῆς Σύνοδον ἰσοτίμων Ἀποστόλων καί ὄχι τινά Πρῶτον. Ἡ ἀτυχής αὕτη σύγκρισις τοῦ Μητροπολίτου Προύσης θά εἶχεν ἀποφευχθῇ, ἐάν - ἀντί νά προσφύγῃ εἰς τήν ἁπλουστευτικήν περιγραφήν τῶντριαδικῶν σχέσεων ὡς ἐξωτερικοῦ μιμήματος διά τήν ἐκκλησιολογίαν - ἐλάμβανεν ὀρθοδόξως ὡς θεμέλιον τῆς ἐκκλησιολογίας του τήν φυσικήν Εἰκόνα τοῦ Πατρός, δηλαδή τόν Υἱόν καί Λόγον, ὁ Ὁποῖος ὡς Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας καί ταμίας τοῦ πληρώματος τῶν θείων θησαυρισμάτων, ἀποκαλύπτει εἰς τούς πιστούς ἐν Ἑαυτῷ τόν Πατέρα (Ἰω. 14,9), ὁ Ἴδιος δέ ἀποκαλύπτεται εἰς τούς πιστούς ὑπό τῆς φυσικῆς Του Εἰκόνος, τοῦ ὁμοτίμου καί παντοκρατορικοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Ἰω. 16,14) [55]. Ἡ ζωή τῆς Ἁγίας Τριάδος, συνεκτική τῆς Ἐκκλησίας, κοινωνεῖται εἰς τά λογικάκτιστά μέλη τῆς Ἐκκλησίας ὡς κοινή τριαδική ἐνέργεια, ὄχι ὑποστατική τοῦ Πατρός, ἀλλά φυσική ἄκτιστος ἐκ τῆς ἀκτίστου θείας οὐσίας [56]· αὐτή ἱκανοῖ τούς πιστούς, ὡς μέλη τοῦ ΚυριακοῦΣώματος, νά οἰκειῶνται τό «ἀμίμητον μίμημα» τῶν θείων ἀρετῶν. Ἡ κοινή αὐτή τριαδική ἐνέργεια ἤ χάρις ἤ δόξα ἤ βασιλεία συνέχει τήν Ἐκκλησίαν, συνενοῦσα τούς πιστούς καί κατ΄ ἐξοχήν τούς Ἐπισκόπους, ὥστε κατά τόν ἅγιον Μάξιμον νά εἶναι κοινόν τό θεληθέν τοῦ Θεοῦ καί τῶν Ἁγίων, διά τῆς μιᾶς θείας ἐνεργείας [57]. Οὕτως, ἡ ἑνότης τῆς Συνόδου δέν διασφαλίζεται διά τῆς ἐξωτερικῆς «φυσικῆς μιμήσεως» ἑνός πατρομονιστικοῦ δῆθεν ἐξουσιαστικοῦ «πρωτείου» ἐν τῇ Παναγίᾳ Τριάδι, κατά τά λεγόμενα τοῦ Σχολάρχου τῆς Χάλκης καί Καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ ΑΠΘ, ἀλλ' ὀντολογικῶς ὑπέρ φύσιν, διά τῆς αὐτεξουσίου ὑποταγῆςπάντων εἰς τό θεῖον καί ἑνιαῖον ἄκτιστον τριαδικόν θέλημα, γνωριζόμενον διά τοῦ Θεανθρώπου ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, τό ὁποῖον Πνεῦμα «τούς κατά τό ἐγχωροῦν μετέχοντας ὡς δύναμις ἑνοποιός ἑνοῖ καί ἀνατείνει πρός τήν τοῦ συναγωγοῦ Πατρός ἑνότητα καί θεοποιόν ἁπλότητα» [58]. Ἄλλωστε, εἶναι συντριπτικῶς συχνοτέρα ἡ χρῆσις τοῦ ὅρου «μοναρχία» πρός κατάδειξιν τῆς μοναδικῆςΠαντοκρατορίας τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐπί τῆς κτίσεως («εἰ γάρ καί τριλαμπεῖ μοναρχεῖ τό Θεῖον»)[59] καί σπανιωτάτη ἡ χρῆσις ἡ πρός κατάδειξιν τῆς ἐνδοτριαδικῆς μοναρχίας τοῦ Πατρός [60]· ἡ δευτέρα αὕτη προεβλήθη ὑστερογενῶς κατά τῶν Λατίνων, ὅταν αὐτοί ἀνήγαγον τόν Υἱόν ὡς δευτέραν ἀρχήν ἐντός τῆς Ἁγίας Τριάδος διά τοῦ Filioque [61]. Ἰδού, λοιπόν, στίβος λαμπρός διά τόν Σεβασμιώτατον ἀδελφόν καί Σχολάρχην τῆς Γεραρᾶς Σχολῆς τῆς Χάλκης, πρός ὑπεράσπισιν τῆς καλῶς ἐννοουμένης Μοναρχίας τοῦ Θεοῦ Πατρός κατά τοῦ «διαρχικοῦ» Filioque καί τοῦΡωμαιοκαθολικισμοῦ, ἐπί τοῦ ἐπιπέδου τῆς Τριαδολογίας καί ὄχι νεωτερικῶς, ἐπί τῆς Οἰκονομίας καί τῆς Ἐκκλησιολογίας, χριστολογικῶς κυρίως ἐξεταζομένης.
Ἐπανάληψις προγενεστέρως ἐφευρεθέντων δογμάτων
Ἡ προσέγγισις τοῦ Σεβασμιωτάτου Προύσης ἐρείδεται, κατ΄ ἰδίαν ὁμολογίαν, εἰς παλαιοτέραν ὁμιλίαν του ἐν Ἀμερικῇ, ἔνθα εἶχεν ἀρνηθῇ σχεδόν ὡς αἵρεσιν (!!!) καίτήν ὑπερτάτην θέσιν τῶνΟἰκουμενικῶν Συνόδων εἰς τήν Ἐκκλησίαν [62]. Τοιουτοτρόπως, ὁ Σεβασμιώτατος κ. Ἐλπιδοφόρος ἀσυναισθήτως ὑπονομεύει τό κῦρος τοῦ θεσμοῦ ἐκείνου ὁ ὁποῖος κατωχύρωσεν ἐπί αἰῶνας τήν πρωτοκάθεδρον θέσιν τῆς πᾶσι φιλτάτης Μητρός Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ Πανσέπτου Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὄχι μόνον καινοτομεῖ ἔναντι παντός ἄχρι τοῦ νῦνσυμβολικοῦ μνημείου ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας (πλήν μερικῶν γραφῶν τοῦ ἁγίου Περγάμου), ἀλλά καταρρακοῖ καί τήν διαλεγομένην ἐκκλησιολογίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου,ἀποδεικνύων αὐτήν «κάλαμον ὑπό ἀνέμου σαλευόμενον». Διότι, ἐάν ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐξασφαλίζεται δῆθεν ὑπό τοῦ παγκοσμίου Πρώτου καί ὄχι ὑπό τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ὡς ἀνωτάτου θεσμοῦ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, διατί τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ὑπέγραψε διαφόρως εἰς τόν διάλογον μέ τούς Παλαιοκαθολικούς πρό τριῶν δεκαετιῶν [63]; Ἐθώπευσε τότε τάς ἀκοάς τῶν Παλαιοκαθολικῶν ἀποδεχόμενον τήν «αἵρεσιν» τῆς ὑψίστης αὐθεντίας ὄχι τινός Πρώτου, ἀλλά τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἤ τώρα κνήθει τάς ἀκοάς τῆς παπικῆς μοναρχοκεντρικῆς ἐκκλησιολογίας τοῦ «παγκοσμίου ἐπισκόπου» Πάπα τῆς Ρώμης;
Ἱστορικῶς, τό ἀβάσιμον τῆς ἐξυψώσεως τοῦ «Πρώτου» ἔναντι τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀποδεικνύεται ὄχι μόνον ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ Θεσμοῦ τῆς Πενταρχίαςτῶν Πατριαρχῶν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν «ἑνωθέντες ἀλλήλοις, τρόπον τινά ὡς τό ἐκ τεσσάρων στοιχείων σῶμα, σύμψυχοι καί ἕν γενόμενοι, ἕν φρονοῦντες ... ὄντωςἀποτελεσθεῖσα χρυσῆ καί μεγάλη σειρά τετρακτύς ... γέγονεμία ποίμνη, καί εἷς ποιμήν οἱ τέσσαρες ποιμένες, τῇ ὁμοφροσύνῃ καί τῇ ὀρθοδοξίᾳ» [64], ὄχι μόνον ὑπότοῦ γεγονότος τοῦ ἀνεκκλήτου τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου [65] (ἐνῷ κατά παντόςΠατριάρχου ἰσχύει τό ἔκκλητον ἐνώπιον Οἰκουμενικῆς ἤ Πανορθοδόξου Συνόδου),ὄχι μόνον ὑπό τῆς ἱστορικῆς καθαιρέσεως Παπῶν καί Πατριαρχῶν ὑπό Οἰκουμενικῶν ἤ καί Πανορθοδόξων Συνόδων, ὄχι μόνον ὑπό τῆς κοινοποιήσεωςτῶν εἰρηνικῶν Γραμμάτων ἑκάστου Προκαθημένου εἰς πάντας τούς ὑπολοίπους καί ὄχι μόνον εἰς τόν Πρῶτον τῇ τάξει, καί μυρίων ἄλλων, ἀλλά καί ὑπό τοῦἱστορικοῦ γεγονότος τῆς ὑπ’ αὐτῶν τῶν Παπῶν τῆς Ρώμης ἀναγνωρίσεως τῆς ἀνωτερότητος τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, μέ χαρακτηριστικόν παράδειγματόν Λέοντα Θ΄ ὁ ὁποῖος, καίτοι Πρῶτος εἰς τά πρεσβεῖα, ἐφρόνει «πάσης στερεῖσθαι αὐθεντίας πᾶν ὅ,τι ἄν τυπωθείη τῇ ἐκείνων [τῶν Πατέρων τῆς Α΄ ΟἰκουμενικῆςΣυνόδου] διατυπώσει ἐναντιούμενον»[66]. Ἡ δέ Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδος, ἐπαναφέρουσα εἰς τήν τάξιν τόν Πάπαν Βιγίλιον, ἠρνήθη εἰς αὐτόν τό διεκδικούμενον ὑπ’αὐτοῦ δικαίωμα ψήφου ἰσοδυνάμου πρός τάς τέσσαρας ψήφους τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς [67].
Μακαριώτατε ἅγιε Πρόεδρε,
Σεβασμιώτατοι ἅγιοι Συνοδικοί,
Τά ὡς ἄνω γραφέντα ἀποτυποῦν μίαν θλιβεράν εἰκόνα ἐκκλησιολογικῆς ἀλλοτριώσεως τῆς Ὀρθοδόξου αὐτοσυνειδησίας εἰς τούς Διαλόγους καί καταργήσεως τῆς ἐκεῖ ὀρθοδόξουμαρτυρίας. Μεμφόμενοι ἡμεῖς αὐτοί τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καί τό κῦρος αὐτῆς, αἰτούμενοι δηλαδή συγγνώμην διά τήν «πρόκλησιν διαιρέσεων», καί καταρρίπτοντες οὕτως αὐτῆς τόσυνοδικῶς διαπεπιστωμένον ἀλάθητον, ἤ νομίζοντες αὐτήν «μέρος» τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας καί Ἀληθείας, πῶς θά προβάλωμεν κατά τῶν ἐφορμώντων εἰς τό ποίμνιόν μας λύκων, τῶνψευδομαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ, Πεντηκοστιανῶν, Μορμόνων κ.λπ. τό κῦρος τῆς ἀλαθήτου ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως;
Τό Π.Σ.Ε. παραπαίει, μή γινῶσκον «δεξιάν αὐτοῦ ἤ ἀριστεράν αὐτοῦ», διό καί γράφει:«Προσευχόμεθα νά βοηθηθῶμεν νά κατανοήσωμεν περισσότερα περί τῆς ὁρατῆς ἑνότητος εἰς τήνὁποίαν ὁ Θεός μᾶς καλεῖ νά ζήσωμεν» (Συνημμένον Α΄, ὑποσημ. 1, σ. 8), φθάνει δέ εἰς τήν ἀντίφασιν νά εἶναι εὐγνῶμον διά τήν διαφορετικότητα, ἄν καί αὐτή προκαλεῖ τήν διαίρεσιν [68]!Δυστυχῶς, ἡ ἡμετέρα παρουσία, ἀποσιωπᾶ τήν περί τῆς μόνης Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τῆς Ὀρθοδόξου, ἀλήθειαν, παρ’ ὅτι «ἡ σιγή τῶν λόγων ἀναίρεσίς ἐστιν» ἐνῷ «πᾶς ἄνθρωπος ἁγιάζεται διά τῆς ἀκριβοῦς ὁμολογίας τῆς Πίστεως» [69].
Τεκμηριωμένως, ἡ σύγκρισις τῆς ὡς ἄνω ὀρθοδόξου «Δηλώσεως Ἑνότητος» ἐν Νέῳ Δελχί τό 1961 μετά τοῦ κειμένου τοῦ Πουσάν, δεδομένης καί τῆς μή ἐνεργοποιηθείσης καταθέσεως ἰδίαςδηλώσεως, καταδεικνύει τήν ἀνάγκην ὁριστικῆς ἀποστασιοποιήσεώς μας ἐκ τοῦ Π.Σ.Ε., ἀρχῆς γενομένης ἀπό τήν ἐπίσημον - εἰ καί ἐκ τῶν ὑστέρων - ἀπόρριψιν τῆς «Δηλώσεως Ἑνότητος» τοῦ Πουσάν ὑπό τῆς καθ΄ ἡμᾶς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Περί δέ τοῦ διαλόγου μετά τῶν Παπικῶν ἔχομεν τήν αὐτήν πεποίθησιν, ὅτι συμβάλλει πασιφανῶς καί ἀποδεδειγμένως εἰς τήν ἀλλοίωσιν τῆς ἐκκλησιολογίας μας χαρακτηρισθέντος ὑπό τοῦ ἐπί 20ετίαν (1980-2000), Ὀρθοδόξου συμπροέδρου Σεβ. Ἀρχιεπισκόπου Αὐστραλίας κ. Στυλιανοῦ ὡς «ἀνοσίου παιγνίου».
Ταῦτα μετά βαθυτάτης λύπης καί ἐναγωνίου προσμονῆς φέρομεν ὑπ΄ ὄψιν τῆς Ὑμετέρας Μακαριότητος καί τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου, ἔχοντες δέ δι΄ ἐλπίδος ὅτι τά ἀνωτέρω ἐκτεθέντα, θά παροτρύνουν Ὑμᾶς εἰς τάς δεούσας ἐνεργείας ἀποκαταστάσεως τῆς ἀπομειουμένης Ἀληθείας, παρακαλοῦμεν ὅπως συζητηθοῦν τά τιθέμενα θέματα εἰς τήν τακτικήν Σύνοδον τῆς προσεχοῦς Σεπτῆς Ἱεραρχίας καί διατελοῦμεν.
Μετά βαθυτάτου σεβασμοῦ
Οἱ Μητροπολῖται
† ὁ Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καί Κονίτσης Ἀνδρέας
† ὁ Γλυφάδας, Ἑλληνικοῦ, Βούλας, Βουλιαγμένης καί Βάρης Παῦλος
† ὁ Κυθήρων Σεραφείμ
† ὁ Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας Κοσμᾶς
† ὁ Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἱερεμίας
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΕΛΟΥΣ - ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] «Ἡ Ἱεραρχία γιά "ὁμολογία πίστεως" καί "διάλογο"»,
http://www.romfea.gr/component/content/article/
25-2009-12-18-08-37-46/5539-2010-08-07-10-45-46
[2] Central Committee Members August 2012 http://www.google.gr/url?sa=
t&rct=j&q=&esrc=s&source=web&cd=1&cad=rja&ved=0CD
UQFjAA&url=http%3A%2F%2Farchived.oikoumene.org%2Ffileadmin%2Ffiles%2Fwcc-main%2Fdocuments%2Fgoverning_bodies%2Fcentral_committee%2F2012%2
FCentralCommitteeMembers_August2012.xlsx&ei=u
[3] Συνημμένον Α΄, παράγραφος 5 (σ. 3) καί παράγραφος 14 (σ. 6).
[4] Συνημμένον Α΄, παράγραφος 4 (σ. 2), παράγραφος 7 (σ. 4) καί παράγραφος 10 (σ. 5)
[5] Συνημμένον Α΄, παράγραφος 14 (σ.6 καί 7) καί παράγραφος 16 (σ. 7)
[6] Συνημμένον Α΄, παράγραφος 7 (σ. 3 καί 4) καί παράγραφος 15 (σ. 7)
[7] Συνημμένον Α΄, παράγραφος 3 (σ. 2), παράγραφος 4 (σ. 2) καί παράγραφος 15 (σ. 7)
[8] Συνημμένον Α΄, παράγραφος 2 (σ. 2), παράγραφος 4 (σ. 3), παράγραφος 11 (σ. 5) καί παρ. 14 (σ. 6)
[9] Συνημμένον Α΄, παράγραφος 6 (σ. 3), παράγραφος 8 (σ. 4), παράγραφος 9 (σ. 4) καί ὑποσημ. 1 (σ. 8)
[10] Συνημμένον Α΄, παράγραφος 15 (σ. 7)
[11] Συνημμένον Α΄, παράγραφος 13 (σ. 6) καί παράγραφος 9 (σ. 4)
[12] Συνημμένον Α΄, παράγραφος 3 (σ. 2) καί παράγραφος 8 (σ. 4)
[13] Συνημμένον Α΄, παράγραφος 12 (σ. 6) καί παράγραφος 15 (σ. 7)
[14] Συνημμένον Α΄, παράγραφος 12 (σ. 5). Βλ. ΑΡΧΙΜ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΤΣΙΑΚΚΑΣ (νῦν Μητροπολίτης Καρπασίας), Ἐγκυκλοπαιδικό Λεξικό Θρησκειῶν καί Αἱρέσεων, ἐκδ. Ἱ.Μ.Τροοδιτίσσης, Κύπρος 2002, σ. 697-699 καί 613-616. Βλ. τήν χρῆσιν τοῦ ὅρου «ὁλιστική ἀτζέντα» καί εἰς τούς λόγους τῆς Προέδρου τοῦ Π.Σ.Ε. Δεσποσύνης (Dame) Mary Tanner, τῆς Ἀρχηγοῦ τοῦ Τάγματος τῆς Βρεταννικῆς Αὐτοκρατορίας (Συνημμένον Δ΄, σ. 2).
[15] Συνημμένον Α΄, παράγραφος 6 (σ. 3) καί παράγραφος 7 (σ. 3). Περί τῆς ἐξελίξεως εἰς τήν ἀποδοχήν τῆς ὁμοφυλοφιλίας μεταξύ τῶν Συνελεύσεων Πόρτο Ἀλέγκρε (2006) καί Πουσάν (2013)βλ. Ι.Μ. ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ, «“Συγγνώμη πού εἴμαστε Ὀρθόδοξοι” : 10η Γενική Συνέλευση τοῦ Π.Σ.Ε. στό Πουσάν», (Δ΄Μέρος) http://www.impantokratoros.gr/0862339B.el.aspx
[16] Συνημμένον Γ΄, σ. 3
[17] Συνημμένον Γ΄, σ. 2
[18] Συνημμένον Γ΄, σ. 1-2
[19] Συνημμένον Γ΄, σ. 2
[20] Liber de Unitate Ecclesiæ 23, PL 4, 517B: «Deus unus est, et Christus unus, et una Ecclesia ejus, et fides una, et plebs una in solidam corporis unitatem concordiæ glutino copulata».
[21] Εἰς τήν ἐπιστολήν του πρός τόν Πομπήιον κατά τῆς Ἐπιστολῆς τοῦ Ρώμης Στεφάνου ὁ ἅγιος Κυπριανός μεταξύ ἄλλων χρησιμοποιεῖ τό παράδειγμα τοῦδιαρραγέντος ὑδραγωγοῦ - καθ΄ ἥνπερίπτωσιν παρακάμπτοντες τόν ἀγωγόν καταφεύγομεν εἰς τήν πηγήν τῶν ὑδάτων – πρός ἀποφυγήν τῶν δογματικῶν λαθῶντῶν ἐπισκόπων καί συγκεκριμένως τοῦ Ρώμης Στεφάνου· οὕτω λοιπόν πρέπει νά καταφεύγωμεν κατ΄ εὐθεῖαν εἰς τήν κεφαλήν καί πηγήν τῆς θείας Παραδόσεως·«Nam si ad divinæ traditionis caput et originem revertamur, cessat error humanus ... ut si vitio interrupti aut bibuli canalis effectum est quo minus aqua continua perseveranter ac jugiter flueret, refecto et confirmato canali ad usum atque ad potum civitatis aqua collecta eadem ubertate atque integritate repræsentetur qua de fonte proficiscitur?» (S. CYPRIANUS, Ad Pompeium contraEpistolam Stephani de Hæreticis baptizandis 10, PL 3, 1133B.C)
[22] ΒΛ. ΦΕΙΔΑΣ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τόμ. Α΄, Ἀθῆναι 1994, σελ. 567ἑ.569.570. Ὁ ἱ. Αὐγουστῖνος «γιά νά θεμελιώση ὅμως τήν καθολικότητα καί τό ἀκαταγώνιστο τῆς θείας χάριτος ἔπρεπε νά ἀντιμετωπίση α) τήν προγενέστερη σχετική ἐκκλησιαστική παράδοση, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ θεία χάρη παρέχεται μόνο μέ τά μυστήρια καί μόνο μέσα στούς κόλπους τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας (...) Ἡ ἀποσύνδεση αὐτή τῆς παροχῆς τῆς θείας χάριτος τόσο ἀπό τόν τελοῦντα, ὅσο καί ἀπό τά κανονικά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας ἔφερε τόν ἱ. Αὐγουστῖνο σέ ἀντίθεση πρός τήν ἐκκλησιολογία τοῦ ἱ. Κυπριανοῦ, ὁ ὁποῖος, ἐκφράζοντας τήγενικότερη ἐκκλησιαστική συνείδηση, εἶχε ὑποστηρίξει ad hoc ὅτι οἱ βαπτιζόμενοι ἀπό αἱρετικούς ἤ καί σχισματικούς δέν λαμβάνουν τή θεία χάρη, γιατί “extra Ecclesiam nulla salus” (…) καί οἱ αἱρετικοί [κατά τήν διδασκαλίαν τοῦ ἱ. Αὐγουστίνου] θά μποροῦσαν νάθεωρηθοῦν κατά κάποιο τρόπο μέλη τῆς Ἐκκλησίας, γιατί “πολλοί πού φαίνονται ὅτι εἶναι ἔξω, στήν πραγματικότητα εἶναι μέσα” στήν Ἐκκλησία (De baptismo, 5, 28) (…) Oἱ ἐκκλησιολογικές ὅμως συνέπειες [τῆς διδασκαλίας τοῦ Αὐγουστίνου] τονίσθηκαν ἰδιαίτερα ἀπό τή μεταγενέστερη σχολαστική θεολογία καί ἀπό τήν προτεσταντική μεταρρύθμιση, ἐπηρέασαν δέ μέ καθοριστικό τρόπο τήν ὅλη ἐκκλησιολογία τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ. Τοῦτο φαίνεται ὄχι μόνο ἀπό τήν προτεσταντική διδασκαλία περί “ἀοράτου Ἐκκλησίας”, ἀλλά καί ἀπό τή ρωμαιοκαθολική ἐκκλησιολογία τοῦ πρόσφατου διατάγματος De oecumenismo (Unitatis redintegratio) τῆς Β’ Βατικανῆς Συνόδου».
[23] Ν. ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ, Ὀρθοδοξία καί αἵρεση, Φιλοσοφική καί Θεολογική Βιβλιοθήκη 23, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1992, σσ. 99.103. «Ἱστορικά λοιπόν καί πάλι πρέπει νά ᾽ναι τά κριτήρια τῆς ὀρθοδοξίας καί τῆς αἵρεσης. Ἡ πρώτη διεκδικεῖ ἀταλάντευτα τήν ἀρχαιότητα, ἐνῶ ἡ δεύτερη εἶναι νεωτεροποιΐα. (...) Ἡ ὀρθόδοξη ἄποψη εἶναι σαφής καί ἀνυποχώρητη. Ἐμμένει στήν ἀρχαιότητα τῆς διδασκαλίας. Αὐτή καί μόνο εἶναι τό κριτήριο τῆς γνησιότητας καί αὐθεντικότητας».
[24] Συνοδική Ἐπιστολή τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις Συνόδου τοῦ 1672 εἰς ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗ, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἐν Ἀθήναις 1953, τόμ. Β', σ. 704.
[25] Ὁμολογία Πίστεως τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου τοῦ 1727, 16, εἰς ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗ, αὐτόθι, σ. 868.
[26] Ἐγκύκλιος τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου τοῦ 1836 κατά τῶν Διαμαρτυρομένων Ἱεραποστόλων, 7, εἰς ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗ, αὐτόθι, σ. 883.
[27] Ἀποκρίσεις (1716/1725)τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς πρός τούς Ἀγγλικανούς Ἀνωμότους, Ἀπόκρισις 5, εἰς ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗ, αὐτόθι, σ. 794ἑξῆς.
[28] Ἐκ τῶν Αἴνων τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων τιη΄ Θεοφόρων Πατέρων τῶν ἐν Νικαίᾳ (Κυριακῇ ἑβδόμῃ ἀπό τοῦ Πάσχα).
[29] Liber de Unitate Ecclesiæ 9, PL 4, 506C-507A: «Gratulandum est, cum tales de Ecclesia separantur, ne columbas, ne oves Christi sæva sua et venenata contagione prædentur».
[30] Ἐπιστολή Φωτίου πρός τόν Πάπαν Νικόλαον PG 102, 605D: «Οὕτως ἐν οἷς οὐκ ἔστι πίστις τό ἀθετούμενον, οὐδέ κοινοῦ τε καί καθολικοῦ ψηφίσματος ἔκπτωσις,ἄλλων παρ΄ ἄλλοις ἐθῶν τεκαί νομίμων φυλαττομένων, οὔτε τούς φύλακας ἀδικεῖν οὔτε τούς μή παραδεξαμένους παρανομεῖν ὀρθῶς ἄν τις κρίνεινεἰδώς διορίσαιτο». S. FIRMILIANUS, Epistola LXXV Ad Cyprianum contraepistolam Stephani 6, PL 3, 1159A: «... in ceteris quoque plurimis provinciis multa pro locorum et hominum diversitate variantur, nec tamen propter hoc ab Ecclesiæ Catholicæ pace atque unitate aliquando descessum est. Quod nunc Stephanus ausus est facere rumpens adversus vos pacem».
[31] Ἐπιστολή Φιλαδελφεῦσι 3, PG 5, 700A: «Ἀπέχεσθε τῶν κακῶν βοτανῶν (...) Οὐχ ὅτι παρ΄ ὑμῖν μερισμόν εὗρον, ἀλλ’ ἀποδιϋλισμόν (...) καί ὅσοι ἄν μετανοήσαντεςἔλθωσιν ἐπί τήνἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, καί οὗτοι Θεοῦ ἔσονται (...) εἴ τις ἐν ἀλλοτρίᾳ γνώμῃ περιπατεῖ, οὗτος τῷ Πάθει οὐ συγκατατίθεται».
[32] Ἔλεγχος καί ἀνατροπή τῆς ψευδωνύμου γνώσεως 1, 10, 2 PG 7a, 552A.B: «Τοῦτο τό κήρυγμα παρειληφυῖα, καί ταύτην τήν πίστιν, ὡς προέφαμεν, ἡ Ἐκκλησία,καίπερ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ διεσπαρμένη, ἐπιμελῶς φυλάσσει, ὡς ἕνα οἶκον οἰκοῦσα· καί ὁμοίως πιστεύει τούτοις, ὡς μίαν ψυχήν καί τήν αὐτήν ἔχουσα καρδίαν,καί συμφώνως ταῦτα κηρύσσει, καί διδάσκει, καί παραδίδωσιν, ὡς ἕν στόμα κεκτημένη».
[33] Ἐπιστολή 238, Νικοπολίταις Πρεσβυτέροις PG 32, 889B.
[34] ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως 4, 10 (83) PG 94, 1125C-1128B. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Εἰς τήν πρός Ρωμαίους 26, 3 PG 60, 640.
[35] Τόμος Συνοδικός τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου τοῦ 1672 εἰς ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗ, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἐν Ἀθήναις 1953, τόμ. Β', σ. 692.
[36] ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, Ἐξήγησις ὑπομνηματική εἰς τόν Προφήτην Ἠσαΐαν 1, 2 PG 70, 69A.B. ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Εὐαγγελική προπαρασκευή 6, 18 PG 22, 457D.
[37] Ὅρος Πίστεως τῆς ΣΤ' Οἰκουμενικής Συνόδου, εἰς ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗ, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἐν Ἀθήναις 1952, τόμ. Α', σ. 187.
[38] Εἰς τό κατά Ἰωάννην 82, 2, PG 59, 444.
[39] Κοντάκιον (ἦχος πλ.δ΄) τῆς Κυριακῆς τῆς Πεντηκοστῆς.
[40] Ρωμ. 8, 18-23.
[41] Ρωμ. 1, 20 καί Πράξ. 14, 17.
[42] G. KONIDARIS, «The Orthodox Contribution in the Section of Unity in New Delhi Introductory Note», Θεολογία ΛΓ΄ 2 (1962) 187.
[43] Liber de Unitate Ecclesiæ 7,8 PL 4, 505B: «At vero, quia Christi populus non potest scindi, tunica ejus per totum textilis et cohærens divisa a possidentibus non est. Individua, copulata, connexa ostendit populi nostri, qui Christum induimus, concordiam cohærentem. Sacramento vestis et signo declaravit Ecclesiæ unitatem. Quis ergo sic est sceleratus et perfidus, quis sic discordiæ furore vesanus, ut aut credat scindi posse aut audeat scindere unitatem Dei, vestem Domini, Ecclesiam Christi? Monet ipse in Evangelio suo et docet dicens: Et erim unus grex et unus pastor (Joan. x, 16). Et esse posse uno in loco aliquis existimat aut multos pastores aut plures greges»?
[44] http://romfea.gr/epikairotita/21337-2013-12-30-03-52-35 .
[45] Ἄνθρωπος καί Θεάνθρωπος, μτφρ. Ἱερομ. Ἀθανασίου Γιέφτιτς (νῦν Μητροπ. Πρώην Ζαχουμίου καί Ἑρζεγοβίνης), ἐκδ. «Ἀστήρ», Ἀθῆναι 1987, σ. 150.152: «Διά τοῦ δόγματος αὐτοῦ ὅλοι οἱ εὐρωπαϊκοί ἀνθρωπισμοί ἀπέκτησαν τό ἰδεῶδες καί τό εἴδωλόν των: ὁ ἄνθρωπος ἀνεκηρύχθη ὑπερτάτη θεότης, πανθεότης ... Τό δόγμα περί τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα τοῦ 20οῦ αἰῶνος, δέν εἶναι ἄλλο παρά ἡ ἀναγέννησις τῆς εἰδωλολατρίας καί τοῦ πολυθεϊσμοῦ ... Εἰς τήν ἱστορίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ὑπάρχουν τρεῖς κυρίως πτώσεις: τοῦ Ἀδάμ, τοῦ Ἰούδα, τοῦ πάπα».
[46] Βλ. Τήν παράγραφον (3): « The Church regards with esteem also the Moslems. They adore the one God, living and subsisting in Himself; merciful and all-powerful, the Creator of heaven and earth, who has spoken to men» καί τήν παράγραφον (4): «Although the Church is the new people of God, the Jews should not be presented as rejected or accursed by God, as if this followed fromthe Holy Scriptures». Τό ἀγγλικόν κείμενον τοῦ Nostra Aetate βλ.ἐνhttp ://www.vatican.va/archive/hist_councils/ii_vatican_council/documents/vatii_decl_1965 1028_nostra-aetate_en.html
[47] Λόγος περί τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος Μυσταγωγίας 17, PG 102, 296B.
[48] Αὐτόθι 6, PG 102, 288B.
[49] Αὐτόθι 43, PG 102, 321B.
[50] Αὐτόθι 13, PG 102, 292C-293A: «... ὀργήν μέν, οἷς τοσαύτην ἀπόνοιαν ἀνελάβοντο· θρῆνον δέ, οἷς πρός ὄλεθρον ἀβοήθητον καταφέρονται· ἡ γάρ εὐσέβεια, καί ὀργιζομένη, τόν τοῦ ὁμοφυοῦς οἶκτον οὐκ ἀποτίθεται».
[51] Αὐτόθι 96, PG 102, 389C.
[52] Αὐτόθι 81, PG 102, 365A.
[53] http: www.acadimia.gr/content/view/510/97/lang.el καί http: imd.gr-site-articles-top-omilies-heretismoi-mitropolitou-811
[54] «Primus sine paribus, Ἀπάντησις εἰς τό περί πρωτείου κείμενον τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας» http://www.amen.gr/article16557
[55] Περί τοῦ Θεοῦ Υἱοῦ καί Λόγου ὡς φυσικῆς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ Πατρός, τοῦ δέ Ἁγίου Πνεύματος ὠς φυσικῆς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ Λόγου βάσει τῆς θεολογίας τῶνΚαππαδοκῶν καί τῶν ἁγίων Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ καί Θεοδώρου Στουδίτου βλ. Δ. ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ, Εἰκονολογικές μελέτες, Θεσσαλονίκη 2003, σσ. 26-35.
[56] ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Κεφάλαια Ἑκατόν Πεντήκοντα 121, ἐπιμελείᾳ Π. Χρήστου, ἐκδ. Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 1992, τόμ. 5, σ. 103: «Μή μόνον ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἥν οὐδείς λαμβάνει, ἀλλά καί ἡ κατά φύσιν ἐνέργεια τούτου λέγεται ζωή, ἥν κατά χάριν ἔλαβον οἱ οὕτω παρ΄ αὐτοῦ ζωοποιηθέντες, ὡς καί σῴζειν δι’ ἑαυτῶν, ταυτό δ’ εἰπεῖν καί ἀπαθανατίζειν κατά Πνεῦμα, τούς μή κατά Πνεῦμα ζῶντας πρότερον».
[57] Πρός Μαρῖνον τόν ὁσιώτατον Πρεσβύτερον PG 91, 33A.Β: «... ἔφην μίαν ἐνέργειαν τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἁγίων, τήν πάντων ἐκθεωτικήν τῶν ἁγίων, τῆς ἐλπιζομένης μακαριότητος· τοῦ Θεοῦ μέν κατ΄ οὐσίαν ὑπάρχουσαν, τῶν ἁγίων δέ κατά χάριν γεγενημένην». Καί αὐτόθι PG 91, 25D: «Μίαν γνώμην κατά πάντα τρόπον εἶναι τοῦ τε Θεοῦ καί τοῦ τῶν ἁγίων χοροῦ, ἀδύνατον· κἄν, ὡς εἶπον, ἕν ἐστιν ἀμφοτέροις τό θεληθέν, ἡ σωτηρία τῶν ὅλων, περί ἥν τῶν θελημάτων ἡ ἕνωσις».
[58] ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Περί θεοποιοῦ μεθέξεως 6, ἔνθ’ ἀνωτ., τόμ. 2, σ. 141ἑξῆς.
[59] Β΄ Ἀντίφωνον τῶν Ἀναβαθμῶν τοῦ Ὄρθρου τῆς Κυριακῆς τοῦ πλ. δ΄ ἤχου.
[60] ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Πρός Βαρλαάμ A΄ 21, ἔνθ’ ἀνωτ., τόμ. 1, σ.236ἑξῆς: «τρόπος γάρ ἕτερος δημιουργικῆς ἐστιν ἀρχῆς καί τῆς κατ΄ αὐτήν μοναρχίας, καί τῆς ἀρχῆς καί μοναρχίας ἐκείνης ἕτερος, ἥ τῆς θεογονίας ἐστίν ἐπώνυμον, ὅς καί σώζεται τῷ τόν Υἱόν καί τό Πνεῦμα τήν ὕπαρξιν ἔχειν ἐκ τοῦ Πατρός, ὥσπερ ἐκεῖνος τῷ δι΄ Υἱοῦ ἐν ἁγίῳ Πνεύματι δημιουργόν εἶναι τόν Πατέρα».
[61] Μ. ΦΩΤΙΟΣ, Κατά τῶν τῆς παλαιᾶς Ρώμης, ὅτι ἐκ τοῦ Πατρός μόνον ἐκπορεύεται τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ἀλλ’ οὐχί καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ 10 PG 102, 397Α: «Πῶς οὖν φατε τό ἅγιον Πνεῦμαἐκπορεύεσθαι καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ; Εἰ μέν ὡς ἐξ αἰτίου, ἰδού δύο αἴτια καί δύο ἀρχαί, Πατήρ καί Υἱός, καί διαρχία μᾶλλον ἤ μοναρχία τό παρ’ ὑμῖν πρεσβευόμενον, καί οὐχ ἡμέτερον λέγειν ὅσα τά ἄτοπα ἕψεται».
[62] Ἐπίσκεψις 698 [31-03-2009]: «Ἡ ἄρνηση ἀναγνωρίσεως πρωτείου τινός στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἑνός πρωτείου τό ὁποῖο δέν μπορεῖ νά ἐνσαρκώσει παρά κάποιος Πρῶτος – τοὐτέστικάποιος Ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος ἔχει τό προνόμιο νά εἶναι ὁ πρῶτος μεταξύ τῶν ἀδελφῶν του Ἐπισκόπων – συνιστᾷ αἵρεση. Εἶναι ἀπαράδεκτο αὐτό πού συνήθως λέγεται ὅτι ἡ ἑνότητα μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων διασφαλίζεται εἴτε ὑπό μιᾶς κοινῆς πίστεως καί λατρείας εἴτε ὑπό τοῦ θεσμοῦ τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου».
[63] Κείμενον Α΄, «Τό ἀλάθητο τῆς Ἐκκλησίας», ἐν Ἐπίσκεψις 259 (1981) σ. 9: «Ἐπιμέρους φορεῖς καί ὄργανα αὐθεντίας στήν Ἐκκλησία εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος καί οἱ Σύνοδοι τῆς Ἐκκλησίας καίκατ’ ἐξοχήν οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι».
[64] ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ, Βίος καί Πολιτεία τοῦ Μεγάλου καί Τρισμακαρίστου Εὐτυχίου Πατριάρχου ΚΠόλεως 4 (29.31) PG 86b, 2308C.D.2309C.
[65] ΑΡΧΙΜ. ΣΠ. ΜΠΙΛΑΛΗΣ, Ὀρθοδοξία καί Παπισμός, τόμ. Α΄(Κριτική τοῦ Παπισμοῦ), ἐκδ. Ἀδελφ. Εὐνίκη, Ἀθῆναι 1988, σ. 75: «Ἡ ἀπόφασις τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου παραμένει ἀνέκκλητος, διότι δέν ὑπάρχει κριτήριον ἀνώτερον τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου».
[66] Ἐπιστολή Λέοντος ἀρχιεπισκόπου Ρώμης πρός Ἀνατόλιον ἀρχιεπίσκοπον Κωνσταντινουπόλεως νέας Ρώμης, ACO II,1,2,[253]57 (ἤ Mansi 6, 201B).
[67] Πρᾶξις Β΄, 5, 4. (†) ΜΗΤΡΟΠ. ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΣ, Ἡ Πέμπτη Οἰκουμενική Σύνοδος, Ἀθῆναι 1985, σ. 206 ἑξῆς.
[68] Βλ. σύγκρισιν (Συνημμένον Α΄) τῶν ἐντός τῆς παραγράφου 14 «ὄντες εὐγνώμονες γιά τή διαφορετικότητά μας» (σ. 7) καί «μετανοοῦμε γιά τίς διαιρέσεις μεταξύ τῶν ἐκκλησιῶν μας καί ἐντός αὐτῶν» (σ. 6) ἤ «Πενθοῦμε ἐπειδή ὑπάρχουν ἐπίσης ὀδυνηρές ἐμπειρίες καταστάσεων, ὅπου ἡ διαφορετικότητα ἔχει τραπεῖ σέ διαίρεση» (παράγραφος 4, σ. 2). Μολονότι εἶναι δόγματα καί ὄχι ἔθη, ἐκεῖνα ὑπέρ ὧν ἀγωνίζεται καί περιχαρακοῦται ἡ Ἐκκλησία.
[69] ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Περί τῶν πραχθέντων ἐν τῇ πρώτῃ αὐτοῦ ἐξορίᾳ, ἤτοι ἐν Βιζύῃ 28, PG 90, 163A.
Πηγή: http://aktines.blogspot.gr/2014/05/blog-post_1834.html
Ἀπό ἱστολόγιο ΚΑΙΟΜΕΝΗ ΒΑΤΟΣ, ἀφιερωμένο στούς οἰκουμενιστές, στά φερέφωνά τους, στίς βλάσφημες συμπροσευχές τους καί στά βλάσφημα συλλείτουργά τους!
«πᾶς ὁ παραβαίνων
καί μή μένων ἐν τῇ διδαχῇ τοῦ Χριστοῦ
Θεόν οὐκ ἔχει»
(Β΄ Ἰωάν. 9)
Οἱ Ἱ. Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, μέ οἰκουμενικό κῦρος, πού ἀναφέρονται στήν ἀπαγόρευση συμπροσευχῆς μέ αἱρετικούς εἶναι:
1. Κανών Ι' τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων:
"Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ κᾄν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, οὖτος ἀφοριζέσθω".
2. Κανών ΙΑ΄τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων:
"Εἴ τις καθῃρημένῳ , κληρικός ὤν, κληρικῷ συνεύξηται, καθαιρείσθω καί αὐτός".
3. Κανών ΜΕ' τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων:
"Ἐπίσκοπος, ἤ Πρεσβύτερος, ἥ Διάκονος αἱρετικοῖς συνευξάμενος, μόνον, ἀφοριζέσθω, εἰ δέ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς Κληρικοῖς, ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω".
4. Κανών ΞΕ' τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων:
"Εἴ τις Κληρικός, ἤ Λαϊκός εἰσέλθοι εἰς συναγωγήν Ἰουδαίων, ἤ αἱρετικῶν προσεύξασθαι, καί καθαιρείσθω, καί ἀφοριζέσθω".
5. Κανών ΟΑ΄ τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων:
"Εἴ τις Χριστιανός ἔλαιον ἀπενέγκοι εἰς ἰερόν ἐθνῶν, ἤ εἰς συναγωγήν Ἰουδαίων ἐν ταῖς ἑορταῖς αὐτῶν, ἤ λύχνους ἅπτοι, ἀφοριζέσθω".
6. Κανών ΣΤ' τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Τοπικῆς Συνόδου:
"Περί τοῦ μή συγχωρεῖν τοῖς αἱρετικοῖς εἰσιέναι εἰς τόν οἶκον τοῦ Θεοῦ, ἐπιμένοντας τῇ αἱρέσει".
7. Κανών Θ' τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Τποικῆς Συνόδου:
"Περί τοῦ μή συγχωρεῖν εἰς τά κοιμητήρια, ἤ εἰς τά λεγόμενα μαρτύρια πάντων τῶν αἱρετικῶν ἀπιέναι τούς τῆς Ἐκκλησίας, εὐχῆς ἤ θεραπείας ἕνεκα, ἀλλά τούς τοιούτους, ἐάν ὧσι πιστοί, ἀκοινωνήτους γίνεσθαι μέχρι τινός, μετανοοῦντας δέ, καί ἐξομολογουμένους ἐσφάλθαι, παραδέχεσθαι".
8. Κανών ΛΒ' τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Τοπικῆς Συνόδου:
"ὅτι οὐ δεῖ αἵρετικῶν εὐλογίας λαμβάνειν, αἵτινες εἰσίν ἀλογίαι μᾶλλον, ἤ εὐλογίαι".
9. Κανών ΛΓ' τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Τοπικῆς Συνόδου:
"ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς ἤ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι".
10. Κανών ΛΔ' τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου:
"ὅτι οὐ δεῖ πάντα χριστιανόν ἐγκαταλείπειν Μάρτυρας Χριστοῦ, καί ἀπιέναι πρός τούς ψευδομάρτυρας, τοῦτ' ἐστιν αἱρετικῶν, ἤ αὐτούς πρός τούς προειρημένους, αἱρετικούς γινομένους· οὗτοι γάρ ἀλλότριοι τοῦ Θεοῦ τυγχάνουσιν. Ἔστωσαν οὖν ἀνάθεμα οἱ ἀπερχόμενοι πρός αὐτούς".
11. Κανών ΛΖ΄ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Τοπικῆς Συνόδου:
"ὅτι οὐ δεῖ παρά τῶν Ἰουδαίων ἤ αἱρετικῶν τά πεμπόμενα ἑορταστικά λαμβάνειν, μηδέ συνεορτάζει αὐτοῖς".
12. Κανών Θ' τοῦ Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας:
"Ἐρώτησις.
Εἰ ὀφείλει Κληρικός εὔχεσθαι, παρόντων Ἀρειανῶν, ἤ ἄλλων αἱρετικῶν; ἠ οὐδέν αὐτόν βλάπτει, ὁπόταν αὐτός ποιῇ τήν εὐχή, ἤγουν τήν προσφοράν;
Ἐν τῇ θεία ἀναφορᾷ ὁ Διάκονος προσφωνεῖ πρό τοῦ ἀσπασμοῦ: "Οἱ ἀκοινώνητοι περιπατήσατε". Οὐκ ὀφείλουσιν οὖν παρεῖναι, εἰ μή ἄν ἐπαγγέλλωνται μετανοεῖν καί ἐκφεύγειν τήν αἵρεσιν".
Στούς πιό πάνω Κανόνες θά πρέπει νά προστεθοῦν καί οἱ:
13. Κανών Β' τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου:
"Πάντας τούς εἰσιόντας εἰς τήν Ἐκκλησίαν, καί τῶν Ἱερῶν Γραφῶν ἀκούοντας, μή κοινωνοῦντας δέ εὐχῆς ἅμα τῷ λαῷ ἤ ἀποστρεφομένους τήν μετάληψιν τῆς Εὐχαριστίας, κατά τινά ἀταξίαν, τούτους ἀποβλήτους γίνεσθαι τῆς Ἐκκλησίας, ἕως ἄν ἐμομολοηγσάμενοι καί δείξαντες καρπούς μετανοίας κάι παρακαλέσαντες, τυχεῖν δυνηθῶσι συγγνώμης. Μή ἐξεῖναι δέ κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις, μηδέ ἐν ἑτέρᾳ Ἐκκλησίᾳ ὑποδέχεσθαι τούς ἐν ἑτέρᾳ Ἑκκλησίᾳ μή συναγομένους. Εἰ δέ φανείῃ τις τῶν
Επισκόπων,η Πρεσβυτέρων ἤ Διακόνων, ἤ τις τοῦ κανόνος τοῖς ἀκοινωνήτοις κοινωνώ, καί τοῦτον ἀκοινώνητον εἶναι, ὥς ἄν συγχέοντα τόν κανόντα τῆς Ἐκκλησίας".
14. Κανών Α' τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου
(ἐπικυρώνει τούς Κανόνες τῶν ἐν Λαοδικείᾳ καί Ἀντιοχείᾳ Τοποικῶν Συνόδων καί τοῦ Ἁγ. Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας).
15. Κανών Β΄ τῆς ΣΤ' Οικουμενικῆς Συνόδου
(ἐπικυρώνει τούς Ἀποστολικούς Κανόνες, τούς Κανόνες τῶν ἐν Λαοδικείᾳ καί Ἀντιοχείᾳ Τοπικῶν Συνόδων καί τοῦ Ἁγ. Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας).
16. Κανών Α΄ τῆς Ζ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου
(ἐπικυρώνει τούς Ἀποστολικούς Κανόνες, τούς Κανόνες τῶν ἐν Λαοδικείᾳ καί Ἀντιοχείᾳ Τοπικῶν Συνόδων καί τοῦ Ἁγ. Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας).
Ἡ Συμπροσευχή μέ αἱρετικούς
Προσεγγίζονας τήν κανονική πράξη τῆς Ἐκκλησίας
"οὐ δεῖ αἱρετικοῖς ἤ σχισματικο[ςι συνεύχεσθαι"
Σε πολλούς και ποικίλους χώρους γίνεται λόγος για την ανεκτικότητα, την συμφιλίωση, την συνεργασία και την προσφορά στην πρόοδο του ανθρώπου από την ποικιλόμορφη συνεργασία των διαφόρων θρησκειών.
̓Από κοινωνιολογικής πλευράς, ο λόγος αυτός πηγάζει από το γεγονός ότι η θρησκεία, ως ενδοκοσμικό φαινόμενο που είναι συνυφασμένο με μια ποικιλία κοινωνικών δομών, σχέσεων και δράσεων, πολλές φορές έγινε αφορμή διαφόρων μορφών συγκρούσεων.
Συνέπεια αυτής της λογικής, αποτελεί ο ισχυρισμός, ότι πρέπει η θρησκευτικότητα να χειραγωγηθεί και να καταστεί παράγοντας κοινωνικής ευστάθειας.
Η προβληματική αυτή υιοθετήθηκε από την «Νέα ̓Εποχή» η «Εποχή του ̔Υδροχόου»· πρόκειται περί ενός παγκόσμιου απειλητικού φαινομένου, αντίχριστου ως προς τον χαρακτήρα, αποκρυφιστικού ως προς την προέλευση και πολυσύνθετου ως προς την διάρθρωση.
̔Η «Νέα ̓Εποχή» διαφημίζει την ιδική της «εποχή» ακριβώς ως εποχή αρμονικής συμβίωσης των θρησκειών αφ ̓ ενός και υπέρβασης των προβλημάτων αφ ̓ ετέρου και στο θρησκευτικό πεδίο, τα οποία δημιούργησε [δήθεν] η « ̓Εποχή του ̓Ιχθύος», καθώς κυριαρχούσε ο Χριστιανισμός.
Οραμά της, όμως, και τελικός στόχος της, είναι πανθρησκεία, ως μορφή δήθεν ενότητας κατά το ολιστικό μοντέλο, που η «Νέα ̓Εποχή» διακηρύττει.
Ολες οι θρησκείες, αλλά και αυτά τα παραθρησκευτικά μορφώματα, σύμφωνα με την νεοεποχίτικη αντίληψη είναι ισότιμοι τρόποι προσέγγισης και δρόμοι εναλλακτικής πρόσβασης προς τον Θεό, που βεβαίως δεν είναι ο Θεός της εν Χριστώ Ιησού θείας Αποκαλύψεως.
Για την «Νέα ̓Εποχή» κάθε αντίληψη περί μοναδικότητας του Ιερού Ευαγγελίου, κάθε αντίληψη, που δεν κατανοεί ισοπεδωτικά και εξισωτικά όλες τις πίστεις, θεωρείται φανατισμός, μισαλλοδοξία, παρωχημένη και διχαστική προσέγγιση.
Αναφέρουν χαρακτηριστικά Ελληνες εκπρόσωποι της «Νέας ̓Εποχής», ότι «κατά την εποχή αυτή της σύγκλισης των πάντων επί Γης, το ζητούμενο από τους ανθρώπους του πνεύματος είναι η απόρριψη κάθε ετικέττας και κάθε θεώρησης μιας θρησκείας η πνευματικής αγωγής ως μοναδικής η έστω ανώτερης». [1]
Η νεοεποχίτικη αυτή προσέγγιση καλλιεργείται σήμερα τεχνηέντως και από πολλά Μ.Μ.Ε. και από τους λεγόμενους διαμορφωτές γνώμης, που είτε τυγχάνουν ανυποψίαστοι για το τι κρύβεται από πίσω, είτε το φρόνημά τους έχει διαβρωθεί από το πνεύμα της «Νέας ̓Εποχής».
Αν κάποιος ερωτήσει ποια είναι η πηγή προέλευσης αυτών των νεοεποχίτικων αντιλήψεων και που θεμελιώνονται, η απάντηση είναι δυστυχώς, ο αποκρυφισμός.
Ας δούμε κάποιες χαρακτηριστικές μαρτυρίες.
Η πρώτη, προέρχεται από το αποκρυφιστικό σύστημα της
Θεοσοφίας.
̔ΗΘεοσοφία «ευρίσκει ότι εις την βάσιν των, την ουσίαν των, όλαι αι θρησκείαι κρύπτουσι την αυτήν αλήθειαν, παρουσιαζομένην υπό διαφόρους μορφάς, αναλόγως της εποχής και του λαού προς ον αποτείνονται». [2]
Στα ίδια πλαίσια κινείται και ο Γάλλος Θεοσοφιστής Th. Pascal, όταν ομιλεί για την «απόδειξιν της πνευματικής ενότητος πασών των θρησκειών». [3]
Στο ίδιο μήκος κύματος, αναφέρει ένα ελληνικό νεοεποχίτικο έντυπο:
«Η Αλήθεια, αν και ίδια πάντα, δόθηκε με διαφορετικό μανδύα, κάθε φορά από άλλη όψη, ανάλογα με το χρόνο και τον τόπο». [4]
Η θεοσοφική αυτή αντίληψη αποτελεί ακριβώς το θεμέλιο, πάνω στο οποίο προσπαθεί να οικοδομηθεί το πανθρησκειακό όραμα της «Νέας ̓Εποχής» και ταυτοχρόνως χρησιμοποιείται ως επιχείρημα, για την εξισωτική θεώρηση όλων των θρησκειών.
Η δεύτερη μαρτυρία προέρχεται από την Αννί Μπεζάντ, την γυναίκα που διαδέχθηκε τον σύζυγο της Ελενας Μπλαβάτσκυ στην προεδρία της Θεοσοφικής ̔Εταιρείας.
Κατά τις αποκρυφιστικές δοξασίες της Θεοσοφίας, υπάρχει μια απόκρυφη Παγκόσμια Πνευματική Ιεραρχία, που καθοδηγεί τον κόσμο αναλόγως των εποχών και των διαφόρων ιστορικών και πνευματικών συγκυριών. Η Ιεραρχία αυτή έχει ορίσει έναν ειδικό ̔Υπέρτατο ̓Εκπαιδευτή, ο οποίος — πάντα κατά τους ισχυρισμούς της Μπεζάντ — «έχει επίσης το μέγα καθήκον, όταν έλθη το πλήρωμα του χρόνου να επαναφαίνηται εκάστοτε επί της γης, δια να εμπνεύση νέαν θρησκείαν, να κρούση νέον τονον, μέχρι ου όλοι ομού συναπαρτίσουν την μεγαλοπρεπη θρσκευτικήν συγχορδίαν της ημετέρας ανθρωπότητος, ποικίλην αλλ ̓ αρμονικήν, με διαφορετικούς τόνους αποτελούσαν μίαν υπέροχον συνολικήν αρμονίαν». [5]
Η τρίτη και πλέον χαρακτηριστική μαρτυρία προέρχεται από την αγγλίδα αποκρυφίστρια Αλίκη Μπέϊλη. Οι οπαδοί της «Νέας Εποχής» αναφέρονται με ιδιαίτερο θαυμασμό στο όνομά της και τις ιδέες της.
Η Μπέϊλη ισχυρίζονταν, ότι όλες οι απόψεις της προέρχονταν από την καθοδήγηση και τις υπαγορεύσεις μιας πνευματικής οντότητας-δασκάλου, που ονομάζονταν Τζβάλ Κούλ. Της παρουσιάστηκε με ανθρώπινη μορφή και της είπε ότι ήταν ενσάρκωση ενός θιβετιανού Λάμα.
̔Η οντότητα αυτή, ο Τζβάλ Κούλ, λέγει η Μπέϊλη, της φανέρωσε ότι η Πλανητική ̔Ιεραρχία, «είχε αναλάβει μια αποστολή σε πολιτικό επίπεδο, να φέρει την διεθνή συνεργασία και την οικονομική σύνθεση. Στο χώρο της θρησκείας, να καλλιεργήσει την πνευματική συνείδηση και ένα είδος παγκόσμιας θρησκείας. Στον τομέα των επιστημών, της εκπαίδευσης και της ψυχολογίας, σκοπός τους ήταν να διευρύνουν την ανθρώπινη συνείδηση, την γνώση και τις ανθρώπινες ικανότητες, γενικότερα. (...) Τα σχέδια αυτά μπορεί να είναι ιδεαλιστικά, αλλά όχι ανέφικτα». [6]
Νομίζουμε, ότι η μαρτυρία της Μπέϊλη είναι εξόχως σαφής και ρεαλιστική σχετικά με την αποκρυφιστική προέλευση του πανθρησκειακού οράματος της «Νέας ̓Εποχής». Ο αποκρυφισμός είναι έκδηλος στην προέλευση, στα γνωρίσματα και στις δοξασίες της «Νέας ̓Εποχής».
Ο Ορθόδοξος Χριστιανός, εν προκειμένω, βρίσκεται απέναντι σε ένα αντιχριστιανικό λαβυρινθώδες φάσμα ομάδων και αντιλήψεων, το οποίο με μεθοδικές ενέργειες προσπαθεί να αλλοιώσει το φρόνημά του. Κάθε λόγος, που αναφέρεται στη μοναδικότητα της εν Χριστώ Ιησού θείας ̓Αποκαλύψεως, κάθε τοποθέτηση, που αρνείται να σμικρύνει η να εξισώσει την ̓Εκκλησία, το Σώμα του Χριστού, με την οποιαδήποτε πίστη, χαρακτηρίζεται από τους θιασώτες της «Νέας ̓Εποχής», ως δήθεν φανατισμός, ως μισαλλοδοξία, ως παρωχημένη και διχαστική προσέγγιση.
Μπροστά σ ̓ αυτού του είδους τις μεθοδεύσεις, υπάρχει μία μόνο απάντηση· είναι ο λόγος προτροπή του ̔Αγίου ̓Ιγνατίου ̓Αντιοχείας προς τον Αγιο Πολύκαρπο Σμύρνης: «Στήθι εδραίος ως άκμων τυπτόμενος. Μεγάλου εστίν αθλητού το δέρεσθαι και νικάν»· [7] Η απόλυτη πιστότητα σε όσα «οι Προφήται είδον, οι ̓Απόστολοι εδίδαξαν, η ̓Εκκλησία παρέλαβε και οι Διδάσκαλοι εδογμάτισαν».
Εφημερίδα Ορθόδοξος Τύπος, 18-11-2005
[1] Περιοδ. «ΖΕΝΟΦΙ», τεύχος 2, 1991, σελ. 52
[2] Π.Π. Χατζηπέτρος, Θεοσοφία, Μ.Ε.Ε., τόμ. 12/1930, σελ. 530
[3] Βλ. Th. Pascal, Α.Β.Γ. της Θεοσοφίας, 1925, σελ. 19
[4] Περιοδ. «ΔΩΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ», τ. 13, 2004
[5] Annie Besant, Προς την Μύησιν, 1930, σελ. 96
[6] Βλ. Ειρήνη Νταλίχωβ - Μάϊκ Μπούθ, Αύρα-Σώμα, 2000, σελ. 299
[7] Προς Πολύκαρπον, 3
Η εποχή μας σφραγίζεται καθοριστικά από μια νέα ιστορική συγκυρία, τη Νέα Παγκόσμια Τάξη πραγμάτων και την ανάδυση στο παγκόσμιο προσκήνιο μίας νέας παγκόσμιας Μονοκρατορίας της Pax Americana, που μεταφέρει τον κόσμο, αναδρομικά, στην ενότητα της Pax Romana και σ’ ό,τι αυτή μπορεί να σημαίνει για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Η ανθρωπότητα εντάχθηκε σ’ ένα παγκόσμιο σύστημα πολιτικής και αξιών, που ελέγχει και διαμορφώνει καθολικά, μέσω της ενιαιοποιημένης παιδείας και των κατευθυνόμενων Μ.Μ.Ε., τον άνθρωπο και την κοινωνία, ως πλανητικό άνθρωπο και πλανητική-ολιστική κοινωνία. Το Internet-Διαδίκτυο ιδιαίτερα, ενοποιεί τον κόσμο μας, τεκμηριώνοντας αυτό, που εμπεριέχει ο όρος παγκοσμιοποίηση (Globalization). Και είναι θεμιτό να επικαλούμεθα τον ελπιδοφόρο λόγο του Χριστού μας «γενήσεται μία ποίμνη, εις ποιμήν» (Ιω. 10, 18), το ερώτημα όμως είναι: υπό ποίον ποιμένα;
Η Νέα Τάξη συνδέεται αποκρυφιστικά, με τη Νέα Εποχή (New Age), την υδροχοϊκή περίοδο της ιστορίας, που διαδέχθηκε, όπως λέγουν, την εποχή του «Ιχθύος», δηλαδή του Ιησού Χριστού και της ιστορικής περιόδου, που σφραγίζεται από την μορφή Του. Και οφείλω να ζητήσω συγγνώμη, που επικαλούμαι και την οπτική του αποκρυφισμού, δικαιώνονται πάντως, αφού οι περισσότεροι των πολιτικών Ηγετών καθοδηγούνται από αστρολόγους.
Στο σημείο αυτό επιτρέπεται ένας ιστορικός παραλληλισμός: Στις 11.5.330 μ.Χ. αναδύθηκε ένα νέο ιστορικό μέγεθος, η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, που υποστασιωνόταν με το τρίπτυχο: εκχριστιανισμένος ρωμαϊκός κρατικός φορέας-ελληνικός πολιτισμός/παιδεία και χριστιανική ορθοδοξία, η ψυχή και ζωοποιός δύναμη του νέου αυτού παγκόσμιου μορφώματος. Η σημερινή Νέα Εποχή, ως παγκόσμια αυτοκρατορία, ανατρέπει και υποκαθιστά το παλαιό με το δικό της τρίπτυχο: παγκόσμια πολιτική εξουσία των Η.Π.Α., παγκόσμιος πολιτισμός, με την επιβολή και επικράτηση του δυτικού-φράγκικου πολιτισμού, και παγκόσμια θρησκεία, ως Πανθρησκεία, για την διαμόρφωση ολιστικής συνειδήσεως πάνω στην πανθεϊστική βάση: Όλοι ένα-όλοι Θεός! Μέσα στην πολυωνυμία του (αναμενόμενου;) Υδροχοϊκού Μεσσία αθετείται η μοναδικότητα και αποκλειστικότητα του ενανθρωπήσαντος Θεού Λόγου στη δυνατότητα σωτηρίας ως θεώσεως (πρβλ. Πραξ. «4, 12: ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία»), διότι ο ΜΟΝΟΣ σωτήρας είναι ο Χριστός. Η ιδεολογία της Νέας Εποχής συνιστά έτσι, πρόκληση ουσιαστική για την Ορθοδοξία.
Όχι θεολόγος, αλλά διεθνολόγος, ο καθηγητής Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης, περιέγραψε τη νέα αυτή πραγματικότητα ως «κυριαρχία ενός ανάρχου διεθνούς συστήματος, με κύρια χαρακτηριστικά την αστάθεια, ρευστότητα, την ανασφάλεια, τον πόλεμο όλων εναντίον όλων, αλλά και την ανικανότητα του διεθνούς Οργανισμού να αποτρέψει συγκρούσεις και πολέμους, πολύ δεν περισσότερο να επιβάλει την τάξη» (στον τόμο ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ, Άγιον Όρος 1996, σ. 248). Κατά τον ίδιο, «η ανθρωπότητα ήδη βιώνει την τραγωδία της μετάβασης σ’ ένα εξαιρετικά αβέβαιο μέλλον». Η τραγωδία αυτή αποκαλύφθηκε σήμερα με την επιβαλλόμενη από τους ισχυρούς της γης παγκόσμια οικονομική κατάρρευση.
Η μετακαρλομάγνεια Ευρώπη απώλεσε πάσαν σχέσιν με τον Χριστιανισμόν
2. Στο πλαίσιο διαμορφώσεως της Νέας Εποχής εντάσσεται και η Ευρωπαϊκή Ενοποίηση ή Ολοκλήρωση, η Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι επιφανειακές -και κυρίως φαινομενικές- συγκρούσεις (π.χ. Η.Π.Α. και Ε.Ε.) δεν σημαίνουν και ουσιαστικές διαφοροποιήσεις, αλλά εκφράζουν αντιθέσεις συμφερόντων και ιστορικού ρόλου. Πρέπει δε να δηλωθεί, ότι ως Ορθόδοξος Έλληνας, ζυμωμένος με την οικουμενική ορθόδοξη οικουμενικότητα, έβλεπα ως υπέροχο επίτευγμα και αδήριτη ανάγκη την ευρωπαϊκή ενότητα, ως Ευρώπη όμως των Λαών και των πολιτισμών τους. Κείμενα όμως και πράξεις της Ευρωπαϊκής Ενώσεως απεκάλυψαν ότι απώτερος στόχος είναι η ενιαία πολιτισμική, ιστορική και κρατική συνείδηση για τη δημιουργία τελικά, του ενιαίου ευρωπαίου ανθρώπου, μέσω της παιδείας. Είναι δε ήδη εμφανής, και λόγω της αδρανοποίησης των δικών μας εσωτερικών αντιστάσεων, η μονοδρομική «μετακένωση» από τις χώρες, που συνιστούν το Ευρωπαϊκό «Διευθυντήριο», με εξ ίσου εμφανή την προϊούσα απορρόφηση (=υποδούλωση) των μικρότερων λαών από τη μετακαρλομάγνεια Ευρώπη, που έχασε τελικά κάθε σχέση όχι μόνο με την Ορθοδοξία, αλλά και με τον Χριστιανισμό. Η πολιτική δε σύγκλιση της Γαλλίας με τη Γερμανία και οι επιπτώσεις της στις πολιτιστικές και οικονομικές σχέσεις των ευρωπαϊκών εθνοτήτων, δείχνουν την επιστροφή στην Καρλομάγνεια ενότητα του φραγκικού μετώπου έναντι (και ενάντιον…) της Ορθόδοξης Ανατολής, που, κατά την ομολογία πολιτισμολόγων, όπως ο Toynbee ή ο Huntington, ενσαρκώνει πολιτισμική παράδοση εντελώς ασύμπτωτη με εκείνη της μετακαρλομάγνειας Ευρώπης. Ο Huntington, ως γνωστόν, υποστήριξε στο πολύκροτο βιβλίο του «The clash of civilizations», ως αδήριτη τη σύγκρουση των πολιτισμών, αντιπαρατάσσοντας τον φραγκοτευτονικό πολιτισμό (Τεύτονες=Deutsche) στο Ισλάμ και την Ορθοδοξία! Ο δικός μας ορθόδοξος πολιτισμός βρίσκεται στους αντίποδες της ευρωπαϊκής πολιτισμικής παράδοσης. Η ένταξή μας στην Ε.Ε. είναι κυρίως πρόβλημα πολιτισμικό και πνευματικό και μετά πολιτικό-οικονομικό.
Στην ευρωπαϊκή μετανεωτερικότητα κρίνεται η εθνική συνέχειά μας, με την αναφόρτιση της συλλογικής μας συνειδήσεως και την αλλοίωση της εθνικής μας ταυτότητας, που έχει διαμορφωθεί στο φως της ορθόδοξης Πίστεώς μας. Ο δυτικός πολιτισμός παράγει, αιώνες τώρα, άλλο τύπο ανθρώπου και κοινωνίας, εξορίζοντας το υπερβατικό απ΄πο την ενδοκοσμική πραγματικότητα και δίνοντας προτεραιότητα στο άτομο-εξάρτημα της πολιτειακής μηχανής. Ο σέρβος όσιος π. Ιουστίνος (Πόποβιτς) είπε χαρακτηριστικά ότι το επίτευγμα της Ευρώπης είναι ο άνθρωπος «ρομπότ», διότι η Ευρώπη, χάνοντας τον Θεό, έχασε και τον άνθρωπο! Ο ορθόδοξος πολιτισμός συνεχίζει -ακόμη και σήμερα- την αγιοπατερική θεοκεντρικότητα, επιμένοντας στο πρόσωπο-φορέα της ελευθερίας και αυτοθυσίας.
Η παγκόσμιος Μονοκρατία
3. Με την ένταξή μας στην Ενωμένη Ευρώπη και συνακόλουθα με την συμπόρευσή μας με τη Νέα Τάξη πραγμάτων -το ευρύτερο πλαίσιο της συλλογικής μας υπάρξεως, ζούμε τον μεγαλύτερο και σημαντικότερο απ’ όλους τους ιστορικούς αναπροσανατολισμούς μας, αφού δεν πρόκειται για μία συμμαχία παλαιού τύπου (ο Ορθόδοξος πάντα επιλέγει αυτός τις συμμαχίες του και μένει πιστός σ’ αυτές). Δεν είναι, λοιπόν, κάτι εξωτερικό και προσωρινό, αλλά κάτι εσωτερικό και ουσιαστικότατο, μετουσιώνεται ολόκληρη η ζωή μας μεθιστάμεθα -ζούμε μιαν έκσταση, αν θέλετε- σε μιαν άλλη ιστορική σάρκα-πραγματικότητα, με προεκτάσεις τεράστιας σημασίας για την ταυτότητά μας και την περαιτέρω θέση μας στην Ιστορία. Κατά τον μακαρίτη Μάνο Χατζηδάκη «εισήλθαμε εκούσια σε μία νέα τουρκοκρατία».
Τα «έθνη» της εποχής μας εισέρχονται σε μία παγκόσμια Μονοκρατορία, εντασσόμενα -αναγκαστικά- σ’ ένα κατασκευασμένο παγκόσμιο πολιτικό σχήμα, με την επιβολή σ’ όλα τα επίπεδα και όλους τους χώρους της Υπερδύναμης. Η κατασκευασμένη αυτή «αλλαγή» εκφράζεται, πράγματι, αριστουργηματικά, και προφητικά συγχρόνως, στο γνωστό βιβλίο του George Orwell, «1984» ή στο συγκλονιστικό άρθρο του Ben Gourion, στο περιοδικό Look των Η.Π.Α. (16.1.1962), όπου αναπτύσσονται οι «προφητικές» προβλέψεις του για τον κόσμο του τέλους του 20ου αιώνα: «Η εικόνα του κόσμου το 1987, όπως τη φαντάζομαι. Ο ψυχρός πόλεμος θα ανήκει στο παρελθόν. Η εσωτερική πίεση (…) θα οδηγήσει σε μια σταδιακή δημοκρατικοποίηση στη Σοβιετική Ένωση (…). Δυτική και Ανατολική Ευρώπη θα γίνουν Ομοσπονδία από αυτόνομα κράτη με σοσιαλιστικό σύστημα (…). Με εξαίρεση τη Σ.Ε., μια ομοσπονδιακή χώρα, όλες οι άλλες ήπειροι θα ενωθούν σε μια παγκόσμια συμμαχία, στη διάθεση της οποίας θα βρίσκεται μια διεθνής αστυνομική δύναμη». Όταν είδα τους κυανόκρανους του Ο.Η.Ε., τότε κατάλαβα ποια είναι αυτή η αστυνομία! Δεν υπάρχει στρατός πια. Υπάρχει μια διεθνής αστυνομία, για να επιβάλλει την τάξη, εκεί που απειλείται ή γίνεται προσπάθεια να απειληθεί η επιβαλλόμενη νέα παγκόσμια Τάξη. Η «προφητεία» όμως έχει και συνέχεια: «Όλοι οι στρατοί θα καταργηθούν και δεν θα ξαναγίνουν πόλεμοι. Στην Ιερουσαλήμ τα ενωμένα Έθνη θα οικοδομήσουν το βωμό των Προφητών στην υπηρεσία όλων των ομοσπονδοποιημένων ενωμένων ηπείρων. Εκεί στην Ιερουσαλήμ θα είναι η έδρα της ανώτατης αρχής της ανθρωπότητας και θα λύει όλες τις διαφορές ανάμεσα στις ενωμένες ομοσπονδίες-ηπείρους, όπως έχει προφητέψει ο Ησαΐας»…
Οι κινήσεις της «Νέας Εποχής» εις τρία… επίπεδα
4. Η Νέα Εποχή κινείται σε τρία επίπεδα: το πολιτικό, που σημαίνει κατίσχυση μιας Υπερδύναμης με μονοκρατορικό παγκόσμιο ρόλο· το πολιτιστικό, με την επικράτηση ενός ραφιναρισμένου και ανανεωμένου δυτικού (φραγκογερμανικού) πολιτισμού. Το τρίτο επίπεδο είναι το θρησκευτικό. Οι διαθρησκειακές συμπροσευχές, δηλαδή υπό την ηγεσία του Πάπα -στον δυτικό Τύπο έχει χαρακτηρισθεί «πλανητάρχης Νο 2»- και με τη συμμετοχή των Ορθοδόξων Ηγετών) δείχνουν, ότι τέθηκε ήδη σε λειτουργία ο σχετικός μηχανισμός για την επικράτηση της παγκόσμιας θρησκείας με νόημα σαφώς πανθεϊστικό. Αυτό δείχνει η προβολή της φύσεως ως «Οικολογία» στις διαχριστιανικές σχέσεις. Αυτά απαιτούν, φυσικά, αναίρεση του Χριστιανισμού και μάλιστα στην πατερική αυθεντικότητά του (Ορθοδοξία).
Στο πλαίσιο και τις στοχοθεσίες της Νέας Εποχής και της Παγκοσμιοποίησης έχουν ενταχθεί και οι Διαχριστιανικοί και Διαθρησκειακοί Διάλογοι. Διακονούν και αυτοί πολιτικές σκοπιμότητες, κατά τα συμφέροντα της Νέας Εποχής, και όχι την εν Χριστώ Αλήθεια, την «εν αληθεία» ενότητα. Η πολυπροβαλλόμενη ένωση γίνεται μέσο, δεν είναι ο σκοπός. Διότι, αν ήταν εν Χριστώ αυτός ο στόχος μας, θα έπρεπε να κινείται στο πλαίσιο της αποστολικής και αγιοπατερικής παραδόσεως. Όμως με τη λεγομένη «μεταπατερική θεολογία», τη «βαπτισματική θεολογία, τη θεολογία των Κλάδων», όλα εφευρήματα του αποχριστιανοποιημένου Δυτικού Χριστιανισμού για τη διευκόλυνση των στόχων της Παγκόσμιας Δύναμης, που έχει αιχμαλωτίσει τα πάντα, οι Διάλογοι σύρουν την αποδυναμωμένη Ορθόδοξη Ηγεσία σε μειοδοσίες έναντι της αποστολικής και αγιοπατερικής Ορθοδοξίας. Στη θέση της έχει τεθεί η δική μας ελλειμματική ψευδο-ορθοδοξία, που θεραπεύει εφήμερες και συμφεροντολογικές σκοπιμότητες, που προδίδουν συν τοις άλλοις και την αφέλεια και θεολογική ανεπάρκειά μας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η προσδοκία πολιτικού και εθνικού οφέλους από την στήριξη των ελπίδων μας στον Πάπα. Λησμονούμε όμως, ότι ο Πάπας είναι βασιλεύς και αρχηγός κράτους, ταυτισμένος με τις κρατικές εξουσίες της Νέας Εποχής, σε μόνιμη συμμαχία και συνεργασία μαζί τους, και ότι πέρα από παραπλανητικά ευχολόγια, για να ρίχνει «στάχτη στα μάτια» και να μας εξαπατά και να ήθελε ακόμη, δεν μπορεί να μας προσφέρει τίποτε από όσα ζητούμε. Άρα η επιμονή να προσφεύγουμε στο Βατικανό και στον Πάπα, ζητώντας συμπαράσταση και βοήθεια, είναι μάταιη και προδίδει τουλάχιστον την αφελότητά μας, αν όχι ίσως και τη συστράτευση στην εξυπηρέτηση αλλοτρίων και αντορθοδόξων συμφερόντων.
Η Πανθρησκεία άλλη μορφή Πανθεϊσμού
Η «Πανθρησκεία» με ενδιαφέρει εδώ περισσότερο, ως Θεολόγο. Διότι πρόκειται για μία άλλη μορφή πανθεϊσμού, που στοχεύει στην ισοπέδωση όλων των θρησκευμάτων, μαζί και του Χριστιανισμού. Αυτό συντελείται, βέβαια, με την «τεκτονική» μέθοδο της συγκράτησης των πάντων και συγκρητιστικής αναχώνευσής τους και ουσιαστικά διάλυσης όλων. Η ένταξη της Χώρας μας στην Ε.Ε. συνδέθηκε απ’ αρχής με χιλιαστικά οράματα καθολικής ευημερίας, που ακόμη προπαγανδίζονται για την απρόσκοπτη διακίνηση των συνθημάτων και τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης κατά τις διαθέσεις της (πραγματικής) Ηγεσίας.
Στο σημείο αυτό πρέπει να δηλωθεί, ότι η ένταξη των Ορθοδόξων Κρατών στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνδυάζεται απ’ αρχής με την αποδοχή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, που επιβάλλει ένα νέο ήθος, επιφέροντας την διάλυση του παραδοσιακού ιστού της κοινωνίας. Διότι η αμοραλιστική παράλυση της κοινωνίας δημιουργεί «ρομπότ», υπηκόους δουλοπρεπείς και εύχρηστους από την παγκόσμια εξουσία. Έτσι μας επέβαλαν το αυτόματο διαζύγιο, την ελευθερία και νομιμοποίηση των αμβλώσεων, την νομιμοποίηση της ομοφυλοφιλίας, της «παιδοφιλίας» κ.λπ., για να ανήκουμε στην Ενωμένη Ευρώπη.
Γίναμε νομαρχία ενός εκτενούς κράτους
Επιτρέψτε μου δε να καταθέσω μια εμπειρία μου στην Γερμανία, όπου σπούδαζα (1969-1975). Λίγο πριν από την επιστροφή μου στην Ελλάδα, επισκέφθηκα τον αείμνηστο καθηγητή μου Wilhelm Schneemelcher, διακεκριμένο επιστήμονα, με σημαντική ανάμειξη και στον πολιτικό βίο της χώρας του, στην παράταξη του Σοσιαλιστικού Κόμματος (SPD). Τότε μου είπε: Για να μπείτε στην Ευρώπη, πρέπει να μεταρρυθμίσετε το Δίκαιό σας, προσαρμόζοντάς το προς το κοινοτικό (ευρωπαϊκό). Δεν μπορούσα να το πιστεύσω, σήμερα όμως εκτιμώ την ειλικρίνειά του, που άφρονες και δουλοπρεπείς πολιτικοί μας επέβαλαν και την οικονομική δουλεία.
Η ενοποίηση και ενιαιοποίηση του ευρωπαϊκού χώρου είναι ο στόχος του ευρωπαϊκού ονείρου, κάτι που μένει σταθερό και αμετάθετο από τη δεκαετία του 1950 ως σήμερα. Οι οραματισμοί των πρωτοπόρων Ευρωπαίων της εποχής μας απέβλεπαν από την αρχή στην «Ευρώπη χωρίς σύνορα», αλλά και στην Ευρώπη «των νέων οριζόντων», ως ένωση υπερεθνική (υπερκράτος), που απαιτεί πολίτες με κοινή συνείδηση και ενιαίο τύπο ανθρώπου, του Ευρωπαίου ανθρώπου. Και αυτό είναι δυνατό να επιτευχθεί με τη δημιουργία των αναγκαίων συνθηκών μέσω της παιδείας, των μέσων ενημέρωσης και της ειδικής οργάνωσης της κοινωνίας. Αυτό όμως είναι αδύνατο χωρίς την ισοπέδωση των ιδιαιτεροτήτων των επί μέρους Εθνών, όταν μάλιστα διαφοροποιούνται ριζικά από αυτό, που εκφράζει από αιώνες για μας τους Ορθοδόξους ο όρος «Ευρώπη» ή «Δύση».
Συνεχώς διακηρύσσεται, εξ άλλου, ότι η ένωση και ενιαιοποίηση της Ευρώπης πραγματοποιείται με την ενιαία νομοθεσία (Κοινοτικό Δίκαιο), που υπέρκειται των εθνικών νομοθεσιών. Η ιδιότητα του «Μέλους της Ε.Ε.» σημαίνει αυτόματα απώλεια κάθε νοήματος για εθνική κυριαρχία ή αυτονομία. Στο Υπερκράτος Ε.Ε., ήδη με τη συνθήκη της Ρώμης (1957), παραχωρείται κάθε εθνικό δικαίωμα. Ολόκληρος ο εθνικός μας βίος προσδιορίζεται από το Ευρωπαϊκό Κέντρο λήψεων αποφάσεων. Γίναμε επαρχία (σήμερα Νομαρχία) ενός εκτενούς Κράτους. Η προσαρμογή συνόλης της ζωής μας στις κεντρικές αποφάσεις είναι αυτονόητη (πρβλ. παιδεία, εξωτερική πολιτική, οικονομία, διεθνείς σχέσεις, κ.λπ.). Πολλές από τις αλλαγές στον εθνικό μας βίο πείθουν αναντίρρητα ότι ως (Κράτος) Μέλος της Ε.Ε. είμεθα «υποχρεωμένοι» να δεχθούμε τις αποφάσεις τού, όπως εύστοχα ελέχθη, «Διευθυντηρίου», πόσο δε μάλλον, όταν η Ηγεσία μας (Κυβέρνηση και Αντιπολίτευση στο μεγαλύτερό τους μέρος) είναι απόλυτα ταυτισμένη με τη «Δύση» («φιλενωτική» παράταξη). Αυτό αποδείχθηκε περίτρανα σήμερα με την οικονομική κρίση, καρπό της πλήρους υποδούλωσής μας στην παγκόσμια οικονομική ολιγαρχία!
Πρόκλησις εις την αφυπνιζομένην Ορθόδοξον συνείδησιν
5. Ποια, λοιπόν, μπορεί να είναι η σχέση των Ορθοδόξων με τον σύγχρονο κόσμο; Κατ’ αρχάς είναι ανάγκη να γίνει κατανοητό, ότι το πρόβλημα δεν είναι η ευρωπαϊκή ενοποίηση ή η προσχώρηση στη Νέα Τάξη και τη Νέα Εποχή, αλλά η δική μας παρουσία σ’ αυτά τα νέα μεγέθη, που συνδέεται με το πώς νοηματοδοτούμε την παράδοσή μας και την σχέση μας μαζί της, αλλά και με τη θέση της αγιοπατερικής πολιτισμικής παράδοσης στις προτεραιότητες του εθνικού μας βίου. Γι’ αυτό, ακριβώς, η Ευρώπη λειτουργεί ως πρόκληση στην αφυπνιζόμενη ορθόδοξη συνείδηση. Πρόκληση όμως όχι μόνο αρνητική, αλλά και θετική, βοηθώντας δηλαδή, όλους τους Ορθόδοξους να επαναπροσδιορίσουν την ταυτότητά τους εν αναφορά προς τον υπόλοιπο κόσμο.
Επαναπροσδιορισμός της ορθόδοξης ταυτότητάς μας, σημαίνει επανεύρεση της ταυτότητάς μας ως «καινής κτίσεως» μέσα στη συγκεκριμένη κοινωνία, στην οποία κινείται η ύπαρξή μας. Το μέτρο στην περίπτωση αυτή το δίνει η «Προς Διόγνητον Επιστολή» (β’ αι.), «ο αδάμας της Απολογητικής γραμματείας». Όπως λέγει το κείμενο: «Οι Χριστιανοί παρουσιάζουν μια παραδοξότητα στον τρόπο ζωής τους. Πατρίδας οικούσιν ιδίας (ο καθένας ζει στην πατρίδα του), «αλλ’ ως πάροικοι» (σαν να ‘ναι προσωρινοί, μετανάστες)! «Μετέχουσι πάντες ως πολίται και πανθ’ υπομένουσιν ως ξένοι» (είναι πολίτες μιας χώρας, αλλ’ έχουν συνείδηση ότι είναι ξένοι, περαστικοί). «Πάσα ξένη πατρίς εστιν αυτών και πάσα πατρίς ξένη (…). Εν σαρκί τυγχάνουσιν, αλλ’ ου κατά σάρκα ζώσιν». Αυτή είναι, λοιπόν, η νέα πραγματικότητα, που εισήγαγε ο Χριστιανισμός. Αν δεν υπάρχει και λειτουργεί έτσι η Εκκλησία, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τις δυνάμεις του κόσμου και τις μεθοδεύσεις τους. Αλλ’ αυτό απαιτεί την αναβάπτισή μας στην ορθόδοξη παράδοσή μας, αλλά και την ενότητα όλων των Ορθοδόξων, όχι υπό την μορφή ενός «διορθοδόξου τόξου», που σημαίνει «συσχηματισμό με τον κόσμο» (Ρωμ. 12, 1), αλλά με την μετοχή στην άκτιστη θεία Χάρη με τα μυστήρια της Εκκλησίας.
6. Ο συνειδητά Ορθόδοξος ζει και κινείται στην «Νέα Εποχή» και την Ε.Ε. με συγκεκριμένες βεβαιότητες, που αποβαίνουν καθοριστικές για την περαιτέρω παρουσία και στάση του μέσα σ’ αυτήν και γενικά στη νέα παγκόσμια πραγματικότητα. Έχει σαφή συνείδηση της διαμετρικής διαφοράς ορθοδόξου και δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού. Όλες οι εκφάνσεις του ορθοδόξου πολιτισμού αποτυπώνουν τον αγώνα για την ανάδειξη του ανθρώπου σε θεό «κατά χάριν». Ανθρωπολογικό πρότυπο της Ορθοδοξίας δεν είναι ο «καλός καγαθός» άνθρωπος, αλλ’ ο Θεάνθρωπος.
Οι ορθόδοξοι Λαοί στην πλατιά διαστρωμάτωσή μας είμαστε ζυμωμένοι μέσα σ’ αυτή την πολιτισμική παράδοση, και παρά τις αναμφισβήτητες αλλοιωτικές επιρροές, που έχουμε δεχθεί στην ιστορική μας πορεία, διακρατούμε στην συνείδησή μας τα ζώπυρα αυτής της παραδόσεως. Η μετακαρλομάγνεια Δύση αποκομμένη από την πατερικότητα, ανέπτυξε ένα πολιτισμό, που έχασε κυριολεκτικά την αυθεντική έννοια του Θεού, του ανθρώπου και της κοινωνίας. Ενώ δε παρήγαγε μια εκθαμβωτική επιστημονική πρόοδο, αποδεικνύεται εντελώς ανίσχυρη να διαπλάσει ανθρώπους, που να μπορούν να χρησιμοποιούν τα επιτεύγματα της επιστήμης για τη σωτηρία του ανθρώπου και όχι την καταστροφική εκμετάλλευσή του. Και μόνο οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι, ως δημιουργήματα της Ευρώπης και του «πολιτισμού» της, δείχνουν πού μπορεί να οδηγήσει ο «χωρίς Θεό», ρομποτοποιημένος, ευρωπαίος (δυτικός) άνθρωπος.
7. Υπάρχει όμως και μια άλλη προοπτική. Η Ε.Ε. και η δυτική κοινωνία παρουσιάζονται για την Ορθοδοξία ως αγρός ιεραποστολικός, χώρος μαρτυρίας του λόγου και του τρόπου (στάση ζωής), που συνιστά την ουσία της ορθόδοξης παράδοσης. Αυτή μπορεί να είναι η δική μας προσφορά στον παραπαίοντα σημερινό κόσμο, αλλά αυτό προϋποθέτει Ορθοδόξους…
Η παρουσία της Ορθοδοξίας στο σύγχρονο κόσμο οφείλει να είναι πρωταρχικά πνευματική και λειτουργική. Η Θεία Λειτουργία, με όλη τη λατρεία μας, είναι ο σημαντικότερος θησαυρός μας, διότι περικλείει και διασώζει δυναμικά το φρόνημα και τη ζωή των Αγίων μας, την πίστη και τον θεονόμο τρόπο ύπαρξής μας.
Μιλώντας, βέβαια, για λειτουργική θεολογία, αγγίζουμε την πραγματικότητα της Ενορίας, υπό τη διπλή μορφή της, τη μοναστική και την κοσμική. Η διακράτηση της ζωτικότητας του ορθοδόξου πληρώματος εξασφαλίζεται διαχρονικά στο Μοναστήρι και την τοφοδοτούμενη από αυτό πνευματικά Ενορία. Χωρίς την υπαρκτική σχέση πιστού και Ενορίας δεν μπορεί να γίνει σοβαρός λόγος για ορθόδοξη μαρτυρία. Η ζωή της Ενορίας, ως ενεργοποίηση των αγιοπνευματικών χαρισμάτων των μελών της, ασκεί την ισχυρότερη δυναμική και ενεργεί την αποτελεσματικότερη ιεραποστολή. Μέσω της ενοριακής-κοινοτικής ζωής παρουσιάζεται η Ορθοδοξία, όπως είναι: ως ζωή και πνευματική οδός, που δίνει θεοκεντρικό νόημα στη ζωή και αποκαλύπτει τον αληθινό προορισμό της. Η ανασυσπείρωση των Ορθοδόξων στη ζωή της κοινότητας-ενορίας είναι η μόνη ελπίδα για την συνεχή και ιστορική επιβίωσή μας.
Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο η ορθόδοξη (εκκλησιαστική) Ηγεσία δεν μπορεί ποτέ να λάβει πολιτικό χαρακτήρα, ως ένα Βατικανό της Ανατολής. Κέντρο της ενότητας των Ορθοδόξων μένει αμετακίνητα ο Χριστός και όχι κάποιος -εκκλησιαστικός έστω- αξιωματούχος. Η προσφυγή στους πολιτικούς μηχανισμούς του κόσμου τούτου, κάτι που γίνεται με τον εγκλωβισμό στον Οικουμενισμό, είναι για την Ορθοδοξία όχι ενδυνάμωση, αλλά αποδυνάμωση. Η Ορθοδοξία λειτουργεί ενωτικά και καταλλακτικά ως πνευματική δύναμη, προσευχομένη και αγωνιζομένη «υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας».
Εφημερίδα Ορθόδοξος Τύπος
8 Νοεμβρίου 2013
ΠΗΓΗ: http://www.impantokratoros.gr/72CA5CDE.el.aspx
Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ ἀπέστειλε εὐλαβῶς πρός τόν Παναγιώτατον Οἰκουμενικόν Πατριάρχην κ.κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΝ τήν κάτωθι ἐπιστολήν:
Παναγιώτατε, Θειότατε καί Πάνσεπτε Δέσποτα,
Μετά τοῦ προσήκοντος σεβασμοῦ καί εἰλικρινοῦς υἱϊκῆς ἀγάπης, προαγόμεθα νά γνωρίσουμε εἰς Ὑμᾶς τά κάτωθι.
᾿Αριθμ. Πρωτ. 722 ᾿Εν Πειραιεῖ τῇ 27ῃ Ἰουνίου 2013
Τῆ Αὐτοῦ Θειοτάτῃ Παναγιότητι,
τῷ Ἀρχιεπισκόπῳ Κωνσταντινουπόλεως,
Νέας Ρώμης καί Οἰκουμενικῶ Πατριάρχῃ
Κυρίῳ μοι κ. Βαρθολομαίῳ Α΄,
Rum Patrikhanesi
34.220 Fener - Haliç – Instabul
TURKIYE
Παναγιώτατε, Θειότατε καί Πάνσεπτε Δέσποτα,
Μετά τοῦ προσήκοντος σεβασμοῦ καί εἰλικρινοῦς υἱϊκῆς ἀγάπης, προαγόμεθα νά γνωρίσουμε εἰς Ὑμᾶς τά κάτωθι˙ ταπεινῶς φρονοῦμεν, ὅτι ὡς ἔσχατο μέλος τοῦ Παναγίου καί Παναχράντου Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί δή ὡς Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος, πέραν τῆς ὑπαγωγῆς μας στήν οἰκεία Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἁγιωτάτης καί Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία εἶναι ἡ Ἀνωτάτη Ἐκκλησιαστική μας Ἀρχή, ἀνήκουμε ἐν ταυτῶ καί στήν καθόλου καί Ἀδιαίρετο Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία καί ἔχουμε ταπεινό λόγο γιά τά θεολογικά, δογματικά καί ἐκκλησιολογικά θέματα.
Γι’αὐτό, στήν ὀψέποτε συγκληθησομένη Οἰκουμενική ἤ Πανορθόδοξο ἤ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο ἐάν δέν εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τοῦ Δικαιοκρίτου ἐπιθυμοῦμε νά συμμετέχουμε, ὡς διαποιμαίνοντες Ὀρθόδοξο ποίμνιο.
Ἡ ἀναφορά στά θέματα αὐτά δέν μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὡς παρέμβαση στά ἐσωτερικά ἄλλης Ὁμοδόξου Ἐκκλησίας καί δή τοῦ Πανσέπτου Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, μετά τοῦ ὁποίου, ὅμως, ὅπως καί μεθ’ὅλων τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, κοινό εἶναι τό Εὐαγγέλιο, κοινή ἡ θεολογική καί ἐκκλησιαστική παράδοση, κοινόν τό Ἱερό Πηδάλιο τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων, κοινή ἡ δογματική διδασκαλία, κοινή ἡ Ἱερά καί ἡ Πατερική Παράδοση.
Υἱϊκῶς καί ταπεινῶς ἐπικοινωνοῦντες μεθ’ Ὑμῶν, Παναγιώτατε Δέσποτα, οὐδέποτε λησμονοῦμεν ὅτι ὀφείλουμε τήν Ἀρχιερωσύνη κατ’ ἄνθρωπον στήν ἐγνωσμένη Ὑμετέρα ἀγάπη καί ὅτι ἔχουμε γευθεῖ τῆς εὐγενείας καί τῆς Ὑμετέρας στοργῆς.
Διά τοῦ παρόντος ὅμως Ἐπισκοπικοῦ γράμματος, ἐπιθυμοῦμεν ὡς υἱός πρός τόν Πατέρα αὐτοῦ νά ἐκφράσουμε, τήν ἄφατη ἀγωνία καί συνοχή, θλίψη καί ἔκπληξη, πού δοκιμάσαμε ἐξ αἰτίας τῶν δηλώσεων, ἐκδηλώσεων καί ἐν γένει κινήσεων τῆς Ὑμετέρας Πανσέπτου Παναγιότητος, κατά τήν πρόσφατη πατριαρχική ἐπίσκεψη Ὑμῶν στό Μιλᾶνο τῆς Ἰταλίας, ἀλλά καί εἰς Κωνσταντινούπολιν, μέ ἀφορμήν τόν ἑορτασμόν τῆς συμπληρώσεως 1700 ἐτῶν ἀπό τήν ὑπογραφή τοῦ «Διατάγματος τῶν Μεδιολάνων», καθώς καί γιά τήν πρότριτα γενομένη ἐπίσκεψη Ὑμῶν στήν Τσεχία καί Σλοβακία, κατά τίς ὁποῖες ἐκφράζονται θέσεις, ἐκτιμήσεις καί ἀπόψεις, ἐλάχιστα συμβιβαζόμενες πρός τό Ὀρθόδοξο δόγμα, ἦθος καί ἔθος καί οἱ ὁποῖες προκαλοῦν καί ἐμποιοῦν ἀπορία στό πλήρωμα τῶν πιστῶν, ἐγκυμονοῦν δέ καί κινδύνους καί ἀπροβλέπτες συνέπειες διά τήν ἑνότητα αὐτῆς ταύτης τῆς Ἁγίας μας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῶ συνόλῳ αὐτῆς.
Διευκρινίζοντας πλέον σαφέστερα τά πράγματα, μέ ἀπόλυτο σεβασμό πρός τό θεσμό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί πρός τό Πατριαρχικό Ἐκκλησιαστικό καί Διακονικό ἀξίωμα Ὑμῶν καί πρός τό Θεοτίμητο πρόσωπο Ὑμῶν, καταθέτουμε πρός Ὑμᾶς τά κάτωθι μέ καρδιακό πόνο, ἀγάπη καί εἰλικρίνεια καί ἀλήθεια.
Κρίνουμε ἀδήριτη τήν ἀνάγκη συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου μέ τή συμμετοχή ἁπάντων τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν, Ἀρχιεπισκόπων, Μητροπολιτῶν καί Ἐπισκόπων καί λαϊκῶν θεολόγων, ἡ ὁποία θά ἔχει μέγα χρέος καί πρώτιστο καθῆκον νά καταδικάσει τήν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὑπό τό φῶς τῆς Ἁγιογραφικῆς, Ἁγιοπατερικῆς καί Ἱεροκανονικῆς διδαχῆς καί παραδόσεως καί νά ἐξαγγείλει στήν Πόλη καί τήν Οἰκουμένη, ὅτι ἡ σωτηρία δίδεται μόνο ἐντός τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ὅτι, δίχα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, δέν ὑπάρχει δυνατότης κοινωνίας μετά τοῦ ζῶντος Θεοῦ διό καί ἡ παροῦσα ἀναφορά μας ὑποβάλλεται ὡς σχετική αἴτησις πρός Ὑμᾶς τόν Ἔχοντα τήν θεόθεν εὐθύνην συντονισμοῦ τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν.
Τά πραχθέντα καί λεχθέντα ὑφ’ Ὑμῶν, Παναγιώτατε Δέσποτα, στό Μιλᾶνο, ἀναμοχλεύουν στή μνήμη μας τά λόγια τοῦ ἡγιασμένου Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, ἀπευθυνομένου πρός τόν ἀοίδιμο προκάτοχο καί ποδηγέτη Ὑμῶν, κυρό Ἀθηναγόρα. Γράφει ὁ Γέρων :
«Ἐπειδή βλέπω τόν μεγάλο σάλο εἰς τήν Ἐκκλησίαν μας, ἐξ αἰτίας τῶν διαφόρων φιλενωτικῶν κινήσεων καί τῶν ἐπαφῶν τοῦ Πατριάρχου (Ἀθηναγόρα) μετά τοῦ Πάπα, ἐπόνεσα κι ἐγώ σάν τέκνον Της καί ἐθεώρησα καλόν, ἐκτός ἀπό τίς προσευχές μου, νά στείλω κι ἕνα μικρό κομματάκι κλωστή (πού ἔχω σάν φτωχός Μοναχός), διά νά χρησιμοποιηθεῖ κι αὐτό, ἔστω γιά μία βελονιά, διά τό πολυκομματιασμένο φόρεμα τῆς Μητέρας μας... Φαντάζομαι ὅτι θά μέ καταλάβουν ὅλοι, ὅτι τά γραφόμενά μου δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἕνας βαθύς μου πόνος διά τήν γραμμήν καί κοσμικήν ἀγάπην δυστυχῶς τοῦ πατέρα μας κ. Ἀθηναγόρα.
Ὅπως φαίνεται, ἀγάπησε μιάν ἄλλην γυναίκα μοντέρνα, πού λέγεται Παπική «Ἐκκλησία», διότι ἡ Ὀρθόδοξος Μητέρα μας δέν τοῦ κάμνει καμμίαν ἐντύπωσι, ἐπειδή εἶναι πολύ σεμνή. Αὐτή ἡ ἀγάπη, πού ἀκούσθηκε ἀπό τήν Πόλι, βρῆκε ἀπήχησι σέ πολλά παιδιά του, πού τήν ζοῦν εἰς τάς πόλεις. Ἄλλωστε αὐτό εἶναι καί τό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς μας : ἡ οἰκογένεια νά χάση τό ἱερό νόημά της, πού ὡς σκοπόν ἔχουν τήν διάλυσιν καί ὄχι τήν ἕνωσιν (sic).
Μέ μία τέτοια περίπου κοσμική ἀγάπη καί ὁ Πατριάρχης μας φθάνει στή Ρώμη. Ἐνῶ θά ἔπρεπε νά δείξη ἀγάπη πρῶτα σέ μᾶς τά παιδιά του καί στή Μητέρα μας Ἐκκλησία, αὐτός, δυστυχῶς, ἔστειλε τήν ἀγάπη του πολύ μακριά. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν νά ἀναπαύσει μέν ὅλα τά κοσμικά παιδιά, πού ἀγαποῦν τόν κόσμο καί ἔχουν τήν κοσμικήν αὐτήν ἀγάπην, νά κατασκανδαλίση, ὅμως, ὅλους ἐμᾶς, τά τέκνα τῆς Ὀρθοδοξίας, μικρά καί μεγάλα, πού ἔχουν φόβο Θεοῦ.
Μετά λύπης μου, ἀπό ὅσους φιλενωτικούς ἔχω γνωρίσει, δέν εἶδα νά ἔχουν οὔτε ψίχα πνευματική οὔτε φλοιό. Ξέρουν, ὅμως, νά ὁμιλοῦν γιά ἀγάπη καί ἑνότητα, ἐνῶ οἱ ἴδιοι δέν εἶναι ἑνωμένοι μέ τόν Θεόν, διότι δέν Τόν ἔχουν ἀγαπήσει» .
Γιὰ νὰ διαβάσετε ὀλόκληρη τὴν ἐπιστολή σε μορφή pdf πατήστε :
Ἐπιστολή Μητροπολίτου Πειραιῶς Σεραφείμ πρός τὸν Οἰκ. Πατριάρχη, περί οικουμενισμού και διαλόγων
Πηγη: http://anavaseis.blogspot.gr/2013/07/blog-post_8047.html#more
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...