
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
"Εάν δέν γίνουν οἱ ἀναγκαῖες τροποποιήσεις, τότε στό συγκεκριµένο κείµενο θά ἐπικρατῆ θεολογική καί ἐκκλησιολογική διγλωσσία, ἡ ὁποία εἶναι ἀνάρµοστη σέ συνοδικά κείµενα καί µάλιστα σέ κείµενα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου" αναφέρει μεταξύ άλλων στην τρίτη επιστολή του προς τη ΔΙΣ ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος σχολιάζοντας το επίμαχο κείμενο "Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον".
Ο καθηγητής κ. Δημ. Τσελεγγίδης σε μια αποκαλυπτική συνέντευξη στον κ. Λυκούργο Μαρκούδη, διευθυντή του Ρ/Σ της Πειραϊκής Εκκλησίας, για την επικείμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδο.
Πηγή: Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ
ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Αρ. πρωτ. 439 Εν Βελιγραδίω την 24ην Ιουλίου 2015
Τω Παναγιωτάτω Αρχιεπισκόπω
Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης
και Οικουμενικώ Πατριάρχη
Κυρίω ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΩ
Εις Κωνσταντινούπολιν.
Παναγιώτατε,
Η Σύνοδος της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας κατά την τακτικήν συνεδρίασίν Της του παρελθόντος Μαΐου ε.ε. εξήτασε την έκθεσιν των εκπροσώπων τής καθ΄ ημάς Τοπικής Εκκλησίας, που αφορούσε εις την τρίτην συνάντησιν της Ειδικής Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής διά την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον και αποφάσισεν όπως κοινοποιήση τας προτάσεις Αυτής διά την Πέμπτην Προσυνοδικήν Πανορθόδοξον Διάσκεψιν, εν ταυτώ ειπείν διά την μέλλουσα Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής του Χριστού Εκκλησίας.
Η απόφασις και αι προτάσεις της ημετέρας Συνόδου της Ιεραρχίας κοινοποιούνται εις τους Προκαθημένους πασών των Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών επί κεφαλής όντος του Πρωτοθρόνου Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Η απόφασις και αι προτάσεις αι αφορώσαι εις την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον έχουν ως ακολούθως:
«Μετά πλήρους συναισθήσεως της εξαιρέτου ιστορικής σπουδαιότητος της προετοιμαζομένης Μεγάλης Συνόδου διά την μαρτυρίαν και αποστολήν της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας εις τον σύγχρονον κόσμον, η Σύνοδος της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας εν όψει της προετοιμασίας της Μεγάλης Συνόδου, η οποία επρογραμματίσθη όπως συνέλθη το 2016, γνωρίζει εις τους Προκαθημένους και τας Ι. Συνόδους των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών τας επισήμους απόψεις και προτάσεις Της:
1. Είναι εις όλους γνωστόν, ότι η Σερβική Ορθόδοξος Εκκλησία συμμετέχει ενεργώς και απ’ αρχής εις τας προετοιμασίας της Μεγάλης Συνόδου καθώς και ότι έχει λάβει μέρος εις όλας τας Πανορθοδόξους Προπαρασκευαστικάς Επιτροπάς από της πρώτης εν έτει 1961 έως και σήμερον. Το γεγονός αυτό διατρανώνει την επιθυμία Της διά την σύγκλησιν της Συνόδου και την συναίσθησιν των ευθυνών δια την καλυτέραν προετοιμασίαν του οροσήμου τούτου διά την Ορθόδοξον Εκκλησίαν και την υλοποίησιν της ευαγγελικής αποστολής Της.
Προκαλεί όμως ανησυχίαν εις την καθ’ ημάς Τοπικήν Εκκλησίαν το γεγονός ότι ενώ η Σύνοδος συνέρχεται λίαν προσεχώς, τα προγραμματισθέντα θέματα της Συνόδου δεν απαντούν εις ουσιαστικά ζητήματα, με τα οποία βρίσκεται αντιμέτωπος η σημερινή Ορθόδοξος Εκκλησία. Ως γνωστόν, αι Οικουμενικαί Σύνοδοι και άπασαι αι της αυτής σπουδαιότητος Σύνοδοι εν τη ιστορία της Εκκλησίας αντιμετώπιζαν εν πρώτοις τα εμφανισθέντα δογματικά ζητήματα και ακολούθως, εν συσχετισμώ προς αυτά, και τα ζητήματα διοργανώσεως και κανονικής ευταξίας εν τη Εκκλησία.
Αδιαμφισβητήτως το κεντρικόν δογματικόν ζήτημα από του Μεγάλου Σχίσματος (1054 μΧ) και εντεύθεν, μετά την εμφάνισιν της Διαμαρτυρήσεως (από του 16ου αι.) έως και της σήμερον, είναι το εκκλησιολογικό ζήτημα: το περί Εκκλησίας ερώτημα.
Συνεπώς το προβλεπόμενον θέμα της Συνόδου, προερχόμενον από τον συγκερασμόν δύο πρώην θεμάτων (περί Οικουμενισμού και περί του Διαλόγου μετά των άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών) υπό τον τίτλον Η σχέσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά του λοιπού Χριστιανικού κόσμου, αναποφεύκτως απαιτεί προκαθορισμόν τινά της διδασκαλίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής, εν η πιστεύομεν, εν τω Συμβόλω της Πίστεως ομολογούντες, ότι αύτη εστίν η Ορθόδοξος Εκκλησία - η Εκκλησία του Συμβόλου. Μόνον υπό το φως τοιαύτης προκαθορισμένης αυτογνωσίας της Εκκλησίας δύναται το προβλεπόμενον θέμα, ήτοι «Η σχέσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά του λοιπού Χριστιανικού κόσμου», να εύρη την πραγματικήν αυτού θέσιν. Τούτο ακριβώς το ουσιώδες δογματικο-εκκλησιολογικό ζήτημα έχουσα υπ’ όψιν η καθ’ ημάς Τοπική Εκκλησία προέτεινε διά του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με απόφασιν της Συνάξεως αυτής (υπ’ αριθμ. 771/зап. 160 της 26ης Μαΐου 2011), επικύρωσιν τινά της οικουμενικής σπουδαιότητος της Συνόδου του Φωτίου (879/890), ειδικώς δε της διδασκαλίας αυτής περί του Filioque, το οποίο και ήτο ο κύριος λόγος διά τον χωρισμόν της Εκκλησίας της Ρώμης από το πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Διά τον αυτόν λόγον, η ημετέρα Σύναξις προέτεινε, και πάλιν προτείνει, διά την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον, την επικύρωσιν υπό της Μεγάλης Συνόδου των Ησυχαστικών Συνόδων του 14ου αι., και την αποδοχήν της διδασκαλίας των εξ ολοκλήρου ορθοδόξου περί της θείας Ουσίας και των αιωνίων Θείων Ενεργειών ως μίαν ουσιώδη διαφοράν εν σχέσει με την Ρωμαιοκαθολικήν διδασκαλίας περί της Θείας Χάριτος, τουτ’ έστιν εν γένει περί της σχέσως του Θεού προς την κτίσιν Αυτού, διδασκαλίαν από της οποίας οργανικώς συνάγεται η ρωμαιοκαθολική κατανόησις του Filioque, καθώς και η υπερτροφία, η ρωμαϊκή κατανόησις της θέσεως του Πρώτου εις την Εκκλησίαν (πρωτείον) - αφ’ ης η απουσία του Αγίου Πνεύματος ανταλλάσσεται από το αλάθητον ανθρώπου τινός.
Θεωρούμεν επίσης ως ουσιώδες η Μεγάλη Σύνοδος να επικυρώση τας αποφάσεις της Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως (1282-84), διά της οποίας η ένωσις της Λυώνος ηκυρώθη, και της Μεγάλης Συνόδου (1484) διά της οποίας αι αποφάσεις της Συνόδου της Φλωρεντίας ηκυρώθησαν. Εις τα πλαίσια αυτά θα ήτο εξαιρετικής σημασίας να ορισθή η θέσις της Εκκλησίας επί του (Πετρείου) Πρωτείου, και επί της σφαλεράς διδασκαλίας των Συνόδων Λυώνος, Φλωρεντίας, και Βατικανής Ι και ΙΙ, επί του θέματος αυτού, καθώς επίσης και η θέσις του Πρώτου εις την Εκκλησίαν.
Η καθ΄ ημάς Εκκλησία έχει έτοιμον σχέδιόν τι επί του θέματος «Περί της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας», και είναι ετοίμη να το αποστείλη διά την Πέμπτην Προσυνοδικήν Διάσκεψιν προς μελέτην και προετοιμασίαν διά την τελικήν μορφήν εις την Σύνοδον.
Μόνον υπό το φως της Εκκλησιολογίας θα λάβουν άπαντα τα άλλα θέματα την θέσιν την οποίαν δικαιούνται.
2. 2α. Τα επεξεργασθέντα θέματα: «Περί της αποστολής της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως μαρτυρίας αγάπης εν διακονία» και «Περί της σπουδαιότητος της νηστείας και της τηρήσεως αυτής σήμερον», θεωρούμεν ότι έχουν ολοκληρωθεί διά την ημερησίαν διάταξιν της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.
2β. Προκειμένου να δικαιολογηθή η προώθησις του θέματος «κωλύματα γάμου» εις την Μεγάλην Σύνοδον, είναι αναγκαίον πρώτον μεν να εξετασθή το υπαρξιακόν ζήτημα της συγχρόνου ανθρωπότητος και της Εκκλησίας - το ζήτημα του ιερού μυστηρίου του Γάμου και της χριστιανικής Οικογενείας, η οποία απειλείται την σήμερον περισσότερον από ποτέ (εδώ πρέπει να υπογραμμισθή: βιοηθική, ο «γάμος» συντρόφων του αυτού φύλου, το πρόβλημα της εκτρώσεως, αντισύλληψις, τεχνητή γονιμοποίησις, κλωνοποίησις κ.α.). Μόνον εις τα πλαίσια αυτά δύναται να δικαιολογηθή η συμπερίληψις του θέματος «κωλύματα γάμου». Και επί του θέματος αυτού η καθ’ ημάς Εκκλησία είναι ετοίμη να προσφέρη σχέδιόν τι προς μελέτην και προετοιμασίαν διά την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον. Ει δε μη, ελλείψει τούτου, η γνώμη της Εκκλησίας ημών είναι ότι τούτο δεν είναι ζήτημα διά την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον, αλλά μάλλον διά μίαν άλλην Πανορθόδοξον Κανονικήν Επιτροπήν.
Το αυτό ισχύει και επί του ζητήματος του Ημερολογίου. Επικεντρώνοντες το ζήτημα αυτό περί την ερώτησιν του ενδεχομένου εορτασμού του ΠΑΣΧΑ ουδέν επιλύεται (η Εκκλησία έχει λύσει το ζήτημα αυτό διά της οικονομίας), δύναται δε να προκαλέση μόνον νέαν αντίδρασιν και σκάνδαλον εντός της Εκκλησίας. Ως εκ τούτου, αυτά τα θέματα καθ’ αυτά θα πρέπει να αφαιρεθούν από τον κατάλογον των θεμάτων διά την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον.
3. Η καθ’ ημάς Εκκλησία θεωρεί άκρως σημαντικόν όπως εισαχθή εις την Σύνοδον το ήδη προετοιμασμένο θέμα «Περί του Αυτοκεφάλου και του Αυτονόμου», ως αυτό προετάθη εις την Προσυνοδική Διάσκεψιν (2009). Δεν είναι φρόνιμον να αφαιρεθή διά τυπικούς λόγους (τρόπος υπογραφής του Τόμου) το καθοριστικόν τούτο θέμα διά την οργάνωσιν, αποστολήν και κανονικήν ευταξίαν της Εκκλησίας.
Εις το ανωτέρω πλαίσιον, συμφώνως προς την πρότασιν της Ιεράς Συνόδου της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας (αρ. πρωτ. 1365 της 25ης Σεπτεμβρίου 2014), το οποίο επεδόθη εις τον Πρόεδρον της Ειδικής Επιτροπής Μητροπολίτην Περγάμου κ. Ιωάννην Ζηζιούλαν το 2014, η Σύνοδος της Ιεραρχίας εκτιμώντας ως ιδιαίτερα σημαντικό, προέτεινε όπως εντός του πλαισίου του θέματος «Αυτοκέφαλον» συμπεριληφθή και εξετασθή πρώτον το ζήτημα της επικυρώσεως πάντων των αυτοκεφάλων, των χορηγηθέντων υπό μόνης της Μητρός Εκκλησίας (αι Οικουμενικαί Σύνοδοι έχουν επικυρώσει μόνο τα τέσσερα πρεσβυγενή Πατριαρχεία και την Εκκλησίαν της Κύπρου). Εκ των νεωτέρων Εκκλησιών μόνον ο Τόμος Ανακηρύξεως του Πατριαρχείου Μόσχας έχει υπογραφεί υπό των τεσσάρων Προκαθημένων των πρεσβυγενών Πατριαρχείων. Η πρότασις αύτη είναι σύμφωνος προς την εισήγησιν της Πανορθοδόξου Προσυνοδικής Διασκέψεως εν Σαμπεζύ, ότι το Αυτοκέφαλον δεν χορηγεί, αλλά προτείνει η Μήτηρ Εκκλησία, επικυρώνει δε αυτό το ορθόδοξον πλήρωμα εκδίδοντας τον Τόμον από κοινού.
Η επικύρωσις αύτη θα αποτρέψει δύο μελλοντικούς κινδύνους:
α) Την επανάληψιν του ιστορικού προηγουμένου (το οποίο τελούσε εν συναρτήσει συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών) σύμφωνα με το οποίο το Οικουμενικόν Πατριαρχείον ως Μήτηρ Εκκλησία έχει απονείμει μόνο του το αυτοκέφαλον, ενώ έχουν παρατηρηθεί νεώτερες απόπειρες Μητέρων Εκκλησιών να απονείμουν αυτές μόνες αυτοκέφαλα (πχ. το Πατριαρχείο Μόσχας εις την «Αμερικανικήν Ορθόδοξον Εκκλησίαν»).
β) Θα αποφευχθή ο πειρασμός της καταργήσεως αυτοκεφάλων εκ μέρους της Μητρός Εκκλησίας (πχ. περίπτωσις του Πατριαρχείου Ιπεκίου το 1463 και το 1766, και του Πατριαρχείου Τυρνόβου το 1767 και της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος).
Θα πρέπει να συνεκτιμήσωμεν ότι εις την εποχή μας η Ορθόδοξος Εκκλησία, διά πρώτην φοράν εν τη δισχιλιετή ιστορία Της εξαπλούται εις όλην την Οικουμένην όχι πλέον ως Πενταρχία ή Τετραρχία. Έχει οργανωθεί εις δεκατέσσαρας Τοπικάς Αυτοκεφάλους Εκκλησίας με την προοπτική εις το άμεσον ή απώτερον μέλλον όπως προκύψουν νέαι τοπικαί Εκκλησίαι εις την σημερινήν διασποράν εν Ευρώπη, Βορείω και Νοτίω Αμερική, Καναδά, Αυστραλία εκ των υπαρχουσών κατά περιοχάς σημερινών Επισκοπικών Διασκέψεων. Όθεν καθίσταται αναγκαίον όπως το ζήτημα της απονομής τού Αυτοκεφάλου εδρασθή επί υγειών, συνοδικών, κανονικών θεμελίων, ούτως ώστε να αποτραπούν και να θεραπευθούν σχίσματα τα οποία η Ορθόδοξος Εκκλησία κατά το παρελθόν αντιμετώπισε και, δυστυχώς, αντιμετωπίζει και την σήμερον ημέρα.
4. Διά την τελικήν προετοιμασίαν και διεξαγωγήν της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, καθίσταται απαραίτητος, το ταχύτερον δυνατόν, η συμμετοχή εις την σύνθεσιν της Γραμματείας Προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν Σαμπεζύ, ενός, τουλάχιστον, εκπροσώπου εκάστης Αυτοκεφάλου Εκκλησίας, κατόπιν προτάσεως των ιδίων Τοπικών Εκκλησιών.
Η Πανορθόδοξος Γραμματεία Προπαρασκευής και Οργανώσεως της Συνόδου καλείται όπως αναλάβη τις αρμοδιότητες των άχρι του νυν Προσυνοδικών Πανορθοδόξων Διασκέψεων και των Ειδικών Διορθοδόξων Επιτροπών, μετά την ολοκλήρωσιν του έργου των, ώστε η διεξαγωγή της Συνόδου να τελεσφορήση.
5. Συμφώνως τη ημετέρα προτάσει, διατυπωθείσα εν τη τελευταία Διασκέψει των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών εν Κωνσταντινουπόλει, η καθ’ ημάς Σύνοδος της Ιεραρχίας εισηγείται όπως η Πέμπτη Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις εξετάση την σύστασιν Μονίμου Ειδικού Ταμείου ώστε μέσω ετησίων εισφορών εκ μέρους όλων των Εκκλησιών εις το Ορθόδοξον Κέντρον του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν Σαμπεζύ ή αλλού, συγκεντρωθούν τα απαραίτητα κεφάλαια όχι μόνον διά την κάλυψιν των εξόδων της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, αλλά και διά την μελλοντικήν εκκλησιαστικήν διακονίαν εις την προαγωγήν της Πανορθοδόξου Ενότητος, της ανά τον κόσμον Πανορθοδόξου Ιεραποστολής, εις την βοήθειαν εις ενδεείς Εκκλησίας, εις την προαγωγήν της θεολογικής εκπαιδεύσεως, του επιστημονικού έργου πανορθοδόξως, των κοινών εκδόσεων κοκ.
Η καθ’ ημάς Σύνοδος της Ιεραρχίας εκφράζει την βαθυτάτην ευγνωμοσύνην της προς την πανορθόδοξον διακονίαν του Οικουμενικού Πατριαρχείου, θεωρώντας εν ταυτώ ότι η Πρωτόθρονος Εκκλησία, ευρισκομένη επί αιώνες επί μεγάλου Σταυρού, δεν υποχρεούται μόνη αύτη να επωμίζεται το οικονομικό βάρος της πανορθοδόξου Διακονίας, συμφώνως προς το «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε και ούτως αναπληρώσετε τον νόμον του Χριστού» (Γαλ. 6, 2).
Αι αποφάσεις και προτάσεις να διαβιβασθούν αρμοδίως εις τους Προκαθημένους όλων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών».
Όθεν, διαβιβάζοντες τας αποφάσεις της Συνόδου της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, διατελούμεν,
Εν Χριστώ αδελφός της Υμετέρας Παναγιότητος
Ο Αρχιεπίσκοπος Ιπεκίου,
Μητροπολίτης Βελιγραδίου και ΚΑρλοβικίου
και Πατριάρχης Σερβίας
+Ειρηναίος
Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου
της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας
Ἐπιστολὴ Μητροπολίτου Νέας Σμύρνης Συμεὼν πρὸς τὴ ΔΙΣ γιὰ τὴ Μεγάλη Σύνοδο
Μακαριώτατε Πρόεδρε,
Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ᾽ ἀριθμ. πρωτ. 755/351/16-2-2016 Ὑμετέρου ἐγγράφου καί τῶν προαποσταλέντων κειμένων τῶν ἀφορώντων εἰς τήν σύγκλησιν τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, εὐσεβάστως προάγομαι νά ἐκθέσω ὡρισμένας σκέψεις μου ἀναφερομένας α) εἰς αὐτήν ταύτην τήν συγκληθησομένην Σύνοδον, β) εἰς τήν θεματολογίαν αὐτῆς, γ) εἰς τά κείμενα τά ὁποῖα τελικῶς περιελήφθησαν εἰς τήν Ἡμερησίαν Διάταξιν καί δ) εἰς τόν τρόπον συγκροτήσεως...
τῆς Ἀντιπροσωπείας τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας.
Α΄
1. Μία Σύνοδος ὑπό τόν βαρύν τίτλον Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, διά τήν ὁποίαν ἐκαλλιεργήθη ἡ ἄποψις ὅτι ἀποτελεῖ τήν συνέχειαν τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τῆς ὁποίας ἡ προετοιμασία διήρκεσεν ὑπέρ τήν πεντηκονταετίαν, δέν δύναται νά συγκροτῆται ἐκ τῶν Προκαθημένων τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, συνοδευομένων ὑπό ἀντιπροσωπειῶν ἐξ Ἱεραρχῶν —ἔστω καί πολυμελῶν— καί μόνον. Σύνοδος οἰκουμενικοῦ χαρακτῆρος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κατά τήν ταπεινήν ἄποψίν μου, προϋποθέτει συμμετοχήν ἁπάντων τῶν ἐπισκόπων τῶν διαποιμαινόντων συγκεκριμένας τοπικάς Ἐκκλησίας-ἐπισκοπάς. Ἄλλως, τό σχῆμα δέν δύναται νά θεωρηθῇ γενική σύνοδος τῆς ὑπ᾽ οὐρανόν Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Συνιστᾷ μίαν διηυρυμένην ἀντιπροσωπευτικήν Σύναξιν Προκαθημένων καί Ἱεραρχῶν.
Τό ἔγγραφόν Σας (σελ. 3) ἐπιχειρεῖ νά θεμελιώσῃ ἱστορικῶς τόν ἐπιλεγέντα τρόπον συγκροτήσεως τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου. Ἐπιτρέψατέ μου νά ἀμφιβάλλω ὡς πρός τήν ἀκρίβειαν τῶν παρατιθεμένων στοιχείων. Πέραν αὐτοῦ ἐπί τοῦ συγκεκριμένου τούτου σημείου ἄς προσθέσω καί τά ἀκόλουθα:
α) Ὁμοιάζουν ἄραγε αἱ ἐποχαί καί αἱ συνθῆκαι τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων πρός τήν ἰδικήν μας ἐποχήν καί τάς σήμερον ὑφισταμένας συνθήκας; Ἀναφέρομαι εἰς τήν εὐκολίαν καί τήν ἀσφάλειαν τῶν μετακινήσεων, τήν ταχυτάτην καί πολυειδῆ ἐπικοινωνίαν κ.ἄ.
β) Συμπορεύεται ἡ ἀντιπροσωπευτική παρουσία ἐπισκόπων εἰς τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον μέ τήν θεαματικήν ἀνάπτυξιν τῆς Ἐκκλησιολογίας ἀπό τά μέσα τοῦ παρελθόντος αἰῶνος μέχρι σήμερον καί τήν ἀνάδειξιν τῆς κεφαλαιώδους θέσεως τοῦ ἐπισκόπου ὄχι μόνον εἰς τήν ἐπισκοπήν αὐτοῦ ἀλλά καί εἰς τήν ζωήν ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας;
γ) Τό παράδειγμα τῆς Β’ Βατικανῆς Συνόδου, συγκληθείσης πρό μιᾶς πεντηκονταετίας, μέ τήν εὐρυτάτην συμμετοχήν ἐπισκόπων δέν θά ἔπρεπε νά προβληματίσῃ καί ἡμᾶς τούς ὀρθοδόξους ὡς πρός τήν συγκρότησιν τῆς ἰδικῆς μας γενικῆς συνόδου;
Κατανοῶ, ὅσον δύναμαι νά γνωρίζω, τάς πολλάς δυσκολίας, τά ἐμπόδια καί τάς ποικίλας ἄλλας καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νά ὑπερπηδηθοῦν διά νά φθάσωμεν εἰς τήν πραγματοποίησιν τῆς Συνόδου. Ὁ ἀνωτέρω προβληματισμός μου συνδέεται μέ τήν ἐπιθυμίαν ὅλων μας ἡ συγκληθησομένη σύνοδος ὄχι μόνον νά στεφθῇ ὑπό ἐπιτυχίας ἀλλά καί νά ἀποτελέσῃ κορυφαῖον γεγονός εἰς τήν σύγχρονον ζωήν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας. Ἡ περιωρισμένη καί ἀντιπροσωπευτική συμμετοχή εἰς αὐτήν φρονῶ ταπεινῶς ὅτι μειώνει ἐκ τῶν πραγμάτων τήν βαρύτητα αὐτῆς ταύτης τῆς Συνόδου καί τῶν ἀποφάσεων εἰς τάς ὁποίας θά καταλήξῃ.
2. Συναφής πρός τά ἀνωτέρω εἶναι καί ὁ προβληματισμός μου ὡς πρός τόν τρόπον τῆς ψηφοφορίας καί ἐγκρίσεως τῶν κειμένωνπερί τῆς ὁποίας διαλαμβάνει τό ἄρθρον 12 τοῦ Κανονισμοῦ Ὀργανώσεως καί Λειτουργίας τῆς Συνόδου.
α. Ἡ «κατά Ἐκκλησίας καί ὄχι κατά τά μέλη αὐτῶν», δηλαδή τά μέλη τῶν ἀντιπροσωπειῶν, ψηφοφορία φρονῶ ὅτι ἀφαιρεῖ ἀπό τούς Ἱεράρχας, μέλη τῆς Συνόδου, τό δικαίωμα ψήφου, τό ὁποῖον συνδέεται οὐσιωδῶς πρός τήν ἄσκησιν ἐν συνόδῳ τοῦ ἐπισκοπικοῦ λειτουργήματος. Ἐπίσκοπος, μέλος Ἱερᾶς Συνόδου, ἐστερημένος τῆς δυνατότητος νά ἔχῃ γνώμην καί ψῆφον κατά τήν ταπεινήν ἄποψίν μου εἶναι κάτι τό ὁποῖον προσκρούει εὐθέως πρός θεμελιώδη ἀρχήν τοῦ συνοδικοῦ πολιτεύματος τῆς Ἐκκλησίας. Καί τό ἐρώτημα : Ἐάν οἱ συμμετέχοντες ἐπίσκοποι δέν δύνανται νά ψηφίζουν ἐν συνόδῳ, ἀλλά μόνοι οἱ Προκαθήμενοι ἐξ ὀνόματος τῶν ἀντιπροσωπειῶν τῶν Ἐκκλησιῶν των, διατί αἱ ἀποφάσεις νά ὑπογράφωνται ὑπό πάντων τῶν συμμετεχόντων συνοδικῶν συνέδρων καί οὐχί ὑπό μόνων τῶν Προκαθημένων;
Ἐπιπλέον, ἐκτιμῶ ὅτι ὁ ἐπιλεγείς τρόπος ψηφοφορίας πλήττει καιρίως τήν εἰκόνα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας ἐνώπιον καί τῶν ἐντός καί τῶν ἐκτός αὐτῆς. Εἴμεθα μία Ἐκκλησία καί ἕν σῶμα ἤ ἕν συνομοσπονδιακόν σύνολον Ἐκκλησιῶν, τῶν ὁποίων ἡ συνοδική συμμετοχή καί ἔκφρασις ἐπηρεάζεται ὑπό διαφόρων σκοπιμοτήτων εὐκόλως ἐννοουμένων; Κατανοῶ ὅτι καί ἡ ψήφισις κατά τά μέλη, δηλαδή ὑφ᾽ ἁπάντων τῶν συνοδικῶν ἐπισκόπων, δέν εἶναι ἄμοιρος δυσκολιῶν. Ὅμως φρονῶ ὅτι ἡ ἐνεργός συμμετοχή ἁπάντων τῶν μελῶν τῆς συνόδου, συμμετοχή ἡ ὁποία κατ᾽ ἐξοχήν ἐκφράζεται κατά τήν ψηφοφορίαν ἐπί τῶν ἀποφάσεων, ἕλκει τόν φωτισμόν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀναδεικνύει τήν ἰσότητα τῶν ἐπισκόπων-μελῶν καί ἀποκαλύπτει ἐνώπιον πάντων τήν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας μας.
Β΄
Τά θέματα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Μία γενική σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας θά ἔδει πρωτίστως νά ἐξετάσῃ καί νά ἀποφασίσῃ ἐπί ζητημάτων μείζονος καί γενικωτέρας σημασίας, ζητημάτων δηλαδή τά ὁποῖα ὑπερβαίνουν τά ὅρια μιᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας καί ἀναφέρονται εἰς ὁλόκληρον τήν Ἐκκλησίαν. Εἶναι λυπηρόν ὅτι τά θέματα ὅπως Τό Αὐτοκέφαλον ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ καί ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ, Tά Δίπτυχα καί Tό Ἡμερολογιακόν Ζήτημα, θέματα τά ὁποῖα ὄντως ἀπασχολοῦν τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καί ἐπηρεάζουν ἀρνητικῶς τήν ἑνότητά της (τουλάχιστον ὡς πρός τήν εἰκόνα της ἐνώπιον ὄχι μόνον τῶν ἑτεροδόξων ἀλλά καί τῶν ἰδικῶν της τέκνων) —παρά τήν πολυετῆ μάλιστα προετοιμασίαν τῆς συγκληθησομένης Συνόδου—, δέν περιελήφθησαν εἰς τήν Ἡμερησίαν Διάταξιν αὐτῆς, ἀλλ᾽ ἀφέθησαν εἴτε νά ἐξετασθοῦν εἰς τό μέλλον εἴτε ἑκάστη τοπική Ἐκκλησία νά ἐνεργῇ ἐπ᾽ αὐτῶν κατά τήν ἰδικήν της κρίσιν.
Προφανῶς διότι κατά τό προπαρασκευαστικόν στάδιον δέν ἐπῆλθεν ὁμοφωνία. Τό ἐρώτημα ὅμως εἶναι, διά ποίους λόγους καί ἄν οἱ λόγοι αὐτοί εὐσταθοῦν μέ βάσιν πρωτίστως καί κυρίως τό Εὐαγγέλιον τῆς σωτηρίας καί τό ζωοποιοῦν πνεῦμα τῆς γνησίας ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεώς μας καί ὄχι τάς ἀνθρωπίνους φιλοδοξίας καί τάς πάσης φύσεως σκοπιμότητας.
Γ΄
Ἐρχόμενος εἰς τά θέματα τά ὁποῖα τελικῶς μετ᾽ ἀπόφασιν τῶν Προκαθημένων (Σαμπεζύ 21-28 Ἰανουαρίου 2016) περιελήφθησαν εἰς τήν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἐπιτρέψατέ μοι τάς ἀκολούθους παρατηρήσεις.
1. Ὅλα τά κείμενα διακρίνονται διά τόν διακηρυκτικόν-δηλωτικόν χαρακτῆρα των ὡς πρός τήν φύσιν καί τήν ἀποστολήν-μαρτυρίαν τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῷ κόσμῳ σήμερον. Διερωτῶμαι ὅμως: Μήπως ἡ φύσις τῆς Ἐκκλησίας δέν παραμένει ἡ ἰδία ἀπό τῆς ἱδρύσεώς της μέχρι σήμερον, ὅπως ἐπίσης καί ἡ ἀποστολή της; Ὁ καθορισμός καί ἡ διατύπωσις τοῦ φρονήματός της ἐπιβάλλεται μόνον ὅταν ἡ Ἐκκλησία καλῆται νά ἀντιμετωπίσῃ ζητήματα τά ὁποῖα δέν εἶχον ἐμφανισθῆ μέχρι σήμερον εἰς τόν ἱστορικόν βίον της. Αὐτά τά ζητήματα τό πρῶτον ἐμφανιζόμενα ἐξετάζει καί μελετᾷ καί ἐπ᾽ αὐτῶν διατυπώνει τήν διδασκαλίαν της καί καθοδηγεῖ διά τῶν ἀποφάσεών της τούς πιστούς, τά μέλη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Ὁ ἀνωτέρω ἰσχυρισμός μου ἀφετηριακοῦ χαρακτῆρος εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν ἀποβλέπει εἰς τό νά μειώσῃ τήν καλήν προετοιμασίαν τῶν συγκεκριμένων θεμάτων ἤ νά ἀδικήσῃ ὅσους κατα καιρούς φιλοτίμως εἰργάσθησαν διά τήν σύνταξιν καί τήν ἐπεξεργασίαν των.
2. Εὐλαβῶς προτείνω εἰς τό θέμα Τό μυστήριον τοῦ γάμου καί τά κωλύματα αὐτοῦ ἡ παράγραφος ΙΙ,10 νά διατυπωθῆ ἐπί τό ἐμφαντικώτερον, ἤτοι:
«Ἡ Ἐκκλησία ἀκολουθοῦσα πιστῶς τήν διδασκαλίαν τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τήν ὁμόφωνον κανονικήν καί πατερικήν παράδοσίν της δέν ἀποδέχεται διά τά μέλη αὐτῆς σύμφωνα συμβιώσεως τοῦ αὐτοῦ φύλου ἤ ἄλλας μορφάς συμβιώσεως, πλήν τοῦ χριστιανικοῦ γάμου, τῆς ἑνώσεως τοὐτέστιν ἀνδρός καί γυναικός, τήν ὁποίαν ἐν μυστηρίῳ ἐπευλογεῖ. Ἡ Ἐκκλησία διά τῶν ἱερῶν ποιμένων της καλεῖται νά προσπαθήσῃ μετά πολλῆς συνέσεως καί ἀγάπης, ὥστε τά παρεκκλίνοντα μέλη αὐτῆς εἰς τοιαύτας μορφάς συμβιώσεως, συναισθανόμενα ὅτι αἱ ἐπιλογαί αὐτῶν προσκρούουν εἰς τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἀποξενώνουν ἀπό τήν ἐν Χριστῷ ζωήν, νά ἐπιδιώξουν ἐν μετανοίᾳ τήν ἐπάνοδον αὐτῶν εἰς τήν ἐν χάριτι ηὐλογημένην ζωήν τῆς Ἐκκλησίας».
3. Εἰς τό θέμα Ἡ σπουδαιότης τῆς νηστείας καί ἡ τήρησις αὐτῆς σήμερονἡ διατύπωσις εἰς τήν § 7 «τοῦ καθεστῶτος τῆς νηστείας» ξενίζει. Καταλληλοτέρα ἴσως «τοῦ θεσμοῦ» ἤ «τῆς τάξεως» τῆς νηστείας ἤ ἄλλη διατύπωσις πλέον ἐπιτυχής.
4. Τό κείμενον τό ὁποῖον ἀφ᾽ ἧς ἐδόθη εἰς τήν δημοσιότητα συγκεντρώνει τήν προσοχήν πολλῶν εἶναι τό Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον. Πέραν ἀρνητικῶν δημοσιευμάτων καί σχολίων, ἐξ ὅσων γνωρίζομεν, ὁ Σεβασμ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος καί ὁ καθηγητής κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης ἐγγράφως διετύπωσαν κριτικάς παρατηρήσεις ἀπευθυνθέντες πρός τήν Διαρκῆ Ἱεράν Σύνοδον καί τά μέλη τῆς σεπτῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἐνταῦθα ἄς μοῦ ἐπιτραπῇ νά διατυπώσω ὡρισμένας γενικάς παρατηρήσεις.
α. Τό ἐν λόγῳ κείμενον εἶναι τό δυσκολώτερον ἐξ ὅλων τῶν ἄλλων διά δύο λόγους: πρῶτον διότι περιλαμβάνει δογματικῆς καί κανονικῆς φύσεως ζητήματα καί δεύτερον διότι ἐπ᾽ αὐτῶν εἶναι ἰδιαιτέρως εὐαίσθητος ἡ ἐκκλησιαστική συνείδησις πολλῶν ὀρθοδόξων· πλέον συγκεκριμένως, κληρικῶν, μοναχῶν καί λαϊκῶν μελῶν τῆς ἡμετέρας ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας. Διά τούς δύο αὐτούς λόγους ἐπιβάλλεται μεγίστη προσοχή εἰς τήν ὁρολογίαν καί τάς διατυπώσεις τάς ὁποίας περιλαμβάνει.
β. Λόγῳ τῶν ζητημάτων τά ὁποῖα ἐξετάζει καί ἐπί τῶν ὁποίων ἐπιδιώκει νά ἐκφράσῃ τάς «θέσεις» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, εἶναι ἀνάγκη αἱ διατυπώσεις του νά εἶναι σχολαστικῶς ἀκριβεῖς, ὥστε κατά τό δυνατόν νά μή ἐπιτρέπουν παρερμηνείας καί ἀντιπαραθέσεις. Ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μαρτυρεῖ ὁπόση προσοχή ἀπαιτεῖται εἰς τοιαῦτα θέματα καί πόσον ἐδοκιμάσθη ἡ εἰρήνη καί ἡ ἑνότης τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, ὅταν ὡρισμένα ζητήματα ἀντιμετωπίσθησαν ἄνευ τῆς ἀναγκαίας βασάνου.
γ. Παρά ταῦτα κατανοῶ πλήρως ὅτι ἡ «γλῶσσα» κειμένου ἀναφερομένου εἰς ζητήματα ὡς εἶναι ἡ Οἰκουμενική Κίνησις, ἡ συμμετοχή εἰς τό Παγκόσμιον Συμβούλιον Ἐκκλησιῶν ἤ ἄλλους διεκκλησιαστικούς ὀργανισμούς, οἱ Θεολογικοί Διάλογοι, δέν δύναται νά εἶναι ἡ γλῶσσα τοῦ παρελθόντος, ἡ ὁποία διεμορφώθη ὑπό συνθήκας παντελῶς διαφορετικάς πρός τάς συγχρόνους καί τό ὅλον κλῖμα τῆς ἐποχῆς μας.
δ. Ἐπιφυλάσσομαι, ἐπίσης, ἔναντι τῆς ἀπολύτου διατυπώσεως-χαρακτηρισμοῦ «καί ἔσχατον» τήν ὁποίαν ἀποδίδει τό κείμενον (§ 22) εἰς «τό συνοδικόν σύστημα». Ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μαρτυρεῖ ὅτι ὑπῆρξαν σύνοδοι, αἱ ὁποῖαι ὄχι μόνον δέν διησφάλισαν τήν γνησίαν ὀρθόδοξον πίστιν, ἀλλ᾽ ἐκήρυξαν καί κακοδοξίας, καί ἐν τέλει τήν ἀλήθειαν τῆς πίστεως περιεφρούρησε καί ἀνέδειξεν ἡ ἐπαγρυπνοῦσα συνείδησις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Διά τόν λόγον αὐτόν καί διά νά διασκεδασθοῦν ὑποψίαι καί φόβοι, καλόν θά ἦτο ὁ χαρακτηρισμός «καί ἔσχατον» νά ἀπαλειφθῇ.
Δ΄
Ἡ Ἔκθεσις πεπραγμένων τοῦ Σεβασμ. Μητροπολίτου Ἠλείας κ. Γερμανοῦ, ὁ ὁποῖος ὁμοῦ μετά τῶν Σεβασμ. Μητροπολιτῶν Περιστερίου κ. Χρυσοστόμου καί Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου ἐξεπροσώπησαν τήν Ἐκκλησίαν μας εἰς τήν Σύναξιν Προκαθημένων (Σαμπεζύ 22-28 Ἰανουαρίου 2016) καταλήγει μέ ὡρισμένας προτάσεις πρός τήν Διαρκῆ Ἱεράν Σύνοδον (§ 20. Προτάσεις).
Ἐπί τῆς προτάσεώς του (§ 20, δ) ἀναφερομένης εἰς τήν συγκρότησιν τῆς ἐξ 24 μελῶν ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐκκλησίας μας, ἄς ἐπιτραπῇ εἰς τήν ταπεινότητά μου νά διατυπώσῃ τάς ἀκολούθους σκέψεις, αἱ ὁποῖαι διαφέρουν ἀπό αὐτάς, τάς ὁποίας ἡ πρότασις τοῦ ἁγίου Ἠλείας περιλαμβάνει. Προκαταβολικῶς δηλώνω ὅτι α) διά λόγους προσωπικούς δέν ἐπιθυμῶ καί δέν ἐπιδιώκω νά περιληφθῶ εἰς τά μέλη τῆς Ἀντιπροσωπείας καί β) ἐκτιμῶ καί σέβομαι βαθύτατα τό ἦθος, τό ἐκκλησιαστικόν φρόνημα καί τήν σκέψιν τοῦ πολιοῦ ἀδελφοῦ Σεβασμ. κ. Γερμανοῦ.
1. Θεμελιώδης ἐκτίμησίς μου εἶναι ὅτι ἡ πραγματοποίησις τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου συνιστᾷ γεγονός μεγίστης σημασίας διά τήν ζωήν καί τήν πορείαν τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας μας. Συμμετεχούσης καί τῆς ἰδικῆς μας Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας ἀντιπροσωπευτικῶς μέ ἐπικεφαλῆς τόν Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον καί Πρόεδρον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, οἱ ἀδελφοί Ἱεράρχαι οἱ ὁποῖοι θά ἀποτελέσουν τήν Ἀντιπροσωπείαν μας θά ἔδει νά ἀπολαύουν τῆς ἐμπιστοσύνης ἁπάντων τῶν μελῶν τῆς σεπτῆς Ἱεραρχίας καί νά ἐκφράσουν ἐν ταῖς συνεδρίαις τῆς Συνόδου ὁλόκληρον τό ἱεραρχικόν σῶμα καί τήν συνείδησιν εὐρύτερον τοῦ ἱεροῦ Κλήρου καί τοῦ πιστοῦ λαοῦ τῆς Ἐκκλησίας μας.
2. Οὖσα ἡ συμμετοχή μας εἰς τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον ἀπόφασις κεφαλαιώδους σημασίας, αὕτη θά ἔδει νά ληφθῇ ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας καί ὄχι ὑπό τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου. Τοῦτο πιστεύω ὅτι ἀπορρέει ὡς ὑποχρέωσις καί ἀπό τό ἄρθρον 4 § α τοῦ Καταστατικοῦ μας Χάρτου. Ἄν τά μέλη τῶν Μονίμων Συνοδικῶν Ἐπιτροπῶν ἐπιλέγονται ὑπό τῆς Ι.Σ.Ι., ἀσυγκρίτως περισσότερον ὑπό τῆς Ι.Σ.Ι θά ἔδει νά ἐκλεγοῦν τά μέλη τῆς Ἀντιπροσωπείας μας, τά ὁποῖα θά μετάσχουν εἰς τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον.
3. Καί τά 24 μέλη κατά τήν γνώμην μου θά ἔδει νά εἶναι ἐπαρχιοῦχοι Μητροπολῖται. Ὁ Ἀρχιγραμματεύς Θεοφιλ. Ἐπίσκοπος Μεθώνης κ. Κλήμης θά μετάσχῃ ὁπωσδήποτε ἀλλ᾽ ὑπό τήν ἰδιότητα τοῦ πρώτου τῇ τάξει Συμβούλου.
4. Ὑπό τό πνεῦμα τῶν ἀνωτέρω σκέψεων τά 24 Ἱεραρχικά μέλη τῆς Ἀντιπροσωπείας μας θά ἔδει νά ἐκλεγοῦν διά μυστικῆς ψηφοφορίας ἀπό τήν Ι.Σ.Ι. Οὕτω ἕκαστος Ἱεράρχης ἀναλαμβάνει ἐλευθέρως καί πλήρως τήν εὐθύνην τῶν ἐπιλογῶν του καί οἱ ἀδελφοί οἱ ὁποῖοι θά ἐκλεγοῦν θά ἀπολαύουν τῆς ἐμπιστοσύνης ὁλοκλήρου τοῦ ἱεροῦ Σώματος. Εὐνόητον ὅτι τῆς Ἀντιπροσωπείας θά μετάσχουν οἱ πρῶτοι 24, οἱ ὁποῖοι θά ἔχουν συγκεντρώσει τάς περισσοτέρας ψήφους.
5. Ἡ πρότασις τοῦ Ἁγίου Ἠλείας, κινουμένη εἰς θεσμικόν ἐπίπεδον, φρονῶ ὅτι δέν ἐξασφαλίζει τό βασικόν στοιχεῖον τῆς ἀντιπροσωπευτικότητος. Ἐπιπλέον, τά θέματα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου δέν ἀφοροῦν εἰς μόνην τήν Ἑλλαδικήν Ἐκκλησίαν. Αὕτη προετοιμάζεται ὑπέρ τήν πεντηκονταετίαν, καί αἱ ἀποφάσεις της ἀναφερόμεναι εἰς τό ἀπροσδιόριστον χρονικῶς «αὔριον» τῆς Ἐκκλησίας δέν πρόκειται νά «ὑλοποιηθοῦν» ἀναγκαίως οὔτε ὑπό τῆς παρούσης οὔτε ὑπό τῆς ἑπομένης Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου.
6. Ὁ Σεβ. Ἠλείας εἰς τήν πρότασίν του θέτει καί τό ἐρώτημα ἀρχαιότητος τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπροσωπείας. Κατά τό ἰδικόν μου σκεπτικόν ζήτημα ἀρχαιότητος δέν εἶναι δυνατόν νά τεθῇ. Ἀντιθέτως, θά ἔλεγον, ὅτι ὁ σωματικός κόπος καί ὄχι μόνον τόν ὁποῖον συνεπάγεται ἡ συμμετοχή εἰς πολυώρους συνεδρίας καί ὑποεπιτροπάς, ἴσως ἀπαιτεῖ τήν συμμετοχήν νεωτέρων κατά τήν ἡλικίαν ἀδελφῶν. Ἀλλ᾽ αὐτό ἄς ἀφεθῇ εἰς τήν κρίσιν τῆς σεπτῆς Ἱεραρχίας.
7. Ἡ Ἐκκλησία μας κατά τήν διάρκειαν τῶν τελευταίων ἐτῶν ἐξεπροσωπήθη ὑπό συγκεκριμένων ἀδελφῶν Ἱεραρχῶν εἰς τήν Διορθόδοξον Προπαρασκευαστικήν Ἐπιτροπήν, εἰς τάς Προσυνοδικάς Πανορθοδόξους Διασκέψεις καί εἰς τήν Εἰδικήν Ὀρθόδοξον Ἐπιτροπήν (2014-2015). Οὗτοι ἀσφαλῶς γνωρίζουν τά θέματα καλύτερον ἀπό ὅλους ἡμᾶς τούς ὑπολοίπους ἐπισκόπους. Ὡς ἐκ τούτου, θεωρῶ ἀναγκαίαν τήν συμμετοχήν των εἰς τήν Ἀντιπροσωπείαν μας καί πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι τό αἴσθημα εὐθύνης, τό ὁποῖον διακρίνει ὅλους τούς ἀδελφούς συνεπισκόπους, θά τούς ὁδηγήσῃ νά ψηφίσουν κατά προτεραιότητα τούς ἐν λόγῳ ἐμπείρους Ἱεράρχας.
Εἰς τήν Ἀντιπροσωπείαν μας θά ἔδει ἀσφαλῶς νά συμμετάσχουν καί ἀδελφοί Ἱεράρχαι, οἱ ὁποῖοι διακρίνονται διά τήν θεολογικήν καί νομοκανονικήν συγκρότησίν των. Πιστεύω ὅτι θά εἶναι πολύτιμος ἡ συμμετοχή των, ἡ ὁποία θά καταδεικνύει ἀφ᾽ ἑνός μέν τό ὑψηλόν ἐπίπεδον ἐξ ἐπόψεως θεολογικῆς τοῦ Ἱεραρχικοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ θά ἐκφράζῃ ὅλας τάς θεμιτάς θεολογικάς τάσεις, αἱ ὁποῖαι παρατηροῦνται ὄχι μόνον εἰς τό σῶμα τῆς Ἱεραρχίας ἀλλά καί εἰς ὁλόκληρον τήν Ἐκκλησίαν μας.
8. Τῇ προτάσει τῶν Μ.Σ.Ε. Διορθοδόξων καί Διαχριστιανικῶν Σχέσεων καί Ἐπί τῶν Δογματικῶν καί Νομοκανονικῶν Ζητημάτων καί μετ᾽ ἔγκρισιν τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, ἡ σεπτή Ἱεραρχία ἄς ἐπιλέξῃ τόσον τούς Συμβούλους ὅσον καί τούς Παρατηρητάς Κληρικούς, Μοναχούς ἤ Λαϊκούς. Κριτήριον καί ἐνταῦθα ἡ καλυτέρα κατά τό δυνατόν παρουσία καί συμβολή τῆς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας μας εἰς τήν ἐπιτυχῆ διεξαγωγήν τῶν ἐργασιῶν καί τήν λῆψιν τῶν ἐνδεδειγμένων ἀποφάσεων τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου.
Τελευτῶν, εὐσεβάστως ἀναφέρω ὅτι, λόγῳ τῆς γενικωτέρας σημασίας τοῦ θέματος τοῦ παρόντος γράμματος καί τῶν σκέψεων τάς ὁποίας διετύπωσα, τοῦτο θά κοινοποιηθῇ καί εἰς ἅπαντας τούς ἀδελφούς Ἱεράρχας τῆς καθ᾽ ἡμᾶς Ἐκκλησίας.
Ἐν Πειραιεῖ τῇ 2ᾳ Μαρτίου 2016
Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Σεραφείμ ἀπέστειλε πρός τήν Διαρκή Ἱ. Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τήν κάτωθι ἐπιστολή, σχετικῶς μέ τήν προσεχή σύγκλιση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου.
ΕΚ ΤΗΣ Ι. ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ
᾿Αριθμ. Πρωτ. 200
᾿Εν Πειραιεῖ τῇ 2ᾳ Μαρτίου 2016
Πρός Τήν
Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
Ἰ. Γενναδίου 14, 115 21 ΑΘΗΝΑI
+ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ
Πηγή: Ιερά Μητρόπολις Πειραιώς
Μετὰ τὴνπρόσφατη ἀντίδραση τοῦ Μητροπολίτη Λεμεσοῦ κ. Ἀθανασίου σχετικὰ μὲ κείμενα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, μία ἀκόμη διαμαρτυρία ἔρχεται ἀπὸ τὴν Γεωργία.
romfea.gr, Αἰμίλιος Πολυγένης
Πηγή:Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 15η Φεβρουαρίου 2106
ΣΧΟΛΙΟ ΣΕ ΑΡΘΡΟ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟ
Η μέλλουσα να συνέλθει «Αγία και Μεγάλη Συνόδος», η οποία ως γνωστόν θα πραγματοποιηθεί, «εκτός απροόπτου», τον ερχόμενο Ιούνιο στην Κρήτη την ημέρα της Πεντηκοστής, βρίσκεται τον τελευταίο καιρό στο επίκεντρο της εκκλησιαστικής επικαιρότητος και αποτελεί το αντικείμενο του ενδιαφέροντος όλων. Σχόλια, κρίσεις, αναλύσεις, απόψεις, (πολλές φορές εκ διαμέτρου αντίθετες), γράφονται και ξαναγράφονται γύρω από την θεματολογία, τα προσυνοδικά κείμενα που θα τεθούν προς συζήτηση, τον κανονισμό οργανώσεως και λειτουργίας της εν λόγω Συνόδου, τον τρόπο επιλογής των αρχιερέων-μελών της Συνόδου, κ.λ.π., από διάφορα πρόσωπα, κληρικούς όλων των βαθμίδων, μοναχούς, θεολόγους, ακαδημαϊκούς, δημοσιογράφους, ακόμη και απλοϊκούς ανθρώπους, που αγωνιούν και ενδιαφέρονται για τα εκκλησιαστικά ζητήματα. Πιστεύουμε, ότι εκείνο που έχει σημασία εν προκειμένω δεν είναι, το τι γράφει ο α, η ο β κληρικός η μοναχός, αλλά το τι είπαν και τι έγραψαν, πώς είδαν και πώς αξιολόγησαν την εν λόγω Σύνοδο άγιοι και θεοφόροι άνδρες της εποχής μας, που είχαν θείο φωτισμό και ομίλησαν εν Πνεύματι αγίω. Η κρίση η δική τους είναι εκείνη που μετράει και έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για την εκκλησία, και αυτήν θα πρέπει να ακολουθούμε και να ενστερνιζόμεθα όλοι, πατριάρχες, αρχιερείς, θεολόγοι, μοναχοί, ακόμη και ασκητές και ο πιστός λαός του Θεού, αν θέλουμε βέβαια να βαδίσουμε «επόμενοι τοις αγίοις πατράσι» και όχι επόμενοι οπίσω των ιδικών μας επισφαλών κρίσεων και απόψεων.
Πρόσφατα, (3.2.2016), κυκλοφορήθηκε στο διαδίκτυο άρθρο ενός λογιωτάτου ασκητού αγιορείτου, του Αρχιμανδρίτου και Προηγουμένου της Ιεράς Μονής Ιβήρων, π. Βασίλειου Γοντικάκη, με θέμα: «Εξ’ αφορμής της Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας». Μελετήσαμε με προσοχή το εμπνευσμένο κείμενο του π. Βασιλείου και διαπιστώσαμε ότι εκφράζει με ακρίβεια την ορθόδοξη θεολογία. Όλα όσα γράφει περί υπακοής στο θείο θέλημα, περί απαρνήσεως του ιδικού μας θελήματος, περί του τι είναι η Ορθοδοξία, η Θεολογία και η Θεία Λειτουργία, στην οποία βιώνεται από τώρα το μυστήριο του μέλλοντος αιώνος, περί του ότι πρέπει να «αφήσωμε να φανή η αέναος Σύνοδος των επουρανίων και των επιγείων, που λειτουργικά ζούμε ως θεολογική μυσταγωγία», όλα αυτά είναι πέρα για πέρα σύμφωνα με την ορθόδοξη Θεολογία μας. Επίσης τα περί των παραδόξων αντινομιών, που βιώνουν οι άγιοι, δηλαδή της πορείας «που φαίνεται στάση», του λόγου «που συμπτύσσεται στη σιωπή», της αγνοίας που είναι υπερτέρα πάσης γνώσεως, της παρουσίας του αναστημένου Χριστού εν τη απουσία του, της αποκαλύψεως των πάντων εν τη αποκαλύψει του Ενός, της κοσμικής αποτυχίας που οδηγεί στην εν Χριστώ επιτυχία και όσα άλλα παρόμοια αναφέρει, μας βρίσκουν απόλυτα σύμφωνους και δεν έχουμε καμία αντίρρηση επ’ αυτών. Όλα τα παρά πάνω αποτελούν βιώματα, που τα έζησαν ως πραγματικότητες ήδη από την παρούσα ζωή οι άγιοι πατέρες της Εκκλησίας μας, διότι αυτοί ανέβηκαν με την Χάρη του Θεού σε ύψιστες πνευματικές καταστάσεις.
Ωστόσο οι άγιοι Πατέρες, ενώ είχαν φθάσει στη θέωση και ενώ είχαν την εμπειρία του ακτίστου φωτός, ήταν ταυτόχρονα και πολύ προσγειωμένοι στην πραγματικότητα της εποχής των. Δεν αγνοούσαν τις αιρέσεις, που μάστιζαν την Εκκλησία και πονούσαν γι’ αυτό, διότι έβλεπαν να χάνονται ψυχές εξ’ αιτίας της διαβρωτικής δράσεως αυτών μεταξύ των πιστών, περί ων «Χριστός απέθανεν» (Α Κορ.8,11). Άκουγαν μέσα τους την φωνή του Θεού, που τους έλεγε: «ει αγαπάς με… ποίμενε τα πρόβατά μου» (Ιω.21,16), που χειμάζονται και κινδυνεύουν να χαθούν στην απώλεια της αιρέσεως. Άφησε τώρα την ησυχία της ασκήσεως και κατέβα στον αγώνα να βοηθήσεις και να στηρίξεις τον λαό μου. Άφησε τις θαβώρειες αναβάσεις και τα υψηλά θεολογικά πετάγματα και πήγαινε να πρωτοστατήσεις με λόγους και ομιλίες, με συγγράματα και νουθεσίες, με την συγκρότηση Συνόδων, Τοπικών και Οικουμενικών, στην καταπολέμηση και εκρίζωση της αιρέσεως. Και οι άγιοι έκαναν υπακοή στο θείο θέλημα και κατέβαιναν στον αγώνα και υπέμεναν θλίψεις και διωγμούς και μερικές φορές θυσίαζαν και την ίδια την ζωή τους για την αλήθεια της Ορθοδοξίας, καθώς μαρτυρει η εκκλησιαστική ιστορία και τα συναξάριά των. Σε προηγούμενο άρθρο μας με τίτλο: «Η ομολογιακή διάσταση του Ορθοδόξου Μοναχισμού και η σύγχρονη πραγματικότητα», (25.1.2016), κάναμε ήδη λόγο και αναφερθήκαμε πολύ συνοπτικά στους αντιαιρετικούς αγώνες των αγίων Πατέρων.
Σήμερα η Εκκλησία μας χειμάζεται και πολεμείται από μια αίρεση πολύ χειρότερη από εκείνες που αντιμετώπισε μέχρι τώρα στο παρελθόν, την παναίρεση του Οικουμενισμού. Οι σύγχρονοι άγιοι της εποχής μας, όπως ο άγιος Ιουστίνος ο Πόποβιτς, ο άγιος Παΐσιος, ο άγιος Φιλόθεος ο Ζερβάκος και πολλές άλλες οσιακές μορφές και καταξιωμένες προσωπικότητες, όπως ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, ο π. Γεώργιος Καψάνης, ο π. Χαράλαμπος Βασιλόπουλος, ο π. Μάρκος ο Μανώλης, ο αείμνηστος καθηγητής Κωνσταντίνος Μουρατίδης κ.α. έπραξαν το καθήκον τους και καταπολέμησαν την αίρεση με όλες τους τις δυνάμεις, «επόμενοι τοις αγίοις πατράσι» και μιμούμενοι το παράδειγμά τους. Δεν θα έπρεπε λοιπόν και ο π. Βασίλειος να μιμηθεί όλους αυτούς τους αγίους, τους παλαιοτέρους και τους νεωτέρους και βαδίζοντας πάνω στα χνάρια τους να κατέβει και αυτός στον αγώνα; Δεν θα έπρεπε να μιμηθεί κατά δύναμιν τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, ή τουλάχιστον τον άγιο γέροντά του, τον άγιο Παΐσιο, του οποίου υπήρξε υποτακτικός για ένα διάστημα; Άραγε τι έχει να μας πει γι’ αυτή την φοβερή αίρεση, πέρα από τις υψηλές του θεολογίες, αποφατικές, η καταφατικές; Γιατί σιωπά σαν να μην υφίσταται η αίρεση; Δεν αφουγκράζεται την αγωνία του πιστού λαού του Θεού; Δεν βλέπει ότι χάνονται ψυχές, παρασυρόμενες από αυτήν; Τι έχει να μας πει για τα προσυνοδικά κείμενα, που πρόκειται να εγκριθούν και να θεσμοθετηθούν από την μέλλουσα να συνέλθει «Αγία και μεγάλη Σύνοδο»; Τι έχει να μας πει για το απαράδεκτο από Ορθοδόξου απόψεως κείμενο με τίτλο: «Σχέσεις της Ορθοδόου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», το οποίο ουσιαστικά είναι μια επανάληψη του κειμένου του Balamand; Γιατί δεν διαμαρτυρεται και γιατί δεν καυτηριάζει τις παραβάσεις των Ιερών Κανόνων, που απαγορεύουν τις συμπροσευχές με αιρετικούς, και τις κατά καιρούς απαράδεκτες και αντορθόδοξες δηλώσεις και ενέργειες του Παν. Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου και άλλων Πατριαρχών;
Γράφει στο κείμενό του: «Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει τη συνείδηση της μιας Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας». Πράγματι, μία είναι η Εκκλησία του Χριστού και Αυτή δεν είναι άλλη από την Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία μας. Η μεγάλη αυτή αλήθεια όμως νοθεύεται και παραποιείται στο προσυνοδικό κείμενο: «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον», το οποίο θα αποτελέσει τη βάση για συζήτηση στη Μεγάλη Σύνοδο. Όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο καθηγητής κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης: «το κείμενο αυτό εμφανίζει κατά συρροή την θεολογική ασυνέπεια η και αντίφαση», διότι «αν η Εκκλησία είναι ‘ΜΙΑ’, κατά το Σύμβολο της Πίστεως και την αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας (Άρθρ. 1), τότε, πως γίνεται λόγος για άλλες Χριστιανικές Εκκλησίες; Είναι προφανές, ότι αυτές οι άλλες Εκκλησίες είναι ετερόδοξες. Οι ετερόδοξες όμως ‘Εκκλησίες’ δεν μπορούν να κατονομάζονται καθόλου ως ‘Εκκλησίες’ από τους Ορθοδόξους, επειδή δογματικώς θεωρούμενα τα πράγματα δεν μπορεί να γίνεται λόγος για πολλότητα ‘Εκκλησιών’, με διαφορετικά δόγματα και μάλιστα σε πολλά θεολογικά θέματα. Κατά συνέπεια, ενόσω οι ‘Εκκλησίες’ αυτές παραμένουν αμετακίνητες στις κακοδοξίες της πίστεώς τους, δεν είναι θεολογικά ορθό να τους αναγνωρίζουμε –και μάλιστα θεσμικά– εκκλησιαστικότητα, εκτός της ‘Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας’». Παρά κάτω επισημαίνει και άλλη ασυνέπεια: «Στην αρχή του άρθρου αυτού σημειώνεται το εξής: ‘Κατά την οντολογικήνφύσιν της Εκκλησίας η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή’. Στο τέλος, όμως, του ίδιου άρθρου γράφεται, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία με την συμμετοχή της στην Οικουμενική Κίνηση έχει ως ‘αντικειμενικόνσκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης προς την ενότητα’. Εδώ τίθεται το ερώτημα: Εφόσον η ενότητα της Εκκλησίας είναι δεδομένη, τότε τι είδους ενότητα Εκκλησιών αναζητείται στο πλαίσιο της Οικουμενικής Κινήσεως; Μήπως υπονοείται η επιστροφή των Δυτικών χριστιανών στη ΜΙΑ και μόνη Εκκλησία; Κάτι τέτοιο όμως δεν διαφαίνεται από το γράμμα και το πνεύμα σύνολου του Κειμένου. Αντίθετα, μάλιστα, δίνεται η εντύπωση, ότι υπάρχει δεδομένη διαίρεση στην Εκκλησία και οι προοπτικές των διαλεγομένων αποβλέπουν στην διασπασθείσα ενότητα της Εκκλησίας». Τι έχει να πει ο π. Βασίλειος στις παρά πάνω επισημάνσεις του κ. Τσελλεγγίδη; Είναι ορθές, η λανθασμένες; Δεν ανησυχεί από το γεγονός, ότι οι παρά πάνω θέσεις, που ουσιαστικά είναι αιρετικές θεωρίες, κινδυνεύουν να θεσμοθετηθούν επίσημα από την μέλλουσα Σύνοδο και να αποτελέσουν μια νέα αιρετική εκκλησιολογική διδασκαλία;
Παρά κάτω γράφει: «Το θέμα δεν είναι πώς να δώσωμε λύσεις σε προβλήματα ["Καθώς ο κόσμος δίδωσι" (Ιω. 14, 27)], αλλά να αφήσωμε να φανή πώς λύνει τα προβλήματα ο εν ημίν ζων Κύριος. Όταν αυτό συμβή, τότε βασιλεύει σε όλους η γαλήνη». Κατ’ αρχήν στην μέλλουσα Σύνοδο δεν θα συζητηθούν μόνο προβλήματα, όπως λόγου χάριν το πρόβλημα της διασποράς. Θα συζητηθούν και θέματα δογματικής φύσεως, (όπως η περί εκκλησίας δογματική διδασκαλία), τα οποία, αν τουλάχιστον κρίνουμε από τα προσυνοδικά κείμενα, πρόκειται να θεσμοθετηθούν ως επίσημη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας. Δεν είναι λοιπόν τόσο απλά τα πράγματα, όπως θέλει να τα βλέπει ο π. Βασίλειος. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με απλά προβλήματα, αλλά με κακόδοξες αιρετικές διδασκαλίες.
Γράφει επίσης: «Να αφήσωμε να φανή πώς λύνει τα προβλήματα ο εν ημίν ζων Κύριος». Σύμφωνοι. Τα «προβλήματα» όμως δεν τα λύνει ο Κύριος με ένα αυτόματο και μαγικό τρόπο, αλλά δια μέσου των οργάνων του, δια μέσου των αγίων του, που έχουν θείο φωτισμό και Πνεύμα άγιο μέσα τους. Και στην προκειμένη περίπτωση της μελλούσης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, τα «προβλήματα», δογματικά και μη, φιλοδοξούν να τα λύσουν, τα μέλη που θα συγκροτήσουν την εν λόγω Σύνοδο. Και όλοι γνωρίζουν σήμερα, ότι η μεγάλη πλειοψηφία, όσων θα συμμετάσχουν στη Σύνοδο, έχουν οικουμενιστικά και όχι ορθόδοξα φρονήματα. Διότι αν συνέβαινε το αντίθετο, τότε και τα προσυνοδικά κείμενα θα ήταν γνήσια ορθόδοξα και δεν θα περιείχαν κακοδοξίες. Τώρα όμως δεν είναι. Τι νομίζει ο π. Βασίλειος; Ότι κατά την διάρκεια των εργασιών της Συνόδου θα πνεύσει ως δια μαγείας το Πνεύμα το άγιο και οι νυν αιρετικά και οικουμενιστικά φρονούντες αρχιερείς, θα γίνουν ξαφνικά ορθόδοξοι και θα αρχίσουν «να φθέγγονται ξένοις ρήμασι, ξένοις δόγμασι, ξένοις διδάγμασι»; Το άγιο Πνεύμα δεν ομιλεί δια των αιρετικών, αλλά δια των αγίων. Αν γνωρίζει κάποιο παράδειγμα αιρετικού, που ομίλησε εν Πνεύματι αγίω, ας μας το πει ο π. Βασίλειος. Δεν συγκλονίζεται και δεν αγωνιά μπροστά στο ενδεχόμενο η μέλλουσα αυτή Σύνοδος να αποδειχθεί μια ακόμη ψευδοσύνοδος, χειρότερη εκείνης της Φερράρας Φλωρεντίας, οπότε θα έχουμε νεά σχίσματα και διαιρέσεις;
Σε άλλο σημείο γράφει: «Αυτοί που λένε: κάποτε υπήρχαν μεγάλοι Πατέρες και θεολόγοι, σήμερα όχι, μιλούν ως αλειτούργητοι. Οι όντως αληθινοί εν Πνεύματι αν μία φορά υπάρξουν, δεν χάνονται ποτέ. Μπαίνουν στο συλλείτουργο της αειζωΐας. Είναι πάντοτε παρόντες. Όσο απομακρύνονται χρονικά, τόσο μας πλησιάζουν εναργέστερα». Καμιά αντίρρηση. Η Εκκλησία όμως δεν έπαυσε ποτέ να αναδεικνύει αγίους και θεοφόρους πατέρες μέχρι των ημερών μας. Οι σύγχρονοι αυτοί άγιοι, για τους οποίους ομιλήσαμε παρά πάνω, επεσήμαναν την αίρεση και την κατεπολέμησαν. Δεν φαίνεται όμως να τους λαμβάνουν υπ’ όψιν τους οι σημερινοί οικουμενιστές, οι μέλλοντες να συγκροτήσουν την Σύνοδο και αυτό αποδεικνύεται από τα προσυνοδικά κείμενα, τα οποία ετοιμάζονται να ψηφίσουν. Όσο για τους παλαιότερους (Μέγα Φώτιο, άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, άγιο Μάρκο Ευγενικό, κ.α.), αυτοί χαρακτηρίστηκαν από τον παν. Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο ως «θύματα του αρχεκάκου όφεως και τώρα βρίσκονται εις χείρας του δικαιοκρίτου Θεού». Αγνοεί άραγε ο π. Βασίλειος ότι οι πρωτεργάτες της Αγίας Συνόδου, (Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης κ.α.), έχουν εκφράσει αντορθόδοξες, έως κακόδοξες διδασκαλίες, όπως λ.χ. η θεωρία της «βαπτισματικής θεολογίας», η θεωρία «των δύο πνευμόνων», «το πρωτείο του Θεού Πατέρα», κ.α.; Δεν θα έπρεπε λοιπόν να αναφερθεί σε αυτά τα σύγχρονα εκφυλιστικά θεολογικά φαινόμενα;
Ομιλεί επίσης ο π. Βασίλειος για την χριστιανική αγάπη, η οποία πρέπει να διέπει τις σχέσεις μεταξύ μας. Αυτό είναι σωστό, αλλά δεν δικαιολογεί σε καμιά περίπτωση την υποχώρηση σε θέματα της σώζουσα αλήθειας της Εκκλησίας μας. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, τους οποίους φαίνεται να ευλαβείται, ουδέποτε θυσίασαν την αλήθεια της Εκκλησίας στο βωμό μιας οποιασδήποτε αγάπης. Αλλά αγαπούσαν εν αληθεία και ορθοτομούσαν την αλήθεια εν αγάπη. Αν αυτή η αρχή διαταραχτεί, τότε το αποτέλεσμα θα είναι καταστροφικό. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας όταν αγωνίζονταν για την περιφρούρηση της αλήθειας και την αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας μας φλέγονταν από αγάπη για τη σωτηρία των πιστών, αλλά και των αιρετικών. Ό,τι έκαναν το έκαναν από αγάπη! Ωστόσο πάγια αρχή των οικουμενιστών είναι να προτάσσουν την αγάπη, (όπως την εννοούν αυτοί), σε σχέση με την αλήθεια. Επ’ αυτού δεν θα έπρεπε κάτι να γράψει ο π. Βασίλειος;
Σε άλλο σημείο γράφει: «Το εάν θα ονομαστεί μια σύνοδος οικουμενική ή όχι και το ποια θέση θα πάρει στη ζωή της Εκκλησίας, δεν είναι θέμα ανθρωπίνης αποφάσεως, αλλά έργο της ζώσης εν Πνεύματι Εκκλησιαστικής συνειδήσεως, που κρίνει και κατατάσσει απλανώς κάθε Σύνοδο και κάθε Θεολόγο στη θέση που του ανήκει (παράδειγμα μέγα οι σύνοδοι του δεκάτου τετάρτου αιώνα με τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά)». Σύμφωνοι. Ο τελικός κριτής της γνησιότητος, ή μη, μιας Συνόδου είναι η «ζώσα εν Πνεύματι εκκλησιαστική συνειδήση, που κρίνει και κατατάσσει απλανώς κάθε Σύνοδο». Ωστόσο στο παρά πάνω αναφερθέν προσυνοδικό κείμενο, τίποτα δεν λέγεται γι’ αυτήν την «ζώσα εν Πνεύματι Εκκλησιαστική συνειδήση» του ορθοδόξου πληρώματος, (κλήρου και λαού). Αντίθετα μάλιστα,όπως πολύ ωραία επισημαίνει ο καθηγητής κ. Τσελεγγίδης: «δίδεται η εντύπωση, ότι η Μέλλουσα να συνέλθει Αγία και Μεγάλη Σύνοδος προδικάζει το αλάθητο των αποφάσεών της, επειδή θεωρεί, ότι ‘η διατήρησις της γνησίας ορθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον δια του συνοδικού συστήματος, το οποίον ανέκαθεν εν τη Εκκλησία απετέλει τον αρμόδιον και έσχατονκριτήν περί των θεμάτων της πίστεως’. Στο άρθρο αυτό παραγνωρίζεται το ιστορικό γεγονός, ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία έσχατο κριτήριο είναι η γρηγορούσα δογματική συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας, η οποία στο παρελθόν επικύρωσε η θεώρησε ληστρικές ακόμη και Οικουμενικές Συνόδους. Το συνοδικό σύστημα από μόνο του δεν διασφαλίζει μηχανιστικά την ορθότητα της ορθοδόξου πίστεως. Αυτό γίνεται μόνο, όταν οι συνοδικοί Επίσκοποι έχουν μέσα τους ενεργοποιημένο το Άγιο Πνεύμα και την Υποστατική Οδό, το Χριστό δηλαδή, οπότε ως συν-οδικοί είναι στην πράξη και «επόμενοι τοις αγίοιςπατράσι». Μήπως αγνοεί ο π. Βασίλειος τις προειδοποιήσεις του Οικουμενικού Πατριάρχου για «κυρώσεις» σε όσους δεν δεχτούν τις όποιες αποφάσεις της «Αγίας Συνόδου»;
Στη συνέχεια τονίζει: «Υπάρχουν άλλοι που, ενώ παριστάνουν τους θεολόγους ή τους θαυματουργούς, είναι ταραγμένοι και σκοτισμένοι. Αυτή τη σκότιση της ταραχής δεν μπορούν να την συγκρατήσουν, αλλά την διαχέουν ως ατμόσφαιρα συγχύσεως, με μορφή θεολογίας που σου σφίγγει την καρδιά και σου δημιουργεί δυσφορία». Δεν κάνει τον κόπο να γίνει πιο συγκεκριμένος, δηλαδή ποιους θεολόγους κατατάσσει σε αυτή την κατηγορία. Εκείνους που ακολουθούν τους θεοφόρους Πατέρες της Εκκλησίας, ή εκείνους που κηρύσσουν την «μεταπατερική θεολογία»; Αν θεωρεί τους πρώτους, ας γνωρίζει, ότι αυτοί με όσα γράφουν, δεν έχουν καμιά διάθεση να παραστήσουν, ούτε τους θεολόγους, ούτε τους θαυματουργούς. Προσπαθούν μόνο να φυλάξουν το θέλημα του Θεού, σύμφωνα με τον θεοφώτιστο λόγο του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου: «Είναι εντολή Κυρίου να μην σιωπούμε, όταν η πίστη κινδυνεύει από αιρέσεις. Διότι λέγει ‘να ομιλείς και να μην σιωπάς’ και ‘εάν υποστέλληται (υποχωρήσει), ουκ ευδοκεί, (δεν ευαρεστείται) σ’ αυτόν η ψυχή μου’ (Εβρ.10,38), και ‘εάν ούτοι σιωπήσωσι οι λίθοι κεκράξονται’, (Λουκ.19,40). Ώστε όταν ο λόγος είναι περί πίστεως, δεν μπορούμε να πούμε: Εγώ ποιος είμαι; Ιερεύς; Ουδέποτε. Άρχων; Ούτε και αυτό.Στρατιώτης; Από πού; Γεωργός; Αλλά ούτε και αυτό. Πτωχός προμηθευόμενος μόνο την εφήμερη τροφή. Δεν μου πέφτει λόγος ούτε φροντίδα για το προκείμενο ζήτημα. Αλίμονο οι λίθοι θα κραυγάσουν και εσύ θα μείνης σιωπηλός και αμέριμνος;… Ώστε και αυτός ο πτωχός είναι εστερημένος από κάθε απολογία την ήμερα της κρίσεως επειδή τώρα δεν ομιλεί και άξιος κατακρίσεως και μόνο γι’ αυτόν τον λόγο» (PG 99,1321A-C). Μήπως και ο άγιος Θεόδωρος ήταν ταραγμένος και σκοτισμένος όταν έγραφε τις γραμμές αυτές; Πάντως ο παρα πάνω λόγος του αγίου, εμάς τουλάχιστον, δεν μας «σφίγγει την καρδιά» ούτε μας «δημιουργεί δυσφορία». Αντίθετα το άρθρο του π. Βασιλείου, δεν το κρύβουμε, ήταν εκείνο, που πραγματικά μας έσφιξε την καρδιά.
Τέλος σε άλλο σημείο γράφει: «Δεν υπάρχει αντιπαράθεση που δημιουργεί νικητές και νικημένους• αυτά είναι πάθη του παρόντος αιώνος. Εδώ υπάρχει η αγάπη του Ενός που σώζει όλους». Σε λάθος βάση τοποθετεί το θέμα ο π. Βασίλειος. Εδώ δεν τίθεται θέμα νικητών και ητημένων, αλλά θέμα νίκης της αλήθειας –Χριστός, απέναντι στην αίρεση –ψεύδος. Εμείς δεν φιλοδοξούμε να νικήσουμε κανέναν, αλλά επιθυμούμε να νικήσει η αλήθεια –Χριστός, ο οποίος «εξήλθε νικών και ίνα νικήσει» (Αποκ.6,2). Είναι δε βέβαιο ότι η τελική νίκη ανήκει στην Ορθοδοξία μας σύμφωνα με τον θεόπνευστο λόγο της Γραφής: «αύτη εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών» (Α Ιω.5,4).
Περαίνοντας τον σχολιασμό μας, παρακαλούμε θερμά τον π. Βασίλειο, με όλο τον σεβασμό και την αγάπη προς το πρόσωπό του, να μιμηθεί τους αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας, παλαιοτέρους και νεωτέρους και βαδίζοντας πάνω στα χνάρια τους, να πράξει το αυτονόητο καθήκον του. Κατ’ αρχήν να ξεκαθαρίσει την στάση του απέναντι στην παναίρεση του Οικουμενισμού και να αγωνιστεί με όλες του τις δυνάμεις στην καταπολέμισή της, μιμούμενος τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, ή τουλάχιστον τον άγιο Γέροντά του. Στη συνέχεια να καθήσει και να μελετήσει όλα τα προσυνοδικά κείμενα, που πρόκειται να τεθούν προς συζήτηση στην μέλλουσα να συνέλθη Σύνοδο και να τοποθετηθεί υπεύθυνα επ’ αυτών με βάση τη δογματική διδασκαλία της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και την Πατερική και Συνοδική Παράδοση της Εκκλησίας μας. Να αφήσει τα θεολογικά πετάγματα και τις υψηλές του θαβώρειες αναβάσεις και να προσγειωθεί στην τραγική πραγματικότητα που βιώνει σήμερα η Εκκλησία μας. Και αν δεν έχει τις δυνάμεις να μπει σε διωγμούς και θυσίες χάριν της πίστεως, τότε ας καθήσει στο κελί του και τουλάχιστον ας προσεύχεται για όλους εμάς, που με την Χάρη του Θεού, και παρά τις όποιες αδυναμίες μας, αγωνιζόμαστε κατά δύναμιν να πράξουμε το καθήκον μας. Ζητούμε συγνώμη, αν τον λυπήσαμε, με όσα γράψαμε. Πάντως η αγάπη και ο σεβασμός μας προς το πρόσωπό του παραμένει απαραμείωτος.
Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών
Πηγή: Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
Ὁ Μητροπόλίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος μέ δύο ἐπιστολές του πρός τόν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο κ. Ἱερώνυμο καί τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀσκεῖ κριτική στά κείμενα τῆς Μεγάλης Συνόδου, ἀναδεικνύει τά θεολογικά καί δογματικά προβλήματά τους καί κάνει λόγο γιά ἔλλειψη ἐνημέρωσης τοῦ Σώματος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
Επιστολή 1
Επιστολή 2
Σοβαρὰ κενὰ θεολογικῶν καὶ νομοκανονικῶν ζητημάτων στὴν ἐπερχόμενη σύγκληση τῆς Πανορθόδοξης Συνόδου διαπιστώνει ὁ Μητροπολίτης Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος.
Σὲ ἐπιστολή του ὁ ἔγκριτος ἱεράρχης θεωρεῖ πὼς δὲν τίθεται κανένα ζήτημα νὰ ἐπανέλθει ἡ ἑνότητα τῶν χριστιανῶν ἀφοῦ δὲν διασπάστηκαν, κατὰ τὴν ἄποψή του, οἱ χριστιανοὶ ἁπλῶς κάποιοι ἐπέλεξαν μία διαφορετικὴ ὁδὸ ἀπὸ τὴν γνήσια Ὀρθόδοξη ἀλήθεια ποὺ ἀκολουθοῦμε.
Δὲν ὑπάρχουν Ἐκκλησίες καὶ ὁμολογίες, ἁπλῶς ἀποκόπησαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ πρέπει νὰ θεωροῦνται αἱρετικοὶ καὶ σχισματικοί, σημειώνει χαρακτηριστικὰ ὁ Σεβασμιώτατος ἐκφράζοντας ἀπορία γιὰ ποιὸν λόγο ἔχουν ἀγνοηθεῖ τόσο σοβαρὰ ζητήματα.
Ἡ θέση τοῦ Σεβασμιωτάτου, ὁ ὁποῖος ἐπικαλεῖται τὸ δικαίωμα τοῦ ἑκάστου ἱεράρχη νὰ ἐκφράσει τὴν ἄποψή του ἐνόψει του τόσο σπουδαίου γεγονότος εἶναι βέβαιο πὼς θὰ...
προκαλέσει προβληματισμὸ καὶ συζητήσεις στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθοδοξίας.
«Ἐπειδὴ σύμφωνα μὲ τὸν ἀποσταλέντα σὲ μᾶς κανονισμὸ ὀργάνωσης καὶ λειτουργίας τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ συγκεκριμένα στὸ ἄρθρο 12 καὶ παραγράφους 2 καὶ 3 ἀναφέρεται ὅτι μποροῦμε νὰ ἐκφράσουμε τὶς ἀπόψεις μας στὴν τοπική μας Σύνοδο πρῶτα, κατόπιν ἐπιταγῆς τῆς συνείδησής μου ταπεινὰ ὑποβάλλω στὴν Ἁγία καὶ Ἱερὰ Σύνοδο τῆς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας μας τὶς ἀπόψεις μου καὶ τὶς πεποιθήσεις μου πάνω στὰ πιὸ κάτω θέματα» ὑπογραμμίζει στὴν ἐπιστολὴ τοῦ ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης Ἀθανάσιος.
Ὁ κ. Ἀθανάσιος στὴν ἐπιστολή του, μιλώντας γιὰ τὸ κείμενο τῆς Ε΄ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διάσκεψης ποὺ ἔγινε στὸ Σαμπεζὺ τὸν Ὀκτώβριο μὲ τίτλο «Ἀπόφασις – Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸ κόσμο ἀνέφερε τὰ ἑξῆς:
«Συμφωνῶ ἀπόλυτα μὲ τὰ πρῶτα τρία ἄρθρα τοῦ κειμένου. Στὰ ἄρθρα ὅμως 4 καὶ πιὸ κάτω ἔχω νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς: "Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προσευχόμενη πάντοτε «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» πιστεύω ὅτι ἐννοεῖ τὴν ἐπιστροφὴ καὶ ἕνωση μαζί της ὅλων αὐτῶν ποὺ ἀπεκόπηκαν καὶ ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ αὐτήν, αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν, ἀφοῦ ἀπαρνηθοῦν τὴν αἵρεση ἢ τὸ σχίσμα τους καὶ φύγουν ἀπὸ αὐτὰ καὶ μὲ μετάνοια καὶ μὲ τὴν προβλεπόμενη ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς κανόνες διαδικασία ἐνσωματωθοῦν καὶ ἐνταχθοῦν -ἑνωθοῦν - μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία» ἀναφέρει ὁ κ. Ἀθανάσιος.
Ὁ Πανιερώτατος συνεχίζει χαρακτηριστικά: «Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ οὐδέποτε ἀπώλεσε τὴν «ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» καὶ δὲν δέχεται τὴ Θεωρία τῆς ἀποκατάστασης τῆς ἑνότητας τῶν «εἰς Χριστὸν πιστευόντων», γιατί πιστεύει ὅτι ἡ ἑνότητα τῶν εἰς Χριστὸν πιστευόντων ὑπάρχει ἤδη στὴν ἑνότητα ὅλων τῶν βαπτισμένων τέκνων της μεταξύ τους καὶ μετὰ τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ ὀρθῇ πίστη της, πού δὲν ὑπάρχει στοὺς αἱρετικοὺς ἢ σχισματικοὺς καὶ γι' αὐτὸ εὔχεται γι' αὐτοὺς τὴν ἐν μετανοία ἐπιστροφή τους στὴν Ὀρθοδοξία.»
«Πιστεύω ὅτι αὐτὸ πού ἀναφέρεται στὸ ἄρθρο 5 γιὰ «τὴν ἀπολεσθεῖσαν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν» εἶναι λάθος, γιατί ἡ Ἐκκλησία ὡς λαὸς τοῦ Θεοῦ ἑνωμένος μεταξὺ του καὶ μὲ τὴν κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας πού εἶναι ὁ Χριστὸς δὲν ἔχασε ποτὲ τὴν ἑνότητά του αὐτὴν καὶ δὲν ἔχει ἄρα ἀνάγκη νὰ τὴν ἐπανεύρη ἢ καν νὰ τὴν ἀναζητήσει γιατί πάντοτε ὑπῆρχε καὶ ὑπαρχὴ καὶ θὰ ὑπαρχὴ ἐφ' ὅσον ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ οὐδέποτε ἔπαυσε ἢ θὰ παύση νὰ ὑπάρχει» συμπληρώνει στὴν ἐπιστολὴ του ὁ Πανιερώτατος.
Ἐνῶ ὁ κ. Ἀθανάσιος προσθέτει χαρακτηριστικὰ ὅτι «ἐκεῖνο πού συνέβη εἶναι ὅτι ὁμάδες ἢ λαοὶ ἢ μεμονωμένα ἄτομα ἔφυγαν ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς 'Ἐκκλησίας καὶ ἡ Ἐκκλησία εὔχεται καὶ πρέπει νὰ προσπαθεῖ Ἱεραποστολικὰ νὰ ἐπιστρέψουν αὐτοὶ ὅλοι ἐν μετανοία διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Δὲν ὑπάρχουν δηλαδὴ ἄλλες Ἐκκλησίες ἀλλὰ μόνον αἱρέσεις καὶ σχίσματα, ἐὰν θέλουμε νὰ ἀκριβολογοῦμε στοὺς ὁρισμούς μας.»
«Ἡ διατύπωση «πρὸς ἀποκατάσταση τῆς χριστιανικῆς ἑνότητας» εἶναι λάθος γιατί ἡ ἑνότητα τῶν χριστιανῶν -μελῶν τῆς 'Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ - δὲν ἔχει διασπασθεῖ ποτέ, ἐφ' ὅσον αὐτοὶ μένουν ἑνωμένοι μετὰ τῆς 'Ἐκκλησίας. Χωρισμὸς ἀπὸ τὴν 'Ἐκκλησία καὶ φυγὴ ἐκ τῆς Ἐκκλησίας ἔγινε δυστυχῶς, πολλὲς φορὲς ἀπὸ τὶς αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσματα, ἀλλὰ ποτὲ ἀπώλεια ἐσωτερική τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας» συνεχίζει ὁ Πανιερώτατος στὴν ἐπιστολή του.
Σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ κ. Ἀθανάσιος ἀναφέρει: «Διερωτῶμαι γιατί στὸ κείμενο γίνεται πολλαπλὴ ἀναφορὰ σὲ «Ἐκκλησίες» καὶ «Ὁμολογίες»; Ποιὰ ἡ διαφορά τους καὶ ποιὸ στοιχεῖο τὶς χαρακτηρίζει ὥστε ἄλλες νὰ ὀνομάζονται Ἐκκλησίες καὶ ἄλλες Ὁμολογίες; Ποιὰ εἶναι Ἐκκλησία καὶ ποιὰ ἢ αἱρετικὴ καὶ ποία ἢ σχισματικὴ ὁμάδα ἢ ὁμολογία; Ἐμεῖς ὁμολογοῦμε μία Ἐκκλησία καὶ ὅλα τὰ ἄλλα αἱρέσεις καὶ σχίσματα. Θεωρῶ ὅτι Θεολογικὰ καὶ δογματικὰ καὶ νομοκανονικὰ ἡ ἀπόδοση τοῦ τίτλου «Ἐκκλησία» σὲ αἱρετικὲς ἢ σχισματικὲς κοινότητες εἶναι παντελῶς λανθασμένη γιατί μία εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἀναφέρεται καὶ στὸ ἄρθρο 1, καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ὀνομασθῆ ἀπὸ ἐμᾶς μία αἱρετικὴ ἢ σχισματικὴ κοινότητα ἢ ὁμάδα ὡς Ἐκκλησία, ἐκτός τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.»
Δὲν ἀναφέρεται καθόλου στὸ κείμενο αὐτὸ ὅτι ἡ μόνη ὁδὸς πού ὁδηγεῖ στὴν ἕνωση μὲ τὴν Ἐκκλησία εἶναι μόνον ἡ ἐπιστροφὴ τῶν αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν ἐν μετανοία εἰς τὴν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πού σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρο 1 εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας. Ἡ ἀναφορὰ στὴν «κατανόηση τῆς παράδοσης τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας» δίνει τὴν ἐντύπωση ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ ὀντολογικὴ στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία τῶν ἁγίων ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ στὴν γνήσια συνέχεια αὐτῆς μέχρι σήμερα, πού εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας. Πιστεύουμε ὅτι καμιὰ ἀπολύτως διαφορὰ δὲν ὑπάρχει μεταξύ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ εἰκοστοῦ πρώτου αἰώνα καὶ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ πρώτου αἰώνα, γιατί ἕνα ἀπὸ τὰ γνωρίσματα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι καὶ τὸ γεγονὸς πού ὁμολογοῦμε στὸ σύμβολο τῆς πίστεως ὅτι αὔτη εἶναι Ἀποστολική.» τονίζει ὁ Μητροπολίτης Λεμεσοῦ.
Ὁ Πανιερώτατος στὴ συνέχεια ὑπογραμμίζει χαρακτηριστικὰ ὅτι στὸ ἄρθρο 12, δίδεται ἡ ἐντύπωση ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι ψάχνουν τὴν ἀποκατάσταση στὴν ὀρθὴ πίστη καὶ τὴν ἑνότητα, κάνοντας λόγο γιὰ ἀπαράδεκτη θεωρία.
«Στὸ ἄρθρο 12 ἀναφέρεται ὅτι κοινὸς σκοπὸς τῶν Θεολογικῶν διαλόγων εἶναι «ἡ τελικὴ ἀποκατάσταση τῆς ἐν τῇ ὀρθῇ πίστη καὶ τῇ ἀγάπη ἑνότητος». Δίδεται ἡ ἐντύπωση ὅτι κι ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ψάχνουμε τὴν ἀποκατάστασή μας στὴν ὀρθὴ πίστη καὶ στὴν ἑνότητα τῆς ἀγάπης, ὡσὰν νὰ ἀπωλέσαμε τὴν ὀρθὴ πίστη καὶ τὴν ψάχνουμε νὰ τὴν βροῦμε διὰ τῶν Θεολογικῶν διαλόγων μετὰ τῶν ἑτεροδόξων. Θεωρῶ ὅτι αὐτὴ ἡ Θεωρία εἶναι Θεολογικὰ ἀπαράδεκτη ἀπὸ ὅλους μας» ὑπογραμμίζει ὁ Μητροπολίτης Ἀθανάσιος.
Σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ Πανιερώτατος ἐκφράζει ἐνστάσεις πάνω στὸ κείμενο, τονίζοντας ὅτι «ἡ ἀναφορὰ τοῦ κειμένου στὸ «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» μοῦ δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ διατυπώσω τὴν ἔνστασή μου ἀπέναντι σὲ κατὰ καιροὺς διάφορα συγκριτιστικὰ ἀντικανονικὰ γεγονότα πού ἔγιναν σ’ αὐτὸ ἀλλὰ καὶ σ' αὐτὴν ταύτη τὴν ὀνομασία του, ἀφοῦ σ' αὐτὸ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία θεωρεῖται ὡς «μία ἐκ τῶν Ἐκκλησιῶν» ἢ κλάδος τῆς μίας Ἐκκλησίας πού ψάχνει καὶ ἀγωνίζεται γιὰ τὴν πραγμάτωσή της στὸ παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν. Ἀλλὰ γιὰ μᾶς μία καὶ μοναδικὴ εἶναι ἢ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πού ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως καὶ ὄχι πολλές.»
Ἀκόμη ὁ Πανιερώτατος ἀναφέρει: «Ἡ ἄποψη ὅτι ἡ διατήρηση τῆς γνησίας ὀρθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνο διὰ τὸν συνοδικοῦ συστήματος ὡς τὸν μόνον «ἁρμόδιο καὶ ἐσχάτου κριτοῦ τῶν Θεμάτων τῆς πίστεως» ἔχει δόση ὑπερβολῆς καὶ ἐκφεύγει τῆς ἀληθείας καθότι στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία πολλὲς συνόδοι ἐδίδαξαν καὶ ἐνομοθέτησαν λανθασμένα καὶ αἱρετικὰ δόγματα καὶ ὁ πιστὸς λαὸς τὶς ἀπέρριψε καὶ διεφύλαξε τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ ἐθριάμβευσε τὴν Ὀρθόδοξη Ὁμολογία. Οὔτε σύνοδος ἄνευ τοῦ πιστοῦ λαοῦ, τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε λαὸς ἄνευ συνόδου Ἐπισκόπων μποροῦν νὰ θεωρήσουν ἑαυτοὺς σῶμα Χριστοῦ καὶ 'Ἐκκλησία Χριστοῦ καὶ νὰ ἐκφράσουν σωστὰ τὸ βίωμα καὶ τὸ δόγμα τῆς Ἐκκλησίας.»
Ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Κύπρου καὶ τὰ Μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὁ Μητροπολίτης Λεμεσοῦ τονίζει: «Δὲν μποροῦν σὲ σύγχρονα ἐκκλησιαστικὰ κείμενα αὐτοῦ τοῦ εἴδους νὰ διατυπώνονται σκληρὲς ἢ προσβλητικὲς ἐκφράσεις, οὔτε καὶ κανένας νομίζω θέλει αὐτοῦ τοῦ τύπου τὶς ἐκφράσεις. Ἡ ἀλήθεια ὅμως πρέπει νὰ ἐκφράζεται μὲ ἀκρίβεια καὶ σαφήνεια, πάντοτε, βέβαια, μὲ ποιμαντικὴ διάκριση καὶ ἀγάπη πραγματικὴ πρὸς ὅλους. Ἔχουμε χρέος καὶ πρὸς τοὺς ἀδελφούς μας πού βρίσκονται σὲ αἱρέσεις ἢ σχίσματα νὰ εἴμαστε ἀπόλυτα εἰλικρινεῖς μαζί τους καὶ μὲ ἀγάπη καὶ πόνο νὰ προσευχόμαστε καὶ νὰ κάνουμε τὰ πάντα γιὰ τὴν ἐπιστροφή τους στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.»
«Ταπεινὰ θεωρῶ ὅτι τέτοιας σπουδαιότητας καὶ τέτοιου κύρους κείμενα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρέπει νὰ εἶναι πολὺ προσεκτικὰ καὶ διατυπωμένα μὲ πάσα ἀκρίβεια Θεολογικὴ καὶ νομοκανονικὴ ὥστε νὰ μὴν ἀπορρέουν ἀπὸ αὐτὰ ἀσάφειες ἢ ἀδόκιμοι θεολογικὰ ὄροι καὶ διατυπώσεις λανθασμένες πού μποροῦν νὰ ὁδηγήσουν σὲ παρερμηνεῖες καὶ ἀλλοιώσεις τοῦ ὀρθοῦ φρονήματος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἐξάλλου μία Σύνοδος γιὰ νὰ εἶναι ἔγκυρη καὶ κανονικὴ πρέπει νὰ μὴν ἀφίσταται καθόλου ἀπὸ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν διδασκαλία τῶν πρὸ αὐτῆς ἁγίων Συνόδων, τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ τῶν ἁγίων Γραφῶν καὶ νὰ μὴν ἔχει καμιὰ σκιὰ στὴ διατύπωση ἐπακριβῶς τῆς ὀρθῆς πίστεως» συμπληρώνει χαρακτηριστικὰ ὁ Πανιερώτατος κ. Ἀθανάσιος.
Σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ κ. Ἀθανάσιος ἐπικαλούμενος τούς Ἁγίους Πατέρες ἀναφέρει: «Πότε οἱ ἅγιοι Πατέρες μας καὶ πότε καὶ ποῦ στὰ κείμενα τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ τῶν ὅρων τῶν Οἰκουμενικῶν ἢ Τοπικῶν Ἱερῶν Συνόδων ἀπεκλήθησαν οἱ αἱρετικὲς ἢ οἱ σχισματικὲς ὁμάδες ὡς ἐκκλησίες; Ἐὰν εἶναι ἐκκλησίες οἱ αἱρέσεις τότε ποῦ εἶναι ἡ μοναδικὴ καὶ Μία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων;»
Ἐπίσης ὁ Μητροπολίτης Λεμεσοὺ ἐκφράσει τὴν ἔντονη διαφωνία του, ἐνῶ τονίζει ὅτι ὅσοι δὲν ἔχουν δικαίωμα ψήφου καὶ συμμετέχουν στὴν Σύνοδο εἶναι διακοσμητικὰ στοιχεῖα.
«Ταπεινὰ διατυπώνω τὴ διαφωνία μου καὶ στὸ γεγονὸς ὅτι καταργεῖται ἡ πρακτικὴ ὅλων τῶν μέχρι τοῦδε Ἱερῶν Συνόδων τοπικῶν καὶ οἰκουμενικῶν ὅπου κάθε ἐπίσκοπος ἔχει καὶ τὴ δική του ψῆφο καὶ οὐδέποτε αὐτὸ τὸ σχῆμα, μία Ἐκκλησία μία ψῆφος, ποὺ καθιστὰ τὰ μέλη τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, πλὴν τῶν προκαθημένων, διακοσμητικὰ στοιχεῖα, ἀφαιρεθέντος ἀπ΄ αὐτῶν τοῦ δικαιώματος τῆς ψήφου» τονίζει χαρακτηριστικὰ στὴν ἐπιστολὴ του ὁ κ. Ἀθανάσιος.
Κλείνοντας ὁ πολιὸς Ἱεράρχης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου ἀναφέρει ὅτι «δὲν θέλω μὲ αὐτὰ ποὺ ἔγραψα νὰ λυπήσω κανένα καὶ δὲν θέλω νὰ θεωρηθῶ ὅτι διδάσκω ἢ κρίνω τοὺς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς μου καὶ πατέρες μου. Ἁπλῶς αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκη νὰ ἐκφράσω αὐτὰ ποὺ ἡ συνείδησή μου μοῦ ἐπιβάλλει.»
Πηγή: Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
Ο Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης με νέα επιστολή του προς τους Ιεράρχες της Εκκλησίας μας εντοπίζει και αναδεικνύει τα προβληματικά σημεία του Κανονισμού λειτουργίας της Μεγάλης Συνόδου, καθώς και άλλων κειμένων της.
Μακαριώτατε Ἅγιε Πρόεδρε,
Σεβασμιώτατοι Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,
Ἐν ὄψει τῆς μελλούσης νά συνέλθει Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, θά ἤθελα νά θέσω γιά ἀκόμη μία φορά, εὐλαβῶς, ἐνώπιόν Σας κάποιες θεολογικοῦ χαρακτήρα σκέψεις μου, πού ἐλπίζω νά Σᾶς φανοῦν ἀξιοποιήσιμες.
Ἀπό μία ἔρευνα, πού πραγματοποίησα, διαπίστωσα μέ δυσάρεστη ἔκπληξη, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος -ἀπό τό 1961 πού ἄρχισαν οἱ Πανορθόδοξες Προσυνοδικές Διασκέψεις γιά τήν παραπάνω Μεγάλη Σύνοδο- δέν ἀσχολήθηκε μέ τίς ἀποφάσεις τῶν Διασκέψεων αὐτῶν σέ ἐπίπεδο Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας. Τοῦτο εἶχε ὡς συνέπεια, νά φτάσουμε στήν δυσχερῆ σημερινή ἐκκλησιαστική κατάσταση. Νά ἔχουμε δηλαδή ἐκκλησιαστικές ἀποφάσεις γιά τά κρίσιμα θέματα μιᾶς Μεγάλης Πανορθοδόξου Συνόδου, γιά τίς ὁποῖες, ὅμως, ὑπάρχει σοβαρό ἔλλειμμα συνοδικῆς καλύψεώς τους ἀπό τήν Τοπική Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας, ὅπως προβλέπεται, ἄλλωστε, ἀπό τίς Προσυνοδικές Διασκέψεις.
Αὐτήν τή στιγμή βρισκόμαστε ἐκκλησιαστικῶς στό προτελευταῖο στάδιο τῶν ὁριστικῶν ἀποφάσεων τῆς Μεγάλης Πανορθοδόξου Συνόδου. Φρονῶ, ὅτι τά πράγματα –παρά τήν ἐξαιρετική σοβαρότητά τους– εἶναι ἀκόμη ἰάσιμα. Ὡς γνωστόν, τό Συνοδικό Σύστημα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας ἀποτελεῖ ἁγιοπνευματική ἐκκλησιαστική λειτουργία, ὄχι μόνο γιά τά θέματα τῆς διοικήσεως καί τῆς ζωῆς της, ἀλλά καί γιά τήν ἀκριβῆ διατύπωση τῆς δογματικῆς διδασκαλίας της. Εἰδικότερα, φρονῶ, ὅτι τό συνοδικό ἔλλειμμα τῶν παρελθόντων 55 ἐτῶν μπορεῖ σίγουρα νά θεραπευθεῖ τώρα, ἐφόσον οἱ ἀποφάσεις τῆς ἐπικειμένης Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας, σχετικά μέ τά θέματα τῆς μελλούσης Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδοξίας, θά εἶναι σύμφωνες μέ τήν αὐτοσυνειδησία τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεώς της.
Καί κάτι ἄλλο, συναφές, καί ἐξαιρετικά σοβαρό. Διάβασα, προσεκτικά, τόν δημοσιευμένο προσφάτως «Κανονισμό Ὀργανώσεως καί Λειτουργίας τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου» καί ἔχω νά Σᾶς καταθέσω μία θεολογικοῦ-δογματικοῦ χαρακτήρα παρατήρησή μου.
Συγκεκριμένα, στό Ἄρθρο 12, μέ θέμα «ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΚΑΙ ΕΓΚΡΙΣΙΣ ΤΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ», σημειώνονται τά ἑξῆς σημαντικά: «Ἡ ψηφοφορία ἐπί τῶν συζητηθέντων καί ἀναθεωρηθέντων ὑπό τῆς Συνόδου κειμένων ἐπί τῶν θεμάτων τῆς ἡμερησίας διατάξεως,
1. συνδέεται πρός τάς αὐτοκεφάλους Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας καί ὄχι πρός τά καθ’ ἕκαστον μέλη τῶν ἐν τῇ Συνόδῳ ἀντιπροσωπειῶν αὐτῶν, συμφώνως πρός τήν ὁμόφωνον σχετικήν ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνάξεως τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν,
2. ἡ κατά Ἐκκλησίας καί ὄχι κατά τά μέλη αὐτῶν ψήφισις ἐν τῇ Συνόδῳ τῶν κειμένων δέν ἀποκλείει τήν ἀρνητικήν θέσιν ἑνός ἤ καί πλειόνων ἀρχιερέων μιᾶς ἀντιπροσωπείας αὐτοκεφάλου τινός Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπί τῶν γενομένων τροπολογιῶν ἤ καί ἐπί ἑνός κειμένου γενικώτερον, ἡ διαφωνία τῶν ὁποίων καταχωρίζεται εἰς τά Πρακτικά τῆς Συνόδου, καί
3. ἡ ἀξιολόγησις τῶν διαφωνιῶν αὐτῶν εἶναι πλέον ἐσωτερικόν ζήτημα τῆς εἰς ἥν ἀνήκουν αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία δύναται νά ὑποστηρίξῃ τήν θετικήν ψῆφον αὐτῆς ἐπί τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἐσωτερικῆς πλειονοψηφίας, ἐκφράζεται δέ ὑπό τοῦ Προκαθημένου αὐτῆς, διό καί δέον ὅπως προβλεφθῇ εἰς αὐτήν ὁ ἀναγκαῖος χῶρος καί χρόνος δι᾽ ἐσωτερικήν συζήτησιν ἐπ᾽ αὐτοῦ».
Στό Ἄρθρο αὐτό βλέπουμε, ὅτι ἡ ὁμοφωνία τῆς Μεγάλης Συνόδου περιορίζεται στή μία ψῆφο κάθε Τοπικῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας. Οἱ ἐπιμέρους διαφωνίες -ἐφόσον αὐτές συμβαίνει νά ἀποτελοῦν μειοψηφία, στό πλαίσιο τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν- ἀφήνονται ὡς «ἐσωτερική ὑπόθεσή τους», πρᾶγμα πού εἶναι ἐκκλησιολογικῶς ἀπαράδεκτο γιά τήν συγκεκριμένη Πανορθόδοξη Σύνοδο, ὅταν μάλιστα συμβαίνει τό θέμα τῆς διαφωνίας νά εἶναι γιά δογματική ὑπόθεση. Καί ἡ περίπτωση αὐτή εἶναι πάρα πολύ πιθανή. Λόγου χάρη, τό θέμα τῆς αὐτοσυνειδησίας καί τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας, πού πραγματεύεται τό Κείμενο: «ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ», εἶναι θέμα ἐκκλησιολογικό, δηλαδή κατεξοχήν δογματικό. Κατά συνέπεια, δέν εἶναι θεολογικά ἐπιτρεπτό, ἕνα Κείμενο πού προωθεῖται πρός ἔγκριση, ἀπό τή μία μεριά νά εἰσηγεῖται οὐσιαστικά τήν Προτεσταντική θεωρία τῶν «κλάδων» -νομιμοποιώντας μέ τήν ἀποδοχή του τήν ὕπαρξη πολλῶν Ἐκκλησιῶν μέ πολύ διαφορετικά δόγματα- καί ἀπό τήν ἄλλη ὁ «Κανονισμός Ὀργανώσεως καί Λειτουργίας τῆς Συνόδου» αὐτῆς νά ἀγνοεῖ στήν πράξη τούς ἐνδεχόμενους μειοψηφοῦντες Ἱεράρχες τῶν ἐπιμέρους Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καί νά μήν λαμβάνει σοβαρώτατα ὑπόψη τίς θεολογικές τοποθετήσεις τῆς ἐπισκοπικῆς συνειδήσεώς τους.
Καί ἐδῶ γεννᾶται τό εὔλογο θεολογικό-δογματικό ἐρώτημα: Πῶς θά ὁμολογηθεῖ στήν προκειμένη περίπτωση ἡ μία πίστη τῆς Ἐκκλησίας, «ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ»; Πῶς θά μπορέσουν οἱ Συνοδικοί Πατέρες νά ποῦν: «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν»; Πῶς θά ἀποδείξουν ὅτι ἔχουν «νοῦν Χριστοῦ», ὅπως ὑποστηρίζουν οἱ θεοφόροι Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας;
Μακαριώτατε,
Στά δογματικά θέματα, ὡς γνωστόν, ἡ ἀλήθεια δέν βρίσκεται στήν πλειονοψηφία τῶν Συνοδικῶν Ἀρχιερέων. Ἡ ἀλήθεια καθεαυτήν εἶναι πλειοψηφική, γιατί στήν Ἐκκλησία ἡ ἀλήθεια εἶναι Ὑποστατική πραγματικότητα. Γι’ αὐτό, καί ὅσοι διαφωνοῦν μέ αὐτήν, ἀποκόπτονται ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀφοῦ καθαιροῦνται καί ἀφορίζονται κατά περίπτωση. Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος δέν ἐπιτρέπεται νά ἀφήσει σέ κατώτερα συνοδικά σώματα τό ἐξαιρετικά σοβαρό θέμα τῆς ἐνδεχόμενης διαφωνίας τῶν μειοψηφούντων ἐπισκόπων σέ δογματικά θέματα. Ἐπιβάλλεται, ὡς ἀνώτατο συνοδικό σῶμα, νά ἐπιληφθεῖ αὐτοῦ τοῦ θέματος ἄμεσα, γιατί διαφορετικά ὑπάρχει ὁρατός ὁ κίνδυνος τοῦ Σχίσματος στήν Ἐκκλησία, τήν στιγμή ἀκριβῶς, πού ἡ Μεγάλη αὐτή Σύνοδος φιλοδοξεῖ νά ἐπαναβεβαιώσει τήν ὁρατή ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας μας.
Μέ βαθύτατο σεβασμό
ἀσπάζομαι τήν δεξιάν Σας
Δημήτριος Τσελεγγίδης
Καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ.
Πηγή: Θρησκευτικά
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...