
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
“Όταν μου πειράζουν την πατρίδα μου και θρησκεία μου, θα μιλήσω, θα ‘νεργήσω κι’ ό,τι θέλουν ας μου κάμουν”.
“Έβλεπε κάθε τίμιος άνθρωπος την άχλια κατάστασιν της πατρίδος του, έβλεπα κι’ εγώ ο μικρότερος όλα μας τα πράματα παραλυμένα από την Κυβέρνησιν κι’ απ’ ούλες της αρχές, όξω εις το Κράτος κλεψές κι’ άλλες ακαταστασίες.
“Αν μας έλεγε κανένας αυτείνη την λευτεριά όπου θα γευόμαστε, θα περικαλούσαμε τον Θεόν να μας αφήση …………εις τους Τούρκους άλλα τόσα χρόνια, όσο να γνωρίσουν οι άνθρωποι τι θα ειπή πατρίδα, τι θα ειπή θρησκεία, τι θα ειπή φιλοτιμία, αρετή και τιμιότη.
Αυτά λείπουν απ’ όλους εμάς, στρατιωτικούς και πολιτικούς. Τις πρόσοδες της πατρίδας της κλέβομεν, από υποστατικά δεν της αφήσαμε τίποτας, σε ‘πηρεσίαν να μπούμεν, ένα βάνομεν εις το ταμείον, δέκα κλέβομεν.
Αγοράζομεν πρόσοδες, της τρώμεν όλες. Χρωστούν εις το ταμείον δεκαοχτώ ‘κατομμύρια ο ένας κι’ ο άλλος… Τέτοιοι μπαίνουν εις τα πράματα και τέτοιους συντρόφους βάνουν. “Δύσκολο είναι ο τίμιος άνθρωπος να κάνη τα χρέη του πατριωτικώς.
“΄Οσοι έχουν την τύχη μας σήμερον εις τα χέρια τους, όσοι μας κυβερνούν, μεγάλοι και μικροί, και υπουργοί και βουλευταί, το ’χουν σε τιμή, το ’χουν σε ικανότη το να τους ειπής ότι έκλεψαν, ότι πρόδωσαν, ότι ήφεραν τόσα κακά εις την πατρίδα. Είναι άξιοι άνθρωποι και τιμώνται και βραβεύονται.
“΄Οσοι είναι τίμιοι κατατρέχονται ως ανάξιοι της κοινωνίας και της πολιτείας.“Αυτά δεν τα λέγω εγώ μοναχός, τα λέγει όλο το κοινό και οι ‘φημερίδες. “…ένα πράμα μόνον με παρακίνησε κ’ εμένα να γράψω, ότι τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί και αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι, όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσωμεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί, να την φυλάμεν κι’ όλοι μαζί και να μην λέγει ούτε ο δυνατός «εγώ», ούτε ο αδύνατος.
Ξέρετε πότε να λέγη ο καθείς «εγώ»;
Όταν αγωνιστή μόνος του και φκειάση, ή χαλάση, να λέγη εγώ, όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκειάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε εις το «εμείς» κι’ όχι εις το «εγώ». Και εις το εξής να μάθωμεν γνώση, αν θέλωμεν να φτειάσωμεν χωριόν, να ζήσωμεν όλοι μαζί.
΄Εγραψα γυμνή την αλήθεια, να ειδούνε όλοι οι ΄Ελληνες ν’ αγωνίζονται διά την πατρίδα τους, διά την θρησκεία τους, να ιδούνε και τα παιδιά μου και να λένε: «΄Εχομεν αγώνες πατρικούς, έχομεν θυσίες», αν είναι αγώνες και θυσίες. Και να μπαίνουν σε φιλοτιμίαν και να εργάζωνται εις το καλό της πατρίδας τους, της θρησκείας τους και της κοινωνίας.
΄Ότι θα είναι καλά δικά τους. Όχι όμως να φαντάζωνται για τα κατορθώματα τα πατρικά, όχι να πορνεύουν την αρετή και να καταπατούν τον νόμον και να ’χουν την επιρροή για ικανότη.
“Επειδή τις ολοένα λέγω κατάχρησες, μη στοχάζεστε ότι έχω πάθος εις τους ανθρώπους. Ψάξετε τις ‘φημερίδες, τηράτε και τα πραχτικά των Βουλών, μ’ όλον οπού ’ναι τέτοιες Βουλές όπου ‘περασπίζονται την κλεψιά και ‘διοτέλεια και πολεμούνε την δικαιοσύνη, και μ’ όλον αυτό θα ιδήτε αν αληθινά είναι αυτά όπου σημειώνω.
Είπα σε πολλά μέρη, λέγω και τώρα, εγώ τα ’γραψα αυτά όλα κι’ όποιος απ’ όσους μιλώ προσωπικώς στοχάζεται ότι τον αδικώ και είναι κακία μου κι’ όχι αλήθεια, έχει το ελεύτερον να γράψη κι’ αναντίον μου ό,τι λάθη έκαμα εις τον αγώνα της πατρίδος, όχι όμως παθητικώς, αλλά συντροφεμένος με την αλήθεια, με την παρατήρησιν.
» Όμως δεν έχει κανένας το δικαίωμα να γράψη ούτε υπέρ μου, ούτε κατά αν δεν διαβάση πρώτα όλο τούτο αρχή και τέλος κι’ όλα μου τα’ αποδειχτικά και τα χαρτιά μου – και τότε ας γράψη ό,τι ο Θεός τον φωτίση. Κι’ όταν τα διαβάση, τότε ας κάμη την παρατήρησή του, όχι πρωτύτερα. Κ’ εγώ έκαμα λάθη και κάνω, άνθρωπος είμαι. Και πρέπει να γράφωνται και τα καλά μας και τα κακά μας. ”
Απομνημονεύματα Στρατηγού Μακρυγιάννη-Β’ Τόμος, σελ. 211-229-236-251-2-3
Ο «Αχελώος Tv» και το σωματείο «Ενωμένη Ρωμηοσύνη» παρουσιάζει «τη ζωή, τους αγώνες και το εγκώμιο του πρώτου εθνικού κυβερνήτη της Ελλάδας».
Μετά από επίπονη έρευνα και τηλεοπτικά «γυρίσματα» τριών ετών το σωματείο «Ενωμένη Ρωμηοσύνη» (ΕΡΩ) και ο «Αχελώος Tv» παρουσιάζουν το ντοκιμαντέρ για την ζωή του Ιωάννη Καποδίστρια. Τον εξ απορρήτων σύμβουλο και υπουργό του αυτοκράτορα της Ρωσίας Αλεξάνδρου Α’ και μετέπειτα πρώτο Κυβερνήτη της Ανεξάρτητης Ελλάδας που έχει χαρακτηριστεί από Έλληνες και ξένους κορυφαίους ιστορικούς και πολιτικούς ως: πρωτοστάτης της ελληνικής παλιγγενεσίας, ασκητής της πολιτικής, αγωνιστής της Ορθοδοξίας, μάρτυρας της Ρωμιοσύνης, κορυφαίος των Ελλήνων, μεγάλος αρχιτέκτονας της πανευρωπαϊκής ειρήνης και μεταρρυθμιστής της Γαλλίας και Ελβετίας. Ομάδα επιστημόνων σε συνεργασία με ειδικό τηλεοπτικό-κινηματογραφικό συνεργείο ακολούθησε πιστά σε Ελλάδα, Ελβετία, Ιταλία, Ρωσία και Αυστρία τα βήματα του Ιωάννη Καποδίστρια και τον διπλωματικό του αγώνα για την θεμελίωση του Ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους.
Η σπονδυλωτή οπτικοακουστική παραγωγή χωρίζεται σε επτά ξεχωριστές θεματικές ενότητες – επεισόδια και αποτελεί την ιστορική καταγραφή της ζωής, του έργου και της δράσης του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας. Το πρωτογενές υλικό του ντοκιμαντέρ αποτελείται από κινηματογραφικά πλάνα, αρχειακό οπτικοακουστικό υλικό και συνεντεύξεις επιστημόνων οι οποίοι μελετούν το έργο του Ιωάννη Καποδίστρια. Η μουσική επένδυση αποτελείται από κομμάτια του μεγάλου Έλληνα μουσικοσυνθέτη Σταμάτη Σπανουδάκη ενώ το έργο αφηγείται ο ηθοποιός Κώστας Καστανάς.
Το έργο αποτελεί μια σειρά ντοκιμαντέρ που ακολουθεί και επιχειρεί να αναδείξει την ζωή και την προσφορά όλων των ιστορικών προσωπικοτήτων που άφησαν ανεξίτηλο το στίγμα τους στο Έθνος.
Εμπνευστής και πρωτεργάτης της ιστορικής και πολιτιστικής παραγωγής στη μνήμη του οποίου αφιερώνεται και η πρώτη επίσημη παρουσίαση της είναι ο αείμνηστος Πρόεδρος της τηλεόρασης του Αχελώου Γεώργιος Μπόκας. Υπό την δική του καθοδήγηση το σύνολο του έργου επιχειρεί να αναδείξει τις ανθρωπιστικές αξίες, το πατριωτικό πνεύμα και την ανιδιοτελή προσφορά όλων των μεγάλων Ελλήνων που θεμελίωσαν το Ανεξάρτητο Ελληνικό κράτος στην βάση των αρχέγονων, ανθρωπιστικών, πατριωτικών και θρησκευτικών αξιών. Πρόκειται για τις ίδιες αξίες πάνω στις οποίες μπορούμε να χτίσουμε και σήμερα ένα πιο βέβαιο μέλλον.
Πηγή: Ενωμένη Ρωμηοσύνη
«Για χάν’ μ’ είχαν χτίσει
μα ο γιος τ’ Αντρούτσου
μ’ έκανε της δόξας ρημοκκλήσι«
ΜΕΤΑ την άτυχη έκβαση της μάχης στην Αλαμάνα, στις 23 Απριλίου 1821, οι Έλληνες υποχώρησαν μπροστά στον τεράστιο όγκο των Τουρκαλβανών και «φοβισμένοι σκόρπισαν στους λόγκους» όπως λέει ο ποιητής.
Οι επαναστάτες με την απώλεια και τη μαρτυρική θυσία του αρχηγού τους, Θανάση Διάκου, βρίσκονταν σε δύσκολη θέση.
Ο Δυοβουνιώτης και ο Πανουργιάς με τους άντρες τους συγκεντρώθηκαν στο στενό της Γραβιάς, που σχηματίζεται από τον Παρνασσό και την Γκιώνα, σαν έμαθαν ότι οι Τούρκοι θα περνούσαν από κει για τα Σάλωνα-Άμφισσα – κι από τη Σκάλα -σημερινή Ιτέα- θα διαπεραιώνονταν με καράβια στον Μοριά. Από κατασκόπους έμαθαν πως ο Ομέρ Βρυώνης θα καθάριζε το πέρασμα για τα Σάλωνα, ενώ ο Κιοσέ Μεχμέτ (Σπανο-Μεμέτης), θα έμενε στη Λοκρίδα για λίγο για να φυλάξει τις πλάτες του Βρυώνη. Έτσι αποφάσισαν να χτυπήσουν την κολόνα του Ομέρ Βρυώνη που θα πήγαινε στα Σάλωνα.
Διάλεξαν το στενό της Γραβιάς γιατί από εκεί περνά ο μοναδικός δρόμος για τα Σάλωνα. Η Γραβιά τότε δεν ήταν χτισμένη. Υπήρχε μονάχα ένα χάνι για να διανυκτερεύουν οι στρατοκόποι και οι αγωγιάτες που πήγαιναν για τα Σάλωνα, ή από τα Σάλωνα για Υπάτη – Πατρατζίκι τότε.
Το χάνι ήταν χτισμένο με πλίθες και είχε γύρω μια μεγάλη μάντρα. Το μεγαλύτερο μέρος ήταν ισόγειο και μόνο από τη μια μεριά είχε δεύτερο όροφο. Είχε δυο αυλόπορτες? η μια έβλεπε κατά τη ρεματιά και η άλλη κατά τη δημοσιά. Υπήρχαν ακόμα δυο ξωκλήσια, του Άι Θανάση κοντά στο Χάνι και πιο πέρα του Άι Δημήτρη και μερικές καλύβες που είχαν οι κάτοικοι της Βάριανης (κοντινό χωριό), για να μένουν τον καιρό που καλλιεργούσαν τα χτήματά τους.
Εκεί τους αντάμωσε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος στις 3 Μαΐου ερχόμενος από τον Βάλτο που είχε πάει να ξεσηκώσει τον Βαρνακιώτη, τον Τσόγκα και τον Ίσκο. Σαν ξεπάστρεψε στη γέφυρα της Τατάρνας τον Χασάν μπέη με εξήντα Αρβανίτες, έφτασε στη Γραβιά.
Ο ερχομός του Ανδρούτσου εμψύχωσε τους συναγμένους στη Γραβιά. Έδωσε όμως και κουράγιο στη γύρω περιοχή. «Σαν από Θεία Πρόνοια» ήταν ο ερχομός του γράφουν οι Σαλωνίτες στους Υδραίους και τους Σπετσιώτες.
Ο Ανδρούτσος, μόλις έφτασε στη Γραβιά, δεν κάθησε ήσυχος αλλά δραστηριοποιήθηκε από την πρώτη μέρα. Έγραψε στο παλιό του παλικάρι και πρωτοπαλίκαρο του Θανάση Διάκου, τον Βασίλη Μπούσγο, που ήταν τώρα αρχηγός του σώματος της Λιβαδειάς. Του έλεγε τα εξής: «Eυθύς ως λάβης το παρόν να μάσης τους συντρόφους όσους κι αν είναι, ένας να μη λειψει και αύριον αυγή κίνα κι έλα εδώ ν’ ανταμωθούμε». Συγχρόνως ειδοποίησε παντού γύρω για μπαρουτόβολα. Έγραψε επίσης στους Αρβανίτες που βρίσκονταν στο Ζητούνι -Λαμία- και τους έλεγε ότι έπρεπε να φύγουν για να μη χαλαστούν. Τους έδινε, μάλιστα, προθεσμία τρεις μέρες.
Δεν κατάφερε όμως τίποτε, γιατί ο τουρκικός στρατός ξεκίνησε. Την είδηση την έφερε ο Ηλίας Μανανάς από τη Βάριανη.
Τώρα το μυαλό του δούλευε ασταμάτητα πού και πώς θα μπορούσε να χτυπήσει τη μεγάλη δύναμη του εχθρού.
Ο Δυοβουνιώτης και ο Πανουργιάς πίστευαν πως το καλύτερο μέρος να ταμπουρωθούν ήταν το γεφύρι της Χαϊνίτσας -ποτάμι της Γραβιάς- απ’ το οποίο θα περνούσε ο τουρκικός στρατός. Του Ανδρούτσου όμως δεν του άρεσε, γιατί ούτε ταμπούρια είχε δυνατά, ούτε θα μπορούσαν να κρατήσουν τις θέσεις όταν τους έκανε επίθεση το ιππικό.
Στις 7 Μαΐου 1821, ο στρατός του Ομέρ Βρυώνη βρισκόταν στις Θερμοπύλες βαδίζοντας για τη Γραβιά. Αποτελούνταν από εφτά με οχτώ χιλιάδες πεζούς και χίλιους καβαλάρηδες. Οι μισοί καβαλάρηδες ήταν Γκέκηδες με αρχηγό τον Τελεχά Φέζον και οι άλλοι μισοί Τσάμηδες με αρχηγό τον Μουσταφά μπέη Καφεζέζη. Η είδηση έφτασε στους επαναστάτες τα ξημερώματα της Κυριακής.
Οι καπεταναίοι, σαν το ‘μαθαν, μαζεύτηκαν σε συμβούλιο για να καθορίσουν πού θα χτυπήσουν τους Τούρκους.
Συνάχτηκαν κάτω από μια μεγάλη βελανιδιά που βρισκόταν έξω απ’ το χάνι. Η πρόταση για το γεφύρι της Χαϊνίτσας απορρίφθηκε από τους υπόλοιπους καπεταναίους. Συζητούσαν τότε να πιάσουν τις γύρω πλαγιές βάζοντας στη μέση τον εχθρό που θα περνούσε από κει.
Ο Ανδρούτσος, καθισμένος κι αυτός με τους άλλους κάτω απ’ τη βελανιδιά, παρακολουθούσε αμίλητος, τάχα αδιάφορος, καπνίζοντας το τσιμπούκι του. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο μπροστά. Μέσα στο μυαλό του δούλευε το παράτολμο σχέδιο που είχε συλλάβει. Το πλιθόχτιστο αυτό χάνι που έβλεπε μπροστά του, λογάριαζε να το κάνει φοβερό κάστρο που οι Τούρκοι θα ‘σπαζαν τα μούτρα τους. Ενώ οι άλλοι συζητούσαν πού θα πιάσει ο καθένας, τους έκοψε απότομα και κοιτάζοντας προς τους Δυοβουνιώτη και Πανουργιά, τους λέει απότομα: Εδώ θα πολεμήσουμε μα πρέπει ένας από μας να κλειστεί μέσα σε τούτη τη μάντρα. Και τους δείχνει το χάνι.
Τα λόγια του ακολούθησε γενική βουβαμάρα. Όλα τα παλικάρια ρίχνουν απάνω του το βλέμμα τους εξεταστικά. Τι είναι αυτά που τους λέει! Να κλειστούν μέσα σε μια πλιθόχτιστη μάντρα; Μα, με τα χέρια να έπεφταν απάνω της εννιά χιλιάδες Τούρκοι θα την έκαναν σκόνη. Ίσως σε πολλούς να πέρασε προς στιγμήν η ιδέα ότι ο Οδυσσέας τρελάθηκε ή ήθελε ν’ αυτοκτονήσει.
Οι γεροαρματολοί δεν αντέκρουσαν την πρόταση, αλλά, για να μη θεωρηθούν κιοτήδες, δικαιολογήθηκαν τάχα ότι τους έλειπαν τα χρειαζούμενα πολεμοφόδια.
Μετά τη σιωπηλή αυτή άρνηση, ο Ανδρούτσος πετάγεται όρθιος και φωνάζει οργισμένος:
– Ορέ, δε βρίσκονται μέσα εδώ εκατό παλικάρια ν’ ακριβοπληρώσουμε το αίμα μας;
Δεν απόσωσε τον λόγο του και μέσα απ’ τους συναγμένους ακούστηκε μια βροντερή φωνή.
– Εγώ, καπετάνιε.
Ένα σεμνό παλικάρι βρέθηκε πλάι του. Ήταν ο Θανάσης Σεφέρης. Με μιας ύστερα από τη φωνή του Σεφέρη ακούστηκαν σαν ηχώ και οι φωνές άλλων παλικαριών.
– «Και εγώ, κι εγώ, κι εγώ…».
Ο Οδυσσέας, δίνοντας το αριστερό του χέρι στον Σεφέρη και γυρίζοντας στους συναγμένους, τους φωνάζει:
– Ε, παιδιά, όποιος θέλει να ‘ρθει μαζί μου να πιαστεί στο χορό.
Βγάζει τότε απ’ το σελάχι του το μαντίλι, το ανεμίζει με το δεξί του χέρι και σέρνει το χορό τραγουδώντας:
«Κάτου στου βάλτου τα χωριά στα πέντε βιλαέτια…»
Ένας ένας τα παλικάρια με τη θέλησή τους άρχισαν να πιάνονται στο χορό. Ο Γοβγίνας, ο Γκούρας, ο Μαμούρης και πολλοί άλλοι. Οι πέντε έγιναν δέκα, είκοσι, σαράντα, και σε λίγο ξεπέρασαν τους εκατό.
Ο ενθουσιασμός ήταν απερίγραπτος. Οι φωνές και τα σφυρίγματα αντιβούιζαν στο φαράγγι της Γραβιάς. Ο Ανδρούτσος κατάφερε ν’ ανάψει φωτιά στα στήθια των πριν από λίγο κιοτεμένων παλικαριών. Χορεύοντας μπροστά, φέρνει μια δυο γύρες τη βελανιδιά και σαν υπολογίζει πως είναι αρκετοί αυτοί που τον ακολουθούν, συνεχίζει χορεύοντας κατά τον μαντρότοιχο του χανιού. Στέκεται πλάι στην αυλόπορτα μέσα στη μάντρα, και μετράει όσους μπαίνουν.
Σε κάποια στιγμή φωνάζει:
– Σταματήστε δε χρειάζονται περισσότεροι. Μέτρησε εκατόν δέκα τέσσερις και τρεις ο χανιτζής με τα δυο παιδιά του εκατόν δέκα εφτά κι αυτός εκατόν δέκα οχτώ. Ο χώρος είναι περιορισμένος. Εκατόν δέκα οχτώ καριοφίλια τού είναι αρκετά. Πολλοί που έμειναν απ’ έξω φωνάζουν και διαμαρτύρονται. Την ώρα αυτή με τις φωνές ένας λαγός πετάχτηκε από ένα θάμνο. Ο Ανδρούτσος τους φωνάζει να μην τον πυροβολήσει κανείς. Τρέχει και πιάνει τον λαγό ζωντανό, θα είναι το τυχερό των κλεισμένων. Από παλιά υπήρχε η πρόληψη ότι ο λαγός είναι κακό σημάδι. Ίσως γιατί είναι φοβιτσιάρικο ζώο.
Σαν μπήκαν μέσα στο χάνι, η ώρα ήταν εννιά. Λογάριαζαν πως ο Ομέρ Βρυώνης θα ‘φτανε πριν από το μεσημέρι. Ο χρόνος δεν τους έπαιρνε και χωρίς αργοπορία άρχισαν να ετοιμάζονται για την άμυνα. Πρώτη τους δουλειά ήταν να γυρίσουν το νερό απ’ τη ρεματιά μέσα στον περίβολο του χανιού για να έχουν να πίνουν. Μετά ο Μαστρογιάννης, που ήταν χτίστης, άρχισε ν’ ανοίγει «μασγάλια» -τουφεκίστρες- στον μαντρότοιχο και στο χάνι. Και για να μη φαίνονται από μακριά, τις κάλυψαν με αγριόχορτα. Ασφάλισαν επίσης τις πόρτες με μεγάλες πέτρες.
Σε λίγο φάνηκαν στον κάμπο οι Τούρκοι. Δε θ’ αργούσαν να φτάσουν στη Γραβιά. Κι ενώ οι κλεισμένοι στο χάνι ετοιμάζονταν για την άμυνα, οι άλλοι που ήταν απ’ έξω πήγαν να πάρουν τις θέσεις τους. Ο Δυοβουνιώτης με τον Πανουργιά πιάσανε τα ριζά του Χλωμού -παρακλάδι της Γκιώνας- την αριστερή ακροποταμιά. Ο Κοσμάς Σουλιώτης με τους Σουλιώτες του, τους Κατσικογιανναίους και τους υπόλοιπους, πιάσανε τη δεξιά ακροποταμιά της Πανάσαρης -παρακλάδι του Παρνασσού- κοντά στο κεφαλόβρυσο του Σου Ντζίκα (από το σλάβικο σου = νερό – Σου-βάλα, Σου-Ντζίκα κ.λπ.).
Τους κλεισμένους όμως τους βασάνιζε η έλλειψη από μπαρουτόβολα. Αυτόν που είχαν στείλει για εφοδιασμό δεν είχε φανεί ακόμα και οι Τούρκοι είχαν φτάσει στο γεφύρι της Χαϊνίτσας. Εκείνη τη στιγμή όμως έφτασε από τα Σάλωνα ο τροφοδότης του στρατοπέδου Αναγνώστης Κεχαγιάς σέρνοντας δυο μουλάρια φορτωμένα με μπαρουτόβολα και τρόφιμα μαζί με τον γαμπρό του Καραχάλιο. Αψηφώντας τον κίνδυνο, γιατί ο εχθρός ζύγωνε, κίνησε για το χάνι. Μόλις πρόφτασε κι έκοψε τις τριχιές απ’ τα σαμάρια και πέταξε πάνω απ’ τη μάντρα τα σακιά με τα μπαρουτόβολα και τα τρόφιμα στους κλεισμένους. Οι Τούρκοι είχαν αρχίσει να ντουφεκάνε και θα πλήρωνε με τη ζωή του, αν ο Καραπλής ή Πλάτανος -για τη σωματική του διάπλαση- που βρισκόταν εκεί κοντά ταμπουρωμένος δεν άρχιζε στο ντουφέκι τους Τούρκους και του έδωσε καιρό να φύγει. Άφησε όμως το ένα απ’ τα δύο μουλάρια σκοτωμένο.
Με τη μικροσυμπλοκή αυτή, ο έμπειρος Ομέρ Βρυώνης κατάλαβε ότι κάτι κρυβόταν στο χάνι. Αποφάσισε τότε να ακολουθήσει την ίδια τακτική της Αλαμάνας. Πρώτα θέλησε να ξεμοναχιάσει το χάνι απ’ τους άλλους επαναστάτες. Μοίρασε τον στρατό σε τρεις κολόνες. Έριξε τη μια κατά το Χλωμό και την άλλη κατά τη βρύση του Σου Ντζίκα. Στις δυο αυτές κολόνες έστειλε και όλο το ιππικό του. Την τρίτη, που ήταν Αρβανίτες Γκέκηδες και Τόσκηδες, την κράτησε για το χάνι.
Η επίθεση στο Χλωμό και στου Σου Ντζίκα ήταν τόσο ορμητική που έγινε ό,τι πριν από λίγες μέρες στον Γοργοπόταμο και τη Χαλκωμάτα -στη μάχη της Αλαμάνας-. Ύστερα από μικρή αντίσταση, οι επαναστάτες τραβήχτηκαν στα ψηλώματα. Σκοτώθηκε μονάχα ο Σουλιώτης Μπούχλας.
Ο Ανδρούτσος με τους κλεισμένους στο χάνι καρτερούσαν τη σειρά τους. Φοβερά ψύχραιμος κι ατάραχος, είπε στους συντρόφους του, μη ρίξει κανείς προτού αρχίσω εγώ. Αφήστε τους να ζυγώσουν. Αυτοί τον υπάκουσαν. Eκείνος περίμενε την τρίτη κολόνα για να τους επιτεθεί.
Βλέπουν όμως απ’ τις πολεμίστρες να ξεκόβει ένας καβαλάρης και να έρχεται προς το χάνι. Όταν έφτασε, βλέπουν ότι ήταν ένας γέρος ντερβίσης. Ο Χασάν ντερβίσης ήταν γνώριμος του Οδυσσέα από τα Γιάννενα και γι’ αυτό ο Ομέρ Βρυώνης τον έστειλε για να προσπαθήσει να διαπραγματευτεί με τον Ανδρούτσο. Γνώριζε ακόμα ότι ο Ανδρούτσος ήταν μπεκτασής και κατά τη γνώμη του θα σεβόταν τον ιερωμένο.
Οι μπεκτασήδες ήταν μωαμεθανοί μοναχοί, οι οποίοι αποτελούσαν ιδιαίτερο τάγμα με δογματικές διαφορές από τους ομοθρήσκους τους. Δεν νήστευαν το Ραμαζάνι, αλλά δώδεκα μέρες που συνέπιπταν με τη νηστεία της εορτής των Αγίων Αποστόλων. Φιλοξενούσαν στις μονές τους -τεκέδες- Τούρκους και Χριστιανούς χωρίς εξαίρεση και είχαν στενή επαφή με τους Γενιτσάρους που προέρχονταν από Χριστιανούς. Οι μπεκτασήδες δεν έκαναν διάκριση θρησκείας και καταγωγής αλλά μόνον τιμίων και κακών ανθρώπων. Είχαν αποκτήσει μεγάλη δύναμη ανάλογη με τους Ιησουίτες. Οι τεκέδες τους αποτελούσαν άσυλα και απολάμβαναν ανεξαρτησίας από το κράτος. Και ο Ανδρούτσος είχε γίνει μυστικά μπεκτασής για να έχει καταφύγιο στους τεκέδες των μπεκτασήδων στις πολεμικές του περιπέτειες. Είχε προβεί σε αυτή την κωμωδία μόνο και μόνο για να βρίσκει άσυλο στις δύσκολες στιγμές.
Σαν σταμάτησε έξω απ’ το χάνι, ο Χασάν ντερβίσης σκόρπισε με το χέρι του δεξιά και αριστερά άμμο, ψέλνοντας το «ντονά» -την προσευχή του- να διαλυθούν οι εχθροί του σαν την άμμο. Ο Ανδρούτσος που παρακολουθούσε μέσα απ’ την τουφεκίστρα τον χαιρέτισε τουρκικά και αντιχαιρέτισε ο ντερβίσης. Μετά τον ρώτησε πάλι, στα τουρκικά -«Ντερεγιέ γκιντερσίν;» (-πού πας;). Ο ντερβίσης απάντησε- «Σάλωνα για γκιντερίμ» (πάω στα Σάλωνα).
Ο Ανδρούτσος πάλι τον ρώτησε «τι πας να κάνεις ορέ Τούρκο στα Σάλωνα;» Η απάντηση ήταν «να υποτάξω ή να σφάξω τους απίστους». Απαντώντας ο Οδυσσέας με βρισιές καθώς τον σημάδευε με το καριοφίλι του, του έστειλε ένα βόλι που χτύπησε τον ντερβίση στο μέτωπο κι έπεσε ξερός απ’ τ’ άλογό του.
Βλέποντας νεκρό τον ντερβίση τους, οι Τούρκοι σκυλιάσανε. Αυτό επεδίωκε και ο Ανδρούτσος. Να τους εξοργίσει όσο μπορούσε πιο πολύ. Αμέσως τότε ορμάνε με ιερό φανατισμό κατά το χάνι, να εκδικηθούν το αίμα του ντερβίση τους. Μα τα καριοφίλια των κλεισμένων ξερνούν φωτιά και μολύβι.
Ο Βρυώνης ξαφνιάζεται. Διατάζει δεύτερη επίθεση και προστάζει τους άντρες του να καταλάβουν το χάνι. Μα το χάνι ξερνάει κεραυνούς κι αστροπελέκια που θερίζουν τον εχθρό.
Μετά την αποτυχία και της δεύτερης επίθεσης, ο Πασάς στέλνει καινούργιες δυνάμεις. Οι Τουρκαλβανοί με το αριστερό χέρι στο μέτωπο για να μην βλέπουν αλλού, ορμάνε σαν τυφλοί. Μερικοί κατορθώνουν να φτάσουν στη μάντρα και προσπαθούν να τη ρίξουν με τις πλάτες τους. Άλλοι προσπαθούν με πέτρες να βουλώσουν τις τουφεκίστρες. Ένας Τουρκαλβανός ζυγώνει με μια πέτρα και θέλει να φράξει μια πολεμίστρα. Από μέσα βρίσκεται ο Μουσταφά Γκέκας, σωματοφύλακας και πιστός σύντροφος του Οδυσσέα. Ενώ απ’ έξω ο Γκέκας του Βρυώνη σπρώχνει την πέτρα προς τα μέσα, ο Μουσταφάς με την μπούκα του καριοφιλιού τη σπρώχνει προς τα έξω. Στο τέλος ο φιλέλληνας Μουσταφάς κατορθώνει να σπρώξει την πέτρα, αλλά μαζί βγήκε πολύ έξω και η κάννη του καριοφιλιού.
Ένας άλλος Τουρκαλβανός κατορθώνει λοξά ν’ αρπάξει την κάνη και την τραβούσε προς τα έξω. Ο Μουσταφά Γκέκας αγωνίζεται να την τραβήξει προς τα μέσα. Ο Οδυσσέας βλέποντας τον αγώνα, πάει στη διπλανή πολεμίστρα, βάζει στο τουφεκίδι τους Αρβανίτες κι ελευθερώνει τον σύντροφό του.
Ο Βρυώνης, με τον χαλασμό που γίνεται στο ασκέρι του, αναστατώνεται, εξοργίζεται φοβερά. Πιο πέρα απ’ το χάνι βρισκόταν το ξωκλήσι του Άι Θανάση. Από κει μέσα ο Πασάς, που είχε φρυάξει απ’ το κακό του, παρακολουθούσε τα απανωτά γιουρούσια που κάνανε οι δικοί του χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
Μετά το μεσημέρι συγκέντρωσε τους μπουλουξήδες (διοικητές μπουλουκιού-μονάδας) κι αφού τους κατσάδιασε που δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτε μέχρι τότε, απαίτησε μ’ ένα καινούργιο γιουρούσι να δώσουν τέλος. Έταξε δε και πεντακόσια πουγκιά στον μπουλουξή που θα πατούσε πρώτος το χάνι.
Η καινούργια επίθεση αποφασίστηκε να γίνει το απομεσήμερο και θα ‘ταν η τελευταία κατά τη γνώμη τους. Θα έμπαινε μπροστά το ιππικό και πίσω θ’ ακολουθούσαν οι πεζοί. Για να τονώσει πιο πολύ το ηθικό των επιτιθεμένων, διέταξε τους μπαϊρακτάρηδες -σημαιοφόρους- να πάνε με τα μπαϊράκια τους και να τα στήσουν στο χάνι. Στο γιουρούσι αυτό πήρε μέρος και ο Χαλήλ μπέης, τοπικός άρχοντας της Λαμίας. Ήταν εκείνος που πρωτοστάτησε στη θανάτωση του Διάκου.
Με ξεφωνητά και κατάρες άρχισε η καινούργια επίθεση. Σε λίγο το χάνι είχε κυκλωθεί από παντού. Τα καριοφίλια όμως των κλεισμένων σκορπίζουν τον θάνατο και κόβουν την ορμή, σωριάζοντας καινούργιους νεκρούς και λαβωμένους. Το ιππικό, που πιο πολύ εμπόδιο έφερνε παρά βοήθεια, αποσύρθηκε. Οι Τουρκαλβανοί Γκέκηδες και Τόσκηδες ορμούν σα θηρία ανήμερα. Εκτός από την παλικαριά τους είναι και το υπερβολικό ποσό που έχει τάξει ο Βρυώνης σ’ όποιον πατήσει το χάνι.
Χωρίς να λογαριάζουν τον κίνδυνο, ζυγώνουν τη μάντρα και προσπαθούν να τη ρίξουν με τις πλάτες τους. Άλλοι με τσεκούρια προσπαθούν να σπάσουν τις πόρτες αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Δυο τρεις καταφέρνουν να καβαλήσουν τη μάντρα μα οι κλεισμένοι τους γκρεμίζουν σκοτωμένους. Τον ένα αναφέρεται πως τον σκότωσε με τα χέρια του ο Γκούρας. Ένα βόλι ρίχνει νεκρό τον Χαλήλ μπέη. Είναι η θεία Νέμεση για τον θάνατο του Διάκου.
Οι μπαϊρακτάρηδες, για να εμψυχώσουν τους επιδρομείς, προσπαθούν να στήσουν τα μπαϊράκια τους στον μαντρότοιχο. Αλλά τους θερίζουν τα βόλια των κλεισμένων.Ένας μονάχα κατορθώνει να φτάσει μπροστά στο χάνι και πέφτοντας ανάσκελα, για να μη δίνει στόχο, βαστάει με τα χέρια του το κοντάρι της σημαίας. Οι Τουρκαλβανοί που βλέπουν το μπαϊράκι τους ν’ ανεμίζει, θαρρούν πως το χάνι πατήθηκε κι ορμούν από παντού. Ο Γκούρας, κοντά στην πολεμίστρα του οποίου βρίσκεται το μπαϊράκι, προσπαθεί με βρισιές να κάνει αυτόν που το κρατάει να σηκωθεί για να τον σκοτώσει. Ο Τουρκαλβανός όμως προστατεύεται από τη γωνιά και το έδαφος. Τέλος ο Γκούρας σημαδεύει το κοντάρι, πυροβολεί και το κόβει στα δύο. Η σημαία έπεσε. Γύρω απ’ το χάνι όμως έχουν συγκεντρωθεί μάζες Αλβανών.
Ο Ανδρούτσος είναι η ψυχή της άμυνας καθώς ακούραστος τρέχει παντού όπου υπάρχει ανάγκη εμψυχώνοντας τους άντρες του. Ο Αγγελής Γοβγίνας, ο Γκούρας, ο Μουσταφάς, ο Μαμούρης, ο Παπαντριάς είναι οι περισσότερο ακούραστοι.
Κι αυτή η επίθεση πήγε χαμένη. Τούτο το πλιθόχτιστο χάνι έχει γίνει κάστρο άπαρτο.
Τώρα όμως είχαν και οι Έλληνες τα θύματά τους. Ένας Αρβανίτης κατάφερε ν’ ανέβει απαρατήρητος στη μεγάλη βελανιδιά που ήταν δίπλα στο χάνι. Κρυμμένος στην πυκνή φυλλωσιά του δέντρου, βλέπει μέσα στο μικρό δωμάτιο που ήταν σα δεύτερος όροφος πάνω απ’ το χάνι ν’ αστράφτουν κάθε τόσο δυο καριοφίλια. Ήταν οι δυο Θανάσηδες, ο Σεφέρης, το παλικάρι που πιάστηκε πρώτο στον χορό, και ο Καπλάνης, ξακουστός για την παλικαριά του. Από τα βόλια του Αρβανίτη πέφτουν και οι δυο νεκροί.
Η παράδοση αναφέρει ότι είχαν «μαγαρίσει με γυναίκες». Αυτό βασιζόταν στην πρόληψη πως το κακό βόλι έβρισκε όποιον κλέφτη πήγαινε παραμονή της μάχης με γυναίκα.
Έξι γιουρούσια έχουν τσακιστεί πάνω στο χάνι χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Πάνω από τρακόσιοι οι σκοτωμένοι και οι λαβωμένοι διπλοί και τριπλοί. Τυφλωμένος απ’ την οργή του ο Πασάς, βουτάει το απελατίκι του (σιδερένιο ρόπαλο ακιδωτό στην άκρη) κι ορμάει έξω απ’ το ξωκλήσι έτοιμος να μπει ο ίδιος σε καινούργια επίθεση μπροστά, για να χτυπήσει αποτελεσματικά. Πέφτουν απάνω του οι μπέηδες και οι μπουλουξήδες και καταφέρνουν με δυσκολία να τον συγκρατήσουν, γιατί γνώριζαν τι τον περίμενε. Στο διάστημα αυτό ο Ανδρούτσος βλέπει από την πολεμίστρα τον Βρυώνη έξω από τον Άι Θανάση και φωνάζει στα παλικάρια του:
-Να ο πασάς ορέ. Είν’ αυτός με τα κόκκινα πουντούρια!
Ντουφεκάνε κατά κει μα η απόσταση είναι μεγάλη και τα βόλια πέφτουν γύρω του κρύα, μονάχα ένα χτύπησε απάνω στην πιστόλα του. Οι δικοί του καταφέρνουν και τον βάνουν μέσα στην εκκλησία για να προφυλαχτεί. Του υπόσχονται σ’ ένα καινούργιο γιουρούσι να πατήσουν το χάνι.
Η έφοδος ξαναρχίζει. Τούτη τη φορά παίρνουν μέρος και τ’ ανίψια του Βρυώνη. Είναι η έβδομη και τελευταία επίθεση. Οι Τουρκαλβανοί ορμάνε με πάθος. Ζώνουν το χάνι απ’ όλες τις μεριές. Πρώτοι απ’ όλους οι μπέηδες και οι μπουλουξήδες. Ανάμεσα στους άλλους σκοτώθηκε κι ένας μπέης, ανιψιός του Ομέρ Βρυώνη. Κι αυτό το γιουρούσι πήγε χαμένο.
Ο ήλιος βασιλεύει πίσω απ’ τα αντικρινά βουνά. Σε λίγο έρχεται το σούρουπο κι αποτέλεσμα κανένα.
Πλησιάζει τότε τον πασά ο Χρήστος Παλάσκας που τον ακολουθούσε από τα Γιάννενα και του λέει:
– Πασά μου, μην χάνεις άλλους ανθρώπους, αλλά στείλε να φέρεις κανόνια από το Ζητούνι κι αύριο τους κάνεις σκόνη τους κλεισμένους.
Ο Βρυώνης υιοθετεί αυτή τη συμβουλή και στέλνει «τάταρτη» -ταχυδρόμο- στο Ζητούνι για να του στείλουν κανόνια.
Σε λίγο ακούγεται μια φωνή απ’ τον Άι Θανάση:
– Ορέ Αντρούτσο, καλά σ’ έχουμε κλεισμένο. Πού θα μας πάς; Αλίμονό σου, ταχιά μας έρχονται δυο κανόνια απ’ το Ζητούνι και θα σε κάνουμε στάχτη.
Και μήπως και δεν τον άκουσαν, επανέλαβε τα λόγια του δυο και τρεις φορές. Ο Οδυσσέας γνώρισε τη φωνή του Παλάσκα γιατί ήταν γνώριμός του απ’ τα Γιάννενα και κατάλαβε πως του ‘στελνε μήνυμα για τις προθέσεις του πασά.
Ο Ανδρούτσος, βέβαια, ξύπνιος καθώς ήταν, δεν είχε σκοπό να περιμένει άλλο στο χάνι, γιατί και τα μπαρουτόβολα τελείωναν και η παραμονή τους θα ήταν σκέτη αυτοκτονία. Χάρηκε όμως για την προειδοποίηση του Παλάσκα.
Έτσι, σαν άλλαξαν τα καρούλια και καθίσανε να φάνε λίγο ψωμοτύρι και να ξαποστάσουν λίγο από το συνεχή αγώνα, ο Ανδρούτσος τους λέει:
«Παιδιά, δεν πρέπει να μείνουμε άλλο εδώ μέσα. Οι Τούρκοι ταχιά θα φέρουν κανόνια, όπως ακούσατε, και θ’ αρχίσουν να χτυπάνε από μακριά το χάνι και δε θα γλιτώσει κανείς. Πρέπει να βγούμε από δω μέσα με το σπαθί στο χέρι μέσα απ’ τους Τούρκους, γιατί χαμένοι και χαμένοι είμαστε. Άλλος τρόπος δεν υπάρχει».
Κανένας δεν έφερε αντίρρηση στα λόγια του.
Παρέκει ανοίγουν δυο λάκκους και θάβουν τους δυο Θανάσηδες Σεφέρη και Καπλάνη.
Η έξοδος
Τώρα τους λέει να πλαγιάσουν λίγο να ξεκουραστούν μέχρι να ‘ρθει η ώρα για να φύγουν.
Τριγύρω οι Τούρκοι κουρασμένοι από τον δρόμο και τα απανωτά γιουρούσια έχουν πέσει σε βαθύ ύπνο. Περιμένουν ξένοιαστοι τα κανόνια που θα φτάσουν απ’ το Ζητούνι, για να τσακίσουν τους κλεισμένους στο χάνι.
Το φεγγάρι ολόγιομο σ’ έναν ξάστερο ουρανό, φωτίζει το πεδίο της μάχης, τους κοιμισμένους που μοιάζουν σαν πεθαμένοι απ’ την κούραση της μέρας και τους ασάλευτους νεκρούς. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, καπνίζοντας συνέχεια το τσιμπούκι του, δούλευε στο μυαλό του σχέδια πώς θα γλιτώσει ετούτους τους ανθρώπους.
Δυο ώρες περίπου πριν ξημερώσει, ξύπνησε τους συντρόφους του και τους ειδοποίησε να συναχτούν για την έξοδο.
Το χάνι είχε, όπως είπαμε, δυο αυλόπορτες. Η μια κατά τη «δημοσιά» -τον δρόμο που πήγαινε για τα Σάλωνα- και η άλλη κατά τον κάμπο. Ο Κομνάς Τράκας, που ήταν από κείνα τα μέρη -απ’ την Αγόριανη- και γνώριζε τα κατατόπια, τους είπε να φύγουν από την πόρτα του κάμπου. Από κει θα περνάγανε μέσα απ’ τα αθέριστα χωράφια που τα στάχυα τους ήταν ψηλά και θα τους προστατεύανε από το φως του φεγγαριού. Όλοι συμφώνησαν με τη γνώμη του. Άρχισαν τότε σιγά σιγά χωρίς θόρυβο να βγάζουν τις πέτρες που ήταν πίσω απ’ την αυλόπορτα και να τις τοποθετούν σε μια γωνιά. Σε λίγο η πόρτα ελευθερώθηκε. Έπρεπε όμως να σιγουρευτούν ότι οι Τούρκοι κοιμούνταν και δεν ξαγρυπνούσαν.
Ο Οδυσσέας πήρε μια κάπα, της έβαλε μέσα μερικές πέτρες για να βαρύνει και την πέταξε πάνω απ’ τον μαντρότοιχο για να φανεί πως κάποιος πηδούσε για να φύγει. Η κάπα έπεσε και δεν ακούστηκε τίποτε, ούτε ντουφεκιά ούτε φωνή. Για να σιγουρευτεί, έριξε δεύτερη και τρίτη κάπα. Τίποτα, η ίδια ησυχία. Οι Τούρκοι είχαν πέσει σε βαθύ ύπνο. Στην εμπροσθοφυλακή θα πήγαινε ο Παπαντρέας με τον Μαμούρη με σαράντα άντρες. Το κέντρο θα κρατούσε ο Γκούρας με άλλους τόσους και την οπισθοφυλακή θα κρατούσε ο ίδιος ο αρχηγός με τους υπόλοιπους.
Ο Ανδρούτσος περίμενε ακόμα κάτι. Μερικά σύννεφα είχαν φανεί πάνω απ’ την Γκιώνα, καρτερούσε να κρυφτεί λίγο το φεγγάρι στα σύννεφα για να μην τους προδώσει αμέσως. Πράγματι σε λίγο τα σύννεφα τύλιξαν το φεγγάρι.
– Να η Παναγιά με την Τσέργα της -μάλλινο σκέπασμα, βελέντζα- ακούστηκε κάποιος να λέει.
Η στιγμή ήταν κατάλληλη. Ο αρχηγός δίνει το σύνθημα της εξόδου. Οι κλεισμένοι βγαίνουν απ’ την αυλόπορτα με τα γιαταγάνια στα χέρια πατώντας πάνω απ’ τα κουφάρια των Τούρκων και απομακρύνονται απ’ το χάνι.
Μπροστά για οδηγός μπαίνει ο γιγαντόσωμος Αντρέας Καραπλής ή Πλάτανος. Σε μικρή απόσταση πέφτουν πάνω στους Τουρκαλβανούς. Οι Τούρκοι ξαφνιάζονται. Ώσπου να συνέλθουν από τον βαθύ ύπνο, οι επαναστάτες, σφάζοντας όσους βρέθηκαν μπροστά τους, χάνονται σα φαντάσματα μέσα στα ψηλά στάχυα.
Είναι τόσο μεγάλη η αναταραχή στο εχθρικό στρατόπεδο, που ντουφεκάνε στα τυφλά χωρίς να ξέρουν ποιοι είναι δικοί τους και ποιοι Έλληνες.
Ο Οδυσσέας, τρέχει φωνάζοντας αρβανίτικα σα να κυνηγάει αυτούς που φεύγουν «από δω ορέεε!» προς την άλλη κατεύθυνση αριστερά, προς τη βρύση του Σου Ντζίκα. Έτσι οι Τουρκαλβανοί παρασύρονται προς τα εκεί, ενώ οι Έλληνες φεύγουν δεξιά κατά το Χλωμό. Ανεβαίνοντας στο βουνό, σε λίγο συναντάνε τον Παπακώστα Τζαμάλα και τον Απόστολο Γουβέλη με μερικούς άλλους που είχαν τρέξει να τους συνδράμουν σ’ ένα οχυρό πέρασμα. Μετριούνται και βλέπουν ότι εκτός από τους δυο σκοτωμένους Θανάσηδες έχουν και δυο τραυματίες, τον Κώστα Καπογιώργη και τον Κομνά Τράκα.
Το γλυκοχάραμα φτάσανε στον Άι-Λια κι αντάμωσαν τα σώματα του Δυοβουνιώτη και του Πανουργιά. Οι γεροαρματολοί έτριβαν τα μάτια τους. Δεν περίμεναν να τους ξαναδούν.
Βούιξε ο τόπος από το κατόρθωμα αυτό. Αναπτερώθηκε το ηθικό των καταπτοημένων στη Ρούμελη, ύστερα απ’ την Αλαμάνα. Ο Ανδρούτσος έγινε η κυρίαρχη μορφή του Αγώνα στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα.
Ο Ομέρ Βρυώνης μπήκε το πρωί ο ίδιος στο χάνι και κατσάδιασε τους στρατιώτες του που δεν μπόρεσαν να πιάσουν λίγους «ζορμάδες» – κλέφτες. Στη συνέχεια διέταξε να θάψουν τους σκοτωμένους. Παρέμεινε δε οχτώ μέρες στη Γραβιά χωρίς να τολμήσει να προχωρήσει για τα Σάλωνα και στράφηκε προς τη Βοιωτία.
ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ ΠΑΠΑΜΙΧΟΣ
Πηγή: pathfinder.gr, Αβέρωφ
Ο Γιάννης Μακρυγιάννης του Δημητρίου και της Βασιλικής γεννήθηκε στο Αβορίτι Δωρίδας τον Ιανουάριο του 1797. Το πραγματικό όνομα του ήταν Ιωάννης Τριανταφύλλου ή Τριανταφυλλοδημήτρης (το Μακρυγιάννης είναι παρωνύμιο που οφειλόταν στο ψηλό ανάστημά του). Το 1804 σε ηλικία 7 ετών αναγκάστηκε να καταφύγει με την οικογένειά του στην Λιβαδειά, ύστερα από τον φόνο του πατέρα του από τουρκαλβανούς του Αλή Πασά.
Από τότε αναγκάστηκε να δουλέψει για να επιβιώσει και πέρασε επώδυνα και στερημένα παιδικά χρόνια. Αρχικά εργάστηκε ως ψυχογιός ως το 1811. Το 1811 εγκαταστάθηκε στην Άρτα, όπου δούλεψε αρχικά ως επιστάτης στο υποστατικό του συμπατριώτη του Θανάση Λιδωρίκη και στην συνέχεια ασχολήθηκε με το εμπόριο και απέκτησε αξιόλογη περιουσία, την οποία πρόσφερε αργότερα στον Αγώνα...
Το 1820 μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία και το 1821 οργάνωσε στρατιωτική ομάδα 18 ανδρών από την Άρτα και εντάχθηκε στο σώμα του Γώγου Μπακόλα. Συμμετείχε σε πολλές στρατιωτικές επιχειρήσεις δείχνοντας ιδιαίτερη ανδρεία και μεγάλες στρατιωτικές ικανότητες και διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην Επανάσταση.
Πολέμησε σε πολλές μάχες, τραυματίστηκε πολλές φορές, συχνά βαριά. Οι πληγές του οδήγησαν το κορμί του σε σταδιακή σήψη, η οποία τον συνόδευε για την υπόλοιπη ζωή του. Μετά την ίδρυση του Ελληνικού κράτους και την άφιξη του Καποδίστρια το 1828, διορίστηκε Γενικός Αρχηγός της Εκτελεστικής Δύναμης της Πελοποννήσου, θέση την οποία έκρινε ως υποτιμητική σε σχέση με την συνολική προσφορά του και η οποία τον οδήγησε σε πικρία.
Την περίοδο εκείνη ο Μακρυγιάννης έμαθε να γράφει και άρχισε στις 26 Φεβρουαρίου 1829 να γράφει τα Απομνημονεύματά του, τα οποία θεωρήθηκαν από τους ιστορικούς της νεοελληνικής λογοτεχνίας ως πρότυπο γλωσσικού ύφους και αφηγηματικής τεχνικής και τον τοποθέτησαν στον χώρο του έντεχνου λόγου.
Το 1831 μετά την δολοφονία του Καποδίστρια, τον οποίο θεωρούσε υπαίτιο για την άδικη στάση του κράτους έναντι των αγωνιστών του ’21, αποδέχθηκε με ενθουσιασμό την εκλογή του Όθωνα ως βασιλιά της Ελλάδος. Απογοήτευση δοκίμασε και από την στάση του Όθωνα και από τον τρόπο διακυβέρνησης της Αντιβασιλείας. Τότε αποσύρθηκε στο σπίτι του (στη σημερινή περιοχή της Αθήνας που φέρει το όνομά του) μαζί με τη γυναίκα του Αικατερίνη Σκουζέ, με την οποία απέκτησε δώδεκα παιδιά, 10 αγόρια και δύο κορίτσια. Επανήλθε στον πολιτικό χώρο λίγο αργότερα και ως το 1834 εκλέχτηκε κατ’ επανάληψη δημοτικός σύμβουλος της Αθήνας, η οποία ήδη είχε γίνει πρωτεύουσα του κράτους.
Οι ενέργειές του για την παραχώρηση του Συντάγματος, οδήγησαν σε κατ’ οίκον περιορισμό του, συνέχισε ωστόσο να αγωνίζεται και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843. Το 1851 συνελήφθη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας και ύστερα από δίκη καταδικάστηκε σε θάνατο. Η ποινή του τελικά δεν εκτελέστηκε και ο ίδιος αποφυλακίστηκε το 1854 με ενέργειες του Δ. Καλλέργη. Από τότε αποσύρθηκε στο σπίτι του και μόνο μετά την έξωση του Όθωνα ξαναπήρε τιμητικά τον τίτλο του Υποστρατήγου και το 1864 του Αρχιστρατήγου. Την ίδια χρονιά εκλέχτηκε πληρεξούσιος Αττικής με απόφαση της Εθνικής Συνέλευσης. Η υγεία του όμως ήταν κλονισμένη από τις κακουχίες, τους τραυματισμούς κατά την Επανάσταση και τις σκληρές συνθήκες της φυλακής. Έτσι εγκατέλειψε την ενεργό δράση και αποσύρθηκε στο σπίτι του. Πέθανε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου του 1864.
Στο λογοτεχνικό του έργο ανήκουν τα "Οράματα και θάματα", γραμμένα κατά την διετία 1851 - 1852.
Ο Αιγύπτιος Ιμπραήμ, αφού το 1825 κυριάρχησε στο μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου, εκτελώντας τώρα εντολές του Σουλτάνου, έρχεται να συνδράμει τον οικτρά αποτυχόντα επί 8μηνο στην εκπόρθηση του Μεσολογγίου, Κιουταχή. Έτσι στις 12 Δεκεμβρίου 1825 «υπό τους ήχους σαλπίγγων και τυμπάνων»1, όπως διαβάζουμε στα «Ελληνικά Χρονικά»2 της 13ης Δεκεμβρίου, μετακινεί από τον όρμο του Κρυονερίου επιδεικτικά εν πομπή και εγκαθιστά το στρατόπεδό του στις ΒΑ παρυφές της πόλης.
«το ενδοξότερο μνημείο της νέας μας ιστορίας»
Κ.Παλαμάς
Η επική μάχη της Κλείσοβας, της ιστορικής μικρονησίδας της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου στις 25 Μαρτίου 1826, υπήρξε η ύστατη εκτυφλωτική αναλαμπή, αλλά και η κορυφαία ηρωική πράξη των «Ελεύθερων Πολιορκημένων», κατά τη διάρκεια της τρίτης πολιορκίας της πόλης (15 Απριλίου 1825 - 10 Απριλίου 1826), λίγο πριν τη μεγαλειώδη και ανεπανάληπτη Έξοδο της 10ης Απριλίου 1826. Η πρωτοφανών διαστάσεων επονείδιστη και πολυαίμακτη ήττα, που υπέστησαν τότε οι πολυάριθμες ορδές των Τουρκοαιγυπτίων του σκληροτράχηλου Κιουταχή και του αγέρωχου Ιμπραήμ από μια δράκα ηρώων, δεν έχει προηγούμενο, ακόμη και στην Ιστορία των Εθνών. Δυστυχώς, από τότε το συνταρακτικό αυτό γεγονός, δεν έτυχε της ανάλογης αναγνώρισης και προβολής και έχει περάσει στα «ψιλά γράμματα» της Ιστορίας. Η παρούσα μελέτη συνιστά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, μια μικρή συμβολή στην ασύγκριτη ιστορία της ιερής πόλης του Μεσολογγίου και γενικότερα της Εθνεγερσίας του 1821 και στοχεύει να ανασύρει από τη λήθη του παρελθόντος το φοβερό αυτό συμβάν και να δώσει έτσι το ερέθισμα να εγκύψουν και άλλοι στην έρευνα των σχετικών πηγών και να καταγράψουν τα επιμέρους στοιχεία που το συνθέτουν, ώστε να καταστεί ευρύτερα γνωστό ιδίως στις μέλλουσες γενιές. Ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς με τους εμπνευσμένους στίχους ύμνησε και περιέγραψε παραστατικά όσο και επιγραμματικά, την ανεκτίμητη συμβολή της Κλείσοβας στην ανεπανάληπτη ιστορία του Μεσολογγίου και όχι μόνο, κατά την περίοδο της Εθνεγερσίας. Ο ίδιος ο Παλαμάς την αποκαλεί «το ενδοξότερο μνημείο της νέας μας ιστορίας». Γιατί δικαιωματικά το απαράμιλλο αυτό κατόρθωμα, αν και επισκιάστηκε από το κορυφαίο μετά από λίγες μέρες γεγονός της ηρωικής Εξόδου στις 10 Απριλίου 1826της αθάνατης φρουράς των «Ελευθέρων Πολιορκημένων», αξιολογήθηκε σαν το σημαντικότερο περιστατικό στην ατελεύτητη σειρά των περίλαμπρων μαχών και «στρατηγημάτων», που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της τελευταίας - της μεγάλης όπως λέγεται - πολιορκίας του Μεσολογγίου (15 Απριλίου 1825 - 10 Απριλίου 1826). |
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ - ΤΑ ΠΡΟΗΓΗΘΕΝΤΑ
Ο Αιγύπτιος Ιμπραήμ, αφού το 1825 κυριάρχησε στο μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου, εκτελώντας τώρα εντολές του Σουλτάνου, έρχεται να συνδράμει τον οικτρά αποτυχόντα επί 8μηνο στην εκπόρθηση του Μεσολογγίου, Κιουταχή. Έτσι στις 12 Δεκεμβρίου 1825 «υπό τους ήχους σαλπίγγων και τυμπάνων»1, όπως διαβάζουμε στα «Ελληνικά Χρονικά»2 της 13ης Δεκεμβρίου, μετακινεί από τον όρμο του Κρυονερίου επιδεικτικά εν πομπή και εγκαθιστά το στρατόπεδό του στις ΒΑ παρυφές της πόλης. Παράλληλα, δεν παρέλειπε να κομπάζει για τα πρόσφατα κατορθώματά του στο Μωριά και ταυτόχρονα να χλευάζει τον Κιουταχή, που επί οκτώ μήνες μέχρι τότε, δεν είχε καταφέρει να πάρει «μια φράχτη», όπως περιφρονητικά έλεγε για τα τείχη του Μεσολογγίου, ενώ γι' αυτόν θα αρκούσαν μόνο 15 ημέρες!
Η αιχμή μάλιστα αυτή προκαλεί οξύτατη διαμάχη μεταξύ των δύο αρχηγών, που καταλήγει στη μετάθεση της ευθύνης για την άλωση της πόλης, από τους Τούρκους στους Αιγυπτίους. Αλλά, μετά την υπερήφανη απόρριψη στις αρχές του 1826 από το γενναίο Αρχηγό των Μεσολογγιτών Θανάση Ραζηκότσικα (1798-1826) των νέων προτάσεων του υπερόπτη Ιμπραήμ για συμβιβασμό και αφού οι πρώτες αψιμαχίες καταλήγουν εις βάρος των επιτιθεμένων, ο τελευταίος αιφνιδιάζεται δυσάρεστα. Όταν μάλιστα ευθύς εν συνεχεία στις από 12-16 Φεβρουαρίου πολύνεκρες και σφοδρότατες συγκρούσεις, οι αμυνόμενοι υπερισχύουν κατά κράτος των Αράβων, με τις γνωστές όσο και οδυνηρές για τον εχθρό, εκτός των τειχών του Μεσολογγίου, εφόδους τους, ο επηρμένος Αιγύπτιος στρατηλάτης κυριολεκτικά θορυβείται. Και συνειδητοποιεί πλέον, ότι οι πύλες του «φράχτη» εκείνου δεν είναι δυνατόν να εκβιασθούν με τα όπλα, εφ' όσον από τη μεριά της θάλασσας θα συνεχιζόταν, έστω και με δυσκολία, ο ανεφοδιασμός της.
Η σκληρή αυτή πραγματικότητα προσγειώνει τον Ιμπραήμ και τον αναγκάζει να συμφιλιωθεί πρόσκαιρα με τον Κιουταχή, και από κοινού πλέον να θέσουν σε εφαρμογή το σχέδιο κατάληψης των στρατηγικής σημασίας νησίδων, που φράσσουν από νότια τη λιμνοθάλασσα και ελέγχουν τους φυσικούς διαύλους προς την πόλη, ήτοι της Κλείσοβας, του Βασιλαδιού και του Ντολμά.
1. Τουρκοαιγυπτιακός στόλος 2. Τουρκοαιγυπτιακά στρατεύματα 3. Το Μεσολόγγι 4. Το νησάκι Κλείσοβα 5. Ελληνικά στρατεύματα 6. Τουρκικά κανόνια
ΣΧΕΔΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ - ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ
Για την επίτευξη του αντικειμενικού αυτού σκοπού, αποδύονται σε σύντονες προσπάθειες, ναυπηγώντας επί τόπου μικρά σκάφη και μεταφέροντας από τα μέσα Φεβρουαρίου τόσο δια ξηράς από το Κρυονέρι στις Άσπρες Αλυκές Φοινικιάς 32 λαντζόνια (μεγάλες κανονιοφόρες βάρκες, χωρίς καρίνα και ξάρτια) όσο και δια θαλάσσης από την Πάτρα στην περιοχή της νησίδας του Αη – Σώστη «εν δίκροτον ατμοκίνητον Ρυμουλκών», όπως αναφέρει ο Λάμπρος Κουτσονίκας3, 50 μεγαλύτερα πλοιάρια και 5 κανονιοφόρες σχεδίες. Παράλληλα, από τις 19 Φεβρουαρίου ο Αιγυπτιακός στόλος, ενισχύοντας τον Τουρκικό, κλείνει όλα τα περάσματα της λιμνοθάλασσας από τον Πατραϊκό κόλπο, ενώ ταυτόχρονα επιχειρούν ακόμη και να τα προσχώσουν με άμμο4. Εξάλλου, καταλαμβάνοντας ο εχθρός τα «μάτια» αυτά της λιμνοθάλασσας, δηλαδή τις μικρονησίδες, όπως αναφέρει ο Στρατηγός Νικόλαος Μακρής5 γιος του ξακουστού οπλαρχηγού Δημήτρη Μακρή, «θα απεστέρει τους πολιορκουμένους της νωπής και θρεπτικής τροφής των ιχθύων της λιμνοθαλάσσης».
Οι Έλληνες, έχοντας από τις 18 Φεβρουαρίου ενημερωθεί για τα σχέδια του εχθρού, έλαβαν πρόσθετα μέτρα για τη βελτίωση της υφισταμένης οχύρωσης και την ενίσχυση της επάνδρωσης των νησίδων.
Επίσης ο Δημήτρης Φωτιάδης6 γράφει, ότι για να αντιμετωπίσουν αναμενόμενο ντισμπάρκο (απόβαση): «Πήρανε ακόμη την απόφαση για να σιγουράρουνε την πολιτεία από τη μεριά της λίμνης, να φτιάσουνε από τόνα στο άλλο σπίτι, ένα πέτρινο τειχί και να στήσουνε κει τα πιότερα κανόνια...».
Μετά τις αμοιβαίες αυτές προκαταρκτικές ενέργειες, οι Τουρκοαιγύπτιοι προχωρούν τώρα στην υλοποίηση των σχεδίων τους. Και μετά επικό και άπελπι αγώνα των φρουρών, κυριεύουν διαδοχικά το Βασιλάδι στις 25 Φεβρουαρίου, τον Ντολμά και τον Πόρο στις 28 Φεβρουαρίου και εξαναγκάζουν το Αιτωλικό να συνθηκολογήσει την 1η Μαρτίου.
Έτσι, απομένει η Κλείσοβα, το τελευταίο επιθαλάσσιο προπύργιο των πολιορκουμένων. Η κατάληψή της κρίνεται απαραίτητη, τόσο για την εγκατάσταση κανονιοστασίων και προσβολή της πόλης κι από το νότο, όσο και για την αποκοπή της μοναδικής πλέον γραμμής ανεφοδιασμού των πολιορκουμένων από τη θάλασσα, μέσω της «φάλσα - μπούκας» (κρυφής εισόδου) που βρίσκεται περίπου 2 χλμ. ανατολικά των σημερινών αλυκών Τουρλίδας.
Την Κλείσοβα, της οποίας η στρατηγική αξία -όπως αφηγείται ο Κανέλλος Δεληγιάννης-είχε επισημανθεί από την Α' Πολιορκία (25 Οκτ. - 31 Δεκ. 1822), όπου το Νοέμβριο είχαν συναφθεί φονικότατες μάχες, την είχαν περιβάλλει με πρόχωμα ύψους οργυιάς για να μη κατατρώγει η θάλασσα το νησί. Επίσης, για τη βελτίωση της οχύρωσής της, ο Κασομούλης7 μας λέει: «Εσήκωσεν η φρουρά λοιπόν γύρωθεν της Εκκλησίας οχύρωμα έως 5 πόδας το πλάτος και έως 6 το ύψος. Ο τάφρος γύρωθεν έμεινε τόσον ανοικτός, όσον χώμα έλειψεν... Εστάλησαν και 2 πυροβόλα των 18 λίτρων και 2 μικρά των 6 και τα μεν δύο έστησαν (βλέποντα) κατά τα νησίδια (Ανατολικά), τα δε κατά το Μεσολόγγι».
Στο εκκλησάκι της Αγίας Τριάδος είχαν κατασκευάσει πολεμίστρες ολόγυρα από τη σαμαρωτή κεραμοσκέπαστη στέγη, αλλά και στο μικρό κωδωνοστάσιο, τοποθετώντας πανέρια γεμάτα με χώμα. Ακόμη, όπως ιστορούν ο Γάλλος ιστορικός Αύγουστος Φάμπρ8 και ο Στρατηγός Ιωάν. Ιωαννίδης9, η φρουρά, γύρω σχεδόν από το νησί, είχε μπήξει σειρές πασσάλων λίγο κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, για να παρεμποδίζουν την προσέγγιση στην ακτή των εχθρικών πλοιαρίων, έτσι ώστε ν' αναγκάζονται οι άνδρες τους ν' αποβιβάζονται μέσα στον πηλώδη βυθό (βούρκο) και πελαγωγά «θαλασσοβατούντες», όπως μας λένε οι ιστορικοί, να πλησιάζουν με μεγάλη δυσκολία στη στεριά. Τέλος, στο θαλάσσιο χώρο μεταξύ Ανεμόμυλου -ήτανε νησάκι τότε- και Κλείσοβας, είχαν ταχθεί και υποστήριζαν το νησί οι μονοκάνονες Μεσολογγίτικες πάσσαρες του Δήμου Δενδραμή και του Κωνσταντή Τρικούπη, αδελφού του Σπυρίδωνος Τρικούπη. Υπόψη επίσης, ότι γύρω από την Κλείσοβα τα νερά προς το νότο και τη δύση έχουν κάποιο σχετικό βάθος, ενώ προς τον βορρά και την ανατολή είναι πιο ρηχά και σχεδόν εύκολα, πελαγωτά (θαλασσοβατών) μπορεί κάποιος να κινηθεί. Ακόμη, ανατολικά της πόλης και από τη θέση «Αρμυρικάκι» (στο προπολεμικό πεδίο βολής) εκσπάται σειρά νησίδων που εκτείνονται κατά τη γενική έννοια βορράς - νότος και διέρχονται κοντά από την Κλείσοβα, με ποιο γνωστή τη Μολόχα.
Η Φρουρά του νησιού αποτελείτο από 130 περίπου άνδρες, μεταξύ των οποίων αρκετοί Μεσολογγίτες. Φρούραρχος στις 18 Φεβρουαρίου είχε ορισθεί ο Σωματάρχης - οπλαρχηγός Χριστόδουλος Χατζηπέτρος από το Βετέρνικο Τρικάλων με 70 άνδρες του, ο οποίος όμως στις 22 Μαρτίου είχε μεταφερθεί επειγόντως στο Μεσολόγγι με υψηλό πυρετό και οξύτατους ρευματικούς πόνους. Γι' αυτό, καθήκοντα φρουράρχου εκτελούσε ο Υποσωματάρχης Παναγιώτης Σωτηρόπουλος από τα Μεγάλα Λομποτινά, τη σημερινή Άνω Χώρα των Κραβάρων της Ναυπακτίας. Ο Σωτηρόπουλος είχε ήδη κατά τη διάρκεια της πολιορκίας διακριθεί για την παλληκαριά του. Άλλωστε, κυρίως για να επιμεληθεί της οχύρωσης του νησιού είχε διορισθεί πριν λίγο καιρό με 26 - 30 άνδρες του στην Κλείσοβα, «ζηλωτής της εργασίας αυτής» σύμφωνα με τον Κασομούλη και «τερτιπιτζής εις τον πόλεμον», κατά τον Μακρυγιάννη10. Ήταν δε αυτός ο εμπνευστής της τοποθετήσεως των πασσάλων στον υποθαλάσσιο χώρο μπροστά απ' τα κράσπεδα του νησιού, που αποδείχθηκε κατά την εξέλιξη της μάχης σωτήρια.
Ο Ιμπραήμ, έχοντας ήδη στο ενεργητικό του την άλωση του Βασιλαδιού, του Ντολμά, και του Ανατολικού (Αιτωλικού), συγκατατέθηκε τώρα ν' αφήσει τον Κιουταχή να εκπορθήσει την Κλείσοβα, ο οποίος για το σκοπό αυτό διέθεσε 3.000 άνδρες περίπου.
ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ
Αλλά στο σημείο αυτό, ας ακούσουμε τη γλαφυρή όσο και χαρακτηριστική περιγραφή, που μας δίδει στα απομνημονεύματά του11, ο συμμετέχων στην τελευταία πολιορκία του Μεσολογγίου και διασωθείς κατά την Έξοδο ευγενής Ηπειρώτης Αρτέμιος Μίχος, ο οποίος αργότερα θα καθέξει και το αξίωμα του Υπουργού Στρατιωτικών.
«Την 24η λοιπόν Μαρτίου, μίαν ώραν προ της δύσεως του ηλίου, εφάνησαν πλείστα σώματα εξερχόμενα των κατασκηνωμάτων του Κιουταχή και διευθυνόμενα προς την Άσπρην Αλυκήν, κειμένην προς δυσμάς του Μεσολογγίου εις ην ελλιμενίζετο πάντοτε ο εχθρικός στολίσκος και ελάμβανε όλα τα αναγκαία.
Τα σώματα ταύτα ήρχισαν να επιβιβάζονται επί των ελαφροτέρων εχθρικών πλοιαρίων, των προ ολίγου διευθυνθέντων εκεί, αλλ' η μετ' ολίγον επελθούσα νυξ κατεκάλυψε με βαθύ σκότος τα πέριξ και δεν επέτρεψεν εις την φρουράν του Μεσολογγίου να ιδή τας περαιτέρω κινήσεις του εχθρού. Αλλ' υποπτευθείσα ουχ ήττον επικειμένην εχθρικήν έφοδον, έλαβεν αμέσως όλα τα προς υπεράσπισιν απαιτούμενα μέτρα και ανέμενε θαρραλέως την ημέραν».
«Τω όντι την επιούσαν, μόλις ήρχιζε να γλυκοχαράζει, ο εχθρικός στολίσκος επεφάνη συσσωματωμένος έμπροσθεν του Μεσολογγίου και ήρχισε ζωηρόν κατά της πόλεως κανονιοβολισμόν και βομβαρδισμόν, υποστηριζόμενος μετά της αυτής δραστηριότητος και υπό των κανονοστασίων της ξηράς».
«Τα παράλια κανονοστάσια της πόλεως και κατ' εξοχήν το κανονοστάσιον του Ανεμομύλου αντεπυροβόλησαν τότε ευστόχως, όλοι δε, υποθέσαντες ότι επέκειτο έφοδος κατά του Μεσολογγίου, ετοποθετήθησαν εις τας θέσεις των, περιμένοντες αυτήν μετά καρτερίας, αλλά μετά παρέλευσιν ολίγων στιγμών ο εχθρικός στολίσκος εστράφη αιφνιδίως και διευθύνθη σωρηδόν προς την Κλείσοβαν!».
Συμπληρώνουμε ότι η πρωινή καταχνιά διευκόλυνε τις παραπάνω κινήσεις του εχθρού και ότι ταυτόχρονα εκδηλώθηκαν σοβαρές εχθρικές ενέργειες προς την κατεύθυνση της Κλείσοβας τόσο με πλοιάρια κι από το Βασιλάδι, όσο και πολλών πεζών «θαλασσοβατούντων» από τη θέση Αρμυρικάκι.
Ακολουθεί σφοδρός κανονιοβολισμός του νησιού από τα πλοιάρια, ενώ οι Τούρκοι προσεγγίζουν το νησί και εκτοξεύουν την πρώτη τους έφοδο. Τη στιγμή αυτή, το πρωτοπαλλήκαρο της φρουράς ο φημισμένος Σουλιώτης Στρατηγός Κίτσος Τζαβέλλας12 (1801-1855), σπεύδει με άλλους 6-7 άνδρες (κατά τον Γ. Ζαλοκώστα ήταν 9), και με πλοιάρια οδηγούμενα από αμούστακα Μεσολογγιτόπουλα, αψηφώντας το καταιγιστικό πυρ του εχθρού και περνώντας ανάμεσα από τον εχθρικό στολίσκο, αποβιβάζεται στο νησί και εμψυχώνει τη φρουρά.
«Μόλις έμβηκεν μέσα (στο νησί)», γράφει ο Νικόλαος Κασομούλης, «ενέπνευσεν όλο το θάρρος εις τα παλληκάρια εκείνα».
Από κει και πέρα, ο καταξιωμένος Διοικητής της Φρουράς Παναγιώτης Σωτηρόπουλος και ο ανδρείος και έμπειρος εμψυχωτής των μαχητών Κίτσος Τζαβέλλας, σε μια υπέροχη και αρμονική σύζευξη των αναμφισβήτητων ηγετικών τους προσόντων και χάρη στη στενή φιλία που τους συνέδεε, παίρνουν στα στιβαρά τους χέρια την άμυνα του νησιού και χαλυβδώνουν το φρόνημα των υπερασπιστών του, με αποτέλεσμα η μια μετά την άλλη να συντρίβονται οι λυσσώδεις επιθέσεις των αλλοθρήσκων.
Στην πρώτη ορμητική έφοδο του εχθρού δύο αρβανίτες σημαιοφόροι πατούν την Κλείσοβα, οι οποίοι αμέσως σκοτώνονται. Τους ακολουθούν και άλλοι. Οι Τούρκοι καταλαμβάνουν το περιμετρικό πρόχωμα κενό, διότι ήδη οι δικοί μας μπροστά στο διαγραφόμενο κίνδυνο να περικυκλωθούν, έχουν καταφύγει στην εκκλησία.
Όμως από εκεί τα βόλια των αμυνομένων είναι τόσο φονικά, ώστε οι εχθροί αναγκάζονται να εγκαταλείψουν το πρόχωμα και να επιστρέψουν στις αρχικές τους θέσεις. Ο Κιουταχής, γενναίος και πείσμων, επιχειρεί ανεπιτυχώς μέχρι το μεσημέρι έξη (6) αλλεπάλληλες επιθέσεις, στη δε τελευταία, μπαίνει επικεφαλής ο ίδιος. Πληγώνεται όμως σοβαρά στο μηρό κι αναγκάζεται ν' αποσυρθεί, γεγονός που διαδίδεται αμέσως και συμπαρασύρει σε άτακτη φυγή και τα στρατεύματά του. Οι ηττημένες φάλαγγές του, ντροπιασμένες και έχοντας εγκαταλείψει στο πεδίο της μάχης πάνω από 1.500 νεκρούς και τραυματίες, συμπτύσσονται με σπουδή κυρίως προς το κείμενο ανατολικότερα νησάκι της Μολόχας.
Κατά τη διάρκεια της άνισης αυτής πάλης, η φρουρά του Μεσολογγίου, παρακολουθώντας με αγωνία από την παραλία την εξέλιξη του αγώνα και ανταποκρινόμενη σε έκκληση των υπερασπιστών του νησιού, που διαβιβάσθηκε από ένα ατρόμητο Μεσολογγιτόπουλο, το οποίο οδήγησε ριψοκίνδυνα μια γαΐτα μέχρι την ακτή, προσπάθησε να στείλει ενισχύσεις και εφόδια.
«Αλλ' εν τω μεταξύ των πυκνών εχθρικών εφόδων - γράφει στα απομνημονεύματά του ο Αρτέμιος Μίχος (όπ.π.σελ. 52) - ο γενναίος (Μεσολογγίτης) χιλίαρχος Καρακώστας Δροσίνης (αδελφός του Πάππου του Εθνικού μας ποιητού Γεωργίου Δροσίνη), έχων μεθ' εαυτού και τον εξάδελφόν του Γεωργάκην Κ. Βαλτινόν και πέντε στρατιώτες, εισελθών εις πλοιάριον εις το οποίον έθεσε και τίνα βαρέλια ύδατος -κατά τον Κασομούλη και κιβώτια πυρομαχικών- διευθύνθη προς την Κλείσοβαν. Ο εχθρικός στόλος ορμά τότε κατ' αυτών, (και) πυροβολεί δια μυδραλίων και τουφεκισμών».
«Αλλ'ο ατρόμητος αυτός στρατιώτης, περιφρονών τον εχθρόν, προχωρεί ακαταπαύστως εν μέσω της χαλάζης των σφαιρών και πλησιάζει εις το νησίδιον. Τότε σφαίρα (οβίδα) πυροβόλου προσβάλλει το πλοιάριον και διελθούσα από της πρύμνης εις την πρώραν, φονεύει τους τεσσάρας εκ των στρατιωτών και τους κωπηλάτας και βυθίζει το σκάφος. Οι διασωθέντες ρίπτονται εις την θάλασσαν, ωθούσι το πλοιάριον και ούτως εισέρχονται θριαμβευτικώς εις την Κλείσοβαν».
Το παράδειγμα του χιλίαρχου Δροσίνη αποπειράθηκαν και πολλοί άλλοι ν' ακολουθήσουν13, όπως οι Γεώργιος Τζαβέλλας και Ιωάννης Τζαβέλλας ο επονομαζόμενος Μπακατσέλος και επίσης πολλοί από το Επικουρικό Σώμα τη γνωστή «βοήθεια» που είχε πρόσφατα συγκροτηθεί από 250 περίπου άνδρες υπό τον Κίτσο Τζαβέλλα για να επεμβαίνει γρήγορα όπου παρουσιαζόταν ανάγκη, αλλά κι' από το Σώμα των Γελεκτζήδων (φορούσαν μόνο γελέκο για να μη τους βαραίνει η κάπα) που αποτελούσαν 90 περίπου Μεσολογγιτόπουλα 17-18 χρονών. Αλλά δεν το κατόρθωσαν, επειδή ο εχθρός διέθετε πολλαπλάσιες δυνάμεις κι έτσι, όπως μας λέει ο Αρτ. Μίχος, «έμενον μακρόθεν τουφεκίζοντας, μη δυνάμενοι όμως να δώσωσι την παραμικράν βοήθειαν εις τους εντός του νησιδίου».
Κατά την κρίσιμη αυτή περίσταση και κατ' άλλους στην εν συνεχεία επέμβαση των Αιγυπτίων, η Μεσολογγίτικη πάσσαρα του Κωνσταντή Τρικούπη, κατατρυπημένη απ' τις εχθρικές οβίδες βυθίζεται, ενώ ο ίδιος ο Τρικούπης τραυματίζεται σοβαρά, κατ' άλλους αρρώστησε βαριά, οι δε διασωθέντες από το πλήρωμα καταφεύγουν στην Κλείσοβα. Στο μεταξύ, ο Ιμπραήμ, βλέποντας με χαιρεκακία την αποτυχία του Κιουταχή, τον οποίο -κατά τον Παπαρρηγόπουλο- «ενέπαιξεν ανηλεώς», θεώρησε πρόσφορη την περίσταση ν' αναλάβει αυτός τη συνέχιση του αγώνα, επωφελούμενος από τον κάματο και τις απώλειες της φρουράς, που μέχρι τότε είχε χάσει περίπου το 1/3 της δύναμής της. Διαλέγει λοιπόν ως επικεφαλής το γαμπρό του, τον τολμηρό Χουσεΐν Μπέη, πορθητή της Κρήτης, της Κάσσου, της Σφακτηρίας, και μόλις προ ολίγου του Βασιλαδιού και Ντολμά και ετοιμάζει 3.000 περίπου Αιγυπτίους, οι οποίοι επιβιβασθέντες σε πλοιάρια αλλά και «θαλασσοβατούντες», περικυκλώνουν την Κλείσοβα και ορμούν να την καταλάβουν.
Αλλά, ας δούμε πώς περιγράφει ο Λάμπρος Κουτσονίκας (Οπ.π.σ.120), την πρώτη έφοδο των Αιγυπτίων: «... ο εχθρός έφθασε με τας Αιγυπτιακάς τακτικάς στήλας, αίτινες ώρμησαν επί του μικρού οχυρώματος και με τας χείρας άδραξαν τους πάλους των οχυρωμάτων και ως εκ τούτου η φρουρά του Μεσολογγίου ενόμισεν, ότι οι εχθροί κατεκυρίευσαν την Κλείσοβαν, αλλ' ο γενναίος αρχηγός (Τζαβέλλας) άφησε τους εχθρούς και επλησίασαν τόσον κοντά ώστε ουδεμία βολή να υπάγη επί ματαίω, διέταξεν αμέσως το πυρ και εξετελέσθη κατακεραυνώσας τους της πρώτης γραμμής πλησιάζοντας, οίτινες ως αστάχυες κατεθερίσθησαν και εστρώθησαν εις το έδαφος· οι εχθροί ιδόντες την φθοράν των εσταμάτησαν επ' ολίγον, αλλ' επήλθε και δεύτερον και τρίτον πυρ επ' αυτών και τους κατεκύλισεν εις την γην».
Επιχειρούν πέντε αλλεπάλληλες εφόδους, αλλά και τις 5 φορές υποχωρούν μπρος στην ακατανίκητη ανδρεία και την ανεξάντλητη καρτερία των μαχητών της Κλείσοβας, οι οποίοι, καθοδηγούμενοι κατάλληλα, πυροβολούν με αξιοσημείωτη επιτυχία, κυρίως εναντίον των αξιωματικών των Αιγυπτίων -ιδίως Γάλλων- που διακρίνονταν από τις χρυσοποίκιλτες στολές τους.
Γύρω στη δύση του ηλίου, οι ηρωικοί υπερασπιστές αναμένοντας νέα σφοδρότερη έφοδο, αναγκάζονται να εγκαταλείψουν το πρόχωμα και να καταφύγουν στην εκκλησία. Πράγματι σε λίγο οι εχθροί εφορμούν για έκτη φορά, αποφασισμένοι τώρα με κάθε θυσία να καταλάβουν το νησί. Ο Αν. Γούδας14 μας δίνει την ακόλουθη ωραία περιγραφή:
«Ότε δε οι εχθροί υπερπλεόνασαν, τότε ο Τζαβέλλας και ο Σωτηρόπουλος απεσύρθησαν εις το εν τω μέσω του νησιδίου ναΐδριον της Αγίας Τριάδος. Ανέβησαν οι υπ' αυτούς άπαντες εις την οροφήν, ένθα ο Σωτηρόπουλος είχε σχηματίσει ενωρίτερον είδος τι προμαχώνος εκ λίθων, ευρεθέντων πέριξ του ναού, εκ κεράμων και αλιευτικών κοφίνων, εμπλέων χώματος. Ωχυρώθησαν όπως κάλλιον εδύναντο όπισθεν αυτών και τόσον ευστόχως και αδιαλείπτως επυροβόλουν, ώστε εφόνευον άπαντας σχεδόν τους προσεγγίζοντας... »
Ο ίδιος ο Χουσεΐν, λαμποκοπώντας μέσα στην πλουμιστή στολή του, «αστράπτων» -κατά τον Στασινόπουλο15- «από τον χρυσόν και τους πολυτίμους λίθους», σηκώνεται όρθιος στην πρασινοχρωματισμένη λέμβο του και παροτρύνει τους άνδρες του. Κατά κακή του όμως τύχη, τον επισημαίνουν οι καταφυγόντες στην εκκλησία, απ' όπου κατά την επικρατέστερη εκδοχή (διότι υπάρχει και ή έγκυρη άποψη, την οποία καταγράφει ο Κασομούλης, ότι τον σκότωσε ο Σφήκας, ψυχογιός του Αξ/κού Αποστόλη Καρατζογιάννη, Νιχωρίτου), ο Παναγιώτης Σωτηρόπουλος - «άριστος σκοπευτής ών», όπως γράφει στην ιστορία του ο Στρατηγός Νικόλαος Μακρής – τον πυροβολεί και τον σωριάζει νεκρόν. Η λέμβος αποσύρεται και δίδει έτσι το σύνθημα της γενικής υποχώρησης στις εχθρικές γραμμές. Η φρουρά τους καταπυροβολεί και με επικεφαλής τον Κίτσο Τζαβέλλα ξιφήρης, εξορμά και τους καταδιώκει, σφάζοντας όσους είχαν βγει στο πρόχωμα και κυνηγώντας τους άλλους μέσα στη λιμνοθάλασσα, οι οποίοι πανικόβλητοι διασκορπίζονται.
Στο σημείο αυτό, συμπληρώνει ο Δημήτρης Φωτιάδης, μεταφέροντας την αφήγηση του Κασομούλη:
«Μόλις είδαμε από το Μεσολόγγι πως οι δικοί μας στην Κλείσοβα πήδησαν όξω από τα ταμπούρια τους, όρμησε τότες η «βοήθεια», όπου είχε μπει στα πλοιάρια και περίμενε. Λάμνοντας μ' όλη τη βία τράβηξαν γραμμή κατά το νησάκι το πιο κοντινό στην Κλείσοβα. Σκιάζονται οι Αρβανίτες κι οι Αραπάδες που είτανε μαζεμένοι γύρω απ' αυτό, τους πιάνει χαροτρομάρα και τρέχουν άλλοι από δω και άλλοι από εκεί».
Ευτυχώς γι' αυτούς, η νύχτα που άρχισε να πέφτει, διακόπτει την απηνή καταδίωξή τους.
«Την επαύριον οι Έλληνες - γράφει ο Αρτέμιος Μίχος (Όπ.π.σ.54) - περιερχόμενοι τα μικρά νησίδια τα περί την Κλείσοβαν, εύρισκον πολλούς των τακτικών Αράβων οίτινες είχον περιπλανηθεί κατά την μάχην, εκ των οποίων άλλους μεν εφόνευον, άλλους δε ζώντας μετέφερον εις Μεσολόγγιον».
Ο Κασομούλης (Όπ.π.σ. 237) δίνει επίσης μια συνταρακτική εικόνα των σκηνών που επακολούθησαν την επομένη: «Η φρουρά όλη έτρεχεν και εφιλούσεν τους σωθέντας συναδέλφους των εις την Κλείσοβαν. Όλοι επήγαν δια να ιδούν το τρομερόν θέαμα την αυγήν. Επήγα και μόνος μου, αφού τους εφίλησα επαρατήρησα και είδα γύρωθεν επτά σωρούς φονευμένους και στιβασμένους ένας επάνω στον άλλον, οίτινες ήταν οι φύλακες των σημαιών, φονευόμενοι καθ' ον χρόνον έτρεχαν να φυλάξουν τας σημαίας. Οι σωροί απείχον έως μίαν οργυιά από την τάφρον, τόσον είχαν πλησιάσει. Η λίμνη ήταν σκεπασμένη από τα πτώματα16 έως μίαν βολήν μακράν και πλέοντα εκυμάτιζαν ωσάν φροκαλίδια επάνω εις την ακρογιαλιάν».
Ο Μίχος αναφέρει ακόμη ότι «1500 λογχοφόρα όπλα του τακτικού Αιγυπτιακού Στρατού και υπέρ τας 100 καραμπίνας και άλλα τόσα ξίφη Αξιωματικών, 13 σημαίαι της ημισελήνου και 10 τύμπανα και άλλα πάμπολλα λάφυρα απετέλεσαν το Ελληνικόν Τρόπαιον».
Ας ακούσουμε επίσης ένα χαρακτηριστικό περιστατικό που έλαβε χώρα την επομένη (το ίδιο με μερικές παραλλαγές, αναφέρει και ο Κασομούλης) και που περιλαμβάνει στ' απομνημονεύματά του ο Σπυρο-Μήλιος17.
«Ο Καπετάν Πασιάς, όστις έστεκεν με τον στόλον προσορμισμένος και είδε μακρόθεν τας τουρκικάς σημαίας θεμένας επί του προμαχώνος της Κλείσοβας, εσυμπέρανεν, ότι εκυριεύθη· όθεν έστειλεν εν πλοιάριον, εις το οποίον ήτον τριάκοντα Τούρκοι, δια να συγχαρεί εκείνον τον Βεζύρην, όστις έφερε τα νικητήρια· το πλοιάριον επλησίασεν εις την Κλείσοβαν και δεν παρετήρησεν ότι αι σημαίαι ήτον ανάποδα- μάλιστα ο Καπετάν Γιαννάκης Τζαβέλλας, αδελφός τον Στρατηγού, όστις ευαρεστείτο να μη ξουραφίζει τα γένεια του, τους επαρρησιάσθη έξω του προμαχώνος, τους ωμίλησεν Τούρκικα και τους επροσκάλεσεν να εβγούν εκ του πλοίου. Οι Τούρκοι απατηθέντες από την γλώσσαν και από τα γένεια εβγήκαν και ούτως τους εσύλλαβαν οι Έλληνες όλους, πλην δεν κατεδέχθησαν να τους κακοποιήσουν, αλλά μόνον τους αφόπλισαν και τους έστειλαν εις το εχθρικόν στρατόπεδον δια να παρηγορήσουν τους υπερήφανους Βεζυράδες, οίτινες μετά την αποτυχίαν ήτον πολλά μελαγχολικοί».
Πέντε μέρες πέρασαν και οι ορδές του εχθρού βρίσκονταν στην ίδια παραζάλη και βουβαμάρα. Οι Αραπάδες ολοένα ξετρύπωναν από τη λίμνη κι ούτε αυτός ακόμη ο Μπραΐμης δεν ήξερε την κατάσταση του ασκεριού του. Από τότε πλάστηκε και ο θρύλος πως τις νύχτες βογγάει το αίμα των Αραπάδων στην περιοχή της Κλείσοβας. Θα αντιπαρέλθουμε και άλλα περιστατικά που χαρακτηρίζουν την πανωλεθρία που υπέστησαν τότε οι Τουρκοαιγύπτιοι και θα μνημονεύσουμε μόνο την εκτίμηση του Στασινόπουλου (Όπ. π.σ. 204) κατά την οποία «οι Τουρκοαιγύπτιοι είχαν καταληφθεί υπό τόσου πανικού, ώστε εάν οι πολιορκούμενοι απεφάσιζαν να κάμουν την Έξοδον την νύκτα εκείνην, όλοι θα εσώζοντο και κανείς δεν θα έπιπτε».
Έτσι έληξε με την βοήθεια της Θεομήτωρος η «πανήμερος», όπως ονομάσθηκε, μάχη της Κλείσοβας, επειδή κράτησε από τα χαράματα μέχρι το σούρουπο της 25ης Μαρτίου 1826.
Στη μάχη της Κλείσοβας, οι απώλειές μας έφθασαν γύρω στους 60 ηρωικούς νεκρούς και τραυματίες, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν και αρκετοί Μεσολογγίτες.
Οι απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων ανήλθαν, σύμφωνα με τους παρόντες τότε στο Μεσολόγγι απομνημονευματογράφους, κατά μεν τον Ν. Κασομούλη (Όπ.π.σελ. 237) σε 2.500 νεκρούς, «εκτός των όσων εσυνελάμβανον οι πλοιαροκονταρισταί ζώντας την αυγήν, ζητώντας την συμπάθειάν των (τους οποίους εφόνευον)», κατά δε τον Αρτέμιο Μίχο (Όπ.π.σελ. 54) σε 3.500 φονευθέντες και πληγωθέντες. Τέλος, ο Σπυρο-Μήλιος (Όπ.π.σελ. 221), κατά μαρτυρίαν του Παπαλουκά, μνημονεύει 3.500 νεκρούς, εκτός των πληγωμένων.
Η απίστευτη κυριολεκτικά δυσαναλογία μεταξύ των απωλειών που υπέστη η φρουρά της Κλείσοβας και των αντιστοίχων των Τουρκοαιγυπτίων, θα πρέπει, εκτός των άλλων, ν' αποδοθεί και στο γεγονός ότι η μικρή έκταση του νησιού (περίμετρος περίπου 300 βήματα) επέτρεπε μόνο τις κατά κύματα και με μικρή σχετικώς δύναμη επιθέσεις του εχθρού, επίσης στο ότι ο λασπώδης βυθός δυσκόλευε σοβαρά τις κινήσεις των επιτιθεμένων, η δε τοποθέτηση υποθαλάσσιων εμποδίων (πασσάλων) μπρος από τα κράσπεδα του νησιού απέτρεπε την προσόρμιση λέμβων.
Για τα πτώματα των Τουρκοαιγυπτίων, ο Φάνης Μιχαλόπουλος18, αναφέρει: «... φρικιαστική πραγματικώς είναι η περιγραφή την οποίαν μας έδωκεν ο ιατρός της φρουράς κι ένας από τους σωθέντες μετά την Έξοδον αγωνιστές ο Λευκάδιος Στεφανίτσης εις την «Απλήν και μεμαρτυρημένην έκθεσίν» του (εν Ναυπλίω 1836). Μετά την μάχη της Κλείσοβας, προβλέποντας ούτος μεγαλύτερη έλλειψη τροφών, επρότεινε όπως τα πτώματα των Αιγυπτίων αλατισθούν και δοθούν για τροφή εις τους κατοίκους. Αλλά η πρόταση απορρίφθηκε και μόνη τροφή που τους απόμεινε ήσαν τα χελιδόνια της ανοίξεως».
Θα αντιπαρέλθουμε τον σκόπελο να μνημονεύσουμε ιδιαίτερα διακριθέντες και θ' αρκεσθούμε στη διατύπωση του Μεσολογγίτη ιστορικού και πρώτου Πρωθυπουργού Σπυρίδωνος Τρικούπη, κατά τον οποίο «ήρως αυτόχρημα ανεδείχθη πας πολεμιστής της Κλείσοβας». Θα επαναλάβουμε, επίσης, ότι παρά το πλευρό των ανδρών πολέμησαν ηρωικά και Μεσολογγίτισσες.
Στο αιματοπότιστο νησί μια χούφτα παλληκάρια Το μέγα δένδρο ανάστησε με τα χρυσά κλωνάρια Ω! Μεσολόγγι! Ω! Δόξας γη! Κι΄αστράφτει στον αιώνα η Κλείσοβα του ολόφωτου Μετώπου σου Κορώνα! Κωστής Παλαμάς |
ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η πολυθρύλητη μάχη της Κλείσοβας, αν θεωρηθεί αυτοτελώς και ανεξάρτητα από τα τόσα άλλα περίλαμπρα περιστατικά που διαδραματίστηκαν κατά τη διάρκεια της τελευταίας πολιορκίας του Μεσολογγίου, αναμφίβολα θα πρέπει να συγκαταλεχθεί ανάμεσα στις πιο συγκλονιστικές και πολυαίμακτες συγκρούσεις κατά τον ιερό Αγώνα της Φυλής. Η τρομακτική φθορά που υπέστησαν τα λεφούσια των Τουρκοαιγυπτίων, μόνο με τη νίλα της Στρατιάς του Δράμαλη στα Δερβενάκια τον Ιούλιο του 1822 απ' τον Κολοκοτρώνη μπορεί να παραβληθεί. Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι έναντι 130 περίπου ηρωικών προμάχων της, η υπεροχή του εχθρού σε ανθρώπινο δυναμικό και υλικά μέσα ήταν όχι απλώς συντριπτική, αλλά πρωτοφανής (1:25 αναφέρουν οι ιστορικοί), το έπος της Κλείσοβας θα πρέπει χωρίς υπερβολή να καταγραφεί ίσως -τηρουμένων των αναλογιών- σαν το μοναδικό νικηφόρο περιστατικό στην πολεμική ιστορία και όχι μόνο την Ελληνική.
Δυστυχώς, η περιφανής αυτή νίκη που έστεψε τα ιερά όπλα των γενναίων υπερασπιστών της, δεν είχε την αναμενόμενη συνέχεια, όπως άλλωστε ο ίδιος ο Μπραΐμης σ' ένα ξέσπασμα ειλικρίνειας ομολόγησε μετά από λίγο καιρό στον Γάλλο Δεριγνύ: «Βλέπεις πώς λιώνουν τα χιόνια εκείνων των βουνών; Έτσι ακριβώς θα λιώναμε και εμείς αν το Μεσολόγγι είχε τρόφιμα για κάμποσες μέρες».
Ο ελληνικός στόλος, αρκετά αδύνατος τώρα, στις αμέσως επόμενες μέρες, δεν μπόρεσε να διασπάσει τον ασφυκτικό κλοιό του εχθρού και να ανεφοδιάσει με τρόφιμα τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» κι έτσι ό,τι δεν κατόρθωσαν τα πολυάριθμα ασκέρια του Κιουταχή και του Ιμπραήμ, το πέτυχε η πείνα, «αυτή η μαύρη και απαίσια στρίγγλα», κατά το χρονικογράφο, με τα γνωστά επακόλουθα.
Έτσι, για να ξαναγυρίσουμε στην αφήγησή μας, η Κλείσοβα δεν έπεσε. Πατήθηκε από τον εχθρό μετά την Έξοδο, όταν δεν υπήρχε πια Μεσολόγγι.
Θα αποτολμήσουμε, επίσης, μια σύντομη κριτική της Μάχης από καθαρώς στρατιωτικής σκοπιάς μ' όλο το σεβασμό προς τους αθάνατους προγόνους μας.
Θα σημειώσουμε έτσι, από πλευράς προπαρασκευής, την επιτήδεια οχύρωση του νησιού και ιδίως την επινοητικότητα του Σωτηρόπουλου, για την τοποθέτηση πασσάλων στον υποθαλάσσιο χώρο γύρω από το νησί, που προσομοιάζει με τα μέσα που χρησιμοποιούνται σήμερα κατά την άμυνα των νήσων και περιλαμβάνουν εγκατάσταση υποβρυχίων ναρκοπεδίων και λοιπών κωλυμάτων, εγγύς των ακτών αποβάσεως.
Θα επισημάνουμε ότι οι διατεθείσες δυνάμεις και τα μέσα για την άμυνα του νησιού ήταν μάλλον ανεπαρκή, εν όψει μάλιστα των διαφανέντων πλέον σχεδίων του εχθρού, τόσο με την προηγηθείσα άλωση του Βασιλαδιού και του Ντολμά, όσο κι από τις ενέργειες της προτεραίας της επίθεσης. Η έγκαιρη προώθηση στο νησί επί πλέον 2 έως 4 πυροβόλων και αριθμού μαχητών, καθώς και των απαραιτήτων εφοδίων και πυρομαχικών, εκτιμάται ότι θα συνέβαλε πλέον αποτελεσματικά στη διεξαγωγή του αγώνα.
Θα διατυπώσουμε την άποψη, ότι ο εχθρός με τις παραπλανητικές του κινήσεις, πέτυχε τακτικό αιφνιδιασμό σε βάρος των αμυνομένων, διότι όλοι πίστεψαν ότι η επίθεση στρεφόταν κατά του Ανεμόμυλου και του Μεσολογγίου. Απόρροια τούτου ήταν, η συνακόλουθη ενίσχυση του νησιού να επιχειρηθεί άκαιρα, ασυντόνιστα και με δυνάμεις μεταγγιζόμενες «στάγδην», με πρωτόβουλες, παράτολμες έως και απέλπιδες, θα λέγαμε, προσπάθειες.
Θα παρατηρήσουμε τη σημειωθείσα έλλειψη κυρίως νερού και πολεμοφοδίων, η οποία είναι εν μέρει δικαιολογημένη, λόγω της σφοδρότητας και διάρκειας της μάχης.
Θα τονίσουμε την παράλειψη εκπόνησης υπό της συλλογικής Κεντρικής Διοικήσεως (μάλλον αυτό ήταν μειονέκτημα) επαρκών όσο και αναγκαίων σχεδίων ενίσχυσης και υποστήριξης με δυνάμεις και πυρά της φρουράς του νησιού, προ και κατά τη διεξαγωγή του αγώνα.
Η Κλείσοβα, όπως θα λέγαμε στη στρατιωτική ορολογία, βρισκόταν «εντός βεληνεκούς υποστηρίξεως και αποστάσεως ενισχύσεως», από τις φίλιες γραμμές.
Θα υπενθυμίσουμε ακόμη, ότι κατά τη διεξαγωγή της μάχης δεν εκδηλώθηκε σχέδιο αντιπερισπασμού από τη φρουρά του Μεσολογγίου, τα γνωστά εκτός των Τειχών γιουρούσια της Φρουράς. Μετά δε τη δεινή ήττα του αντιπάλου, δεν επιδιώχθηκε σε ανάλογη έκταση η εκμετάλλευση της επιτυχίας, έναντι ενός εχθρού πλήρως εξουθενωμένου. Ενδεχομένως, η απουσία του Κ. Τζαβέλλα, που πρωτοστατούσε στα εγχειρήματα αυτά και διοικούσε τη «βοήθεια», ή ακόμη η μεγάλη εξασθένηση του οργανισμού τους απ' την ασιτία, δηλαδή η έλλειψη φυσικών δυνάμεων, να μην επέτρεψαν την εκδήλωσή τους.
Τέλος, θα πρέπει ιδιαιτέρως να εξάρουμε, τόσο την ανεκτίμητη σημασία της Ηγεσίας, όσο και την ανυπολόγιστη αξία των Ηθικών Δυνάμεων της Φρουράς, στοιχεία τα οποία διαδραμάτισαν ακόμη μια φορά τον κυρίαρχο ρόλο στο πεδίο της Μάχης και κατίσχυσαν της, όχι απλώς συντριπτικής, αλλά πρωτοφανούς υπεροχής του εχθρού σε δυνάμεις και μέσα.
Και για να συμπληρώσουμε τα σχετικά με τη Φρουρά της Κλείσοβας, σημειώνουμε ότι, σύμφωνα με το Σχέδιο της Εξόδου, το Σώμα της Κλείσοβας, με τους αρχηγούς του Χριστόδουλο Χατζηπέτρο και Παναγιώτη Σωτηρόπουλο, αποχώρησε την ίδια νύχτα (10 Απρ. 1826) με πλοιάρια από το νησί και κατέλαβε το δεξιό πλευρό των εξερχόμενων δίπλα στη φάλαγγα των γυναικόπαιδων, υπέστη δε σοβαρότατες απώλειες, αντιμετωπίζοντας, αρχικά το Ιππικό των Αιγυπτίων στον κάμπο του Μποχωριού, και εν συνεχεία την ενέδρα των Τουρκαλβανών, κοντά στον Αη Συμιό.
Ο Κασομούλης (όπ.π.σ. 283) αναφέρει ότι «από τους 76 άνδρες του Χ.Χ. έμειναν μόνον 17-20».
Αξίζει, τέλος, να μνημονευθεί και η σύγκριση που έκανε ο γνωστός οπλαρχηγός Σουρμελής, όταν ύστερα από ένα χρόνο, συμμετέχοντας το 1827 στην πολιορκία της Ακροπόλεως, εξοργισμένος από σχετική ιταμή πρόκληση συναδέλφων του, απάντησε όπως μας περιγράφει ο Κασομούλης στα «Ενθυμήματα Στρατιωτικά»: «Μιας ημέρας μόνον μίαν πράξιν εκείνης της Φρουράς (του Μεσολογγίου), και να μάσης όλαις ταις πράξεις της Φρουράς αυτής (της Ακροπόλεως) και τριών ακόμη χρόνων (καθ' υπόθεσιν), δεν συγκρίνεται. Δεν εννοώ (το κατόρθωμα) της Εξόδου...., αλλά μόνον της Κλείσοβας (την μάχην θα ήρκει) να έχης κατά νουν».
Κλείνοντας την αφήγησή μας, θα προσθέταμε ότι το νησάκι σήμερα έχει περίπου καταποντιστεί, έρμαιο των κυμάτων και της αδιαφορίας όλων μας και ότι τόσο το ιστορικό εκκλησάκι της Αγίας Τριάδος όσο και ο Τύμβος των Πεσόντων απειλούνται με κατάρρευση. Πολλά λέγονται για την αξιοποίηση της λιμνοθάλασσας, μέσα στην οποία περιλαμβάνεται και η διάσωση του νησιού με την εκτέλεση σειράς έργων. Ας ευχηθούμε, τα σχέδια αυτά σύντομα να υλοποιηθούν, πριν να είναι πολύ αργά και ας ελπίσουμε, μαζί μ' αυτά, ν' αναβιώσουν και τα ωραία έθιμα και οι παραδόσεις μας και ακόμη κατά την επέτειο της Μάχης που συμπίπτει με την Εθνική μας Εορτή της 25ης Μαρτίου, να τελούνται στο νησάκι επιμνημόσυνη δέηση και άλλες εκδηλώσεις, σαν ένδειξη της ελάχιστης ευγνωμοσύνης και φόρου τιμής σ' εκείνους που θυσιάστηκαν τότε, για νάμαστε ελεύθεροι εμείς σήμερα, έχοντας πάντοτε στο νου μας, το γνωστό αξίωμα: «Λαοί που λησμόνησαν την Ιστορία και τις παραδόσεις τους, χάθηκαν στο διάβα του χρόνου».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
* Χ. Αγγελομάτη: «Το Μεσολόγγι στο Σταυροδρόμι της Δόξης». Αθήνα, 1973.
* Κ. Αλεξανδρή: Αι ναυτικαί επιχειρήσεις του υπέρ ανεξαρτησίας αγώνος, 1821-29. Αθήναι, 1930..
* Αντ. Αντωνιάδη: «Μεσολογγιάς» Έπος ιστορικόν. Αθήναι, 1876.
* Π. Αργυρόπουλου: «Αι τρεις Πολιορκίαι του Μεσολογγίου και η Έξοδος της Φρουράς αυτού». Αθήναι, 1926. Αρχείο Αγωνιστών Εθνικής Βιβλιοθήκης.
* Ζώη Βλασσοπούλου: «Η Τελευταία Νυξ του Μεσολογγίου». Αθήναι, 1895.
* Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ).
* Αν Γούδα: «Βίοι Παράλληλοι». Αθήναι, 1872.
* Σ. Θεοφανίδη: Ιστορία του Ελληνικού Ναυτικού». Αθήναι, 1932.
* Κανέλλου Δεληγιάννη: «Απομνημονεύματα». Αθήναι, 1854.
* Χρ. Ευαγγελάτου: «Ιστορία του Μεσολογγίου». Αθήναι, 1959.
* Γ. Ζαλοκώστα: «Κλείσοβα» ποίημα. Αθήναι, 1850.
* Ιωαν. Ιωαννίδη: «Πολιορκίαι, Έξοδος και Ηρώον Μεσολογγίου». Μεσολόγγιον, 1926.
* Νικ. Κασομούλη: «Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων». Αθήνα, 1939-1942.
* Διον. Κόκκινου: «Η Ελληνική Επανάστασις». Αθήναι, 1956 -1960.
* Ν. Κολόμβα: «Η Εποποιία της Κλείσοβας». Αθήνα, 1996.
* Λάμπρου Κουτσονίκα: «Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως». Αθήναι, 1863.
* Κ. Κώνστα: «Άπαντα» Τόμος 1ος. Αθήνα, 1991.
* Τ. Λάππα: «Δοξασμένη Έξοδος», Αθήνα, 1960.
* Ιωαν. Λούβρου: «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι». Αθήναι, 1955.
* Ιωάννη-Ιακώβου Μάγερ: «Ελληνικά Χρονικά». Αθήναι, 1926.
* Νικ. Μακρή: «Ιστορία του Μεσολογγίου». Αθήναι, 1959.
* Οδυσ. Μαρούλη: «Τελευταία Πολιορκία του Μεσολογγίου». Αθήναι, 1925.
* «Μεσολόγγι» Εθνική Τράπεζα Ελλάδος. Αθήνα, 1976.
* Φάνη Μιχαλόπουλου: «Οι Τελευταίες Στιγμές του Μεσολογγίου», Αθήναι, 1957.
* Αρτεμίου Μίχου: «Απομνημονεύματα της Β' Πολιορκίας του Μεσολογγίου». Αθήναι, 1956.
* Κωστή Παλαμά: «Στην Κλείσοβα». Επίγραμμα. Μεσολόγγι, 1894.
* Ευαγ. Παντελίδη: «Πολιορκία και Έξοδος του Μεσολογγίου». Αθήναι, 1904.
* Κ. Παπαρρηγόπουλου: «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους». Αθήναι, 1932.
* Κ. Πετροπούλου: «Σκηνές Εθνικού Μεγαλείου». Αθήνα 1971.
* Εμμ. Πρωτοψάλτη: «Αλληλογραφία Φρουράς Μεσολογγίου». Αθήναι 1964.
* Ι. Ράγκου: «Μελέτη περί της Ιεράς Επαναστάσεως». Αθήναι, 1902.
* Ν. Σπηλιάδου: «Απομνημονεύματα του 21». Αθήναι, 1852-1859.
* Σπυρομήλιου: «Απομνημονεύματα της Β' Πολιορκίας του Μεσολογγίου». Αθήναι, 1883.
* Κ. Στασινόπουλου: «Το Μεσολόγγι». Αθήναι, 1925.
* Σπυρίδωνος Τρικούπη: «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως». Αθήναι, 1888.
* Γ. Τσατσάνη: «Παναγιώτης Σωτηρόπουλος, ο Ήρωας της Κλείσοβας». Αθήνα, 1960.
* Στεφ. Τσίντζου: «Το Μεσολόγγι Κοιτίς της Ελευθερίας». Αθήνα, 1936.
* Νικήτα Φιλιππόπουλου: «Το Μεσολόγγι στο διάβα του χρόνου». Αγρίνιο, 2003.
* Δημήτρη Φωτιάδη: «Μεσολόγγι». Αθήνα, 1958.
Ξένη
* Spiridion Balbi (De Missolongni): «La Grece Regeneree». Paris, 1833.
* J. Dimakis: La Presse Frangaise face a la chute de Missolonghk Thessaloniki, 1976.
* Auguste Fabre: «Histoire du Siege de Missolonghi». Paris, 1827.
* Filip Tames Green: «Sketches of the War in Greece». London, 1827.
* Alfonse Nuzzo Mauro: «L Catastrofe di Mesolongi». Napoli, 1830.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1 Σύμφωνα με τα «Ελληνικά Χρονικά» αποβιβάστηκαν: «Στρατεύματα τακτικά μετά των πυροβολιστών του Ιμπραήμ, οδηγούμενα από αξιωματικούς Γάλλους 8.600 Στρατεύματα άτακτα του ιδίου, από Κρήτης, Μοθώνης, Λάλα κλπ. 2.400, Αλβανοί μισθωτοί του ιδίου 2.200, Μαμελούκοι 1.200, Κοζάκοι του Τοπάλ 500, Ιατροί, υποϊατροί, υπηρέται των ασθενών και φροντισταί των τροφών 350, το άθροισμα 15.250».
2 Την εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά» εξέδιδε στο Μεσολόγγι ο Ελβετός φιλέλληνας Ιωάννης-Ιάκωβος Μάγερ (1798-1826) από 1 Ιαν. 1824 έως 20 Φεβ. 1826, όταν από εχθρική οβίδα καταστράφηκαν οι εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα του τυπογραφείου.
3 Λάμπρος Κουτσονίκας: «Γενική Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων», Αθήναι 1863, Τ. Β' σ. 115.
4 Ο Ιταλός γιατρός Alfonso Nuzzo Mauro στην υπηρεσία του Ιμπραήμ στο βιβλίο του «La Catastrofe di Mesolongi», Napoli 1830, σχετικά αφηγείται: «Ένας Λόχος γενναίων Τούρκων μπαλτατζήδων (σκαπανέων) γέμισε αυτά τα περάσματα με άμμο κάτω από τα αδιάκοπα πυρά τον φρουρίου (Βασιλαδιού)».
5 Νικόλαος Μακρής: «Ιστορία του Μεσολογγίου», Μεσολόγγιον 1908, σελ. 47.
6 Δημήτρης Φωτιάδης: «Μεσολόγγι», Αθήνα, 1958.
7 Νικόλαος Κασομούλης: «Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων», Αθήνα 1939-1942, τ. Β'. σ. 199, 200.
8 Auguste Fabre: «Histoire du Siege de Missolonghi», Paris 1827.
9 Ιω. Ιωαννίδης: «Πολιορκίαι, Έξοδος και Ηρώον Μεσολογγίου», Μεσολόγγιον 1926.
10 Ι. Μακρυγιάννης: «Απομνημονεύματα», Αθήναι 1904.
11 Αρτέμιος Μίχος: «Απομνημονεύματα», Αθήναι 1956, σ. 50.
12 Κατά τον Δίον. Κόκκινο «Η Ελληνική Επανάστασις» Αθήναι 1956-1960, το περιστατικό αυτό συνέβη κατά την επίθεση των Αιγυπτίων, χωρίς όμως και να θεωρείται ως επικρατέστερη αυτή η άποψη, δοθέντος ότι κρίνεται ως εγκυρότερη η γνώμη των παρόντων ιστοριογράφων Ν. Κασομούλη και Α. Μίχου, όπως εκτίθεται παραπάνω.
13 Κατά τον Ν. Κασομούλη (τ. Β'. σελ. 232), η προσπάθεια του Γ. Τζαβέλλα και των υπολοίπων, είχε προηγηθεί της ενέργειας του Κ. Δροσίνη.
14 Αν. Γούδας: «Βίοι Παράλληλοι», Αθήναι 1872.
15 Κ. Στασινόπουλος: «Το Μεσολόγγι», Αθήναι 1926, σ. 204.
16 Ο Αρ. Μίχος (Όπ.π.σ. 54) σχετικά παρατηρεί: «Τα πτώματα ταύτα ήσαν του Αιγυπτιακού στρατού. Εκ του στρατού δε του Κιουταχή μόνα τα πτώματα των δύο αυτού σημαιοφόρων έμειναν εκεί, τα δε άλλα εβλέπομεν ιδίοις οφθαλμοίς ότι διαρκούσης της μάχης, τα μετέφερον οι σύντροφοί των επί των ώμων των μέχρι της ξηράς, εκεί δε τα ανεβίβαζον εις ίππους και τα έπεμπον εις το στρατόπεδόν των, η μετακόμισις δε αύτη ήτο διηνεκής και πυκνή».
17 Σπυρομήλιος: «Απομνημονεύματα της Β' Πολιορκίας του Μεσολογγίου», Αθήνα 1883, σ. 221.
18 Φάνης Μιχαλόπουλος: «Οι τελευταίες στιγμές του Μεσολογγίου», Αθήναι 1957.
Πηγή: Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον
Σε μια αναμέτρηση λοιπόν και αντιπαράταξη θυσιαστικά δύο θρησκειών και δυό κόσμων οι Ορθόδοξοι Έλληνες κληρικοί και μάλιστα οι αρχιερείς όχι μόνο δεν αντέδρασαν ούτε χλεύασαν τον αγώνα, αλλ' όπως είναι φυσικό και αυτονόητο, υπήρξαν οι φυσικοί ταγοί και ηγέτες, του αγωνιζομένου λαού. Πραγματικοί μπροστάρηδες , που, σαν άλλοι Μωυσείς ανέλαβαν να οδηγήσουν το λαό από τη σκλαβιά στην ελευθερία με κάθε προσωπική τους θυσία.
Το ράσο όλων των κληρικών, από του ασημότερου καλόγερου μέχρι του πολιουσεβάσμιου και άγιου Πατριάρχη, μεταβλήθηκε σε φλάμπουρο, που ηλέκτριζε και πύρωνε τα πνεύματα των αγωνιζομένων Ελλήνων. Η συμμετοχή των κληρικών, και μάλιστα των αρχιερέων, ήταν τόσο φυσική και τόσο αυτονόητη και απαραίτητη, ώστε όχι μόνο να συμπαρίστανται σε κάθε αγωνιστική προσπάθεια αλλά να θεωρούνται εκ των ων ουκ άνευ, μια και οι Έλληνες δεν επιχειρούσαν τίποτε, εάν προηγουμένως δεν έβλεπαν τους ρασοφόρους να τους ευλογούν, με τους σταυρούς και τα ιερά τους άμφια, και να τους οδηγούν στο καθήκον.
Ενδεικτικό του πόσο πολύ υπολόγιζαν όλοι οι Έλληνες (διοικούντες και λαός) τότε την παρουσία των αρχιερέων στις πολεμικές συρράξεις είναι και ένα έγγραφο της προσωρινής Ελληνικής κυβερνήσεως κατά το Μάιο του 1825, με το οποίο, μπροστά στον κίνδυνο της προελάσεως του Ιμπραήμ, έδωσε εντολή στους αρχιερείς, που βρισκόταν στο Μωριά: Κομάνων Αγαθάγγελο, Παροναξίας Ιερόθεο, Φαρσάλων Γεράσιμο, Τριπόλεως Δανιήλ και Ρέοντος και Πραστού Διονύσιο, να κινηθώσι όσον τάχος για να περιέρχονται τις επαρχίες Άργους, Τριπολιτζάς, Βοστίτζης (Αιγίου), Πατρών, Λεονταρίου και Μεσσήνης και να κηρύσσουν το της εθνεγερσίας σάλπισμα, προτρέποντας τους χριστιανούς σε γενική εξέγερση κατά του τυράννου κατακτητού δια να συντρέξουν εις την ταχείαν ξεκίνησιν των στρατευμάτων.
Κατά συνέπεια δεν πρέπει να θεωρείται υπερβολική η κρίση ότι άνευ της συμμετοχής, της συμπαραστάσεως και της συμπράξεως του ιερού κλήρου δεν θα ευωδούντο τα του ιερού αγώνος.
Ο Φωτάκος , δίδοντας το μέτρο της εκτιμήσεως και του σεβασμού των τότε Ελλήνων στους ρασοφόρους, χαρακτηρίζει τον κλήρο θεόπεμπτο και σεβάσμιο και επιλέγει εις την επανάστασιν πρώτος ο κλήρος εφάνη εις τον αγώνα με τον σταυρόν και με τη σπάθην εις τας χείρας.
Σε άλλο πάλι σημείο των απομνημονευμάτων του (ως να διαισθάνθηκε ότι θα εγερθούν άνδρες, που θα ισχυρισθούν ότι οι αρχιερείς δια της βίας σύρθηκαν στον αγώνα) τονίζει εμφαντικά και απερίφραστα: Οι αρχιερείς της και άπας ο λοιπός κλήρος...αυθόρμητος εκινήθη. . .και πρώτος έλαβε τα όπλα.
Αναγνωρίζοντας δε την αμέριστη συμμετοχή και συνδρομή των κληρικών στους αγώνες του 1821 αναφωνεί:
Ευτυχισμένη ήταν η ημέρα της επαναστάσεως της ελληνικής φυλής, διότι και τότε και προ χρόνων ακόμη το έθνος είχε και τον θεόπεμπτον και σεβάσμιον κλήρον ως οδηγόν του... Ο Κλήρος παρουσιάσθη εμπρός με τον σταυρόν και με το όπλον εις τας χείρας, έβαλε την φωνήν εκ μέρους της θρησκείας και έδωκε το σύνθημα πατρίς και θρησκεία.. .εσυμβούλευσε, ευλόγησε, αγίασε τα όπλα, ύψωσε την σημαίαν του σταυρού... Έκαστος δε κληρικός επήρε πλέον ως έργον του πολέμου να παρευρίσκεται παντού εις τα στρατόπεδα και εις τα φροντιστήρια δια να ετοιμάζη τα πολεμοφόδια και τας τροφάς, όχι μόνον δι ιδίων εξόδων και θυσιών αλλά και με τα ιδία του τα χέρια, άλλοι δε εξ αυτών να πολεμούν τον εχθρόν της πίστεως και της πατρίδος, μαζί με τους στρατιώτας και άλλοι πάλιν να στέκωνται έμπροσθεν του Υψίστου και να επικαλούνται την εξ ύψους βοήθειαν. . .
Ούτως δε ενεργείται η Ελληνική επανάστασις από όλας τας τάξεις των κληρικών, των αρχιερέων δηλαδή, των ιερέων και των μοναχών των μοναζόντων εις τα ιερά καταγώγια, τα οποία έγιναν κοινά δια την ελευθερίαν την εθνικήν.
Τέλος η επιτροπή που συστήθηκε (1833) από τον Όθωνα (μεταξύ των οποίων ο Σπ. Τρικούπης, ο Π. Νοταράς και ο Σκαρλ. Βυζάντιος) για τα Εκκλησιαστικά πράγματα της Ελλάδος, έγραψε στην έκθεσή της:
Πρώτοι οι ιερείς του Υψίστου έκλιναν ους ευήκοον εις την φωνήν της ελευθερίας και περιζωσάμενοι μετά της νοητής ρομφαίας του Ευαγγελικού λόγου το ξίφος του Άρεως, διέπρεψαν πολλαχώς εις τον Ελληνικόν αγώνα. Και τα ονόματα των εν Κωνσταντινουπόλει αθλησάντων Αρχιερέων θέλουν στολίζει δια παντός τας πρώτας σελίδας της νεωτέρας Ελληνικής ιστορίας.
Και μόνο με τα παραπάνω κείμενα θα έπρεπε να σιγήσει κάθε αντίρρηση και αντίλογος για τη συμπεριφορά του κλήρου και μάλιστα των αρχιερέων κατά το 1821. Επειδή όμως πιθανώς να υπάρχουν έστω μερικοί που θα επιμένουν να αμφισβητούν τις μαρτυρίες εκείνων των αυτοπτών και συναγωνιστών των ιεραρχών και επειδή είναι γεγονός ότι δεν φωτίσθηκε ακόμα επαρκώς η πτυχή της συνεισφοράς των αρχιερέων στην παλιγγενεσία του 1821 θα καταβληθεί προσπάθεια να έλθουν στο φως ορισμένες τουλάχιστον ενέργειες και δραστηριότητες των τότε αρχιερέων, όσες δηλ. η σμίλη της ιστορίας κατόρθωσε να περισώσει μέσα από το χαλασμό και την ερήμωση εκείνων των χρόνων, μια και είναι αδύνατον να περιγραφεί αναλυτικά η όλη προσφορά αυτών λόγω ποικιλίας και πυκνότητος μαχητικής αλλά και εξειδικευμένης προσφοράς.
ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ 1821
Είναι γνωστόν αλήθεια ότι οι μύδροι των επικριτών δε στρέφονται γενικά κατά του κλήρου αλλά κυρίως κατά των αρχιερέων η γενικά κατά του ανωτέρου κλήρου. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις γίνεται αντιδιαστολή ότι ενώ ο κατώτερος κλήρος (εννοώντας τους ιερείς) συμμετέσχε και συνέπραξε σύξυλος στον αγώνα, ο ανώτερος κλήρος και μάλιστα οι αρχιερείς ήταν εκείνοι που αντέδρασαν και αντιτάχθηκαν σ' αυτόν.
Για να υποστηρίξουν δε τις απόψεις και ισχυρισμούς τους οι επικριτές επικαλούνται πραγματικά περιστατικά και λόγους των ιδίων των ιεραρχών, που μαρτυρούν ότι μεμονωμένα ό α ή β ιεράρχης, ή μερικοί τουλάχιστον από αυτούς, έδειχναν να δυσπιστούν και να αμφιβάλλουν για τη δυνατότητα επιτυχίας ενός τέτοιου εγχειρήματος, όπως ο γενικός ξεσηκωμός του γένους, ενώ για άλλους ότι έφθαναν να αντιδρούν και να φαίνονται ότι τάσσονται στο πλευρό των Τούρκων. Αναφέρονται ακόμα και ορισμένες αδυναμίες ή και πάθη των ιεραρχών, που τα προβάλλουν ως βδεληρά και αποτρόπαια, ξεχνώντας ότι και οι αρχιερείς είχαν σώμα και ήταν άνθρωποι σαν όλους τους άλλους συγχρόνους τους ή και σαν και εμάς σήμερα με τις μικροεπιθυμίες, φιλοδοξίες, όνειρα, εγωισμούς κ.λπ. και επομένως θα πρέπει να τους βλέπουμε όσο κι αν ήταν οι κατά τόπους κεφαλές της Εκκλησίας και εις τύπον Θεού ως ανθρώπους και όχι ως αγγέλους.
Ξεπερνώντας λοιπόν τις ενδεχόμενες και αναγνωριζόμενες ανθρώπινες αδυναμίες, που τους καταμαρτυρούν, θα πρέπει να αναζητήσουμε να δούμε εάν τελικά κατόρθωσαν να αρθούν στο ύψος των τότε περιστάσεων και να προσφέρουν θετικό έργο στην υπόθεση του 1821.
Επιχειρώντας μάλιστα να διερευνήσουμε τα μύχια των ανθρώπων εκείνων και να τους ηθογραφήσουμε καλό είναι να μη μένουμε στα λόγια ή τις ενέργειες κάποιας οποιασδήποτε στιγμής τους αλλά να αναζητούμε τις οριακές στιγμές της πολιτείας τους, και μάλιστα του τέλους τους, γιατί, όπως έγραψε και ο Θουκυδίδης, προς το τελευταίον εκβάν έκαστον των πριν υπαρξάντων κρίνεται, και ανάλογα να τους μακαρίσουμε ή να τους κατακρίνουμε, κατά το απόφθεγμα του Σόλωνος μηδένα προ του τέλους μακάριζε (αλλά και κατάκρινε).
Πόσο κοντά λοιπόν στην αλήθεια είναι ο ισχυρισμός των επικριτών ότι αντέδρασαν οι αρχιερείς στο 1821; Ήταν στα αλήθεια εναντίον της αποτινάξεως του τουρκικού ζυγού ή όχι; Αλλά και εάν δεν αντέδρασαν ποια η συμμετοχή τους στο έπος του 1821; Ποια η θετική και αδιαμφισβήτητη συνεισφορά τους στην παλιγγενεσία των Ελλήνων;
Το ερώτημα αυτό θα επιχειρηθεί να διερευνηθεί και να απαντηθεί. Ποιο συγκεκριμένα θα αναζητηθούν στοιχεία και μαρτυρίες για το πόσοι και ποιοι από τους αρχιερείς συμμετέσχαν, αυτόβουλοι και απρόσκλητοι, ενεργά και δραστήρια στον αγώνα. Πόσοι και ποιοι πήραν στο ένα χέρι το Σταυρό και στο άλλο το γιαταγάνι. Πόσοι εγκατέλειψαν τις πατερίτσες για τα καρυοφύλλια, τους θρόνους για τα μετερίζια και τα ταμπούρια, την επισκοπή για την ελευθερία.
Ποιοι πάλι δοκιμάσθηκαν σαν αληθινοί ποιμένες χάρη του λαού στα ανήλια, υγρά, θεοσκότεινα, δυσώδη και φοβερά μπουντρούμια των τουρκικών φυλακών όπου επί μέρες και μήνες ή χρόνια καθημερινά δοκίμαζαν τα πάνδεινα βασανιστήρια και φρικτές στερήσεις.
Τέλος ποιοι έδωσαν και την τελευταία τους πνοή, ώστε το όραμα τόσων γενεών να θεμελιωθεί και στοιχειωθεί επάνω στα λιπόσαρκα, αιμάσσοντα και ασπαίροντα κορμιά σκέλεθρά τους, ώστε από τα κατ εξοχήν ιερά τους κόκκαλα να εξανθίσει ο κάλλιστος σπόρος και καρπός της ελευθερίας.
Έτσι π.χ. ο Σκαρίμπας, αν και ισχυρίζεται ότι όλοι οι ιεράρχες χλεύασαν και αντέδρασαν στο 21, τελικά φθάνει να παραδεχθεί ότι, έστω, μόνον οι αρχιερείς Σαλώνων Ησαΐας, Μεθώνης Γρηγόριος και Ρωγών Ιωσήφ υπήρξαν εκείνοι, που με τη θέληση τους συμμετέσχαν στον αγώνα και έδωσαν και τη ζωή τους σ' αυτόν.
Άλλοι όμως ερευνητές δέχονται ότι ο αριθμός των αρχιερέων που συμετέσχαν με τον α ή β τρόπο στους αγώνες του 1821 και πρόσφεραν και τη ζωή τους ή βασανίσθηκαν και δοκιμάσθηκαν από τους δυνάστες σ' αυτόν τον ιερό πόλεμο είναι πολλαπλάσιοι.
Αλλά και αυτοί που υπεραμύνονται της προσφοράς των αρχιερέων δυστυχώς δεν αναφέρουν επώνυμα και συγκεκριμένα παρά μόνο ελάχιστα ονόματα αρχιερέων, συνήθως τα ίδια και τα ίδια, που επαναλαμβάνονται από όλους τους μελετητές και συγγραφείς, ως απόδειξη της συμπράξεως των αρχιερέων στην παλιγγενεσία.
Έτσι συνήθως αναφέρονται τα ονόματα του Πατριάρχου Γρηγορίου και των αρχιερέων Αδριανουπόλεως Δωροθέου, Εφέσου Διονυσίου, Δέρκων Γρηγορίου, Αγχιάλου Ευγενίου, Π. Πατρών Γερμανού, Χριστιανουπόλεως Γερμανού, Δημητσάνης Φιλοθέου, Σαλώνων Ησαία, Ρωγών Ιωσήφ, Μεθώνης Γρηγορίου, Κορώνης Γρηγορίου, Κύπρου Κυπριανού, Κρήτης Γερασίμου, Έλους Ανθίμου, Ταλαντίου Νεοφύτου, και, κατά περίπτωση, μερικών άλλων, ωσάν μόνον αυτοί να ήταν οι αρχιερείς που πήραν μέρος στους αγώνες του Έθνους.
Αλλ' όπως είναι ευνόητο, εάν πραγματικά μόνον οι παραπάνω αρχιερείς ήταν εκείνοι που πήραν μέρος στον αγώνα, όσο κι αν, συγκρινόμενοι με τους 23 του Σκαρίμπα, θεωρούνται πολλαπλάσιοι, εν τούτοις αν ήθελαν συγκριθεί με τους 190 ή έστω 200 αρχιερείς που υπήρχαν σ' ολόκληρη την Οθωμανική αυτοκρατορία θα πρέπει να ομολογηθεί ότι αποτελούν περιορισμένη μειοψηφία, και φαίνεται να δικαιώνονται σε αρκετά υψηλό βαθμό οι επικριτές των.
Φαίνεται όμως ότι ο αριθμός των αρχιερέων που έλαβε μέρος στην Επανάσταση και θυσιάσθηκε σ' αυτήν πρέπει να είναι μεγαλύτερος , γιατί διαφορετικά δε θα μπορούσε η επί των εκκλησιαστικών επιτροπή του Όθωνα να γράψει το 1833, οπόταν δηλ. ακόμα ήταν νωπές οι μνήμες, ότι: Εν διαστήματι της επαναστάσεως, πολλαί των επαρχιών της Ελλάδος εστερήθησαν τους Αρχιερείς τους, θυσιασθέντας τους περισσοτέρους εις τους υπέρ της πατρίδος αγώνας. Όπως δε συνάγεται και από άλλα σημεία της ίδιας εκθέσεως από τους 49 αρχιερείς, που ποίμαιναν επί Τουρκοκρατίας τας ήδη συγκροτούσας το Βασίλειον της Ελλάδος επαρχίας μόνον 22 αρχιερείς επέζησαν εις τας άχρι τούδε πολιτικάς μεταβολάς αυτού του τόπου, πράγμα βέβαια που σημαίνει ότι οι άλλοι 27, που πραγματικά ήταν και οι περισσότεροι, θυσιάσθηκαν κατά τη διάρκεια του ιερού αγώνα.
Για το λόγο αυτό θα επιχειρηθεί μια ενδελεχέστερη διερεύνηση του όλου θέματος για τη στάση και συμπεριφορά αν όχι του συνόλου των αρχιερέων (γιατί, δυστυχώς, δεν υπάρχουν στοιχεία για όλους) οπωσδήποτε όμως της συντριπτικής πλειονότητας αυτών. Να διαπιστωθεί επί τέλους εάν οι αρχιερείς έλαβαν θετική η αρνητική στάση στην επανάσταση, κατά πόσο δηλ. την χλεύασαν ή την καταπολέμησαν, όπως διατείνονται οι επικριτές τους, ή την υπερασπίσθηκαν και την υπηρέτησαν με λόγια, έργα, όπλα, μαρτύρια ή και τη ζωή τους.
Για το λόγο αυτό και προκειμένου να είναι πιο συστηματική και μεθοδική η διερεύνηση της στάσεως και προσφοράς των αρχιερέων στο 21 θα επιχειρηθεί η παρουσίαση αυτών ταξινομημένη κατά την εξής σειρά:
α) Αγωνιστές Ιεράρχες 1) της Πελοποννήσου, Στερεάς Ελλάδος και των νησιών του Αιγαίου Πελάγους και 2) των υπολοίπων περιοχών του Ελληνισμού, οι οποίοι εγκατέλειψαν τις επαρχίες και θέσεις τους, για να συμπράξουν και αυτοί στους αγώνες του Έθνους.
β) Αρχιερείς που φυλακίσθηκαν, βασανίσθηκαν, εξορίσθηκαν και γενικά κακοπάθησαν η αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν τις επαρχίες τους επειδή θεωρήθηκαν ότι συνεργούσαν στην παλιγγενεσία του Γένους και
γ) Αρχιερείς που θυσιάσθηκαν, ως ολοκαυτώματα, στο βωμό της ελευθερίας του Γένους.
Α' ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ
Όπως τονίσθηκε και προηγουμένως οι Έλληνες Ορθόδοξοι κληρικοί και μάλιστα οι κατά τόπους αρχιερείς στη συντριπτική τους πλειονότητα δέχθηκαν με νεανική αδημονία το μεσσιανικό μήνυμα της απολυτρώσεως του δούλου γένους, που, ως άγγελοι της σωτηρίας του Έθνους, ευαγγελίζονταν οι Φιλικοί και με Συμεωνική εγκαρτέρηση και ελπίδα προσδοκούσαν την ευλογημένη ώρα. Βέβαια ως υπεύθυνοι ταγοί του γένους έπρεπε να είναι μέχρι παρεξηγήσεως αυτοσυγκρατημένοι και προσεκτικοί, φρόνιμοι και επιφυλακτικοί, προσποιητοί κόλακες με ευλύγιστη μέση και απλόχερη γενναιοδωρία προς τους κρατούντας, προς δε ελεγκτικοί και επιτιμητικοί προς τυχόν θερμοαίμους και ανυπόμονους πατριώτες και ταυτόχρονα ειδήμονες, δραστήριοι και άγρυπνοι φιλογενείς
Όταν όμως ήχησαν οι σάλπιγγες της ελευθερίας και σήμαναν της ανάστασης οι καμπάνες, οι αρχιερείς εγκατέλειψαν τα προσχήματα και τα κατά συνθήκη μειδιάματα ή προσκυνήματα προς τους αλλοθρήσκους και αλλογενείς δυνάστες του γένους και έδειξαν τον πραγματικό τους εαυτό οπουδήποτε και αν υπηρετούσαν. Τα σκουλήκια μεταμορφώθηκαν σε σταυραετούς.
Ως ένας άνθρωπος συνεγέρθηκαν χωρίς αμφιταλαντεύσεις και αμφιγνωμίες και όχι απλώς συντάχθηκαν αλλά προτάχθηκαν των αγωνιζομένων Ελλήνων. Έτσι μαρτυρούνται να συμμετέχουν από την πρώτη στιγμή του ένοπλου πλέον αγώνα ενεργά και δραστήρια σχεδόν όλοι τους. Άλλοτε μέσα στις εκκλησιές με το λόγο, το κήρυγμα, τις ευχές, τις παροτρύνσεις η τις απειλές για να ενθαρρύνουν και ξεσηκώσουν τους δειλούς και αμφιταλαντευομένους και άλλοτε στα στρατοπεδα και τα πεδία των μαχών με τις συνταλαιπωρίες, τις πείνες, τις αγρύπνιες, τις συγκατακλείσεις στα ταμπούρια και την κοινή τύχη στις πολεμικές συρράξεις. Κοντά σ αυτά αναδείχθηκαν οι ένθερμοι και ειλικρινείς προασπιστές του λαού στις εθνοσυνελεύσεις ή οι κατ έξοχή άξιοι αντιπρόσωποι του έθνους στις διάφορες Ευρωπαϊκές συσκέψεις η κυβερνήσεις.
Πιο συγκεκριμένα αναφέρονται να έλαβαν ενεργό μέρος στον αγώνα:
Α' Από τους αρχιερείς της Πελοποννήσου οι:
1) Παλ. Πατρών Γερμανός
2) Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος
3) Δαμαλών Ιωνάς
4) Έλους Άνθιμος
5) Κερνίτσης Προκόπιος
6) Κορίνθου Κύριλλος
7) Ανδρούσης Ιωσήφ
8) Τριπολιτζάς Δανιήλ
9) Βρεσθένης Θεοδώρητος
10) Λακεδαιμονίας Χρύσανθος
11) πρ. Τριπολιτζάς Διονύσιος
12) Μαΐνης Νεόφυτος
13) Μαΐνης Ιωσήφ
14) Μαλτζίνης Ιωακείμ
15) Χαριουπόλεως Βησσαρίων
16) Ζαρνάτας Γαβριήλ
17) Ανδρουβίτσας Θεόκλητος
18) Πλάτζης Ιερεμίας
19) Καρυουπόλεως Κύριλλος
20) Μηλέας Ιωσήφ
Β' Από τους αρχιερείς της Στερεάς Ελλάδος οι:
21) Αθηνών Διονύσιος
22) Ταλαντίου Νεόφυτος
23) Λιτζάς και Αγράφων Δοσίθεος
24) Θηβών Παίσιος
25) Λοιδωρικίου Ιωαννίκιος
26) Μενδενίστης Γρηγόριος
27) Μενδενίτσης Διονύσιος
Γ' Από τους αρχιερείς των Νήσων Αιγαίου Πελάγους οι:
28) Καρύστου Νεόφυτος
29) Παροναξίας Ιερόθεος
30) Σάμου Κύριλλος
31) Χίου Δανιήλ
32) Σκιάθου και Σκοπέλου Ευγένιος
33) Σκύρου Γρηγόριος
34) Αιγίνης, Πόρου και Ύδρας Γεράσιμος
35) Άνδρου Διονύσιος
36) Τζιάς και Θερμίων Νικόδημος
Για όλους του παραπάνω αρχιερείς όμως ο δύσπιστος επικριτής θα μπορούσε να αντιτείνει ότι όλοι αυτοί, ή, έστω οι περισσότεροι από αυτούς, ξεσηκώθηκαν στην επανάσταση κάτω από το ζορμπαλίκι των ελληνικών γιαταγανιών. Αν είναι δυνατόν! Αλλά και εάν υποτεθεί ότι αυτή είναι η αλήθεια, τι θα μπορούσε να ισχυρισθεί για ένα άλλο νέφος αρχιερέων, που επειδή στις επαρχίες τους δεν είχε εκδηλωθεί ή δε μπόρεσε να ευδοκιμήσει η επανάσταση, δε δίστασαν να εγκαταλείψουν τους θρόνους και τις τιμές για να σπεύσουν αυτόκλητοι, όπου υπήρχαν επαναστατικές εστίες και μάλιστα προς την αγωνιζομένη νότια Ελλάδα για να συμμετάσχουν στον αγώνα προς αποτίναξη του Οθωμανικού ζυγού;
Έτσι βλέπουμε να σπεύδουν προς τις επαναστατημένες περιοχές αρχιερείς από διάφορα μέρη και με τον α ή β τρόπο να συμπράττουν και αυτοί για τον κοινό σκοπό.
Πιο συγκεκριμένα:
Α' Από τη Θεσσαλία σπεύδουν οι:
37) Πρ. Λαρίσης Κύριλλος
38) Δημητριάδος Αθανάσιος
39) Δημητριάδος Παρθένιος
40) Σταγών Αμβρόσιος
41) Φαναριοφαρσάλων Γεράσιμος
Β' Από την Ήπειρο οι:
42) πρ. Άρτης και Ναυπάκτου Πορφύριος
43) πρ. Παραμυθιάς Προκόπιος
44) πρ. Παραμυθιάς Αμβρόσιος
45) Περιστεράς Λεόντιος
46) πρ. Ρωγών Μακάριος
Γ' Από την Μακεδονία οι:
47) Αρδαμερίου Ιγνάτιος
48) Ειρηνουπόλεως και Βατοπεδίου Γρηγόριος
49) Σιατίστης Ιωαννίκιος
Δ' Από τη Θράκη οι:
50) Μετρών Μελέτιος
51) Σηλυβρίας Μακάριος
52) Παμφίλου Κύριλλος
53) Θεοδωρουπόλεως Άνθιμος
Ε' Από τη Μικρά Ασία οι:
54) Μοσχονησίων Βαρθολομαίος
55) Ηλιουπόλεως Άνθιμος
56) πρ. Αγκύρας Αγαθάγγελος
57) Μυρρίνης Σωφρόνιος
58) Ελαίας Παΐσιος
59) Κομάνων Αγαθάγγελος
Τέλος για να κλείσει όλο αυτό το νέφος των γνωστών αγωνιστών ιεραρχών, θα πρέπει να συγκαταριθμηθούν ακόμα και οι:
60) Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος και
61) Μολδοβλαχίας Βενιαμίν.
Για τους παραπάνω αρχιερείς που εγκατέλειψαν τις επαρχίες και τις τιμές για να λάβουν μέρος, όπου τους είχε ανάγκη η πατρίδα, δεν είναι εύκολο στον οποιονδήποτε επικριτή να ισχυρισθεί ότι το έκαμαν κάτω από τη βία των επαναστημένων Ελλήνων.
Αντίθετα, θέλω να πιστεύω πως όλοι συμφωνούν ότι, οι αρχιερείς αυτοί εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και το γάμο για τα πουρνάρια, γιατί ένιωθαν μέσα τους πύρωμα ψυχής για ελευθερία, σεβασμό, αξιοπρέπεια, τιμή και πάνω απ όλα ΠΑΤΡΙΔΑ και ΘΡΗΣΚΕΙΑ.
Κοντά όμως σ' όλους αυτούς τους αγωνιστές ιεράρχες θα πρέπει αναντίλεκτα να προστεθούν και οι:
62) Μεθώνης Γρηγόριος
63) Σαλώνων Ησαΐας
64) Ρωγών Ιωσήφ
65) Ιερισσού και Αγίου Όρους Ιγνάτιος
66) Πλαταμώνος Γεράσιμος
67) Μαρωνείας Κωνστάντιος και
68) Σωζοπόλεως Παΐσιος
οι οποίοι, όπως θα αναφερθεί και πιο κάτω, πέρα από την αγωνιστική τους προσφορά, θυσιάσθηκαν στον υπέρ όλων αγώνα και για τούτο γι' αυτούς γίνεται λόγος και σε άλλη συνάφεια.
Τέλος θα πρέπει ακόμα να συγκαταριθμηθούν στους αγωνιστές ιεράρχες και οι:
69) Αδριανουπόλεως Γεράσιμος
70) Βιζύης Ιωάσαφ
71) Αγαθουπόλεως Ιωσήφ
72) Βάρνας Φιλόθεος και
73) Ευδοκιάδος Γρηγόριος
οι οποίοι, πέρα από την αγωνιστική τους παρουσία, δοκιμάσθηκαν, βασανίσθηκαν ή αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν τις επαρχίες τους όπως θα γίνει αναλυτικώτερα λόγος πιο κάτω για τον καθένα από αυτούς.
Αθροιστικά λοιπόν ένα σύνολο 73 επωνύμων αρχιερέων μαρτυρούνται να έλαβαν ενεργό μέρος στις διάφορες φάσεις του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων από όλα τα διαμερίσματα της Ελλάδος.
Και να ληφθεί υπόψη ότι οι περισσότεροι από αυτούς μπήκαν στη τιτανομαχία παρά την κάποια προχωρημένη ηλικία, που οπωσδήποτε έφερναν στους ώμους τους και τις συμπαρομαρτούσες προς αυτά καχεκτικότητες και ασθένειες, που αναμφίβολα καθιστούσαν αν όχι προβληματική πάντως δυσχερή τη διακίνηση και καθόλου δραστηριότητά τους, μέσα στις μύριες κακουχίες και δοκιμασίες, που συνεπαγόταν η απόφαση για την ανάσταση του Γένους ή όπως λέγει ένας δόκιμος μελετητής εν ιδρώτι πολλώ και πόνοις και κακουχίαις, στερήσεσί τε και συμφοραίς. . . .εν λιμώ, λοιμώ και δίψη, εν αυχμώ και κρυμώ.
Παρ' όλα αυτά όμως οι αγωνιστές ιεράρχες περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη κατηγορία η τάξη αγωνιστών αποδείχθηκαν αεί παίδες στο φρόνημα και την ψυχή.
Β' ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ
Ο αριθμός όμως των αρχιερέων, που συνέδραμαν, συνέπραξαν και συναγωνίσθηκαν μαζί με όλους τους άλλους Έλληνες στο έπος της παλιγγενεσίας του 1821 δεν εξαντλείται μόνο με τον παραπάνω κατάλογο, των αγωνιστών ιεραρχών.
Υπάρχει και μια δεύτερη κατηγορία αρχιερέων, οι οποίοι έδωσαν το παρόν τους, τη μαρτυρία και τη συνεισφορά τους στον αγώνα με πιο επώδυνο γι' αυτούς τρόπο.
Πρόκειται για το νέφος εκείνο των αρχιερέων, που με ποικίλους, ασύλληπτους από ανθρώπινο νου και απερίγραπτους από ανθρώπινα χείλη η χέρια, τρόπους, δοκιμάσθηκαν, ταπεινώθηκαν, διαπομπεύθηκαν και εξευτελίσθηκαν από τους κρατούντες με φυλακίσεις, φοβερά βασανιστήρια, εξορίες, εκθρονίσεις, περιορισμούς, χλευασμούς και ταπεινώσεις για τον απλό και μόνο λόγο ότι ήταν Έλληνες Ορθόδοξοι χριστιανοί αρχιερείς. Μιλιέτ μπασήδες (=εθνάρχες) των ρωμιών και κύριοι υπόλογοι απέναντι στο σουλτάνο και τους επάρχους του για ό,τι ήθελε συμβεί στην επαρχία τους ή ακόμα και για απλή υπόνοια συνεργείας ή ανοχής, αν μη συμμετοχής, στον αγώνα των απίστων.
Έτσι ουσιαστικά οι κατά τόπους αρχιερείς των Ελλήνων ήταν στην κυριολεξία οι κυριώτεροι και πλέον υπεύθυνοι όμηροι στα χέρια του σουλτάνου, που μ' αυτό τον τρόπο προσπαθούσε να κρατά υποχείριους και καταδυναστευόμενους τους Έλληνες κάθε περιοχής.
Αλλά παρά τα φρικτά βασανιστήρια που κατά καιρούς δοκίμαζαν οι αρχιερείς στις διάφορες τουρκικές ειρκτές, φούρνους, λουτρά και μπουντρούμια, υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακοχούμενοι και υφιστάμενοι τα πάνδεινα, αυτοί δεν λύγισαν. Προτιμούσαν όλες τις ταπεινώσεις, εξαθλιώσεις, εξορίες και στερήσεις και υπέμειναν, όσο άντεχαν, πιο αγόγγυστα τα ποικίλα βασανιστήρια των δημίων τους, παρά να προδώσουν το Έθνος και τους οραματισμούς του.
Αν και δεν είναι γνωστά όλα όσα υπέμειναν οι αρχιερείς από τους δυνάστες τους στα δύσκολα εκείνα χρόνια της νεώτερης Ελληνικής τιτανομαχίας και για τους περισσότερους από αυτούς ελάχιστες μόνο πληροφορίες ή απλώς νύξεις και ενδείξεις έχουμε, ενώ για τη συντριπτική πλειονότητα αυτών δε γνωρίζουμε απολύτως τίποτα, θα καταβληθεί προσπάθεια να εκδιπλωθεί και η πτυχή αυτή της προσφοράς των αρχιερέων στο 1821. Και τούτο, διότι κι αν ακόμα αυτοί δεν έφθασαν να γευθούν την τελευταία σταγόνα της ολοκληρωτικής δοκιμασίας και θυσίας τους, το θάνατο, εν τούτοις, με τα καθημερινά βασανιστήρια και εκροές των αιμάτων τους, ήταν σα να έδιναν τη ζωή τους κάθε μέρα, επιβεβαιώνοντας το Γραφικό: ένεκά σου θανατούμεθα όλη την ημέραν (Ρωμ.8,36)
Έτσι η σιωπηλή και σεμνή αυτή στρατιά των βασανισμένων και μαρτυρικών αρχιερέων, κι αν δεν έλαβε από τους ανθρώπους το φωτοστέφανο του εθνομάρτυρα και νεομάρτυρα, αναμφίβολα και αναμφισβήτητα αποτελεί την εκλεκτή μερίδα των ιδανικών εκείνων ποιμένων, που αυταπαρνούμενοι θέσεις, αίγλη, ανέσεις, τιμές, πολυχρόνια, φήμες, χειροφιλήματα αλλά και ελευθερία κινήσεως, σωματική ακεραιότητα κ.λπ μέχρι και τη ζωή τους, έθεσαν τον εαυτό τους υπέρ του λαού του Θεού, που τους εμπιστεύθηκε το γένος και η Εκκλησία, και αναδείχθηκαν πραγματικοί μ ά ρ τ υ ρ ε ς , που με όλες τις δοκιμασίες και τα βασανιστήρια τους φανέρωσαν, μαρτύρησαν και διακήρυξαν μπροστά στους αλλοπίστους τι σημαίνει Ορθόδοξος επίσκοπος.
Η στάση τους λοιπόν μπροστά στις δοκιμασίες αναδεικνύεται από τις ουσιαστικώτερες εκδουλεύσεις των αρχιερέων προς το Έθνος μια και η δική τους δοκιμασία αποδείχθηκε ακατάβλητος κυματοθραύστης όπου εκτονώνονταν το μένος, η αντεκδικητικότητα και ο θρησκευτικός φανατισμός των Μουσουλμάνων Τούρκων αφ ετέρου δε σωτήριο κρηπίδωμα για τους αγωνιζομένους Έλληνες, γιατί αντλούσαν δύναμη και κουράγιο να υπομένουν και αυτοί τους δικούς τους κατατρεγμούς και δοκιμασίες.
Αναδιφώντας λοιπόν τις πηγές της ιστορίας εκείνων των χρόνων, τις γνωστές και άγνωστες μαρτυρίες, ενθυμήσεις, απομνημονεύματα, επιστολές, κώδικες και λοιπά κείμενα με έκπληξη ανακαλύπτουμε ένα αρκετά μεγάλο αριθμό αρχιερέων να έχει δεχθεί ποικίλες δοκιμασίες, φυλακίσεις και βασανιστήρια. Το πιο ίσως αξιοθαύμαστο είναι ότι όλοι αυτοί, σεμνοί από τη φύση ή τη θέση τους, βάσταζαν, με υπερηφάνεια μεν αλλά χωρίς κομπορρημοσύνες, τα στίγματα των βασάνων ως εύσημα της συνεισφοράς των στην κοινή υπόθεση της ελευθερίας του γένους.
Ποιος όμως ο ακριβής αριθμός των δοκιμασθέντων αρχιερέων παραμένει άγνωστος. Από τα λίγα στοιχεία που μπόρεσαν να συλλεγούν προκύπτει ο παρακάτω κατάλογος, που δεν νομίζω να είναι ευκαταφρόνητος:
Α Οι Πατριάρχες
1) Ευγένιος
2) Άνθιμος
3) Χρύσανθος
4) Αγαθάγγελος
Β Οι Αρχιερείς
5) Χαλκηδόνος Άνθιμος
6) Νικομηδείας Πανάρετος
7) Δέρκων Ιερεμίας
8) Θεσσαλονίκης Ματθαίος
9) Μυτιλήνης Καλλίνικος
10) Σμύρνης Παΐσιος
11) Εφέσου Μακάριος
12) Δέρκων Νικηφόρος
13) Προύσης Νικόδημος
14) Σβορνικίου Γαβριήλ
15) Αδριανουπόλεως Γεράσιμος
16) Ηρακλείας Ιγνάτιος
17) Τορνόβου Ιλαρίων
18) Ρασκοπρεσρένης Ζαχαρίας
19) Βιζύης Ιωάσαφ
20) Φιλιππουπόλεως Σαμουήλ
21) Χαλκηδόνος Αγαθάγγελος
22) Αγαθουπόλεως Ιωσήφ
23) Βάρνας Φιλόθεος
24) Ρόδου Αγάπιος
25) Ιωαννίνων Γαβριήλ
26) Άρτης Άνθιμος
27) Ευδοκιάδος Γρηγόριος
28) πρ. Ελασσώνος Σαμουήλ
29) Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος
30) Βρεσθένης Θεοδώρητος
31) Ευρίπου Γρηγόριος
32) Σερρών Χρύσανθος
33) Τριπολιτζάς Δανιήλ
34) Ανδρούσης Ιωσήφ
35) Κορίνθου Κύριλλος
36) Βιδύνης Γερμανός
37) Λαρίσης Μελέτιος
38) Αρκαδίας (Κρήτης) Νεόφυτος
39) Διδυμοτείχου Καλλίνικος
40) Μυριοφύτου Σεραφείμ.
41) Νύσσης Ιωσήφ
42) πρ. Μήλου Διονύσιος
Γ' ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΘΥΜΑΤΑ
Τρίτη μερίδα, ασφαλώς η εκλεκτότερη και ηρωικότερη των αρχιερέων που συνέπραξαν και συνέπαθαν μαζί μ όλους τους άλλους Έλληνες για τον κοινό σκοπό, την αποτίναξη του Τουρκικού ζυγού και την απόλαυση της θρησκευτικής και εθνικής ελευθερίας, είναι αναμφίβολα όλες εκείνες οι σεπτές και άγιες μορφές των ανωτάτων κληρικών, οι οποίες, ως εθελόθυτα εξιλαστήρια θύματα, πορεύθηκαν το δρόμο του μαρτυρίου και της θυσίας.
Όλοι αυτοί αδιαμφισβήτητα αποτελούν τον κατ' έξοχή σεβάσμιο χορό, που πήρε επάνω του, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη εκλεκτή μερίδα των Ελλήνων, την οργή, το μίσος, το πάθος, τη θρησκευτική υστερία και φανατισμό του μουσουλμανικού όχλου και της εξουσίας. Ταυτόχρονα όμως όλοι αυτοί με την αυτοθυσία και το αίμα τους θεμελίωσαν ασάλευτα και στερέωσαν αταλάντευτα το οικοδόμημα της ελευθερίας των Ελλήνων, σφυρηλάτησαν, χαλύβδωσαν και γαλβάνισαν τη θέληση κάθε ελληνικής ψυχής, ώστε να πληρωθεί με ιδανικά και οραματισμούς για ιερή εκδίκηση και την επίτευξη του επιδιωκόμενου με κάθε τρόπο, και να αναζητεί πλέον η τη νίκη η τη θανή, όπως θα τραγουδήσει ο εθνικός μας ποιητής, χωρίς πισωγυρίσματα.
Παράλληλα η θυσία όλων αυτών γέννησε και γιγάντωσε την απαίτηση και των άλλων Ορθοδόξων λαών, και μάλιστα των Ρώσων, για θρησκευτική ικανοποίηση και αντάξια τιμωρία των υβριστών της θρησκείας του Χριστού, αλλά και συνετέλεσε όσο τίποτε άλλο στη μεταστροφή των εχθρικών αισθημάτων των Ευρωπαίων, στον αγώνα των Ελλήνων, σε κατανόηση, συμπάθεια, συνδρομή και τέλος συμπαράσταση και συμπαράταξη
Δυστυχώς όμως παρά την τόσο υψηλή και ουσιαστική συμβολή της θυσίας των αρχιερέων για τη θεμελίωση και επίτευξη της ελευθερίας των νεοελλήνων, ο χορός αυτός στην πλειονότητά του είναι αφανής και άγνωστος. Και το ακόμα πιο ειρωνικό είναι ότι αυτή η άγνοια υπάρχει και σ' αυτή την επίσημη Εκκλησία, ώστε και αυτή να σιωπά ή να αναμασά και να προβάλλει μόνο 510 ονόματα αρχιερέων, που θυσιάσθηκαν για την ελευθερία, ωσάν μόνον αυτοί να ήσαν. Οι πολέμιοι δε και αρνητές της προσφοράς των αρχιερέων τους περιορίζουν σε 23 με συνέπεια να εκμηδενίζεται και να καταντά ανύπαρκτη η αιματηρή συνεισφορά των Ιεραρχών στον αγώνα και να διατείνονται ότι οι αρχιερείς χλεύασαν, αφόρισαν και πολέμησαν τον αγώνα του 1821.
Και όμως η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Οι αρχιερείς που έπεσαν θύματα της οργής και του φανατισμού των Τούρκων αποτελούν επιβλητικό χορό δεκάδων ιεραρχών. Αν και δεν μπορούμε να έχουμε υπόψη μας το σύνολο των ιεραρχών που θυσιάσθηκαν για την ελευθερία, τα στοιχεία που κατέστη δυνατόν να συλλεγούν προκύπτει ο εξής εντυπωσιακός κατάλογος των αρχιερέων που αναδείχθηκαν εθελόθυτα εξιλαστήρια θύματα:
Α Οι Πατριάρχες
1) Γρηγόριος Ε
2) Κύριλλος ΣΤ
Β Οι Αρχιερείς
3) Εφέσου Διονύσιος
4) Αγχιάλου Ευγένιος
5) Νικομηδείας Αθανάσιος
6) Τορνόβου Ιωαννίκιος
7) Αδριανουπόλεως Δωρόθεος
8) Θεσσαλονίκης Ιωσήφ
9) Δέρκων Γρηγόριος
10) Σωζοπόλεως Παΐσιος
17) Μαρωνείας Κωνστάντιος
12) Γάνου και Χώρας Γεράσιμος
13) Μυριοφύτου και Περιστάσεως Νεόφυτος
14) Σαμμακοβίου Ιγνάτιος
15) Μονεμβασίας Χρύσανθος
16) Χριστιανουπόλεως Γερμανός
17) Άργους και Ναυπλίου Γρηγόριος
18) Ωλένης Φιλάρετος
19) Δημητσάνης Φιλόθεος
20) Κορώνης Γρηγόριος
21) Μεθώνης Γρηγόριος
22) Σαλώνων Ησαΐας
23) Ρωγών Ιωσήφ
24) Λαρίσης Πολύκαρπος
25) Λαρίσης Κύριλλος
26) Γηρομερίου Αγαθάγγελος
27) Κίτρους Μελέτιος
28 Ιερισσού και Αγ. Όρους Ιγνάτιος
29) Πλαταμώνος Γεράσιμος
30) Χίου Πλάτων
31) Κύπρου Κυπριανός
32) Πάψου Χρύσανθος
33) Κιτίου Μελέτιος
34) Κυρηνείας Λαυρέντιος
35) Κρήτης Γεράσιμος
36) Κνωσού Νεόφυτος
37) Χερσονήσου Ιωακείμ
38) Ρεθύμνης Γεράσιμος
39) Κυδωνίας Καλλίνικος
40) Λάμπης Ιερόθεος
41) Πέτρας Ιωακείμ
42) Σητείας Ζαχαρίας
43) Κισάμου Μελχισεδέκ
44) Διουπόλεως Καλλίνικος
45) Νύσσης Μελέτιος
Για την ιστορική αλήθεια θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι οι αναφερόμενοι από άλλους ως εθνομάρτυρες αρχιερείς Άρτας, Ιωαννίνων και Γρεβενών, δε μαρτυρούνται να θυσιάσθηκαν και γι' αυτό δε τους συμπεριλαμβάνω στην παραπάνω λίστα των θυμάτων αρχιερέων.
Απολογιστικό συμπέρασμα
Μετά τα παραπάνω νομίζω ότι είναι καιρός πλέον να επιχειρήσουμε να κάνουμε έναν απολογιστικό συγκριτικό πίνακα για να δούμε με αριθμούς και ποσοστά τη συμμετοχή των αρχιερέων στον εθνικό μας αγώνα.
Έτσι με βάση την αψεγάδιαστη και ανελέητη γυμνή αλήθεια των αριθμών θα μπορούμε πλέον να μιλούμε για μικρή η μεγάλη συμμετοχή αυτών στην παλιγγενεσία και να παύσουν επί τέλους οι μεγαλοστομίες για αόριστες εκατόμβες θυμάτων αλλά και οι γκρίνιες και μεμψιμοιρίες των επικριτών ότι μόνο 23 ήταν οι αρχιερείς που έλαβαν μέρος στον αγώνα.
Από τους 200 λοιπόν αρχιερείς, που, όπως είδαμε πιο μπροστά, υπήρχαν σ' ολόκληρη την Οθωμανική αυτοκρατορία, μαρτυρούνται να:
α) Έλαβαν ενεργό μέρος, στον αγώνα επώνυμα και αδιαμφισβήτητα, 73 Ιεράρχες, δηλ. ποσοστό 36,5%.
β) Είναι γνωστοί ότι δοκιμάσθηκαν, φυλακίσθηκαν, βασανίσθηκαν κ.λπ. 42 αρχιερείς, δηλ. ποσοστό 21,0% και
γ) Μαρτυρείτε ότι θυσιάσθηκαν για την ελευθερία, είτε από βασανιστήρια και θανατώσεις των Τούρκων είτε στις πολεμικές συρράξεις, 45 αρχιερείς, δηλ. ποσοστό 22,5%.
Αν όμως ληφθεί υπόψη ότι οι πλείστοι αρχιερείς της Μ. Ασίας, της Συρίας, της Σερβίας ή Βουλγαρίας λόγω αδιαφορίας ή αδυναμίας των χριστιανών των περιοχών αυτών, δεν έλαβαν μέρος στους αγώνες, τότε το ποσοστό των αρχιερέων της Ελληνικής χερσονήσου, δηλ. από τη Θράκη, τη Μακεδονία και τα δυτ. παράλια της Μ. Ασίας και κάτω είναι ασφαλώς πολύ υψηλότερο, που φθάνει οπωσδήποτε γύρω στα 90% του συνολικού αριθμού των αρχιερέων.
Σε τελική ανάλυση λοιπόν δε θα πρέπει να αναζητούμε ποιοι αρχιερείς και πως έλαβαν μέρος στον αγώνα αλλά ποιοι είναι αυτοί οι ελάχιστοι αρχιερείς, δηλ. το υπόλοιπο 10% που δεν έλαβαν μέρος στην εθνεγερσία του 1821 και γιατί.
Ἡ |
ἱστορία, ὡς γνωστόν, εἶναι ἡ μελέτη καί ἡ γνώση τοῦ παρελθόντος. Ἡ γνώση, ὅμως, αὐτή ἀποκτᾶ νόημα καί ἀξία μόνον ὅταν λειτουργεῖ ὡς ἀσφαλής ὁδηγός τῶν σύγχρονων λαῶν καί ἀνθρώπων. Ὅταν, δηλαδή, λειτουργεῖ ὡς φάρος πνευματικός, πού μᾶς ὁδηγεῖ μέ ἀσφάλεια στή μίμηση τῶν ἀγαθῶν ἔργων τῶν προγόνων μας ἤ, κατά ἀντίστροφη ἔννοια, στήν ἀποφυγή τῶν ὅποιων ἑκούσιων καί ἀκούσιων σφαλμάτων τους. Μία ἱστορία πού δέν λειτουργεῖ ὡς ἀσφαλής ὁδηγός τοῦ ἀνθρώπου στήν πορεία του ἀπό τό παρόν πρός τό μέλλον δέν εἶναι μόνο μία νεκρή καί ἄχρηστη ἱστορία, ἀλλά, πολύ περισσότερο, εἶναι μία ἀνόητη καί ἐπικίνδυνη ἱστορία, μία ἱστορία πού μπορεῖ, νά ὁδηγήσει λαούς καί ἀνθρώπους στό γκρεμό καί τήν τέλεια καταστροφή. Συνεπῶς, ἡ ὀρθή καταγραφή, γνώση καί ἑρμηνεία τῆς ἱστορίας ἀποτελεῖ τήν ἀπαραίτητη προϋπόθεση κάθε μορφῆς προόδου καί σέ συλλογικό καί σέ προσωπικό ἐπίπεδο.
Μ |
έ βάση, λοιπόν, τή θεμελιώδη αὐτή ἀντίληψη γιά τήν ἱστορία καί τό ρόλο της μέσα στό σύγχρονο κόσμο, θά προσπαθήσουμε, τό κατά δύναμιν, νά προσεγγίσουμε τό ἐπίκαιρο θέμα τῆς παιδείας τοῦ ὑπόδουλου ἑλληνισμοῦ στά χρόνια της τουρκοκρατίας. Χαρακτηρίζουμε, μάλιστα, τό θέμα μας ὡς ἐπίκαιρο, γιατί σχετίζεται ἄμεσα τόσο μέ τήν ἐθνική ἑορτή τῆς 25ης Μαρτίου ὅσο καί μέ τό ζήτημα τοῦ περιεχομένου τῶν νέων σχολικῶν βιβλίων τοῦ μαθήματος τῆς ἱστορίας (καί, κυρίως, αὐτοῦ τῆς ΣΤ΄ τάξης τοῦ δημοτικοῦ). Γνωρίζουμε ὅτι δέν εἴμαστε οἱ καθ’ ὕλην ἁρμόδιοι, νά ἀποφανθοῦμε γιά ἕνα τόσο σημαντικό ζήτημα καί ὅτι οἱ ἀπόψεις μας δέν εἶναι οὔτε οἱ μοναδικές πού διατυπώθηκαν οὔτε, πολύ περισσότερο, οἱ καλύτερες ἤ οἱ ὀρθότερες. Παρά ταῦτα, δέν θά διστάσουμε, νά τίς διατυπώσουμε ἀφήνοντας τήν ἀποτίμησή τους στήν κρίση τοῦ λαοῦ μας, τήν ὀρθότητα τῆς ὁποίας ἀναγνωρίζουμε καί, ἐκ τῶν προτέρων, ἀποδεχόμεθα.
Τ |
ό 1453 ἡ Κωνσταντινούπολη –ἡ Βασιλεύουσα Πόλις τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας– ἔπεσε στά χέρια τῶν Ὀθωμανῶν. Ἡ ἅλωσή της ὑπῆρξε ἕνα τρομερό ἱστορικό γεγονός, πού σφράγισε ἀνεξίτηλα τήν ἱστορική πορεία τῆς Ρωμιοσύνης. Ὁ ἀπαράκλητος θρῆνος τοῦ γένους μας γιά τήν καταστροφή τῆς ἔνδοξης αὐτοκρατορίας του, πού μεγαλούργησε πολιτικά καί πολιτιστικά γιά περισσότερο ἀπό 15 αἰῶνες, καταγράφηκε στή δημοτική ποίηση τῆς ἐποχῆς: «...Ἡ Ρωμανία ἐπεσεν, ἡ Ρωμανία πάρθεν...». Μαζί, ὅμως, μέ τό θρῆνο τῆς καταστροφῆς καταγράφηκε στή δημοτική μας ποίηση καί ἡ ἐλπίδα τῆς ἀνάστασης τοῦ γένους μας, ἡ ἐλπίδα πού ἄναψε στίς καρδιές τῶν ὑπόδουλων Ρωμιῶν μέσα ἀπό τίς στάχτες τῆς ὁλοκληρωτικῆς τους καταστροφῆς: «...Σώπασε Κυρά-Δέσποινα, καί μήν πολυδακρύζεις, πάλι μέ χρόνια μέ καιρούς, πάλι δικά μας θά ΄ναί...».
Τ |
ά «χρόνια», ὅμως, καί οἱ «καιροί» ἀργοῦσαν νά ἔρθουν. Μέχρι τότε τό γένος μας ἔπρεπε νά ἐπιβιώσει μέσα σέ ἱστορικά δύσκολες συνθῆκες. Ἀπό τή μία μεριά κινδύνευε νά ἀφομοιωθεῖ ἐθνικά, θρησκευτικά, καί πολιτιστικά ἀπό τόν κατακτητή του, ἐνῶ, ἀπό τήν ἄλλη μεριά ἔπρεπε νά ἀντιμετωπίσει τόν κίνδυνο τοῦ ἀναλφαβητισμοῦ, πού ἀπό μόνος του ἦταν ἱκανός νά τό ὁδηγήσει σέ τέλειο ἀφανισμό. Στά δύσκολα αὐτά, ἀπό κάθε ἄποψη, χρόνια ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἦταν ἡ μόνη δύναμη πού μποροῦσε νά ἀναλάβει τό βαρύ χρέος τῆς ἐθνικῆς, θρησκευτικῆς καί πολιτιστικῆς ἐπιβίωσης τοῦ γένους μας. Ἡ πρόνοια, μάλιστα, τοῦ Θεοῦ φρόντισε ὥστε νά παραχωρήσει ἡ ἴδια ἡ Ὀθωμανική ἐξουσία στήν Ἐκκλησία τή διοίκηση τοῦ ὑπόδουλου γένους τῶν Ρωμιῶν, ὀργανώνοντας τό λαό μας ὡς ἕνα ἀνεξάρτητο καί ἐπίσημα ἀναγνωρισμένο «θρησκευτικό ἔθνος» (μιλιέτ), πού θά ζοῦσε εἰρηνικά μέσα στήν ἐπικράτεια τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας μέ ἀρχηγό του τόν ἑκάστοτε Οἰκουμενικό Πατριάρχη, στόν ὁποῖο οἱ Ὀθωμανοί παραχώρησαν τόν τίτλο τοῦ «Μιλιέτ Μπασί» (= ἡ κεφαλή τοῦ ἔθνους), τοῦ ἀρχηγοῦ, δηλαδή, τοῦ γένους τῶν Ρωμιῶν. Αὐτό τό σύστημα αὐτοδιοίκησης τῶν ὑπόδουλων Ρωμιῶν, πού, γενικά, χαρακτηρίζεται ὡς «Ἐθναρχία», σέ συνδυασμό μέ τήν πολιτική τους ὀργάνωση σέ ἀνεξάρτητες καί αὐτοδιοικούμενες «κοινότητες», ἀποτέλεσε τό θεμέλιο λίθο, πάνω στόν ὁποῖο οἰκοδομήθηκε ἡ ἐθνική, θρησκευτική καί πολιτιστική ἐπιβίωση τοῦ ἑλληνισμοῦ κατά τήν περίοδο τῆς τουρκοκρατίας. Μέσα στό εὐρύτερο πλαίσιο αὐτοῦ τοῦ ἱστορικοῦ ὁρίζοντα ἡ Ἐκκλησία ἀνέλαβε καί τό ἔργο τῆς παιδείας τῶν ὑπόδουλων χριστιανῶν.
Τ |
όν πρῶτο μόλις χρόνο μετά ἀπό τήν ἅλωση τῆς Πόλης ὁ πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος ἵδρυσε στήν Κωνσταντινούπολη τήν «Πατριαρχική Ἀκαδημία», πού ἔγινε εὐρύτερα γνωστή μέ τό ὄνομα «Ἡ Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολή», καί ὑπῆρξε ἡ μοναδική ἀνώτατη ἑλληνική σχολή τῶν χρόνων τῆς τουρκοκρατίας, ἀπό τήν ὁποία ἀποφοίτησε πλῆθος Ἑλλήνων λογίων καί ἐπιστημόνων, καθώς καί οἱ περισσότεροι διδάσκαλοι πού στελέχωσαν τά ἑλληνικά σχολεῖα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἰδιαίτερα σημαντική, ἐπίσης, σέ ἐπίπεδο κεντρικῆς διοίκησης ὑπῆρξε καί ἡ δημιουργία τοῦ πρώτου ἑλληνικοῦ τυπογραφείου ἀπό τόν πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρη, πού λειτούργησε στήν Κωνσταντινούπολη ἀπό τό 1624. Παράλληλα, ἡ Ἐκκλησία –μέ τή βοήθεια, φυσικά, καί τήν οἰκονομική ὑποστήριξη τῶν «κοινοτήτων»– κατάφερε νά ἐξασφαλίσει τήν ἄδεια τοῦ Ὀθωμανικοῦ κράτους γιά τήν ἵδρυση ὀργανωμένων, αὐτοδιοικούμενων καί αὐτοχρηματοδοτούμενων ἑλληνικῶν σχολείων στίς μεγαλύτερες, τουλάχιστον, πόλεις τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας.
Ἀ |
ξιοσημείωτη στό θέμα τῆς ἵδρυσης σχολείων ὑπῆρξε καί ἡ τεράστια προσφορά τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ (1714-1779), ὁ ὁποῖος παρακινοῦσε συνεχῶς τούς ὑπόδουλους χριστιανούς, νά ἱδρύουν σχολεῖα σέ κάθε πόλη καί χωριό. Ρωτοῦσε χαρακτηριστικά ὁ Πατροκοσμᾶς: «...Ἔχετε σχολεῖον ἐδῶ εἰς τήν χώραν σας, νά διαβάζουν τά παιδιά; - Δέν ἔχομεν, Ἅγιε τοῦ Θεοῦ. Νά μαζευθῆτε ὅλοι, νά κάμετε ἕνα σχολεῖον καλόν, νά βάλετε καί ἐπιτρόπους, νά τό κυβερνοῦν, νά βάνουν διδάσκαλον, νά μανθάνουν ὅλα τά παιδιά γράμματα, πλούσια καί πτωχά. Διότι ἀπό τό σχολεῖον μανθάνωμεν τί εἶναι Θεός, τί εἶναι Ἁγία Τριάς, τί εἶναι παράδεισος, κόλασις, ἀρετή, κακία. Ἄν δέν ἦτο σχολεῖον, ποῦ ἤθελα μάθει ἐγώ νά σᾶς διδάσκω;... Καλύτερον, ἀδελφέ μου, νά ἔχης σχολεῖον ἑλληνικόν εἰς τήν χώραν σου, παρά νά ἔχης βρύσες καί ποτάμια, καί ὡσάν τό παιδί σου μάθη γράμματα, τότε λέγεται ἄνθρωπος...». Μέ τό κηρυκτικό του ἔργο ὁ Πατροκοσμᾶς ἵδρυσε ἑκατοντάδες ἑλληνικά σχολεῖα καί συνέβαλε καθοριστικά στή διατήρηση τῆς ἐθνικῆς μας αὐτοσυνειδησίας, πληρώνοντας, τελικά, τήν προσφορά του μέ τήν ἴδια του τή ζωή, ὅπως καί ὁ ἴδιος εἶχε προφητικά ἀναγγείλει, λέγοντας: «...Ἐγώ, μέ τήν χάριν τοῦ Θεοῦ, μήτε σακούλα ἔχω, μήτε κασέλα, μήτε σπίτι, μήτε ράσο ἄλλο ἀπό αὐτό πού φοράω. Καί τό σκαμνί ὅπου ἔχω δέν εἶναι ἐδικόν μου, διά λόγου σας τό ἔχω. Ἄλλοι τό λέγουν σκαμνί καί ἄλλοι θρόνον. Δέν εἶναι καθώς τό λέγετε. Ἀμή θέλετε νά μάθετε τί εἶναι; Εἶναι ὁ τάφος μου, καί ἐγώ εἶμαι μέσα ὁ νεκρός ὅπου σας ὁμιλῶ. Ἐτοῦτος ὁ τάφος ἔχει τήν ἐξουσίαν νά διδάσκει βασιλεῖς καί πατριάρχας, ἀρχιερεῖς καί ἱερεῖς, ἄνδρας καί γυναίκας, παιδιά καί κορίτσια, νέους καί γέροντας, καί ὅλον τόν κόσμον...».
Ἐ |
νῶ, ὅμως, στίς μεγάλες πόλεις ὑπῆρχε –ἔστω καί ὑπό ἀντίξοες συνθήκες– ἡ δυνατότητα ἵδρυσης, ὀργάνωσης καί χρηματοδότησης ἑλληνικῶν σχολείων, ὁ μεγαλύτερος ὄγκος τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, πού κατοικοῦσε σέ ὀρεινές, ἄγονες, φτωχές καί ἀπομονωμένες περιοχές, κινδύνευε νά βυθιστεῖ στό σκοτάδι τοῦ ἀναλφαβητισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποτελοῦσε τό προοίμιο τῆς γλωσσικῆς του ἀφομοίωσης ἀπό τούς Ὀθωμανούς καί ὁδηγοῦσε μέ μαθηματική ἀκρίβεια στήν ἐθνική, θρησκευτική καί πολιτιστική του ἀφομοίωση. Ἐπειδή, λοιπόν, στίς περιπτώσεις αὐτές ἦταν ἀδύνατη ἡ ἐξοικονόμηση τῶν ἀναγκαίων χρηματικῶν πόρων γιά τήν ἵδρυση καί λειτουργία ὀργανωμένων σχολείων, ἡ στοιχειώδης παιδεία τῶν ὑπόδουλων Ρωμιῶν ἀνατέθηκε στούς ὀλιγογράμματους ἱερεῖς καί μοναχούς τῶν περιοχῶν αὐτῶν. Ἔτσι, οἱ ταπεινοί καί, κατά κανόνα, ὀλιγογράμματοι παπάδες καί καλόγεροι ὀργάνωναν στά ὀρεινά καί ἀπομονωμένα ἑλληνικά χωριά ἀνεπίσημα σχολεῖα, πού ἀναλάμβαναν τήν εὐθύνη νά διδάξουν στά παιδιά τῶν ὑπόδουλων χριστιανῶν τή στοιχειώδη γραφή καί ἀνάγνωση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, χρησιμοποιώντας ὡς γλωσσικά ἐγχειρίδια τά λειτουργικά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ αὐτά ἦταν τά μοναδικά βιβλία πού ὑπῆρχαν σέ αὐτές τίς ὀρεινές καί ἀπομονωμένες περιοχές. Ἡ στοιχειώδης αὐτή διδασκαλία τῶν ὑπόδουλων χριστιανῶν γινόταν, συνήθως, τό ἀπόγευμα καί τό βράδυ, ἀφοῦ τίς πρωινές ὧρες τά παιδιά ἦταν ὑποχρεωμένα νά ἐργάζονται στίς κτηνοτροφικές καί γεωργικές ἐργασίες τῆς οἰκογένειάς τους καί ὄχι γιατί οἱ Ὀθωμανοί ἀγνοοῦσαν ἤ ἀπαγόρευαν τή λειτουργία τῶν ἀνεπίσημων αὐτῶν σχολείων, ὅπως λανθασμένα ὑποστηρίχθηκε παλαιότερα. Ἐπειδή τά σχολεῖα αὐτά ἦταν ἀνεπίσημα, δέν χρειαζόταν ἡ ἔκδοση εἰδικῆς ἄδειας τοῦ Ὀθωμανικοῦ κράτους γιά τήν ἵδρυση καί τή λειτουργία τους. Παράλληλα, οἱ ἱερεῖς καί οἱ μοναχοί πού δίδασκαν σέ αὐτά δέν χορηγοῦσαν στούς μαθητές τούς ἐπίσημα ἀναγνωρισμένα σχολικά ἀπολυτήρια, ἀφοῦ ἡ ἐπιτυχία τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ τους ἔργου ἦταν δεδομένη, ἄν τά παιδιά μάθαιναν τά γράμματα τοῦ ἑλληνικοῦ ἀλφάβητου, καθώς καί τή στοιχειώδη ἑλληνική γραφή καί ἀνάγνωση. Ἐξ’ αἰτίας, μάλιστα, τοῦ ἀνεπίσημου χαρακτήρα τους τά σχολεῖα αὐτά μνημονεύονται, πράγματι, ἐλάχιστα στίς ἱστορικές πηγές καί τά ὅσα γνωρίζουμε γιά αὐτά προέρχονται περισσότερο ἀπό τούς θρύλους καί τίς λαϊκές δοξασίες τοῦ λαοῦ μας καί λιγότερο ἀπό τίς μαρτυρίες τῆς ἐπίσημης ἱστορικῆς ἔρευνας. Τά ἀνεπίσημα αὐτά σχολεῖα, πού ἔσωσαν ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ ὑπόδουλου ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ ἀπό τόν ἐξισλαμισμό, καί συνέβαλαν καθοριστικά στήν ἐπιβίωση τοῦ ἑλληνισμοῦ στά χρόνια της τουρκοκρατίας, ἔμειναν γνωστά στήν παράδοσή μας μέ τό ὄνομα «τό κρυφό σχολειό». Φυσικά, μέ τό χαρακτηρισμό αὐτό, κατά τή γνώμη μας, δηλώνεται ὁ ἀνεπίσημος χαρακτήρας τῶν σχολείων αὐτῶν καί ὄχι ὁ μυστικός τρόπος τῆς λειτουργίας τους. Ὁ ὄρος, δηλαδή, «το κρυφό σχολειό» δηλώνει τό ταπεινό, τό ἀνεπίσημο σχολειό και ὄχι τό μυστικό ἤ τό ἀπαγορευμένο σχολειό.
Π |
ράγματι, ἐλάχιστα μνημονεύεται ἡ ὕπαρξη τοῦ «κρυφοῦ σχολειοῦ» στίς ἐπίσημες ἱστορικές πηγές τῶν χρόνων τῆς τουρκοκρατίας. Αὐτό, ὅμως, δέν σημαίνει, ὅτι τό «κρυφό σχολειό», ὅπως τό περιγράψαμε προηγουμένως, δέν ὑπῆρξε ποτέ. Οἱ ἥρωες τοῦ «κρυφοῦ σχολειοῦ» δέν ἦταν ἐπώνυμοι ἡγέτες, ἀλλά ἀνώνυμοι, ἁπλοί καί ταπεινοί ἄνθρωποι, πού πέρασαν ὁλόκληρη τή ζωή τους μέσα στήν ἀφάνεια καί τόν καθημερινό μόχθο τῆς ἐπιβίωσης. Ἦταν ἁπλοί ἄνθρωποι, πού δέν κατεῖχαν θέσεις ἐξουσίας, δέν διαμόρφωσαν μέ τίς πράξεις καί τίς ἀποφάσεις τους τήν ἱστορική πορεία τῆς ἐποχῆς τους, δέν ἄφησαν πουθενά κανένα ἐπίσημο γραπτό κείμενό τους, δέν κατέγραψαν οὔτε τό μικρό ὄνομά τους. Γι’ αὐτό, καί οἱ ἱστορικές πηγές δέν εἶχαν κανένα λόγο νά ἀσχοληθοῦν μαζί τους, ὅπως, ἄλλωστε, δέν ἀσχολήθηκαν ποτέ μέ τήν καταγραφή τῶν ἔργων καί τῶν ὀνομάτων ὅλων ἐκείνων τῶν ἀνώνυμων ἀγωνιστῶν πού πλήρωσαν μέ τή ζωή ἤ μέ τή σωματική τους ἀκεραιότητα τόν ἀγώνα τῆς ἀποτίναξης τοῦ τουρκικοῦ ζυγοῦ. Τό ἔργο, ὅμως, τῶν ἄγνωστων ἀγωνιστῶν τοῦ «κρυφοῦ σχολειοῦ» μνημονεύεται μέσα στούς θρύλους καί τίς δοξασίες τοῦ λαοῦ μας, στούς ὁποίους διασώζεται ἡ αὐθεντικότερη, ἴσως, ἔκφραση τῆς ἱστορικῆς μνήμης, τῆς ἱστορικῆς μνήμης πού δέν ὑπόκειται σέ ἰδεολογικές προκαταλήψεις καί ἰδιοτελεῖς σκοπιμότητες, τῆς ἱστορικῆς μνήμης πού εἶναι πάντα ἀληθινή, γιατί ἀποτελεῖ τήν ἱστορική ἔκφραση τῆς λαϊκῆς μας συνείδησης. Ναί, σέ αὐτή τήν αὐθεντική λαϊκή ἱστορική μνήμη μαρτυρεῖται τό ἔργο τῶν ταπεινῶν καί ὀλιγογράμματων ἀγωνιστῶν τοῦ «κρυφοῦ σχολειοῦ», τά ὀνόματα τῶν ὁποίων εἶναι ἄγνωστα στούς ἀνθρώπους, ἀλλά γνωστά στό Θεό, τά ὀνόματα τῶν ὁποίων δέν εἶναι γραμμένα στά βιβλία τῆς ἱστορίας, ἀλλά στό βιβλίο τῆς ἀληθινῆς ζωῆς, μαζί μέ τά ἑκατομμύρια ὀνόματα τῶν ἄγνωστων μαρτύρων καί ὁσίων τῆς πίστης μας, μαζί μέ τά ὀνόματα ὅλων αὐτῶν, πού θυσιάστηκαν, γιά νά εἴμαστε ἐμεῖς σήμερα ἐλεύθεροι.
Ὁ |
λοκληρώνοντας τό λόγο μας, θά ἔπρεπε, ἴσως, νά ἀναφερθοῦμε –ἔστω καί συνοπτικά– στόν κοινωνικό χαρακτήρα τῆς ἑλληνικῆς παιδείας κατά τήν περίοδο τῆς τουρκοκρατίας. Εἴδαμε, γιά παράδειγμα, προηγουμένως στίς διδαχές τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ νά τονίζεται ἰδιαίτερα ὅτι τά ἑλληνικά σχολεῖα πρέπει νά ἱδρύονται καί νά συντηροῦνται ἀπό τήν κοινότητα, ὥστε νά προσφέρουν τά ἀγαθά τῆς παιδείας σέ ὅλους ἀνεξαιρέτως τούς ἀνθρώπους, καί, ἔτσι, «...νά μανθάνουν ὅλα τά παιδιά γράμματα, πλούσια καί πτωχά...». Εἶναι φανερό ὅτι ἡ παράδοση τοῦ ἑλληνισμοῦ ἀντιλαμβάνεται τήν παιδεία ὡς ἕνα κοινωνικό ἀγαθό, τή διαχείριση τοῦ ὁποίου πρέπει, νά ἔχει ἡ κοινότητα καί ὄχι κάποια ἀνεξάρτητα ἤ ἀποκομμένα ἀπό τό συλλογικό σῶμα τῆς κοινότητας πρόσωπα. Συνεπῶς, τό πρωτεῦον στήν ὀργάνωση καί τή λειτουργία τῆς παιδείας, σύμφωνα μέ τήν παράδοσή μας, πρέπει νά εἶναι ἡ ἐξασφάλιση τοῦ κοινωνικοῦ της χαρακτήρα, ὁ ὁποῖος ἐγγυᾶται τήν ὁλοκληρωμένη ἀνάπτυξη τῆς προσωπικότητας τοῦ ἀνθρώπου καί τήν προσφορά ἴσων εὐκαιριῶν σέ ὅλους.
Μ |
ία παιδεία πού δέν ἐλέγχεται ἀπό τήν κοινότητα, ἀλλά ἀπό κάποια οἰκονομική καί κοινωνική ὀλιγαρχία, δέν μπορεῖ νά εἶναι ἑλληνική παιδεία. Μία παιδεία πού δέν παρέχεται ἐξίσου σέ ὅλα τά μέλη τῆς κοινότητας, ἀλλά προορίζεται μόνο γιά τούς πλούσιους ἤ γιά τούς διανοητικά ἰσχυρούς, δέν μπορεῖ νά εἶναι ἑλληνική παιδεία. Μία παιδεία πού δέν ὑπηρετεῖ τήν ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ἄγνοια καί τή συγκρότησή του σέ ὁλοκληρωμένη προσωπικότητα, ἀλλά τή δημιουργία τυποποιημένων ἀνθρώπων, πού εἶναι σχεδιασμένοι, γιά νά λειτουργοῦν ὡς ἔμψυχα γρανάζια μιᾶς μηχανῆς, δέν μπορεῖ νά εἶναι ἑλληνική παιδεία. Σέ τελική ἀνάλυση, ἡ παιδεία πού δέν σέβεται καί δέν ἀναδεικνύει τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο, δέν μπορεῖ νά εἶναι ἑλληνική παιδεία.
Ἄ |
ς ἐλπίσουμε, ὅτι τό γένος μας δέν θά λησμονήσει ποτέ τήν τεράστια προσφορά τῆς Ἐκκλησίας στή διατήρηση τῆς ἐθνικῆς καί πολιτιστικῆς μας ταυτότητας στά δύσκολα καί σκοτεινά χρόνια τῆς τουρκοκρατίας.
Μπερκουτάκης Μιχαήλ
Θεολόγος – Ἐκπαιδευτικός
Πύργος Ἠλείας 10/03/2007
Τό κείμενο αὐτό δημοσιεύθηκε στήν τοπική ἐφημερίδα τοῦ Πύργου «Πατρίς» στίς 15/03/2007 (σελ. 12) καί ἐκφωνήθηκε ὡς πανηγυρικός λόγος στήν Καλλιθέα Ὀλυμπίας κατά τόν ἑορτασμό τῆς ἐθνικῆς ἑορτῆς τῆς 25ης Μαρτίου στις 25/03/2007.
Πηγή: Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον
Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος η Ακαδημία Αθηνών βράβευσε πρόσωπα και σωματεία για την πολιτιστική, επιστημονική και κοινωνική προσφορά τους. Μία διάκριση με ιδιαίτερη σημασία είναι η απονομή ειδικού βραβείου για τη μελέτη των χρόνων της Τουρκοκρατίας. Το βραβείο έλαβε με σχεδόν ομόφωνη απόφαση της Ακαδημίας ο Γιώργος Καραμπελιάς, ιστορικός ερευνητής, εκδότης του περιοδικού ΑΡΔΗΝ και συγγραφεύς πολλών βιβλίων. Ο Καραμπελιάς βραβεύθηκε για το έργο του με τον τίτλο «Η ανολοκλήρωτη επανάσταση του Ρήγα», το οποίο εκδόθηκε από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις και αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές της πολυσύνθετης προσωπικότητας του Εθνομάρτυρα Ρήγα Βελεστινλή (Φεραίου).
Ο Γ. Καραμπελιάς δίνει έμφαση στα νεανικά χρόνια του Ρήγα, όταν η επαναστατική του ιδεολογία βασιζόταν στην Ορθόδοξη Χριστιανική παράδοση του λαού μας. Τότε εξέδωσε ως εκδότης- επιμελητής τους «Χρησμούς του Αγαθάγγελου», ένα έργο με προφητείες ενός ανυπάρκτου προσώπου, στην πραγματικότητα γραμμένου το 1760 από τον Θεόκλητο Πολυειδή. Οι προφητείες αυτές, έστω και αν δεν προέρχονται από αληθινό Άγιο της Εκκλησίας μας, βοήθησαν το Ελληνορθόδοξο Γένος να ανακτήσει την ελπίδα του μετά από δεκάδες αποτυχημένες επαναστάσεις εναντίον του Οθωμανικού ζυγού. Αρχικά ο Ρήγας ήλπιζε στη ρωσική βοήθεια, αργότερα όμως προσανατολίσθηκε προς τη Γαλλία και τον Ναπολέοντα. Όχι από θαυμασμό ή από ιδεολογική επιρροή, αλλά για το συμφέρον του Ελληνισμού. Ήταν η εποχή που ο Ναπολέων εστράφη κατά των Βενετών, οι οποίοι μεταξύ πολλών άλλων περιοχών κυριαρχούσαν και στα Επτάνησα.
Ο Καραμπελιάς καταδεικνύει ότι ο Ρήγας δεν ήταν πιστό τέκνο του δυτικού Διαφωτισμού, ο οποίος είχε αρκετά αντιχριστιανικά στοιχεία. Ο Βελεστινλής είχε μία Ελληνορθόδοξη αντίληψη για τη Μεγάλη Ιδέα και για το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας μετά την απελευθέρωση. Αυτή η αλήθεια ενοχλεί ορισμένους ιστορικούς, οι οποίοι τον παρουσιάζουν σαν αντιγραφέα του δυτικού Διαφωτισμού και αρνούνται άλλες πνευματικές και πολιτιστικές επιρροές στον γενναίο αυτό λόγιο και οραματιστή.
Η ομάδα των φανατικών Διαφωτιστών, οι οποίοι αρνούνται τον επαναστατικό ρόλο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ενοχλήθηκε από το γενικότερο έργο του Καραμπελιά και ειδικότερα από την απόφαση της Ακαδημίας να τον βραβεύσει. Προσπάθησαν να εμποδίσουν την βράβευση, αλλά απέτυχαν. Η συντριπτική πλειοψηφία των Ακαδημαϊκών στάθηκε στο ύψος της, όπως και τον Μάρτιο του 2007, όταν απέρριψαν το βιβλίο της Μ. Ρεπούση. Η Ακαδημία βράβευσε έναν αντικειμενικό και σοβαρό ιστορικό, ο οποίος δεν είναι πανεπιστημιακός καθηγητής, αλλά τεκμηριώνει και μελετά την Νεοελληνική Ιστορία καλύτερα από πολλούς Πανεπιστημιακούς.
Ο Γ. Καραμπελιάς προέρχεται από την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, αλλά έχει το θάρρος να παραδέχεται την ανάγκη να διατηρήσουμε την Ορθοδοξία, τη γλώσσα και τη διαχρονική συνέχεια της Ελληνικής Ιστορίας. Τον συγχαίρω!
Κ.Χ. 18.12.2014
Χριστούγεννα 1822. Δέκα χιλιάδες Τούρκοι, με επικεφαλής τους Ομέρ Βρυώνη και Κιουταχή, πολιορκούν το Μεσολόγγι. Οι δυνάμεις των πολιορκημένων δεν ξεπερνούσαν του 900 άντρες.
Η πολιορκία είχε κρατήσει ήδη δύο μήνες και οι Τούρκοι είχαν αρχίσει να κουράζονται. Οι ασθένειες θέριζαν το στρατόπεδο, οι μισθοί καθυστερούσαν, γινόντουσαν συνεχώς επιθέσεις από ομάδες κλεφτών και είχαν αρχίσει κι οι συνηθισμένες διαφωνίες μεταξύ Τούρκων και Αλβανών αξιωματικών.
Τότε, ο Ομέρ Βρυώνης κι ο Κιουταχής αποφασίζουν να διεξάγουν μία νυχτερινή επίθεση. Για εκείνη την εποχή, οι βραδινές επιχειρήσεις δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Δεν υπήρχαν φωτοβολίδες και προβολείς και ήταν τρομερά δύσκολο να συντονιστούν τα τμήματα. Αλλά ήταν τέτοια η ανάγκη των Τούρκων να σημειώσουν κάποια πρόοδο με την πολιορκία, που ήταν διατεθειμένοι να τολμήσουν ακόμα και αυτό. Σχεδίασαν, μάλιστα, να επιτεθούν παραμονή Χριστουγέννων, όταν όλοι οι Έλληνες θα βρίσκονταν στην εκκλησία.
Η θυσία του Γιάννη Γούναρη
Ίσως το Μεσολόγγι να είχε πέσει από την πρώτη πολιορκία, αν οι υπερασπιστές δεν είχαν πληροφορηθεί τα σχέδια των Τούρκων στρατηγών. Ο σωτήρας των Μεσολογγιτών, ήταν ο Γιάννης Γούναρης.
Ήταν κυνηγός του Ομέρ Βρυώνη και ακολουθούσε υποχρεωτικά τον τουρκικό στρατό, γιατί κρατούσαν ομήρους όλη του την οικογένεια στην Άρτα. Ο Γούναρης γνώριζε για τη νυχτερινή επίθεση, αλλά αν τολμούσε να προειδοποιήσει τους Μεσολογγίτες, θα καταδίκαζε σε θάνατο τη γυναίκα και τα παιδιά του. Δε δίστασε ούτε στιγμή. Ξέφυγε απ’ το τουρκικό στρατόπεδο, λέγοντας πως πήγαινε για κυνήγι και ενημέρωσε τους πολιορκημένους.
Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο επικεφαλής των Μεσολογγιτών, προέβλεψε σωστά ότι οι Τούρκοι θα επιτίθονταν απ’ την ανατολική πλευρά του τείχους, που ήταν πιο αδύναμη. Ενίσχυσαν, λοιπόν, εκείνο το τμήμα και ετοιμάστηκαν για τη μάχη. Είχαν πει σε όσους δεν πολεμούσαν, να πάνε στις εκκλησίες και να κάνουν φασαρία, για να νομίσουν οι Τούρκοι ότι ο κόσμος γιορτάζει. Έτσι κι έγινε.
Οχτακόσιοι Τουρκαλβανοί επιτέθηκαν στην ανατολική πλευρά του Μεσολογγίου και βρήκαν σθεναρή αντίσταση. Οι απώλειες των Μεσολογγιτών ήταν ελάχιστες, οι απώλειες των Τούρκων ξεπερνούσαν τις 500. Δυστυχώς, ο πληροφοριοδότης που έσωσε το Μεσολόγγι, ο ηρωικός Γιάννης Γούναρης, δεν σώθηκε. Οι Τούρκοι εκτέλεσαν τους γονείς, τη γυναίκα, τα παιδιά του και αρκετούς συγγενείς του.
Αυτή τη μάχη μνημόνευσε κι ο Διονύσιος Σολωμός στον Εθνικό Ύμνο, γράφοντας:
«Πήγες εις το Μεσολόγγι
την ημέρα του Χριστού,
μέρα που άνθισαν οι λόγγοι
για το τέκνο του Θεού».
Πηγή: Μηχανή του χρόνου
Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Providence Patriot» που κυκλοφόρησε στη Νέα Υόρκη στις 15 Αυγούστου του 1821, φιλοξενούσε ένα άρθρο έκπληξη για την ελληνική επανάσταση. Το όνομα του συγγραφέα δεν αναφερόταν, αλλά πηγή του άρθρου ήταν η εφημερίδα «Charleston Courier». Ο αρθρογράφος έγραφε με έντονο λυρισμό για τον δίκαιο αγώνα των επαναστατημένων κατά του «τουρκικού δεσποτισμού».
«Ο ελληνικός πόλεμος έχει όλους τους καρπούς της εξέλιξης και της ωριμότητας. Δεν είναι σαν το αδύναμο μίσχο της νεαπολιτάνικης ελευθερίας, που δεν έχει ούτε ρίζες ούτε δύναμη, ούτε καν την ελάχιστη ελπίδα για άνθος ή καρπό. Είναι ριζωμένος βαθιά στα αιματοβαμμένα έγκατα του τούρκικου δεσποτισμού».
Ο αμερικανός αρθρογράφος συνδέει τον ξεσηκωμό του λαού με τις ιστορικές ρίζες του που προέρχονται απευθείας από την αρχαία ελλάδα : «Ξεκινά απ’ το χώμα μία καλλιέργεια πολέμου, όπως αυτή του Κάδμου, ενώ οι δάφνες της Ίδας και του Ολύμπου λυγίζουν το πανύψηλο κορμί τους, για να τιμήσουν τους σωτήρες της αρχαίας ελευθερίας».
Ο συντάκτης του φλογερού κειμένου επισημαίνει την χριστιανική ταυτότητα των εξεγερμένων ως ένα στοιχείο που επηρεάζει την Ευρώπη των ισχυρών.
«Η θρησκεία χωρίζει τους αντιπάλους και ξεπερνά τη δύναμη της επανένωσης. Ο Τούρκος, τυφλωμένος από την οργή του, ενισχύει τη φλόγα που μέλλει να τον κατασπαράξει.
Και με τις θηριωδίες του εναντίον της χριστιανικής εκκλησίας, αυξάνει την όρεξη της Αυστρίας και του Τσάρου».
Ο αρθρογράφος αναφέρεται στην «νεαπολιτάνικη ελευθερία», δηλαδή την αποτυχημένη επανάσταση του 1820 στην Ιταλία.
Οι Ναπολιτάνοι ξεσηκώθηκαν εναντίον του Βασιλιά, αλλά η επανάσταση καταπνίγηκε από τις δυνάμεις της Ιερής Συμμαχίας, που αποτελούνταν από την αυτοκρατορία της Αυστρίας, της Ρωσίας και το Βασίλειο της Πρωσίας.
Ούτε 40 μέρες δεν πέρασαν από τη δημοσίευση του άρθρου, όταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης κατέλαβε την Τριπολιτσά στις 23 Σεπτεμβρίου του 1821. Ήταν η πιο σημαντική στρατιωτική επιτυχία των Ελλήνων.
Τζον Κουίνσι Άνταμς
Οι Αμερικάνοι φιλέλληνες
Οι Αμερικάνοι αντιμετώπιζαν με μεγάλη συμπάθεια οποιοδήποτε έθνος προσπαθούσε να αποκτήσει την ανεξαρτησία του.
Άλλωστε δεν είχαν περάσει ούτε 50 χρόνια απ’ τη δική τους επιτυχημένη επανάσταση, του 1776.
Τα νέα της ελληνικής επανάστασης έγιναν αποδεκτά με ενθουσιασμό από τον αμερικάνικο λαό, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο πόλεμο ανεξαρτησίας.
Η Ελλάδα έφερνε μαζί της τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, που γοήτευε τους ξένους και ιδιαίτερα τις ανώτερες τάξεις.
Οι Έλληνες είχαν αντιληφθεί τη συμπάθεια των Αμερικανών και δεν την άφησαν ανεκμετάλλευτη.
Στις 25 Μαρτίου του 1821, ο Πέτρος Μαυρομιχάλης έστειλε επιστολή στον Γραμματέα της Κυβέρνησης και μετέπειτα Πρόεδρο, Τζον Κουίνσι Άνταμς, με την οποία ζητούσε τη βοήθεια της Αμερικής: «Οι αρετές σας, Αμερικάνοι, είναι πολύ κοντά στις δικές μας, αν και μας χωρίζει μεγάλη θάλασσα. Σας νιώθουμε πιο κοντά από τις γειτονικές μας χώρες και σας θεωρούμε φίλους, συμπατριώτες και αδελφούς, γιατί είστε δίκαιοι, φιλάνθρωποι και γενναίοι. Μην αρνηθείτε να μας βοηθήσετε!»
Ο Μαυρομιχάλης δεν ήταν ο μοναδικός Έλληνας που επικοινώνησε με Αμερικανούς.
Ο Αδαμάντιος Κοραής αλληλογραφούσε με τον Τόμας Τζέφερσον από την εποχή που ο τελευταίος ήταν πρέσβης στη Γαλλία, το 1785.
Επιστολή του Κοραή από τον Ιούλιο του 1823, έγραφε: «Βοηθήστε μας, τυχεροί Αμερικάνοι. Δεν ζητάμε ελεημοσύνη, αλλά σας δίνουμε την ευκαιρία να αυξήσετε τη δική σας καλοτυχία».
Το πολιτικό παρασκήνιο. Ο φόβος της Ρωσίας.
Η αμερικάνικη κυβέρνηση είχε διχαστεί, καθώς εκτός από τους υποστηρικτές της ελληνικής επανάστασης, υπήρχαν και εκείνοι που δεν ήθελαν να αναμιχθούν στην Ευρώπη. Θεωρούσαν ότι πρώτα έπρεπε να βοηθήσουν οι κοντινότερες ευρωπαϊκές δυνάμεις, οι οποίες μάλιστα δεν φαίνονταν πολύ πρόθυμες. Οι Αμερικάνοι φοβόντουσαν τη Ρωσία, γιατί πίστευαν ότι υπήρχε μεγάλος κίνδυνος να προσαρτήσει την Ελλάδα, αφού τη βοηθούσε να ανεξαρτητοποιηθεί από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Δεν ήθελαν να θυσιάσουν χρήμα και ανθρώπινες ζωές για να ενισχύσουν την αντίπαλη δύναμη.
Ο Τζον Κουίνσι Άνταμς, που δέχτηκε την επιστολή του Πέτρου Μαυρομιχάλη, ήταν και ο άνθρωπος που σταμάτησε κάθε προσπάθεια της αμερικάνικης κυβέρνησης να στείλει βοήθεια στην Ελλάδα. Δεν ήθελε να διαταράξει τις σχέσεις με την Τουρκία και θεωρούσε ότι η υποστήριξη του ελληνικού αγώνα ισοδυναμούσε με κήρυξη πολέμου εναντίον της Τουρκίας.
Πρόεδρος Μονρό
Τον Νοέμβριο του 1823, ο Άνταμς μετέπεισε τον Πρόεδρο Μονρό, που ήταν έτοιμος να στείλει βοήθεια.
Ένα μήνα αργότερα, το Δεκέμβριο του 1823, ψηφίστηκε το «Δόγμα Μονρό», με το οποίο η Αμερική υποσχόταν να μην αναμιχθεί στα ευρωπαϊκά τεκταινόμενα και αναγνώριζε τις κυβερνήσεις ως είχαν. Οποιαδήποτε βοήθεια επρόκειτο να στείλει η Αμερική στη Ελλάδα θα ήταν αποτέλεσμα ιδιωτικών κινητοποιήσεων και όχι κυβερνητικής εντολής....
Σάμιουελ Χάου
Αμερικανοί εθελοντές στο πλευρό της Ελλάδας
Το άρθρο της 15ης Αυγούστου στην εφημερίδα «Providence Patriot» αποδεικνύει την φιλελληνική στάση της αμερικανικής κοινής γνώμης. Όπως βέβαια το αποδεικνύουν και οι Αμερικάνοι εθελοντές που πολέμησαν στην Ελλάδα για την απελευθέρωση.
Ο πρώτος εθελοντής ήταν ο Τζορτζ Τζάρβις που ταξίδεψε στην Ελλάδα το 1822 και πολέμησε μέχρι και το θάνατό του, τον Αύγουστο του 1828. Ο Τζάρβις έγινε γνωστός ως Καπετάν Γιώργης Ζέρβας και ενέπνευσε πλήθος Αμερικάνων να ακολουθήσουν το παράδειγμά του.
Το 1824 έφτασε στην Ελλάδα ο Τζόναθαν Μίλερ που συμμετείχε στην Έξοδο του Μεσολογγίου και εκθείασε το θάρρος των αγωνιστών σε κείμενά του.
Ο Μίλερ υιοθέτησε ένα Ελληνόπουλο, τον Λουκά, ο οποίος σπούδασε στην Αμερική και έγινε ο πρώτος γερουσιαστής ελληνικής καταγωγής. Ίσως ο πιο γνωστός Αμερικάνος φιλέλληνας ήταν ο γιατρός Σάμιουελ Χάου, που ίδρυσε νοσοκομείο στην Αίγινα και σχολείο για τυφλούς στην Κόρινθο.
Ένας μακρινός συγγενής του Προέδρου Τζορτζ Ουάσινγκτον, ο Γουίλιαμ Ουάσινγκτον, πολέμησε και πέθανε στο Παλαμήδι.
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Η επιστολή του Κολοκοτρώνη
Η υποστήριξη των Αμερικάνων εξασθένησε με το πέρασμα των χρόνων, καθώς παρακολουθούσαν τις εσωτερικές διαμάχες των Ελλήνων.
Στις 5 Ιουλίου του 1826, ο Κολοκοτρώνης συνέθεσε επιστολή που δημοσιεύτηκε στις αμερικάνικες εφημερίδες:
«Η Ελλάδα είναι ευγνώμων για τη φιλανθρωπία των χριστιανών αδελφών μας, που μοιράζονται τον αγώνα μας και υποστηρίζουν με τα χρήματά τους τον πόλεμο για την ανεξαρτησία.
Οι Έλληνες είναι αποφασισμένοι να ζήσουν ή να πεθάνουν ελεύθεροι και δεν φοβούνται να χύσουν το αίμα τους ή το θάνατο των παιδιών και των γυναικών τους.
Είναι έτοιμοι να δεχτούν τον θάνατο αντί τη σκλαβιά και τώρα, πιο πολύ από ποτέ, είναι ενωμένοι εναντίον των Τούρκων.
Μην σταματήσετε να συνεισφέρετε. Βοηθάτε την ανθρωπότητα και κάνετε το θέλημα του Θεού».
Το άρθρο του «Providence Patriot» προέρχεται από την ιδιωτική συλλογή του Β.Ηλιόπουλου. Τον ευχαριστούμε για την ευγενική παραχώρηση του υλικού.
Πηγή: Η Μηχανή του Χρόνου
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...