
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
’’Βίος ἀνεόρταστος, μακρὰ ὁδὸς ἀπανδόχευτος’’, ἔλεγαν οἱ παλιοί. Ζωὴ χωρὶς γιορτές, μοιάζει μὲ ταξίδι πολυήμερο χωρὶς ἀνάπαυση, χωρὶς ἀνεφοδιασμό. Ἡ 25η Μαρτίου, γιὰ μᾶς τοὺς Ἕλληνες, εἶναι πνευματικὸ πανδοχεῖο, ποὺ προσφέρει διπλὴ ἀνάπαυση καὶ διπλὸ ἀνεφοδιασμό. Καὶ ὁ λόγος εἶναι, ὅτι τὴν ἴδια μέρα ἑορτάζουμε δυὸ μοναδικὲς καὶ ἀνεπανάληπτες ἐλευθερίες μας. Πρῶτα τὴν ἐλευθερία ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου λόγω τῆς ἁμαρτίας, καὶ ἔπειτα τὴν ἐλευθερία τοῦ Γένους μας ἀπὸ τὴν τουρκικὴ σκλαβιά.
Στὸν λίγο χρόνο ποὺ ἔχουμε στὴν διάθεσή μας, θὰ ἀναφερθοῦμε στὸ δεύτερο σκέλος τῆς ἑορτῆς, ποὺ ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν ἐθνική μας παλιγγενεσία. Θέμα μας, τὸ παράπονο τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ ’21.
Ἀδελφοί μου,
Ἡ ἐπέτειος τῆς 25ης Μαρτίου θαρρῶ πὼς δὲν εἶναι ἁπλὰ καὶ μόνον μιὰ εὐκαιρία γιὰ μεγάλα λόγια, γιὰ ψεύτικες ἐπετειακὲς πολιτικὲς δηλώσεις, γιὰ ἐμβατήρια καὶ ἐξέδρες. Εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα μιὰ πρώτης τάξεως πρόκληση γιὰ γόνιμο προβληματισμὸ καὶ μιὰ ἐξαιρετικὴ ἀφορμὴ γιὰ συλλογικὴ καὶ προπάντων γιὰ προσωπικὴ αὐτοκριτική. Μιὰ αὐτοκριτικὴ βασισμένη κυρίως πάνω σε...
μιὰ σύγκριση τῶν δικῶν μᾶς ἐπιλογῶν καὶ ἀξιῶν σὲ σχέση μὲ τὰ ἰδανικὰ καὶ τὶς ἐπιλογὲς τῶν Ἀγωνιστῶν τοῦ ’21.
Θὰ ποῦνε ἴσως μερικοί: Καλά, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συγκριθοῦν οἱ συνθῆκες τοῦ ’21 μὲ τὶς τωρινές; Τί κοινὸ μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὰ χρόνια ἐκεῖνα καὶ τὰ δικά μας; Οἱ πρόγονοί μας τότε ἤσαν σκλαβωμένοι, ἐνῶ ἐμεῖς…
Ἀδελφοί μου, ἐὰν δὲν ἔχουμε ἀκόμα καταλάβει, ὅτι στὶς ἡμέρες μας ζοῦμε μιὰ σκλαβιὰ ἀσύγκριτα πιὸ σκοτεινὴ καὶ πιὸ ὕπουλη ἀπὸ ἐκείνη τὴν σκλαβιά, ποὺ βίωσαν οἱ πρόγονοί μας ἐπὶ τουρκοκρατίας, τότε εἴμαστε δυστυχῶς ἄξιοί τῆς μοίρας μας.
Ἐὰν δὲν ἔχουμε ἀκόμα συνειδητοποιήσει, ὅτι στὰ χρόνια μας εἴμαστε σκλαβωμένοι διπλά, δηλαδή, ὄχι μονάχα σὲ ξένους δυνάστες ἀλλὰ καὶ στὰ πάθη μας τὰ δαιμονικά, τότε πῶς θὰ πάρουμε τὴν ἀπόφαση νὰ ἐλευθερωθοῦμε; Τότε, μὲ ποιὸ ὅραμα, μὲ ποιὲς δυνάμεις, μὲ ποιὰ ἀποφασιστικότητα, προσδοκᾶμε νὰ ξαναπάρουμε πίσω τὴν χαμένη μας Ἐλευθερία, τὴν χαμένη μας τιμὴ καὶ ἀξιοπρέπεια, τὴν χαμένη μας ἀθωότητα;
Ἃς προχωρήσουμε, λοιπόν, νὰ δοῦμε πού βασίστηκαν οἱ ἀγωνιστὲς τοῦ ’21, ποιὰ ἦταν τὰ ἰδανικά τους, ποιὰ τὰ ὁράματά τους καὶ ποιὸς ὁ σκοπὸς τοῦ Ἀγώνα τους; Καὶ ἀφοῦ τοποθετήσουμε ἔπειτα τοὺς ἑαυτοὺς μας ἀπέναντί τους, νὰ δοῦμε, τελικά, δικαιώσαμε τοὺς Ἀγῶνες τους ἢ τοὺς ἔχουμε περιφρονήσει τόσο, ποὺ ἡ καρδιὰ τοὺς πονάει ἀπὸ θλίψη καὶ τὸ λαρύγγι τοὺς πνίγεται μέσα στὸ παράπονο;
Ἀδελφοί μου,
Τὰ γεγονότα τῆς Ἐπαναστάσεως μαρτυροῦν, ὅτι δύο εἶναι τὰ πιὸ δυνατὰ κοινὰ σημεῖα ἀναφορᾶς ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν Ἀγωνιστῶν τοῦ ’21: Ἡ Πίστη καὶ ἡ Πατρίδα. Ὅλες οἱ μάχες, ὅλες οἱ θυσίες γίνονται πρῶτα γιὰ τὴν Πίστη τὴν Ἁγία καὶ ἔπειτα γιὰ τὴν φιλτάτη Πατρίδα.
Βρισκόμαστε στὸ θρυλικὸ Ἰάσιο τῆς Μολδοβλαχίας. Τὰ παλληκάρια τοῦ Ἱεροῦ Λόχου –Πόντιοι στὴν πλειονότητά τους- ἀκοῦνε τὸν ἐπίσης ποντιακῆς καταγωγῆς Ἀλέξανδρο Ὑψηλάντη νὰ τοὺς προτρέπει: ''Εἶναι καιρὸς νὰ ἀποτινάξωμεν τὸν ἀφόρητον τοῦτον ζυγόν. Νὰ ἐλευθερώσωμεν τὴν Πατρίδα καὶ νὰ ὑψώσωμεν τὸ Σημεῖον δὶ οὗ πάντοτε νικῶμεν. Λέγω τὸν Σταυρόν. Μάχου ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος''.
Νὰ ὑψώσουμε, βροντοφωνάζει ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης, τὸν Τίμιο Σταυρὸ τοῦ Κυρίου μας, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ ὁποίου πάντοτε νικᾶμε καὶ νὰ τὰ δώσουμε ὅλα γιὰ τὴν Πίστη καὶ τὴν Πατρίδα.
Ἐμεῖς σήμερα τί κάνουμε; Ἀκοῦμε τὴν φωνὴ τοῦ Ὑψηλάντη;
Ἐμεῖς, σήμερα, ἀντὶ νὰ τὸν ὑψώσουμε τὸν Σταυρό, ὅπως ἔκανε ὁ Ὑψηλάντης, τὸν περιφρονοῦμε ὑβριστικά: Τὸν πετᾶμε ἀπὸ τὰ σχολεῖα καὶ τὶς δημόσιες ὑπηρεσίες, τὸν ἀφαιροῦμε ἀπὸ τὸ κοντάρι τῆς Σημαίας μας, τὸν βγάζουμε ἀπὸ τὰ στήθια μας καὶ ἀπὸ τὶς καρδιές μας, καὶ δὲν ξέρω ἐὰν σὲ λίγο, ἐν ὀνόματι τῆς νεοταξικῆς πολυπολιτισμικότητας, τὸν κατεβάσουμε ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοὺς τρούλους τῶν ἐκκλησιῶν μας.
Τὰ ἔργα μας, δὲν τὰ στερεώνουμε πιὰ στὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου μας, ὅπως τὰ στερέωναν οἱ ἀγωνιστὲς τοῦ ’21, ἀλλὰ ποῦ; Τὰ στηρίζουμε στὴν αὐτοπεποίθησή μας, στὴν ἐπιστημοσύνη μας, στὰ βρώμικα δανεικά των ἑβραϊκῶν τραπεζῶν, στοὺς δούρειους ἵππους τῶν ΕΣΠΑ, στὰ ναρκοθετημένα οἰκονομικὰ πακέτα τῆς λεγόμενης εὐρωπαϊκῆς ἕνωσης.
Ὅσο γιὰ τὶς μάχες, ποὺ δίνουμε σήμερα στὴν ζωή μας, εἶναι ὁλοφάνερο, ὅτι σὲ γενικὲς γραμμὲς ἔπαψαν νὰ εἶναι μάχες γιὰ τὴν Πίστη καὶ τὴν Πατρίδα, ὅπως καλοῦσε τοὺς ἀγωνιστὲς ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης. Ἔχουν μετατραπεῖ σὲ μάχες γιὰ τὴν ἀτομική μας καθαρὰ καλοπέραση. Μάχες γιὰ κέρδη, γιὰ καταθέσεις, γιὰ καριέρα, γιὰ δόξα. Πάντως ὄχι μάχες γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία μας καὶ τὴν Ἑλλάδα μας.
Στὴν Ἁγία Λαύρα, ὁ Ἐπίσκοπος Παλαιῶν Πατρὼν Γερμανὸς ὑψώνει τὸ ἱστορικὸ λάβαρο τῆς Ἐπανάστασης τοῦ ’21, εὐλογεῖ τοὺς ἀγωνιστὲς καὶ μεταξύ των ἄλλων βροντοφωνάζει: ''Ἦρθε ἡ ὥρα νὰ σπάσουμε τὰ δεσμὰ καὶ τὸν ζυγό, ποὺ βαραίνει τὸν τράχηλό μας. Καλύτερος εἶναι ὁ θάνατος μὲ τὸ ὅπλο ἀνὰ χείρας, παρὰ ἡ θέαση τοῦ ἐξευτελισμοῦ τῶν βωμῶν καὶ τῶν ἐστιῶν''.
Τὰ ἴδια γράφει στὰ ἀπομνημονεύματά του καὶ ὁ Μακρυγιάννης: ’’Ὅταν μου πειράξουν τὴν πατρίδα καὶ τὴν θρησκεία μου, θὰ μιλήσω, θὰ ‘νεργήσω κι ὅτι θέλουν ἅς μου κάνουν’’.
Σήμερα, ὅμως, ἀδελφοί μου, ὅταν μᾶς πειράζουν τὴν Πίστη ἢ τὴν Πατρίδα, συνήθως δὲν κάνουμε, αὐτὸ ποὺ θὰ ἔκανε ὁ Μακρυγιάννης. Προτιμᾶμε νὰ μείνουμε σιωπηλοί, ψυχροὶ καὶ ἀδιάφοροι. Μιὰ ταπεινωτικὴ ἥττα τῆς ποδοσφαιρικῆς μας ὁμάδας τολμῶ νὰ πῶ, ὅτι ἴσως μᾶς ἐξαγριώνει περισσότερο.
Τὰ παραδείγματα; Ἀμέτρητα!
Μήπως, ὡς λαό, μᾶς ἔθιξαν τὰ γεγονότα τῶν Ἰμίων; Σὲ ποιὸ σχολεῖο σήμερα γίνεται λόγος γιὰ τὰ ἠρωϊκὰ μᾶς ἐκεῖνα παιδιά, πού θυσιάστηκαν γιὰ τὴν Πατρίδα ἐκεῖνο τὸ βράδυ; Θὰ μᾶς πεῖ κανεὶς ποιὸ βόλι τὰ θανάτωσε;
Μήπως μᾶς πειράζει τὸ νέο παιδομάζωμα; Ἔρχεται ὁ κύριος Φοῦχτελ, ἁρπάζει τὰ παιδιά μας καὶ ἐμεῖς χαιρόμαστε, πού σώζονται! Ποῦ; Στὰ χέρια τῶν Γερμανῶν!
Μήπως φαίνεται ἀπὸ τὴν στάση μας, ὅτι μᾶς προβληματίζει στὰ σοβαρὰ ἡ κατάργηση τῶν συνόρων μας καὶ ἡ ἀπώλεια τῆς ἐθνικῆς μας κυριαρχίας;
Τί κάνουμε ὡς λαὸς καὶ ὡς ἡγεσίες, γιὰ νὰ ἀποτρέψουμε τὴν κοινωνική, πολιτισμικὴ καὶ δημογραφικὴ ἀλλοίωση, ποῦ ἐπιχειρεῖται σήμερα σὲ βάρος τῆς Πατρίδας μας, μὲ ἀφορμὴ τάχα τὸ προσφυγικό;
Ἀδελφοί μου, ἃς μὴν μπερδευόμαστε. Ἄλλο πράγμα ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη πρὸς τοὺς ὄντως πρόσφυγες καὶ ἄλλο ἡ ἀνεξέλεγκτη ἐγκατάσταση φανατικῶν μουσουλμάνων μέσα στὴν αἱματοβαμμένη ἀπὸ τὸ Ἰσλὰμ πατρίδα μας.
Στὸν Ἀγώνα τοῦ ’21 ἔδωσαν τὸ αἷμα τοὺς ἕνα ἑκατομμύριο πρόγονοί μας. Δέκα πατριάρχες καὶ 120 ἐπίσκοποι ἔχασαν τὰ κεφάλια τους ἀπὸ τὴν χατζάρα τοῦ Ἰσλάμ.
Αὐτὴ τὴν ὥρα, μονάχα στὸν Πειραιά, λειτουργοῦν σαράντα τεμένη!
Γι’ αὐτὸ θυσιάστηκαν γιὰ τὴν Πατρίδα καὶ τὴν Ὀρθοδοξία ὅλοι αὐτοί; Γιὰ νὰ ξαναγεμίσει ἡ Πατρίδα μας τζαμιά; Δὲν μᾶς ἔφτασαν χίλιοι ἑκατὸ Νεομάρτυρες; Θέλουμε κι ἄλλους;
Καὶ γιὰ τὸν ἐξευτελισμὸ τῶν ἑστιῶν, πόσο ἄραγε θιγόμαστε καὶ ἀντιδροῦμε, ὅταν ἀφήνουμε τὸν θεσμὸ τῆς οἰκογένειας στὴν πατρίδα μας νὰ διαλυθεῖ, ὅταν τὸν θεοσδοτο γάμο τὸν περνᾶμε μέσα ἀπὸ τὰ δημαρχεῖα καὶ ὄχι μέσα ἀπὸ τὶς ἐκκλησιές μας, ὅταν ἀναδεικνύουμε τὸν σοδομισμὸ σὲ ἀξία γαμική, ὅταν οἱ γονεῖς κατάντησαν βάρος καὶ ἡ παιδοποιία βάσανο παραπανίσιο, ὅταν δολοφονοῦμε πάνω ἀπὸ 300.000 ἀγέννητα παιδιὰ τὸν χρόνο;
Ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν ἐξευτελισμό, ποὺ δέχονται σήμερα ἄνθρωποι καὶ σύμβολα τῆς Πίστεώς μας, πόσο μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι μᾶς καίει, ὅταν, ὡς Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ἀνεχόμαστε νὰ ἀποκλείονται οἱ Ἱεράρχες μας ἀπὸ τὶς σχολικὲς αἴθουσες, ὅταν μένουμε σιωπηλοὶ στὴν ἀπόσυρση τῆς εἰκόνας τοῦ Κυρίου μας ἀπὸ τὴν εἴσοδο τῆς θεολογικῆς μας σχολῆς, ὅταν δεχόμαστε ἀδιαμαρτύρητα τὴν διακωμώδηση τοῦ ράσου σὲ καρναβαλικὲς ἐκδηλώσεις ἢ σὲ παρελάσεις σοδομιστῶν;
Μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ ’’κατορθώματά’’ μας, πῶς εἶναι δυνατόν, ἀγωνιστὲς σὰν τὸν Μακρυγιάννη καὶ τὸν Παλαιῶν Πατρὼν Γερμανό, νὰ μὴν ἔχουν παράπονα καὶ νὰ μὴν εἶναι πικραμένοι μαζί μας;
Ὁ μεγάλος Διδάχος τοῦ Γένους μας, ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ ἀκούραστος αὐτὸς Ἀγωνιστῆς γιὰ τὸ Ποθούμενο, γιὰ τὴν Ἐλευθερία τοῦ Γένους, στὶς διδαχὲς τοῦ ἔλεγε: ’’Πρέπει νὰ φυλάξετε τὴν πίστη σας καὶ νὰ τὴν στερεώσετε’’.
Ἐμεῖς σήμερα τί κάνουμε, ἀδελφοί μου; Ἐμεῖς σήμερα, ἀντὶ νὰ φυλάξουμε καὶ νὰ στερεώσουμε τὴν Πίστη μας, ὅπως προέτρεπε ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, πολὺ συχνά, δυστυχῶς, τὴν ὑπονομεύουμε καὶ τὴν ἀμβλύνουμε.
Φυλᾶμε τὴν Πίστη μας, ὅταν στὶς θεολογικές μας σχολὲς καὶ σὲ κάποιες ἀπὸ τὶς λεγόμενες ἀκαδημίες θεολογικῶν σπουδῶν, τὰ τελευταῖα χρόνια, περιφρονοῦμε τοὺς Ἁγίους Πατέρες, ποὺ εἶναι οἱ στυλοβάτες τῆς Πίστεώς μας, καὶ διδάσκουμε θεωρίες καὶ πρακτικὲς δῆθεν μεταπατερικές;
Φυλᾶμε τὴν Πίστη μας, ὅταν κάθε τόσο συμπροσευχόμαστε στὸ ἐξωτερικὸ μὲ αἱρετικοὺς καὶ ἀλλοθρήσκους; Ὅταν τὸ κοράνιο τὸ ὀνομάζουμε βιβλίο ἱερό, δοθείσης μάλιστα εὐκαιρίας τὸ δωρίζουμε κιόλας ἀντὶ τοῦ Εὐαγγελίου;
Στερεώνουμε τὴν Πίστη μας, ὅταν καταργοῦμε τὸν ὁμολογιακὸ χαρακτήρα τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν, καὶ τοὺς παραδοσιακοὺς θεολόγους μας τοὺς περιφρονοῦμε;
Ὅταν ἀναθέτουμε τὴν θεραπεία τῶν παθῶν τῆς ψυχῆς μας σὲ ψυχολόγους, σὲ ψυχοθεραπευτὲς καὶ σὲ ὁμοιοπαθητικούς, ἐνῶ ὁ μόνος θεραπευτὴς τῶν ψυχῶν μας εἶναι ὁ Κύριος Ἠμῶν Ἰησούς Χριστός, θεραπευτήριό Του ἡ Ἐκκλησίας μας καὶ μοναδικά Του φάρμακα τὰ Ἱερά μας Μυστήρια;
Φυλᾶμε τὴν Πίστη μας, ὅταν μὲ νόμους τῆς πολιτείας δῆθεν ἀντιρατσιστικούς, φιμώνουμε τὸν ἄμβωνα σὲ θέματα ὅπως ἡ ὁμοφυλοφιλία, οἱ ἐκτρώσεις, οἱ δυσώνυμες δυτικόφερτες ἐκτροπὲς τοῦ θεσμοῦ τοῦ γάμου, ἡ κάρτα τοῦ πολίτη, ἡ ἀχρήματη κοινωνία, λὲς καὶ ὅλα αὐτὰ δὲν ἀφοροῦν στὴν Πίστη μας, δὲν ἅπτονται τοῦ κεφαλαίου τῆς σωτηρίας μας;
Πῶς, λοιπόν, μὲ ὅλα αὐτὰ καὶ ἄλλα τόσα, νὰ μὴν εἶναι πικραμένος μαζί μας ὁ Ἐθναπόστολός μας, ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός; Καὶ πῶς νὰ μὴν πνίγεται ἀπὸ τὸ παράπονο, βλέποντάς μας νὰ παρατᾶμε κάποιες φορὲς ἀφύλαχτη τὴν πολυτίμητη Ὀρθοδοξία μας καὶ νὰ δηλώνουμε ἐνθουσιασμένοι μὲ τὰ ξυλοκέρατα, πού μᾶς ἔρχονται ἀπὸ τὴν Δύση;
Ὁ πρῶτος καὶ μοναδικὸς Κυβερνήτης μας ἦταν, ὡς γνωστόν, ὁ μέγιστός των Ἑλλήνων πολιτικῶν, ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας.
Ὁ εὐλογημένος αὐτὸς πρωτεργάτης τῆς ἐθνικῆς μας παλιγγενεσίας, δυστυχῶς γιὰ τὴν Πατρίδα μας, δὲν ἔμελλε νὰ ζήσει γιὰ πολύ.
Τὰ ἔργα του, τὸ ἦθος του, ἡ πίστη του καὶ γενικὰ ἡ προσωπικότητά του, ἔκαναν τοὺς ξένους νὰ τὸν φθονήσουν. Καὶ μὲ χέρι δικό μας δολοφονεῖται στὸ Ναύπλιο, τὴν Κυριακὴ 27 Σεπτεμβρίου τοῦ 1831, στὴν εἴσοδο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος, στὶς ἕξι καὶ μισῆ τὸ πρωΐ.
Τυχαία ἡ μέρα, ἡ ὥρα καὶ ὁ τόπος τῆς δολοφονίας του; Ὄχι βέβαια. Διότι ὁ Κυβερνήτης συνήθιζε νὰ ἐκκλησιάζεται κάθε Κυριακὴ καὶ μάλιστα ’’ὄρθρου βαθέως’’.
Ἀδελφοί μου, ὡς Λαὸς καὶ ὡς Ἡγεσίες, ἀντέχουμε σήμερα νὰ μποῦμε ἀπέναντί του καὶ νὰ καθρεπτισθοῦμε στὸ Ἐκκλησιαστικὸ ἦθος τοῦ μεγάλου μας Κυβερνήτη; Στὶς ἡμέρες μας, ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες βαπτισμένοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, σὲ τί ἄραγε ποσοστὰ ἐκκλησιαζόμαστε, ὄχι βεβαίως καθ’ ἕξιν, ἀλλὰ μὲ γνήσιο Ὀρθόδοξο φρόνημα καὶ πνευματικὴ καθοδήγηση;
Καὶ ἀπὸ τὴν μεριὰ τῶν ἡγεσιῶν μας, πόσοι Ἕλληνες ἀξιωματοῦχοι ὑπάρχουν σήμερα, πού λειτουργοῦνται τακτικὰ τὶς Κυριακές, ὅπως ὁ Καποδίστριας, ἀναθέτοντας τὶς ὑποθέσεις τῆς Πατρίδας στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ;
Ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας, μέσα ἀπὸ τὴν δράση του καὶ τὰ γραπτά του, ἀποδεικνύεται ὅτι τὴν Ὀρθοδοξία τὴν εἶχε στὸ κέντρο τῆς καρδιᾶς του. Καὶ πλάϊ σ’ αὐτήν, φύλαγε ἄλλες δυὸ μεγάλες του ἀγάπες: Τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Παιδεία τὴν Ἑλληνική.
Τὸ ὅραμά του γιὰ τὴν Ἐθνική μας Παιδεία ἦταν ἕνα Σχολεῖο Ἑλληνικὸ καὶ Ὀρθόδοξο. Γι’ αὐτὸ καὶ διακήρυττε: «Τὰ σχολεῖα δὲν εἶναι ἁπλῶς τόποι προσκτήσεως γνώσεων, ἀλλὰ κυρίως φροντιστήρια ἠθικῆς, χριστιανικῆς καὶ ἐθνικῆς ἀγωγῆς».
’’Ἀποτελεῖ Θεία τιμή, ἔλεγε, τὸ νὰ ἀναθρέψει κάποιος Ἑλληνόπαιδες’’. Πῶς, ὅμως; ’’Μὲ τὶς γνώσεις τῆς Ἱερᾶς μας θρησκείας καὶ μὲ τὴν πάτριον γλώσσα’’ καὶ ὄχι μὲ τὴν ἀθεΐα καὶ τὴν ξένη γλώσσα ἀπὸ τὰ γεννοφάσκια μας, ὅπως κάνουμε σήμερα.
Ὅσο γιὰ τὴν Εὐρώπη, τὴν ὁποία σήμερα θεωροῦμε ’’τόπον ἐπαγγελίας’’, ὁ Καποδίστριας δὲν ἔτρεφε καὶ ἰδιαίτερη ἐκτίμηση. Γιὰ τὰ παιδιά, ποὺ ἔφευγαν στὴν Δύση γιὰ νὰ σπουδάσουν, ἔλεγε: «…ἀναγκαιότατον κρίνω νὰ συλλέξωμεν καὶ ἐπαναγάγωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα (νὰ φέρουμε πίσω) τους νέους Ἕλληνας, ὅσοι ἐπὶ προφάσει μαθήσεως διαφθείρωνται ἐν Εὐρώπη…».
Πῶς, λοιπόν, νὰ εἶναι εὐχαριστημένος ὁ Μεγάλος μας Κυβερνήτης καὶ μαζί του ὅλοι οἱ ἀγωνιστὲς τοῦ ’21, μὲ τὸ σημερινό μας ἐκκλησιολογικὸ φρόνημα, μὲ τὴν ἀπιστία τῶν σημερινῶν μας πολιτικῶν ἀνδρῶν, μὲ τὴ κατάντια τῆς Ἐθνικῆς μας Παιδείας;
Ὁ ὁπλαρχηγὸς Δημήτριος Μακρὴς ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπικεφαλεῖς ὁπλαρχηγοὺς στὴν ἠρωϊκὴ Ἔξοδο τοῦ Μεσολογγίου. Μὲ τὸ τέλος τοῦ πολέμου, ἐνῶ διέθετε δύναμη καὶ ἐπιρροή, δὲν ἀσχολήθηκε μὲ τὴν πολιτική. Ἀποσύρθηκε καὶ ἀσχολήθηκε μὲ τὰ χωράφια του καὶ τὰ ζωντανά του.
Ὅταν μετὰ ἀπὸ καιρό, ὁ Ὄθωνας θέλησε νὰ τὸν τιμήσει γιὰ τὴν προσφορά του στὸν Ἀγώνα, προτείνοντάς του τὴν θέση τοῦ Ὑπασπιστοῦ, ὁ γενναῖος ὁπλαρχηγὸς Δημήτριος Μακρὴς μὲ τὴν παροιμιώδη ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε, μᾶς ἄφησε μέγα μάθημα ἀξιοπρέπειας καὶ ἐσωτερικοῦ μεγαλείου.
Ἐμφανῶς ἐνοχλημένος καὶ κατηφής, εἶπε στὸν βασιλιά: "Μεγαλειότατε, ἐγὼ δὲν ξέρω νὰ τσακάω (διπλώνω) τὴ μέση μου" καὶ ἔφυγε μὲ τὸ κεφάλι ψηλά.
Στὶς ἡμέρες μας, ἀδελφοί μου, πόσοι ἄραγε ἀπὸ ἐμᾶς, στὴν καθημερινή μας ζωή, διαθέτουμε τὸ ἠθικὸ σθένος καὶ τὸ ψυχικὸ μεγαλεῖο τοῦ Κλέφτη Δημητρίου Μακρή;
Καὶ προπαντός, πόσοι ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς ἀξιωματούχους εἶναι ἀποφασισμένοι νὰ ποῦν ὄχι σὲ τιμητικὲς διακρίσεις, σὲ διευκολύνσεις καὶ σὲ οἰκονομικὲς παροχές, ποὺ προέρχονται ἀπὸ γνωστοὺς ἐχθρούς της Πίστεως καὶ τῆς Πατρίδος καὶ πού κρύβουν ἀπὸ πίσω ἀναμονὲς ἀνταλλαγμάτων;
Τὸ ’’δεν τσακάω τὴ μέση μου’’ τοῦ μεγάλου ἀγωνιστῆ Δημητρίου Μακρή, εἶναι δυνατὸν νὰ ταιριάσει μὲ τὸ πρωθυπουργικὸ ’’γιές σερ’’ τῆς βραδιᾶς των Ἰμίων ἢ μὲ τὸ ἄλλο ’’γιες’’ στὸ σχέδιο Ἀνᾶν;
Τὸ ’’δεν τσακάω τὴ μέση μου’’ τοῦ μεγάλου ἀγωνιστῆ Δημητρίου Μακρή, εἶναι δυνατὸν νὰ ταιριάσει μὲ τὸ ’’ναὶ’’ τὸ δικό μας στὴν σκλαβιὰ τῆς κάρτας τοῦ πολίτη καὶ στὴν φυλακὴ τῆς ἀχρήματης κοινωνίας, πού μᾶς ἔχουν ἑτοιμάσει;
Πῶς νὰ μὴν εἶναι, λοιπόν, πικραμένος καὶ παραπονεμένος ὁ ἀγωνιστὴς Δημήτριος Μακρής, ὅταν βλέπει σήμερα, ὅτι οἱ ἀπροσκύνητοι ἀνάμεσα στὸν λαὸ καὶ τοὺς ἡγέτες, τείνουν νὰ γίνουν εἶδος πρὸς ἐξαφάνιση;
Ἀδελφοί μου, ἐνῶ οἱ ἄλλοι λαοὶ στοὺς ἐθνικοὺς στοὺς ὕμνους μιλᾶνε γιὰ τὰ κατορθώματά τους καὶ τὶς ὀμορφιὲς τῆς πατρίδας τους, ἐμεῖς εἴμαστε ὁ μοναδικὸς λαὸς σὲ ὁλόκληρο τὸν κόσμο, ποὺ ὁ Ἐθνικός μας ὕμνος εἶναι ἕνας ὕμνος ἀφιερωμένος στὴν Ἐλευθερία.
Στὶς ἡμέρες μας ὀφείλουμε νὰ παραδεχθοῦμε, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς Ἐλευθερίας δὲν ἔχει τὸ ἴδιο εἰδικὸ βάρος μὲ ἐκεῖνο ποὺ εἶχε στὶς καρδιὲς τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ ’21. Ἐμεῖς σήμερα εὔκολα τὴν διαπραγματευόμαστε. Γιὰ τοὺς ἀγωνιστές, ὅμως, τοῦ ’21 ποτὲ δὲν ἦταν ὑπόθεση γιὰ διαπραγμάτευση. Δὲν τὴν ἀντάλλασαν μὲ τίποτε! Γιὰ παράδειγμα οἱ Σουλιῶτες:
Στὰ 1803, στὰ Γιάννενα, ὁ Ἀλὴ Πασὰς στὴν προσπάθειά του νὰ πείσει τοὺς Σουλιῶτες καπεταναίους νὰ παραδοθοῦν, τοὺς ὑποσχόταν, ὅτι ἀφοῦ παρέδιδαν τὸ Σούλι, θὰ τοὺς χάριζε ὅ, τί λαχταροῦσε ἡ ψυχή τους. Πῆρε, ὅμως, ἀπὸ τοὺς Σουλιῶτες τὴν ἑξῆς ἀπάντηση: ’’Ἡ λευτεριά μας, πασά μου, οὔτε ἀγοράζεται οὔτε πουλιέται μὲ θησαυροὺς καὶ ταξίματα, παρὰ μονάχα μὲ τὸ αἷμα καὶ τοῦ τελευταίου Σουλιώτη’’.
Θὰ ἔχουν ἄδικο σήμερα οἱ Σουλιῶτες καπεταναῖοι, ἐὰν θὰ εἶναι παραπονεμένοι καὶ θυμωμένοι μαζί μας;
’’Τί κάνετε ὠρέ, μᾶς φωνάζουν μὲ δυσαρέσκεια καὶ ἀγανάκτηση. Πουλᾶτε τὴν Ἐλευθερία, τὴν ὁποία σᾶς παραδώσαμε ἐμεῖς μὲ τὸ αἷμα μας, γιὰ μιὰ δῆθεν καλοπέραση, γιὰ μιὰ ψεύτικη εὐμάρεια; Τί τὰ θέλετε ὠρὲ τὰ δάνεια τῶν Ἑβραίων; Δὲν βλέπετε, ὅτι σᾶς ἔφθειραν καὶ σᾶς ὁδήγησαν στὰ μνημόνια, δηλαδὴ στὴν σκλαβιά; Δὲν βλέπετε ὅτι ἔχετε νὰ κάνετε μὲ σατανικοὺς δανειστές, ποὺ μισοῦν θανάσιμα τὴν Ἑλλάδα μας καὶ τὴν Ὀρθοδοξία μας’’;
Οἱ Ἀγωνιστὲς τοῦ ’21, ὄχι μονάχα δὲν διαπραγματεύονταν τὴν Λευτεριά τους, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ σὲ περιπτώσεις ὅπου ἡ στρατιωτικὴ ὑπεροχὴ τῶν τούρκων ἦταν συντριπτική, ποτὲ δὲν φέρθηκαν μὲ δειλία, μὲ συμβιβασμούς, μὲ ὑπολογισμοὺς κατὰ τὰ πρότυπά τα δυτικά.
Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ διάλογος ἀνάμεσα στὸν Κολοκοτρώνη καὶ τὸν Ἐγγλέζο ναύαρχο Χάμιλτων, σὲ μιὰ δύσκολη καμπὴ τοῦ Ἀγώνα. Τοῦ λέει ὁ Χάμιλτων: ’’Πρέπει οἱ Ἕλληνες νὰ ζητήσετε συμβιβασμὸ καὶ ἡ Ἀγγλία νὰ μεσιτεύσει’’.
Καὶ ὁ Κολοκοτρώνης τοῦ ἁπαντά: ’’Αὐτὸ δὲν γίνεται ποτέ. Ἐλευθερία ἢ θάνατος! Ἐμεῖς, καπετὰν Χάμιλτων, ποτὲ συμβιβασμὸν δὲν ἐκάμαμεν μὲ τὸν Τοῦρκον. Ἄλλους ἔκοψε, ἄλλους ἐσκλάβωσε μὲ τὸ σπαθὶ καὶ ἄλλοι, καθὼς ἐμεῖς, ἐζούσαμεν ἐλεύθεροι ἀπὸ γενεὰ εἰς γενεά’’.
Ἐξίσου χαρακτηριστικὴ εἶναι καὶ ἡ ἀπάντηση, ποὺ ἔδωσε ὁ μπουρλοτιέρης τῶν ψυχῶν Παπαφλέσσας πρὸς τοὺς συμπολεμιστές του, ὅταν ἐκεῖνοι, στὸ Μανιάκι, γιὰ λόγους ἀσφαλείας, τοῦ πρότειναν νὰ πιάσουν ταμπούρια σὲ ψηλότερες θέσεις στὸ βουνό: Τοὺς εἶπε: ''Ἐγὼ δὲν ἦρθα ἐδῶ γιὰ νὰ μετρήσω ἀπὸ τὰ ψηλώματα πόσος εἶναι ὁ στρατὸς τοῦ Μπαϊράμη. Ἦρθα νὰ πολεμήσω. Καθίστε ἐδῶ, νὰ πεθάνουμε σὰν ἀρχαῖοι Ἕλληνες''.
Ἀδελφοί μου, μὲ τέτοιο φρόνημα ἀνυπότακτο καὶ ἀσυμβίβαστο, ποὺ εἶχε ὁ Κολοκοτρώνης, θὰ ἀνεχόταν, νὰ ὑπάρχουν σήμερα στὴν Πατρίδα μας ἐν ἐνεργεία ὑπουργοί, ποὺ νὰ ἀρνοῦνται τὴν Γενοκτονία τῶν Ἑλλήνων τοῦ Πόντου, τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τῆς Θράκης;
Θὰ δεχόταν ὁ Γέρος τοῦ Μοριά, νὰ καταθέσει στεφάνι στὸν Μουσταφὰ Κεμάλ, τὸν ἐμπνευστῆ καὶ δράστη αὐτῆς τῆς Γενοκτονίας, ὅπως πράττουμε ἐμεῖς σήμερα;
Θὰ ἀνεχόταν ὁ γενναιότατος Παπαφλέσσας, νὰ ὑπάρχουν σήμερα στὴν Πατρίδα μᾶς ὑπουργοὶ καὶ πανεπιστημιακοὶ καθηγητές, ποῦ νὰ συνηγοροῦν στὴν ἵδρυση τμήματος ἰσλαμικῶν σπουδῶν μέσα στὴν Θεολογικὴ σχολὴ τῆς Θεσσαλονίκης μας;
Θὰ συμβιβαζόταν ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, νὰ διαφεντεύεται σήμερα ἡ Θράκη μας ἀπὸ τὸ τουρκικὸ προξενεῖο τῆς Κομοτηνῆς ἢ μήπως θὰ ἀνεχόταν, ἐν ὀνόματι τάχα κομματικῶν συμφερόντων, νὰ ἐκλέγονται στὴν Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, πράκτορες τουρκικῶν συμφερόντων;
Ὁ πατριωτισμός, ἀδελφοί μου, δὲν ἐννοεῖται σὲ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες ὡς κάτι ἀνεξάρτητο καὶ ξένο ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη μας. Πατριωτισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία σ’ ἐμᾶς πᾶνε μαζί. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς θυμίσω, τί ἔκαναν οἱ Φραγκολεβαντίνοι στὸ νησὶ τῆς Σύρου, σὰν εἶδαν ἀπὸ μακριὰ νὰ καταφθάνουν τὰ καράβια τοῦ Ἰμπραήμ: ἀρνήθηκαν τὴν ἑλληνική τους καταγωγὴ καὶ ὕψωσαν ἀμέσως στὰ μπαλκόνια τοὺς σημαῖες Ἰταλιάνικες καὶ Γαλλικές.
Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι πάνω ἀπ’ ὅλα ἔχουμε στὴν καρδιὰ μας τὸν Χριστὸ καὶ μὲ τὴν ἀγάπη τὴν δική Του ἀγαπᾶμε καὶ τὴν Πατρίδα μας. Ἔτσι καὶ ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, δὲν ἦταν ἁπλὰ καὶ μόνον ἕνας φιλόπατρις ἀγωνιστής. Ἦταν προπαντὸς ἄνθρωπος μὲ βαθιὰ πίστη στὸν Θεὸ καὶ μὲ ἐμπιστοσύνη μεγάλη στὴν Παναγιά μας.
Γράφει ὁ ἴδιος: ’’Ἦταν μιὰ ἐκκλησία εἰς τὸν δρόμον, ἡ Παναγία στὸ Χρυσοβίτσι, καὶ τὸ καθησιό μου ἦτο ὅπου ἔκλαιγα τὴν Ἑλλάς… Σίμωσα, ἔδεσα τὸ ἄλογό μου σ’ ἕνα δένδρο, μπῆκα μέσα καὶ γονάτισα. Παναγία μου, εἶπα ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μου καὶ τὰ μάτια μου δάκρυσαν. Παναγία μου, βοήθησε καὶ τούτη τὴ φορὰ τοὺς Ἕλληνες νὰ ψυχωθούν’’.
Ἀξίζει ἐδῶ νὰ μνημονεύσουμε ἕνα ἀκόμα περιστατικὸ ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ποὺ δείχνει τὶς πολὺ βαθιὲς Ὀρθόδοξες ρίζες του: Βρισκόμαστε στὸ Βαλτέτσι. Μόλις ἔχει τελειώσει ἡ ἀποφασιστικὴ ἐκείνη μάχη γιὰ τὴν τελικὴ ἔκβαση τοῦ Ἀγώνα. Διηγεῖται ὁ ἴδιος: ’’ Δώδεκα-δεκατρεῖς Μαΐου ἦτον. Εἴκοσι τρεῖς ὧρες ἐβάσταξε ὁ πόλεμος. Ἐκείνην τὴν ἡμέρα ἦτον Παρασκευὴ καὶ ἔβαλα λόγον ὅτι: Πρέπει νὰ νηστεύσωμεν ὅλοι διὰ δοξολογίαν ἐκείνης τῆς ἡμέρας, καὶ νὰ δοξάζεται αἰώνας αἰώνων ἐωσοῦ στέκει τὸ ἔθνος, διατὶ αὐτὴ ἦταν ἡ ἐλευθερία τῆς Πατρίδος’’.
’’Πρέπει νὰ νηστεύσωμεν ὅλοι διὰ δοξολογίαν ἐκείνης τῆς ἡμέρας’’.
Τί νὰ λέει ἄραγε σήμερα ὁ Γέρος τοῦ Μοριά, βλέποντάς μας νὰ διοργανώνουμε ξεφαντώματα μὲ γύρους καὶ σουβλάκια ἐν μέσω Μεγάλης Σαρακοστῆς, γιὰ νὰ τιμήσουμε τάχα τὴν Ἐπανάσταση τοῦ ’21;
Στὴν ἴδια γραμμὴ μὲ τὸν Κολοκοτρώνη, σὲ ὅτι ἀφορᾶ τὴν σχέση του μὲ τὴν Ὀρθοδοξία, στοιχίζεται καὶ ὁ ἄλλος μεγάλος ἄνδρας τῆς Ἐπανάστασης, ὁ στρατηγὸς Ἰωάννης Μακρυγιάννης.
Γράφει στὰ ἀπομνημονεύματά του: ’’Και βγῆκαν τώρα κάτι δικοί μας κυβερνῆτες, Ἕλληνες, σπορὰ τῆς ἐβραιουργιᾶς, ποὺ εἶπαν νὰ μᾶς σβήσουν τὴν Ἁγία Πίστη, τὴν Ὀρθοδοξία, διότι ἡ Φραγκιὰ δὲν μᾶς θέλει μὲ τέτοιο ντύμα Ὀρθόδοξον… Ἐμεῖς, μὲ σκιὰν μᾶς τὸν Τίμιον Σταυρόν, ἐπολεμήσαμεν. Καὶ αὐτὸς ὁ Σταυρὸς μᾶς ἔσωσε. Τόση μικρότητα στὸν Σταυρό, τὸν σωτήρα μας! Καὶ βρίζουν οἱ πουλημένοι εἰς τοὺς ξένους καὶ τοὺς παπάδες μας, τοὺς ζυγίζουν ἀναντρους καὶ ἀπόλεμους. Ἐμεῖς τοὺς παπάδες, τοὺς εἴχαμε μαζὶ εἰς κάθε μετερίζι, εἰς κάθε πόνον καὶ δυστυχίαν. Ντροπὴ Ἕλληνες!»
Ἀδελφοί μου, μὲ ὅλα αὐτὰ ποὺ πίστευε καὶ ὑπερασπιζόταν ὁ Μακρυγιάννης, θὰ μποροῦσε νὰ ἀνεχθεῖ σήμερα ἀδιαμαρτύρητα , μέσα στὴν ἴδια του τὴν Πατρίδα , νὰ περιφρονεῖται τὸ ράσο, νὰ ὑποτιμᾶται καὶ νὰ διώκεται ἡ Ὀρθοδοξία μας ἀπὸ τὸ σύνολο σχεδὸν τοῦ πολιτικοῦ μας προσωπικοῦ, νὰ φορολογοῦνται ληστρικὰ οἱ Ἐκκλησιές μας, νὰ μὴν διορίζονται παπάδες, ἀλλὰ τουναντίον νὰ ἀνοίγονται θέσεις γιὰ ἰμάμηδες καὶ νὰ χαρίζονται ἑκατομμύρια, ἀπὸ τὶς ἄδειες τσέπες τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων πολιτῶν, γιὰ τὴν λεγόμενη ἐκπαίδευση τῶν μουσουλμανοπαίδων;
Ἴσως γιὰ τὶς περιπτώσεις αὐτές, νὰ λένε κάποιοι ἀπὸ ἐμᾶς: Τί νὰ κάνουν οἱ πολιτικοί μας ἄρχοντες; Ἀναγκάζονται νὰ ἑλιχθοῦν διπλωματικά. Ὑποχρεώνονται. Ἐκβιάζονται. Τὸ ἐπιβάλλουν οἱ τρόποι καλῆς συμπεριφορᾶς.
Νά, ὅμως, ποὺ ἔρχονται τὰ πρόσωπα καὶ τὰ γεγονότα τοῦ ’21 καὶ ἀκυρώνουν ἐντελῶς κάθε παρόμοια δικαιολογία: Βρισκόμαστε στὴν πρώτη πολιορκία τοῦ Μεσολογγίου, λίγο πρὶν ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1822. Δέκα χιλιάδες Τοῦρκοι, μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Ὀμὲρ Βρυώνη καὶ τὸν Κιουταχή, σχεδιάζουν νὰ κάνουν τὴν τελική τους ἐπίθεση τὸ βράδυ τῶν Χριστουγέννων. Τότε, δηλαδή, ποὺ οἱ Ἕλληνες θὰ βρίσκονται στὶς ἐκκλησιές, γιὰ νὰ τοὺς αἰφνιδιάσουν.
Ὁ Γιάννης Γούναρης ἦταν κυνηγὸς τοῦ Ὀμὲρ Βρυώνη καὶ ἀκολουθοῦσε ὑποχρεωτικὰ τὸν τουρκικὸ στρατό, διότι κρατοῦσαν ὁμήρους, στὴν Ἄρτα, τὴν γυναίκα του καὶ τὰ παιδιά του.
Ὁ Γιάννης Γούναρης γνωρίζει γιὰ τὴν νυχτερινὴ ἐπίθεση τῶν Τούρκων. Τὸ δίλλημα τραγικότατο!
Νὰ ἀποκαλύψει τὸ σχέδιο στοὺς Μεσολογγίτες ἢ νὰ μὴν τὸ πεῖ σὲ κανέναν; Ἀπὸ τὸ μαχαίρι τοῦ τούρκου νὰ σώσει τὸ Μεσολόγγι ἢ νὰ σώσει τὴν γυναίκα του καὶ τὰ παιδιά του; Νὰ βάλλει πρῶτα τὴν Πατρίδα ἢ τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν οἰκογένειά του;
Βέβαια, μὲ τὴν λογική των ἡμερῶν μας, θὰ μποροῦσε καὶ ἐκεῖνος νὰ φερθεῖ κατὰ πὼς λένε διπλωματικά. Νὰ ὑπακούσει στὰ κελεύσματα τοῦ πολιτικοῦ σαβουὰρ βιβρ, τῆς λεγόμενης πολιτικῆς ὀρθότητας. Νὰ φορέσει, δηλαδή, φέσι ἢ κιπά. Τί κάνει, ὅμως;
Περνάει κρυφὰ στὸ Μεσολόγγι, βγαίνοντας δῆθεν γιὰ κυνήγι, καὶ εἰδοποιεῖ ἀμέσως τοὺς Μεσολογγίτες γιὰ τὸ δόλιο σχέδιο τοῦ Κιουταχή. Τὸ Μεσολόγγι
φυλάγεται. Ὁ Κιουταχὴς ἀποτυγχάνει στὴν ἐπίθεσή του. Οἱ Μεσολογγίτες σώζονται. Τὰ παιδιά του καὶ ἡ γυναίκα του σφαγιάζονται αὐθημερόν.
Ὁ Ἥρωας Ἀγωνιστής Γιάννης Γούναρης, ’’ἑπόμενος τοῖς ἀρχαίοις ἠμῶν πατράσι’’, ἀκολούθησε τὴν φωνὴ τοῦ Σοφοκλῆ, ὁ ὁποῖος σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς τραγωδίες τοῦ ἔγραφε: ’’Ὅταν ἡ Πατρίδα εὐτυχεῖ, εὐτυχῶ κι ἐγὼ καὶ ἡ οἰκογένειά μου. Ὅταν, ὅμως, τὸ ἐνδιαφέρον μου περιορίζεται στὸν ἑαυτό μου καὶ στὴν οἰκογένειά μου, ἐνῶ ἡ Πατρίδα δυστυχεῖ, τότε καὶ ἡ δική μου εὐημερία δὲν θὰ κρατήσει γιὰ πολύ’’.
Εἶναι ἐντυπωσιακό το γεγονός, ὅτι τὰ ἴδια ἀκριβῶς μὲ τὸν ἀρχαῖο Ἕλληνα τραγωδὸ ἔλεγε καὶ ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, μιλώντας στὴν Πνύκα πρὸς τοὺς μαθητὲς τῶν Ἀθηνῶν:
«Ἡ προκοπή σας καὶ ἡ μάθησή σας νὰ μὴν γίνει σκεπάρνι μόνο γιὰ τὸ ἄτομό σας ἀλλὰ νὰ κοιτάξει τὸ καλό τῆς κοινότητας καὶ μέσα εἰς τὸ καλὸν αὐτὸ βρίσκεται καὶ τὸ δικό σας».
Ἀναρωτιέμαι: Ὁ ἀγράμματος γέρος τοῦ Μοριά, ποῦ διδάχθηκε Ἀρχαία Ἑλληνικὴ τραγωδία;
Μπορεῖ νὰ πέφτω ἔξω, ἀλλά, σκέφτομαι ὅτι αὐτὰ τὰ μαθήματα ἦταν γραμμένα μέσα ἀπὸ τὴν μήτρα τῆς μάνας του. Αὐτὰ τὰ λόγια ἦταν ἀρχές, ποὺ περνοῦσαν ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ μέσα ἀπὸ τὴν ζωή, μέσα ἀπὸ τὴν παράδοση.
Σήμερα, ὅμως, αὐτὴ ἡ συνέχεια διασαλεύθηκε. Μὲ δική μας εὐθύνη οἰκειοποιηθήκαμε ξένα πρότυπα. Παρατήσαμε στὴν ἄκρη ἕναν ἀμύθητο δικό μας πολιτισμικὸ θησαυρὸ καὶ μείναμε τώρα γυμνοί, περιμένοντας νὰ ντυθοῦμε μὲ τὰ κουρέλια τῆς παραπαίουσας Δύσης.
Τὸν ἴδιο γνώμονα μὲ τὸν Κολοκοτρώνη, δηλαδή, τὸν Ἀρχαῖο Ἕλληνα τραγωδό, εἶχε καὶ ὁ Σερραῖος μεγαλέμπορος καὶ τραπεζίτης, ὁ ἐπαναστάτης Ἐμμανουὴλ Παππᾶς. Ἡ φήμη του γιὰ τὴν πατριωτική του δράση εἶχε φτάσει σὲ κάθε ἄκρη τῆς Ἑλλάδας. Ὅλα του τὰ πλούτη καὶ ὅλα του τὰ ὑπάρχοντα τὰ διέθεσε στὸν Ἀγώνα γιὰ τὴν Ἐλευθερία τῆς Πατρίδας.
Τὰ τρία ἀπὸ τὰ τέσσερα παιδιὰ τοῦ ἔπεσαν στὸ πεδίο τῆς μάχης. Ὁ τέταρτος γιὸς του ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ στὴν ἐλεύθερη Ἑλλάδα πάμπτωχος.
Τὸ στρατηγεῖο του –γιὰ νὰ μὴν ξεχνᾶμε καὶ τὸν ρόλο τῶν Μοναστηριῶν μας στὸν ἀγώνα τοῦ ’21- τὸ εἶχε ἐγκαταστήσει στὸ Ἅγιον Ὅρος, στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἐσφιγμένου.
Μὲ τὸ ἴδιο φρόνημα κινήθηκε καὶ ὁ Θρακιώτης καραβοκύρης καπετὰν Ἀντώνης Βιζβίζης. Δίπλα του ἀγέρωχη ἡ καπετάνισσα Δόμνα Βιζβίζη καὶ τὰ πέντε τους μικρὰ παιδιά. Τὸ καράβι τους ἡ ''Καλομοίρα'', κανονικὸ πολεμικό, ὁπλισμένο μὲ δικά τους ἔξοδα, ἔχει γίνει τὸ σπίτι τους.
Ὁ καπετὰν Βιζβίζης ὅλα του τὰ ὑπάρχοντα τὰ ἔχει δώσει γιὰ τὴν Πατρίδα. Τοῦ ἀρέσει νὰ λέει: ’’Δεν λυπᾶμαι νὰ ξοδεύω χρήματα, ἀφοῦ μ' αὐτὰ θὰ κτιστῆ τὸ χρυσὸ παλάτι τῆς Ἐλευθερίας’’.
Σίγουρα ἀπὸ ἐκεῖ ψηλά, ὁ Σερραῖος τραπεζίτης καὶ ὁ Θρακιώτης καραβοκύρης θὰ ἀναρωτιοῦνται δικαιολογημένα: Ποῦ εἶναι σήμερα οἱ Ἐμμανουὴλ Παππάδες καὶ οἱ Βισβίζηδες; Ποῦ εἶναι σήμερα οἱ Ἕλληνες τραπεζίτες, μεγαλέμποροι καὶ ἐφοπλιστές, νὰ στηρίξουν τὴν δοκιμαζόμενη Πατρίδα; Ποῦ χάθηκαν οἱ ἐθνικοί μας εὐεργέτες;
Καὶ δὲν χάθηκαν μονάχα οἱ ἐθνικοί μας εὐεργέτες, ἀδελφοί μου. Σήμερα ἔχουν χαθεῖ καὶ ἐκεῖνα τὰ πολιτικὰ ἀναστήματα, ποὺ ὄχι μόνον δὲν δέχονταν νὰ
πάρουν δεκάρα γιὰ τὶς ὑπηρεσίες τους ἀπὸ τὸν ἐθνικὸ κορβανά, ἀλλὰ ἀντιθέτως ὑποθήκευαν ἀκόμα καὶ τὴν προσωπική τους περιουσία, προκειμένου νὰ στηριχθεῖ οἰκονομικὰ ἡ καθημαγμένη Πατρίδα.
Παράδειγμα ὁ Καποδίστριας. Ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ἦταν ὁ πρῶτος καὶ μοναδικὸς Κυβερνήτης μας, ποὺ δὲν καταδέχτηκε ποτὲ του νὰ πάρει μηνιάτικο καὶ πού, γιὰ δάνειο τῆς Πατρίδας, ἔβαλε ὑποθήκη τὰ πατρικά του κτήματα στὴν Κέρκυρα.
Πῶς, λοιπόν, ὁ ἅγιος τῆς πολιτικῆς μας νὰ μὴν ἔχει παράπονο μεγάλο ἀπὸ ὅλους μας, ὅταν βλέπει στὶς ἡμέρες μας ἐπώνυμους ἀξιωματούχους, ἀλλὰ καὶ ἁπλοὺς πολίτες, νὰ πλουτίζουν παράνομα μὲ λεφτὰ τοῦ Δημοσίου;
Εἶναι πολὺ χαριτωμένος ὁ διάλογος ἀνάμεσα στὸν Νικηταρὰ τὸν Τουρκοφάγο καὶ τὸν θεῖο του τὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ὅπου καυτηριάζεται, θὰ λέγαμε, αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ πράγμα: ὁ παράνομος πλουτισμός, σὲ βάρος τῆς Πατρίδας.
Τὸ μικρὸ συμβὰν διασώζεται ὡς ἑξῆς: Ὁ Ἀγώνας ἔχει τελειώσει καὶ οἱ ἔνδοξοι ὁπλαρχηγοὶ ἔχουν ἀποσυρθεῖ στὰ σπίτια τους. Εἶναι παραμονὴ πρωτοχρονιᾶς.
Ὁ θρυλικὸς Νικηταρᾶς ὁ Τουρκοφάγος, ὑποδέχεται στὸ φτωχικό του, στὸν Πειραιά, τὸν θεῖο του τὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Μιὰ ὁμάδα παιδιῶν μπαίνουν στὴν αὐλὴ καὶ λένε τὰ κάλαντα. Ὁ Νικηταρᾶς δὲν ἔχει νὰ δώσει τίποτε στὰ παιδιά. Ζητάει μερικοὺς παράδες ἀπὸ τὸν Κολοκοτρώνη. Ὁ Γέρος τοῦ δίνει καὶ πειράζοντας τὸν, τοῦ λέει: ’’Δεν ντρέπεσαι νὰ ζητιανεύεις, κοτζὰμ καπετάνιος ἐσύ, μὲ τόσες δόξες; Τί σόϊ στρατηγὸς εἶσαι τότενες’’;
Ὁ Νικηταρᾶς τὸν κοιτάζει ἤρεμα τὸν θεῖο του καὶ τοῦ ἁπαντὰ σεμνά: ’’Πραματευτής δὲν ἤμουνα. Ἡ μοίρα μου, τὸ θέλησε νὰ γίνω καπετάνιος. Μὰ δὲν θὰ ἦταν σωστὸ νὰ κάνω πραμάτεια τὸ καπετανλίκι μου γιὰ νὰ καζαντίσω (γιὰ νὰ πλουτίσω)’’.
Εἶναι τόσα πολλά τα κατορθώματα, ἀλλὰ καὶ τὰ παράπονα τῶν Ἀγωνιστῶν τοῦ ’21! Πῶς νὰ τὰ διέλθουμε ὅλα αὐτὰ μέσα σὲ μιὰ παρουσίαση ὅπως ἡ ἀποψινή;
Σεβαστοὶ πατέρες, ἀδελφοὶ ἀγαπητοί, καλά μας παιδιά,
Ὁ φιλάνθρωπος Θεός, ἀνάλογα μὲ τὰ ἔργα μας, ἄλλοτε μᾶς ἐπισκέπτεται μὲ τὴν εὐδοκία Του, ἄλλοτε μὲ τὴν μακροθυμία Του καὶ ἄλλοτε μὲ τὴν παραχώρηση διαφόρων πειρασμῶν.
Στὰ χρόνια τα δικά μας, εἶναι ὁλοφάνερο, ὅτι, λόγω τῆς ἀποστασίας μας, μᾶς ἐπισκέπτεται ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ μέσω δοκιμασιῶν. Οἱ δυσκολίες καὶ οἱ ἐχθροί, ποὺ ἔπεσαν κατ’ ἐπάνω μας αὐτὰ τὰ χρόνια, εἶναι μέσα στὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν κατὰ Χριστὸν παιδαγωγία μας.
Ὁ δάσκαλος τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, ὁ Ἰωσὴφ ὁ Βρυέννιος, τριάντα χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν Αλωση, εἶχε πεῖ: ’’Ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖον ἐπέπεσαν ἐκ δυσμῶν καὶ ἐξ ἀνατολῶν διάφοροι ἐχθροὶ καὶ λυμαίνονται τὴν αὐτοκρατορία εἶναι ὁλοφάνερος: ’Ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ ἔγιναν ὑπερήφανοι, ἀλαζόνες, φιλάργυροι, φίλαυτοι, ἀχάριστοι, ἀπειθεῖς, λιποτάκται, ἀνόσιοι, ἀμετανόητοι, ἀδιάλλακτοι. Ἔγιναν οἱ ἄρχοντες κοινωνοὶ ἀνόμων, οἱ ὑπεύθυνοι ἅρπαγες, οἱ
κριτὲς δωρολῆπτες, οἱ μεσίτες ψευδεῖς, οἱ νεώτεροι ἀκόλαστοι, οἱ ἀστοὶ ἐμπαῖκτες, οἱ χωρικοὶ ἄλαλοι καὶ οἱ πάντες ἀχρεῖοι. Χάθηκε εὐλαβὴς ἀπὸ τῆς γῆς, ἐξέλιπε στοχαστῆς, οὒχ εὔρηται φρόνιμος’’.
Πόσον ἐπίκαιρος ἀναδεικνύεται ὁ μεγάλος μας διδάσκαλος Ἰωσὴφ Βρυέννιος, ἐὰν ἀναλογισθοῦμε, ὅτι ἡ περιγραφὴ του αὐτὴ δὲν ἀπέχει καὶ πολὺ ἀπὸ μιὰ περιγραφὴ τῆς σημερινῆς μας κατάστασης.
Ἃς μὴν ἀποθαρρυνόμαστε, ὅμως. Ὁ Θεὸς Πατέρας εἶναι μαζί μας. Ἐκεῖνο ποὺ ζητάει ἀπὸ ἐμᾶς, μέσα ἀπὸ τὶς δυσκολίες αὐτές, εἶναι νὰ μετανοήσουμε, νὰ σωθεῖ ἡ Πίστη μας. Νὰ μὴν χάσουμε τὴν ψυχή μας. Αὐτὰ μας διδάσκουν οἱ σύγχρονοι Ἅγιοι Πατέρες μας, αὐτὰ ἔλεγε καὶ ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἀναφερόμενος στοὺς λόγους, γιὰ τοὺς ὁποίους βρεθήκαμε κάτω ἀπὸ τὴν χαντζάρα τοῦ Τούρκου.
’’…ἔστειλεν ὁ Θεὸς τὸν ἅγιον Κωνσταντῖνον καὶ ἐστερέωσε βασίλειον χριστιανικόν? καὶ τὸ εἶχαν χριστιανοὶ τὸ βασίλειον 1150 χρόνους. Ὕστερά το ἐσήκωσεν ὁ Θεὸς τὸ βασίλειον ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς καὶ ἤφερε τὸν Τοῦρκο μέσα ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴν καὶ τοῦ τὸ ἔδωκε διὰ ἐδικόν μας καλόν… Καὶ τί; Ἄξιος ἦτον ὁ Τοῦρκος νὰ ἔχει βασίλειον; Ἀλλὰ ὁ Θεὸς τοῦ τὸ ἔδωκε διὰ τὸ καλόν μας. Καὶ διατὶ δὲν ἤφερεν ὁ Θεὸς ἄλλον βασιλέα, ὁπού ἦτον τόσα ρηγάτα (=βασίλεια) ἐδῶ κοντὰ νὰ τοὺς τὸ δώσει, μόνον ἤφερε τὸν Τοῦρκον μέσαθε ἀπὸ τὴν Κόκκινην Μηλιὰ καὶ τοῦ τὸ ἐχάρισε; Διατὶ ἤξευρεν ὁ Θεὸς πὼς τὰ ἄλλα ρηγάτα μᾶς βλάπτουν εἰς τὴν Πίστιν, καὶ ὁ Τοῦρκος δὲν μᾶς βλάπτει, ἄσπρα δώσ’ του καὶ καβαλλίκευσε τὸν ἀπὸ τὸ κεφάλι. Καὶ διὰ νὰ μὴν κολασθοῦμεν, τὸ ἔδωκε’’.
Ἀδελφοί μου,
Οἱ ἀγωνιστὲς τοῦ ’21 ἀγωνίστηκαν καὶ θυσιάστηκαν γιὰ τὴν Πίστη καὶ τὴν Πατρίδα. Ἐμεῖς, ὅμως, σὲ μεγάλο βαθμὸ ἔχουμε περιφρονήσει τὸν ἀγώνα τους, καὶ τὰ δύο αὐτὰ πολύτιμα δῶρα τοῦ Θεοῦ τὰ ἔχουμε παραμελήσει.
Τὰ προστάγματά Του τὰ βάλαμε στὴν μπάντα καὶ ἀφήσαμε νὰ ἐνεργήσουν οἱ ἐπιθυμίες μας. Ὁ παράδεισος, ποὺ μᾶς χάρισε ὁ Θεός, δὲν μᾶς ἄρεσε. Μᾶς γυάλισε ἡ κόλαση τῶν ἀπάτριδων καὶ τῶν ἀπίστων. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ φιλανθρωπία Του, μᾶς ἐπισκέπτεται σήμερα μὲ δοκιμασίες: Μὲ ἀνεργία, μὲ φτώχεια, μὲ χρέη, μὲ ἀβάσταχτους φόρους, μὲ λεηλασία τοῦ δημόσιου πλούτου, μὲ εἰσβολὲς ἀλλοφύλων, μὲ ἐπιθέσεις ἐχθρικές.
Καὶ τώρα τί κάνουμε; Τώρα, ἐὰν πράγματι θέλουμε νὰ ξαναφορέσουμε τὴν παλιά μας δόξα, δὲν ἔχουμε παρὰ νὰ ἀκούσουμε τὴν πατρικὴ φωνὴ τοῦ κοντινοῦ μας ἁγίου Πορφυρίου, ποὺ μὲ πόνο ψυχῆς ἱκέτευε: ’’Πίσω, γυρίστε πίσω, γυρίστε στὴν Ἐκκλησία. Πλανηθήκαμε’’.
Ἔλεγε ὁ ἀείμνηστος πατὴρ Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος: ’’Μὲ ρωτᾶνε, τί εἶναι πατριωτισμός. Κι ἐγὼ τοὺς ἀπαντῶ: Ὁ πιὸ θερμός, ὁ πιὸ γνήσιος πατριωτισμὸς εἶναι νὰ ἀποφεύγεις τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ κάνεις ὅ, τί μπορεῖς γιὰ τὴν Πατρίδα σου’’.
Νά, πῶς θὰ σβηστεῖ καὶ τὸ παράπονο ἀπὸ τὰ χείλη τῶν Ἀγωνιστῶν τοῦ ’21.
Πηγή: (Ὁμιλία γιὰ τὴν Ἐθνικὴ Ἐπέτειο τῆς 25ης Μαρτίου 1821, Λαγκαδᾶς, 25η Μαρτίου 2016), Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
Το Χριστομίμητο Μαρτύριο του Οικουμενικού Πατριάρχου Αγίου Γρηγορίου του Ε΄ (+1821) και αναίρεση των ψευδολογούντων αρνητών της υπερτάτου θυσίας του ως Γενάρχου και Εθνάρχου του Ρωμαίϊκου Γένους κατά την επανάσταση της Εθνικής Παλιγγενεσίας.
Διαχρονικό ιερό Σύμβολο υψίστης αυτοθυσίας κατά τον αγώνα της εθνικής παλιγγενεσίας του 1821 παραμένει το πρόσωπο του εθνοϊερομάρτυρος Οικουμενικού Πατριάρχου Αγίου Γρηγορίου του Ε΄ (+ 1821). Ταυτόχρονα για πολλούς, ιστορικούς και μη, αποτελεί και σήμερα ακόμη «σημείον αντιλεγόμενον» λόγω του υπ’ αυτού υπογραφέντος αφορισμού του Υψηλάντου για την επανάσταση στη Βλαχία καθώς και όσων θα συμμετείχαν σε ανάλογες ενέργειες.
Είναι γεγονός ότι για το πρόσωπο του απαγχονισθέντος Πατριάρχου πολύ μελάνι εχύθη και από πολλούς, ειδήμονες και ασχέτους με την μελέτη των αδιαψεύστων πηγών και των πραγματικών ιστορικών δεδομένων της συγκεκριμένης περιόδου κατά την οποία έλαβαν χώρα τα γενόμενα. Η εύκολη και άκριτη καταδίκη στο πρόσωπο του μεγαλομάρτυρος Αγίου Πατριάρχου είτε προέρχεται από πρόσωπα τα οποία εκ πεποιθήσεως διάκεινται εχθρικώς προς την Εκκλησία και τους κληρικούς της, είτε εμφορούμενα από ποικίλα συμπλέγματα τα οποία εκπηγάζουν από διάφορα φιλοσοφικά και πολιτικά ιδεολογήματα ή ιδεοληψίες, με αποτέλεσμα να συνεχίζουν μέχρι και στις μέρες μας ορισμένοι αδαείς ή «κατευθυνόμενοι κονδυλοφόροι» να ρίπτουν τον «λίθον του αναθέματος» στο πρόσωπο του υπέρ του Γένους θυσιασθέντος στο φρικτό ικρίωμα της αγχόνης Πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄.
Το γεγονός μάλιστα ότι η απροσωπόληπτη και αδέκαστη ιστορία μέσα από τις συμπληγάδες της σοβαρής και αντικειμενικής έρευνας και μελέτης των πηγών και των δεδομένων της εποχής εκείνης, όπως έχουν δημόσια εκτεθεί στην κρίση κάθε νουνεχούς ανθρώπου, αποτελούν ηχηρό ράπισμα και αποστομωτική αναίρεση των γραφομένων όλων εκείνων που από προκατάληψη και εξυπηρέτηση ακραίων σκοπιμοτήτων συνεχίζουν να ομιλούν για «προδότη Πατριάρχη».
Η αλήθεια, μεμαρτυρημένη μέσα από τις ιστορικές πηγές, είναι ότι ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ κατά τις παραμονές της εθνικής επαναστάσεως εγνώριζε την δράση της Φιλικής Εταιρείας και όταν το 1818 τον επισκέφθηκε μυστικά το μέλος της Εταιρείας και οπλαρχηγός Ιωάννης Φαρμάκης ζητώντας του να ορκισθεί, εκείνος αρνήθηκε και του σύστησε να είναι προσεκτικοί οι «Φιλικοί» στις κινήσεις τους. Από δε την αλληλογραφία του «Φιλικού» Παναγιώτη Σέκερη γνωρίζουμε ότι ο Πατριάρχης συνεργαζόταν με την Φιλική Εταιρεία αν και επισήμως προσπαθούσε διπλωματικά να δείχνει ότι υποστήριζε την Υψηλή Πύλη.
Ο πρύτανης των νεότερων ιστορικών, αοίδιμος καθηγητής Απόστολος Βακαλόπουλος, στον Ε΄ τόμο του μνημειώδους έργου του «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού», αφού αναφέρει ότι η έκθεση του Ολλανδού επιτετραμμένου στην Κωνσταντινούπολη επιβεβαιώνει την συμμετοχή του Πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄ στην επανάσταση, γράφει εμπεριστατωμένα : «Ο Πατριάρχης…ήταν οπωσδήποτε ενήμερος των επαναστατικών ζυμώσεων και κινήσεων των Ελλήνων και με ορισμένους από τους εκπροσώπους της Φιλικής, όπως με τον Σαλώνων Ησαΐα καθώς και με τον Ιωάννη Παπαρρηγόπουλο, με τους οποίους είχε συναντηθεί λίγο πριν από την εξέγερση των Ελλήνων…Ο Φαρμάκης έλεγε -και τα θεωρώ αξιόπιστα- ότι ο Πατριάρχης είχε δείξει ζωηρό ενδιαφέρον για την κίνηση της Εταιρείας αλλά δε δέχθηκε να μυηθεί γιατί φοβήθηκε μήπως φέρει σε μεγάλο κίνδυνο το έθνος. Έκαμε μάλιστα τότε την παρατήρηση ότι οι εταίροι πρέπει να προσέξουν πολύ, μήπως βλάψουν αντί να ωφελήσουν την Ελλάδα. Ο Πατριάρχης λοιπόν είχε τις ίδιες ελπίδες αλλά και τους ίδιους φόβους που κυμάτιζαν σαν άμπωτη και παλίρροια στις ψυχές πολλών Ελλήνων, ιδίως εκείνων που είχαν πνευματική και κοινωνική θέση ή οικονομική δύναμη μέσα στη νεοελληνική κοινωνία…Ο προσανατολισμός του προς τις διάχυτες τότε εθνικές ιδέες τον έφερναν κοντά στο λαό και τον απάλλαξαν από προστριβές και διενέξεις, ίσως και περιπέτειες, που θα ήταν ενδεχόμενο να του δημιουργήσει η άκαμπτη αντίθεσή του προς τους κοινούς σκοπούς. Εμπρός όμως στους Τούρκους επισήμους δήλωνε ότι η αυτοκρατορία τους ήταν «άνωθεν τεταγμένη» και αργότερα ο φόβος των τρομερών αντιποίνων τους τον έκαμε να καταδικάσει την επανάσταση και ν’ αφορίσει τους αρχηγούς της».
Άξια ιδιαίτερης αναφοράς είναι και τα όσα με έμφαση υπογραμμίζει ο Δ. Σ. Μπαλάνος σχετικά με την υπογραφή του αφορισμού της Επαναστάσεως από τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ : «ηναγκάσθη να θέση την υπογραφήν του κάτωθι εγγράφου, καταδικάζοντος το κίνημα, υπέρ της επιτυχίας του οποίου ολοψύχως ηύχετο και ειργάζετο. Υπογράφων απεμάκρυνε τας υπονοίας της Πύλης περί συμμετοχής εις το κίνημα επισήμων κύκλων. Μη υπογράφων θα επεβεβαίου τας υπονοίας, ότε δεινή επιπίπτουσα η τιμωρία του τυράννου κατά των βυσσοδομούντων, θα ενέκρου το κίνημα πριν ή εκραγή. Άλλως ο αοίδιμος Πατριάρχης μετά θαυμαστής εγκαρτερήσεως υπέστη το μαρτύριον, όταν επέστη η ώρα, καίτοι ηδύνατο να σωθή διά της φυγής» [Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, 14 (1939) 280].
Το βαθύτερο ψυχικό μαρτύριο που βίωνε ο Πατριάρχης Γρηγόριος εκείνες τις μεγάλες ώρες για το Γένος υπογραμμίζεται από τον Κ. Σκουτέρη: «θα έλεγε κανείς, και δεν θα ήτο υπερβολή, ότι το μέγα μαρτύριον του Πατριάρχου δεν υπήρξε η αγχόνη, αλλ’ η εγκύκλιος της 23ης Μαρτίου του 1821 διά της οποίας οι μεν επαναστάται προετρέποντο εις μετάνοιαν, αφωρίζετο δε ο αρχηγός της Επαναστάσεως Αλέξανδρος Υψηλάντης» (Κ. Σκουτέρη, Κείμενα του Νέου Ελληνισμού, Αθήναι 1971, σ. 10).
Ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ με την εξ αδηρίτου ανάγκης επώδυνη αυτή απόφασή του ήταν βαθύτατα πεπεισμένος, όπως και εκ των πραγμάτων απεδείχθη, ότι κατόρθωσε να αποτρέψει δύο φορές την σφαγή και τον αφανισμό του χριστιανικού πληθυσμού της Κωνσταντινουπόλεως και πολλών άλλων επαρχιών από τους οθωμανούς, όπως με απόλυτα κατηγορηματικό τρόπο του είχε διαμηνύσει η Υψηλή Πύλη, ότι θα προέβαινε σε σκληρά αιματηρά αντίποινα εξολοθρεύσεως των Ρωμιών εάν ως Πατριάρχης και πνευματική κεφαλή του ρωμαίϊκου Γένους δεν νουθετούσε τους επαναστατημένους ραγιάδες. Αφού μάλιστα κατά την Μεγάλη Δευτέρα του 1821 προέβη σε μυστική ιεροπραξία στην άρση του αφορισμού ενώπιον των συνοδικών αρχιερέων του Πατριαρχείου και κατέκαυσε το σχετικό πατριαρχικό έγγραφο «ιδίαις χερσίν» εντός του Ιερού Βήματος του Πατριαρχικού Ναού του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι, και ενώ πολλοί εκ των ημετέρων και ξένων επιφανών τον προέτρεπαν να διαφύγει και να σωθεί, εντούτοις εκείνος παρέμενε ατάραχος και απαθής πιστεύοντας ακράδαντα ότι διά του τρόπου αυτού θα βοηθούσε όσο ήταν δυνατόν να μην γενικευθεί ο διωγμός εναντίον των αθώων Ρωμιών.
Είναι συγκλονιστικοί και αποτελούν αδιάψευστο ιστορικό τεκμήριο οι προ της καθαιρέσεως από την Υψηλή Πύλη και προ του μαρτυρίου της αγχόνης λόγοι του εθνοϊερομάρτυρος Πατριάρχου, ο οποίος στις επίμονες προτροπές των «Φιλικών» και των ξένων πρεσβευτών να παραιτηθεί της Πατριαρχίας, να φύγει και να σωθεί, απαντούσε: «Ο μισθωτός και ουκ ων ποιμήν φεύγει. Γεννηθήτω το θέλημα του Κυρίου». Προς δε τους «Φιλικούς», οι οποίοι επέμεναν να τον φυγαδεύσουν μυστικώς, εκείνος ως Εθνάρχης και Γενάρχης: «Εγνώριζεν…την ύπαρξιν της Φιλικής Εταιρείας και μυστικώς προσηύχετο και ηυλόγει τας προσπάθειας αυτής υπέρ απελευθερώσεως του δούλου γένους…Χρεωστούμεν έλεγε να ποιμάνωμεν καλώς τα ποίμνιά μας, και χρείας τυχούσης να κάμωμεν όπως ο Ιησούς δι’ ημάς, διά να μας σώση (εννοών και την θυσίαν της ζωής των ακόμη)».
Απευθυνόμενος πατρικώς προς τον Μουρούζη: «Σωθείτε σεις έλεγεν…διότι έχετε και ηλικίαν και ικανότητα και θέσιν κοινωνικήν να υπηρετήσητε την πατρίδα. Μη προτρέπετε όμως εμέ εις φυγήν. Μάχαιρα θα διέλθη τας ρύμας της Κωνσταντινουπόλεως και των λοιπών πόλεων των χριστιανικών επαρχιών. Μου ζητείτε, μεταμφιεζόμενος να καταφύγω εις πλοίον ή να σωθώ εν τω οίκω οιουδήποτε φίλου πρέσβεως διά ν’ ακούσω πώς εις τας οδούς οι δήμιοι κατακρεουργούσι τον χηρεύσαντα λαόν. Όχι είμαι Πατριάρχης διά να σώσω το Έθνος και όχι διά να ωθήσω αυτό εις αγρίαν καταστροφήν. Ο θάνατός μου ίσως επιφέρη μεγαλειτέραν ωφέλειαν παρ’ όσην η ζωή μου. Οι ξένοι Χριστιανοί ηγεμόνες δεν δύνανται παρά να εκπλαγώσιν επί τω αδίκω θανάτω μου και δεν θα παρέλθωσιν ίσως αδιάφοροι προ της ύβρεως, ην εν τω προσώπω μου θα υποστή η πίστις του Χριστού. Και οι Έλληνες, οι άνδρες των όπλων θα μάχωνται μετά μεγαλειτέρας μανίας, όπερ συχνάκις δωρείται την νίκην. Θα εκδικήσωσι τον θάνατόν μου. Αναμένετε μεθ’ υπομονής, ό,τι και αν συμβή. Δεν θα θελήσω όμως ποτέ να γίνω χλεύασμα των ζώντων. Δεν θ’ ανεχθώ ώστε εις τας οδούς της Οδησσού, της Κερκύρας ή της Αγκώνος διερχόμενον να με δακτυλοδεικτώσι λέγοντες: «Ιδού ο φονεύς Πατριάρχης». Αν δε το Έθνος μας σωθή και θριαμβεύση, είμαι πεπεισμένος ότι θα μοι αποδώση θυμίαμα επαίνου και τιμήν, διότι εξεπλήρωσα το καθήκον μου. Τετάρτην φοράν δεν θα υπάγω εις τον Άθωνα. Δεν θέλω».
Ανάλογη υπήρξε η απάντησή του και προς τον Παπαρρηγόπουλο: «Πηγαίνετε εις την ευχήν μου και μη σκέπτεσθε εμένα. Το τέλος μου απεφασίσθη από τον Θεόν και θα γίνη το θέλημά του». Το μεγαλείο της ψυχής του αγίου ανδρός αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο μέσα από τους κατ’ ιδίαν λόγους του και προς τον μετέπειτα μαρτυρήσαντα Μητροπολίτη Δέρκων: «Και εγώ ως κεφαλή του Έθνους, και υμείς η Σύνοδος, οφείλομεν ν’ αποθάνωμεν διά την κοινήν σωτηρίαν. Ο θάνατος ημών θα δώση δικαίωμα εις την χριστιανωσύνην να υπερασπίση το Έθνος εναντίον του Τυράννου. Αλλ’ αν υπάγωμεν ημείς να ενθαρρύνωμεν την επανάστασιν, τότε θα δικαιώσωμεν τον Σουλτάνον, αποφασίσαντα να εξολοθρεύση το Έθνος».
Την αξιολογική κρίση της αδεκάστου ιστορίας για το πρόσωπο και τα πεπραγμένα του μεγαλομάρτυρος Πατριάρχου Αγίου Γρηγορίου Ε΄, καθώς και για τους ρηχούς στην βαθύτερη ερμηνεία των ιστορικών πραγματικών δεδομένων εκείνης της χρονικής περιόδου παλαιούς και νεοφανείς επικριτές του, διαβάζουμε στην πληρότητά της, στον δωδέκατο τόμο της «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους», όπου μεταξύ άλλων επισημαίνονται χαρακτηριστικά τα εξής: «Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ και η Ιερά Σύνοδος βρέθηκαν σε εξαιρετικά δεινή θέση, αφ’ ότου έφθασε στην Κωνσταντινούπολη η είδηση για την κήρυξη της Επαναστάσεως από τον Υψηλάντη. Τεράστια ήταν η ευθύνη τους για την τύχη του Γένους…
Χαρακτηριστικά για τη στάση του Πατριάρχη…και για τον πατριωτισμό, το πνεύμα αυτοθυσίας και την πολιτική ευθυκρισία του είναι τα όσα γράφουν ο Μιχαήλ Οικονόμου και ο Νικόλαος Σπηλιάδης… «Και εγώ ως κεφαλή του Έθνους και υμείς ως Σύνοδος οφείλομεν να αποθάνωμεν διά την κοινήν σωτηρίαν».
Επικρίθηκε εν τούτοις ο Πατριάρχης και επικρίνεται ακόμη, επειδή έστερξε στον αφορισμό και έστειλε τις νουθετικές εγκυκλίους. Οι επικριτές όμως δεν αναλογίζονται τι θα πάθαινε το έθνος, αν ο Πατριάρχης τηρούσε αρνητική στάση απέναντι στις αξιώσεις του σουλτάνου. Συμμορφώθηκε, άλλωστε, τότε ο Πατριάρχης προς τη σταθερή παράδοση της Εκκλησίας, που με παρόμοια στάση κατόρθωνε σε ανάλογες κρίσιμες περιστάσεις να σώζει το Γένος. Άλλωστε θα ήταν εντελώς παράλογη και ανεύθυνη διαφορετική απόφαση. Αν δεν γινόταν ο αφορισμός ήταν σχεδόν βέβαιο ότι θα εξοντώνονταν εκατοντάδες χιλιάδων Ορθοδόξων Χριστιανών.
Πραγματικά, ο αφορισμός και οι εγκύκλιοι του Πατριάρχη δεν είχαν επίδραση στην Ελλάδα. Η επανάσταση εξαπλώθηκε τον Απρίλιο, τον Μάιο και αργότερα, σε περιοχές, όπου είχαν ανακοινωθεί ο αφορισμός και οι εγκύκλιοι. Η μη επέκτασή της και σε άλλες περιοχές, όπως και η μη επικράτησή της σε ορισμένες, όπου είχε αρχίσει αλλά δεν μπόρεσε να σταθεροποιηθεί, οφειλόταν σε ποικίλους παράγοντες και ιδίως στη γεωγραφική θέση τους». Αποδεικνύεται συνεπώς, όπως εύστοχα γράφει ο Ν.Κ. Τωμαδάκης, ότι : «Το μέλλον του Ελληνισμού το εσχοχάζοντο Πατριάρχαι όπως ο Κύριλλος ο Λούκαρις ή ο Γρηγόριος ο Ε΄, διπλωμάται, οι οποίοι επλήρωσαν τους αγώνας των (και την έναντι των Τούρκων διπλοπροσωπίαν των) με το σχοινί της αγχόνης των».
Στο ολισθηρό κατάντημα ορισμένων «τεταγμένων πολεμίων» της Ορθοδόξου Εκκλησίας και αφρόνων επικριτών του Αγίου Γρηγορίου του Ε΄, οι οποίοι ακόμη και σήμερα συνεχίζουν να κάνουν απερίσκεπτα λόγο περί «προδότου Πατριάρχου» και «εχθρού της επαναστάσεως», η αποστομωτική απάντηση δίδεται από την ίδια την ιστορική πραγματικότητα και τους οπλαρχηγούς του αγώνος, οι οποίοι ουδόλως επίστευσαν ότι ο Πατριάρχης Γρηγόριος προέβη εκουσίως στον αφορισμό του Υψηλάντου και των αρχηγών της Επαναστάσεως, αλλά γνώριζαν κάλλιστα ότι η ενέργεια αυτή ήταν προϊόν ωμής βίας και απροκάλυπτης απειλής από την Υψηλή Πύλη προς τον Πατριάρχη, ο οποίος με την πράξη του αφορισμού επεδίωκε να αποφευχθεί η από μέρους του Σουλτάνου βεβαία σφαγή και ο παντελής όλεθρος των χιλιάδων αθώων Χριστιανών.
Ο ίδιος ο Αλέξανδρος Υψηλάντης σε οδηγίες που έστειλε από το Κινσόβιο της Βεσσαραβίας προς τους αρχηγούς της Επαναστάσεως, ανέφερε για τον αφορισμό αυτό: «Ο μεν Πατριάρχης, βιαζόμενος παρά της Πόρτας, σας στέλνει αφοριστικά και εξάρχους, παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρτα. Εσείς να θεωρήτε ταύτα ως άκυρα, καθόσον γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ θελήσεως του Πατριάρχου». Ο ίδιος ως αρχηγέτης της εθνεγερσίας στην τελευταία του προκήρυξη (8 Ιουνίου 1821) καταφέρεται κατά των στρατιωτών του εκείνων, οι οποίοι επέδειξαν δειλία και απειθαρχία και δεν επέμειναν στον αγώνα για να εκδικηθούν, όπως χαρακτηριστικά έγραφε: «το ιερόν αίμα των κατασφαγέντων απανθρώπως κορυφαίων υπουργών της θρησκείας Πατριαρχών, Αρχιερέων και μυρίων άλλων αθώων αδελφών».
Ακόμη όμως και αν δεν πείθονται από τις παραπάνω αψευδείς ιστορικές πηγές οι «τεταγμένοι επικριτές» και «εμπαθείς αρνητές» της αυτοθυσίας του εθνοϊερομάρτυρος Αγίου Γρηγορίου Ε΄, η πλέον αποστομωτική και ηχηρή απάντηση δίδεται σ’ όλους αυτούς από το ίδιο το περιεχόμενο του σουλτανικού φιρμανίου με το οποίο καθαιρείτο του πατριαρχικού θρόνου ο Γρηγόριος ως «…αρχηγός, μυστικός συμμέτοχος της επαναστάσεως…».
Στο φιρμάνιο αυτό, όπου καταγράφονται οι λόγοι της καθαιρέσεως και καταδίκης εις θάνατον του Πατριάρχου, ο Σουλτάνος ευθέως κατηγορούσε τον Γρηγόριο ως αρχηγέτη της επαναστάσεως των Ελλήνων και μεταξύ άλλων ανέφερε: «Αλλ’ ο άπιστος Πατριάρχης των Ελλήνων, ο οποίος έδωκεν άλλοτε δείγματα της προς την Υψηλήν Πύλην αφοσιώσεώς του αδύνατον να θεωρηθή αλλότριος των στάσεων του Έθνους του, τας οποίας διάφοροι κακότροποι και αναίσθητοι, παρασυρόμενοι υπό χιμαιρικών και διαβολικών ελπίδων διήγειραν, και χρέος του ήτο να διδάξη τους απλούς, ότι το τόλμημα ήτο μάταιον και ατελέσφορον. Διότι τα κακά διαβούλια δεν είνε δυνατόν ποτέ να ευδοκιμήσωσιν εναντίον της Μωαμεθανικής εξουσίας και θρησκείας…αλλ’ εξ αιτίας της διαφθοράς της καρδίας του, όχι μόνον δεν ειδοποίησεν, ουδ’ επαίδευσε τους απατηθέντας, αλλά καθ’ όλα τα φαινόμενα ήτο και ο ίδιος αυτός, ως Αρχηγός, μυστικός συμμέτοχος της επαναστάσεως, και αδύνατον να μην αφανισθή και να μη πέση εις την οργήν του Θεού όλον σχεδόν το Έθνος των Ελλήνων, αν και εν αυτώ, είνε και πολλοί αθώοι.
Καθ’ ον καιρόν εγνώσθη η αποστασία, η Υψηλή Πύλη συμπάθειαν λαβούσα προς τους αθλίους ραγιάδες της, ενησχολήθη να επαναφέρη τους πλανηθέντας διά της γλυκύτητος εις την οδόν της σωτηρίας των, και επ’ αυτώ τω σκοπώ εξέδωκε και πρόσταγμα, διατάσσουσα και συμβουλεύουσα τον Πατριάρχην τα προς τον σκοπόν τούτον, και προσκαλούσα αυτόν ν’ αφορίση όλους τους αποστατήσαντας ραγιάδες όπου και αν ήσαν. Αλλ’ αντί να δαμάση τους αποστάτας και να δώση πρώτος το παράδειγμα της επιστροφής εις τα καθήκοντά των, άπιστος ούτος έγινεν ο πρωταίτιος όλων των αναφυεισών ταραχών. Είμεθα πληροφορημένοι ότι εγεννήθη ο ίδιος εν τη Πελοπόννησω, και ότι είναι συνένοχος όλων των αταξιών, όσας οι αποπλανηθέντες ραγιάδες έπραξαν κατά την επαρχίαν Καλαβρύτων…Επειδή δε παντοχόθεν εβεβαιώθημεν περί της προδοσίας του, όχι μόνον εις βλάβην της Υψηλής Πύλης, αλλά και εις όλεθρον αυτού του ιδίου Έθνους του, ανάγκη ήτο να λείψη ο άνθρωπος ούτος από προσώπου της Γης, και διά τούτο εκρεμάσθη προς σωφρονισμόν των άλλων».
Ο απαγχονισμός λοιπόν του Πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄ ενίσχυσε την αγωνιστική θέληση των οπλαρχηγών του Αγώνα του 1821 και των παλικαριών τους, οι οποίοι αγωνίσθηκαν για να εκδικηθούν και να ελευθερώσουν την υπόδουλη πατρίδα. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικοί οι κατά την περίοδο της επαναστάσεως στίχοι: «Κτυπάτε πολέμαρχοι, μη λησμονείτε το σχοινί, παιδιά του Πατριάρχου», στους οποίους, όπως τονίζει ο Δ. Φωτιάδης, επιβεβαιώνεται ότι : «η αγχόνη που πήρε τη ζωή του (Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄) αντί να απελπίση το αγωνιζόμενο έθνος, αντίθετα χαλύβδωνε την απόφασή του να ζήση ελεύθερο ή να πεθάνη».
Το φρικτό ικρίωμα της αγχόνης και το «σχοινί» του Πατριάρχου, ο οποίος θυσιάστηκε υπέρ πίστεως και πατρίδος, γενόμενος μέσα στους αιώνες το ακατάλυτο «σύμβολο» της αδούλωτης Ρωμιοσύνης, ο μέγας εθνοϊερομάρτυρας του Γένους, όπως ήταν φυσικό, συνεκλόνισε τον Ελληνισμό και αναστάτωσε τους χριστιανικούς λαούς της Ευρώπης, και ιδίως την Ρωσία, επηρεάζοντας καταλυτικά τη σχέση τους με την Υψηλή Πύλη. Τα αισθήματα των χριστιανικών λαών απέναντι στο μαρτύριο του εθνοϊερομάρτυρος Πατριάρχου μπορούμε να τα καταλάβουμε και μέσα από τους στίχους του κορυφαίου «Ύμνου εις την Ελευθερίαν :
«Κειές τες δάφνες, που εσκορπίστε/ τώρα πλέον δεν τες πατεί,/ και το χέρι, όπου εφιλήστε,/ πλέον, α! πλέον δεν ευλογεί.// Όλοι κλαύστε, αποθαμένος/ ο αρχηγός της Εκκλησιάς/ κλαύστε, κλαύστε, κρεμασμένος/ ωσάν να τανε φονιάς.// Έχει ολάνοιχτο το στόμα/ π’ ώρες πρώτα είχε γευθή/ τ’ Άγιον Αίμα, τ’ Άγιον Σώμα/ λες πως θε να ξαναβγή// η κατάρα που είχε αφίση/ λίγο πριν να αδικηθή/ εις οποίον δεν πολεμήση,/ και ημπορεί να πολεμή.// Την ακούω, βροντάει, δεν παύει/ εις το πέλαγος, εις την γη,/ και μουγκρίζοντας ανάβει/ την αιώνιαν αστραπή.».
Ο πολύς Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος αναφερόμενος στην τιμή που απέδωσε το νεοσύστατο ελληνικό κράτος στον εθνοϊερομάρτυρα Άγιο Γρηγόριο Ε΄ αναγνωρίζοντας την «υπέρ όλου του έθνους αφοσίωσί» του, η οποία έφθασε στην υπέρτατη θυσία και αυτής ακόμη της ζωής του, γράφει χαρακτηριστικά: «πώς να μη ανακαλέσω εις την μνήμην της παρούσης γενεάς την τελευταίαν εκατόμβην (δηλ. του 1821), ην ο κλήρος ημών έθυσεν υπέρ πίστεως και πατρίδος; Πρώτον εν αυτή έπεσεν ο Οικουμενικός εκείνος Πατριάρχης, του οποίου την εικόνα έστησεν η ευλαβής ευγνωμοσύνη της παρούσης γενεάς παρά τα Προπύλαια του Εθνικού Πανεπιστημίου, ως οικονόμον και φρουρόν πάσης πνευματικής του έθνους επιδόσεως. Ο Γρηγόριος Ε΄ είχε άμα μεν την καρτερίαν του μάρτυρος, άμα δε την του κυβερνήτου δεξιότητα και όσον περί τα έσχατα της ζωής εμαραίνετο εν αυτώ η της διανοίας δύναμις και η του σώματος ρώμη, επί τοσούτον εκρατύνετο η υπέρ του όλου έθνους αφοσίωσις».
Το ανεξάλειπτον της αξίας της υπέρτατης του εθνοϊερομάρτυρος Οικουμενικού Πατριάρχου αγίου Γρηγορίου Ε΄ υπέρ της ελευθερίας και σωτηρίας του Γένους υπογραμμίζει ο ιστορικός και πολιτικός Σπυρίδων Τρικούπης, ο οποίος ομιλών ενώπιον της Βουλής των Ελλήνων στις 3 Αυγούστου του 1864, έλεγε: «Απατώνται, κύριοι, μεγάλην απάτην, όσοι νομίζουσιν ότι εν τω συντάγματι της 3ης Σεπτεμβρίου εγράφη το πρώτον η ανεξαρτησία. Η ανεξαρτησία εγράφη το 1821. Και θέλετε να σας είπω ποίαν ημέραν; Εγράφη κατά την ημέραν, καθ’ ην ο μέγας Ποιμενάρχης των Ορθοδόξων λαών, εξερχόμενος από τα άγια των αγίων εκρεμάσθη αγιάζων και αγιαζόμενος και τρώγων ακόμη τον άγιον άρτον και πίνων ακόμη το αίμα του Κυρίου. Εκείνην την ημέραν εγράφη το δόγμα της ανεξαρτησίας. Και θέλετε να σας είπω πού εγράφη; Εν ταις καρδίαις σας. Και διά ποίας ύλης εγράφη; Διά του αίματος του Γρηγορίου. Τοιαύτη γράφη, κύριοι, αδύνατον ποτέ να εξαλειφθεί».
Πηγή: Ενωμένη Ρωμηοσύνη, Αβέρωφ
Για του Χριστού την πίστιν την αγίαν,
για της πατρίδος την ελευθερίαν,
γι’ αυτά τα δύο πολεμώ,
γι’ αυτά να ζήσω επιθυμώ,
κι αν δεν τα αποκτήσω
τι μ’ ωφελεί να ζήσω;
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ του 1821 έχει μια πνοή αγιασμένη, κι η ιστορία της είναι σαν συναξάρι. Η Ελλάδα μπορεί να παρασταθεί σαν τη μητέρα των Μακκαβαίων που είδε να βασανίζονται και να σφάζονται μπροστά της τα παιδιά της ένα-ένα. Από τον καιρό που χάθηκε η Κωνσταντινούπολη, η πατρίδα μας μαυροφόρεσε σαν χαροκαμένη χήρα» οι άνδρες ήτανε σαν ασκητές, οι γυναίκες σαν καλογριές, τα τραγούδια μας γεμάτα πόνο και ελπίδα, τη λεγόμενη «χαρμολύπη», σαν χερουβικά, σαν τροπάρια.
Μια αγιοσύνη τα τύλιγε όλα. Οι καρδιές ήτανε, με όλη την παλληκαριά τους, συντετριμμένες και ταπεινωμένες. Γι’ αυτό κι η θρησκεία μας ήτανε αληθινή, επειδή η πίστη του Χριστού δεν ταιριάζει σε ανθρώπους απίκραντους και καλοπερασμένους, κατά τα λόγια του Χριστού που λέγει: «εν τω κόσμω θλίψιν έξετε», και στενή και τεθλιμμένη η οδός».
Μα όσα χάνει ο άνθρωπος σε καλοπέραση, τα κερδίζει «εκατονταπλασίονα» σε βάθος πνευματικό. Και το έθνος μας που στάθηκε κακότυχο και βασανισμένο, από την άλλη μεριά στάθηκε ευλογημένο, κατά τον λόγο που λέγει ο Σολομών για όσους μαρτυρούνε για την αλήθεια: «και γαρ εν όψει ανθρώπων εάν κολασθώσιν, η ελπίς αυτών αθανασίας πλήρης» και ολίγα παιδευθέντες, μεγάλα ευεργετηθήσονται». Και ποια είνε αυτή η αντάμειψη; Η αντάμειψη ήτανε πως ντυθήκανε με κάποια στολή αφθαρσίας αυτοί που ζούσανε «υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, εν ερημίαις πλανώμενοι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης».
Για τούτο, όποιος άνθρωπος έχει καρδιά καθαρή, και νιώσει την Ελληνική Επανάσταση, σαν να τραβιέται από κάποιον μαγνήτη, ας είναι κι άλλης φυλής άνθρωπος, χωρίς να γνωρίζει καλά- καλά από πού βγαίνει αυτή η γλυκύτητα και η κατανυκτική αγάπη, μ’ όλο που ακούει σκοτωμούς, μαρτύρια και μοιρολόγια, που σε άλλη περίσταση αγριεύουνε τον άνθρωπο. Θαρρεί πως δεν γινήκανε στ’ αληθινά αυτά που ακούει, αλλά πως είναι κάποιο έμορφο παραμύθι.
Τα πιο σκληρά πράγματα χάνουνε τη σκληρότητά τους, καν φονικά, καν αγωνίες κάθε λογής, φτώχια, κρύο, πείνα, αρρώστια, ορφάνια. Κάποιος μυστικός πλούτος τα χρυσώνει όλα, ο της αφθαρσίας ο Παράκλητος (ο Παρηγορητής), το Πνεύμα το Άγιον. Αυτή είναι που λέγω στολή Αφθαρσίας κι ελπίδα Αθανασίας.
Η Ελληνική Επανάσταση είναι σαν το χάλκινο μοσχάρι που έκανε ένας τεχνίτης για τον τύραννο Φάλαρη και που το πύρωνε με φωτιά και σφαλούσε στην κοιλιά του όσους ήθελε να βασανίσει για να ψηθούνε ζωντανοί. Μα αντί ν’ ακούγονται βογκητά και φρικτοί θρήνοι από το στόμα του βοδιού, έβγαιναν τραγούδια χαρούμενα, επειδή ο τεχνίτης είχε βάλει επιτήδεια στο λαρύγγι του βοδιού κάποιο όργανο που άλλαζε τους θρήνους σε χαρούμενη μουσική. Ο Αθανάσιος Διάκος τραγουδούσε περασμένος στη σούβλα, κι οι γυναίκες του Ζαλόγγου χορεύανε και πέφτανε στον γκρεμνό. Κι όλοι οι Έλληνες, άνδρες, γυναίκες, μικροί, μεγάλοι, δεσποτάδες, παπάδες, λαϊκοί, ψέλνανε σαν να τραγουδούσανε και τραγουδούσανε σαν να ψέλνανε, όπως οι τρεις Παίδες της καμίνου που δοξολογούσανε τον Θεό χορεύοντας μέσα στη φωτιά σαν να δροσολογιότανε.
Απ’ όλη την αιματοβαμμένη Ελλάδα ακουγότανε «ήχος καθαρός εορταζόντων», κι οι Έλληνες τρέχανε στον θάνατο «αγαλλομένω ποδί, Πάσχα κροτούντες αιώνιον». Γι’ αυτό μαγεύτηκε ο κόσμος, χωρίς να ξέρει γιατί. Εκείνο που τους μάγευε ήτανε η Ελπίδα της Αθανασίας που βγαίνει από την Ορθοδοξία και που τα σκεπάζει όλα με την χαρούμενη πνοή της.
Η χαρά του Χριστού είναι ένα άνθος που φυτρώνει μοναχά στις καρδιές που πονούν. Για τούτο ο Δαυΐδ έλεγε: «Κύριε εν θλίψει επλάτυνάς με». Κι οι ασκηταί της Ορθοδοξίας τη λέγανε «Χαρμολύπη» ή «Χαροποιόν πένθος», αυτή τη χαρά που βγαίνει από τη συντριμμένη καρδιά. Η Ελληνική Επανάσταση ήτανε τα χαρούμενα ορμήματα του Ποταμού της Ορθοδοξίας. Γι’ αυτό τη μισήσανε και την πολεμήσανε οι «ψευδάδελφοι», εκείνοι που ιδρύσανε στ’ όνομα του Χριστού ένα σύστημα εγκόσμιας ευδαιμονίας, κάποιον «αριστοκρατικό χριστιανισμό» που τραβά τις ματαιόδοξες ψυχές, και τις ξεραίνει από τη χαρά του Χριστού, από τη «χαρμολύπη»[1].
Οι Έλληνες του καιρού εκείνου ήτανε «πτωχοί τω πνεύματι», κατά τους έξυπνους του κόσμου. Ήτανε απλοί και φυσικοί, κι η όψη τους, τα λόγια τους, οι συνήθειές τους, τα φερσίματά τους ήτανε αληθινά, δηλαδή Ελληνικά. Η ψυχή τους ήτανε δεμένη με τη φύση και τη θρησκεία τους. Λεοντόκορμοι άνδρες που βαστούσανε από αρχαία αίματα, ζούσανε στον ανοιχτόν αγέρα όπως τους έπλασε ο Θεός, με γένια, με μουστάκια, με μακριά μαλλιά σαν το Χριστό, γοργοπόδαροι, λιγόφαγοι, θρήσκοι, ταπεινοί μπροστά στους γεροντότερους και στους παπάδες, με ψυχή γεμάτη κρυφά πλούτη.
Απάνω απ’ όλα ήτανε η Θρησκεία, η Πίστις των Πατέρων μας. Κι οι λειτουργοί της ήτανε οι πνευματικοί τους, οι δάσκαλοί τους, οι προστάτες τους, οι παρηγορητές τους, οι δικαστές τους, οι εξομολόγοι τους. Ο πιο αγαπημένος αρματωλός για το λαό, ο πιο αγνός πολεμιστής, ο καινούριος άγιος Γιώργης, στάθηκε ένας παπάς, ο Αθανάσιος Διάκος, που σουβλίσθηκε για την Πίστη του Χριστού.
Άλλοι τέτοιοι αγιασμένοι που αγωνισθήκανε για την Πίστη, είναι ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’, ο Ησαΐας Σαλώνων, ο Ρωγών Ιωσήφ, ο Κυπριανός στην Κύπρο» τι λέγω; Νέφος ολόκληρο ρασοφορεμένοι, Ορθόδοξον Ιεράτευμα. Πριν να γίνει η Επανάσταση, χιλιάδες Νεομάρτυρες μαρτυρήσανε για την Πίστη, κι ύστερα ήρθανε οι αρματωλοί. Οι δεσποτάδες, οι παπάδες κι οι καλόγεροι είχανε γίνει σαν τους προφήτες που οδηγούσανε τον νέον Ισραήλ στη Γη της Επαγγελίας.
Οι αρματωλοί γινήκανε σαν ασκητές και ψέλνανε απάνω στο μετερίζι, και ξεστηθίζανε το Ψαλτήρι για παρηγοριά, με τα χαϊμαλιά στο στήθος που παριστάνανε τον Χριστό, την Παναγία, τον άη Γιώργη, τον άη Δημήτρη. Για φυλαχτό είχανε ή τίμιο ξύλο, ή άγιο λείψανο, ή ένα κομμάτι από το παλιόρασο του άγιου Κοσμά. Πολλοί αρματωλοί ήτανε ζωγραφισμένοι στα ερημοκκλήσια μαζί με τους αγίους. Η ζωγραφιά του Μεϊντάνη βρισκότανε στην εκκλησιά της Κατούνας, του Ανδρούτσου στο Μεγάλο Μετέωρο, του Διαμαντή Σπατούλη στην εκκλησιά στ’ Αλεποχώρι Μπότσαρη. Και τους σκοτωμένους τους θάβανε κοντά στην εκκλησιά.
Λοιπόν, δεν είναι αγιασμένη η Επανάστασή μας, δεν είναι η Ορθοδοξία ματωμένη για να φυλάξει την πίστη μας; Η Ορθοδοξία έγινε ένας λόγος άδειος στα στόματα των σημερινών φραγκοδασκαλευμένων δασκάλων. Μα η αληθινή Ορθοδοξία που είναι πλούτος και ρίζα αθανασίας, είναι φυτρωμένη βαθειά στην καρδιά του ορθοδοξώτατου λαού μας, που όσο δεν ήθελε να τουρκέψει, άλλο τόσο δεν θέλει να φραγκέψει.
Φώτης Κόντογλου
Για την αντιγραφή Τζιβινίκος Θωμάς δάσκαλος
Πηγή: Οlympia.gr
Το παιδομάζωμα, Νικόλαος Γύζης
Το παιδομάζωμα γινόταν στην αρχή, φαίνεται, κάθε πέντε χρόνια και στρατολογούσαν το 1/5 των παιδιών – ίσως το πράγμα είχε κάποια σχέση με το δικαίωμα του σουλτάνου επάνω στο 1/5 των λαφύρων και την φορολογία pencik ή ispence – κατόπιν όμως κάθε 4, 3, 2 η και κάθε χρόνο, ανάλογα με τις πολεμικές ανάγκες. Από τον φόρο αυτόν του «αίματος» απαλλάσσονταν ορισμένοι τόποι, γιατί ρητοί όροι συνθηκών η ειδικά προνόμια τους εξαιρούσαν, όπως π.χ. τα Ιωάννινα (1430), ο Γαλατάς (1 Ιουνίου 1453), η Ρόδος (1522), η τόποι που βρίσκονταν κοντά σε πολυσύχναστους δρόμους και ήταν εκτεθειμένοι στις αυθαιρεσίες των στρατευμάτων και των υπαλλήλων.
Από τις μαρτυρίες των σύγχρονων βυζαντινών συγγραφέων Δούκα, Χαλκοκονδύλη, Σφραντζή, καθώς και από τις σχετικές με την ηλικία διατάξεις φιρμανιών του 16ου και 17ου αι., που δημοσιεύθηκαν τα τελευταία χρόνια, αποδεικνύεται ότι τα παιδιά αυτά έπρεπε να είναι 14 – 18 ή 15 – 20 ετών. Μολαταύτα είναι αλήθεια ότι γινόταν και στρατολογία παιδιών μικρότερης ηλικίας• αυτά όμως δεν προορίζονταν για το γενιτσαρικό σώμα, αλλά για την εσωτερική υπηρεσία της σουλτανικής αυλής και για τα ανώτατα αξιώματα. Ήταν τα λεγόμενα ic oglan, για τα οποία θα μιλήσουμε αργότερα.
Με την διενέργεια του παιδομαζώματος ήταν εντεταλμένος ο yeniceri agasi και ο acemi ocagi agasi (Instanbul agasi). Ο τρόπος στρατολογίας παραλλάσσει κάπως από εποχή σε εποχή. Μετά τον 15° αι. γινόταν συνήθως ως εξής: Στην περιοχή η στην διοικητική περιφέρεια, όπου θα γινόταν το παιδομάζωμα, έστελναν έναν αξιωματικό των γενιτσάρων, τον devsirme agasi που είχε το σχετικό φιρμάνι στρατολογίας, ένα γραφέα και μερικούς συνοδούς γενιτσάρους. Μαζί του είχε επίσης επιστολή (γραμμένη από τον yeniceri agasi), που είχε το ίδιο σχεδόν περιεχόμενο με του φιρμανιού και που απευθυνόταν στους καδήδες της περιοχής, όπου θα γινόταν το παιδομάζωμα. Ο αξιωματικός αυτός είχε απόλυτη εξουσία και κανείς δεν είχε το δικαίωμα να επεμβαίνη στα καθήκοντά του, είτε ήταν μουτεσελίμης των μπεηλερμπέηδων η άλλος στρατιωτικός. Ο devsirme agasi πήγαινε στους καζάδες και η άφιξή του κοινοποιούνταν με ντελάληδες στα χωριά. Στον κάθε τόπο συνεννοούνταν πρώτα με τον καδή και τον πρωτόγερο (προεστό) ή τον παπά και κατόπιν ήλεγχε μαζί τους προσεκτικά τα βιβλία των γεννήσεων της εκκλησίας και επιθεωρούσε ο ίδιος τους υποψηφίους γενιτσάρους. Διάλεγε τους πιο ρωμαλέους, όμορφους και ευφυείς νέους που φαίνονταν κατάλληλοι για την στρατιωτική υπηρεσία. Σύμφωνα με τον νόμο του παιδομαζώματος, έπρεπε οι νέοι αυτοί να είναι παιδιά ιερέων και εγγενών οικογενειών. Από τους ραγιάδες που είχαν δυό ή και περισσότερα παιδιά έπαιρναν μόνο το ένα. Τα μοναχοπαίδια εξαιρούνταν από το παιδομάζωμα, για να βοηθούν και να υπηρετούν τους γονείς τους. Επίσης εξαιρούνταν και μερικές άλλες κατηγορίες παιδιών, όπως π.χ. οι ορφανοί, οι σπανοί, οι κοντοί, οι ψηλοί κ.α., καθώς επίσης και οι παντρεμένοι.
Για ν’ αποφύγουν λοιπόν πολλοί γονείς, Έλληνες, Βούλγαροι, Αλβανοί κ.λ., τον τρομερό αυτό φόρο, φρόντιζαν ν’ αρραβωνιάζουν και να παντρεύουν τα παιδιά τους νεώτατα, σε ηλικία 8,9 και 10 ετών, παραβαίνοντας τους νόμους της Εκκλησίας για την ανηβότητα. Η συνήθεια αυτή ήταν κιόλας πολύ διαδομένη πριν από την Άλωση εξ αιτίας του φόβου των «επικρατησάντων» (=κατακτητών). Πάντως στην περιοχή Κωνσταντινουπόλεως δεν είχαν σημειωθή ως τα 1463 τέτοιοι γάμοι, γιατί εξαιρούνταν από το παιδομάζωμα.
Ο εντεταλμένος με την στρατολογία υπάλληλος έκανε διπλούς καταλόγους με τα ονόματα τα χαρακτηριστικά των νέων, που είχαν στρατολογηθή, καθώς και των συνοδών τους. Απ’ αυτούς κρατούσε τον ένα, ενώ τον άλλο τον έστελνε στην Κωνσταντινούπολη με ειδικό ταχυδρόμο (surucu), για να παραβληθή αργότερα με εκείνον που κρατούσε ο αρμόδιος υπάλληλος και να προληφθή η αντικατάσταση των στρατολογημένων. Από τους ραγιάδες κάθε τόπου έπαιρναν όσα χρήματα χρειάζονταν για το ξύρισμα, τον κόκκινο σκούφο και τον κόκκινο αμπά των στρατολογημένων που τον κατασκεύαζαν οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης. Επίσης, εκτός από αυτά ο devsirme agasi η memuru, ο γραφέας και οι συνοδοί του έπαιρναν την καθορισμένη από τον νόμο αμοιβή. Αυστηρές διαταγές εκδίδονταν προς τους κατά τόπους καδήδες να εφοδιάζωνται με τρόφιμα οι στρατολογούμενοι νέοι, να μη χρονοτριβούν κατά την πορεία τους οι συνοδοί τους στα χωριά, να μη παρεκτρέπωνται σε λεηλασίες και αρπαγές σε βάρος των χωρικών κ.λ..
Από τον 16ο αι. οι διατάξεις αυτές του νόμου δεν τηρούνταν πάντοτε κατά γράμμα. Μολονότι προβλέπονταν αυστηρότατες ποινές και θάνατος ακόμη για τους εκβιαστές υπαλλήλους, οι εντεταλμένοι με την στρατολογία έβρισκαν την ευκαιρία να καταπιέζουν τους χριστιανούς ραγιάδες και να κερδίζουν χρήματα. Έπαιρναν από τους πολυτέκνους δυό ή και περισσότερα παιδιά και δεν εξαιρούσαν ούτε τον μοναχογιό, που δεν τον έδιναν πίσω παρά μόνον όταν έπαιρναν 60, 70 ή και περισσότερα ακόμη χρυσά νομίσματα. Στους πλούσιους επέτρεπαν να εξαγοράσουν τα παιδιά τους και εκείνα που περίσσευαν τα πουλούσαν ως δούλους για δικό τους λογαριασμό. Όσοι μπορούσαν εξαγόραζαν την ελευθερία του παιδιού τους. Μερικοί θυσίαζαν και ολόκληρη την περιουσία τους παρά να ιδούν τα παιδιά τους να σέρνωνται στην πικρή σκλαβιά. Αυτονόητο είναι ότι οι φτωχοί, όπως και σε άλλες περιστάσεις, αισθάνονταν βαρύτερα την δοκιμασία αυτή.
Απροσμέτρητη ήταν η θλίψη και η ηθική συντριβή των γονέων και των άλλων συγγενών, θυμάτων του παιδομαζώματος. Ακόμη ίσως ψάλλουν στην Ήπειρο το παρακάτω τραγούδι:
Ανάθεμά σε, βασιλιά, και τρις ανάθεμά σε,
με το κακό οπόκαμες, και το κακό που κάνεις.
Στέλνεις, δένεις τους γέροντας, τους πρώτους τους παπάδες
να μάσης παιδομάζωμα, να κάμης γενιτσάρους.
Κλαίν’ οι γοναίοι τα παιδιά, κ’ οι αδελφές τ’ αδέλφια,
κλαίγω κ’ εγώ και καίγομαι και όσο θα ζω θα κλαίγω.
Πέρσι πήραν τον γιόκα μου, φέτο τον αδελφό μου.
Η ψυχολογική αυτή κατάσταση δεν ήταν και πολύ δύσκολο να σπρώξη τους ραγιάδες στον φόνο των Τούρκων υπαλλήλων και στην ανταρσία, όπως έγινε στην Αλβανία στα 1565 και στην Νάουσα στα 1705, κινήματα απελπισίας που τιμωρούνταν σκληρά. Αναφέρονται όμως – και αυτές είναι σπάνιες περιπτώσεις – και γονείς με χαλαρή ηθική αντοχή, οι οποίοι κάτω από την επίδραση μιας εξουθενωτικής φτώχειας πρόθυμα παρέδιδαν τα παιδιά τους στους εντεταλμένους με την στρατολογία υπαλλήλους, για ν’ απαλλαγούν από το βάρος της διατροφής τους, η και φτωχοί νέοι, που προσδοκούσαν μια καλύτερη ζωή και ποθούσαν πραγματικά να γίνουν «δούλοι» του σουλτάνου.
Τους στρατολογημένους νέους τους έστελναν τμηματικά με υπεύθυνους συνοδούς στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, όταν έφθαναν, αναπαύονταν δυό έως τρεις μέρες και κατόπιν τους παρουσίαζαν αμέσως στον αγά των γενιτσάρων, για να τους επιθεωρήση. Αν αυτός διαπίστωνε ότι το παιδομάζωμα είχε γίνει σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, τότε τους κατέγραφε σ’ ένα κατάλογο με όλα τα στοιχεία τους και τους έκαναν την περιτομή. Αν όμως ανάμεσα στην ομάδα κάποιος είχε στρατολογηθή παράνομα, τότε ξεχώριζαν την ομάδα αυτή από τις τάξεις των γενιτσάρων και την έστελναν να εργαστή στο tophane (χυτήριο κανονιών) η στο cebehane (εργαστήριο πολεμοφοδίων), ενώ τον ταχυδρόμο τον τιμωρούσαν πολύ αυστηρά.
Κατόπιν οι αξιωματικοί των acemi ocagi οδηγούσαν στην Ανατολή τα παιδιά που είχαν στρατολογηθή στην Ρούμελη και στην Ρούμελη τα παιδιά της Ανατολής, για να ματαιώσουν κάθε απόπειρα φυγής. Εκεί τα παρέδιδαν για 25 άσπρα το καθένα σε τιμαριούχους η άλλους Τούρκους γεωργούς, οι οποίοι τα μεταχειρίζονταν σαν σκλάβους τα υπέβαλλαν σε κουραστικές γεωργικές εργασίες. Η δραπέτευσή τους τιμωρούνταν σκληρά. Έτσι ο σουλτάνος Σουλεϊμάν Α’ έλαβε αυστηρά μέτρα για την σύλληψη μερικών στρατολογημένων της περιοχής Καισάρειας, που μολονότι είχαν προσέλθει στον ισλαμισμόν, δηλαδή είχαν υποστή την βίαια περιτομή, είχαν γυρίσει πίσω στις πατρίδες τους.
β) Οι ατζέμ ογλάν
Τα παιδιά μέσα στο σκληρό εκείνο τουρκικό περιβάλλον, που τα αποκτήνωνε, προθυμοποιούνταν να προσαρμοστούν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, να μάθουν δηλαδή την γλώσσα και να μυηθούν στην θρησκεία και στα ήθη και έθιμα των κυρίων τους, αφού μάλιστα εκείνοι που θα έδειχναν ζήλο θα είχαν την τύχη να παραληφθούν από τον αξιωματικό, που θα ξαναπερνούσε ύστερ’ από δύο ή και περισσότερα χρόνια, και να μεταφερθούν στην Κωνσταντινούπολη, όπου τους περίμενε καλύτερη ζωή. Εκεί καταγράφονταν στους ορτάδες των acem. Ζούσαν ομάδες ομάδες (μπουλούκια) από 25 – 30 άνδρες κάτω από τις διαταγές του μπουλούκμπαση και μόνοι τους φρόντιζαν για το μαγείρεμα καταβάλλοντας ό καθένας ένα ορισμένο ποσό κατά μήνα. Από την στιγμή εκείνη ονομάζονταν acem oglan, απασχολούνταν σε διάφορες χειρωνακτικές εργασίες (στα κυβερνητικά κτίρια, στο ναυτικό κ.λ.) και έπαιρναν ένα άσπρο ως ημερομίσθιο, εκτός από εκείνους που εργάζονταν στους κήπους του σουλτάνου, οι οποίοι έπαιρναν δυό άσπρα. Οι τελευταίοι αυτοί με επικεφαλής τον bostanci basi είχαν τις μεγαλύτερες ελπίδες να προαχθούν στα ανώτερα αξιώματα. Η νέα ζωή τους ήταν βέβαια σκληρή, αλλά οπωσδήποτε καλύτερη από την προηγούμενη, γιατί είχαν μισθό και ελπίδες να προαχθούν.
Ο αριθμός των ατζέμ ογλάν ήταν ρευστός, ανάλογα με τις ανάγκες της αυτοκρατορίας. Έτσι π.χ. στις αρχές του αι. ήταν κατά μέσον όρο 3.000, ενώ κατά τα μέσα του ίδιου αιώνα ανέβαινε στις 16.400. Οι acem oglan κάλυπταν τα κενά των γενιτσάρων. Ποτέ όμως acem oglan – κατά τους χρόνους τουλάχιστο της ακμής της οθωμανικής αυτοκρατορίας- δεν γίνονταν γενίτσαροι πριν από το 24° η 25° έτος της ηλικίας τους, πριν δηλαδή κάνουν την αναγκαία στρατιωτική εκπαίδευση.
Ως την εποχή της εισόδου τους στο γενιτσαρικό σώμα περνούσαν από τόσες δοκιμασίες, ώστε να έχουν καταπιεστή στο υποσυνείδητο και αυτές ακόμη οι τρυφερές αναμνήσεις της γενέτειρας, των γονέων και γενικά της παιδικής ηλικίας. Πραγματικά αν λάβουμε υπ’ όψη το χαμηλό, ίσως και ανύπαρκτο πνευματικό επίπεδο των acem oglan, τις μακροχρόνιες ταλαιπωρίες και κακουχίες τους, τις συνεχείς και ποικίλες επιδράσεις του μουσουλμανικού περιβάλλοντος στην εύπλαστη ψυχή τους – ένα είδος αποτελεσματικής προπαγάνδας η, καλύτερα, μια αληθινή πλύση εγκεφάλου που ξεδιάλεγε τους πρόθυμους, πιστούς και αφοσιωμένους στον σουλτάνο και στην μουσουλμανική πίστη – θα εννοήσουμε ότι ήταν πολύ δύσκολο στα χριστιανόπαιδα εκείνα ν’ αντιδράσουν και ν’ αποφύγουν τελικά την αφομοίωση. Μολαταύτα φαίνεται ότι πολλοί ατζέμ ογλάν και γενίτσαροι (βλ. εικ. 2 και 3) όχι μόνο διατηρούσαν δυνατή την ανάμνηση της καταγωγής και της θρησκείας των πατέρων τους, αλλά και με προθυμία θα υποστήριζαν μια σταυροφορία των κρατών της Δύσης εναντίον των Τούρκων.
Στην οργάνωση των γενιτσάρων δεν πρόκειται να εισέλθουμε, γιατί η διαπραγμάτευση του θέματος αυτού εμπίπτει μέσα στα πλαίσια της οθωμανικής ιστορίας.
γ) Οι ιτς ογλάν.
Παράλληλα προς την στρατολογία παιδιών ηλικίας 14 – 18 και 15 – 20 ετών γινόταν, χωριστά φαίνεται, και μάζωμα παιδιών μικρότερης ηλικίας,κυρίως 6 – 10 ετών, που προορίζονταν για την υπηρεσία των σουλτανικών σεραγιών. Είναι οι λεγόμενοι ic oglan. Οι ιστορικοί ταυτίζουν την στρατολογία των υποψηφίων acem oglan με των ic oglan, ίσως γιατί και διαφορά στις δυό περιπτώσεις πρόκειται οπωσδήποτε για παιδομάζωμα, αλλά υπάρχει ως προς την ηλικία και την αποστολή τους.
Ο θεσμός των ic oglan φαίνεται ότι προήλθε από την συνήθεια των Τούρκων να δωρίζουν μικρούς και ωραίους σκλάβους στους ισχυρούς του κράτους και όχι από τους κόλπους των υποψήφιων acem oglan, όπως νομίζει ό Hammer. Η σκέψη όμως για την συστηματική στρατολογία, για την εκπαίδευση και την μελλοντική τους χρησιμοποίηση θα γεννήθηκε ασφαλώς κάτω από την επίδραση της οργάνωσης των acem oglan.
Τα μικρά αυτά παιδιά, που ξεχωρίζουν με την ομορφιά του προσώπου τους, την καλή σωματική διάπλαση και την ευφυΐα, τα παρουσιάζουν στον σουλτάνο, ό οποίος άλλα από αυτά στέλνει στο Γαλατά σεράγι, άλλα στο σεράγι της Αδριανούπολης και άλλα στο μεγάλο σεράγι της Κωνσταντινούπολης. Εκεί μέσα φυλάγονται καλά. Οι προοριζόμενοι για το τελευταίο σεράγι βρίσκονται σε πιο πλεονεκτική θέση από τους άλλους, γιατί αυτοί πρώτοι έρχονται στην σειρά ως προς την κατάληψη ανώτερων αξιωμάτων.
Οι ic oglan βρίσκονται κάτω από την ηγεσία του kapi aga, του αρχηγού των άσπρων ευνούχων. Οι ευνούχοι αυτοί τους μεταχειρίζονται με μεγάλη αυστηρότητα και τους τιμωρούν σκληρά για το παραμικρό τους παράπτωμα. Οι συνηθισμένες τους τιμωρίες είναι ξύλο στις πατούσες και μακριές νηστείες η αγρυπνίες.
Οι ic oglan κατοικούν σε τέσσερες χωριστούς θαλάμους του σαραγιού. Στον πρώτο, τον κιουτσούκ οντά (=μικρός θάλαμος), όπου μένουν 6 χρόνια, οι χοτζάδες τους διδάσκουν να είναι σιωπηλοί και ταπεινοί, να έχουν κατεβασμένο το κεφάλι και τα χέρια σταυρωμένα επάνω στο στομάχι, να διαβάζουν, να γράφουν, καθώς και τα πρώτα στοιχεία του μουσουλμανικού νόμου.
Στον δεύτερο θάλαμο, στον κιλέρ οντά (=θάλαμος του κελαριού), επί 4 χρόνια τους γυμνάζουν στις σωματικές ασκήσεις, στον χειρισμό του τόξου, της λόγχης κ.λ., τους τελειοποιούν στην Τουρκική και τους διδάσκουν ακόμη την αραβική και την περσική.
Στον τρίτο, τον χαζναντάρ οντά (= θάλαμος του θησαυρού), άλλα 4 χρόνια μαθαίνουν ιππασία και τελειοποιούνται στις ασκήσεις που ταιριάζουν στην ηλικία τους. Αφότου εισέρχονται στον οντά αυτόν, αρχίζουν κάπου κάπου να υπηρετούν τον σουλτάνο στην ιματιοθήκη, στο λουτρό κ.λ.. Δεν βρίσκονται σε καμιά επικοινωνία με τους τροφίμους των δύο πρώτων θαλάμων ούτε και με κανέναν από τους έξω παρά μόνο με την άδεια του kapi aga.
Έτσι, ύστερα από 14 χρόνια σκληρής μαθητείας και δοκιμασίας, οι 40 από τους πιο άξιους μπαίνουν στον χάζ οντά ( ανακτορικός θάλαμος), όπου αρχίζουν ουσιαστικά να έχουν τις πρώτες ελευθερίες: τους επιτρέπουν να συναναστρέφωνται με όλους τους ανθρώπους του σαραγιού και να έρχωνται σε συχνή επαφή και με τον ίδιο τον σουλτάνο. Επομένως οι ic oglan κατά την διάρκεια της παραμονής τους στο σεράγι έπρεπε να είναι μεταξύ 6 – 20 ετών, και παραπάνω, αν υπολογίση κανείς τα χρόνια της μαθητείας τους.
Όταν αποφοιτούν, είναι πια νέοι άνδρες με πείρα και υπομονή μεγάλη, ικανοί ν’ ανθέξουν σε μεγάλους κόπους και να εκτελέσουν κάθε είδους διαταγή με τυφλή υπακοή και μεγάλη ακρίβεια. Από τους νέους αυτούς εκλέγονται οι ανώτεροι αξιωματούχοι του κράτους και της αυλής, οι πασάδες, οι μπέηδες, ο καπιτζή μπασήδες κ.α, προ πάντων οι ακόλουθοι του σουλτάνου. Από τους τελευταίους οι σπουδαιότεροι είναι ο σελικτάρ αγάς (αυτός που κρατά το σπαθί του σουλτάνου), ο τζιοχαντάρ αγάς (τον μανδύα του), ο ρικαμπάρ αγάς (τον αναβολέα του), ο τουλμπεντάρ αγάς (που διευθετεί το τουρμπάνι του, βλ. εικ. 4) και άλλοι οκτώ ακόμη. Το λαμπρό μέλλον των νέων αυτών κάνει τον Μουσταφά πασά να λέγη στα 1576 στον πρεσβευτή της Γερμανίας Δαβίδ Ungnad ότι, ενώ τα χριστιανόπαιδα γίνονται μεγάλοι αξιωματούχοι του κράτους, τα δικά τους παιδιά παραμερίζονται.
δ) Η λήξη του παιδομαζώματος και οι συνέπειές του.
Πότε καταργήθηκε το παιδομάζωμα; ή καλύτερα: 1) πότε έγινε η τελευταία ομαδική στρατολογία υποψήφιων ατζέμ ογλάν; και 2) πότε έληξε το μάζωμα μικρών παιδιών, που προορίζονταν για τις τάξεις των ic oglan;
Ως προς το πρώτο πρόβλημα έχουμε να σημειώσουμε ότι από την εποχή κιόλας το Σουλεϊμάν Α’ (1520- 1566) και Μουράτ Γ’ (1574- 1595) άρχισαν να γίνωνται δεκτοί στους acem oglan ολοένα και περισσότεροι Τούρκοι κατά το γένος, καθώς και οι γιοί των γενιτσάρων (οι οτζάκ ζαντέ). Η επιθυμία των Τούρκων να εξασφαλίσουν και στα παιδιά τους λαμπρό μέλλον έσπρωχνε πολλούς να τα παραδίδουν στους χριστιανούς, για να τα παρουσιάζουν αντί για τα δικά τους. Η επιθυμία τους αυτή έγινε ασφαλώς περισσότερο έντονη, όταν οι γενίτσαροι επί Σουλεϊμάν Α’ κατόρθωσαν ν’ αποσπάσουν το δικαίωμα να παντρεύωνται. Το σώμα τους ήταν πια προνομιούχο, γιατί εξασφάλιζε μισθό, τιμή και οικογενειακή ζωή. Έχανε όμως βαθμιαία την δυναμικότητα και την μαχητικότητά του. Με την παρακμή της αυτοκρατορίας, κυρίως με την εισδοχή μουσουλμάνων στο σώμα των acem oglan, παραλύει η πειθαρχία και εκφυλίζεται ο θεσμός των γενιτσάρων. Αποτέλεσμα τώρα το παιδομάζωμα να γίνεται κατά αραιά χρονικά διαστήματα και αποκλειστικά μόνο στην Ευρώπη. Έτσι φιρμάνι της 5 Φεβρουαρίου 1666 αναφέρει ότι από αρκετά χρόνια δεν γινόταν στρατολογία χριστιανοπαίδων, μολονότι η υπόθεση αυτή χαρακτηρίζεται από τις σπουδαιότερες του κράτους. Η τελευταία στρατολογία επιχειρήθηκε στα 1705 στην Νάουσα, αλλά κατέληξε στην ανταρσία των κατοίκων της και δεν ξέρουμε αν τελικά πραγματοποιήθηκε. Πιθανόν τα γεγονότα εκείνα έθεσαν τέρμα στην θλιβερή αυτή σελίδα της ιστορίας.
Ως προς το δεύτερο πρόβλημα, νεώτερες πληροφορίες αποδείχνουν ότι το μάζωμα μικρών χριστιανών για τις τάξεις των ic oglan εξακολούθησε ως τα μέσα του 180υ αι., ενώ τα σώματα των acem oglan και των ic oglan εξακολούθησαν να υφίστανται ως την κατάργηση του γενιτσαρικού σώματος (1826).
Ο Hammer υπολογίζει σε μισό εκατομμύριο τα παιδιά που χάθηκαν για τον χριστιανισμό ενώ ο Παπαρρηγόπουλος σε ένα. Υπολογισμός όμως – έστω και κατά προσέγγιση — του αριθμού των εξισλαμισμένων παιδιών είναι πολύ δύσκολος, σχεδόν ανέφικτος. Ίσως τον υπολογισμό αυτό θα μπορούσε διευκολύνη κάπως μια ειδική και διεξοδική μελέτη για το παιδομάζωμα με την ευρεία του έννοια.
Το παιδομάζωμα προκάλεσε μια σοβαρή αφαίμαξη του ελληνισμού προ πάντων από τα μέσα του 15ου αι. ως τα μέσα του 17ου αι., επί δύο περίπου αιώνες. Την σημασία της αιμορραγίας αυτής την εννοούμε καλά, όταν σκεφθούμε ότι τα στρατολογούμενα παιδιά ήταν τα πιο ρωμαλέα και ωραία. Ο κίνδυνος όμως αυτός του εκφυλισμού του ελληνικού έθνους εξουδετερώθηκε σιγά σιγά και, όπως είδαμε, τελικά έπαψε να υφίσταται, γιατί άρχισε να γίνεται υποφερτός ό τρόπος της ζωής των ατζέμ ογλάν – γενιτσάρων και ν’ αντιδρά η κοινή τουρκική γνώμη στην ανύψωση των γιών των γκιαούρηδων στα ανώτατα αξιώματα της αυτοκρατορίας. Υπήρχε μια αλληλεπίδραση στα αιτία αυτά.
Το παιδομάζωμα δημιούργησε ένα μεγάλο κίνδυνο εκτουρκισμού και ερήμωσης της βαλκανικής χερσονήσου, γιατί οι χριστιανοί κάτοικοί της έβλεπαν εμπρός τους δυό μόνο λύσεις, για να το αποφύγουν• 1) να εξισλαμιστούν ή να προσποιηθούν ότι εξισλαμίζονται• ή 2) να φύγουν με την κινητή τους περιουσία στις πλησιέστερες κτήσεις των χριστιανών Κρατών.
Το πρώτο είδαμε ότι γινόταν• και σ’ αυτό συντελούσαν ασφαλώς και οι άλλες αφόρητες συνθήκες της ζωής των ραγιάδων. Το δεύτερο, δηλαδή η φυγή, δεν ήταν δυνατόν να επιχειρηθή παρά μόνον από τους ραγιάδες εκείνους που κατοικούσαν στα παράλια η κοντά στα σύνορα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Έτσι π.χ. η Πελοπόννησος και η Αλβανία είχαν απογυμνωθή από σημαντικό μέρος του πληθυσμού τους και ολόκληρες εκτάσεις γης έμεναν ακαλλιέργητες με αποτέλεσμα τα τιμάρια να μην έχουν καμιά σχεδόν αξία, γιατί οι σκλάβοι κατέφευγαν στις κοντινές βενετικές κτήσεις. Κάποτε μάλιστα η φυγή προκαλούσε σοβαρές προστριβές μεταξύ των δύο κρατών.
Πηγή: Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον
Σε πολλές πόλεις (Αλεξανδρούπολη, Κομοτηνή, Τρίκαλα, Φλώρινα κ.α.), παραλιακές και μη, της Ορθόδοξης και Ναυτικής πατρίδας μας, σε καίρια σημεία, όπως πλατείες και πάρκα, υπάρχει η προτομή του Ναυάρχου Κωνσταντίνου Κανάρη. Είναι δώρο του Πολεμικού Ναυτικού στους οικείους Δήμους, σε ανάμνηση του πανελλήνιου εορτασμού της Ναυτικής Εβδομάδας, ενός θεσμού που σιωπηρά καταργήθηκε και για τελευταία φορά γιορτάστηκε το 2008.
Χρέος τιμής, στο φετινό εορτασμό της Επανάστασης του 1821, να μνημονεύσουμε το Ναύαρχο Κωνσταντίνο Κανάρη.
***
Πόσα δε λέει αυτή η μικρή προτομή του Κωνσταντίνου Κανάρη στον καθένα μας που τη θωρεί…
Μας υπενθυμίζει μία από τις ηρωικότερες φυσιογνωμίες του αγώνα του 1821, τον ατρόμητο ήρωα των ελληνικών θαλασσών, ο οποίος με το πυρπολικό του μια ασέληνη νύχτα του Ιουνίου του 1822 άναψε στο λιμάνι της Χίου «φλόγα ουρανομήκη», έκαψε την τουρκική ναυαρχίδα, εκδικήθηκε την άγρια σφαγή της Χίου, τιμώρησε τους βάρβαρους επιδρομείς, φωταγώγησε τα ελληνικά πελάγη, εμψύχωσε στον υπέρ πάντων αγώνα της Φυλής και προκάλεσε παγκόσμια προσοχή.
Μας υπενθυμίζει ότι αυτός, όπως και ολόκληρη εκείνη η ένδοξη γενιά των αγωνιστών του 1821, είχε βαθύτατο θρησκευτικό συναίσθημα. Πίστευε ότι στην πάλη της ημισελήνου και Σταυρού θα νικούσε τελικά ο Τίμιος Σταυρός. Και γι’ αυτό, μετά το ηρωικό του κατόρθωμα, αμέσως μόλις αποβιβάστηκε στους βράχους των Ψαρών, έσπευσε αμέσως ο ίδιος και οι σύντροφοί του να δοξολογήσουν το Θεό στο εξωκκλήσι του Αγίου Νικολάου, όπου άναψε λαμπάδα, γονάτισε και γεμάτος ιερή συγκίνηση ευχαρίστησε τον Κύριο και τον παρακάλεσε να δώσει ταχύτατα την ελευθερία της Πατρίδας.
Μας υπενθυμίζει ότι ο «Ναύαρχος», όπως τον αποκαλούσαν, όταν αξιώθηκε να δει τους καρπούς των αγώνων του, την Ελλάδα ελεύθερη, και εγκαταστάθηκε στην Κυψέλη, δε λησμόνησε το Θεό. Κάθε Κυριακή, από τα χαράματα, επί πολλά χρόνια, μέχρι τα βαθιά του γεράματα, πήγαινε από τους πρώτους στο εκκλησάκι των Αγίων Αποστόλων, ιδιοκτησίας της οικογένειας, και στεκόταν στο στασίδι του, με ευλάβεια μέχρι τέλους στη Θεία Λειτουργία. Μέχρι και σήμερα, μπαίνοντας σε αυτό το μικρό ναό, ένα στασίδι, αριστερά του Δεσποτικού θρόνου, προκαλεί αμέσως την προσοχή. Είναι στολισμένο με μία γαλανόλευκη ταινία. Στο στασίδι είναι χαραγμένη με κεφαλαία γράμματα η επιγραφή : «ΣΤΑΣΙΔΙ ΤΟΥ ΝΑΥΑΡΧΟΥ ΚΑΝΑΡΗ 1794 – 1877».
Σήμερα, αυτό το «στασίδι του Κανάρη», είναι ο δριμύς έλεγχος όλων εκείνων των Ελλήνων οι οποίοι, διαδεχόμενοι τους ήρωες στις διάφορες δημόσιες θέσεις, δεν έχουν ούτε ένα μόριο της Χριστιανικής Πίστης των προγόνων τους.
Σήμερα, η Χριστιανική Ελλάδα έχει την αξίωση να κυβερνιέται από χριστιανούς κυβερνήτες, που κλείνουν στα στήθη τους τη θαυματουργή πίστη ενός Κανάρη, που έγινε Ναύαρχος, τέσσερις φορές Υπουργός των Ναυτικών (Κυβερνήσεις Ανδρέα Μεταξά, Ιωάννη Κωλέττη, Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και Μπενιζέλου Ρούφου) και πέντε φορές Πρωθυπουργός (1844, 1848-9, 1864, 1864-5 και 1877).
Σήμερα, στην εθνική μας επέτειο, η πιο μεγάλη τιμή των ηρώων του 1821 είναι η μίμηση των αρετών τους.
Άρχοντες και αρχόμενοι δεν πρέπει μονάχα να θυμόμαστε, πρέπει και να μιμούμαστε τη λεβεντιά και τις αρετές των τιτανομάχων της Εθνεγερσίας.
Είναι ο καλύτερος εορτασμός της 25ης Μάρτιου.
Αλεξανδρούπολη Μάρτιος 2016
ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ
Υποναύαρχος Λ.Σ. (ε.α.)
Ο Ρωμηός επι Τουρκιάς γνωρίζει Τετάρτη και Παρασκευή, ξέρει να κάνει μετάνοιες, λειτουργείται κάθε Κυριακή, προσεύχεται, ευλογεί και ευλογείται, μιλάει στα παιδιά του για Θεό, κάνει τον σταυρό του γεμάτον και ολόκληρον…
Φαίνεται ότι κάποτε ενήστευες και σήμαινε ότι είσαι Ρωμηός. Αν δε νήστευες Τετάρτη και Παρασκευή, εσήμαινε ότι είσαι Τούρκος. Ετούτο δεν είναι υπερβολή, ήταν ένας τόπος κοινός στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, και τούτο το βλέπουμε ξεκάθαρα στο έργο του Φωτάκου: «Ο Βίος του Παπαφλέσσα».
Όταν έφτασε ο Φλέσσας στο Άργος, ο αδελφός του Νικήτας τού άλλαξε τα φορέματα, τού φόρεσε τούρκικα καλιοντσίτικα και τον όπλισε ως Τούρκο, καθώς και τους άλλους που είχε μαζί του ο Παπαφλέσσας. Προφανώς, έγινε αυτό, για λόγους ασφαλείας, που θα λέγαμε σήμερα. Φιλοξενήθηκε, όμως, ο Φλέσσας, μαζί με τους δικούς του, στην οικεία του Οικονομόπουλου. Κι επειδή η οικοδέσποινα τους εξέλαβε ως Τούρκους, αν και ήταν Τετάρτη, τους έβγαλε να φάνε αυγά. Παίζοντας εκείνοι τους Τούρκους, προσποιήθηκαν ότι τα έφαγαν, αλλά κρυφίως τα πέταξαν. Και μάλιστα έπειτα – μάλλον μετά την αναχώρηση τους – τα αυγά ευρέθησαν (!) καθώς το διηγείται ο Φωτάκος.
Ο Έλληνας της Τουρκοκρατίας είναι ο πιο βαθιά Ορθόδοξος Έλληνας που βρίκεται μέσα στους αιώνες. Ίσως περισσότερο κι από τον Έλληνα του Βυζαντίου, πάει μπροστά σε Ορθοδοξία ο σκλαβωμένος Έλληνας επι Τουρκιάς.
Ο Ρωμηός επι Τουρκιάς γνωρίζει Τετάρτη και Παρασκευή, ξέρει να κάνει μετάνοιες, λειτουργείται κάθε Κυριακή, προσεύχεται, ευλογεί και ευλογείται, μιλάει στα παιδιά του για Θεό, κάνει τον σταυρό του γεμάτον και ολόκληρον – αρχοντικόν σταυρόν, όχι τσιγκούνικον, κι έτσι μπουζούκικον. Στο κούτελο, κάτω στη βαλβίδα της κοιλιάς, δεξιά κι αριστερά στους ώμους, έτσι κάνει ο Παπαφλέσσας τον σταυρό του, ο Γέρος του Μόρια, ο Διάκος και οι άλλοι.
Όσοι μάς ελευθέρωσαν, εγνώριζαν Τετάρτη και Παρασκευή. Αυτονοήτως ενήστευαν ως κάτι δεδομένο και παραδομένο άπαξ εκ προγόνων Ορθοδόξων. Πλείστα όσα παραδείγματα δεικνύουν του λόγου το αληθές: ότι αυτοί που μάς λευτέρωσαν σαν καλογέρια αγαπούσαν τον Θεό, ήταν άνθρωποι του «Πάτερ Ημών» και της ωραίας εν Θεώ ζωής. Εμείς;
Πηγή: Το Ζωντανό Ιστολόγιο, ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, Αβέρωφ
«Στην διάρκεια της τουρκοκρατίας η Εκκλησία κατόρθωσε να επιβιώσει. Και όσο η Εκκλησία επεβίωνε, το Έθνος δεν μπορούσε να πεθάνει»
(Στήβεν Ράνσιμαν)
Λέγονται και γράφονται κατά καιρούς διάφορα σχετικά με το «Κρυφό Σχολειό» της Τουρκοκρατίας. Ορισμένοι επιχείρησαν και επιχειρούν να αμφισβητήσουν την ύπαρξή του, να κλονίσουν μια πεποίθηση στερεά ριζωμένη στην συνείδηση του λαού μας. Και είναι προφανές ότι οι περισσότεροι από τους αμφισβητίες -αν όχι όλοι- έχουν ως στόχο την βαθύτερη αμφισβήτηση του ρόλου και της προσφοράς της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας κατά την περίοδο της μακραίωνος δουλείας του γένους από τον οθωμανικό ζυγό. Θεωρούμε, λοιπόν χρήσιμο να καταθέσουμε ορισμένα στοιχεία και να ξεκαθαρίσουμε μερικές ασάφειες που ίσως προκαλούν απορίες.
Το σπουδαιότερο επιχείρημα των αρνητών του «Κρυφού Σχολειού» είναι το εξής: «Οι Οθωμανοί Τούρκοι υπήρξαν ανεκτικοί στα θέματα Πίστεως και Παιδείας. Αφού, λοιπόν, δεν καταδίωκαν την εκπαίδευση των Ελλήνων και γενικότερα των Ορθοδόξων υπηκόων τους (Ρούμ μιλλέτ= Το Γένος των Ρωμηών), τότε γιατί χρειάζονταν Κρυφά Σχολεία στους νάρθηκες των Ναών και των Μοναστηριών;».
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι η εξής :
Ναι, μεν, για λόγους θρησκευτικούς και διοικητικούς οι Οθωμανοί Σουλτάνοι παρεχώρησαν προνόμια και έδειξαν ένα βαθμό ανοχής προς τους Ρωμηούς υπηκόους τους, όμως υπήρξαν περίοδοι και περιοχές, στις οποίες δεν τηρήθηκαν οι υποσχέσεις αυτές. Δεν μπορούμε να ομιλούμε για μια ενιαία τουρκοκρατία στον χρόνο και τον χώρο. Υπήρχε διαφορετική (πιο καταπιεστική) μεταχείριση των υποδούλων κατά τους πρώτους αιώνες και διαφορετική στο δεύτερο ήμισυ της Τουρκοκρατίας με την επικράτηση μετριοπαθεστέρων απόψεων. Αλλά και κατά τόπους η εφαρμογή των σουλτανικών αποφάσεων και των δικαιωμάτων των υποδούλων υπέκειτο στην βούληση, στις ιδιορρυθμίες, στο βαθμό θρησκευτικού φανατισμού και γενικά στην προσωπικότητα του τοπικού Οθωμανού ηγεμόνος. Σε μια αχανή αυτοκρατορία και μάλιστα υπό τις συνθήκες διοικήσεως και επικοινωνίας της εποχής εκείνης, η αυθαιρεσία των τοπικών μπέηδων και πασάδων ήταν φαινόμενο σύνηθες. Δεν είχαμε, λοιπόν, ομοιόμορφη εφαρμογή των θεμελιωδών αποφάσεων περί θρησκείας και παιδείας των Ορθοδόξων Ελλήνων. Οι αποφάσεις αυτές καταστρατηγήθηκαν ή αλλοιώθηκαν σε διάφορες χρονικές περιόδους και σε διάφορες επαρχίες και τοπικές διοικήσεις (βιλαέτια). Δεν υπήρξε ενιαία τουρκοκρατία, αλλά ποικίλες μορφές της, αναλόγως εποχής και περιοχής.
Οι δύο πρώτοι αιώνες υπήρξαν πολύ δύσκολοι και μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνος δεν μπορούμε να ομιλούμε για δυνατότητα ακώλυτης ασκήσεως των θρησκευτικών και εκπαιδευτικών ελευθεριών. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι ο Σουλτάνος Σελήμ Α' στις αρχές του 16ου αιώνος εξεδήλωνε δημοσίως το μίσος του προς τους Χριστιανούς και την άποψή του περί βιαίου εξισλαμισμού όλων των μη μουσουλμάνων. Το 1537 ο Σουλεϊμάν Α' εξέδωσε διαταγή που ζητούσε να εκτελεστεί ως άπιστος οποιοσδήποτε αμφισβητούσε τα λόγια του προφήτη Μωάμεθ. Από τις αρχές του 16ουου αιώνος : «Να σκεφθή κανείς ότι ουδέποτε από την εποχή του Νέρωνος, του Δομητιανού και του Διοκλητιανού έχει υποστή ο Χριστιανισμός διωγμούς σκληρότερους από αυτούς, που αντιμετωπίζει σήμερα η ανατολική Εκκλησία» (ίδε Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. 10, Αθήνα 1974, σ. 150).
Από τα μέσα του 17ου αιώνος τα πράγματα σαφώς βελτιώνονται στον εκπαιδευτικό τομέα και οι υπόδουλοι Ρωμηοί αρχίζουν να ιδρύουν, υπό την αιγίδα της Εκκλησίας και με την βοήθεια των ξενιτεμένων και των ευεργετών, σημαντικά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Σ' αυτά καλλιεργήθηκαν και τα ιερά γράμματα και η «θύραθεν παιδεία», η εγκυκλοπαιδική και επιστημονική κατάρτιση. Όμως δεν ήταν εύκολο κάτω από το σπαθί του δυνάστη να καλλιεργηθεί το εθνικό φρόνημα και η συνείδηση της ιστορικής συνέχεια του Ελληνισμού. Στην περίοδο αυτή, την οποία ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ' σε Υπόμνημά του (17/1/1879) χαρακτηρίζει «ως ανέσεως εποχή, καθ' ην ήρξατο υποφώσκουσα ελπίς βελτιώσεως», η λειτουργία Κρυφών Σχολειών ίσως περιορίσθηκε, δεν έπαυσε όμως τελείως. Διότι η κρυφή εκπαίδευση χρειαζόταν για εκείνα τα ειδικά μαθήματα που φούντωναν τον πόθο για την ελευθερία. Άλλωστε είπαμε ότι υπήρξαν και πολλές αυθαιρεσίες τοπικών Οθωμανών ηγεμονίσκων. Ο ιστορικός συγγραφεύς Αθανάσιος Κομνηνός Υψηλάντης στο έργο του «Τα μετά την άλωσιν 1453-1789» (εγράφη τον 18ο αιώνα και εξεδόθη στην Κωνσταντινούπολη το 1870), αναφέρει ένα περιστατικό, το οποίο ο ίδιος τοποθετεί στον 18ο αιώνα. Στο παζάρι (αγορά) του Καΐρου είδε 30.000 κομμένες γλώσσες Ελλήνων, οι οποίοι επέμεναν να ομιλούν ελληνικά παρά την σχετική απαγόρευση των τοπικών αρχών. Σε μια εποχή που οι Οθωμανοί γενικά είχαν επιτρέψει ή ανεχθεί την δημόσια λειτουργία ελληνικών εκπαιδευτηρίων, ο τοπικός Οθωμανός ηγεμόνας της Αιγύπτου απαγόρευε την χρήση της ελληνικής επί ποινή αποκοπής της γλώσσας. 30.000 ηρωικοί Έλληνες αντέστησαν! Πώς όμως διετηρήθη η ελληνική γλώσσα κάτω από τέτοιες συνθήκες αν δεν υπήρχαν τα Κρυφά Σχολειά με το Ψαλτήρι και την Οκτάηχο και τα άλλα εκκλησιαστικά βιβλία; Πάντως και κατά τον 18ο αιώνα έχουμε περιόδους διωγμών. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά τα Ορλωφικά και τις αγριότητες των Τουρκαλβανών ο άγιος Κοσμάς διέκοψε τις περιοδίες του και κατέφυγε επί αρκετά έτη στο Άγιον Όρος!
Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι τα Κρυφά Σχολειά ήταν απαραίτητα στους πρώτους δύο αιώνες της τουρκοκρατίας λόγω του κλίματος φόβου και τρόμου που επικρατούσε, στους δε επόμενους αιώνες, παρά την βελτίωση της οθωμανικής συμπεριφοράς, λειτούργησαν είτε για να δώσουν λύση απέναντι στην ανθελληνική και αντιχριστιανική τακτική ορισμένων Οθωμανών διοικητών, είτε για να διδάσκονται εκεί μαθήματα εθνικού φρονηματισμού με στόχο την εκπλήρωση των πόθων του Γένους.
Αποστομωτικό για τους αρνητές των «Κρυφών Σχολειών» και λίαν εύγλωττο, διότι συνοψίζει τα όσα εκθέσαμε μέχρι τώρα, είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το βιβλίο του Γάλλου δημοσιογράφου Rene Puaux «Δυστυχισμένη Βόρειος Ήπειρος», (ελλην. Έκδοση εκδ. Τροχαλία, Αθήναι α. χρ.). Ο Puaux (Πυώ) περιηγήθηκε την Ήπειρο το 1913, ακριβώς μόλις τα εδάφη αυτά είχαν ελευθερωθεί από τον ελληνικό στρατό. Συνομιλώντας με Έλληνες Ηπειρώτες, οι οποίοι τότε για πρώτη φορά απηλλάγησαν από τον τουρκικό ζυγό, μαθαίνει έκπληκτος και τα εξής : «Κανένα βιβλίο τυπωμένο στην Αθήνα δεν γινόταν δεκτό στα σχολεία της Ηπείρου. Ήταν επιβεβλημένο να τα προμηθεύονται όλα από την Κωνσταντινούπολη. Η Ελληνική Ιστορία ήταν απαγορευμένη. Στην περίπτωση αυτή λειτουργούσαν πρόσθετα κρυφά μαθήματα, όπου χωρίς βιβλία, χωρίς τετράδια, ο νεαρός Ηπειρώτης μάθαινε για τη μητέρα Πατρίδα, διδασκόταν τον Εθνικό της Ύμνο, τα ποιήματά της και τους ήρωές της. Οι μαθητές κρατούσαν στα χέρια τους την ζωή των δασκάλων τους. Μία ακριτομυθία, μια καταγγελία ήταν αρκετή. Δεν είναι συγκινητικό, αυτά τα διακόσια μικρά αγόρια και τα διακόσια πενήντα κοριτσάκια να δέχονται τις επιπλέον ώρες των μαθημάτων (στην ηλικία, που τόσο αγαπούν τα παιχνίδια), να συζητούν για την Ελλάδα και επιστρέφοντας στις οικογένειές τους με τα χείλη ραμμένα να κρατούν τον ενθουσιασμό μυστικό στην καρδιά;» (σελ. 126).
Το ντοκουμέντο αυτό, που προέρχεται από μαρτυρία ξένου περιηγητή, άρα ανεπηρέαστου από τα ιδεολογικά ρεύματα που επεκράτησαν στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωσή της, μας δείχνει ότι ακόμη και 5-6 χρόνια πριν από τη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ακόμη και σε εποχή που λειτουργούσαν ελεύθερα τα ελληνικά σχολεία, υπήρχαν παράλληλα κρυφά σχολεία για να μεταδώσουν την αγωνιστικότητα και τον πόθο για ελευθερία. Να μεταφέρουν στα παιδιά το μήνυμα που τους διδάσκει ο Ιερεύς στο συγκινητικό ποίημα του Ιωάννη Πολέμη με τίτλο «Το Κρυφό Σχολειό» :
Μη σκιάζεστε στα σκότη!
Της λευτεριάς το φεγγοβόλο αστέρι της νύχτας το ξημέρωμα θα φέρει!
Μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία έχουμε και από ένα εξόχως μαρτυρικό και ταλαιπωρημένο τμήμα του Ελληνισμού, την μεγαλόνησο Κύπρο. Ο Κύπριος Αρχιμανδρίτης Γαβριήλ Σαμπατακάκης γράφει το 1921 για τις εξελίξεις στην ιδιαίτερη πατρίδα του :
«Η θαυμασία αυτή ανάπτυξις του εθνικού αισθήματος οφείλεται, προ παντός, εις τα Σχολεία, τον Τύπον και την Εκκλησίαν. Της ευκαιρίας της Αγγλικής κατοχής δραξάμενος ο Κυπριακός Λαός έσπευσεν, ως η διψασμένη έλαφος τρέχει δρομαία επί τας πηγάς των υδάτων, ούτω και ούτος προς τα νάματα της παιδείας. Και ηδύνατό τις να ίδη φιλοτιμουμένους τους πολίτας και τους χωρικούς να ιδρύωσι δι' ιδίων δαπανών σχολάς, να φροντίζωσι να διορίζωσι δάσκαλον τον καλύτερον μεταξύ αυτών. Ιδρύθη το Παγκύπριον Γυμνάσιον και αι λοιπαί των κεντρικών πόλεων σχολαί, αίτινες ήρξαντο να χαλκεύωσιν Έλληνας χαρακτήρας, να εξαποστέλλωσι διδασκάλους εις τα διάφορα χωρία, διδάσκοντας ουχί πλέον την Οκτώηχον, ουχί το ψαλτήριον, ουχί θρησκέιαν, αν και ταύτα και αύτη ήσαν αναγκαία, αλλά τα ανδραγαθήματα των αρχαίων και νεοτέρων Ελλήνων ηρώων,... τας μαύρας της δουλείας ημέρας, και τέλος την ιδέαν της πατρίδος και της ελευθερίας...» (ίδε Κωστή Κοκκινόφτα, Κυκκώτικα Μελετήματα, τόμος Α', Λευκωσία 1997). Το κείμενο αυτό μας λέγει δυο σημαντικές αλήθειες! Πρώτον ότι οι Έλληνες της Κύπρου έσπευσαν να ανοίξουν σχολεία όλων των βαθμίδων μόνο όταν άρχισε η αγγλική κατοχή (1878 κ.ε.), προφανός διότι εφοβούντο ή δεν εμπιστεύονταν τους Τούρκους. Οργανωμένη Ελληνική παιδεία δεν υπήρξε επί Τουρκοκρατίας στην Κύπρο, με εξαίρεση τη σχολή της Μονής Κύκκου, που και αυτή λειτούργησε στα μέσα του 18ου αιώνος. Τι υπήρξε; Μας το λέγει σαφώς ο Κύπριος Ιερωμένος και αυτή είναι η δεύτερη σπουδαία αλήθεια : Διδασκαλία στοιχειωδών γνώσεων μέσω του Ψαλτηρίου και της Οκτωήχου, άρα που αλλού; Στα Μοναστήρια και στους Ναούς. Όταν, λοιπόν, οι Έλληνες μιας περιοχής φοβούνταν ή παρεμποδίζονταν να ανοίξουν δημοσίως σχολείο κατά την διάρκεια των «μαύρων της δουλείας χρόνων», κατέφευγαν στα «κολλυβογράμματα» του ιερέως ή του μοναχού. Ε, λοιπόν, αυτό ακριβώς ήταν το Κρυφό Σχολειό!
Ορισμένοι αρνητές του Κρυφού Σχολειού ισχυρίζονται ότι πρόκειται για μύθο και ερωτούν, γιατί δεν υπάρχουν κείμενα της εποχής της Τουρκοκρατίας, που να μαρτυρούν την ύπαρξη τέτοιων μυστικών εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων στους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Το ερώτημα είναι αφελές. Αφού επρόκειτο για κρυφή δραστηριότητα, η οποία εγκυμονούσε πολλούς κινδύνους και επέσυρε δυσάρεστες συνέπειες, εάν ανεκαλύπτετο από τους Τούρκους, θα ήταν εγκληματική ανοησία για οποιονδήποτε κληρικό να εκδώσει γραπτή (!) απόφαση περί Κρυφού Σχολειού, ή για οποιονδήποτε λόγιο να καταγράψει δημοσίως υπό τα όμματα των κατακτητών μια τέτοια δραστηριότητα. Όμως αμέσως μετά την απελευθέρωση και την ίδρυση του πρώτου Ελλαδικού κρατιδίου (1830 και εξής) πολλοί λόγιοι και ιστορικοί καταγράφουν την προφορική παράδοση που οι ίδιοι είχαν βιώσει ή τους είχε μεταδοθεί από γενεάς σε γενεά περί του Κρυφού Σχολειού. Το 1842 ο πρωτοπρεσβύτερος Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων στον επιμνημόσυνο λόγο, που εκφωνεί στην Αθήνα για τους ευεργέτες Ζωσιμάδες τονίζει : «... Άλλ' η Πανάγαθος Πρόνοια, καθώς εφώτιζε τας μαίας και εζωογόνει κρυφίως τα άρρενα των Εβραίων, ωσαύτως διέταξε και ψυχάς ευσεβείς και φιλοθέους και ταύτας ούτε Αιγυπτίας, αλλ' ομογενείς και ομόφρονας, αίτινες εν ταπειναίς εκκλησίαις και απωκισμένοις μοναστηρίοις, και εν σχολαίς μικραίς και πενιχραίς, δια της Ιεράς διδασκαλίας, εμαίευον εις ζωήν τα πάτρια των αιχμαλώτων Ελλήνων φρονήματα».
Και αν ακόμη θεωρήσει κάποιος ότι ο κληρικός Οικονόμος υπερβάλλει, υπάρχει για τους πλέον δύσπιστους η καταγραφή των ιστορικών γεγονότων από τον Charles Tuckermann, τον πρώτο Αμερικανό Πρόξενο στην Αθήνα (1867-1874). Στο έργο του «Οι Έλληνες της σήμερον» (Ελληνική μετάφραση Αντωνίου Ζυγομαλά. Αθήνα 1877) ο Αμερικανός διπλωμάτης γράφει μεταξύ άλλων :
«Φεγγαράκι μου λαμπρό φέγγε μου να περπατώ,
να πηγαίνω στο σχολειό να μαθαίνω γράμματα
του Θεού τα πράγματα.
»Τοιούτον περίπου ήτο το άσμα, όπερ ετραγώδουν οι Ελληνόπαιδες, πορευόμενοι εν καιρώ νυκτός εις το σχολείον επί τουρκοκρατίας. Το άσμα τούτο είναι γνωστόν εις πάντα Έλληνα νυν ως και πρότερον, και οι πατέρες δεικνύοντες εις τα τέκνα των την σελήνην, επαναλαμβάνουσι τους στίχους τούτους, αφηγούμενοι αυτοίς πόσον τοις εχρησίμευσεν αύτη κατά τους σκοτεινούς χρόνους της Οθωμανικής κυριαρχίας. Μη επιθυμούντες, έστω και κατ' ελάχιστον, να ερεθίσωσι τους δεσπότας αυτών δυναμένους να παρακωλύσωσιν τας προς ιδίαν παίδευσιν προσπαθείας των, οι παίδες ουχί δε σπανίως και αυτοί οι πατέρες, εφοίτων δια νυκτός και κρύφα εις την οικίαν του διδασκάλου, όπως εξακολουθήσωσι τας σπουδάς των».
Προφανώς, ο Αμερικανός Πρόξενος καταγράφει την προφορική παράδοση, που είχε ακούσει από πολλούς συνομιλητές του στην ελεύθερη πλέον Ελλάδα, πολλοί εκ των οποίων είχαν πατέρα ή παππού, που εμαθήτευσε σε Κρυφό Σχολειό. Κι όμως τις μαρτυρίες του Tuckermann (Τάκερμαν), του Κωνσταντίνου Οικονόμου, του Νικολάου Δραγούμη και άλλων λογίων του 19ου αιώνος τις απορρίπτει σε πρόσφατο μελέτημά του ο κ. Άλκης Αγγέλου (Το κρυφό Σχολειό, χρονικό ενός μύθου, Βιβλιοπωλείον της «ΕΣΤΙΑΣ», Αθήνα 1997), δογματίζοντας ότι όλοι αυτοί είναι επηρεασμένοι από έναν μύθο που καλλιεργούσε η Εκκλησία και η συντηρητική ιδεολογία! Αλλά η γνώμη των ανθρώπων που έγραψαν τον 19ο αιώνα νε πρόσφταες και ζωντανές μαρτυρίες των γεγονότων της τουρκοκρατίας βαρύνει πολύ περισσότερο από έναν ιδεολογικά και αντιεκκλησιαστικά προκατειλημμένο συγγραφέα της εποχής μας, δηλαδή του τέλους του 20ου αιώνος. Το ενδιαφέρον μάλιστα είναι ότι ο κ. Αγγέλου επικαλείται ως κύριο αμφισβητία του Κρυφού Σχολειού τον γνωστό ιστοριοδίφη του 20ου αιώνος Γιάννη Βλαχογιάννη. Ο Βλαχογιάννης, όμως, είναι αντιφατική πηγή. Διότι σε κείμενό του, που δημοσιεύθηκε στη «Νέα Εστία», τεύχος ΛΔ', 1948, σ. 1110 με τίτλο «Καραϊσκάκης», αναφέρεται στο ποιήμα «Φεγγαράκι μου λαμπρό...» και δέχεται ότι «σ' όσα χωριά το μοναστήρι ήταν πολύ μακριά, έπρεπε το παιδί να κινήσει με άλλα, και να τραβάει αξημέρωτα ανάμεσα σε άγριο λόγγο». Δηλαδή ακόμη και ο Βλαχογιάννης δέχεται την σύνδεση του άσματος με την εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων στα μοναστήρια. Ο κ. Αγγέλου και άλλοι αμφισβητίες του «Κρυφού Σχολειού» κάνουν επιλεκτική και κατά βούληση χρήση των κειμένων. Εκεί που τους ταιριάζει ο τάδε συγγραφεύς τον αναφέρουν, εκεί που δεν τους συμφέρει τον αποσιωπούν!
Μια αδιάψευστη μαρτυρία για την ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού αποτελούν τα τοπωνύμια. Σε διάφορες γωνιές του Ελληνισμού διατηρείτε άσβεστη η παράδοση και ζωντανή η μνήμη ότι «κάποτε εδώ λειτουργούσε το Κρυφό Σχολειό». Ο ακούραστος ερευνητής Τάσος Γριτσόπουλος στο βιβλίο του «Σχολή Δημητσάνης» (Αθήναι 1962) αναφέρει ότι η λαϊκή παράδοση συνδέει το Κρυφό Σχολειό με την Ι. Μονή Φιλοσόφου της Δημητσάνης, με τη Μονή Στρατηγοπούλου ή Μονή Ντίλιου στο νησί των Ιωαννίνων, ενώ τοπωνύμιο Κρυφό Σχολειό υπάρχει και στην Ίο των Κυκλάδων στην παραλία του λιμένος, και μάλιστα κοντά σε σπήλαιο. Και επισημαίνει ο Γριτσόπουλος : «Ακριβώς τα λανθάνοντα, αλλά πάντοτε παρόντα στοιχεία ταύτα ανεύρεν εις την συνείδησιν του Έθνους ο Γύζης και εδημιούργησε τον περίφημο πίνακά του, το «Κρυφό Σχολειό» (σελ.26). Ο δε φιλόλογος και ιστορικός Σαράντος Καργάκος δηλώνει σχετικά στην εφημερίδα «Εξουσία» της 24/3/1998 : «Ότι είναι θρύλος δεν είναι ψέμα». Υποστηρίζει μάλιστα ότι στο χωριό Βέργοια Λακωνίας υπάρχουν δύο σημεία, που ο λαός ονομάζει «Κρυφά Σχολειά». Και συμπληρώνει : «Δεν είναι δυνατόν ένας ολόκληρος λαός να ψεύδεται». Στην Κρήτη επίσης υπάρχει ζωντανή ανάμνηση του Κρυφού Σχολειού στις Μονές Φανερωμένης, Τοπλού, Κρεμαστών, Καρδαμίτζας, Μεραμπέλλου κ.α.
Ορισμένοι αρνητές του «Κρυφού Σχολειού» προσπαθούν να αρνηθούν γενικότερα τη συμβολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στη διατήρηση του εθνικού αισθήματος των υποδούλων. Τους διαψεύδουν όμως τα γεγονότα και οι πηγές. Ο Γάλλος περιηγητής και πολιτικός Victor Berard στο βιβλίο του «Τουρκία και Ελληνισμός - Οδοιπορικό στη Μακεδονία» (ελλην. Έκδοση Τροχαλία, Αθήναι 1987) γράφει ότι στην Αττάλεια της Μικράς Ασίας είδε το εξής φαινόμενο περί τα τέλη του 19ου αιώνος : «Μέσα στο Κάστρο οι χριστιανοί μιλούν μόνο τούρκικα και δηλώνουν Έλληνες. Απέξω οι μωαμεθανοί, απόγονοι των Τουρκομοραϊτών που στην διάρκεια της επανάστασης του 1821 έφυγαν από τη Μεθώνη και Κορώνη μιλούν μόνο ελληνικά». Οι χριστιανοί, λοιπόν, οι Ορθόδοξοι δήλωναν Έλληνες αν και είχαν χάσει την μητρική τους γλώσσα. Ακόμη και στη δύσκολη αυτή κατάσταση η Πίστη και η Εκκλησία διατηρούσαν την εθνική συνείδηση.
Ματαίως εξ άλλου προσπαθούν ορισμένοι να αρνηθούν την προσφορά της Εκκλησίας στην προετοιμασία και στην υλοποίηση των εθνικών οραματισμών και του Αγώνος. Τους διαψεύδουν οι πρωταγωνιστές των γεγονότων. Ο αγωνιστής Ιωάννης Μακρυγιάννης γράφει στα «Οράματα και Θάματα» (Αθήναι 1983, εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, σελ. 163-4) : «Τ' άγια τα μοναστήρια, οπού έτρωγαν οι δυστυχισμένοι... από τους κόπους των Πατέρων, των Καλογήρων. Δεν ήταν Καπιτσίνοι Δυτικοί, ήταν υπηρέτες των Μοναστηριών της Ορθοδοξίας. Δεν ήταν τεμπέληδες, δούλευαν και προσκυνούσαν (=λάτρευαν). Και εις τον αγώνα της πατρίδος σ' αυτά τα μοναστήρια γινόταν τα μυστικοσυμβούλια, συναζόταν τα ολίγα αναγκαία του πολέμου και εις τον πόλεμον θυσίαζαν και σκοτωνόταν αυτείνοι, οι ‘περέτες των μοναστηριών και των εκκλησιών. Τριάντα είναι μόνο με μένα οι σκοτωμένοι έξω εις τους πολέμους και εις το Κάστρο, το Νιόκαστρο και εις την Αθήναν».
Ένας άλλος δε σπουδαίος πολεμικός ηγέτης και αυτόπτης μάρτυς των γεγονότων της Παλιγγενεσίας, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, βεβαιώνει με το δικό του τρόπο την συμπαράταξη του Κλήρου και του Λαού στις κρίσιμες για την Ανάσταση του Γένους στιγμές : «Πλησίον εις τον Ιερέα ήτον ο λαϊκός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί, Πατριάρχης και τζομπάνης, ναύτης και γραμματισμένος, ιατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοί και έμποροι» (Διήγησις συμβάντων ελληνικής φυλής, εκδ. Πάπυρος, Αθήναι, σελ. 29).
Τέλος αξίζει να τονισθεί ότι η Εκκλησία ήσκησε τα εκπαιδευτικά της καθήκοντα όχι μόνον υπό τον Οθωμανικό ζυγό, αλλά και κάτω από άλλους κατακτητές ελληνικών τόπων. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι στα Επτάνησα επί ενετοκρατίας Ορθόδοξοι κληρικοί και «νοδάροι» (συμβολαιογράφοι) δίδασκαν γράμματα και έπλαθαν τους ελάχιστους γραμματιζούμενους της εποχής.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας φρόντιζε επί τουρκοκρατίας να τονώνει το εθνικό συναίσθημα των ελληνοπαίδων ακόμη και με την προβολή ορισμένων αρχαίων προγόνων μέσω της αγιογραφίας. Ο τεκμηριωμένος και έγκυρος ιστορικός του Νέου Ελληνισμού Απόστολος Βακαλόπουλος γράφει σχετικά : «Οι νάρθηκες - σχολεία, λοιπόν, των εκκλησιών ήταν οι πιο κατάλληλοι τόποι, όπου θα ταίριαζε να ζωγραφηθούν ανάμεσα στους χριστιανούς αγίους οι μορφές των μεγάλων ειδωλολατρικών σοφών, προδρόμων του χριστιανισμού, συνήθεια παλιά βυζαντινή... Άραγε η τόνωση της παλιάς αυτής συνήθειας κατά τους αιώνες της τουρκοκρατίας οφείλεται σε μια λατρεία των ένδοξων προγόνων από τους ξεπεσμένους επιγόνους, σ' ένα ρευστό και αδιαμόρφωτο ακόμη εθνικό κίνητρο;» (Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, έκδοση Β', τόμος Β', Θεσσαλονίκη 1976).
Μόνον όσοι αγνοούν ή διαστρεβλώνουν σκοπίμως τις ιστορικές πηγές και τα γεγονότα του νεοελληνικού βίου αμφισβητούν τον εθνικό, κοινωνικό και εκπαιδευτικό ρόλο της Εκκλησίας μας. Και μέσα σ' αυτήν την γενικότερη αμφισβήτηση εντάσσεται και η άρνηση του Κρυφού Σχολειού. Η Εκκλησία μας, η Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν χρειάζεται το ψέμα, διότι έχει δώσει αίμα. Ούτε της χρειάζεται ο ΜΥΘΟΣ, διότι μπορεί και προβάλλει ΗΘΟΣ: Το ελληνορθόδοξο ΗΘΟΣ, το οποίο αποτελεί πνευματικό εξοπλισμό απαραίτητο και για την πορεία του Γένους προς τον 21ο αιώνα.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ
Α. ΗΣΑΝ ΟΙ ΟΘΩΜΑΝΟΙ ΤΟΣΟ ΑΝΕΚΤΙΚΟΙ;
Επειδή αυτοί που ισχυρίζονται ότι το Κρυφό Σχολειό ήταν μύθος παρουσιάζουν συνήθως ρόδινη την εικόνα της Παιδείας και της ζωής γενικότερα κατά την τουρκοκρατία, παραθέτουμε ενδεικτικά αδιάψευτες ιστορικές πηγές που μιλούν για το εντελώς αντίθετο :
«Ορώ δε νυν μετοικήσαντα πάντα τα αγαθά από των ελληνικών τόπων και οικήσαντα εν υμίν, ή τε σοφία και αι των μαθημάτων επιστήμαι, αι τέχναι αι άριστοι, η ευγένεια, ο πλούτος, η παίδευσις και ο λοιπός των χαρίτων χορός. Ελληνικών δε χαρίτων το κλέος βαρύς ώλεσεν αιών» (γράφει ο Θεόδωρος Ζυγομαλάς τον 16ο αιώνα προς τον Γερμανό ελληνιστή Μαρτίνο Κρούσιο. Ίδε το βιβλίο του Κρουσίου Turkograecia, σελ. 94).
«Κάθε μέρα βλέπει κανείς εξισλαμισμούς στην Κόρινθο και οι κάτοικοι της πόλεως ή αν θέλετε του χωριού είναι σήμερα οι μισοί οθωμανοί. Μας διηγήθηκαν ακόμη, ανάμεσα στ' άλλα, πως τρεις παπάδες τον περασμένο χρόνο τούρκεψαν» (J. Spon, Voyage d' Italie et du Levant, Lyon 1688, τομ. Β', σελ. 303).
Οι νάρθηκες των Εκκλησιών εχρησίμευον εις τα σχολεία των παίδων διδασκομένων βαναύσως πως τα κοινά λεγόμενα γράμματα υπό των ιερέων αυτών. Κατά δε τα τέλη του παρελθόντος αιώνος συνεστήθησαν μεν ελληνικά σχολεία εν Κωνσταντινουπόλει, Σμύρνη, Κυδωνίαις, Ιωαννίνοις, Χίω, αλλά ταύτα δεν διήρκεσαν επί πολύ, διότι η τουρκική εξουσία, ραδιουργούμενη υπό των Ιησουιτών, κατάστρεψαν αυτά...» (Χρήστου Βυζαντίου, Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών ων συμμετέσχεν ο τακτικός στρατός από του 1821 μέχρι του 1833. Απομνημονεύματα Αγωνιστών του 1821, εκδ. Τσουκαλά, σελ. 14).
«Εκ των πολλών της Ανατολής χωρών, αίτινες επέπρωτο να καταπλακώθωσιν υπό την βαρείαν πλάκα της βαρβαρότητος και της αποξενώσεως παντός εθνικού χρήματος, πρωτίστως έλαβε δυστυχίαν να είναι η Μικρά Ασία ως πρωιμότερον απολέσασα την προγονικήν γλώσσαν και τα παρεπόμενα αυτή εθνικά αγαθά. Ακόμη και περί τα μέσα του ΙΗ' αιώνος (1750) ουδαμού της Μικράς Ασίας υπήρχον σχολεία εκτός της Σμύρνης και της Καισαρείας. Πανταχού της Μικράς Ασίας γενική υπήρχεν αμάθεια και άγνοια των εν τοις ναοίς αναγιγνωσκομένων, άπερ κατά πατροπαράδοτον μόνον συνήθεια ήσαν εν χρήσει» (Δανιήλογλου, Πρόδρομοι της Αναγεννήσεως, Κωνσταντινούπολις 1865, σελ. 2-3).
«Εις τέτοιαν κακήν τύχην κατήντησε το παλαί ποτέ μακαριστόν γένος ημών των Γραικών, ότι μόλις ευρίσκεται τώρα διδάσκαλος όπου να' ναι ικανός να διδάσκη τους νέους καν την γραμματικήν τέχνην (Νικόλαος Σοφιανός στον επίλογο της Γραμματικής του - 1544).
«Δεν βλέπετε οπού αγρίεψε το γένος μας από την αμάθειαν και εγίναμε ως Θηρία;».
(Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, Διδαχές).
Β. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚ. ΔΡΑΓΟΥΜΗ
Και σαν αυθεντική μαρτυρία της ιστορικότητος του κρυφού σχολειού φυλάω την μαρτυρία του Νικολάου Δραγούμη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Πανδώρα» του μηνός Ιανουαρίου 1855 (τόμος Ε', σελ. 450 κ.ε.), όπου γράφει για τον πατέρα Μάρκο (1770-1854) ότι: «ως εάν έφερε μεγαλόσταυρον εις τον λαιμόν και ταινίαν εγκάρσιον εις το στήθος, εκαυχάτο πάντοτε ο πατήρ μου ότι εδάρη υπό του οθωμανού χάριν των ελληνικών γραμμάτων».
Και προσθέτει ο Νικόλαος Δραγούμης : «Ουχί μόνον κοπιώντες, αλλά και κινδυνεύοντες εσπούδαζον οι πατέρες ημών γράμματα. Έκαστος των Τούρκων και ο έσχατος, ως γνωστόν, είχε το δικαίωμα να τυραννεί, να φορολογεί και να φονεύει τους οπαδούς του Χριστού. Επειδή δε τα σχολεία διήγειραν τας υποψίας αυτών και κατέστρεφον παντοιοτρόπως, και διδάσκαλοι και μαθηταί εσοφίζοντο παντοίους επίσης τρόπους δια να αποφεύγωσιν την οργήν των. Και οσάκις συνήρχοντο εις το σχολείον, εις εξ αυτών ιστάμενος πλησίον του παραθύρου ως κατάσκοπος έστρεφεν ανήσυχος πανταχού το βλέμμα και έδιδεν προς τους άλλους την είδησιν ότι έβλεπεν οθωμανόν ερχόμενον μακρόθεν...» (Κωνσταντίνου Γανωτή, φιλολόγου : «Το Κρυφό Σχολειό και ποιους ενοχλεί», περιοδικό ΕΚ ΠΕΤΡΑΣ, Αγ. Νικόλαος Κρήτης, σελ. 1224).
Γ. ΜΑΡΤΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΗΤΗ
«Στον Άγιο Ιωάννη Μυλοποτάμου έζησε κι έδρασε κατά την πρώτη 50ετία της τουρκικής κατάκτησης του νησιού (17ος αιών) ένας ανώτερος αξιωματικός των γενιτσάρων ο Χουσεΐν Μπέης, που ήλθε κι εγκαταστάθηκε εδώ από την Κωνσταντινούπολη. Ο Τούρκος αυτός άρχοντας ήταν ελληνικής καταγωγής και κρυπτοχριστιανός. Παντρεύτηκε μια ελληνίδα σκλάβα του, την οποία εξαγόρασε αντί 100 παράδων. Ο γιος του Μουσταφά Χατζη-Χασάν Ογλού διδάχθηκε τα ελληνικά γράμματα από τους μοναχούς της Μονής Δισκουρίου Μυλοποτάμου. Δεν μπορεί, φαντάζομαι, να ισχυρισθεί κανείς ότι ένα τουρκόπουλο θα πήγαινε φανερά σ' ένα ελεύθερο και δημόσιο ελληνικό σχολείο, για να μάθει ελληνικά γράμματα! Πώς θα το ανέχονταν οι Τούρκοι κάτι τέτοιο;» (Γιάννη Χριστάκη: Το Κρυφό Σχολειό δε θάβεται, περιοδ. Εκπαιδευτικοί Προσανατολισμοί, Φθινόπωρο 1995).
«Αρκούμεθα λοιπόν στην εμπειρία, η οποία αφορά τον παππού μου. Καταγόταν από ένα μικρό ορεινό χωριό απομονωμένο αιώνες από τον υπόλοιπο κόσμο, ήταν παπάς και πέθανε σε πολύ μεγάλη ηλικία (νομίζω περνούσε τα ενενήντα) το 1952. Θα πρέπει δηλαδή να είχε γεννηθεί γύρω στο 1860. Ήξερε να γράφει και να διαβάζει άνετα. Φυσικά δεν είχε φοιτήσει σε κανονικό σχολείο γιατί οι Τούρκοι επέτρεψαν την μεν ίδρυσή τους μόλις το 1858, αλλά η οργάνωση, ευρύτερη διάδοση και λειτουργία των βράδυνε αισθητά, πραγματοποιηθείσα σταδιακά μετά το 1874. Στο δε χωριό του παππού ιδρύθηκε σχολείο το 1903.
Όταν δε (τελειόφοιτος Γυμνασίου εγώ), τον ρώτησα που έμαθε να γράφει και να διαβάζει και σε ποιο σχολείο εφοίτησε, μου απάντησε ότι πήγαινε στο «Κρυφό Σχολειό» της Καρδαμούτσας. Καρδαμούτσα για τους μη γνωρίζοντες είναι ένα μοναστήρι στο Βόρειο Μεραμπέλο, το οποίο ιδρύθηκε κατά την ενετοκρατία και πριν το 1617 κοντά στην Μονή Αρετίου. Και ενώ το Αρέτι ήταν ο οικονομικοδιοικητικός παράγοντας της περιοχής, έχοντας ενσωματώσει (δορυφοροποιήσει) όλα τα γύρω μοναστήρια, η Καρδαμούτσα (οι μοναχοί της ήσαν οι πιο μορφωμένοι) που δεν απορροφήθηκε ποτέ από το Αρέτι, αποτελούσε την «πνευματική εστία» όπου μάθαιναν γράμματα...» (Επιστολή του συγγραφέως Γιώργου Πρατσίνη στο περιοδικό «Εκπαιδευτικοί Προσανατολισμοί», Φθινόπωρο 1995).
Δ. Η ΖΩΝΤΑΝΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ
«Μετά την κατάκτηση του τόπου μας από τους Τούρκους και μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα, βαθύ πνευματικό σκοτάδι σκέπαζε όλες τις τουρκοκρατούμενες χώρες, φυσιολογικά και τον χώρο μας.
Την εποχή αυτή η παιδεία κατατρεγμένη από τον άγριο και βάρβαρο κατακτητή βρήκε άσυλο στα μοναστήρια και στους νάρθηκες των εκκλησιών. Ταπεινοί μοναχοί δίδασκαν τα ελληνόπουλα τα λίγα, αλλά τόσο απαραίτητα γράμματα, που περιορίζονταν στην ξερή ανάγνωση περικοπών από θρησκευτικά βιβλία, σε λίγη γραφή και αποστήθιση διαφόρων προσευχών. (Μονή Αρνάκου, Πολύτσανης) (Ομιλία του Βορειοηπειρώτη ελληνοδιδασκάλου Βασίλη Κουτσού, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «2000», Αργυρόκαστρο, Ιούνιος 1998).
Ε' ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΣΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ ΕΠΙ ΙΤΑΛΟΚΡΑΤΙΑΣ
Στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» της 16.6.1998 δημοσιεύθηκε η ακόλουθη επιστολή, η οποία αναφέρεται στην λειτουργία «Κρυφών Σχολειών» στα Δωδεκάνησα και μετά την τουρκοκρατία, δηλαδή επί ιταλοκρατίας. Αξίζει να διαβασθεί, διότι καταδεικνύει ότι ο εθνικός ρόλος της Εκκλησίας μας δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο :
ΤΑ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΑ ΣΤΗΝ ΡΟΔΟ
«Με αφορμή τα όσα γράφονται στην στήλη της εφημερίδας σας για το «Κρυφό Σχολειό» της τουρκοκρατίας, θα μου επιτρέψετε συμπληρωματικά να αναφερθώ με συντομία, στο πότε και κατά ποιον τρόπο λειτούργησε κατά την φασιστική κατοχή η μορφή αυτή του σχολείου, στην επαρχία της Ρόδου. Το 1937, ο πολύς Ντε Βέκκι, τετράρχης του φασισμού και Γενικός Διοικητής Δωδεκανήσου, 1936-1940, έχοντας ελεύθερο το πεδίο και εκμεταλλευόμενος την ισχυροποίηση της Ιταλίας σε διεθνές επίπεδο, στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, επιδίδεται συστηματικότερα στον εξιταλισμό των πάντων στη Δωδεκάνησο, αρχίζοντας από τον ευαίσθητο τομέα της Παιδείας. Και κατά τρόπον απροσχημάτιστο, τον Ιούλιο του έτους εκείνου, καταργεί με κυβερνητικό Διάταγμα το από αιώνων κρατούν εκπαιδευτικό καθεστώς. Όλα ανεξαιρέτως τα ελληνικά σχολεία της Δωδεκανήσου μετατράπηκαν σε ιταλικά και αντί των Δωδεκανησίων που παύθηκαν, ήρθαν φανατικοί Ιταλοί εκπαιδευτικοί, επιλεγμένοι από το φασιστικό καθεστώς.
»Μπροστά σε αυτή τη σκληρή πραγματικότητα έλαμψε η ελληνική επινοητικότητα, σε όλο της το μεγαλείο. Ο Μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος Τρύφωνος δραστηριοποιείται ενεργότερα και εκμεταλλεύεται ορισμένες συγκυρίες. Επιδέξια και αθόρυβα αποσπά, το 1938, με νωπή ακόμη τη μελάνη της υπογραφής του Διατάγματος, που καθιέρωνε τη σκληρή φασιστική εκπαιδευτική πολιτική, τη συγκατάθεση του Τοποτηρητή του φασιστικού καθεστώτος στη Δωδεκάνησο, να διδάσκεται και στα παιδιά των χωριών το Θρησκευτικό μάθημα στις εκκλησίες κάθε Κυριακή, με τη διευρυμένη μορφή του Κατηχητικού. Ας σημειωθεί ότι τα Κατηχητικά, μέσα στις εκκλησίες, στην πόλη της Ρόδου, λειτουργούσαν από το 1934, κατά τρόπον όμως υποτυπώδη. Το 1938 επεκτάθηκαν σε όλο το γεωγραφικό χώρο της επαρχίας Ρόδου.
»Η παραπάνω άδεια του Ντε Βέκκι για τα Κατηχητικά, δόθηκε με τον όρο, ότι το μάθημα θα γινόταν μέσα στην εκκλησία και θα χρησιμοποιούνταν ως δάσκαλοι, κληρικοί. Είναι η εποχή, που ο κάθε ιερωμένος στην ύπαιθρο, ή την πρωτεύουσα της Ρόδου, ανεξάρτητα από το βαθμό μόρφωσής του, πρόσφερε στους συγχωριανούς του, αλλά και στη διατήρηση των ιερών και οσίων υπηρεσίες ισάξιες των ιερωμένων του Γένους.
»Στα σκοτεινά εκείνα χρόνια διδάσκονταν τα Ροδιτόπουλα κάθε Κυριακή, μέσα στην εκκλησία, τα ελληνικά γράμματα, κάτω από το πρόσχημα των Θρησκευτικών. Παράλληλα με το Κατηχητικό, ιδρύθηκαν και Χορωδίες Βυζαντινής Μουσικής, που αποτέλεσαν κίνητρο, όχι μόνο για την προσέλκυση μεγάλου αριθμού παιδιών στο Κατηχητικό, αλλά και άλλων ενηλίκων κατοίκων στην εκκλησία. Το Κατηχητικό λειτουργούσε κανονικά κάθε γιορτή και Κυριακή. Μια δυο φορές το χρόνο γινόταν επιθεώρηση από τη Μητρόπολη. Τηρούνταν φύλλα προόδου και μοιράζονταν Συνόψεις, Συνέκδημοι και άλλα θρησκευτικά βιβλία που χρησιμοποιούνταν σαν Αναγνωστικά. Συνοπτικά, μπορούμε να πούμε, ότι τα Κατηχητικά μεταβλήθηκαν πράγματι σε «Κρυφό Σχολειό». Έτσι με τα δεδομένα αυτά, γίνεται φανερό ότι η Εκκλησία στην επαρχία Ρόδου, υπό το πρόσχημα των Κατηχητικών Σχολείων, βρήκε τρόπον εύσχημο, ένα «μονοπάτι», ώστε να επαναρχίσει, έστω και περιορισμένα, η λειτουργία των ελληνικών σχολείων στη Ρόδο, καθώς και σε άλλα νησιά της Δωδεκανήσου.
»Το Πατριαρχείο επιδοκίμασε τη λειτουργία των Κατηχητικών και με απόφαση της Ιεράς Συνόδου, εξέφρασε την ευαρέσκειά του προς τον Μητροπολίτη Τρύφωνος. Και η Πολιτεία μεταπελευθερωτικά αναγνώρισε τους τίτλους σπουδών».
Περί Ελληνικής εξουσίας
Ερωτηθείς «πως μπορεί να εξουσιάζει τις καλώς τους Έλληνας»; είπεν:
«Όποιος θέλει να εξουσιάζη τους Έλληνας καλά, πρέπει να έχει στον πλάτην του έν δισάκιον, το οποίον να είναι γεμάτον διαβόλους οπίσω, και ο Χριστός μπροσθά, ο δε χρυσός εις την μέσην».
Περί πολεμικού αρχηγού
Ερωτηθείς «οποίος πρέπει να είναι ένας πολεμαρχηγός»; Είπεν:
«Ο πολεμαρχηγός ο καλός, πρέπει να έχη φρονήματα του πετεινού (δια το αρχικόν), αμνησικακίαν του σκύλου (δια να αγαπάται), ανδρίαν και θεωρίαν του λέοντος (δια να προξενεί σέβας και φόβον), ύπνον και πόδας λαγωού (δια να είναι ταχύς και άγρυπνος, κατά το ‘ου χρη πανύχιον εύδειν βουληφόρον άνδρα, ω λαοί επιτετράφαται, και τόσα μέμηλε’) και πονηρίαν γυναικός (δια να απατά και να έλκη ανθρώπους)».
Περί μεγάλων ανδρών, όταν ανεσχύντωσιν έμπροσθεν των μικρών.
Όποιος προκομμένος άνθρωπος δεν κρύπτει τα ελαττώματά του από τα όμματα των πολλών, είναι ανοητότερος από την γάταν, όπου θάπτει την κοπριάν της δια να μη φαίνεται εις το φως.
Περί πολεμικής δόξης
Ερωτηθείς «πως ημπορεί ένας πολεμικός να γένη μέγας και υποληπτικός»; Είπε:
«Φρόνιμος και παληκάρι, πλούσιος και γαλαντόμος μέγας γίνεται στον κόσμον».
Περί νόθων ανθρώπων (σ. ο Καραϊσκάκης νόθος ήν)
Καθώς η φύσις αποδέχεται τα κεντρώματα, και δείχνει τα εμβολισμένα δένδρα ωφελιμώτερα των αγρίων, ούτω και ο Θεός δείχνει πολλάκις τους νόθους ανθρώπους αξιωτέρους των γνησίων.
Περί δειλού στρατιώτου
Φοβιτζιάρης το ασκέρι ως πανούκλα το μολεύει
Και δειλός απηλπισμένος γίνεται ανδρειωμένος.
Περί δούλων
Ο δούλος θέλει χρύσωμα, και καθ’ ημέραν ύβρισμα.
Περί δεσποτών
Όποιος γίνεται αυθέντης, χωρίς να γένη πρότερον δούλος, είναι μπάσταρδος αυθέντης, και αλλοίμονον στον δούλον!
Περί ξεπεσμένων δεσποτών
Όποιος γένη δούλος από αυθέντης, μαύρη μοίρα τον προσμένει.
Απόκρισις του ΚαραΪσκάκη προς τον Αλή πασιάν
Ερωτηθείς πότε μετ’ ευνοίας από τον Αλή πασιά το «τι θέλεις να σε κάμω, μωρέ Καραϊσκάκη»; απεκρίθη:
«Αν με γνωρίζης άξιον δι’ αυθέντην, κάμε με αυθέντην. Αν με γνωρίζης άξιον δια χουσμεκιάρην (δούλον), κάμε με χουσμεκιάρην. Αν με γνωρίζης ανάξιον του παντός, ρίψαι με εις της λίμνης των Ιωαννίνων τον γιαλόν».
Περί εξουσίας γυναικών
Ερωτηθείς «πως να εξουσιάζη τις καλώς την γυναίκαν του»; είπεν:
«Η γυναίκα και το άττι θέλουν άξιον καβαλάρην».
Περί των εν πολέμοις ψευμάτων
Καθώς εις την φαγούραν του σώματος πολλάκις είναι αναγκαίον το ξύσιμον το καλόν, έτσι και εις τον πολεμικόν λαόν το ψεύμα το τεχνικόν.
Ευδαιμονία του Καραϊσκάκη
Ερωτηθείς «τι απήλαυσεν εις τον κόσμον τούτον»; είπε:
«Νέος υπανδρεύθηκα, ωραίαν γυναίκα πήρα.
Ζεύκια πολλά ετράβησα, δόξαν μεγάλην ηύρα,
Και γρόσια εκαζάντησα, όσα μου ήτον χρεία».
Πηγή: Γεωργίου Γαζή, «Βιογραφία των ηρώων Μάρκου Μπότσαρη και Καραϊσκάκη», Εθνική Τυπογραφία 1828 (αρχείο σε μορφή .pdf), Αβέρωφ
Αὐτὸ τὸ θέμα μᾶς προτρέπει νὰ διερευνήσουμε τὶς πράξεις, ἀλλὰ καὶ νὰ εἰσχωρήσουμε στὰ ἄδυτα τῆς ψυχῆς ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἀκολούθησε ἑκούσια καὶ συνειδητὰ στὴ ζωή του τὴν ὁδὸ τῆς θυσίας καὶ τῆς αὐταπαρνήσεως, ἀρετὲς ἀπόλυτα συμβατὲς μὲ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἰδέα τοῦ ἐθελοντισμοῦ. Αὐτὸ θὰ ἐπιχειρηθεῖ μέσα ἀπὸ ἕνα ἐνδεικτικὰ ἐπιλεγμένο πλαίσιο ὁρισμένων σταθμῶν τῆς ζωῆς του.
Τὸ στασίδι τοῦ Ἰ. Καποδίστρια στὸν Μητροπολιτικὸ Ἱ. Ναὸ Κοιμήσεως Θεοτόκου Αἰγίνης.
Ὁ Καποδίστριας γεννήθηκε στὴν Κέρκυρα τὸ 1776. Γονεῖς του ἦταν ὁ Κερκυραῖος Πολιτικὸς Ἀντώνιος-Μαρία καὶ ἡ Ἡπειρώτισσα (Κυπρία στὴν καταγωγή) Διαμαντίνα Γονέμη. Ὑπῆρξε τὸ ἕκτο παιδὶ αὐτῆς τῆς εὐσεβοῦς πολύτεκνης οἰκογένειας, δύο μάλιστα ἀπὸ τὶς ἀδερφές του ἔγιναν μοναχές. Ὁ λόγιος ἱερωμένος Ἀνδρέας Ἱδρωμένος πολὺ συνέβαλε στὴν ἐκκλησιαστική του παιδεία. Ἐπίσης τὸν βοήθησε καὶ ἡ φιλία ποὺ εἶχε μὲ τὸν Μητροπολίτη Ἄρτης καὶ μετέπειτα Οὐγγροβλαχίας Ἰγνάτιο, ἡ οἰκία τοῦ ὁποίου στὴ Ρωσία ἀπετέλεσε ἀργότερα ἕνα ἀπὸ τὰ πνευματικά του καταφύγια.
Ὁ Καποδίστριας ὑπῆρξε μία συγκροτημένη καὶ ὁλοκληρωμένη προσωπικότητα. Ἐβίωνε τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ ὅλες του οἱ ἐνέργειες διαπνέονταν ἀπὸ τὶς ἠθικὲς ἀρχὲς καὶ τὰ φιλάδελφα αἰσθήματά του. Θαυμάζουμε τὴν ἀκεραιότητα τοῦ χαρακτῆρα του καὶ μέσα ἀπὸ μία ἐπιστολὴ πρὸς τὸν πατέρα του. Ἔγραφε: «Εἶμαι εὐχαριστημένος… Ἀντιστάθηκα στὶς πιὸ μεγάλες καὶ γοητευτικὲς προτάσεις… Μοῦ προσφέρθηκαν περισσότερες ἀπὸ μία ὡραῖες ἀποκαταστάσεις. Τὶς ἀρνήθηκα χωρὶς δυσαρέσκειαν. Θὰ εἶχα γίνει κροῖσος στὰ πλούτη, ἀλλὰ στοὺς ἀντίποδες. Θὰ εἶχα προχωρήσει κατὰ χίλια βήματα στὴ σταδιοδρομία μου, ἀλλὰ ἔξω ἀπὸ τὶς ἀρχές μου, ἀπὸ τὴν ἀτμόσφαιρά μας. Δὲν τὸ θέλησα καὶ οὔτε θὰ τὸ θελήσω ποτέ… Ἐλπίζω στὴ θεϊκὴ προστασία». Σὲ ὅλες τὶς φάσεις τῆς ζωῆς του παρέμεινε πάντα σταθερὸς στὶς οἰκογενειακὲς ἀρχὲς καὶ στὴν ὀρθόδοξη πίστη του. Τὶς ἡμέρες τοῦ Πάσχα 1811 ἔγραψε στὸν πατέρα του: «Μεθαύριο, Μεγάλη Πέμπτη, θὰ ἐκπληρώσω τὰ χριστιανικά μου καθήκοντα. Θὰ κοινωνήσω…».
Στὴ συνέχεια ἀναφέρουμε μερικὲς ἀπὸ τὶς ἐνέργειες οἱ ὁποῖες ἐπιβεβαιώνουν τὶς ἀρετὲς τοῦ ἀνδρός: στὸ Συνέδριο τῆς Βιέννης τὸ 1815, ἐνῶ ὅλοι διασκέδαζαν, ἐκεῖνος ζοῦσε λιτὰ καὶ ὑπεύθυνα: «Οἱ Αὐτοκράτορες χορεύουν, οἱ Βασιλεῖς χορεύουν, ὁ Μέττερνιχ χορεύει, ὁ Καστελρέϊ χορεύει, ὅλος ὁ κόσμος χορεύει», γράφει ἐφημερίδα τῆς ἐποχῆς. Μόνον ὁ Καποδίστριας δὲν χόρευε. Σοβαρὸς καὶ μετρημένος ξενυχτοῦσε πάνω στὰ διπλωματικά του ἔγγραφα, σκεπτόμενος μὲ ποιόν τρόπο θὰ μποροῦσε νὰ βοηθήσει τὴ σκλαβωμένη πατρίδα του. Ἦταν τότε ποὺ προέτρεψε τὸν τσάρο Ἀλέξανδρο νὰ ἡγηθεῖ μιᾶς Συνομοσπονδίας ὀρθοδόξων κρατῶν, στὰ ὁποῖα θὰ συγκαταλεγόταν βέβαια καὶ ἡ ὑπόδουλη τότε Ἑλλάδα, μὲ σκοπὸ τὴν ἀποτίναξη τοῦ ὀθωμανικοῦ ζυγοῦ καὶ τὴν ὁμαλὴ ἐνσωμάτωσή της σὲ μία μεγάλη εὐρωπαϊκὴ οἰκογένεια «γύρω ἀπὸ μίαν κοινὴν Πατρίδα, τὴν Ἡνωμένην Εὐρώπην», ὅπως ἔγραψε. Αὐτὸ τὸ σχῆμα θὰ βασιζόταν πάνω στὶς χριστιανικὲς ἀρχὲς τῆς ἀλληλεγγύης καὶ τῆς ἰσότητας καὶ θὰ περιελάμβανε καὶ τὰ μικρότερα κράτη, μὲ τὴν κατάθεση ἑνὸς ὑπομνήματος γιὰ μία πανευρωπαϊκὴ συνεργασία καὶ ἑνότητα. Ἔτσι ὁ Καποδίστριας ἀναδεικνύεται ὡς ὁ πρῶτος ὁραματιστὴς μιᾶς ἑνωμένης χριστιανικῆς Εὐρώπης. Τὸ ὅραμα τῆς ἑνωμένης Εὐρώπης πραγματοποιήθηκε, δυστυχῶς ὅμως ἡ Εὐρώπη σήμερα τείνει νὰ ἀρνηθεῖ τὴ χριστιανικὴ καταγωγή της καὶ παρατηρεῖται μία μεγάλη ἀνισότητα ἀνάμεσα στὶς χῶρες τοῦ Βορρᾶ καὶ τοῦ Νότου της.
Ὁ Καποδίστριας μόχθησε ὡσαύτως γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀναβάθμιση τῆς νεολαίας. Πίστευε πὼς ἡ ἀνόρθωση τοῦ Γένους συνδεόταν ἄμεσα μὲ τὴ μόρφωση τῶν ἑλληνοπαίδων: «Χωρὶς πίστιν εἰς τὸν Θεόν, ἀγάπην εἰς τὴν Πατρίδα καὶ ἐκμάθησιν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, τὰ ἑλληνόπουλα θὰ χαθοῦν στὶς ξένες χῶρες. Φροντίστε, λοιπόν, νὰ διατηρεῖτε ἄσβεστες στὶς ψυχὲς τῶν μαθητῶν σας αὐτὲς τὶς ὕψιστες ἀξίες», ἔγραφε τότε πρὸς τοὺς διδασκάλους τοῦ ἐξωτερικοῦ. Μὲ τὴ συνεργασία τοῦ λογίου ἀρχιμανδρίτη Ἀνθίμου Γαζῆ ἵδρυσε τὴ «Φιλόμουσον Ἑταιρείαν τῆς Βιέννης», μὲ σκοπὸ τὴ μόρφωση τῶν ἑλληνοπαίδων. Διέθεσε μάλιστα σημαντικὰ ποσὰ γι᾿ αὐτὸν τὸν σκοπό.
Τὸ 1817 ἐκκλησιαζόταν τακτικὰ τὶς Κυριακὲς στὴν ἑλληνικὴ ἐκκλησία τῆς Μόσχας, ὅπου: «Αἰσθανόταν ἰδιαιτέραν χαράν, ἐπειδὴ εἶχεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀκροᾶται καὶ νὰ ἐννοεῖ τὴν γλῶσσαν εἰς τὴν ὁποίαν δεόμεθα», δηλαδὴ τὴν ὡραιοτάτη καὶ συνεκτικὴ ἑλληνικὴ γλῶσσα, τὴν ὁποία ἐμεῖς σήμερα, δυστυχῶς, τόσο κακοποιοῦμε!
Ὁ ἔξοχος ἄνδρας ἔπραττε πάντα κατὰ συνείδησιν. Ὅταν διεπίστωσε τὴν ἀλλαγὴ πολιτικῆς τοῦ Τσάρου – ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ Μέττερνιχ – πάνω στὸ ἑλληνικὸ ζήτημα, τότε δὲν δίστασε νὰ ὑποβάλει εὐθαρσῶς τὴν παραίτησή του. Μάλιστα τοῦ ὑπενθύμισε τὰ λόγια του κατὰ τὴ στιγμὴ τῆς ἀναλήψεως τῶν ὑψηλῶν καθηκόντων του: «Μεγαλειότατε, ὁσάκις εὑρεθῶ πρὸ τοῦ τραγικοῦ διλήμματος νὰ ὑποστηρίξω τὰ συμφέροντα τῆς σκλαβωμένης Πατρίδος μου ἢ τὰ συμφέροντα τῆς ἀχανοῦς Αὐτοκρατορίας Σας, δὲν θὰ διστάσω οὔτε στιγμή: θὰ τεθῶ μὲ τὸ μέρος τῆς πατρίδος μου. Εἶμαι Ἕλλην καὶ θὰ μείνω Ἕλλην γιὰ πάντα».
Δὲν δίστασε νὰ θυσιάσει ἀκόμη καὶ τὸν ἁγνὸ ἔρωτά του πρὸς τὴν ἐκλεκτὴ ἑλληνίδα Ρωξάνδρα Στούρτζα, ὅταν ἀπεφάσισε νὰ κατέβει πρὸς ἐκεῖνο τὸ «ἀπέραντο ἐρείπιο», τὴν ἀγαπημένη του Ἑλλάδα, ὕστερα ἀπὸ τὴν πρόσκληση τῆς Γ΄ Ἐθνοσυνελεύσεως τῶν Ἑλλήνων, τὸ 1827.
Ἡ Εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς «Γλυκοφιλούσας», τοῦ Ἰωάννη Καποδίστρια Τὴν εἰκόνα αὐτὴ ὁ πλήρης πίστεως στὸν Θεό καὶ τὴν Παναγία Μητέρα του Κυβερνήτης, Ἰωάννης Καποδίστριας, εἶχε στὸ δωμάτιό του καί, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν ἰδιόχειρη ἐπιγραφὴ ποὺ σώζεται ὄπισθεν τῆς εἰκόνας, στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο ἀπευθυνόταν προσευχόμενος ὁ μαρτυρικὸς ἐθνικὸς ἡγέτης κατὰ τὶς ὧρες τῶν περιστάσεων καὶ κινδύνων, ποὺ συναντοῦσε στὴν προσπάθειά του νὰ συστήση καὶ νὰ συγκροτήση, σὺν Θεῷ, ἐκ θεμελίων, τὸ καινούργιο Ἑλληνικὸ Κράτος. Στὸ πίσω μέρος τῆς εἰκόνας ὑπάρχει ἰδιόχειρο ἱκετευτικὸ ἐπίγραμμα τοῦ Ἰωάννη Καποδίστρια: «Γλυκοφιλοῦσα Μαριάμ, τὸν Υἱόν σου αἴτησαι ὑπὲρ ἐμοῦ τοῦ δούλου σου Ἰωάννου, βραβεῦσαι, μετὰ σοφίας κυβερνᾶν τὸν ευσεβῆ λαόν σου καὶ βασιλείας με Αὐτοῦ τυχεῖν δι΄ ἔλεός Του. 1829»
«Ἀγωνιῶ νὰ προγνωρίσω τί θέλω ἀπογίνει καὶ ἂν μοῦ ἔχει ὁρισθεῖ νὰ σηκώσω τὸν οὐρανόθεν ἐπικαταβαίνοντα εἰς ἐμὲ σταυρὸν μὲ τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως τῆς Τροιζῆνος… Ἡ κάθοδός μου εἰς τὴν Ἑλλάδα σημαίνει ἄνοδον εἰς τὸν Γολγοθᾶν μου», ἔγραψε τότε πρὸς τὸν ἐκλεκτὸ φίλο του Ἑλβετὸ τραπεζίτη Ἰωάννη Ἐϋνάρδο. Ἀποτελεῖ μοναδικὴ ἴσως περίπτωση πολιτικοῦ ἀνδρός, ὁ ὁποῖος ξεκίνησε τὴ σταδιοδρομία του μὲ τὴν αἴσθηση πὼς δὲν τὸν περίμεναν δόξες, τιμὲς καὶ ὀφέλη, ἀλλὰ σταυρὸς καὶ μαρτύριο! Φαίνεται πὼς ὁ μεγάλος ἄνδρας ὅλα αὐτὰ τὰ εἶχε συνειδητὰ ἀποδεχθεῖ. Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο μάλιστα μιμήθηκε τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὅπως ἀπεδείχθη ἀπὸ τὴν μετέπειτα πορεία του.
Ἔχω τὴν τιμὴ καὶ τὴν εὐθύνη ὡς ἱερεὺς νὰ διακονῶ ἐδῶ καὶ 33 χρόνια στὸν Ἱερὸ Μητροπολιτικὸ Ναὸ Κοιμήσεως Θεοτόκου Αἰγίνης. Στὶς 12 Ἰανουαρίου 1828 στὸν προαύλιο χῶρο τῆς ἐκκλησίας ἔγινε ἡ πανηγυρικὴ ὑποδοχὴ τοῦ Κυβερνήτη ἀπὸ τὴν – ἑνωμένη πλέον – Βουλή, τὴν Ἀντικυβερνητικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ ἕναν ἐνθουσιῶντα – πλὴν καταρημαγμένο – λαό. Μετὰ τὴ Δοξολογία, ἀπὸ τὸ πλατύσκαλο τοῦ ἐξώστη προσεφώνησε τὸν Κυβερνήτη ὁ Θεόφιλος Καΐρης. Ὅπως ὁ ἴδιος ἀπεκάλυψε ἀργότερα, ἡ καρδιά του ράγισε ἀντικρίζοντας τὴ δυστυχία καὶ τὶς ὄψεις τῶν σκελετωμένων παιδιῶν!
Μὲ τὴν ἐγκατάστασή του στὸ Κυβερνεῖο ἄρχισε ἀμέσως τὸ τιτάνιο ἔργο του, ἀπὸ τὸ χάος νὰ δημιουργήσει κράτος.
Ὁ Καποδίστριας ἔστειλε δικούς του ἀνθρώπους καὶ μὲ δικά του χρήματα ἐξαγόρασε σημαντικὸ ἀριθμὸ παιδιῶν ποὺ εἶχαν αἰχμαλωτισθεῖ καὶ μεταφερθεῖ ἀπὸ τὸν Ἰμπραὴμ στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ἂς ἀναφερθοῦμε ἐδῶ μόνο στὴν κοινωνικὴ μέριμνα τοῦ Κυβερνήτης, ἡ ὁποία ἐπεκτάθηκε μέχρι καὶ στὴν ἵδρυση Ὑγειονομείων καὶ λοιμοκαθαρτηρίων. Σ᾿ ἕνα τεράστιο κτήριο ἐκτάσεως 4.000 τ.μ., ποὺ ἔκτισε τὸ 1829 στὴν Αἴγινα μὲ τὸν πρωτοεμφανιζόμενο στὴν Ἑλλάδα ρυθμὸ τῆς ἁπλῆς δωρικῆς ἀρχιτεκτονικῆς, λειτούργησε οὐσιαστικὰ ἡ πρώτη Σχολὴ Τεχνικῆς καὶ Ἐπαγγελματικῆς Ἐκπαίδευσης στὴν Ἑλλάδα. Οἱ 500 τρόφιμοι τοῦ ὀρφανοτροφείου, ἀγόρια καὶ κορίτσια, εἶχαν τὴ δυνατότητα νὰ παρακολουθοῦν μαθήματα οἰκοδομικῆς, ξυλουργικῆς, τορνευτικῆς, σιδηρουργικῆς, ὡρολογοποιΐας, ραπτικῆς, ὑποδηματοποιΐας, βιβλιοδετικῆς καὶ τυπογραφίας. Οἱ ἀποφοιτῶντες ἔπαιρναν ἀπὸ τὸ Κράτος ἕνα μικρὸ χρηματικὸ κεφάλαιο γιὰ τὴν ἀγορὰ τῶν ὀργάνων τῆς τέχνης τους, δηλαδὴ ἐδῶ βλέπουμε τὴ λειτουργία τοῦ κράτους προνοίας. Παράλληλα, εὐνοήθηκαν ἡ καλλιέργεια πατάτας, σιταριοῦ καὶ ἡ ἐκτροφὴ μεταξοσκωλήκων. Χορηγήθηκαν καὶ καλλιεργητικὰ δάνεια στὶς κοινότητες γιὰ τὴν καλλιέργεια τῆς ἐλιᾶς καὶ τῆς σταφίδας. Ὁ Κυβερνήτης ζοῦσε πολὺ ἁπλά. «Ἐμένα μοῦ χρειάζονται 60 λεπτὰ γιὰ νὰ ζήσω», ἔλεγε. Καὶ ὁ Μακρυγιάννης: «Ὁ Κυβερνήτης ἔτρωγε ἐπὶ τέσσερις μέρες μία κότα».
Εἶχε φοβερὰ ἀδυνατίσει. Στὴν παράκληση τοῦ ἰατροῦ του ἡ ἀπάντηση ἦταν: «Τότε μονάχα θὰ βελτιώσω τὴν τροφήν μου, ὅταν θὰ εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνα ἑλληνόπουλο ποὺ νὰ πεινάει». Δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸν ἀποκαλοῦν «κόμη». Πολὺ καλύτερα ἀποδεχόταν τὸ «μπάρμπα–Γιάννης» τοῦ λαοῦ. Ντυνόταν ἁπλά. Ὁ Νικόλαος Δραγούμης περιγράφει ἐκεῖνο τὸ χαριτωμένο περιστατικὸ ποὺ συνέβη στὴν πρώτη περιοδεία του στὴν Κορινθία, ὅταν τὸν παρεκάλεσε ὁ Κολοκοτρώνης νὰ ἀλλάξει στολή, ἐπειδὴ ὁ λαὸς ζητωκραύγαζε γιὰ Κυβερνήτη του τὸν προπορευόμενο ταχυδρομικὸ διανομέα Καρδαρᾶ «ἐνδεδυμένον βελούδινον χρυσοκέντητον σεγκούνιον». Ἡ στολή ὅμως ποὺ τελικὰ φόρεσε δὲν διέφερε ἀπὸ ἐκείνη τῶν δασονόμων τῆς ἐποχῆς τῆς Ἀντιβασιλείας ἐπὶ Ὄθωνος (κοινῶς τοῦ δραγάτη!). Ὡς ἄνθρωπος, βέβαια, ὁ Καποδίστριας δὲν ἀπέφυγε τὰ λάθη στὰ 55 χρόνια τῆς ζωῆς του. Τὰ ἁγνὰ κίνητρα, ὅμως, ὅπως καὶ οἱ ἀρετές του δίκαια μποροῦν νὰ τὸν χαρακτηρίσουν πρότυπο χριστιανοῦ ἡγέτη ἰδεατό, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι κάλλιστα μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει πρότυπο γιὰ ἄλλους.
Στὴ «Μεγάλη Ἑλληνικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια» διαβάζουμε: «Κατὰ τὴν πρώτην δοξολογίαν θρόνος τοῦ Καποδίστρια ἦταν ἕνα ἁπλοῦν ξύλινο στασίδι. Αὐτὸ ἐχρησιμοποίει ὅταν τακτικῶς ἐκκλησιάζετο τὰς Κυριακὰς καὶ ἐορτάς». Πρόκειται γιὰ τὸν «θρονίσκον Δεσποτικὸν» κατὰ τὸν Κασομούλη, ποὺ κατεσκεύασε ἡ Ἀντικυβερνητικὴ Ἐπιτροπὴ γιὰ τὴν ἡμέρα τῆς ὑποδοχῆς του.
Ἱ. Ναὸς Ἁγίου Σπυρίδωνος Ναυπλίου
Μέχρι σήμερα αὐτὸ τὸ κάθισμα βρίσκεται στὴν Ἐκκλησία, ἀπέναντι ἀπὸ τὸ Δεσποτικό, μέσα στὴ «Μεγάλη Ἐκκλησία», κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ ἴδιου τοῦ Καποδίστρια μέσα σὲ κείμενό του, ὅπως στὰ χρόνια τὰ βυζαντινὰ ὁ θρόνος τοῦ Αὐτοκράτορα βρισκόταν ἀπέναντι ἀπὸ τοῦ Πατριάρχη.
Ὁ Καποδίστριας ἤθελε καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ καταδείξει τὴ συνέχεια αὐτῆς τῆς παράδοσης. Σκόπευε, μάλιστα, νὰ ἐφαρμόσει τὸ βυζαντινορωμαϊκὸ δίκαιο, τὸ ὁποῖο ἐξ ἄλλου δὲν ἔπαυσε νὰ ἰσχύει στὸν τόπο κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας μὲ τὴν «Ἑξάβιβλο» τοῦ Ἀρμενοπούλου. «Καθὼς ἀντικρύζει κανεὶς τὸ ἄδειο στασίδι τοῦ Καποδίστρια μέσα στὴ Μητρόπολη, εἶναι εὔλογο νὰ φαντάζεται καὶ νὰ διερωτᾶται: ποιά θὰ ἦταν ἡ μορφὴ τῆς πατρίδας μας σήμερα, ἂν δὲν εἶχε τόσο νωρὶς μεσολαβήσει τὸ τραγικὸ γεγονὸς τῆς δολοφονίας του;». Τὸ ἐρώτημα πάντως παραμένει: Σὲ ποιὲς ἀξίες ἄραγε βασίστηκαν οἱ σύγχρονοι πολιτικοί μας, ὥστε νὰ ὁδηγηθεῖ ἡ χώρα στὰ σημερινὰ ἀδιέξοδα; Ἔχω τὴ γνώμη πώς, ἂν δὲν βρεθοῦν ἄνθρωποι ποὺ νὰ διακατέχονται ἀπὸ τὰ ἴδια μὲ τὸν Καποδίστρια ἰδανικά, πολὺ δύσκολα θὰ προκύψει ἡ ἐπιθυμητὴ ἀπ᾿ ὅλους μας ἀνάκαμψη…
Ὅπως ἔλεγε καὶ ὁ Steven Runciman: «Ἂν ὅλοι οἱ λαοὶ, γιὰ νὰ προοδεύσουν, πρέπει νὰ κοιτοῦν μπροστά, οἱ Ἕλληνες πρέπει νὰ στραφοῦν πίσω, στὶς ἀξίες καὶ στὶς παραδόσεις τους».
1. Ἐμ. Γιαννούλη, Ταξίδι στὴν Ἱστορία, Αἴγινα – «Μεγάλη Ἐκκλησία» – Καποδίστριας. Ἀρχὴ Νεοελληνικοῦ Κράτους, ἐκδ. Ἀθ. Σταμούλης, Ἀθήνα 2013, σελ. 156 καὶ ἑπόμενα.
2. Διονυσίου Α. Μαντζουλίνου, Ἰωάννης Καποδίστριας Α΄, ἐκδ. «Ἑστίας», Ἀθῆναι 1990, σελ. 41 καὶ ἑπόμενα.
3. ΦΕΚ τεῦχος 1ο , ἀρ. φύλλου 9/30 Ἰανουαρίου 2012, Προεδρικὸ Διάταγμα ὑπ᾿ ἀριθμ. 7 Προέδρου Δημοκρατίας Καρόλου Παπούλια.
4. Μεγάλη Ἑλληνικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια, ἄρθρο «Αἴγινα», Ἀρ. Καμπάνης, τ. 16, σελ. 766.
5. Ν. Κασομούλη, Στρατιωτικὰ Ἐνθυμήματα, τόμ. Β΄, σελ. 690. «Ἡ Ἀντικυβερνητικὴ Ἐπιτροπὴ ἔστησεν ἕνα θρονίσκον δεσποτικὸν, τὸν ὁποῖον ἐστόλισεν μὲ μυρσίνας καὶ δάφνας».
6. Ἐμ. Γιαννούλη, Ἡ «Μεγάλη Ἐκκλησία», ὁ Μητροπολιτικὸς Ναὸς στὴν Αἴγινα, ἔκδοση ἔτους 1996, σελ. 106 καὶ ἑπόμενα (ἐξαντλημένο).
7. Ὀπισθόφυλλο τοῦ ἰδίου βιβλίου, ὡς ἄνω.
Πηγή: Ενωμένη Ρωμηοσύνη
Τό κείμενο, πού ἀκολουθεῖ, ἀποτελεῖ μετάφραση ὑπό Ἁγιορειτῶν Πατέρων ἀπό τό πρωτότυπο γαλλικό κείμενο, πού βρίσκεται στή βιβλιοθήκη τῆς Ἑταιρείας Μακεδονικῶν Σπουδῶν Θεσσαλονίκης.
ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΠΠΟΔΙΣΤΡΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΥΠΟΔΟΥΛΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΓΕΝΟΣ
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΒΕΛΤΙΩΣΕΩΣ ΤΩΝ ΠΕΠΡΩΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Κέρκυρα 6/18 Ἀπριλίου 1819
Τέκνα τῆς Ἁγίας Μητέρας μας Ἐκκλησίας,
Εἴμαστε ὅλοι ἀδέλφια˙ συνδεδεμένοι μέ κοινές δυστυχίες, ὁδηγηθήκαμε ὅλοι στό νά βοηθοῦμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον˙ φωτισμένοι ἀπό τήν ἐμπειρία τῶν λαθῶν μας, σπουδασμένοι ἀπό ἐδῶ καί πέρα στό σχολεῖο τῶν συμφορῶν, οἱ ὁποῖες προέκυψαν ἀπό αὐτά καί οἱ ὁποῖες μᾶς καταθλίβουν, φτάσαμε ἤδη σέ ἕναν ὁρισμένο βαθμό ὡριμότητας, διότι ὅλοι μας εἴμαστε ἐξίσου ἐντυπωσιασμένοι ἀπό μία πεποίθηση˙ ὅτι δηλαδή ὀφείλουμε νά βοηθᾶμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον, χωρίς ὅμως νά παρεκκλίνουμε καθόλου ἀπό τίς ἀρχές τίς καθιερωμένες ἀπό τήν ἠθική αὐτῆς τῆς ἁγίας θρησκείας, στή μόνην πού ὀφείλουμε νά συγκροτήσουμε ἕνα ἔθνος, νά ὑποφέρουμε ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς πεποιθήσεως, νά συλλάβουμε τό βαθύ νόημα τῶν δεινῶν μας καί νά αἰσθανθοῦμε τήν ἀνάγκη νά ἀπαλλαγοῦμε γιά πάντα ἀπό αὐτά.
Ἡ πορεία, πού ἀκολουθοῦμε ἐδῶ καί μερικά χρόνια, μέ την προοπτική νά ἐπιτύχουμε αὐτόν τόν σκοπό, εἶναι χωρίς ἀντίρρηση ἡ ἀληθινή. Ἔχει ὡς ὁδηγό τίς ἀρχές τοῦ Εὐαγγελίου καί εἶναι μέσα στή φύση τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων.
Κάνουμε τό καλό στούς συμπατριῶτες μας χάριν μόνον τῆς ἀγάπης τοῦ καλοῦ καί χωρίς ὁποιοδήποτε ἄλλο συμφέρον˙ μέ αὐτό βελτιώνουμε τήν σημερινή ζωή τους καί τούς προετοιμάζουμε ἔτσι γιά τά μεγάλα πλεονεκτήματα ἑνός ἠθικοῦ καί χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ˙ δέν ἀναμιγνυόμεθα καθόλου στήν δημιουργία αὐτοῦ τοῦ πολιτισμοῦ πάνω στίς βάσεις ἑνός αὐθαίρετου συστήματος ἤ ἑνός τέτοιου, πού θά τό ὑπαγόρευαν οἱ περιστάσεις, ἀλλά ἀφήνουμε αὐτό τό μεγάλο ἔργο στήν Θεία Πρόνοια, ἡ ὁποία μόνη εἶναι ὁ διαιτητής τῶν ἐθνῶν.
Τέτοιες εἶναι γενικά οἱ ὁδηγίες, πού ἀκολουθοῦν οἱ Ἕλληνες, καλεσμένοι ἀπό τήν ἀφοσίωσή τους στήν ὑπηρεσία τῆς πατρίδος μας˙ οἱ μέν ἐργαζόμενοι οἱ ἴδιοι γιά τήν καλύτερη ἐκπαίδευση τῶν παιδιῶν τους, οἱ δέ εὐνοώντας μέ εὐγενεῖς θυσίες τίς φιλολογικές προθέσεις ἀνάμεσά μας καί στηρίζοντας μέ τά μέσα τούς φτωχότερους ἀνάμεσα στούς νέους Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι φοιτοῦν στίς εὐρωπαϊκές ἀκαδημίες.
Ἡ φιλολογική ἐκπαίδευση δέν εἶναι ὡστόσο ἡ μόνη, πού ἔχουμε ἀνάγκη· ἡ πατρίδα ἀπαιτεῖ μία ἄλλη. Πρόκειται γιά τήν ἠθική.
Ἡ ἠθική ἐκπαίδευση ὀφείλει νά ἔχει σάν σκοπό ἀφενός μέν νά προβάλει τούς ἀνθρώπους, πού εἶναι ἄξιοι σεβασμοῦ καί ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τοῦ ἔθνους, ἀφετέρου δέ νά συνηθίσει σταδιακά τό ἔθνος νά σέβεται, νά ἀκούει καί νά πιστεύει αὐτούς τούς ἀνθρώπους.
Ἐάν οἱ ἐποχές, ὅπου τά πάντα ὑπόσχονταν στήν πατρίδα μας τό πιό ἀξιοπρεπές καί εὐτυχισμένο μέλλον, πέρασαν, παίρνοντας μαζί τους τίς καλύτερές μας ἐλπίδες, αὐτό ὀφείλεται στό ὅτι οἱ ἄνθρωποι, ἀπό τούς ὁποίους αὐτή ἡ πατρίδα ἐπρόκειτο νά ἀποτελεῖται, δέν ἦταν ἀκόμη φτιαγμένοι οὔτε νά ἀκοῦνε τήν σεβάσμια φωνή τῆς ἀλήθειας οὔτε νά εἰσακούονται ἀπό τήν μάζα τῶν συμπολιτῶν μας : Λίγα φῶτα, καμία ἐμπειρία, καθόλου χρήση τοῦ κόσμου καί λιγότερα ἀκόμη ἤθη ἀποτελοῦσαν ὅλη τήν κληρονομιά μας ἐκείνων τῶν ἐποχῶν. Ζοῦμε δύσκολα σ’ αὐτήν τήν φτώχεια τῶν μέσων, ὅταν βρισκόμαστε ἐν μέσῳ μιᾶς καταστάσεως συνηθισμένων πραγμάτων. Πῶς, λοιπόν, νά ἀπαιτήσουμε νά βγοῦμε ἀπό αὐτήν ἤ νά δημιουργήσουμε μία καλύτερη;
Ὁ ἄνθρωπος, πού μόλις ἀποτίναξε τόν ζυγό, μπορεῖ νά φέρει γρήγορα τό πνεῦμα του σέ φιλελεύθερες ἀντιλήψεις, ἀλλά, γιά νά ἐφαρμόσει αὐτές τίς ἰδέες, χρειάζονται περισσότερα, χρειάζεται ἡ καρδιά αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου νά εἶναι προικισμένη μέ φωτισμένη καλοσύνη, τέτοια ὅπως ἐκείνη, πού διδαχθήκαμε ἀπό τό Εὐαγγέλιο : ἔξω ἀπό αὐτό τίποτα τό πραγματικό καλό.
Οἱ Φιλελεύθερες ἀντιλήψεις ἤ παραμένουν στόν κόσμο τῶν ἀφηρημένων ἐννοιῶν, ὁπότε μένουν χωρίς ἀποτέλεσμα, ἤ γίνονται τό μέσο τῆς φιλοδοξίας καί τοῦ προσωπικοῦ συμφέροντος, ὁπότε χάνουν ὅλα τους τά θέλγητρα : ἀντί νά γίνουν ἀγαπητές, γίνονται ἀπεχθεῖς στό λαό : ὁ πολιτισμός του δέν μπορεῖ νά προχωρήσει˙ ὀπισθοχωρεῖ.
Ἄς συνειδητοποιήσουμε τίμια τά γεγονότα, πού καλύπτουν τό ἤμιση τοῦ αἰώνα μας˙ ἄς κατέβουμε μέ περισυλλογή στό βάθος τῶν συνειδήσεών μας˙ ἄς διερευνήσουμε αὐτές τῶν συμπατριωτῶν μας, οἱ ὁποῖοι βρέθηκαν σέ θέση νά μᾶς παράσχουν κάποια ὑπηρεσία καί ἔχασαν τίς ὡραῖες καί μεγάλες εὐκαιρίες νά ἐξοφληθοῦν γι’ αὐτήν, καί θά εἴμαστε βαθειά πεπεισμένοι ὅτι μέ λιγότερη ἄγνοια ἀφ’ἑνός καί λιγότερη ἔλλειψη ἠθικοῦ χαρακτῆρος ἀφ’ἑτέρου, οἱ πιό διακεκριμένοι ἄνθρωποι μεταξύ τῶν πατέρων μας, εὐνοημένοι ἀπό τίς περιστάσεις τῶν καιρῶν τους, θά μᾶς εἶχαν κληροδοτήσει πεπρωμένα λιγότερο προβληματικά καί τήν σταδιακή βελτίωση τῆς τύχης μας.
Αὐτή ἡ βελτίωση ὡστόσο ἀρχίζει˙ τό κυριότερο στοιχεῖο της ἔγκειται στήν ἀπήχηση, πού εἶχαν ἀνάμεσά μας ἐδῶ καί μερικά χρόνια οἱ ἀλήθειες, πού μόλις περιγράψαμε. Πρέπει τώρα νά καλλιεργήσουμε μέ συνέχεια καί σοφία αὐτή τήν εὐτυχή τάση τῶν συμπατριωτῶν μας καί νά τή φέρουμε σταδιακά σέ ἱκανοποιητικά ἀποτελέσματα.
Ἕνα ἀπό τά μέσα, πού παρουσιάζεται, γιά νά ποῦμε ἔτσι αὐθόρμητα στό πνεῦμα, εἶναι νά ἑνώσουμε σ’ αὐτό τό μεγάλο ἔργο τίς προσπάθειες τῶν πιό φωτισμένων καί τῶν πιό ὑγιῶς σκεπτομένων ἀνάμεσα στούς Ἕλληνες. Αὐτή ἡ ἕνωση φαίνεται νά ὑπάρχει˙ εἶναι τόσο στό γράμμα ὅσο καί στό πνεῦμα τῆς χριστιανικῆς ἀδελφότητος. Ὅποιος καί νά εἶναι ὁ κοσμικός χαρακτήρας, μέ τόν ὁποῖο μπορεῖ κανείς νά θελήσει νά τήν ἐπενδύσει, εἶναι ἐπιθυμητό αὐτή ἡ ἕνωση νά μήν παρεκκλίνει καθόλου ἀπό τό σκοπό, τόν ὁποῖο δηλώσαμε πιό πάνω, καί πάνω στόν ὁποῖο εἶναι σπουδαῖο ἀκόμη νά ἑστιάσουμε τήν προσοχή.
Τό ἐπαναλαμβάνουμε˙ οἱ Ἕλληνες ὀφείλουν νά ἀσχοληθοῦν μοναδικά καί ἀποκλειστικά μέ τήν ἠθική καί φιλολογική ἐκπαίδευση τῆς Ἑλλάδος˙ κάθε ἄλλο ἀντικείμενο ἀσχολίας εἶναι μάταιο˙ κάθε ἄλλη ἐργασία εἶναι ἐπικίνδυνη.
Τό σημεῖο ἀφετηρίας, ὅπως καί τό κέντρο τῆς ἠθικῆς ἐκπαιδεύσεως, δέν μπορεῖ νά εἶναι παρά ἡ μόρφωση τοῦ κλήρου˙ ὁ δικός μας δέν εἶναι καθόλου μορφωμένος ἐλλείψει μέσων˙ παρέχοντάς του τα, θά ἐκπληρώσει ἕνα ὡραῖο καθῆκον. Περιορίζουμε αὐτά τά μέσα στά ἀκόλουθα :
1. Νά ἐφοδιάσουμε τίς κυριότερες ἐπισκοπές μέ τούς πιό μορφωμένους καί ὑποδειγματικούς ἐπισκόπους καί μητροπολίτες ὡς πρός τήν καθαρότητα τῶν ἠθῶν τους.
2. Νά ὑποχρεώσουμε αὐτούς τούς ἀρχιερεῖς ἔμμεσα νά εὐνοοῦν στήν δικαιοδοσία τους τήν πρόοδο τῶν δημοσίων σχολείων˙ σάν δεῖγμα ἐλεημοσύνης θά μπορούσαμε νά τούς παρέχουμε τά χρηματικά μέσα.
3.Νά τούς ἀποδείξουμε τή μείζονα σημασία τῆς ὑπηρεσίας, τήν ὁποία θά μποροῦσαν νά προσφέρουν στήν πατρίδα, ἀπονέμοντας στίς ἀντίστοιχες δικαιοδοσίες τους τήν δικαιοσύνη μέ μία σχολαστική αὐστηρότητα καί μία ἀκατάβλητη ἀνιδιοτέλεια.
Τό τεράστιο κύρος τῆς Ἐκκλησίας, ἐνισχυμένο μέ αὐτό τόν τρόπο, θά καταστεῖ ὁ φύλακας τοῦ ἔθνους. Θά εἶναι ἡ μόνη, μόνο αὐτή ἴσως ἡ κοιτίδα τοῦ μέλλοντός του. Ἐάν θά θέλαμε νά ἀναπτύξουμε αὐτή τήν ἰδέα, θά ἦταν εὔκολο νά ἀποδείξουμε μέχρι πασιφανείας ὅτι ἀπό τήν ὑπόληψη, μέ τήν ὁποία περιβάλλει κανείς τόν κλῆρο καί ἀπό τή σωστική ἐπιρροή, πού αὐτός ἀσκεῖ στίς ἐσωτερικές σχέσεις κάθε ἐπισκοπῆς, θά θεμελιώσουμε πάνω στίς σημερινές βάσεις τήν ἀναγέννηση τοῦ ἔθνους, καί θά ἔχουμε, γιά νά ποῦμε ἔτσι, στό χέρι τό νῆμα, μέ τό ὁποῖο συνδέεται αὐτό τό μεγάλο γεγονός.
Εἶναι περιττό νά παρατηρήσουμε ἐδῶ ὅτι στήν παροῦσα κατάσταση τῶν πραγμάτων μέ αὐτό μόνο τό μέσο μποροῦμε νά εὐνοήσουμε ἀφ’ ἑνός τήν ἄνοδο τῶν ἀνθρώπων, πού ὀφείλουν νά εἰσακούονται, καί νά διατηρήσουμε ἀφ’ ἑτέρου τόν σεβασμό καί τήν ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ ἀπέναντι στούς τελευταίους.
Ὅποια καί νά εἶναι ἡ τύχη τῶν γεγονότων, εἴτε ἡ σημερινή κατάσταση τῆς πατρίδος μας ἔχει νά διατηρηθεῖ ἀμετάβλητη γιά πολλά χρόνια, εἴτε ἡ Ἑλλάδα ἔχει νά ὑποστεῖ μία κρίση, εἶναι πάντοτε ὑψίστης σημασίας :
1. Τό Ἔθνος νά εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἀφοσιωμένο στήν Ἐκκλησία του καί ἑπομένως ὁ λαός κάθε περιοχῆς νά φέρεται φυσικά στό νά ἀναγνωρίζει καί νά λατρεύει τούς ἀρχηγούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐργαστεῖ περισσότερο γιά τήν εὐτυχία του.
2. Οἱ ποιμένες νά εἶναι, ὅσο αὐτό εἶναι ἐφικτό, τά ὄργανα αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἀποτελέσματος.
3. Ἡ δημόσια ἐκπαίδευση νά εἶναι ταυτόσημη μέ αὐτή τοῦ κλήρου καί ἡ μία νά μήν μπορεῖ ποτέ νά ἀποσπασθεῖ ἀπό τήν ἄλλη, πολύ δέ περισσότερο νά βρίσκονται σέ διάσταση.
Εὐνοώντας τήν ἐκπαίδευση τῆς νεολαίας καί ἕλκοντας ἐπιμελῶς ἀπό τούς κόλπους τῶν οἰκογενειῶν τους μορφωμένους ἀνθρώπους στίς σχολές τῶν πανεπιστημίων καί τοῦ κόσμου, πρέπει νά φροντίσουμε πολύ νά μήν τούς ἐπιτρέψουμε καθόλου νά ἔρθουν σέ ἀντιπαράθεση μέ τήν Ἐκκλησία.
Αὐτή ἐδῶ εἶναι μία μεγάλη ὑπηρεσία, τήν ὁποία οἱ Ἕλληνες, ἀπολαμβάνοντας κάποια ἀξιοπιστία, μποροῦν καί ὀφείλουν νά προσφέρουν στήν πατρίδα τους. Αὐτό θά τό πετύχουν, μετριάζοντας μέ τήν ἐπιρροή τους τίς ἀξιώσεις τῶν σοφῶν καί ἐξουδετερώνοντας τίς προλήψεις, μέ τίς ὁποῖες ἡ ἄγνοια ἀγαπᾶ νά περιβάλλεται.
Εἴπαμε ὅτι εἶναι μεγίστης σημασίας νά τοποθετήσουμε στίς μεγάλες ἐπισκοπές ἀρχιερεῖς φωτισμένους καί σεβαστούς ἕνεκα τῆς καθαρότητας τῶν ἠθῶν τους.
Τό δεύτερο μέρος τῆς ἠθικῆς ἐκπαιδεύσεως ὀφείλει νά ἔχει σάν ἀντικείμενο τήν ἐκπαίδευση τῶν ἀνθρώπων στίς ὑποθέσεις τῶν χωρῶν τους. Τό καλύτερο σχολεῖο γιά μᾶς εἶναι αὐτό, πού μᾶς προσφέρουν οἱ χριστιανικοί λαοί τῆς θρησκείας μας καί οἱ ἐλεύθεροι λαοί. Εἶναι στή Ρωσία, ὅπου μποροῦμε νά δοῦμε πῶς ἀπό τήν Ἐκκλησία προέρχεται ἡ ἐθνική εὐημερία καί ἡ πρόοδος τοῦ πολιτισμοῦ. Εἶναι στήν Ἑλβετία, στήν Ἀγγλία καί στήν Ἀμερική, ὅπου μποροῦμε νά μάθουμε ἀπό τήν ἕλξη τοῦ παραδείγματος τήν ἐπιστήμη καί τήν τέχνη τῆς ἐλευθερίας.
Ἡ ἐλευθερία εἶναι μία ἐπιστήμη, διότι βασίζεται σέ ἀρχές˙ εἶναι μία τέχνη, διότι τό πιό ὑψηλό δόγμα δέν ἀξίζει μία καλή δράση, καί διότι στίς ὑποθέσεις τά πάντα εἶναι δράση. Πρέπει, λοιπόν, νά βρισκόμαστε ἐν μέσῳ ἐλευθέρων ἀνθρώπων, γιά νά μάθουμε νά εἴμαστε ἐλεύθεροι καί θεωρητικά καί πρακτικά. Πρέπει νά ζήσουμε ἕνα χρονικό διάστημα ἐν μέσῳ ἑνός ἔθνους ἰδιαίτερα χριστιανικοῦ καί θρησκευτικοῦ καί συνεπῶς εὐημερεύοντος, γιά νά μάθουμε νά εἴμαστε θρησκευόμενοι τόσο μέ τό συναίσθημα ὅσο καί μέ τήν πειθαρχία.
Οἱ σημαίνοντες ἄνθρωποι τῆς πατρίδος μας θά ὄφειλαν, λοιπόν, νά μήν χάσουν καθόλου ἀπό τά μάτια τους αὐτές τίς παρατηρήσεις καί υἱοθετώντας τες νά φροντίσουν, ὥστε κάποιοι νέοι μεταξύ τῶν δικῶν μας νά λάβουν μιά καλή μόρφωση στή Ρωσία, στήν Ἑλβετία, στήν Ἀγγλία καί στήν Ἀμερική.
Τό ἐμπόριο τούς προσφέρει μία πολύ εὐνοϊκή εὐκαιρία. Ἀνάμεσα σ’ αὐτούς τούς νέους, θά μπορούσαμε νά διαλέξουμε αὐτούς, πού δίνουν τίς μεγαλύτερες ἐλπίδες, τόσο μέ τά χαρίσματά τους, ὅσο καί μέ τά ἤθη τους, καί νά τούς κάνουμε νά ταξιδέψουν κάποιο χρονικό διάστημα στίς χῶρες, πού μόλις ἀναφέραμε. Ἀφοῦ μορφωθοῦν σ’ αὐτά τά μεγάλα σχολεῖα, θά πρέπει νά τούς κάνουμε νά ἐπιστρέψουν στήν πατρίδα τους καί νά τούς δώσουμε ἐργασία, εἴτε παρέχοντάς τους δημόσιες φροντίδες, εἴτε ἐκφράζοντάς τους ἐμπιστοσύνη.
Τό μεγαλύτερο μέρος τῶν Ἑλλήνων, πού διακρίθηκαν στό ἐξωτερικό, ἐπιστρέφοντας στίς ἑστίες τους, βρίσκονται ἐκτοπισμένοι καί χωρίς ἔργο. Πληγέντες ἀπό τήν πλήξη καί τήν ἀνυποληψία ἀδημονοῦν˙ ψάχνουν ἀλλοῦ τή ζωή, πού δέν μποροῦν νά βροῦν στή χώρα τους˙ τήν ἐγκαταλείπουν˙ εἶναι χαμένοι γιά την πατρίδα.
Τό σημαντικό εἶναι νά τούς διατηρήσουμε καί νά τούς κάνουμε νά ἐργαστοῦν γι’ αὐτήν. Αὐτό τό θέμα, πού θεωρητικά φαίνεται νά ἔχει μιά τεράστια δυσκολία, εἶναι εὔκολο ἀπό τή στιγμή, πού τό ἐξετάζει κανείς πρακτικά : ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει χωρίς κάποιο ἐνδιαφέρον˙ ἡ μεγάλη τέχνη ἔγκειται στό νά τόν κάνουμε νά βρεῖ κάποιο ἐνδιαφέρον καί νά ἑνώσουμε αὐτό τό ἐνδιαφέρον μέ τό ἐνδιαφέρον ὅλων.
Ὅμως, δέν ὑπάρχει χωριό, πού νά μήν προσφέρει μία πληθώρα ἐνδιαφερόντων, κυρίως γιά ἀνθρώπους, πού εἶναι προικισμένοι μέ μία μεγάλη εὐαισθησία καί πολύ φαντασία καί ὅταν ἡ ἐθνική ἱστορία μπορεῖ νά συγκινήσει τή μία καί νά θρέψει τήν ἄλλη.
Ἀσχολούμενοι μέ ἕνα μέρος τῆς ὑπηρεσίας της πατρίδος μας, οἱ καλοπροαίρετοι ἄνθρωποι μποροῦν νά τῆς φανοῦν πολύ χρήσιμοι, εἴτε εὐνοώντας τήν πολιτική, γιά νά ποῦμε ἔτσι, ἐκπαίδευση τῶν νέων μέ μεγάλες ἐλπίδες, εἴτε χρησιμοποιώντας αὐτούς, οἱ ὁποῖοι θά τίς ἔχουν πραγματοποιήσει μέ τίς ἐπιτυχίες τους, κατά τήν διάρκεια τῶν ταξιδιῶν τους στό ἐξωτερικό.
Αὐτοί οἱ δύο κλάδοι τῆς ἐθνικῆς ὑπηρεσίας ἀπαιτοῦν ἕνα σημεῖο ἐπαφῆς, ἕνα κοινό κέντρο ἀπό ὅπου ἀναχωροῦν. Αὐτοί, πού μποροῦν νά γίνουν τό κέντρο, εἶναι οἱ φωτισμένοι ἄνθρωποι καλῆς προαιρέσεως καί εἰλικρινά χριστιανοί ἀνάμεσά μας. Δίδοντας συνεχῶς μέ ὅλες μας τίς προσπάθειες αὐτή τήν εὐθεία καί ἠθική κατεύθυνση, δέν θά παραμελήσουμε κανένα καθῆκον, πού ὁ καθένας ἀπό μᾶς ἔχει ἀναλάβει ἀπέναντι στήν τάξη, πού ὑπάρχει στή χώρα, ὅπου βρίσκονται οἱ ἑστίες του καί ὁ τάφος τῶν πατέρων του, καί συγχρόνως ἐκπληρώνουμε ἔντιμα καί μέ ἀξιοπρέπεια ὅλα τά καθήκοντα, πού μᾶς ἐπιβάλλει ἡ ἁγία μας θρησκεία.
Αὐτή μᾶς ἐντέλλεται τήν ἀγάπη πρός τούς ὁμοίους μας καί κατά μείζονα λόγο πρός τούς συμπατριῶτες μας.
Τήν ἡμέρα, πού θά βγοῦμε ἀπό αὐτή τήν γραμμή, ὅταν θά ἀσπασθοῦμε ἕνα διαφορετικό δόγμα, οἱ θυσίες μας θά αὐξήσουν τίς συμφορές τῆς πατρίδος μας.
Δέν θά πρόκειται πλέον γιά τό κοινό καλό˙ θά εἶναι ἡ φιλοδοξία καί ἡ κενοδοξία ὁρισμένων ἀτόμων, τά ὁποία θά κληθοῦν νά ὑπηρετήσουν τά συμφέροντα τῆς γενέτειρας γῆς μας.
Ἐλπίζουμε νά προφυλαχθοῦμε ἀπό αὐτόν τόν μεγάλο κίνδυνο˙ οἱ συνέπειες τῶν λαθῶν μας βαραίνουν ἀκόμη πάνω ἀπό τά κεφάλια μας.
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...