
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
Ο Κολοκοτρώνης : Απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη (Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής φυλής 1770-1836), Ρητά του Κολοκοτρώνη, Τραγούδια των Κολοκοτρωναίων.
Ναύαρχος του ελληνικού στόλου κατά την Επανάσταση του 1821. Ο τόπος της γέννησής του δεν είναι επακριβώς γνωστός. Ορισμένοι βιογράφοι του υποστηρίζουν ότι γεννήθηκε στις 20 Μαΐου 1769 στα Φύλλα της Εύβοιας, απ' όπου η οικογένεια του μετοίκησε στην Ύδρα, ενώ άλλοι στο νησί του Αργοσαρωνικού.
Το πραγματικό του επίθετο ήταν Βώκος ή Μπώκος. Για το παρωνύμιο Μιαούλης υπάρχουν δύο εκδοχές: Η μία ότι του τo κόλλησαν οι ναύτες του, όταν τους έδινε τη διαταγή «Μία ούλοι!» για να κωπηλατούν συγχρόνως. Η δεύτερη, από ένα τουρκικό μπρίκι που αγόρασε, με την ονομασία «Μιαούλ». Ο Μιαούλης ήταν σχεδόν αγράμματος, σύμφωνα με τον ιστορικό Καρλ Μέντελσον -Μπαρτόλντι, εν τούτοις υπερείχε σε ευφυΐα και ναυτική τέχνη. Είχε ανεπτυγμένη την αίσθηση του καθήκοντος μέχρι υπερβολής, που πολλές φορές έφθανε στα όρια της σκληρότητας για τους υφισταμένους του.
Από τα εφηβικά του χρόνια, ο Ανδρέας Μιαούλης ασχολήθηκε με τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις. Για την ακρίβεια, ήταν ένας από τους πιο ονομαστούς κουρσάρους της Ανατολικής Μεσογείου. Έκανε σεβαστή περιουσία κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων Πολέμων, όταν έσπαγε τον ναυτικό αποκλεισμό των Άγγλων υπό τον ναύαρχο Νέλσον και ανεφοδίαζε τις ισπανικές πόλεις. Το 1816 ο Ανδρέας Μιαούλης παρέδωσε τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις στο γιο του Δημήτριο και ο ίδιος ασχολήθηκε με το εμπόριο.
Κατά την κήρυξη της Επανάστασης στην Ύδρα, στις 28 Απριλίου 1821, ο Μιαούλης υπέγραψε μαζί με άλλους πλοιοκτήτες έγγραφο, με το οποίο διέθεταν τα πλοία τους, αλλά και θα αναλάμβαναν τις δαπάνες για τις ναυτικές επιχειρήσεις του Αγώνα. Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου αναλαμβάνει ναύαρχος του υδραϊκού στόλου και στις 28 Σεπτεμβρίου έρχεται αντιμέτωπος για πρώτη φορά με τουρκική ναυτική μοίρα στην Πύλο. Το Φεβρουάριο του 1822 καταστρέφει μία τουρκική φρεγάτα και προξενεί ζημιές σε άλλα πλοία στο λιμάνι της Πάτρας. Τον Οκτώβριο του 1823 ο Μιαούλης, επικεφαλής του ελληνικού στόλου, νικά τους Τούρκους στο Αρτεμίσιο και του Ωρεούς.
Μετά την καταστροφή των Ψαρών (20 - 22 Ιουνίου 1824), σημαντική υπήρξε η συμβολή του στην εξουδετέρωση της τουρκικής δύναμης, που είχε παραμείνει στο νησί και στην ανακατάληψή του, στις 3 Ιουλίου. Στις 29 Αυγούστου 1824, ο Μιαούλης, επικεφαλής του ενωμένου ελληνικού στόλου, καταναυμαχεί τον τουρκοαιγυπτιακό στον Γέροντα. Οι απώλειες του εχθρού ανέρχονται σε 27 πλοία, ανάμεσά τους και η επιβλητική φρεγάτα «Ασία».
Κατά τη διάρκεια της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου το 1826 τα ελληνικά πλοία υπό τις διαταγές του βοηθούν με την παροχή εφοδίων τους πολιορκουμένους. Τις παραμονές της Εξόδου, ο Μιαούλης αποτυγχάνει να διασπάσει επανειλημμένως τον αποκλεισμό της πόλης και διαμηνύει στους κατοίκους ότι δεν είναι δυνατή καμιά βοήθεια από τη θάλασσα.
Το 1827, με απόφαση της Γ' Εθνοσυνέλευσης, η αρχηγία του στόλου ανατίθεται στον Λόρδο Κόχραν και ο Μιαούλης υποβιβάζεται σε πλοίαρχο. Όταν ο Ιωάννης Καποδίστριας αναλαμβάνει Κυβερνήτης της Ελλάδας, αναθέτει στο Ανδρέα Μιαούλη την αρχηγία του Στόλου του Αιγαίου. Η συνεργασία Μιαούλη - Καποδίστρια κράτησε ως τον Αύγουστο του 1829, όταν οι δύο άνδρες ήλθαν σε σύγκρουση για την πολιτική του Καποδίστρια απέναντι στους υδραίους πλοιοκτήτες, που ζητούσαν προνομιακή μεταχείριση σε αντάλλαγμα της συμβολής τους στον Αγώνα.
Ο Μιαούλης, ηγέτης πλέον της αντικαποδιστριακής παράταξης, οξύνει την κατάσταση και ο Καποδίστριας διατάσσει τον αποκλεισμό της Ύδρας από τα πλοία του εθνικού στόλου που ναυλοχούν στον Πόρο. Ο Μιαούλης μαθαίνει το σχέδιο και καταλαμβάνει τη φρεγάτα «Ελλάς». Την 1η Αυγούστου 1831 ο ρώσος ναύαρχος Ρίκορντ επιχειρεί να καταστείλει την εξέγερση και ο Μιαούλης διατάσσει την πυρπόληση των πλοίων του στόλου. Η ανατίναξη της φρεγάτας «Ελλάς» και της κορβέτας «Ύδρα» προκαλούν την πανελλήνια κατακραυγή.
Μετά την εκλογή του Όθωνα, ο Μιαούλης με τον Κίτσο Τζαβέλα και τον Δημήτριο Πλαπούτα ορίστηκαν μέλη της επιτροπής, που πήγε στο Μόναχο για να προσφέρει το στέμμα στον πρώτο βασιλιά της Ελλάδας. Επί Όθωνος, ο Μιαούλης αναλαμβάνει αρχηγός του Ναυτικού Διευθυντηρίου με τον βαθμό του ναυάρχου, ενώ το 1834 διορίζεται Σύμβουλος Επικρατείας και γενικός επιθεωρητής του Στόλου.
Ο Ανδρέας Μιαούλης πέθανε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 1835. Ετάφη στον Πειραιά, στη δεξιά ακτή του λιμανιού, που ονομάστηκε Ακτή Μιαούλη. Αργότερα, έγινε ανακομιδή των οστών του σε τάφο στην είσοδο της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων.
Βιβλιογραφία
«Ανδρέας Μιαούλης 1769 - 1835: Από την υπόδουλη ώς την ελεύθερη Ελλάδα» της Αννίτας Πρασσά και της Κωνσταντίνας Αδαμοπούλου - Παύλου. («Εστία»)
«Ανδρέας Μιαούλης: Έπος και τραγωδία» του Δημήτρη Σταμέλου. («Εστία»)
Πηγή: Σαν Σήμερα
Ελληνισμός και Χριστιανισμός σταδιακά συνδέονταν ολοένα και πιο στενά στην ιστορία -όχι χωρίς φιλοσοφικο-θρησκευτικές αντιδικίες στην αρχή- και δημιούργησαν τελικά το αθάνατο μόρφωμα ιδιαίτερα της ΕλληνΟρθοδοξίας. Από τα χρόνια ήδη της Ρωμανίας-Βυζαντίου, η Εκκλησία οικειοποιήθηκε την πνευματική κληρονομιά της αρχαίας φιλοσοφίας και χρησιμοποίησε την ορολογία της για τη διαμόρφωση της χριστιανικής δογματικής διδασκαλίας (Αλ. Σαββίδη, «Ιστορία του Βυζαντίου», τ. α΄, εκδ. Πατάκη, έκδ. γ΄, Αθ. 2001, σελ. 67). Για τον Ρώσο ιστορικό Ostrogorsky «ο ελληνικός πολιτισμός παρέμεινε πάντα το θεμέλιο της πνευματικής ζωής» στο Βυζάντιο (Ανδρέα Κεφαλληνιάδη, «Μια τάξη γεμάτη απορίες», εκδ. Φωτοδότες, σελ. 63).
Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, το Πατριαρχείο ήταν που φρόντιζε για την παιδεία του Γένους. Οι Τούρκοι δεν ήθελαν να μορφώνονται οι υποδουλωμένοι Έλληνες ώστε να χάσουν έτσι σιγά σιγά την εθνική και εκκλησιαστική τους ταυτότητα. Οι νεομάρτυρες όμως τόνωσαν την εκκλησιαστική συνείδηση των υπόδουλων ρωμιών. Ήσαν καθημερινοί άνθρωποι, που όταν όμως τούς ζητήθηκε, δεν αρνήθηκαν την πίστη τους και προτίμησαν να πεθάνουν «για του Χριστού την πίστη την αγία» και την εθνική τους υπερηφάνεια, ιδιότητες αξεδιάλυτες. Ο άγιος Ιωάννης ο Ράπτης π.χ., νέο παιδί από τη Θάσο, δεν δέχτηκε να γίνει Τούρκος και να αλλαξοπιστήσει, όπως ο Βεζύρης τον παρότρυνε γιατί τον λυπήθηκε, αλλά προτίμησε τον αποκεφαλισμό (1652). Η δε αγία Χρυσή, για να μη γίνει θύμα αρπαγής και βιασμού από έναν Τούρκο και εξισλαμιστεί, προτίμησε το θάνατο (1795).
Με το Ψαλτήρι και την Οκτώηχο, μέσα από αμέτρητες δυσκολίες, και εκεί που επέτρεπαν οι περιστάσεις, στο «κρυφό σχολειό», με το ζήλο των μοναχών και ιερέων, η Εκκλησία κατάφερε να κρατήσει τις παραδόσεις, την χριστιανική πίστη και το φρόνημα των Ελλήνων. Πράγματι, τη σκοτεινή περίοδο 1480-1530, οπότε δεν λειτουργούσαν σχολεία στις υπό των Τούρκων εξαρτώμενες ελληνικές περιοχές, οι κληρικοί ήσαν εκείνοι που πήραν την πρωτοβουλία και μόρφωσαν όσα παιδιά μπορούσαν (βλ. Χρ. Κάτσικα- Κ. Θεριανού, ‘Ιστορία της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης’, εκδ. Σαββάλας, 2004, σελ. 19). Ο ακαδημαϊκός Δ. Κόκκινος γράφει: «Ο παπάς κάτω από το ράκος του ράσου του κρατεί το Ψαλτήρι και πηγαίνει να μάθη τα παιδιά να διαβάζουν …. Ο κλήρος υπήρξεν καί ο οδηγός του Έθνους καί το στήριγμά του» (‘Ελληνική Επανάσταση’, τ. Α΄, Αθ. 1956, σελ. 25,37). Ο μαρξιστής ιστορικός Νίκος Σβορώνος, για το εθνικο-ανυψωτικό έργο της Εκκλησίας, γράφει: «Η Εκκλησία… θα συνεχίσει το έργο της ανασυγκρότησης της πνευματικής ζωής των Ελλήνων …. Υπήρξε η κατευθυντήρια γραμμή του Έθνους. Επικεφαλής της εθνικής αντίστασης σ’ όλες τις μορφές της, εργαζόμενη για το σταμάτημα των εξισλαμισμών, συμμετέχοντας σ’ όλες τις εξεγέρσεις, ακόμη και διευθύνοντάς τες …. ρυθμίζει επίσης την πνευματική ζωή» (‘Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας’, εκδ. Θεμέλιο, σελ. 49).
Η εν Χριστώ ελευθερία που μετέδιδε η Εκκλησία, και κράτησε Τριαδοκεντρικά ενωμένους τους Έλληνες σε τόσο αντίξοες περιστάσεις, εκφραζόταν δια πλήθους εκδηλώσεων της καθημερινής ζωής, όπως τα πανηγύρια, το χορό, το κοινοτικό πνεύμα γενικά, τις γιορτές. Οι διδαχές ακόμη φωτισμένων ιερέων (οι οποίοι σπούδασαν στην Ευρώπη, αρκετοί και τις φυσικές επιστήμες), όπως του Ηλία Μηνιάτη, του Ευγένιου Βούλγαρη, του Νικηφόρου Θεοτόκη κ.α. βοήθησαν τον ελληνικό λαό να εγκολπωθεί την ειρήνη, την ενότητα, την εντιμότητα, την ενάρετη ζωή. Ο Ν. Σάθας δηλώνει ότι από τους 1.500 λόγιους της εποχής εκείνης, πάνω από τους 1.000 ήσαν κληρικοί (Ιω. Αλεξίου, ‘Πνοές πίστεως’, Αθ. 1971, σελ. 16). Οι άνθρωποι αυτοί καλλιέργησαν στους συμπατριώτες τους πύρινη αγάπη προς την πατρίδα και εξίσου προς ελευθερία και χριστιανική ζωή. Αξίως λοιπόν ο σοφός Σπ. Ζαμπέλιος δηλώνει: «Άνευ του Χριστιανισμού το όνομα της Ελλάδος δεν ήθελεν ίσως υπάρχει σήμερον ή εντός βιβλιοθηκών» (‘Οικοδόμοι πολιτισμού’, σελ. 304). Και ο σπουδαίος ιστορικός Κάρολος Ντιλ έγραψε ότι η Εκκλησία «μαζί με την Ορθοδοξίαν διεφύλαξε καί την ελληνική εθνικότητα καί την ελληνικήν παιδείαν» (‘Οικοδόμοι’, σελ. 306). Στο κήρυγμά του ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, που μετέδιδε φλόγα πίστεως και εθνικού φρονήματος σ’ όλη την Ελλάδα, παρακινούσε τη χρηματοδότηση σχολείων και ναών, καθώς και σε μυστηριακή ζωή και θύμηση των γενναίων προγόνων μας.
Όχι μόνο 49 ονόματα κληρικών γνωρίζουμε που ήταν μέλη της Φιλικής Εταιρείας, αλλά και ο Σαλώνων Ησαΐας, ο Παπαφλέσσας, ο Αθανάσιος Διάκος, οι φυλακισμένοι κληρικοί της Τριπολιτσάς, της Λάρισας και της Κρήτης, καθώς και αμέτρητοι κληρικοί που έλαβαν μέρος στην Επανάσταση μαζί με το λαό, οδήγησαν τον αγώνα για ανεξαρτησία σε δρόμο ανόδου και ελευθερίας. Σε 11 προεπαναστάσεις, πριν την κορυφαία του ‘21, ο Ορθόδοξος κλήρος παρέσχε την έναρξη και τους πεσόντες μάρτυρες. Από όλους τους πατριάρχες που «ενθρονίστηκαν από την Άλωση και ως τον Αγώνα, μόνο 13 έκλεισαν ήρεμα τα μάτια τους. Όλοι οι άλλοι πέθαναν πνιγμένοι, μαχαιρωμένοι, κρεμασμένοι, φυλακισμένοι, εξόριστοι» (Μιχ. Περάνθη, «Το Εικοσιένα», εκδ. Εστίας, σελ. 72). Ο Πουκεβίλ, γάλλος πρόξενος, σημειώνει ότι 6.000 ρασοφόροι έπεσαν στον αγώνα για ελευθερία. Αλλά και ο Πρόξενος της Ιταλίας, Ντομένικο Οριγκόνο, αναφέρει ότι οι Τούρκοι προσπαθούσαν να συλλάβουν τους περισσότερους ιερείς, θεωρώντας τους εμψυχωτές της επανάστασης.
Πρώτος εξάλλου ύψωσε τη σημαία της Επαναστάσεως ο Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός. Διακριθέντες στον αγώνα κληρικοί υπήρξαν οι Βρεσθένης Θεοδώρητος, Άνθιμος Γαζής, Νεόφυτος Βάμβας, Κύπρου Κυπριανός, Γρηγόριος ο Ε΄. «Η θηλιά του πατριάρχη» ήταν και είναι εξοχότατο παράδειγμα αυτοθυσίας υπέρ του έθνους του. Διότι αν και του δόθηκε η δυνατότητα, ο πατριάρχης Γρηγόριος δεν εγκατέλειψε το ποίμνιό του, αλλά όπως διέσωσε ο Τερτσέτης, απάντησε στους προκρίτους: «Μη με προτρέπετε να φύγω… Ο θάνατός μου θα ωφελήση περισσότερον παρά η ζωή μου… Μετά τινας ημέρας, ίσως τα ψάρια θα φάνε εμάς» (ήτο τότε Κυριακή των Βαΐων) (βλ. Ν. Νευράκη, ‘25 Πανηγυρικοί Λόγοι’, Αθ. 1975, σελ. 68-72). Ο Κολοκοτρώνης, σε ένα του λόγο στην Πνύκα, αναφέρει: «Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να τη στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα, είπαμε πρώτα υπέρ Πίστεως και έπειτα υπέρ Πατρίδος» (Τερτσέτης, Άπαντα, τόμ. Γ΄, Αθ. 1953, σελ. 255-256). Ο Έλληνας άλλωστε ποτέ δεν ξεχώρισε ιστορικά τη θρησκεία του από τη ζωή του, αρχής γενομένης από τον αθάνατο Όμηρο. Γι’ αυτό και η Ελληνική Επανάσταση έγινε «στο όνομα του Χριστού και της Ελλάδας». Μάλιστα ο γενναίος Κανάρης και ο ατρόμητος Μιαούλης έπαιρναν δύναμη για τους ηρωικούς αγώνες τους από την εικόνα της Θεοτόκου και τον Τίμιον Σταυρόν, όπως εκείνοι δήλωσαν και έδειχναν στη ζωή τους. Ο δε Ρήγας βροντοφώνησε: «Ελάτε μ’ ένα ζήλο σε τούτο τον καιρό, να κάμωμεν τον όρκο επάνω στο Σταυρό».
Ο ακαδημαϊκός Σπ. Μελάς, αλλά και ο πολύς Σπ. Ζαμπέλιος και ο μεγάλος Κ. Παπαρρηγόπουλος, προσυπέγραψαν στα έργα τους ότι μοναδική υπήρξε πάντοτε η σύνδεση Ελληνισμού-Χριστιανισμού και η σωτηρία δια της Εκκλησίας (βλ. Ε. Πρωτοψάλτη, όπου ανωτέρω, σ. 102). Η Εκκλησία παρέλαβε από τον Ελληνισμό τα πλουσιότερα στοιχεία, τα επεξέτεινε, τα μεταστοιχείωσε, τα εκχριστιάνισε, τα έκανε τρόπο ζωής και φαίνονται πράγματι έντονα στη ζωή και το θάνατο των μαρτύρων, των αγίων, των Ομολογητών της πίστεως, στη διδασκαλία των Πατέρων, αλλά και των πιστών χριστιανών επί Τουρκοκρατίας, που δεν τα πρόδωσαν παρά προτίμησαν να πεθάνουν, προβάλλοντας δια της ζωής και της θυσίας τους ότι τα αθάνατα ιδανικά της χριστιανικής πίστης και του πατριωτισμού, αν ενωθούν συνειδησιακά -όπως άλλωστε βιώθηκαν και απ’ τους αγωνιστές του 1821- κάνουν θαύματα και αλλάζουν ουσιαστικά τον κόσμο και την ιστορία.
Με συντομία και συνδυαστικά, θα εστιάσω την προσοχή σε τρία ζητήματα.
ΠΡΩΤΟΝ, στο γεγονός ότι επειδή το σύγχρονο διεθνές σύστημα αποτελείται από δύο εκατοντάδες κράτη άνισης ισχύος, άνισου μεγέθους και άνισης ανάπτυξης θέτει ζωτικά επί τάπητος το ζήτημα των μεταξύ ισόρροπων ή ανισόρροπων σχέσεων κάθε είδους.
ΔΕΥΤΕΡΟΝ, το γεγονός ότι η τύχη της Ελλάδας προσδιορίστηκε σε μια εποχή μια μόλις δεκαετία μετά το Κογκρέσο της Βιέννης του 1815 όταν οι ηγεμονικές δυνάμεις αποφάσισαν μια ηγεμονική τάξη πραγμάτων εντός της οποίας θα καταστέλλονται α) οι επαναστάσεις και β) οι δημοκρατικές αξιώσεις 2.
ΤΡΙΤΟΝ, συντομογραφικά, θα προσπαθήσουμε να φωτίσουμε μερικές περιπτώσεις που αναδεικνύουν τις διπλωματικές δεξιότητες του Καποδίστρια στην προσπάθειά του να δημιουργήσει, βασικά εκ του μηδενός, ένα σύγχρονο κράτος που θα είναι δημοκρατικό και θεσμικά, ισχυρό και ταυτόχρονα θα ενσωμάτωνε τον απέραντο κόσμο των Ελληνικών κοινοτήτων. Ο Καποδίστριας, προσωπικότητα και Υπουργός εξωτερικών μιας από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής, βρέθηκε να κυβερνά ένα μόνο κατ’ όνομα κράτος που δεν είχε ακόμη γεννηθεί, διαμορφωθεί και στερεωθεί 3.
Ως προς το τρίτο σημείο επισημαίνεται συμπληρωματικά ότι η κρατική κυριαρχία ως καθεστώς θεμελιώθηκε στην Βεστφαλία το 1648 κωδικοποιήθηκε στην Βιέννη το 1815 και επικυρώθηκε από όλους στον ΟΗΕ το 1945 4.
Αυτό σημαίνει ότι, ανεξάρτητα νεφελωδών μετακρατικών/διεθνιστικών παραδοχών, διόλου αμελητέων, το εθνικά ανεξάρτητο κράτος πριν και μετά την Ελληνική Επανάσταση αποτελούσε και συνεχίζει να αποτελεί αναγκαία και μη εξαιρετέα προϋπόθεση συλλογικής ελευθερίας μιας κοινωνίας5.
Το στοίχημα για τους νεοέλληνες ήταν και συνεχίζει να είναι το κατά πόσο μέσα σε ένα ανελέητα ανταγωνιστικό κρατοκεντρικό κόσμο θα διαθέτει ισχυρούς θεσμούς, σιδερένια πολιτική και στρατιωτική οργάνωση και ρητά προσδιορισμένα και ιεραρχημένα εθνικά συμφέροντα στην βάση των οποίων θα αναπτύσσει μια εθνική στρατηγική εκπλήρωσής τους.
Υπέρτατο και έσχατο συμφέρον είναι η εθνική ασφάλεια και η εθνική επιβίωση του κράτους και των ομοεθνών εκτός του νεοελληνικού κράτους.
Η ουσία των πάντων και η κοσμοθεωρία που προσφέρει κοινό στρατηγικό προσανατολισμό στα μέλη μιας κοινωνίας είναι η εθνική ανεξαρτησία.
Στο σημείο αυτό χρήζει να υπογραμμιστεί ότι η εθνική ανεξαρτησία είναι η μόνη κοινή κοσμοθεωρία όλων των εθνών.
Κατοχυρώθηκε πανηγυρικά στον ΟΗΕ στο κεφάλαιο Ι και εμπράγματα αποτελεί αξίωση η οποία καθημερινά εκδηλώνεται από όλες τις συνεκτικές και βιώσιμες κοινωνίες οι οποίες θέλουν να είναι αυτεξούσιες και πολιτικά κυρίαρχες.
Αυτό σημαίνει εσωτερική και εξωτερική κυριαρχία με τρόπο που επιτρέπει απρόσκοπτη πολιτική αυτοδιάθεση στην βάση της ιστορικής κοινωνικοανθρωπολογικής και πολιτικοανθρωπολογικής ετερότητας κάθε έθνους.
Καλό είναι να τονιστεί εξαρχής πως η Ευρώπη τον 18ο και 19ο αιώνα όταν συγκροτούνταν τα Ευρωπαϊκά κράτη –κατά την διάρκεια των οποίων μπήκε στην πλάστιγγα το Ελληνικό ζήτημα– αμφιταλαντεύθηκε σε πεδία εξόχως αντιφατικά όπως η civita maxima6 που θα εξομοίωνε την εσωτερική και διεθνή ζωή πλην –πέραν του ιδεολογικού φαινομένου που περιέπλεξε τις πολιτικές συζητήσεις και τον πολιτικό στοχασμό, ιδιαίτερα τους τρεις τελευταίους αιώνες–, οδήγησε σε πολλές εκδοχές ιδεών για την έννοια Ευρώπη7:
Κατά πρώτον, η Γαλλική εξέγερση δημιούργησε στους μετά-Μεσαιωνικούς ηγεμόνες ισχυρά αντί-επαναστατικά και αντί-δημοκρατικά σύνδρομα. Ήδη, οι ευρωπαϊκές μετά-Μεσαιωνικές δυνάμεις εξελίχθηκαν σε αποικιοκρατικές αυτοκρατορίες.
Υπό αυτές τις ιστορικές προϋποθέσεις, στην Βιέννη το 1815 θεμελιώθηκε όχι ένα Ευρωπαϊκό ή παγκόσμιο πολιτικό σύστημα αλλά ένα αυστηρά κρατοκεντρικό σύστημα το οποίο επιπλέον ήταν και ηγεμονικό, με σκοπό στον μακροχρόνιο ορίζοντα την δημιουργία ενός ηγεμονικού κονσέρτου. Σωστά ο Μπίσμαρκ λίγες δεκαετίες μετά προειδοποίησε ότι ένα ηγεμονικό κονσέρτο είναι επισφαλές εάν όχι ανέφικτο 8.
Ενώ γύρω από την ιδέα μας ευρωπαϊκής πολιτικής κοινωνίας συμπλέκονταν ετερόκλητες απόψεις και συμφέροντα, για να καταστεί εφικτή απαιτείτο να υπάρξει κάποιου είδους ανασύσταση του κοσμοσυστήματος της Βυζαντινής Οικουμένης9.
Το γεγονός της ύπαρξης πολλών κοινωνιών και κοινοτήτων στην Ευρώπη διαφορετικών πολιτισμών, πολιτικών παραδόσεων και καταγωγικών διαμορφώσεων σήμαινε ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί κοινός πολιτικός τόπος μόνο εντός ενός ανθρωπολογικά και πολιτικά μη εξομοιωτικού και μη εξισωτικού μετακρατοκεντρικού κοσμουστήματος που αφενός θα άφηνε την πολιτική αυτοδιάθεση και την πολιτική συγκρότηση στις κοινωνίες και αφετέρου τα νήματά τους θα ενώνονταν με μη δεσποτικό τρόπο στο επίπεδο της αυτοκρατορίας.
Παρενθετικά εκτιμώ ότι αυτό ακριβώς ήταν και συνεχίζει να είναι το ζήτημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, μεταξύ δηλαδή μιας εξισωτικής και εξομοιωτικής δομής ωφελιμιστικά προσανατολισμένοι ως και οι άνθρωποι να μην έχουν πνεύμα και πολιτισμούς και μιας Ευρώπης των πατρίδων όπως υποστήριζε ο πρόεδρος ντε Γκολ που σημαίνει, βασικά κοσμοσύστημα 10.
Όμως, για λόγους που δεν είναι του παρόντος να αναπτυχθούν, το Βυζαντινό πρότυπο ήταν ο μεγάλος αντίπαλος τόσο της Ρωμαιοκαθολικής Αυτοκρατορίας όσο και των Αυτοκρατοριών που την διαδέχθηκαν, και που όπως γνωρίζουμε αφενός εξελίχθηκαν σε ανταγωνιστικά κινούμενες δυναστικές αποικιοκρατικές δυνάμεις και αφετέρου στο ευρωπαϊκό επίπεδο τα κράτη πέτυχαν εσωτερική κοινωνική συνοχή με αβάστακτες εθνοκαθάρσεις και γενοκτονίες11.
Ακριβώς, το μεγάλο στοίχημα του Καποδίστρια ως Έλληνα ηγέτη και κυβερνήτη, και όχι μόνο αυτού, ήταν κατά πόσο παρά τις αντιξοότητες τις δεκαετίες του 1820 και 1830, αφενός, θα δημιουργούσε ένα κράτος θεσμικά ισχυρό παρόμοια με τα άλλα κράτη της Δύσης, και αφετέρου, θα επέτρεπε τόσο την συνέχιση της δημοκρατικής αυτοκυβέρνησης των Κοινοτήτων όσο και την αντιπροσώπευσή τους στο κρατικό επίπεδο με τρόπο που θα συμψηφιζόταν δημοκρατικά οι πολιτικές τους βουλήσεις και τα πολιτικά τους συμφέροντα 12.
Αναμφίβολα, ένας εξαιρετικά δύσκολος σκοπός, ιδιαίτερα τόσο λόγω των αντί-δημοκρατικών τάσεων στις ηγεμονικές δυνάμεις όσο και λόγω κατάστασης των νεοελλήνων μετά την κατά βάση αποτυχία της Επανάστασης.
Στο σημείο αυτό, καλό είναι να τονιστεί ότι η δημιουργία του νεοελληνικού κράτους απαιτούσε τόσο συσσωμάτωση των Ελληνικών κοινοτήτων όσο και ορθή εκτίμηση για την κρατοκεντρική θεμελίωση του σύγχρονου διεθνούς συστήματος πριν και μετά το Κογκρέσο της Βιέννης το 1815.
Κατά την διάρκεια της ιστορικής φάσης μετά την Βιέννη οι εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες και οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι μεταξύ των ηγεμονικών δυνάμεων οδήγησαν στην ύπαρξη σήμερα δύο εκατοντάδων κρατών και διεθνών θεσμών. Η κατανόηση της θέσης ενός κράτους στην διεθνή πολιτική, εν τούτοις, είναι ελλειμματική εάν δεν είναι πλήρως κατανοητό πως σε ένα οποιοδήποτε κρατοκεντρικό διεθνές σύστημα (συμπεριλαμβανομένου του κλασικού των Πόλεων) η διεθνής τάξη και σταθερότητα ήταν και συνεχίζει να είναι συνάρτηση της ισορροπίας δυνάμεων. Οι ηγεμονικοί ανταγωνισμοί, προστίθεται, συμπεριλαμβανομένων των ανταγωνισμών στο Συμβούλιο Ασφαλείας μετά το 1945, ακυρώνουν τόσο μια παγκόσμια ηγεμονική τάξη όσο και κάθε έννοια συλλογικής ασφάλειας 13.
Μελετώντας τον Καποδίστρια γίνεται σαφές ότι ως πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος μιας μεγάλης δύναμης γνώριζε επαρκώς την δομή, τις λειτουργίες και την εξέλιξη το διεθνούς συστήματος. Ίσως και να ήταν και ο μόνος που το γνώριζε τόσο καλά στην Ελλάδα.
Η κατάρρευση των δύο μεγάλων αυτοκρατοριών της πριν τον 16ο αιώνα και στην συνέχεια των αυτοκρατορικών δομών της περιόδου μετά την Συνθήκη της Βεστφαλίας, συνάμα και οι εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες, οδήγησαν στην δημιουργία ενός διεθνούς συστήματος δύο εκατοντάδων κυρίαρχων κρατών, διαφορετικού μεγέθους, διαφορετικής ισχύος, διαφορετικής ανάπτυξης και διαφορετικών δυνατοτήτων.
Επειδή επί δύο αιώνες διαρκείς αποτυχίες και εθνικές καταστροφές έχουν ως αίτιο την ελλειμματική γνώση της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής, καλό είναι να επιμείνουμε στα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου διεθνούς συστήματος, τις εγγενείς λειτουργίες του, στον αθέσπιστο χαρακτήρα των διανεμητικών λειτουργιών της ισχύος και την μηδενική πολιτική ηθική. Ως προς το τελευταίο, ουκ ολίγοι, και όχι μόνο στην Ελλάδα, αγνοούν την εξαιρετικά ορθολογική και λογική παρατήρηση του Μακιαβέλλι ότι «η ηθική είναι προϊόν πολιτικής» και ότι είναι ένα πράγμα η προσωπική, άγνωστη και κυμαινόμενη ατομική ηθική του καθενός και άλλο η πολιτική ηθική η οποία εκπορεύεται από μια κοινωνία και το κοινωνικοπολιτικό της σύστημα.
Το γεγονός ότι το διεθνές σύστημα είναι εξ ορισμού άναρχο είναι, κατά τα άλλα, ορατό με γυμνό οφθαλμό και καταμαρτυρείται τόσο από τα γραφόμενα στους καταστατικούς χάρτες των διεθνών θεσμών όσο και από την καθημερινή και ορατή διεθνή πολιτική. Πώς να συμβαίνει αλλιώς όταν όλοι γνωρίζουμε ότι απουσιάζει μια παγκόσμια κοινωνία, μια παγκόσμια εξουσία οποιουδήποτε είδους ή μια παγκόσμια κυβέρνηση των κυβερνήσεων.
Εξ ορισμού, λοιπόν, οι διεθνείς θεσμοί είναι θεσμοί διεθνούς τάξης και η τήρησή της όπως όλοι ξέρουμε αφορά την διεθνή ασφάλεια και όχι κάποιο κριτήριο παγκόσμιας πολιτικής ηθικής επειδή όπως μόλις υπογραμμίσαμε απουσιάζει μια παγκόσμια κοινωνία και ένα παγκόσμιο κοινωνικοπολιτικό σύστημα που θα μπορούσε αν υπήρχε να ορίσει μια παγκόσμια πολιτική ηθική. Η επίκληση, κατά συνέπεια, κάποιων κριτηρίων πολιτικής ηθικής πέραν αυτών που ορίζονται εντός κάθε κράτους και που είναι διαφορετικά για κάθε κοινωνία, δεν είναι μόνο ανορθολογική και παράλογη, αλλά και πολιτικά επικίνδυνη για το κράτος του οποίου η πλειονότητα των μελών νεφελοβατεί. Βασικά, αυτό είναι κάθε είδους διεθνισμός/οικουμενισμός και τα συναρτημένα ιδεολογικά δόγματα τα οποία ιστορικά πάντα ήταν μεταμφιέσεις των ηγεμονικών αξιώσεων ισχύος14.
Η μετά-Επαναστατική εποχή η ηγεμονική τάξη όπως ορίστηκε στην Βιέννη δεν σχετιζόταν με κάποια διεθνή ηθική αλλά με συμφέροντα και ο Ιωάννης Καποδίστριας ως Υπουργός Εξωτερικών μιας μεγάλης δύναμης το γνώριζε πολύ καλά. Τα ίδια βέβαια ισχύουν και στις μέρες μας. Όσον αφορά την κατ’ όνομα συλλογική ασφάλεια στο πλαίσιο του ΟΗΕ ακυρώνεται από τους ηγεμονικούς ανταγωνισμούς, ενεργοποιείται εάν και όταν συμφωνούν οι μεγάλες δυνάμεις του ΣΑ και η εμπειρία δείχνει πως αυτό συμβαίνει πολύ σπάνια και δεν αφορά κάποια ανιδιοτελή στάση αλλά συναλλαγές αυτών των μεγάλων δυνάμεων 15.
Συνοψίζουμε λοιπόν το πολύ σημαντικό ζήτημα της ηθικής στην διεθνή πολιτική μετά την Ελληνική Επανάσταση αλλά και στις μέρες μας υπογραμμίζοντας ότι η πολιτική ηθική ορίζεται μόνο στο εσωτερικό κάθε κράτους όπου υπάρχει κοινωνία και κοινωνικοπολιτικό σύστημα που διαρκώς ορίζει την ανά πάσα στιγμή διανεμητική δικαιοσύνη και τις συναρτημένες με αυτή κανονιστικές δομές 16. Ασφαλώς, πολιτικές ομάδες διεθνικές και άλλες εμφανίζονται να έχουν κοινές παραδοχές πολιτικής ηθικής. Αυτό όμως δεν είναι πολιτικά άξιο λόγου γιατί για να αποκτήσουν πολιτική σημασία απαιτείται να διαθέτουν κράτος (και όταν δεν διαθέτουν το πιο λογικό είναι να συνειδητά ή ανεπίγνωστα να μετατρέπονται σε εξαρτημένες μεταβλητές του ενός ή άλλου κρατικού συμφέροντος 17). Στην κρατοκεντρική διεθνή πολιτική η θέσπιση των διανεμητικών λειτουργιών της ισχύος είναι ανέφικτη, εξ ου και στην διεθνή πολιτική κανείς μπορεί να μιλά μόνο για διεθνή τάξη, σχέσεις ισχύος και ισορροπία δυνάμεων και «όταν αυτό δεν ισχύει ο ισχυρός επιβάλλει ότι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υποχωρεί και προσαρμόζεται» ή και εξοντώνεται 18.
Δεδομένου ότι υπήρξε υψηλόβαθμος διπλωμάτης μιας μεγάλης δύναμης της εποχής, η εμβληματική παρουσία του Ιωάννη Καποδίστρια στην νεοελληνική ιστορία χαρακτηρίζεται, ακριβώς, από το γεγονός ότι γνώριζε πως θα πρέπει όχι να επιδίδεται σε ηθικολογίες αλλά να ελίσσεται στα περιθώρια των ανταγωνισμών των μεγάλων δυνάμεων. Αυτό στην στρατηγική ανάλυση ονομάζεται πελατειακές σχέσεις (patron-client relations).
Η στρατηγική θεωρία διαχειρίζεται τα πιο πάνω ζητήματα υπό το πρίσμα δύο αλληλένδετων προσεγγίσεων.
Αφενός, υπό ένα ευρύτερο πρίσμα, των δυνατοτήτων εσωτερικής και εξωτερικής εξισορρόπησης, δηλαδή αύξησης των εσωτερικών συντελεστών ισχύος και συγκρότησης συμμαχιών, και αφετέρου, των πελατειακών σχέσεων (patron-client relations) για τις οποίες θα πούμε δύο λόγια εδώ 19.
Η θεωρία πελατειακών σχέσεων ως κλάδος της στρατηγικής θεωρίας διαχειρίζεται την ασυμμετρία ισχύος μεταξύ ισχυρών και συγκριτικά λιγότερο ισχυρών κρατών. Τα λιγότερο ισχυρά κράτη επιχειρούν, λογικά, να επιτύχουν ισόρροπες σχέσεις, ισόρροπες συναλλαγές και παραστάσεις πάνω στην πλάστιγγα κόστους-οφέλους που θα οδηγήσουν το ισχυρό κράτος σε ευνοϊκές για αυτό αποφάσεις.
Η εμπειρική μελέτη των ζητημάτων αυτών προκαλεί εντύπωση για το πόσο μπορούν να ωφεληθούν καλά οργανωμένα λιγότερο ισχυρά κράτη όταν κινούνται με δεξιότητα και εξεζητημένα στα περιθώρια των ηγεμονικών ανταγωνισμών και του κόστους-οφέλους του ισχυρού κράτους, ανάλογα με την συμμαχία, ουδετερότητα ή αμφίσημες κινήσεις του λιγότερο ισχυρού κράτους 20.
Τονίζεται και υπογραμμίζεται, και αυτό ενέχει μεγάλη σημασία όταν μελετάμε τον ρόλο του Ιωάννη Καποδίστρια. Τότε, αμέσως μετά την Ελληνική Επανάσταση όπως και δύο αιώνες μετά, ότι η επιτυχία των λιγότερο ισχυρών κρατών εξαρτάται από την κυρίαρχη πολιτική και στρατηγική κουλτούρα και από την κατανόηση της διεθνούς πολιτικής σε όλο το πολιτικό φάσμα.
Επιτυχείς συναλλαγές στην διεθνή πολιτική, βέβαια, απαιτούν καλά οργανωμένο κράτος, ομοφωνία για ζητήματα έσχατων λογικών που αφορούν την επιβίωση της κοινωνίας και στρατηγικά σχέδια που στηρίζουν όλοι ή η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών και της πολιτικής ηγεσίας.
Μετά την Επανάσταση και όταν ανάλαβε ο Καποδίστριας ενώ υπήρξε πρωτοπόρος αυτού που σήμερα στην στρατηγική θεωρία ονομάζουμε πελατειακές διαπραγματεύσεις οι αποφάσεις του και οι κινήσεις του δυσχεραίνονταν αφάνταστα για αντικειμενικούς λόγους:
1ον Βασικά κράτος δεν υπήρχε,
2ον Η επί αιώνες αυτοτελής κίνηση των Κοινοτήτων εδραζόταν μεν πάνω σε μια μεγάλη κοσμοθεωρία επανασύστασης ενός ευρύτερου κοσμοσυστήματος πλην ως πολιτικά οργανωμένες κοινότητες με μακραίωνες σχέσεις με υπέρτερες εξουσίες ανάπτυξαν δικά τους ένστικτα αυτοσυντήρησης που δεν συνέκλιναν πάντα, κατ’ ανάγκη,
3ον Στις Εθνοσυνελεύσεις μετά την Επανάστασσ ναι μεν βάραινε η Ελληνικότητα και οδηγούσε σε συλλογικές αξιώσεις λίγο πολύ προσανατολισμένες προς την Ιθάκη της δημοκρατικής συγκρότησης στην βάση των Ελληνικών –πολιτικών παραδόσεων, πλην απουσίαζε μια ενοποιός δομή που χάρασσε στρατηγική εκπλήρωσης αυτών των μεγάλων για την εποχή εκείνη σκοπών.
4ον Ο Καποδίστριας έπρεπε να περνά ταυτόχρονα μέσα από τις ηγεμονικές Συμπληγάδες και τις Συμπληγάδες των συχνά ανταγωνιστικών Κοινοτήτων. Επειδή απουσίαζε ένας κεντρικός πολιτικός και θεσμικός άξονας όταν ο Καποδίστριας ανέλαβε την εξουσία γρήγορα συνειδητοποίησε ότι καθόταν πάνω σε ένα ανύπαρκτο κράτος, πάνω στις κινούμενες σεισμικές πλάκες των Ελληνικών κοινοτήτων ή και των άτοπων προσωπικών φιλοδοξιών οι οποίες όπως συχνά συμβαίνει στην ιστορία υπερφαλάγγιζαν το κοινό συμφέρον.
5ον Παρά την νίκη του στο πεδίο των διπλωματικών ελιγμών η επιβλητική του παρουσία ακυρώθηκε, εκτιμώ, για αντικειμενικούς λόγους: Οι μεγάλες δυνάμεις και πιο συγκεκριμένα η Μεγάλη Βρετανία εκμεταλλεύτηκε την ροπή ανεξάρτητων συναλλαγών των κοινοτήτων με υπέρτερες δυνάμεις και το αποτέλεσμα είναι η δολοφονία του. Ναι μεν τελικά το νεοελληνικό κράτος ιδρύθηκε πλην εξαρχής τέθηκε σε τροχιά εξάρτησης και ακύρωσης των αφετηριακών μετά-Επαναστατικών αξιώσεων για δημοκρατική πολιτική συγκρότηση βασισμένη στις ιστορικά μιλώντας δημοκρατικά συγκροτημένες Κοινότητες 21.
Με κάθε αντικειμενικό κριτήριο ήταν εξαιρετικά δυσχερές να ανατραπεί η πρόνοια του Πρωτοκόλλου της Αγίας Πετρούπολης των Μεγάλων δυνάμεων για μια ημι-αυτόνομη και φόρου υποτελή στον Σουλτάνο περιοχή, βασικά στην Πελοπόννησο. Αυτή βασικά ήταν η θέση των μεγάλων δυνάμεων και ιδιαίτερα της Μεγάλης Βρετανίας 22. Της μεγάλης δηλαδή ναυτικής δύναμης από τον 16 μέχρι τον 20 αιώνα η οποία ασκούσε ασφυκτικό έλεγχο πάνω στην Περίμετρο της Ευρασίας. Την γεωπολιτική δηλαδή ζώνη που αρχίζει από την Ευρώπη και καταλήγει στην Κίνα 23. Η Βρετανία, και η μελέτη της στρατηγικής της απέναντι στην αξίωση των Ελλήνων μετά την Επανάσταση, καταμαρτυρεί ότι δεν ήθελε να διαδεχθεί την Οθωμανική Αυτοκρατορία κάποιο ισχυρό κράτος σε κεντρικό σημείο που θα μπορούσε μελλοντικά να αμφισβητήσει την κυριαρχία της ή να συμμαχήσει με την Ρωσία.
Οι Έλληνες όμως ήθελαν ανεξαρτησία εξ ου και οι κύριοι σκοποί της στρατηγικής του Καποδίστρια ήταν, ΠΡΩΤΟΝ, πλήρως ανεξάρτητο κράτος, ΔΕΥΤΕΡΟΝ, εκτεταμένη Επικράτεια 24 και ΤΡΙΤΟΝ, δημοκρατική συγκρότηση σε όλα τα επίπεδα σύμφωνα με τις μακραίωνες Ελληνικές παραδόσεις.
Το πέρασμα μέσα από πολλές συμπληγάδες που δημιουργούσαν αρνητικές για τους Έλληνες αντιπαραθέσεις ή συγκλίσεις των ηγεμονικών δυνάμεων, ιδιαίτερα όταν η ισχυρότερη δύναμη ήταν η ΜΒ η οποία ήταν αρνητική στην ανάδειξη ενός ισχυρού Ελληνικού κράτους πάνω στο κρίσιμο αυτό σημείο της Ευρασίας, ήταν για τον Καποδίστρια ένα στοίχημα και μια επικίνδυνη σχοινοβασία.
Μπορεί η διπλωματική δεξιότητα του Καποδίστρια να ενόχλησε και να έφερε τον θάνατό του, αλλά σχοινοβάτησε επιτυχώς και κέρδισε το στοίχημα με μεθοδικές κινήσεις που έγινε αποδεκτή αντί ένα υποτελές κρατίδιο μόνο στην Πελοπόννησο η διεύρυνση από τον Θερμαϊκό μέχρι τον Αμβρακικό με συμπερίληψη της Εύβοιας και των Κυκλάδων.
ΚΑΤ’ ΑΡΧΑΣ αυτό τον σκοπό τον κατάθεσε εξαρχής με τρόπο αριστουργηματικό: Στερημένος ρητορικών δημαγωγικών συνθημάτων γνώριζε ότι με μέριμνα να μην θίγεις ευαίσθητες χορδές και ζωτικά συμφέροντα καταθέτεις εξαρχής και αποφασιστικά αυτή την αξίωση και ταυτόχρονα θολώνεις επιδέξια τα νερά για να κατευνάσεις ανησυχίες των μεγάλων δυνάμεων.
Για παράδειγμα, χωρίς να το θέσει επιτακτικά επί τάπητος μίλησε για το λογικό, το ιστορικά δίκαιο και στρατηγικά ορθολογιστικό να βρεθούν όλοι οι Έλληνες κάτω από το Ελληνικό κράτος.
Γενικεύοντας μίλησε και για την ανάγκη συμπερίληψης της Κύπρου, της Κρήτης και περιοχών της Μικράς Ασίας όπου κατοικούσαν Έλληνες 25.
Ο Καποδίστριας γνώριζε ότι μια σημαντική διπλωματική μεθόδευση είναι να καταθέτεις στην διεθνή αρένα αξιώσεις στις οποίες βοηθούντος και του ενδιαφερόμενου οι μεταλλαγές συμφερόντων, στάσεων και συμπεριφορών δημιουργούν ευκαιρίες εκπλήρωσής τους.
Το αντίθετο συμβαίνει εάν και αυτό που οι άλλοι έστω και αν δεν το θέλουν το θεωρούν αυτονόητο εσύ καταθέτεις αξιώσεις που κάνουν τους άλλους να σε θεωρούν αναλώσιμο οδηγώντας σε με την πρώτη ευκαιρία στην Κλίνη του Προκρούστη των στρατηγικών παιγνίων.
Όντας σε εξαιρετικά αδύναμη θέση η Ελλάδα ο Καποδίστριας κατόρθωσε να σχοινοβατήσει επιτυχώς επί χρόνια. Χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων.
Ενώ βήμα-βήμα ο Καποδίστριας προωθούσε τους Ελληνικούς σκοπούς η Βρετανία μετά την αλλαγή στην Γαλλία τον Ιούλιο που έφερε το Παρίσι πιο κοντά στο Λονδίνο παρά στην Μοσχα ο νέος Υπέξ της Βρετανίας Πάλμερστον ναι μεν δέχεται την συμπερίληψη της Στερεάς Ελλάδας στο νέο κράτος αλλά αποφασίζουν ταυτόχρονα την απαλλαγή από τον Καποδίστρια.
Στην Ελλάδα βρήκαν εύκολο έδαφος: Ακριβώς, επειδή το σχέδιο του Καποδίστρια ήταν ένα ισχυρό κράτος πολλοί προύχοντες και προεστοί των κοινοτήτων τόσο λόγω φόβων ότι θα χάσουν εξουσίες όσο και επειδή τους καλλιέργησαν οι μεγάλες δυνάμεις, αλλάζουν ένα κλίμα σχετικής συναίνεσης τριών περίπου χρόνων γύρω από κεντρικά ζητήματα και αποδυναμώνουν τον Έλληνα κυβερνήτη στις διαπραγματεύσεις του.
Οι κινήσεις του Καποδίστρια βέβαια πέτυχαν γιατί στο Πρωτόκολλο του Λονδίνου στις 24 Σεπτεμβρίου 1831 τα σύνορα προσεγγίζουν τις προτάσεις του Έλληνα κυβερνήτη πλην δεκατρείς μέρες μετά δολοφονείται. Οι μεγάλες δυνάμεις και ιδιαίτερα η Βρετανία ναι μεν οδηγήθηκαν σε αλλαγή θέσης πλην ο Καποδίστριας ήταν πολύ μεγάλος ηγέτης που ενδεχομένως θα οδηγούσε σε ακόμη μεγαλύτερες επιτυχίες ανατρέποντας τις στρατηγικές επιλογές για το πώς θα εξελισσόταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία και η περιφέρειά μας. Η δολοφονία του οδηγεί ευθέως στην ξένη εξάρτηση και στην ξενοκρατία. Δεν μιλώ μόνο για τότε αλλά από τότε μέχρι σήμερα.
Οφείλεται πρωτίστως στην ταυτόχρονη κατάργηση αφενός της αυτοδιοίκησης των κοινοτήτων που στέρησε τους Έλληνες της δυνατότητα πολιτικής αυτοδιάθεσης την οποία εν μέρει διέθεταν ακόμη και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και αφετέρου της αποτυχίας δημιουργίας ενός πραγματικά ανεξάρτητου κράτους με πλήρη εσωτερική και εξωτερική κυριαρχία εντός του οποίου οι πολίτες θα επιδίδονταν στο άθλημα του Κοινωνικού και Πολιτικού γεγονότος. Εξάρτηση και απουσία πολιτικής σημαίνει εξώθηση των πολιτών προς την ιδιωτεία.
1 Ομιλία σε ημερίδα της Σχολής Εθνικής ‘Αμυνας και του Κέντρου Ευρωπαϊκών Μελετών & Σπουδών «Ιωάννης Καποδίστριας»,
2 Για το Κογκρέσο της Βιέννης βλ. την εισήγηση «Το Κογκρέσο της Βιέννης και σύγχρονη διεθνής πολιτική», http://www.ifestosedu.gr/130concert_of_powers.htm.
3 Ο Διονύσης Τσιριγώτης παραθέτει το εξής πολύ σημαντικό απόσπασμα συνομιλίας του Καποδίστρια με τον πρόεδρο της αντικυβερνητικής επιτροπής Γ. Μαυρομιχάλη τον Ιανουάριο του 1828. Αυτή ήταν η κατάσταση των Επαναστατημένων Ελλήνων μια δεκαετία μετά την έναρξη της Επανάστασης όπως εδώ την καταγράφει ο Καποδίστριας: «[…] … Ως ψάρι εις το δίχτυ σπαράζει εις πολλούς κινδύνους ακόμη η ελληνική ελευθερία. Μου δώσατε τους χαλινούς του κράτους. Τίνος κράτους; Μετρούμε εις τα δάκτυλα την επικράτειάν μας. Τ’ Ανάπλι, την Αίγιναν, Πόρο, Ύδρα, Κόρινθο, Μέγαρα, Σαλαμίνα. Ο Ιμπραϊμης κρατεί τα κάστρα και το μεσόγειο της Πελοποννήσου, ο Κιουτάγιας τη Ρούμελη, πολλά νησιά βασανίζονται από αυτεξούσιο στρατιώτη και από πειρατείαν, τα δύο μεγάλα καράβια μας είναι αραγμένα ξαρμάτωτα εις τον Πόρο, η Αθήνα έφαγε πέρυσι τους ανδρειωτέρους των Ελλήνων. Που το θησαυροφυλάκιον του έθνους; Ακούω επουλήσατε και την δεκατία του φετεινού έτους, πρίν σπαρθεί ακόμα το γέννημα× ο τόπος είναι χέρσος, σπάνιοι οι κάτοικοι, σκόρπιοι εις τα βουνά και εις τα σπήλαια× το δημόσιο είναι πλακωμένο από δύο εκατομμύρια λίρες στερλίνες χρέος, αλλά τόσα ζητούν οι στρατιωτικοί, η γη είναι υποθηκευμένη εις τους Άγγλους δανειστάς× ανάγκη να την ελευθερώσουμε με την ίδια απόφαση ως την ελευθερώσαμε και από τα άρματα του Κιουταγιά και του Αιγυπτίου.[…]» «Ένα μόνο φοβούμαι πολύ και με δέρνει υποψία, τρέμω την απειρία σας. Αν η νέα κυβέρνηση τύχει να συγκρουσθεί με συμφέροντα ξένων δυνάμεων-επειδή κάθε τόπος έχει χωριστά το μυστήριο της ζωής του, το νόμο της ευτυχίας του- αν πλανεθεί ο ελληνισμός και σηκώσει σκοτάδι μεταξύ μας ώστε εσείς να μη διαβάζετε εις την καρδίαν μου, θολωθούν και εμένα οι οφθαλμοί, ποιος ηεξύρει;… που θα πάμε, τι θα γένουμε; ετινάξατε το καβούκι των αλλοφύλων, αλλ’ οι πλεκτάνες της διπλωματίας έχουν κλωστές πλανήτριες, φαρμακερές, κλωστές θανάτου, άφαντες και εσείς δεν τις εννοείτε. Κατεβαίνω πολεμιστής εις το στάδιον, θα πολεμήσω ως κυβέρνησις, δεν λαθεύομαι τον έρωτα των προνομίων που είναι φυτευμένος εις ψυχάς πολλών, τα ονειροπολήματα των λογιωτάτων, ξένων πρακτικής ζωής, το φιλύποπτο, κυριαρχικό και ανήμερο αλλοεθνών ανδρών. Η νίκη θα είναι δική μας αν βασιλεύση εις την καρδίαν μας μόνο το αίσθημα το ελληνικό× φιλήκοος των ξένων είναι προδότης». Βλ. Διονύσης Τσιριγώτης, «Ο Ιωάννης Καποδίστριας κα η Μεγάλη ιδέα» (δοκίμιο υπό έκδοση σε συλλογικό τόμο το 2018). Το κείμενο που παραθέτει ο Δ. Τσιριγώτης αντλείται από το Τάσος Βουρνάς, Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας, Αθήνα: εκδόσεις αδελφών Τολίδη, 1974, σ. 212-214.
4 Για την διαδρομή και την συγκρότηση το σύγχρονου διακρατικού συστήματος βλ. την εισήγηση «ο μεταβατικό σύστημα της Βεστφαλίας και του ΟΗΕ», αναρτημένο στην διεύθυνση http://www.ifestosedu.gr/105Ethnokratos.htm. Επίσης την εισήγηση Tο εθνοκρατοκεντρικό διεθνές σύστημα και η διαδρομή της ανθρωποκεντρικής πολιτικής θεμελίωσης http://wp.me/p3OlPy-1id.
5 Το γεγονός ότι το κράτος είναι ο θεσμός συλλογικής ελευθερίας μιας κοινωνίας αποτελεί βασική θέση του βιβλίου Κοσμοθεωρία των Εθνών (Εκδόσεις Ποιότητα) αλλά και άλλων μονογραφιών του υπογράφοντος. Βλ. επίσης
6 Αυτά τα ρεύματα σκέψης εξετάζονται με εξαίρετο τρόπο στο εμβληματικό βιβλίο Martin Wight, Διεθνής Θεωρία, Τα Τρία Ρεύματα Σκέψης (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα, 1998), σελ. 41.
7 Εκτιμώντας την επιβλητική ιστορική παρουσία του Ιωάννη Καποδίστρια απαιτείται να λαμβάνονται υπόψη κάποιες ειδοποιοί διαφορές. Πιο συγκεκριμένα, ενώ ήταν εμποτισμένος με τις Ελληνικές πολιτικές παραδόσεις ήταν ταυτόχρονα και διπλωμάτης μιας εκ των μεγάλων δυνάμεων που σύναψαν το ηγεμονικό κονσέρτο της Βιέννης. Κατά βάση, λογικό είναι ο σκοπός του για συνένωση των Ελλήνων κάτω από ένα θεσμικά ισχυρό και δημοκρατικά συγκροτημένο κράτος να τον υποχρέωνε να κάνει ελιγμούς και αναβολές για να μην βηματίζει ενάντια στο κλίμα της εποχής. Λογικό είναι να ειπωθεί ότι αφού αυτός ήταν ο σκοπός η επιτυχία του εγχειρήματός του και των νεοελλήνων στο σύνολό τους εξαρτώνταν από αυτούς τους ελιγμούς.
8 Το άτοπο μιας τέτοιας προσδοκίας προσδιορίστηκε από τον Μπίσμαρκ και οι δύο τελευταίοι αιώνες τον επιβεβαίωσαν. Όταν ένας Ρώσος διπλωμάτης χρησιμοποίησε την λέξη «χριστιανοσύνη» ο Βίσμαρκ τον ρώτησε: «Τι εννοείς με την λέξη χριστιανοσύνη;». Ο διπλωμάτης απάντησε: «Ορισμένες Μεγάλες Δυνάμεις». Ο Βίσμαρκ απάντησε: «Και τι συμβαίνει αν δεν συμφωνούν μεταξύ τους;». Παρατίθεται στο Martin Wight, Διεθνής Θεωρία, Τα Τρία Ρεύματα Σκέψης ό.π
9 Για το κοσμοσύστημα υπό γνωσιολογικό πλαίσιο βλ. τα έργα του Γιώργου Κοντογιώργη, ιδι. το Ελληνικό Κοσμοσύστημα, τ. Α και Β (Εκδόσεις Σιδέρη) και το Η δημοκρατία ως ελευθερία (Εκδόσεις Πατάκη).
10 Τα ζητήματα αυτά εξετάστηκαν σε πολλές μονογραφίες και δοκίμια του γράφοντος. Βλ., ιδ. το κεφ. 6 του Κοσμοθεωρία των Εθνών, ό.π. όπου και αποκρυσταλλώνονται κάποια πράγματα. Επίσης, το κεφ. 3 του Διπλωματία και στρατηγική των μεγάλων Ευρωπαϊκών δυνάμεων (Εκδόσεις Ποιότητα) όπου αναπτύσσονται οι θέσεις του προέδρου Ντε Γκολ γύρω από το ζήτημα αυτό. Επίσης βλ. το δοκίμιο Π. Ήφαιστος, «εθνοκράτος versus ωφελιμιστικός διεθνισμός και το θολό ιδεολογικό Βασίλειο της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης», http://wp.me/p3OlPy-1kW. Επίσης του ιδίου «EE: Το «ιδεαλιστικό» παρελθόν προσδιορίζει το παρόν, το μέλλον και την νεκρανάσταση του Δαρβίνου» http://wp.me/p3OlPy-1gC , «Ευρωπαϊκή ένωση: Πρότυπο ενός εθνοκρατοκεντρικού κόσμου ή μιας υπερκρατικής δεσποτείας; http://wp.me/p3OlPy-Nl, «Περισσότερη ή λιγότερη Ευρώπη; Απάντηση: Όση πρέπει σύμφωνα με την εθνοκρατοκεντρική της φύση» http://wp.me/p3OlPy-PI.
11 Βλ. το Adam Watson, Η εξέλιξη της διεθνούς κοινωνίας (Εκδόσεις Ποιότητα). Στο κεφ. 6 περιγράφει το πώς συντελέστηκε η «εσωτερική συνοχή».
12 Για τα ζητήματα αυτά βλ. την εμπεριστατωμένη ανάλυση του Γιώργου Κοντογιώργη στο δοκίμιο «Το “κράτος” του Καποδίστρια. Μια συγκριτική αποτίμηση σε σχέση με την απολυταρχία της εποχής και το κράτος-έθνος», Πάπυροι, Τόμος 3, 2014.
13 Όσο προχωράμε στον 21ο αιώνα, επιπλέον, και το διεθνές σύστημα, καθίσταται πολυπολικο και η ηγεμονική διαπάλη για την πλανητική κατανομή ισχύος οξύτερη και βαθύτερη. Βλ. Π. Ήφαιστος, «Στρατηγική αντιπαράθεση στην μεταψυχροπολεμική εποχή και αστάθμητοι ανθρωπολογικοί παράγοντες της μετά-αποικιακής εποχής»* στο Μάζης Ι. (επιμ.) Εξεγέρσεις στον Αραβομουσουλμανικό Κόσμο: Ζητήματα Ειρήνης και Σταθερότητας στη Μεσόγειο (Εκδόσεις ΛΕΙΜΩΝ 2013).
14 Βλ. ΗΘΙΚΗ και ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΣΤΗΜΑ, Η μη θεσπισμένη ισχύς στην διεθνή πολιτική. Πολιτική θεολογία versus πολιτική θεωρία και η σημασία της αξιολογικά ελεύθερης περιγραφής και ερμηνείας των διεθνών φαινομένων – http://wp.me/p3OlPy-1bH – http://wp.me/p3OqMa-13c. Επίσης «ΕE: ΤΟ «ΙΔΕΑΛΙΣΤΙΚΟ» ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΖΕΙ ΤΟ ΠΑΡΟΝ, ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΝΕΚΡΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΔΑΡΒΙΝΟΥ» http://wp.me/p3OlPy-1gC – http://wp.me/p3OqMa-19E, όπου και σχετικά παραθέματα από τον Edward H. Carr κ.α.
15 Βλ. το δοκίμιο, «Διεθνές δίκαιο και θανατηφόρες (για το διεθνές δίκαιο) αιτιολογήσεις Συλλογική ασφάλεια υπό το πρίσμα των θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου και τα αίτια πολέμου», http://www.ifestosedu.gr/36IRIL.htm
16 Μια ειδοποιός διαφορά που αξίζει να επισημανθεί είναι ότι μια κοινωνία ή Κοινότητα θα μπορούσε εντός ενός κράτους να διαθέτει επαρκή περιθώρια να αυτοθεσπίζεται αυτεξούσια για τις δικές της υποθέσεις. Αυτό ίσχυε για τις Πόλεις και τα Κοινά της Βυζαντινής Οικουμένης και εν μέρει των ίδιων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το ίδιο και στις μέρες μας ενίοτε δίνεται μια τέτοια δυνατότητα σε μερικές μειονότητες, πχ στην Καταλονία, στην Κορσική, στους Βάσκους και στους Γαλλόφωνους του Καναδά, πλην το κεντρικό κράτος καταμαρτυρούμενα καιροφυλαχτεί αυτό να μην οδηγήσει σε απόσχιση.
17 Βλ. δοκίμια στο «στρατηγική μαλακής ισχύος – soft power και διεθνικοί δρώντες». http://www.ifestosedu.gr/47SoftPower.htm
18 Θουκυδίδης στον Πελοποννησιακό Πόλεμο στον διάλογο Μήλιων – Αθηναίων.
19 Για δοκίμιο όπου αναφέρονται τα βασικά ζητήματα της θεωρίας πελατειακών σχέσεων βλ, το δοκίμιο «Πελατειακές σχέσεις» (patron-clientrelations) μεταξύ ισχυρών και λιγότερο ισχυρών κρατών στο σύγχρονο … http://wp.me/p3OlPy-wB . Το δοκίμιο αυτό αντλεί από το κεφάλαιο 6 του βιβλίου Διπλωματία και Στρατηγική των Μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων ό.π. και το αγγλικό άρθρο «Patron-Client Relations in the Emerging Security Environment” που παρατίθεται αυτούσιο (στο εν λόγω δοκίμιο).
20 Για την παραδειγματική περίπτωση του κράτους του Ισραήλ βλ. το «Patron-Client Relations in the Emerging Security Environment”, ό.π.
21 Για το ζήτημα αυτό βλ. Κοντογιώργης ό.π. αλλά και πολλά άλλα κείμενα του ίδιου συγγραφέα. Για ένα σχετικά σύντομο κείμενο όπου αναλύονται αυτές οι τάσεις βλ. του ιδίου, ΕΘΝΟΣ και εκσυγχρονιστική νεοτερικότητα (Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2006)
22 Για μια σύντομη και περιεκτική αφήγηση της διαδρομής μέχρι και την δολοφονία του ΙΚ βλ. Κ. Χατζηαντωνίου, «οι διπλωματικοί αγώνες του Καποδίστρια και χάραξη των συνόρων του νεοελληνικού κράτους», εισήγηση συνεδρίου, αναρτημένο στο www.academia.edu.
23 Βλ. Για ανάλυση αυτού του θέματος βλ. τα σχετικά κεφάλαια περί γεωπολιτικής στο P. Ifestos, NuclearStrategy and European Security Dilemmas (Gower, UK). Επίσης το πρώτο κεφάλαιο του υπογράφοντος στο Αρβανιτόπουλος Κ. / Π. Ήφαιστος, Ευρωατλαντικές σχέσεις (Εκδόσεις Ποιότητα). Επίσης τις εισηγήσεις σε συνέδριο Π. Ήφαιστος, «ΠΕΡΙΜΕΤΡΟΣ ΤΗΣ ΕΥΡΑΣΙΑΣ: ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ». (Σημειώσεις διάλεξης σε ημερίδα με θέμα την θαλάσσια στρατηγική. ΙΔΙΣ / Σχολή Εθνικής Άμυνας – παράρτημα ορισμών, βασικών πτυχών και σύνδεση με Ελλάδα) http://wp.me/p3OlPy-1iU και Π. Ήφαιστος, «Το αναδυόμενο πολυπολικό διεθνές σύστημα και ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων στις περιφέρειες: Ανατολική Μεσόγειος, Μέση και Μείζονα Ανατολή». http://wp.me/p3OlPy-1CO
24 Μια ιστορική εκτίμηση για τις τάσεις και τους προσανατολισμούς μετά την Επανάσταση είναι η εξής: Α) Οι μεγάλες δυνάμεις όπως και ευρύτερα έβλεπαν με επιφύλαξη τις αξιώσεις των εθνών για κυρίαρχη ύπαρξη. Β) Οι μεγάλες δυνάμεις δεν μπορεί παρά να γνώριζαν την παρουσία των Ελληνικών κοινοτήτων, την πολύ πιθανή διαδοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από ένα νέο Κοσμοσύστημα παρόμοιο με την Βυζαντινή Οικουμένη που θα άλλαζε τους συσχετισμούς όχι μόνο πάνω στην Περίμετρο της Ευρασίας αλλά και ευρύτερα. Αυτό γιατί οι αξιώσεις των Ελλήνων ρητά και καταμαρτυρούμενα δεν ήταν μια νέα δεσποτεία αλλά πολιτική συγκρότηση στην βάση των κυρίαρχων παραδοχών της διαχρονικής Ελληνικότητας, δηλαδή του πολιτισμού και των πολιτικών παραδόσεων για Δημοκρατία και Ελευθερία. Γ) Ο μόνος όπως γίνεται φανερό από την μελέτη αυτής της εποχής που γνώριζε το αρνητικό σκεπτικό των μεγάλων δυνάμεων ήταν ο Καποδίστριας ο οποίος ταυτόχρονα ήταν και ο μόνος που θα μπορούσε να τις διαχειριστεί. Όμως, δολοφονήθηκε. Δ) Η αφετηρία που δημιούργησε και παρά το τι ακολούθησε (ξένη βασικά επικυριαρχία μέχρι και τις μέρες μας) δρομολόγησε δυνατότητες για να εκπληρωθεί το σύνολο των σκοπών, δηλαδή της συμπερίληψης εντός ενός εκτεταμένου δημοκρατικά συγκροτημένου νεολληνικού κράτους το πλείστο των Ελληνικών κοινοτήτων. Ε) Εάν το τελευταίο ήταν, κατά κάποιο τρόπο, η ιδέα του Καποδίστρια για το μέλλον, ναι μεν επεκτάθηκαν τα σύνορα στα σημερινά όρια της νεοελληνικής Επικράτειας πλην η καταστροφή του 1922, η εγκατάλειψη των Ελλήνων των Βαλκανίων και των Ελλήνων της Κύπρου, πλην οι Έλληνες από μεσαία ως μεγάλη περιφερειακή δύναμη που θα μπορούσαν να γίνουν, καθηλώθηκαν εντός ενός εξαρτημένου και θεσμικά, πολιτικά και πνευματικά αδύναμου κράτους, με κατάληξη τους εμφύλιους, τις υποκινούμενες από ξένους δικτατορίες, την καταστροφή των Ελλήνων της Κύπρου και τις συμφορές της δεκαετίας του 2010.
25 Βλ. Χατζηαντωνίου, ό.π., Κοντογιώργης, «το κράτος του Καποδίστρια», ό.π. Τσιριγώτης ό.π.
26 Βλ. Χατζηαντωνίου, ό.π.
27 Βλ. Κοντογιώργης, ό.π.
Πηγή: Θέματα Ελληνικής Ιστορίας
Εἰς τὰ 1828 εἰς τὴν Αἴγινα ἐπῆγεν ὁ Γεώργιος Μαυρομιχάλης νὰ ἐπισκεφθῆ τὸν Κυβερνήτη. Ἐφόρεσε τὴν λαμπρότερη ἐνδυμασία του, βουτημένη εἰς τὸ μάλαμα· ἐγελοῦσαν τὰ φορέματά του, ἐγελοῦσε ἡ καρδιά του, διατὶ ὁ νέος εἶχε κλίσιν πρὸς τὸν Κυβερνήτην· τὸν ἔδεχθη αὐτὸς ἀλλὰ τοῦ εἶπε: Δὲν σ’ ἐπαινῶ διὰ τὰ φορέματά σου· καὶ πρὶν πατήσω τὰ χώματα τὰ Ἑλληνικά,καὶ ἀφοῦ ἦλθα καὶ εἶδα τὸ ἐβεβαιώθηκα, εἶναι καιροὶ ποὺ πρέπει νὰ φοροῦμε ὃλοι ζώνη δερματένια, καὶ νὰ τρῶμεν ἀκρίδαις μὲ ἂγριο μέλι·
Εἶδα πολλὰ εἰς τὴν ζωήν μου, ἀλλά σὰν τὸ θέαμα ὅταν ἔφθασα ἐδῶ εἰς τὴν Αἴγινα, δὲν εἶδα τί παρόμοιο ποτέ, καὶ ἄλλος νὰ μὴν τὸ ἰδῆ· προεῖδα μεγάλα δυστυχήματα διὰ τὴν πατρίδα, ἂν ἐσεῖς δὲν θὰ εἶσθε σύμφωνοι μαζί μου καὶ ἐγὼ μὲ ἐσᾶς. Ζήτω ὁ Κυβερνήτης ὁ σωτήρας μας, ὁ ἐλευθερωτής μας, ἐφώναζαν γυναῖκες ἀναμαλιάραις, ἄνδρες μὲ λαβωματιαῖς πολέμου, ὀρφανὰ γδυτά, κατεβασμένα ἀπὸ ταῖς σπηλιαῖς· δὲν ἦτον τὸ συναπάντημά μου φωνὴ χαρᾶς, ἀλλὰ θρῆνος· ἡ γῆ ἐβρέχετο ἀπὸ δάκρυα, ἐβρέχετο ἡ μερτιὰ καὶ ἡ δάφνη τοῦ στολισμένου δρόμου ἀπὸ τὸν γιαλὸν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν· ἀνατρίχιαζα, μοῦ ἔτρεμαν τὰ γόνατα, ἡ φωνὴ τοῦ λαοῦ ἔσχιζε τὴν καρδίαν μου· μαυροφορεμέναις, γέροντες μοῦ ἐζητοῦσαν νὰ ἀναστήσω τοὺς ἀποθαμένους τους, μανάδες μοῦ ἔδειχναν εἰς τὸ βυζὶ τὰ παιδιά τους, καὶ μοῦ ἔλεγαν νὰ τὰ ζήσω, καὶ ὅτι δὲν τοὺς ἀπέμειναν παρὰ ἐκεῖνα καὶ ἐγώ…
Υἱὲ τοῦ Μαυρομιχάλη, διὰ νὰ μὲ τιμήσης ἦλθες εὐμορφοστολισμένος· τὸ ἐννοῶ καὶ σὲ ἀγαπῶ, ὅθεν καὶ σοῦ ἀνοίγω τὴν καρδίαν μου.
Ἦλθεν εἰς τὴν πατρίδα σας ἕνας ὁμογενὴς περισσότερος, δὲν ἤφερα ξένους ὁπλοφόρους, συνοδίαν μου ἔχω μόνον τὴν πειθώ, τὸ φίλεργον, καὶ τίμια γηρατεῖα· ὄχι ἐσύ, ποῦ εἶσαι νέος, ἀλλὰ οἱ πλέον, πλέον γέροντες δὲν ἔχετε γνῶσιν λευκαμένην ἀπὸ παλαιότητα καιροῦ.
Ὡς ψάρι εἰς τὸ δίκτυ σπαράζει εἰς πολλοὺς κινδύνους ἀκόμη ἡ Ἑλληνικὴ ἐλευθερία. Μοῦ ἐδόσατε τοὺς χαλινοὺς τοῦ κράτους· τίνος κράτους; μετροῦμε εἰς τὰ δάκτυλα τὴν ἐπικράτειάν μας, τ’ Ἀνάπλι, τὴν Αἴγινα, Πόρον, Ὕδραν, Κόρινθον, Μέγαρα, Σαλαμίνα.
Ὁ Ἰβραΐμης κρατεῖ τὰ κάστρα καὶ τὸ μεσόγειον τῆς Πελοπόννησου, ὁ Κιουτάγιας τὴν Ρούμελη, πολλὰ νησιὰ βασανίζονται ἀπὸ αὐτεξούσιον στρατιώτην καὶ ἀπὸ πειρατείαν, τὰ δύο μεγάλα καράβια σας, εἶναι ἁραμμένα ’ξαρμάτωτα εἰς τὸν Πόρο, ἡ Ἀθήνα ἒφαγε πέρυσι τοὺς ἀνδρειοτέρους τῶν Ἑλλήνων.
Ποῦ τὸ θησαυροφυλάκιον τοῦ ἔθνους; Ἀκούω, ἐπουλήσατε καὶ τὴν δεκατιὰ τοῦ φετεινοῦ ἔτους πρὶν ἀκόμη σπαρθῆ τὸ γέννημα· ὁ τόπος εἶναι χέρσος, σπάνιοι οἱ κάτοικοι, σκόρπιοι εἰς τὰ βουνὰ καὶ εἰς τὰ σπήλαια· τὸ δημόσιον εἶναι πλακωμένο ἀπὸ δύο ἑκατομμύρια λίραις στερλίναις χρέος, ἄλλα τόσα ζητεῖτε οἱ στρατιωτικοί, ἡ γῆ εἶναι ὑποθηκευμένη εἰς τοὺς Ἄγγλους δανειστάς· ἀνάγκη νὰ τὴν ἐλευθερώσωμεν μὲ τὴν ἰδίαν ἀπόφασιν, ὡς θὰ τὴν ἐλευθερώσωμεν καὶ ἀπὸ τὰ ἂρματα τοῦ Κιουτάγια καὶ τοῦ Αἰγυπτίου.
Δὲν λυποῦμαι, δὲν ἀπελπίζομαι· προτιμῶ αὐτὸ τὸ σκῆπτρο τοῦ πόνου καὶ τῶν δακρύων παρὰ ἄλλο· ὁ θεὸς μοῦ τὸ ’δωσε, τὸ πέρνω, θέλει νὰ μὲ δοκιμάση· εἶμαι ἀπὸ τὴν φυλήν σας, εἰς ἕνα μνῆμα μαζὺ μὲ ’σᾶς θὰ θαφτῶ· ὅ,τι ἔχω ζωήν, περιουσίαν, φιλίαις εἰς τὴν Εὐρώπην, κεφάλαια γνώσεων ἀποκτημένα ἀπὸ τόσα θεάματα καὶ ἀκροάματα συμβάντων τοῦ κόσμου τῆς ἡμέρας μου, τὰ ἀφιερόνω εἰς τὴν κοινὴν πατρίδα, ἂς ὑψώσωμεν τὸ μεγαλεῖον της, ὥστε ὃποιος θελήσει, δυσκόλως νὰ τὸ ταπεινώση, στερεωμένο εἰς ρίζαις ἀρετῆς εἶναι ἀκαταμάχητον.
Ἐκάματε ἔργα πολεμικὰ ἀθάνατα· Βασιλεῖς καὶ ’Ἔθνη σᾶς ἐπαίνεσαν, ἀλλὰ πίστευσέ μου, διὰ πολυετίαν ἀκόμη ἡ ζώνη τοῦ Προδρόμου πρέπει νὰ ἦναι στολισμός σας, ὂχι χρυσοΰφαντη χλαμύδα.
Ὡς οἱ παλαιοὶ ἥρωες ἢ Βασιλεῖς τῆς Ἑλλάδος πρέπει νὰ φυτεύωμεν δένδρα, νὰ ἀνοίγωμεν δρόμους, νὰ παλεύωμεν μὲ τὰ θηρία τοῦ δάσους, νὰ δέσωμεν τὴν κοινωνίαν μας μὲ νόμους σύμφωνους μὲ τὸ ἔθνος μας· οὔτε ὀπίσω οὔτε ἐμπρός τοῦ καιροῦ μας· μὴ μοῦ ζητεῖτε ζωγραφίαις πολύτιμαις εἰς οἰκοδόμημα ἀκόμη ἀτελείωτον.
Μέτρον μας καὶ ἄστρο: εἰς δεινὰ Ἑλληνικὰ θεραπεία Ἑλληνική. Μὲ τὸ στόμα μας, ὂχι ὡς οἱ χειρουργοί τῆς Εὐρώπης κόφτοντας, ἀλλὰ μὲ τὸ στόμα μας νὰ βυζαίνομεν τὸ ἔμπυο της πατρίδος, διὰ νὰ τὴν γιάνωμεν… ἐπειδὴ κάθε τόπος ἔχει χωριστὰ τὸ μυστήριον τῆς ζωῆς του, τὸν νόμον τῆς εὐτυχίας του, ἂν πλανεθῆ ὁ ἑλληνισμός μας καὶ σηκωθῆ σκοτάδι μεταξὺ μας ὥστε ἐσεῖς νὰ μὴ διαβάζετε εἰς τὴν καρδίαν μου, θολοθοῦν καὶ ’μὲ οἱ ὀφθαλμοί, ποῖος ἠξεύρει… ποῦ θὰ ’πᾶμε, τί θὰ γινοῦμε; …
Κατεβαίνω πολεμιστὴς εἰς τὸ στάδιον, θὰ πολεμήσω ὡς Κυβέρνησις, δὲν λαθεύομαι, τὸν ἔρωτα τῶν προνομίων ποῦ εἶναι φυτευμένος εἰς ψυχαῖς πολλῶν, τὰ ὀνειροπολήματα τῶν λογιωτάτων, ξένων πρακτικῆς ζωῆς, τὸ φιλύποπτο, κυριαρχικὸ καὶ ἀνήμερον ἀλλοεθνῶν ἄνδρων. Ἡ νίκη θὰ εἶναι δική μας ἂν βασιλεύη τὴν καρδίαν μας, Θεὸς ζηλότυπος, μόνον τὸ αἴσθημα τὸ Ἑλληνικὸ- ὁ φιλὴκοος τῶν ξένων εἶναι προδότης».
Εἴθε οἱ νέοι τῆς Ἑλλάδος νὰ ἦναι βοηθοί μου καὶ πρῶτος ἐσύ· μφορὴς πολυτελῆ φορέματα ἀτέριαστα μὲ τὴν ἔνδειαν τῶν πολλῶν καὶ κεφάλαιο θαμένο, ἀχρησίμευτο· ἢ ἄφορμη, ἡ ἀπόκτησίς του, κακῶν ὀρέξεων καὶ πράξεων· μὴ θέλεις ἄλλο στολίδι καὶ καύχημα εἰμὴ ὅτι εἶσαι ἀπὸ οἰκογένεια δοξασμένη, ποῦ τόσο ἔχυσε αἷμα ἀνδρειωμένο διὰ τὴν ἀναγέννησιν καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς Πατρίδος».
Πηγή: (Ἀπὸ τὰ Ἀπομνημονεύματα τοῦ Θεόδωρου Κολολοτρώνη), Ενωμένη Ρωμηοσύνη
Αρχίζω τις βιογραφίες ηρώων με αρβανίτικη καταγωγή, από τη μεγάλη, την τεράστια αγωνίστρια του Γένους του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ, ΛΑΣΚΑΡΙΝΑ ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑ, για πολλούς λόγους και κυρίως:
— Ήταν γυναίκα με μυαλό ξυράφι και έκανε για 1.000 άντρες.
— Λάτρεψε την μάνα Ελλάδα και κάποια ρεμάλια εξουσίας, σαν τα σημερινά, της φέρθηκαν βρόμικα, μη πω χειρότερα λόγια. Η οικογένειά της πρόσφερα πολύ αίμα, θυσία στον αγώνα για ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ.
— Ξόδεψε τεράστια προσωπική και οικογενειακή περιουσία για την επανάσταση του 1821, και θυσιάστηκε χωρίς ανταλλάγματα. Οι απολαβές περίσσεψαν για τους απόλεμους καλαμαράδες.
— Η αποδεδειγμένη μύησή της στην Επαναστατική Οργάνωση της Φιλικής Εταιρείας, αποτελεί χαστούκι στους μασόνους (τέκτονες). Οι τελευταίοι, έχει αποδειχθεί ιστορικά, ότι εμφανίστηκαν στον Ελλαδικό χώρο, μετά το 1828, σαν παρατραπεζικά τρωκτικά, για να ροκανίζουν τα τοκογλυφικά δάνεια του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους. Επίσης είναι αποδεδειγμένο ιστορικά, ότι ακόμα και μέχρι σήμερα, οι μασονικές οργανώσεις, ΔΕΝ ΔΕΧΟΝΤΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΩΣ ΜΕΛΗ ΤΟΥΣ. Επομένως, αν η Επαναστατική Οργάνωση «Φιλική Εταιρεία», ήταν μασονική οργάνωση, σε καμία περίπτωση δεν θα δεχόταν στις τάξεις της μια γυναίκα. Για να γλυτώσουν δε τις κραβατομουρμούρες και τα ενδοοικογενειακά καρφώματα, οι μασόνοι έφτιαξαν τα εδώ και 40-50 τελευταία χρόνια περίπου, ξέχωρες γυναικείες οργανώσεις «Λάϊονς» και «Ρόταρι», να έχουν οι κυρίες τους να παίζουν κουμκάν και να πίνουν τέϊα, ενώ θα παρακολουθούν τους φτωχούς καθώς θα πεθαίνουν από τη πείνα, για να έχουν αυτές να τρώνε με χρυσά κουτάλια.
— Ήταν Αρβανίτικης καταγωγής. Στα περί «Αρβανίτικης καταγωγής» θα μιλήσουμε σε άλλη ανάρτηση.
Η ΖΩΗ ΤΗΣ ΛΑΣΚΑΡΙΝΑΣ ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑΣ, ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΠΙΣΗΜΗ «ΕΝΑΡΞΗ» ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1821
Η Μπουμπουλίνα, καταγόταν από Αρβανίτικη οικογένεια της Ύδρας, ενώ γεννήθηκε μέσα στις …φυλακές της Κωνσταντινούπολης στις 11 Μαΐου του 1771, όταν η μητέρα της, Σκεύω, επισκέφθηκε τον τότε φυλακισμένο από τους Τούρκους και ετοιμοθάνατο άντρα της, Σταυριανό Πινότση. Η σύλληψη και φυλάκιση του Πινότση ήταν αποτέλεσμα της ενεργούς συμμετοχής του στην επανάσταση της Πελοποννήσου το 1769-70, γνωστή στην ιστορία μας ως Ορλωφικά. Ήταν τότε που οι Σπέτσες καταστράφηκαν σχεδόν ολοκληρωτικά από την εκδικητική μανία των Τούρκων λόγω της συμμετοχής του νησιού στην επανάσταση.
Το μικρό της όνομα ήταν Λασκαρίνα και το κανονικό πλήρες ονοματεπώνυμο, Λασκαρίνα Πινότση. Μετά τον θάνατο του πατέρα της Πινότση στην Κωνσταντινούπολη, μητέρα και κόρη επιστρέφουν στην Ύδρα. Τέσσερα χρόνια αργότερα η μητέρα της Σκεύω έρχεται σε δεύτερο γάμο με τον Σπετσιώτη καπετάνιο Δημήτριο Λαζάρου ή Ορλώφ (το Ορλώφ παρατσούκλι της εποχής λόγω της συμμετοχής του στα Ορλωφικά) και έτσι η Μπουμπουλίνα εγκαταστάθηκε πλέον στις Σπέτσες.
Από μικρή λατρεύει τη θάλασσα και τα καράβια και συναρπάζεται από τις ιστορίες των ναυτικών αλλά και από τους Θούριους του Ρήγα για την πατρίδα και τη λευτεριά. Είναι η αναμφισβήτητη αρχηγός ανάμεσα στα οκτώ ετεροθαλή αδέλφια της, δείχνοντας έτσι από νεαρή ηλικία τον ισχυρό μέχρι πείσματος χαρακτήρα της, το θάρρος και την αποφασιστικότητά της. Μελαχρινή με αρχοντική κορμοστασιά, ατίθαση και επιβλητική, κάνει δύο γάμους, τον πρώτο στα 17της χρόνια με τον Δημήτριο Γιάννουζα και τον δεύτερο στα 30 της με τον Δημήτριο Μπούμπουλη. Από τον δεύτερο τον Μπούμπουλη, της έμεινα το επίθετο «Μπουμπουλίνα». Και οι δύο όμως σύζυγοί της, Σπετσιώτες καπεταναίοι, σκοτώνονται σε ναυμαχίες με Μπαρμπερινούς πειρατές, που ήταν ο φόβος και ο τρόμος εκείνης της περιόδο.
Ο Μπούμπουλης, πραγματική μάστιγα των πειρατών, σκοτώθηκε σε ένα από τα ηρωικότερα θαλάσσια κατορθώματα της εποχής. Κατατρόπωσε συγχρόνως σε ναυμαχία δύο Αλγερίνικα πειρατικά πλοία και όπως αναφέρει ο ιστορικός Ανάργυρος Χατζή-Αναργύρου.
«….έπεσε δε κατά την εσχάτην στιγμήν των νικητηρίων, ότε ανυψώσαντος αυτού άνωθεν του καταφράγματος την κεφαλήν, όπως εποπτεύση το έσχατον τον καταβεβλημένον εχθρόν, βολή πυροβόλου τον κατέλαβεν εν τω μέσω του μετώπου και τον άφηκεν άπνουν. Τον ήρωα πέσοντα, διαδέχεται αμέσως εις την διοίκησην του πλοίου μάχιμος συγγενής, όστις του κυβερνήτου τον θάνατον αποκρύψας επανέλαβεν εντονώτερον το πυρ, και εν ακαρεί καταθραύσας πάντα τα έμβολα των καταδρομέων, διέσπειρε τον θάνατον περί αυτούς.«
Το έτος 1811 βρίσκει την Μπουμπουλίνα δύο φορές χήρα, μητέρα επτά παιδιών και κληρονόμο μιας πολύ μεγάλης περιουσίας σε πλοία, μετρητά και ακίνητα. Τα μετρητά και μόνο που της άφησε ο Μπούμπουλης ήταν πάνω από 300.000 τάλαρα – χρυσά Ισπανικά νομίσματα της εποχής. Την περιουσία αυτή όχι μόνο διατηρεί αλλά και αυξάνει με τη σωστή διαχείριση και το εμπόριο. Γίνεται μέτοχος σε διάφορα Σπετσιώτικα πλοία και αργότερα ναυπηγεί και τρία δικά της.
Μεταξύ αυτών ο περίφημος και ονομαστός «Αγαμέμνων», το πρώτο ελληνικό πολεμικό πλοίο του 1821, του οποίου η ναυπήγηση εκόστισε 75.000 τάλαρα.
Ο δεύτερος σύζυγός της, ο Μπούμπουλης, έλαβε μέρος στο Ρωσοτουρκικό πόλεμο στο πλευρό των Ρώσων και πήρε μέρος με δικά του πλοία στη ναυμαχία κατά των Τούρκων στην Ίμβρο και την Τένεδο το 1807. Για τις υπηρεσίες του αυτές είχε μάλιστα παρασημοφορηθεί από τους Ρώσους οι οποίοι του απένειμαν τον τίτλο του πλοιάρχου του Ρωσικού Αυτοκρατορικού στόλου αλλά και τον τίτλο του επίτιμου Ρώσου πολίτη. Με αφορμή τις πράξεις αυτές του Μπούμπουλη, η Τουρκία προσπαθεί το 1816 να δημεύσει την περιουσία της Μπουμπουλίνας, η οποία για να την σώσει, μεταβαίνει με το πλοίο της, «Κοριέζος», στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί συμβαίνουν τα ακόλουθα γεγονότα.
Πρώτα συναντά τον Ρώσο πρέσβη, κόμη Στρογγανώφ, από τον οποίο ζητά προστασία λόγω των υπηρεσιών του άντρα της προς τη Ρωσία επιδεικνύοντας μάλιστα προς αυτόν, επιστολή του Ρώσου ναυάρχου Σενιάρ, ο οποίος πιστοποιούσε τις υπηρεσίες του Μπούμπουλη. Επιπλέον τα πλοία της έφεραν τότε την Ρωσική σημαία, βάση της συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζί, μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, το 1774. Ο Στρογγανώφ, γνωστός φιλέλληνας της εποχής, στην προσπάθεια του να τη βοηθήσει και για να αποφύγει την επικείμενη σύλληψή της από τους Τούρκους, τη φυγαδεύει στην Κριμαία, σε ένα αγρόκτημα που της παραχωρεί ο Τσάρος Αλέξανδρος Α’ και όπου η Μπουμπουλίνα ζει περίπου 3 μήνες.
Πριν φύγει για την Κριμαία, καταφέρνει και συναντά στην Κωνσταντινούπολη και τη Βαλιδέ Σουλτάνα, τη μητέρα δηλαδή του Τούρκου Σουλτάνου. Η Σουλτάνα πρέπει να εντυπωσιάστηκε πολύ από τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα της Μπουμπουλίνας, ώστε λίγο αργότερα πείθει το γιό της, Μαχμούτ Β’, να υπογράψει ειδικό φιρμάνι με το οποίο εξασφαλίζεται η περιουσία της Μπουμπουλίνας και παύει πλέον ο φόβος συλλήψεώς της από τους Τούρκους. Μόλις η Μπουμπουλίνα μαθαίνει αυτό το νέο, φεύγει από την Κριμαία και επιστρέφει αμέσως στις Σπέτσες.
Κατά την παραμονή της στην Κωνσταντινούπολη αλλά ίσως και σε επόμενο ταξίδι της εκεί το 1818, έρχεται σε επαφή με τους Φιλικούς και μυείται στην Φιλική Εταιρία. Η Μπουμπουλίνα είναι η μόνη γυναίκα που μυήθηκε στην Φιλική Εταιρία, στο χαμηλότερο βαθμό μύησης, καθότι οι γυναίκες δεν εγίνονταν δεκτές από τους Φιλικούς.
Έτσι λοιπόν, επιστρέφοντας στις Σπέτσες αρχίζει τις προετοιμασίες της για την επανάσταση που πρόκειται να ξεσπάσει. Αγοράζει όπλα και πολεμοφόδια από τα λιμάνια του εξωτερικού, τα φέρνει κρυφά με τα καράβια της και τα αποθηκεύει σε διάφορες κρύπτες στο σπίτι της και στο νησί. Το 1820 τελειώνει στις Σπέτσες η ναυπήγηση του Αγαμέμνονα, της ναυαρχίδας της, ένα καράβι εξ’αρχής φτιαγμένο για πόλεμο, μία κορβέτα μήκους 48 πήχεων και οπλισμένη με 18, μεγάλου βεληνεκούς, κανόνια. Η ναυπήγηση του «Αγαμέμνονα» είχε σαν αποτέλεσμα να καταγγελθεί η Μπουμπουλίνα στην Πύλη, ότι ναυπήγησε κρυφά πολεμικό πλοίο.
Η πολυμήχανη όμως Μπουμπουλίνα όχι μόνο κατόρθωσε να τελειώσει την κατασκευή του Αγαμέμνονα, δωροδοκώντας με μεγάλο χρηματικό ποσό τον απεσταλμένο στις Σπέτσες Τούρκο επιθεωρητή, αλλά συγχρόνως κατάφερε να εξοριστούν από το νησί και οι άνθρωποι που την είχαν καταγγείλει.
Δυστυχώς η ναυαρχίδα της Μπουμπουλίνας είχε και αυτή τραγικό τέλος όπως και η ίδια η καπετάνισσα. Το πλοίο, μετά το θάνατο της Μπουμπουλίνας, δόθηκε από τους απογόνους της, στο Ελληνικό κράτος. Μετονομάστηκε σε Σπέτσες και έγινε η ναυαρχίδα του νεοσυσταθέντος τότε από τον Καποδίστρια, κρατικού στόλου. Κάηκε το 1831 στο ναύσταθμο του Πόρου από τον Μιαούλη, όταν αυτός έβαλε μπουρλότο και έκαψε σχεδόν όλο το κρατικό στόλο σε μια προσπάθειά του να μην πέσουν τα πλοία στα χέρια των αντιπάλων του, που στην προκείμενη περίπτωση ήταν οι κυβερνητικές δυνάμεις του Καποδίστρια.
Τα αίτια της πράξης του Μιαούλη, που τόσα πρόσφερε στον Αγώνα, τα αναζητούμε στην τρίτη κατά σειρά εμφύλια διαμάχη (τότε ήταν μεταξύ του φιλοαγγλικού και του φιλορωσικού κόμματος) που συγκλόνιζε για άλλη μια φορά το Ελληνικό κράτος από την έναρξη της επανάστασης. Οι εμφύλιοι αυτοί σπαραγμοί, μία κατάρα θα λέγαμε της φυλής μας, είχαν κατά τα λεγόμενα του στρατηγού Μακρυγιάννη, περισσότερους νεκρούς μέχρι την εποχή της βασιλείας του Όθωνα, από αυτούς που θυσιάστηκαν στον αγώνα κατά των Τούρκων.
Το 1819 η Μπουμπουλίνα επισκέπτεται και πάλι την Κωνσταντινούπολη, πιθανότατα για το θέμα της ναυπήγησης του Αγαμέμνονα. Εκεί έρχεται σε συνεννόηση με τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’ για την εποχή της έναρξης της Επανάστασης. Αργότερα συγκροτεί δικό της εκστρατευτικό σώμα από Σπετσιώτες, τα παλικάρια της, όπως τους φώναζε, τους οποίους συντηρεί η ίδια επί σειρά ετών, όπως και τα πληρώματά της. Όταν οι Έλληνες πολιορκούν το Ναύπλιο και κατόπιν την Τρίπολη, τους εφοδιάζει με τρόφιμα και πολεμοφόδια και έτσι ξοδεύει στα δύο μόλις πρώτα χρόνια της Επανάστασης, όλη την περιουσία της.
Και μόνο η συμμετοχή της στη Φιλική Εταιρεία, η ισότιμη συμμετοχή της στα Συμβούλια των Οπλαρχηγών και η απόδοση τιμών σε γυναίκα εκείνης της εποχής, αποδεικνύουν τη συνωμοσία των μασόνων, για χαρακτηρισμό της Φιλικής Εταιρείας ως μασονικής οργάνωσης, όταν ΟΥΔΕΠΟΤΕ έχουν δεχθεί γυναίκα σε τεκτονικές οργανώσεις και επιλέγουν για προβολή ότι τους συμφέρει. Και το σπουδαιότερο: Δεν είναι η μόνη γυναίκα που υπήρξε μέλος της επαναστατικής (και όχι μασονικής) οργάνωσης «Φιλική Εταιρεία».
Στις 13 Μαρτίου του 1821, η Μπουμπουλίνα υψώνει τη δική της σημαία– τον αετό με την άγκυρα και τον Φοίνικα – στο κατάρτι του «Αγαμέμνονα» και την χαιρετίζει με κανονιοβολισμούς μπροστά στο λιμάνι των Σπετσών. Ο αετός με τα φτερά προς τα κάτω συμβολίζει το σκλαβωμένο Έθνος, που θα αναγεννηθεί όπως ο Φοίνικας, με τη βοήθεια του Nαυτικού που συμβολίζει η άγκυρα. Η Μπουμπουλίνα, το λάβαρό της, το είχε εμπνευσθεί από το λάβαρο των βυζαντινών αυτοκρατόρων Κομνηνών, που ήταν παρόμοιο. Στις 3 Απριλίου, ανήμερα των Βαΐων, επαναστατούν οι Σπέτσες, πρώτες από τα υπόλοιπα νησιά.
Η Μπουμπουλίνα επικεφαλής μοίρας πλοίων πλέει προς το Ναύπλιο και αρχίζει το ναυτικό αποκλεισμό του. Η αποβίβασή της στους Μύλους του Άργους μαζί με τους φλογερούς λόγους της και τον ενθουσιασμό της, ξεσήκωσαν τους Αργείους, κάνοντας τους να επιμείνουν στην πολιορκία του Ναυπλίου, ενός κάστρου απόρθητου, αποτελούμενου από τρία φρούρια – το Μπούρτζι, την Ακροναυπλία και το περίφημο Παλαμίδι – οπλισμένα συνολικά με τριακόσια κανόνια.
Οι επιθέσεις της εναντίον του Ναυπλίου, ήταν μία σελίδα απαράμιλλου ηρωισμού. Αυτό φαίνεται και από την αφήγηση του ιστορικού αλλά και αυτόπτη μάρτυρα Ανάργυρου Χατζή-Αναργύρου, ο οποίος γράφει για αυτήν τα εξής:
«…μάλιστα δε το σπάνιο γεγονός εις τα χρονικά των εθνών, μία γυνή να επιστρατεύση, γυνή πλουσία, αποφασίσασα και πλοία και χρήματα και υιούς ολοκαύτωμα εις τον βωμόν της πατρίδος να προσφέρη. Αυτή δε η γυνή είναι η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, την οποίαν τα έθνη ανευφήμησαν και εχαιρέτισαν ως ηρωίδα. Ήτο δε πράγματι λεοντόθυμος. Το 1821, Δεκεμβρίου 4, εις την πολιορκίαν του Ναυπλίου, το ενθυμούμεθα, επιβαίνουσα σε ίδιον πλοίο της, μόνη διέταξε την έφοδο εις τας λέμβους κατά του φρουρίου.
Αύται δε επιτίθενται, αλλ’ αι σφαίραι και οι μύδροι από των επιθαλασσίων προμαχώνων τας κανονοστοιχίας χαλαζηδόν επιπίπτοντες, υποχρεούν τους ανδρείους της να υποχωρήσωσι προς ολίγον. Εξανίσταται τότε η Αμαζών, επισκοπούσα από των εδωλίων της νήος, και τους βοά …Είσθε λοιπόν γυναίκες και όχι άντρες; Εμπρός! Οι αξιωματικοί την υπακούουν, μάχονται, θνήσκουν, επανελθόντες εις την τάξιν, αλλ’ εις μάτην, το φρούριο διά θαλάσσης ήτο απόρθητον. Διό μετέβη εις την ξηράν και εκεί εστρατήγει μέχρι της παραδόσεως του Ναυπλίου, τη 30 Νοεμβρίου 1822, συμμετέχουσα των έργων της πολιορκίας, οδηγούσα τα παλικάρια της, χορηγούσα τους θησαυρούς της.»
Ο ιστορικός Ορλάνδος αναφέρει για την προσφορά της προς την πατρίδα: «…ούτε πανταχού, ούτε και καθ’ όλας τας εποχάς αναφαίνονται εν ταις επαναστάσεσι γυναίκες τοιαύται, έκτακτον έχουσαι τον χαρακτήρα και άξιαι να κινήσωσι τον θαυμασμό του κόσμου».
Ένας άλλος δε ιστορικός, ο Ι. Φιλήμων, περιγράφοντας την τόλμη και γενναιότητα της Μπουμπουλίνας γράφει την ανεπανάληπτη φράση ότι «…ενώπιον αυτής ο άνανδρος ησχύνετο και ο ανδρείος υπεχώρη».
Εκτός της πολιορκίας του Ναυπλίου, η Μπουμπουλίνα παίρνει μέρος στο ναυτικό αποκλεισμό της Μονεμβασιάς και την παράδοση του κάστρου της. Τα πλοία της, πολιορκούν το Νεόκαστρο στην Πύλο και ανεφοδιάζουν το Γαλαξείδι, με κυβερνήτες τα παιδιά της και τα αδέλφια της. Τα παλικάρια της πολεμούν στο Άργος, στην Τρίπολη, στα Δερβενάκια.
Στην μάχη του Άργους παρά τον Χάραδρο ποταμό (Ξεριά), σώμα ολίγων Σπετσιωτών πολεμιστών με αρχηγό τον γιό της Μπουμπουλίνας, Γιάννο Γιάννουζα, αντιστάθηκε στις δύο και πλέον χιλιάδες Τουρκοαλβανών με επικεφαλήν τον διαβόητο για τη βαρβαρότητα του, Βελή-μπέη, απεσταλμένο τότε του Χουρσίτ πασά της Τρίπολης, με εντολή την εκκαθάριση της Πελοποννήσου από τους επαναστατημένους Έλληνες.
Η μάχη ήταν άνιση. Εκεί έπεσε ως πραγματικός ήρωας ο γιός της Μπουμπουλίνας. Ως άλλος Λεωνίδας, όρμησε πεζός πάνω στον έφιππο Βελή-μπέη τον έριξε κάτω από το άλογό του και τον τραυμάτισε με την σπάθα του θανάσιμα. Εχθρικό όμως βόλι εκείνη τη στιγμή, τον κτύπησε και τον άφησε νεκρό. Η θυσία αυτή των Σπετσιωτών έδωσε το χρόνο στον άοπλο πληθυσμό του Άργους να τρέξει προς τους γύρω λόφους και να σωθεί.
Λίγες μέρες πριν από την πτώση της Τρίπολης η Μπουμπουλίνα καταφτάνει έφιππη μαζί με τους Σπετσιώτες της, στο ελληνικό στρατόπεδο έξω από την πόλη. Όλοι την υποδέχονται με ενθουσιασμό. Εκεί συναντά τον Κολοκοτρώνη.
Αισθήματα αλληλοσεβασμού και φιλίας αναπτύσσονται μεταξύ τους και σε τέτοιο ισχυρό βαθμό, ώστε αργότερα συγγενεύουν παντρεύοντας τα δύο παιδιά τους, Πάνο Κολοκοτρώνη και Ελένη Μπούμπουλη. Παίρνει μέρος ως ισάξια με τους άλλους οπλαρχηγούς στα πολεμικά συμβούλια και τις αποφάσεις. Της απονέμεται ο τίτλος της Καπετάνισσας και της Μεγάλης Κυράς. Μετά το θάνατό της, οι Ρώσοι της απονέμουν και τον τίτλο της Ναυάρχου, έναν τίτλο με παγκόσμια μέχρι σήμερα μοναδικότητα για γυναικεία μορφή.
Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1821 γίνεται μετά από πολιορκία η Άλωση της Τριπολιτσάς. Την πτώση της πόλης ακολουθεί μεγάλη σφαγή που κράτησε τρεις μέρες και τρεις νύχτες, η οποία για πολλούς ξένους ιστορικούς ήταν αδικαιολόγητη και που είχε αργότερα σαν αντίποινα τη σφαγή του πληθυσμού της Χίου από τους Τούρκους. Σφαγή που τα αίτιά της, πρέπει να αναζητήσουμε στην επί σχεδόν 400 χρόνια τυραννία, θηριωδία και βαρβαρότητα του κατακτητή. Τριάντα χιλιάδες κατά τους ιστορικούς οι νεκροί, γεμίζουν τους δρόμους και τα στενά. Το αίμα ρέει ποτάμι. Εν μέσω της φοβερής σφαγής και αντάρας, η Μπουμπουλίνα καταφέρνει και σώζει μόνη της το χαρέμι του Χουρσίτ. Αυτό έγινε μετά από παράκληση της συζύγου του Χουρσίτ, προς την Μπουμπουλίνα, λίγο πριν την πτώση της πόλης, για τις ζωές των γυναικών και παιδιών του χαρεμιού.
Λέγεται μάλιστα ότι με την πράξη της αυτή, η Μπουμπουλίνα κράτησε την υπόσχεση που έδωσε το 1816 στη Βαλιδέ Σουλτάνα στην Κωνσταντινούπολη, όταν εκείνη κατάφερε να σώσει την περιουσία της Λασκαρίνας από τη δήμευση. Η Μπουμπουλίνα της είχε τότε υποσχεθεί ότι εάν ποτέ κάποια Τουρκάλα ζητούσε τη βοήθειά της, θα έκανε και αυτή ότι καλύτερο μπορούσε.
Μετά την πτώση του Ναυπλίου στις 30 Νοεμβρίου του 1822, η Μπουμπουλίνα εγκαθίσταται εκεί για περίπου δύο χρόνια, σε κλήρο γης που της παραχωρείται από το κράτος σαν αντάλλαγμα των υπηρεσιών της προς το έθνος. Προς τα τέλη του 1824 η χώρα σπαράζεται από τα δεινά του δεύτερου και καταστροφικότερου εμφυλίου. Η κυβέρνηση των Καπεταναίων των νησιών (κυβέρνηση Κουντουριώτη) υπερισχύει του Συνασπισμού των Κοτζαμπάσηδων και των Στρατιωτικών της Πελοποννήσου. Ο Πάνος Κολοκοτρώνης, τότε φρούραρχος του Ναυπλίου δολοφονείται και ο ίδιος ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης συλλαμβάνεται και κατόπιν φυλακίζεται με άλλους οπλαρχηγούς στον Προφήτη Ηλία, μοναστήρι της Ύδρας.
Η Μπουμπουλίνα αντιδρά στη σύλληψη του Κολοκοτρώνη και ζητά την αποφυλάκισή του. Κρίνεται επικίνδυνη από το κυβερνόν κόμμα και συλλαμβάνεται δύο φορές από το Υπουργείο Αστυνομίας με εντολή να φυλακιστεί. Έγγραφη διαμαρτυρία της, υπάρχει στα Γενικά Αρχεία του κράτους προς το τότε Βουλευτικό Σώμα. Τελικά η Μπουμπουλίνα σχεδόν εξορίζεται στις Σπέτσες, αφού χάνει και τον κλήρο γης που της είχε παραχωρήσει το κράτος στο Ναύπλιο.
Ο Φεβρουάριος του 1825 βρίσκει τη Μπουμπουλίνα να ζει στο σπίτι της στις Σπέτσες, άνευ σχεδόν περιουσίας, πικραμένη με τις έριδες των πολιτικών και την έκβαση του αγώνα. Στις 12 Φεβρουαρίου αποβιβάζεται σχεδόν ανενόχλητος στην Πελοπόννησο ο Ιμπραήμ με 4.400 άντρες, δύναμη που οι Έλληνες ευκολότατα μπορούσαν να κατατροπώσουν εάν δεν σπαράσσονταν τότε μεταξύ τους από τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο. Η δύναμη αυτή του Ιμπραήμ, ήταν το προγεφύρωμα της κύριας εισβολής που ακολούθησε και είχε σαν αποτέλεσμα την ανακατάληψη από τους Τούρκους του μεγαλύτερου και πάλι μέρους της Πελοποννήσου και τη σφαγή και τυραννία του πληθυσμού της για σχεδόν ακόμη τρία χρόνια. Μετά την αποβίβαση του Ιμπραήμ, οι πολιτικοί τρομοκρατημένοι βγάζουν τον Κολοκοτρώνη από την φυλακή και του αναθέτουν την αρχιστρατηγία.
Η φιλοπατρία της Μπουμπουλίνας υπερισχύει όλων των άλλων συναισθημάτων της, της πικρίας της δηλαδή, και ενώ κάνει πάλι προετοιμασίες για να λάβει μέρος στον καινούργιο αγώνα εναντίον του Ιμπραήμ, έρχεται το αναπάντεχο τέλος της. Η ηλιοκαμένη κόρη της θάλασσας πέφτει νεκρή από Σπετσιώτικο βόλι, στις 22 Μαΐου 1825 στο σπίτι του πρώτου άντρα της, του Γιάννουζα. Αιτία; Μια λογομαχία της με άτομα από την οικογένεια Κούτση, λόγω της απαγωγής της κόρης του Χριστόδουλου Κούτση, Ευγενίας, από τον γιο της Μπουμπουλίνας Γεώργιο Γιάννουζα. Τα σκληρά και αμείλικτα λόγια της Καπετάνισσας είναι αρκετά για να οπλίσουν τελικά το χέρι, του αγνώστου λόγω σκότους, δολοφόνου.
Ήταν λοιπόν τραγικό και άδοξο το τέλος αυτής της γυναίκας που μέσα της ξεχείλιζε, πιο ισχυρή από όλα τα άλλα, η αγάπη για την πατρίδα. Το όνομά της του οποίου η φήμη απλώθηκε σε όλο τον κόσμο και συνδέθηκε τόσο με την πολιορκία του Ναυπλίου, αντηχεί ακόμα επάνω από τον κρότο των τηλεβόλων.
‘Ορθια επάνω στο καράβι της, άφοβη και ατρόμητη με αστραποβόλο βλέμμα, δείχνει στους ναύτες της τα οχυρώματα του Ναυπλίου, τους παρορμά σε έφοδο και με τη θερμή βαριά φωνή της διατάσει το πυρ κατά των φρουρίων.
ΚΥΡΙΑ ΠΗΓΗ: Μουσείο Μπουμπουλίνας
Τα κείμενα του Μουσείου Μπουμπουλίνας επιβεβαιώνονται από πολλές πηγές και θέλω να εκφράσω τις ευχαριστίες μου και τα συγχαρητήριά μου. Αν εν καιρώ προκύπτουν στοιχεία που δεν έχουν αναφερθεί, θα ελέγχονται και όπου πρέπει θα συμπληρώνονται. Πηγές σαν το Μουσείο Μπουμπουλίνας αξίζουν της προσοχής και τον θαυμασμό όλων των Ελλήνων. Οι νέοι να μαθαίνουν, για να ορίζουν άξια τις τύχες τους. Οι καιροί είναι πολλοί πονηροί και μας κυβερνούν ξένοι και ξενόδουλοι.
Πηγή: Αρβανίτες - Arvanites - Hellines, Αβέρωφ
«Ὄρη τὰ ἐν Γελβουὲ μὴ καταβάτω δρόσος καὶ μὴ ὑετὸς ἐφ’ ὑμᾶς καὶ ἀγροί ἀπαρχῶν» (Βασ. Δευτ. κεφ. Α’)
Αὐτὰ ὀδυρόμενος ἔλεγεν ὁ Δαυΐδ, ὅταν ἦλθεν εἰς αὐτόν, καθήμενον εἰς Σικελάγ, μετὰ τὴν φθοράν τῶν Ἀμαληκιτῶν, ἄνθρωπος Ἀμαληκίτης ἀπὸ τὸ στρατόπεδον τοῦ Σαούλ, ὅλος καταξεσχισμένος καὶ χῶμα ἔχων εἰς τὴν κεφαλήν του, καὶ ἀνάγγειλε τὸν θάνατον τοῦ Σαοὺλ καὶ τοῦ Ἰωνάθαν.
Δροσιά, λέγω καὶ ἐγώ, δροσιὰ καὶ βροχὴ νὰ μὴ πέσουν πλέον παρὰ τὸ Φάληρον καὶ ἀπαρχάς νὰ μὴ δώσῃ ἡ γῆ ἐκείνη.
Εἰς τὴν γῆν ἐκείνην ἔπεσεν ὁ δυνατός, ὁ κοῦφος ὑπὲρ ἀετούς καὶ ὑπὲρ λέοντας κραταιός. Ὁ δυνατός, τοῦ ὁποίου ἡ ρομφαία δὲν ἐστρέφετο εἰς τὴν θήκην της πρὶν βαφῆ μὲ τὸ αἷμα τῶν πληγωμένων ἤ πρὶν ἀλειφθῆ μὲ τῶν δυνατῶν τὰ παχέα σπλάγχνα.
Κλαύσατε, θυγατέρες τῆς Ρούμελης, τὸν θάνατον τοῦ Καραϊσκάκη• κλαύσατε, θυγατέρες τῆς Ρούμελης, τὸν θάνατον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος, καταταχθείς ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἀδελφῶν σας, ἐλάμπρυνε τὸ αὐχμηρόν πρόσωπόν σας, σᾶς ἔβγαλε τὰ πένθιμα φορέματα, σᾶς ἔνδυσε λαμπρὰ καὶ ἔτρεχεν ἀκάματος τὴν τωρινὴν ἄνοιξιν εἰς τάς κορυφάς τοῦ Ὑμηττοῦ, διὰ νὰ κόψῃ εὔοσμα ἄνθη καὶ νὰ στεφανώσῃ τάς παρθενικάς κεφαλάς σας.
Ἀλλά τί προσκαλῶ μόνον τάς Θυγατέρας τῆς Ρούμελης εἰς κλαυθμούς; πῶς νὰ μὴ κλαύσωμεν ὅλοι ; πῶς νὰ παρηγορηθῶμεν διὰ τὸν θάνατον τοιούτου ἀνδρὸς ;
Μεταφέρω τὸν νοῦν μου εἰς τὴν πρὸ ἑνὸς χρόνου ἀξιοθρήνητον καὶ τρομεράν τῆς πατρίδος κατάστασιν. Τὸ νέφος βλέπω τοῦ δουλικοῦ σκότους ξαπλωμένον ὑπὸ τάς λαμπράς καὶ τότε ζοφωμένας κορυφάς τοῦ Μακρυνόρους καὶ ἀπὸ τὰ παράλια τῆς Ἀκαρνανίας ἕως τὰ πέριξ τῆς Ἀττικῆς.
Τὸ νέφος τοῦτο ἐσκεπαζεν ὡς μαῦρος μανδύας τὸ νεκρικὸν κρεββάτι τῆς Ρούμελης• μακρὺ καὶ βαθὺ σκότος ἐσύρετο κατόπιν τοῦ νεκρικοῦ αὐτοῦ μανδύου καταπυκνωμένον καὶ ἐφοβέριζε νὰ πέσῃ ὅλον καὶ εἰς τὸ πρόσωπον τῆς Πελοποννήσου, τὴν ὁποίαν, καὶ αὐτήν, εἶχεν ἀποσβολομένην ἡ Αἰγυπτιακὴ ὁμίχλη.
Πάντη ἐναντίαν τῆς νεκρικῆς ἐκείνης σκηνῆς ἔχω σκηνὴν σήμερον πρὸ ὀφθαλμῶν μου. Φῶς ἐλευθερίας, φῶς δόξης βλέπω σήμερον χυμένον ἀπὸ τάς κορυφάς τοῦ Μακρυνόρους καὶ τὰ παράλια τῆς Ἀκαρνανίας ἒως τὰ πέριξ τῆς Ἀττικῆς.
Τὸ φῶς τοῦτο τῆς ἐλευθερίας καὶ δόξης ἐνυπῆρχεν εἰς τάς ψυχάς τῶν Ρουμελιωτῶν, ἀλλά δὲν ἐχύθη εἰς τὴν σκοτισμένην ἐκείνην γῆν παρὰ διὰ τῆς ἰσχυρᾶς δεξιᾶς τοῦ Καραϊσκάκη.
Αὐτός, διασκορπισμένα τὰ παλληκάρια τῆς Ρούμελης τῆδε κακεῖσε, ἐκδικησιν πνέοντα καὶ αἷμα ἐχθρικόν διψῶντα, διότι μολυσμὸς δουλείας δὲν ἐξαλείφεται παρὰ μὲ αἷμα, τὰ ἐσύναξε καὶ τὰ ὡδήγησε πάλιν εἰς τὸ στάδιον τῆς πολεμικῆς καρτερίας, γινόμενος ὁ ἴδιος αὐτὸς τὸ παράδειγμα εἰς δεκάμηνον διάστημα τῆς πολεμικῆς αὐτῆς καρτερίας.
Παντοδαπάς ἐλλείψεις ἔπασχε τὸ ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν του στρατόπεδον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλά ποτὲ εἰς διάλυσίν του δὲν τάς ἐπρότεινε, ποτὲ δὲν ἐγόγγυσε διὰ τάς πολυειδεῖς του κακουχίας καὶ ταλαιπωρίας, ποτὲ δὲν ἐνέδοσεν εἰς ὅσους πειρασμοὺς διὰ τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ὑπέπεσε• σεμνυνόμενος δικαίως εἰς τὸ ὑψηλόν ἀξίωμα τῆς ἀρχηγίας, μὲ τὸ ὅποιον ἡ Κυβέρνησίς του τὸν ἐτίμησε, ποτὲ δὲν ἐνόμισεν ὅτι αὐτὸ μόνον ἠμποροῦσε νὰ τὸν λαμπρύνῃ.
Ἤξευρεν ὅτι τὰ ἔργα μόνα εἶναι ἡ λαμπρότης.
Ὅθεν ἄξιος τοῦ ὑψηλοῦ αὐτοῦ ἀξιώματος ἐφαίνετο διὰ τῶν ἔργων του- ἄτρομος πάντοτε εἰς τοὺς πολέμους, ἀτρομώτερος πολὺ ἐφάνη καθ’ ὅ διάστημα ἦτον ἀρχηγὸς τῶν κατὰ τὴν στερεὰν Ἑλλάδα στρατευμάτων.
Τότε εἶχε ψωμὶ καὶ αὐτὸς ὅταν εἶχαν καὶ οἱ ἀγαπητοί του Ἕλληνες• ἡ κλίνη του ἦτον κλίνη ἁπλοῦ στρατιώτου- πρωταγωνιστής ἐπαρουσιάζετο καὶ τὴν τιμὴν τοῦ ἀγῶνος ὅλην τὴν ἀπέδιδεν εἰς ἄλλους, ἐνθουσιασμένος διὰ τὴν παλληκαριάν ὡς πολληκάρι καὶ ὁ ἴδιος, τὴν ἐτιμοῦσεν ὅπου τὴν ἔβλεπε καὶ τὴν ἀντάμειβε πλουσιοπάροχα.
Τοὺς γνωστοὺς διὰ τὴν ἀνδρείαν τους ἔκραζε κατ’ ὄνομα, ὅταν ἐξεσπάθωνεν ἐν καιρῷ μάχης, διά νά τὸν ἀκολουθήσουν. Ἔβγανε τὰ πιστόλια του ἀπὸ τήν μέσην του καὶ μ’ αὐτά, εἰς ἀνταμοιβὴν παλληκαριᾶς, ἐστόλιζε τοῦ παλληκαριοῦ τὴν μέσην. Ἔλυε τὴν ζώνην του καὶ ἔδιδεν εἰς τάς ἀνάγκας τοῦ πολέμου καὶ τὸ ὕστερον νόμισμά του.
Ἰδού, Ἕλληνες, ὅσα χαρακτηρίζουν τὸν ἄξιον ὁδηγόν στρατευμάτων, ἰδοὺ ὅσα λαμπρύνουν τὸ ὑψηλόν ἀξίωμα τῆς ἀρχηγίας, ἰδοὺ ὅσα ἀποθανατίζουν τὸν πολεμικὸν καὶ ἀποκατασταίνουν τὸν στρατηγὸν ποθητὸν εἰς τὸν στρατιώτην, σεβαστὸν εἰς ὅλον τὸ ἔθνος του καὶ φημισμένον εἰς ὅλα τὰ ἔθνη καὶ εἰς ὅλους τούς αἰῶνας.
Πῶς λοιπὸν νὰ μὴ κλαύσωμεν ; πῶς νὰ παρηγορηθῶμεν διὰ τὸν θάνατον τοιούτου ἀνδρὸς ;
Τοιαύτη ἐστάθη ἡ διαγωγὴ τοῦ πατριώτου Καραϊσκάκη εἰς τὸ διάστημα τῆς δεκαμήνου ἀρχηγίας του. Ἀλλ’ ἡ τελευταία ὥρα τῆς ζωῆς του, ἡ ὥρα ἡ ὁποία ἀνακαλύπτει ὅλον τὸν ἄνθρωπον κρυπτόμενον πολλάκις ἐν ὅσῳ ζῆ, τοῦ ἐπισφραγίζει τὴν ἀληθινὴν δόξαν καὶ τοῦ στένει τρόπαιον ἀκόμη μονιμώτερον ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἡ ἀξιότης του ἔστησεν εἰς Ἀράχωβαν. Ἀκούσατε, στρατιωτικοί, ἀκούσατε, πολῖται τῆς Ἑλλάδος, ἀκούσατε, φιλέλληνες καὶ φιλάρετοι Εὐρωπαῖοι, τὰ τῆς τελευταίας ὥρας του.
Θανατηφόρα πληγωμένος ἐφέρθη εἰς τὸ πλοῖον (1) τοῦ μεγάλου στολάρχου τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ λάβη τὴν δυνατὴν ἰατρικὴν περιποίησιν. Γυμνασμένος ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων εἰς τὸ σπαθὶ καὶ εἰς τὸ τουφέκι, εἰδήμων τῆς φύσεως τῶν πληγῶν, ἐγνώρισε μόνος του ὅτι ἡ βοήθεια τῆς ἰατρικῆς δὲν θὰ ἴσχυεν, ὅτι ἡ μεγάλη περιποίησις τοῦ στολάρχου δὲν θὰ ἐχρησίμευεν καὶ ὅτι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του ἦτον ἐγγύς.
Μὲ πνεῦμα τότε ἀτάραχον, μὲ πρόσωπον γαληνὸν καὶ μὲ φωνὴν κατανυκτικὴν ὡμίλησε πρὸς τοὺς περιεστῶτας ὁπλαρχηγούς, παρόντων καὶ τοῦ μεγάλου στολάρχου καὶ τοῦ ἀρχιστρατήγου τῆς Ἑλλάδος, κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον :
« Μέγα βάρος μὲ ἐπεφόρτισεν ἡ πατρίς μου. Μὲ δέκα μηνῶν δεινοὺς ἀγῶνας ἐπλήρωσα τὸ χρέος μου. Δὲν μὲ ἔμενε παρὰ ἡ ζωή. Ἰδοὺ θυσία τῆς πατρίδος καὶ ἡ ζωὴ μου.
Εἰς τὴν πατρίδα μου τὴν ἐχρεωστοῦσα, εἰς τὴν πατρίδα μου τὴν ἀποδίδω. Ἀποθνήσκω. Οἱ στρατιῶται μου ἂς τελειώσουν τὸ ἔργον μου, ἂς μοῦ ἐλευθερώσουν τάς Ἀθήνας »
Αὐτά εἶπε καὶ παρέδωκε τὸ πνεῦμα εἰς χεῖρας τοῦ πλάστου του. Τίνος καρδιὰ δὲν κατανύγεται εἰς τοιοῦτον ἄκουσμα ; πῶς νὰ μὴ κλαύσωμεν ὅλοι ; πῶς νὰ παρηγορηθῶμεν διὰ τὸν θάνατον ἀνδρός, ὁ ὁποῖος ἀποθνήσκει καὶ τὸ ὄνομα τῆς γλυκυτάτης πατρίδος ἀκόμη τὸ τραυλίζουν τὰ νεκρωμένα χείλη του;
Ἀλλά εἰς ἄνδρας ἀποθνήσκοντας διὰ τὴν πατρίδα εἶναι πολὺ δεκτότεραι ἀπό τούς κλαυθμούς αἱ πράξεις ὑπὲρ πατρίδος, διὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἐθυσιάσθησαν καὶ τῆς ὁποίας καὶ ξεψυχοῦντες εἶχαν εἰς τὸ στόμα τὸ ἅγιον ὄνομα.
Ναί, αἱ πράξεις, αἱ ὁποῖαι τοὺς ἐδόξασαν ζῶντας, αὐταί καὶ μετὰ θάνατον τοὺς εὐχαριστοῦν πραττόμεναι κατὰ μίμησίν των. Αὐταί ἀναβαίνουν ὡς θυμίαμα εἰς τὰ ὕψη τῶν οὐρανῶν, ὅπου, φοροῦντες οἱ ἀοίδιμοι αὐτοὶ ἄνδρες τῆς ἀρετῆς τοὺς στεφάνους, κάθονται ἀκτινοβολοῦντες πλησίον τοῦ θρόνου τῆς θείας μεγαλειότητος.
Στρατιῶται τῆς πατρίδος, οἱ κατὰ τὸ στρατόπεδον τῆς Ἀττικῆς εὑρισκόμενοι, στρατιῶται, τοὺς ὁποίους ὁ Καραϊσκάκης ὡδήγησε τόσες καὶ τόσες φορὲς εἰς τὴν δόξαν.
Ἐνθυμηθῆτε ὅτι δὲν ἐτρέχατε δι’ ἄλλο μαζί του τόσον ἄφοβοι εἰς τοὺς κινδύνους, δὲν ἐχορτάσατε τὰ σπαθιά σας μὲ τάς σάρκας τῶν ἐχθρῶν εἰς Ἀράχωβαν καὶ εἰς Βελίτζαν, δέν τους ἀποδιώξατε αἰσχρῶς ἀπὸ Δίστομον καὶ Σάλωνα, παρὰ διὰ νὰ ἐλευθερώσετε τὴν ὑποδουλωμένην γῆν σας ἀπό τους τυράννους σας.
Κάθε κίνημά σας εἰς ἐλευθέρωσιν τῆς Ρούμελης, ἐλέγετε μόνοι σας, εἶναι ὀλισθηρόν, κάθε νίκη ἀκαρποφόρητος, ἂν δὲν ἁρπάσετε ἀπὸ τάς χεῖρας τῶν ἀπίστων τὴν ἱεράν τῶν Ἀθηνῶν πόλιν.
Αὐτό φωνάζοντες οἱ ἴδιοι ἐπαρουσιάσατε τὰ στήθη σας ἔμπροσθεν αὐτῆς τῆς πόλεως, προωρισμένης ἴσως ἀπὸ τὴν θείαν Πρόνοιαν διὰ νὰ γενῆ ἡ πρωτεύουσα τῆς ἀναγεννωμένης Ἑλλάδος.
Εἰς πολλάς καὶ δεινὰς περιπλοκὰς μὲ τοὺς αὐτοὺς ἐχθροὺς ἐμπλέχθητε. Πεῖναν, γύμνωσιν, παγετοὺς ἐκαταφρονήσατε. Πληγή ἀπὸ τὴν κακοπάθειαν ἔγινε τὸ σῶμα σας, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ στεφανώσετε τά ὑπέρλαμπρα ἔργα σας μὲ τῶν Ἀθηνῶν τὴν διάσωσιν.
Ὁ ἀτρόμητος ἀρχηγός σας ὑπὲρ αὐτῆς τῆς πόλεως μαχόμενος ἀπέθανε καὶ εἰς τὰ χώματα τῆς ἰδίας αὐτῆς πόλεως ἔχυσε τὸ αἷμά του. Στρατιῶται παρόντες καὶ ἀπόντες ! ἀκόμη τὸ αἷμα του ἀχνίζει.
Χθὲς ἡ γῆ ἐπαράλαβε τὸ σῶμα του, σήμερον περιμένει ἀπό σᾶς τάς ἐπιταφίους τιμάς του. Ἀπό σᾶς τάς περιμένει, πλὴν τάς περιμένει ὡς στρατιώτης ἀπὸ στρατιώτας, ὡς ἀποθανών ὑπέρ τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν ἀπὸ μαχομένους ἀποφασιστικῶς ὑπὲρ Ἀθηνῶν.
Στρατιῶται! ἡ ἠχὼ τῶν ὑστερινῶν λόγων τοῦ ἀρχηγοῦ Καραϊσκάκη περιφέρεται ἀκόμη εἰς τάς ἀκοάς μας. Τελειώσατε, Συστρατιῶται, λέγει ὁ ἀρχηγός σας, τὸ ἔργον μου. Ἐλευθερώσατέ μου τάς Ἀθήνας, τάς Ἀθήνας ἐλευθερώσατέ μου».
Στρατιῶται! αὐτὴ εἶναι ἡ διαθήκη του. Σεῖς εἶσθε οἱ ἐκτελεσταί τῆς διαθήκης του. Αὐτὴ εἶναι γραμμένη μὲ τὸ χυθὲν ὑπὲρ πατρίδος αἷμα του καὶ τό αἷμὰ του ἀκόμη ἀχνίζει καὶ τὸ σῶμα του χθὲς ὁ τάφος τὸ ἐπαράλαβε.
Στρατιῶται! Τιμήσατε καθ’ ὅν τρόπον ὁ ἴδιος σᾶς ἐπαράγγειλε τὴν μνήμην του. Αὐτὸς ἀπέθανεν, ἀλλά τὸ παράδειγμά του ζῆ. Ἀλλά τί λέγω τὸ παράδειγμά του ζῆ ; Αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι ἀοράτως μαζί σας, ἀλλά ὄχι πλέον πενιχρά, καταξεσχισμένα καὶ δυσώδη ἐνδεδυμένος,
Ὄχι πλέον αὐχμηρὸς ὡς ἐζοῦσε μαζί σας. Αὐτός σᾶς παρουσιάζεται ἐνδεδυμένος τὸ χρυσούφαντον φόρεμα τῆς δόξης, τὸ φόρεμα τὸ ὁποῖον ἐνδύει τὸν στρατιώτην εἰς τὸ στάδιον τῆς μάχης ὁ ὑπὲρ πατρίδος θάνατος.
Αὐτός, Στρατιῶται! αὐτός, καθ’ ἥν στιγμὴν ξεσπαθωμένοι κτυπήσετε τὰ τείχη τῶν Ἀθηνῶν, θὰ σᾶς παρουσιασθῆ ὡς ὁ ἰσχυρὸς ἄγγελος τῆς Ἀποκαλύψεως, καταβαίνων ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, περιβεβλημένοςνεφέλην καὶ ἶρις ἐπί τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ καὶ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος καὶ οἱ πόδες αὐτοῦ ὡς στῦλοι πυρός.
Ναί, τοιοῦτος θὰ σᾶς παρουσιασθῆ, διότι τόση λαμπρότης περιχύνεται μετά θάνατον εἰς ὅποιον ἀποθάνει ὑπὲρ πατρίδος. Αὐτὸν θ’ ἀκούσετε ἐκείνην τὴν ὥραν ἐπαναλαμβάνοντα μεγάλῃ φωνῆ ὅ,τι καὶ ἐν ὧ ἀνέβαινεν εἰς τοὺς οὐρανοὺς ἔλεγε.
Συστρατιῶται ! τελειώσατε τὸ ἔργον μου, ἐλευθερώσατέ μου τάς Ἀθήνας, τάς Ἀθήνας ἐλευθερώσατέ μου ….
(1).Τοιαῦται εἰδήσεις ἦσαν καθ’ ἥν ὥραν ἐξεφωνήθη ὁ λόγος.
Πηγή: (Σπυρίδων Τρικούπης, Ἐξεφωνήθη ἀντίπερα τοῦ Πόρου, τὴν 24ην Ἀπριλίου 1827), Αγία Ζώνη, Αβέρωφ
Σαν σήμερα, στις 2/4/1827, πριν από 190 χρόνια, η 3η Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων που συνήλθε στην Τροιζήνα, επέλεξε ως πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας τον Ιωάννη Καποδίστρια με εισήγηση του Θ. Κολοκοτρώνη και τη σύμφωνη γνώμη του Γ. Καραϊσκάκη. Αντίθετος ήταν ο ξένος παράγοντας, κυρίως οι Άγγλοι. Ο Καποδίστριας ήλθε στην Ελλάδα με υποδοχή μεσσία, γνωρίζοντας όμως ότι θα σηκώσει τον βαρύ σταυρό του μαρτυρίου. Βρισκόταν μπροστά σε μια ερειπωμένη χώρα, λεηλατημένη από την δουλεία αιώνων, και για να αναστηθεί χρειάστηκαν ποταμοί αίματος.
Βρήκε διάλυση παντού, αυθαιρεσίες στρατιωτικών, κοινωνικές συγκρούσεις, λαθρεμπόριο, λεηλασία του δημοσίου χρήματος, ο στόλος σε ακινησία… Αυτήν τη χώρα ήρθε να κυβερνήσει, γνωρίζοντας το δύσκολο έργο που αναλαμβάνει, αλλά και το γεγονός ότι θα γίνει στόχος του φθόνου, των συκοφαντιών και των δολοπλόκων, Ελλήνων και ξένων. Εν τούτοις, έβαλε πάνω απ’ όλα αυτά το χρέος προς την πατρίδα και να εργασθεί σκληρά γι’ αυτήν.
Τις πρώτες πέντε μέρες στην Αίγινα, ο Καποδίστριας είδε πολιτικούς και οπλαρχηγούς, τους είπε τις απόψεις του, που έγιναν δεκτές, αφήνοντας όμως και την απειλή πως αν δεν γίνουν εκείνα που πρέπει τα… μαζεύει και φεύγει. Εξέδωσε αμέσως κώδικα νόμων, και προέβη σε κατανομή αρμοδιοτήτων, οργάνωση και πειθαρχία στρατού και στόλου, πιστή τήρηση των νόμων, εξάλειψη της πειρατείας και της ληστείας. Ψήφισε το Σύνταγμα της Τροιζήνας το Μάϊο του 1827, καθιέρωσε την διάκριση των εξουσιών, υπογραμμίζοντας ότι «η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος, πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού». Όμως, έσπευσε λίγες μέρες μετά να αναστείλει την ισχύ του Συντάγματος…
Το κυβερνείο του Ιωαννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο
Το θέρος του 1927 ο Γάλλος στρατηγός Φαβιέρος οργάνωσε το στρατό, το 1829 συνεστήθη η Σχολή των Ευελπίδων, ενώ ο Καποδίστριας δημιούργησε τη Λιμενική Αστυνομία, ίδρυσε Ορφανοτροφείο στην Αίγινα για 500 ορφανά αγωνιστών της Επανάστασης, έλαβε μέτρα για την υγεία και γεωργία, ίδρυσε εκπαιδευτήρια, μουσική σχολή, Μουσείο Αρχαιοτήτων (με καταπολέμηση της αρχαιοκαπηλίας), τυπογραφείο για την εκτύπωση κρατικών κειμένων, διδακτικών βιβλίων, εφημερίδων, καθώς και στατιστική υπηρεσία που διενήργησε την πρώτη απογραφή πληθυσμού, που ήταν 569.000.
Για τη δημοσιονομική πολιτική ο Καποδίστριας είπε: «τώρα που ελευθερώθημεν πρέπει να προαγάγωμεν όσον το δυνατόν τα οικονομικά μας, καλή αυτών διαχείρισις σημαίνει δια το μέλλον Μεγάλη Πατρίς». Και στέλνοντας το μήνυμα στους γραμματείς (υπουργούς), είπε ότι «εφ’ όσον τα ιδιαίτερα εισοδήματα μου αρκούν δια να ζήσω, δεν πρόκειται να αγγίξω ούτε οβολό από τα δημόσια χρήματα. Μόνον αν μείνω αδέκαρος θα καταφύγω στο δημόσιο ταμείο και αυτό μόνο για τα έξοδα που απαιτεί η εκτέλεση των καθηκόντων μου. Αποστρέφομαι και απορρίπτω ανέσεις, αναπαύσεις του βίου και κάθε πολυτέλεια, ενόσω το έθνος είναι κυκλωμένον από ερείπια και ο λαός εις εσχάτην πενία. ‘Ο,τι έχω, ζωή, περιουσία, φιλίες εις την Ευρώπην, κεφάλαια, γνώσεις, τα αφιερώνω εις την πατρίδα. Ελπίζω, ότι όσοι εξ’ υμών συμμετάσχουν εις την Κυβέρνησιν θέλουν γνωρίσει μεθ' εμού ότι εις τας παρούσας περιπτώσεις, όσοι ευρίσκονται εις δημόσια υπουργήματα δεν είναι δυνατόν να λαμβάνουν μισθούς αναλόγως με τον βαθμό του υψηλού υπουργήματός των και με τας εκδουλεύσεις των, αλλ’ ότι οι μισθοί ούτοι πρέπει να αναλογούν ακριβώς με τα χρηματικά μέσα, τα οποία έχει η κυβέρνησις εις την εξουσία της».
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Ο Καποδίστριας έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθια προς τους Γάλλους και παγερή αδιαφορία προς τους Άγγλους, που τον αγνόησαν όταν επισκέφθηκε το Λονδίνο και όταν διαπίστωσε ότι η ελληνική γη ήταν υποθηκευμένη στους Άγγλους δανειστές μας. Ωστόσο, είχε σκληρούς αντιπάλους εντός της Ελλάδος ·πύκνωσαν οι τάξεις των δυσαρεστημένων και… θεσιθηρών, που εστρέφοντο στη δημοσιογραφία για να τον πλήξουν. Τότε κυκλοφορούσε και το περίφημο: «ή υπούργημα μου δίδεις, ή εφημερίδα γράφω…».
Για τους λεγόμενους λογιότατους-διανοούμενους-κουλτουριάρηδες, θα πει το αμίμητο: «Το κακόν υμών των λογιωτάτων είναι, ότι μόλις μάθετε μερικούς κανόνες της γραμματικής, έστω και εις την γερμανικήν, μόλις ιδήτε μερικά βουνά της Ευρώπης, χειροτονείσθε μόνοι διορθωταί της κοινωνίας και νομοθέται της Πολιτείας. Πλην, άλλο γραμματική, άλλο κοινωνία και άλλο Πολιτεία. Τόσο πολύς καπνός γεμίζει τας κεφαλάς υμών, ώστε δεν εννοείτε οποίον και οπόσον χάσμα διαχωρίζει την κοινωνίαν και την Πολιτείαν από την γραμματικήν...»! Μας χρειάζεται σήμερα ένας Καποδίστριας;
Πηγή: Pontos-News
Εκτός από τα πατριαρχεία (ιδίως το οικουμενικό) και τις κατά τόπους μητροπόλεις και επισκοπές, εκκλησιαστικά κέντρα με άμεση επίδραση στις ψυχές των πιστών είναι οι μονές, προ πάντων οι μεγάλες μοναστικές κοινότητες του Αγίου Όρους και των Μετεώρων, πολυύμνητες για το ιδεώδες φυσικό περιβάλλον, που εξασφαλίζουν την μόνωση και μεταρσιώνουν τον νου προς το θείο. Πραγματικά, όπως ο Άθως με την επιβλητική του ανύψωση ως τα σύννεφα, ως τον ουράνιο θόλο, έτσι και τα Μετέωρα, οι δυνατά ριζωμένοι στην γη θαυμαστοί βράχοι, που ξεπετάγονται με ορμή προς τα άνω, συμβολίζουν την τάση για έξαρση, για πρόσμειξη με το θείο.
Από τα κέντρα αυτά, ιδίως από το πρώτο, που βρίσκεται σε πνευματική επαφή με όλα τα μοναστήρια των ελληνικών χωρών, ακτινοβολεί η φλόγα της ορθοδοξίας προς κάθε κατεύθυνση. Από αυτά ξεκινούν, ιδίως προς τις δυτικές ελληνικές χώρες Μακεδονία και Ήπειρο, ευσεβείς μοναχοί, που πορεύονται εκούσια προς το «μαρτύριον» η προς την «ερημίαν», για να ιδρύσουν μονές και να τονώσουν με την διδασκαλία και με το παράδειγμά τους τους τρομοκρατημένους και απελπισμένους χριστιανικούς πληθυσμούς. Χαρακτηριστική είναι η κτίση πολλών νέων μονών επάνω στην Πίνδο, ιδίως από τα μέσα του 17ου αιώνα, ως τα Άγραφα κάτω.
Για το Άγιο Όρος έχουν γραφή εκατοντάδες βιβλία και χιλιάδες άρθρα, αλλά ελάχιστα απ’ αυτά προσφέρουν ακριβή και θετικά στοιχεία . Αισθητή είναι ακόμη η έλλειψη ενός μεγάλου συνθετικού έργου, ιδίως της εποχής της τουρκοκρατίας, το οποίο να χρησιμοποιή ευρύτατα τα έγγραφα των αρχείων της αντίστοιχης περιόδου (που μένουν σχεδόν απρόσιτα στον ερευνητή) με την προσπάθεια να εισδύση στην ουσία του μοναχικού βίου, στους κλυδωνισμούς της ψυχής των μοναχών και στους πνευματικούς των αγώνες.
Τις πιο πρώιμες, αλλά και ενδιαφέρουσες περιγραφές για το Άγιον Όρος τις έχουμε από Ρώσους προσκυνητές που με πολλές λεπτομέρειες, όπου η αλήθεια συχνά χάνεται μέσα στον μύθο, μιλούν για την κατάσταση και την ιστορία των μονών, για τα μετόχια και τα κτήματά τους στην Χαλκιδική και στην περιοχή της Θεσσαλονίκης (βλ. σ. 216-217 χάρτη Χαλκιδικής με τα μετόχια που είχε το Άγιον Όρος κατά τα πρώτα τη μετά την άφιξη των προσφύγων*), για τους θησαυρούς που κρύβουν, για τα ποικίλα και πολύτιμα δώρα βυζαντινών βασιλέων, για τα άγια λείψανα και τα θαύματά τους, και για άλλα ενδιαφέροντα πράγματα που όλα μαζί συνθέτουν την θρησκόληπτη ατμόσφαιρα της εποχής. Κατά τα τέλη του 15ου αιώνα ο Ρώσος προσκυνητής Ησαϊας μνημονεύει τα μισά σχεδόν μοναστήρια ως σλαβικά και αρβανίτικα: Δοχειαρίου, Γρηγορίου, Αγ. Παύλου, ένα κοντά στον Αγ. Παύλο αφιερωμένο στον Αγ. Ιωάννη τον Θεολόγο (εννοεί ασφαλώς την μονή Διονυσίου), Χιλανδαρίου σερβικά, Παντελεήμονος ρωσικό, Σίμωνος Πέτρας βουλγαρικό, Καρακάλλου και Φιλοθέου αρβανίτικα. Του Ζωγράφου, Κασταμονίτου, Ξηροποτάμου και Κουτλουμουσίου δεν τα προσδιορίζει, ενώ της Λαύρας, Βατοπεδίου, Παντοκράτορος και Σταυρονικήτα τα ονομάζει ρητά ελληνικά. Νομίζω ότι η πληροφορία του είναι αξιόπιστη και χαρακτηρίζει την ελεύθερη πια διακίνηση των σκλαβωμένων χριστιανικών λαών μέσα στον χώρο της οθωμανικής αυτοκρατορίας, και ιδίως την κάθοδο των Σλάβων και Αλβανών (πιθανότατα Βορειοηπειρωτών), όχι μόνο γεωργών, αλλά και μοναχών προς την Βόρεια Ελλάδα, Μακεδονία και Θράκη.
Την γνώμη μου αυτή την επιβεβαιώνουν δύο έγγραφα της «Συνάξεως»: το ένα, του 1399, το υπογράφουν σλαβικά μόνον οι αντιπρόσωποι του Χιλανδαρίου και Διονυσίου, ενώ το άλλο, του 1505 (σύγχρονο δηλαδή του Ησαϊα), το υπογράφουν 18 αντιπρόσωποι, από τους οποίους οι 11 βάζουν την υπογραφή τους στα σλαβικά. Δηλαδή κατά τον 15ο αι. και ιδίως μετά την Άλωση οι μονές του Αγ. Όρους αριθμούν πολλούς Σλάβους μοναχούς. Γι’ αυτό και από τις αρχές του 16ου αι. παρατηρείται κάποια αντίδραση ορισμένων Ελλήνων μοναχών εναντίον του εκσλαβισμού των μονών, αν κρίνουμε από ορισμένες ενδείξεις που θα αναφέρουμε σε άλλα μέρη. Ο ελληνισμός φοβισμένος αρχίζει ν’ αμύνεται.
Εκτός από τις περιγραφές των Ρώσων προσκυνητών, σύντομες, αλλά θετικές, είναι οι πληροφορίες του Pierre Belon, ο οποίος φλέγεται από την επιθυμία να επισκεφθή τον ιερό εκείνο τόπο και να γνωρίση την ιδιότυπη ζωή των μοναχών. Ενθουσιασμένος από το φυσικό περιβάλλον σημειώνει ότι δεν γνωρίζει άλλον τόπον πιο κατάλληλο για μόνωση.
Αν κάποιος έλθη στο Άγιο Όρος, για να γίνη καλόγερος, και έχη κάποια περιουσία, τότε και αυτή ενσωματώνεται στην περιουσία του μοναστηριού. Το κακό όμως είναι ότι οι υποψήφιοι μοναχοί κείρονται συνήθως αδοκίμαστοι και αμέσως κατόπιν στέλνονται σε διάφορες αγροτικές εργασίες, σε κοπάδια ζώων, μύλους κ. λ. με αποτέλεσμα να φθείρωνται οι ψυχές τους.
Οι 6.000 μοναχοί ζουν σε 24 παλιά μοναστήρια σκορπισμένα εδώ και εκεί, καλοχτισμένα και οχυρωμένα με ψηλά τείχη, για ν’ αντιστέκωνται στις επιδρομές των πειρατών, αν και συνήθως αυτοί - ακόμη και οι Τούρκοι - δεν τα πειράζουν.
Όλοι οι μοναχοί είναι ντυμένοι φτωχικά και εργάζονται. Ξεκινούν κάθε πρωί για τις δουλειές τους με το δισάκκι τους ριχμένο στον ώμο γεμάτο παξιμάδια και μερικά κρομμύδια και με τα εργαλεία τους στο χέρι, τσάπα, σκαπάνη η κλαδευτήρι. Άλλοι τσαπίζουν τ’ αμπέλια, άλλοι κόβουν ξύλα και άλλοι κάνουν καράβια. Άλλοι πάλι κλώθουν μαλλί η είναι ράφτες, τσαγκάρηδες, κτίστες, ξυλουργοί κ. λ.. Κάνουν ωραία ξύλινα κουτάλια, ξυστριά για την ράχη, κύπελλα, δίσκους ποικιλόχρωμους και άλλα ωραία αντικείμενα, βιοτεχνία που επιζεί ακόμη ως σήμερα.
Οι μοναχοί δεν τρώγουν κρέας, ακόμη και ψάρια, ιδίως την Σαρακοστή. Αρχίζουν με κρομμύδια ωμά και σκόρδα. Η κύρια τροφή τους είναι ελιές και κουκκιά βρεγμένα. Τελειώνουν με ρόκα και κάρδαμο. Φιλοξενούν τους επισκέπτες δωρεάν. Επειδή θεωρούνται ότι τηρούν αυστηρότατα τους κανόνες του μοναχικού βίου, οι ορθόδοξοι λαοί, όπου και αν κατοικούν, στα Βαλκάνια, στην Ρωσία, στην Πολωνία, στον Καύκασο, στην Μιγγρελία κ. λ., τους σέβονται πολύ περισσότερο από τους άλλους μοναχούς. Ακόμη σέβονται ιδιαίτερα και εκείνους τους μοναχούς του Σινά, του Λιβάνου, των ερήμων της Συρίας κ. λ., που έμειναν ένα διάστημα στο Άγιο Όρος. Αλλά και όλοι γενικά αναγνωρίζουν την αγιότητα του Όρους και σέβονται βαθύτατα ιδίως τους ασκητές. Οι μοναχοί πληρώνουν κεφαλικό φόρο (κοινώς λεγόμενο χαράτς) 3 τάλληρα κάθε χρόνο κατά κεφαλή. Αγοράζουν με δικά τους χρήματα τα ρούχα τους και τα απαραίτητα εργαλεία, για να καλλιεργούν την γη τα μοναστήρια έχουν εισοδήματα από διάφορες χώρες της ορθοδοξίας, κυρίως από την Ρωσία και την Βλαχία. Συχνά μάλιστα στέλνουν μοναχούς στο εξωτερικό, για να ζητήσουν την ελεημοσύνη των χριστιανικών λαών. Αυτοί είναι οι λεγόμενοι «ταξιδιώτες». Η έξοδος αυτή, που οι ζηλωτές του αυστηρού πνεύματος την κατακρίνουν ως διαλυτική του μοναχισμού, διαρκεί συνήθως δύο τρία χρόνια. Μετά την επιστροφή τους παραδίδουν τα χρήματα στον σκευοφύλακα του κάθε μοναστηριού, ο οποίος αντιμετωπίζει τις διάφορες ανάγκες και τα υπόλοιπα τα κρατεί για να πληρώση τα έξοδα ενός άλλου ταξιδιού.
Οι μοναχοί που κινούν την περιέργεια μαζί και τον θαυμασμό του κόσμου είναι οι ερημίτες, εκείνοι δηλαδή που, ύστερ’ από συμβίωση πολλών ετών στο μοναστήρι, αναχωρούν ένας - ένας χωριστά στην «έρημον», όπου περνούν τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής τους σιωπηλοί με την σκέψη τους στραμμένη προς το θείο, τρώγοντας τρεις ή δύο ή και μία φορά την εβδομάδα μόνο ψωμί ή χόρτα, ρίζες και κάστανα. Αυτοί συνήθως είναι οι οραματιστές προφητειών.
Από τους μεταγενεστέρους ξένους περιηγητές που μας πληροφορούν για τον Άγιον Όρος ο πιο αξιόπιστος είναι ο Άγγλος John Covel, ο πρώτος Άγγλος που το επισκέφθηκε επί Τουρκοκρατίας, στα 1677. Ο Covel (σ’ αυτόν βασίζεται ο Ricaut) περιγράφει τα μεγαλύτερα μοναστήρια και δίνει ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την οργάνωση του Όρους και ιδίως για τα αξιώματα και την διοίκηση της Λαύρας. Αναφέρει ότι ο οικουμενικός πατριάρχης δεν επεμβαίνει στην εσωτερική διοίκηση, αλλά μόνο διορίζει κατά παράδοση τον αρχιερέα, τον μητροπολίτη Ιερισσού και Αγ. Όρους, ο οποίος είναι υπό τον Θεσσαλονίκης και μένει άλλοτε στις Καρυές και άλλοτε στην Σιδερόκαψα. Έχει σωθή μάλιστα και δημοσιευθή μπεράτι σχετικό με τον διορισμό μητροπολίτη του Αγίου Όρους στα 1482.
Ο πραγματικός ανώτατος εκκλησιαστικός άρχοντας του τόπου είναι ο Πρώτος. Αυτός καθήκον έχει να εποπτεύη τα διασπαρμένα στο Αγ. Όρος κελλιά των αναχωρητών και σε κοινές συνεδρίες στο Π ρ ω τ ά τ ο ν στις Καρυές μαζί με τους γέροντες των κελλιών να διαλύη τις έριδες των μοναχών και των μονών. Ο Πρώτος παύει να εμφανίζεται κατά τα τέλη του 16ου αιώνα.
Την θέση του Πρώτου την παίρνουν τώρα οι «γέροντες της Συνάξεως» ή «επιστάται». Είναι οι αντιπρόσωποι των μονών στο Πρωτάτο. Έτσι σχηματίζεται εκεί ένα είδος γενικής συνέλευσης, η σημερινή «Σύναξις», που εξετάζει τα ζητήματα που ενδιαφέρουν την μοναστική κοινότητα.
Στις Καρυές εδρεύει Τούρκος αγάς με δύο ή τρεις άνδρες, για να προστατεύουν τις μονές από τις καταπιέσεις των άλλων Τούρκων, ειδικά των ναυτικών της Μπαρμπαριάς. Ο αγάς (από το σώμα των μποσταντζήδων) διορίζεται από τον μποσταντζή μπασή ως αντιπρόσωπός του και μένει στην θέση αυτή δυο χρόνια. Η ετήσια μισθοδοσία του επιβαρύνει τους μοναχούς. Ακόμη κάθε μονή τον προσκαλεί στην πανήγυρη του ναού της και (εκτός από την διατροφή αυτού και της ακολουθίας του) του δωρίζει ένα πουγγί με νομίσματα ανάλογα με την οικονομική της αντοχή.
Ως προς την εσωτερική διοίκηση, ορισμένες μονές, ιδίως Λαύρας και Βατοπεδίου κατά τον 16ο αι. για διάφορους λόγους, κυρίως οικονομικούς, εγκαταλείπουν το κοινοβιακό καθεστώς και υιοθετούν το ιδιόρρυθμο σύστημα ή το μεικτό ιδιόρρυθμο. Το καθεστώς αυτό ενισχύθηκε επί Ιερεμία Β’ και αυτό γενικά, φαίνεται, ακολούθησαν τα μοναστήρια παρά τις διαμαρτυρίες ορισμένων ασκητικών μορφών και τις προσπάθειες τους για την επαναφορά του κοινοβιακού θεσμού.
Το παρακάτω απόσπασμα πράξεως της μονής Λαύρας, που έχει συνταχθή στις αρχές του 18ου αι., προσπαθεί να δικαιολογήση με τα εξής την παρέκκλιση από τα αυστηρά τυπικά του Αγίου Αθανασίου:
«Δεν μας συγχωρεί την σήμερον (η έπαρσις της αθεΐας και το βαρβαρικόν ξίφος) φροντίζειν ποσώς περί των τοιούτων παραδόσεων, ως περιττών όντων εν τω παρόντι καιρώ, οπού το ευαγγέλιον της χάριτος υβρίζεται και καταπατείται και αντιλέγεται φανερώς υπό των απίστων. Φυλάττειν δε μόνον τον όρον και την τάξιν της ευσεβείας και τον αγιασμόν του Πνεύματος, όπως μη επέλθη εφ’ ημάς καμμία εγκατάλειψις από της εξωτερικής αρπαγής και συγχύσεως τότε ούτε κανόνες, ούτε τύποι Πατέρων βοηθήσαι όλως ισχύσουσιν ημίν. Εν τούτοις μόνοις ζητείν την ασφάλειαν το γε νυν έχον και τα λοιπά παρατρέχειν ως μη χρησιμεύοντα εις τον παρόντα αιώνα, του παλαιού καιρού εκείνα πάντα τυγχάνοντα αξιώματα και θεωρίαι και μελετήματα».
Πραγματικά οι μονές του Αγίου Όρους (αλλά και όλες οι μονές) υποφέρουν από την έλλειψη ασφάλειας κατά τους πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας, από καταπατήσεις των γαιών τους από γειτονικούς Τούρκους σπαχήδες ή από παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους , από πειρατείες, ληστείες, από προστριβές μεταξύ τους για τα όρια των κτημάτων τους κ. λ. με αποτέλεσμα πολλές να διαλύωνται και να ερειπώνωνται ή να πέφτουν σε μεγάλα χρέη και φτώχεια. Μεγάλο πλήγμα κατά των μονών ήταν ιδίως η κατάσχεση των μετοχίων και των άλλων κτημάτων τους στα 1568, για την οποία έχουμε με κιόλας μιλήσει. Σχετικά το έτος ακριβώς εκείνο συστατικό έγγραφο του πατριάρχη Τιμοθέου προς τον μοναχό Δανιήλ Καστρήσιο, που βγαίνει για «ζητεία» στην Δυτική Ευρώπη για την μονή των Ιβήρων, μιλεί για αβάσταχτα χρέη της και τόκους και κοντά σ’ αυτά για την μεγάλη ζημιά που έπαθαν τον προηγούμενο χρόνο από τους Τούρκους, οι οποίοι τους είχαν κατηγορήσει ότι εφοδίαζαν τους Φράγκους με τρόφιμα .
Η ακμή που είχαν γνωρίσει τα μοναστήρια επί των βυζαντινών βασιλέων δεν επρόκειτο πια να ξαναγυρίση. Γι’ αυτό τόσον αυτά, όσο και τα άλλα, έστελναν απεσταλμένους στις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού, οι οποίες τα βοηθούσαν, όπως μπορούσαν πολλοί επίσης ορθόδοξοι ηγεμόνες, ιδίως της Ρωσίας, της Βλαχίας και Μολδαβίας ή και φιλόθρησκοι ιδιώτες έστελναν συχνά χρήματα για ν’ ανακουφίσουν τις μονές ή να εξοφλήσουν τα χρέη τους, καθώς και άλλα αφιερώματα, κεντητούς επιτάφιους, χειρόγραφα ευαγγέλια η άλλα χειρόγραφα και έντυπα θεολογικά βιβλία (τυπωμένα στα τυπογραφεία των ρουμανικών μονών ή πόλεων, Ιασίου, Βουκουρεστίου, Ρύμνικ, Τιργκόβιστε και Σναγκόβ), αναλάμβαναν την προστασία ορισμένων μονών, έκτιζαν ή επισκεύαζαν διάφορα οικοδομήματα και γενικά διατηρούσαν ποικίλες πνευματικές σχέσεις μαζί τους. Ειδικά με τις ρουμανικές χώρες οι σχέσεις ήταν στενές. Πολλοί Αγιορείτες έρχονταν στην Μολδαβία και Βλαχία, καθώς και Ρουμάνοι κατέβαιναν και μόναζαν σε διάφορες μονές του Αγ. Όρους.
Οι Φαναριώτες ηγεμόνες, που διαδέχονται στα 1711 τους Βλάχους και Μολδαβούς στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, δεν είναι τόσο γενναιόδωροι, όσο οι προκάτοχοί τους, γιατί ούτε τον πλούτο ούτε την πολιτική δύναμη εκείνων έχουν. Πάντως οι μονές του Αγ. Όρους, αλλά και άλλα εκκλησιαστικά ιδρύματα (μονές Μετεώρων, πατριαρχεία Ιεροσολύμων κ. λ.) με τις δωρεές είτε των ηγεμόνων είτε και των ιδιωτών αποκτούν στην Βλαχία και Μολδαβία μονές, εκκλησίες, μετόχια και άλλα ακίνητα, με λίγες λέξεις τεράστια κτηματική περιουσία, η οποία μετά την ανεξαρτησία των χωρών εκείνων δημιούργησε το μεγάλο μοναστηριακό ζήτημα.
Παρά ταύτα η οικονομική κατάσταση των μονών του Άθω συνεχώς χειροτερεύει εξ αιτίας των αβάσταχτων φόρων και τόκων. Τα πολλά χρέη που είχε συνάψει η Ιερά Κοινότητα έφεραν τα μοναστήρια σε εξαθλίωση γύρω στα 1600.
Η κατάσταση επιδεινώνεται μετά τον κρητικό πόλεμο (1645 - 1669) ως τα μέσα του επόμενου αιώνα, οπότε με την οικονομική, πνευματική και πολιτική άνοδο των Ελλήνων, αλλά και με την αφιλοκερδή γενναιοδωρία ιδίως των ηγεμόνων της Βλαχίας και Μολδαβίας αρχίζει νέα περίοδος οικονομικής και πνευματικής ακμής. Κτίζονται νέες οικοδομές με κύρια ύλη τα τούβλα ή με τούβλα και πελεκημένες πέτρες. Πολλά όμως κτήρια των μονών, μεγάλων ή μικρών, καθώς και σκήτες και κελλιά κτίστηκαν τις παραμονές της ελληνικής επανάστασης του 1821, μετά τις 2 Σεπτεμβρίου 1820, οπότε καταρρακτώδης βροχή είχε κάνει μεγάλες καταστροφές στο Άγιον Όρος.
Κατά τον 18° και αρχές του 19ου αι., ιδίως μεταξύ 1784 - 1813, οκτώ από τα μικρά μοναστήρια του Άθω, του Ξενοφώντος, Εσφιγμένου, Σίμωνος Πέτρας, Ρωσικό, Διονυσίου, Καρακάλλου, Ζωγράφου και Κουτλουμουσίου, γίνονται πάλι κοινόβια.
Ο Belon μιλώντας για την πνευματική κατάσταση του Αγίου Όρους γράφει ότι άλλοτε είχε πολλά και ποικίλα χειρόγραφα, ότι στην εποχή του ήταν κυρίως θεολογικά (σημ: φυσικό ήταν να είναι τα περισσότερα), ότι σε κάθε μοναστήρι βρίσκονται μόνο δυο ή τρεις μοναχοί που ξέρουν να γράφουν ή να διαβάζουν ‚ και αυτό γιατί δήθεν - ήταν απαγορευμένη με αφορισμό η μελέτη άλλων έργων, εκτός από τα θεολογικά. Η φιλοσοφία και η ποίηση βρίσκονταν υπό διωγμό -εννοείται το πνεύμα δυσπιστίας και η δυσμενής στάση απέναντι της φιλοσοφίας που επικράτησε μέσα στους κόλπους της ορθοδοξίας μετά τους ησυχαστικούς αγώνες.
Μολαταύτα το Άγιο Όρος ανέδειξε πολλούς λόγιους κληρικούς και ιεράρχες. Ιδίως διασώζεται εκεί κατά παράδοση η βυζαντινή μουσική, όπως μαρτυρεί ο πλούτος των μουσικών χειρογράφων και το πλήθος των ιεροψαλτών και μουσικών, Γενικά το Άγιο Όρος υπήρξε επί τουρκοκρατίας, όπως εύστοχα είχε παρατηρήσει ο επίσκοπος Σάμου Γεωργειρήνης, η «Μεγάλη Ακαδημία του ορθοδόξου μοναχισμού». Ήταν δηλαδή σύμβολο, ιδέα παρά σχολή. Οι υπηρεσίες των μοναχών του Άθω στην ορθοδοξία ήταν μεγάλες. Αυτοί, παρά την αμάθεια, την θρησκοληψία και την αργυρολογία κατά τις περιοδείες τους, ήταν εκείνοι κυρίως που με το φλογερό και αδιάλλακτο κήρυγμά τους ενθάρρυναν τους ορθοδόξους να εμμένουν στην πίστη τους και να μη προσέρχωνται στον ισλαμισμό ή στον καθολικισμό. Συγκεκριμένα οι καθολικοί ιερείς των Κυκλάδων αναγνώριζαν ότι ένα σημαντικό αίτιο που εμπόδιζε τον προσηλυτισμό των κατοίκων ήταν η δράση των μοναχών του Αγίου Όρους, οι οποίοι την μεγάλη Σαρακοστή τριγύριζαν στα νησιά, εξομολογούσαν τους απλούς κατοίκους, τους μετέδιδαν την Θεία μετάληψη και σύγχρονα κατηγορούσαν τον πάπα και την καθολική Εκκλησία. Έτσι φανάτιζαν εκείνους ακριβώς που ήταν ευάλωτοι από την καθολική προπαγάνδα.
Τὸν τελευταῖο καιρὸ ἀναθεωρητὲς τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας προσπαθοῦν νὰ ἀλλάξουν τὰ ἱστορικὰ δεδομένα, παρουσιάζοντας καινοφανεῖς ἀπόψεις γιὰ νὰ ἀνατρέψουν τὴν ἱστορική ἀλήθεια. Στόχος τους, νὰ ξαναγράψουν τὴν Ἱστορία ὑπὸ τὸ πρίσμα μίας κατευθυνόμενης, δῆθεν «προοδευτικῆς» ἰδεολογίας, μὲ ἐπικάλυμμα τὴν «ἐπιστημονικὴ τεκμηρίωση» ἀπὸ θολὲς πηγές. Μειώνουν τὸν ρόλο τῆς Ἐκκλησίας στὴν Ἐπανάσταση τοῦ ’21, σπιλώνουν ἀγωνιστὲς (Κολοκοτρώνης) καὶ τονίζουν ὅτι «ἡ ἐπίσημη Ἐκκλησία ἦταν ἀντίθετη στὴν Ἐπανάσταση καὶ τοὺς ἐλάχιστους ἀνώτερους κληρικοὺς ποὺ ἐλάμβαναν μέρος ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ ἀπειλοῦσε ὅτι θὰ ἀφορίσει».
Ἀποτελοῦν ὅμως αὐτὰ πραγματικὴ ἀντίθεση τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν Ἐπανάσταση τοῦ ’21; Τὴν ἀπάντηση στοὺς κατευθυνόμενους ἱστορικοὺς δίνει, μέσα ἀπ’ τὰ γραπτά του, ὁ πιὸ ἁρμόδιος ἀπ’ ἱστορία ὅλους, ὁ ἀκαδημαϊκὸς – ἱστορικὸς Κωνσταντῖνος Δεσποτόπουλος: «Εἶναι, φρονῶ, ἱστορικὰ ἐπιπόλαιη μία τέτοια γνώμη. Ἀγνοεῖται ἀπὸ τοὺς φορεῖς της ὅτι ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας ἦταν νὰ σώσει ζωὲς Ἑλλήνων καὶ ὅτι μὲ τὴν ἔναρξη τῆς Ἐπανάστασης τὸ μέγα πλῆθος τῶν Ἑλλήνων, κατοίκων ἐκτεταμένων περιοχῶν τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, βρέθηκαν αὐτομάτως σὲ κατάσταση ὁμηρείας.
Καὶ συνεχίζει ὁ Κ. Δεσποτόπουλος, ἀποστομώνοντας τοὺς διαστρεβλωτές τῆς Ἱστορίας:
«Ἐκινδύνευσε τότε νὰ ἐξολοθρευθεῖ μέγα πλῆθος Ἑλλήνων καὶ οἱ ἄντρες τῆς Φιλικῆς Ἐταιρείας νὰ καταστοῦν ὀλετῆρες τοῦ Γένους. Ὁ Σουλτάνος, ἔξαλλος, ὅταν ἔμαθε τὴν Ἐπανάσταση, ὑπέγραψε διάταγμα ἐξοντωτικὸ τῶν Ἑλλήνων τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Χρειαζόταν, ὅμως, νὰ τὸ προσυπογράψει καὶ ὁ θρησκευτικὸς τῶν Τούρκων ἡγέτης. Καὶ ὁ τότε κάτοχος τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ Χατζὴ Χαλὶλ ἐφέντης, ἀνὴρ φιλάνθρωπος, ἀρνήθηκε νὰ τὸ προσυπογράψει μὲ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι δὲν ἐπιτρέπει τὸ Κοράνι σφαγὴ ἀθώων καὶ μυστικὰ διαμήνυσε πρὸς τὸν Πατριάρχη νὰ τὸν ἐνισχύσει πρὸς τὴ σωστικὴ ἄρνησή του.
Τιμὴ καὶ δόξα
«Γιὰ νὰ σωθοῦν οἱ Ἕλληνες, ὁ μόνος τρόπος ἦταν ὁ θρησκευτικός τους ἡγέτης, ὁ Πατριάρχης, νὰ ἀποκηρύξει τὴν Ἐπανάσταση. Καὶ ἀνήκει τιμὴ καὶ δόξα στὸν Πατριάρχη Γρηγόριο τὸν Ε΄ γιὰ τὴ σωστικὴ τοῦ ὑπόδουλου Γένους ἀπόφασή του νὰ προβεῖ σὲ ἀποκήρυξη τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821. Καὶ ἀλίμονο γιὰ τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων, ἂν δὲν τὸ ἔκανε.
Ἐξάλλου, ἐπισημαίνουμε ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐπαναστάσεως, Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης, εἶχε διαμηνύσει ἀπὸ τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1821 πρὸς τὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη ὅτι ἐνδέχεται ὁ Πατριάρχης νὰ προβεῖ σὲ ἀποκήρυξη τῆς Ἐπαναστάσεως, γιὰ νὰ προστατεύσει τοὺς Ἕλληνες τῶν μὴ ἐπαναστατημένων περιοχῶν, καὶ ἡ ἀποκήρυξη αὐτὴ δὲν θὰ ἐκφράζει τὸ πραγματικὸ φρόνημά του (σ.σ.: αὐτὸ τὸ στοιχεῖο, οἱ… προοδευτικοὶ κατευθυνόμενοι ἱστορικοὶ σκοπίμως τὸ ἀποσιωποῦν!).
Δυὸ ἄντρες ὑπῆρξαν τότε σωτῆρες τοῦ ἔθνους. Ὁ Ἐθνομάρτυρας Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄καὶ ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας, ὁ ὁποῖος ἔσωσε τὴν Ἐπανάσταση μὲ τὴ διπλωματικὴ δεξιοτεχνία του, καθὼς ἐπέτυχε στὸ Λάιμπαχ νὰ ματαιώσει ἀπόφαση τῶν ἐκεῖ συγκεντρωμένων ἀρχηγῶν τῶν Μεγάλων τότε Δυνάμεων γιὰ ἐπέμβαση τοῦ ἀντεπαναστατικοῦ συνασπισμοῦ τῶν ἐναντίον τοῦ ἐθνικοαπελευθερωτικοῦ ἀγώνα τῶν Ἑλλήνων καί, μάλιστα, γιὰ νὰ ἐπιτύχει τὴ ματαίωση αὐτή, ἐδέησε νὰ συντάξει ὁ ἴδιος ἀποκήρυξη τοῦ Ἀλεξάνδρου Ὑψηλάντη ὡς Ἀρχηγοῦ τῆς Ἐπαναστάσεως τῶν Ἑλλήνων…
Δυὸ «ἀποκηρύξεις», λοιπόν, συνέβαλαν κρίσιμα γιὰ τὴν περίσωση τὸ 1821 τοῦ Γένους τῶν Ἑλλήνων καὶ γιὰ τὴ μὴ καταστολὴ μὲ διεθνῆ σύμπραξη τῆς ἀπελευθερωτικῆς του Ἐπαναστάσεως. Καὶ ἀποτελεῖ σφάλμα οἰκτρὸ τῶν ἱστορικῶν ἡ γνώμη γιὰ τὶς σωτήριες αὐτὲς «ἀποκηρύξεις» ὅτι ἐνέχουν ἀντίθεση τῶν αὐτουργῶν τους πρὸς τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση.
Πηγή: Ενωμένη Ρωμηοσύνη
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...