
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
Ο Οσιομάρτυρας Ιγνάτιος, ο μέγας της Οικουμένης ο φωστήρας, ανέτειλεν ως άλλος ήλιος από την ανατολή, από την περιώνυμη πόλη Κίο, η οποία αυτή πόλη είναι παλαιά, ελληνική, των Ιώνων αποικία…
Του κ. Πολυχρόνη Στεφ.Νταλάση*
«Καί τρόπων μέτοχος καί θρόνων διάδοχος τῶν Ἀποστόλων εὖρες θεόπνευστε εἰς θεωρίας ἐπίβασιν. Διά τοῦτο τόν λόγον τῆς ἀληθείας ὀρθοτομῶν καί τή πίστει ἐνήθλησας μέχρις αἵματος, Ἱερομάρτυς Πολυχρόνιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ σωθῆναι τάς ψυχάς ἠμῶν.»
Ἡ ἁγία μας ἐκκλησία τιμᾶ σήμερα, 7ην Ὀκτωβρίου, τήν μήμην τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἠμῶν Πολυχρονίου τοῦ Ἱερομάρτυρος καί θαυματουργοῦ «ὅστις καί μίας τινός ἐκκλησίας τῶν κατά τήν Κύπρον κειμένων, Έπίσκοπος ἐχρημάτισεν»(2).
Ὁ ἅγιος Ἱερομάρτυς Πολυχρόνιος, κατάγονταν ἀπό τήν ἐπαρχία Γαμφανίτιδας(ἡ Γαμφάνης) της Μ. Άσίας.
«Οὗτος εἶλκε μέν τό γένος ἐκ τῆς τῶν Ἀλαμάνων χώρας, ἐξ εὐγενῶν γεννητόρων καί εὐσεβῶν καταγόμενος, ἀλλά νηπιόθεν τῆς τοῦ γένους λαμπρότητος καί τῶν βιωτικῶν ἁπάντων καταφρονήσας , ἐπειδή τά ἱερά γράμματα ἐξεπαιδεύθη, καί πλήρης τούτων ἐγένετο ταίς ἱεραίς ἐκκλησίαις ἐσχόλαζε , τάς θείας γραφάς καθ ‘ ἑκάστην ἐπαναγινώσκων, καί βίον λιτόν μετερχόμενος . Καί προϊούσης τῆς ἡλικίας, πάσαν ἔφεσιν αὐτοῦ εἰς ἐπίδοσιν ἀρετῆς καί Θεοῦ ἀρέσκειαν ἐπιδούς , πάση σκληραγωγία καί ἐγκρατεία ἑαυτόν καθυπέβαλε, καί πάντα βαθμόν ἐκκλησιαστικόν οὕτω παραλλάξας , ἀσκήσει καί γνώσει ἑλλαμφθεῖς(2)...»
Ἦταν σύγχρονός του Μεγάλου Κωνσταντίνου καί ἔζησε στά χρόνια του αὐτοκράτορα. Ὁ πατέρας τοῦ ὀνομάζονταν Βαρδάνης. Ἦταν εὐσεβής ἄνθρωπος καί στήν τέχνη, στό ἐπάγγελμα, γεωργός. Μέ φιλοπονία ἐκπαίδευσε τόν γυιό τοῦ Πολυχρόνιο στά ἱερά γράμματα.
Ὁ ἀοίδημος Πολυχρόνιος εἶχε μεγάλη σύνεση, φρόνηση καί ἐγκράτεια. Ἀξιώθηκε ἐνῶ ἦταν ἀκόμη παιδί νά λαβή χάρη ἀπό τόν Θεόν, διότι καί μέ τήν προσευχή του ἀνέβλυσε νερό. Ἐπειδή τό νερό πού ὑπῆρχε προτύτερα, καί ἀπό τό ὁποῖο ὑδρεύονταν αὐτός καί οἱ συμπατριῶτες του, ἦταν μακρυά ἀπό τήν πόλη καί προξενοῦσε σ' αύτούς πολύν κόπο, ὁ Πολυχρόνιος προσευχήθηκε εἰς τόν θεόν καί, ὤ τοῦ θαύματος! ἀνέβλυσε παραδόξως πηγή ὕδατος νεροῦ, δίπλα, κοντά εἰς τήν οίκίαν του πατέρα του.
Ὁ Πολυχρόνιος, ὅταν ἀνδρώθηκε (ἔφθασε σέ ἀνδρική ἡλικία), ἐπειδή δέν μποροῦσε νά ἐξοικονόμηση τά πρός τό ζῆν στήν πατρίδα του, ἀφοῦ συνενοήθηκε μαζί μέ μερικούς ἐργάτες συγχωριανούς του καί μετέπειτα συναθλητές του, τόν Παρμένιον, Πολυτέλειον, Ἐλυμᾶν, Μώκιον, Χριστοτελή, Μάξιμον, Λουκᾶν, Ἀβδίαν, Σέμνιον καί Ὀλυμπιάδην, πῆγε στήν Κωνσταντινούπολη καί ἐκεῖ ἐργάζονταν μ’ αὐτούς στά ἀμπέλια.
Διακρίνονταν γιά τήν φιλοπονία(ἐργατικότητα) καί τήν εὐσέβειά του. Σέ διάστημα δυό-τριῶν ἡμερῶν ἔτρωγε μόνο μία φορά!.. Ὁ κυριός τῶν ἀμπελώνων, βλέποντας αὐτόν καί θαυμάζοντας αὐτόν τόν ἔργατήν του Θεοῦ, ὁ ἴδιος ντράπηκε γιά τήν ἀρετή του. Λοιπόν, ἀφοῦ τοῦ ἔδωσε ποσότητα χρημάτων, τόν ἀπέστειλε λέγοντάς του:
› Πήγαινε στήν πατρίδα σου, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ καί νά προσεύχεσαι γιά μένα.
Γιά τήν πίστη καί τήν εὐλάβεια πού εἶχε πρός αὐτόν ὁ κύριος τῶν ἀμπελώνων, κράτησε τό δικέλλι του, τό ὁποῖο πολλά θαύματα ἐνήργησε.
Ἀπό ἐκεῖ ὁ Πολυχρόνιος, ἀφοῦ ἐπέστρεψε εἰς τήν πατρίδα του, ἵδρυσε «Εὐκτήριον οἶκον» καί παρέμεινε σ αὐτόν, ὑπηρετώντας τόν Κύριον. Ὅπως εἴπαμε, τότε, συγκροτήθηκε ἡ Α'. Οἰκουμενική Συνοδός στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας καί, ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στόν Συναξαριστή (Α, σ.112), ὁ Πολυχρόνιος παρευρέθη σ αὐτήν (3). Καί ἔγινε πρόμαχος τῆς εὐσεβείας.
Ὁ Πολυχρόνιος ἦταν πρῶτα Ἀναγνώστης καί ὕστερα ἔλαβε τό ἀξίωμα τού Διακόνου καί Πρεσβυτέρου. Κατά τόν ἐγκωμιαστή Νεόφυτο: «φασί δέ τινες ὅτι μετά ταῦτα καί εἰς τόν τῆς ἀρχιερωσύνης θρόνον ἀνακεκομίσθαι»(2).
Κατά τήν ἀκολουθίαν του Αγίου(2), ὁ ἐν ἁγίοις Πατήρ ἠμῶν Πολυχρόνιος, ὁ Ἱερομάρτυς καί Θαυματουργός, «Ὅστις, καί μιάς τινός ἐκκλησίας τῶν κατά Κύπρον κειμένων, Ἐπίσκοπος εχρηματισε»(2), ἐκεῖ (στήν Κύπρο), ἔγινε διδάσκαλος ἀκριβεστατος τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἦτο πράος, ἐλεήμων, ὀρφανῶν πατέρας, ὑπερασπιστής χηρῶν, ὁδηγός πλανεμένων, γιατρός των νοσούντων, παραμυθία (παρηγοριά) τῶν θλιβομένων. Καί ὅλοι χαίρονταν καί εὐφραίνονταν γιά τήν πρόνοια καί δικαιοσύνη του.
Στά χρόνια ἐκεῖνα, μετά τόν θάνατο τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, ἔλαβε μεγάλη ἔκταση ἡ αἵρεση τοῦ Ἀρείου. Ὁ ἅγιος Πολυχρόνιος κρατοῦσε στερά τήν εὐσεβῆ πίστη καί σπούδαζε νά τήν αὐξάνη καί νά τήν στερεώνη. Ἑπόμενο ἦταν, οἱ κακόδοξοι ἀρειανοί, βλέποντας τόν ἐνάρετον καί εὐσεβῆ βίον του, νά λειώνουν ἀπό τόν φθόνο τους, συλλαβόντες αὐτόν, τόν ἀποκεφάλισαν.
Κατά τήν Ἀκολουθίαν τοῦ Ἁγίου (2) , ἔγινε ἐπιδρομή τῶν ἀλλοφύλων Ἀράβων κατά τῆς Κύπρου «ὅποτε καί Μοναστήρια πολλά καί ἐκκλησίαι ὕπ αὐτῶν κατεσκάφησαν, καί πολλούς ἀνηλεῶς κατέσφαξαν». Κάποια, μέρα, τόν βρῆκαν νά ἱερουργῆ στό ἅγιο θυσιαστήριο. Πήδηξαν μέσα (σ’ αὐτό καί μέ τα ξίφη τους κατέσφαξαν τόν ἀοίδημον καί τόν κατάκοψαν καί ἔσμιξαν τό μαρτυρικό του αἷμα μέ τό μυστικό καί θεῖον αἷμα τοῦ Κυρίου καί τόν παρέπεμψαν, χωρίς νά θέλουν θυσίαν εις τόν Θεόν.
Περί τό σῶμα τοῦ μακαρίου Πολυχρονίου, ὠδές καί μελωδίες ἀσωμάτων δυνάμεων κατεπέμποντο καί τό παράξενο θέαμα ἐκίνησε τούς πιστούς εἰς εὐχαριστίαν. Τούς δέ σφαγεῖς κετέπληξε καί μεταμελήθηκαν γιά τό ἄνομο αὐτό ἀτόπημα. Κηδεύτηκε ἀπό τούς πιστούς, «τήν ἀτελεύτητο καί ἀγήρω μακαριότητα κεκλήρωται», καί τό τίμιον αὐτοῦ λείψανον μετεκομίσθη, ὅπως λέγουν, εἰς τήν Βασιλεύουσαν τῶν Πόλεων (τήν Κωνσταντινούπολη).
Χριστέ ὁ Θεός μας, μέ τίς πρεσβεῖες τοῦ Ἁγίου Ἱεράρχου Πολυχρονίου, ἐλέησον καί σῶσον ἠμᾶς.
Ἀμήν.
Σημειώσεις
(1)Τό παρόν σημείωμα ἀφιερώνεται εἰς τήν ὀνομαστικήν ἑορτήν τοῦ συνεορτάζοντος ἐγγονοῦ μας Πολυχρόνη (γέν.21-9-2006).
(2) Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Πολυχρονίου τοῦ θαυματουργοῦ. Ἀνατύπωση στήν Κύπρο (Τυπογραφεῖο & Ὄφφσετ «ΛΟΝΤΟΣ», Λούης Χρ. Παπακυριακού, τηλ 031-24588 Μακαρίου 50 Δερύνεια, Ἀμμόχωσατος). Στό τέλος τῆς ἀκολουθίας ἀναγράφονται τά ἑξῆς: «Μνήσθητι, ὤ ἀδελφοί ἱερεῖς , κατά τήν παροῦσαν ἡμέραν τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου ἐν τῇ θείᾳ προσκομιδή καί τοῦ ἐμοῦ ὀνόματος ΑΝΤΩΝΙΟΥ ζῶντος καί τελευτήσαντος καί ἔξετε τόν μισθόν παρά Θεοῦ. Ἔτος 1893, ὁ Γράψας Α. ΚΑΛΛΙΑΔΗΣ».
(3) Μεγάλη Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαίδεια.
* Ο Πολυχρόνης Στέφ. Νταλάσης, είναι: Διδάσκαλος, Καθηγητής Μουσικής, Μουσικοδιδάσκαλος Βυζαντινής Μουσικής, Πρωτοψάλτης Ι.Ν.Ζ.Πηγής Τρικάλων. Ὀφφικιάλιος (μὲ χειροθεσία) Ἄρχων Πρωτοψάλτης τῆς Ἱ.Μ. Τρίκκης καὶ Σταγῶν.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἐργάτης γενόμενος, τῆς ἀρετῆς ἐκ παιδός, θαυμάτων ἐπλούτησας, τὴν δωρεὰν ἐκ Χριστοῦ, σοφὲ Πολυχρόνιε· ὅθεν ἱερατεύσας, τῷ Θεῷ θεοφρόνως, ἤθλησας καὶ καθεῖλες, τοῦ Ἀρείου τὴν πλάνην· διὸ Ἱερομάρτυς, ἀξίως δεδόξασαι.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἱερεὺς θεόληπτος Πάτερ ἐδείχθης, καὶ στερρῶς ἐνήθλησας, ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ· διὸ ἀξίως δεδόξασαι, Ἱερομάρτυς σοφὲ Πολυχρόνιε.
Μεγαλυνάριον
Ἀρετῆς ἐργάτης ὢν ἐκ παιδός, τῆς ἱερωσύνης, ἀνεδείχθης στήλη λαμπρά, καὶ ὑπὲρ τῆς δόξης, Χριστοῦ ἤθλησας χαίρων, ἐκχέας σου τὸ αἷμα, ὦ Πολυχρόνιε.
Πηγή: συν-οδοιπορία, Μέγας Συναξαριστής
Οι Μάρτυρες αποτελούν την πλέον επίλεκτη και εκλεκτή χορεία των αγίων της Εκκλησίας μας, διότι με την ομολογία τους στο Χριστό αντάλλαξαν τη δόξα, τις τιμές και τα αξιώματα του κόσμου με την πίστη τους στον αληθινό Θεό. Αυτοί υπήρξαν οι ισχυροί κυματοθραύστες κατά των λυσσαλέων επιθέσεων κατά της Εκκλησίας. Με το τίμιο αίμα τους πότισαν το δένδρο της σώζουσας πίστης. Δύο από τους μυριάδες Μάρτυρες υπήρξαν οι άγιοι Σέργιος και Βάκχος, αξιωματικοί του Ρωμαϊκού στρατού.
Καταγόταν από τη Ρώμη και έζησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Μαξιμιανού (286-305). Καταγόταν από ευγενείς οικογένειες και είχαν λάβει σοβαρή μόρφωση. Η αριστοκρατική τους καταγωγή τους ευνόησε να κάνουν καριέρα στο ρωμαϊκό στρατό. Παρά το νεαρό της ηλικίας τους είχαν αναχθεί σε υψηλά αξιώματα στη «Σχολή Κιντιλίων». Οι «Σχολές» ήταν επίλεκτες στρατιωτικές μονάδες, οι οποίες είχαν καθιερωθεί από τον Διοκλητιανό (284-305) και υπάγονταν κατ’ ευθείαν στον αυτοκράτορα. Λειτουργούσαν ως σώματα όπου εκπαιδεύονταν οι αξιωματικοί των ρωμαϊκών λεγεώνων. Γι’ αυτό όσοι υπηρετούσαν σ’ αυτές, επιλέγονταν με μεγάλη προσοχή και εκτιμώντο τα φυσικά και πνευματικά τους πλεονεκτήματα και οι σπάνιες στρατιωτικές τους ικανότητες. Οι δύο νέοι αξιωματικοί είχαν διαλεχτεί ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους νέους για την αξιοζήλευτη θέση τους στη «Σχολή». Έχοντας επιδείξει ασυνήθιστη ανδρεία και αρετή, σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο μεν Σέργιος είχε οριστεί Πριμηκήριος, ο δε Βάκχος Σεκουνικήριος.
Όμως οι δύο νέοι λαμπροί αξιωματικοί γνώρισαν την νέα, χριστιανική πίστη, κατηχήθηκαν και έλαβαν το άγιο Βάπτισμα. Η κοινή τους πίστη στο Χριστό τους ένωσε σε μια αδελφική φιλία. Όμως δεν το αποκάλυψαν σε κανέναν διότι, όπως είναι γνωστό, οι χριστιανοί διώκονταν για την πίστη τους, με εξοντωτική μανία από το ρωμαϊκό κράτος, υπό την παρότρυνση των φανατικών ειδωλολατρικών ιερατείων και του αμαθούς ειδωλολατρικού όχλου. Χιλιάδες χριστιανοί συλλαμβάνονταν και οδηγούνταν με τη βία στα ειδωλολατρικά «ιερά» για να θυσιάσουν στους δαιμονικούς «θεούς» των ειδώλων. Αυτό θα τους έσωζε τη ζωή, ενώ αν αρνούνταν τη θυσία οδηγούνταν στα πλέον φρικτά μαρτύρια και εν τέλει στο θάνατο.
Μάλιστα, οι ρωμαϊκές αρχές είχαν καθιερώσει και τη δημόσια θυσία, ώστε να γνωρίζουν ποιοι είναι νομιμόφρονες και ποιοι όχι. Όσοι αρνούνταν να θυσιάσουν, θεωρούνταν εχθροί του κράτους και άρχιζαν οι διώξεις τους. Μια τέτοια θυσία στους «θεούς» της Ρώμης είχε οργανώσει ο αυτοκράτορας για να διαπιστώσει το στέρεο της εξουσίας του. Οι δύο νεαροί αξιωματικοί του δεν παρουσιάστηκαν να θυσιάσουν. Αυτό έβαλε σε υποψία και ανησυχία τον αυτοκράτορα. Θεώρησε την άρνησή τους ως ανταρσία εναντίον της εξουσίας του και γι’ αυτό διέταξε με οργή να παρουσιαστούν μπροστά του για να απολογηθούν για την ανυπακοή τους.
Οι δύο νεαροί αξιωματικοί οδηγήθηκαν ενώπιών του και ο αυτοκράτορας τους ζήτησε γιατί αθέτησαν τη διαταγή του, Με ένα στόμα του απάντησαν χωρίς φόβο:
› Έχουμε υποχρέωση βασιλιά μας, να υπακούμε και να υπηρετούμε την επίγειο στράτευμά σας, ως δούλοι ευγνώμονες. Όμως δεν είμαστε καθόλου υποχρεωμένοι να προσκυνούμε κωφούς και αναίσθητους “θεούς”. Δεν θα αρνηθούμε τον αληθινό Θεό και δεν θα χωριστούμε από Αυτόν με καμιά δύναμη. Δεν θα καμφθούμε ούτε από τα σίδερα, ούτε από τη φωτιά, ούτε από άλλο βασανισμό της σάρκας μας. Διότι τίποτε δεν είναι πιο μακάριο από το να βασανίζεσαι και να πεθαίνεις για την ευσέβεια!
Ακούγοντας ο φανατικός ειδωλολάτρης αυτοκράτορας την θαρραλέα απολογία των δύο χριστιανών αξιωματικών του, έγινε θηρίο από το θυμό του. Διέταξε να καθαιρεθούν αμέσως από το αξίωμά τους και να τους διαπομπεύσουν. Τους έντυσαν γυναικεία ενδύματα, τους κρέμασαν βαρείς σιδερένιους κλοιούς στον τράχηλο και τους περιέφεραν στην πόλη για να τους χλευάσει ο αμαθής και δεισιδαίμονας όχλος.
Κατόπιν παραδόθηκαν στον θηριώδη διοικητή της επαρχίας της Ανατολής Αντίοχο, ο οποίος ήταν διαβόητος για τις ωμότητές του, να τους συνετίσει. Η έδρα του βρισκόταν στις όχθες του Ευφράτη, στην πόλη Βαρβαλισσό, εκατό χιλιόμετρα από το σημερινό Χαλέπι. Οδηγήθηκαν μπροστά του να απολογηθούν. Στην αρχή χρησιμοποίησε κολακείες και ταξίματα για να τους κάνει να θυσιάσουν στα είδωλα, αλλά οι δύο νέοι έμειναν αμετακίνητη στην απόφασή τους να μην προδώσουν την πίστη τους στο Χριστό. Τότε ο Αντίοχος τους έκλεισε στη φυλακή, όπου άρχισε να βασανίζει αρχικά τον Βάκχο. Τον έδερναν αλύπητα για ώρες ατέλειωτες με φοβερά και επώδυνα βούνευρα. Το σώμα του είχε μεταβληθεί σε μια πελώρια πληγή, γι’ αυτό και δεν άντεξε για πολύ. Παρέδωσε την αγία του ψυχή στον Κύριο.
Την άλλη μέρα οδήγησαν τον Σέργιο ενώπιον του Αντιόχου. Ο άγιος νέος ήταν πολύ θλιμμένος διότι ο εν Χριστώ αγαπημένος αδελφός του Βάκχος ήταν πλέον στα ουράνια δώματα του θρόνου της μεγαλοσύνης του Θεού και γι’ αυτό επιθυμούσε να τον ακολουθήσει το συντομότερο. Ο ανελέητος τύραννος του ζήτησε για μια ακόμη φορά να απαρνηθεί το Χριστό για να του χαρίσει τιμές και αξιώματα. Τον απείλησε με φρικτά βασανιστήρια, όμως εκείνος έμεινε αμετακίνητος στην πίστη του. Τότε έδωσε διαταγή να αρχίσουν τα μαρτύρια. Του φόρεσαν υποδήματα με αιχμηρά καρφιά στο εσωτερικό τους και τον υποχρέωσαν να τρέχει μπροστά από το άρμα του. Δεκαπέντε ολόκληρα χιλιόμετρα διάνυσε. Τα καρφιά είχαν καρφωθεί στα πόδια του, το αίμα έτρεχε ποτάμι, οι πόνοι ήταν αφόρητοι, αλλά εκείνος υπόμεινε με υπεράνθρωπη καρτερία το μαρτύριο και αντί να ουρλιάζει από τους πόνους, έψελνε ύμνους στο Χριστό! Το βράδυ τον έριξαν στη φυλακή, όπου άγγελος Κυρίου θεράπευσε τις πληγές του. Το πρωί ο Αντίοχος έδωσε διαταγή να τον αποκεφαλίσουν. Ο Μάρτυρας αφού προσευχήθηκε θερμά για τη συγχώρηση των βασανιστών του, έσκυψε το κεφάλι και δέχτηκε το φονικό ξίφος, το οποίο τον ένωσε με το Χριστό και ξαναβρήκε τον αγαπημένο του φίλο Βάκχο.
Οι ευσεβείς κάτοικοι της περιοχής περιμάζεψαν τα τίμια λείψανα και τα έθαψαν με τιμές σε ασφαλές τόπο. Μετά τη λήξη των διωγμών, μετονόμασαν την περιοχή σε Σεργιούπολη. Το 547 ο Ιουστινιανός έκτισε περίλαμπρο ναό στην Κωνσταντινούπολη, όπου εναπέθεσε τα τίμια λείψανά τους. Η μνήμη τους εορτάζεται στις 7 Οκτωβρίου.
Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα). Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Τριάδος τῆς Ἁγίας ὀπλίται τροπαιοῦχοι, ἡ λαμπρὰ δυὰς τῶν Μαρτύρων, ὠράθητε ἐν ἄθλοις, Σέργιος ὁ θεῖος ἀριστεύς, καὶ Βάκχος ὁ γενναῖος ἀθλητής, διὰ τοῦτο δοξασθέντες περιφανῶς, προΐστασθε τῶν βοώντων Δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι δι' ὑμῶν, πάσιν ἰάματα.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τὸν νοῦν πρὸς ἐχθροὺς ἀνδρείως παρατάξαντες, τὴν πᾶσαν αὐτῶv ἀπάτην κατελύσατε, καὶ τὴν νίκην ἄνωθεv, εἰληφότες Μάρτυρες πανεύφημοι, ὁμοφρόνως ἐκράζετε. Καλὸν καὶ τερπνὸν τὸ συνεῖναι Χριστῷ.
Κάθισμα. Ἦχος πλ. δ'. Τὴν σοφίαν καὶ λόγον.
Τὰ τῆς πίστεως ἄνθη, τοὺς νοητοὺς μαργαρίτας Κυρίου καὶ ἀθλητάς, Σέργιον τιμήσωμεν, καὶ τὸν Βάκχον τοὺς Μάρτυρας, ὡς τοῦ ἐχθροῦ τὴν πλάνην, ἐνθέως πατήσαντας, καὶ τῶν εἰδώλων πᾶσαν ἰσχὺν ἐδαφίσαντας· ὅθεν ἐπαξίως, οὐρανόθεν τὸ στέφος, τῆς νίκης δεξάμενοι, σὺν Ἀγγέλοις χορεύουσι· διὸ πίστει βοήσωμεν· Πρεσβεύσατε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην ὑμῶν.
Ὁ Οἶκος
Ἐν οὐρανοῖς Χριστέ, κατοικοῦντες, Σέργιός τε καὶ Βάκχος, καὶ τοῦ θείου φωτὸς τοῦ παρὰ σοῦ ἐμφορούμενοι, ἐμὲ τὸν ἐν σκότει τῆς ἀγνωσίας πορευόμενον, προφθάσειαν διὰ τάχους, καὶ τῶν παθῶν ἀφαρπάσειαν, μόνε ἀθάνατε, στολὴν μοι τῆς ἀφθαρσίας καταπέμποντες· ὅπως λευχειμονῶν, τὴν φωτοφόρον αὐτῶν ἑορτὴν ἀνυμνῶ, καὶ κραυγάζω σοι Κύριε· Καλὸν καὶ τερπνὸν τὸ συνεῖναι Χριστῷ.
Πηγή: Ακτίνες, Ορθόδοξος Συναξαριστής
Καταγωγή
Ο άγιος Απόστολος Θωμάς ήταν μεταξύ των δώδεκα μαθητών του Κυρίου. Γεννήθηκε στην Ιουδαία από γονείς φτωχούς. Ήταν πιστός στο Μωσαϊκό Νόμο, με αγνό βίο και ανήκε σε οικογένεια αλιέων.
Το όνομά του στην αραμαϊκή γλώσσα «Τέομα» σημαίνει δίδυμος. Στο ιερό Ευαγγέλιο του δίδεται όντως η προσωνυμία «Δίδυμος» (Ιωάν. 11,16). Οι γιογραφικές πληροφορίες για το Θωμά είναι σχετικά λίγες και γι’ αυτό έχουν εγερθεί κατά καιρούς αυθαίρετες ερμηνείες για το πρόσωπό του. Προσπάθησαν να εντοπίσουν τίνος δίδυμος αδελφός ή αδελφής υπήρξε. Κάποιοι τον ταυτίζουν με τον αναφερόμενο από τον Ματθαίο (13,55) αδελφόθεο Ιούδα. Μάλιστα οι πολέμιοι του Χριστού συγγραφείς, θέλοντας να λήξουν την υπερφυσική ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, υποστηρίζουν ότι αυτός υπήρξε δίδυμος αδελφός του Κυρίου, παρά τις αντίθετες μαρτυρίες των Ευαγγελίων. Αρχαία παράδοση, την οποία αποδέχεται η Εκκλησία μας ο Θωμάς ήταν δίδυμος αδελφός κάποιας Λυδίας ή Λυσίας. Κάποιοι άλλη παράδοση αναφέρει ότι ήταν δίδυμος αδελφός κάποιου Ελεάζαρου. Όμως όλες αυτές οι θεωρίες δεν μπορεί να επιβεβαιωθούν.
Ο Θωμάς ήδη από νεαρή ηλικία αγαπούσε την ανάγνωση και τη μελέτη της Γραφής. Η γνώση αυτή του λόγου του Θεού και η καλή προαίρεσή του, του επέτρεψαν να αναγνωρίσει δίχως δισταγμούς ότι ο Χριστός ήταν ο Μεσσίας που είχαν προαναγγείλει οι Προφήτες, αμέσως μόλις Εκείνος του παρουσιάστηκε και τον κάλεσε να Τον ακολουθήσει. Άφησε τη βάρκα και τα δίχτυα του και έγινε ένας από τους δώδεκα Μαθητές του Κυρίου.
Ο Θωμάς ως μαθητής του Κυρίου
Ήταν από τους ένθερμους και αφοσιωμένους μαθητές, πρόθυμος και υπηρέτης πιστός. Αγάπησε πολύ τον Κύριο, κι όταν οι Ιουδαίοι ήθελαν να τον θανατώσουν, ο Θωμάς έλεγε στους άλλους μαθητές «Ας πάμε κι εμείς να πεθάνουμε μαζί Του. Είναι καλύτερα να σταυρωθούμε με το Δεσπότη, παρά να ζούμε χωρίς Αυτόν» . Στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη (14, 4-5) παρατηρούμε στη ρήση του Κυρίου, πως οι μαθητές δε γνωρίζουν που πηγαίνει και ποια είναι η οδός που οδηγεί σε αυτό το δρόμο. Ο Θωμάς τότε θέτει ευθέως το ερώτημα «Κύριε, οὐκ οἴδαμεν ποῦ ὑπάγεις· καὶ πῶς δυνάμεθα τὴν ὁδὸν εἰδέναι;».
Όταν ο Ιησούς αναστήθηκε από τον τάφο, παρουσιάστηκε στους μαθητές Του που ήταν συγκεντρωμένοι στο υπερώο, με κλειστές τις πόρτες, για το φόβο των Ιουδαίων. Ο Θωμάς δεν ήταν τότε μαζί τους και, όταν οι υπόλοιποι μαθητές του διηγήθηκαν ότι είδαν τον αναστάντα Κύριο, δε θέλησε να τους πιστέψει. Αλλά ο Κύριος εμφανίστηκε ξανά, οκτώ μέρες αργότερα, ενώπιον των μαθητών, και προέτρεψε το Θωμά να ψηλαφήσει τις πληγές από τα καρφιά και την πλευρά που είχε τρωθεί από τη λόγχη. Εκθαμβωμένος ο Θωμάς, προσκύνησε και ανεβόησε: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου». Η απάντηση του Κυρίου ήταν τέτοια, που θα διδάσκει όλους όσους θέλουν να δυσπιστούν στην αλήθεια του Ευαγγελίου. Είπε, λοιπόν, ο Κύριος: «ότι εώρακάς με, πεπίστευκας, μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες» (Ιωάν. 20,26). Δηλαδή, λέει ο Κύριος στο Θωμά, πίστεψες επειδή με είδες. Μακαριότεροι και περισσότερο καλότυχοι είναι εκείνοι, που αν και δεν με είδαν, πίστεψαν.
Επανόρθωσε έτσι ο Κύριος την ολιγοπιστία του Θωμά και μας δίδαξε ότι και εμείς καλούμαστε να θέσουμε τον δάκτυλο – όχι σωματικά, αλλά πνευματικά – στην πλευρά Του, για να ποτιστούμε από την αναβλύζουσα Χάρη (Ιω. 20, 19-29). Γι΄ αυτό το λόγο, η Εκκλησία όχι μόνο δεν καταδικάζει τον Θωμά, αλλά τιμά την “μακαρία αυτού απιστία” την πρώτη Κυριακή μετά την Κυριακή του Πάσχα.
Ο Θωμάς βρισκόταν μαζί με τους άλλους Αποστόλους την ημέρα της Πεντηκοστής. Κατά την ιστορία, την οποία βεβαιώνει η παράδοση, κατά την Κοίμηση της Παναγίας μας με θεία οικονομία, ο Θωμάς και πάλι δεν παραβρισκόταν στη σύναξη των άλλων Αποστόλων. Έφτασε όμως και αυτός μετά τρεις μέρες και παρεκάλεσε του άλλους Αποστόλους να τον συνοδεύσουν ως τον τάφο, για να προσκυνήσει το άγιο σώμα της Θεοτόκου. Έτσι κι έγινε, αλλά όταν άνοιξαν τον τάφο, μεγάλη κατάπληξη και θαυμασμός τους κυρίευσε όλους. Το σώμα έλειπε και στο μνήμα κείτονταν μόνο το σεντόνι που είχαν τυλίξει το σώμα της Παναγίας. Η Παναγία αναστήθηκε και σωματικά αναλήφθηκε από την γη στους ουρανούς χαρίζοντας θαυμαστή δύναμη στους Αποστόλους για το δύσκολο και τεράστιο έργο που είχαν ήδη ξεκινήσει.
Ο Θωμάς ως Απόστολος
Η παράδοση αναφέρει ότι ο Θωμάς κληρώθηκε να κηρύξει το Ευαγγέλιο στους Πέρσες, Μήδους, Πάρθους και τους Ινδούς. Γι' αυτό οι χριστιανοί των Ινδιών ονομάζονται "Θωμαϊστές". Οι Ινδοί ήταν οι πιο ωμοί και βάρβαροι τότε άνθρωποι. Βλέποντας ο Θωμάς ότι έπρεπε να πάει σε τέτοιο άγριο έθνος στεναχωρήθηκε. Ενώ σκεφτόταν τι να κάνει, εμφανίζεται σ' αυτόν μια νύχτα ο Κύριος και του λέει:
›Μη φοβάσαι Θωμά, αλλά πήγαινε στις Ινδίες, κήρυξε το Ευαγγέλιο κι η χάρις μου θα είναι μαζί σου .
Ο Θωμάς στην Ανδράπολη
Βρισκόταν τότε στα Ιεροσόλυμα ένας άνθρωπος, ονόματι Αμβάνης, ο οποίος έψαχνε να βρει αρχιτέκτονα ικανό να χτίσει το ανάκτορο του βασιλιά των Ινδιών, ένα ανάκτορο που να ξεπερνά σε μεγαλοπρέπεια, πλούτο και ομορφιά όλα εκείνα των προκατόχων του. Ο Κύριος γνωρίζοντας, τι επρόκειτο να κάμει ο Θωμάς στην Ινδία, φάνηκε σαν άνθρωπος μια μέρα στην αγορά και λέει στον Αμβάνη:
› Θέλεις ν' αγοράσεις ένα αιχμάλωτο, κτίστη, που έχω;
› Ναι, του αποκρίθηκε ο Αμβάνης.
Τότε έδειξε το Θωμά και συμφώνησαν την αγορά για τρείς λίτρες αργυρίου. Έγραψε δε ο Ιησούς στο απαραίτητο χαρτί:
«Εγώ Ιησούς ο Υιός Ιωσήφ, του τέκτονος, επώλησα σε εσένα τον Αμβάνη, τον δούλο μου Θωμά».
Ο αγοραστής ρώτησε τον Θωμά αν ήταν αιχμάλωτος του Ιησού. Ο Θωμάς απάντησε:
› Ναι, αυτός είναι ο Κύριος μου, που μ' αγόρασε με μεγάλη τιμή.
Ακολούθησε λοιπόν, ο Θωμάς τον Αμβάνη και τον υπηρετούσε σαν δούλος. Την άλλη νύχτα φάνηκε πάλι ο Κύριος σε όραμα και του δίνει τα αργύρια, που πήρε λέγοντας:
› Πάρε την αξία της αγοράς σου και τη χάρη μου.
Την άλλη μέρα έφυγε ο έμπορος με το Θωμά για την Ινδία. Μετά από πολυήμερο ταξίδι έφθασε στην Ανδράπολη που είχε μεγάλο πανηγύρι εκείνη την μέρα, γιατί ο ηγεμόνας πάντρευε την κόρη του. Οι κήρυκες καλούσαν όλο τον κόσμο στους γάμους. Πήγαν κι ο Αμβάνης με το Θωμά. Ενώ όλοι έτρωγαν από τα φαγητά, μόνο ο Θωμάς δεν έτρωγε, αλλά καθόταν σκεφτικός προσέχοντας τον εαυτό του. Βλέποντας τον Θωμά ένας από τους υπηρέτες, τον χτύπησε στο πρόσωπο λέγοντας:
› Αφού είσαι καλεσμένος σε γάμο πρέπει να χαίρεσαι και να γιορτάζεις.
Ο Απόστολος του αποκρίθηκε:
› Το σφάλμα σου μακάρι να στο συγχωρήσει ο Κύριος στον μέλλοντα αιώνα. Το χέρι σου θα το κατασπαράξουν τα θηρία στον παρόντα αιώνα, για να σωφρονισθούν και να παραδειγματισθούν κι άλλοι.
Πραγματικά, καθώς εκείνος ο υπηρέτης πήγε να φέρει νερό, τον καταξέσχισε ένα θηρίο, που παραμόνευε στο πηγάδι και έτσι ο υπηρέτης πέθανε. Το χέρι του το πήρε ένας σκύλος και το έφερε στο συμπόσιο. Οι καλεσμένοι που το είδαν απορούσαν ποιανού ήταν το χέρι. Τότε μια Εβραία, που έπαιζε στον γάμο, είπε:
› Φοβερό μυστήριο έγινε σήμερα ανάμεσα μας. Ακούστε όλοι, διότι σήμερα ο Θεός ή Απόστολος του Θεού καταδέχτηκε να καθίσει μαζί μας. Γιατί εγώ ενώ έπαιζα, άκουσα ένα άνθρωπο πατριώτη μου να λέει στα εβραϊκά σ' ένα υπηρέτη που τον κτύπησε: " Το χέρι σου θα το κατασπαράξουν τα θηρία για να σωφρονισθούν οι άλλοι". Και να ο λόγος του έγινε πραγματικότητα.
Αυτό το θαύμα το πληροφορήθηκε ο ηγεμόνας της πόλεως. Κάλεσε, λοιπόν τον Απόστολο και του είπε:
› Αν εσύ με την κατάρα σου μπορείς να προκαλέσεις θάνατο, δείξε και τη δύναμη, που έχει η ευχή σου στην κόρη μου που παντρεύτηκε σήμερα.
Ο Θωμάς με χαρά πήγε στο δωμάτιο των νεόνυμφων και τους στήριξε στη σωφροσύνη. Τους έπεισε να φυλάξουν παρθενία και αφού τους αφιέρωσε στο Θεό, έφυγε. Μετά από λίγη ώρα βλέπει ο γαμπρός κάποιον άνθρωπο, που έμοιαζε με το Θωμά, να συνομιλεί με τη νύφη. Επειδή νόμισε ότι είναι ο Θωμάς του είπε:
› Εσύ δεν έφυγες; Πως ήλθες πάλι εδώ ξαφνικά;
Τότε ο άλλος αποκρίθηκε:
› Δεν είμαι ο Θωμάς, αλλά αδελφός του Θωμά κατά χάρη. Όποιος με ακολουθήσει και αρνηθεί τον κόσμο, όπως ο Θωμάς, θα γίνει όχι μόνο αδελφός μου, αλλά και κληρονόμος της βασιλείας του Πατέρα μου.
Λέγοντας αυτά εξαφανίσθηκε. Οι νεόνυμφοι έκλεισαν στην καρδιά τους αυτά τα λόγια κι όλη τη νύχτα προσεύχονταν στον Κύριο. Το πρωί πήγε ο πατέρας της κόρης στο δωμάτιο και βλέποντας τους νεόνυμφους να κάθονται ο ένας απέναντι στον άλλο ταράχθηκε και τους ρώτησε τι συμβαίνει. Εκείνοι αποκρίθηκαν:
› Εμείς ευχόμαστε αυτός ο χωρισμός να φυλαχθεί, μεταξύ μας μέχρι το τέλος, για να μείνουμε αχώριστοι στον ουρανό, σύμφωνα με την υπόσχεση που μας έδωσε ο ξένος.
Μόλις άκουσε αυτά ο πατέρας στεναχωρήθηκε και υποσχέθηκε ότι θα δώσει πολλά δώρα, αν βρεθεί αυτός που τους είπε τέτοια λόγια. Έψαχναν λοιπόν και ζητούσαν τον ξένο, αλλά σταμάτησαν τις έρευνες. Ο Απόστολος σ' εκείνους, που τον ζητούσαν με κακό σκοπό δεν φανερωνόταν, αλλά παρουσιαζόταν στους νέους μαθητές του Χριστού, χωρίς να τον βλέπουν οι άλλοι, και τους στήριζε. Οι νεόνυμφοι παρακαλούσαν τον Κύριο, να καταπραΰνει την οργή του πατέρα τους και να τον αξιώσει να μάθει την αλήθεια. Ο Θεός άκουσε την προσευχή τους και έφερε έτσι τα πράγματα, ώστε να γίνει χριστιανός. Διδάχτηκε δηλαδή από τους νέους την πίστη και πίστεψε ολόψυχα στο Χριστό. Ο Θωμάς τους βάπτισε κι έγιναν κι αυτοί κήρυκες του Ευαγγελίου.
Ο Θωμάς και ο βασιλιάς Γουνδιαφόρος
Στη συνέχεια ήλθε ο Θωμάς στο βασιλιά της Ινδίας Γουνδιαφόρο, που τον ρώτησε τι ξέρει να κατασκευάζει από ξύλα και τι από λίθους. Ο Απόστολος απάντησε ότι από ξύλα ξέρει να κατασκευάζει αλέτρια, κουπιά και ζυγούς για βόδια. Από λίθους κολώνες, ναούς και βασιλικά ανάκτορα. Τότε του λέει ο βασιλιάς:
› Μπορείς, λοιπόν, να μου κατασκευάσεις ένα ανάκτορο στον τόπο, που αγαπώ;
Ο Θωμάς υποσχέθηκε, ότι μπορεί. Τον οδήγησε ο βασιλιάς σ' ένα πραγματικά ωραίο τόπο με βρύσες και δέντρα, και του είπε:
› Σχεδίασε μου σε πάπυρο το σχήμα της οικοδομής για να δω αν μου αρέσει, διότι θα απουσιάσω τρία χρόνια σ' άλλη χώρα για κάποια υπηρεσία. Θέλω, όταν θα επιστρέψω να είναι έτοιμο το ανάκτορο.
Ο Απόστολος έκαμε ένα ωραιότατο σχέδιο. Ο βασιλιάς χάρηκε για το ωραίο σχέδιο και είπε:
› Αληθινά, είσαι άριστος τεχνίτης και πρέπει να υπηρετείς το βασιλιά αφού είσαι έμπειρος.
Τότε ο βασιλιάς πρόσταξε να δώσουν στον Απόστολο χρυσάφι, για να αγοράσει τα απαραίτητα για την οικοδομή. Παρακαλούσε εν το μεταξύ τον Απόστολο να βάλει αμέσως τα θεμέλια. Εκείνος του αποκρίθηκε:
› Δεν γίνεται να κτίσουμε παλάτι αυτό το μήνα, αλλά τον ερχόμενο, τον Οκτώβριο.
Λέγοντας αυτά εννοούσε τη μέλλουσα ζωή. Σύμφωνα με τη βασιλική διαταγή έδωσαν στο Θωμά ότι χρειαζόταν και αυτός έφυγε για τον τόπο της κατασκευής. Εκεί όμως άρχισε να ετοιμάζει ουράνιο παλάτι για το βασιλιά. Κάθε μέρα δίδασκε και βάπτιζε τους ειδωλολάτρες και μοίραζε τα πλούτη στους φτωχούς.
Μετά από καιρό ζήτησε ο βασιλιάς πληροφορίες αν τελείωσε το οικοδόμημα. Ο Θωμάς του απάντησε ότι χρειάζεται κι άλλα ακόμη έξοδα για να κατασκευάσει τη στέγη. Ο βασιλιάς έστειλε πολύ χρυσάφι κι ένα γράμμα, που έλεγε:
› Να την κατασκευάσεις το γρηγορότερο τη στέγη των ανακτόρων, όσο πιο ωραία γίνεται για να το δεις τελειωμένο και να σε δοξάσω με επαίνους και εγκώμια.
Ο Απόστολος μόλις πήρε τα χρήματα, ευχαριστώντας το Θεό είπε:
› Σ' ευχαριστώ φιλάνθρωπε Κύριε, διότι γνωρίζεις με πολλούς και ποικίλους τρόπους να ετοιμάζεις τη σωτηρία κάθε ανθρώπου.
Και μοίρασε πάλι τα χρήματα στους φτωχούς.
Μετά από λίγο καιρό έτυχε να πάνε στο βασιλιά κάποιοι άνθρωποι από τον τόπο, όπου έμενε ο Θωμάς. Τους ρώτησε λοιπόν, ο βασιλιάς, για να πληροφορηθεί την ομορφιά και το μεγαλείο των ανακτόρων. Εκείνοι του είπαν:
› Μην περιμένεις, βασιλιά, απ' εκείνον οικοδομές, γιατί αυτός μοίρασε στους φτωχούς, όλο το χρυσάφι. Όχι μόνο αυτό, αλλά και κηρύττει ένα Θεό άγνωστο και κάνει θαύματα.
Ο βασιλιάς ταράχθηκε και διέταξε να φέρουν μπροστά του το Θωμά. Παρουσιάστηκε ο Θωμάς κι ο βασιλιάς με θυμό τον ρώτησε αν έκτισε το παλάτι. Ο Απόστολος αποκρίθηκε:
› Το παλάτι εκείνο, που έμαθα να κτίζω από τον μόνο αρχιτέκτονα Χριστό, το έκτισα πολύ ωραίο.
Και ο βασιλιάς του είπε:
› Αυτή την ώρα να πάμε να το δούμε.
Ο Θωμάς του είπε:
› Νομίζω ότι δεν χρειάζεται για τον παρόντα κόσμο. Όταν φύγεις από τον κόσμο αυτό, τότε θα σου χρησιμεύσει.
Ο βασιλιάς νόμισε, ότι τον κορόιδευε και σαν θηρίο θυμωμένος είπε:
› Αυτόν τον απατεώνα να τον κλείσετε σε σκοτεινό λάκκο μαζί με τον έμπορο, που τον έφερε εδώ.
Ενώ ο Απόστολος ήταν στη φυλακή, ο αδελφός του βασιλιά, κυριευμένος από λύπη για την ζημιά, αρρώστησε βαριά. Κάλεσε λοιπόν, τον αδελφό του και του είπε:
› Εγώ λυπήθηκα για τη ζημιά, που πάθαμε από εκείνο τον απατεώνα, αρρώστησα και φεύγω από αυτή τη ζωή.
Ύστερα από λίγη ώρα έμεινε νεκρός. Άγγελος Κυρίου πήρε την ψυχή του και την έφερε στις σκηνές των Δικαίων και τον ρωτούσε σε ποιά θέλει να κατοικήσει. Βλέποντας η ψυχή μια ωραιότατη παρακαλούσε να μείνει σ' αυτή. Τότε ο Άγγελος του είπε:
› Σ' αυτή δεν μπορείς να κατοικήσεις, επειδή είναι του αδελφού σου, που του την έκτισε ο Θωμάς.
Η ψυχή τότε αποκρίθηκε:
› Σε παρακαλώ άφησε με να γυρίσω πίσω στον αδελφό μου για να την αγοράσω και μετά επιστρέφω πάλι εδώ.
Ο Άγγελος έδωσε την ψυχή στο νεκρό σώμα. Αμέσως ο νεκρός αναστήθηκε και ζήτησε τον αδελφό του. Ο βασιλιάς ήλθε κοντά του κι εκείνος τότε του είπε:
›"Αδελφέ μου πιστεύω, ότι προτιμάς να δώσεις το μισό της βασιλείας σου, για να με δεις ζωντανό. Τώρα μια μικρή χάρη σου ζητώ.
Του είπε ο βασιλιάς:
› Πες το και θα κάνω ότι μπορώ.
Ο αδερφός του του είπε:
› Δώσε μου το παλάτι, που έχεις στους ουρανούς και πάρε, όσα χρήματα θέλεις.
Του είπε ο βασιλιάς:
› Εγώ έχω παλάτι στον ουρανό; Από που;
Ο αδερφός του του είπε:
› Ναι, έχεις, αν και συ δεν το γνωρίζεις. Σου το έκτισε ο ξένος, που είναι στη φυλακή. Είναι ωραιότατο, το είδα, όταν μ' άρπαξε Άγγελος Κυρίου.
Τότε ο βασιλιάς κατάλαβε και απέφυγε να εκπληρώσει την υπόσχεση του λέγοντας:
› Αν το θέμα, αδελφέ μου, ήταν στη βασιλεία μου και στην εξουσία μου θα τηρούσα την υπόσχεση μου. Τώρα όμως αυτό βρίσκεται στον ουρανό. Πάρε όμως εσύ τον ίδιο το Θωμά για να σου κατασκευάσει καλύτερο.
Μετά απ' αυτά ελευθέρωσε το Θωμά και τον Αμβάνη και τους ζήτησε συγνώμη για το σφάλμα του. Ο Θωμάς ευχαρίστησε τον Κύριο και βάπτισε αυτούς και όλους τους άρχοντες. Το παράδειγμα του Γουνδιαφόρου ακολούθησαν πολλοί και βαπτίσθηκαν και αυτοί Χριστιανοί.
Ο βασιλιάς Μίσδιος και ο θάνατος του Αποστόλου
Απ' αυτή την πόλη αφού ολοκλήρωσε το έργο του, έφυγε ο Απόστολος και πήγε σ' άλλη μεγάλη πόλη των Ινδιών. Εκεί συνάντησε στους βαρβάρους ριζωμένη βαθιά την ασέβεια και την ειδωλολατρία. Σιγά σιγά με αγάπη και υπομονή τους έφερε στο φως της μόνης αλήθειας. Εκείνοι άρχισαν να του αποδίδουν τιμές για να εκδηλώσουν την ευγνωμοσύνη τους.
Σ' αυτό τον τόπο βάπτισε πολλούς, μεταξύ των οποίων και τη γυναίκα του βασιλιά Μίσδιου, Μιγδονία και τη γυναίκα του άρχοντα Χαρασίου, Τερτιανή. Αυτές οι δύο μάλιστα συμφώνησαν να ζήσουν ασκητικά στ' ανάκτορα τους. Ο βασιλιάς και ο Χαράσιος θύμωσαν επειδή δε ζούσαν οι γυναίκες τους, όπως αυτοί ήθελαν και γνωρίζοντας, ότι ο Θωμάς είναι ο αίτιος διέταξαν να τον φέρουν μπροστά τους. Έπειτα έδωσε διαταγή να τον φυλακίσουν. Τα μεσάνυκτα πήγαν οι Χριστιανοί στη φυλακή, που ο Απόστολος, την άνοιξε με την προσευχή κι έμειναν κοντά του, για να τους στηρίζει στην πίστη. Αυτή τη νύχτα πήγε ο Θωμάς σ' ένα σπίτι, όπου είχαν ετοιμάσει όλα για τη Θεία Ευχαριστία και για το Άγιο Βάπτισμα. Εκεί βάπτισε τον Ουαζάνη, γιο του βασιλιά Μίσδιου και την κόρη του Τέρτια. Τη στιγμή που τους κοινωνούσε ακούστηκε μια φωνή από τον ουρανό λέγοντας:
› Αλήθεια σας λέω, μη φοβάστε, αλλά πιστεύετε.
Μετά από αυτά ο Θωμάς γύρισε πάλι στη φυλακή και κλείστηκε, όπως πρώτα. Τον ακολούθησαν οι αρχόντισσες Τερτία, Μιγδονία και Μαρκία θέλοντας να μείνουν μαζί του. Ο Απόστολος τότε τους είπε:
› Θυγατέρες μου, και συνδούλες του Κυρίου Ιησού Χριστού, ακούστε τον τελευταίο μου λόγο. Αύριο θα πάω στο Δεσπότη μου, για να απολαύσω το μισθό του κόπου μου. Χαίρομαι γι' αυτό και ευφραίνομαι, γιατί ήλθε ο καιρός της ανταποδόσεως. Εσείς να μείνετε ατάραχοι στην πίστη, όταν με δείτε νεκρό. Αν φυλάξετε την πίστη θα συναντηθούμε στον ουρανό.
Έπειτα κλείστηκε στο δεσμωτήριο για να προσευχηθεί:
Οι γυναίκες έκλαιγαν, γιατί ήξεραν ότι θα τον θανατώσει ο Μίσδιος, στον οποίον πήγαν οι φύλακες και του είπαν τα εξής:
› Βασιλιά, ελευθέρωσε εκείνο τον μάγο, γιατί όσες φορές θέλει, ανοίγει την πόρτα και φεύγει αλλά και η γυναίκα σου και τα παιδιά σου έρχονται και συνομιλούν μαζί του.
Πήγε ο ίδιος ο βασιλιάς τότε στις φυλακές και βλέποντας τις πόρτες κλειστές, όπως τις άφησε, θαύμασε κι αφού εξέτασε τον Θωμά, τον ρώτησε αν είναι δούλος κανενός ή ελεύθερος. Εκείνος λοιπόν αποκρίθηκε:
› Είμαι δούλος του Κυρίου μου Ιησού Χριστού που είναι Θεός αληθινός και κατοικεί στους ουρανούς και μ' έστειλε εδώ για να σώσω πολλούς από εσάς.
Απάντησε ο Μίσδιος:
› Βαρέθηκα τις μαντείες σου, και θα σου δώσω το θάνατο που σου πρέπει για να γλυτώσω το γένος μου από τις μαγείες και κακουργίες σου.
Αυτά είπε, αλλά επειδή φοβόταν τον όχλο γιατί είχαν πιστέψει πολλοί, και για να μη γίνει εκεί μέσα σύγχυση, τον οδήγησε έξω απ' την πόλη με λίγους στρατιώτες σε κάποια απόσταση τον παρέδωσε σε πέντε στρατιώτες να τον ανεβάσουν πάνω στο βουνό και να τον φονεύσουν. Έτσι ο βασιλιάς γύρισε στην πόλη, ενώ ο λαός έτρεχε με προθυμία ν' αρπάξει τον Απόστολο από τα χέρια των στρατιωτών. Αυτός όμως τους εμπόδιζε και όταν έφθασε στον καθορισμένο τόπο προσευχήθηκε. Αφού τελείωσε την προσευχή του ο Απόστολος, ευλόγησε και ευχήθηκε στους πιστούς και κατόπιν είπε στους στρατιώτες:
› Εκτελέστε τώρα την διαταγή του Βασιλιά.
Εκείνοι αμέσως τον λόγχισαν και τον χτύπησαν ταυτοχρόνως με τα ακόντια και έτσι τελείωσε το δρόμο της ζωής του ο Απόστολος Θωμάς στην πόλη Μαλιαπούρ (προάστιο του σημερινού Μαδράς), που λέγεται και Άγιος Θωμάς, στην ανατολική πλευρά της Ινδικής χερσονήσου.
Οι πιστοί αφού τον έκλαψαν πικρά, τον τύλιξαν σε σεντόνια και πολύτιμα υφάσματα που έφερε η Τερτία και τον έθαψαν σε μέρος που έθαβαν τους βασιλιάδες. Η βασίλισσα και ο Ουζάνης με τους υπόλοιπους έμειναν στον τάφο όλη την ημέρα και τη νύχτα και έκαναν αγρυπνία. Κατά την νύχτα φάνηκε ο Θείος Απόστολος και τους είπε:
› Τι κάθεστε στον τάφο μου; Δεν είμαι σ' αυτόν όπως νομίζετε, αλλά ανέβηκα στους ουρανούς. Εσείς, Τερτία και Μιγδονία, μη ξεχάσετε όσα σας είπα, αλλά να φυλάξετε την ευσέβεια και ο Χριστός θα σας βοηθήσει.
Ο Ουζάνης που ήταν διάκονος και ο Ονησίφορος ο πρεσβύτερος, που τους χειροτόνησε ο Θωμάς όταν πήγαινε στο μαρτύριο, δίδασκαν με παρρησία το Ευαγγέλιο και πίστευαν καθημερινά αμέτρητο πλήθος. Έπειτα από καιρό δαιμονίστηκε ένας γιός του Μισδαίου και μη μπορώντας να βρει τη γιατρειά του, πήγε ο βασιλιάς στον τάφο του Αποστόλου να πάρει ένα κομμάτι απ' το άγιο λείψανο για να το βάλει στο γιό του να θεραπευτεί. Όταν άνοιξε τον τάφο δεν βρήκε το λείψανο, γιατί κάποιος χριστιανός το πήρε κρυφά και το πήγε στην Έδεσσα της Συρίας. Ο Θωμάς φάνηκε στον βασιλιά και του είπε:
› Όταν ζούσα απίστησες και τώρα πιστεύεις; Αλλά για να δεις τη φιλανθρωπία του Δεσπότου μου, πάρε χώμα απ' τον τάφο μου και βάλε το στο γιό σου για να βρει αμέσως την υγεία του.
Έφερε λοιπόν ο βασιλιάς εκεί τον γιό του και παίρνοντας λίγο χώμα απ' τον τάφο με πολλή πίστη το έβαλε στον δαιμονιζόμενο και αμέσως θεραπεύθηκε ο γιός του. Έπειτα βαπτίσθηκε ο ίδιος και όλο του το παλάτι και οι λοιποί απ' την πόλη και έγινε μεγάλο πανηγύρι παντού σ' εκείνα τα μέρη. Ο βασιλιάς παρακαλούσε με δάκρυα τη γυναίκα του Τερτία και Μιγδονία να παρακαλέσουν το Δεσπότη Χριστό να συγχωρήσει τα προηγούμενα αμαρτήματα του καθώς και τα κακά που έπραξε εναντίον του Αγίου Του Αποστόλου.
Η Εκκλησία μας τιμάει τη μνήμη του αποστόλου Θωμά κάθε χρόνο στις 6 Οκτωβρίου. Από τον 3ο αιώνα, μαρτυρείται το προσκύνημα στον τάφο του Αποστόλου στην Έδεσσα της Συρίας (σημερινή Ούρφα της Νοτιοανατολικής Τουρκίας), της οποίας ήταν πολιούχος. Αλλά κατά μία παράδοση που αναφέρεται από τον άγιο Εφραίμ τον Σύρο (ο οποίος, μετά την κατάληψη της πόλης της Νίσιβης από τους Πέρσες το 363, έφυγε για την Έδεσσα όπου έζησε τα τελευταία 10 χρόνια της ζωής του διδάσκοντας στην περιβόητη Σχολή των Περσών), φαίνεται ότι ήταν το τίμιο λείψανο του Αποστόλου Θωμά που είχε διακομισθεί στην Έδεσσα από έναν έμπορο το 232. Το ιερό λείψανο του αγίου παρέμεινε εκεί έως ότου ο γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη. Το 1204 το λείψανο μεταφέρθηκε στην Ρώμη, μαζί με τα λείψανα άλλων αγίων που είχαν συγκεντρωθεί στην Βασιλεύουσα.
Στο όνομα του Θωμά έχουν διασωθεί τρία απόκρυφα κείμενα του 2ου μ. Χ. αιώνα. Πρόκειται αναμφίβολα για ψευδεπίγραφα κείμενα αρχαίων αιρετικών γνωστικών, οι οποίοι θέλοντας να δώσουν κύρος στις αιρετικές τους δοξασίες, τις απέδωσαν στον απόστολο Θωμά.
Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα). Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς θεῖος Ἀπόστολος, θεολογίας κρουνούς, ἐνθέως ἐξήντλησας, ἐκ λογχονύκτου πλευρᾶς, Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἠμῶν. Ὅθεν τῆς εὐσέβειας, κατασπείρας τὸν λόγον, ἔλαμψας ἐν Ἰνδίᾳ, ὡς ἀκτὶς οὐρανία, Θωμὰ τῶν Ἀποστόλων, τὸ θεῖον ἀγλάισμα.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’.
Ἀπόστολε Ἅγιε Θωμᾶ, πρέσβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὁ τῆς θείας χάριτος πεπληρωμένος, τοῦ Χριστοῦ Ἀπόστολος, καὶ ὑπηρέτης ἀληθής, ἐν μετανοίᾳ ἐκραύγαζε· Σύ μου ὑπάρχεις, Θεός τε καὶ Κύριος.
Κάθισμα. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸν Ἀπόστολον πάντες καὶ μαθητὴν τοῦ Χριστοῦ, εὐφημήσωμεν ὕμνοις ἐπὶ τῇ μνήμῃ αὐτοῦ· θεοπρεπῶς γὰρ τὰς ἡμῶν διανοίας αὐτός, τύπους τῶν ἥλων ψηλαφῶν, βεβαίαν πίστιν ἐκζητῶν, ἐστήριξεν ἐν Κυρίῳ, ἀδιαλείπτως πρεσβεύων, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Ἕτερον Κάθισμα. Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Τῇ σαγήνῃ τῶν λόγων τῶν θεϊκῶν, τοὺς ἰχθύας ζωγρήσας τοὺς λογικούς, τούτους σὺ προσήγαγες, ἀπαρχὴν τῷ Θεῷ ἡμῶν, καὶ τοῦ Χριστοῦ τὰ στηρίγματα, παθῶν ἐπενδύσασθαι, μιμητὴς τοῦ πάθους, αὐτοῦ πεφανέρωσαι· ὅθεν συνελθόντες, κατὰ χρέος τιμῶμεν, Ἀπόστολε ἔνδοξε, τὴν πανέορτον μνήμην σου, καὶ συμφώνως βοῶμέν σοι· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν Ἁγίαν μνήμην σου.
Ὁ Οἶκος
Πρὸς τὸν Χριστοῦ Μαθητήν, καὶ μέγαν μυστολέκτην, Θωμᾶν τὸν θεηγόρον τοῦ Πέτρου ἐκβοῶντος· «Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον», ἔφησεν οὗτος. «Ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσίν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, ψηλαφήσω δὲ καὶ τὴν πλευράν, οὐ μὴ πιστεύσω». Ἀλλ' ὁ Κτίστης τῶν ἁπάντων καὶ Δεσπότης, ὥσπερ δοῦλος ἐλήλυθε, θέλων πάντας σῶσαι, καὶ λέγει τῷ Θωμᾷ. «Ψηλάφησον χειρῶν καὶ πλευρὰς τοὺς τύπους, καὶ μὴ ἀπίστει· ἐγὼ γὰρ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου». ὁ δὲ ἐν μετανοίᾳ ἐβόησε. Σύ μου ὑπάρχεις, Θεός τε καὶ Κύριος.
«Τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος των οσίων αυτού.»
Τα λόγια τούτα του ψαλμωδού βρίσκουν πλήρη την εφαρμογή τους στον όσιο Κενδέα τον θαυματουργό, που τη μνήμη του γιορτάζει ή Εκκλησία μας στις 6 του Οκτώβρη. Με ανυπολόγιστες τιμές ή αγάπη του Θεού τον στεφάνωσε απ' τον καιρό που ζούσε. Μια σύντομη ματιά στη ζωή του μας το βεβαιώνει.
Ό όσιος Κενδέας ήταν ένας από τους Αλαμάνους αγίους, που ήρθαν στο νησί μας από την Παλαιστίνη. Όταν έφυγε απ' την Αλαμανία για τα Ιεροσόλυμα ήταν μόλις δεκαοκτώ χρόνων. Εκεί ασπάστηκε τη μοναχική ζωή κι έφυγε για την έρημο του Ιορδανού. Στο μέρος αυτό σε μια απόκρημνη πλαγιά βρήκε ένα μικρό σπήλαιο και με χαρά εγκαταστάθηκε σ' αυτό και τρεφόταν με ακρίδες, όπως άλλοτε κι ο μέγας πολιστής της ερήμου, ο Πρόδρομος Ιωάννης.
Στην ίδια ερημική περιοχή ζούσε τότε κι ένας άλλος ασκητής με μεγάλη φήμη, που είχε τ' όνομα Ανανίας. Σε τούτο τον ασκητή κάποια μέρα έστειλε το δαιμονιζόμενο παιδί του ένας ευγενής άρχοντας, για να του το θεραπεύσει. Ό Ανανίας όμως από ταπεινοφροσύνη αρνήθηκε και να συναντήσει το άρρωστο παιδί και τό έστειλε παρακάτω προς τον Κενδέα. Ύστερα από αρκετή περιπλάνηση στα έρημα εκείνα μέρη οι συνοδίτες του δύστυχου παιδιού βρήκαν τον Κενδέα, και με παρακλήσεις του ζήτησαν να κάμει καλά τον άρρωστο τους. Ό ιερός ασκητής στην αρχή δεν θέλησε ούτε και ν' ακούσει την αίτηση τους. Αργότερα όμως μπροστά στις παρακλήσεις τους υποχώρησε, κι αφού προσευχήθηκε θερμά, στράφηκε στο άρρωστο παιδί και με φωνή επιβλητική είπε:
› Πνεύμα πονηρό κι ακάθαρτο! Στο όνομα του Ιησού Χριστού ο δούλος του Θεού Κενδέας σε διατάζει να βγεις από το άρρωστο παιδί και να το αφήσεις ήσυχο.
Το πονηρό πνεύμα υπήκουσε την ίδια στιγμή. Και βγήκε απ' το παιδί, χωρίς να το βλάψει καθόλου. Μετά τη θαυματουργική τούτη θεραπεία ο Κενδέας χειροτονήθηκε Ιερέας και μπήκε σ' ένα μοναστήρι. Ή ζωή όμως στο μοναστήρι, δεν ήταν όπως την περίμενε κι έτσι πολύ γρήγορα ο μακάριος ασκητής έφυγε και γύρισε πάλι στην έρημο.
Εκεί ένα πρωί τον ξύπνησαν τα κλάματα κάποιου παιδιού, που ήταν πεταμένο μπροστά στη σπηλιά του. Όταν ο άγιος βγήκε να δει τι συμβαίνει, αντιλήφθηκε, πώς το παιδί βασανιζόταν από πονηρό πνεύμα. Το σπλαγχνίστηκε, και το θεράπευσε. Το δαιμονόπληκτο παιδί ήταν του ασκητή Ανανία.
Οι εχθροί της πίστεως του Χριστού που με φθονερό μάτι παρακολουθούσαν την πρόοδο των ασκητών στην έρημο εκείνη περιοχή του Ιορδάνου, άρχισαν να τους παρενοχλούν. Κι αυτοί, για να γλιτώσουν, μαζεύτηκαν μια μέρα όλοι στην παραλία και μπήκαν σ' ένα καράβι που τους έφερε στο πολύπαθο νησί. Βγήκαν στην περιοχή της Πάφου, γιατί το πλοίο τους τσακίσθηκε πάνω στους βράχους. Με πολύ κόπο σώθηκαν κι απ' εκεί σκορπίστηκαν σε διάφορα μέρη, για να μονάσουν ό καθένας, όπου θα 'βρισκε τον κατάλληλο χώρο.
Ό άγιος Κενδέας στην αρχή τακτοποιήθηκε σε μια καλύβα που έστησε σ' ένα απόκρημνο βράχο κοντά στην ακρογιαλιά της Πάφου. Ή ταπείνωση κι ή γλυκύτητα της μορφής του τράβηξαν αμέσως την προσοχή των κατοίκων της περιοχής, που τον επισκέπτονταν καθημερινά, για ν' ακούσουν από το στόμα του λόγια παρηγοριάς κι ελπίδας. Οι επισκέπτες έπαιρναν μαζί τους κι άρρωστους, που τους θεράπευε ά άγιος με τις προσευχές του. Την εποχή αυτή δοκίμασε και τους πιο πολλούς πειρασμούς από μέρους του μισόκαλου δαίμονα. Αναφέρουμε μερικούς:
• Κάποιο πρωινό, την ώρα που ο άγιος έβγαινε από την καλύβα του, ο διάβολος πήρε μορφή ανθρώπινη κι έπεσε στα πόδια του ζητώντας ευλογία. Ό άγιος τρόμαξε τόσο, που έχασε την ισορροπία κι έπεσε στον γκρεμό με το κεφάλι κάτω. Κτύπησε δυνατά, μα δεν έπαθε τίποτα. Τον έσωσε ή χάρη του Θεού.
• Μια άλλη φορά ο Σατανάς, παρουσίασε μπροστά στον άγιο μια όμορφη γυναίκα που, αφού έπεσε στα πόδια του, τον παρακαλούσε με δάκρυα να πάει στο σπίτι της και να το ευλογήσει. Ό όσιος στη φαινομενική συντριβή της με συγκίνηση δέχτηκε να πάει. Μόλις όμως έφτασε και μπήκε στο σπίτι ή διεφθαρμένη εκείνη γυναίκα σαν μια «άλλη Πετεφρή» πέταξε από πάνω της τα ενδύματα της, για να σκανδαλίσει τον άγιο και να προσβάλει την αγνότητα του. Τρομερή αλήθεια ή δοκιμασία. Μα ο όσιος σώθηκε και τούτη τη φορά με τη δύναμη της προσευχής.
• Κάποια μέρα πάλι ο διάβολος παρέδωκε τον άγιο στα χέρια ενός σκληρού κι άγριου ληστή, που καθημερινά τον βασάνιζε με διάφορους τρόπους. Πότε τον κτυπούσε, πότε του έκαιε την καλύβα, πότε του έσχιζε τα ρούχα, πότε τον πετούσε χαμαί. Ό άρχοντας του τόπου που σεβόταν πολύ τον άγιο, έστειλε κι έπιασαν τον ληστή και τον θανάτωσαν.
Τα δείγματα αυτά των πειρασμών μας παρέχουν μια εικόνα των δυσκολιών που αντιμετώπιζαν καθημερινά οι ούρανοπολίτες αυτοί αθλητές από τον άρχοντα του Σκότους. Ένας συνεχής αγώνας και μια πορεία για την κατάκτηση της τελειότητας. Ένας αγώνας και μια επίμονη πορεία είναι κι ή ζωή του κάθε πιστού. Μια πορεία προς την αγιότητα, για την οποία είμαστε πλασμένοι.
Στους αγώνες τους αυτούς οί άγιοι με τον διάβολο, που κατά τον κορυφαίο απόστολο Πέτρο, «ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α' Πέτρ. ε', 8) βγαίνανε πάντα νικητές. Με τη βοήθεια του όπλου του Σταυρού και της προσευχής οι έμπειροι τούτοι αγωνιστές περνούσαν πάνω από τις παγίδες του διαβόλου και νικούσαν. Με το όπλο του Σταυρού και τη θερμή προσευχή μπορούμε κι εμείς της ζωής οι αγωνιστές και μαχητές να νικήσουμε. Ναι! Μπορούμε να νικήσουμε, αρκεί μονάχα να το θελήσουμε, και ν' αγωνισθούμε με συνέπεια, επιμονή κι υπομονή και πάθος για μια ανώτερη ζωή, που θα 'χει σαν σκοπό της την ασταμάτητη ανάβαση στα σκαλοπάτια της ενάρετης ζωής.
Αυτό τον σκοπό έβαλε κι ό άγιος Κενδέας στη ζωή του. Γ' αυτό κι ή αγάπη του Θεού τον ελέησε και τον χαρίτωσε, τον εξύψωσε και τον αξίωσε, ώστε και τα αδύνατα να μπορεί να τα κάμει δυνατά. Ένα τέτοιο θάμα είναι και τούτο που έκαμε ή Πρόνοια του Θεού για να ικανοποιήσει ευγενικό του πόθο:
Σ' ένα χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου έμαθε ό Κενδέας πώς διέμενε ό συνασκητής του Ίωνάς. Θερμός ό πόθος άναψε στην ψυχή του να επισκεφθεί τον φίλο του και ν' ανταλλάξει μαζί του λόγια πνευματικής οικοδομής. Ένα πρωί άφησε την καλύβα του κι αφού έκαμε την προσευχή του, σταυροκοπήθηκε και ξεκίνησε. Απ' τα χωριά που περνούσε οι χριστιανοί που το μάθαιναν έτρεχαν κοντά του να τον ιδούν και να πάρουν την ευλογία του. Πολλοί του έφερναν κι αρρώστους. Κι ό καλοκάγαθος ασκητής τους θεράπευε με την προσευχή του. Όταν έφτασε σ' ένα τόπο, που είναι γνωστός με τ' όνομα Μάνδρες της Τραχιάς, κοντά στο Αυγόρου, ό μακάριος αθλητής βρήκε μια σπηλιά και κουρασμένος, όπως ήταν, μπήκε μέσα με την απόφαση να μη ξαναβγεί από εκεί. Ή φλογερή επιθυμία όμως να συναντήσει τον φίλο του, τον βασάνιζε πολύ. Και να!
Μια μέρα που ό άγιος έκαμνε την προσευχή του, ένας Άγγελος σήκωσε στα χέρια τον όσιο Ίωνά και τον έφερε μπροστά στη σπηλιά του. Οι δύο φίλοι άγιοι, αφού με βαθιά συγκίνηση ασπασθήκανε ό ένας τον άλλο «φιλήματι άγίω» δόξασαν τον Θεό για τη θαυμαστή συνάντηση, κι άρχισαν να συνομιλούν για την άπειρη αγάπη Του και τις αμέτρητες ευεργεσίες Του.
› Δόξα να έχει ό Κύριος, έλεγε ό Κενδέας, που με αξίωσε, αδελφέ μου, να σε ιδώ. Ευλογημένο να 'ναι στους αιώνες το Πανάγιο Όνομα Του.
Σαν του μιλούσε, και προτού ακόμη προφθάσει να αποτελειώσει τον λόγο του, ό φίλος του Ίωνάς χάθηκε από κοντά του. Ένας άγγελος τον πήρε και τον ξανάφερε στη σπηλιά που ασκήτευε. Η παράδοξη αυτή περιπέτεια έβαλε σε πολλές σκέψεις τον άγιο μας.
› Μήπως έπεσα θύμα φαντασιοπληξίας, έλεγε και ξανάλεγε μόνος του.
Γι' αυτό, παρά τον όρκο που έκαμε να μη ξαναβγεί από τη σπηλιά του, ένα πρωί σηκώθηκε και πήρε τον δρόμο για το κελί του φίλου του. Ποθούσε να μάθει την αλήθεια. Κάποιο δειλινό έφτασε. Ό φίλος του Ίωνάς σαν τον είδε, με ενθουσιασμό του διηγήθηκε τον θαυμαστό τρόπο με τον όποίο ο άγγελος τον είχε μεταφέρει κοντά του. Οι άγιοι με δάκρυα στα μάτια δόξασαν τον Θεό κι αφού ασπασθήκανε και πάλι ό ένας τον άλλο «ασπασμόν άγιον» αποχωριστήκανε. Ό Κενδέας ξεκίνησε πάλι για τη σπηλιά του. Ύστερα από μεγάλη οδοιπορία έφτασε κι έμεινε πια εκεί, όπου κι απέθανε σε βαθιά γηρατειά.
Ν' αναφερθούμε σ' όλα τα θαύματα του αγίου δεν μας είναι δυνατό. Ωστόσο λέμε, πώς όλα τα θαύματα του είναι πράξεις και έργα, τα όποια ή αγάπη του Θεού επιτελούσε μέσον του υστέρα από θερμές προσευχές και δεήσεις. Πολλοί άρρωστοι βρήκαν τη θεραπεία τους από τον άγιο. Πολλά δαιμόνια έβγαλε από πάσχοντες ανθρώπους. Κάποτε που ή ανομβρία είχε απειλήσει επικίνδυνα τον τόπο ό όσιος Κενδέας προσευχήθηκε θερμά στον Θεό, που άνοιξε τους κρουνούς του ουρανού κι έβρεξε πολύ. Ή διψασμένη γη χόρτασε, κι οι άνθρωποι ευφράνθηκαν και δόξα σαν τον Θεό. Με την προσευχή και την αγάπη του ό ιερός αυτός αθλητής στάθηκε γενικά προστάτης και πατέρας κάθε πονεμένου και πάσχοντα.
Πόσα δεν πρέπει να μας πει το παράδειγμα του. Στην εποχή μας που ό εγωισμός κι ή υλοφροσύνη έκλεισαν τις καρδιές κι ό καθένας τόσο από τους μεγάλους, όσο κι από τους μικρούς κοιτούν μονάχα το δικό τους το συμφέρον και τη δική τους ικανοποίηση, το παράδειγμα του μεγάλου ασκητή κι ή φιλανθρωπία του πρέπει να στέκεται πάντα μπροστά μας. Για να μας διδάσκει. Να μας ενισχύει. Να μας δείχνει και τον δικό μας δρόμο. Και να μας υπενθυμίζει. Να μας υπενθυμίζει πώς και σήμερα μια θερμή προσευχή και λίγο νερό από το άγιασμα του είναι αρκετά, για να σκορπίσουν τη θεραπεία σ' εκείνους που υποφέρουν από δερματικές ενοχλήσεις και ρευματισμούς και νευραλγίες (τζιεγκές), αλλά και που μ' ευλάβεια και πίστη καταφεύγουν στη χάρη του.
Μ' ευλάβεια και πίστη ας πάμε κι εμείς να προσκυνήσουμε στους μεγαλόπρεπους ναούς που φέρουν τ' όνομα του, και βρίσκονται ό ένας στο Αυγόρου κι ό άλλος στην πόλη της Πάφου. Είναι κι οι δύο τα μεγάλα προσκυνήματα, που ή ευσέβεια του λαού μας ανήγειρε για τον άγιο. Μα και που θυμίζουν σ' όλους το μεγάλο και ιερό καθήκον μας να τιμούμε τις άγιες αυτές μορφές.
Ναι! Να τις τιμούμε. Και με πίστη στην ψυχή κι ευλάβεια στην καρδιά να γονατίζουμε νοερά κάθε φορά μπροστά στην άγια εικόνα τους και να ζητούμε τις ικεσίες τους. Τις θεοπειθείς προς Κύριον ικεσίες τους.
Για την ενότητα του λαού μας.
Την ειρήνευση της αγίας του Εκκλησίας.
Την επικράτηση σ' αύτη του ορθοδόξου φρονήματος που είναι το καύχημα κι ό πιο πολύτιμος θησαυρός μας. Κάτι περισσότερο.
Για τον φωτισμό και τη μετάνοια όλων μας. Την ειλικρινή μετάνοια για να έλθει και πάλι σαν επιστέγασμα κι ή λύτρωση και ή απαλλαγή μας από τα δεινά. Της σκλαβιάς τα δεινά και το μίασμα του βάρβαρου κατακτητή.
Με κραυγή ισχυρά και συντριβή ψυχής ας παρακαλούμε κι ας λέμε στην προσευχή μας:
Τέκνα της Κύπρου, ευλογημένα. Απόστολοι ευκλεείς και μάρτυρες ιερείς και θείοι ιεράρχες. Όσιοι και δίκαιοι και όλος ό χορός των αγίων. Το νησί που αγαπήσατε και που σ' αυτό ζήσατε την επίγεια ζωή σας, στενάζει τούτο τον καιρό εξαιτίας των αμαρτιών του λαού μας. Εχθροί φοβεροί το πάτησαν. Αρπάζουν και σκοτώνουν χωρίς οίκτο. Γκρεμίζουν σπίτια κι εκκλησίες. Μολύνουν τα ιερά. Ξαπλώνουν παντού τη συμφορά.
Λυπηθήτέ το... Βοηθήστε το... Ικετεύσατε σεις τον Κύριο και Θεό μας να το σπλαγχνιστεί. Να μας λυπηθεί. Να μας απαλλάξει από τα φοβερά δεινά. Να αξιώσει τα καταδιωγμένα αδέλφια μας να γυρίσουν και πάλι στα χωριά και ατά σπίτια τους. Να ξαναδούν οι πονεμένοι τους δικούς τους. Κι ακόμη να χαρούμε όλοι την ποθητή λευτεριά μας. Τη λευτεριά που σώζει. Και λεύτεροι στο εξής, με ευγνωμοσύνη στην ψυχή να υμνούμε και να δοξάζουμε το Πανάγιο και υπερύμνητο Όνομα του Θεού μας, του Πατρός και του Υιού και του Άγιου Πνεύματος.
Αμήν.
Ἀπολυτίκιον. Ήχος πλ. α΄. Τον συνάναρχον Λόγον.
Αρετών τη ασκήσει Πάτερ κοσµούµενος, εν τη Κύπρω εκλάµπεις ως εωσφόρος αστήρ, των αγγέλων µιµητά Κενδέα Όσιε, και θαυµάτων τω φωτί, την οµίχλην των παθών, εκάστοτε διαλύεις, και τω Σωτήρι πρεσβεύεις, ελεηθήναι τας ψυχάς ηµών.
Πηγή: pigizois.net , Ἱερά Μητρόπολις Πάφου
«Τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος των οσίων αυτού».
Τα λόγια τούτα του ψαλμωδού βρίσκουν πλήρη την εφαρμογή τους στον όσιο Κενδέα τον θαυματουργό, που τη μνήμη του γιορτάζει ή Εκκλησία μας στις 6 του Οκτώβρη.
Με ανυπολόγιστες τιμές ή αγάπη του Θεού τον στεφάνωσε απ' τον καιρό που ζούσε. Μια σύντομη ματιά στη ζωή του μας το βεβαιώνει.
Ό όσιος Κενδέας ήταν ένας από τους Αλαμάνους αγίους, που ήρθαν στο νησί μας από την Παλαιστίνη.
Όταν έφυγε απ' την Αλαμανία για τα Ιεροσόλυμα ήταν μόλις δεκαοκτώ χρόνων.
Εκεί ασπάστηκε τη μοναχική ζωή κι έφυγε για την έρημο του Ιορδανού.
Στο μέρος αυτό σε μια απόκρημνη πλαγιά βρήκε ένα μικρό σπήλαιο και με χαρά εγκαταστάθηκε σ' αυτό και τρεφόταν με ακρίδες, όπως άλλοτε κι ο μέγας πολιστής της ερήμου, ο Πρόδρομος Ιωάννης.
Στην ίδια ερημική περιοχή ζούσε τότε κι ένας άλλος ασκητής με μεγάλη φήμη, που είχε τ' όνομα Ανανίας.
Σε τούτο τον ασκητή κάποια μέρα έστειλε το δαιμονιζόμενο παιδί του ένας ευγενής άρχοντας, για να του το θεραπεύσει. Ό Ανανίας όμως από ταπεινοφροσύνη αρνήθηκε και να συναντήσει το άρρωστο παιδί και τόστειλε παρακάτω προς τον Κενδέα. Ύστερα από αρκετή περιπλάνηση στα έρημα εκείνα μέρη οι συνοδίτες του δύστυχου παιδιού βρήκαν τον Κενδέα, και με παρακλήσεις του ζήτησαν να κάμει καλά τον άρρωστο τους. Ό ιερός ασκητής στην αρχή δεν θέλησε ούτε και ν' ακούσει την αίτηση τους. Αργότερα όμως μπροστά στις παρακλήσεις τους υποχώρησε, κι αφού προσευχήθηκε θερμά, στράφηκε στο άρρωστο παιδί και με φωνή επιβλητική είπε:
- Πνεύμα πονηρό κι ακάθαρτο! Στο όνομα του Ιησού Χριστού ο δούλος του Θεού Κενδέας σε διατάζει να βγεις από το άρρωστο παιδί και να το αφήσεις ήσυχο.
Το πονηρό πνεύμα υπήκουσε την ίδια στιγμή. Και βγήκε απ' το παιδί, χωρίς να το βλάψει καθόλου.
Μετά τη θαυματουργική τούτη θεραπεία ο Κενδέας χειροτονήθηκε Ιερέας και μπήκε σ' ένα μοναστήρι. Ή ζωή όμως στο μοναστήρι, δεν ήταν όπως την περίμενε κι έτσι πολύ γρήγορα ο μακάριος ασκητής έφυγε και γύρισε πάλι στην έρημο.
Εκεί ένα πρωί τον ξύπνησαν τα κλάματα κάποιου παιδιού, που ήταν πεταμένο μπροστά στη σπηλιά του. Όταν ο άγιος βγήκε να δει τι συμβαίνει, αντιλήφθηκε, πώς το παιδί βασανιζόταν από πονηρό πνεύμα. Το σπλαγχνίστηκε, και το θεράπευσε. Το δαιμονόπληκτο παιδί ήταν του ασκητή Ανανία.
Οι εχθροί της πίστεως του Χριστού που με φθονερό μάτι παρακολουθούσαν την πρόοδο των ασκητών στην έρημο εκείνη περιοχή του Ιορδάνου, άρχισαν να τους παρενοχλούν. Κι αυτοί, για να γλιτώσουν, μαζεύτηκαν μια μέρα όλοι στην παραλία και μπήκαν σ' ένα καράβι που τους έφερε στο πολύπαθο νησί. Βγήκαν στην περιοχή της Πάφου, γιατί το πλοίο τους τσακίσθηκε πάνω στους βράχους. Με πολύ κόπο σώθηκαν κι απ' εκεί σκορπίστηκαν σε διάφορα μέρη, για να μονάσουν ό καθένας, όπου θα 'βρισκε τον κατάλληλο χώρο.
Ό άγιος Κενδέας στην αρχή τακτοποιήθηκε σε μια καλύβα που έστησε σ' ένα απόκρημνο βράχο κοντά στην ακρογιαλιά της Πάφου. Ή ταπείνωση κι ή γλυκύτητα της μορφής του τράβηξαν αμέσως την προσοχή των κατοίκων της περιοχής, που τον επισκέπτονταν καθημερινά, για ν' ακούσουν από το στόμα του λόγια παρηγοριάς κι ελπίδας. Οι επισκέπτες έπαιρναν μαζί τους κι άρρωστους, που τους θεράπευε ά άγιος με τις προσευχές του. Την εποχή αυτή δοκίμασε και τους πιο πολλούς πειρασμούς από μέρους του μισόκαλου δαίμονα.
Αναφέρουμε μερικούς:
Κάποιο πρωινό, την ώρα που ο άγιος έβγαινε από την καλύβα του, ο διάβολος πήρε μορφή ανθρώπινη κι έπεσε στα πόδια του ζητώντας ευλογία. Ό άγιος τρόμαξε τόσο, που έχασε την ισορροπία κι έπεσε στον γκρεμό με το κεφάλι κάτω. Κτύπησε δυνατά, μα δεν έπαθε τίποτα. Τον έσωσε ή χάρη του Θεού.
Μια άλλη φορά ο Σατανάς, παρουσίασε μπροστά στον άγιο μια όμορφη γυναίκα που, αφού έπεσε στα πόδια του, τον παρακαλούσε με δάκρυα να πάει στο σπίτι της και να το ευλογήσει. Ό όσιος στη φαινομενική συντριβή της με συγκίνηση δέχτηκε να πάει. Μόλις όμως έφτασε και μπήκε στο σπίτι ή διεφθαρμένη εκείνη γυναίκα σαν μια «άλλη Πετεφρή» πέταξε από πάνω της τα ενδύματα της, για να σκανδαλίσει τον άγιο και να προσβάλει την αγνότητα του. Τρομερή αλήθεια ή δοκιμασία. Μα ο όσιος σώθηκε και τούτη τη φορά με τη δύναμη της προσευχής.
Κάποια μέρα πάλι ο διάβολος παρέδωκε τον άγιο στα χέρια ενός σκληρού κι άγριου ληστή, που καθημερινά τον βασάνιζε με διάφορους τρόπους. Πότε τον κτυπούσε, πότε του έκαιε την καλύβα, πότε του έσχιζε τα ρούχα, πότε τον πετούσε χαμαί. Ό άρχοντας του τόπου που σεβόταν πολύ τον άγιο, έστειλε κι έπιασαν τον ληστή και τον θανάτωσαν.
Τα δείγματα αυτά των πειρασμών μας παρέχουν μια εικόνα των δυσκολιών που αντιμετώπιζαν καθημερινά οι ούρανοπολίτες αυτοί αθλητές από τον άρχοντα του Σκότους. Ένας συνεχής αγώνας και μια πορεία για την κατάκτηση της τελειότητας.
Ένας αγώνας και μια επίμονη πορεία είναι κι ή ζωή του κάθε πιστού. Μια πορεία προς την αγιότητα, για την οποία είμαστε πλασμένοι.
Στους αγώνες τους αυτούς οί άγιοι με τον διάβολο, που κατά τον κορυφαίο απόστολο Πέτρο, «ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α' Πέτρ. ε', 8) βγαίνανε πάντα νικητές. Με τη βοήθεια του όπλου του Σταυρού και της προσευχής οι έμπειροι τούτοι αγωνιστές περνούσαν πάνω από τις παγίδες του διαβόλου και νικούσαν. Με το όπλο του Σταυρού και τη θερμή προσευχή μπορούμε κι εμείς της ζωής οι αγωνιστές και μαχητές να νικήσουμε. Ναι! Μπορούμε να νικήσουμε, αρκεί μονάχα να το θελήσουμε, και ν' αγωνισθούμε με συνέπεια, επιμονή κι υπομονή και πάθος για μια ανώτερη ζωή, που θα 'χει σαν σκοπό της την ασταμάτητη ανάβαση στα σκαλοπάτια της ενάρετης ζωής
Αυτό τον σκοπό έβαλε κι ό άγιος Κενδέας στη ζωή του. Γ' αυτό κι ή αγάπη του Θεού τον ελέησε και τον χαρίτωσε, τον εξύψωσε και τον αξίωσε, ώστε και τα αδύνατα να μπορεί να τα κάμει δυνατά. Ένα τέτοιο θάμα είναι και τούτο που έκαμε ή Πρόνοια του Θεού για να ικανοποιήσει ευγενικό του πόθο.
Σ' ένα χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου έμαθε ό Κενδέας πώς διέμενε ό συνασκητής του Ίωνάς. Θερμός ό πόθος άναψε στην ψυχή του να επισκεφθεί τον φίλο του και ν' ανταλλάξει μαζί του λόγια πνευματικής οικοδομής. Ένα πρωί άφησε την καλύβα του κι αφού έκαμε την προσευχή του, σταυροκοπήθηκε και ξεκίνησε. Απ' τα χωριά που περνούσε οι χριστιανοί που το μάθαιναν έτρεχαν κοντά του να τον ιδούν και να πάρουν την ευλογία του. Πολλοί του έφερναν κι αρρώστους. Κι ό καλοκάγαθος ασκητής τους θεράπευε με την προσευχή του. Όταν έφτασε σ' ένα τόπο, που είναι γνωστός με τ' όνομα Μάνδρες της Τραχιάς, κοντά στο Αυγόρου, ό μακάριος αθλητής βρήκε μια σπηλιά και κουρασμένος, όπως ήταν, μπήκε μέσα με την απόφαση να μη ξαναβγεί από εκεί. Ή φλογερή επιθυμία όμως να συναντήσει τον φίλο του, τον βασάνιζε πολύ. Και να!
Μια μέρα που ό άγιος έκαμνε την προσευχή του, ένας Άγγελος σήκωσε στα χέρια τον όσιο Ίωνά και τον έφερε μπροστά στη σπηλιά του. Οι δύο φίλοι άγιοι, αφού με βαθιά συγκίνηση ασπασθήκανε ό ένας τον άλλο «φιλήματι άγίω» δόξασαν τον Θεό για τη θαυμαστή συνάντηση, κι άρχισαν να συνομιλούν για την άπειρη αγάπη Του και τις αμέτρητες ευεργεσίες Του.
- Δόξα να έχει ό Κύριος, έλεγε ό Κενδέας, που με αξίωσε, αδελφέ μου, να σε ιδώ. Ευλογημένο να 'ναι στους αιώνες το Πανάγιο Όνομα Του.
Σαν του μιλούσε, και προτού ακόμη προφθάσει να αποτελειώσει τον λόγο του, ό φίλος του Ίωνάς χάθηκε από κοντά του. Ένας άγγελος τον πήρε και τον ξανάφερε στη σπηλιά που ασκήτευε.
Η παράδοξη αυτή περιπέτεια έβαλε σε πολλές σκέψεις τον άγιο μας.
- Μήπως έπεσα θύμα φαντασιοπληξίας, έλεγε και ξανάλεγε μόνος του.
Γι' αυτό, παρά τον όρκο που έκαμε να μη ξαναβγεί από τη σπηλιά του, ένα πρωί σηκώθηκε και πήρε τον δρόμο για το κελί του φίλου του. Ποθούσε να μάθει την αλήθεια. Κάποιο δειλινό έφτασε. Ό φίλος του Ίωνάς σαν τον είδε, με ενθουσιασμό του διηγήθηκε τον θαυμαστό τρόπο με τον όποίο ο άγγελος τον είχε μεταφέρει κοντά του. Οι άγιοι με δάκρυα στα μάτια δόξασαν τον Θεό κι αφού ασπασθήκανε και πάλι ό ένας τον άλλο «ασπασμόν άγιον» αποχωριστήκανε. Ό Κενδέας ξεκίνησε πάλι για τη σπηλιά του. Ύστερα από μεγάλη οδοιπορία έφτασε κι έμεινε πια εκεί, όπου κι απέθανε σε βαθιά γηρατειά.
Ν' αναφερθούμε σ' όλα τα θαύματα του αγίου δεν μας είναι δυνατό. Ωστόσο λέμε, πώς όλα τα θαύματα του είναι πράξεις και έργα, τα όποια ή αγάπη του Θεού επιτελούσε μέσον του υστέρα από θερμές προσευχές και δεήσεις. Πολλοί άρρωστοι βρήκαν τη θεραπεία τους από τον άγιο. Πολλά δαιμόνια έβγαλε από πάσχοντες ανθρώπους. Κάποτε που ή ανομβρία είχε απειλήσει επικίνδυνα τον τόπο ό όσιος Κενδέας προσευχήθηκε θερμά στον Θεό, που άνοιξε τους κρουνούς του ουρανού κι έβρεξε πολύ. Ή διψασμένη γη χόρτασε, κι οι άνθρωποι ευφράνθηκαν και δόξα σαν τον Θεό. Με την προσευχή και την αγάπη του ό ιερός αυτός αθλητής στάθηκε γενικά προστάτης και πατέρας κάθε πονεμένου και πάσχοντα.
Πόσα δεν πρέπει να μας πει το παράδειγμα του. Στην εποχή μας που ό εγωισμός κι ή υλοφροσύνη έκλεισαν τις καρδιές κι ό καθένας τόσο από τους μεγάλους, όσο κι από τους μικρούς κοιτούν μονάχα το δικό τους το συμφέρον και τη δική τους ικανοποίηση, το παράδειγμα του μεγάλου ασκητή κι ή φιλανθρωπία του πρέπει να στέκεται πάντα μπροστά μας. Για να μας διδάσκει. Να μας ενισχύει. Να μας δείχνει και τον δικό μας δρόμο. Και να μας υπενθυμίζει. Να μας υπενθυμίζει πώς και σήμερα μια θερμή προσευχή και λίγο νερό από το άγιασμα του είναι αρκετά, για να σκορπίσουν τη θεραπεία σ' εκείνους που υποφέρουν από δερματικές ενοχλή σεις και ρευματισμούς και νευραλγίες (τζιεγκές), αλλά και που μ' ευλ βεια και πίστη καταφεύγουν στη χάρη του,
Μ' ευλάβεια και πίστη ας πάμε κι εμείς να προσκυνήσουμε στους μεγαλόπρεπους ναούς που φέρουν τ' όνομα του, και βρίσκονται ό ένας στο Αυγόρου κι ό άλλος στην πόλη της Πάφου. Είναι κι οι δύο τα μεγάλα προσκυνήματα, που ή ευσέβεια του λαού μας ανήγειρε για τον άγιο. Μα και που θυμίζουν σ' όλους το μεγάλο και ιερό καθήκον μας να τιμούμε τις άγιες αυτές μορφές.
Ναι! Να τις τιμούμε. Και με πίστη στην ψυχή κι ευλάβεια στην καρδιά να γονατίζουμε νοερά κάθε φορά μπροστά στην άγια εικόνα τους και να ζητούμε τις ικεσίες τους. Τις θεοπειθείς προς Κύριον ικεσίες τους.
Για την ενότητα του λαού μας.
Την ειρήνευση της αγίας του Εκκλησίας.
Την επικράτηση σ' αύτη του ορθοδόξου φρονήματος που είναι το καύχημα κι ό πιο πολύτιμος θησαυρός μας. Κάτι περισσότερο.
Για τον φωτισμό και τη μετάνοια όλων μας. Την ειλικρινή μετάνοια για να έλθει και πάλι σαν επιστέγασμα κι ή λύτρωση και ή απαλλαγή μας από τα δεινά. Της σκλαβιάς τα δεινά και το μίασμα του βάρβαρου κατακτητή.
Με κραυγή ισχυρά και συντριβή ψυχής ας παρακαλούμε κι ας λέμε στην προσευχή μας:
Τέκνα της Κύπρου, ευλογημένα. Απόστολοι ευκλεείς και μάρτυρες ιερείς και θείοι ιεράρχες. Όσιοι και δίκαιοι και όλος ό χορός των αγίων. Το νησί που αγαπήσατε και που σ' αυτό ζήσατε την επίγεια ζωή σας, στενάζει τούτο τον καιρό εξαιτίας των αμαρτιών του λαού μας. Εχθροί φοβεροί το πάτησαν. Αρπάζουν και σκοτώνουν χωρίς οίκτο. Γκρεμίζουν σπίτια κι εκκλησίες. Μολύνουν τα ιερά. Ξαπλώνουν παντού τη συμφορά.
Λυπηθήτέ το... Βοηθήστε το... Ικετεύσατε σεις τον Κύριο και Θεό μας να το σπλαγχνιστεί. Να μας λυπηθεί. Να μας απαλλάξει από τα φοβερά δεινά. Να αξιώσει τα καταδιωγμένα αδέλφια μας να γυρίσουν και πάλι στα χωριά και ατά σπίτια τους. Να ξαναδούν οι πονεμένοι τους δικούς τους. Κι ακόμη να χαρούμε όλοι την ποθητή λευτεριά μας. Τη λευτεριά που σώζει. Και λεύτεροι στο εξής, με ευγνωμοσύνη στην ψυχή να υμνούμε και να δοξάζουμε το Πανάγιο και υπερύμνητο Όνομα του Θεού μας, του Πατρός και του Υιού και του Άγιου Πνεύματος. Αμήν.
Ἀπολυτίκιον. Ήχος πλ. α΄. Τον συνάναρχον Λόγον.
Αρετών τη ασκήσει Πάτερ κοσµούµενος, εν τη Κύπρω εκλάµπεις ως εωσφόρος αστήρ, των αγγέλων µιµητά Κενδέα Όσιε, και θαυµάτων τω φωτί, την οµίχλην των παθών, εκάστοτε διαλύεις, και τω Σωτήρι πρεσβεύεις, ελεηθήναι τας ψυχάς ηµών.
Πηγή: pigizois.net http://www.pigizois.net/kiprioi_agioi/kendeas_o_thaumatourgos.htm, Ἱερά Μητρόπολις Πάφου http://www.impaphou.org/agios_kendeas.aspx
Η Αγία Χαριτίνη, που η Εκκλησία μας γιορτάζει στις 5 Οκτωβρίου, έζησε όταν βασίλευε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ο Διοκλητιανός και ο κόμης Δομέτιος περίπου το 290 μ.Χ. Από μικρή ηλικία γνώριζε τις Χριστιανικές Αλήθειες που πιθανότατα διδάχτηκε από τους γονείς της και δε σταμάτησε να τις κηρύττει στο περιβάλλον που ζούσε σαν δούλη σε κάποιον που ονομάζονταν Κλαύδιος. Μάλιστα δε, κατάφερε να αγαπηθεί από όλους και απολάμβανε ξεχωριστής τιμής από το αφεντικό της.
Όμως, μ’ αυτή της τη δραστηριότητα, κάποιοι ενοχλήθηκαν και ήθελαν να τη σταματήσουν με κάθε τρόπο, έτοιμοι και αποφασισμένοι να χρησιμοποιήσουν, ακόμη και τη βία. Έτσι, μόλις, ο κόμης Δομέτιος, πληροφορήθηκε ότι η νεαρή Χαριτίνη, είναι Χριστιανή και ότι κηρύττει τις Χριστιανικές Αλήθειες αδίστακτα, θέλησε να την δει από κοντά, προκειμένου να της ζητήσει, να δώσει, τις ανάλογες εξηγήσεις. Για το σκοπό αυτό, στέλνει αμέσως επιστολή στο αφεντικό της τον Κλαύδιο και του ζητά, να την μεταφέρει γρήγορα μπροστά του προκειμένου να την ανακρίνει ο ίδιος.
Μόλις, η επιστολή έφθασε στα χέρια του Κλαύδιου και γνώρισε το περιεχόμενό της, ξεσπά στα κλάματα, γιατί γνώριζε πολύ καλά, το κακό που περιμένει τη μικρή Χαριτίνη. Έδειχνε να είναι απαρηγόρητος και μάταια προσπαθούσε η μικρή Χαριτίνη, να τον παρηγορήσει. Συνέχεια δε του τόνιζε, ότι πρέπει να δείχνει ευχαριστημένος, γιατί θα γίνει θυσία ευπρόσδεκτη στο Σωτήρα Χριστό, που δε σταμάτησε σ’ όλη της τη ζωή, να πιστεύει και να κηρύττει. Μάλιστα δε του έλεγε, ότι με τη θυσία αυτή, θα της συγχωρεθούν οι αμαρτίες και «οι δικές μου και οι δικές σου» . Εκείνος δε με τη σειρά του της απαντούσε:
> Δούλη του Θεού, να θυμάσαι και εμένα, πλησίον του Επουράνιου Βασιλέα.
Όμως, η τακτική τους αυτή, έγινε αφορμή, να υπάρξει καθυστέρηση στη μεταφορά και παράδοσή της, στον κόμη Δομέτιο, ο οποίος έδειχνε ενοχλημένος και ανήσυχος. Αφού εξάντλησε τα όρια της υπομονής του, αποφασίζει να πάει ο ίδιος, προκειμένου να συλλάβει, τη μικρή Χαριτίνη. Τη βρίσκει, μόνη της στο σπίτι της και να προσεύχεται. Σαν θηρίο ανήμερο, ορμά κατά πάνω της και αφού τη μαστιγώνει αλύπητα, την παραδίδει στο κόμη της περιοχής, για να υποστεί τις συνέπειες.
Εκείνος με τη σειρά του, αρχίζει αμέσως την ανάκριση και της λέγει:
› Σωφρονίσου, πριν καν τιμωρηθείς , λυπήσου τον εαυτό σου και θυσίασε στους θεούς, προκειμένου να κερδίσεις, τρία μεγάλα καλά. Το πρώτο που θα πετύχεις είναι να σε συγχωρήσουν οι Θεοί, το δεύτερο να αγαπηθείς από το βασιλιά και το τρίτο, να μην αφανιστεί η νιότη σου, από τα σκληρά βασανιστήρια .
Η Αγία Χαριτίνη, χωρίς να δειλιάσει, σηκώνει το βλέμμα της στον Ουρανό, κάνει το Σταυρό της και του απαντά:
Είσαι πλάνος ηγεμόνα μου και η πονηριά σου, δεν μπορεί να με φοβίσει. Οι δήθεν συμβουλές σου δεν είναι ικανές να με πείσουν, να αλλάξω την πίστη μου, για το Σωτήρα Χριστό, που είναι ο μόνος Αληθινός. Αυτόν προσκυνώ και λατρεύω και σ’ Αυτόν, έχω αφιερώσει, όλη μου τη ζωή. Εσύ οφείλεις να σωφρονιστείς, από την πλάνη των ειδώλων, που διάλεξες, γιατί οι θεοί των ειδώλων, που λατρεύεις, είναι κωφά δαιμόνια».
Ο δικαστής άστραψε και βρόντηξε από το κακό του και οργισμένος, δίδει εντολή στους δήμιους, να τη μαστιγώσουν αλύπητα και να της ξυρίσουν τις τρίχες, από το κεφάλι της. Όμως Άγγελος Κυρίου, που την προστάτευε, γέμιζε το κεφάλι της, με τα ίδια μαλλιά. Ο σκληρόκαρδος δικαστής, δεν πίστευε στα μάτια του, αυτά τα οποία έβλεπε, που αντί να τον συμμορφώσουν και να του μαλακώσουν την καρδιά, τον αγρίευαν περισσότερο. Γι’ αυτό, δίδει αμέσως εντολή, να τοποθετήσουν στο κεφάλι της αναμμένα κάρβουνα, με την ελπίδα ότι θα της κάψουν το κεφάλι και δε θα αντέξει άλλο τους φοβερούς πόνους, αλλά και απ’ αυτό το μαρτύριο, βγήκε νικήτρια η Αγία, γιατί Άγγελος Κυρίου την προστάτευε. Ακόμη και όταν της έκαιγαν το αγνό νεανικό της σώμα, με αναμμένες λαμπάδες, η Αγία δε δείλιασε καθόλου και δεν τους έκανε το χατίρι, να θυσιάσει στα είδωλα.
Όμως, όσο η Αγία παρέμενε ζωντανή, ο δικαστής δεν κοιμόνταν ήσυχος. Το διεστραμμένο του μυαλό, έψαχνε να βρει, πιο αποτελεσματικό βασανιστήριο, που να τον απαλλάξει οριστικά, από την παρουσία της. Το πωρωμένο του μυαλό αποφασίζει, να τη ρίξει στη θάλασσα. Δίδει λοιπόν, εντολή στους δήμιους, να της δέσουν ένα μεγάλο λίθο στο λαιμό και να την πετάξουν στη θάλασσα, όσο πιο μακριά μπορούσαν. Μ’ αυτό τον τρόπο πίστεψε, ο ασεβής δικαστής, ότι θα απαλλάσσονταν οριστικά, από την παρουσία της. Στο διεστραμμένο του μυαλό, δεν μπορούσε να χωρέσει, ότι τον τελευταίο λόγο τον έχει η Αγία και όχι αυτός ο ίδιος.
Έτσι, μόλις, η Αγία ρίχτηκε στη θάλασσα, άρχισε να προσεύχεται και αμέσως λύθηκε ο λίθος από το λαιμό της και η ίδια, άρχισε να περιπατεί στην επιφάνεια της θάλασσας, χωρίς να βυθίζεται. Δεν παρέλειψε δε, να ευχαριστήσει το Θεό, που την αξίωσε να καθαρίσει το σώμα της με το θαλάσσιο νερό, ώστε να βρεθεί καθαρή, την ημέρα της Ανάστασης των νεκρών.
Από τη μεριά του, ο αιμοβόρος δικαστής, παρακολουθούσε τα θαύματα που εκτυλίσσονταν μπροστά του, άφωνος και με κομμένη την ανάσα. Κάποια στιγμή ακούστηκε να παραμιλά και να λέει:
›Όλα αυτά που βλέπω, με κάνουν να θαυμάζω τη δύναμη του Γαλιλαίου, αλλά εγώ θέλω να αποδείξω, ότι είναι μαγείες και ψεύδη .
Έτσι, χωρίς να χάνει χρόνο, δίδει εντολή, να γυμνώσουν την Αγία και να δέσουν τα χέρια της επάνω σε τροχό. Η εντολή που τους έδωσε ήταν, να υπάρχουν κάτω από τον τροχό αναμμένα κάρβουνα και να τον γυρίζουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, για να συντρίψουν όσο γίνεται περισσότερο, το σώμα της. Όμως και σ’ αυτό το βασανιστήριο απέτυχε ο αιμοβόρος τύραννος, γιατί Άγγελος Κυρίου, που προστάτευε την Αγία, τα μεν κάρβουνα έσβησε, τη δε δύναμη των δήμιων, που γυρνούσαν τον τροχό εξασθένησε και έτσι, βγήκε και πάλι, νικήτρια η Αγία.
Ο ασεβής δικαστής, βλέποντας ότι δε μπορούσε να απαλλαγεί τόσο εύκολα από την παρουσία της και θέλοντας τουλάχιστον να την κάμει να πονέσει περισσότερο, δίδει εντολή να της αφαιρέσουν τα νύχια από τα χέρια και τα πόδια. Μετά από λίγο δίδει εντολή να της αφαιρέσουν όλα της τα δόντια και στη συνέχεια καλεί, όλους τους ανθρώπους, που ανήκαν στη δικαιοδοσία του να συγκεντρωθούν, προκειμένου, να της ατιμάσουν το σώμα της.
Η Αγία, ύψωσε τα χέρια και το βλέμμα της στον Ουρανό και άρχισε να προσεύχεται. Παρακαλούσε το Θεό, να δεχτεί το πνεύμα της καθαρό, όπως και το σώμα της. Ήταν στις 5 Οκτωβρίου και τη μέρα αυτή γιορτάζεται, από την Εκκλησία μας.
ΠΗΓΕΣ:
1. Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
2. Απολυτίκια Αγίων, Bysmusic.gr, π. Νικόδημος Καβαρνός.
Θαύμα της Αγίας Χαριτίνης
Ας μεταφερθούμε πολλά χρόνια πριν. Ένας ολόκληρος αιώνας μας χωρίζει από τότε που η εορτάζουσα Αγία μας αποφάσισε να διαδραματίσει ανεξίτηλο ρόλο στη ζωή του αλησμόνητου αδελφού μας Γεωργίου Κοινούση. Είχε ξενιτευτεί πάλι ο θαλασσόλυκος ο Γιώργης.
Με δάκρυα τον αποχαιρετούσαν οι δικοί του, μη ξέροντας αν η πολύβουη λεβεντοπνίχτρα θάλασσα θα τον άφηνε να γυρίσει πίσω. Κι εκείνος μοναδικό του στήριγμα είχε ένα Σταυρό και την εικόνα του Άη Νικόλα στο πλευρό του. Το μοιραίο δεν άργησε να συμβεί.
Η μανία των κυμάτων η ακατάπαυστη, η φοβερή ορμή τους βύθισαν το καράβι του Γιώργη, που σύντομα πάλευε με το ακατάλυτο θεριό του Ατλαντικού κι αγωνιζόταν ένα αβέβαιο και ίσως μάταιο αγώνα. Απελπισμένος αναπολούσε την οικογένειά του , που πίστευε ότι δε θα ξαναδεί πια. Ετοιμαζόταν για το τελευταίο ταξίδι του.
Τότε αχνά μέσα στα αγριεμένα κύματα εμφανίστηκε η σωτηρία του . Ήταν η Αγία Χαριτίνη που τη μέρα της χάρης της 5 του Οκτώβρη , είδε από την παραδείσια κατοικία της την αγωνία του συμπατριώτη μας και αποφάσισε με τη γαλήνια της όψη να καθησυχάσει τον αποκαμωμένο ναυτικό ,να του δώσει δύναμη λέγοντάς του ποια είναι και να μη φοβάται πλέον.
Σε λίγο και εντελώς ανέλπιστα ,το πλοίο Τζίνα θα περισυλλέξει τον ταλαίπωρο ναυτικό, για να διαλαλήσει το θαύμα της Αγίας στο νησί μας και να διακηρύξει τη ιαματική χάρη της σε όλους.
Από τότε ο αξέχαστος Γιώργης Κοινούσης δεν έπαψε να τελεί κάθε χρόνο Θεία Λειτουργία και αρτοκλασία για να ευχαριστήσει την αγαπημένη του Αγία ,ανέθεσε σε ζωγράφο τη φιλοτέχνηση πίνακα με θέμα τη διάσωσή του από την Αγία, έδωσε το όνομα της Αγίας σε πολλά νέα μέλη της αγαπητής και εκλεκτής οικογένειάς του, φιλοδοξούσε να οικοδομήσει εκκλησάκι προς τιμήν της και η πιο τρανή και απτή απόδειξη της πίστης του προς αυτήν η σεμνή και ευπρεπής συνάθροιση και εορτή των εγγονών του, Αντωνίου ,Σμαράγδας και Δέσποινας στους οποίους μεταλαμπάδευσε την πίστη και την ειλικρινή αγάπη του προς την Αγία.
Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα). Ἦχος γ’.
Θείας πίστεως.Θεία χάριτι, κραταιωθεῖσα, κράτος ἤσχυνας, τῆς δυσσεβείας, Χαριτίνη ὑπὲρ φύσιν ἀθλήσασα ὅθεν χαρίτων πηγὴν ἀδαπάνητον, ὡς γλυκασμὸν ἀναβλύζεις τοὶς κράζουσι. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.
Πηγή: Σταυριανάκης Κωνσταντίνος, politischios.gr, Ορθόδοξος Συναξαριστής
Ο όσιος πατήρ ημών Αμμούν καταγόταν από τήν Αίγυπτο. Οταν πέθαναν οί γονείς του ανέλαβε τήν ανατροφή του ένας θείος του, ο οποίος τον υποχρέωσε να νυμφευθεί- ο Άμμούν ήταν τότε είκοσι δύο χρόνων. Τήν ίδια εκείνη νύκτα του γάμου, οταν οί νεόνυμφοι αποσύρθηκαν στή νυφική παστάδα, ο Άμμούν άνοιξε τήν Αγία Γραφή και διάβασε το χωρίο τής προς Κορινθίους επιστολής όπου ο Απόστολος μιλά γιά τά δεινά του γάμου, τις ταραχές και τις μέριμνες πού προκαλεί στους εγγάμους, ενώ οί έν παρθενία αφιερωμένοι στον Κύριο μπορούν να αφοσιώνονται απερίσπαστοι στήν προσευχή και στα πνευματικά εργα (Α’ Κορ., 7). Τηρώντας κατά γράμμα τους αποστολικούς λόγους: Οί έχοντες γυναίκας ώς μή έχοντες ώσι … και οί χρώμενοι τω κόσμω τούτω ώς μή καταχρώμενοι οί νεόνυμφοι πήραν τήν απόφαση νά ζήσουν έν παρθενία και νά αποσυρθούν μαζί σέ τόπο έρημο γιά νά αφιερωθούν στή νηστεία και στήν προσευχή. Πήγαν λοιπόν στήν έρημο της Νιτρίας, πού βρίσκεται σέ κάποια απόσταση από τήν Αλεξάνδρεια, και εγκαταστάθηκαν σέ μια μικρή καλύβα. Σύντομα, όμως, αντελήφθησαν ότι δεν ήταν θεμιτό νά θέτουν τους εαυτούς τους σέ πειρασμούς συζώντας άνδρας και γυναίκα μαζί, γι’ αυτό και χώρισαν γιά νά μπορέσει καθένας τους νά άσκητεύσει μόνος.
Ό Άμμούν άφησε λοιπόν τήν καλύβα και πήγε στήν έρημο, όπου δεν υπήρχαν ακόμη μοναστήρια. Έκτισε δυο κελλιά θολωτά και επί είκοσι δύο χρόνια ο βίος του ήταν ισάξιος τών αγγέλων. Λάδι και κρασί δέν γνώριζε, μόνο ξερό ψωμί έτρωγε, κι αυτό μόνον κάθε δύο ή τρεις μέρες. Ή διαγωγή του εύαρέστησε τον Κύριο και σύντομα μεγάλος αριθμός αδελφών, πού επιθυμούσαν νά ασπασθούν και εκείνοι τον μοναχικό βίο, μαζεύτηκε γύρω του. Όταν έφθανε ένας νέος υποψήφιος, ο Άμμούν του παραχωρούσε αμέσως τό κελλί του κι όλα του τά υπάρχοντα, και οί άλλοι αδελφοί έφερναν κρυφά είτε κάποιες προμήθειες είτε κάποιο χρήσιμο αντικείμενο στον νέο τους σύντροφο, κι έτσι ή αδελφική αγάπη ήταν ο πρώτος νόμος πού κυβερνούσε τή συνεχώς αυξανόμενη αυτή κοινωνία. Μετά άπό μερικά χρόνια, υπό τις οιαταγές του οσίου Άμμούν, ή έρημος τής Νιτρίας μεταμορφώθηκε σέ πόλη αληθινή, σέ βαθμό πού ορισμένοι αδελφοί επιθυμούσαν νά κτίσουν τό κελλί τους πιο μακριά, ώστε νά μπορούν νά ζουν πιό απερίσπαστοι. Μία ήμερα, ήρθε νά επισκεφθεί τον αββά Άμμούν ο άγιος Αντώνιος ο Μέγας. Ο Αμμούν του ανέφερε τό θέμα και τον ρώτησε ποιο θά ήταν τό πλέον κατάλληλο μέρος. Άφού έφαγαν τό λιτό τους γεύμα τήν ενάτη ώρα, άρχισαν νά περπατούν στήν έρημο μέχρι τό ηλιοβασίλεμα κι έμπηξαν στό χώμα έναν σταυρό στο μέρος πού έφθασαν, ώστε όσοι ήθελαν θά μπορούσαν νά κτίσουν έκεί τό κελλί τους μέ τήν ευλογία τών δύο Γερόντων. «Μέ αυτό τον τρόπο», είπε ο άββάς Αντώνιος, «όταν οί αδελφοί έλθουν άπό τή Νιτρία γιά νά συναντήσουν όσους ζουν έδώ, αμέσως μετά τό γεύμα τής ενάτης ώρας, θά φθάσουν εγκαίρως. Και όσοι ξεκινήσουν άπό έδώ γιά νά φθάσουν στή Νιτρία, πράττοντας το αυτό, θά διατηρήσουν τήν -ησυχία τους». Έτσι δημιουργήθηκε ή έρημος τών «Κελλίων» (δεκαεννέα χιλιόμετρα μακριά άπό τή Νιτρία), όπου μερικά χρόνια αργότερα ζούσαν περί τους εξακόσιους μοναχούς, ό καθένας στο κελλί του.
Ο άγιος Άμμούν και ο άγιος Αντώνιος ήταν δεμένοι μέ βαθειά έν Θεώ αγάπη τέτοια πού όταν ο αββάς Άμμούν παρέδωσε τήν ψυχή του στον Κύριο, ο Αντώνιος πού βρισκόταν στο όρος του, τό όποιο απείχε δεκατεσσάρων ημερών πεζοπορία, διέκοψε τή συνομιλία πού είχε μέ κάποιους νέους μοναχούς, περιήλθε σέ έκσταση και είδε τήν ψυχή τοΰ Άμμούν νά ανέρχεται στον ουρανό ενώ άγγελοι έψαλλαν ύμνους χαράς.
Μεταξύ τών λόγων πού ένέπνεε τό Άγιο Πνεύμα στον άββά Άμμούν, ήταν και ή φράση: «Βάσταζε πάντα άνθρωπον καθώς βαστάζει σε ο Θεός».
Πηγή: (Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Εκδόσεις Ίνδικτος) Αναλογία
Ἔζησε τὸν πρῶτο αἰῶνα μ.Χ. Καὶ εἶναι ἕνας ἀπὸ τὴν μικρὴ ἐκείνη ἱεραποστολικὴ ὁμάδα, – οἱ ἄλλοι εἶναι οἱ ἅγιοι Ἠρακλείδιος καὶ Μνάσων – ποὺ μὲ κατοικία καὶ ὁρμητήριό τους μιὰ σπηλιὰ στὴν πολυάνθρωπη Ταμασό, ἀνέλαβαν πρῶτοι νὰ διαλύσουν τὰ βαθιὰ σκοτάδια τῆς εἰδωλομανίας, καὶ στὴν θέση τους νὰ ὑψώσουν τὸ σωστικὸ φῶς τοῦ Χρίστου, τὸ ἱλαρὸ φῶς τῆς νέας ζωῆς.
Μέσα γιὰ τὴν ἐπιτυχία τοῦ ὑπέροχου σκοποῦ τους, οἱ τολμηροὶ αὐτοὶ χαλαστάδες τοῦ κακοῦ καὶ χτίστες τῶν ἀρετῶν καὶ τοῦ καλοῦ, εἶχαν μονάχα τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι «τομώτερος ὑπὲρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον». Μὲ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ κήρυγμα γιὰ τὸν Ἐσταυρωμένο δούλεψαν σκληρὰ οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ ἄνθρωποι. Δούλεψαν γιὰ τὸ πνευματικὸ ξεσκλάβωμα τῶν συμπατριωτῶν τους καὶ τὴ δημιουργία στὴν πατρίδα τους ἑνὸς καλύτερου κόσμου. Κόσμου στὸν ὁποῖο ἀντὶ τοῦ μίσους θὰ βασίλευε ἡ ἀγάπη, ἀντὶ τῆς ἀπελπισίας ἡ ἐλπίδα, ἀντὶ τῆς ἀνομίας καὶ τῆς διαφθορᾶς ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἀρετή.
Μαζὶ μὲ τοὺς πρώτους αὐτοὺς ξεριζωτὲς τῆς ἀπιστίας καὶ φυτευτές τοῦ δένδρου τῆς πίστεως στὸ προνομιοῦχο νησὶ τῆς Κύπρου ἦταν καὶ ὁ Ἅγιος Θεόδωρος. Ἦταν ἕνας ἀπ’ αὐτούς.
Πατρίδα εἶχε τὴν μεγάλη πολιτεία τῆς Ταμασοῦ, ποὺ ἡ φήμη της τότε ἁπλωνόταν καὶ πέρα ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ αὐτὴ γωνιὰ ἐξ αἴτιας τοῦ περίφημου χαλκοῦ της καὶ τῶν πλουσίων σὲ τοῦτο τὸ πολύτιμο εὔρημα μεταλλείων της. Οἱ γονεῖς του ἦταν εἰδωλολάτρες. Ὁ πατέρας του μάλιστα εἶχε ὡς ἔργο τὴν ἀγαλματοποιΐα. Κατασκεύαζε ἀγάλματα θεῶν, τὰ ὁποία, ὅταν μεγάλωσε ὁ γιὸς του Θεωνᾶς – αὐτὸ ἦταν τ’ ὄνομά του πρὶν νὰ βαπτισθεῖ – τὰ ἔπαιρνε καὶ τὰ πωλοῦσε στὴν ἀγορὰ καὶ ἀπὸ τὰ χρήματα ποὺ ἔπαιρναν ἀποζοῦσαν.
Μιὰ ἐπιτόπια παράδοση μᾶς ἀναφέρει, πὼς κάποια φορὰ ποὺ ὁ Θεωνᾶς πήγαινε στὴν πόλη γιὰ νὰ πωλήσει τὰ ἀγαλματάκια τοῦ πατέρα του, ποὺ τὰ εἶχε μέσα στὸ «ἰσάτζιν» του (σακίδιο), συνοδευόταν ἀπὸ τὸν φίλο του Μνάσωνα καὶ τὸν δάσκαλο καὶ τῶν δύο, τὸν Ἅγιο Ἠρακλείδιο. Τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες εἶχαν πέσει καταρρακτώδεις βροχὲς καὶ ὁ ποταμὸς Πεδιαῖος (Πιδκιᾶς), ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὰ βουνὰ τοῦ Μαχαιρᾶ, καὶ χωρίζει σήμερα τὸ Πολιτικὸ ἀπὸ τὸ χωριὸ Πέρα, τότε δὲ τὴν Ταμασὸ ἀπὸ τὸ πέραν τοῦ ποταμοῦ Πιδιᾶ τμῆμά της – γι’ αὐτὸ λέγεται καὶ Πέρα — εἶχε κατεβάσει πολὺ νερὸ καὶ εἶχε γίνει ἀδιάβατος. Στὸ θέαμα τοῦ «πολυκύμαντου» νεροῦ ὁ Ἅγιος Ἠρακλείδιος κάλεσε τὸν Θεωνὰ νὰ ρίξει μέσα στὸν ποταμὸ κανένα ἀπὸ τὰ ἀγαλματάκια τῶν θεῶν ποὺ κρατοῦσε, ἴσως καὶ σταματήσουν τὰ νερὰ νὰ τρέχουν, καὶ ἔτσι μπορέσουν νὰ διαβοῦν στὴν ἄλλη μεριά:
› Βάλε κανένα θεὸ μέσα νὰ ρέξομεν.
Ἔβαλεν ἕναν, ἐπῆρέν τον ὁ ποταμός· ἔβαλεν ἄλλον, ἐπῆρεν τον τζιαὶ τζεῖνον βάλλει ἄλλον, τζιαὶ τζεῖνον τὰ ἴδια. Στὴν ὑστερκᾶν (στὸ τέλος) σύρνει τους μὲ τὸ Ἰσάτζιν ἐπήαν οὔλλοι, τζ’ ὁ ποταμὸς ἐν ἰσταμάτα. Ἐστέκουνταν τζ’ ἐδκιαλοΐζονταν ἴντα λοὴς νὰ ρέξουν. Ὁ ἄης Ἄρα κλείτης τότε ἐποταύρισεν τὸ δεκανίτζιν του (βακτηρία) τζ’ ἐσταύρωσεν τὸμ ποταμὸν ἴσια ἐσταμάτησεν, τζ’ ἐρέξασιν.
Τὸ θαῦμα αὐτὸ τοῦ χωρισμοῦ τῶν νερῶν τοῦ Πιδιᾶ πρέπει νὰ ἔγινε φυσικὰ προτοῦ νὰ πιστεύσει στὸν Χριστὸ ὁ Ἅγιός μας. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ προσπάθειά του νὰ σταματήσει τὸ ρεῦμα τῶν νερῶν ἀπέτυχε, ἂν καὶ μέσα σ’ αὐτὸ ἔριξε ὅλα τὰ ἀγαλματάκια τῶν θεῶν, ποὺ τοῦ ἔδωκε ὁ πατέρας του νὰ πωλήσει.
Στὴ νεανικὴ ἡλικία βρίσκουμε τὸν Θεωνὰ νὰ εἶναὶ συνδεδεμένος στενὰ μὲ τὸν Μνάσωνα, ποὺ ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς στὸ βιβλίο του Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ἀποκαλεῖ «ἀρχαῖον μαθητήν». Μὲ τὸν Μνάσωνα μάλιστα εἶχαν ἀναλάβει καὶ ἕνα ταξίδι στὴ Ρώμη γιὰ νὰ λύσουν κάποιες διαφορὲς ποὺ εἶχαν δημιουργηθεῖ μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρῶν τοῦ Πολιτικοῦ καὶ τοῦ χωρίου Πέρα, ποιὸς ἀπὸ τοὺς ψευδώνυμους θεοὺς τους ἦτο μεγαλύτερος. Ἐκεῖ στὴν πρωτεύουσα τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ποὺ ἦταν καὶ τὸ κέντρο τοῦ εἰδωλολατρικοῦ κόσμου, οἱ δυὸ φίλοι γνωρίστηκαν μὲ μερικοὺς ἀποστόλους ἀπὸ τοὺς ἑβδομήκοντα. Ποὶοι ἤσαν αὐτοὶ οἱ ἀπόστολοι δὲν γνωρίζουμε. Αὐτὸ ποὺ γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν ἀκολουθία τοῦ ὁσίου εἶναι, πὼς οἱ δυὸ Κύπριοι ταξιδιῶτες εἶχαν ἔρθει σὲ ἰδιαίτερη ἐπαφὴ μ’ αὐτούς. Στὶς συναντήσεις ποὺ ἀκολούθησαν οἱ ἀπόστολοι μίλησαν στοὺς δύο φίλους γιὰ τὴν καινούργια πίστη. Ἡ διψασμένη γιὰ τὴν ἀλήθεια ψυχή τους δὲν χόρταινε ν’ ἀκούει τὸν λόγο γιὰ τὸν Ἰησοῦ τὸν Ναζωραῖο. Αὐτὴ ἡ δίψα τοὺς ἔκανε νὰ ἐγκαταλείψουν πολὺ γρήγορα τὴν μεγάλη πόλη Ρώμη, καὶ ἀντὶ νὰ γυρίσουν στὴν πατρίδα τους, τὴν Κύπρο, νὰ τραβήξουν στὰ Ἱεροσόλυμα. Πῆγαν ἐκεῖ γιὰ νὰ συναντήσουν τὸν κορυφαῖο ἀπ’ τοὺς ἀποστόλους, τὸν Πέτρο, ἔτσι τοὺς τὸν εἶπαν, καὶ τὸν ἀγαπημένο μαθητὴ τοῦ Χριστοῦ, τὸν Ἰωάννη τὸν Θεολόγο καὶ Εὐαγγελιστή. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εὐλόγησε τὸν πόθο τους καὶ ἀντάμειψε τὴν ἀγαθὴ διάθεσή τους. Στὴν Ἁγία Πόλη, τὴν Ἱερουσαλήμ, συνήντησαν πραγματικὰ τοὺς δύο ἀποστόλους καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἄκουσαν ὅτι ζητοῦσαν. Ἀπὸ τοὺς αὐτόπτες τούτους μαθητὲς καὶ αὐτήκοους μάρτυρες τοῦ Ἰησοῦ ἔμαθαν «καταλεπτῶς» τὸ περιστατικὸ γύρω ἀπὸ τὴν Γέννηση τοῦ Θείου Βρέφους, τὸ μεγάλωμα καὶ τὴν Βάπτισή του στὸν Ἰορδάνη ποταμό.
Πληροφορήθηκαν ἀκόμη σχετικά τινα γιὰ τὸ ἔργο του, τὴν διδασκαλία καὶ τὰ Θαύματά του, καὶ ἐπίσης γιὰ τὴν ἑκούσια Σταύρωση, τὴν ἐκ νεκρῶν Ἀνάσταση, καὶ ὑστέρα ἀπὸ σαράντα μέρες Ἀνάληψή του στοὺς οὐρανούς. Ἐπίσης ἀπ’ τοὺς ἱεροὺς ἀποστόλους ἔμαθαν, πὼς ὁ Ἰησοῦς θὰ ξανάρθει κάποτε, γιὰ νὰ κρίνει ζώντας καὶ νεκρούς. Νὰ τιμωρήσει τοὺς κακοὺς καὶ νὰ βραβεύσει τοὺς καλοὺς καὶ ἐνάρετους. Ὅλα αὐτὰ οἱ δύο προσήλυτοι τὰ παρακολούθησαν μὲ πολλὴ λαχτάρα. Καὶ ἀφοῦ δέχτηκαν στὸ τέλος καὶ τὸ βάπτισμα, ἀναχώρησαν γιὰ τὴν Κύπρο, γιὰ νὰ συναντήσουν ἐδῶ τοὺς Ἀποστόλους Παῦλο καὶ Βαρνάβα καὶ Μᾶρκο καὶ τὸν ὀπαδὸ τους τὸν Ἠρακλείδιο, ποὺ εἶχαν ἤδη κατηχήσει καὶ βαπτίσει. Οἱ δύο νεοφώτιστοι χριστιανοὶ χαίροντες καὶ ἀγαλλόμενοι γιὰ τὴν εὐλογημένη συνάντηση μὲ τοὺς Ἀποστόλους καὶ τὸν Ἅγιο Ἠρακλείδιο ἀντάλλαξαν μαζί τους χαιρετισμὸ ἀγάπης καὶ παρέμειναν κοντά τους.
Λίγες μέρες μετὰ τὴ συνάντηση οἱ ἀπόστολοι ἀναχώρησαν γιὰ τὴν Πάφο. Τότε, σύμφωνα μὲ τὸ συναξάρι τοῦ Ὁσίου, ὁ μὲν Ἅγιος Μνάσων ἔμεινε μαζὶ μὲ τὸν δάσκαλό του, τὸν Ἅγιο Ἠρακλείδιο, ὁ δὲ Ὅσιος Θεόδωρος ἀποχωρίστηκε καὶ ἀπ’ τοὺς δύο, καὶ ἔζησε μία ἀσκητικὴ ζωή.
Γιὰ τριάντα ὀκτὼ χρόνια ὁ ἱερὸς ἀθλητὴς πάλεψε ἔχοντας σὰν κανόνα τὴν αὐστηρὴ ἐγκράτεια, στήριγμα τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, περικεφαλαία τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ σκοπὸ του τὴν ἐπικράτηση τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ στὴν ἀγαπημένη του πατρίδα.
Ἕνας συνεχὴς ἀγῶνας ὑπῆρξε ὁλόκληρη ἡ ζωή του. Τὰ λόγια τοῦ Κυρίου «ἀγωνίζεσθε εἰσελθεὶν διὰ τῆς στενῆς πύλης» ἀντηχοῦσαν κάθε στιγμὴ στ’ αὐτιά του. Ἔτρωγε πολὺ λίγο. Καὶ αὐτὸ τὸ νερὸ ἀκόμα τὸ χρησιμοποιοῦσε κατὰ ἀραιὰ διαστήματα. Ἤθελε τὸν ἑαυτό του ἐλεύθερο καὶ ἀπ’ αὐτὲς τὶς φυσικὲς ἀνάγκες. Τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τὸν εἶχε φωτίσει ἀπ’ τὴν ἀρχὴ ν’ ἀντιληφθεῖ, πὼς ἡ ἐγκράτεια στὴν τροφὴ εἶναι ἕνα γερὸ χαλινάρι γιὰ νὰ μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ συγκρατεῖ τὶς κατώτερες ὁρμές του. Καὶ δὲν εἶχε ἄδικο. Ἐκεῖνος ποὺ περιφρονεῖ τὴν ἐγκράτεια καταντᾷ κάποιες στιγμὲς νὰ εἶναι σὰν ἄλογο ποὺ δὲν ἔχει χαλινό. Ἡ ἐγκράτεια τῶν τροφῶν ἐξασθενεῖ καὶ τὰ διάφορα πάθη καθὼς καὶ τὶς σαρκικὲς ὁρμές, ποὺ ἀκατάπαυστα βασανίζουν τὸν ἄνθρωπο καὶ μάλιστα στὴ νεανικὴ ἡλικία.
Γιὰ ἐνίσχυση τούτου τοῦ ἀγῶνα του χρησιμοποιοῦσε πλούσια τὸ στήριγμα κάθε εὐγενικῆς προσπάθειας, τὴν προσευχή. Ζωσμένος μὲ σίδερα στὴ μέση περνοῦσε τὶς περισσότερες ὧρες τῆς νύχτας καὶ τῆς ἡμέρας μὲ τὴν σκέψη του στραμμένη στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ χέρια ὑψωμένα σὲ προσευχή.
Τὸ οἰκοδόμημα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς του, ὁ Ἅγιος στήριζε στὴν ταπεινοφροσύνη. «Πᾶς ἃ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται», ἔλεγε συχνὰ στοὺς ἀκροατές του. «Μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος», πρόσθετε μὲ ἀγάπη καὶ καλοσύνη. Ἔτσι ἡ ζωή του ἔγινε μία ἐπίμονη πορεία πρὸς τὴν ἀρετή, πρὸς τὴν τελειότητα, πρὸς τὴν ἀγαθότητα. Ἀλλὰ καὶ τὸ καλύτερο, τὸ ζωντανότερο κήρυγμα γιὰ κείνους ποὺ τὸν ἐπεσκέπτοντο ἢ ποὺ ἐπισκεπτόταν ὁ ἴδιος.
Ἔτσι ἔζησε ὁ Ὅσιος. Μὲ σύνθημα τὴν ἀρετὴ καὶ βοήθεια τὰ πολλὰ θαύματα ποὺ ἔκαμνε μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, πρόβαλλε πειστικὰ τὸ Ἱερὸ ἔργο ποὺ ἐπιτελοῦσε, τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας ψυχῶν.
Ὅταν ἔφτασε ἡ ὥρα ν’ ἀφήσει τὴν πρόσκαιρη τούτη ζωή, ὁ Ἅγιος προαισθάνθηκε τὸν θάνατό του, κάλεσε κοντὰ του τὸν Ροδῶνα, ἕναν ἀπὸ τὴν Ἱεραποστολικὴ ὁμάδα καὶ τρίτον κατὰ σειρὰ ἐπίσκοπο τῆς ἀρχαίας Ταμασοῦ, καὶ τοῦ ἀνέθεσε νὰ συγγράψει τὰ ἔργα τοῦ Ἁγίου Ἠρακλειδίου καὶ τοῦ Μνάσωνος γιὰ οἰκοδομὴ τῶν πιστῶν. Σ’ αὐτὸν παρέδωκε καὶ ὁ ἴδιος τὰ ἀπομνημονεύματα ποὺ εἶχε γράψει μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης γιὰ τοὺς δυὸ Ἁγίους. Ὕστερα φώναξε κοντὰ του μερικὰ ἀπ’ τὰ πνευματικά του παιδιά, τὰ νουθέτησε, τὰ στήριξε μὲ τὴν τελευταία διδασκαλία του καὶ γαλήνιος παρέδωκε τὴν μακαρία ψυχή του στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ στὶς 4 τοῦ Ὀκτώβρη.
Οἱ Ἅγιοι Ἠρακλείδιος καὶ Μνάσων, μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους πιστοὺς ἀδελφούς, μὲ πολλὴ λύπη κήδευσαν τὸ ἅγιο λείψανο καὶ τὸ ἔθαψαν στὸν ἴδιο τάφο, ποὺ εἶχαν θάψει πρωτύτερα καὶ τὸν πατέρα του Χρύσιππο.
Απολυτίκιο
Εν σοι Πάτερ ακριβώς διεσώθη το κατ’ εικόνα, λαβών γαρ τον σταυρόν ηκολούθησας Τον Χριστόν και πράττων εδίδασκες υπεροράν μεν σαρκός, παρέρχεται γαρ, επιμελείσθε δε ψυχής πράγματος αθανάτου. Διό και μετά αγγέλων συναγάλλεται Όσιε Θεόδωρε το πνεύμα σου.
Πηγή: Μέγας Συαναξαριστής, Κοινοτικό Συμβούλιο Πολιτικού
Ο Άγιος Κυπριανός καταγόταν από την παραλιακή πόλη της Καρχηδόνας ή Καρθαγένης που βρισκόταν στη Λιβύη. Να θυμήσουμε ότι η Καρχηδόνα ήταν για πολλά χρόνια το αντίπαλο δέος της αρχαίας Ρώμης. Δεν είναι τυχαίο δηλαδή το γεγονός ότι από την Καρχηδόνα ξεκίνησε ο Αννίβας, για να υποτάξει τη Ρώμη. Ο Κυπριανός λοιπόν γεννήθηκε σε αυτή την πόλη το 211 μ.Χ. περίπου. Ήταν γόνος μιας μεγάλης ειδωλολατρικής και πλούσιας οικογένειας Συγκλητικών. Ανατράφηκε και έζησε στην Καρχηδόνα ενώ όλη του η δράση, ως ρήτορα πρώτα και μάγου μετά, αναφέρεται στην Αντιόχεια της Συρίας όταν βασιλιάς ήταν ο Δέκιος, περίπου το 250 μ.Χ.
Την 1 Οκτωβρίου, γιορτάζουν, ανάμεσα σ’ άλλους αγίους, δύο από τους κορυφαίους μουσικούς της ελληνικής/ρωμέικης παράδοσης. Οι άγιοι Ρωμανός ο Μελωδός και Ιωάννης ο Κουκουζέλης.
Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός
Ο Άγιος Ρωμανός, γνωστός και ως Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός είναι από τους γνωστότερους ελληνικούς υμνογράφους, αποκαλούμενος και ως “Πίνδαρος της Ρυθμικής Ποίησης”. Άκμασε κατά τη διάρκεια του έκτου αιώνα, που θεωρείται ότι είναι η “Χρυσή Εποχή” της βυζαντινής υμνογραφίας. Ο Ρωμανός ο Μελωδός θεωρείται κορυφαίος ποιητής και υμνογράφος της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Γεννήθηκε στην Έμεσα της Συρίας πιθανώς τον 6ο αιώνα και σύμφωνα με ανώνυμο ύμνο ήταν εβραϊκής καταγωγής. Στη Βηρυτό έκανε τις σπουδές του και στα χρόνια τής βασιλείας του Αναστασίου του Α’ ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και υπηρέτησε στο ναό της Αγίας Σοφίας. Μετά την παταγώδη αποτυχία του σαν ψάλτης στον εσπερινό των Χριστουγέννων αποσύρθηκε στη μονή τής Θεοτόκου των Κύρου. Εκεί, σύμφωνα με το Μηνολόγιο του Βασιλείου η Θεοτόκος του έδωσε το χάρισμα της σύνθεσης ύμνων. Τότε έγραψε το κοντάκιο των Χριστουγέννων με το γνωστό προοίμιο: «Ἡ Παρθένος σήμερον / τὸν ὑπερούσιον τίκτει / καὶ ἡ γῆ τὸ σπήλαιον / τῷ ἀπροσίτω προσάγει…».
“Λέγεται ότι κατά την νύκτα της εορτής των Χριστουγέννων έτυχε να κοιμηθεί πλησίον του άμβωνα. Τότε εμφανίσθηκε σ΄ αυτόν η Θεοτόκος, και του επέδωσε ειλιγμένο χαρτί («κόντος» και «κοντάκιον»), το οποίο αφού έφαγε αμέσως αξιώθηκε του χαρίσματος, δηλαδή έγινε μουσικός και καλλίφωνος, ενώ ο ίδιος ήταν άμουσος παντελώς και αηδής κατά την φωνή. Αμέσως αφού εποίησε το «Η παρθένος σήμερον» το έψαλε από τον άμβωνα, αποσπώντας τον θαυμασμό των πιστών. Ήταν το πρώτο του Κοντάκιον και ακολούθησαν αλλά χίλια από τα οποία διακρίνονται και τα εξής, «Επεφάνη σήμερον», «Τα άνω ζητών», «Την εν πρεσβείαις ακοίμητον Θεοτόκον», «Ως απαρχάς της φύσεως» και άλλα”.
Σύμφωνα με το συναξαριστή ο Ρωμανός έγραψε περίπου χίλιες συνθέσεις από τις όποιες διασώθηκε μόνο το ένα δέκατο. Πολυποίκιλα τα θέματά του. Ύμνησε όλους σχεδόν τους Αγίους και τις εορτές της Χριστιανικής Εκκλησίας. Ανεξάντλητος στις συλλήψεις και στον πλούτο ιδεών, γνωρίζοντας τον τρόπο να προσδίνει πρωτοτυπία ακόμη και στα πιο κοινά θέματα. Τα πρόσωπα των Αγίων αλλά και της Παναγίας και του Χριστού παρουσιάζονται απόλυτα ζωντανά χωρίς τίποτα το νεκρικό ή απόκοσμο.
Η ποίηση του Ρωμανού του Μελωδού εκφράζει την ίδια την εποχή του, τους πόθους και τις ελπίδες εκείνων των ανθρώπων. Γι΄ αυτό και το έργο του δεν εξετάζεται μόνο από θρησκευτικής άποψης ή λογοτεχνικής αλλά και ιστορικής και λαογραφικής. Η γλώσσα του απλή, χωρίς στόμφους και όπου παρουσιάζεται ρητορική μακρολογία επειδή έτσι επιβαλλόταν από την ανάγκη των τότε λειτουργικών πλαισίων, αυτή γίνεται χωρίς να κουράζει. Γενικά οι φράσεις του περιέχουν μια πλαστικότητα, μεστή νοημάτων κατά μια άψογη τεχνική όπως παραδέχονται ειδικοί.
Ο Ρωμανός δε δίνει μέσα από το έργο του σαφείς πληροφορίες για τη ζωή του, για αυτό κατά καιρούς υποστηρίχτηκαν διάφορες απόψεις ότι ήταν πρεσβύτερος, εκκλησιέκδικος, κήρυκας. Το βεβαιότερο είναι ότι χειροτονήθηκε Διάκονος. Πέθανε γύρω στο 560 μ.Χ. Για τη μεγάλη του προσφορά στη χριστιανική υμνογραφία ονομάστηκε “Πίνδαρος τής εκκλησιαστικής ποίησης”. Ή Εκκλησία γιορτάζει τη μνήμη του την 1η Οκτωβρίου.
Στο ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, ο άγιος Ανδρέας ο διά Χριστόν σαλός βλέπει την Παναγία να σκεπάζει το λαό μ’ ένα ουράνιο σκέπασμα. Το θείο αυτό βίωμα γιορτάζεται 1 Οκτωβρίου (γιορτή της “Αγίας Σκέπης”), εκτός από την Ελλάδα, όπου μεταφέρθηκε 28 Οκτωβρίου, προς τιμήν της υποστήριξης της Παναγίας στους Έλληνες φαντάρους του 1940. Στη μέση της εικόνας ο άγ. Ρωμανός ο Μελωδός.
Ο Ρωμανός χρησιμοποίησε το ποιητικό εκείνο είδος πού λέγεται εκκλησιαστικός Ύμνος και του χάρισε την τελειότερη μορφή. Ο Ύμνος αποτελείται από το Κοντάκιον (προσόμοιον ή κουκούλιον), τους Οίκους και το Εφύμνιον και στηρίζεται πάνω στο νόμο της Ισοσυλλαβίας και ομοτονίας. Μαζί με το ποιητικό κείμενο συνέθετε ο ίδιος και τη μουσική ή έδενε το νέο ποίημα πάνω σε παλιότερη μουσική σύνθεση. Θεματικά τα έργα του αναφέρονται περισσότερο σε γεγονότα της ζωής του Χριστού και σε ιερά πρόσωπα της Γραφής, όπως και σε βίους άγιων.
Το είδος αυτό της ποίησης κυριαρχεί και σήμερα στην εκκλησιαστική ποίηση.
Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα). Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς σάλπιγξ θεόληπτος, τῶν οὐρανίων ᾠδῶν, ἐνθέως ἐφαίδρυνας, τὴν Ἐκκλησίαν Χριστοῦ, τοὶς θείοις σου ἄσμασι, σὺ γὰρ τῆς Θεοτόκου, ἐμπνευσθεῖς τὴ ἑλλάμψει, ἔνθεος ὑμνηπόλος, ἐγνωρίσθης ἐν κόσμῳ, διὸ σὲ πόθω τιμῶμεν, Ρωμανὲ Ὅσιε.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.
Ἐν σοὶ Πάτερ ἀκριβῶς διεσώθη τὸ κατ᾽ εἰκόνα· λαβὼν γὰρ τὸν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καὶ πράττων ἐδίδασκες, ὑπερορᾷν μὲν σαρκός, παρέρχεται γάρ· ἐπιμελεῖσθαι δὲ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτoυ· διὸ καὶ μετὰ Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὅσιε Ῥωμανὲ τὸ πνεῦμά σου.
Άγιος Ιωάννης Κουκουζέλης
Ο Ιωάννης Κουκουζέλης είναι άγιος και σπουδαίος υμνογράφος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ο οποίος έζησε τον 13ο-14ο μ.Χ. αι. Τον αποκαλούσαν επίσης «αγγελόφωνο» και «Καλλικέλαδο». Θεωρείται ο δεύτερος μεγαλύτερος μελοποιός μετά τον Ιωάννη Δαμασκηνό, και συχνά χαρακτηρίζεται ως «Μαΐστωρ της μουσικής».
Ο Ιωάννης γεννήθηκε γύρω στο 1280 στο Δυρράχιο σε μια αγροτική οικογένεια. Καθώς είχε εξαιρετική φωνή, πήγε στην Κωνσταντινούπολη για να σπουδάσει στην αυτοκρατορική σχολή. Τα πρώτα χρόνια των σπουδών του υπήρξαν δύσκολα. Μάλιστα, όταν τον ρωτούσαν στη σχολή τι έτρωγε, απαντούσε «κουκία και ζέλια» (μπιζέλια), γιατί ήταν φτωχός. Αργότερα γνώρισε τον ηγούμενο της Μεγίστης Λαύρας, από τον οποίο έμαθε για τη μοναχική ζωή στο Άγιο Όρος και αποφάσισε να γίνει μοναχός.
Στο μεταξύ όμως ο αυτοκράτορας, που είχε εκτιμήσει την τέχνη του, τον είχε διορίσει αρχιμουσικό των αυτοκρατορικών ψαλτών και ήθελε να τον παντρέψει με την κόρη κάποιου μεγιστάνα. Τότε ο Ιωάννης πήγε στον τόπο της γέννησής του για να πάρει τάχα τη μητρική συγκατάθεση για τον γάμο. Όμως συνεννοήθηκε με φίλους του να πουν στη μητέρα του ψέματα ότι είχε πεθάνει [“Νεκρός”: Πολύ σκληρή στάση και φυσικά δε μπορούμε να τη θεωρήσουμε σωστή. Ας έχουμε υπόψιν ωστόσο ότι ο άγιος το έκανε αυτό σε νεαρή ηλικία, πολύ πριν αποχτήσει πνευματική πείρα και αγιότητα]. Μάλιστα, καθώς βρισκόταν κρυφά μέσα στο σπίτι κι άκουγε τη μητέρα του να κλαίει και να οδύρεται για τον δήθεν θάνατό του, μέλισε τη θρηνωδία (μοιρολόγι) με τίτλο «Βουλγάρα».
Στη συνέχεια πήγε στο Άγιο Όρος, στη μονή Μεγίστης Λαύρας, ντυμένος με τρίχινα ενδύματα και αποκρύπτοντας την ταυτότητά του. Όταν τον ρώτησε ο θυρωρός ποιος ήταν, και τι θέλει, αποκρίθηκε ότι είναι χωρικός, βοσκός προβάτων και ότι επιθυμεί το μοναχικό σχήμα. Όταν ο θυρωρός παρατήρησε ότι ήταν πολύ νέος, ο Ιωάννης απάντησε ταπεινά με τη ρήση του προφήτη Ιερεμία «Αγαθόν ανδρί, όταν άρη ζυγόν εν τη νεότητι αυτού».
Στη Μονή της Λαύρας εκάρη μοναχός και τον διόρισαν ποιμένα των τράγων της μονής. Όμως όταν έβγαζε στη βοσκή τους τράγους, αυτοί γύριζαν αργά το απόγευμα πίσω στη στάνη τους σχεδόν νηστικοί, σε αντίθεση με άλλες φορές που τους έβοσκαν άλλοι πατέρες. Ο ηγούμενος ανέθεσε σε κάποιον μοναχό να παρακολουθήσει τον Ιωάννη για να δει τι συνέβαινε. Ο μοναχός διηγήθηκε ότι καθώς έβοσκαν τα ζώα, ο Κουκουζέλης άρχισε να ψάλλει και τότε εκείνα σταμάτησαν να τρώνε και τον άκουγαν με προσοχή. Όταν σταμάτησε το ψάλσιμο, τότε άρχισαν πάλι να τρώνε. Κάποια στιγμή ξανάρχισε, και τα ζώα τον κοίταζαν και πάλι σα μαγεμένα, σταματώντας να βόσκουν.
Τότε ο ηγούμενος τον προσκάλεσε και τον αναγνώρισε. Αρχικά τον επιτίμησε [=τον μάλωσε] που δεν είχε αποκαλύψει ποιος ήταν. Μάλιστα έγραψε τα τεκταινόμενα στον αυτοκράτορα, ο οποίος συμφώνησε να μην ενοχλήσει το μουσικό που είχε δραπετεύσει κυριολεκτικά από το παλάτι. Από τότε ο Ιωάννης ζούσε μέσα σε κελί της Λαύρας, και τις Κυριακές και εορτές έψαλλε στο ναό με τους άλλους ιεροψάλτες. Δεν προσπαθούσε να εντυπωσιάσει κάνοντας επίδειξη των φωνητικών του ικανοτήτων, αλλά έψαλλε προσευχόμενος, προκαλώντας στους ακροατές κατάνυξη και διάθεση για προσευχή.
Μετά από οσιακό βίο, ανακηρύχθηκε άγιος και η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία την 1η Οκτωβρίου. Στο μοναστήρι της Μεγίστης Λαύρας φυλάσσεται εικόνα του που τον παρουσιάζει περικυκλωμένο με τα μουσικά του σύμβολα, τα «νεύματα».
Σύμφωνα με την παράδοση, σε κάποια παννυχίδα, Σάββατο της Ε΄ εβδομάδας των Νηστειών, όταν ψάλλεται ο Ακάθιστος Ύμνος, μετά το τέλος του κανόνα ο Ιωάννης αποκοιμήθηκε στο στασίδι, κουρασμένος από την αγρυπνία. Εκεί είδε σε όραμα ότι ήρθε η Θεοτόκος και του έδωσε ένα χρυσό νόμισμα, επειδή είχε ψάλει πολύ κατανυκτικά τον ύμνο της. Αμέσως ξύπνησε, και βρήκε στο χέρι του το δώρο της Θεοτόκου. Αυτό το χρυσό νόμισμα το έκοψαν στα δύο. Το μισό βρίσκεται σήμερα δίπλα την εικόνα της Θεοτόκου στο ναό της Λαύρας και το άλλο μισό εστάλη στη Ρωσία.
Ο Ιωάννης Κουκουζέλης επέφερε τροποποιήσεις και μεταβολές ή προσθαφαιρέσεις στα σημεία της συμβολικής γραφής των μελωδιών που είχε καθιερώσει ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Συνέγραψε θεωρητικό έργον περί Μουσικής τέχνης, και βιβλίο με μουσικά σημεία που περιέχει εκκλησιαστικά άσματα. Δημιούργησε το λεγόμενο Μέγα Ίσον της Παπαδικής, το οποίο αργότερα κατά τον 18ο αιώνα μεταφέρθηκε σε νεώτερη μουσική παρασημαντική από τον Πέτρο τον Πελοποννήσιο και εν τέλει και στο νέο σύστημα, το οποίο ίσχυσε από τις αρχές του 19ου αιώνα, με την μεταρρύθμιση της εκκλησιαστικής μουσικής σημειογραφίας που επεξεργάστηκε ο Χρύσανθος ο Μαδυτινός. Δημιούργησε τον κυκλικό Μέγιστο Τροχό της μουσικής, ο οποίος έχει γύρω του άλλους τέσσερις μικρότερους Τροχούς. Καθένας από αυτούς παριστάνει με μαρτυρίες την πλάγια πτώση του κάθε πλαγίου ήχου προς τον κύριο ήχο του. Οι οκτώ ήχοι της εκκλησιαστικής μας μουσικής παραβάλλονται με τους οκτώ ήχους των αρχαίων. Πάνω και κάτω από τους μικρότερους τροχούς δίνονται ολογράφως τα ονόματα των κυρίων και πλαγίων ήχων: Δώριος, Λύδιος, Φρύγιος, Μιξολύδιος, Υποδώριος, Υπολύδιος, Υποφρύγιος, Υπομιξολύδιος.
Ο άγιος Ιωάννης Κουκουζέλης μουσούργησε κατά τους οκτώ ήχους Χερουβικά σύντομα και μακρά έντεχνα. Από αυτά σώζεται ένα σε ήχο πλάγιο του δευτέρου (παλατιανό), ένα Κοινωνικό «Αινείτε» σε ήχο πλάγιο του πρώτου, και ένα «Γεύσασθε» σε ήχο πλάγιο του πρώτου. Σώζονται επίσης τα μεγάλα και έντεχνα Ανοιξαντάρια, το αργό «Μακάριος ανήρ», το (εις την αρτοκλασία) «Χαίρε κεχαριτωμένη» κατ’ αναγραμματισμό σε ήχο Α΄ τετράφωνο, Αλληλουάρια σε ήχο πρώτο και πλάγιο του πρώτου, το «Άνωθεν oι Προφήται», η φήμη «Τον δεσπότην και αρχιερέα», πολυέλεοι, δοχές, καλοφωνικοί ειρμοί, πασαπνοάρια και πολλά άλλα. Κάποια από αυτά έχουν εκδοθεί, ενώ άλλα είναι ανέκδοτα. Η παρασημαντική του βρισκόταν σε χρήση μέχρι των μέσων του ΙΗ’ αιώνα, οπότε ο Πρωτοψάλτης της Μεγάλης Εκκλησίας Ιωάννης ο Τραπεζούντιος (1756), μετά από αίτημα του Οικουμενικού Πατριάρχου Κυρίλλου του από Νικομηδείας, άλλαξε το σύστημα των χαρακτήρων, εισάγοντας απλούστερη μέθοδο παρασημαντικής. Τα μουσικά χειρόγραφα του αγίου Ιωάννη Κουκουζέλη φυλάσσονται στις Βιβλιοθήκες της Κωνσταντινούπολης, της Θεσσαλονίκης, των Αθηνών, του Αγίου Όρους, του Βατικανού, του Παρισιού, της Βιέννης και άλλων πόλεων.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἡ ἡδύφωνος χάρις Πάτερ τῆς γλώττης σου, κατακηλεῖ καὶ εὐφραίνει τὴν Ἐκκλησίαν Χριστοῦ· σὺ γὰρ ἔνθους ὑμνῳδὸς ὤφθης μακάριε· ὅθεν νομίσματι χρυσῷ, σὲ ἠμείψατο λαμπρῶς, ἡ Ἄχραντος Θεοτόκος, ἣν Ἰωάννη δυσώπει, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε. (κοινόν μετὰ Ὁσίου Γρηγορίου Δομέστικου)
Τῆς Λαύρας τὰ θρέμματα, καὶ ἡδυφώνους αὐλούς, ὡς θείους θεράποντας, καὶ ὑμνολόγους Χριστοῦ, συμφώνως αἰνέσωμεν, ὕμνοις τὸν Κουκουζέλην, καὶ κλεινὸν Ἰωάννην, ἅμα σὺν Γρηγορίῳ, τῷ σοφῷ Δομεστίκῳ· Χριστὸν γὰρ ἱκετεύουσιν, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς ἀηδὼν θείων ᾀσμάτων καλλικέλαδος Καὶ ταπεινώσεως ἐξαίρετον ὑπόδειγμα Ἀνυμνοῦμέν σε θεόληπτε Ἰωάννη. Ἐν τῷ Ἄθῳ γὰρ ὡς ἄγγελος ἐβίωσας Καὶ Θεὸν ἡδίστοις χείλεσιν ἀνύμνησας· Ὅθεν κράζομεν, χαῖρε Πάτερ ἡδύφωνε.
Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον. (κοινόν μετά Ὁσίου Γρηγορίου Δομέστικου)
Τὴν δυάδα μέλψωμεν, τῶν θεοφόρων Πατέρων, Ἰωάννην ἅπαντες, σὺν τῷ κλεινῷ Γρηγορίῳ· οὗτοι γὰρ, ὧδε βιώσαντες θεοφρόνως, ᾔνεσαν, λόγῳ καὶ ἔργῳ τὸν πάντων Κτίστην· ᾧ πρεσβεύουσιν ἀπαύστως, ἡμῖν δοθῆναι, πταισμάτων ἄφεσιν.
Μεγαλυνάριον
Χαίροις εὐφωνίας ἀγγελικῆς, ἡδύφωνος τέττιξ, καὶ καλλίφωνος ἀηδών· χαίροις Ἰωάννη, χάριτος θείας σκεῦος, καὶ Μοναστῶν τοῦ Ἄθω, ὡς ἔμπνουν ὄργανον.
Ἕτερον Μεγαλυνάριον (κοινόν μετὰ τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου Δομέστικου)
Χαίρετε τῆς Λαύρας θεῖοι βλαστοί, καὶ τοῦ Παρακλήτου, αἱ κιθάραι αἱ μυστικαί· χαίροις Ἰωάννη, ὁμοῦ σὺν Γρηγορίῳ, τῆς μονῆς Θεοτόκου, θεῖοι θεράποντες.
Πηγή: Λάβαρον, Ορθόδοξος Συναξαριστής
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...