
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
Ο Ιωάννης Καποδίστριας υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες. Ίσως αυτό ήταν και η αιτία που τόσο νωρίς, τόσο άδοξα και καταστροφικά για το έθνος κατέληξε στον τάφο. Από τη στιγμή που αποδέχτηκε να κυβερνήσει την ρημαγμένη καθόλα Ελλάδα, έθεσε όλο του το είναι στη διάθεση της Πατρίδας. Στο έργο του αυτό ήρθε αντιμέτωπος με ντόπια και ξένα συμφέροντα, τα οποία συνασπίστηκαν εναντίον του και εν πολλοίς συνεργάστηκαν στην δολοφονία του.
Ο Καποδίστριας, έχοντας να αντιπαλέψει χίλια μύρια προβλήματα , κατάφερε στα λιγότερα από τρία χρόνια της διακυβέρνησής του να αφήσει πίσω του ένα ιδιαίτερα πλούσιο έργο. Το έργο του όμως θα ανατρέπονταν εκ των έσω, με την παρέμβαση Βρετανών και Γάλλων.
Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν τελικά οι Μαυρομιχάληδες σκότωσαν τον Καποδίστρια – άποψη που τελευταία αμφισβητείται- οι ηθικοί αυτουργοί της δολοφονίας σίγουρα δεν ήταν Έλληνες. Ενδεικτική είναι η μαρτυρία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη: «Ανάθεμα τους Άγγλο – Γάλλους που ήταν η αιτία και εγώ να χάσω τους δικούς μου ανθρώπους και το Έθνος να χάσει έναν κυβερνήτη που δεν θα ματαβρεί. Το αίμα του με παιδεύει έως σήμερα».
Η απόφαση του Ιωάννη Καποδίστρια να προχωρήσει στη διανομή των Εθνικών Γαιών στους φτωχούς αγωνιστές, φαίνεται ότι αποτελούσε ένα ακόμα σημείο τριβής του Κυβερνήτη με τους Έλληνες προύχοντες και τους ξένους δανειστές, αφού η εθνικές γαίες αποτελούσαν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του ελληνικού κράτους και άρα εγγύηση για αποπληρωμή των επαχθών δανείων που είχαν χορηγηθεί στην Ελλάδα. Η Μάνη, απόλυτα ελεγχόμενη από τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη είχε στασιάσει κατά του Καποδίστρια και ετοίμαζε ένοπλα τμήματα. Ο Καποδίστριας συνέλαβε τον Πετρόμπεη, αλλά η κατάσταση επιδεινώθηκε από την εξέγερση της Ύδρας. Υπό την ηγεσία της οικογένειας Κουντουριώτη και την πολιτική καθοδήγηση του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, οι Υδραίοι επαναστάτησαν, ζητώντας από τον Καποδίστρια να τους επιστρέψει τα χρήματα που είχαν ξοδέψει στον Αγώνα του 1821, κατέλαβαν τον ναύσταθμο του Πόρου, και με πρωτεργάτη τον Ανδρέα Μιαούλη, πυρπόλησαν πλοία του στόλου, ανάμεσά τους και τη την φρεγάτα «Ελλάς». Είναι απόλυτα τεκμηριωμένη η ενθάρρυνση, για να το θέσουμε επιεικώς, των στασιαστών από τις Μεγάλες Δυνάμεις, Βρετανία και Γαλλία. Ο μεν Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης υποστηριζόταν ανοικτά από τον Γάλλο πρέσβη, η δε οικογένεια Κουντουριώτη και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ήταν οι απόλυτοι εκφραστές των βρετανικών συμφερόντων στην Ελλάδα.
Ο ίδιος ο Καποδίστριας είχε γνώση για τους σχεδιασμούς των συγκεκριμένων ξένων δυνάμεων εναντίον του. Στις 31 Ιουλίου 1831, σε επιστολή του προς τον Γάλλο ναύαρχο Λαλαντέ έγραφε : «Εγώ δε, και τις δολοπλοκίες όλων σας τις εγνώριζα, αλλά έκρινα ότι δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να κόψω το νήμα της συνεργασίας μαζί σας, γιατί έδινα προτεραιότητα στην ανόρθωση και στην ανασυγκρότηση της Ελλάδος. Αν έκοβα τις σχέσεις με τις λεγόμενες προστάτιδες Δυνάμεις, τούτο θα ήταν εις βάρος της Ελλάδος και δεν ήθελα με κανένα τρόπο να προσθέσω βάρος και στη συνείδησή μου. Και άφησα τα πράγματα να λαλήσουν μόνα τους…». Δύο μήνες αργότερα έστειλε στον Έλληνα πρέσβη στο Παρίσι Αλέξανδρο Σούτσο επιστολή με την οποία του ζητούσε να προβεί σε σχετικά διαβήματα στη γαλλική κυβέρνηση, για την ανάμιξη των Γάλλων στις αντικυβερνητικές ενέργειες της Ύδρας και της Μάνης και για την ανοιχτή σύμπραξη και τη βοήθειά τους προς τους αντικυβερνητικούς, που ήταν μέλη του Αγγλικού και του Γαλλικού κόμματος.
Η δολοφονία του Καποδίστρια τελικά οργανώθηκε από τον Γάλλο πρέσβη Ρουάν και τον Βρετανό ομόλογό του Ντόκινς, που εκτελούσαν οδηγίες των κυβερνήσεών τους. Άλλωστε είχαν επιχειρήσει και προηγουμένως να σκοτώσουν τον Καποδίστρια, μέσω Μαυροκορδάτου! Ο Μαυροκορδάτος είχε τότε πληρώσει με 25.000 γρόσια τον καμαριέρη του Καποδίστρια, Νικολέτο, για να τον δηλητηριάσει. Αυτός όμως αν και αρχικά δέχτηκε, άλλαξε γνώμη και μάλιστα ενημέρωσε τον Καποδίστρια. Όταν η απόπειρα αυτή απέτυχε έσπασαν οι στάσεις σε Μάνη – με τη συνδρομή γαλλικών στρατευμάτων – και στην Ύδρα.
Ο αδερφός του Πετρόμπεη, Κωνσταντίνος, και ο ανιψιός του, Γεώργιος, μπήκαν κάτω από αστυνομική παρακολούθηση. Ο πολιτάρχης, όπως λεγόταν τότε ο αρχηγός της αστυνομίας, αντί να αλλάζει κάθε βδομάδα τους δύο χωροφύλακες συνοδούς των Μαυρομιχάληδων, όπως είχε εντολή, τους άφησε 40 μέρες. Έτσι έγιναν τελικά συνεργοί. Λίγες μέρες πριν από τη δολοφονία του Καποδίστρια, οι Μαυρομιχάληδες, μαζί με τους συνοδούς τους χωροφύλακες, αγόρασαν νέα όπλα από το οπλοπωλείο του Παξιμάδη, στο Ναυπλίου.
Την Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου, μια ηλικιωμένη γυναίκα κατήγγειλε στην αστυνομία ότι άκουσε τους Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη να κουβεντιάζουν με τους δυο χωροφύλακες φρουρούς τους ότι έπρεπε να σκοτώσουν τον Καποδίστρια το Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου, μπροστά στην εκκλησία. Η αναφορά έφτασε στον αρχηγό της αστυνομίας, ο οποίος δεν αντέδρασε. Το Σάββατο όμως ο Καποδίστριας ήταν άρρωστος και δε βγήκε από το σπίτι. Έτσι η επιχείρηση αναβλήθηκε για την επομένη. Το επόμενο πρωί της 27ης Σεπτεμβρίου 1831, ο Ιωάννης Καποδίστριας βγήκε από το σπίτι του, στο Ναύπλιο, για να πάει στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος. Στα σκαλιά, τον πρόλαβαν οι Μαυρομιχάληδες και οι δύο χωροφύλακες. Τον πυροβόλησαν και οι τέσσερις. Ο Δημήτριος Κοκκινάκης στο βιβλίο του «Ποιοι σκότωσαν τον Καποδίστρια» θεωρεί ότι οι Μαυρομιχάληδες ήταν σαφώς παρόντες στη δολοφονία, συνέργησαν σε αυτή, αλλά δεν ήταν οι πραγματικοί δολοφόνοι.
Ο σχεδιασμός της δολοφονίας ανήκε μάλλον στον Γάλλο στρατηγό Ζεράντ, διοικητή τότε του τακτικού στρατού, με ανάμιξη και Ελλήνων αξιωματικών, όπως του λοχαγού Φώτιου Αγγελίδη. Δύο μήνες πριν από τη δολοφονία, οι αξιωματικοί του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στην Πελοπόννησο στις μεταξύ τους συζητήσεις επιβεβαίωναν ότι πλησίαζε η ημέρα που θα «ξεφορτώνονταν» τον Καποδίστρια. Επίσης ενδεικτικές είναι και οι τελευταίες λέξεις του Κωνσταντίνου Μαυρομιχάλη, όπως τις μεταφέρει ο στρατηγός Κασομούλης στα απομνημονεύματά του. «Δεν φταίω εγώ στρατιώται, άλλοι με έβαλαν», κραύγασε ο Μαυρομιχάλης πριν πέσει νεκρός.
Η στάση δε του Γάλλου Πρέσβη Ρουάν , ο οποίος μετά τη δολοφονία έδωσε άσυλο στον Γεώργιο Μαυρομιχάλη και αρνήθηκε να τον παραδώσει στον φρούραρχο του Ναυπλίου, Πορτογάλο συνταγματάρχη Αλμέιδα, αποτελεί σαφή απόδειξη.
Η Γαλλία πάντως μέσω του πρέσβη και του στρατιωτική τους ακολούθου δεν έπαψε να υπερασπίζεται τους κατηγορούμενους. Ο στρατιωτικός ακόλουθος της Γαλλίας έφτασε στο σημείο να απειλήσει τους Έλληνες στρατοδίκες που δίκαζαν τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη και τους δύο αστυφύλακες συνεργούς του να μην τολμήσουν να τους καταδικάσουν.
Ο δε Βρετανός πρέσβης απείλησε με διακοπή διπλωματικών σχέσεων με την Ελλάδα αν η δεν σταματούσαν οι κινητοποιήσεις του λαού του Ναυπλίου, που θεωρούσε την Βρετανία συνυπεύθυνη για τον θάνατο του Κυβερνήτη. Αποκαλυπτική είναι και η μαρτυρία του Ρώσου πρέσβη Ριμποπιέρ, ο οποίος στην έκθεσή του για τη δολοφονία έγραψε : « …ουδεμία αμφιβολία διατηρώ ότι η δολοφονική χειρ εξοπλίσθη παρά της Αγγλίας …». Άλλη απόδειξη; Ακόμη και σήμερα τα βρετανικά αρχεία, τα σχετικά με τη δολοφονία του Καποδίστρια παραμένουν κλειστά !
Πηγή: olympia.gr
Ήρωας του '21, γνωστός τοις πάσι με το προσωνύμιο Νικηταράς ο Τουρκοφάγος.
Γεννήθηκε το 1782 στο χωριό Τουρκολέκα Μεγαλόπολης και ήταν γιος του κλέφτη Σταματέλου Τουρκολέκα και της Σοφίας Καρούτσου, αδελφής της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Κατά μία άλλη εκδοχή, γεννήθηκε το 1784 στο χωριό Νέδουσα Μεσσηνίας. Σε ηλικία 11 χρονών βγήκε στο κλαρί με την ομάδα του πατέρα του και στη συνέχεια εντάχθηκε στο σώμα του πρωτοκλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη, του οποίου αργότερα παντρεύτηκε την κόρη Αγγελίνα.
Η ανδρεία και τα σωματικά του προσόντα τον οδήγησαν το 1805 στη ρωσοκρατούμενη τότε Ζάκυνθο. Εκεί εντάχθηκε στο ρωσικό τάγμα, που πολέμησε τον Ναπολέοντα στην Ιταλία. Αργότερα, επέστρεψε στη Ζάκυνθο για να υπηρετήσει αυτή τη φορά τους Γάλλους, που είχαν καταλάβει το νησί. Στις 18 Οκτωβρίου 1818, ενώ βρισκόταν στην Καλαμάτα, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Με τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Παπαφλέσσα συνέβαλε στην προετοιμασία του Εθνικού Ξεσηκωμού και στις 23 Μαρτίου 1821 μπήκε στην Καλαμάτα μαζί με τους άλλους στρατιωτικούς αρχηγούς.
Από την αρχή ενστερνίσθηκε το στρατηγικό σχέδιο του Κολοκοτρώνη για την κατάληψη της Τριπολιτσάς και πήρε μέρος σε όλες τις επιχειρήσεις για την κατάληψη του διοικητικού κέντρο των Οθωμανών στην Πελοπόννησο. Διακρίθηκε στη Μάχη του Βαλτετσίου (12 Μαΐου 1821), ενώ αποφασιστική ήταν η συμβολή του στη Μάχη των Δολιανών (18 Μαΐου 1821), όπου ανέδειξε στο έπακρο τις στρατιωτικές του ικανότητες. Επικεφαλής μόλις 600 ανδρών κατανίκησε τον στρατό του Κεχαγιάμπεη που ανήρχετο σε 6.000 άνδρες και σχεδόν τον αποδεκάτισε. Γι' αυτόν τον πραγματικό του άθλο, οι συμπολεμιστές του τον ονόμασαν «Τουρκοφάγο».
Μέχρι το τέλος του Αγώνα ο Νικηταράς ήταν στην πρώτη γραμμή, πολεμώντας είτε στην Πελοπόννησο είτε στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα, όπου συνεργάστηκε με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και τον Γεώργιο Καραΐσκάκη. Πήρε μέρος στην Άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) και ήταν από τους λίγους αρχηγούς που αρνήθηκε να συμμετάσχει στη διανομή των λαφύρων.
Διακρίθηκε στη Μάχη του Αγιονορίου (26-28 Ιουλίου 1822), που αποτελείωσε τη στρατιά του Δράμαλη δύο μέρες μετά τη Μάχη στα Δερβανάκια. Η ανιδιοτέλεια του ανδρός φάνηκε για μία ακόμη φορά, όταν από το πλήθος των λαφύρων της μάχης πείστηκε να δεχθεί ένα πανάκριβο σπαθί, το οποίο αργότερα προσέφερε στον έρανο για την ενίσχυση του Μεσολογγίου. Κατά τη διάρκεια του Εμφύλιου Πολέμου τάχθηκε στο πλευρό του Κολοκοτρώνη, αλλά φρόντισε πάντα να επιδιώκει τον συμβιβασμό και τη συνεννόηση.
Μετά την Απελευθέρωση τάχθηκε στο πλευρό του Καποδίστρια κι έγινε ένας από τους στενότερους συνεργάτες του Κυβερνήτη. Πήρε μέρος στην Δ' Εθνοσυνέλευση του Άργους (1829), ως πληρεξούσιος του Λεονταρίου. Επί Όθωνος περιέπεσε σε δυσμένεια, επειδή υποστήριζε το αντιπολιτευόμενο Ρωσικό Κόμμα. Προφυλακίστηκε το 1839 ως αρχηγός συνωμοτικής ομάδας, αλλά στη δίκη του (11 Σεπτεμβρίου 1840), αθωώθηκε ελλείψει στοιχείων. Εντούτοις, η κράτησή του παρατάθηκε με αποτέλεσμα να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη η υγεία του και σχεδόν να τυφλωθεί. Αποφυλακίστηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 1841 και αποτραβήχτηκε με την οικογένειά του στον Πειραιά.
Μετά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 του απονεμήθηκε ο βαθμός του υποστρατήγου και έλαβε μία τιμητική σύνταξη, η οποία ήταν ο μόνος πόρος της ζωής του. Το 1847 διορίσθηκε μέλος της Γερουσίας και δύο χρόνια αργότερα, στις 25 Σεπτεμβρίου 1849, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 67 ετών. Ο Νικηταράς απέκτησε δύο κόρες κι ένα γιο, τον Ιωάννη Σταματελόπουλο, που ακολούθησε καριέρα στρατιωτικού. Άφησε Απομνημονεύματα, τα οποία υπαγόρευσε στον εθνικό δικαστή Γεώργιο Τερτσέτη.
Πηγή: Σαν σήμερα
Το βρίκιον “ΑΡΗΣ”. Υδατογραφία Αντώνη Μιλάνου.
ΜΙΛΑΝΙΟ ΝΑΥΤΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
Στην Επανάσταση του 1821 έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο και το τότε Ναυτικό των Ελλήνων που συγκροτήθηκε κυρίως από εμπορικά πλοία της εποχής προσθέτοντας πολλές σελίδες δόξας αλλά και θαυμασμού στη διεθνή τότε κοινή γνώμη.
H ενίσχυση με στρατό και εφόδια των πολιορκούμενων στα φρούρια του Mοριά Οθωμανών μπορούσε να πραγματοποιηθεί τόσο από την ξηρά όσο και από τη θάλασσα.
H αντιμετώπιση του δεύτερου ενδεχόμενου προϋπέθετε την κινητοποίηση των πολυάριθμων υδραιικων, σπετσιώτικων και ψαριανών κατά κύριο λόγο πλοίων.O στόλος των τριών νησιών αριθμούσε μερικές εκατοντάδες ελαφρά οπλισμένα μικρά εμπορικά πλοία, που ωστόσο συχνά επιδίδονταν εξίσου αποτελεσματικά και στην πειρατεία.
Aν και τα πλοία αυτά δε συνιστούσαν ένα πραγματικά πολεμικό στόλο, η εμπειρία των πληρωμάτων τους και η ευελιξία των μικρών καραβιών στα διάσπαρτα από νησιά και βραχονησίδες νερά του Aιγαίου δε θα μπορούσε να παρεμποδίσει τη δράση του οθωμανικού στόλου.
Kατοικημένα σχεδόν αποκλειστικά από ελληνικούς πληθυσμούς, εκτός από τη Pόδο, την Kω και τη Χίο όπου διαβιούσαν και μουσουλμάνοι, τα νησιά του Αιγαίου κήρυξαν σταδιακά την επανάσταση από το πρώτο δεκαήμερο του Aπριλίου και μετά.
Eξαίρεση αποτέλεσαν νησιά των Kυκλάδων όπως η Σύρος, η Τήνος και η Νάξος, όπου η πλειονότητα των κατοίκων ήταν καθολικοί.
Oι Σπέτσες, τα Ψαρά, η Σάμος και ιδίως η Ύδρα υπήρξαν το κέντρο του επαναστατικού αγώνα στο Αιγαίο, αν και οι τοπικές ηγετικές ομάδες φάνηκαν στις αρχή διστακτικές -κάτι άλλωστε που είχε συμβεί και στην Πελοπόννησο.
Στην Ύδρα μάλιστα, το ισχυρότερο ναυτικό κέντρο όπου κυριαρχούσε η οικογένεια Kουντουριώτη, η επανάσταση κηρύχτηκε χάρις στην επιμονή ενός μικρότερης εμβέλειας τοπικού παράγοντα.
Tους πρώτους μήνες της επανάστασης τα ελληνικά πλοία διέθεταν μια σχετική ελευθερία κίνησης στο Αιγαίο.
Ένα τμήμα του οθωμανικού στόλου παρέμενε στο ναύσταθμο της Πόλης, καθώς υπήρχε ο φόβος ενός νέου ρωσο-οθωμανικού πολέμου, ένω ένα άλλο τμήμα βρισκόταν στις ακτές της Hπείρου λαμβάνοντας μέρος στον πόλεμο με τον Αλή-πασά.
Έτσι, ο ελληνικός στόλος επιχειρούσε σχεδόν ανενόχλητος επιθέσεις σε μεμονωμένα οθωμανικά πλοία, αρκετά από τα οποία καταλήφθηκαν, ενώ μετείχε στις πολιορκίες των φρουρίων στο Ναυπλίο (με επικεφαλή την περίφημη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα), στη Μονεμβασιά, στη Nαύπακτο και αλλού.
Δεν έλειψαν και πειρατικές ενέργειες σε βάρος ουδέτερων εμπορικών πλοίων καθώς και επιδρομές στα μικρασιατικά παράλια.
Στην πραγματικότητα, την εποχή εκείνη δεν υπήρχε συγκροτημένος ελληνικός στόλος που ακολουθούσε κάποιο οργανωμένο σχέδιο, αλλά σύμπραξη πληρωμάτων ενόψει κάποιας επιχείρησης.
Έτσι, όταν τμήματα του οθωμανικού στόλου επιχείρησαν έξοδο από τα Δαρδανέλια με στόχο τον ανεφοδιασμό των πολιορκούμενων φρουρίων της Πελοποννήσου και τη μεταφορά στρατευμάτων, φάνηκε ότι δύσκολα τα ελληνικά πλοία μπορούσαν να βάλουν με επιτυχία ενάντια στα οθωμανικά.
Δεν έλειψαν βέβαια μεμονωμένες επιτυχίες που στηρίχτηκαν στον ηρωϊσμό ανθρώπων αλλά και σε μια πολεμική τακτική που υιοθετήθηκε και έμελε να χαρακτηρίσει σε μεγάλο βαθμό τις πολεμικές ενέργειες στο θαλάσσιο χώρο.
Αναφερόμαστε στα πυρπολικά, ειδικά διαμορφωμένα πλοιάρια φορτωμένα με εύφλεκτες ύλες και εκρηκτικά, τα οποία προσκολλούνταν στα οθωμανικά πλοία, αναφλέγονταν και βυθίζονταν μαζί τους.
O φόβος των Οθωμανών από τη δράση των πυρπολητών περιόριζε τις κινήσεις του στόλου τους.
Tο πρώτο αυτό διάστημα φαίνεται ότι και οι δυο πλευρές προσπαθούσαν να αποφύγουν τις συγκρούσεις, εξέλιξη που ασφαλώς ευνοούσε την εξάπλωση της επανάστασης τόσο στον ηπειρωτικό όσο και στο νησιωτικό χώρο.
Aπό τις αρχές της Επανάστασης ήταν φανερό ότι τα μικρά και ελλιπώς εξοπλισμένα ελληνικά πλοία δεν ήταν ικανά να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τα οθωμανικά σε ανοιχτή σύγκρουση.
Έτσι, ακολουθήθηκαν άλλες μορφές δράσης που κατέτειναν στη φθορά και την παρεμπόδιση της κίνησης του οθωμανικού στόλου.
Kατεξοχήν στόχοι υπήρξαν οι νηοπομπές που μετέφεραν ενισχύσεις και εφόδια στα πολιορκούμενα φρούρια της Πελοποννήσου και της Ρούμελης.
Aπό την άλλη, συχνές ήταν και οι προσπάθειες του ελληνικού στόλου να άρει τον αποκλεισμό φρουρίων και να ενισχύσει τους πολιορκούμενους Έλληνες με εφόδια και ενόπλους.
Τέλος, θα έπρεπε να προστατευτούν τα νησιά του Αιγαίου από τη δράση του οθωμανικού στόλου.
Στις επιχειρήσεις αυτές η φθορά των πλοίων του αντιπάλου επιτεύχθηκε με την υιοθέτηση μιας πολεμικής τακτικής που αντιστάθμιζε την υπεροπλία του οθωμανικού στόλου.
Πρόκειται για νυχτερινές επιθέσεις με πυρπολικά, δηλαδή ειδικά διαμορφωμένα μικρά πλοία, φορτωμένα με εύφλεκτες ύλες και εκρηκτικά, τα οποία προσκολλούνταν στα οθωμανικά προκαλώντας την ανατίναξή τους.
Οι παράτολμες αυτές επιθέσεις, που απαιτούσαν επιδέξιους χειρισμούς ώστε να προσκολληθεί το πυρπολικό, αλλά και τύχη ώστε να μη γίνει αντιληπτή η επιχείρηση, απέδωσαν ορισμένες εντυπωσιακές ένεργειες.
Πλέον χαρακτηριστική υπήρξε η ανατίναξη της ναυαρχίδας του οθωμανικού στόλου από τον Kανάρη στα ανοιχτά του Τσεσμέ τον Ιούνιο του 1822.
Ενέργειες όπως αυτή προκαλούσαν τρόμο στα πληρώματα των οθωμανικών πλοίων και συχνά οι κινήσεις του οθωμανικού στόλου ήταν διστακτικές από το φόβο της δράσης των πυρπολητών.
Δεν έλειψαν βέβαια και αποτυχημένες ενέργειες όπως συνέβη τον Αύγουστο του 1825 και τον Ιούνιο του 1827 στις πιο φιλόδοξες ίσως επιχειρήσεις του ελληνικού στόλου που αποσκοπούσαν στην πυρπόληση του αιγυπτιακού στόλου στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας.
Διεξήχθησαν και ορισμένες ναυμαχίες, κάποιες από τις οποίες είχαν θετική κατάληξη για την ελληνική πλευρά, όπως συνέβη στα ανοιχτά της Ύδρας και των Σπετσών τον Οκτώβριο του 1822, στον κόλπο του Γέροντα τον Αύγουστο του 1824 και στον Kάβο Nτόρο το Μάιο του 1825, όπου διακρίθηκαν ο Πιπίνος, ο Mιαούλης και ο Σαχτούρης αντίστοιχα.
Παρά τη δράση του Κανάρη και των άλλων πυρπολητών τα πλοία του οθωμανικού στόλου δεν αντιμετώπισαν σοβαρές δυσκολίες στο να φέρουν σε πέρας τις επιχειρήσεις που διεξήγαγαν.
Η υπεροπλία των οθωμανικών πλοίων δεν άφηνε βέβαια πολλά περιθώρια δράσης στα ελληνικά.
H έλλειψη συντονισμού και ιδίως η περιστασιακή ενασχόληση των ελληνικών πλοίων για πολεμικούς σκοπούς δυσχέρανε ακόμη περισσότερο τη θέση της ελληνικής πλευράς στο θαλάσσιο χώρο.
Tο εμπόριο αλλά και η πειρατεία υπήρξαν για τα ελληνικά πλοία εναλλακτικές δραστηριότητες που εξασφάλιζαν τη συντήρηση των πλοίων και τους μισθούς των πληρωμάτων, υπονόμευαν ωστόσο την επιχειρησιακή ικανότητα του ελληνικού στόλου.
Eιδικά η πειρατεία προκαλούσε τις διαμαρτυρίες των Mεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες ενδιαφέρονταν για την ασφάλεια των θαλάσσιων εμπορικών δρόμων.
Έτσι, από τους πρώτους μήνες του 1828 ο Kυβερνήτης Iωάννης Kαποδίστριας επιδίωξε τον περιορισμό της πειρατικής δραστηριότητας, κάτι που επιτεύχθηκε χάρις στις ενέργειες του Aνδρέα Mιαούλη.
ΠΥΡΠΟΛΙΚΑ
Το λεγόμενο πυρπολικό πλοίο υπήρξε το κατ΄ εξοχήν ιστιοφόρο καταδρομικό πλοίο στις πολεμικές επιχειρήσεις των Ελλήνων στην Ελληνική Επανάσταση του 1821.
Κατά την ελληνική επανάσταση του 1821,τα πυρπολικά ήταν πλοία επανδρωμένα με «έδρα» είτε συγκεκριμένο λιμάνι, στο οποίο παρέμεναν, είτε σε συγκεκριμένο λιμάνι, είτε ελεύθερα στο πέλαγος και αναζητούσαν στόχο.
Κατά τη «πυρπόληση» έπρεπε να προσκολληθεί και να προσδεθεί άρρηκτα με το εχθρικό πλοίο πολύ πολύ γρήγορα, στη συνέχεια να τεθεί σ΄ αυτό «πυρ» και έγκαιρα να εγκαταλειφθεί από το πλήρωμά του.
Είναι προφανές ότι σε τέτοια επιχείρηση εκτός του θάρρους, της αποφασιστικότητας αλλά και της ψυχραιμίας απαιτείτο και πλήρης συντονισμός ενεργειών Πλοιάρχου και πληρώματος.
Το Πυρπολικό του 21 οφείλει τη πρώτη του κατασκευή στον Παργινό Ιωάννη Δημουλίτσα με το παρωνύμιο «Πατατούκος», ο οποίος από μικρός δούλευε σε ψαριανά καράβια και στα ταξίδια του γνώρισε τα μυστικά της κατασκευής των πυρπολικών.
Το πυρπολικό πλοίο οφείλει τη τελειοποίησή του στον Κωνσταντίνο Νικόδημο.
Η μετατροπή γινόταν ως εξής: άνοιγαν κατα μήκος του καταστρώματος σε κάθε πλευρά κυκλικά ανοίγματα («ρούμπους») και κάτω από το καθένα έβαζαν πωματισμένα βαρέλια γεμάτα δυναμίτιδα.
Ακόμα και τα ιστία του πλοίου ήταν εμποτισμένα με πίσσα και νάφθα ώστε να μεταπηδήσει γρήγορα η φωτιά. Κατά μήκος των πλευρών του καταστρώματος και κάτω από αυτόν κατασκευάζονταν αγωγοί γεμάτοι με εύφλεκτα μίγματα, ονομαζόμενοι «μίνες του μπαρουτιού» για τη μετάδοση της φωτιάς από συγκεκριμένο σημείο (τη «μίνα της φωτιάς») στη πρύμη του σκάφους όπου και το άνοιγμα του «άβακα» (πηδαλίου).
Από αυτό το σημείο γινόταν και η διαφυγή του πληρώματος (20-25 άνδρες) και η επιβίβασή τους σε ρυμουλκούμενη λέμβο όταν ο κυβερνήτης παραμένοντας τελευταίος έθετε το «πυρ».
Οι επιθέσεις των πυρπολικών δεν γίνονταν μόνο σε αγκυροβολημένους στόχους αλλά και μεσοπέλαγα, λόγω μεγαλύτερης ταχύτητας.
Μετά το περίφημο σήμα της επίθεσης «Με τη βοήθεια του Σταυρού επιτεθείτε!», πλησίαζαν τον εχθρό με τη πλώρη από τη προσήνεμη πλευρά, δηλαδή από εκεί που φύσαγε ή ήταν ο κυματισμός, ώστε να βοηθηθεί η προσκόλληση και, γρήγορα με «κόρακες», δηλ.γαντζους,γάτζους, εξασφάλιζαν την αγκίστρωση.
Το πλήρωμα του εχθρικού σκάφους καταλαμβάνονταν συνήθως από πανικό και καμία αντίσταση δεν πρόβαλε αλλά έτρεχε να σωθεί.
Από του 1824 όμως που άρχισε η παρέμβαση του αιγυπτιακού στόλου, οι συνθήκες χρήσης των πυρπολικών ήταν δυσμενέστερες και τούτο διότι τα αιγυπτιακά πληρώματα ήταν εκπαιδευμένα και συγκροτημένα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα κυρίως του γαλλικού στρατού και ναυτικού.
Πάντως τα πυρπολικά εξακολούθησαν να χρησιμοποιούνται ακόμη και όταν η Ελλάδα απέκτησε τα πρώτα πραγματικά πολεμικά, τη φρεγάτα «Ελλάς» και το ατμοκίνητο «Καρτερία», τα οποία κατέστησαν το πυρπολικό δευτερεύον.
Επιτυχείς πυρπολήσεις του Αγώνα ήταν:
του Γέροντα,του Νταρ Μπογκάζ και της Σάμου (πλοίαρχος Γ. Βατικιώτης)
της Τενέδου (πλ. Γ. Βρατσάνος)
της Σούδας (πλ. Α. Βώκος)
Μεθώνης (Α. Δημαμάς), – Γέροντα (Γ. Θεοχάρης)
Μυτιλήνης (Δ. Καλογιάννης)
Αγ. Μαρίνας, Σάμου, Τενέδου και Χίου (Κ. Κανάρης),
Ιθάκης, Μεσολογγίου (Α. Καράβελας)
Κάβο ντ΄ Όρο, Καρπάθου (Γ. Ματρώζος)
Σάμου (Λέκας Ματρώζος)
Γέροντα, Κάβο ντ΄ Όρο, Μιλήτου και Σάμου (Λ. Μουσούς)
Αλεξάνδρειας, Κάβο ντ΄ Όρο, Μεσολογγίου (Μ. Μπούτης)
Στενά Μυτιλήνης (Κ. Νικόδημος)
Ερεσού (Δ. Παπανικολής)
Μεθώνης (Α. Παυλής ή Μπίκος)
Άθωνα, Γέροντα, Σπετσών, Χίου (Α. Πιπίνος)
Μεθώνης, Μεσολογγίου (Γ. Πολίτης)
Σάμου (Δ. Ραφαλιάς)
Αλεξάνδρειας, Μεθώνης, Μεσολογγίου (Μ. Σπαχής)
Μεθώνης, Νταρ Μπογκάζ (Δ. Τσάπελης)
Πρώτη επιτυχής χρήση του επανδρωμένου πυρπολικού έγινε στις 27 Μαΐου 1821 στην Ερεσσό όπου οι Τούρκοι απώλεσαν ένα αξιόλογο πλοίο «γραμμής».
Αναδειχθείς πρώτος Πυρπολητής] ο Παπανικολής.
Τότε ξένος παρατηρητής σημείωνε «…τελικά οι Έλληνες βρήκαν το όπλο της Επανάστασης!»
Μετά από αυτό το γεγονός οι Πρόκριτοι εγκρίνανε μετατροπές παλαιών ιστιοφόρων σε πυρπολικά εξαγοραζόμενα από τη τότε κυβέρνηση αντί 25.000 και 45.000 γρόσια με ισόποση περίπου δαπάνη για τη μετατροπή τους.
Ο Δημήτριος Παπανικολής ήταν σπουδαίος ναυμάχος κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και διάσημος πυρπολητής.
Όταν εξερράγη η ελληνική επανάσταση πλοιάρχησε μόλις 19 ετών στο πλοίο του Αποστόλη Αποστόλη.
Κατά τη ναυμαχία της Ερεσού κυβερνώντας το, για λογαριασμό τη Τρινησίας λίμνιο Βρίκιο το οποίο είχε μετατρέψει σε πυρπολικό ο Πάργιος, Ιωάννης Δημολίτσας, επέπεσε κατά τουρκικού δίκροτου το οποίο και πυρπόλισε σχεδόν σύψυχο με ελάχιστους διασωθέντες.
Το αυτό επανέλαβε και στη ναυμαχία του Γέροντα προκαλώντας με τους συντρόφους του πυρπολητές τον τρόμο στον οθωμανικό στόλο.
Αλλά και σε πολλές άλλες καταδρομικές και αποβατικές επιχειρήσεις έλαβε μέρος που οι επιτυχίες του είχαν καταπλήξει τους άλλους ναυμάχους.
Κωνσταντίνος Κανάρης
Η είδηση της εξεγέρσεως των κατοίκων τής Χίου, στις 23 Μαρτίου 1822, έκανε έξω φρενών τον Σουλτάνο Μαχμούτ, ο οποίος έστειλε εναντίον τους 46 πολεμικά πλοία με επί κεφαλής τον Καρα Αλη πασα (1778-1822, Οθωμανός Ναύαρχος γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη).
Στις 30 Μαρτίου 1822, ο Καρα Αλη πασάς απεβίβασε στην Χίο ένα αποβατικό σώμα από 7.000 άνδρες και την κυρίευσε. Από τους 113.000 Χίους, οι 23.000 σφαγιάσθηκαν και οι 47.000 πουλήθηκαν ως αιχμάλωτοι στα σκλαβοπάζαρα.
Με εντολή τού Ναυάρχου τού Στόλου Ανδρέα Μιαούλη, μέσα στην ασέληνη νύκτα τής 6ης Ιουνίου 1822 οι πυρπολητές Κανάρης και Πιπίνος πλησίασαν τον Οθωμανικό στόλο.
Ο Πιπίνος εκόλλησε το πυρπολικό του στην υποναυαρχίδα αλλά δεν το προσέδεσε καλώς και έτσι οι Οθωμανοί κατόρθωσαν να το απομακρύνουν όταν επήρε φωτιά, με αποτέλεσμα να καεί ασκόπως.
Ο Κανάρης, με τους επιδέξιους ελιγμούς τού πηδαλιούχου Θεοφανοπούλου, επλησίασε την ναυαρχίδα και προσέδεσε το πυρπολικό του στην πρώρα της.
Αφού έβαλε φωτιά στο «μπουρλότο», απομακρύνθηκε γρήγορα.
Η ναυαρχίδα ανατινάχθηκε όταν η φωτιά έφθασε στην πυριτιδαποθήκη της. Ο Kara Ali Pasa μόλις πρόφθασε να πηδήξη σε μία βάρκα, αλλά κτυπήθηκε από μία φλεγόμενη δοκό και εξέπνευσε.
Έτσι η Οθωμανική αρμάδα δεν εκτύπησε τα Ψαρά και την Σάμο, αλλά κατέφυγε στα Δαρδανέλλια. Όταν απεφάσισε να εξέλθει και πάλι στο Αιγαίο, ο Κανάρης πυρπόλησε και την υποναυαρχίδα κοντά στην Τένεδο.
Πάρων,ή μπρίκι,ή βρίκι
Βρίκιον,ή Μπρίκιο, ή Μπρίκι, ήταν ονομασία παλαιότερου ιστιοφόρου δίστηλου,δηλ. δικάταρτου εμπορικού ή Πολεμικού πλοίου, ίδιο με τον Πάρωνα.
Αυτός ο τύπος ιστιοφόρου έφερε στη πλώρη «πρόβολο» (το κοινώς λεγόμενο “μπαστούνι” ή “μπαμπρέσο”) για τους τρεις “αρτέμωνές” του (3 κατάπλωρα τριγωνικά ιστία), “ακάτιο ιστό” και τον “μέγα ιστό” (δεύτερος από πλώρη και ψηλότερος) για τα “τετράγωνα” ιστία, τα τριγωνικά (λεγόμενα και “προϊστια”) και για τον “επίδρομο” (πρυμναίο τραπεζοειδές ιστίο).
Ήταν πανομοιότυπος με τον εμπορικό Δρόμωνα ή “νάβα” και του εμπορικού Μυοδρόμωνα (Μπάρκου ή Γαβάρας) αν λογισθεί ο τρίτος και πρυμναίος ιστός τους ως να μη υπάρχει.
Το αντίστοιχο πολεμικό πλοίο του τύπου αυτού λέγεται Πάρων.
Μέχρι το 1849 καμία διαφορά μεταξύ του Βρίκιου και του Πάρωνα δεν υπήρχε, όταν εμφανίσθηκαν το έτος εκείνο οι “διπλοί δόλωνες” και άλλες συναφείς διευκολύνσεις τις οποίες και εκολπώθηκαν τα εμπορικά Βρίκια, όχι όμως και οι πολεμικοί Πάρωνες όπου η μεταξύ τους διαφορά έγινε πλέον αισθητή, όταν ακόμη πρώτοι οι Ιταλοί, (και τελικά μόνο αυτοί), ναυπήγησαν το 1891 δύο θαυμάσιους εκπαιδευτικούς σιδερένιους πάρωνες τους “Παλινούρο” και “Μιζένο”.
Πρόδρομος του Βρικίου υπήρξε το Βριγαντίνο που όταν αυτό τελειοποιήθηκε η διαφορά τους ήταν πολύ δυσδιάκριτη για κάθε “στεριανό” μάτι.
Τα Βρίκια λόγω των ναυτικών αρετών τους θεωρήθηκαν τα προσφιλέστερα των Ελλήνων ναυμάχων πλοία κατά την διάρκεια του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Επειδή κατά την Εθνεγερσία βρέθηκαν τα περισσότερα με πλείστα πυροβόλα λόγω των πολύ συχνών μικροναυμαχιών με πειρατές, καμία διαφορά ουσιαστική, ακόμα και τυπική δεν υπήρχε μεταξύ του Βρικίου και του πολεμικού Βρικίου δηλαδή του Πάρωνα, που πρόσθετα έφερε 12 – 18 πυροβόλα (κανόνια) στο κατάστρωμα και πλήρωμα 100 άνδρες.
Πολεμικά πλοία τύπου “βρίκια” (Πάρωνες) του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού ήταν τα:
- Αθηνά (Βρίκιον)
– Αντίζηλος (Βρίκιον)
– Άρης Ι (Βρίκιον)
– Αχιλλεύς Ι (Βρίκιον)
– Ηρακλής Ι (Βρίκιον)
– Θεμιστοκλής Ι (Βρίκιον)
– Τιμολέων (Βρίκιον)
ΤΟ ΜΠΡΙΚΙ ” ΑΘΗΝΑ ”
Χαρακτηριστικά
Έναρξη ναυπήγησης: 1807
Ένταξη σε υπηρεσία: 1879
Γενικά χαρακτηριστικά
Εκτόπισμα: 250 τόνοι
Μήκος: 30,5 μέτρα
Πλάτος: 8,8 μέτρα
Βύθισμα: 4,9 μέτρα
Πλήρωμα: 80
Οπλισμός: 16 κανόνια των 12 λιβρών και αργότερα
2 κανόνια των 12 λιβρών και 10 κορρονάδες των 18 λιβρών
Το Βρίκιον Αθηνά ήταν πλοίο του αγώνα ανεξαρτησίας, ιδιοκτησίας Α. Τσαμαδού. Ναυπηγήθηκε στη Βενετία το 1807 και έφερε το όνομα «Άρης».
Δοξάστηκε με τη διάσπαση του αποκλεισμού Ναβαρίνου στις 26 Απριλίου 1825, όπου πέρασε με επιτυχία ανάμεσα σε 32 Αιγυπτιακά πλοία του Ιμπραήμ. Αγοράστηκε από την Ελληνική Κυβέρνηση και μετονομάστηκε σε «Αθηνά».
Το 1879 μετονομάστηκε εκ νέου σε «Άρης». Χρησιμοποιήθηκε από Σχολή Ναυτικών Δοκίμων το διάστημα 1863–1865 και 1882-1885.
Διατηρήθηκε μέχρι το 1921 οπότε και βυθίστηκε «τιμητικά» κοντά στη «νησίδα Κυρά» του Ναυστάθμου λόγω οικονομικής αδυναμίας συντήρησης και επισκευής του.
Οι Έλληνες δεν σταμάτησαν τις ναυτικές πολεμικές ή εμπορικές δραστηριότητες στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Η Ύδρα, οι Σπέτσες και τα Ψαρά είχαν αναπτύξει ένα πολύ αξιόλογο στόλο από καλά κατασκευασμένα και εξοπλισμένα πλοία που ήταν ένας από τους βασικούς παράγοντες της επιτυχίας της Ελληνικής επανάστασης.
Στην αρχή της επανάστασης του 1821 η Ελλάδα διέθετε 1000 περίπου μικρά και μεσαία εμπορικά πλοία και μια δύναμη 18.000 ναυτικών
Οι κορβέτες ήταν γρήγορα και ευέλικτα σκάφη, ενδιάμεσης κατηγορίας μεταξύ φρεγάτας και μπρικιού. Είχαν τρία κατάρτια και ιστιοφορία δρόμωνα όπως η φρεγάτα αλλά μικρότερο εκτόπισμα (περί τους 800 τόννους) και ασθενέστερο οπλισμό 18-26 πυροβόλα)
Συνεχίζοντας την αρχαιοελληνική παράδοση του ανθρωπόμορφου ακρόπρωρου, οι ναυτικοί του ΄21 έδιναν στα καράβια τους ονόματα θεών ή επιφανών προσώπων της αρχαιότητας όπως Άρης, Σόλων, Θεμιστοκλής Επαμεινώνδας, κ.α. και τα στόλιζαν με τις μορφές τους.
Δρόμων
ΑΡΗΣ
Από τα ενδοξότερα πλοία τής Ελληνικής Επανάστασης. Ναυπηγήθηκε το 1807 ως εμπορικό πλοίο στήν Βενετία.
Το 1819, αγοράστηκε από τον Υδραίο Αναστάσιο Τσαμαδό (1774-1825 ), ο οποίος με την έναρξη του Αγώνα τον μετέτρεψε σε πολεμικό πλοίο, εξοπλίζοντας τον με 16 πυροβόλα και επανδρώνοντας τον με πλήρωμα 82 ανδρών.
Ο Τσαμαδός με τον Άρη τάχθηκε στήν υδραϊκή ναυτική μοίρα και συμμετείχε σε όλες σχεδόν τις ναυτικές εκστρατείες και ναυμαχίες του Ελληνικού στόλου στο Αιγαίο, τα Πελοποννησιακά παράλια και τον Κορινθιακό.
Το 1825 ο Άρης εφοδίασε τους πολιορκημένους από τον Ιμπραήμ στο Νεόκαστρο, διασπώντας τον κλοιό των τουρκοαιγυπτίων, και ενώ ο ιδιοκτήτης του βρήκε το θάνατο στους βράχους της Σφακτηρίας, όπου είχε αποβιβαστεί για να συναντηθεί με οπλαρχηγούς του Αγώνα, ο Άρης κατόρθωσε ύστερα από πολύωρη συμπλοκή με τα ισχυρότατα εχθρικά πολεμικά, να βγει από τον όρμο του Νεοκάστρου στο ανοιχτό πέλαγος.
Μετά την λήξη του Αγώνα αγοράστηκε από την Ελληνική κυβέρνηση και πήρε το όνομα Αθηνά.
Το 1879 του δόθηκε ξανά η αρχική του ονομασία.
Χρησιμοποιήθηκε σε πολλές αποστολές και επίσης, ως σχολή ναυτικών δοκίμων καθώς και ως σχολή για το κατώτερο προσωπικό.
Διατηρήθηκε ως το 1921, οπότε κατά τούς πανηγυρισμούς της εκατονταετίας του αγώνα της ανεξαρτησίας, βυθίστηκε “τιμητικώς” κοντά στην νήσο “Κυρά” του ναυστάθμου.
Η βρικογολέταΆσπασία΄ του Ι. Κούτση.
Του ίδιου τύπου ήταν και ο ΄Κίμων΄ του Α. Λεμπέση
Τον Ιούλιο του 1827, οι σπετσιώτικες βρικογολέτες Κίμων του Ανάργυρου Λεμπέση και Ασπασία του Ιωάννη Γ. Κούτση, περιπολούσαν στα παράλια της Πελοποννήσου, εφαρμόζοντας τον αποκλεισμό στον Πατραϊκό και Κορινθιακό κόλπο μέχρι την Πρέβεζα.
Έξω από την Πρέβεζα οι «αποκλεισταί καταγωγείς» συνέλαβαν τέσσερα αυστριακά εμπορικά καράβια με ναυπηγήσιμη ξυλεία, «ως ανήκοντος του φορτίου εις τον Μεχμέτ Αλήν, και ως διευθυνομένων των πλοίων τούτων εις Αλεξάνδρειαν»
Γαλεάσσα ή Γαλεάτσα
Η Γαλεάσσα ή Γαλεάτσα ήταν τύπος πολεμικού πλοίου, αμφικίνητο (ιστιοφόρο και κωπήλατο), που εξελίχθηκε από τη Γαλέρα κυρίως με προσθήκη καταστρώματος από πλώρη μέχρι πρύμνη.
Στις αρχές του 17ου αιώνα έφθασε σε εκτόπισμα τους 1000 τόνους με μήκος 58 μ., πλάτος 11 μ. και βύθισμα τα 5 μ. Η ιστιοφορία της Γαλεάσσας αποτελούνταν από τρια λατίνια σε ισάριθμους ιστούς.
Η δε μηχανική (κωπήλατη) πρόωσή της γινόταν με 52 κουπιά (κώπες) μήκους 16 μέτρων, το καθένα, το οποίο και χειρίζονταν (“ηλαύνετο”) από 8-9 κωπηλάτες.
Το δε πυροβολικό της το αποτελούσαν 10 πυροβόλα (κανόνια) στη πλώρη, 8 στη πρύμνη και κάποια λιθοβόλα κατά πλευρά, σε ίσες αποστάσεις μεταξύ τους.
Οι Γαλεάσσες καθώς και οι γαλέρες ήταν τα ενδιάμεσα πλοία στη κυριαρχία των ιστίων έναντι των κουπιών που καθιερώθηκαν αμέσως μετά την ιστορική Ναυμαχία της Ναυπάκτου
Το 1823 η Αμερική δώρισε ένα πλοίο με την ονομασίαΕλπίδα στους επαναστατημένους Ελληνες. Οταν το καράβι έφτασε στο Ναύπλιο μετονομάστηκε σε «Ελλάς», με κυβερνήτη τον Ανδρέα Μιαούλη.
Ενα δεύτερο πλοίο, το περίφημο«Καρτερία» , έφτασε το 1826.
Η« Καρτερία » , το ατμοκίνητο τροχήλατο πλοίο που αγοράστηκε με το “δάνεια της Αγγλίας “,Κατέπλευσε στην Ελλάδα το Σεπτέμβριο τον 1826 με τις μηχανές της σε κακή κατάσταση…
Με κυβερνήτη τον Άγγλο φιλέλληνα Fr. A. Hastings έλαβε μέρος σε ασήμαντες ουσιαστικά επιχειρήσεις στο Μεσολόγγι και το Απωλικό.
Οι Έλληνες διείδαν την καθοριστική σημασία του κατά θάλασσαν αγώνα (αλλά και τη σημασία της νέας τεχνολογίας ) και ολόκληρο το δεύτερο εξωτερικό δάνειο σκόπευε κυρίως στην αγορά πολεμικών ατμοκίνητων πλοίων, πον θα αντιμετώπιζαν τις ναυτικές δυνάμεις τoυ Ιμπραήμ.
Βέβαια, οι διάφορες μεθοδεύσεις δεν επέτρεψαν ποτέ αυτά τα πλοία να προσφέρουν τις καθοριστικές υπηρεσίες στον Αγώνα,αφού τρία ακόμη ήρθαν μετά το Ναυαρίνο και τα υπόλοιπα σάπισαν στον Τάμεση.
ΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ
ΥΔΡΑ
Τα Πλοία της Ύδρας που φέρονται να συμμετείχαν στον κατά θάλασσα αγώνα της Απελευθέρωσης του 1821 κατά αλφαβητική σειρά ήταν:
1. Αγαμέμνων του Δημ. Τσαμαδού
2. Αθηνά του Φραντζέσκου Βούλγαρη
3. Αθηνά των Λ.& Γ. Κουντουριωτών
4. Αθηνά των Λ.& Γ. Κουντουριωτών
5. Αινιάν του Δημ. Μαστρο-Αντωνίου
6. Αίολος του Ιωάννη Ορλάνδου
7. Αλέξανδρος των Στ.& Β. Βουδουραίων
8. Αλέξανδρος του Δημ. Τσαμαδού
9. Αμφιτρίτη του Λαζάρου Μπρούσκου
10. Άρης του Ανδρέα Μιαούλη
11. Άρης του Δημ. Τσαμαδού
12. Αριστείδης του Γεωργίου Γκιώνη
13. Αριστείδης του Αναγνώστη Θεοδώρου
14. Αχιλλεύς του Δημ. Βούλγαρη
15. Αχιλλεύς του Δημ. Τσαμαδού
16. Βατερλώ του Φραντζέσκου Βούλγαρη
17. Διομήδης των Ν.& Α. Οικονομαίων
18. Επαμεινώνδας του Θεοδ. Γκίκα
19. Επαμεινώνδας των Κριεζήδων
20. Ηρακλής του Νικολάου Βώκου
21. Ηρακλής του Αναγν. Παπα-Μανώλη
22. Ηρακλής του Ανδρέα Μιαούλη
23. Ηρακλής του Αναστάση Τσαμαδού
24. Θεμιστοκλής του Δημ. Βούλγαρη
25. Θεμιστοκλής του Θεόδ. Γκίκα
26. Θεμιστοκλής των Λ.& Γ. Κουντουριωτών
27. Θεμιστοκλής των Εμμ.& Ιακ. Τομπάζηδων
28. Θέτις του Ιωάννη Μαρούκα
29. Θρασύβουλος του Ιωάννη Ορλάνδου
30. Ιάσων των Στ.& Β. Βουδουραίων
31. Κέκροψ των Λ.& Γ. Κουντουριωτών
32. Κίμων του Αναστ. Θεοδωράκη
33. Κίμων του Αναγν. Κριεμάδη
34. Κίμων του Ανδρέα Μιαούλη
35. Κίμων των Εμ.& Ιακ. Τομπάζηδων
36. Λεωνίδας
37. Λυκομήδης των Βουδουραίων
38. Μέντωρ του Κωνστ. Μεθενίτη
39. Μιλτιάδης του Αναστ. Θεοδωράκη
40. Νέρων των Λ.& Γ. Κουντουριωτών
41. Οδυσσεύς
42. Οδυσσεύς των Ν.& Α. Οικονομαίων
43. Πάραλος του Θεοχ. Παπα-Αντωνίου
44. Σκιπίων του Λαζάρου Μπρούσκου
45. Σκιπίων των Μ.Νέγκα & Δ. Τσαμαδού
46. Μελπομένη του Φραντέσκου Παπα-Μανώλη
47. Τερψιχόρη των Ε. & Ιακ. Τομπάζηδων
48. Τηλέμαχος των Στ. & Β.Βουδουραίων
49. Τηλέμαχος Λ.& Γ. Κουντουριωτών
50. Τιμολέων Ι. Ορλάνδου Λαζ.Πινότση
ΣΠΕΤΣΕΣ
Τα Πλοία των Σπετσών που φέρονται να είχαν συμμετοχή στον κατά θάλασσα αγώνα της Απελευθέρωσης το 1821:
1. Αγαμέμνων της Μπουμπουλίνας
2. Αθηνά του Δημ. Ι. Ορλώφ
3. Αλέξανδρος του Γ. Χ”Ανδρέου
4. Αλέξανδρος Α’ του Ανδρ. Σκλιά
5. Αρχάγγελος Μιχαήλ Ν. Αδριανού
6. Αφροδίτη του Γ. Λάμπρου
7. Αχιλλεύς του Ηλ. Θερμισιώτη
8. Αχιλλεύς του Αναστ. Κυριακού
9. Αχιλλεύς του Θεόδ. Λαζάρου
10. Αχιλλεύς του Αναστ. Ματθαίου
11. Αχιλλεύς του Γκίκα Μπόταση
12. Διομήδης του Αντ. Δρίτσα
13. Διομήδης του Γκίκα Μπόταση
14. Διομήδης των Καλαφάτη Στεμνιτζώτη
15. Επαμεινώνδας του Κ. Μπάμπα
16. Επαμεινώνδας του Χ” Γιάννη Μέξη
17. Ηρακλής του Χριστόδουλου Κούτση
18. Θαλάσσιος Ίππος του Ι. Μπούκουρη
19. Θεμιστοκλής του Γ. Κούτση
20. Θεμιστοκλής του Χ” Γιάννη Μέξη
21. Ιερά Συμμαχία του Ν. Δ. Λαζάρου
22. Κίμων του Ανάργ. Λεμπέση.
23. Κόντε Μπένιξ του Γκίκα Τσούπα
24. Λεωνίδας του Χ” Γιάννη Μέξη
25. Λυκούργος του Θεοδ. Σάντου
26. Λυκούργος του Β. Λαζάρου Ορλώφ
27. Μπέλλα Πούλια του Ηλ. Μπάμπα
28. Νέμεσις του Μιχ. Οικονόμου
29. Ξενοφών του Δημ. Ν. Σκλιά
30. Παγκρατίων του Γ. Ανδρούτσου
31. Πελεκάνος του Ν. Α. Κυριακού
32. Περικλής του Κ. Μπουκουβάλα
33. Περικλής του Α. Χ” Αναργύρου
34. Περικλής του Ανδρ. Χ” Αναργύρου
35. Περικλής του Χ” Γιάννη Μέξη
36. Περσεφόνη του Χριστ. Ματθαίου
37. Ποσειδών του Αθ. Γουδή
38. Ποσειδών του Παύλου Χ”Αναργύρου
39. Σαλομώνης του Γ. Κούτση
40. Σκαρδαμούλα του Γ. Κλήσσια
41. Σόλων του Γεωργίου Πάνου
42. Τιμολέων των Μωραϊτών Κυριακού
43. Φιλοκτήτης του Εμμ. Δ. Λαζάρου
44. Φωκίων του Νίκου Σύρμα
ΨΑΡΑ
Τα Πλοία των Ψαρών που φέρονται να συμμετείχαν στο κατά θάλασσα αγώνα της Απελευθέρωσης το 1821:
1. Αγάπη του Αναγν. Δομεστίνη
2. Άγ. Νικόλαος του Κ. Χ”Κυριακού
3. Άγ. Νικόλαος του Ν. Μαυρογέννη
4. Αλέξανδρος του Ν. Χ”Αλεξανδρή
5. Αμερικάνα του Κ. Χ”Αγγελή
6. Απόλλων του Δημ. Μαρούκη
7. Αριστείδης του Ν. Κοτζιά
8. Ασπασία του Ανδρέα Μυτάρα
9. Αχιλλεύς του Αναγν. Βουρέκα
10. Αχιλλεύς του Δ.Γ. Παπαμικέ
11. Αχιλλεύς του Γ. Σαρρή
12. Επαμεινώνδας του Κ. Δομεστίνη
13. Επαμεινώνδας των Αφων Παπανικολή
14. Ηρακλής του Ανδρ. Γιαννίτση
15. Ηρακλής του Ιωάννη Μαρκή
16. Θεμιστοκλής του Αναγν. Καλημέρη
17. Θεμιστοκλής του Δ. Ν. Κοτζιά
18. Θεμιστοκλής των Αφων Ματθαίου
19. Θεμιστοκλής του Μαν. Μπαλαμπάνου
20. Θεμιστοκλής του Γ. Χ”Κοτζιά
21. Ιάσων των Αφων Βελισσαρίου
22. Καλλιόπη του Θεοδ. Καλάρη
23. Καμιλοστρώφ του Αντ. Σαρρή
24. Λεωνίδας του Ν. Αποστόλη
25. Λεωνίδας του Ν. Αργύρη
26. Λεωνίδας του Ν. Γιαννάρου
27. Λεωνίδας του Ι. Καλάρη
28. Λεωνίδας του Γ. Χ”Μικέ
29. Λεωνίδας του Αναγν. Τζώτζη
30. Λεωνίδας του Χ”Κωστ. καμπούρη
31. Μιλτιάδης του Γ. Αποστόλη
32. Μινέρβα του Δ. Ι. Κοτζιά
33. Νέα Καρχηδών του Γ. Καλαφάτη
34. Ξενοφών του Ν. Κωνσταντή
35. Πηνελόπη του Αναργ. Κοντού
36. Πηνελόπη του Γ. Κοτζιά
37. Ποσειδών του Δ. Λαίνου
38. Σεμίραμις του Ν. Μαμούνη
39. Σωκράτης του Γ. Αποστόλη
40. Φιλοκτήτης του Γ. Σκανδάλη
41. άγνωστο του Δ.Καραγιώργη
Πηγή: Αβέρωφ
Ο Μακρυγιάννης ήταν ένας από τους κορυφαίους αγωνιστές του ’21. Γεννήθηκε στα 1797 στο Αβορίτι της Δωρίδας από φτωχούς γονείς. Το πραγματικό του όνομα ήταν Τριανταφύλλου. Κατά τη διάρκεια του αγώνα τον αποκαλούσαν «Μακρυγιάννη» για το ψηλό του ανάστημα, όνομα που το κράτησε και με αυτό παρέμεινε στην ιστορία. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε με στερήσεις και κακουχίες, ανάμεσα στις περιπέτειες και στους κατατρεγμούς των δικών του από τους Τουρκαλβανούς. Το 1804 κατά το διωγμό των κλεφτών ο πατέρας του σκοτώθηκε και ο Μακρυγιάννης ,μόλις εφτά χρονών, άρχισε να δουλεύει για να συντηρήσει τον εαυτό του. Στα 1811 πάει στην Άρτα όπου και προσλαμβάνεται στη δούλεψη του προύχοντα Αθανάσιου Λιδωρίκη. Το 1817 επιδόθηκε στο εμπόριο και χάρη στο ζήλο και την εργατικότητά του κατάφερε να αποκτήσει σημαντικά κέρδη και να καλυτερεύσει τη ζωή του.
Η εμπορική του δραστηριότητα στην Άρτα κράτησε ως το 1820.Τότε όμως τα σουλτανικά στρατεύματα τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν επειδή τάχα ήταν όργανο του Αλή Πασά. Ωστόσο, κατόρθωσε να δραπετεύσει, κατέφυγε στα βουνά και ακολούθησε τον αρματολό Γώγο Μπακόλα. Στο μεταξύ είχε ήδη (1820) μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία και είχε αποφασίσει με καρδιά και νου να παλέψει για την ανάσταση της φυλής του. Στη συνέχεια στρατολόγησε το πρώτο του σώμα και έφθασε στην Αθήνα. Το 1822 διορίστηκε υποδιοικητής του Κάστρου (της Ακρόπολης) με διοικητή τον Ιωάννη Γκούρα και αρχηγό της Ανατολικής Ελλάδας τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Ένα χρόνο αργότερα διορίστηκε από τον Άρειο Πάγο Πολιτάρχης (αστυνόμος) των Αθηνών.
Ενώ διαρκούσε ο αγώνας των Ελλήνων κατά των Τούρκων άρχισε ο εσωτερικός κομματικός διχασμός που κατέληξε σε εμφύλιο πόλεμο με οδυνηρά επακόλουθα για την επαναστατημένη Ελλάδα. Ο Μακρυγιάννης πολέμησε και στους δύο εμφυλίους ως αντιπρόσωπος των διοικήσεων.
Στο ίδιο χρονικό διάστημα, συμμετέχει ενεργά σε μάχες που έκριναν την εξέλιξη της Επανάστασης του ’21. Εξαιρετικά σημαντική υπήρξε η συμβολή του στην ιστορική για τα αποτελέσματά της μάχη των Μύλων όπου ο Ιμπραήμ Πασάς υπέστη πανωλεθρία και αναγκάστηκε να υποχωρήσει (Ιούνιος 1825). Ένα χρόνο αργότερα, όταν ο Κιουταχής κατέλαβε την Αθήνα, ο Μακρυγιάννης οχυρώθηκε στον Σερπετζέ ( Ωδείο Ηρώδη του Αττικού)και αντέταξε σθεναρή αντίσταση. Κατά τη μάχη του Σερπετζέ μετά από φοβερό αγώνα κατόρθωσε να αποκρούσει τους επιτιθέμενους και να σώσει την Ακρόπολη Πολέμησε επίσης στην εκστρατεία της Αττικής, στις επιθέσεις της Καστέλλας και του Πειραιά που είχαν ως τελικό αποτέλεσμα την ήττα των Ελλήνων(Απρίλιος 1827)και την παράδοση της Ακρόπολης στους Τούρκους.
Βαθιά λυπημένος απ’ όλα αυτά τα γεγονότα ο Μακρυγιάννης, απογοητευμένος με την κυβέρνηση και τις διχόνοιες, βασανισμένος από τις πληγές που έφερε σ’ όλο του το σώμα (είχε τραυματιστεί βαριά και στη μάχη των Μύλων και στη μάχη του Σερπετζέ) απομακρύνθηκε από τη στρατιωτική και πολιτική ζωή. Με την κάθοδο του Καποδίστρια διορίζεται αρχηγός της Εκτελεστικής δυνάμης στο Μοριά, θέση που του αφαιρέθηκε, όταν παρασυρμένος από τον Ιωάννη Κωλέττη χρησιμοποίησε τη στρατιωτική δύναμη που διέθετε για να επιβάλει συνταγματικό πολίτευμα στον Καποδίστρια, πράγμα που δυσαρέστησε τον κυβερνήτη.
Κατά την περίοδο της αντιβασιλείας του Όθωνα ο Μακρυγιάννης κατηγορούσε την κυβέρνηση ως απολυταρχική και ζητούσε Σύνταγμα, μ’ όλο που τον περιέβαλλαν με ιδιαίτερη εκτίμηση και του απένειμαν το βαθμό του συνταγματάρχη. Το 1840 άρχισε να οργανώνει τον αγώνα υπέρ της επιβολής του Συντάγματος και πρωτοστάτησε στην επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843 για την παραχώρησή του από τη βαυαρική δυναστεία. Υπήρξε τόσο κατηγορηματικός στην προσπάθειά του για επιβολή των πραγματικών ελευθεριών ώστε κατηγορήθηκε για συνωμοσία κατά του βασιλιά , συνελήφθη (1851),δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο. Η ποινή του μετριάστηκε σταδιακά, έμεινε στη φυλακή δυο χρόνια για να αποφυλακιστεί τελικά(1854) με τη μεσολάβηση του Δημητρίου Καλλέργη. Η υγεία του όμως από τις κακουχίες και τη βαναυσότητα της φυλακής κλονίστηκε. Έτσι ο Μακρυγιάννης απομονώθηκε στο σπίτι του κοντά στους στύλους του Ολυμπίου Διός (η συνοικία αυτή φέρει μέχρι σήμερα το όνομά του-»Μακρυγιάννη») όπου και πέθανε στις 27 Απριλίου1864…Πριν λίγες μέρες είχε προαχθεί από την τότε κυβέρνηση στο βαθμό του αντιστράτηγου!
Εκτός όμως από τις ηρωικές του πράξεις και το παράδειγμά του αυτός ο μεγάλος Έλληνας κληροδότησε στις νεότερες γενιές ένα αθάνατο μνημείο ύφους, ήθους, λόγου και περιεχομένου ,τα Απομνημονεύματά του. Άρχισε να τα γράφει στο Άργος (26 Φεβρουαρίου 1829) με σκοπό να διδάξει και να φρονηματίσει τους μεταγενέστερους και συνέχισε μέχρι το 1851 ώσπου η καταδίκη του και οι άλλες δραματικές περιπέτειες της ζωής του τον ανάγκασαν να σταματήσει. Σε όλη τη διάρκεια των δύσκολων καιρών φροντίζει με κάθε τρόπο να διαφυλάξει το χειρόγραφό του γιατί πιστεύει ότι και μ’ αυτό τον τρόπο κάνει το καθήκον του απέναντι στον τόπο και την ιστορία του. Η αποκατάσταση και δημοσίευση (1907) των Απομνημονευμάτων οφείλεται Γιάννη Βλαχογιάννη που με εξαιρετική φροντίδα επιμελήθηκε και εξέδωσε το έργο του στρατηγού Μακρυγιάννη.
Το έργο στην αρχή πέρασε σχεδόν απαρατήρητο. Εκτός από τον Παλαμά κανείς σχεδόν δεν αντιλήφθηκε τη σημασία του. Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια για ν’ ασχοληθούν μαζί του λογοτέχνες και κριτικοί και να φέρουν τον Μακρυγιάννη και το έργο του στο προσκήνιο της πνευματικής μας ζωής. Τι οδηγεί το Γιώργο Σεφέρη να πιστεύει πως ένα έργο σαν του Μακρυγιάννη είναι η συνείδηση ενός ολόκληρου λαού ,πως αποτελεί μια πολύτιμη διαθήκη και να θεωρεί τον Μακρυγιάννη μαζί με τον Παπαδιαμάντη ως τους μεγαλύτερους πεζογράφους της Ελληνικής Λογοτεχνίας; Το ότι αποτυπώνοντας το βίο του πάνω στο χαρτί ξεδιπλώνει ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του ελληνισμού, ότι η ιστορία του είναι περισσότερο από μια ιστορία γεγονότων. Είναι μια ιστορία των συναισθημάτων του λαού του…πως αυτός ο αγράμματος και ταπεινός για την άμαθειά του μέσα από αυτό το απελέκητο γράψιμο αναδεικνύει μια σπάνια καλλιέργεια και ευαισθησία…πως πέρα από την καταγραφή σημαντικών ιστορικών γεγονότων, την κριτική που ασκεί, τον αντίλογο στο ψεύδος και την υποκρισία, τη δίψα για δικαιοσύνη, μας προσφέρει ένα μεγάλο μάθημα εθνικής αυτογνωσίας .Κι όλα τούτα χαράζοντας στο χαρτί τη γλώσσα που μιλάει με τη ρουμελιώτικη προφορά, αποτυπώνοντας την ίδια του τη φωνή με σοφία, εκφραστική αμεσότητα και απλότητα και με τη μαστοριά του προικισμένου λαϊκού αφηγητή.
Άλλο γνωστό και συζητημένο έργο του Μακρυγιάννη είναι το «Οράματα και θάματα» που αρχίζει να γράφεται μερικούς μήνες ύστερα από τα Απομνημονεύματα «το άλλο στορικό», όπως ονομάζεται από τον Μακρυγιάννη, θεωρείται από τον η συνέχειά του, και χαρακτηρίζεται με τον ίδιο τίτλο «στορικό», όπως και το πρώτο.
Στην μάχη που διεξήχθη στο Χαϊδάρι από τις 6 έως τις 8 Αυγούστου του 1826, ο Ελληνικός στρατός, που τον αποτελούσαν συνολικά 3.580 άνδρες με μόνο εξοπλισμό 4 ορεινών κανονιών, ήρθε σε σύγκρουση με το τουρκικό στράτευμα που διέθετε δύναμη 8.000 πεζών και ιππέων και πολλά κανόνια και ήταν υπό την αρχηγία του Κιουταχή. Οι περισσότεροι Έλληνες στρατιώτες που τελούσαν υπό τις διαταγές του γενικού στρατηγού Γεώργιου Καραϊσκάκη ήταν άτακτοι και μόνο 1000 από αυτούς μαζί με ένα λόχο 80 φιλελλήνων, αποτελούσαν τα δυο τάγματα του τακτικού στρατού υπό την αρχηγία του Γάλλου φιλέλληνα συνταγματάρχη Φαββιέ.
Η μετακίνηση του Ελληνικού στρατού από την Σαλαμίνα στην Ελευσίνα και από εκεί στο Χαϊδάρι, έγινε με απώτερο σκοπό να διασπαστεί η πολιορκία της Ακροπόλεως από τον τουρκικό στρατό.
Στο Χαϊδάρι, άλλωστε, βρίσκεται η μόνη δίοδος ανάμεσα στις επιμήκεις δυτικές οροσειρές του Αιγάλεω και του Ποικίλου, γεγονός που καθιστά την περιοχή του Δαφνιού φυσική πύλη, από και προς όλη την νότια Ελλάδα, εξαιρετικής σημασίας για την ίδια την Αθήνα από την αρχαιότητα ακόμη.
Όμως από την αρχή της μάχης και αφού είχαν προηγηθεί δυο-τρεις επιθέσεις με αμφίβολα αποτελέσματα και αρκετούς νεκρούς, δημιουργήθηκε έντονη διαφωνία ανάμεσα στους δυο αρχηγούς του Ελληνικού στρατού ως προς την καταλληλότητα της θέσης στο Χαϊδάρι. Και αυτό, επειδή η Κυβέρνηση δεν είχε θέσει τον Φαββιέ υπό τις διαταγές του Καραϊσκάκη, αλλά από λεπτότητα για να μην τον θίξει, του είχε δώσει το δικαίωμα να κινείται αυτεξούσια, να συναποφασίζει και να δρα σε συνεννόηση με τον Έλληνα στρατηγό, το κύρος του οποίου μεταξύ των Ρουμελιωτών στρατηγών, ήταν γενικώς αποδεκτό και ήταν άξιος στην συνείδηση όλου του στρατεύματος για την αρχηγία.
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης με την εμπειρία του στην στρατιωτική τακτική των Τούρκων και στον ανορθόδοξο πόλεμο των Ελλήνων άτακτων και όντας βαθύς γνώστης των δυνατοτήτων του στρατεύματος και των συνθηκών της περίστασης, διέβλεψε τον κίνδυνο της σφαγής. Ως ηγέτης που νοιάζεται για τις ζωές των στρατιωτών του, ειδικά αν πρόκειται να θυσιαστούν άδικα, διαφώνησε έντονα με τον Φαββιέ για την εκλογή του χώρου. Γνώριζε ότι τα σώματα των άτακτων υπό τους Έλληνες οπλαρχηγούς, υπέφεραν από έλλειψη τροφίμων και πως αρνούνταν να εγκαταλείψουν την ασφάλεια των θέσεων τους στα υψώματα για να υποστηρίξουν τον τακτικό στρατό στην πεδιάδα. Ο ίδιος υποστήριζε ότι έπρεπε να μεταφέρουν το στρατόπεδο στον Πειραιά, όπου θα υπήρχε επισιτισμός και κάλυψη από τα πυροβόλα των αγκυροβολημένων πλοίων και να αποφύγουν προς το παρόν κάθε αντιπαράταξη στα πεδινά, όπου τα άτακτα ελληνικά σώματα θα κινδύνευαν να σφαγιαστούν από τον τουρκικό τακτικό στρατό, κυρίως δε από το ισχυρό ιππικό του.
Αντίθετα ο Φαββιέ, παρόλη την αναγνωρισμένη γενναιότητα και ικανότητα που επέδειξε στην μάχη, επηρεασμένος από την στρατιωτική τακτική των ευρωπαϊκών στρατών και προσδοκώντας να δρέψει δάφνες δόξας, επέμενε να παραμείνουν εκεί και υποστήριζε με πάθος επιθετική στρατηγική με συνεχείς εξορμήσεις από το Χαϊδάρι προς την πεδιάδα, με σκοπό την λύση της πολιορκίας της Ακροπόλεως. Δήλωσε δε, ότι στην ανάγκη, αν οι υπόλοιποι αποφάσιζαν να φύγουν, αυτός θα παρέμενε στο Χαϊδάρι και πως θα έκανε μόνος με το τακτικό και τους φιλέλληνες τις επιθέσεις. Η διαφωνία τους έφθασε μέχρι την φιλονικία και δια αυτής επιβεβαιώθηκε η διαλυτική επίδραση της πολυαρχίας, της οποίας τα οδυνηρά αποτελέσματα φάνηκαν στην αρνητική έκβαση του όλου εγχειρήματος, αποδεικνύοντας την ορθότητα της απόψεως του Καραϊσκάκη.
Προ του αδιεξόδου και παρόλο που ο Φαββιέ επέμενε πως το Χαϊδάρι ήταν το πιο κατάλληλο μέρος για την μάχη, συμφώνησε τελικά να μεταφέρουν το στρατόπεδο στον Πειραιά, υπό τον όρο, ότι αυτό δε θα γινόταν κατά την διάρκεια της νύχτας, όπως πολύ φρόνιμα είχε προτείνει ο Έλληνας στρατηγός ώστε να πετύχει ο αιφνιδιασμός.
Όταν πλέον οι Έλληνες είχαν λάβει την απόφαση να αποχωρήσουν, οι Τούρκοι έχοντας κερδίσει πολύτιμο χρόνο, επωφελούμενοι της χρονοτριβής από την διαφωνία των αρχηγών, ενισχύθηκαν με νέο στρατό που έφερε ο Όμερ Πασάς από την Κάρυστο. Έτσι, ο ίδιος ο Κιουταχής επικεφαλής του συμπαγούς στρατού και με πολλά κανόνια, επιτέθηκε την αυγή της 8ης Αυγούστου εναντίον του Ελληνικού μετώπου. Τότε ο Φαββιέ, αντί να επιταχύνει την αποχώρηση από το Χαϊδάρι, όπως είχαν συνεννοηθεί με τον Καραϊσκάκη, εγωιστικά κινούμενος, έστειλε τον τακτικό στρατό εναντίον τους, εξωθώντας τους στρατιώτες του σε ανοιχτή μάχη στην πεδιάδα και εμπλέκοντας όλο τον στρατό σε σοβαρό κίνδυνο.
Το πρώτο τάγμα υπέστη σοβαρές απώλειες και έχασε τον διοικητή του Γάλλο ταγματάρχη Ρομπέρ, ενώ όλα σχεδόν τα Ελληνικά κανόνια αχρηστεύθηκαν. Μετά από σκληρή μάχη και με την βοήθεια ενισχύσεων από το δεύτερο τάγμα και με την επέμβαση των Καραϊσκάκη και Κριεζώτη με τους άνδρες τους, μπόρεσε να αποτραπεί η διείσδυση του εχθρού από εκείνο το μέρος. Ωστόσο, οι επιθέσεις των Τούρκων συνέχισαν με την ίδια ένταση και στους γειτονικούς λόφους εναντίον των θέσεων των άτακτων, δίχως να καταφέρουν τελικά να τις καταλάβουν, αφού η αντίσταση των αμυνόμενων ήταν λυσσαλέα. Μια αναδίπλωση όλων των Ελληνικών δυνάμεων κατάφερε να απωθήσει τελικά τον τουρκικό στρατό που αναγκάστηκε να υποχωρήσει.
Αποφασίστηκε τότε να γυρίσουν όλες οι δυνάμεις στις θέσεις τους και την επόμενη ημέρα να αποχωρήσουν όλοι μαζί με τάξη. Ο Φαββιέ απέσυρε το τακτικό σε έναν περιμαντρωμένο κήπο, όπου και στρατοπέδευσαν. Όμως τα σώματα των Ελλήνων οπλαρχηγών, γνωρίζοντας την απόφαση της αποχώρησης και επειδή δεν είχαν πλέον τα αναγκαία τρόφιμα έφυγαν κατά την νύχτα προς την Ελευσίνα. Τα μεσάνυχτα ο Φαββιέ αντιλήφθηκε με φρίκη ότι ήταν απομονωμένος και σχεδόν περικυκλωμένος από τον εχθρικό στρατό, σε μια θέση που θα μπορούσε μετά από λίγο να μεταβληθεί σε τόπο σφαγής των τακτικών. Κατάφερε, όμως, διατηρώντας την ψυχραιμία του να οδηγήσει από μονοπάτια τους άνδρες του μακριά από τον κίνδυνο, πριν ολοκληρωθεί η περικύκλωσή τους και να στραφεί προς τον δρόμο της Ελευσίνας, που πριν λίγο είχαν ακολουθήσει και τα άτακτα σώματα. Το τακτικό έφθασε στην Ελευσίνα σε κακή κατάσταση και ήταν ευτύχημα που οι Τούρκοι δεν αντιλήφθηκαν έγκαιρα την αποχώρηση των Ελλήνων για να τους εγκλωβίσουν με τόσο στρατό που διέθεταν στο Χαϊδάρι.
Στην ιστορία των ένδοξων μαχών που δόθηκαν κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του 1821, η μάχη στο Χαϊδάρι, δεν έπαιξε κάποιο αποφασιστικό ρόλο για την έκβαση της εθνικής μας Επανάστασης. Η μάχη του Χαϊδαρίου, αν και ημερολογιακά ανεξάρτητη, εντάσσεται στα πλαίσια των εχθροπραξιών που συνδέονται άμεσα με το γενικότερο στρατηγικό σχεδιασμό των αντιπάλων, που είχε ως σκοπό τον έλεγχο του φρουρίου της Ακροπόλεως των Αθηνών. Ήταν ένας στρατιωτικός αντιπερισπασμός εναντίον των στρατευμάτων του Κιουταχή, που είχε μόλις καταλάβει την πόλη και έλεγχε όλα τα πεδινά της Αττικής εκτός από τον Πειραιά.
Οι περιγραφές της μάχης γράφτηκαν από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της, τόσο της μιας, όσο και της άλλης πλευράς και αποτελούν τα αυθεντικά της τεκμήρια. Το αποτέλεσμα της μάχης του Χαϊδαρίου είχε γενικά μόνο σημασία φθοράς δυνάμεων. Ούτε οι Ελληνικές δυνάμεις κατάφεραν να φθάσουν στον σκοπό τους που ήταν η διάσπαση της πολιορκίας της Ακροπόλεως, ούτε ο Κιουταχής πέτυχε την καταστροφή του Ελληνικού στρατού, παρά την συντριπτική υπεροχή σε οπλισμό και αριθμό ανδρών. Και οι δύο αποσύρθηκαν από την μάχη ζημιωμένοι. Όμως για την Ελληνική πλευρά η ζημιά ήταν πιο σημαντική, γιατί οι νεκροί και όσοι ετίθετο εκτός μάχης δεν ήταν δυνατό να αναπληρωθούν, ενώ ο τουρκικός στρατός ήταν πολύς.
Είχε επίσης και ορισμένα διδάγματα να δώσει η μάχη αυτή. Για μεν τους Έλληνες, ότι ήταν άκρως ριψοκίνδυνη μια αντιπαράταξη στην πεδιάδα εναντίον εχθρού που υπερέχει σε αριθμητική δύναμη και ακόμη να υπενθυμίσει τις αρνητικές συνέπειες της πολυαρχίας υπό το βάρος εξαιρετικών περιστάσεων. Για τον Κιουταχή, το συμπέρασμα ήταν πως δε μπορούσε να ελπίζει στην εύκολη εξουδετέρωση των Ελλήνων, δίδαγμα που τον απέτρεψε από το να πραγματοποιήσει τη σχεδιασμένη επίθεση κατά του Ελληνικού στρατοπέδου στην Ελευσίνα, που δεν ήταν μακριά.
Οι απώλειες από όλες τις φάσεις της μάχης από αναφορά του Φαββιέ προς την Κυβέρνηση και άλλες διασταυρωμένες πληροφορίες από έγκυρες ιστορικές πηγές, ήταν για μεν τους τακτικούς 63-70 νεκροί και 50 τραυματίες, των δε άτακτων περισσότερες. Οι Τούρκοι εξάλλου, κατά τον Φαββιέ και τους υπολογισμούς των Ελλήνων, έχασαν περί τους 1.700 στρατιώτες, 400 από τους οποίους, όλοι σχεδόν Αλβανοί, σκοτώθηκαν στις 8 Αυγούστου μόνο κατά την διάρκεια της τέταρτης φάσης της μάχης.
Όπως κάθε μάχη είχε και αυτή τους επώνυμους και ανώνυμους ήρωες και τους πρωταγωνιστές της, που με περίσσια ανδρεία έκαναν τις προσωπικές τους υπερβάσεις. Τα ονόματα αρκετών από αυτούς δόθηκαν ως ελάχιστος φόρος τιμής σε διάφορους δρόμους της πόλης του Χαϊδαρίου. Ανάμεσα τους ξεχωρίζουν ο νεαρός υπολοχαγός του πυροβολικού Ήβος Ρίζος που αιχμαλωτίσθηκε και θανατώθηκε δια πασσαλώσεως, επειδή αρνήθηκε να συνεργαστεί με τους Τούρκους, ο Κριεζώτης, ο Κεφαλλονίτης Παρ. Κοντόπουλος, οι Στ. Σέρβου, Κατσαρός, Στέφος και Περραιβός, ο Γ. Χελιώτης και εκ των φιλελλήνων οι Γάλλοι, ταγματάρχης Ρομπέρ, λοχαγός Μαγέ, Βολζιμόν, Μπω, Σουζιέ και Ρουσσέν, ο Ιταλός συνταγματάρχης Πίζα, και ο Πεκαράρα, πολλοί από αυτούς πληγωμένοι σοβαρά και αιχμαλωτισθέντες. Οι πληγωμένοι της μάχης και όσοι απομονωμένοι στρατιώτες είχαν χάσει τον προσανατολισμό τους μέσα στην νύχτα, συνελήφθησαν από τους Τούρκους ιππείς και εκτελέστηκαν όλοι!
Πηγή: http://olympia.gr
Ποίημα του Διονυσίου Σολωμού (1798-1857), οι δύο πρώτες στροφές του οποίου σε μουσική του Νικολάου Μάντζαρου (1795-1872), αποτελούν τον Εθνικό Ύμνο της Ελλάδας (1865) και της Κύπρου (1966).
Ο Ύμνος εις την Ελευθερία γράφτηκε από τον 25χρονο Σολωμό στη Ζάκυνθο, πρώτα στα ιταλικά και εν συνεχεία στα ελληνικά, τον Μάιο του 1823, σε μία περίοδο ιδιαίτερης έξαρσης της Ελληνικής Επανάστασης. «…Δε θέλω να περάσει κανενός από το μυαλό πως την ώρα που νικούν οι δικοί μας στο Μαραθώνα, εγώ κάθομαι και τραγουδώ για ένα βοσκόπουλο…» (Ο θάνατος του βοσκού), έγραφε στον φίλο του Γεώργιο Δε Ρώσση την ίδια εποχή.
Το ποίημα του Σολωμού αποτελείται από 158 τετράστιχες στροφές. Το μέτρο είναι τροχαϊκό με εναλλαγές επτασύλλαβων και οκτασύλλαβων στίχων. Σύμφωνα με το περιεχόμενό του μπορεί να χωρισθεί στα εξής μέρη:
Προοίμιο (στρ. 1-34). Ο ποιητής παρουσιάζει τη θεά ελευθερία, θυμίζει τα περασμένα μαρτύρια του Ελληνισμού, την εξέγερση των σκλάβων, τη χαρά του Ελληνισμού, την έχθρα των Ευρωπαίων ηγεμόνων και την περιφρονητική αδιαφορία των Ελλήνων για τα φιλότουρκα αισθήματά τους.
Η περιγραφή της Μάχης της Τριπολιτσάς (στρ. 35-74).
Η μάχη της Κορίνθου και η καταστροφή του Δράμαλη στα Δερβενάκια (στρ. 75-87).
Η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου στα 1822 και ο πνιγμός των Τούρκων στον ποταμό Αχελώο (στρ. 88-122).
Τα πολεμικά κατορθώματα στη θάλασσα, η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας κοντά στην Τένεδο και ο απαγχονισμός του Γρηγορίου Ε'. (στρ. 123-138).
Επίλογος (στρ. 139-158). Ο ποιητής συμβουλεύει τους αγωνιστές να απαλλαγούν από τη διχόνοια και προτρέπει τους δυνατούς της Ευρώπης να αφήσουν την Ελλάδα να ελευθερωθεί (Γιάννης Ν. Παππάς: «Για να γνωρίσουμε το Σολωμό», εκδ. Μεταίχμιο).
Η φήμη του ποιήματος ξεπέρασε γρήγορα τα στενά όρια της Ζακύνθου. Το 1824 μεταφράστηκε μέρος του στα αγγλικά και ολόκληρο στα γαλλικά. Στον επαναστατημένο ελληνικό χώρο δημοσιεύτηκε τον ίδιο χρόνο στο Μεσολόγγι, στην εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά» του Ιάκωβου Μάγερ. Θα ακολουθήσουν και άλλες δημοσιεύσεις τον επόμενο χρόνο, ενώ στις 21 Οκτωβρίου του 1825 θα δημοσιευθεί και η πρώτη κριτική του ποιήματος από τον Σπυρίδωνα Τρικούπη στη Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος, που εκδιδόταν στο Ναύπλιο.
Μεταξύ 1828 και 1830, ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν μελοποιήθηκε από τον κερκυραίο μουσουργό Νικόλαο Μάντζαρο για τετράφωνη ανδρική χορωδία και ακουγόταν με ενθουσιασμό σε εθνικές εορτές στα Επτάνησα. Τον Δεκέμβριο του 1844 ο Μάντζαρος παρουσίασε μια νέα μελοποίηση του ποιήματος και την υπέβαλε στον βασιλιά Όθωνα, με την ελπίδα να γίνει το «εθνικό άσμα» της χώρας. Μέχρι τότε ο Εθνικός Ύμνος της Ελλάδας ήταν ο Βαυαρικός (η γνωστή μελωδία του Χάιντν, που σήμερα είναι ο εθνικός ύμνος της Γερμανίας και της Αυστρίας). Το έργο έγινε δεκτό μόνο ως σύνθεση και βραβεύτηκε με τον Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος.
Το 1865, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στην Κέρκυρα, ο Βασιλιάς Γεώργιος Α' άκουσε την εκδοχή της σύνθεσης του Μάντζαρου για ορχήστρα πνευστών από την μπάντα της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κερκύρας και του έκανε εντύπωση. Ακολούθησε το Βασιλικό Διάταγμα της 4ης Αυγούστου 1865, που το χαρακτήρισε «επίσημον εθνικόν άσμα» και εντελλόταν η εκτέλεσή του «κατά πάσας τας ναυτικάς παρατάξεις του Βασιλικού Ναυτικού». Επίσης, ενημερώθηκαν οι ξένοι πρέσβεις, ώστε να ανακρούεται και από τα ξένα πλοία στις περιπτώσεις απόδοσης τιμών προς τον Βασιλιά της Ελλάδος ή την Ελληνική Σημαία. Από τότε ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν του Διονυσίου Σολωμού, μελοποιημένος από τον Νικόλαο Μάντζαρο, θεωρείται ως εθνικός ύμνος της Ελλάδας. Από τις 18 Νοεμβρίου 1966 με την απόφαση 6133 του υπουργικού συμβουλίου καθιερώθηκε και ως εθνικός ύμνος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Πηγή: Σαν σήμερα
Πολλοὶ ἔχουν πεῖ πῶς ὁ Καπποδίστριας ἦταν ἕνας Εὐρωπαϊστής, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ «ἤθελε νὰ μετατρέψει τοὺς Ρωμηοὺς σὲ Ἕλληνες», ἰσχύει ὅμως κάτι τέτοιο;
Τὸ 1819 γράφει στὸν Πατέρα του: «Εἶναι ἔργον μοναδικόν τῆς προστασίας τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν θαυματουργῶν Ἁγίων ποὺ ἀναξίως ἐπεκαλέσθην μὲ δάκρυα εἰλικρινοῦς καρδίας καὶ ἀφοσιωμένης» προσθέτοντας τὴν φράση: «Πίπτων εἰς τοὺς πόδας τοῦ Θαυματουργοῦ Ἁγίου μας καὶ τῆς Ἀειπαρθένου Πλατυτέρας (=Θεοτόκου)». Εἶναι ἔκδηλη ἡ ἡσυχαστική του συνείδηση (βλ. τὶς σημειωμένες φράσεις) σὲ ἕνα ἰδιωτικὸ γράμμα ποὺ τοῦ ἐπιτρέπει νὰ ἀποκαλύψει τὰ μύχια τῆς καρδιᾶς του. Εἶναι δὲ γεγονὸς ὅτι ἔβλεπε τὴν ἱστορικὴ ὕπαρξη τοῦ Γένους ζυμωμένη μὲ τὴν πίστη.
Γράφει σὲ ἄλλη περίπτωση: «Ἡ Χριστιανικὴ Θρησκεία ἐσυντήρησεν εἰς τοὺς Ἕλληνας καὶ γλῶσσα καὶ Πατρίδα καὶ ἀρχαίας ἐνδόξους ἀναμνήσεις καὶ ἐξαναχάρισεν εἰς αὐτοὺς τὴν πολιτικὴν ὕπαρξιν τῆς ὁποίας εἶναι στύλος καὶ ἑδραίωμα». Συνδύαζε δηλαδὴ ὁ Καπποδίστριας τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν ἱστορικὴ συνέχεια τοῦ Ἔθνους, ὄχι μὲ τὴν Εὐρώπη καὶ τὴν ὁποιαδήποτε βοήθειά της, ἀλλὰ μὲ τὴν παράδοση τοῦ Γένους καὶ τὰ πνευματικὰ ἀποθέματά του. Ἀνάλογα θὰ δηλώσει καὶ στὸν J. B. Georges Bory de saint Vincent: «Πρῶτα εἶμαι Ἕλληνας… γιατί γεννήθηκα σὲ αὐτὴ τὴν χώρα… Εἶμαι Ἕλληνας ἀπὸ πατέρα καὶ μητέρα. Εἶμαι μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ πού μοῦ ἀνέθεσε τὴν κυβέρνησιν αὐτοῦ τοῦ πτωχοῦ λαοῦ… Εἶμαι Ἕλληνας ἐκ γενετῆς, ἀπὸ καθαρὴ ἀγάπη, ἀπὸ αἴσθημα, ἀπὸ καθῆκον καὶ ἀπὸ Θρησκεία».
Ἡ ἀποστασιοποίησή του ἀπὸ τὸ φράγκικο περιβάλλον τῆς γενέτειράς του εἶναι τόσο ἐμφανὴς τὸ 1815 ὥστε νὰ δικαιώνεται ὁ χαρακτηρισμός του ἀπὸ τὸν Π. Χριστόπουλο ὡς «ταξικοῦ ἀποστάτου». Παρατηρεῖ ὁ Καπποδίστριας: «Ἡ ἑνετικὴ πολιτεία ἐκυβέρνα τὰς Ἰονίους νήσους μὲ τὸ σύστημα τῆς διαφθορᾶς. Οἱ Ἀντιπρόσωποι ἐκλέγοντο ἐκ τῆς κλάσεως (=τάξεως) τῶν εὐγενῶν ἀρχόντων ἥτις ἦτο ἡ εὐκαταφρονεστέρα καὶ ἡ μᾶλλον διεφθαρμένη δι᾿ ἀνηθικότητα καὶ ἐλεεινότητα… Ἡ πολιτεία τῆς Βενετίας ἐφοβεῖτο τὸ ἔξοχον τῆς φυσικῆς μεγαλοφυΐας τῶν Ἑλλήνων καὶ ἐπροσπάθει νὰ τὸ καταβάλη μὲ τὴν ἀμάθειαν». Ἦταν εὐγενὴς στὴν καταγωγή, ἀλλὰ Ρωμηὸς στὴν καρδιά!
Ὁ Καπποδίστριας γνώριζε καὶ τὶς ἀρρώστιες τῆς Εὐρώπης, κάτι ποὺ θὰ τὸ ἐκφράσει σαφέστερα καὶ συχνότερα κατὰ τὴν πολιτικὴ του δράση στὴν Ἑλλάδα. Στὸ πρόσωπο τοῦ Μέττερνιχ ἀντιμετώπισε τὴν μεσαιωνικὴ Εὐρωπαϊκὴ τυραννία, που προσπαθοῦσε νὰ ἐπιβιώσει. Στὸ πρόσωπο τοῦ Βοναπάρτη καὶ τῆς μετεπαναστατικῆς Γαλλίας πολέμησε τὴν ἀλλοτριωμένη δημοκρατία ποὺ ὡς ἀστισμὸς ὑποκατέστησε τὴν κληρονομικὴ ὀλιγαρχία μὲ τὴν οἰκονομική. Αὐτὸ ἐκφράζει τὸ 1815: «ἔχομεν ἤδη τὴν ἀπόδειξιν τούτου εἰς τὰς ταχείας ἐπιτυχίας τῆς κακοήθειας καὶ τῆς δολιότητος τῶν Γάλλων. Δὲν εἶναι εἷς μόνον ἀνήρ, τὸν ὁποῖον ἡ Εὐρώπη εἶναι ἀποφασισμένη νὰ πολεμήσει. Εἶναι μία γενεὰ ἀνθρώπων χωρὶς Θρησκείαν, χωρὶς τιμήν, χωρὶς Πατρίδα, χωρὶς ἀρχάς, μία γενεὰ τὴν ὁποία πρέπει νὰ τιμωρήσωμεν καὶ νὰ διορθώσωμεν». Διατηρώντας τὴν ἀρχαία Ἑλληνικὴ ἀρετὴ ποὺ διατυπώνει ὁ Πλάτων στὴν Ἐπινομίδα του «ὅ,τι περ ἂν Ἕλληνες Βαρβάρων παραλάβωσι, κάλλιον τοῦτο εἰς τέλος ἀπεργάζονται», προσέλαβε ἐπιλεκτικὰ στοιχεῖα ἀπὸ τὴν εὐρωπαϊκὴ πραγματικότητα, ἀλλ᾿ ὄχι τὴν Εὐρώπη στὸ σύνολό της.
Γι᾿ αὐτὸ θὰ ἐπιδιώκει, ἡ νεολαία, ποὺ μὲ τὴν συνδρομὴ του σπούδαζε στὴν Ἑλβετία, «νὰ σχηματισθῇ πρῶτον ἑλληνιστὶ καὶ ὄχι ἑλβετιστὶ ἤ γαλλιστί. Ἡ Ἑλλὰς πρέπει πρῶτον νὰ μορφώνῃ Ἑλληνικῶς τὴν ἁπαλὴν ψυχὴν τῶν τέκνων της. Ἡ δὲ Εὐρώπη νὰ τελειοποιῇ ὕστερον τοὺς ἤδη ἐσχηματισμένους νέους». Ἡ αἰτία δηλώνεται στὴν ἑπόμενη φράση: «Οὕτω τὸ Ἔθνος φυλάττει τὸν ἐθνικὸν χαρακτῆρα του, δὲν νοθεύεται». Ἂν δὲν γνωρίζαμε πὼς τὸ γράμμα ἀνήκει στὸν Καπποδίστρια, θὰ μποροῦσε ἀβίαστα νὰ ἀποδοθεῖ σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς Κολλυβάδες Πατέρες!!
Παρ᾿ ὅλ’ αὐτά, ἔχει διατυπωθεῖ ἡ ἄποψη ὅτι «ὁ φιλελευθερισμὸς» τοῦ Καπποδίστρια «εἶχε πατρίδα τὴν Ἀγγλία» καὶ ὅτι ἐπεδίωκε «νὰ μεταβάλῃ πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα τοὺς Ρωμιοὺς σὲ Ἕλληνες Πολίτες» καὶ «νὰ ἑνώσῃ τὴν Ἑλλάδα μὲ τὴν Εὐρώπη – ὄχι νὰ τὴν ἐπιστρέψῃ στὸ Βυζάντιο». Είναι ὅμως ἔτσι;
Ἤδη στὸ γνωστὸ ὑπόμνημα τῆς 18ης Ἀπριλίου 1819, φαίνεται ἡ Βούλησή του νὰ θεμελιωθεῖ ἡ φιλικὴ Ἑταιρεία «οὐχὶ ἐπὶ τῆς ἐθνότητος, ἀλλ᾿ ἐπὶ τῆς εὐρείας καὶ ζώσης Ὀρθοδόξου ἐκκλησίας». Τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1828 μία ἐνέργειά του φανερώνει τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ Ρωμαίϊκη λύση τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος. Ὑποβάλλει στὸν Τσάρο Νικόλαο σχέδιό του, ποὺ προέβλεπε τὴν ἀναδιοργάνωση τῆς Ὀθωμανικῆς Ρούμελης (τῆς Βαλκανικῆς) σὲ Ὁμοσπονδία πέντε αὐτόνομων κρατῶν (Ἑλλάδος, Ἠπείρου, Μακεδονίας, Σερβίας καὶ Δακίας) μὲ ἐλεύθερη πόλη τὴν Κωνσταντινούπολη. Ἡ προσπάθεια αὐτὴ συνιστᾶ ὀφθαλμοφανῶς παραλλαγὴ τοῦ Βαλκανικοῦ σχεδίου τοῦ Ρήγα. Τὸ Καπποδιστριακὸ σχέδιο, βέβαια, ἀπορρίφθηκε μὲ τὴν συνθήκη τῆς Ἀδριανουπόλεως (14.9.1829), ἀλλὰ ἔγινε τὸ θεμέλιο τῆς Ρωσσοευρωπαϊκῆς καὶ Ἀμερικανικῆς πολιτικῆς τῆς «Βαλκανοποιήσεως», ἐνῶ ὁ Καπποδίστριας ἐργαζόταν γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση καὶ προοδευτικὴ ἑνοποίηση τῶν Εὐρωπαϊκῶν ἐπαρχιῶν τῆς Αὐτοκρατορίας τῆς «Νέας Ρώμης». Ἔτσι κατανοεῖται καὶ ἡ μαρτυρία τοῦ Ν. Σπηλιάδη, γιὰ τὴν ἐπιθυμία τοῦ Καπποδίστρια νὰ ἐπιτύχει τὴν ἵδρυση τῆς «Νεορωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας», δηλαδὴ ἀνάσταση τῆς αὐτοκρατορίας «Νέας Ρώμης» / «Βυζαντίου».
Πῶς μπορεῖ ἄλλωστε νὰ ἑρμηνευθεῖ ἡ ἐπιμονὴ τοῦ Καπποδίστρια νὰ παραδεχθεῖ ὁ ἐπίδοξος Βασιλιὰς τῆς Ἑλλάδος Λεοπόλδος τοῦ Σὰξ – Κοβούργου τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, συναντώμενος σὲ αὐτὸ μὲ τὸν Στρατηγὸ Μακρυγιάννη, ποὺ ἔβλεπε τὸ ἄρθρο 40 τοῦ Συντάγματος (1844) ὡς τὸ «Βαγγέλιον τοῦ Θεοῦ;». Τὸ πρόβλημα τῆς Βασιλείας στὴν Ἑλλάδα μετὰ τὸν Καπποδίστρια δὲν θὰ εἶναι ἡ (πάντα Δυτικοῦ τύπου) ἀντίθεση «Βασιλευόμενης Δημοκρατίας» καὶ «Προεδρευόμενης Δημοκρατίας», ἀλλὰ ἡ φύση τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ: Κληρονομικός (ρατσιστικός /ἀπολυταρχικός) ἤ Αἱρετός (δημοκρατικός;).
Ἄπλετο φῶς, τέλος, γιὰ τὴν κριτικὴ ἀποτίμηση τῶν πολιτικῶν ἐνεργειῶν τοῦ Καπποδίστρια ρίχνει ἡ μελέτη τῆς ἐκκλησιαστικῆς πολιτικῆς του, βασικότατο κεφάλαιο ποὺ δυστυχῶς ὁρισμένοι δὲν φαίνεται νὰ λαμβάνουν σοβαρὰ ὑπ᾿ ὄψη, χάνοντας ἔτσι τὴν βασικότερη ἴσως προοπτικὴ γιὰ τὴν προσέγγιση καὶ κατανόηση τοῦ Καπποδίστρια ὡς διπλωμάτη καὶ πολιτικοῦ.
Ἡ σύνδεση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χώρου μὲ τὴν Παιδεία στὴν «Γραμματεία τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίου Παιδείας», χωρὶς προηγούμενο ἢ καὶ ἑπόμενο στὴν «Εὐρωπαϊκὴ» πολιτικὴ σκηνή, συνιστᾶ ὄχι μόνο ἐνσυνείδητη ἐμμονὴ τοῦ Καπποδίστρια στὸ πνεῦμα τῆς παραδόσεως, ποὺ θέλει τοὺς δύο αὐτοὺς χώρους ἀδιάσπαστα ἑνωμένους (καὶ ὁ Καπποδίστριας τοὺς θεωροῦσε «ἀχώριστους» καὶ «πρὸς ἕνα συντρέχοντα σκοπόν, τὴν ἠθικὴν τῶν πολιτῶν μόρφωσιν»), ἀλλὰ καὶ τὴν ἀντίθεσή του πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ χωρὶς εἰσαγωγικὰ εὐρωπαϊστῆ Κοραῆ, ὁ ὁποῖος μὲ τὶς καλβινίζουσες προϋποθέσεις του, ἐνέτασσε στὸ ἔργο του «Λειτουργοῦ τῆς Δημοσίου Παιδείας» τὴν φροντίδα τῆς Ἀστυνομίας, τοῦ Δικαίου καὶ τῆς Θρησκείας». Ἡ ὀργάνωση, ἐξ ἄλλου, τῶν Καπποδιστριακῶν Σχολείων μὲ μελέτη πατερικῶν ἔργων καὶ κατὰ τὸ μοναστηριακὸ σύστημα φανερώνει τὴν θέλησή του γιὰ τὴν συντήρηση αὐτῆς τῆς σχέσης. Τὸ ἴδιο ἀποδεικνύει ὅμως καὶ ἡ ἀντιμετώπιση ἀπὸ τὸν Καπποδίστρια τοῦ ζητήματος τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας γιὰ τὴν ἀξιοποίηση καὶ ὄχι τὴ διαρπαγή της, κάτι ποὺ δυστυχῶς δὲν βρῆκε συνέχεια.
Μία ἰδιαίτερα σημαντική του ἀπόφαση τὸν Αὔγουστο τοῦ 1831 φωτίζει καθοριστικὰ ὄχι μόνο τὸ φρόνημά του, ἀλλὰ καὶ τὸ μαρτυρικὸ τέλος του, ποὺ προβάλλεται σὲ μία ἄλλη προοπτικὴ.
Κατὰ πληροφορία, ποὺ μᾶς προσφέρει τὸ Ἀρχεῖο τοῦ Ἑλληνικοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν (γράμμα Κων. Οἰκονόμου πρὸς τὸν πρέσβη τῆς Ρωσσίας στὴν Πόλη Τιτώφ, ἀπὸ 16.2.1850), ὁ Καπποδίστριας βιαζόταν νὰ ἀποκατασταθεῖ ἡ σχέση μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο κατὰ τὴν δήλωσή του, «ἵνα μὴν πέσῃ ἡ ὑπόθεσις εἰς τῶν Φράγκων τὰς χείρας καὶ τότε ἐχάθημεν!». Ὁ Οἰκονόμος μνημονεύει δήλωση πρὸς αὐτόν τοῦ ἀπὸ Ρέοντος καὶ Πράστου καὶ μετέπειτα Κυνουρίας Διονυσίου, τὸν ὁποῖον «μετακαλέσας» ὁ Καπποδίστριας «διώρισε διὰ τὴν Κωνσταντινούπολιν» «ἵνα γένηται ἡ κανονικὴ ἀναγνώρισης τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας». Παρατηρεῖ δὲ ὁ Οἰκονόμος: «Πόσον πολιτικῶς καὶ Ὀρθοδόξως ἅμα προεῖδε καὶ τούτου τοῦ πράγματος τὴν ἀνάγκην ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος!». Ἀλλά, ὅπως συνεχίζει ὁ Οἰκονόμος, «Ἐνῶ ἀπῆλθεν οὗτος (ὁ Κυνουρίας) εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτοῦ πρὸς ἑτοιμασίαν, μετ᾿ ὀλίγας ἡμέρας συνέβη καὶ ἡ τοῦ Κυβερνήτου τελευτὴ» (=δολοφονία).
Τὸ σωζόμενο ἀρχειακὸ ὑλικὸ γιὰ τὴν Ἰόνιο Ἀκαδημία τῶν ἀδελφῶν Τυπάλδων Ἰακωβάτων (Ληξούρι) δίνει ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα γιὰ τὴν σπουδὴ τοῦ Καπποδίστρια τὴ συγκεκριμένη αὐτὴ στιγμή. Ἀπὸ τὸ ὑπόμνημα τοῦ Κων. Τυπάλδου – Ἰακωβάτου, καθηγητῆ τῆς Ἰονίου Ἀκαδημίας (Αὔγουστος 1831) πληροφορούμαστε γιὰ τὶς ἐνέργειες στὸν κύκλο τῆς Ἀρμοστείας τῆς Ἑπτανήσου γιὰ ἐνεργοποίηση τοῦ μηχανισμοῦ τῆς αὐτονομήσεως διὰ μέσου τῆς αὐτοκεφαλίας τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ρωμαίϊκης Ἐθναρχίας. Ὅπως ἀπέδειξε ἡ συνέχεια (Ἑλλαδικὸ αὐτοκέφαλο τοῦ 1833, Βουλγαρικὴ Ἐθναρχία 1870) ἡ Δυτικὴ πολιτικὴ ἐπεδίωκε τὴν βίαιη ἀπόσπαση τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἐθναρχίας καὶ τὴν ὁριστικὴ διάλυση τῆς Ἐθναρχίας ὡς συνέχειας τῆς «Βυζαντινῆς» Αὐτοκρατορίας. Αὐτό, ἄλλωστε, γράφει καὶ ὁ Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν Ἀναστ. Λόντος στὸν Ἐπιτετραμμένο τῆς Ἑλλάδος Πέτρο Δεληγιάννη στὶς 6 Φεβρουαρίου 1850 (μὲ τὴν ἔναρξη τῶν προσπαθειῶν γιὰ τὴν λύση τοῦ Ἑλλαδικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος): «Αἱ κυβερνήσεις τῆς Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας ἐνδιαφέρονται οὐχὶ μικρὸν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἐπιθυμοῦσι διὰ πολιτικοὺς λόγους νὰ ἴδωσι τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν ἐντελῶς ἀνεξάρτητον τοῦ ἐν Κωσταντινουπόλει Πατριαρχείου». Ὁ Ρωμηὸς Ἰωάννης Καπποδίστριας ἔσπευδε νὰ ἐπιτύχει λύση μέσα στὸ πνεῦμα τῆς ἱστορικοκανονικῆς παραδόσεως τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ διαφοροποιοῦταν διαμετρικὰ ἀπὸ τὰ σχέδια τῆς Εὐρώπης γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή. Καὶ μόνο ἡ ἐνέργειά του αὐτὴ εἶναι ἱκανὴ νὰ δείξει τὴν ἀληθινὴ φύση τοῦ εὐρωπαϊσμοῦ του. Ἡ περίπτωση, μάλιστα, αὐτὴ ἐντάσσει καὶ σὲ ἕνα ἄλλο πλαίσιο τὴν δολοφονία τοῦ Κυβερνήτη μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες. Διότι μὲ τὴν ἀποστολὴ τοῦ Κυνουρίας, ποὺ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ γνώριζαν οἱ Δυτικὲς κυβερνήσεις, χάραζε γιὰ τὸ Ἑλληνικὸ Ἔθνος μία προοπτικὴ ποὺ ἐρχόταν σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὰ συμφέροντα καὶ τὰ σχέδιά τους γι᾿ αὐτήν.
Πολλοὶ προσπάθησαν νὰ προσεταιριστοῦν τὸ ὄνομα τοῦ Καπποδίστρια ὡς «Εὐρωπαϊστῆ», «Ἀδέσμευτου ἀπ᾿ τὴν Πίστη», «Προοδευτικοῦ» κ.ἄ. Ὅμως ὁ Καπποδίστριας ἦταν πάνω ἀπ᾿ ὅλα Ρωμηὸς. Καὶ πιθανὸν σήμερα κάποιοι πνευματικοὶ ἀπόγονοι αὐτῶν ποὺ τὸν σκότωσαν νὰ θέλουν νὰ τὸν προβάλουν ὡς δικό τους ἄνθρωπο. Ἂς εἶναι. Ἡ Ἱστορία θὰ τοὺς διαψεύδει…
Πηγή: http://www.enromiosini.gr/arthrografia/ιωαννησ-Καπποδιστριασ-και-ρωμηοσυνη/
Τά πράγματα δεν ήσαν πάντοτε ρόδινα, καί ο Φιλλεληνισμός είχε κι΄ αυτός τά ύποπτα πρόσωπά του...
«... Πολὺ πρὶν τὴν ἐπανάσταση τοῦ 1821 ὁ Ῥήγας εἶχε ὀραματισθῆ μία ἀναγεγενημένη Ῥωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία. Την εποχή εκείνη η Ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία εἶναι ἕνας γίγαντας μὲ πήλινα πόδια. Οἱ ἐξισλαμισμοὶ πληθαίνουν. Τὸ γένος φαίνεταιἔτοιμο νὰ ἀνταπεξέλθῃ στὰ κελεύσματα τῶν καιρῶν.
Ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης θυσιάζει τὴν στρατιωτικὴ του σταδιοδρομία στὸν βωμὸ τῆς Λευτεριᾶς καὶ βροντοφωνάζει τὸσύνθημα «μάχου ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος» στὸ Ἰασιο τῆς Μολδοβλαχίας. Ὀξυδερκὴς ὢν καὶ πεφωτισμένος στρατιωτικὸς,ἐπιλέγει τὴν καταλληλοτερη τοποθεσία Επανάστασης, ἐκεῖ… δίπλα στὴν Βασιλεύουσα.
Λίγους μῆνες πρωτύτερα, μετὰ τὴν ἧττα τῶν Τούρκων στὸν προσφατο Ρωσσο-Τουρκικὸ πόλεμο, ὁ Τσάρος εἶχε συνυπογράψῃ μὲ τὸν Σουλτάνο τὴν μὴ διατήρησι, γιὰ οἰονδήποτε λόγο, τουρκικῶν δυνάμεων στὶς αὐτονομες πλέον παραδουνάβιες ἠγεμονίες.
Μὲ τὴν κήρυξι ὅμως τῆς ἐπαναστάσεως, φοβούμενοι οἱ Ῥῶσσοι τὴν ἐνδεχομένη ἐπιτυχία της, δίδουν «εὐλογία» στὸν Τοῦρκο νὰ τὴν καταπνίξῃ. Ἡ πρώτη λοιπὸν ἀνθελληνικὴ ἐνέργεια τῶν δῆθεν συμμάχων μας ὁμοδόξων εἶναι γεγονός!
Ὅμως τὸ φρόνημα τοῦ γένους δὲν καταπνίγεται. Σὲ λιγότερο ἀπὸ ἕνα μήνα θὰ ξεσηκωθῆ ὅλη ἡ πονεμένη Ρωμηοσυνη. Ἡ Μακεδόνια, ἡ Ρούμελη, ὁ Μωρηᾶς, ἡ Κρήτη, ἡ Κύπρος, ὁ Πόντος, ἡ Καππαδοκία ἀκόμη καὶ ἡ Συρία.
Οἱ ξένες Δυνάμεις καταλαβαίνουν πὼς δὲν μποροῦν νὰ ἐξαφανίσουν τὴν ἑλληνικὴ ἐπανάσταση. Πρῶτοι οἱ Ἀγγλοι προσπάθησαν νὰ τὴν ποδηγετήσουν.
Μὲ τὰ περίφημα «Δάνεια τῆς Ἀγγλίας» ἐνίσχυσαν οἰκονομικά τους Προεστοὺς καὶ τοὺς Φαναριῶτες καὶ ὑποθήκευσαν τὰλεγόμενα ἐθνικὰ κτήματα τοῦ μελλοντικοῦ ἐλευθέρου κράτους.
Μὲ τὰ χρήματα τῶν δανείων οἱ Προεστοὶ ἐξαγόρασαν ἀρκετοὺς ὁπλαρχηγοὺς καὶ τοὺς ἔστρεψαν ἐνάντιον ἄλλων καπεταναίων.
Ξεσποῦν ἔτσι δύο ἐμφύλιοι πόλεμοι ποὺ καταλήγουν σὲἧττα τῆς μερίδος τῶν στρατιωτικῶν. Πολλοὶ ἡγέτες εἴτε δολοφονοῦνται ( Ὀδυσσέας Ἀνδροῦτσος, Πάνος Κολοκοτρώνης) εἴτε φυλακίζονται (Θεόδ. Κολοκοτρώνης).
Τὸ τελικὸ παρόλαυτα σχέδιο τῶν ξένων ἦταν ἡ ἑλλαδικοποίηση τῆς ἐπανάστασης. Ἑκατοντάδες πράκτορες παρουσιάζονταιὡς Φιλέλληνες, στὴν πραγματικότητα ὅμως ἐξυπηρετοῦν τὰ συμφέροντα τῶν πατρίδων τους.
Παράλληλα στὴν Ἑσπερία κυριάρχει ἕνα κλίμα ἄκρατου οὐμανισμοῦ προερχόμενο δήθεν στὸ ἀρχαιοελληνικὸ κλέος. Ἔτσι διάφοροι «πιθηκίζοντες» γραικοὶ (ἤ καλλίτερα γραικύλοι) τῆς Δύσεως, συνασπιζόμενοι μὲ τοὺς Δυτικούς μᾶς ζητοῦν νὰἀπαρνηθοῦμε τοὺς γονεῖς μας (Ρωμηοσύνη) καὶ νὰ προστρέξουμε στοὺς παπποῦδες μας ( κλασσικὴ αρχαία Ἑλλάδα).
Ἕνας οὐμανιστὴς ( "ανθρωπιστής") ἦταν καὶ ὁ Θεόκλητος Φαρμακίδης, ὅπως βεβαίως καὶ ὁ μεγάλος Διδάσκαλος(;) τοῦΓένους ὁ Κοραῆς. Ἐκείνη τὴν περίοδο ἐξάλλου ἐκυκλοφόρησε καὶ τὸ περίφημο ἀντικληρικὸ ἔργο "Ἑλληνικὴ Νομαρχία", τοῦἈνωνύμου Ἕλληνος, τὸ ὁποῖο ἐχλεύαζε τὴν Πίστη μας. Τὸ Γένος μας ὅμως ἀκολούθησε τοὺς ἀληθινοὺς Διδασκάλους του, ποὺ μὲ τὸ μαρτύριο τους προσυπέγραψαν τὰ φωτισμένα λόγια τους, ὅπως ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλος καὶ ὁ Ρῆγας.
Μετὰ τὰ πρῶτα ἐπιτυχή χρόνια τῆς ἐπανάστασης, μὲ ἐπικὲς νῖκες στὰ Δερβενάκια καὶ στὴν Γραβιά, ὁ ἴδιος ὁ Ἀγῶνας ἔχει προδωθῆ «ἀπὸ μέσα». Ὁ Ἰμπραήμ προελαύνει ἀνενόχλητος στὸν Μωρηὰ καὶ οὐσιαστικὰ ἡ ἐπανάσταση ἔχει καταπνιγῆ,ἀφήνοντας πίσω του καμένη γῆ!
Ἡ θυσία τοῦ Παπαφλέσσα στὸ Μανιάκι καὶἡ Παλληκαριὰ τοῦ Μακρυγιάννη στοὺς Μύλους δὲν εἶναι ἀρκετές, ἀφοῦ οἱ ἐμφύλιοιἐξουθένωσαν τοὺς ἐπαναστατημένους, ὄχι μόνο ψυχικὰ ἀλλὰ καὶ ὑλικά.
Οἱ Εὐρωπαῖοι ἀπὸ τὴν ἄλλοι ἄρχισαν νὰ καλοβλέπουν ἕνα κρατίδιο-προτεκτοράτο στὴν ΝΑ Μεσόγειο (βλ. Σκόπια). Ἔτσι λοιπὸν ὁ συνασπισμένος ρωσσοαγγλογαλλικος στόλος κερδίζει τὸν τουρκοαιγυπτιακὸ στὸ Ναυαρῖνο …καὶ ἡ Ἐπανάσταση σῴζεται!!!
Ὁ Κολοκοτρώνης μᾶς τὸ λέει στὸν πικρό του λόγο: «τὸ Ναυαρινο καὶ ὁ Μαιζών ἔσωσαν τὴν ἐλευθερία, ἀλλὰ πόσο ἐκατέβη ἡἄξια της…»
Ἐνῷ τὸ ἑλλαδικὸ κράτος ὁριοθετεῖται ἀπὸ τὶς Μεγάλες Δυνάμεις καθ' ὅπως τοὺς ἐβολευε, ὁ Κολοκοτρώνης τὴν κατάλληλη στιγμὴ προτείνει τὸν Καποδιστρια γιὰ Κυβερνήτη. Ὅμως ὁ Καποδίστριας ἦταν Ρωμηός. Μετὰ ἀπὸ τρία χρόνια διακυβερνήσεως «ἔρχεται» ἡ δολοφονία του ἀπὸ τοὺς Μαυρομιχαλαίους.
Ὁ ἴδιος ὁ Πετρόμπεης (ἀδελφὸς καὶ πατέρας τῶν δραστῶν) ὁμολόγει ἀργότερα ὅτι οἱ Ἀγγλο-Γάλλοι « ἦταν ἡ αἰτία καὶ γῶ νὰχάσω τοὺς δικούς μου ἀνθρώπους καὶ τὸ ἔθνος νὰ χάση ἕναν κυβερνήτη ποὺ δὲν θὰ ματαβρῆ. Τὸ αἷμα του μὲ παιδευει ἕως σήμερα.».
Τὸ Ψευτορωμέηκο ποὺ εἶχε προφητεύση ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ἦταν πλέον γεγονός.
Στὶς 7 Μαΐου ὁ πρίγκηψ τῆς Βαυαρίας Ὄθων ἀνακηρύσσεται «Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος». Ἕως ὅτου ἐνηληκιωθῆὁ 15χρονοςὌθων ἡ τριμελὴς Ἀντιβασιλεία ὀργιάζει! Μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Φαρμακίδη καὶ τῶν ὑπὲρ ἄγαν Κοραϊστῶν ( τού Κοραή οπαδοί ) τὸ παιδὶ (ἑλλαδικὸ κράτος) ἀποκόπτεται ἀπὸ τὴν μάννα (Οἰκ. Πατριαρχεῖο). Τὸ πραξικόπημα εἶναι ἀπροσχημάτιστο.
Τὸ Αὐτοκέφαλο εἶναι γεγονός. Ἀρχηγὸς πλέον τῆς ἐκκλησίας δὲν εἶναι ὁ Πατριάρχης, ἀλλὰ ὁ Καθολικὸς Ὄθων!!!
Οἱ φιλέλληνες σωτῆρες τοῦ τόπου μας συνεχίζουν τὸἀνόσιο ἔργο τους. Στὶς 25 Σεπτέμβρη τοῦ 1833 βασιλικὸ διάταγμα διέτασσε τὸ κλείσιμο ὅλων τῶν μοναστηριῶν ποὺ εἶχαν λιγώτερο ἀπὸ 6 μοναχούς, τὸν ὑποχρεωτικὸἀποσχηματισμὸ τῶν καλογραιῶν, τὴν ἀπομάκρυνση τῶν δοκίμων, καθὼς καὶ τὴν δήμευση τῆς περιουσίας τῶν μονῶν (κτήματα, κειμήλια, εἰκόνες, βιβλία).
Οὔτε λίγο οὔτε πολὺ ἔκλεισαν περίπου 550 μοναστήρια!
Γράφει ὁ Μακρυγιαννης: «διέλυσαν τὰ μοναστήρια, συμφώνησαν μὲ τοὺς Μπαυαρέζους καὶ πούλαγαν τὰ δισκοπότηρα καὶὅλα τὰ ἱερὰ στὸ παζάρι. Ἀφάνισαν ὅλως διόλου τὰ μοναστήρια καὶ οἱ καημένοι οἱ καλόγεροι ὁπού ἀφανιστῆκαν εἰς τὸνἀγῶνα, πεθαίνουν τῆς πείνας μέσα στοὺς δρόμους ὁπού αὐτὰ τὰ μοναστήρια ἦταν προπύργια τῆς ἐπανάστασής μας.»
Στὸ ψευτορωμέηκο βρῆκαν εὐκαιρία νὰ στέρξουν πρὸς βοήθειαν καὶ πολλοὶ ἄλλοι «φιλέλληνες», ἰδίως πολλοὶ παπικοὶ καὶπροτεστάντες ἱεραπόστολοι, γιὰ νὰ μᾶς διδάξουν καὶ νὰ μᾶς ἀπαλλάξουν ἀπὸ τὶς δεισιδαιμονίες τῆς ὀρθόδοξης πίστης μας!
Ἄλλωστε τὰ προτεσταντικὰ σχολεῖα στὸ ἐλεύθερο κράτος ἀνέρχονταν σὲ δεκάδες.
Σήμερα οἱ εὐρωπαίζοντες πηγαίνουν ἔξω καὶ ὅταν γυρίζουν, γράφουν καὶ μιλᾶνε ἀφ' ὑψηλοῦ. Ἡ ξενομανία μας καὶὁπιθηκισμὸς μας ἔφθασε στὸ ἀπροχώρητο.
Τὸ «ψευτορωμέηκο» τοῦ Πατροκοσμᾶ εἶναι τὸ δικό τους κράτος. «Νὰ μὴν τὸ πιστέψετε, θὰ φύγη πίσω».
Ὁ καιρὸς γιὰ νὰ πληρωθῆ οἱ προφητεία του εἶναι ἴσως μακριά, ἴσως καὶ σχετικὰ κοντά, καὶ θὰ χρειαστοῦν συνεχεῖς καὶσκληροὶ ἀγῶνες γιὰ νὰ ξαναγίνῃ ἐτοῦτος ὁ τόπος Ρωμαίηκο. Αὐτὴ εἶναι ἡ μοῖρα μας.
Εὐτυχῶς ποὺ μᾶς ἔμειναν ὡς παρακαταθήκη γιὰ τὴν συνέχισι τοῦ ἀγῶνος ἡ πίστη τοῦ Κολοκοτρώνη, ἡ ἀνεξικακία τοῦΚαραϊσκάκη, ἡ ἀνιδιοτέλεια τοῦ Νικηταρᾶ …καὶ οἱ μετάνοιες τοῦ Μακρυγιάννη!
Πηγή: kivotoshelp.gr
Ἡ Νάουσα τιμοῦσε πάντοτε καί τιμᾶ, καί δικαιολογημένα, ὡς ἐθνομάρτυρες ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θυσιάσθηκαν στόν μεγάλο χαλασμό πολεμῶντας, ἀλλά καί ὅλους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι προτίμησαν τόν θάνατο ἀπό τήν ὑποδούλωση καί τήν ἀτίμωση στά χέρια τῶν Τούρκων, καί ἔπεσαν σάν τίς ἡρωικές ἐκεῖνες γυναῖκες στά νερά τῆς Ἀράπιτσας, γράφοντας τή δική τους χρυσή σελίδα ἱστορίας.
Η 10η Απριλίου έχει καταχωρηθεί ως μία από τις ηρωικότερες ημέρες της ιστορίας της Πατρίδος μας. Την 10η Απριλίου 1826 οι Μεσολογγίτες πραγματοποίησαν την ηρωική Έξοδο, ως μια σωτήρια λύση απαλλαγής τους από την πολιορκία των Τούρκων.
Δοξαστικό της εξόδου του Μεσολογγίου:
«........................
Στέκει ὁ Σουλιώτης «ὁ καλὸς
παράμερα καὶ κλαίει.
—Ἔρμο τουφέκι σκοτεινό,
τί σ' ἔχω ἐγὼ στὸ χέρι;
ὁποὺ σὺ μοὔγινες βαρὺ
κι ὁ Ἀγαρηνὸς τὸ ξέρει;»
Μολονότι τὰ τουφέκια, εἶχαν γίνει τόσο βαριὰ στὰ ἐξαντλημένα χέρια τῶν πεινασμένων πολεμιστῶν, οἱ ψυχὲς τους ἔμεναν ὁλόρθες, ἀκμαῖες, ἀνυπόταχτες.
Στὴν πρόταση τοῦ Ἰμπραὴμ Πασᾶ νὰ τοῦ παραδώσουν τὸ Μεσολλόγγι καὶ τὰ ὅπλα τους, οἱ Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι ἀπάντησαν μὲ τούτη τὴν περήφανη γραφή, ποὺ θυμίζει τὴν ἀπάντηση τοῦ Παλαιολόγου στὸν Μωάμεθ καὶ ποὺ ἐκφράζει τὴν προαιώνια, ἀναλλοίωτη καὶ ἀκαταδάμαστη ψυχὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Γένους.
Ἔγραφαν οἱ Μεσολογγίτες:
«Δὲν ἐλπίζαμε ποτὲ νὰ σᾶς ἀπεράση μιὰ τέτοια φαντασία ὁποὺ ὀκτὼ χιλιάδες ἅρματα αἱματωμένα νὰ τὰ ζητήσετε νὰ σᾶς τὰ δώσωμε μὲ τὰ χέρια μας, τὰ ὁποῖα ἅρματα συμφωνοῦν μὲ τὴν ζωήν. Ὅθεν, καθὼς βλέπομεν τὸν σκοπόν σας καὶ τὴν ἀπόφασιν ὁποὺ ἔχομεν ἡμεῖς, θὰ γίνη ὅ,τι ἀποφάσισεν ὁ Θεός, τὸ ὁποῖον δὲν τὸ ἠξεύρετε οὔτε ἡ Ὑψηλότης σας οὔτε ἡμεῖς καὶ ἂς γίνη τὸ θέλημα, τοῦ Θεοΰ».
Καὶ ἀληθινὰ μόνον ὁ Θεὸς θὰ μποροῦσε νὰ ἐμπνεύση τόσον ἄκαμπτη καρτεροψυχία, τόσον πρόφρονη ἐθελοθυσία!
Ἡ ὁλόχρονη σθεναρὴ ἄμυνα τῆς ἡρωϊκῆς Φρουρᾶς ἔφτασε στὸ ἀπόγειό της τὴ νύχτα τῆς 11 Ἀπριλίου 1826 μὲ τὴν κοσμοβόητη Ἔξοδο.
Τό video εἶναι ἀπό τήν θεατρική παράσταση τῆς Ἐθνικῆς ἑορτῆς γιά τό 1821 πού πραγματοποιήθηκε στίς 26 κ' 27 Μαρτίου 2011 στή Γ.Ε.Χ.Α. Ἀμπελοκήπων.
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...