
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
Η Ευρώπη ως μέτοχος της Ελληνικής ιδέας #3
ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΙΚΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ ΤΟΥ
Την 1η Οκτωβρίου 1829, μετά το σχετικό ψήφισμα της Δ΄ Εθνικής Συνέλευσης, ο Ι. Καποδίστριας δίνει στην κυκλοφορία το νόμισμα του υπό ίδρυση ελληνικού κράτους, τον Φοίνικα. Το σχετικό γεγονός έχει υποβαθμιστεί ή εξαφανιστεί από την νεότερη ιστορία (όπως πολλά, αντίστοιχα, της Επανάστασης). Ας δούμε γιατί.
Ας γνωρίσουμε πρώτα τα τεχνικά στοιχεία του νομίσματος και τις ισοδυναμίες σε σχέση με τα πιο γνωστά νομίσματα που τότε κυκλοφορούσαν (το ισπανικό και το τουρκικό):
«… ο Κυβερνήτης … διατάττει να έμβουν εις κυκλοφορίαν τα μέχρι τούδε κοπέντα εθνικά νομίσματα. Ταύτα δε σύγκεινται εις Φοίνικας και Λεπτά. Ο μεν Φοίνιξ (όνομα προσδιορισμένον δια την μονάδα και βάσιν του Ελληνικού νομίσματος) είναι αργυρούς, … 6 δε Φοίνικες συνιστούν εν δίστηλον της Ισπανίας και κατά βάρος και κατά την αξίαν. Το δε Λεπτόν (όνομα προσδιορισμένον δια το μικρότατον κλάσμα του Ελληνικού νομίσματος) είναι από καθαρόν χαλκόν, ζυγίζει ήμισυ δράμι, και έχει την αυτήν ονομαστικήν αξίαν του παρά».
Και τώρα τα ουσιαστικά στοιχεία. Ο Κυβερνήτης «περιγράφει» το νόμισμα του φοίνικα:
«Το Ελληνικόν νόμισμα αφ’ ενός μεν μέρους φέρει τον Φοίνικα αναζωογονούμενον εις την θέαν των ακτίνων του Αγίου Πνεύματος, και έχοντα τον Σταυρόν επί της κεφαλής αυτού, εις την περιφέρειαν του οποίου είναι χαραγμένον, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ αωκα [1821], αφ’ ετέρου δε φέρει δυο κλάδους εις είδος κύκλου τον μεν ελαίας, τον δε δάφνης· εν τω μέσω του κύκλου τούτου είναι χαραγμένη η αξία του νομίσματος, και τριγύρω ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ Ι. Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ 1828».
ΠΟΣΟ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ Ο ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ;
Πριν από λίγες μέρες είχαμε την θλιβερή επέτειο της δολοφονίας του Καποδίστρια. Τα αφιερώματα στο διαδίκτυο ήταν αρκετά. Κανένα δεν περιείχε νέες πληροφορίες ή λιγότερες ανακρίβειες από όσες έχουν δει το φως της ευρείας δημοσιότητας τα τελευταία 185 χρόνια. Ο Καποδίστριας παραμένει μισούμενος ή λατρευόμενος, απορριπτόμενος ή εκτιμώμενος, σχεδόν πάντα, από ψυχολογικούς λόγους που οφείλονται σε αποσπασματικές πληροφορίες, είτε σωστές, είτε λαθεμένες. Ταυτόχρονα, σε γενικές γραμμές, παραμένει άγνωστος. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι η επίσημη περιγραφή του νομίσματος και η σύνδεση του Φοίνικα με την Φιλική Εταιρεία απουσιάζει και στο ψηφιακό Αρχείο του Καποδίστρια, ενώ σε αφιέρωμα για την επέτειο θανάτου του κυβερνήτη αναφέρεται ότι το Πανεπιστήμιο Αθηνών ονομάστηκε «Εθνικό και Καποδιστριακό» επειδή η Ελληνική Πολιτεία θέλησε να τον τιμήσει. Ας γνωρίσουμε τουλάχιστον τον Καποδίστρια ως «νόμισμα». Πριν γίνει «ευρώ» και «δραχμή» ο Καποδίστριας υπήρξε «φοίνικας». Αυτό είναι σχετικά γνωστό. Ανεξήγητο παραμένει το από πού άντλησε το δικαίωμα ο Καποδίστριας να διακηρύξει και να πράξει το 1829 κάτι που ισοδυναμεί με ανασκόπηση της Επανάστασης, με περιγραφή του επαναστατικού στόχου.
Μερικές απορίες λύνονται, όταν έρθουν στο φως και οι λοιπές προκηρύξεις του Αλέξανδρου Υψηλάντη, που δεν είναι τόσο διφορούμενες όσο η «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος». Εκεί διαλύεται η αμφισημία μεταξύ νεωτερικότητας και παράδοσης. Εκεί φαίνεται ότι Πίστη και Πατρίδα δεν συμπλέκονται προκειμένου να δημιουργηθεί η δεύτερη, αλλά αποτελούν ήδη ένα αδιάσπαστο σύνολο. Εκεί φαίνεται ότι η πρώτη ορίζει την δεύτερη. Έλληνας σημαίνει Χριστιανός και όχι ελληνόφωνος που ενδεχομένως πιστεύει στον Χριστό. Έτσι ξεκινάει, έτσι ολοκληρώνεται η πρώτη πολεμική φάση της Επανάστασης (1821-1829).
Η μοίρα φαίνεται κάποιες φορές να παίζει περίεργα παιχνίδια. Την στιγμή που ο Αλέξ. Υψηλάντης έχανε τη μάχη στο Δραγατσάνι, στην Πελοπόννησο έφτανε ο Δημ. Υψηλάντης. Δεν έγινε αποδεκτός ως αρχηγός από καμία πλευρά και, για διάφορους λόγους, η Επανάσταση πορευόταν χωρίς αρχηγό ως την Γ΄ Εθνοσυνέλευση. Την στιγμή που ο Αλέξανδρος Υψηλάντης έσβηνε στην Βιέννη, στο Ναύπλιο έφτανε ο Ιωάννης Καποδίστριας. «Η θέσις ην κατέχω, ανήκεν εις τον Υψηλάντην» είπε ο Καποδίστριας, όταν το 1828 διόριζε στρατάρχη τον Δ. Υψηλάντη (πληροφορία του Ι. Φιλήμονα).
Να, τι είπε -μεταξύ άλλων- ο ίδιος ο Καποδίστριας για το σύμβολο του Φοίνικα στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση: «Το νόμισμα φέρει τον μυθολογικόν Φοίνικα, τον οποίον εγκρίνομεν και ημείς, μ’ όλο ότι από την Κυβέρνησιν της πρώτης περιόδου απεφασίσθη να τροποποιηθή η Ελληνική Σημαία, και να φέρη το σημερινόν σημείον αντί του Φοίνικος». Το σημείο που εννοεί ο Καποδίστριας δεν είναι άλλο από την Αθηνά, η οποία εκπροσωπεί την αντίπαλη τάση στην Επανάσταση (Κοραής, Μαυροκορδάτος, Τρικούπης, Φαρμακίδης, London Greek Committee, οι περισσότεροι «φιλέλληνες» κλπ). Ο Καποδίστριας κλείνει, υπενθυμίζοντας στην Συνέλευση την σχέση νομίσματος – έθνους: «ουδέ διαφεύγει την γνώσιν σας, ότι εν από τα συστατικά και χαρακτηριστικά των Εθνών είναι και το Νομισματοκοπείον». Εφόσον το εννοούμενο Έθνος είναι το Χριστιανικό, τότε τι είδους Έθνος είναι το των Ελλήνων; «Εθνικό» με την έννοια της Γαλλικής Επανάστασης ή Εθνικό με την ομηρική έννοια (αυτό που φέρει έναν προϋπάρχοντα πολιτισμό);
Το πόσο χρόνο διατηρήθηκε η θεμελίωση της ελληνικής κυριαρχίας πάνω στον Φοίνικα είναι γνωστό. Δεν πρόλαβε ν’ αναλάβει η αντιβασιλεία το 1833 και κυκλοφόρησε η δραχμή με αναγραφόμενο έτος το 1832. Πόσο επηρέασε ο Φοίνικας την «αντιπολίτευση» κατά του Καποδίστρια; Θα δούμε επί τροχάδην τρεις περιπτώσεις. Να πούμε όμως ότι η οικονομική ασφυξία που προκάλεσε στο κράτος η παράταξη της «Αθηνάς» από το 1830, βασίστηκε στην ταύτιση της Γαλλίας με την Βρετανική πολιτική και στις εγχώριες δυνάμεις που υπονόμευσαν την Τράπεζα, το νόμισμα και κήρυξαν ένοπλες ανταρσίες, αρνούμενες να καταβάλουν φόρους (Ύδρα, Σύρος, Μάνη). Η κατάσταση αυτή ανάγκασε τον Καποδίστρια να τυπώσει χάρτινο φοίνικα. Τρεις μήνες μετά δολοφονήθηκε.
Η ΛΥΣΣΑΛΕΑ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ με την κουκουβάγια ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΦΟΙΝΙΚΑ
1. Ο Κοραής αφήνει κατά μέρος το ύφος του λογίου και ταυτιζόμενος με την «θεία οργή» του Καϊάφα διαρρηγνύει τα «χριστιανικά» του ιμάτια, χαρακτηρίζοντας τον Καποδίστρια «τουρκίζοντα χριστιανό», δηλαδή, χριστιανικό υποκατάστατο του μουσουλμάνου δυνάστη (αντίστοιχη προέλευση είχε και η παρόμοια συκοφαντία κατά των κοτζαμπάσηδων). Η υποκρισία για τον «Έλληνα» που τάχα υπερασπίζεται, ξεχειλίζει ήδη από τον τίτλο του βιβλίου και την πάγια θέση του Κοραή υπέρ του «Γραικού». Το έργο είναι γραμμένο σε μορφή διαλόγου με τον «μετριοπαθή» Χαρίλαο να διαφωτίζεται από τον «διαβασμένο» Λαοσθένη.
Αδαμάντιος Κοραής (1830): «Χαρίλαος: Μη πιστεύης, φίλε, όσ’ ακούεις κατά του Κυβερνήτου της Ελλάδος· έχει πολλούς εχθρούς. Έν μόνον έργον του δεν μ’ άρεσε, τ’ όνομά του, λέγω, χαραγμένον εις το εθνικόν νόμισμα. Αλλά και τούτο… Λαοσθένης: Αλλά και τούτο το κρίνεις τάχα ολίγον; Εγώ τ’ ονομάζω Έγκλημα καθοσιώσεως. Τον Ιανουάριον μήνα, έτος 1828, ευωδώθη [έφτασε] εις την Ελλάδα, και πριν σχεδόν της τελευτής του έτους στίζει [στιγματίζει] το λουσμένον και ωραϊσμένον από αίματα ελληνικά της Ελλάδος πρόσωπον με ξένον της ελληνικής γλώσσης όνομα, και με τον κάκιστον οιωνόν, τον Φοίνικα… Χαρ: Ο μυθώδης ΦΟΙΝΙΞ, αναζωογονούμενος από τας ακτίνας του ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ, δεν φανερόνει βέβαια μέγαν σεβασμόν εις του Χριστού την θρησκείαν· αλλά δεν βλέπω τι κακόν οιωνίζεται εις την Ελλάδα. Λαοσθ: Σημαίνει, ότι καθώς η παλιγγενεσία του Φοίνικος είναι μυθώδης, παρόμοια και της Ελλάδος η αναγέννησις είναι μυθολόγημα ψευδέστατον· ότι η ταλαίπωρος Ελλάς δεν ανεστάθη αληθώς, αλλά τάφου μόνον ήλλαξε, και επέρασεν από νεκροθαπτών Τούρκων χείρας εις χριστιανούς νεκροθάπτας».
2. Ο «καθηγητής» Θείρσιος προκειμένου να εκθειάσει την δραχμή, καταφεύγει στις ψευδείς τεχνικές πληροφορίες. Και μόνον απ’ αυτές, συνάγεται, ότι η διαφορά μεταξύ φοίνικα και δραχμής έχει ουσία, η οποία δεν κατονομάζεται. Ταυτόχρονα, τα συκοφαντικά ψεύδη του ξεπερνούν τα όρια του τραγέλαφου. Καταλογίζει στον Καποδίστρια συγγνωστή κιβδηλεία. Καθώς όμως δυσκολεύεται να κρύψει το μένος του εναντίον του συμβόλου, επιβεβαιώνει και μια ουσιώδη πληροφορία. Ο φοίνικας συνδέεται με το Τάγμα των Ιπποτών του Αγ. Ιωάννη της Ιερουσαλήμ (και όχι με την Γραικική Επιτροπή του Λονδίνου που θα μπορούσε, αν ήθελε, να στείλει μια «άριστη» μηχανή κοπής νομισμάτων).
Friedrich Thiersch (1833): «Αναφορικά με το νομισματικό σύστημα, το γραικικό εμπόριο διεξάγεται ακόμα με το τουρκικό νόμισμα … Είναι αλήθεια ότι η τελευταία κυβέρνηση είχε εισάγει ένα διαφορετικό σύστημα· αλλά δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να καταργήσει το τουρκικό. Ο Κυβερνήτης είχε καθιερώσει ως μονάδα το 1/6 του συμβατικού εσκούδου [«ecu» στα γαλλικά] και το είχε ονομάσει «φοίνικα». … Αλλά οι φοίνικες που είχαν κοπεί στην Αίγινα από μια παλιά και ελαττωματική μηχανή, αγορασμένη στην Μάλτα από τους κληρονόμους των εκεί Ιπποτών, ήταν τόσο απαρχαιωμένοι, που ούτε ένα από αυτά τα πουλιά δεν περιείχε την νόμιμη αξία. Τα περισσότερα νομίσματα δεν άξιζαν πάνω από τα 2/3 κι έτσι η κυβέρνηση, για να προλάβει την πλημμύρα του κίβδηλου νομίσματος, αναγκάστηκε να το θέσει εκτός κυκλοφορίας, δηλαδή να καταδικάσει την ανοησία ή την έλλειψη αξιοπιστίας της. Ο Φοίνικας δεν υπήρξε λοιπόν, παρά μόνον στα χαρτιά και στους λογαριασμούς της κυβέρνησης … Η αντιβασιλεία επανέφερε ως βάση του νομισματικού συστήματος την αρχαία δραχμή, δίνοντάς της την ακριβή αξία του 1/6 του ισπανικού εσκούδου που λέγεται «κολονάτο» [ή «δίστηλο»]…»
3. Ο Τρικούπης γράφει σε μεταγενέστερο χρόνο. Γι αυτό, μάλλον, αποφεύγει το χυδαίο ύφος του Κοραή και τις τερατώδεις συκοφαντίες του Thiersch (το έργο του τελευταίου είναι προφανώς γραμμένο από τρίτο χέρι σ’ ένα μεγάλο ποσοστό). Ωστόσο αυτογελειοποιείται περισσότερο, επειδή επιλέγει να επιχειρηματολογήσει σοβαρά. Πρώτα παπαγαλίζει το -κατά Κοραή- «έγκλημα καθοσιώσεως» και τα όσα προ εικοσαετίας έγραψε ο Thiersch για την «άχρηστη» μηχανή κοπής νομισμάτων, παραλείποντας όμως την μομφή της κιβδηλείας. Στη συνέχεια δίνει μια κωμική εξήγηση του Φοίνικα, λέγοντας ότι συμβολίζει την καποδιστριακή ανάσταση της Ελλάδος από την πτώση που προκάλεσε ο Ιμπραήμ. Παραδέχεται ότι ο Φοίνικας ήταν το σύμβολο της Φιλικής Εταιρείας και ισχυρίζεται ότι η άκρατη αλαζονεία του Καποδίστρια τον οδηγούσε στην ασυναρτησία της χρήσης εθνικών συμβόλων από μια Εταιρεία την οποία «περιφρονούσε». Πράγματι! ο Καποδίστριας είχε παραφρονήσει από την οίηση. Έκανε δώρα σε φίλους του με το σύμβολο του Φοίνικα που τόσο «απεχθανόταν», έβαζε τον Φοίνικα ως σύμβολο των κρατικών εγγράφων, τον φορούσε ακόμα και στα ρούχα του (όπως αναφέρει ο Ανδρέας Παπαδόπουλος Βρετός). Αυτά ξέχασε να τα σημειώσει ο Σπυρίδων Τρικούπης. Τουλάχιστον, ομολόγησε ότι ήταν η δική του πλευρά, (η παράταξη της Αθηνάς), που κατήργησε τον Φοίνικα στην Α΄ Εθνοσυνέλευση, ισχυριζόμενος -γιατί άραγε;- ότι ο Καποδίστριας δεν είχε δικαίωμα να τον επαναφέρει.
Σπυρίδων Τρικούπης (~1857): «Εκείναις ταις ημέραις εκόπη το πρώτον εν Ελλάδι εθνικόν νόμισμα, καθ’ ην περίστασιν εφανερώθη η οίησις του κυβερνήτου και η προς τα εθνικά ψηφίσματα αδικαιολόγητος ολιγώρησις. Ηγόρασεν εν Μάλτα και μετέφερεν εις Αίγιναν νομισματοκόπον μηχανήν κειμένην άχρηστον εκεί από του καιρού των Ιπποτών· έκοψε δε δι’ αυτής νόμισμα αργυρούν και χαλκούν, αμφότερα φέροντα φοίνικα ως σύμβολον, το δε αργυρούν φέρον και αυτό το όνομα του φοίνικος· δεν ανέστησε δε τον φοίνικα εις μνήμην της εταιρίας, διότι είδαμεν ότι την κατεφρόνει και την απεστρέφετο, αλλ’ ήθελε δι’ αυτού να υποδείξη, ότι, πεσούσα η Ελλάς επί της επαναστάσεως, εξανίστατο επί των ζωοποιών ημερών του. Το αυτό σύμβολον έβαλε και επί των σημαιών, ας επρόσφερεν, ως είπαμεν, εν Τροιζήνι τω στρατώ, αν και κατηργήθη επισήμως επί της πρώτης εθνικής συνελεύσεως ως σύμβολον της φιλικής εταιρίας, αντικατασταθέν υπό του της Αθηνάς του έκτοτε και μέχρις ου ήλθεν ο Καποδίστριας εν χρήσει».
Τα πρόσωπα χαρακτηρίζονται από τις ενέργειές τους και οι τελευταίες φανερώνουν την μάχη γύρω από τον επαναστατικό στόχο και το μέγιστο διακύβευμα. Νομίζουμε ότι ο επίλογος ανήκει δικαιωματικά στον Θείρσιο, ο οποίο χλευάζει μεν, παραδέχεται όμως την πραγματικότητα:
Ρωτήστε και τον τελευταίο πολίτη «ποια είναι η πρωτεύουσα της Ελλάδας»; Θα σας απαντήσει «η Κωνσταντινούπολη». Προσθέστε «και η Επανάστασή σας πότε θα τελειώσει;» Η απάντησή του θα είναι «όταν ο Ελληνικός Σταυρός στηθεί πάνω στην Αγία Σοφία».
Πηγή: Αβέρωφ
Γιατί ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ἀποτελεῖ τὸ πρότυπο ἡγέτη ποὺ ζητοῦσε ὁ Ἅγιος Παϊσιος γιὰ τοὺς Ἕλληνες.
Άγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης: «Εἶναι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη προβολῆς ἑνὸς ἰδανικοῦ προτύπου πρὸς μίμηση γιὰ τοὺς πολιτικοὺς ἡγέτες, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὑποβοήθηση τοῦ λαοῦ νὰ ἀποκτήση ὀρθὰ πολιτικὰ κριτήρια στὴν ἐπιλογὴ τῶν κυβερνητῶν τοῦ Ἔθνους μας».
Ὁ πρῶτος Κυβερνήτης τοῦ ἀνεξαρτήτου ἑλληνικοῦ κράτους, Ἰωάννης Καποδίστριας, παραμένει μέχρι σήμερα, μεταξὺ ὅλων ὅσοι κυβέρνησαν, μοναδικός, διότι:
- Εἶχε βαθειὰ καὶ συνειδητὴ πίστη στὸν Θεὸ καὶ ἐκπλήρωνε ἀνελλιπῶς τὰ θρησκευτικά του καθήκοντα.
- Ὑπῆρξε ἀκατάκριτος καὶ ἄμεμπτος στὴν προσωπική του ζωή, γι’ αὐτὸ ἀποκαλεῖται «ὁ Ἅγιος τῆς πολιτικῆς».
- Εἶχε σπάνιες ἡγετικὲς καὶ ὀργανωτικὲς ἱκανότητες καὶ ὑπῆρξε διπλωματικὴ ἰδιοφυΐα.
- Δὲν ὑπερηφανεύθηκε, δὲν ἀλαζονεύθηκε, δὲν ἀλλοιώθηκε ἀπὸ τὶς δόξες, τὶς τιμές καὶ τὰ πλούτη, ὅταν μεσουρανοῦσε τὸ «ἄστρο» του στὸ εὐρωπαϊκὸ στερέωμα τῆς διπλωματίας καὶ ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ρωσίας ρύθμιζε τὶς τύχες τῶν εὐρωπαϊκῶν λαῶν.
- Θυσίασε ὅλα αὐτὰ γιὰ τὴν ἀγάπη του πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἀκόμη καὶ τὴν οἰκογενειακή του ζωή. Δὲν νυμφεύθηκε, γιὰ νὰ βοηθήσει καλύτερα τὴ δοκιμαζόμενη πατρίδα.
- Δὲν ἀπολάμβανε τὶς ἀνέσεις καὶ τὶς ἀπολαβές τοῦ ἀξιώματός του· ἔζησε ὡς ἀκτήμων ἀσκητής, διαθέτοντας τὰ χρήματά του γιὰ τὸν ἀγῶνα τῆς ἀνεξαρτησίας.
- Δὲν δέχθηκε τὸν μισθὸ τοῦ κυβερνήτου· ἀντιθέτως, προσέφερε καὶ ἀπὸ τὴν πατρική του περιουσία.
- Δὲν ἦλθε ὡς κυβερνήτης γιὰ νὰ τιμηθεῖ καὶ νὰ διακονηθεῖ, ἀλλὰ νὰ διακονήσει καὶ νὰ ἀνορθώσει τὴν ἐρειπωμένη πατρίδα.
- Εἶναι ὁ μόνος ποὺ σεβάσθηκε καὶ προσπάθησε νὰ προστατεύσει τὴν Ἐκκλησία νὰ παραμείνει ἐλεύθερη χωρὶς πολιτικὲς παρεμβάσεις, διότι ὡς πιστὸ τέκνο της τὴν πονοῦσε καὶ τὴν ἀγαποῦσε.
- Ὁ μόνος ποὺ πολέμησε τὴ μασονία ἐπισήμως.
- Ὁ μόνος ποὺ προσπάθησε νὰ συνδέσει τὸ νεοπαγὲς ἐλεύθερο κρατίδιο μὲ τὴ ρωμαίικη παράδοση καὶ νὰ τὸ προφυλάξει ἀπὸ τὶς ἐπεμβάσεις τῶν ξένων δυνάμεων.
- Ὁ μόνος ποὺ προσπάθησε τὴν παιδεία, τὸν στρατό, τὴν οἰκογενειακὴ ζωὴ νὰ τὰ στηρίξει σὲ χριστιανικὰ θεμέλια.
- Ὁ μόνος ποὺ προσπάθησε νὰ ἑνώσει καὶ νὰ ἀξιοποιήσει γιὰ τὸ καλὸ τῆς πατρίδος ὅλες τὶς ἀντιμαχόμενες παρατάξεις.
- Ὁ μοναδικὸς ποὺ εἶχε συνείδηση τοῦ καθήκοντός του ὡς θυσίας. Ἑκουσίως ἀνέλαβε τὸν Σταυρὸ καὶ θυσιάστηκε γιὰ τὴν πατρίδα. Ἔδωσε καὶ τὴ ζωή του, ἀφοῦ πρῶτα θυσίασε γι’ αὐτὴν τὰ πάντα.
Ἄραγε, ἂν σήμερα ὁ Θεὸς μᾶς ἔστελνε ἕναν νέο Καποδίστρια γιὰ νὰ μᾶς βγάλει ἀπὸ τὴ δυσκολία, οἱ Ἕλληνες θὰ τὸν ἀναγνώριζαν; Θὰ τὸν δέχονταν; Θὰ τὸν ἄκουγαν;
Ἢ μήπως θὰ συνεχίσουν νὰ ἀναζητοῦν ψευτοσωτῆρες, λαοπλάνους, διεφθαρμένους πολιτικοὺς καὶ φθορεῖς τῆς πατρίδος;
Πηγή: Ενωμένη Ρωμηοσύνη
Μετά τις μάχες της Αλαμάνας και της Γραβιάς και την αποτυχία του Ομέρ Βρυώνη και του Κιοσέ Μεχμέτ να περάσουν στην Πελοπόννησο, η τουρκική κεντρική διοίκηση αναγκάστηκε να κινητοποιήσει και νέες δυνάμεις προς νότο. Αυτή τη φορά επτά χιλιάδες Τούρκοι ξεκίνησαν από Μακεδονία με επικεφαλής το Μπεϊράν Πασά, ο οποίος είχε εντολή να ενωθεί με τις δυνάμεις του Ομέρ Βρυώνη και του Κιοσέ Μεχμέτ Πασά κι όλοι μαζί να περάσουν στην Πελοπόννησο με σκοπό να καταπνίξουν την Επανάσταση και να ενισχύσουν τους Τούρκους της πολιορκημένης Τριπολιτσάς.
Όταν οι οπλαρχηγοί της ανατολικής Στερεάς έμαθαν για τη νέα εκστρατεία των Τούρκων, συγκεντρώθηκαν στο χωριό Εργίνι και αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν τους Τούρκους στη θέση της Φοντάνας. Ο Δυοβουνιώτης όμως είχε αντίθετη γνώμη. Πίστευε, ότι οι Τούρκοι πασάδες δεν θα καταδεχόντουσαν ν’ αφήσουν την πλατύτερη θέση των Βασιλικών για να περάσουν από τη στενότερη της Φοντάνας. Οι υπόλοιποι οπλαρχηγοί, οι οποίοι τιμούσαν το Δυοβουνιώτη, επειδή και εμπειροπόλεμος ήταν και δεν είχε αναμιχθεί σε πολιτικές ίντριγκες, δέχθηκαν το σχέδιο του. Έτσι τον Αύγουστο του 1821 οι Έλληνες οπλαρχηγοί περίμεναν τους Τούρκους στα στενά των Βασιλικών.
Γράφει ο Μακρυγιάννης :
«…και τους καρτέρεσαν οι αθάνατοι Έλληνες ως εφτακόσιοι άνθρωποι, κεφαλές αυτείνων ο γενναίος Γκούρας, Γεροδυοβουνιώτης, Παπα Αντριάς λαμπρύνεται αυτός σ’ εκείνη την μάχη χωρίς να κατηγορηθεί κανένας. Ότι όλοι πολέμησαν αντρείως, ο Νάκος Πανουργίας, ο Γεράντωνος, ο Μποΰσγος, Ροΰκης, Λάππας, θιοχάρης, Καλύβας, Κονταίγοι, Ρουμάνης, Κοντός, Παπακώστας, Τρακοκομνάς, Καραπούλης, Κουτρουμπαίγοι κι άλλοι. Αυτείνοι όλοι οι γενναίοι άντρες, οι σωτήρες της πατρίδος, αφάνισαν όλως διόλου αυτό το πλήθος των Τούρκων…».
Στις 24 Αυγούστου οι Τούρκοι πασάδες, εκτός του Χατζημπεκήρ, ο οποίος πέθανε ξαφνικά στη Λαμία, έφθασαν με περίπου επτά χιλιάδες ιππικό και πεζικό, στην Πλατανιά, όπου και διανυχτέρευσαν.
Στις 25 Αυγούστου έγινε μια μικρή συμπλοκή και την επομένη οι Τούρκοι, μετά την ευχή και τους κανιοβολισμούς, που συνήθιζαν να κάνουν πριν από κάθε μάχη όρμησαν εναντίον των Ελλήνων. Οι Δυοβουνιώτης, Πανουργίας και οι άλλοι οπλαρχηγοί με τα ψυχωμένα παλικάρια τους, αντιμετώπισαν και σύντριψαν τους Τούρκους. Μέχρι τη δύση του ηλίου τους κατεδίωκε ο Παπανδρέας από την Κουκουβίστα, γράφει ο Σπυρ. Τρικούπης.
Μετά τη μάχη καταμετρήθηκαν πολλοί τραυματίες, αλλά και πολλοί νεκροί, μεταξύ αυτών και η Μεμής Πασάς, τον οποίο λέγεται, ότι σκότωσε ο ίδιος ο Γκοΰρας. Όσοι Τούρκοι σώθηκαν εγκατέλειψαν πανικόβλητοι το πεδίο της μάχης. Υπολογίζεται, ότι το 1/3 της δύναμης του Μπεϊράν Πασά τέθηκε εκτός μάχης, πολλά δε ήταν και τα λάφυρα, που έπεσαν στα χέρια των Ελλήνων, 800 άλογα, 2 κανόνια και 18 σημαίες. Ο Μπεϊράν Πασάς αναγκάστηκε να γυρίσει στη βάση της Λαμίας. Ενώ οι Έλληνες οπλαρχηγοί, των οποίων οι απώλειες ήταν μηδαμινές στρατοπέδευσαν στη Δαμάστα.
Η νίκη των Ελλήνων στα Βασιλικά εμπόδισε την προέλαση των Τούρκων ως το Μοριά. Απελπισμένοι οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς για τη βοήθεια που περίμεναν και που ποτέ δεν έφτασε, αναγκάστηκαν να παραδοθούν.
Ο Γκοΰρας, ο οποίος έδειξε στη μάχη αυτή τη μεγάλη του παληκαριά κι αντρειοσύνη τιμήθηκε από τη διοίκηση με το «Δίπλωμα Χιλιαρχίας». Στο Δυοβουνιώτη απονεμήθηκε τιμητικά ο βαθμός του στρατηγού.
Και ο Μακρυγιάννης συνεχίζει στα απομνημονεύματα του:
«….Ξαγόρασαν όλοι αυτείνοι οι γενναίοι άντρες το αίμα του συναγωνιστού τους περίφημου Διάκου… πατρίς, να μακαρίζης όλους τους Έλληνες, ότι θυσιάστηκαν δια σένα να σ’ αναστηθούνε, να ξαναειπωθής άλλη μίαν φορά ελεύθερη πατρίδα, όπου ήσουνε χαμένη και σβυσμένη από τον κατάλογον των εθνών…..να θυμάσαι και να λαμπρύνης εκείνους οπού λυωσανε τόση Τουρκιά και πασσάδες εις τα Βασιλικά….»
Ιωάννης Δυοβουνιώτης
(1757-1897)
Ο Ιωάννης Δυοβουνιώτης γεννήθηκε το 1757 στο χωριό Δυο Βουνά της Φθιώτιδος, από το όνομα του οποίου πήρε το επώνυμο Δυοβουνιώτης. Το πραγματικό του επίθετο ήταν Ξίκης και το όνομα του πατέρα του Κωνσταντίνος. Σε ηλικία 13 ετών έχασε τους γονείς του.Το επάγγελμα του ήταν βοσκός.
Υπηρέτησε υπό τον Ανδρούτσο, ήταν μάλιστα πρωτοπαλλήκαρό του. Αφού αποχωρίσθηκε απ’ αυτόν, σχημάτισε δική του ομάδα και κατόρθωσε να αναγνωρισθεί αρματωλός Βουνίτσας (Μενδενίτσας), Ζητουνίου, Σαλώνων και Αταλάντης. Με το κλεφταρματολικό του σώμα παρενοχλούσε τους Τούρκους της περιοχής και αυτό ενόχλησε τον Αλή Πασά, ο οποίος πήρε το γιο του Γιώργο αιχμάλωτο στα Γιάννενα. Ο ίδιος ο Δυοβουνιώτης διέφυγε στα Επτάνησα, αλλά γρήγορα επανήλθε εις το αρματολίκι της Βουδονίτσας.
Στις αρχές του 1820, ο Στερεοελλαδίτης πολιτικός κατά την επανάσταση Κ. Σακκελίων τον μύησε στη Φιλική Εταιρεία. Όταν εξερράγη η επανάσταση έλαβε μέρος στις μάχες των Σαλώνων και της Βουδονίτσας.
Διακρίθηκε στην μάχη του Δέματος και ιδιαίτερα στη μάχη των Βασιλικών (στο δρόμο από τη Λαμία για την Αταλάντη).
Η λαμπρή αυτή μάχη στα Βασιλικά ήταν και η τελευταία για το Δυοβουνιώτη. Πέθανε τον Ιανουάριο του 1831 στην Αμφισσα.
Πηγή: Ενωμένη Ρωμηοσύνη
Ιωάννης Ορλάνδος, θύμα της Επιτροπής του Λονδίνου και θύτης της Επανάστασης
“Είκοσι μουρτάτες, [προδότες] βρωμόσκυλα, δεν εμπορείτε να κομματιάσετε;” Την σχετική επιστολή στέλνει από το Λονδίνο ο Ιωάννης Ορλάνδος στις 30/6/1825. Παραλήπτης είναι ο Γ. Κουντουριώτης τον οποίο η βρετανική πολιτική ανέδειξε Πρόεδρο της προσωρινής Κυβέρνησης στην θέση του νόμιμα εκλεγμένου Π. Μαυρομιχάλη.
Ιστορικό πλαίσιο της επιστολής
Δεν έχει περάσει ούτε μήνας από την δολοφονία του Οδυσσέα. Έχουν περάσει τέσσερις μήνες από την σύναψη του β΄ δανείου στο Λονδίνο και την αποβίβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο. Τον προηγούμενο χρόνο το Λονδίνο “διόρθωσε” τα λάθη του με δραστικές ουσίες, ανακλήσεις ή σφαίρες (Byron, Stanhope, Trelawny) και κατόρθωσε, εξαγοράζοντας τις χαλαρότερες επαναστατικές συνειδήσεις (α΄ εμφύλιος), να κλείσει στην φυλακή ή να θέσει στο περιθώριο τους υπερασπιστές της υπερεθνικής Επανάστασης. Ένα νέο διεθνές και εγχώριο επιτελείο προωθήθηκε από το Λονδίνο προς τον δικό του άνθρωπο, τον πρόεδρο Γ. Κουντουριώτη.
Ο Καραϊσκάκης διέφυγε της παγίδας θανάτου που μετά την περί προδοσίας “δίκη” του έστησαν οι φίλα προσκείμενοι στον Μαυροκορδάτο χριστιανοί οπλαρχηγοί από κοινού με τους Τούρκους της περιοχής. Την “προδοσία” του Καραϊσκάκη σέρβιρε στον Byron ο Μαυροκορδάτος, ως μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου των “προδοτών-αντιπατριωτών” που περιελάμβανε δήθεν και την φυσική εξόντωση αμφοτέρων. Η δίκη στήθηκε ως αντιπερισπασμός της μετάβασης του Βύρωνα στην Αν. Στερεά, όπου θα επιβεβαιωνόταν μια νέα Κυβέρνηση που άμεσα θα διεκδικούσε την διαχείριση του α΄ δανείου. Ο λόρδος όντως κοντοστάθηκε και αμέσως μετά δηλητηριάστηκε. Τη νέα Κυβέρνηση θα αποτελούσαν πρόσωπα που φαινομενικά ήταν ουδέτερα μεταξύ των δυο συγκρουόμενων παρατάξεων. Δ. Υψηλάντης, Ανδρούτσος, Πλαπούτας, Νέγρης και κάποιοι ακόμη θα σχημάτιζαν ενωτική κυβέρνηση και θα έπαυαν την σύγκρουση Μαυροκορδάτου-Κολοκοτρώνη. Όμως, παρά την παρουσία του Νέγρη (ο οποίος βρισκόταν πια σε διάσταση με τον Μαυροκορδάτο) η “ουδετερότητα” αυτή ήταν ολοφάνερο ότι αποτελούσε ένα παρακλάδι της υπερεθνικής πλευράς του Κολοκοτρώνη που ουσιαστικά αποτελούσε τον άτυπο αρχηγό της Επανάστασης μετά την μη εμφάνιση του Αλ. Υψηλάντη στην Πελοπόννησο.
Το α΄ δάνειο είχε υπογραφεί τον Φεβρουάριο του 1824. Σταδιακά, μετά τα μέσα του 1824 ο ανήμπορος διαπραγματευτής της προσωρινής κυβέρνησης Κουντουριώτη στο Λονδίνο, ο Ιωάννης Ορλάνδος έχει συνθλιβεί από την πίεση που υφίσταται. Συντελούσης της οργής του Ορλάνδου έναντι του στυγνού εκβιαστή-κερδοσκόπου Bowring, το δεύτερο δάνειο υπογράφεται στις αρχές του 1825 απευθείας με τους τραπεζίτες Ρικάρντο, χωρίς δηλαδή την μεσολάβηση της Γραικικής Επιτροπής του Λονδίνου, γραμματέας της οποίας ήταν ο Bowring, επιστήθιος φίλος του Bentham. Αυτό, αντί να ελαφρύνει τον φιλοχρήματο Ορλάνδο, του προσθέτει επιπλέον πίεση. Τώρα, εκβιαζόμενος, φέρει αποκλειστικά στους δικούς του ώμους το βάρος της “πτώσης” των τιμών του δανείου στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου και της έμμεσης απειλής ότι ο αδελφός του πεθερού του, ο Γ. Κουντουριώτης, θα πάψει να είναι “Πρόεδρος” και ο ίδιος προνομιούχος “σωτήρας” του έθνους. Κατά συνέπεια, υπό τις νέες συνθήκες των γαλλο-βρετανικών σχέσεων που θα δούμε σε λίγο, ο Ορλάνδος στην επιστολή αυτή απηχεί το πνεύμα των απώτερων επιδιώξεων της δυτικής πολιτικής που βρίσκεται πίσω από τα δάνεια.
Από τα μέσα του 24 βρίσκονται σε εξέλιξη οι διαβουλεύσεις της Γαλλικής παρέμβασης με τον Μαυροκορδάτο. Ο έτερος απεσταλμένος της κυβέρνησης Κουντουριώτη, ο Ανδρέας Λουριώτης, λίγο πριν υπογραφεί το β΄ δάνειο του Λονδίνου θα μεταβεί στο Παρίσι για λογαριασμό του πάτρονά του Μαυροκορδάτου. Θα συναντήσει τον πρωθυπουργό Villèle και θα συζητήσει για το γαλλικό πακέτο βοήθειας (αντίστοιχο με το βρετανικό) το οποίο υποστηρίζει ο Δ. Υψηλάντης.
Ο Ιμπραήμ αφού αποβιβαστεί ανενόχλητος, έχει τις πρώτες του επιτυχίες στην Πελοπόννησο. Λίγο πριν ο Παπαφλέσσας βγει για το Μανιάκι, ο Κουντουριώτης νιώθει την Μωραήτικη λαϊκή απειλή έτοιμη να ξεσπάσει στο κεφάλι του, αφού από τις αρχές του 1825 οι πρώτοι του Μωρηά βρίσκονται φυλακισμένοι στην Ύδρα ή υπό διωγμό.
Ο υπερφίαλος Ορλάνδος αποδεικνύει ότι δεν έχει την παραμικρή επίγνωση των διεθνών δυνάμεων που δρουν και του διακυβεύματος που τίθεται από την αρχή της Επανάστασης. Ο φόβος λύνει την γλώσσα του και σε μια επιστολή που είναι τραγικά προσωπική και υπηρεσιακή ταυτόχρονα, καταφέρεται κατά πάντων, μιμούμενος σε εκβιασμούς και την Επιτροπή του Λονδίνου. Η ακραία ιδιοτελής και παιδιάστικη στάση στα πιο κρίσιμα γεγονότα της Επανάστασης είναι το κεντρικό συμπέρασμα, ωστόσο τα επιμέρους θέματα είναι πολλά και άκρως σημαντικά.
Ο Ορλάνδος πιστεύει ότι οι νησιώτες και οι Ρουμελιώτες είναι οι αγαθοί πατριώτες, ενώ οι Μωραήτες είναι οι κακούργοι αντιπατριώτες. Η αλήθεια είναι ότι στην τόσο χαλαρή του συνείδηση η δικαιολογία που του προσέφεραν οι δανειστές ήταν βολική για να την υιοθετήσει και να την διαδίδει προς κάθε κατεύθυνση. Ο Ορλάνδος πιστεύει ότι η τιμή της Επανάστασης πέφτει στο Χρηματιστήριο επειδή στον ελλαδικό χώρο επικρατεί διχόνοια. Η αλήθεια είναι ότι η διχόνοια ήταν επιδίωξη του α΄ δανείου, το οποίο και εξέλεγξε τον Κουντουριώτη προσωρινό Πρόεδρο στην θέση του Π. Μαυρομιχάλη. Οι τιμές των ομολογιών χειραγωγούνται πανεύκολα, για ποσά τόσο μικρά όσο τα ελληνικά δάνεια, δημιουργώντας πανικό στους πρωτάρηδες περί τα χρηματιστηριακά παιχνίδια. Τα μέλη της Επιτροπής αγόραζαν ομολογίες προσδοκώντας κέρδη από την άνοδο των τιμών. Όταν αυτές έπεφταν, τότε πίεζαν και εκβίαζαν τους Έλληνες απεσταλμένους. Όσο για τον Ιμπραήμ, αυτός τελεί υπό την προστασία, αν όχι υπό την καθοδήγηση της Γαλλίας και της Βρετανίας, οπότε ο Ορλάνδος πάσχει πλέον από ψυχική νόσο αντιστροφής της πραγματικότητας. Κατηγορεί ψευδώς αυτούς κατά των οποίων έχει ήδη ταχθεί για προσωπικό όφελος, χωρίς να βλέπει ούτε καν την υπόδειξη του Μπένθαμ να καταργηθεί η ανεξαρτησία και η δικαιοδοσία της δικαιοσύνης, να καταπατηθεί το Σύνταγμα του Άστρους (σε άλλη επιστολή ζητά να παραμείνει ο Κουντουριώτης Πρόεδρος και μετά την λήξη της θητείας που προέβλεπε το Άστρος). Κατηγορεί τον Κολοκοτρώνη και τους περί αυτόν ως προδότες. Κάπως έτσι στήθηκαν όλες οι κατηγορίες της εθνικής νεωτερικότητας εναντίον των υποστηρικτών του οικουμενικού χριστιανισμού. Την ίδια στιγμή και με τον ίδιο τρόπο, η αντιχριστιανική Δύση δολοφονεί ή επιχειρεί να δολοφονήσει τον Καραϊσκάκη, τον Θ. Κολοκοτρώνη, τον Π. Κολοκοτρώνη, τον Ανδρούτσο, τον Βαρνακιώτη, τον Βισβίζη κ.α., εντάσσοντας τα κακουργήματα αυτά στο θεσμικό πλαίσιο του δυτικού κράτους δικαίου. Έτσι ο κάθε Ορλάνδος γίνεται γρανάζι της μηχανής που μετατοπίζει τα πραγματικά αίτια της σύγκρουσης και διαδίδει τα ψεύδη και τις συκοφαντίες. Όμως δεν μπορεί εύκολα να κατηγορήσει κάποιος τον Ορλάνδο ότι δεν αντιλήφθηκε πως το παιχνίδι Αγγλίας-Γαλλίας ήταν στημένο σε ψηλότερο (τεκτονικό) επίπεδο, προκειμένου να μην μπορέσει η ρωσική παράταξη της Επανάστασης να σηκώσει κεφάλι. Και αυτό είναι ανεξάρτητο από το όποιο αίτιο που δημιούργησε την γαλλική παρέμβαση.
Στο άλλο άκρο: τη στιγμή που ο Ορλάνδος γράφει από το Λονδίνο, ο ήδη αποφυλακισμένος Κολοκοτρώνης υπογράφει την αίτηση προστασίας προς την Αγγλία και ξεχωριστή διαβεβαίωση (τεκτονική;) προς τον Canning που την ζητά. Ίσως η μέγιστη προσφορά του Κολοκοτρώνη στην Επανάσταση είναι ότι κατάφερε να παραμείνει ζωντανός, εντός του πολιτικού παιχνιδιού και να εξασφαλίσει από την Συνέλευση της Τροιζήνας την υπογραφή της υπέρ του Καποδίστρια. Το Λονδίνο που γνώριζε τις πεποιθήσεις και τις ικανότητες του γέρου, ώθησε τον Ορλάνδο να ζητήσει -ως Σαλώμη- το κεφάλι του από τον “Ηρώδη” Κουντουριώτη. Ευτυχώς, ο τελευταίος δεν ενέδωσε. Στο πλαίσιο της ομόνοιας έναντι του Ιμπραήμ εκδόθηκε πράξη πολιτικής αμνηστίας με ειδική -φωτογραφική- εξαίρεση για τον Οδ. Ανδρούτσο.
Είπαμε πως η επιστολή γράφεται 4 μήνες μετά το β΄ δάνειο και την εμφάνιση του Ιμπραήμ. Να προσθέσουμε ότι τότε (αρχές του 25) ο Ορλάνδος έγραφε στους αδελφούς Κουντουριώτη: “Όλοι εχάρησαν εδώ ακούσαντες τον θάνατον του υιού Κολοκοτρώνη, και είπαν, η Ελλάς έχει τώρα Διοίκησιν”. Όχι τυχαία, ο Κολοκοτρώνης χαρακτηρίζεται ως σήμερα από πολλούς “στρατιωτικός”· και αυτοί θεωρούν ότι ο α΄ εμφύλιος έγινε μεταξύ στρατιωτικών και πολιτικών. Όσο για τον β΄ εμφύλιο που συχνά αναφέρεται ότι έγινε από εγγενή αντιπαλότητα Ρουμελιωτών-Μωραητών, είναι ένα ακόμα θέμα που το προκάλεσε το Λονδίνο. Κρίμα στις αναλύσεις τόσων επιστημόνων που, ακολουθώντας τον Φίνλεϋ και τους άλλους νεωτερικούς της εποχής, “αποδεικνύουν” ως σήμερα τον “άγριο τοπικισμό” των γραικοχριστιανών και την ανάγκη για ένα έθνος “ευρύτερο” από το χωριό του κάθε αγωνιστή. Είναι το πολιτικό “έθνος” που προωθούσαν οι “Φίλοι του Νόμου”, υποκρινόμενοι πως δεν έβλεπαν το χριστιανικό (υπερεθνικό) έθνος των “Φίλων του Χριστού” που δημιούργησε την Επανάσταση.
Επιστολή προς τον Γ. Κουντουριώτη
Λονδίνο, 18/30 Ιουνίου 1825
Το αδελφικόν μου τούτο χρησιμεύει να σε φανερώσω, το οποίον πολλάκις σε είπα, το να γράφη δηλ. η Διοίκησις τακτικά προς την εδώ αποστολήν· ότι από την έλλειψιν τούτου θα καταντήσωμεν να μην έχωμεν τα μέσα. Μην γυρεύης τι εδοκίμασα τούταις ταις ημέραις με τον Ρικάρδον δανειστήν μας, όστις δια τας φημιζομένας κακάς ειδήσεις και τον εκ τούτων ξεπεσμόν του δανείου εις τα 13%, εζητούσε να υποχρεώση την αποστολήν να αγοράση το τέταρτον του δανείου. Τι θέλεις; Σχεδόν επιάσθηκα. Έχουν και τα δίκαιά των· άπειρα χάνουν με αυτόν τον κατεβασμόν των φόντων, [κεφαλαίων] καθώς και πέρυσι με το άλλο· από τον Φεβρουάριον οπού υπεγράφη το συμφωνητικόν έως σήμερον, τριακόσιες χιλιάδες λίρες χάνουν οι κρατούντες τα σκρίτα, [ομόλογα] και πόσα πέρυσι, και εκ τούτου μικροψυχούσι, και δεν έχει υπόληψιν το δάνειόν μας, επειδή μη να έχη τινάς γράμματά σας να τους ησυχάζη τας υποψίας των, από το άλλο μέρος ακούοντες ότι εσυγχωρήθησαν οι αποστάται, ενεκρώθησαν διόλου, λέγοντες, ότι εις την Ελλάδα δεν είναι Διοίκησις. Αδελφέ! Τέτοια σκυλιά τα φυλάττετε ακόμη; Κρίσιν θέλουν αυτοί; Και τι κακόν άφησαν να μην το κάμουν; Αν τα πράγματα της Ελλάδος έμειναν οπίσω, είναι αυτοί, οι μυριάκις χειρότεροι των Τούρκων, η αιτία· είκοσι μουρτάτες, [αποστάτες] βρωμόσκυλα, δεν εμπορείτε να κομματιάσετε, οπού εσήκωσαν τα άρματα κατά της Διοικήσεως, οπού έφαγαν τέσσαρας χρόνους τον Μωρέαν τον Ελληνικόν και έκαμαν παντός είδους κακόν; Ιδού τα αίτια της καταδίκης των· τι εννεαμελής επιτροπή; Τι κρίσις; Ιδού τι τους καταδικάζει εις μύριους θανάτους· αλλ’ όταν Πανούτζος, Τρικούπης, Λόντος και τόσοι άλλοι είναι πάλιν βουλευταί, είναι βέβαιον ότι ούτως ήθελε γένει το πράγμα ούτε με τόσα μέσα χρηματικά, ούτε με τόσας νίκας θαλασσίους δυνάμεθα να στερεώσωμεν Διοίκησιν· αλλοίμονον εις ημάς οπού εχάθημεν! Έμαθες πως από την Δυτικήν Ελλάδα έστειλαν τον Ρούπενταλ εδώ με γράμματα πληρεξουσιότητος να πραγματευθώσι δύο μιλλιουνίων ταλλήρων δάνειον, και είδαμεν και πάθαμεν να το ρίψωμεν κάτω, κοντεύσαντες να χάσωμεν το εθνικόν; Αλλοίμονον! Έτζι θα πάμε εμπρός; Μας δανείζουν πλέον; Μας εμπιστεύονται; Αχ καϋμένοι ’μεις νησιώται! Από ολίγους κοτζαμπασήδες Μωραΐτες και Φαναριώταις χανόμεθα! Είδες τι έγραφεν ο βρωμο-Υψηλάντης εις τα Παρίσια· τι τον φυλάττετε, αδελφέ; Δεν καθαρίζετε την Ελλάδα από τέτοιαις βρώμαις; Τώρα οπού έχουν ανάγκην οι στεριανοί από το ναυτικόν μας, αν δεν κυτάξωμεν να ωφεληθώμεν, να λάβωμεν την δύναμιν και εξουσίαν εις χείρας, αύριον μια ησυχία, addio περίστασις, πετά και φεύγει· πρόσεχε μην αφεθής από τα πράγματα, πρόσεχε καλά, άνοιξε τα μάτια σου. Γιατί να συγχωρήσης να γένη επιτροπή δανείου; Εγώ τα στέλνω σε σένα τα χρήματα· τα κονοσιμέντα, οι μάρκες, γίνονται εις το όνομά σου· γιατί να τα παραιτήσης; Και δεν γνωρίζεις ότι εις τα χρήματα είναι η δύναμις; Πρόσεχε από κάθε λογής ξένον· αρχοντιαίς και μακρυά, και μάλιστα από Φαναριώταις και Φραντζέζους. Τώρα, τώρα είναι ο καιρός να ωφεληθώμεν από την δύναμιν του ναυτικού μας και μην αφήσης να πετάξη το πουλί. Δια να λάβης δύναμιν, σου χρειάζεται τακτικόν στρατιωτικόν, οπού υπακούει· κράξε τον κολονέλ Νάπιερ από την Κεφαλληνίαν· αυτός είναι τίμιος, άξιος και παλλικάρι· εις τρεις μήνας κατά το σύστημά του δύναται να οργανίση δέκα χιλιάδες στράτευμα. Αυτά οπού σε γράφω μην τα υπολαμβάνης παιχνίδια· είναι λόγια παστρικά· άκουσέ με· θυσίασε ό,τι θυσιάσης, και κράξε τον το ογληγορώτερον· είναι ο μόνος, αν θέλετε να κάμετε τακτικόν· έχει πολλήν υπόληψιν εδώ· είναι από λαμπράν φαμίλιαν και ένας των περιφήμων στρατιωτών της Ευρώπης· αυτό άκουσέ με και κάμε το, και μην προσμένης από την Αμερικήν και από τον άξιον Καλλέργην, όχι πως θα κοστίση ο καθένας έναν θησαυρόν, αλλά δεν το πιστεύω να συγχωρηθή η έξοδός των· έπειτα είναι ξένοι, και μην ακούης τα κουράφαλα του Λουριώτη· τούτος ό,τι τον έρθη από τον κώλον, αυτό γράφει· δεν βλάπτει, εξοδεύει κάμποσα, και εγλεντά ο άξιος φίλος του Καλλέργης.
Εγώ είμαι, αδελφέ, βασγεστισμένος [απογοητευμένος] από τον Λουριώτην· τούτος είναι ένας δόλιος άνθρωπος· ψεύστης, καλπουζάνος, κενόδοξος εις το άκρον· η ανάγκη της Ελλάδος μ’ έκαμε να υποφέρω από τούτον πολλά· δεν ηξεύρω τι μέλλει γενέσθαι με τούτον τον Πρωτέα· μ’ υποσχέθη προ 4 μήνες ότι ήθελ’ αλλάξει σύστημα, το οποίον και σας έγραψα, πλην του κακού, έγινε χειρότερος· μην νομίζετε πως αξίζει και τίποτε· εις την δουλειάν γνωρίζεται ο άνθρωπος· αν με γνωρίζετε ικανόν, αν μ’ εμπιστεύεται το έθνος, ας μ’ αφήση μοναχόν· ειδέ στείλε μου την ανάκλησίν μου, ότι ευθύς οπού τελειώση το δάνειον τούτο, θέλει επιστρέψω και τότε θέλει γνωρίσετε τι άξιζεν ο Ορλάνδος· ας μην ήμουν εγώ, και ήθελ’ ιδήτε. Προσμένω από πρώτον σου γράμμα να μη ησυχάσης, ότι δεν εμπορώ να υποφέρω πλέον τούτον τον απατεώνα, τον Ιταλόν, τον αδιάντροπον, τον κόλακα εν ανάγκη, τον πάντα ποιούντα έως να κατορθώση την δουλειά του· ας μην είχε τύχει τούτη η αποστολή, και ήθελ’ ίδω τι κοιλιαίς ήθελε να παστρεύη εις το Λιβούρνον· αβαντουριέρηδες [τυχοδιώκτες] είναι, αγαπητέ, και ημείς τίμιοι, και απατώμεθα με την ψευτομετάνοιά τους· έπειτα είναι από την Άρταν, και οι Αρτινοί φημίζονται οι πρωτοσερέτηδες [πιο δύστροποι] του κόσμου· όλους φίλους τους έχει, και κανένα δεν αγαπά· όλων ψεύματα λέγει, αλήθειαν δεν ηξεύρει, ούτ’ εσυνήθισε να λέγη· δια τα τέλη του τα άθλια όλους τους πεσκεσάρει, αν πέση τούτος νάχη τον άλλον, καθώς και το είδες εμπράκτως, και ούτως το φρονούσε· είναι κατά το λεγόμενον εις την νήσον μας «αγ τζι πλάσουι»· [Σατανάς] τώρα άρχισε να πληρώνη τα χρέη του οπού εχρεώνετο και έτρωγε εις την Ελλάδα των Μπουτουρέων και τόσων άλλων· οι λεγόμενοι θείοι του εις Λιβόρνον, θείοι από έκτην και εβδόμην γενεάν, ούτ’ εν σολδί δεν τον έδιδαν, και μάλιστα ο Γιαλιάς· ας μην είσθε σεις και εγώ, ήθελε ιδώ αν εκατώρθωνε ή το πρώτον ή τούτο το δεύτερον, να έλθη εδώ· αλλ’ όλα καθώς πάτησε το καΐκι τα λησμόνησε· ας τελειώση η πληρωμή του δανείου τούτου να φύγω, και τότε βλέπετε τι άξιζα εγώ, και πόσην υπόληψιν και βάρος έδιδα εις την αποστολήν, και πώς εφρόντιζα και εφύλαττα τα πάντα. Αν θελήσω να σε τα γράψω όλα, και ’σένα θέλει βαρύνω, κ’ εμένα ο καιρός θέλει με λείψει· αλλά σε λέγω ως αδελφός, ότι αν δεν γίνεται να μείνω μόνος, φρόντισον έναν άνθρωπόν σας, ότι είναι ανάγκη, και ανάγκη μεγάλη, να έχη το σπήτι σας άνθρωπον χωρίς άλλο εδώ, ότι εγώ αναχωρώ εξάπαντος· με τούτον τον πλάνον δεν καταδέχομαι να μένω· εντρέπομαι πώς σας έγραψα υπέρ αυτού, πλην το ομολογώ πως μ’ υπεσχέθη και με γέλασε.
Ηκούσθη σήμερον εδώ από Τεργέστης η πτώσις του Νεοκάστρου, και ότι είναι πάλιν διχόνοιαι· παραταύτα τα φόντα μας [κεφάλαια] εξέπεσαν, και άρχισαν να βλασφημούν τας καθημερουσίας διχονοίας μας. Μ’ αυτάς τας ολημερινάς διχονοίας και τούτο το δάνειον θα χάσωμεν, και άλλο, αν λάβωμεν ανάγκην, δεν θα δυνηθώμεν να κάμωμεν και ο Θεός να γένη ίλεως.
Η μαρτυρία των αποστατών είναι τα άρματα οπού φέρουν εις χείρας κατά της πατρίδος, και αύτη μόνη τους καταδικάζει· έπειτα εις τας επαναστάσεις δεν χρειάζεται άργητα, επειδή αι περιστάσεις αλλάσσουν από την μίαν ώραν εις την άλλην.
Ο σεβαστός γέρων κύριος Κοραής από το Παρίσι σ’ ασπάζεται, και με έγραψε να σε είπω, ότι από τα φράγκα 1500 οπού σ’ έστειλε να μοιράσης των πυρπολιστών ναυτών των τολμηροτέρων εις την προσκόλλησιν των εμπρηστηρίων, να μην λησμονήσης και τον άξιον Κανάριον.
Την έσωθεν, αφ’ ου την αναγνώσης, την στέλνεις τον ακριβόν μας κύριον Λάζαρον εις Ύδραν.
Δυο φρεγάται της πρώτης τάξεως εις την Νέαν Υόρκ της Αμερικής ετοιμάζονται υπό την επιστασίαν του αξίου στρατηγού Λαλεμάνδ· δυο άλλαι εδώ, εξ ων η μια είναι έτοιμη, μια εις την Γαλλίαν, και άλλη εις την Σουηδίαν, και το ατμοκίνητον· δι άλλας δεν δυνάμεθα, ότι δεν μένουν χρήματα δια τας ανάγκας της Διοικήσεως, και ούτως εν διχονοίαις τρέχοντες δεν ηξεύρω αν μας δανείζωσιν άλλα, και προς είδησίν σου.
Χθες έλαβον γράμμα από τον καλόν μας και ενάρετον αδελφόν κύριον Λάζαρον, ο οποίος προς τοις άλλοις με ομιλεί και περί της στενοχωρίας την οποίαν δοκιμάζει η φαμιλία μου δια την απουσίαν μου, προσθέτων ακόμη, αν ήτον δυνατόν, όταν διευθετηθώσι τα του δανείου, να επιστρέψω να με ιδή η φαμιλία μου, και πάλιν, αν η ανάγκη το καλέση, να ξαναγυρίσω· το επιθυμούσα κ’ εγώ πολλά, μα πώς γίνεται; ευθύς όπου ακουσθή εδώ, όλα ανατρέπονται· τόσαις μεγάλαις και πολλαίς δουλειαίς, αι πληρωμαί του δανείου ακόμη όλαι δεν έγιναν· αυταί τελειώνουν τον 8βριον, αν δεν τύχη τι απευκταίον· είναι αι φρεγάται, τόσαι άλλαι δελικάται υποθέσεις χρήζουσαι της παρουσίας μου, και εις τίνα να εμπιστευθώ (αν ημπορούσε να γένη;) εις τον Λουριώτην; αλλοίμονον! Τι να σε ειπώ; εις μίαν εβδομάδα τα σκορπούσε όλα κατά το χέρι και τον πόνον δια την Ελλάδα οπού έχει. Και τι έχει να χάση τούτος εις την Γραικίαν; τούτος είναι Ιταλός· ό,τι τύχη (ο μη γένοιτο) της Ελλάδος, δίπορτο τώχει· πάγει εις τους λεγομένους θείους του εις το Λιβόρνον· αν δεν ήτον να έλθη εδώ, εις την Ελλάδα ήθελε μείνει; και τι να κάμη; τι να φάγη πρώτον; πάλιν αλλοίμονον!
Λοιπόν συ κύταξε να ησυχάσης την φαμιλίαν μου, αδελφέ, με τον τρόπον οπού κρίνεις φρόνιμον· εις την αγάπην σου και την φρονιμάδα σου αφιερώνομαι, και καθώς εγώ θυσιάζομαι δια το σπήτι σας, ούτω και σεις πρέπει να στοχάζεσθε την εδικήν μου φαμιλίαν, καθώς διόλου δεν αμφιβάλλω.
Πρόσεχε από τους Γάλλους· σέβου τους Άγγλους οπού μας βοήθησαν και θέλει μας βοηθήσουν· μην απατάσαι με το όνομα των κομιτάτων· είναι όλο λόγια· να γνώριζες τι πράγμα είναι αυτά τα κομιτάτα! Και όταν συσταίνονται έτζι αργά, και ποία είναι τα αίτια της συστάσεώς των! Όσα προσπαθούν οι Γάλλοι, τα ηξεύρουν εδώ οι Άγγλοι όλα, και πρόσεχε καλά. Μη δος ετέρω την δόξαν σου· να χυθούν, αδελφέ, τόσα αίματα, να εξοδευθούν τόσα πλούτη, τόσοι ίδρωτες δια έναν ………… [αποσιωπητικά] και να ιδούμεν τι λέγουν αι άλλαι Δυνάμεις, δεν κάμνουν τίποτε, σκάπτουν μόνον τον λάκκον μας.
Περί των όσων σ’ έγραψα μην βαρυνθής, παρακαλώ, να μ’ αποκριθής όσον ταχύτερα δια να κυβερνηθώ. Χαιρέτα μου την αγαπητήν φαμιλίαν σου. Πρόσφερε εις τους φίλους όλους τα πρέποντά μου.
Μεγάλην ζημίαν θα λάβουν από το κάμβιον [συναλλαγματική διαφορά] εκείνοι οπού εστάλησαν εις την Μάλταν, και τα είδη θα τ’ αγοράσουν ακριβά.
Υγίαινε και αγάπα τον σεβόμενον και αγαπώντα σε
αδελφόν σου
Ιω. Ορλάνδον
Πηγή: Καραβάκι της Ιστορίας , Αβέρωφ
«Πατρίς.
Η γενική ευταξία τών υποθέσεων τής πατρίδος μας Πελοποννήσου, καί η αίσια έκβασις τού προκειμένου ιερού αγώνος περί της σεβαστής ελευθερίας τού γένους μας, επειδή καί αναγκαίως απήτουν τήν γενικήν συνέλευσιν καί σκέψιν, συναθροίσθημεν επί τούτου οι υπογεγραμμένοι από μέρος τών επαρχιών μας, έχοντες καί τήν γνώμην καί όλων τών λοιπών απόντων μελών κατά τήν σεβαστήν μονήν τών Καλτεζών, κατ’ εύλογον κοινήν ημών γνώμην καί απόφασιν καί όλων τών απόντων, εκλέξαντες τούς φιλογενεστάτους κυρίους τόν τε Άγιον Βρεσθένης Θεοδώρητον, Σωτήριον Χαραλάμπην, Αθανάσιον Κανακάρην, Αναγνώστην Παπαγιαννόπουλον, Θεοχαράκην Ρέντην καί Νικόλαον Πονηρόπουλον, καθ’ υπακοήν καί συγκατένευσιν καί αυτών εις τήν κοινήν ημών ταύτην πρότασιν, τούς διορίζομεν διά νά παρευρίσκωνται μετά τού ενδοξοτάτου κοινού αρχιστρατήγου μας Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, καί πάντες οι άνωθεν επέχοντες τήν γερουσίαν όλου τού δήμου τών επαρχιών τής Πελοποννήσου, προηγουμένου τής ενδοξότητός του, νά συσκέπτωνται, προβλέπωσι καί διοικώσι καί κατά τό μερικόν καί κατά τό γενικόν απάσας τάς υποθέσεις, διαφοράς, καί πάν ό,τι συντείνει εις τήν κοινήν ευταξίαν, αρμονίαν, εξοικονομίαν τέ καί ευκολίαν τού ιερού αγώνος μας καθ’ όποιον τρόπον η Θεία Πρόνοια τούς φωτίσει καί γνωρίσωσιν ωφέλιμον, έχοντες κατά τούτο κάθε πληρεξουσιότητα, χωρίς νά ειμπορή τινας νά αντιτείνη ή νά παρακούση εις τά νεύματα καί διαταγάς των.»
Αφ’ ού δέ υπεγράφη η ανωτέρω συστατική τής Πελοποννησιακής Γερουσίας πράξις, εψάλη πάνδημος δοξολογία επ’ εκκλησίας· καί, απολύσεως γενομένης, ο ενάρετος, ο ταπεινόφρων, ο φιλόπατρις επίσκοπος Έλους Ανθιμος, επήρεν εκ τής ζώνης τού Χαραλάμπη τάς δύο πιστόλας του, έκαμε δι’ αυτών τό σημείον τού Σταυρού επί τής εικόνος τού Χριστού, καί προτείνας αυτάς προς τούς παρεστώτας είπεν ένθους καί μεγαλοφώνως.
«Έλληνες, ο Κύριος ευλόγησε καί αγίασε τά όπλα σας».
Οι φιλοπόλεμοι λόγοι τού αγίου ανδρός ηλέκτρισαν όλον τό ακροατήριον. Μετά ταύτα η συνέλευσις διελύθη, η δέ Γερουσία μετετόπισεν εις Στεμνίτσαν, όπου συνεδρίασε καί εξέδωκε τήν 30ην εις όλας τας επαρχίας τής Πελοποννήσου εγκύκλιον, δι’ ης διέταττε τήν σύστασιν γενικών εφοριών εν τή πρωτευούση πάσης επαρχίας καί υπεφοριών εν τοίς χωρίοις, προσδιώριζε τά διοικητικά καθήκοντα τών δημοτικών τούτων αρχών, καί είλκυε κυρίως τήν προσοχήν των εις τήν προμήθειαν τών αναγκαίων τού στρατεύματος εκάστης επαρχίας. Η τουρκική αρχή πρό τής επαναστάσεως απεδεκάτονεν όλα τά προϊόντα τής γης, οι δέ Τούρκοι, οι μισθούντες τά κτήματά των απελάμβαναν τό πέμπτον τών προϊόντων. Τά κανονικά δέ ταύτα δέκατα καί γαιόμορα καί τά παντός είδους ζώα τών Τούρκων διέταξεν η Γερουσία νά λαμβάνωνται εις χρήσιν τού κοινού καθώς καί οι καρποί όλων τών τουρκικών χωραφίων είτε ως παρασπορίων, είτε παρ’ αυτών τών Τούρκων εσπαρμένων, αφ’ ού εξεπίπτοντο τά έξοδα τής συγκομιδής.
Όλα δε τά τρόφιμα ταύτα εχρησίμευαν πρός διατήρησιν τού στρατεύματος τής επαρχίας, διότι πάσα επαρχία έτρεφε εκ τών ιδίων προσόδων τό στράτευμά της, αλλά δεν τό εμισθοδότει. Μόνοι οι Μανιάται ετρέφοντο υπό τών άλλων επαρχιών καί εμισθοφόρουν. Η Γερουσία απηγόρευσε καί τήν εξαγωγήν όλων τών τροφίμων καί λοιπών προϊόντων τής Ελλάδος, καί διέταξε νά τρέφωνται παρά τού κοινού αι γυναίκες καί τά τέκνα τών αποθνησκόντων εν πολέμω, καί νά καταγράφωνται τά ονόματα αυτών εν τώ κώδηκι τής επαρχίας· παρήγγειλε καί επαγρύπνησιν αστυνομικήν, καί τήν μή επέμβασιν τής Αρχής μίας επαρχίας εις τά τής άλλης, καί έδωκεν εξουσίαν ταίς εφορίαις νά τιμωρώσι τούς πταίστας κατά τά πταίσματά των, απαγορεύσασα μόνον τόν φόνον καί τήν δήμευσιν.»
Ιστορία τής Ελληνικής Επαναστάσεως – Σπυρίδων Τρικούπης
Πηγή: Αγία Σοφία, Αβέρωφ
Εις δόξα του δίκιου και μεγάλου Θεού ΚΥΡΙΕ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΕ.
Εσύ, Κύριε, θα σώσεις αυτό το έθνος. Είμαστε …αμαρτωλοί, είσαι Θεός!
Ελέησέ μας, φώτισέ μας, ένωσέ μας και κίνησέ μας εναντίον του δόλου και της απάτης, της συστηματικής τυραγνίας της πατρίδος και θρησκείας.
Εις δόξαν σου, Κύριε, σηκώνεται απόψε η σημαία της λευτεριάς εναντίον της τυραγνίας! Πατριώτες! Πεθαίνω διά την πατρίδα, Στέκω εις τον όρκον μου τον πρώτον.
Δεν μπορώ, πατρίδα, να σε βλέπω τοιούτως και των σκοτωμένων τα παιδιά και οι γριγές να διακονεύουν και να τις βιάζουν διά κομμάτι ψωμί εις την τιμή τους οι απατεώνες της πατρίδος.
Γιομάτες οι φυλακές από αγωνιστές και στα σοκάκια σου διακονεύουν αυτοίνοι οι αγωνισταί, οπού χύσανε το αίμα τους διά να ξαναειπωθή «πατρίδα Ελλάς». Είτε ελευτερία κατά τους αγώνες μας και θυσίες μας, είτε θάνατος σ’ εμάς.
Πεθαίνω εγώ πρώτος απόψε. Έχετε γειά, πατριώτες, και εις την άλλη ζωή σμίγομε, εκεί οπούναι και οι άλλοι οι συναγωνισταί μας, εις τον κόρφον του αληθινού βασιλέως, του μεγάλου Θεού, του αληθινού. Πατρίδα, σ’ αφήνω ανήλικα παιδιά και γυναίκα αν τ’ αφήσουνε ζωντανά, τ’ αφήνω εις την προστασίαν σου.
Κοίταξε οτ’ είναι παιδιά του τίμιου αγωνιστή Μακρυγιάννη. Ποτέ αυτός δεν σε ψύχρανε εις τα δεινά σου και τώρα πρόθυμος να πεθάνη διά σένα για να σε ιδούνε τα παιδιά σου ελεύτερη Ελλάδα και όχι παλιόψαθα της τυραγνίας και των κολάκωνέ της.
Δια τα παιδιά μου αφήνω κηδεμόνες τον κύριο Μιχαήλ Σκινά, Μελά, Δόσιον, Καλλεφουρνά, γυναικάδελφόν μου Σκουζέ και την γυναίκα μου. Και ν’ ακολουθήσετε κατά την παλιά μου διαθήκη ό,τι διαλαβάνει κι αν αμελήσετε εις την άλλη ζωή θα μου δώσετε λόγον.
Βιαστικός γράφω και με την σημαία μου εις το χέρι, Έχετε γειά όλοι και τυραννίαν να μην αφήσετε να φωλιάση εις την πατρίδα, να μην ντροπιάσετε τόσα αίματα που χύθηκαν.
1843 Σεπτεμβρίου 2 μεσάνυχτα ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ».
Πηγή: Ελληνισμός- Ορθοδοξία, Αβέρωφ
Η 190ή φετινή επέτειος της ηρωικής Εξόδου του Μεσολογγίου συμπίπτει με την τότε κινητή εορτή. Η 10η (23η με το διορθωμένο ημερολόγιο) Απριλίου του 1826 ήταν η νύχτα του Λαζάρου προς την Κυριακή των Βαΐων. Το ίδιο και εφέτος. Πρόκειται για μια από τις πιο συγκλονιστικές ημέρες της Επανάστασης του 1821 για την ανεξαρτησία μας. Η Έξοδος των κάτισχνων από την πείνα και βασανισμένων από την πολύμηνη πολιορκία των Τούρκων αγωνιστών, με όσα γυναικόπαιδα και γέροντες ήσαν μαζί τους, συνοδεύθηκε από την ανυπέρβλητης αξίας θυσία των εντός της πόλεως εναπομεινάντων Ελλήνων. Ο Επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ στον «Ανεμόμυλο» και ο Χρήστος Καψάλης στην «Πυριτιδαποθήκη» προκάλεσαν ανατινάξεις και μαρτύρησαν στον βωμό της Πίστεως και της Ελευθερίας, ψάλλοντας το «Μνήσθητί μου εν τη Βασιλεία Σου».
Η προς την Πατρίδα αγάπη των Μεσολογγιτών και όσων άλλων Ελλήνων και Φιλελλήνων ήσαν μαζί τους, με ό, τι αυτή εκπροσωπούσε, και η ασύγκριτη θυσία τους προκάλεσε σε Ευρώπη και Αμερική συγκλονισμό συνειδήσεων. Το γιγάντιο κύμα φιλελληνισμού έπεισε τότε τις κυβερνήσεις των τριών μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης (Ρωσία, Αγγλία και Γαλλία) να συνεννοηθούν και να αποδεχθούν το αυτονόητο, ότι οι Έλληνες που αγωνίστηκαν με ηρωισμό και αυταπάρνηση για την ελευθερία τους άξιζαν να ζουν σε μιαν ανεξάρτητη Πατρίδα.
Η αγάπη στον Θεό και στην Πατρίδα είναι συνυφασμένη με την ίδια την ύπαρξη του ανθρώπου και με την ψυχική του ισορροπία. Το ίδιο ισχύει και με την αγάπη στην οικογένεια. Αυτή η αγάπη οδήγησε τους προγόνους μας να αγωνιστούν και πολλοί να θυσιαστούν για την ελευθερία τους και την ελευθερία μας. Χωρίς αυτή την αγάπη είναι ανεξήγητη η θυσία των Μεσολογγιτών, του Αθανασίου Διάκου, του Παπαφλέσσα, του Σαμουήλ στο Κούγκι, του Αντωνίου Βρατσάνου στα Ψαρά, του ηγουμένου Γαβριήλ στο Αρκάδι, των Παλληκαρίδη και Αυξεντίου στην Κύπρο. Θα κρίνονταν επίσης ως τρελοί οι Καποδίστριας και Δαβάκης, που άφησαν την άνεσή τους στη Ρωσία – και την περιουσία του ο δεύτερος – για να προσφέρουν τα πάντα, και τη ζωή τους ακόμη, στην Ελλάδα.
Οι Νεοέλληνες αντί να εκτιμήσουμε τους αγώνες και τις θυσίες των προγόνων μας βυθιζόμαστε όλο και περισσότερο στον ωφελιμισμό, στην ηδονή και στον μηδενισμό. Καταντήσαμε να μας κυβερνούν άνθρωποι που αμφισβητούν την ταυτότητά μας ως Ελλήνων, που αλλοιώνουν την ιστορία μας και που στηρίζουν την ιδεολογία τους στον μαρξισμό και στον φροϋδισμό. Ο υπουργός Πολιτισμού κ. Αρ. Μπαλτάς λ.χ. στηρίζει τη σκέψη του στο ότι «εμμένει και παραμένει κομμουνιστής», στα γραπτά των Μαρξ και Φρόϋντ, μέσω του στρουκτουραλισμού των Αλτουσέρ και Πουλαντζά, και σε «συνθήματα του προέδρου Μάο».
Ο Γιώργος Σαραντάρης απορρίπτει απολύτως τον μαρξισμό και τον φροϋδισμό. Στο φιλοσοφικό του δοκίμιο «Συμβολή σε μια φιλοσοφία της ύπαρξης» γράφει: « Ο μαρξισμός και ο φροϋντισμός είναι θεωρίες που θυσιάζουν τον άνθρωπο στο θάνατο, και δεν το γνωρίζουν. Είναι διαστροφές που γεννήθηκαν από έναν αχαλίνωτο ηδονισμό. Στην επιφάνεια χαρίζουν το μίσος, στο βάθος την πεποίθηση του θανάτου. Η ηδονή του θανάτου, του θανάτου όλου του κόσμου, τις διατρέχει». Ο Σαραντάρης ήταν και σ’ αυτό το σημείο της σκέψης του προφητικός. Το 1938 και στην παντοδυναμία του Στάλιν πρόβλεψε ότι δεν είναι δυνατό αυτό το απάνθρωπο και ολοκληρωτικό καθεστώς να επιβιώσει για πολύ στη Ρωσία. Ένα χρόνο ενωρίτερα, το 1937, σκιαγραφεί τη ζωή όσων ακολουθούν το μαρξισμό και τον φροϋδισμό και προβλέπει τα υπαρξιακά τους αδιέξοδα.
Ο δάσκαλος του Γένους Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων σε ομιλία του προς τους κατοίκους των Κυδωνιών της Μικράς Ασίας το 1819 «Περί αγάπης της Πατρίδος» χαρακτήρισε θανάσιμα αμαρτήματα τη δημαγωγία, που την χαρακτηρίζει «προδοσία» προς την κοινωνία, και την αχαριστία προς τους προγόνους και προς την Πατρίδα. Εμείς σήμερα πάσχουμε και από τη δημαγωγία των εξουσιαστών μας και από την αχαριστία τους προς την ένδοξη Πατρίδα μας και προς όσους μας έδωσαν την ελευθερία και σ’ αυτούς την άνεση να τους απαρνιούνται και να περιφρονούν τις αξίες, με τις οποίες δημιουργήθηκε η ελεύθερη Ελλάδα.-
Πηγή: Ακτίνες
Πατριάρχης Άγιος Γρηγόριος ο Ε’ (1746 – 10 Απριλίου 1821)
Σαν αύριο (σήμερα) 10.4.1821. ανήμερα του Πάσχα, οι Σελτζούκοι Τούρκοι σε συνεργασία με τους Εβραίους της Πόλης, της Πόλης των Ονείρων μας, της Βασιλεύουσας Κων/λεως, κρέμασαν τον Άγιο Πατριάρχη ΓΡΗΓΟΡΙΟ τον Ε΄τον ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟ από την Αρκαδία, στην Πύλη του Πατριαρχείου.
Η Πύλη αυτή παραμένει κλειστή από τότε. Οι ένοχοι Τούρκοι φοβούνται να την πειράξουν. Θα ανοίξει μια και καλή στην Μεγάλη Ώρα του Θεού για την Ελληνοορθοδοξία.
Ο Γρηγόριος ο Ε΄είχε προείπει τον θάνατό του την Κυριακή των Βαϊων, λέγοντας: «Σήμερα τρώμε εμείς τα ψάρια, την άλλη Κυριακή -το Πάσχα δηλαδή- θα μας τρώνε εκείνα».
Ο Πατριάρχης μας υπήρξε ένα από τα πρώτα θύματα του Αγώνα του 1821 και θυσίασε τον εαυτό του για να μη σφάξει ο Σουλτάνος τον άμαχο πληθυσμό της Πόλης.
«Ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων» (Ιωάν. ι΄11). Είχε τη δυνατότητα να φύγει επιβιβαζόμενος σε ρώσικο πλοίο, αλλά είπε: «δεν θα γυρίζω εγώ στις αυλές της Ευρώπης σώος καί αβλαβής και πίσω για χάρη μου θα σφάζονται οι ραγιάδες και θα λέει ο κόσμος: να ο φονιάς ο Πατριάρχης».
Ο Γρηγόριος επίσης εικονικά και φαινομενικά καταδίκασε την επανάσταση του Υψηλάντη. Το κατάλαβαν αυτό οι Ιερολοχίτες και έλεγαν ότι «Ο Πατριάρχης μας πιεζόμενος υπό της Πύλης, δηλ. της τουρκικής Κυβέρνησης, έγραψε τα γράμματα αυτά». Μάλιστα το ίδιο βράδυ όλη η Ιερή Σύνοδος του Πατριαρχείου μετά δακρύων «ήρε τον αφορισμόν». Αυτή είναι η πραγματικότητα.
Είναι άγιος και Ιερομάρτυρας ο Γρηγόριος. Αυτός ήταν η ψυχή του αγώνα. Αυτός με τον ανδριάντα του, το τίμιο λείψανό του και τις προσευχές του, μαζί με την Αγία Φιλοθέη, την Αθηναία, κρατάνε ακόμη ασύλητο το ελληνικό φρόνημα στην Αθήνα.
Οι Τούρκοι τότε τον κατάλαβαν, γι αυτό και τον κρέμασαν.
Οι Εβραίοι τον κατάλαβαν, γι αυτό και τον έπνιξαν.
Οι Ρώσοι τον κατάλαβαν, γι αυτό και τον τίμησαν.
Οι ελεύθεροι Έλληνες τον κατάλαβαν, γι αυτό και τον δόξασαν.
Οι ποιητές τον κατάλαβαν, γι αυτό και τον ύμνησαν.
Οι ζωγράφοι τον κατάλαβαν, γι αυτό και τον ζωγράφισαν και αγιογράφησαν.
Οι κλέφτες και οι αρματολοί τον κατάλαβαν, γι αυτό και πολέμησαν στο όνομά του.
Η Εκκλησία τον αναγνώρισε, γι αυτό και τον αγιοκατάταξε.
Ο λαός μας τον κατάλαβε, γι αυτό και τον προσκυνά σαν άγιο Ιερομάρτυρα και εθνομάρτυρα, πρότυπο για κάθε Ορθόδοξο κληρικό.
Δυστυχώς μόνο κάποιοι ευνουχισμένοι ιδεολογικά ιστορικοί της αριστερής διανόησης, δεν τον κατάλαβαν… Μια ζωή αντίθετοι με το Έθνος και την Εκκλησία του. Αξιολύπητα μόνοι και δυστυχείς. Ο Άγιος τους έχει από ψηλά συγχωρέσει. Μένει κι ο Θεός να τους λυπηθεί. Το ευχόμαστε!
Πηγή: Χριστιανική Εστία Λαμίας, Ακτίνες, Αβέρωφ
Η πόλη του Μεσολογγίου είναι κτίσμα της εποχής της τουρκοκρατίας και η εξέλιξή της σε πόλη θα πρέπει να τοποθετηθεί στους τελευταίους αιώνες της τουρκικής κυριαρχίας. Στα τέλη του 16ου αι. αναφέρεται ως έρημη έκταση, που χρησιμοποιείτο ως ιχθυοτροφείο.
Από τον συνοικισμό λοιπόν των ψαράδων, που έμεναν εκεί, σχηματίστηκε στις αρχές ίσως του 17ου αι. ένα μικρό ναυτικό κέντρο το οποίο όμως μέσα σε λίγες δεκαετίες εξελίχθηκε σε σημαντικό εμπορικό λιμάνι. Στον 18ο αι. μάλιστα η εξέλιξη του Μεσολογγίου έγινε εντυπωσιακή: μεσολογγίτικα καράβια διασχίζουν όχι μόνο το Ιόνιο και τις ελληνικές θάλασσες, αλλά και τα νερά της ανατολικής και δυτικής Μεσογείου και του Ατλαντικού, μεταφέροντας εμπορεύματα και αναπτύσσοντας αξιοσημείωτη διαμετακομιστική δραστηριότητα, στο πλαίσιο του οικονομικού ανταγωνισμού μεταξύ Γαλλίας, Αγγλίας και άλλων ευρωπαϊκών ναυτικών κρατών. Το 1726 ιδρύθηκε υποπροξενείο (της Βενετίας) στο Μεσολόγγι με πρώτο πρόξενο τον Νάξιο Σπυρίδωνα Μπαρότση. Στα χρόνια αυτά οι Μεσολογγίτες διαθέτουν πάνω από εβδομήντα πλοία, από τα οποία τα δύο τρίτα είχαν ναυπηγηθεί σε μεσολογγίτικα καρνάγια. Το 1746 έκθεση του Γάλλου προξένου της Άρτας κάνει λόγο για πλήρη κυριαρχία των εμπορικών πλοίων του Μεσολογγίου στις σκάλες του Ιονίου, όπου δεν μπορούν πια να τα συναγωνιστούν ούτε οι Γάλλοι, ούτε οι Νεαπολιτανοί, ούτε οι Σουηδοί.
Το 1761 αναφέρεται πάλι ότι η εμπορική δραστηριότητα των Μεσολογγιτών είχε σχεδόν αφανίσει από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης τη βενετική ναυτιλιακή σημασία.
Τα ναυτιλιακά και εμπορικά ενδιαφέροντα δεν εμπόδισαν τους Μεσολογγίτες να παίρνουν μέρος και σε αντιτουρκικές εξεγέρσεις, στις οποίες διακινδύνευαν τον πλούτο και την ειρηνική ανάπτυξη της πατρίδας τους.
Με την έκρηξη της επαναστάσεως του 1770 σχηματίστηκε στο Μεσολόγγι προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση με αρχηγό τον λόγιο Μεσολογγίτη Παναγιώτη Παλαμά. Οι συνέπειες ήταν φοβερές: στις 10 Απριλίου 1770 ο στόλος του Μεσολογγίου καταστρέφεται, η πόλη πυρπολείται και οι Μεσολογγίτες αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να καταφύγουν στα Επτάνησα. Μετά τη λήξη των εχθροπραξιών, οι κάτοικοι ξαναγυρίζουν στο Μεσολόγγι, το ανοικοδομούν και ξαναφτιάχνουν τον στόλο τους. Νέα δοκιμασία θα περάσει το μεσολογγίτικο εμπορικό ναυτικό στα χρόνια του Αλή πασά. Το 1806 δεν διαθέτει παρά μόνο 12 τρικάταρτα και 13 μικρότερα πλοία, ενώ το 1813 ο αριθμός αυτός μειώνεται ακόμη περισσότερο: μία μόνο «πολάκα» και 18 πλοία των 20 τόνων. Τον 18ο αι. σημειώνεται στο Μεσολόγγι αξιοσημείωτη πνευματική κίνηση, στην οποία πρωτοστατεί ο Παναγιώτης Παλαμάς (1722 - 1802), ο γιός του Γρηγόριος και το πλήθος των διδασκάλων και των μαθητών της περίφημης Παλαμαϊκής Σχολής της πόλεως.
Το 1819 ο Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος πέρασε από την Πάτρα στο Μεσολόγγι και εμύησε στη Φιλική Εταιρεία τους αρματολούς του Ζυγού και αρκετούς διακεκριμένους Μεσολογγίτες.
Στις 5 Μαΐου 1821 ο οπλαρχηγός της περιοχής Δημήτριος Μακρής κατέλαβε τη «σκάλα» του Μαυρομματιού και αιφνιδίασε τουρκικό απόσπασμα που μετέφερε χρήματα φορολογιών από τη Ναύπακτο προς την Κωνσταντινούπολη.
Σε λίγες μέρες έφθασαν στο Μεσολόγγι οι άνδρες του Μακρή και ύστερα από συνεννόηση με τους προκρίτους της πόλεως (Παλαμά, Καψάλη, Τρικούπη, Ραζηκώτσικα, Γουλιμή, Δεληγιώργη, Στάικο κλπ.), κήρυξαν την επανάσταση και στη δυτική Ελλάδα. Οι Τούρκοι κινήθηκαν γρήγορα.
Ύστερα από την καταστροφή του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου στο Πέτα, 10.000 άνδρες με τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιουταχή επικεφαλής απέκλεισαν το Μεσολόγγι από την ξηρά, προσπαθώντας να εξουδετερώσουν έτσι το κυριότερο επαναστατικό κέντρο της δυτικής Ελλάδος, όπου στο μεταξύ είχε συγκροτηθεί και Γερουσία και όπου είχαν συγκεντρωθεί υπολογίσιμες δυνάμεις των επαναστατών (Μεσολογγίτες, Φιλέλληνες, Σουλιώτες) (1822). Η πολιορκία ήταν στενή και από την ξηρά και από τη θάλασσα, ύστερα από τον ναυτικό αποκλεισμό του Γιουσούφ πασά της Πάτρας. Οι πολιορκούμενοι έφθασαν σε κατάσταση απογνώσεως, αλλά κέρδισαν χρόνο με παρελκυστικές διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους, ΄Ώσπου στις 8 Νοεμβρίου εφτά υδραίικα πλοία διέσπασαν τον αποκλεισμό από τη θάλασσα, έφεραν ενισχύσεις και πολεμοφόδια και έδωσαν τη δυνατότητα στους Έλληνες να διακόψουν τις διαπραγματεύσεις και να εξακολουθήσουν τη άμυνα. Η πολιορκία εξακολούθησε, αλλά συνεχείς έξοδοι των πολιορκημένων, οι οποίες προκάλεσαν σοβαρές απώλειες στους Οθωμανούς, οδήγησαν τους ηγέτες των πολιορκητών στην απόφαση να λύσουν την πολιορκία και να αποσυρθούν.
Πριν όμως πραγματοποιήσουν την απόφαση αυτή ενεργούν αιφνιδιαστική επίθεση τα ξημερώματα των Χριστουγέννων του 1822. Η επίθεση ωστόσο δεν πέτυχε, επειδή οι πολιορκούμενοι, που είχαν ειδοποιηθεί από τον Έλληνα ακόλουθο του Βρυώνη Γούναρη, είχαν προετοιμαστεί και απέκρουσαν τους πολιορκητές, γεγονός που υποχρέωσε τους Τούρκους να εγκαταλείψουν εσπευσμένα τις θέσεις και να αποτραβηχτούν στην Πρέβεζα (31 Δεκεμβρίου 1822). Έτσι έληξε η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου.
Στις 2 Ιανουαρίου 1823 φθάνει στο Μεσολόγγι ο λόρδος Βύρων, σκορπώντας ενθουσιασμό στους κατοίκους. Αμέσως ο Άγγλος φιλέλληνας συγκρότησε ένα σώμα από 500 Σουλιώτες.
Στις αρχές Αυγούστου ο Μάρκος Μπότσαρης άφησε το ορμητήριό του στο Μεσολόγγι και χτύπησε τους Τούρκους στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου (5 Αυγούστου), τους νίκησε, αλλά ο ίδιος χτυπήθηκε στο μέτωπο και σκοτώθηκε. Η σωρός του μεταφέρθηκε στο Μεσολόγγι όπου και θάφτηκε με τιμές και με θλίψη για την απώλειά του. Σε σύντομο χρονικό διάστημα η πόλη στερήθηκε ένα ακόμα ηγέτη της: το Πάσχα του 1824 (7 Απριλίου) πέθανε και ο λόρδος Βύρων από πνευμονία.
Οι υπερασπιστές του Μεσολογγίου, αφού πρώτα θρήνησαν την απώλεια του μεγάλου φιλέλληνα, ετοιμάστηκαν να αντιμετωπίσουν και τους Τούρκους, οι οποίοι, μετά την ήττα τους στο Κεφαλόβρυσο, είχαν αρχίσει να ετοιμάζονται για νέα, συστηματικότερη πολιορκία του Μεσολογγίου. Μέσα στην πόλη είχε στο μεταξύ αρχίσει να λειτουργεί από τον Ιανουάριο του 1824 το δημοσιογραφικό όργανο της επαναστατημένης Ελλάδος, τα τετράγλωσσα «Ελληνικά Χρονικά», που αποτελούν μια από τις αφετηρίες της ελλαδικής δημοσιογραφίας, με διευθυντή και συντάκτη τον Ελβετό φιλέλληνα Ιωάννη Ιάκωβο Μάγερ. Στις 15 Απριλίου 1825, έφθασαν και στρατοπέδευσαν μπροστά στο Μεσολόγγι 30.000 περίπου Τούρκοι μαχητές, με αρχηγό τον Κιουταχή Μεχμέτ (Ρεσίτ πασά). Μέσα στην πόλη βρίσκονταν 4.000 περίπου άνδρες (από τους οποίους οι χίλιοι σε προχωρημένη ηλικία) και 12.000 γυναικόπαιδα. Οι λεπτομέρειες της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου είναι γνωστές από τις ειδήσεις της εφημερίδας του Μάγερ, η οποία εκδιδόταν σχεδόν τακτικότατα ως τις 20 Φεβρουαρίου 1826, πενήντα δηλαδή μέρες πριν την Έξοδο. Η διακοπή των Ελληνικών Χρονικών έγινε όταν εχθρική βόμβα γκρέμισε το τυπογραφείο τους, οπότε όλο το προσωπικό πήρε πια θέσεις στους προμαχώνες.
Πριν αρχίσει τον βομβαρδισμό της πόλεως ο Κιουταχής πρότεινε με διαπραγματεύσεις παράδοσή της. Μετά την απόρριψη των τουρκικών προτάσεων, το Μεσολόγγι αποκλείστηκε και από τη θάλασσα από τον στόλο του Χοσρέφ και του Γιουσούφ πασά: ο τελευταίος μάλιστα κατόρθωσε να προσπελάσει και τη λιμνοθάλασσα. Οι πολιορκητές άρχισαν τις εφόδους, αλλά πολιορκούμενοι αμύνονταν με επιτυχία, επιδιορθώνοντας τους προμαχώνες και ενεργώντας αλλεπάλληλες εξόδους. Στις 3 Ιουλίου φθάνουν σαράντα ελληνικά πλοία με τον Μιαούλη και τον Σαχτούρη επικεφαλής. Ο ναυτικός αποκλεισμός του Μεσολογγίου λύνεται για ένα διάστημα, τρόφιμα και πολεμοφόδια φθάνουν στην πόλη και το ηθικό των πολιορκουμένων ανυψώνεται. Ο ελληνικός στόλος καταδιώκει τον τουρκικό ως τη Μάνη και ανακουφίζει το Μεσολόγγι από τον ναυτικό αποκλεισμό. Στο μεταξύ μπαίνουν στην πόλη (7 Αύγούστου) ενισχύσεις Σουλιωτών του Κίτσου Τζαβέλλα και πλαισιώνουν την αποδεκατισμένη φρουρά. Αλλά και οι πολιορκητές έχουν σοβαρές απώλειες. Ο Κιουταχής ωστόσο που σε περίπτωση αποτυχίας του απειλήθηκε από τον σουλτάνο με αποκεφαλισμό, συνεχίζει με πείσμα την πολιορκία. Η κατάσταση αλλάζει, όταν στα τέλη του 1825 καταφθάνει στο εχθρικό στρατόπεδο ο Ιμπραήμ με σοβαρές στρατιωτικές δυνάμεις (πάνω από 15.000 Αιγυπτίους).
Ο Χοσρέφ επαναλαμβάνει τον αποκλεισμό του, αλλά και ο Μιαούλης κατορθώνει άλλες δύο φορές να περάσει στο Μεσολόγγι όπλα και τρόφιμα. Η πίεση γίνεται πιο δυνατή ύστερα από την αποχώρηση του ελληνικού στόλου και τον συστηματικό κανονιοβολισμό του Μεσολογγίου από το πυροβολικό του Ιμπραήμ (2.000 βόμβες το εικοσιτετράωρο). Στις 15 Φεβρουαρίου οι πολιορκητές ενεργούν δυο εφόδους, που καταλήγουν σε αποτυχία. Προκλήθηκαν όμως σοβαρές απώλειες και στις δυο πλευρές.
Οι Τούρκοι κυριεύουν το Βασιλάδι, του οποίου οι κάτοικοι καταφεύγουν στο Μεσολόγγι, δημιουργώντας νέες δυσκολίες στο επισιτιστικό πρόβλημα της πόλεως. Ύστερα από μερικές άτυχες επιχειρήσεις των Οθωμανών εναντίον της Κλείσοβας, ο Ιμπραήμ προσπάθησε να εξαντλήσει τους πολιορκούμενους με αποκοπή όλων των οδών επικοινωνίας και εφοδιασμού. Ο Μιαούλης δεν κατορθώνει, παρά τις προσπάθειές του, να λύσει άλλη φορά τον αποκλεισμό και η φρουρά αναγκάστηκε να τρώει σκυλιά, γάτες και ποντίκια για να αποφύγει τον θάνατο από την πείνα. Οι φοβερές όμως συνθήκες της ζωής των κατοίκων (λιμός, αρρώστιες κλπ.) και νέα αποτυχία του Μιαούλη να πλησιάσει το Μεσολόγγι δημιούργησαν απελπιστική κατάσταση μεταξύ των πολιορκημένων, οι οποίοι δεν έβλεπαν πια άλλη λύση από την έξοδο.
Τη νύχτα λοιπόν της 10ης Απριλίου 1826 οργάνωσαν τις δυνάμεις τους σε τρία σώματα, με αρχηγούς τον Νότη Μπότσαρη, τον Δημήτριο Μακρή και τον Κίτσο Τζαβέλλα. Στο μέσο του τριγώνου, που θα σχημάτιζαν οι δυνάμεις αυτές, τοποθετήθηκαν τα γυναικόπαιδα. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ανέλαβε να επιτεθεί από τις πλαγιές του Ζυγού, ώστε να δημιουργήσει περισπασμό στους πολιορκητές. Αλλά ο Ρουμελιώτης οπλαρχηγός δεν κατόρθωσε να πραγματοποιήσει την υπόσχεσή του. Από τη άλλη μεριά, ο Ιμπραήμ πληροφορήθηκε για τα σχέδια των πολιορκημένων από αυτόμολο Βούλγαρο. Έτσι, όταν άρχισε η Έξοδος και η τεράστια μάζα των Ελλήνων ξεκίνησε στις δυο μετά τα μεσάνυχτα με αρχηγό τον Μεσολογγίτη Αθανάσιο Ραζηκώτσικα, οι άνδρες του Ιμπραήμ και του Κιουταχή ήταν προετοιμασμένοι και οι ντάπιες που είχαν οριστεί για περάσματα των Μεσολογγιτών είχαν κλειστεί. Και ενώ η φρουρά αγωνιζόταν να ανοίξει δρόμο μέσα από το εχθρικό στρατόπεδο, ακούστηκε, μέσα στην αναταραχή που είχε προκαλέσει ο αιφνιδιασμός του Ιμπραήμ, η κραυγή: «Πίσω, πίσω, Μεσολογγίτες, στα κανόνια σας». Ο άνισος αγώνας έγινε συντριπτικός για τους Έλληνες, που μέσα στη σύγχυση και στην αμηχανία έτρεχαν χωρίς τάξη άλλοι προς τα εμπρός και άλλοι προς τα πίσω. Η πρωτοπορία ωστόσο του σώματος της εξόδου προχώρησε, μέσα από τις τουρκικές τάξεις, και κατόρθωσε να περάσει αποδεκατισμένη, στις πλαγιές του Ζυγού και από εκεί στην Άμφισσα. όσοι έμειναν πίσω, αναγκάστηκαν να αγωνιστούν σε φονικές οδομαχίες. Μεταξύ εκείνων που έφυγαν (1.300 μαχητές και εκατό περίπου γυναικόπαιδα) ήταν ο Νότης Μπότσαρης, ο Δημήτριος Μακρής, ο Κίτσος Τζαβέλλας, ο Χρίστος Φωτομάρας. Στο πλήθος που γύρισε πίσω και σφάχτηκε μέσα στην πόλη βρίσκονταν ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ (ο εκκλησιαστικός ηγέτης των πολιορκημένων), ο Ιάκωβος Μάγερ, ο Μιχαήλ Κοκκίνης και όσοι ανατινάχτηκαν μαζί με τον Χρίστο Καψάλη στις ανατινάξεις των πυριτιδαποθηκών.
Υπολογίζουν ότι την ημέρα εκείνη - Κυριακή των Βαΐων - πυρπολήθηκαν 2.000 άνθρωποι, άλλοι 3.000 σκοτώθηκαν από τους Τούρκους και 1.000 περίπου αιχμαλωτίστηκαν
Η Έξοδος προκάλεσε ευνοϊκή επίδραση - παρά τα θύματά της - στην εξέλιξη του ελληνικού απελευθερωτικού πολέμου. Στη Γαλλία, στην Ελβετία, στη Γερμανία, στην Αγγλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες σημειώθηκαν αξιοσημείωτες εκδηλώσεις συμπάθειας και φιλελληνισμού: διαδηλώσεις εναντίον των Ευρωπαίων ηγεμόνων που είχαν εγκαταλείψει τους επαναστάτες, διακηρύξεις και εκκλήσεις για ενεργότερη συμμετοχή στα βάρη του πολέμου, ποιήματα, θεατρικά έργα, άρθρα και λόγοι, έρανοι και διπλωματικές ενέργειες.
Το Μεσολόγγι έμεινε στα χέρια των Τούρκων τρία χρόνια περίπου. Στις 2 Μαΐου η πόλη παραδόθηκε με συνθήκη στους Έλληνες και σύντομα ξανασυνοικίστηκε από τους παλιούς της κατοίκους και κατοίκους των γειτονικών χωριών.
Η έξοδος του Μεσολογγίου
"Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι"
Δ. ΣΟΛΩΜΟΣ
Με την έκρηξη της επανάστασης, μετά την Πελοπόννησο, ολόκληρη η Στερεά Ελλάδα είχε επαναστατήσει και είχαν απελευθερωθεί πολλές περιοχές. Μάλιστα οργανώθηκε και πολιτικά με τη "Γερουσία" στο Μεσολόγγι και τον "Άρειο Πάγο" στα Σάλωνα.Ο Σουλτάνος όμως αποφάσισε να αντιδράσει οργανωμένα με δυο στρατιές. Η δεύτερη με τους Κιουταχή και Ομέρ Βρυώνη κατέληξε στο Μεσολόγγι, στις 25 Οκτωβρίου 1822, το οποίο οι Τούρκοι πολιόρκησαν. Ύστερα από λίγες μέρες, στις 31 Δεκεμβρίου, οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να επιστρέψουν στην Ήπειρο.
Μετά τη συμφωνία του Σουλτάνου και του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, η εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο συνδυάστηκε με επιχειρήσεις από τους Τούρκους στη Στερεά Ελλάδα, με κύριο στόχο το Μεσολόγγι. Της νέας εκστρατείας ηγείται και πάλι ο Κιουταχής που με πανίσχυρη στρατιά 35.000 ανδρών έφτασε στο Μεσολόγγι στα μέσα Απριλίου 1825. Είναι η δεύτερη και καθοριστική πολιορκία της πόλης που κατέληξε στην ηρωική έξοδο.
1η Φάση της πολιορκίας: Από τον Απρίλιο ως το Δεκέμβριο του 1825 κράτησε η πρώτη φάση της πολιορκίας, και στο διάστημα αυτό οι Τούρκοι έφτασαν σε απόσταση μερικών δεκάδων μέτρων από το τείχος. Μια ισχυρή επίθεση του Κιουταχή στις 21 Ιουλίου 1825 απέτυχε και τρεις μέρες αργότερα μια ελληνική νυκτερινή αντεπίθεση προκάλεσε σοβαρότατες απώλειες στο τουρκικό στρατόπεδο. Στο μεταξύ ελληνικά πλοία είχαν διασπάσει το θαλάσσιο αποκλεισμό και είχαν εφοδιάσει τους πολιορκουμένους με τροφές και πολεμοφόδια, ενώ στις αρχές Αυγούστου η άμυνα του Μεσολογγίου ενισχύθηκε με 1500 ακόμα άντρες. Μετά τις άκαρπες επιθέσεις του ο Κιουταχής αποσύρθηκε στις γύρω υπώρειες και κατά διαστήματα βομβάρδιζε την πόλη, χωρίς όμως την ασφυκτική πίεση των πρώτων μηνών.
2η Φάση της πολιορκίας: Το Δεκέμβριο του 1825 άρχιζε η δεύτερη φάση της πολιορκίας όταν ο Ιμπραήμ έφτασε στο Μεσολόγγι με ισχυρή δύναμη (10.000 άνδρες), αποφασισμένος να το καταλάβει. Μετά την απόρριψη από τους πολιορκούμενους της πρότασής του για παράδοση, η πολιορκία έγινε στενότερη και από το Φεβρουάριο οι πολιορκούμενοι πιέζονταν από τις επιθέσεις των Αιγυπτίων και από την πείνα. Τα νησάκια της λιμνοθάλασσας, προπύργια του Μεσολογγίου, έπεσαν στα χέρια του εχθρού, εκτός από την Κλείσοβα, που η νίκη των Ελλήνων υπήρξε θριαμβευτική. Οι πολιορκούμενοι μάταια περίμεναν την ενίσχυσή τους από το Ναύπλιο, και η προσπάθεια του ελληνικού στόλου να λύσει την πολιορκία από τη θάλασσα αποδείχτηκε αδύνατη. Μόνη λύση μέσα σε αυτές τις συνθήκες, που διαρκώς χειροτέρευαν, απέμεινε η έξοδος.
Το Μεσολόγγι το 1825 αποτελούσε σε μικρογραφία μια μικρή Ελλάδα, στην καρδιά της Ελλάδος, γιατί μέσα στην πόλη εκείνη δεν ήταν κλεισμένοι μόνο Μεσολογγίτες και Πελοποννήσιοι, αλλά και αντιπρόσωποι όλων των ελληνικών πληθυσμών από τον Ισθμό και επάνω. Κατά την πρώτη φάση της πολιορκίας οι πολιορκούμενοι με συνεχείς αντεπιθέσεις αλλά και με συνεχή ανεφοδιασμό, έστω και δύσκολα, από τον ελληνικό στόλο υπέμειναν την πολιορκία. Η θέση των Ελλήνων χειροτέρεψε κατά την δεύτερη φάση της πολιορκίας. Είχαν κουραστεί από την εννεάμηνη πολιορκία και ιδίως από την έλλειψη τροφίμων. Η κατάσταση βέβαια ήταν περισσότερο τραγική για τους αρρώστους και τους πληγωμένους. Μολαταύτα η μαχητικότητά τους ήταν άκαμπτη και αμετακίνητη η απόφασή τους να νικήσουν ή να πεθάνουν, ιδιαίτερα των ντόπιων που έφθασαν στον ύψιστο βαθμό του ηρωισμού και της αυτοθυσίας. Μετά την κατάληψη του Βασιλαδίου, του Ντολμά και του Πόρου (μόνο η Κλείσοβα έμενε ακόμα στους Έλληνες) οι πολιορκούμενοι απελπισμένοι και εξαντλημένοι από τη φοβερή πείνα και τις άλλες στερήσεις, μόνο από την άφιξη του στόλου περίμεναν σωτηρία.
Από τα μέσα κιόλας Φεβρουαρίου η κατάσταση στο Μεσολόγγι είχε αρχίσει να γίνεται τραγική. Πολλές οικογένειες είχαν αρχίσει να στερούνται εντελώς τα τρόφιμα και αναγκάζονταν να σφάζουν άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια και κατόπιν σκύλους, γάτες, ποντικούς. Αλλά και αυτά έλειψαν. Από τις 16 Μαρτίου άρχισαν να τρώνε αρμυρίκια, πικρά χόρτα που φύτρωναν κοντά στη θάλασσα. Ο υποσιτισμός και οι αρρώστιες εξασθένιζαν τους ρωμαλέους οργανισμούς των ανδρών της φρουράς και προκαλούσαν πολλούς θανάτους. Από τον Απρίλιο όμως τα ολιγάριθμα ελληνικά πλοία με ναύαρχο το Μιαούλη, απέτυχαν σε επανειλημμένες προσπάθειες να διασπάσουν τον αποκλεισμό του τουρκοαιγυπτιακού στόλου. Στους πολιορκούμενους δεν έμενε άλλη λύση από την έξοδο.
Για τους ασθενείς και πληγωμένους, αποφάσισαν να μεταφερθούν στα πιο οχυρωμένα σπίτια και εκεί να πεθάνουν πολεμώντας. Εκείνοι δέχτηκαν. "Τα παράθυρα να μας αφήσετε ανοιχτά μονάχα, και ώρα σας καλή ! Ο Θεός να μας ανταμώσει στον άλλο κόσμο" είπαν και αποχαιρετίστηκαν πολιορκημένοι, απελπισμένοι πια, πήραν την οριστική απόφαση να επιχειρήσουν έξοδο τη νύχτα της 10ης Απριλίου προς την 11η, Κυριακή των Βαΐων, και ειδοποίησαν σχετικά τους Έλληνες του στρατοπέδου της Δερβέκιστας να προσπαθήσουν να φέρουν αντιπερισπασμό στους Τούρκους. Αποφάσισαν να σκοτώσουν όλους τους αιχμαλώτους, καθώς και τα γυναικόπαιδα για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Ενώ η πρώτη απόφαση πραγματοποιήθηκε, τη δεύτερη απέτρεψε ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ. Οι ασθενείς και τραυματισμένοι μεταφέρθηκαν στα πιο οχυρά σπίτια και εκεί να πεθάνουν πολεμώντας.
Το μεσημέρι της 10ης Απριλίου καταρτίστηκε το σχέδιο και το δειλινό άρχισαν όλοι να μαζεύονται στις προσδιορισμένες θέσεις. Κατά τις 6.30 ακούστηκε επάνω στο Ζυγό η ομοβροντία του ελληνικού επικουρικού σώματος, που είχε φθάσει από τη Δερβέστικα. Όταν νύχτωσε οι περισσότεροι της φρουράς είχαν βγει έξω από την πόλη και περίμεναν το σύνθημα του ξεκινήματος. Το σχέδιό τους όμως προδόθηκε και οι Τουρκοαιγύπτιοι άρχισαν να τους κτυπούν με πυκνά πυρά κανονιών και τουφεκιών. Τελικά οι Έλληνες αποφάσισαν να κινηθούν' όρμησαν οι άνδρες των δύο πρώτων σωμάτων με τα γιαταγάνια και τα σπαθιά τους επάνω στις εχθρικές γραμμές. Καμιά δύναμη δεν ήταν ικανή να αναχαιτήσει το χείμαρρο εκείνο των απελπισμένων. Ο καθένας τους κοίταζε πως να ανατρέψει τα εμπόδια που βρίσκονταν μπροστά του και να περάσει. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε από το τρίτο σώμα των γυναικοπαίδων η φωνή "οπίσω, οπίσω, μωρέ παιδιά!" και αποχωρίστηκαν μερικοί από τα δύο πρώτα σώματα. Η σύγκρουση ήταν φονικότατη. Οι Έλληνες ανατρέπουν όποιον βρουν μπροστά τους και προχωρούν αφήνοντας πίσω πολλούς νεκρούς. Την πορεία τους συνόδευσαν δύο εκρήξεις από την πόλη. Η πρώτη από την έκρηξη των υπονόμων και η άλλη από την ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης με τον ηρωικό Χρήστο Καψάλη. Οι Έλληνες είχαν απώλειες και από τους κρυμμένους στα διάφορα υψώματα και τις χαράδρες Αλβανούς. Μολαταύτα αντιμετώπιζαν με σταθερότητα τον αόρατο εχθρό.
Είχε αρχίζει να γλυκοχαράζει η Κυριακή των Βαΐων, όταν η μάχη έπαψε. Εκεί επάνω μόνο, στην κορυφή του Ζυγού, μπόρεσαν να αναπνεύσουν λίγο ελεύθερα. Από τους 3000 στρατιωτικούς που πήραν μέρος στην έξοδο, μόνο 1300 σώθηκαν. οι υπόλοιποι 1700 σκοτώθηκαν στις συμπλοκές της εξόδου. Από τις γυναίκες, 13 μόνο Σουλιώτισσες σώθηκαν και από τα παιδιά τρία ή τέσσερα. Οι απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων υπολογίστηκαν σε 5000. Τη ντροπή του ελληνικού εμφυλίου πολέμου εξαγνίζει η θυσία μιας πόλης και των αγωνιστών της.
Η θυσία του Μεσολογγίου, που επί 12 ολόκληρους μήνες αντιστάθηκε ηρωικά, προώθησε το ελληνικό ζήτημα, όσο καμιά άλλη ελληνική νίκη: πλημμύρισε τους άλλους Έλληνες και τους Ευρωπαίους με αισθήματα θαυμασμού για τους άνδρες της φρουράς του και τον ηρωικό πληθυσμό του Μεσολογγίου. Πραγματικά σπάνια συναντά κανείς στις σελίδες της ιστορίας παραδείγματα παρόμοιας υπεράνθρωπης ψυχικής αντοχής. Οι φλόγες του Μεσολογγίου θέρμαναν τις καρδιές των πολιτισμένων λαών και τους ξεσήκωσαν σε μια αληθινή σταυροφορία για την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους.
Τα οχυρά του Μεσολογγίου
Γράφει ο ΓIΩPΓOΣ MAKAPONAΣ
KAΘE χρόνο, στην επέτειο της Eξόδου του Mεσολογγίου, οι ρήτορες εξαίρουν στους πανηγυρικούς τους την αντοχή του "φράχτη", δηλαδή των οχυρωματικών έργων, αλλά παραλείπουν συνήθως να μνημονεύσουν το όνομα του κατασκευαστή τους, του μηχανικού-τειχοποιού Mιχαήλ Kοκκίνη.
H παράλειψη αυτή είναι προφανώς απότοκος της αχαρακτήριστης αδιαφορίας της Πολιτείας, η οποία επί 150 χρόνια δεν είχε αξιωθεί να ανεγείρει ένα μνημείο στον πρωτεργάτη της οχύρωσης, που σκοτώθηκε μάλιστα κατά την Έξοδο, πολεμώντας ηρωικά. Xρειάστηκε να πάρει την πρωτοβουλία το Tεχνικό Eπιμελητήριο Eλλάδος, για να στηθεί επιτέλους το 1975, στον Kήπο των Hρώων του Mεσολογγίου, το μνημείο που του άξιζε.
Πριν προχωρήσουμε στην παρουσίαση της προσωπικότητας του Kοκκίνη, ας δούμε πώς έγιναν τα οχυρωματικά έργα που δημιούργησαν τον θρύλο της Iεράς Πόλεως. H εφημερίδα του Mάγερ "Eλληνικά χρονικά", στο φύλλο της 4ης Oκτωβρίου 1824, περιγράφει με ενάργεια την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πραγματοποιήθηκε το θαύμα:
"Eυφραίνεται η ψυχή ενός Έλληνος, όταν πλησιάζη εις τα τείχη του Mεσολογγίου. Πόσαι ιδέαι του διεγείρονται εις τον νουν, όταν βλέπη εξ οργυιάς χανδάκι να κατασταίνη νησί το Mεσολόγγι, εκεί όπου προ δύο χρόνων δεν ήτο παρά εν ασύμμετρον αυλάκι, το οποίον ημπορούσε να πηδήση ένας άνθρωπος! Όταν βλέπη κανονιοστάσια λιθόκτιστα με πέντε και δέκα κανόνια το καθένα εκεί όπου δεν ήταν παρά πεντέξη πλίνθοι κολλημένοι ένας επάνω εις τον άλλον, πεντέξη πέτρες μια επάνω εις την άλλην και μερικές κόφες με χώμα!"
"Ποίος μονάρχης επρόσταξε, ποίος βασιλικός θησαυρός εξώδευσε δια να γίνη αυτό το τόσον αναγκαίον, το τόσον σωτηριώδες εις την Eλλάδα έργον; Όποιος ξένος εμβαίνει εις την πόλιν, ερωτά και τον αποκρίνονται: H κοινή θέλησις, από το ένα μέρος, και τα κοινά εισοδήματα, ενωμένα με τας αυτοπροαιρέτους συνεισφοράς ολίγων φιλογενών, από το άλλο, ωχύρωσαν, καθώς βλέπεις, το Mεσολόγγι".
"Ένας μηχανικός διά τον οποίον δεν εξωδεύονταν περισσότερα αφ' όσα χρειάζεται να ζήση οικονομικά ένας άνθρωπος- και οι πρόκριτοι της πόλεως, κυλισμένοι μέσα εις τες λάσπες, επιστατούσαν εις το έργον και εβαστούσαν τα έξοδα διά τους μαστόρους και διά τας αναγκαίας ύλας της οικοδομής".
"Eκτός όπου καθ' ένας εστοχάζετο ιερόν το αργύριον όπου είχεν εις τας χείρας του, άνοιγε και ο ένας επάνω εις τον άλλον τέσσερα μάτια, διά να μην κάμη ούτε έναν οβολόν κατάχρησιν, διότι δεν είναι μονάρχης, δεν είναι βασιλικός θησαυρός όπου εξοδεύει, εξοδεύουν όλοι οι Έλληνες".
"Άλλες φορές ήσαν εορτές και σχόλες. Tότε ούτε εορτές ούτε σχόλες ήσαν διά τους Mεσολογγίτας. Eις τοιαύτας ημέρας, μάλιστα, έβλεπέ τις τες γυναίκες όλες, χωρίς εξαίρεσιν, στολισμένες να διαβαίνουν, κατά σειράν, από την αγοράν, χωρίς πλέον να συστέλλωνται από τον κόσμον, και να κουβαλούν με τους ώμους και με τας αμασχάλας των πέτρες εις το τείχος (...)".
"Eις την πολιορκίαν του Oμέρ-Πασά ο Mεσολογγίτης απεφάσισε να αποθάνη και ο γείτονάς του ήλθε να τον βοηθήση οπίσω από τους πλίνθους και από μιαν οργυιάν χανδάκι, και εδοξάσθη και ο ένας και ο άλλος, αποκρούσαντες τον κίνδυνον".
Tο σωτήριο χαντάκι
Στο σημείο αυτό θα υπογραμμίσουμε την αναφορά που κάνει ο Mάγερ στην πολιορκία του Oμέρ Πασά, δηλαδή του Oμέρ Bρυώνη. Πρόκειται για την πρώτη πολιορκία του Mεσολογγίου, που άρχισε στις 25 Oκτωβρίου 1822 και έληξε στα τέλη του Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου, με το μακελειό των Tούρκων, κατά το ρεσάλτο που έκαναν πάνω στο τειχί, τα χαράματα των Xριστουγέννων. Σ' όλες τις ντάπιες, σ' όλα τα πόστα οι φύλακες γρηγορούσαν και με το πρώτο σινιάλο μετέτρεψαν το γιουρούσι των πολιορκητών σε νεκροταφείο. Σκοτώθηκαν 500 περίπου Aρβανίτες και οι πασάδες το έβαλαν στα πόδια στις 31 Δεκεμβρίου.
"Tο Mεσολόγγι -σημειώνει επιγραμματικά ο Δημ. Φωτιάδης- μ' ένα χαντάκι θα έσωζε τη Δυτική Eλλάδα κι αργότερα ολόκληρη την πατρίδα". (Δημ. Φωτιάδη: "H Eπανάσταση του '21", τ. 2ος σελ. 240).
Aλλά πώς ήταν στην πραγματικότητα αυτό το χαντάκι; Kατά την πρώτη πολιορκία είχε βάθος ενός μέτρου και κάτι, πλάτος δε δύο μέτρα. Στη δεύτερη πολιορκία, η τάφρος του Kοκκίνη είχε βάθος τρία μέτρα και πλάτος οκτώ έως εννέα μέτρα. Aπό τα δύο άκρα της τάφρου έμπαινε το νερό της λίμνης. H μάντρα -το τειχί- στην πρώτη πολιορκία ήταν στο ύψος του ανθρώπου. Στη δεύτερη, έφτανε τα δύο έως τριάμισι μέτρα.
Στο χαμηλό τειχί της πρώτης πολιορκίας είχαν στήσει 14 παλιά κανόνια. Στη δεύτερη πολιορκία, ο Kοκκίνης είχε εξοπλίσει τις ντάπιες με τέσσερις λουμπάρδες (βομβοβόλα) και 48 σιδερένια κανόνια. Aυτό ήταν συνοπτικά το "χαντάκι".
Θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε εδώ την αιρετική γνώμη του Σπυρίδωνος Tρικούπη για τα οχυρωματικά έργα του Mεσολογγίου και τον κατασκευαστή τους:
"Διηγούμενοι τα της πρώτης πολιορκίας του Mεσολογγίου, επεριγράψαμεν το τείχος του. Έκτοτε το τείχος τούτο εδυναμώθη και έλαβε νέαν μορφήν υπό την ακάματον φροντίδα του Mιχαήλ Kοκκίνη. Eκκαθαρίσθη δε, επλατύνθη και εβαθύνθη και η τάφρος.
"Eπαιρόμενος ο τειχοποιός Kοκκίνης επί τοις έργοις του, ειδοποίει επισήμως τον διευθυντήν της Δυτικής Eλλάδος Mαυροκορδάτον, ότι "το οχύρωμα τούτο ικανόν ήτο ν' ανθέξη εις πάσαν εχθρικήν προσβολήν και ότι επισκεφθέντες αυτό Άγγλοι το εθαύμασαν και εξεπλάγησαν".
"Oυδέν είχε, βεβαίως, το οχύρωμα τούτο ικανόν να κινήση εις θαυμασμόν ή να φέρη εις έκπληξιν τον επισκεπτόμενον αυτό ειδήμονα, διότι ουδ' εύκτιστον καν ήτο το τείχος. Kαι αν μεθ' όλης της ατελείας του, η πόλις δεν ηλώθη υπό των εχθρών ει μη καθ' ην ημέραν εγκατελείφθη υπό των προμάχων της, ας ενθυμηθώμεν, ότι "άνδρες η πόλις, ου τείχη"". (Σπ. Tρικούπη: "Iστορία της Eλληνικής Eπαναστάσεως", τ. 3ος, σελ. 279-280).
Στις ημέρες μας σώζεται μικρό μόνο τμήμα του τείχους. "H κυβέρνησις -γράφει ο N. Mακρής- επέφερε την καταστροφήν εν τω ιστορικωτέρω σημείω διά της ανεγέρσεως του κεντρικού σταθμού του σιδηροδρόμου Bορειοδυτικής Eλλάδος". (Nικολάου Mακρή: "Iστορία του Mεσολογγίου". Έκδοση 1908).
Mαθηματικά και Γεωδαισία
O N. Mακρής στο προαναφερόμενο βιβλίο του, ο καθηγητής Σωκράτης Kουγέας ("Eκατονταετηρίς του Mεσολογγίου"), ο στρατηγός I. Iωαννίδης ("Πολιορκίαι του Mεσολογγίου"), ο Kων. Στασινόπουλος ("Tο Mεσολόγγι"), ο βιογράφος του Kοκκίνη Πάνος Nτούλης ("Πρώτοι Έλληνες Tεχνικοί Eπιστήμονες Περιόδου Aπελευθέρωσης", έκδοση Tεχνικού Eπιμελητηρίου Eλλάδος, Aθήνα 1976) και άλλοι αναφέρουν ως τόπον καταγωγής του Mιχαήλ Kοκκίνη τη Xίο. "Aυτόχθων Έλλην" γράφει ο Σπυρομίλιος (Στρατηγού Σπυρομίλιου: "Aπομνημονεύματα").
Kατά τον Π. Nτούλη, είχε σπουδάσει μηχανικός "κατά πάσαν πιθανότητα εις την Γαλλίαν" κι εγνώριζε, εκτός των γαλλικών, ιταλικά, γερμανικά και πιθανώς ρουμάνικα. Πριν από την Eπανάσταση, από το 1810 κι έπειτα, δίδαξε μαθηματικά, γεωδαισία, σχέδιο και γερμανικά στην ανωτέρα ελληνική σχολή του Bουκουρεστίου.
Στη Pουμανία, ο Kοκκίνης είχε προσφέρει τις υπηρεσίες του και στην αποτυχούσα επανάσταση των Παραδουναβίων Xωρών. Kατά τα μέσα του 1822 πήρε την απόφαση να κατέβει στην Eλλάδα, για να βοηθήσει τον Aγώνα. Tον Φεβρουάριο του 1823 φθάνει στο Mεσολόγγι μέσω Iταλίας. Aμέσως ο Aλέξανδρος Mαυροκορδάτος του αναθέτει την εκπόνηση μελέτης και τη διεύθυνση κατασκευής των οχυρωματικών έργων.
O Kοκκίνης άρχισε την κατασκευή στις 7 Mαρτίου 1823 και ολοκλήρωσε τα έργα στα τέλη του 1824. Ήταν άθλος, κατά γενική ομολογία. Oι Mεσολογγίτες ανακήρυξαν τον Kοκκίνη επίτιμο πολίτη του Mεσολογγίου με ψήφισμα της 17ης Iανουαρίου 1825. Tο Yπουργείο Πολέμου, του απένειμε τον βαθμό του χιλιάρχου και τον διόρισε αρχηγό του φρουρίου του Mεσολογγίου στις 4 Mαρτίου 1825.
Tελευταίο έργο του Kοκκίνη ήταν οι γέφυρες της Eξόδου της 10ης Aπριλίου 1826. Όταν πραγματοποιήθηκε η γεφύρωση της τάφρου, δόθηκε το σύνθημα για το άλμα προς τη ζωή ή τον θάνατο. O ήρωάς μας θα δώσει και τη ζωή του για την πατρίδα.
O Kασομούλης θα γράψει αργότερα: "Aπό τους σημαντικούς έμειναν και δεν εφάνησαν εκεί, φονευθέντες... ο Mιχ. Π. Kοκκίνης, τειχοποιός-αρχιτέκτων". (Nικ. Kασομούλη: "Eνθυμήματα Στρατιωτικά", τ. 2ος, σελ. 282).
Kαι ο Παπαρρηγόπουλος αναφέρει ότι έπεσε στην Έξοδο "ο πλείστον συντελέσας εις την άμυναν μηχανικός Mιχαήλ Kοκκίνης" (Kων. Παπαρρηγόπουλου: "Iστορία του Eλληνικού Έθνους", τ. 5ος, σελ. 892).
Στο έμμετρο ιστορικό έπος "Mεσολογγιάς" διαβάζουμε:
Eυλόγως φαντάζεται κανείς, ότι η Πολιτεία θα φρόντιζε την οικογένειά του, μετά τον θάνατο ενός τέκνου της που πρόσφερε τόσα πολλά στην πατρίδα. Συνέβη το αντίθετο.
Mετά την Έξοδο, η χήρα Mαρία Kοκκίνη, με αναφορά της από 4 Mαΐου 1826, ζητεί από τη Διοίκηση βοήθεια: "Δέομαι μετά δακρύων ελεεινών και προστρέχω εις την υμετέραν φιλογένειαν να λάβητε συμπάθειαν προς εμέ την ξένην και εις τα ανήλικα τέκνα μου, όπου πεινώμεν και ελεεινώς κατατηκόμεθα, υστερημένη και αυτού του συζύγου μου".
Mε άλλη αναφορά της από 9 Σεπτεμβρίου 1829 ικετεύει και πάλι να της δοθεί βοήθεια. Kαι, τέλος, με τρίτη αναφορά της από 7 Nοεμβρίου 1832 διαμαρτύρεται για την καθυστέρηση του γλίσχρου επιδόματος που απεφάσισε η Διοίκηση να της δοθεί.
Mητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα!..
Η ΛΑΪΚΗ ΜΟΥΣΑ
"Ποιος θε ν΄ ακούσει κλάηματα"
Ποιος θε ν΄ ακούσει κλάηματα, γυναίκεια μοιρολόγια;
Ας πάει ν΄ από τη Ρούμελη κι από το Μεσολόγγι,
κι εκεί ν΄ ακούσει κλάηματα, γυναίκεια μοιρολόγια,
πως κλαιν οι μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες.
Δεν κλαίνε για το σκοτωμό, που θε να σκοτωθούνε,
μόν΄ κλαίνε για το σκλαβωμό, που θε να σκλαβωθούνε.
"Το δόλιο Μεσολόγγι"
Τ' έχεις, καημένε κόρακα, και σκούζεις και φωνάζεις.
Μην είν' τ' αυγά σου μελανά και τα πουλιά μαύρα;
Δεν είν' τ' αυγά μου μελανά, ουδέ τα πουλιά μου μαύρα.
Εγώ, πουλί μ' , διψώ για αίματα, εγώ διψώ για λέσια.
Έβγα ψηλά στον Κόζιακα, ψηλά στο Κορφοβούνι
κι αγνάντεψε τη Λιβαδειά, το δόλιο Μεσολόγγι,
να ιδείς κορμιά τ' απίστωμα παλικάρια ξαπλωμένα.
* * *
Η λαϊκή μούσα έκλαψε τον πρωτεργάτη της Άμυνας του Μεσολογγιού Θανάση Ραζηκότσικα με τον περιπαθή στίχο:
Παιδιά μ΄, μας λείπει ο Κότσικας, μας λείπει ο αρχηγός μας
Η Σφαγή της Χίου (Scène des massacres de Scio), 1824. ΕυγένιοςΝτελακρουά (Eugène Ferdinand Victor Delacroix) (1798 – 1863). Παρίσι,Μουσείο Λούβρου.
Η ανανεωμένη διεθνής προσοχή για την Ελληνική επανάσταση, για την οποία κατέφθαναν πληροφορίες όλο και πιο ανησυχητικές, θα πρέπει με κάποιον τρόπο να είχε εντυπωσιάσει ιδιαίτερα τον Ντελακρουά, ώστε την άνοιξη του 1823 σημείωσε: «Αποφάσισα να ζωγραφίσω για το Σαλόνι κάποιες σκηνές από τη σφαγή της Χίου». Ήταν ένα από τα πιο ωμά γεγονότα του πολέμου, που συνέβη το προηγούμενο έτος, τον Απρίλιο του 1822, όταν οι Τούρκοι έσφαξαν περίπου είκοσι χιλιάδες Έλληνες στο νησί της Χίου, αναγκάζοντας τους επιζώντες να τραπούν σε φυγή.
Ο ζωγράφος είχε ήδη σκεφτεί την ελληνική επανάσταση, αλλά τώρα η κλιμάκωση της κρίσης και η δημοσίευση όλο και πιο λεπτομερών σχολίων και ειδήσεων (ακόμη και από συντάκτες του επιπέδου του Φρανσουά Ρενέ ντε Σατομπριάνκαι του Λόρδου Τζορτζ Γκόρντον Μπάιρον) πρόσφεραν στον Ντελακρουά αυτήν τη δυνατή εικόνα που αναζητούσε. Γι’ αυτό, στις 12 Ιανουαρίου του 1824, μέσω του κουνιάδου του Ρεϊμόν ντε Βερνινάκ, ο ζωγράφος γνώρισε το συνταγματάρχη Ολιβιέ Βουτιέ, έναν εθελοντή υποστηρικτή του Ελληνικού ζητήματος, ο οποίος τέσσερα χρόνια νωρίτερα είχε την τύχη να ανακαλύψει στο νησί της Μήλου το περίφημο άγαλμα της Αφροδίτης, που στη συνέχεια αγοράστηκε από τους Γάλλους.
Ο Βουτιέ, συγγραφέας του έργου Memoires sur lα guerre actuclle des grecs,διηγήθηκε στον Ντελακρουά ιστορίες και λεπτομέρειες από τον πόλεμο. Την ίδια ημέρα ο Ντελακρουά ξεκίνησε να δουλεύει τον πίνακά του, αρχίζοντας με μια σειρά από μελέτες εκ του φυσικού. Οι συνεχείς επισκέψεις στο Μουσείο του Λούβρου, προκειμένου να αναλύσει τον Ρούμπενς, τον Βελάσκεθ, τον Μιχαήλ Άγγελο, τον Αντρέα ντελ Σάρτο, ενίσχυαν όλο και περισσότερο τη φαντασία του καλλιτέχνη, που μετέφραζε τις εντυπώσεις που λάμβανε με ένα προσωπικό λεξικό.
Ακόμη και η ζωγραφική του Ζερικό, που πέθανε μέσα στον ίδιο εκείνο μήνα, συνέχιζε να ασκεί γοητεία, ενώ «η εξαιρετική Σχεδία του» αποτελούσε την πιο άμεση αναφορά στην επιλογή ενός σύγχρονου θέματος, όπως η σφαγή της Χίου, που δουλεύτηκε σύμφωνα με τις προδιαγραφές ενός ιστορικού πίνακα, μεγάλου μεγέθους. Οι κριτικοί εντόπισαν επίσης μια αναφορά στην Επίσκεψη του Ναπολέοντος στο Σανατόριο του Τζάφα του Γκρο, ως προς την ανακατασκευή των κοστουμιών και την πλαστική απόδοση των γυμνών σωμάτων.
Μέσα στους επόμενους έξι μήνες, συνεπαρμένος από «μια δημιουργική μέθη», ο Ντελακρουά προχώρησε τη μελέτη του, φροντίζοντας με μεγάλη προσοχή την απεικόνιση της κάθε μορφής, πολλές φορές ξανασχεδιάζοντάς την από την αρχή.
Μία από τις πιο συγκινητικές σκηνές, είναι εκείνη της μητέρας με το μωρό που προσπαθεί να αρπάξει το στήθος της, σκηνή παρμένη από μια μαρτυρία του βιβλίου του Βουτιέ. Για τους άλλους εξωτικούς χαρακτήρες, ο Φράνσις Χάσκελ – που ερμήνευσε τη γένεση του πίνακα – τόνισε την προσφυγή του Ντελακρουά στις ολοένα και πιο πολυάριθμες εικονογραφήσεις των ταξιδιωτικών βιβλίων που κυκλοφορούσαν, με σκοπό να αποφύγει μια σχολαστική και αυτάρεσκη καταγραφή της φρίκης.
Όπως προκύπτει από την αναθεώρηση της 7ης Μαΐου: «Ο πίνακάς μου περιλαμβάνει μια συστροφή, μια ενεργητική κίνηση, που θα πρέπει οπωσδήποτε να ενσωματωθεί». Ο Ντελακρουά ανησυχούσε για το συνολικό αποτέλεσμα του έργου για το αν θα κατάφερνε να απεικονίσει την επική διάσταση των σύγχρονων γεγονότων. Και ο στόχος του επιτεύχθηκε, καθώς με το άνοιγμα του Σαλονιού, τον Αύγουστο του 1824 το κοινό – το οποίο ήταν συγκινημένο από το θάνατο του Λόρδου Μπάιρον, που συνέβη λίγους μήνες πριν στην Ελλάδα – έμεινε βαθύτατα εντυπωσιασμένο από τον πίνακα, ο οποίος κέρδισε ένα μετάλλιο και αγοράστηκε για το Λουξεμβούργο στη σημαντική τιμή των 6.000 φράγκων.
Πηγή: (Carolina Brook, «Delacroix», Βιβλιοθήκη Τέχνης – Οι Μεγαλοφυΐες, τόμος 20, National Geographic, 2013.), Αντέχουμε...
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...