
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
(περιοδικό Ό Όσιος Γρηγόριος, ετήσια έκδ. Ι. Μ. Οσ. Γρηγορίου Αγ. Όρους, 40(2015), 176-179)
Η πορεία προς τη Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας βαίνει προς το τέλος της. Την Πεντηκοστή του 2016, εκτός απρόοπτου.
Ελπίδα και αγωνία, ανάμεικτα συναισθήματα, για την έκβαση της συνόδου. Κάθε σύνοδος είναι μία διακινδύνευσις. Θα την αποδεχθεί άραγε το πλήρωμα της Εκκλησίας ή θα υπάρξουν σχίσματα;
Ένα είναι το αδιαφιλονίκητο κριτήριο: η ορθοδοξία των αποφάσεών της, η πιστότης στην διδασκαλία των Οικουμενικών Συνόδων. Όπως το διατύπωσε ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: «Εκείνα οίδεν αγίας και εγκρίτους συνόδους ο ευσεβής της Εκκλησίας κανών, ας ορθότης δογμάτων έκρινεν» (PG 90, 148).
Αυτό εξαρτάται από τις προϋποθέσεις, τις διαδικασίες και τις αποφάσεις της. Προσευχόμαστε όλα να γίνουν αγιοπνευματικά και όχι με μεθόδους του κόσμου τούτου, οι οποίες δεν είναι δυστυχώς άγνωστες στην εκκλησιαστική ιστορία. Η εκκοσμίκευσης και ο ανθρωποκεντρισμός είναι κακές και επικίνδυνες προϋποθέσεις. Το «επομένοι τοις αγίοις πατράσι» και η εκζήτησις του θείου θελήματος είναι ασφαλείς προϋπόθεσης. «Ότε ωμίλουν εκ του νοός μου, συνέβαινον λάθη», έλεγε ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ.
Οι άγιοι Αρχιερείς έχουν την ευθύνη. Εμείς οι μοναχοί, μαζί με τον πιστό λαό της Εκκλησίας, μπορούμε να προσευχόμαστε με ταπεινοφροσύνη να τους φωτίσει το Άγιο Πνεύμα ώστε να ομιλήσουν με Πνεύμα Άγιον και «νουν Χριστού».
Παράλληλα με ταπεινό φρόνημα και με φόβο Θεού, μπορούμε να εκφράζουμε εκείνο που νιώθουμε ως αποστολική και αγιοπατερική παρακαταθήκη που πρέπει να διαφυλαχθή αναλλοίωτη.Για το φλέγον θέμα «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικό κόσμον», θεωρούμε ότι πρέπει να αποφευχθή μια συνοδική απόφανσις, ότι οι ετερόδοξες εκκλησίες έχουν «εκκλησιαστικό χαρακτήρα» (ecclesiality, δηλαδή ότι είναι εκκλησίες με τους χαρακτήρες της Μίας
Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας), εν όσω δεν υπάρχει μεταξύ Ορθοδόξων και ετεροδόξων ενότης πίστεως, λατρείας, διοικήσεως, ήθους, και κυρίως ταυτότης εμπειρίας της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος «συν πάσι τοις αγίοις».
Για κάποια θέματα κοινωνικής φύσεως, που αφορούν την ειρήνη και την ευστάθεια των αγίων του Θεού τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών μας, προσευχόμαστε εμπόνως ως «μέλη» του αυτού αγίου Σώματος του Χριστού, «μέλη εκ μέρους» και «αλλήλων μέλη» (βλ. Α΄ Κορ. ιβ΄ 25-27, Ρωμ. ιβ΄ 5), να μη επιτρέψει ο Κύριος τριγμούς στην ενότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας.
Θεωρούμε ότι σε ωρισμένα θέματα δεν πρέπει να παραβλεφθούν και οι θέσεις της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους και οι παρεμβάσεις της. Όσον αφορά π.χ. το ζήτημα του συνεορτασμού του Πάσχα μετά των ετεροδόξων, υπάρχει η παρέμβασις της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους προς την Β΄ Προσυνοδική Διάσκεψι, με τη χαρακτηριστική φράσι: «διό και αποδοκιμάζομεν οιανδήποτε αλλαγή του Πασχαλίου».
Χαρακτηριστική είναι εν προκειμένω και η αποδοχή της παρεμβάσεως αυτής από τον πρόεδρο της Β΄ Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως με τα εξής λόγια: «Θεωρώ φυσικόν να εκφράσουν ούτοι προς ημάς ευλαβώς την άποψιν, το φρόνημα και την γνώμην των. Οφείλομεν να τους προσέξωμεν. Αποδίδομεν ιδιαιτέραν σημασίαν και προσοχήν εις την τάξιν των μοναχών, και ιδιαιτέρως των σεβασμίων Πατέρων του Άθω. Παρακαλώ υμάς όπως, εν τη εξετάσει των θεμάτων εν ταις επιτροπαίς, έχητε υπ’ όψιν και την ασκητικήν άποψιν των μοναχών» (βλ. Συνοδικά VIII, έκδ. Ορθοδόξου Κέντρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Σαμπεζύ 1994, σελ. 119).
Όσον αφορά δε τα θέματα που άπτονται της μοναχικής ζωής και ιδιότητος η Ιερά Κοινότης του Αγ. Όρους έχει εκφράσει επίσημη τοποθέτηση, κατά την οποία ο μοναχός, ο οποίος έχει καρεί με «ρασοευχή» και δεν έχει λάβει ακόμη το «μεγάλο Σχήμα», είναι μοναχός και η μοναχική ιδιότης του παραμένει ανεξίτηλη παρά την τυχόν έκπτωσή του από τον μοναχικό βίο (βλ. ΕΔIΣ ΡΚΘ΄, 20.8.1993). Θεωρούμε επ’ αυτού ότι ιερολογούντες τον γάμο εκπεσόντος μοναχού υποβαθμίζουμε την δυνατότητα μετανοίας του - γνωστής από πάμπολλες διηγήσεις των συναξαρίων περί πρώην εκπεσόντων μοναχών - και την προθυμία φιλοθέου επιστροφής του στις προς Θεόν μοναχικές υποσχέσεις».
Σύμφωνα με το Ανακοινωθέν της Συνάξεως των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών (Σαμπεζύ, 21-28 Ἰανουαρίου 2016) "Τά ἐπισήμως ἐγκριθέντα θέματα πρός ὑποβολήν εἰς τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον καί υἱοθέτησιν ὑπ’ αὐτῆς, εἶναι: ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τόν σύγχρονον κόσμον, ἡ Ὀρθόδοξος Διασπορά, τό Αὐτόνομον καί ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ, τό μυστήριον τοῦ γάμου καί τά κωλύματα αὐτοῦ, ἡ σπουδαιότης τῆς νηστείας καί ἡ τήρησις αὐτῆς σήμερον, σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον. Ἀποφάσει τῶν Προκαθημένων ὅλα τά ἐγκριθέντα κείμενα θά δημοσιευθοῦν".
Πρόλογος
Τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ προυσιάσθηκε ὡς κύρια εἰσήγηση στὸ Διεθνὲς Θεολογικὸ Συνέδριο, ποὺ συνεκάλεσε ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη Μολδαβίας στὴν πρωτεύουσα Κισινάου τοῦ ἀνεξάρτητου Μολδαβικοῦ κράτους, στὶς 21 Ἰανουαρίου τοῦ 2016. Τὸ γενικὸ θέμα τοῦ Συνεδρίου ἦταν: «Διαθρησκειακὸς Συγκρητισμός».
Ἡ εἰσήγηση αὐτὴ συμπληρώθηκε καὶ ἀπὸ θέσεις τῆς εἰσηγήσεως τοῦ π. Ματθαίου Βουλκανέσκου, ὁ ὁποῖος παρουσίασε τὴν «Νέα Ὁμολογία Πίστεως κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», ποὺ συνέταξε καὶ ἐκυκλοφόρησε ἡ Ρουμανικὴ Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας Ἁγίου Ὄρους, ὑπογεγραμμένη ἀπὸ ὅλους τοὺς μοναχοὺς τῆς Σκήτης, ὅπως καὶ ἀπὸ τοὺς ἐκπροσώπους τῆς «Συνάξεως Ὀρθοδόξων κληρικῶν καὶ Μοναχῶν» (βλ. Θεοδρομία 17 (2015) 73-83.
Αὐτή, λοιπόν, ἡ συμπληρωμένη εἰσήγηση ὑπογράφτηκε ἀπὸ ὅλα τὰ μέλη τοῦ Συνεδρίου καὶ ἀπὸ τὸ πολυπληθὲς ἀκροατήριο τῶν Ὀρθοδόξων Μολδαβῶν, ποὺ ξεπερνοῦσε τὰ χίλια πεντακόσια (1500) πρόσωπα καὶ ἐπλημύρισε τὴν μεγάλη αἴθουσα ὅπου ὡμίλησε τὴν ἑπομένη ἡμέρα (22-1-2016) ὁ π. Θεόδωρος. Τὸ ὑπογεγραμμένο κείμενο ἐστάλη στὴν ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας. Ἐδῶ δημοσιεύεται χωρὶς τὶς συμπληρωματικὲς θέσεις.
1. Σύντομη ἀναφορὰ στὴν ἱστορία καὶ στὴν θεματολογία τῆς Συνόδου.
Τὸν Μάρτιο τοῦ 2014 πραγματοποιήθηκε στὴν Κωνσταντινούποληἡ Σύναξη τῶν Προκαθημένων τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἡ ὁποία ἀποφάσισε νά ἐπισπευσθοῦν οἱ προετοιμασίες γιά τήν σύγκληση τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, ὥστε αὐτὴ νὰ συνέλθει, «ἐκτὸς ἀπροόπτου», κατὰ τὸν Ἰούνιο τοῦ 2016, τὴν ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆςστὸν παλαιὸ ἱστορικὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου συνῆλθε καὶ ἡ Β´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (381). Συνέστησε δὲ καὶ Εἰδικὴ Διορθόδοξη Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἀνέλαβε νὰ ἀναθεωρήσει ἤ νὰ ἐπικαιροποιήσει, ὅσα κείμενα εἶχαν ἑτοιμασθῆ καὶ νὰ ἑτοιμάσει τὰ ἐναπομείναντα.
Ἡ ἰδέα γιὰ σύγκληση Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἶχε διατυπωθῆ γιὰ πρώτη φορὰ ἐπισήμως μὲ ἔνα πρῶτο κατάλογο θεμάτων, στὸ «Πανορθόδοξο Συνέδριο» τῆς Κωνσταντινούπολης τὸ 1923 ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Μελέτιο Δ´ Μεταξάκη, προωθήθηκε δὲ τὸ 1930 ἀπὸ τὴν ὀνομασθεῖσα «Προκαταρκτικὴ Ἐπιτροπή», ποὺ συνῆλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου, ἡ ὁποία ἑτοίμασε καὶ ἕνα πρῶτο κατάλογο θεμάτων τῆς Συνόδου. Δυσμενεῖς ἱστορικὲς συνθῆκες δὲν ἐπέτρεψαν τὴν σύγκληση τῆς Συνόδου πρὶν καὶ μετὰ τὸν δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ἰδιαίτερα μάλιστα, ἐπειδὴ στὶς περισσότερες ὀρθόδοξες χῶρες ἐπεκράτησαν ἀθεϊστικὰ κομμουνιστικὰ καθεστῶτα, τὰ ὁποῖα δυσκόλεψαν τὸ ἔργο καὶ τὶς ἀποφάσεις τῶν ἐκεῖ Ἐκκλησιῶν.
Τὸ θέμα ἐπανέφερε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη ὁ πατριάρχηςἈθηναγόρας, ὁ ὁποῖος συνεκάλεσε στὴν Ρόδο τὴν Α´ Πανορθόδοξη Διάσκεψη τὸ 1961, ἡ ὁποία ἔλαβε ὁριστικὲς ἀποφάσεις γιὰ τὴν προπαρασκευὴ τῆς Συνόδου καὶ κατήρτισε ἕνα εὐρύτατο κατάλογο δέκα θεμάτων, τὰ ὁποῖα μὲ τὶς ὑποδιαιρέσεις τους ξεπερνοῦσαν τὰ ἑκατό (100). Ὁ κατάλογος αὐτὸς ἐπικρίθηκε ἔντονα ὡς «ἐγχειρίδιο πίστεως» γιὰ σχολικὴ καὶ κατηχητικὴ χρήση, κατὰ τὰ πρότυπα τοῦ καταλόγου θεμάτων τῆς Β´ Βατικανῆς Συνόδου, ἡ ὁποία περιέργως συνήρχετο τὴν ἴδια ἐποχὴ καὶ ἐπηρέασε κατὰ τὶς ἐκτιμήσεις πολλῶν τὴν δική μας ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία. Λόγῳ τῶν ἀντιδράσεων καὶ ἐπικρίσεων ὁ εὐρὺς αὐτὸς καὶ ἀντισυνοδικὸς κατάλογος ἀποσύρθηκε καὶ ἀναθεωρήθηκε ἀπὸ τὴν Α´ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξη Διάσκεψη (1976) τῆς Γενεύης, ἡ ὁποία τελικῶς κατέληξε σὲ δέκα θέματα ποὺ θεωρήθηκαν ὡς τὰ πιὸ σημαντικὰ πρὸς διαβούλευση καὶ αὐθεντικὴ ἀπόφαση. Τὰ θέματα αὐτὰ ἀποτελοῦν μέχρι σήμερα καὶ θὰ ἀποτελέσουν τὴν ἡμερήσια διάταξη τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, εἶναι δὲ τὰ ἑξῆς: α) Ὀρθόδοξη Διασπορά· β) Τὸ Αὐτοκέφαλο καὶ ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ· γ) Τὸ Αὐτόνομο καὶ ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ· δ) Δίπτυχα· ε) Τὸ ζήτημα τοῦ κοινοῦ ἡμερολογίου καὶ τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα· στ) Κωλύματα γάμου· ζ) Ἀναπροσαρμογὴ τῶν περὶ νηστείας ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων· η) Σχέσεις Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον· θ) Ὀρθοδοξία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις ι) Συμβολὴ τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στὴν ἐπικράτηση τῶν χριστιανικῶν ἰδεωδῶν τῆς εἰρήνης, τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀδελφοσύνης καὶ τῆς ἀγάπης μεταξὺ τῶν λαῶν καὶ ἄρσιν τῶν φυλετικῶν διακρίσεων.
Ἡ Β´ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξη Διάσκεψη (1982) στὴ Γενεύη ἀσχολήθηκε μὲ τρία ἀπὸ τὰ θέματα τοῦ καταλόγου: α) Προσαρμογὴ τῶν περὶ νηστείας ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων, β) Ἡμερολόγιο καὶ κοινὸς ἑορτασμὸς τοῦ Πάσχα καὶ γ) Κωλύματα τοῦ γάμου. Τὸ πρῶτο θέμα περὶ τῆς νηστείας, λόγῳ ἀνεπαρκοῦς προετοιμασίας τὸ παρέπεμψε στὴν ἑπόμενη (Γ´) Προσυνοδικὴ Διάσκεψη καὶ ἑτοίμασε κείμενα γιὰ τὰ ἄλλα δύο θέματα περὶ τοῦ Ἡμερολογίου – Πασχαλίου καὶ τῶν κωλυμάτων τοῦ γάμου. Ἡ Γ´ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξη Διάσκεψη (1986) στὴ Γενεύη, ἀσχολήθηκε μὲ τέσσερα θέματα γιὰ τὰ ὁποῖα ἑτοίμασε ἀντίστοιχα κείμενα: α) γιὰ τὸ παραπεμφθὲν ἀπὸ τὴν προηγούμενη (Β´) Διάσκεψη θέμα περὶ νηστείας, τοῦ ὁποίου ἄλλαξε τὸν τίτλο ὡς «Ἡ σπουδαιότης τοῦ θεσμοῦ τῆς νηστείας καὶ ἡ τήρησις αὐτῆς σήμερον» β) Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον γ) Ὀρθοδοξία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις καὶ δ) Ἡ συμβολὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς ἐπικράτησιν τῆς εἰρήνης, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀδελφοσύνης καὶ τῆς ἀγάπης μεταξὺ τῶν λαῶν, καὶ ἄρσιν τῶν φυλετικῶν καὶ ἄλλων διακρίσεων.
Ἀπέμειναν ἔτσι τέσσερα ἀπὸ τὰ δέκα θέματα μὲ τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἀσχοληθεῖ ἡ ἑπόμενη Δ´ Προσυνοδικὴ Διάσκεψη καὶ νὰ ἑτοιμάσει σχετικὰ κείμενα: α) Ὀρθόδοξη Διασπορά, β) τὸ Αὐτοκέφαλο καὶ ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ,γ) τό Αὐτόνομο καί ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ καί δ) τὰ Δίπτυχα. Ἡ Δ´ Προσυνοδικὴ Διάσκεψη καὶ πάλι λόγῳ δυσκολιῶν καὶ ἀνακατατάξεων, ποὺ ὀφείλονταν κυρίως στὴν πτώση τῶν κομμουνιστικῶν καθεστώτων στὶς Ὀρθόδοξες χῶρες, συνῆλθε τὸν Ἰούνιο τοῦ 2009, εἰκοσιτρία ὁλόκληρα ἔτη μετὰ τὴν προηγούμενη, καὶ ἀπὸ τὰ τέσσερα θέματα συνεζήτησε μόνον τὸ θέμα τῆς Διασπορᾶς γιὰ τὸ ὁποῖο ἑτοίμασε καὶ σχετικὸ κείμενο. Τὰ ὑπόλοιπα τρία συζήτησε πρὶν ἀπὸ τὴν τελευταία Ε´ Προσυνοδικὴ Διάσκεψη ἡ Διορθόδοξη Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπὴ ποὺ συνῆλθε δύο φορὲς στὴν Γενεύη τὸν Δεκέμβριο τοῦ 2009 καὶ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2011. Ἡ τελευταία Ε´ Προσυνοδικὴ Διάσκεψη συνῆλθε τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 2015 καὶ ἑτοίμασε κείμενο μόνον γιὰ τὸ Αὐτόνομο, ἐνῶ τὰ ἄλλα δύο θέματα γιὰ τὸ Αὐτοκέφαλο καὶ τὰ Δίπτυχα, ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρξε ὁμοφωνία στὶς προηγηθεῖσες Διορθόδοξες Προπαρασκευαστικὲς Ἐπιτροπές, μὲ κοινὴ ἀπόφαση τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐκπίπτουν τοῦ καταλόγου τῶν θεμάτων καὶ δὲν θὰ περιληφθοῦν στὴν ἡμερησία διάταξη τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου.
Ἔτσι ἀπὸ τὰ δέκα ἀρχικὰ θέματα, ποὺ ὅρισε ἡ Α´ Προσυνοδικὴ Διάσκεψη τελικῶς στὴν Σύνοδο θὰ συζητηθοῦν τὰ ὀκτώ (8). Ἐπειδὴ ὅμως τὰ δύο ἀπὸ αὐτὰ δηλαδὴ τό «Σχέσεις τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον» καί «Ὀρθοδοξία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις» συνοψίσθηκαν σὲ ἕνα, στό «Σχέσεις τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον» τὰ θέματα τελικῶς ἀριθμοῦνται σὲ ἑπτά, δηλαδή: α) Ὀρθόδοξη Διασπορά, β) Τὸ Αὐτόνομο καὶ ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ, γ) Ἡμερολόγιο καὶ Πασχάλιο, δ) Κωλύματα γάμου, ε) Ἡ σπουδαιότης τοῦ θεσμοῦ τῆς νηστείας, στ) Σχέσεις τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον καὶ ζ) Συμβολὴ τῶν κατὰ τόπους ἐκκλησιῶν στὴν ἐπικράτηση τῶν χριστιανικῶν ἰδεωδῶν τῆς εἰρήνης, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀδελφοσύνης καὶ τῆς ἀγάπης μεταξὺ τῶν λαῶν καὶ ἄρσιν τῶν φυλετικῶν καὶ ἄλλων διακρίσεων.
Ἡ Εἰδικὴ Διορθόδοξη Ἐπιτροπὴ ποὺ ὁρίσθηκε τὸ 2014 ἀπὸ τὴν Σύναξη τῶν Προκαθημένων ἐπέφερε τροποποιήσεις και «βελτιώσεις» στὰ προετοιμασθέντα παλαιότερα κείμενα, οἱ ὁποῖες ὅμως δὲν εἶναι γνωστὲς οὔτε στοὺς ἐπισκόπους τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν, ὅπως κατήγγειλε ὁ μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος, τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, οὔτε πολὺ περισσότερο, ἔχει ἐνημερωθῆ ὁ θεολογικὸς κόσμος καὶ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ τελικὰ κείμενα παραμένουν κρυφὰ καὶ μυστικά· δὲν δημοσιοποιοῦνται, διότι προφανῶς περιέχουν ἀντορθόδοξες θέσεις, οἱ ὁποῖες θὰ προκαλέσουν τὴν ἀντίδραση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος. Ἔχει διαρρεύσει π.χ. ὅτι στὸ σχετικὸ κείμενο γιὰ τὶς σχέσεις μὲ τοὺς ἑτεροδόξους προτείνεται ἡ κατ᾽ οἰκονομίαν ἀναγνώριση τοῦ Βαπτίσματος καὶ τῆς ἐκκλησιαστικότητας τῶν Παπικῶν, τῶν Προτεσταντῶν καὶ λοιπῶν αἱρετικῶν. Εἶναι γνωστὸς ἐπίσης ὁ θόρυβος ποὺ προκλήθηκε, ὅταν διέρρευσε ἡ πληροφορία ὅτι προτάθηκε στὸ σχετικὸ κείμενο γιὰ τὴν ἄρση τῶν φυλετικῶν καὶ ἄλλων διακρίσεων νὰ συμπεριληφθοῦν καὶ οἱ σεξουαλικὲς διακρίσεις, οἱ διακρίσεις τῶν δύο φύλων. Ἡ καλύτερη ἀντιμετώπιση καὶ διάψευση τῶν διαρροῶν εἶναι ἡ δημοσίευση τῶν κειμένων, νὰ ἔλθουν ὅλα στὸ φῶς· ἡ ἀλήθεια δὲν φοβᾶται τὸ φῶς. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι μασονικὴ στοά, ἀλλὰ σῶμα Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ταυτίζεται πρὸς τὸ Φῶς καὶ τὴν Ἀλήθεια.
2. Μεγάλη ἡ ἀνησυχία γιὰ τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου.
Μετὰ ἀπὸ αὐτὴν τὴν σύντομη ἀναφορὰ στὴν μακρὰ ἱστορία καὶ στὴν θεματολογία τῆς Συνόδου προβάλλουμε καὶ συζητοῦμε τὸ ἐρώτημα γιὰ τὸ ποιά πρέπει νὰ εἶναι ἡ στάση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ, ἀπέναντι στὴν μέλλουσα νὰ συνέλθει ἐντὸς τοῦ νέου ἔτους Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο. Πρέπει νὰ χαιρόμαστε ἢ νὰ ἀνησυχοῦμε γιὰ τὸ ὄντως μεγάλο καὶ ἱστορικὸ αὐτὸ ἐκκλησιαστικὸ γεγονός; Θὰ προκύψει ὠφέλεια ἢ βλάβη γιὰ τὴν Ἐκκλησία;
Ἡ πρώτη ἀπάντηση αὐτῶν ποὺ ἀγνοοῦν τὴν συνοδικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὲν γνωρίζουν τὶς κυριαρχοῦσες θεολογικὲς καὶ ἐκκλησιολογικὲς τάσεις στὶς ὑψηλὲς βαθμίδες τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας εἶναι ὅτι ἡ Σύνοδος θὰ ὠφελήσει πολὺ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ ἐπιλύσει κάποια σημαντικὰ θέματα στὶς σχέσεις τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καὶ στὴν διαποίμανση τῶν πιστῶν, πρὸ παντὸς θὰ ἐνισχύσει τὴν ἑνότητα μεταξύ των καὶ θὰ δείξει ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, παρὰ τὸ ὅτι ἀποτελεῖται ἀπὸ αὐτοκέφαλες καὶ ἀνεξάρτητες ἐκκλησίες, ἔχει ἰσχυρὴ καὶ ἄρρηκτη ἑνότητα. Θὰ μποροῦσε μάλιστα καὶ ἕνας καλοπροαίρετος Ὀρθόδοξος πιστὸς νὰ ἐκτιμήσει καὶ νὰ ἰσχυρισθεῖ ὅτι πράγματι βρισκόμαστε μπροστὰ σὲ ἕνα μεγάλο ἱστορικὸ γεγονός, διότι, ἐπὶ τέλους, μετὰ ἀπὸ δώδεκα αἰῶνες, μετὰ δηλαδὴ ἀπὸ τὴν Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, συνοδικῆς σιωπῆς καὶ ἀπραξίας σὲ οἰκουμενικὸ πανορθόδοξο ἐπίπεδο, κατορθώνουμε νὰ συγκαλέσουμε μία Μεγάλη Σύνοδο ὡς συνέχεια τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ νὰ δείξουμε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν εἶναι κολλημένη στὸ παρελθόν, στὴν Παράδοση, ὡς ἕνα μουσειακὸ ἀπολίθωμα, ὅπως μᾶς κατηγοροῦν οἱ Προτεστάντες, ἀλλὰ εἶναι ζωντανὸς ὀργανισμὸς ποὺ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸ παρόν, γιὰ ἐπίκαιρα θέματα καὶ προβλήματα, καὶ πρὸ παντὸς ὅτι αὐτὴ μόνη ἀποτελεῖ τὴν αὐθεντικὴ συνέχεια τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἀποστόλων, τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ τῶν Συνόδων.
Ἔτσι ἀντιμετώπισαν τὴν Σύνοδο καὶ ἔτσι τὴν ἀντιμετωπίζουν ἀκόμη πολλοὶ Ὀρθόδοξοι, καὶ μάλιστα πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους ποὺ ἔλαβαν μέρος στὶς παλαιὲς μακροχρόνιες προσυνοδικὲς Ἐπιτροπὲς καὶ Διασκέψεις, μετὰ δέους καὶ φόβου ἀναλογιζόμενοι ὅτι βρίσκονται στὴν θέση παλαιῶν Ἁγίων Πατέρων ποὺ ἔλαβαν μέρος ὡς μέλη τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Εἶναι γεμᾶτα τὰ Πρακτικὰ τῶν πρώτων Προσυνοδικῶν Διασκέψεων ἀπὸ τὴν εὐθυνοφόρο αὐτὴ αὐτοσυνειδησία πολλῶν ἀντιπροσώπων.
Δυστυχῶς τὰ ἴδια τὰ πράγματα, ἡ ἴδια ἡ διαδικασία, ἡ ἴδια ἡ θεματολογία, τὸ ἴδιο τὸ περιεχόμενο τῶν κειμένων, ἀλλὰ καὶ πολλὲς δηλώσεις προσώπων ποὺ κατευθύνουν τὴν πορεία τῆς Συνόδου ἐμβάλλουν ὅλους μας σὲ μεγάλη ἀνησυχία γιὰ τὴν ὀρθότητα τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνόδου, γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία τῆς Συνόδου. Εἶναι κατασταλαγμένο ἀξίωμα στὴν πίστη καὶ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ὅτι ἡ ἀναγνώριση τῶν ἀποφάσεων μιᾶς Συνόδου δὲν ἐξαρτᾶται οὔτε ἀπὸ τὴν σοφία, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν ἀρετή, τῶν ἐκπροσώπων, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἂν ἀποτελεῖ συνέχεια αὐθεντικὴ καὶ γνήσια τῶν προηγουμένων συνόδων, τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἀκολουθεῖ πιστὰ τὶς ἀποφάσεις, καὶ πρὸ παντὸς ἀπὸ τὴν ὀρθότητα τῶν δογμάτων καὶ τῶν κανόνων ποὺ θεσπίζει. Εἶναι ἀξιωματικὴ καὶ ἀποφθεγματικὴ ἡ ρήση τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ: «Ἐκείνας οἶδεν ἁγίας καὶ ἐγκρίτους συνόδους ὁ εὐσεβὴς τῆς Ἐκκλησίας κανών, ἃς ὀρθότης δογμάτων ἔκρινεν».
Δὲν μποροῦμε βέβαια ἐδῶ νὰ ἐκθέσουμε καὶ νὰ παρουσιάσουμε ὅλα τὰ στοιχεῖα, ὅλες τὶς ἐνδείξεις, ἀπὸ τὶς ὁποῖες προκύπτει ὅτι ἡ Σύνοδος βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὴν συνοδικὴ παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καὶ ἀκολουθεῖ δικό της, ἀλλότριο δρόμο, ἐπηρεασμένη ἀπὸ ἄλλες παραδόσεις καὶ ἄλλα πιστεύματα τῶν καιρῶν μας, ἀποκομμένη ἀπὸ τὶς προηγούμενες Ἅγιες Συνόδους. Θὰ σημειώσουμε τὶς σημαντικότερες παρεκκλίσεις.
Ἐν πρώτοις εἶναι ἡ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία τῶν συνόδων, κατὰ τὴν ὁποία ἡ προετοιμασία διήρκεσε τόσο πολύ. Ὑπάρχει πρωτιά, ρεκόρ, στὸν χρόνο προετοιμασίας τῆς Συνόδου. Ἂν ὑπολογίσουμε τὴν πρώτη ἐπίσημη ἐξαγγελία τοῦ πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη στὸ «Πανορθόδοξο Συνέδριο» τῆς Κωνσταντινούπολης τὸ 1923, ἔχουν περάσει ἐνενήντα τρία (93) χρόνια. Ἂν ξεκινήσουμε ἀπὸ τὴν πρώτη ὀργανωμένη πανορθόδοξη ἀπόφαση τῆς Α´ Πανορθόδοξης Διάσκεψης τῆς Ρόδου (1961), ἔχομε πενήντα πέντε (55) χρόνια. Καὶ δὲν καθιστοῦμε βέβαια τὸ μακρὸ αὐτὸ χρόνο προετοιμασίας κριτήριο τῆς Συνόδου, ἀλλὰ ἐκτιμοῦμε, μαζὶ μὲ πολλοὺς ἄλλους, ὅτι αὐτὸ δείχνει ὅτι δὲν ὑπῆρχε οὔτε «εὔλογος αἰτία» οὔτε «ἐπείγουσα ἀνάγκη» γιὰ σύγκληση τῆς Συνόδου, ἀλλὰ ἐξυπηρετοῦνται ἄλλες ἐκκλησιαστικοπολιτικὲς σκοπιμότητες. Διότι, ἂν ὑπῆρχε «ἐπείγουσα ἀνάγκη», ὅπως πάντοτε συνέβαινε στὴν συνοδικὴ παράδοση μὲ τὴν ἐμφάνιση κάποιας αἱρέσεως, σχίσματος ἢ ἄλλης ἐκτροπῆς, αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπισθεῖ ἀμέσως ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν ἢ ὀλίγων ἐτῶν.
Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ μὲ τὸ λαβύρινθο, τὸ χάος τῶν θεμάτων ποὺ ὅρισε ἡ Α´ Πανορθόδοξη Διάσκεψη τῆς Ρόδου (1961), τὸ πλῆθος τῶν ὁποίων καὶ ἡ ἐπεξεργασία τους μόνον σὲ Θεολογικὲς Σχολὲς καὶ σὲ ἐρευνητικὰ κέντρα θὰ μποροῦσε νὰ ἀνατεθεῖ γιὰ μελέτη, καὶ ὄχι σὲ σύνοδο, γιὰ νὰ λάβει ἀποφάσεις, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι γιὰ ὅλα σχεδὸν ὑπάρχουν ἀποφάσεις συνόδων καὶ γνῶμες Ἁγίων Πατέρων, ἡ Σύνοδος πάντοτε ἀσχολεῖται μὲ μικρὸ ἀριθμὸ θεμάτων ποὺ διαταράσσουν τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ καὶ δὲν μεταβάλλεται σὲ Σχολὴ ἢ Κέντρο Ἐρεύνης. Ἀκόμη καὶ στὸν μικρότερο κατάλογο τῶν δέκα θεμάτων μὲ τὰ ὁποῖα ἐπὶ τόσα χρόνια ἀσχολεῖται ἡ προσυνοδικὴ διαδικασία δύο μόνον ἔχουν τὸν χαρακτήρα τοῦ ἐπείγοντος, διότι ἐξαιτίας τους δημιουργοῦνται προβλήματα στὴν ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, τῆς λειτουργικῆς καὶ εὐχαριστιακῆς ἑνότητος, τὸ θέμα τοῦ Ἡμερολογίου – Πασχαλίου καὶ τὸ θέμα τῆς Διασπορᾶς. Ὅλα τὰ ὑπόλοιπα θέματα, ὅπως τῆς νηστείας, τῶν κωλυμάτων τοῦ γάμου, τῶν χριστιανικῶν ἰδεωδῶν τῆς εἰρήνης, ἐλευθερίας, φυλετικῶν διακρίσεων κ.τ.λ. εἶναι αὐτονοήτως λελυμένα καὶ ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἀπὸ τὴν Πατερικὴ καὶ Συνοδικὴ Παράδοση, τὰ δὲ ὑπόλοιπα περὶ Αὐτονόμου, Αὐτοκεφάλου, Διπτύχων κ.τ.λ. δείχνουν τὶς τάσεις πρωτοκαθεδρίας τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἡγετῶν καὶ θὰ μποροῦσαν βέβαια γιὰ λόγους εὐταξίας νὰ διευθετηθοῦν μετὰ ἀπὸ συνεννοήσεις χωρὶς τὴν αἴσθηση τοῦ κατεπείγοντος, δὲν ἔχουν πάντως ἀντίκτυπο στὴν πνευματικὴ ζωὴ τῶν πιστῶν.
Ἀπογοητευτικὴ εἶναι ἡ διαπίστωση τῆς ἀλλαγῆς τοῦ οἰκουμενικοῦ χαρακτῆρος τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου καὶ περισσότερο ἀπογοητευτικὴ καὶ ἐκκλησιολογικὰ ἀπαράδεκτη ἡ αἰτιολόγηση αὐτῆς τῆς ἀλλαγῆς ποὺ ἔκανε ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος στὴ Σύναξη τῶν Ἱεραρχῶν τοῦ Θρόνου ποὺ ἔγινε στὴν Κωνσταντινούπολη στὶς 29 Αὐγούστου τοῦ 2015. Πιὸ συγκεκριμένα, ἐνῶ ὅλοι ἐπίστευαν, αὐτοὶ ποὺ εἶχαν τὴν πρωτοβουλία καὶ τὴν ἰδέα τῆς Συνόδου, αὐτοὶ ποὺ τὴν προχώρησαν καὶ αὐτοὶ ποὺ τὴν πολέμησαν ὅτι πρόκειται γιὰ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ τὴν ὀνόμασαν Ἁγία καὶ Μεγάλη, ἐπειδὴ ἡ οἰκουμενικότητα μιᾶς Συνόδου ἀναγνωρίζεται ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, παρὰ ταῦτα ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης στὴν δήλωσή του αὐτή, ἀνατρέποντας ὅλους καὶ ὅλα, εἶπε ὅτι ἡ Σύνοδος δὲν συγκαλεῖται ὡς Οἰκουμενική, δὲν μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ ὡς Οἰκουμενική, διότι δὲν μετέχουν οἱ Χριστιανοὶ τῆς Δύσεως. Εἶπε ἐπὶ λέξει: «Δευτέρα παρατήρησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἶναι ἡ διευκρίνησις περὶ τῆς φύσεως τῆς συγκαλουμένης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου. Κατὰ τὴν ἐπιλογὴν τῆς ὀνομασίας τῆς Συνόδου ταύτης ὑπὸ τῆς Α´ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως ἀπεφεύχθη συνειδητῶς ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτῆς ὡς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν καλοῦνται ὡς μέλη αὐτῆς οἱ ἐκ τῆς Δύσεως χριστιανοί, ὡς συνέβαινε πάντοτε ἐν τῇ ἀρχαίᾳ Ἐκκλησίᾳ κατὰ τὴν σύγκλησιν Οἰκουμενικῶν Συνόδων». Δυσκολεύεται κανεὶς νὰ πιστεύσει ὅτι ἡ δήλωση αὐτὴ προέρχεται ἀπὸ πατριαρχικὰ χείλη, καὶ μάλιστα ἑνὸς πατριάρχου, ὁ ὁποῖος, καὶ πρὶν γίνει πατριάρχης, ὡς ἐπίσκοπος ἔλαβε ἐνεργὸ μέρος στὶς Προσυνοδικὲς Ἐπιτροπὲς καὶ Διασκέψεις, σὲ κάποιες ἀπὸ τὶς ὁποῖες καὶ προήδρευσε. Καμμία Προσυνοδικὴ Διάσκεψη δὲν δικαιολόγησε τὴν ὀνομασία τῆς Συνόδου ὡς μὴ Οἰκουμενικῆς, ἐπειδὴ ἀπουσιάζουν οἱ Χριστιανοὶ τῆς Δύσεως. Εἶναι προσωπικὴ ἐσφαλμένη γνώμη τοῦ κ. Βαρθολομαίου, ποὺ δικαιολογεῖται ἀπὸ τὴν δική του νέα ἐκκλησιολογία, ποὺ τὴν ἔχει προβάλει καὶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις καὶ ἡ ὁποία ἔχει ἐπικριθῆ δημοσίως στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ πολλοὺς ἐπισκόπους, κληρικούς, μοναχούς, καθηγητὰς Θεολογικῶν Σχολῶν, καὶ ἁπλοὺς λαϊκούς, ποὺ ὑπέγραψαν κατὰ χιλιάδες καὶ σχετικὸ κείμενο.
Ἀπὸ τὴν δήλωση αὐτὴ προκύπτει ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, δὲν εἶναι πλήρης ἐκκλησία, ἀλλὰ ἐλλιπής. Δὲν μπορεῖ μόνη της νὰ συγκαλέσει Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, γιατὶ εἶναι μόνο ἕνα μέρος τῆς Ἐκκλησίας· λείπει τὸ ἄλλο, οἱ Χριστιανοὶ τῆς Δύσεως, οἱ Παπικοὶ καὶ οἱ Προτεστάντες, στοὺς ὁποίους ἔτσι ἀναγνωρίζεται ἐκκλησιαστικότητα. Εἰσάγει ἐπίσης νέα ἀντιμετώπιση τῶν αἱρέσεων, ὑπονοώντας ὅτι ἡ ἀποκοπὴ τῶν αἱρετικῶν προσβάλλει τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν καθολικότητα, ὅτι χωρὶς τοὺς αἱρετικοὺς ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι καθολικὴ καὶ ἑνιαία, καὶ ἔκαναν λάθος οἱ Ἅγιοι Πατέρες καὶ οἱ Σύνοδοι ποὺ ἀναθεμάτιζαν καὶ ἀπέκοπταν τοὺς αἱρετικούς. Οὐσιαστικῶς πρόκειται γιὰ ἀποδοχὴ τῆς προτεσταντικῆς θεωρίας τῶν κλάδων, τῆς διευρυμένης ἐκκλησιολογίας τῆς Β´ Βατικανῆς Συνόδου περὶ πλήρους καὶ ἐλλιποῦς ἐκκλησιαστικότητος, ὑπὸ ἄλλη παραλλαγή.
Ἐξηγεῖται ἔτσι ἡ μεγάλη καὶ σταθερὴ ἐπιμονὴ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς προετοιμασίας τῆς Συνόδου στὰ θέματα τῶν σχέσεών μας μὲ τοὺς ἑτεροδόξους, ποὺ τοὺς ἀναγνωρίζουμε καὶ τοὺς ὀνομάζουμε ὡς ἐκκλησίες ἐκτὸς Ἐκκλησίας, κατὰ προφανέστατη ἐκκλησιολογικὴ πλάνη. Δὲν τοὺς ὀνομάζουμε πλέον αἱρέσεις καὶ αἱρετικούς, ὅπως τοὺς ὀνόμαζαν ὅλες οἱ διευρυμένες ἐνδημοῦσες Σύνοδοι τῆς Κωνσταντινούπολης τὸν 19ο αἰώνα, καί, χωρὶς νὰ ἐγγράψουμε τὸ θέμα αὐτὸ εὐθέως πρὸς συζήτηση στὴν Σύνοδο, τοὺς ἀναγνωρίζουμε ἐμμέσως ὡς ἐκκλησίες. Ἀπὸ κείμενα τῆς Συνόδου ποὺ διέρρευσαν προκύπτει ὅτι βαίνουμε πρὸς ἀναγνώριση τοῦ Βαπτίσματος καὶ τῆς ἐκκλησιαστικότητας τῶν αἱρετικῶν Παπικῶν καὶ Προτεσταντῶν.
Ἡ κατάργηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ χαρακτῆρος τῆς Συνόδου διευκολύνει τοὺς σχεδιαστὲς καὶ πρωτεργάτες της καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα. Ἂν ἡ Σύνοδος ἐργασθεῖ ὡς Οἰκουμενική, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀναγνωρίσειτὶς θεωρούμενες ἀπὸ ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους δύο συνόδους τοῦ ἐνάτου καὶ δεκάτου τετάρτου αἰῶνος ὡς οἰκουμενικές, δηλαδὴ τὴν Η´ ἐπὶ Φωτίου, τοῦ 879, καὶ τὴν Θ´ ἐπὶ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ 1351, οἱ ὁποῖες ὅμως κατεδίκασαν ἡ μὲν πρώτη τὸ Filioque ὡς αἵρεση, ἡ δὲ δεύτερη τὴν περὶ κτιστῆς Χάριτος αἵρεση, ἑπομένως καὶ τὸν Παπισμό ὡς αἵρεση. Γι᾽ αὐτὸ εἶναι καὶ στὴν σωστὴ κατεύθυνση καὶ προσαρμοσμένη στὴν ὅλη ἱστορία καὶ στὶς προσδοκίες ὅλων ἀπὸ τὴν Σύνοδο ἡ πρόταση τοῦ πατριάρχου Σερβίας κ. Εἰρηναίου πρὸς τοὺς προκαθημένους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν νὰ τεθεῖ στὴν Σύνοδο τὸ θέμα τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν δύο συνόδων ὡς Οἰκουμενικῶν, πρᾶγμα ποὺ δυσκολεύει τὸ φιλοπαπικὸ Φανάρι.
Ἐπίσης, ἂν ἡ Σύνοδος ἐργασθεῖ ὡς Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, θὰ ἔλθει σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ ἐκκλησιολογικὸ μοντέλο τῶν «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν», ποὺ οἰκοδομήθηκε τὶς τελευταῖες δεκαετίες καὶ ἐπισημοποιήθηκε στὸν Θεολογικὸ Διάλογο μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς στὸ Balamand τοῦ Λιβάνου (1993), ὅπου ἀναγνώρισαν οἱ ὑπογράψαντες Ὀρθόδοξοι τὸν Παπισμὸ ὡς Ἐκκλησία μὲ Χάρη, μυστήρια καὶ ἀποστολικὴ διαδοχή. Πῶς νὰ ἀποκλείσεις ἀπὸ τὴν Σύνοδο μία «ἀδελφὴ ἐκκλησία»; Εἶναι σὰν νὰ ἀποκλείεις μία τοπικὴ κανονικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, γιὰ τὴν ὁποία καὶ μόνον ἰσχύει καὶ εἶναι ὀρθὸς ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς ἀδελφῆς ἐκκλησίας, καὶ ὄχι γιὰ τὶς αἱρετικὲς χριστιανικὲς κοινότητες, ὅσο ἰσχυρὲς καὶ πολυάνθρωπες καὶ ἂν εἶναι.
Ἡ ἄρνηση τῆς οἰκουμενικότητας τῆς Συνόδου διευκολύνει ἐπίσης στὸ νὰ μὴ κληθοῦν ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι ὅλων τῶν ἐκκλησιῶν, ὅπως ἐγίνετο σὲ ὅλες τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους, καὶ ἔτσι νὰ ἀποφευχθει ἡ πιθανότητα κάποιοι παραδοσιακοὶ ἐπίσκοποι νὰ ἀντιδράσουν σὲ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου ἀνατρεπτικὲς τῆς Παραδόσεως ἢ κάποια τοπικὴ ἐκκλησία νὰ ἔχει μεγαλύτερη δύναμη στὴν λήψη ἀποφάσεων, λόγῳ τοῦ μεγαλυτέρου ἀριθμοῦ ἐπισκόπων. Αὐτὰ ὅμως ἀποτελοῦν ἀνθρώπινες ἰδιοτελεῖς σκοπιμότητες, ξένες πρὸς ἁγιοπνευματικὰ κριτήρια, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία, ἡ ὁποία θεωρεῖ ὅτι ὁ ἐπίσκοπος κάθε ἐπαρχίας, καὶ τῆς μικρότερης, ἐκπροσωπεῖ μὲ τὸ ποίμνιό του ἕνα ζωντανὸ μέρος τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἡ δὲ ἀπουσία του ὄχι μόνο τραυματίζει τὴν ὁλοκληρία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ στερεῖ τὴν δυνατότητα νὰ ἐκφρασθεῖ ἀπὸ ὅλους ἡ συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία φαίνεται ὅτι φοβοῦνται οἱ ὑπεύθυνοι γιὰ τὴν προετοιμασία καὶ σύγκληση τῆς Συνόδου. Δὲν δικαιολογεῖται μὲ κανένα κριτήριο, οὔτε ποιμαντικὸ οὔτε ἐκκλησιολογικό, ἡ συμμετοχὴ μόνον εἰκοσιτεσσάρων (24) ἐπισκόπων ἀπὸ κάθε ἐκκλησία, πρᾶγμα ποὺ προσβάλλει καὶ τὴν ἰσότητα τῶν ἐπισκόπων, ἀλλὰ καὶ δημιουργεῖ ἐρωτηματικὰ γιὰ τὰ κριτήρια ἐπιλογῆς τῶν ἐπισκόπων ποὺ θὰ μετάσχουν. Εἶναι μειωμένης ἐπισκοπικῆς εὐθύνης καὶ ἀξίας οἱ ἐπίσκοποι ποὺ δὲν θὰ μετάσχουν καὶ ποὺ ἀποτελοῦν τὴν μεγάλη πλειονότητα στὶς περισσότερες αὐτοκέφαλες ἐκκλησίες; Ποιός γνωρίζει καὶ ποιός θὰ μεταφέρει στὴν Σύνοδο τὶς σκέψεις, τὶς ἐκτιμήσεις καὶ τὶς ἀντιδράσεις τῶν ποιμνίων τους;
Τελειώνοντας εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἐκφρασθεῖ ἡ ἀγωνία καὶ ἡ ἀνησυχία γιὰ τὴν ἔκβαση τῆς Συνόδου ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἀπουσιάζουν φλέγοντα καὶ ἐπείγοντα θέματα, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦν διαιρέσεις καὶ σχίσματα, ἡ δὲ συμπερίληψη μερικῶν ἐξ αὐτῶν στὸ θεματολόγιο τῆς Συνόδου καὶ ἡ μέχρι τώρα προετοιμασία δὲν προοιωνίζονται τὴν ὁριστικὴ καὶ κανονική τους ἐπίλυση. Ὑπάρχουν δὲ καὶ ἄλλα, ἐπείγοντα καὶ σοβαρά, γιὰ τὰ ὁποῖα λόγῳ τῆς κυριαρχούσης στὶς ἐκκλησιαστικὲς ἡγεσίες οἰκουμενιστικῆς συγκρητιστικῆς νοοτροπίας, ὡς καὶ τοῦ πνεύματος, ἐκκοσμίκευσης, ἀποφεύγουν νὰ λάβουν ἀποφάσεις. Τὰ δύο θέματα π.χ. στὰ ὁποῖα καὶ προηγουμένως ἀναφερθήκαμε, τῆς Διασπορᾶς καὶ τοῦ Ἡμερολογίου – Πασχαλίου, εἰς μὲν τὸ πρῶτο δίδεται μία προσωρινὴ μεταβατικὴ λύση μὲ τις ἐπισκοπικὲς συνελεύσεις καὶ δὲν τηρεῖται καὶ πάλι ἡ βασικὴ κανονικὴ καὶ ἐκκλησιολογικὴ ἀρχὴ στὸν ἴδιο τόπο νὰ ὑπάρχει ἕνας μόνον ἐπίσκoπος, εἰς δὲ τὸ θέμα τοῦ Ἡμερολογίου – Πασχaλίου, ἀντὶ νὰ ἐπιδιωχθεῖ μὲ κάθε τρόπο ἡ θεραπεία τοῦ σχίσματος ποὺ προκάλεσε ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Νέου Ἡμερολογίου χωρὶς πανορθόδοξη ἀπόφαση, θὰ προκληθεῖ τώρα καὶ ἄλλο σχίσμα μὲ τὸν προτεινόμενο καὶ προωθούμενο κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα. Εὐτυχῶς ποὺ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας καὶ ἄλλες Ἐκκλησίες ποὺ τηροῦν τὸ παλαιὸ πάτριο Ἡμερολόγιο κατέστησαν σαφές, ὅτι οὔτε θὰ προσχωρήσουν στὸ Νέο Ἡμερολόγιο, οὔτε θὰ συζητήσουν τὸ θέμα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα. Τὸ ἐπώδυνο πάντως καὶ τραυματικὸ σχίσμα ἀπὸ τὴν ἡμερολογιακὴ μεταρρύθμιση παραμένει· κάποιες πλευρὲς πάντως πρέπει νὰ δείξουν γενναιότητα καὶ ἢ νὰ ἀναγνωρίσουν τὸ λάθος τῆς ἐσπευσμένης καὶ μονομεροῦς, χωρὶς πανορθόδοξη ἀπόφαση, εἰσαγωγῆς τοῦ Νέου Ἡμερολογίου καὶ νὰ ἐπανέλθουν στὸ Παλαιό, γιὰ νὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ λατρευτικὴ ἑνότητα ἢ νὰ πείσουν τοὺς ἄλλους συνοδικὰ νὰ ἀκολουθήσουν τὸ Νέο. Ἄλλος δρόμος δὲν ὑπάρχει. Διαφορετικὰ καθίστανται ὑπεύθυνοι γιὰ τὸ σχίσμα, τὸ ὁποῖο κατὰ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο εἶναι χειρότερο ἀπὸ τὴν αἵρεση καὶ τὸ ὁποῖο κατὰ τὸν αὐτὸν μεγάλο Πατέρα δὲν ξεπλύνεται οὔτε μὲ τὸ αἷμα τοῦ μαρτυρίου.
Μνημονεύουμε ἀκόμη μερικὰ ἀπὸ τὰ φλέγοντα καὶ ἐπείγοντα θέματα μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ἔπρεπε νὰ ἀσχοληθεῖ ἡ Σύνοδος. Ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, διαχριστιανικοῦ καὶ διαθρησκειακοῦ, διαβρώνει συνειδήσεις καὶ ἐξαπλώνεται στὶς τάξεις τῶν κληρικῶν καὶ τῶν λαϊκῶν. Ἀντὶ δὲ τῆς καταδίκης του ἡ Σύνοδος ἐμμέσως τὸν υἱοθετεῖ καὶ τὸν ἐνισχύει. Φαίνεται μάλιστα ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ βασικὸς καὶ κύριος στὸχος τῆς Συνόδου· ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι προσχήματα καὶ παραγεμίσματα. Θὰ ἐπιβεβαιωθεῖ πανορθοδόξως καὶ πρὸς ἄρσιν κάθε ἐπιφυλάξεως ἡ καταδίκη τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ ὡς αἱρέσεων; Θὰ διακοποῦν οἱ ἀποτυχημένοι καὶ ζημιογόνοι Θεολογικοὶ Διάλογοι; Θὰ ἀποχωρήσουμε ἀπὸ τὸ «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», ποὺ οὐσιαστικὰ εἶναι Παγκόσμιο Συμβούλιο Αἱρέσεων; Ὁ Τεκτονισμός, ἡ Μασονία, γνωρίζει ἐπίσης μεγάλη διάδοση, καὶ ἐνῶ ἔχει καταδικασθῆ ὡς ἀσυμβίβαστος μὲ τὴν χριστιανικὴ πίστη μὲ ἀποφάσεις τοπικῶν ἐκκλησιῶν, δὲν ἔχει ληφθῆ ἀκόμη πανορθόδοξη ἀπόφαση. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ πολλὰ θέματα Βιοηθικῆς καὶ ἰατρικῆς δεοντολογίας, ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὴν ὑποβοηθούμενη ἀναπαραγωγή, τὶς μεταμοσχεύσεις, τὸν ἐγκεφαλικὸ θάνατο, τὴν εὐθανασία, τὴν Ὁμοιοπαθη-τική, ποὺ διχάζουν τὶς γνῶμες κληρικῶν καὶ θεολόγων. Ἰδιαίτερα πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθεῖ ἡ σχεδιασμένη προβολὴ καὶ ἀποενοχοποίηση τοῦ φρικτοῦ καὶ χειρίστου ἁμαρτήματος τῆς Ὁμοφυλοφιλίας καὶ ἡ ἀποδόμηση καὶ ἐκθεμελίωση τοῦ θεοσύστατου μυστηρίου τοῦ γάμου καὶ τῆς οἰκογενείας, ὅπως καὶ ἡ προώθηση ἀπὸ πολιτικὲς νεοεποχίτικες ἡγεσίες τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν, ποὺ προσβάλλει καὶ βεβηλώνει τὴν ἱερότητα τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, τὸ ὁποῖο στὶς περιπτώσεις ἁγίων ἀνθρώπων παραμένει ἄφθαρτο καὶ μυροβόλο· ἐνοχλεῖται ἰδιαζόντων ὁ Σατανᾶς ἀπὸ τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων.
Ἐπίλογος
Ἀπὸ τὴν ἐπιχειρηθεῖσα σύντομη παρουσίαση τῆς πορείας ποὺ ἀκολούθησε ἡ προετοιμασία τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου καταφαίνεται ὅτι ἡ μεθοδολογία καὶ ἡ θεματολογία της εἶναι ὄχι μόνο ξένα πρὸς τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ἀλλὰ καὶ συνειδητὰ ἐπιχειροῦν νὰ τὴν ἀλλοιώσουν καὶ νὰ τὴν ἀνατρέψουν. Οἱ τελευταῖες διορθωτικὲς δῆθεν παρεμβάσεις καὶ ἀναθεωρήσεις παλαιῶν κειμένων τηροῦνται μυστικές· περιμένουμε μὲ ἀγωνία τὴν δημοσίευσή τους, γιὰ νὰ δοῦμε ἂν διαψεύδονται ἢ ἐπιβεβαιώνονται οἱ ἀνησυχίες μας, κυρίως ὅμως γιὰ νὰ διευρυνθεῖ ὁ συνοδικὸς κύκλος ἀποδοχῆς τους καὶ νὰ ἐκφρασθεῖ εὐρύτερα ἡ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας. Πρὸς τὸ παρὸν δὲν ἐλπίζουμε πὼς ἡ Σύνοδος θὰ ἀποτελεῖ αὐθεντικὴ καὶ γνήσια συνέχεια τῶν προηγουμένων συνόδων καὶ πὼς θὰ ἀποφασίσει πατερικὰ καὶ ἁγιοπνευματικά, ἀλλὰ οἰκουμενιστικὰ καὶ ἐκκοσμικευμένα. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐκτιμοῦμε ὅτι εἶναι καλύτερα νὰ μὴ συνέλθει, ὅπως ἐπίστευαν μεγάλοι Ἅγιοι καὶ Γέροντες τῶν καιρῶν μας, ὅπως ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Πόποβιτς μὲ εἰδικὰ ὑπομνήματα πρὸς τὴν ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας, ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, μέ ὅσα γιὰ ἐνέργειες τοῦ πατριάρχου Ἀθηναγόρα ἔγραψε καὶ ὁ ὁσιακῆς βιοτῆς Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος μὲ εἰδικὰ κείμενα περὶ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου. Ἐμπιστευόμαστε περισσότερο τοὺς Ἁγίους μὲ τὸν θεῖο φωτισμό, παρὰ τοὺς σοφοὺς μὲ τὸν ἀνθρώπινο ἐπισφαλῆ λογισμό.
Εμφανώς συγκρατημένος για τη σύγκληση της ονομαζόμενης Μεγάλης Συνόδου εμφανίζεται πλέον και ο ίδιος ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος.
Σε Χαιρετισμό του για την πρώτη του έτους αναφέρθηκε στην προετοιμασία για τη σύγκληση της Συνόδου, δεν λησμόνησε όμως να επαναλάβει την αναφορά που υπάρχει στο κείμενο της Σύναξης των Προκαθημένων των ορθοδόξων εκκλησιών το 2014, ότι η Σύνοδος θα γίνει «ἄνευ τινὸς ἀπροόπτου» δηλ. εκτός απροόπτου. Εξάλλου σε συνέντευξή του ο επί των εξωτερικών σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ Ιλαρίων δεν παρέλειψε να υπενθυμίσει την ίδια διευκρίνιση κάνοντας περαιτέρω λόγο για αμφιβολίες ως προς το ενδεχόμενο σύγκλησης της Συνόδου. Τέλος πολλοί από τους επισκόπους της εκκλησίας της Ελλάδος και άλλων ορθοδόξων εκκλησιών εκφράζουν σοβαρές αμφιβολίες για το τι τελικά θα συμβεί. Όλα τούτα γιατί παραμένουν ανοιχτά πολλά ζητήματα όχι μόνο από αυτά που αρχικά είχε σχεδιαστεί να επιλυθούν από τη Μεγάλη Σύνοδο αλλά και άλλα που αφορούν σε διαφορές μεταξύ ορθοδόξων εκκλησιών με σημαντικότερες ίσως τη διαφορά μεταξύ των Πατριαρχείων Αντιοχείας και Ιεροσολύμων για το Κατάρ και το ζήτημα της Εκκλησίας της Ουκρανίας. Ζητήματα που φαντάζει μάλλον αδύνατο να επιλυθούν μέχρι τον εορτασμό της φετινής Πεντηκοστής οπότε σχεδιάζεται η σύγκληση της Συνόδου. Οπωσδήποτε η εντός του Ιανουαρίου Σύναξη των Ορθοδόξων Προκαθημένων, πιθανότατα τελικά στη Γενεύη, θα αποδείξει εάν και κατά πόσο είναι εφικτή η σύγκληση Μεγάλης Συνόδου.
Επειδή πολλοί Φαναριώτες και φίλοι του Φαναρίου άρχισαν να διαβλέπουν ότι οι σχεδιασμοί του Πατριάρχη Βαρθολομαίου είναι πιθανόν να ματαιωθούν ήδη προσπαθούν να αμβλύνουν τις εντυπώσεις μιας τέτοιας ματαίωσης και να μετακυλήσουν το βάρος μιας αποτυχίας σύγκλησης σε άλλους. Σε κάθε περίπτωση τα θέματα επί των οποίων έχει υπάρξει ήδη συμφωνία και τα οποία μόνο αυτά μπορούν να εγκριθούν από μια Μεγάλη Σύνοδο είναι τέτοια ώστε, σε πρώτη μεν ανάγνωση, να θεωρείται τουλάχιστον υπερβολική η σύγκληση μιας Μεγάλης Συνόδου για την επίλυσή τέτοιου είδους ζητημάτων. Ακόμη χειρότερα διαφαίνεται ότι οι οικουμενιστές μέσω της Μεγάλης Σύνοδου επιδιώκουν άμβλυνση και επανακαθορισμό πατερικών και κανονικών προβλέψεων για ζητήματα όπως η νηστεία και κυριότερα οι σχέσεις των ορθοδόξων με τους ετερόδοξους, ώστε τελικά η ματαίωση της να θεωρείται από τον πιστό κλήρο και λαό πραγματικό θείο δώρο. Εάν για κάποιους οικουμενιστές και άλλους εκκοσμικευμένους κληρικούς και πιστούς η σύγκληση της Μεγάλης Συνόδου από μόνη της αποτελεί μέγιστο γεγονός, για όσους γνωρίζουν ποιοι πρωταγωνιστούν στην προετοιμασία της, ποιοι επεξεργάστηκαν τα κείμενά τους, γιατί ακολουθήθηκε η οδός της μυστικοπάθειας κατά τις προσυνοδικές εργασίες, κυρίως δε επειδή η λαίλαπα του οικουμενισμού κατατρέχει πλείστα όσα μέλη των Συνόδων των εκκλησιών, είδηση σημαντική θα πρέπει να θεωρείται η ματαίωση της Συνόδου και όχι η σύγκλησή της. Μπορεί κάποιοι κινούμενοι από φιλοδοξία να επιδιώκουν την εγγραφή του ονόματός τους στις σελίδες της εκκλησιαστικής ιστορίας επειδή εκείνοι συγκάλεσαν ή συμμετείχαν στη Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδοξίας. Ξεχνούν όμως ότι « εὰν μὴ Κύριος οἰκοδομήσῃ οἶκον, εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες» (Ψαλ. 126,1).
Είναι βέβαιο ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης μέχρι την τελευταία στιγμή θα προσπαθήσει να ξεπεράσει όλα τα προσκόμματα που εμποδίζουν τη σύγκληση της Μεγάλης Συνόδου. Δεν έχει ετοιμάσει λύσεις για τα προβλήματα που υπάρχουν ούτε πολύ περισσότερο διαθέτει πειστικούς τρόπους για να τις επιβάλλει στις άλλες ορθόδοξες εκκλησίες. Ακόμη κι αν υιοθετήσει την τακτική της αποσιώπησης των ζητημάτων προκειμένου φαινομενικά να διατρανωθεί προς όλους η ενότητα της Ορθοδοξίας μέσω της Συνόδου είναι αμφίβολο ότι θα πετύχει τον πολυπόθητο στόχο του. Η εκκλησιαστική ιστορία διδάσκει ότι το απρόοπτο που μπορεί να ματαιώσει τη σύγκληση της Συνόδου μπορεί να προκύψει οποιαδήποτε στιγμή και από οποιαδήποτε πλευρά. Πολύ δε περισσότερο στις μέρες μας που οι ισορροπίες μεταξύ των κατά τόπους εκκλησιών είναι πολύ λεπτές αφού εν πολλοίς επικράτησε αντί της πατερικής σοφίας και αγιότητας η εκκοσμικευμένη νοοτροπία, η φιλοπρωτία, η φιλοδοξία, η οικουμενιστική σύγχυση, η «εκκλησιαστική διπλωματία», ο ανθρώπινος εγωισμός και η κενοδοξία.
Μεγάλες Σύνοδοι συγκαλούνται από μεγάλους επισκόπους, όπως οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Υπάρχουν όμως σήμερα αληθινά μεγάλοι επίσκοποι; Κι αν ναι, βρίσκονται στα χέρια τους τα ηνία της διοίκησης των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών ή τον πρώτο λόγο έχουν επίσκοποι που παραπατούν βηματίζοντας έξω από την οδό των αγίων Πατέρων;
Πηγή: (Ορθόδοξος Τύπος, 15/1/2016), Θρησκευτικά
Η επιστολή του Οσίου Παϊσίου προς τον Αρχιμανδρίτη Χαράλαμπο Βασιλόπουλο, αναφορικά με τις οικουμενιστικές και φιλενωτικές ενέργειες του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι «Είναι ολίγοι οι εκλεκτοί. Όμως δεν είναι ανησυχητικόν. Η Εκκλησία είναι Εκκλησία του Χριστού και Αυτός την κυβερνάει», αποκλείοντας κάθε εκτροπή στην ακρότητα της απελπισίας, για το τι μέλλει γενέσθαι στην Εκκλησία.
Πηγή: Ακτίνες
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 21η Δεκεμβρίου 2015
ΟΙ ΕΠΕΙΓΟΥΣΕΣ «ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΕΣ» ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ.
(Σχόλιο σε εισήγηση Καθηγητού)
Στις πολλές πυρετώδεις προετοιμασίες για την σύγκληση της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου», η οποία ορίστηκε για τον ερχόμενο Ιούνιο, (Πεντηκοστή του 2016), προστέθηκε και πρόσφατο Συμπόσιο, όπως δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο «Θεολογικά Δρώμενα». Σύμφωνα με το ιστολόγιο: «Επιστημονικό Συμπόσιο με τίτλο “Προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο”, με αφορμή την προγραμματισθείσα για το έτος 2016 Αγία και Μεγάλη Σύνοδο διοργανώνεται από το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών στην Ιερά Μονή Βλατάδων κατά το χρονικό διάστημα 3-5 Δεκεμβρίου 2015. Σύμφωνα με την οργανωτική επιτροπή του συμποσίου στις εργασίες του θα παρουσιαστούν και θα αναλυθούν τα θέματα που έχει αποφασισθεί να συζητηθούν στις εργασίες της Συνόδου» (http://blogs.auth.gr/moschosg ). Από τις πολλές εισηγήσεις του Συμποσίου περιοριζόμαστε να σχολιάσουμε μία, αυτή του ομοτίμου Καθηγητού του Α.Π.Θ. κ. Γεωργίου Μαρτζέλου, με τίτλο «Η αναγκαιότητα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδοξίας για την αντιμετώπιση των σύγχρονων προκλήσεων», αφήνοντας τον σχολιασμό των άλλων σε άλλα αρμόδια πρόσωπα.
Ο ως άνω καθηγητής θεωρεί ότι «η σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου είναι απολύτως αναγκαία, για να μπορέσει η Ορθοδοξία να ανταποκριθεί στα αιτήματα των καιρών, δίνοντας μια δυναμική μαρτυρία της θεανθρώπινης παρουσίας της μέσα στον παραπαίοντα πνευματικά, ηθικά και κοινωνικά σύγχρονο κόσμο», αφού κατά τους ισχυρισμούς του “για πρώτη φορά ύστερα από μία χιλιετία και πλέον εκπρόσωποι όλων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών θα συνέλθουν να συζητήσουν και να λάβουν από κοινού αποφάσεις για σημαντικότατα θέματα που απασχολούν εδώ και δεκαετίες το Ορθόδοξο πλήρωμα, αλλά και τη σημερινή ανθρωπότητα….”». Στη συνέχεια απαριθμεί τα άκρως αναγκαία και επείγοντα αυτά θέματα που χρήζουν συνοδικής επιλύσεως και αντιμετωπίσεως. Είναι « “η βία που ασκείται πολλές φορές εν ονόματι της θρησκείας”, η “ραγδαία εκκοσμίκευση των χριστιανικών κοινωνιών”, η “ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας”, η “ραγδαία ανάπτυξη της βιοτεχνολογίας”, η “καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος”, η “οικονομική κρίση και η κοινωνική αδικία”». Πέραν αυτών επιτακτική είναι η ανάγκη «η Ορθόδοξη Εκκλησία να διατρανώσει την ενότητά της και να εκφραστεί με ενιαίο λόγο στο σύγχρονο κόσμο». Αναφερόμενος παρά κάτω στη θεματολογία της Συνόδου, θεωρεί ότι αυτή «ανταποκρίνεται πλήρως στα ανωτέρω προβλήματα και τις προκλήσεις της εποχής μας», επειδή «όλα τα θέματα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου αναφέρονται σε σύγχρονα ζητήματα σχετιζόμενα είτε με την οργάνωση και τη θεσμική έκφραση της ενότητας της Ορθοδοξίας (Διασπορά, Αυτοκέφαλο, Αυτόνομο, Δίπτυχα), είτε με τη διασφάλιση της ορθόδοξης πνευματικότητας σε συνδυασμό με τις σύγχρονες ανάγκες του ορθοδόξου πληρώματος (Ημερολόγιο, Κωλύματα γάμου, Νηστεία), είτε με τις διαχριστιανικές σχέσεις, (διμερείς και πολυμερείς), είτε με την αξιόπιστη μαρτυρία της Ορθοδοξίας στο σύγχρονο κόσμο (με βάση βέβαια τα χριστιανικά ιδεώδη της ειρήνης, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, της αδελφοσύνης και της αγάπης μεταξύ των λαών)».
Κατ’ αρχήν η εισήγηση του κ. καθηγητού παρουσιάζει βασικά κενά και ελλείψεις. Αποσιωπά άλλες «αναγκαιότητες», πολύ πιο ουσιαστικές και επείγουσες, οι οποίες θα έπρεπε να είχαν την πρώτη προτεραιότητα σε σχέση με αυτές που αναφέρει. Αναφέρουμε μερικές: Πρώτη επιτακτική «αναγκαιότητα» είναι η ανάγκη να αποτελεί η μέλλουσα να συνέλθει Σύνοδος συνέχεια των προγενεστέρων Οικουμενικών Συνόδων. Έτσι όπως θέτει και διαπραγματεύεται το θέμα ο κ. καθηγητής, η μέλλουσα Σύνοδος παρουσιάζεται ξεκάρφωτη και μετέωρη και όχι ως μία οργανική συνέχεια των προγενεστέρων, ως ο τελευταίος κρίκος μιας αλυσίδας επτά, η ορθότερα εννέα Οικουμενικών Συνόδων. Η παράλειψη αυτή αποτελεί σοβαρότατο λάθος που δεν δικαιολογείται για έναν καθηγητή της Δογματικής της περιωπής του κ. Μαρτζέλου. Όπως γνωρίζουμε από την εκκλησιαστική ιστορία και την Κανονική Παράδοση της Εκκλησίας μας, κάθε επόμενη Οικουμενική Σύνοδος επικύρωνε τους δογματικούς όρους και τις κανονιστικές αποφάσεις των προγενεστέρων. Ουδέποτε δε διενοούντο οι άγιοι Πατέρες των εν λόγω Συνόδων να παραχαράξουν, η να αλλοιώσουν κάτι, έστω και στο ελάχιστο, από όσα εδογμάτισαν οι προγενέστεροι Πατέρες. Επομένως και η μέλλουσα Σύνοδος μόνον τότε θα αποτελέσει πραγματική συνέχεια των προγενεστέρων, όταν επικυρώσει τους δογματικούς όρους των προγενεστέρων (συμπεριλαμβανομένων της Η και Θ Οικουμενικής) και δεν προχωρήσει σε θέσπιση νέων Κανόνων, οι οποίοι θα έρχονται σε αντίθεση και θα ακυρώνουν παλαιοτέρους Ιερούς Κανόνες.
Μια άλλη επιτακτική «αναγκαιότητα» είναι η ανάγκη οι ιεράρχες που θα συγκροτήσουν την Σύνοδο να είναι θεοφόροι, η τουλάχιστον να έχουν ορθόδοξο φρόνημα και να βαδίσουν πάνω στα χνάρια των αγίων Πατέρων. Τότε μόνον η Σύνοδος αυτή θα είναι όντως Σύνοδος γνησία και αυθεντική και όχι ψευδοσύνοδος. Σύνοδος κατά την οποία τα συνοδικά μέλη θα μελωδήσουν «μέλος εναρμόνιον θεολογίας». Και επομένως θα γίνει αποδεκτή από το εκκλησιαστικό πλήρωμα. Περιττό βέβαια να λεχθεί ότι εφ’ όσον οι ιεράρχες-μέλη της Συνόδου θα έχουν ορθόδοξο φρόνημα, κατ’ ανάγκη δεν θα έχουν οικουμενιστικό φρόνημα. Γιατί αν η Πανορθόδοξος Σύνοδος συγκληθεί για να αναγνωριστεί «κατ’ οκικονομίαν» το βάπτισμα των αιρετικών χωρίς προηγουμένη απόπτυση των αιρέσεων τους και η αναγνώριση εκκλησιαστικότητος σε κατεγνωσμένους αιρετικούς που εξισούται προς intercommunion, καλλίτερα να μη γίνει ποτέ.
Μία άλλη επιτακτική «αναγκαιότητα» είναι η ανάγκη τα μέλη της Συνόδου να οριοθετήσουν την ορθόδοξη πίστη και να καταδικάσουν όλες τις σύγχρονες αιρέσεις της εποχής μας με επικεφαλής τον επάρατο Οικουμενισμό. Μια πολύ βασική διαπίστωση, σχετικά με το περιεχόμενο της θεματολογίας του τελικού καταλόγου των θεμάτων είναι η παντελής απουσία φλεγόντων ζητημάτων δογματικής φύσεως και η παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος και μερίμνης για την καταπολέμηση των ποικίλων συγχρόνων αιρέσεων, που μαστίζουν την Εκκλησία. Στις αρχαίες Οικουμενικές Συνόδους, βασική μέριμνα των αγίων Πατέρων, που συγκροτούσαν τις Συνόδους, ήταν κατά πρώτο λόγο η καταπολέμηση και εξουδετέρωση των αιρέσεων, που εμφανιζόταν στην εποχή τους, και κατά δεύτερο λόγο η ρύθμιση των άλλων εκκλησιαστικών ζητημάτων. Συνεπώς και στην εποχή μας, η πρώτη και βασική μέριμνα των πρωτεργατών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου θα έπρεπε να είναι η καταπολέμηση των ποικίλων συγχρόνων αιρέσεων, όπως είναι ο Παπισμός, ο οποίος παρά τους Διαλόγους εξακολουθεί μέχρι σήμερα να εμμένει στην πλάνη και να ασκεί δόλιο προσηλυτισμό εις βάρος της Ορθοδοξίας, αλλά και ο Προτεσταντισμός, ο Χιλιασμός, ο Μαρξισμός και η λοιπή Αθεΐα, όπως είναι ο Νεοπαγανισμός, η Μασονία, ο Διεθνής Σιωνισμός, η Θεοσοφία και η Νέα Εποχή, το Ισλάμ, οι Σέκτες, οι Καταστροφικές Λατρείες, ο Νεοσατανισμός, αλλά και η παναίρεση του Οικουμενισμού και οι άλλες πλάνες της «κενής απάτης» αυτού του κόσμου. Η προρρηθείσα Σύνοδος, καθ’ όσον δεν προτάσσει και δεν προτίθεται να ασχοληθεί με τα μνημονευθέντα θέματα πίστεως και αιρέσεων, επ’ ουδενί μπορεί να θεωρηθεί αληθής Ορθόδοξος Σύνοδος και συνέχεια των αρχαίων μεγάλων Οικουμενικών Συνόδων, με συνέπεια να απορριφθεί ως Ψευδοσύνοδος από το πλήρωμα της Εκκλησίας.
Μία άλλη επιτακτική «αναγκαιότητα» είναι η ανάγκη τα μέλη της Συνόδου να επισημάνουν την χρεοκοπία των μέχρι τώρα γενομένων διαλόγων και να τους τερματίσουν όχι μόνο ως αλυσιτελείς, αλλά και ως πηγή και αιτία φθοράς και διαβρώσεως του ορθοδόξου φρονήματος του πιστού λαού του Θεού. Την χρεοκοπία αυτή την ομολογούν και οι ίδιοι οι πρωτεργάτες των Διαλόγων, φάνηκε δε ξεκάθαρα και από τις εισηγήσεις των ομιλητών κατά την Σύναξη των ιεραρχών του οικουμενικού θρόνου (τέλη Αυγούστου, αρχές Σεπτεμβρίου 2015), με τις οποίες εδόθη στους ιεράρχες ενημέρωση περί της πορείας των Διαλόγων. Η πείρα απέδειξε ότι η μακροχρόνια παραμονή μας στους κόλπους του Π.Σ.Ε., αλλά και ο μακροχρόνιος διάλογος με τους Ρωμαιοκαθολικούς οδήγησε αναπόφευκτα σε συμβιβασμούς και ανεπίτρεπτες υποχωρήσεις στο δόγμα και στην εκκλησιαστική μας αυτοσυνειδησία. Φθάσαμε στο τραγικό φαινόμενο να διατυπώνονται από Ορθοδόξους εκπροσώπους και πατριάρχες, αντορθόδοξες και βλάσφημες δηλώσεις και να υπογράφονται κοινά κείμενα με τους αιρετικούς, ξένα προς την παράδοση και την δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Κραυγαλέα παραδείγματα οι αποφάσεις του Balamand του Λιβάνου, (1993), του Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας (2006), και του Πουσάν της Νοτίου Κορέας, (2014). Το δήθεν επιχείρημα ότι προβάλλεται δια των διαλόγων η Ορθοδοξία συντρίβεται από τη χειροτονία των γυναικών και την αναγνώριση του γάμου των ομοφυλοφίλων που υιοθέτησαν οι συνδιαλεγόμενοι με την Ορθοδοξία (!!!) και το αμετακίνητο του παπισμού.
Μία άλλη επιτακτική «αναγκαιότητα» είναι η ανάγκη να συμμετάσχουν ως μέλη της Συνόδου όλοι οι εν ενεργεία επίσκοποι των κατά τόπους εκκλησιών. Είναι θλιβερό το γεγονός, ότι ακόμη και στη μέλλουσα να συγκληθεί Αγία και Μεγάλη Σύνοδο δεν θα συμμετάσχουν όλοι οι εν ενεργεία επίσκοποι των κατά τόπους Εκκλησιών, αλλά μόνο ένας μικρός αριθμός αντιπροσώπων από κάθε τοπική Εκκλησία. Η τελική απόφαση της Συνάξεως των Προκαθημένων (6-9 Μαρτίου 2014), να εκπροσωπηθεί η κάθε τοπική Εκκλησία με ένα πολύ περιορισμένο αριθμό μελών, (24 μέλη), και η κάθε τοπική Εκκλησία να έχει δικαίωμα μόνο μιας ψήφου, αποτελεί πρωτοφανή καινοτομία, ξένη προς την αρχαία παράδοση της Εκκλησίας μας. Πότε στην ιστορία της Εκκλησίας αποκλείσθηκαν κανονικοί επίσκοποι από Τοπική, ή Οικουμενική Σύνοδο; Αν στην αρχαία Εκκλησία εφαρμοζόταν το σύστημα των αντιπροσωπειών των τοπικών Εκκλησιών, τότε οι αιρετικοί αρχιεπίσκοποι θα έστελναν ως αντιπροσώπους τους ομόφρονές τους επισκόπους και θα επικρατούσε η πλάνη. Αλλά και με ποιά κριτήρια θα επιλεγούν οι αντιπρόσωποι; Θα ψηφισθούν από τις κατά τόπους Συνόδους, η θα ορισθούν με κριτήριο την ενδοτικότητα σε θέματα πίστεως; Η προβαλλόμενη δικαιολογία, ότι δήθεν είναι πρακτικώς αδύνατη η επί το αυτό σύναξη πολλών εκατοντάδων, η και χιλιάδων αρχιερέων δεν ευσταθεί, διότι σήμερα οι μετακινήσεις με τα σημερινά συγκοινωνιακά μέσα είναι πολύ πιο εύκολη, γρήγορη και άνετη σε σύγκριση με τα μέσα της βυζαντινής περιόδου. Επίσης σήμερα σ’ όλες τις μεγάλες πόλεις διατίθενται τεράστια σύγχρονα συνεδριακά κέντρα, άριστα εξοπλισμένα με συστήματα ταυτόχρονης μεταφράσεως σε πολλές γλώσσες, όπου μπορούν να λάβουν μέρος χιλιάδες σύνεδροι.
Μία άλλη επιτακτική «αναγκαιότητα», είναι η μέλλουσα να συνέλθει σύνοδος να λάβει θέση και να αναγνωρίσει την οικουμενικότητα των θεωρουμένων ως Η΄ και Θ΄ Οικουμενικών Συνόδων των συνελθουσών επί μεγάλου Φωτίου το 879/80 και 1351 αντίστοιχα. Αμφότερες οι Σύνοδοι αυτές έχουν όλα εκείνα τα στοιχεία και τις προϋποθέσεις, που απαιτούνται, για να θεωρηθούν ως Οικουμενικές, όπως κατέδειξαν σχετικές μελέτες των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών Πειραιώς κ. Σεραφείμ, Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου και Γόρτυνος κ. Ιερεμίου. Σχετικό αίτημα των παρά πάνω ιεραρχών για Συνοδική εξέταση του θέματος από τη Σύνοδο της Ιεραρχίας, με βάση τις εισηγήσεις των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου και Γόρτυνος κ. Ιερεμίου, τελικά απερρίφθη και δεν συζητήθηκε, με την πρόφαση, ότι η τοπική Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι αναρμοδία να εισηγηθεί τη συμπερίληψη στην ημερησία διάταξη της Πανορθοδόξου Συνόδου τέτοιου θέματος. Η πραγματική όμως αιτία είναι άλλη· όπως σημειώνει σε σχετικό άρθρο του ο Σεβασμιώτατος κ. Σεραφείμ: «Είναι προφανές και πρόδηλο ότι η μη τυπική αναγνώριση γίνεται για να μη “λυπηθούν” οι αντιθέως και δαιμονιωδώς καθυβρίζοντες τους Αγίους προεξάρχοντας των δύο Οικουμενικών Συνόδων Ιερό και Μέγα Φώτιο και Άγιο Γρηγόριο Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης τον Παλαμά ως δήθεν αιρεσιάρχας, όπως αυταποδείκτως προκύπτει από την “Δογματική διδασκαλία” της Ρωμαιοκαθολικής παρασυναγωγής».
Επισημαίνει επίσης ο κ. Καθηγητής την απόλυτη αναγκαιότητα η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος «να διατρανώσει την ενότητά της και να εκφραστεί με ενιαίο λόγο στο σύγχρονο κόσμο». Αδυνατεί ωστόσο να υποπτευθεί, πόσα και ποίων διαστάσεων νέα σχίσματα θα προέλθουν στο σώμα της εκκλησίας από την μέλλουσα να συνέλθει Σύνοδο, η οποία, όπως δείχνουν τα πράγματα, δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά μια νέα ψευδοσύνοδος τύπου Φεράρρας-Φλωρεντίας. Όλα δείχνουν ότι η μέλλουσα να συνέλθει Σύνοδος δεν έχει δυστυχώς τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να είναι όντως ορθόδοξη. Όπως αποδείξαμε σε σχετική πρόσφατη μελέτη μας με τίτλο «Η προετοιμαζόμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος πιστή διάκονος του παναιρετικού Οικουμενισμού», η από πολλών δεκαετιών προετοιμαζόμενη αυτή Σύνοδος διαποτίστηκε έντονα από την αιρετική ιδεολογία και πρακτική του Διαχριστιανικού και Διαθρησκειακού Οικουμενισμού. Στηρίχθηκε σε σχέδια και καινοτομίες ξένες προς την Ορθόδοξη Παράδοση και τους ιερούς Κανόνες. Προωθήθηκε από πρόσωπα, που υπήρξαν θερμοί θιασώτες της παναίρεσης του Οικουμενισμού, ορισμένα δε εξ αυτών, όπως οι Οικουμενικοί Πατριάρχες Μελέτιος (Μεταξάκης) και Αθηναγόρας (Σπύρου), υπήρξαν φημολογούμενα μέλη της σατανοκίνητης Μασονίας, γεγονός που προκαλεί φρίκη και μόνο στο άκουσμα!
Πέραν αυτών, ποίου είδους «ενότητα» θα «διατρανώσει» η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, όταν τα κατά τόπους Πατριαρχεία και οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι σήμερα ερίζουν και φιλονικούν μεταξύ τους για πρωτεία και προβαδίσματα, ώστε να αδυνατούν να επιλύσουν το περιβόητο ζήτημα των Διπτύχων, την ιεραρχική δηλαδή σειρά μνημονεύσεώς των κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας, αλλά και όταν μάχονται μεταξύ τους για εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες; Με ποιά παρρησία η πρωτόθρονη Εκκλησία του Οικουμενικού Πατριαρχείου θα αρθρώσει λόγο περί «ενότητος», καθ’ ον χρόνον διεκδικεί πλήρη εκκλησιαστική κυριαρχία στις Ιερές Μητροπόλεις των λεγομένων «Νέων χωρών», έτσι ώστε να παρουσιάζεται το τραγελαφικό φαινόμενο οι ιεράρχες των «Νέων χωρών» να ανήκουν ταυτόχρονα σε δύο τοπικές ιεραρχίες και σε δύο εκκλησιαστικά σώματα; Με ποια παρρησία η πρωτόθρονη Εκκλησία θα αρθρώσει λόγο περί «ενότητος» καθ’ ον χρόνον βαρύνεται με το βαρύτατο αμάρτημα του παλαιοημερολογητικού σχίσματος; Το ζήτημα του ημερολογίου εξακολουθεί να παραμένει μέχρι σήμερα μια ανοικτή πληγή στο σώμα της Εκκλησίας, που προκλήθηκε από την όλως άκριτη, επιπόλαιη και βεβιασμένη ενέργεια του Οικουμενικού Πατριαρχείου να υιοθετήσει το νέο ημερολόγιο, συμπαρασύροντας και ορισμένες τοπικές Εκκλησίες, χωρίς την ομόφωνη γνώμη όλων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει το εν λόγω σχίσμα.
Είναι πολύ λυπηρό το γεγονός ότι ένας καθηγητής και μάλιστα ομότιμος, που διακόνησε επί δεκαετίες την ακαδημαϊκή Θεολογία, αγνοεί, η προσπερνά όλες τις παραπάνω επείγουσες αναγκαιότητες και προτάσσει άλλες, κατά πολύ δευτερεύουσες. Οι ορθόδοξοι καθηγητές θα πρέπει να είναι ως εκ της θέσεως και της επιστημονικής γνώσεώς των οι οφθαλμοί του εκκλησιαστικού σώματος, οι ακριβείς φύλακες των δογμάτων της πίστεως και των Ιερών Κανόνων της Εκκλησίας μας.
Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών
ΠΡΟΔΙΑΓΕΓΡΑΜΕΝΗ Η ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΛΟΓΩ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ
Ἐν Πειραιεῖ 15-12-2015
πρωτοπρεσβ. π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος ἐφημ. Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Νέας Καλλιπόλεως Πειραιῶς
Ἡ ἀναθεώρηση, ἐπαναδιατύπωση καί ἐπικαιροποίηση τῶν κειμένων
Ἔργο τῶν προσφάτων Προσυνοδικῶν Διασκέψεων, πού πραγματοποιήθηκαν στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης, ἦταν ἡ ἀναθεώρηση, ἡ ἐπαναδιατύπωση καί ἡ ἐπικαιροποίηση τῶν κειμένων τῶν προγενεστέρων Προσυνοδικῶν Διασκέψεων, πού ἀποτελοῦν την θεματολογία τῆς μελλούσης Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τοῦ 2016. Γιατί, ὅμως, τά ἤδη ἀπό ἐτῶν ἕτοιμα καί ὡς ἐπί τό πλεῖστον ὀρθόδοξα κείμενα χρειάστηκαν ἀναθεώρηση, ἐπαναδιατύπωση καί ἐπικαιροποίηση, καί μάλιστα ἀπό τούς σημερινούς οἰκουμενιστές; Τί σημαίνει στήν πραγματικότητα ἀναθεώρηση, ἐπαναδιατύπωση καί ἐπικαιροποίηση τῶν κειμένων; Καθίσταται πλέον ἐμφανές ἀπό τήν εἰσήγηση τοῦ Σεβ. Μητρ. Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου, μέ θέμα «Αἱ σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τάς λοιπάς Χριστιανικάς Ἐκκλησίας καί Ὁμολογίας ἐπί τῇ βάσει τῶν Πανορθοδόξων Ἀποφάσεων»[1] , πού ἐξεφώνησε στό συνέδριο, πού ἔγινε στήν Ἱερά Μονή Βλατάδων, ἀπό 3 ἕως 5 Δεκεμβρίου 2015, μέ θέμα «Πρός τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο»[2], ὅτι οἱ οἰκουμενιστές ἀνέλαβαν τήν ἐργολαβία τῆς ἀναθεωρήσεως, ἐπαναδιατυπώσεως καί ἐπικαιροποιήσεως τῶν κειμένων ἐπί τό οἰκουμενιστικώτερον, δηλ. μετέβαλαν τό ἐν πολλοῖς ὀρθόδοξο περιεχόμενο τῶν κειμένων σέ οἰκουμενιστικό, ἀφαιρώντας καί σβήνοντας ὀρθόδοξες παραγράφους καί προσθέττοντας ἄλλες οἰκουμενιστικές. Αὐτό ἀκριβῶς ἔγινε καί γιά τά δύο κείμενα μέ θέμα α) ʺΣχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμονʺ, καί β) ʺὈρθοδοξία καί Οἰκουμενική Κίνησιςʺ, τά ὁποῖα ἔγιναν ἕνα ἑνιαῖο πλέον κείμενο μέ τόν γενικό τίτλο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον», καί τό ὁποῖο θά δοθεῖ στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο γιά ὁμόφωνη ἐπικύρωση.
Λέγει ὁ Μεσσηνίας : «Γ. Εἰς τό Ὀρθόδοξον Κέντρον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐν Chambésy τῆς Γενεύης, ἐπραγματοποιήθη ἀπό 29ης Σεπτεμβρίου ἕως 4ης Ὀκτωβρίου 2014, ἡ Α΄ Συνάντησις τῆς Εἰδικῆς Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς διά τήν Ἀναθεώρησιν τῶν Κειμένων τῶν Προσυνοδικῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων, ἡ ὁποία ἠσχολήθη μέ τήν ἐπικαιροποίησιν (revision) τῶν ἀνωτέρω δύο Κειμένων. Εἰς τά πλαίσια τῆς ἐπικαιροποιήσεως τῶν ἀπόψεων καί θέσεων ἐθεωρήθη ὀρθότερον ἡ ἑνοποίηση τῶν δύο Κειμένων, ἐνῶ δέν ἐτέθησαν παράγραφοι τῶν δύο προηγουμένων Κειμένων, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονταν εἰς τάς δράσεις καί εἰς τάς ἐνεργείας ἑνίων ὀργάνων, κυρίως τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, ὡς καί εἰς τήν περιγραφικήν πορείαν τῶν διαφόρων Διμερῶν Θεολογικῶν Διαλόγων. Ἡ ἀπάλειψις αὕτη ἐγένετο διότι ἐθεωρήθησαν πλέον αἱ συγκεκριμέναι παράγραφοι ὡς ἁπλαί καί μόνον ἱστορικαί ἀναφοραί, αἱ ὁποῖαι δέν προσέφερον τι τό σημαντικόν ὡς πρός τήν μελλοντικήν θεώρησιν καί ἀξιοποίησιν πανορθοδόξως τοῦ νέου Κειμένου».
Γιατί νά ἀπαλειφθοῦν οἱ παράγραφοι, πού περιγράφουν τήν πορεία τῶν διαφόρων Διμερῶν Θεολογικῶν Διαλόγων; Μήπως γιά νά μήν καταδειχθεῖ τό ἀδιέξοδο, τό ναυάγιο, τό βατερλώ, τό ἄκαρπον καί τό ἀλυσιτελές αὐτῶν;
Ἡ οἰκουμενιστική καί αἱρετική θεωρία τῆς «βαπτισματικῆς θεολογίας»
Στό νέο ἑνοποιημένο Κείμενο, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Μεσσηνίας, «β) Ἐτέθησαν τά κανονικά κριτήρια (καν. 7ος τῆς Β΄ καί 95ος τῆς Πενθέκτης) ὡς πρός τήν προοπτικήν τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μετά τῶν λοιπῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν (§ 20). Διά τῆς παρούσης παραγράφου προσδιορίσθησαν πανορθοδόξως τά ὅρια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔναντι τῶν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν, δέν ἀμφισβητήθη ἡ ὕπαρξις αὐτῶν καί «κατ’ οἰκονομίαν» ἀνεγνωρίσθη, τό συμφώνως πρός τήν κανονικήν παράδοσιν, ὑποστατόν καί ἔγκυρον τοῦ βαπτίσματος. Οὕτως ἐνισχύεται ἡ ἀρχή τῆς ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας, ὡς ἔκφρασις φιλανθρώπου διαθέσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔναντι τῶν λοιπῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν ἐνῶ ἀτονεῖ ἡ ἀρχή τῆς ἀκριβείας».
Ἐδῶ εἶναι ἐμφανές ὅτι γίνεται λόγος γιά τήν οἰκουμενιστική καί αἱρετική θεωρία τῆς «βαπτισματικῆς θεολογίας», ἡ ὁποία σύμφωνα μέ τόν Σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεο[3] , «ἐρευνᾶ τό Βάπτισμα τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν ἑτεροδόξων, γιά νά βρεθοῦν τά κοινά σημεῖα μεταξύ τους. Οἱ οἰκουμενιστές προσπαθοῦν νά προσδιορίσουν τήν ἑνότητα μεταξύ τοῦ Χριστιανισμοῦ μέσα ἀπό τήν προοπτική τῆς «βαπτισματικῆς θεολογίας», πού σημαίνει ὅτι θέτουν ὡς βάση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας τό Βάπτισμα. Οὐσιαστικά, αὐτό εἶναι «ἡ ἀρχή τῆς περιεκτικότητας», γιατί προσπαθοῦν νά δοῦν τά κοινά σημεῖα τῆς ἑνότητας μεταξύ τῶν αἱρέσεων καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Μ' αὐτόν τόν τρόπο δέν θέτουν ὡς βάση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας τήν πίστη, συνδυασμένη μέ τά Μυστήρια, ἀλλά θέτουν ὡς βάση τό Βάπτισμα, τό ὁποῖο ἀποδεσμεύουν ἀπό τήν ἀποκεκαλυμμένη πίστη καί ἀπό τά ἄλλα Μυστήρια, ἰδιαίτερα τό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας.
Τό γεγονός ὅτι τό Βάπτισμα θεωρεῖται ὡς στοιχεῖο ἑνότητος μεταξύ τῶν Χριστιανῶν, παρ'ὅλο πού διαφέρουν ὡς πρός τήν πίστη, σημαίνει ὅτι ἀλλάζουν τά πατερικά κριτήρια γιά τήν ἀναγνώριση τῆς Ἐκκλησίας. Ὁπότε, κατά τήν «βαπτισματική θεολογία», τό αἱρετικό βάπτισμα εἶναι τό ἕνα Βάπτισμα, δηλ. ἡ μυστηριακή ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας δέν ἐντοπίζεται πλέον σέ μιά ταυτότητα, βασισμένη στήν ἑνότητα τῆς πίστεως, ἀποστολικῆς διαδοχῆς, ἱερωσύνης καί μυστηρίων. Ὁπότε, μπορεῖ κάποιος, λόγῳ τοῦ βαπτίσματος, πού γίνεται ἀπό αἱρετικούς, σχισματικούς, ἀκόμη καί μή βαπτισμένους, νά εἶναι μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν πίστη, τήν ἀποστολική διαδοχή καί τά Μυστήρια, πράγμα πού ἀντιβαίνει στήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία, ἡ ὁποία συνδέει στενά τήν Ὀρθοδοξία μέ τήν Ἐκκλησία καί τήν θεία Εὐχαριστία. Ἑπομένως, διακρίνεται «ὁ Χριστός τῶν Μυστηρίων» (τοῦ Βαπτίσματος) ἀπό «τόν Χριστό τῆς δογματικῆς ἀληθείας».
Αὐτό σημαίνει ὅτι ὑφίσταται σοβαρό θεολογικό ζήτημα, ἀφοῦ, ὅπου δέν ὑπάρχει πίστη-δόγμα, δέν μπορεῖ νά γίνεται λόγος γιά Μυστήρια. Τό δόγμα δέν χωρίζεται ἀπό τήν «πνευματικότητα». Ἡ ἐκκλησιαστική αὐθεντικότητα ἔχει σχέση μέ τό ὀρθόδοξο δόγμα καί τά Μυστήρια, πού βρίσκονται ἐντός τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπάρχει σαφέστατη ἑνότητα μεταξύ τοῦ Βαπτίσματος καί τῆς ἑνότητας τῆς πίστεως, καί δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει διάσπαση μεταξύ «τοῦ Χριστοῦ τῶν Μυστηρίων καί τοῦ Χριστοῦ τῆς δογματικῆς Ἀλήθειας». Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, κατά τους Πατέρες, συνίσταται ἀπό τά κοινά Μυστήρια, τήν κοινή πίστη καί τόν Ἐπίσκοπο.
Τό ψεῦδος τῆς «βαπτισματικῆς ἑνότητας» συνιστᾶ μιά ἐκδοχή τῆς προτεσταντικῆς «θεωρίας τῶν κλάδων», γι'αὐτό καί εἶναι ἀσύμβατη μέ τήν ἐκκλησιολογία τῶν Ἁγίων Πατέρων».
Ἡ οἰκουμενιστική καί αἱρετική θεωρία τῆς «εὐχαριστιακῆς ἐκκλησιολογίας»
Πιό κάτω ἀναφέρει ὁ Μεσσηνίας : «Εἰς τό σημεῖον τοῦτον ἐπιγραμματικῶς καί μόνον θά ἤθελον νά ἀναφέρω ὁρισμένας ἐκ τῶν γενομένων ἀναθεωρήσεων. …Ἡ υἱοθέτησις τῆς εὐχαριστιακῆς ἐκκλησιολογίας, ὡς βάσεως διά τήν θεολογικήν καί ἐκκλησιολογικήν κατανόησιν τῶν θεμάτων εἰς τόν Διάλογον μετά τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν (Κείμενο Μονάχου, Νέου Βαλάμου καί Ραβέννας)…».
Ἡ καινοφανής αἱρετική διδασκαλία περί «εὐχαριστιακῆς ἐκκλησιολογίας» ἔχει ὡς πηγή τήν σκέψη τοῦ Νικολάου Ἀφανάσιεφ[4] . Ὁ Ρῶσος πρεσβύτερος Νικόλαος Afanassieff στίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰώνα καθιέρωσε πρῶτος τόν αἱρετικό ὄρο «εὐχαριστιακή ἐκκλησιολογία» καί τήν καινοφανή περί αὐτῆς διδασκαλία. Ὑποστήριζε ὅτι ὅλες οἱ ἐκκλησίες, πού ἔχουν ἀποστολική διαδοχή (ἄρα καί οἱ αἱρετικοί παπικοί!) καί τελοῦν τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἔχουν τήν πληρότητα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, καί ὅτι εἶναι ἑνωμένες μεταξύ τους μέ τήν ἀγάπη, τήν ἀγάπη ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν γιά τήν κάθε τοπική καί τῆς κάθε τοπικῆς γιά ὅλες τίς ἄλλες. Τή θεωρία αὐτή τήν ἐπεξέτεινε ὁ γνωστός Ἀλέξανδρος Σμέμαν, ὁ ὁποῖος προσπάθησε νά ἀναδείξει τή λειτουργική κρίση στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας καί τούς τρόπους μέ τούς ὁποίους αὐτή μπορεῖ νά ἀντιμετωπιστεῖ.
Ἡ «εὐχαριστιακή ἐκκλησιολογία», ἑπομένως, ἐρχόταν νά δώσει λύση στό ἀκανθῶδες πρόβλημα τῶν θεολογικῶν δογμάτων, πού ὁδήγησαν στό Σχίσμα τοῦ 1054, καί πού δέν θά ἦταν ποτέ δυνατόν νά γίνουν δεκτά ἀπό καμμία πλευρά. Ἡ θεωρία αὐτή συμβίβασε τά ἀσυμβίβαστα, καί ἔδωσε ἔτσι τήν εὐκαιρία στόν μεγάλο οἰκουμενιστή Πατριάρχη κυρό Ἀθηναγόρα νά δηλώνει προκλητικά τή δεκαετία τοῦ ’60, ὅτι πρέπει παραμεριστοῦν τά δόγματα πρός χάριν τοῦ «διαλόγου τῆς ἀγάπης»[5] . Τό ἐντυπωσιακό στήν ὅλη ὑπόθεση εἶναι πώς, δεκαετίες πρίν τόν κυρό Ἀθηναγόρα, τήν ἴδια ἐκτίμηση ἔκανε καί ὁ Νικόλαος Afanassieff, ὁ ὁποῖος ἐφηῦρε τό στοιχεῖο τῆς ἑνότητας μέσα ἀπό τήν Θεία Εὐχαριστία, μέ τήν κάθε Ἐκκλησία νά κρατάει τά δόγματα γιά τόν ἑαυτό της. Ἄρα, ἀπώτερος σκοπός τῆς ἐμπνεύσεως τοῦ Afanassieff ἦταν νά διευκολυνθεῖ –κατ' αὐτόν τόν ἀντιπαραδοσιακό τρόπο- ἡ «ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν»!
Ἡ συμβολή τοῦ οἰκουμενιστοῦ Μητροπολίτου Ζηζιούλα ἔγκειται στό γεγονός ὅτι ἔρχεται σέ μιά κρίσιμη καμπή, ἀμέσως μετά τήν ἀποδοχή τῆς θεωρίας ἀπό τή Β΄ Βατικανή Σύνοδο, νά ὁλοκληρώσει αὐτό, πού ξεκίνησε ὁ Afanassieff, πρός τήν κατεύθυνση, πού ἐπιθυμεῖ τό Βατικανό. Δηλαδή στό κενό, πού ἄφησε ἡ θεωρία τοῦ Afanassieff καί ἀφοροῦσε τό (παγκόσμιο) πρωτεῖο τοῦ Πάπα, τήν ἐργολαβική διεκπεραίωση τοῦ ὁποίου ἀνέλαβε προθύμως ὁ Ζηζιούλας! Κι αὐτό φαίνεται ἰδιαιτέρως στό ἐπαίσχυντο καί ἀνορθὀδοξο «Κείμενο τῆς Ραβέννας» (2007), τό ὁποῖο μπορεῖ νά ἔχει ὡς βάση του τή θεωρία τοῦ Afanassieff, ἡ τελική διαμόρφωσή του, ὅμως, ὀφείλεται στόν Περγάμου, πού μέ τή σειρά του, μέ μιά μεταπατερική ἤ μᾶλλον μετά-ἀποστολική μαεστρία καί μέ ἕνα ἐντελῶς αὐθαίρετο τρόπο, μεταβάλλει τή διάταξη τοῦ 34ου Ἀποστολικοῦ Κανόνα, πού κάνει λόγο γιά «πρῶτο τῆ τάξει σέ ἐπαρχιακό (τοπικό) ἐπίπεδο», καί τήν ἐπεκτείνει σέ διοίκηση «παγκοσμίου ἐπιπέδου»[6] !
Οἱ αἱρετικές, ὅμως, ἐκτροπές στό συγκεκριμένο θέμα τοῦ Ζηζιούλα δέν περιορίζονται μόνο στούς διμερεῖς θεολογικούς διαλόγους μέ τούς αἱρετικούς Παπικούς, ἀλλά προεκτείνονται καί στούς πολυμερεῖς θεολογικούς διαλόγους μέ τούς αἱρετικούς Προτεστάντες τοῦ Π.Σ.Ε. γιά παράδειγμα. Ἡ θέση του πώς, ὅπου τελεῖται τό μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας καί γίνεται ἐπίκληση τῆς ἐνεργοῦ παρουσίας τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, ἐκεῖ ὑπάρχει Ἐκκλησία, δέν ἐξαιρεῖ γιά τόν ἴδιο οὔτε τούς κατακερματισμένους Προτεστάντες!
Ἀπό τα ἀνωτέρω γίνεται κατανοητό καί τό γεγονός ὅτι γιά τόν Περγάμου δέν ἔχει καμμία σημασία τό τυπικό, μέ τό ὁποῖο τελεῖται τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἄν γιά παράδειγμα οἱ Λατίνοι χρησιμοποιοῦν ἄζυμα ἤ οἱ Προτεστάντες χυμό ἀντί γιά κρασί! Ὅλα αὐτά τά «τεχνικά στοιχεῖα» ἐντάσσονται στίς «ποικίλες κοινωνικές καί πολιτισμικές διαφορές», πού ὑπερβαίνονται πανεύκολα, ἀρκεῖ νά δηλώνεται πώς τελεῖται ἡ «θεία εὐχαριστία» καί ὅτι γίνεται ἐπίκληση στό ὄνομα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τό ὅτι τό σύνολο τῶν Ἁγίων Πατέρων ἔδωσε μεγάλες μάχες μέ τούς Λατίνους γιά τό θέμα τῶν «ἀζύμων», ἀλλά καί γιά ὅλες τίς ὑπόλοιπες δογματικές διαφορές, οἱ ὁποῖες κρίνουν, κατά τούς ἁγίους Πατέρες τήν σωτηριολογική πορεία τοῦ ἀνθρώπου, γιά τόν Ζηζιούλα, ὅπως καί γιά τούς περισσότερους Οἰκουμενιστές, εἶναι ἐμφανές πώς ἀποτελεῖ ἕνα πεδίο παρωχημένο καί ἀδιάφορο. Τό ὅτι οἱ Ὁσιόαθλοι Πατέρες τῆς ἐν Καντάρα τῆς Κύπρου Μονῆς ἐκάησαν ζῶντες, δέν ἔχει καμμιά σημασία.
Πρέπει νά σημειωθεῖ πώς ὅλοι οἱ σύγχρονοι «θεολόγοι τοῦ γραφείου» στίς ἀναφορές, πού κάνουν γιά την «εὐχαριστιακή ἐκκλησιολογία», δέν παραπέμπουν φυσικά στούς Ἁγίους Πατέρες, ἀλλά παραπέμπουν κυρίως στόν μέντορά τους, Ζηζιούλα. Εἶναι μάλιστα χαρακτηριστικό, πώς ὅσο καί νά ψάξει ἕνας ἐρευνητής στούς Ἁγίους Πατέρες, σέ κανέναν ἀπό αὐτούς δέν θά συναντήσει αὐτό τόν (μεταπατερικό) ὄρο! Οἱ μόνες παραπομπές, πού κάνουν στούς Ἁγίους Πατέρες εἶναι κάποιες ἀποσπασματικές ἐκφράσεις, πού χρησιμοποιοῦν οἱ Ἅγιοι, γιά νά τονίσουν τή σπουδαιότητα τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Τίς ὑπέροχες ἐκφράσεις τοῦ Ἁγίου Μάξιμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, τοῦ Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα κ.ἄ. σπουδαίων Πατέρων, οἱ μεταπατερικοί θεολόγοι τοῦ καιροῦ μας τίς ἀκρωτηριάζουν ἀπό τή συνολική συνάφεια ἑνός κειμένου, καί ἐν συνεχεία τίς προσαρμόζουν καί τίς χρησιμοποιοῦν ὡς «πατερική κάλυψη» στίς εἰσηγήσεις τους, εἰς τρόπον ὥστε νά μπερδεύουν ἄλλους Ἐπισκόπους καί θεολόγους, πού διατηροῦν κάποιες ἐπιφυλάξεις, ἤ τούς ἁπλούς πιστούς, πού συνήθως δέν ἀντιλαμβάνονται τήν πονηρία τοῦ πράγματος.
Τό μεῖζον ζήτημα τῆς «εὐχαριστιακῆς ἐκκλησιολογίας» εἶναι ἕνα ζήτημα, πού ὡς «δούρειος ἵππος» καταλαμβάνει τήν νεώτερη ὀρθόδοξη θεολογική σκέψη, ἀκριβῶς λόγω τῆς εὔηχης ὀρολογίας του. Ἀποτελεῖ μία ἄγνωστη στούς περισσοτέρους πτυχή τοῦ διαλόγου. Τό ζήτημα αὐτό εἶναι καί τό σημαντικότερο, γιατί ἐκφράζει ἀκριβῶς τή φιλοσοφία τοῦ Ζηζιούλα, τήν ὁποία ἀκολουθεῖ ἡ πλειοψηφία τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν σήμερα, ὅπως καί ἕνα τμῆμα «φιλοπατριαρχικό» τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Σέ μιά κατεξοχήν ἀ-δογματική ἐποχή, ἡ θεωρία τῆς «εὐχαριστιακῆς ἐκκλησιολογίας», πού ἐκφράζει ὁ Ζηζιούλας, ἔρχεται μέ ἕνα …δογματικό τρόπο νά διαλύσει εἰς πλάτος καί εἰς βάθος ὅ,τι ἔχει ἀπομείνει ὄρθιο μέχρι σήμερα!
Στό σημεῖο αὐτό ὀφείλουμε νά τονίσουμε τήν μέγιστη διαφορά, πού ὑπάρχει μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικῆς εὐχαριστίας καί τῆς αἱρετικῆς «εὐχαριστιακῆς ἐκκλησιολογίας». Ἡ ἐκκλησιαστική εὐχαριστία ἐρείδεται στό χωρίο ἀπό τό κατά Ματθαῖον ἅγιον Εὐαγγέλιον «οὖ γάρ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμί ἐν μέσω αὐτῶν»[7] , δηλ. «ὅπου δύο ἤ τρεῖς ἄνθρωποι (ὀρθόδοξοι, ὄχι αἱρετικοί ἤ ἀλλόθρησκοι) εἶναι συγκεντρωμένοι στό ὄνομά Μου καί γιά σκοπό σύμφωνο μέ τό θέλημά Μου, ἐκεῖ εἶμαι κι Ἐγώ στό μέσο τους, γιά νά τούς φωτίζω, νά τούς εὐλογῶ καί νά τούς ἐνισχύω». Ἐνῶ ἡ εὐχαριστιακή ἐκκλησιολογία πρεσβεύει ἐντελῶς τό ἀντίθετο, ὅτι δηλ. οἱ πάσης φύσεως αἱρετικοί καί ἀλλόδοξοι μποροῦν νά εἶναι συνηγμένοι μαζί μέ τούς Ὀρθοδόξους στή Θεία Εὐχαριστία. Τό «Κείμενο τῆς Ραβέννας» ἀποτελεῖ τό ἀποκορύφωμα τῆς ἐκκλησιολογίας τοῦ Ζηζιούλα, ἡ ὁποία εἶναι προβληματική, γιατί εἶναι δομημένη μέ τρόπο ἀντιπατερικό, σέ ἕνα εἶδος «πρωτείου», γιά τό ὁποῖο οὐδέποτε μίλησε ὁ Χριστός καί οἱ μαθητές του. Οὐσιαστικά πρόκειται γιά μιά ἐκκλησιολογία, πού σταδιακά ἐκβάλλει τόν Χριστό, καί σταδιακά εἰσάγει τόν ἄρχοντα-ἐξουσιαστή τοῦ κόσμου τούτου, τόν Ἀντίχριστο (πού θά ἔχει ὄντως «παγκόσμιο πρωτεῖο!)!
Ἀρκεῖ μονάχα ἕνα σημεῖο, γιά νά καταδειχθεῖ ὁ οἰκουμενιστικός καί ἀντορθόδοξος χαρακτήρας τοῦ «Κειμένου τῆς Ραβέννας». Λέγει τό κείμενο ὅτι «ὁ καθορισμός καί ἡ διευκρίνιση ὅτι μέ τούς ὄρους «Ἐκκλησία», «ἡ ἀνά τόν κόσμον Ἐκκλησία», «ἡ ἀδιαίρετος Ἐκκλησία» καί «τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ» δέν ὑπονομεύεται ἀπό τή Μικτή Θεολογική Ἐπιτροπή ἡ πεποίθηση ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀνήκει εἰς τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ὅπως αὐτή ἐκφράζεται στό Σύμβολο Νικαίας - Κωνσταντινουπόλεως. (ὑποσ. 1)». Ὁ ἰσχυρισμός βεβαίως αὐτός τοῦ κειμένου εἶναι ἐπιεικῶς ἀπαράδεκτος. Δηλ. γιά τούς συντάξαντας τό κείμενο, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν εἶναι αὐτή καί μόνη ἀποκλειστικά ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἀλλά «ἀνήκει εἰς τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία». Δηλ. ἄλλη εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί ἄλλη ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἡ ὁποία δέν ταυτίζεται μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλά ἀποτελεῖ μέρος αὐτῆς, μαζί μέ ἄλλες «ἐκκλησίες» (παπισμό, προτεσταντισμό, μονοφυσιτισμό). Αὐτό εἶναι τό ἐκκλησιολογικό πιστεύω τοῦ κειμένου τῆς Ραβέννας, τό ὁποῖο ταυτίζεται μέ τή νέα ἐκκλησιολογία τοῦ Παπισμοῦ, καί τό ὁποῖο ἀποτελεῖ, βεβαίως, φοβερή ἀλλοίωση, διαστρέβλωση καί προδοσία τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας, ὅπως αὐτή ἐκφράζεται στό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Πολύ καλύτερο καί ὀρθοδοξότατο εἶναι τό κείμενο τῆς Γ´ Πανορθοδόξου Προσυνοδικῆς Διασκέψεως (1986) γιὰ τὸ θέμα «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις», ὅπου ἐκφράζεται, στὴν ἀρχὴ μάλιστα, ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας : «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἐν τῇ βαθείᾳ πεποιθήσει καὶ ἐκκλησιαστικῇ αὐτοσυνειδησίᾳ, ὅτι ἀποτελεῖ τὸν φορέα καὶ δίδει τὴν μαρτυρίαν τῆς πίστεως καὶ τῆς Παραδόσεως τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἀκραδάντως πιστεύει ὅτι κατέχει κεντρικὴν θέσιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς προωθήσεως τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν ἐντὸς τοῦ συγχρόνου κόσμου». Γιατί νά ἀντικατασταθεῖ τό κείμενο αὐτό ἀπό τό «Κείμενο τῆς Ραβέννας»;
Σύμφωνα μέ τόν Σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου κ. Ἱεροθεο, «ἡ λεγομένη «εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία» εἶναι μεταπατερικὴ διδασκαλία . Βεβαίως, κανεὶς δὲν ἀρνεῖται τὴν μεγάλη ἀξία τῆς θείας Εὐχαριστίας, κατὰ τὴν ὁποία κοινωνοῦμε τοῦ Σώματος καὶ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, πρὸς τὴν ὁποία κατευθύνονται ὅλα τὰ Μυστήρια καὶ ὅλη ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωή, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ θεία Εὐχαριστία νὰ ἀνεξαρτητοποιηθῆ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν ὅλη ἐκκλησιαστικὴ ζωή.
Κατ' ἀρχὰς, ὑπάρχει στενή σχέση μεταξὺ Ἐκκλησίας, Ὀρθοδοξίας καὶ Εὐχαριστίας, ὅπως τὸ βλέπουμε στὸν ἅγιο Εἰρηναῖο, Ἐπίσκοπο Λυῶνος. Δὲν ὑφίσταται Ἐκκλησία χωρὶς Ὀρθοδοξία καὶ Εὐχαριστία, οὔτε Ὀρθοδοξία χωρὶς Ἐκκλησία καὶ θεία Εὐχαριστία, ἀλλὰ καὶ δὲν ὑφίσταται θεία Εὐχαριστία ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἡ θεία Εὐχαριστία δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθῆ ὀρθόδοξη ἔξω ἀπὸ τὴν κανονικὴ δομὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὶς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις μετοχῆς σὲ αὐτήν. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ Κανόνες τῶν Τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καταγράφουν τὶς προϋποθέσεις μετοχῆς τοῦ ἀνθρώπου στὴν θεία Εὐχαριστία καὶ τὴν θεία Κοινωνία, ποὺ εἶναι ἡ ἄσκηση καὶ ὁ ἡσυχαστικὸς τρόπος ζωῆς. Ἡ θεία Εὐχαριστία δὲν μπορεῖ νὰ ὑποκαταστήση τὴν κάθαρση τὸν φωτισμὸ καὶ τήν θέωση, οὔτε, βεβαίως, καὶ τὸ ἀντίστροφο. Ἰσχύει καὶ ἐδῶ τὸ συναμφότερο.
Ἀκόμη, ἐκτὸς τῆς θείας Εὐχαριστίας, βασικὰ κέντρα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή, τὸ δόγμα καὶ ἡ προσευχή, τὰ ὁποῖα προϋποθέτει ἡ θεία Εὐχαριστία. Ὑπάρχει βαθύτατος συνδυασμὸς μεταξὺ lex credendi (νόμος πίστεως) καὶ lex orandi (νόμος προσευχῆς). Ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι Προεστὼς τῆς Εὐχαριστιακῆς Συνάξεως, ἀλλὰ ταυτοχρόνως (πρέπει νὰ) εἶναι καὶ Προφήτης, ποὺ κηρύττει προφητικὸ λόγο στοὺς ἐκκλησιαζόμενους, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ πορευθοῦν ἀπὸ τὸ κατ' εἰκόνα στὸ καθ' ὁμοίωση. Βεβαίως, μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ στὴν θεία Εὐχαριστία ὑπάρχουν διάφορες πνευματικὲς ἡλικίες, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐνεργεῖ καταλλήλως σὲ ὅλους. Ἔπειτα, ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ στὰ Μυστήρια ἐνεργεῖ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν κατάσταση τῶν κανονικῶν Κληρικῶν καὶ τῶν λαϊκῶν, ὅμως ὅσοι κοινωνοῦν τῶν ἄχραντων Μυστηρίων δὲν ὠφελοῦνται, ἐὰν δὲν συμμετέχουν στὴν καθαρτική, φωτιστικὴ καὶ θεοποιὸ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ.
Ὅλα αὐτὰ ἔκαναν τὸν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη νὰ λέγη ὅτι δὲν εἶναι ἡ Εὐχαριστία, ποὺ κάνει τὴν Ἐκκλησία νὰ εἶναι ὄντως Ἐκκλησία, ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία εἶναι αὐτὴ, ποὺ κάνει τὴν Εὐχαριστία νὰ εἶναι ὄντως Εὐχαριστία. Μὲ ἄλλα λόγια, τὸ «ἄλογο» (δόγμα-Κανόνες) προηγεῖται τοῦ «κάρου» καὶ ὄχι τὸ ἀντιστροφο. Ἄλλωστε, ὅπως εἶναι γνωστόν, ἔξω ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, μὲ τὰ δόγματα καὶ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες, δὲν ὑφίσταται Εὐχαριστία, μὲ τὴν ὀρθόδοξη σημασία τῆς λέξεως. Ὁπότε μποροῦμε νὰ κάνουμε λόγο γιὰ ἐκκλησιαστική Εὐχαριστία καὶ ὄχι γιὰ «εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία» »[8] .
Ἡ οἰκουμενιστική μεθοδολογία τῶν διαλόγων
Γιατί, ὅμως, στό νέο ἑνοποιημένο κείμενο υἱοθετοῦνται οἱ καινοφανεῖς καί κακόδοξες θεωρίες τῆς «βαπτισματικῆς θεολογίας» καί τῆς «εὐχαριστιακῆς ἐκκλησιολογίας»; Μά, γιατί ἄλλο; Γιά νά συντηρηθεῖ ὁ παραπαίων σύγχρονος οἰκουμενιστικός διάλογος μέ τούς αἱρετικούς. Ἀντί, λοιπόν, νά ἐφαρμοστεῖ ἡ βασική παύλεια ἀρχή τοῦ διαλόγου «αἱρετικόν ἄνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ»[9] , ἐφαρμόζεται ἡ παραπάνω οἰκουμενιστική μεθοδολογία. Αὐτό γίνεται φανερό ἀπό τό δεύτερο Κείμενο μέ θέμα «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον», στό ὁποῖο, σύμφωνα μέ τόν Μεσσηνίας, τονίζεται, ὅτι «ἡ κατά τήν διεξαγωγήν τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων ἀκολουθουμένη μεθοδολογία ἀποσκοπεῖ εἴς τε τήν λύσιν τῶν παραδεδομένων θεολογικῶν διαφορῶν ἤ τῶν τυχόν νέων διαφοροποιήσεων καί εἰς τήν ἀναζήτησιν τῶν κοινῶν στοιχείων τῆς χριστιανικῆς πίστεως, προϋποθέτει δέ τήν σχετικήν πληροφόρησιν τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας ἐπί τῶν διαφόρων ἐξελίξεων τῶν Διαλόγων. Ἐν περιπτώσει ἀδυναμίας ὑπερβάσεως συγκεκριμένης τινός θεολογικῆς διαφορᾶς ὁ Θεολογικός Διάλογος συνεχίζεται, καταγραφομένης τῆς διαπιστωθείσης ἐπί τοῦ συγκεκριμένου θέματος θεολογικῆς διαφωνίας καί ἀνακοινουμένης τῆς διαφωνίας ταύτης πρός πάσας τάς κατά τόπους Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας διά τά ἐφεξῆς δέοντα γενέσθαι», ἐνῷ ἐπισημαίνεται ὅτι, ὅταν τυγχάνει ἀναγκαῖον, ἐξ αἰτίας τῆς ἑτερότητος τῶν θεολογικῶν προβλημάτων ἐφ’ ἑνός ἑκάστου διμεροῦς Διαλόγου, εἶναι δυνατή καί ἡ ἀλλαγή τῆς ἀντιστοίχου μεθοδολογίας. Εἶναι εὐνόητον λοιπόν ὅτι κατά τήν διεξαγωγήν τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων, κοινός πάντων σκοπός εἶναι ἡ τελική ἀποκατάστασις τῆς ἐν τῇ ὀρθῇ πίστει καί τῇ ἀγάπῃ ἑνότητος. Ὁπωσδήποτε ὅμως αἱ ὑφιστάμεναι θεολογικαί καί ἐκκλησιολογικαί διαφοραί ἐπιτρέπουν ποιάν τινα ἱεράρχησιν ὡς πρός τάς ὑφισταμένας δυσχερείας διά τήν πραγμάτωσιν τοῦ πανορθοδόξως τεθειμένου σκοποῦ. Ἡ ἑτερότης τῶν προβλημάτων ἑκάστου διμεροῦς Διαλόγου προϋποθέτει διαφοροποίησιν μέν τῆς τηρηθησομένης ἐν αὐτῷ μεθοδολογίας, ἀλλ’ οὐχί καί διαφοροποίησιν σκοποῦ, διότι ὁ σκοπός εἶναι ἑνιαῖος εἰς πάντας τούς Διαλόγους».
Στό ἑνιαῖο Κείμενο, σύμφωνα μέ τόν Μεσσηνίας, «α) Καθωρίσθη οὐχί μόνον ὁ τρόπος ἀποχωρήσεως μιᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας μεμονωμένης ἔκ τινος συγκεκριμένου Διαλόγου, ἀλλά καί ἡ δυνατότης διακοπῆς αὐτοῦ, ὡς καί ἡ ἀλλαγή τῆς μεθοδολογίας αὐτοῦ ἤ ἡ ἐπαναξιολόγησις αὐτοῦ, ἐφ’ ὅσον τυγχάνει ἀναγκαῖον διά λόγους σοβαρούς ἐκκλησιολογικούς, κανονικούς, ποιμαντικούς ἤ ἠθικῆς φύσεως. Αὕτη περιγράφεται ὡς μία διαδικασία πανορθοδόξου ἀποφάσεως, ἐκκινοῦσα μέ τήν πρωτοβουλίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί κατόπιν «ὁμοφώνου συναινέσεως» τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν (§ 10)». Εἶναι ἐμφανές ὅτι ἐπιχειρεῖται νά παρεμποδιστεῖ ἡ μεμονομένη ἀποχώρηση μιᾶς Τοπικῆς Ἐκκλησίας ἀπό κάποιο Διάλογο. Αὐτό πρέπει νά γίνεται μέ Πανορθόδοξη ἀπόφαση, μέ πρωτοβουλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί μέ συναίνεση τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν. Θά δεχθοῦν οἱ Τοπικές Ἐκκλησίες αὐτά τά δεσμά στήν αἰχμαλωσία τοῦ Οἰκουμενισμοῦ;
Οἱ συμπροσευχές
Σύμφωνα μέ τόν Μεσσηνίας, τά desiderata τῆς Σόφιας (1981) καί τά κείμενα τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς (Special Commission) (2002), στά ὁποῖα διαλαμβάνονται οἱ «ἀξιώσεις» τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἔναντι τοῦ «Π.Σ.Ε.» καί τῆς συμμετοχῆς τους σ’αὐτό, καί τά ὁποία τυγχάνουν πανορθοδόξου ἀναγνωρίσεως καί ὁμοθύμου ἀποδοχῆς, τονίζουν μεταξύ ἄλλων καί τήν ἀνάγκη ἀποφυγῆς κάθε μορφῆς συμπροσευχῆς. Ἡ πρακτική, ὅμως, πού ἐφαρμόζεται σήμερα στό «Π.Σ.Ε.», καταπατᾶ τήν παραπάνω θέση, διότι οἱ συμπροσευχές ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν στό «Π.Σ.Ε.» ἔχουν γίνει πλέον κανόνας καί καθημερινή ρουτῖνα, ἀπό τίς προκλητικές συμπροσευχές Πατριάρχου καί Πάπα στό Φανάρι καί στή Ρώμη καί πολλῶν ἄλλων Προκαθημένων καί Ἐπισκόπων ἀπανταχοῦ τῆς γῆς.
Προσπάθεια ἐπιβολῆς τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνόδου
Στό νέο ἑνοποιημένο κείμενο, κατά τά λεγόμενα τοῦ Μεσσηνίας, «γ) Ἐτονίσθη, ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θεωρεῖ καταδικαστέαν πᾶσαν διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, ὑπό ἀτόμων ἤ ὁμάδων, ἐπί προφάσει τηρήσεως ἤ δῆθεν προασπίσεως τῆς γνησίας Ὀρθοδοξίας», διότι θεωρεῖ ὅτι «ἡ διατήρησις τῆς γνησίας ὀρθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον διά τοῦ συνοδικοῦ συστήματος, τό ὁποῖον ἀνέκαθεν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀποτελεῖ τόν ἁρμόδιον καί ἔσχατον κριτήν περί τῶν θεμάτων πίστεως» (§ 22). Θέσις ἡ ὁποία ἀπορρέει ἐκ τῆς κανονικῆς παραδόσεως (καν. 6ος Β΄ Οἰκ. Συνόδου) καί τῆς πατερικῆς διδασκαλίας (πρβλ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἐπιστολαί LXXII, PG 77, 344D-345B)». Λίγο πιό κάτω ὁ Μεσσηνίας ἀναφέρει : «Εἰς τό σημεῖον αὐτό εἶναι ἀναγκαῖον νά τονίσωμεν ὅτι ἡ «Ὀρθοδοξία» ὡς ἰδιότης τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ὑπόθεσις μεμονωμένων ἀτόμων οὔτε τοποθετεῖται ἐκτός καί ὑπεράνω τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ρυθμιστικός κανών τῆς ζωῆς καί τῆς σκέψεώς Της, ἀλλά ταυτίζεται μέ τήν Ἐκκλησίαν, ἀποτελοῦσα συστατικόν τῆς ταυτότητός Της, διό καί βιοῦται μόνον ἐν κοινωνίᾳ μέ τήν Ἐκκλησίαν, γεγονός τό ὁποῖον σημαίνει ἐν προκειμένῳ πλήρη ἀποδοχήν τῶν πανορθοδόξως εἰλημένων ἀποφάσεων ἐκ μέρους τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν, ἄλλως ἐμφωλεύει ὁ κίνδυνος ἀταξίας καί σχισμάτων ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, γεγονότα τά ὁποῖα τραυματίζουν θανασίμως τήν ἑνότητά Της».
Λησμονεῖται, ὅμως, ὅπως χαρακτηριστικά σημειώνει ὁ Σεβ. Μητρ. Πειραιῶς κ. Σεραφείμ, ὅτι «ἡ Ἀλήθεια δέν εἶναι ἰδεοληψία ἤ ὑποκειμενική προσέγγιση ἤ ζήτημα ἀριθμητικῆς ὑπεροχῆς, ἀλλά ἔνσαρκος πραγματικότητα, πού ὀντοποιεῖται στό πρόσωπο τοῦ τελείου Θεοῦ καί τελείου ἀνθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἑπομένως καθίσταται αὐταπόδεικτο τό γεγονός ὅτι ἡ Ἀλήθεια-πρόσωπο Ἰησοῦς Χριστός καί εἷς ἀποτελοῦν τήν πλειοψηφία, ἔστω καί ἄν ἀπέναντι βρίσκονται πολυεκατομμύρια ἄλλων. Ἐπίσης, ἐν Συνόδῳ βρισκόμαστε μόνο ἐντός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κοινωνώντας μέ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, διότι «ἡ ζωή καί ὁδός Χριστός», ὅπως ψάλλει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, καί ὅπως ὁ ἴδιος διεσάλπισε «ἐγώ εἰμί ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή»[10] . Ἑπομένως, ἐν τῇ Ὁδῷ βρισκόμαστε μόνο κοινωνώντας μέ τήν Ἀλήθεια, πού εἶναι ὁ Χριστός, καί ὄχι μέ τήν αἵρεση καί τόν Οἰκουμενισμό, πού εἶναι ὁ διάβολος»[11]. Σύμφωνα δέ μέ τή διακήρυξη τῶν τεσσάρων Πατριαρχῶν τό 1848, «παρ΄ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι οὔτε Σύνοδοι ἐδυνήθησάν ποτέ εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστής τῆς θρησκείας ἐστίν αὐτό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτός ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τό θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καί ὁμοειδές τῶ τῶν Πατέρων αὐτοῦ»[12].
Ἐπιζήμια γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ Σύνοδος
Μετά ἀπό τά παρατεθέντα, εὔκολα μπορεῖ νά συμπαιράνει κανείς τήν προδιαγραφομένη ἀποτυχία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τοῦ 2016. Μέ τίς ἀνωτέρω οἰκουμενιστικές προδιαγραφές, ἡ σύγκληση μιᾶς τέτοιας Συνόδου ὄχι μόνο δέν εἶναι ἀναγκαία, ἀλλά θά ἀποβεῖ εἰς μεγάλην ζημίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, παρά τά λεγόμενα τοῦ οἰκουμενιστοῦ καθηγητοῦ κ. Γεωργίου Μαρτζέλου για την δῆθεν ἀναγκαιότητα αὐτῆς[13] . Ὅπως πολύ ὀρθά ἀναφέρει τό ἐξαίρετο ἀνακοινωθέν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γλυφάδας[14] , «ὁ Ἅγιος Ἰουστίνος ὁ Πόποβιτς ἔγραφε τό 1971, πρός τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Σερβικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μεταξύ ἄλλων, καί τά ἑξῆς : «...Εἰς τήν Ἐκκλησίαν, διά τήν ὁποίαν ὁ Θεάνθρωπος εἶναι τό πᾶν καί τά πάντα, οὐδέν ἐπιτρέπεται νά ρυθμίζεται “κατά ἀνθρωπον”, “κατά τήν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, κατά τά στοιχεῖα τοῦ κόσμου καί οὐ κατά Χριστόν”... Ἐάν καί τά σύγχρονα προβλήματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δέν λύωνται μέ τόν Θεάνθρωπον καί κατά τόν θεανθρώπινον, ἀποστολικόν, ἁγιοπατερικόν τρόπον, εἶναι ἀδύνατον νά λυθοῦν ὀρθοδόξως καί θεαρέστως... Προσωπικῶς δέν βλέπω, ὅτι κατά τάς σημερινάς περιστάσεις ὑπάρχει πράγματι ἀναπόφευκτος ἀνάγκη διά τήν σύγκλησιν τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἐάν ὅμως ὑπάρχη, ἡ παροῦσα στιγμή εἶναι ἡ πλέον ἀκατάλληλος εἰς τήν ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας μας... Πάσα νέα Οἰκουμενική Σύνοδος δέν θά εἶναι οὔτε Ἁγία, οὔτε Οἰκουμενική, οὔτε Ὀγδόη, ἐάν πρωτίστως δέν δεχθῆ τάς προγενεστέρας οἰκουμενικάς καί ἀσαλεύτους ἀποφάσεις των»[15]. Ἐπίσης, ὁ ὅσιος Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος ἐτόνιζε : «Ὥστε ὅλως περιττή νομίζομεν ὅτι εἶναι ἡ σύγκλησις Οἰκουμενικῆς Συνόδου περί ζητημάτων, εἰς τά ὁποῖα ἔχουν ἀποφανθεῖ διά τῶν Ἱερῶν Κανόνων οἱ Θεῖοι Ἀπόστολοι καί θεόσοφοι Πατέρες καί Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας»[16]. Πράγματι, στή θεματολογία τῶν πολυετῶν Διασκέψεων τῶν Προσυνοδικῶν ἐπιτροπῶν συναντοῦμε κάποια θέματα τά ὁποῖα εἶναι «ἥσσονος σημασίας ἤ ἔχουν ἤδη λυθεῖ ἀπό τήν Παράδοσή μας, γιά τά ὁποῖα ὅμως, ὡς μή ὤφειλε, ἔχουν ἀναλωθεῖ πολλές ὧρες συζητήσεων καί διορθόδοξης συνεργασίας»[17].
Δεν ὑπάρχει, λοιπόν, καμμία βιασύνη, ὥστε ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος νά «συνέλθῃ τό ταχύτερον δυνατόν» καί «αὕτη νά εἶναι βραχείας διαρκείας καί ἀσχοληθῇ μέ περιορισμένον ἀριθμόν θεμάτων», διότι σύμφωνα μέ τόν μακαριστό ἀρχιμ. π. Ἀθανάσιο Μυτιληναῖο[18] , «μία τέτοια Σύνοδο, δὲν τὴν κινεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Τὴν κινοῦν οἱ σκοτεινὲς δυνάμεις, μὲ ἐπικεφαλῆς τὴν Μασονία», διότι οἱ Ἐπίσκοποι, πού σχεδιάζουν τήν σύγκληση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου «ἔχουν ἁλωθεῖ καὶ ἀπὸ τὴν Μασονία καὶ ἀπὸ τὸν Οἰκουμενισμό. Οἱ σκοτεινὲς δυνάμεις ἔχουν ἤδη χαλκεύσει καὶ ἔχουν ἤδη πείσει αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἔχουνε οἰκουμενικὲς θέσεις… Λοιπόν, στὸ σχέδιο τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων, ποὺ ἔχουν ἐγκλωβίσει ἤδη τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὑπάρχει τὸ ἑξῆς σχέδιο : Νὰ ἐπέλθει μετὰ ἡ «ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν». Ὀρθοδοξίας, Ρωμαιοκαθολικισμοῦ καὶ Προτεσταντισμοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη φάση. Ἀλλὰ δὲν σταματάει τὸ κακὸ ἐκεῖ. Ἔχουμε ἀκόμα μία φάση. Εἶναι ἡ φάση ἑνώσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ μὲ τὰ τρία αὐτὰ (Ὀρθοδοξία, Ρωμαιοκαθολικισμὸς καὶ Προτεσταντισμὸς) μὲ τὶς ἄλλες θρησκεῖες. Ὅλα αὐτὰ ἤδη ἔχουνε μπεῖ σὲ δοκιμασία… Εἶναι ἡ ἕνωση ὅλων τῶν θρησκειῶν».
[3] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ κ. ΙΕΡΟΘΕΟΣ, Σχόλια ἐπί μιᾶς διατριβῆς πού ἀξίζει να διαβαστεῖ, Η Β' Βατικανή Σύνοδος και η νέα θεολογία και η νέα εκκλησιολογία της, 3-12-2014,http://www.dogma.gr/default.php?pname=Article&art_id=7201&catid=20
[4] Ὁ Μητροπολίτης Περγάμου καί ἡ αἱρετική διδασκαλία περί ‘εὐχαριστιακῆς ἐκκλησιολογίας’,http://katanixis.blogspot.gr/2014/03/blog-post_676.html
[5] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. Γ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ, Οἱ διάλογοι χωρίς προσωπεῖον, σ. 5
[6] ΑΓΑΠΙΟΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ - ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ, Ἱερόν Πηδάλιον, ΛΔ΄ Ἀποστολικός Κανών, σ. 42
[7] Ματθ. 18, 20.
[8] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ κ. ΙΕΡΟΘΕΟΣ, «Μεταπατερικὴ Θεολογία καὶ Ἐκκλησιαστικὴ Πατερικὴ Ἐμπειρία», ἐκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας) 2012.
[9] Τίτ. 3, 10.
[10] Ἰω. 14, 6.
[11] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Ἀνακοινωθέν γιά τήν ἡμερίδα γιά τήν Β΄ Βατικανή Σύνοδο (5-11-2013),http://www.impantokratoros.gr/BC5632ED.el.aspx .
[12] ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Τά δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. ΙΙ, Graz-Austria 1968, σ. 920 [1000].
[13] ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΡΤΖΕΛΟΣ, Ἡ ἀναγκαιότητα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδοξίας γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν σύγχρονων προκλήσεων, http://www.amen.gr/article/omilies-kai-fotografies-apo-to-epistimoniko-sybosio-to- patriarxiko-idryma-tis-monis-vlatadon-gia-tin-agia-kai-megali-synodo
[14] ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΓΛΥΦΑΔΑΣ, Ἐνδεικτικές ἐρωτήσεις καί ἐπισημάνσεις περί τῆς προετοιμαζομένης Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου,http://www.imglyfadas.gr/portal/gr/details.asp?cdPro={BE02A976-67DD-4443-9A50-9704BCA20CFF}
[15] ΟΣΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, «Περί τήν μελετωμένην “Μεγάλην Συνοδον” τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὑπόμνημα πρός τήν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Σερβικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας».
[16] Βλ. Ὁ Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος (Ὁ οὐρανοδρόμος ὁδοιπόρος), τόμ. Β´, ἔκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1988, σσ. 43-49 καί ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, Ὁ Ὅσιος Φιλόθεος Ζερβάκος ὡς ἀγωνιστής καί ὁμολογητής τῆς Ὀρθοδοξίας. Μέ ἀναφορές στήν ἐπικαιρότητα, ἐκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/κη 2014, σ. 101 κ.ἐξ.
[17] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΓΚΟΤΣΟΠΟΥΛΟΣ, Ἁπλές σκέψεις πόνου καί ἀγωνίας, Ὀκτώβριος 2015.
[18] ΑΡΧΙΜ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ, Ὁμιλία μέ θέμα : Ἡ ἐτοιμαζομένη Πανορθόδοξη Σύνοδος, ὁ Πατριάρχης, ὁ Οἰκουμενισμός, ὁ Ἀντίχριστος (1991), Ἡ Πανορθόδοξη Σύνοδος κατά τούς Οικουμενιστές καθηγητές καί κατά τόν π. Ἀθανάσιο Μυτιληναίο! http://katanixis.blogspot.gr/2015/12/blog-post_76.html
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...