
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
Πέντε ἑβδομάδες ἀφότου ἕνας Ὀλλανδὸς ἱερέας ξεκίνησε μία φαινομενικὰ συνηθισμένη θεία λειτουργία, τὸ μυστήριο ἔχει ἐξελιχθεῖ σὲ ἕνα εἶδος ἱερῆς σκυταλοδρομίας, ποὺ δὲν λέει νὰ σταματήσει. Ἡ ἐκκλησία Μπέθελ στὴ Χάγη προσπαθεῖ νὰ ἀποτρέψει τὴν ἀπέλαση μίας οἰκογένειας Ἀρμενίων ποὺ ζοῦν ἐννέα χρόνια στὴν Ὀλλανδία καὶ στοὺς ὁποίους δὲν χορηγήθηκε ἄσυλο παρότι ἰσχυρίζονται ὅτι κινδυνεύουν ἐὰν ἐπιστρέψουν στὴ χώρα.
Ἡ ὀλλανδικὴ προτεσταντικὴ ἐκκλησία κάνει χρήση τοῦ νόμου πού, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ἀπαγορεύει τὶς ἀστυνομικὲς ἐπιχειρήσεις ὅσο διαρκοῦν θρησκευτικὲς τελετές. Ἔχει ἐγκαταστήσει τὴν οἰκογένεια σὲ... διαμέρισμα στὸ κτίριο τῆς ἐκκλησίας καὶ φροντίζει νὰ μὴ σταματήσει καθόλου ἡ λειτουργία.
Στὴν ἀρχὴ ὑπῆρχαν τεράστια πρακτικὰ προβλήματα, καθὼς μία χούφτα ἄνθρωποι προσπαθοῦσαν νὰ ὀργανώσουν 24ωρες βάρδιες. Ἐν συνέχεια ὅμως, τὰ πράγματα ἔγιναν πιὸ εὔκολα. Ὁ ἱερέας τῆς ἐκκλησίας Μπέθελ, Ἀξελ Βίκε εἶπε:
«Ἔχουμε ἤδη πάνω ἀπὸ 450 ἱερεῖς ἀπὸ ὅλη τὴ χώρα, ὅλων τῶν δογμάτων, ποὺ θέλουν νὰ κάνουν βάρδια. Ἔχουμε βοήθεια ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸ ἐξωτερικό. Ἔγιναν λειτουργίες στὰ ἀγγλικά, στὰ γαλλικὰ καὶ στὰ γερμανικά. Εἶναι πολὺ συγκινητικὸ γιὰ ἐμᾶς. Ἱερεῖς παραδίδουν τὴ σκυτάλη σὲ ἄλλους, ἄλλου δόγματος, μὲ τοὺς ὁποίους κανονικὰ δὲν θὰ εἶχαν καμία σχέση.»
Ἡ πενταμελὴς οἰκογένεια Ταμραζιᾶν (δύο γονεῖς, τρία παιδιὰ ἡλικίας 21, 19 καὶ 14 ἐτῶν) ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἀρμενία λόγω ἀπειλῶν πρὸς τὴ ζωὴ τοῦ πατέρα γιὰ τὶς πολιτικὲς τοῦ δραστηριότητες. Οἱ κοινωνικοὶ λειτουργοὶ δὲν δίνουν στὴ δημοσιότητα περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸ εἶδος τῶν δραστηριοτήτων ἢ τῆς ἀπειλῆς. Οὔτε ἡ ὀλλανδικὴ κυβέρνηση δίνει λεπτομέρειες, καθώς, ὅπως ἐξήγησε ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ ὑπουργείου Δικαιοσύνης, πολιτικὴ τοῦ ὑπουργείου εἶναι νὰ μὴν κάνει δηλώσεις γιὰ συγκεκριμένες ὑποθέσεις.
Τὸν Σεπτέμβριο, ἡ κόρη τῆς οἰκογένειας ἔκανε δημόσια ἔκκληση γιὰ πίεση πρὸς τὴν κυβέρνηση:
«Ἔχετε τὴ δύναμη. Παρακαλοῦμε χρησιμοποιῆστε τὴν γιὰ ἐμᾶς καὶ γιὰ τὰ 400 ἄλλα παιδιὰ ποὺ εἶναι στὴ δική μας θέση.»
Ἡ οἰκογένεια εἶχε λάβει ἄσυλο στὴν Ὀλλανδία, ὅμως τὸ ὀλλανδικὸ κράτος προσέβαλε δικαστικὰ τὴν ἀπόφαση. Τὸ κράτος ἔχασε, ἀλλὰ προσέφυγε ἐκ νέου, ἔχασε καὶ πάλι καὶ μόνο στὴν τρίτη προσπάθεια ἀπέσπασε δικαστικὴ ἀπόφαση γιὰ τὴν ἀπέλαση τῶν Ταμραζιᾶν.
Ἐξάλλου, ἡ ὀλλανδικὴ νομοθεσία ἐπιτρέπει ἐξαιρέσεις στοὺς συνήθεις περιορισμοὺς στὴ μετανάστευση ὅταν πρόκειται γιὰ οἰκογένειες μὲ παιδιὰ ποὺ ἔχουν ζήσει πάνω ἀπὸ πέντε χρόνια στὴ χώρα. Συνήθως, ὅμως, οἱ ὀλλανδικὲς ἀρχὲς ἀπορρίπτουν τέτοιου εἴδους προσφυγὲς καὶ αὐτὸ ἔκαναν καὶ στὴν περίπτωση τῆς οἰκογένειας ἀπὸ τὴν Ἀρμενία.
Ἔπειτα ἀπὸ χρόνια ἐπικρίσεων πρὸς τὴν ὀλλανδικὴ κυβέρνηση γιὰ ἐλαστικότητα στὸ θέμα τῆς μετανάστευσης, τώρα οἱ ἐπικρίσεις προέρχονται ἀπὸ τὴν ἀντίθετη σκοπιά. Τὸν Σεπτέμβριο, οἱ Ἀρχὲς διέταξαν τὴν ἀπέλαση στὴν Ἀρμενία παιδιῶν ποὺ εἶχαν ζήσει τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ζωῆς τους στὴν Ὀλλανδία καὶ δὲν μιλοῦσαν ἀρμένικα. Μετὰ τὴν κατακραυγή, τὰ δύο παιδιὰ ἔλαβαν νόμιμη ἄδεια παραμονῆς.
Πηγή: Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
Ὁ Οἰκουμενισμός, πού ἀποτελεῖ τό ὄργανό τῆς Νέας Τάξης Πραγμάτων στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, μεταξύ τῶν ἄλλων κακῶν, ἐργάζεται μεθοδικά γιά τήν ἀλλοίωση, κατάργηση καί ἀντικατάσταση(;!) τῶν ἁγίων ἀρετῶν στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καί μάλιστα ἐκ τῶν ἔσω. Ἀγωνίζεται, ἐπί παραδείγματι, γιά τήν ἀνάδειξη τῆς ἀγάπης ὡς κορυφαίας ἀρετῆς καί παράλληλα ἀπαξιώνει καί σχετικοποιεῖ τήν πίστη στήν Ἀλήθεια. Ἀγάπη ὅμως δίχως πίστη στήν Ἀλήθεια εἶναι ψέμα καί ἀπάτη. Ἐνεργεῖ καταχρηστικῶς, ἀφοῦ καπηλεύεται μέ περισσό θράσος αὐτές τίς θεοσδοτες, ζωογόνες καί ἀληθεῖς ἀρετές, ὅπως ἐξαρχῆς καί διά παντός φανερώνονται καί ἐνεργοῦν μέσα στήν Παράδοση, μέ τήν πλήρη καί καθαρή μορφή, ἀλλά καί μέ τήν οὐσιώδη καί σωστική δύναμή τους.
Οἱ ἐργάτες του τίς ἰδιοποιοῦνται καί τίς διδάσκουν αὐθαίρετα, χωρίς νά ἔχουν ζήσει τήν ἐμπειρία τους. Καί ἐπιπλέον, ἐνῶ ἀποσιωποῦν καί βάζουν στό περιθώριο βασικές εὐαγγελικές ἀρετές, ἀνακαλύπτουν και...«κατασκευάζουν» νέες, ἐπίπλαστες, ἀναρετες ἀρετές, τίς ὁποῖες προωθοῦν, διδάσκοντας τές στό λαό. Προσπαθοῦν νά τίς θεμελιώσουν ἀναιδῶς καί ἀνενδοιάστως πάνω σέ μεταπατερικές, καί νεοπατερικές θεολογίες καί σέ ἀντιπατερικές θεωρίες, ἀλλοιώνοντας τήν Ἀλήθεια, τήν ὀρθόδοξη πίστη. Μιλᾶνε, δηλαδή, γιά τά ἴδια θέματα πού μίλησαν οἱ ἅγιοι, ἀλλά, ὡς ἀμέτοχοί τῆς θείας Χάριτος, προσπαθοῦν νά περάσουν τήν πάσχουσα δογματικῶς θεολογία τους μέ σκοπό τήν ἀλλοίωση τοῦ ἤθους καί ὀρθοδόξου κριτηρίου τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.
Οἱ ἀρετές εἶναι ἀπόσταγμα τοῦ αἵματος καί τῶν δακρύων τῶν ἁγίων μας, ἄρα καί γέννημα οὐράνιο, γνήσιο καί καθαρό τῆς Παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος συνοψίζει αὐτήν τήν ἀλήθεια, ἀρχίζοντας τό λόγο του γιά τόν ἅγιο Ἀθανάσιο μέ τή φράση: «Ἀθανάσιον ἐπαινῶν, ἀρετήν ἐπαινέσομαι. Ταυτόν γάρ, ἐκεῖνον τέ εἰπεῖν, καί ἀρετήν ἐπαινέσαι, ὅτι πάσαν ἐν ἐαυτῶ συλλαβῶν εἶχε τήν ἀρετήν, η, τό γέ ἀληθέστερον εἰπεῖν, ἔχει. Θεῶ γάρ ζῶσι πάντες οἱ κατά Θεόν ζήσαντες, κάν ἐνθένδε ἁπαλλαγῶσι». (Λόγος κά΄. Εἰς τόν μέγαν Ἀθανάσιον ἐπίσκοπον Ἀλεξανδρείας).
Αὐτές τίς ἀρετές τίς μεταλλάσσουν, τίς προσδίδουν ἄλλο νόημα καί ἀπό σωστικά πνευματικά ἰάματα τίς μετατρέπουν σέ θανατηφόρα δηλητήρια, γιά τήν νέκρωση τῆς ψυχῆς. Ὡς συνεργάτες δέ τῶν κοσμικῶν ἀρχῶν καί ἐξουσιῶν, μεθοδεύουν δολίως τήν χειραγώγηση τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καί τήν ἐπιβολή μίας κακόζηλης, καινοφανοῦς, κενόσοφης ἀλλά καί ἀπάνθρωπης κοινωνικῆς, πολιτικῆς, πολιτιστικῆς ὁμογενοποίησης. Κυρίως ὅμως, ἑνός ἐξουθενωτικοῦ θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ, κατάλληλου γιά τήν προετοιμασία τῶν ἀνθρώπων, ὥστε νά ὑποτάσσονται εὔκολα, δίχως ἀντιστάσεις σέ ὁποιασδήποτε μορφῆς ὁλοκληρωτικά συστήματα.
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μᾶς διδάσκουν καθαρῶς, ἀλλά καί ἐμμέσως, πλήν σαφῶς, πῶς νά φυλαχτοῦμε ἀπό αὐτές τίς παγίδες καί νά στηριχτοῦμε πρῶτα στίς ἔνθεες ἀρετές. Σ` αὐτές πού δωρίζονται στίς ταπεινές καρδιές ἀπό τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί μᾶς φωτίζουν, γιά νά ζήσουμε μακριά ἀπό τήν πλάνη καί μέσα στήν πραγματική ἐλευθερία. Αὐτοί ἀπηχοῦν καί ἑρμηνεύουν κατά κανόνα τίς ἀπόψεις τῆς Ἁγίας Γραφῆς περί ἀρετῆς. Προκειμένου δέ νά τονίσουν τίς ἐπί μέρους ἀρετές, ἀναφέρονται στά πρόσωπα, καί στά ἰδιαίτερα χαρίσματά τους, τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί τῆς Καινῆς ἤ σέ μάρτυρες καί ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας, τούς ὁποίους παρουσιάζουν ὡς ὑποδείγματα ἀρετῆς.
Ἡ ἐνάρετη ζωή καί ὁ ἀρετηφόρος λόγος τῶν ἁγίων, πού λάμπουν καί φωτίζουν ἀπό τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μᾶς στηρίζουν, μᾶς καθοδηγοῦν καί μᾶς βοηθοῦν, νά θεμελιώσουμε ἐσωτερικά τό ἔνθεο φρόνημα. Νά μπορέσουμε νά δοῦμε καί νά ἐκφράσουμε στό βίο καί στήν πολιτεία μας τίς ἀρετές μέ ὀρθή ἀξιολόγηση. Ἐξάλλου, στήν ἐν Χριστῷ ἀληθινή ζωή, ἡ ἀξιολόγηση καί ἡ κατάταξη τῶν ἀρετῶν δέν γίνεται μέ τά γνωστά ἀνθρωποκεντρικά κριτήρια ἀλλά μέ τρόπο μυστικό καί ἱεροκρύφιο: «Ἁγίω Πνεύματι πάσα ψυχή ζωοῦται, καί καθάρσει ὑψοῦται λαμπρύνεται, τῆ τριαδική Μονάδι ἱεροκρυφίως». (Ἀναβαθμοί Δ΄ Ἤχου, Ἅ΄Ἀντίφωνο).
Οἱ ἄνθρωποι λησμονοῦν, ἀλλά οἱ πνευματικοί νόμοι δέν παύουν ποτέ νά λειτουργοῦν! Διότι συνεχίζει στό λόγο του ὁ ἅγιος Γρηγόριος: «Ἀρετήν δέ ἐπαινῶν, Θεόν ἐπαινέσομαι, πάρ οὗ τοῖς ἀνθρώποις ἡ ἀρετή». Σύμφωνα μέ αὐτό, ἡ αὐθαίρετη ἀλλοίωση τῶν ἀρετῶν εἶναι ὕβρις κατά τοῦ Θεοῦ, πλάνη καί αἵρεση.
Ὅλα τά κακά, πού κατά τρόπο χειμαρρώδη πνίγουν σήμερα τόν κόσμο καί τήν πατρίδα μας, ἕλκουν τήν γέννα τους ἀπό τόν Οἰκουμενισμό! Κάτω ἀπό τή σκιά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ συνεχίζουν νά διενεργοῦνται σήμερα ὅλα τά προδοτικά ἀντιχριστα καί ἀντεθνικά ἔργα, ὅλων τῶν ἐπισήμων κρατικῶν, ἐκκλησιαστικῶν, καί λοιπῶν, προσώπων καί φορέων. Τίποτε δέν εἶναι τυχαῖο οὔτε ἄσχετο καί ἀνεπηρέαστο ἀπό τήν κακοδοξία αὐτή, πού ἐργάζεται πλέον ἀνεμπόδιστη σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς. Ἀπολύτως τίποτε! Ἀκόμη καί αὐτή ἡ συνάλγηση τῆς φύσεως, μέ τά ἀκραία καταστροφικά ξεσπάσματα! Εἶναι νόμος πνευματικός! Δέν μπορεῖ νά τρελάθηκε ἔτσι ξαφνικά ὁ κόσμος! Δέν εἶναι δυνατόν νά ἀνατρέπονται ἀρχές, ἀξίες, σεβάσματα καί ἱερά καί ὅσια αἰώνων μέσα σέ τόσο σύντομο χρόνο καί μάλιστα μέ τέτοια ὁρμή καί πάθος!
Ἄν δέν τό πιστέψουμε αὐτό, ἄν δέν τό τοποθετήσουμε στήν κορυφαία θέση τῆς καρδιᾶς μας, ἄν δέν κάνουμε αἴτημα προσευχῆς τήν μετάνοια τῶν πρωτεργατῶν ἱεραρχῶν καί λοιπῶν συνενόχων τους, ὥστε νά ἐπιστρέψουν στήν Ἁγία Πατερική Παράδοση καί νά ἐπανορθώσουν, δέν θά ὑπάρξει θεῖο ἔλεος, διότι, ἁπλούστατα, δέν θά εἶναι τοῦ συμφέροντός μας!
Σάββας Ἠλιάδης, Δάσκαλος
Κιλκίς, 10-11-2018
Πηγή: Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 19η Νοεμβρίου 2018
ΠΟΙΑ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ
ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΣΥΡΟΪΑΚΩΒΙΤΗ «ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ»
Οι πικροί καρποί της «Συνόδου» του Κολυμπαρίου της Κρήτης, (Ιούνιος 2016), είναι παρόντες και ταλαιπωρούν το εκκλησιαστικό σώμα. Πολλά έχουν γραφεί γύρω από την «Σύνοδο» αυτή. Έχει κυκλοφορήσει στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο ένα πλήθος σχετικών δημοσιεύσεων, έχουν τυπωθεί και εκδοθεί τόμοι ολόκληροι βιβλίων και έχουν διοργανωθεί συνέδρια και ημερίδες γύρω από την θεματολογία της, τον τρόπο διοργανώσεως και λειτουργίας της, τις αποφάσεις της, τις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις της και τη σχέση της με τις άγιες και Οικουμενικές Συνόδους της Εκκλησίας μας. Σ’ όλες αυτές τις δημοσιεύσεις και συνέδρια, διακεκριμένοι θεολόγοι, αρχιερείς, επιφανείς εκκλησιαστικοί παράγοντες, ακαδημαϊκοί διδάσκαλοι και πνευματικοί άνδρες, επεσήμαναν και απέδειξαν με αδιάσειστα επιχειρήματα ότι για πολλούς λόγους η «Σύνοδος» αυτή απέτυχε, αφού δεν οριοθέτησε την πίστη, καταγινώσκουσα την κακοδοξία και την αίρεση. Ότι υπήρξε ένα κατ’ εξοχήν θλιβερό γεγονός, το οποίο συντάραξε κυριολεκτικά όλο τον Ορθόδοξο κόσμο, διότι αντί να περιφρουρήσει την ενότητα της Εκκλησίας, αντιθέτως προκάλεσε διαιρέσεις.
Η εις βάθος μελέτη των οκτώ κειμένων που παρήγαγε η εν λόγω «Σύνοδος» συγκλίνει στο συμπέρασμα, ότι ο κύριος στόχος της, θα λέγαμε η καρδιά της «Συνόδου», ήταν να επικυρώσει, αντί να καταδικάσει, συνοδικά την φοβερότερη αίρεση που εμφανίστηκε μέχρι σήμερα στην ιστορία της Εκκλησίας μας, την παναίρεση του Οικουμενισμού. Και πιο συγκεκριμένα να αποδώσει εκκλησιαστική υπόσταση στις ετερόδοξες χριστιανικές κοινότητες με την απαράδεκτη και συγκεκαλυμμένη διπλωματική διγλωσσία, που χαρακτηρίζει τα συνοδικά κείμενα. Τα όποια φλέγοντα θέματα, τα οποία υποτίθεται ότι κλήθηκε να επιλύσει, χάνουν την αξία και τη σημασία τους, διότι όταν νοθεύεται και παραχαράσσεται το δόγμα, καταρρέουν και καταστρέφονται τα πάντα και ολόκληρη η εκκλησιαστική ζωή εκπίπτει στην αίρεση. Άλλοι επί μέρους στόχοι της ήταν να επικυρώσει συνοδικά τους μέχρι σήμερα γενομένους διαλόγους με τους ετεροδόξους αιρετικούς και να νομιμοποιήσει τα απαράδεκτα από Ορθοδόξου θεολογικής απόψεως κείμενα κοινής αποδοχής με τους ετεροδόξους και ιδίως τα κείμενα του Μπαλαμάντ, της Ραβέννας, του Πόρτο Αλέγκρε και του Πουσάν. Επίσης να δώσει Ορθόδοξη εκκλησιαστική επικάλυψη στις συμπροσευχές και στα «τολμηρά» οικουμενιστικά ανοίγματα προς τους ετεροδόξους και αλλοθρήσκους.
Μετά τον συνοδικό θρίαμβο της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, οι θιασώτες της έχουν ένα ακόμη πλεονέκτημα. Τώρα μπορούν να προσκαλούν άνετα πλέον και ελεύθερα και χωρίς αναστολές τους πάσης φύσεως αρχηγούς των διαφόρων αιρετικών ομάδων, να τους υποδέχονται και να τους τιμούν με μετάλλια και ύψιστες διακρίσεις, ωσάν να ήταν ορθόδοξοι εκκλησιαστικοί ηγέτες. Ένα τέτοιο δυστυχώς θλιβερό γεγονός σημειώθηκε πρόσφατα στην πατρίδα μας.
Πρόκειται για την επίσκεψη του Συροϊακωβίτη «Πατριάρχη» Αντιοχείας και πάσης Ανατολής κ. Ιγνατίου- Εφραίμ Β΄ στην Αθήνα, για επίσημη επίσκεψη. Οι επίσημες ανακοινώσεις στο διαδίκτυο τον παρουσίασαν ως «Συρορθόδοξο Πατριάρχη Αντιοχείας», συγκαλύπτοντας εσκεμμένα από το Ορθόδοξο πλήρωμα, ότι ο «υψηλός» επισκέπτης είναι αιρετικός, μονοφυσίτης αιρεσιάρχης, αφορισμένος, τόσον αυτός όσο και η «εκκλησία» του από την Δ΄ εν Χαλκηδόνι Οικουμενική Σύνοδο (451) και όλες τις κατοπινές άγιες Συνόδους, (Ε΄ και ΣΤ΄) οι οποίες επικύρωσαν την καταδίκη του Μονοφυσιτισμού! Το ότι ο Συροϊακωβίτης «Πατριάρχης» είναι σαφέστατα αιρετικός και δεν έχει εκκλησιαστική κοινωνία με την Εκκλησία μας, το γνωρίζει και ο τελευταίος πρωτοετής φοιτητής της Θεολογίας, πόσο μάλλον οι υψηλόβαθμοι κληρικοί (Αρχιεπίσκοπος, Επίσκοποι, κ.λπ.) και οι καθηγητές της Θεολογίας. Παρ’ όλα αυτά ο εν λόγω αιρεσιάρχης έγινε δεκτός ως Ορθόδοξος επίσκοπος και μάλιστα η εκκλησιαστική, πολιτική, πολιτειακή και πνευματική ηγεσία της χώρας του απένειμε υπερβάλλουσες τιμές!
Έγινε κατ’ αρχήν δεκτός με ιδιαίτερη εγκαρδιότητα στο μέγαρο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, από το Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ Ιερώνυμο, με τον οποίο συζήτησαν διάφορα θέματα και αντάλλαξαν ακριβά δώρα. Στη συνέχεια έγινε δεκτός «από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Προκόπιο Παυλόπουλο, στην συνέχεια τον Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβερνήσεως κ. Αλέξιο Τσίπρα και αμέσως μετά τον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων κ. Νικόλαο Βούτση, ενώ το μεσημέρι θα επισκεφθεί το Θεολογικό Οικοτροφείο της Αποστολικής Διακονίας» (Ιστ. Ρομφαία).
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το Πανεπιστήμιο Αθηνών, τον αναγόρευσε επίτιμο διδάκτορα της Ορθοδόξου Θεολογίας. Μάλιστα στην αναγόρευσή αυτή παραβρέθηκαν και Ορθόδοξοι επίσκοποι, οι οποίοι, αν μη τι άλλο, επιβεβαίωσαν με την παρουσία τους την «ορθότητα» της ανακηρύξεως του αιρετικού «πατριάρχη» σε διδάκτορα της Ορθοδόξου Θεολογίας! Κι όχι μόνον αυτό, αλλά παραβρέθηκαν σ’ αυτή και επώνυμοι καθηγητές της Θεολογίας, οι οποίοι και αυτοί με τη σειρά τους και το κύρος τους, επιβεβαίωσαν αυτή την «ορθότητα». Σύμφωνα με το δημοσίευμα:
«Επίτιμος Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών αναγορεύθηκε σήμερα το απόγευμα ο Συρορθόδοξος Πατριάρχης Αντιοχείας και πάσης Ανατολής κ. Ιγνάτιος-Εφραίμ Β’, ο οποίος πραγματοποιεί από σήμερα επίσημη επίσκεψη στην Εκκλησία της Ελλάδος. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε παρουσία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου στην Μεγάλη Αίθουσα του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ παρέστησαν, επίσης Μητροπολίτες, …οι Αρχιερείς που συνοδεύουν τον Πατριάρχη στην επίσημη επίσκεψή του στην Ελλάδα, ακαδημαϊκοί, κληρικοί και λαϊκοί. Μετά την προσφώνηση από τον Αναπληρωτή Πρύτανη Διοικητικών Υποθέσεων του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητή Ναπολέοντα Ν. Μαραβέγια παρουσιάστηκε το έργο και η προσωπικότητα του τιμωμένου από την αναπληρώτρια καθηγήτρια του Τμήματος Θεολογίας Ιωάννα Στουφή Πουλημένου. Στην συνέχεια αναγνώσθηκαν τα κείμενα του Ψηφίσματος του Τμήματος, της Αναγόρευσης και του Διδακτορικού Διπλώματος από τον Πρόεδρο του Τμήματος Θεολογίας, αναπληρωτή καθηγητή Θωμά Α. Ιωαννίδη κι αμέσως μετά η περιένδυση του τιμωμένου με την τήβεννο της Σχολής από τον Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής, καθηγητή Απόστολο Β. Νικολαΐδη, ενώ αμέσως μετά ο τιμώμενος Πατριάρχης ανέγνωσε την ομιλία του.» (Ιστολ. Ρομφαία)
Το ότι όλα τα παρά πάνω γενόμενα είναι πρωτόγνωρα και αντίθετα προς τους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας μας και την πατερική μας Παράδοση και επομένως απαράδεκτα, μόλις είναι ανάγκη να τονιστεί. Η παρά πάνω οικουμενιστική νοοτροπία και στάση απέναντι στον ως άνω αιρεσιάρχη καταδεικνύει είτε άγνοια των Γραφών και της Κανονικής και πατερικής μας Παραδόσεως, είτε συνειδητή περιφρόνισή τους, ως προς το τι σημαίνει αίρεση και ποια πρέπει να είναι η στάση μας απέναντι στους αιρετικούς και δη αιρεσιάρχες.
Η αίρεση είναι η πιο φοβερή αμαρτία, το μεγαλύτερο κακό μέσα στην Εκκλησία. Μοιάζει με μια θανατηφόρα μεταδοτική ασθένεια, από την οποία κινδυνεύουν οι πάντες, ποιμένες και ποιμενόμενοι. Ο απόστολος Πέτρος στην Β΄ Καθολική του επιστολή επισημαίνει ότι η αίρεση οδηγεί στην απώλεια: «Εγένοντο δε και ψευδοπροφήται εν τω λαώ, ως και εν υμίν έσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οίτινες παρεισάξουσιν αιρέσεις απωλείας, και τον αγοράσαντα αυτούς δεσπότην αρνούμενοι επάγοντες εαυτοίς ταχινήν απώλειαν», (2,1). Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος προσθέτει: «ει τις έρχεται προς υμάς και ταύτην την διδαχήν ου φέρει, μη λαμβάνετε αυτόν εις οικίαν, και χαίρειν αυτώ μη λέγετε», (Β΄ Ιωαν. 4). Ο απόστολος Παύλος συμπληρώνει: «αλλά και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν παρ ό ευηγγελισάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω», (Γαλ.1,8). Ο μέγας Βασίλειος παρατηρεί σχετικά: «Τι γαρ αν και μείζον πάθοι κακόν τις, το τιμιώτατον των όντων ζημιωθείς, την αλήθειαν;», (Επιστολή 204, Νεοκαισαρεύσιν, ΕΠΕ 3,164, PG. 32,581Β). Οι άγιοι Πατέρες γενικότερα, ακολουθώντας τη διδασκαλία της Καινής Διαθήκης, δεν εδέχοντο καμία συμφιλίωση, ή συνύπαρξη με την αίρεση, αρνούμενοι να δουν αυτήν και τους εκπροσώπους της μέσα στο πνεύμα και την ατμόσφαιρα του θρησκευτικού συγκρητισμού, που χαρακτηρίζει την εποχή μας. Όσοι αιρετικοί επιμένουν στην αίρεση, θεωρούνται από τους αγίους Πατέρες ως «ακάθαρτοι», «αντίπαλοι Χριστού», «ιερόσυλοι και αμαρτωλοί», «αντικείμενοι (τω Χριστώ) τουτ’ έστι πολέμιοι και αντίχριστοι», «ους ο Κύριος πολεμίους και αντιπάλους λέγει εν τοις Ευαγγελίοις» (Κανών Καρχηδόνος), «νεκροί» (Αγίου Αθανασίου, 39η εόρτια επιστολή), «εχθροί της αληθείας» (Α΄ Κανών της ΣΤ΄ Οικουμενικής). Η δε αίρεση χαρακτηρίζεται ως «πλάνη» και «φαυλότης», φέρουσα τον όλεθρον (ΝΖ΄ Κανών της εν Καρθαγένη), ως «στρεβλότης» (Κανών Καρχηδόνος), κ.λ.π.
Την θανατηφόρα αυτή ασθένεια καλούνται να θεραπεύσουν και εξαλείψουν από τη ζωή της Εκκλησίας οι ποιμένες και μάλιστα οι επίσκοποι και μάλιστα οι εμπειρότεροι εξ’ αυτών. Κατ’ αρχήν καλούνται να καλέσουν σε μετάνοια τους νοσήσαντες με νουθεσίες και λόγους και αποδεικτικούς συλλογισμούς από την αγία Γραφή. Και όταν αυτή δεν φέρει αποτέλεσμα, με τη συγκρότηση Συνόδων σε τοπικό και οικουμενικό επίπεδο, και με την αποκοπή των αιρετικών από το εκκλησιαστικό σώμα, για να μην μολύνουν με τις αιρετικές τους διδασκαλίες τα υγιά μέλη της Εκκλησίας, στα οποία συνιστούν και προτρέπουν να μην έχουν καμία επικοινωνία μαζί τους.
Ο πρώην καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Γρηγορίου, ο μακαριστός αρχ. κυρός Γ.Καψάνης παρατηρεί σχετικά:
«Η προς τους αιρετικούς ιδία στάσις των ποιμένων της Εκκλησίας δέον να είναι τοιαύτη, ώστε να μην αμβλύνη παρά ταις συνειδήσεσι των μελών της Εκκλησίας, ή και αυτών των ιδίων των αιρετικών την έννοιαν της αιρέσεως, ως όλως ασυμβιβάστου προς την Αλήθειαν της Εκκλησίας και ως προξένου ψυχικής απωλείας. Η αίρεσις είναι όλως αντίθετος της Ορθοδοξίας. Η αυστηρά αύτη στάσις λαμβάνεται δια λόγους εκκλησιολογικής συνέπειας, (μία μόνον αλήθεια, εις Χριστός και μία Εκκλησία υπάρχει) και δια λόγους ποιμαντικούς-παιδαγωγικούς. Εάν οι ποιμένες της Εκκλησίας υιοθετήσουν μίαν συγκρητιστικήν στάσιν έναντι της αιρέσεως, το μεν ποίμνιον θα απωλέση την ομολογιακήν του ευαισθησίαν και ευκόλως θα υποπέση εις την αίρεσιν, οι δε αιρετικοί θα σχηματίζουν την εντύπωσιν ότι δεν απέχουν της Αληθείας και συνεπώς δεν χρειάζεται να μετανοήσουν. Εντεύθεν η λίαν αυστηρά στάσις την οποίαν επιτάσσουν οι Ι. Κανόνες έναντι των αιρετικών είναι εις το βάθος φιλάνθρωπος στάσις, τούτο μεν διότι προφυλάσσει το ποίμνιον από την λύμην της αιρέσεως, τούτο δε διότι δίδει νύξεις εις τας συνειδήσεις των αιρετικών προς επιστροφήν αυτών», («Η Ποιμαντική Διακονία κατά τους Ιερούς Κανόνας», εκδόσεις Άθως, 2003, σελ. 155-156).
Ειδικότερα εις ό,τι αφορά την προκειμένη περίπτωση αξίζει να σημειωθεί, ότι δεν υπάρχει προηγούμενο στην εκκλησιαστική μας ιστορία, αμετανόητοι αιρετικοί να τυγχάνουν τιμητικών διακρίσεων και να τους απονέμονται τίτλοι και διδακτορικά διπλώματα ως Ορθοδόξων διδακτόρων. Ίσως κάποιοι διερωτηθούν: Τι λοιπόν; Πρέπει να συμπεριφερόμαστε προς αυτούς με εχθρότητα; Ασφαλώς όχι. Θεωρούμε ότι δεν θα πρέπει να τους κλείνουμε τις πόρτες μας. Να εκδηλώνουμε σ’ αυτούς αισθήματα αγάπης και ευγένειας, ως πνευματικά ασθενείς, όπως μας παραγγέλλει ο απόστολος Παύλος και να αξιοποιούμε την επίσκεψή τους ως αφορμή, για να απευθύνουμε προς αυτούς νουθεσίες, ή τουλάχιστον την υπόμνηση, ότι βρίσκονται στην πλάνη και ότι εφ’ όσον παραμένουν σ’ αυτήν θα χάσουν την ψυχή τους. Η συναναστροφή μας μ’ αυτούς θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτική και να μην υπερβαίνει τα όρια της απλής εθιμοτυπικής υποδοχής, για να μην σκανδαλίζεται και το ποίμνιο. Και προ παντός να μην φθάνει σε ακρότητες απονομής τιμητικών διακρίσεων.
Κλείνοντας, θα θέλαμε για πολλοστή φορά να εκφράσουμε την οδύνη και την έντονη αποδοκιμασία μας για το θλιβερό αυτό γεγονός. Ας αναλογιστούν οι αρμόδιοι εκκλησιαστικοί ηγέτες, που πρωτοστατούν σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις, την μεγίστη ευθύνη τους για το σκάνδαλο που προκαλούν στον πιστό λαό του Θεού, αλλά και την απολογία τους ενώπιον του Θεού εν ημέρα κρίσεως. Ας μην επαναπαύονται και ας μη δικαιολογούνται, επικαλούμενοι τις αποφάσεις της «Συνόδου» της Κρήτης, διότι η «Σύνοδος» αυτή έχει απορριφθεί από τα 2/3 της παγκοσμίου Ορθοδοξίας. Εκείνο που γνωρίζουμε σχετικά με τον Συροϊκωβίτη «Πατριάρχη» είναι ότι μέχρι στιγμής δεν έδειξε κανένα σημάδι μετανοίας και επιστροφής στην Ορθόδοξη πίστη και παρέμεινε στην πλάνη του Μονοφυσιτισμού. Καιρός να ανανήψουμε όλοι μας,κλήρος και λαός. Καιρός να γυρίσουμε πίσω στους αγίους Πατέρες μας και να βαδίσουμε πάνω στα χνάρια τους. Καιρός να παύσουμε να καταφρονούμε και να ποδοπατούμε τους ΙερούςΚανόνες της Εκκλησίας μας, σκεπτόμενοι ότι κανείς δεν πρόκειται να μας τιμωρήσει, αν τους παραβούμε, αφού όλοι τους παραβαίνουν και μένουν ατιμώρητοι. Και αν ακόμη δεν τιμωρηθούμε στην παρούσα ζωή, οι Ιεροί Κανόνες θα μας εκδικηθούν στην μέλλουσα, διότι την ημέρα της κρίσεως θα είμαστε αναπολόγητοι. Και ας προσευχόμαστε όλοι μας ο Θεός να αναδείξει νέους εκκλησιαστικούς ηγέτες με πατερικό φρόνημα, αντάξιους των αρχαίων μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας. Αμήν.
Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών
Περί της εννοίας του δόγματος
Οι Πατέρες τονίζουν ότι η σωτηρία δεν έρχεται με το Ορθόδοξο δόγμα από μόνο του. Δεν είναι το δόγμα που σώζει τον άνθρωπο. Το δόγμα απλώς ανοίγει τον δρόμο στον άνθρωπο, για να φθάση στην κάθαρσι και στον φωτισμό. Όμως χωρίς το Ορθόδοξο δόγμα δεν φθάνει κάποιος στην κάθαρσι και στον φωτισμό. Χωρίς την ορθή δογματική συνείδησι και χωρίς την Ορθόδοξη πράξι, χωρίς την Ορθόδοξη λειτουργική ζωή δεν φθάνει κανείς στην κάθαρσι και στον φωτισμό.
Το δόγμα και η λειτουργική ζωή δεν είναι τα μέσα για να φθάση κανείς στην κάθαρσι της ψυχής και στον φωτισμό. Είναι όμως οι απαραίτητες προϋποθέσεις, τα απαραίτητα θεμέλια, για να οδηγηθή κάποιος στην κάθαρσι και τον φωτισμό. Δεν είναι δηλαδή το δόγμα ένα αυτόματο μέσο που μας οδηγεί από μόνο του σ’ αυτές τις καταστάσεις.
Ο Άρειος τόνιζε ότι ο Λόγος εγεννήθη εκ του Πατρός προ των αιώνων. Παρ’ όλα αυτά κατηγορείται, από τον Μέγα Αθανάσιο ότι υπεστήριζε την εν χρόνω γέννηση του Λόγου.
Γιατί όμως;
Διότι προσέθετε το «ην ποτε ότε ουκ ην». Το «ποτέ» και το «ότε» είναι όμως χρονικά επιρρήματα. Διότι, όταν λέγη κανείς το «ην ποτε ότε ουκ ην», σημαίνει ότι υπήρχε κάποιο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο δεν υπήρχε ο Λόγος. Γλωσσικά αυτό σημαίνει. Αλλά μέσα στα πλαίσια της Αποφατικής θεολογίας ό,τι και να πη κανείς για τον Θεό, περιορίζεται στα χρονικά κατηγορήματα. Οποιαδήποτε λέξι και αν χρησιμοποιήση κανείς για τον Θεό, δεν μπορεί να αποφύγη τις διαστάσεις του χρόνου.
Γιατί;
Π.χ. λέμε: Ο Λόγος γεννάται εκ του Πατρός. Γλωσσικά, εξ επόψεως νοήματος αυτό το γεννάται εκ του Πατρός μπορεί να σημαίνει είτε ότι κάποτε γεννήθηκε εκ του Πατρός ή ότι αενάως γεννάται εκ του Πατρός ή ότι εν χρόνω γεννάται εκ του Πατρός. Το ίδιο συμβαίνει και όταν λέγη κάποιος ότι: Ο Λόγος εγεννήθη εκ του Πατρός.
Οι Πατέρες, για να πλαισιώσουν την διδασκαλία τους και για να περιφράξουν την διδασκαλία της Εκκλησίας, είναι υποχρεωμένοι να χρησιμοποιούν διάφορες ορολογίες. Βέβαια και οι Πατέρες λένε ότι ο Λόγος προ των αιώνων εγεννήθη εκ του Πατρός. Αλλά εκείνο που τονίζουν οι Πατέρες είναι ότι η ανθρωπίνη σκέψις ανταποκρίνεται μόνο στην ανθρώπινη εμπειρία. Οπότε κάθε σκέψις, κάθε νοησιαρχική σύλληψις του ανθρώπου ανταποκρίνεται στις ανθρώπινες καθημερινές εμπειρίες και μόνον. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να διασπάση τους περιορισμούς της κτιστής του φύσεως, ώστε να μπορέση να συλλάβη το άκτιστο. Αυτό κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας είναι απολύτως αδύνατο. Ο άνθρωπος μπορεί να σκέπτεται για το άκτιστο ότι υπάρχει. Ότι υπάρχει κάτι το οποίο δεν έχει κτισθή, το οποίο υπάρχει πάντοτε και το οποίο δεν μοιάζει με τα κτίσματα. Αλλά όλα αυτά τα κατηγορήματα, δεν είναι θετικά. Είναι πλήρως αρνητικά. Αυτές δεν είναι θέσεις, αλλά αρνήσεις. Όταν λέμε ότι ο Θεός είναι άκτιστος, δεν λέμε τι είναι ο Θεός, αλλά απλώς λέμε τι δεν είναι ο Θεός. Η λέξις άκτιστος σημαίνει απλώς ότι ο Θεός δεν είναι κτίσμα. Αυτό όμως λέγει τι δεν είναι ο Θεός. Όχι τι είναι ο Θεός. Είπαμε λοιπόν τι δεν είναι ο Θεός.
Ας πούμε τώρα τι είναι ο Θεός. Δεν υπάρχει όμως κανένα όνομα που να προσδιορίζη το τι είναι ο Θεός, διότι ο άνθρωπος από την φύσι του δεν μπορεί ποτέ να συλλάβη τον Θεό. Η βασική αιτία αυτού του γεγονότος είναι ότι ο άνθρωπος είναι κτίσμα. Έχει δημιουργηθή για να γνωρίση τον Θεόν, αλλά ο άνθρωπος από μόνος του δεν έχει την δυνατότητα να γνωρίση τον Θεόν. Όταν ο ίδιος ο Θεός αποκαλύπτεται στον άνθρωπο, τότε μόνο ο άνθρωπος γνωρίζει τον Θεόν. Και αυτό γίνεται δια του Φωτός, δια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό οι Πατέρες πάρα πολλές φορές ασχολούνται με την φράσι: «Εν τω φωτί σου οψόμεθα φως». Δηλαδή μέσα στο Φως του Θεού θα δούμε το Φως του Θεού. Μόνον, όταν κανείς βρίσκεται μέσα στο Φως, βλέπει το Φως. Ακριβώς, όπως γίνεται και στον φυσικό χώρο. Όταν κανείς βρίσκεται μέσα στο σκοτάδι, δεν βλέπει απολύτως τίποτε. Εάν όμως βρεθή μέσα στο φως, τότε βλέπει το φως.
Αυτή λοιπόν η γνωσιολογική αρχή είναι μία δεσπόζουσα αρχή στους Πατέρες της Εκκλησίας. Το φαινομενικά παράξενο όμως είναι ότι οι Πατέρες παίρνουν αυτό το Φως του Θεού και το ταυτίζουν με το Σκότος (Γνόφος) και χρησιμοποιούν εναλλακτικά το Φως και το Σκότος. Οπότε το «εν τω φωτί σου οψόμεθα φως» και το «εν τω σκότει σου οψόμεθα σκότος» σημαίνει για τους Πατέρες το ίδιο πράγμα. Διότι ο Θεός ούτε Φως είναι ούτε Σκότος είναι και τούτο, επειδή ο Θεός δεν είναι κτίσμα για να μοιάζη με κάτι κτιστό, όπως είναι το φως ή το σκότος.
Εφ’ όσον λοιπόν οι γνωσιολογικές μας δυνάμεις αναλογούν στα κτιστά και δεν επεκτείνονται στα άκτιστα, γι’ αυτόν τον λόγο ο άνθρωπος γνωρίζει μόνο τα κτιστά. Επομένως οποιαδήποτε ορολογία χρησιμοποιήσωμε για τον Θεό, η ορολογία αυτή θα είναι παρμένη από την καθημερινή εμπειρία του ανθρώπου και όχι από κάποια δυνατότητα του ανθρώπου να περιγράψη το άκτιστο. Αυτή η Πατερική αντίληψις περί γνωσιολογίας εμπίπτει απολύτως μέσα στα πλαίσια της μοντέρνας έρευνας, η οποία γίνεται επάνω στα γνωσιολογικά θέματα και η οποία σήμερα (σ.σ.: το έτος 1983) γίνεται από νευρολόγους, βιολόγους, βιοχημικούς, ψυχολόγους, ανθρωπολόγους και λίγο από ψυχιάτρους.
Όλες οι επιστήμες, που ασχολούνται με τα θέματα αυτά, συμφωνούν ως προς την γνωσιολογική λειτουργία της ανθρωπίνης υπάρξεως. Όλα στον άνθρωπο είναι παρμένα, απ’ ότι ξέρομε μέχρι τώρα, από τις καθημερινές εμπειρίες του ανθρώπου. Ακόμη και οι αφηρημένες σκέψεις που κάνει ο άνθρωπος και οι μαθηματικοί υπολογισμοί, όλα αυτά πλέον έχει γίνει αποδεκτό ότι είναι διαστάσεις της υλικής υπάρξεως του κόσμου και καμμιάς πνευματικής αΰλου υπάρξεως.
Η κατηγορία πάντως του Μεγάλου Αθανασίου εναντίον του Αρείου, ότι διδάσκει την «εν χρόνω» γέννησι του Λόγου, προέρχεται από την ίδια την έκφρασι του Αρείου, την οποία εξεμεταλλεύθησαν οι Ορθόδοξοι και συνέχεια βομβάρδιζαν τους Αρειανούς επάνω στο θέμα αυτό. Τόσο δε πολύ τους βομβάρδιζαν, ώστε οι Αρειανοί αναγκάσθηκαν και απάντησαν. Με την απώλεια όμως, που συνέβη, των πολλών συγγραμμάτων των αιρετικών, χάθηκαν και οι απαντήσεις αυτές.
Οι Πατέρες κατηγορούσαν τον Άρειο ότι διδάσκει την εν χρόνω γέννησι του Λόγου. Απόδειξις δε για τους Πατέρες είναι ότι ο Άρειος αναφέρει το «ποτέ» (κάποτε) και το «ότε». Ναι, αλλά σώζονται όμως αποσπάσματα των λεχθέντων του Αρείου και των Αρειανών, στα οποία οι Αρειανοί διαμαρτύρονται γι’ αυτήν την καταγγελία των Ορθοδόξων, ότι δηλαδή διδάσκουν την εν χρόνω γέννησι του Λόγου και υποστηρίζουν ότι συκοφαντούνται, καθ’ όσον οι ίδιοι διδάσκουν ότι ο Λόγος εγεννήθη εκ του Πατρός «προτων αιώνων».
Αυτό το προ των αιώνων έχει πολύ μεγάλη σημασία, διότι δεν είναι το ίδιο πράγμα οι αιώνες και ο χρόνος. Οι Πατέρες κάνουν μία διάκρισι μεταξύ αιώνων και χρόνου, αν και δεν ήξεραν μοντέρνα Φυσική. Στην Φυσική δεν έχομε πια τον χρόνο που είχαμε στο παρελθόν. Ο χρόνος του παρελθόντος εμετράτο από την σχετική κίνησι της γης ως προς τον ήλιο και την σελήνη. Τώρα όμως οι αντιλήψεις περί χρόνου έχουν αλλάξει πάρα πολύ.
Εκείνο που έχει για μας σημασία, είναι ότι οι Πατέρες διακρίνουν σαφώς μεταξύ αιώνων και χρόνου. Οπότε, όταν ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, λένε οι Πατέρες, πρώτα δημιούργησε τους αιώνες, μετά τους αγγέλους, και μετά τον κόσμο αυτόν, καθώς και τον χρόνο. Δηλαδή οι Πατέρες ήξεραν ότι ο χρόνος είναι μία διάστασις ωρισμένου μέρους του κτιστού σύμπαντος. Διότι το πρώτο κτίσμα που κτίσθηκε είναι οι αιώνες και όχι ο χρόνος. Ο χρόνος δημιουργείται αργότερα από τον Θεόν.
Οπότε η κυρία διαφοροποίησις μεταξύ αιώνων και χρόνου είναι ότι στον χρόνο έχομε αλληλοδιαδοχή στα γεγονότα, ενώ στους αιώνες δεν έχομε αναγκαστικά αλληλοδιαδοχή των γεγονότων, αλλά μία συνύπαρξη γεγονότων σε μία συνύπαρξη πραγμάτων, χωρίς αναγκαστικά να εμπλέκωνται τα γεγονότα με την αλληλοδιαδοχή. Ο άνθρωπος είναι περιωρισμένος στην αλληλοδιαδοχική εμπειρία των καταστάσεων, επειδή είναι μέσα στον χρόνο. Ο άνθρωπος δεν έχει εμπειρία μιας υπάρξεως χωρίς αλληλοδιαδοχή. Την αποκτά όμως μόνο στην εμπειρία της θεώσεως, διότι τότε καταργείται ο χρόνος.
Μόνον εκείνος ο οποίος έχει φθάσει στην θέωσι έχει εμπειρία εκείνου του τρόπου της υπάρξεως που υπερβαίνει την ύπαρξι, υπάρξεως που υπερβαίνει τον χρόνο, υπάρξεως που υπερβαίνει τον αιώνα, υπάρξεως που υπερβαίνει τον χώρο, υπάρξεως που υπερβαίνει την λογική κλπ. Έχει δηλαδή ο θεούμενος την εμπειρία του ακτίστου, χωρίς όμως να γνωρίζη γνωσιολογικώς τι είναι αυτό το άκτιστο. Επειδή γνωσιολογικώς το άκτιστο για τον θεούμενο παραμένει Μυστήριο. Δηλαδή και ο Θεός, όταν αποκαλύπτεται στον θεούμενο, παραμένει Μυστήριο. Διότι, αν και υποπίπτη στην αντίληψι του νοός και της λογικής και των αισθήσεων και του σώματος του ανθρώπου, παρά ταύτα ο Θεός παραμένει Μυστήριο, επειδή ξεφεύγει από τα όρια και τον τρόπο γνώσεως του ανθρώπου.
Και τούτο συμβαίνει, επειδή το θεμέλιο των ανθρωπίνων γνώσεων είναι η ομοιότητα και η διαφορά. Μεταξύ δε κτιστού και ακτίστου δεν υπάρχει καμμία ομοιότης. Βλέπομε π.χ. έναν ελέφαντα, που για έναν, που δεν ξέρει τίποτε από ελέφαντες, δεν μοιάζει με τίποτε άλλο. Αλλά απλώς διαφέρει από τα άλλα ζώα. Μετά βλέπομε δύο ελέφαντες και λέμε α, αυτοί οι δύο μοιάζουν. Αν, όμως, τους εξετάσωμε πιο προσεκτικά, στην περίπτωση που ο ένας είναι αρσενικός και ο άλλος θηλυκός, βλέπομε ότι διαφέρουν μεταξύ τους σε ωρισμένα μέρη του σώματος. Αλλά, παρά τις διαφορές τους, υπάρχει μία γενικώτερη ομοιότητα μεταξύ τους, σε τέτοιο βαθμό, ώστε μιλάμε πάλι για ελέφαντες και τους βάζομε στην ίδια κατηγορία των άλλων ελεφάντων.
Όταν όμως έχη κάποιος την εμπειρία της θεώσεως, κάνει τότε μία διαφοροποίησι, αλλά δεν μπορεί να διακρίνη ομοιότητα, να βρη δηλαδή ομοιότητα μεταξύ του ακτίστου με κάποιο κτιστό. Η διαφοροποίησις όμως υπάρχει. Βλέπει δηλαδή κάτι, που δεν έχει ξαναδεί ποτέ στην ζωή του. Δεν υπάρχει όμως καμμία ομοιότης εκείνου που του αποκαλύπτεται με κάτι που ήδη γνωρίζει. Γιατί; Διότι διαφέρει εκείνο που υποπίπτει στη αντίληψι του θεουμένου από όλα τα κτιστά. Διαφέρει, αλλά δεν μοιάζει με τίποτα, με κανένα γνωστό κτίσμα. Γιατί δεν μοιάζει; Διότι δεν έχει ούτε χρώμα ούτε διαστάσεις ούτε φως είναι ούτε σκότος είναι ούτε μεγάλο είναι ούτε μικρό είναι, δεν έχει σχήμα, δεν έχει είδος (μορφή).
Γι’ αυτό οι Πατέρες, όταν μιλάνε για την δόξα του Θεού, μιλάνε σαν να είναι κάτι το ασχημάτιστο και ανείδεο. Βέβαια αυτό το ανείδεο είναι επιχείρημα επιθέσεως εναντίων Πλατωνικών. Διότι οι Πλατωνικοί πίστευαν ότι υπάρχει ένας κόσμος των ιδεών. Όταν όμως οι Πατέρες λένε ότι η δόξα του Θεού είναι ανείδεος, αυτό σημαίνει ότι δεν έχει καμμία σχέσι με τον νοητό κόσμο του Πλάτωνος. Και κάθε φορά που οι Πατέρες χαρακτηρίζουν την δόξα του Θεού ως ανείδεο και ασχημάτιστο, κάθε φορά που το αναφέρουν αυτό, κάνουν κατ’ ευθείαν επίθεσι εναντίων των δοξασιών του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους και γενικά εναντίον της φιλοσοφίας. Αυτό σημαίνει ότι η Θεολογία των Πατέρων ξεφεύγει από όλα τα κατηγορήματα του φιλοσοφικού τρόπου σκέψεως.
Το να ασχοληθή βέβαια κάποιος με την φιλοσοφία, αυτό δεν είναι κακό, διότι γυμνάζεται το μυαλό του ανθρώπου. Αρκεί όμως να μη δεχθή την διδασκαλία της φιλοσοφίας προκειμένου περί της υπάρξεως και φύσεως του Θεού. Αυτό λένε όλοι οι Ησυχαστές πατέρες. Και ο Μέγας Βασίλειος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος και ο Γρηγόριος Νύσσης, ο οποίος μάλιστα είναι ο κατ’ εξοχήν φιλοσοφών Πατέρας της Εκκλησίας. Ακόμη, αν διαβάση κανείς τον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, θα δη ότι υπάρχει η ίδια γραμμή και σ’ αυτόν. Οπότε συμπεραίνομε ότι για τον εκγυμνασμό του ανθρωπίνου πνεύματος δεν είναι κακό το να ασχολήται κάποιος με την φιλοσοφία, είναι όμως ανοησία το να παραδέχεται την διδασκαλία της προκειμένου περί θεολογικών θεμάτων.
Ποια είναι η διαφορά μεταξύ Ορθοδόξων και αιρετικών
Εξ επόψεως τώρα της Παραδόσεως δεν είναι το ίδιο πράγμα η μοντέρνα Ορθοδοξία με την παραδοσιακή Ορθοδοξία. Υπάρχει βέβαια κάτι το κοινό, η Αγία Γραφή· αυτή όμως είναι μέρος της Παραδόσεως. Το πρόβλημα όμως είναι ποια είναι η ουσία της Παραδόσεως· ποιος είναι ο πυρήνας της Παραδόσεως. Αυτόν θα τον βρη κανείς, αν προσεγγίση το θέμα, όπως θα έκανε σε μία οποιαδήποτε θετική επιστήμη.
Στην Ορθόδοξη Παράδοσι έχομε εκτός της προφορικής Παραδόσεως και γραπτά κείμενα. Έχομε την Παλαιά Διαθήκη, έχομε την Καινή Διαθήκη, έχομε τις αποφάσεις και τα πρακτικά των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, έχομε τα συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας κλπ. Τέτοια όμως γραπτά κείμενα έχουν σε ποσότητα και οι Παπικοί και οι Προτεστάντες. Οπότε τίθεται το θέμα, ποια είναι η βασική διαφορά μεταξύ των Ορθοδόξων και των πιστών των άλλων Χριστιανικών δογμάτων.
Γιατί οι μεν να είναι Ορθόδοξοι και οι άλλοι αιρετικοί; Ποια είναι η ουσιαστική διαφορά μεταξύ Ορθοδόξων και αιρετικών;
Νομίζω την βασική διαφορά μπορούμε να την κατανοήσωμε, αν πάρωμε για παράδειγμα την Ιατρική επιστήμη. Εκεί έχομε τους γιατρούς που ανήκουν στον Ιατρικό Σύλλογο. Αν δεν είναι κάποιος γιατρός μέλος του Ιατρικού Συλλόγου, δεν μπορεί να εξασκήση το επάγγελμα του γιατρού. Για να είναι ένας γιατρός νόμιμος, πρέπει όχι μόνο να είναι απόφοιτος μιας ανεγνωρισμένης Ιατρικής Σχολής, αλλά και μέλος του Ιατρικού Συλλόγου. Τα ίδια ισχύουν και για τους δικηγόρους. Στις επιστήμες αυτές υπάρχει μία συνεχής δοκιμασία·διότι, αν παρεκτραπή κάποιος, ως προς την ορθή εξάσκησι του επαγγέλματός του, τότε δικάζεται από το αρμόδιο όργανο του επαγγελματικού Συλλόγου στον οποίο ανήκει και αποβάλλεται του επαγγελματικού Σώματος.
Το ίδιο όμως συμβαίνει και στην Εκκλησία. Η αντίστοιχη διαδικασία μέσα στο Σώμα της Εκκλησίας, η αποβολή δηλαδή ή η αποκοπή κάποιου μέλους Της, ονομάζεται αφορισμός· προκειμένου δε περί εκκλησιαστικού αξιώματος καθαίρεσις. Έτσι οι αιρετικοί αφορίζονται από το Σώμα της Εκκλησίας. Όπως στον ιατρικό χώρο σε έναν κομπογιαννίτη (ψευτογιατρό) δεν είναι δυνατόν να του επιτραπή να θεραπεύη, έτσι και στην Εκκλησία δεν είναι δυνατόν να επιτραπή σε έναν αιρετικό να θεραπεύη τις ψυχές των ανθρώπων. Διότι, επειδή είναι αιρετικός, δεν γνωρίζει, δεν μπορεί να θεραπεύη.
Οπότε, όπως δεν είναι δυνατόν να γίνη ποτέ ένωσις μεταξύ κάποιου Συλλόγου κομπογιαννιτών γιατρών και του Ιατρικού Συλλόγου, έτσι δεν είναι ποτέ δυνατόν να γίνη ένωσις μεταξύ των Ορθοδόξων και των αιρετικών. Ένας πραγματικός γιατρός δεν είναι εκείνος που απλώς διαβάζει πολλά ιατρικά βιβλία, αλλά εκείνος που έχει μεν αποφοιτήσει από την Ιατρική Σχολή ενός Πανεπιστημίου, συγχρόνως όμως έχει μαθητεύσει για ένα σημαντικό διάστημα κοντά σε έναν πεπειραμένο καθηγητή αποδεδειγμένης ικανότητας να θεραπεύη αρρώστους.
(Από το βιβλίο «Πατερική Θεολογία», του Πρωτοπρεσβύτερου Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου (†), Εκδόσεις Παρακαταθήκη)
Πηγή: Παναγία Παλατιανή http://www.panagiapalatiani.gr/ckfinder/userfiles/files/AntAir008.pdf
Ὅταν ἔμεινε γιά διανυκτέρευση στό Μοναστήρι ἕνας παπικός, ὁ Γέροντας τοῦ φέρθηκε μέ ἀγάπη. Ὁ ἐπισκέπτης ἦταν καλοπροαίρετος καί εἶχε πολλές ἀπορίες. Ὁ Γέροντας τοῦ ἐξηγοῦσε μέ καλωσύνη καί πραότητα. Τότε τό Μοναστήρι δέν εἶχε τήν μεγάλη τράπεζα πού ἔχει τώρα, καί ἔτρωγαν ὅλοι μαζί (μοναχοί, κληρικοί, λαϊκοί) σέ μιά μικρή τράπεζα (τραπεζαρία) στό ἰσόγειο, δίπλα στή βρύση. Εἶχαν προπορευθῆ ὅλοι οἱ ἄλλοι. Κάθησαν στήν τράπεζα καί περίμεναν τόν Γέροντα. Ὅταν μπῆκε ὁ Γέροντας μέσα, ὅλοι σηκώθηκαν ἀπό σεβασμό ἀλλά καί γιά νά γίνη ἡ συνηθισμένη προσευχή τῆς τραπέζης. Ὁ Γέροντας κάθησε, εἶπε καί στούς ἄλλους νά καθήσουν, ἔκανε τό σταυρό του καί ἄρχισε νά τρώη. Ὁ παπικός ἦταν πιστός. Παίρνει τό λόγο καί λέει στό Γέροντα:
› Γέροντα, δέν θά κάνωμε προσευχή;
Καί ὁ Γέροντας ἤρεμα τοῦ ἀπαντᾶ:
› Καλύτερα νά κάνωμε σιωπή.
Καί συνέχισε τό φαγητό του. Ἄς κατανοήσουν τό πνεῦμα τοῦ ἁγίου Γέροντος ὅσοι ἐπιμένουν στίς συμπροσευχές μέ ἑτεροδόξους.
(Πηγή: απόσμασμα από το βιβλίο της Ενωμένης Ρωμηοσύνης: «Ο Γερων Ιακωβος», Ενωμένη Ρωμηοσύνη)
Να προσέχετε τους αιρετικούς! Εμείς, παιδιά μου, εκείνο που βρήκαμε εκείνο να τηρούμε, είτε εκ παραδόσεως, είτε εν λόγω, είτε δια επιστολής, όπως λέει και ο απόστολος Παύλος. Προ ετών είχε περάσει ένα παλληκάρι φοιτητής από την Θεσσαλονίκη, και το παιδί αυτό πήγαινε σε μια μεγάλη αίθουσα με άλλους φοιτητές και τους μιλούσαν αιρετικά πράγματα. Και το παιδί ήταν μαύρο στο πρόσωπο και έβγαζε από το στόμα του φλόγες. Μου έλεγε:
› Πάτερ μου, φωτιές βγάζω από το στόμα μου!
› Μα, αφού αρνήθηκες τον Θεό, παιδί μου;…
› Πάτερ μου, μας πλανήσανε. Ήμασταν παιδιά της Εκκλησίας… Τι να κάνω τώρα, πάτερ, για να σωθώ;
› Να μετανοήσης, παιδί μου, και να μην ξαναπάς σε τέτοιες πόρτες και τέτοιες συντροφιές να μην κάνης. Και να πηγαίνης στην εκκλησία. Στην εκκλησία υπάρχει η σωτηρία της ψυχής μας. Στην εκκλησία βρίσκουμε υγεία, παρηγοριά, σωτηρία ψυχής.
(Πηγή: «Ο Αγιος Ιάκωβος για τους ναρκομανείς, τους αιρετικούς και τους ματαιόδοξους», Κοινωνία Ορθοδοξίας)
Διηγεῖται ὁ Γέροντας Ἰάκωβος Τσαλίκης:
«Κάποτε ἐπισκέφθηκε τὸ Μοναστήρι μᾶς ἕνας Προτεστάντης πάστορας. Ὅταν μὲ ἐνημέρωσαν ὅτι αὐτὸς ὁ κύριος εἶναι ἱερέας τῶν Προτεσταντῶν, τὸν πλησιάσαμε καὶ τὸν ξεναγήσαμε στὸ Μοναστήρι μας. Μετά, εἶπα νὰ ἑτοιμάσουν γιὰ τὸν ἄνθρωπο φαγητό. Ἐγὼ δὲν κάθησα μαζί του στὸ τραπέζι, ἀλλὰ ἀποσύρθηκα στὸ κελί μου. Διότι αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ τάξις. Οἱ Πατέρες ἀπαγορεύουν τὴ συμπροσευχὴ ποὺ προηγεῖται τῆς κοινῆς τραπέζης.»
Σὲ ἄλλη περίπτωση ἐπισκέφθηκαν τὸ Μοναστήρι δύο ἁγιορεῖτες ἱερομόναχοι καὶ μιὰ ἡλικιωμένη κυρία Καθολική, ρωσικῆς καταγωγῆς, ποὺ εἶχε ἀποφασίσει νὰ γίνει Ὀρθόδοξη. Ὅταν στὸ Γέροντα ἀναφέρθηκε ὅτι, κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, στὰ ἄτομα αὐτὰ εἶναι ἀρκετό το μυστήριο τοῦ Χρίσματος, χωρὶς τὸ Βάπτισμα, ὁ Γέροντας εἶπε:
«Δὲν γνωρίζω τί ἀποφάσισε ἡ Ἱερὰ Σύνοδος. Ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζω εἶναι ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο λέει: «ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεῖς σωθήσεται». Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ γίνεται κανονικά το μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος καὶ τοῦ Χρίσματος.»
Καὶ σὲ ἕνα τρίτο περιστατικὸ ἑνὸς Καθολικοῦ, ποὺ θέλησε νὰ βαπτισθεῖ, ἀφοῦ ὁ Γέροντας τὸν προέτρεψε νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸν ἐπίσκοπό τῆς περιοχῆς του, ἀπ’ ὅπου ἐπέστρεψε μὲ τὴ σύσταση ὅτι δὲν χρειάζεται βάπτισμα ἄλλα μόνο χρίσμα, χωρὶς νὰ σχολιάσει τὴν παραπάνω ἀντιμετώπιση, ἔφερε μία μεγάλη κολυμβήθρα στὸ Μοναστήρι καί, βοηθούμενος ἀπὸ ἕνα ἀρχιμανδρίτη, πνευματικό του τέκνο, βάπτισε κανονικὰ τὸν ἐν λόγω ἄνθρωπο στὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπη.
(Πηγή: ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ νέο βιβλίο τοῦ Ἀρχιμ. Ἰωάννη Κωστὼφ «ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΑ ΕΦΟΔΙΑ, ὄχι νὰ ἐκτρέφουμε, ἀλλὰ νὰ ἐκτρέπουμε τὴν αἵρεσι», σέλ. 55-56, Ελλάς-Ορθοδοξία)
«Ἀν εἴμαστε πνευματικὰ ἀδύναμοι καὶ ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἄλλου μᾶς ἐπηρεάζει ἀρνητικά, τότε πρέπει νὰ μὴ τὸν κατηγοροῦμε, ἀλλὰ νὰ τὸν ἀποφεύγουμε καὶ νὰ μὴν ἔχουμε μαζί του συναναστροφὲς καὶ συνέπειες.
Καὶ ἂν εἶναι αἱρετικὸς τότε νὰ τὸν ἀποφεύγουμε τελείως καὶ νὰ μὴν τὸν δεχόμαστε. Γιατί ἡ συντροφιὰ μὲ τοὺς αἱρετικοὺς εἶναι ἐπικίνδυνη, μπορεῖ νὰ μᾶς δηλητηριάσει καὶ νὰ μᾶς θανατώσει πνευματικά.»
(Πηγή: «Γέροντας Ἰάκωβος Τσαλίκης: Ἡ συντροφιὰ μὲ τοὺς αἱρετικοὺς μπορεῖ νὰ μᾶς δηλητηριάσει καὶ νὰ μᾶς θανατώσει πνευματικά», Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό)
Πηγή: Ενωμένη Ρωμηοσύνη, Κοινωνία Ορθοδοξίας, Ελλάς-Ορθοδοξία, Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
Κάθε δύναμη, πού ἀντιστρατεύεται τήν Ὀρθοδοξία, δέν προέρχεται ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀπό τήν περιοχή τῆς ἀγκάλης Του. Γι’ αὐτό ἡ ἀγάπη συνυπάρχει μόνο μέ τήν Ὀρθοδοξία. Ἡ ὀρθόδοξη πίστη, τό ὀρθόδοξο δόγμα, ἡ ὀρθόδοξη παραλαβή καί διατήρηση τῆς ἐν Χριστῷ Ἀλήθειας, εἶναι τό κλίμα πού διασφαλίζει τήν ἀνάπτυξη τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης. Ἔξω ἀπό τὀ κλίμα αὐτό, ὅ, τι φαίνεται ὡς ἀγάπη, εἶναι ἀπάτη καί κακία. Μέσα στό κλίμα αὐτό ὅ, τι φαίνεται ὡς μῖσος εἶναι ἀγάπη.
...................................................................
Πῶς τώρα ἡ φαινομενική ἀγάπη τοῦ ἑτεροδόξου εἶναι κακία, καί πῶς αὐτό τό φαινομενικό μῖσος τῶν Ἀποστόλων πρός τόν ἑτερόδοξο , ὁ φανατισμός καί ἡ μισαλοδοξία ὅπως θά λεγόταν σήμερα, πῶς εἶναι ἀγάπη, αὐτό κατανοεῖται ὅταν ἀτενίσει κανείς γιά ἄλλη μία φορά τήν περιοχή τῆς αἰώνιας ἀγάπης.
Οἱ Ἀπόστολοι αὐτοί ἀγωνίζονται νά συγκρατήσουν τούς πιστούς στήν περιοχή τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπου ὑπάρχει ἡ ἀληθινή ἀγάπη.
Οἱ ἑτερόδοξοι ἀνταγωνίζονται νά βγάλουν τούς πιστούς ἔξω ἀπό τήν κοινή περιοχή τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς ἀγάπης. Διότι ἀφοῦ “ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί’’ (Α’Ἰω.4,8.16) καί ‘’ἀλήθεια ἐστί’’ (Ἰω. 1,6), ὅποιος ἐκπίπτει ἀπό τήν ἀλήθεια, ἐκπίπτει καί ἀπό τήν ἀγάπη. Καί ‘’ὁ Θεός τῆς ἀγάπης’’ (Β΄ Κο 13,11), πού εἶναι ἐξ ἴσου καί ‘’Πνεῦμα τῆς ἀληθείας’’ (Ἰω 14,16-17), δέν εἶναι δυνατόν σέ ἄλλους νά κατοικεῖ ὡς ἀγάπη μόνον καί σέ ἄλλους ὡς ἀλήθεια. Ἐκεῖνος πού εἶναι στήν ἀλήθεια, αὐτός εἶναι καί στήν ἀγάπη.
Οἱ Πατέρες ἀποκάλεσαν τόν Θεό ‘’αὐτοαλήθεια’’, ὅπως τόν ἀποκάλεσαν καί ‘’αὐτοαγάπη’’. Αὐτός πού στέκει ἄξω ἀπό τήν ἀλήθεια εἶναι ὁ διάβολος καί οἱ πονηροί ἄγγελοί του, καί γι’ αὐτό λέγεται ‘’ψεύστης’’ καί ‘’πατήρ τοῦ ψεύδους’’.
Αἰτιολογεῖται μάλιστα στήν Καινή Διαθήκη ὅτι ὁ διάβολος, ἐπειδή εἶναι πηγή τοῦ ψεύδους καί βρίσκεται ἔξω ἀπό τήν ἀλήθεια, γι’ αὐτό εἶναι καί ἀνθρωποκτόνος. Ἔχει, δηλαδή, μία ἰδιότητα, πού φανερώνει ἀπουσία ἀγάπης. ‘’Ἐκεῖνος ἀνθρωποκτόνος ἦν ἀπ’ ἀρχῆς καί ἐν τῇἀληθείᾳ οὐχ ἕστηκεν, ὅτι οὐκ ἔστιν ἀλήθεια ἐν αὐτῷ. Ὅταν λαλῇ τό ψεῦδος, ἐκ τῶν ἰδίων λαλεῖ, ὅτι ψεύστης ἐστί καί ὁ πατήρ αὐτοῦ’’ (Ἰω 8,44).
________________________________
Γιά τήν ἀντιγραφή
Φ.Μ.
Η ΑΛΛΟΙΩΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ
Ἡ βασικὴ προβληματικὴ ἡ ὁποία πρόκειται νὰ μᾶς ἀπασχολήσει εἶναι ἂν ὑπάρχουν σαφῆ διαχωριστικὰ ὅρια μεταξὺ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία συνεχίζει χωρὶς διακοπὴ καὶ μὲ πληρότητα τὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, καὶ ὅλων τῶν ἄλλων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Δύσης.
Περισσότερο μάλιστα μᾶς ἐνδιαφέρει σ΄αὐτὴν τὴν διερεύνηση νὰ ἀναφερθοῦμε στὶς χριστιανικὲς κοινότητες τῆς Δύσεως, τὸν Ρωμαιοκαθολοκισμὸ καὶ τὸν Προτεσταντισμὸ ὑπὸ τὶς πάμπολλες διασπάσεις του, διότι γιὰ τὶς χριστιανικὲς ὁμολογίες τῆς Ἀνατολῆς, τὴν ὀλιγάνθρωπη τοῦ Νεστοριανισμοῦ καὶ τὴν πολυάνθρωπη τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ ἢ τῶν Ἀντιχαλκηδονίων, ὑπάρχουν ἀλάθητες ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ καθολικὴ συμφωνία τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐν γένει συνειδήσεως, ὥστε νὰ εἶναι ἀδύνατο καὶ ἀδιανόητο γιὰ μία συνεπὴ καὶ γνήσια Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία νὰ θεωρήσει τοὺς Μονοφυσῖτες ὡς Ὀρθοδόξους, γιατὶ ἔτσι ἐξισώνει καὶ ταυτίζει Ὀρθοδοξία καὶ αἵρεση, ἀλήθεια καὶ πλάνη. Καὶ ὅμως αὐτὸ τὸ ἀδιανόητο καὶ ἀδύνατο γιὰ τὴν Ἐκκλησία τῶν δεκαεννέα αἰώνων ἔγινε δυνατὸ μετὰ τὸ γκρέμισμα τῶν ὁρίων ποὺ πέτυχε ὁ Οἰκουμενισμὸς αὐτὴ ἡ παναίρεση τοῦ 20ου αἰώνα. Δὲν ὑπάρχει πλέον σαφῆς ὁροθετικὴ γραμμὴ ποὺ νὰ χωρίζει καὶ νὰ διακρίνει μέχρι ποῦ φθάνει ἡ Ἐκκλησία καὶ ποῦ ἀρχίζει ἡ αἱρεση. Κατόρθωσε ἐπὶ δεκαετίες τὸ κακῶς ὀνομαζόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν» νὰ ἀλλοιώσει τόσο πολὺ τὴν ἐκκλησιολογικὴ αὐτοσυνειδησία τῶν Ὀρθοδόξων, ὥστε νὰ μᾶς ταυτίσει καὶ ἰσοπεδώσει ὅλους τοὺς Ἀνατολικούς, ἐμᾶς καὶ τοὺς Μονοφυσῖτες, νὰ μᾶς πείσει ὄχι μόνο νὰ στεγαζόμαστε καὶ νὰ συσκεπτόμαστε σὲ ἐπιτροπὲς κάτω ἀπὸ τὴν κοινὴ ὀνομασία τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικῶς νὰ μᾶς ὁδηγήσει μὲ τὴν υἱοθέτηση τῆς ἐκκλησιολογίας τῶν Προτεσταντῶν σὲ ἐκκλησιαστικὴ διακονία μὲ τὴν ἑκατέρωθεν ἀναγνώριση τῶν μυστηρίων, ὅπως ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια ἔχει κάνει τὸ Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας, ἐσχάτως δὲ γιὰ τὸ γάμο τῶν Κοπτῶν καὶ τὸ Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας.
ΤΟ ΓΚΡΕΜΙΣΜΑ ΤΩΝ ΟΡΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΕΣ
Ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ ὁράματος νὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ ἑνότητα τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, ἀντὶ νὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ μόνη ἀσφαλὴς καὶ σωτήριος μέθοδος τοῦ Χριστοῦ, ἀποδεχόμενοι μιὰ πίστη, μιὰ σώζουσα ἀλήθεια, νομιμοποίησαν τὶς αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσματα, ταύτισαν καὶ ἐξίσωσαν τὴν ἀλήθεια μὲ τὴν πλάνη, τὴν ἀληθὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου καὶ τῶν Ἀποστόλων μὲ τὶς ψευτοδιδασκαλίες τῶν νέων ψευδοπροφητῶν καὶ ψευδοδιδασκάλων. Οἱ Προτεστάντες δέχθηκαν καὶ ἐπρόβαλαν τὴν γνωστὴ «θεωρία τῶν κλάδων» (branch theory), σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ ἀληθὴς Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δὲν ὑπάρχει σὲ καμμία ἀπὸ τὶς ὑπαρκτὲς ὁρατὲς Ἐκκλησίες. Κάθε μιὰ ἀπὸ αὐτὲς εἶναι ἕνα τμῆμα, ἕνα κομμάτι, καὶ ὄχι ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία. Ὅπως στὸν κορμὸ τοῦ δένδρου ὑπάρχουν κλάδοι πολλοὶ ποὺ ἀποτελοῦν ἰσότιμα μέρη τοῦ δένδρου, ἔτσι καὶ οἱ ἐπιμέρους ἐκκλησίες εἶναι ἰσότιμα μέρη τοῦ δένδρου τῆς μιᾶς Ἐκκλησίας. Καμμιὰ ἀπὸ τὶς ἐκκλησίες δὲν μπορεῖ νὰ διεκδικήσει ἀποκλειστικὰ γιὰ τὸν ἑαυτό της ὅτι εἶναι ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία μάλιστα κατ΄αὐτοὺς δὲν εἶναι ὁρατὴ ἀλλὰ ἀόρατη καὶ ἰδανική. Εἶναι ὄντως ἐφυὴς ἡ θεωρία τῶν κλάδων. Ἂν ὅμως θέλει κανεὶς νὰ τὴν ἐφαρμόσει ἱστορικά, πρέπει νὰ καταλήξει στὸ συμπέρασμα, ὅτι ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ μερικοὶ κλάδοι ἀποκόπτονται ἀπό τὸν κορμὸ τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὲν τρέφονται ἀπὸ τοὺς χυμοὺς ξεραίνονται καὶ καταστρέφονται, ὅπως ἀκριβῶς διδάσκει ὁ Χριστὸς γιὰ τὴν ἄμπελο καὶ τὸ κλῆμα, τὴν κληματαριὰ δηλαδὴ καὶ τὴν κληματόβεργα, τὴν κληματίδα:
«... ἐὰν μὴ τις μένῃ ἐν ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς τὸ κλῆμα καὶ ἐξηράνθη, καὶ συνάγουσιν αὐτὰ καὶ εἰς τὸ πῦρ βάλλουσι καὶ καίεται.»
Ἡ θεωρία τῶν Κλάδων ἐπινοήθηκε ἀπὸ τὸν Προτεσταντισμὸ γιὰ νὰ μὴν χάσουν τὴν ἐκκλησιαστικότητα, τὸν δεσμὸ μὲ τὴν Ἐκκλησία ὅλες οἱ παραφυάδες οἱ προτεσταντικὲς ποὺ ξεφυτρώνουν συνεχῶς. Καὶ ἀπὸ τὴν πλευρὰ αὐτή, μὲ προτεσταντικὴ δηλαδὴ ἐκκλησιολογία, δικαιολογεῖται ὁ τίτλος «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιῶν», ὅπου στεγάζονται ἰσότιμα ὅλες οἱ προτεσταντικὲς ὁμάδες. Δὲν δικαιολογεῖται ἡ δική μας συμμετοχή, σὰν νὰ εἴμαστε κι ἐμεῖς μιὰ τέτοια παραφυάδα, καὶ συναποτελοῦμε μὲ ὅλους αὐτοὺς τὴν Ἐκκλησία. Δὲν δικαιολογεῖται γιὰ μᾶς ἐπίσης οὔτε ὁ ὅρος «ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν». Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δεδομένη, ἔστω καὶ ἂν ὑπάρχουν αἱρέσεις καὶ σχίσματα, ποὺ δὲν ἔλειψαν στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, μὲ μεγάλο ἀριθμὸ ὀπαδῶν καὶ σὲ μεγάλη γεωγραφικὴ καὶ ἐθνολογικὴ ἔκταση. Ἡ ἔκπτωση καὶ ἡ ἀποκοπὴ μιᾶς χώρας ἢ ἑνὸς ἔθνους ἀπὸ τὴν καθολικὴ τὴν οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία, δὲν παραβλάπτει τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ δένδρο παραμένει ἑνιαῖο, ὅταν ἀποκοπεῖ ἕνα κλαδί του, ὅπως καὶ τὸ κλῆμα ὅταν ἀποκοπεῖ ἡ κληματόβεργα. Γι΄αὐτὸ ὅπως ὀρθὰ παρατηρήθηκε:
«... ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ θεωρεῖ τὶς καθολικὲς καὶ προτεσταντικὲς ἐκκλησίες τῶν δυτικῶν χωρῶν, ὡς τὶς νόμιμες καὶ αὐθεντικὲς τοπικὲς ἐκκλησίες αὐτῶν τῶν χωρῶν. Χωρισμένες ἀπὸ τὸν κορμὸ τῆς Ὀρθοδοξίας, οἱ ἐκκλησίες αὐτὲς δὲν εἶναι πιὰ σὲ σχέση μὲ τὴν ὀρθόδοξη πίστη, ἡ μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, παρούσα σ΄αὐτὲς τὶς χῶρες.»
Συναφὴς πρὸς τὴν «θεωρία τῶν κλάδων» εἶναι ἡ θεωρία τῆς «Περιεκτικότητας» τῶν Ἀγγκλικανῶν, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει νὰ περιέχονται, νὰ συμπεριλαμβάνονται, μέσα στὴν ἐκκλησία, θεωρώντας νόμιμη αὐτὴ τὴν εὐρύτητα καὶ τὴν πλατειὰ ἀνοχή, οἱ πιὸ ἀντίθετες διδασκαλίες καὶ ἀποκλίσεις, ἀκόμη καὶ σὲ οὐσιώδη θέματα πίστεως, ἀρκεῖ νὰ μὴν διακοπεῖ ἡ κοινωνία καὶ ἡ ἑνότητα τῶν διαφωνούντων. Γίνεται ἀνεκτὴ π.χ. ἡ ἀμφισβήτηση τῆς διδασκαλίας τῆς Ἁγίας Γραφῆς περὶ ἀγγέλων καὶ δαιμόνων ἢ ἡ ἑρμηνεία της μὲ συμβολικὴ ἔννοια, τὰ θαύματα μπορεῖ νὰ θεωρηθοῦν ὡς ἀφύσικα καὶ μυθώδη συμβάντα, ἡ ὑπερφυσικὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἐκ τῆς Παρθένου ὡς μία φυσιολογικὴ γέννηση κατὰ τοὺς φυσικοὺς νόμους. Ἀκόμα καὶ τὸ θεμελιῶδες δόγμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, χωρὶς τὴν ὁποία δὲν ἔχει νόημα ἡ χριστιανικὴ πίστη, «εἰ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ἡμῶν», ἀνήκει στὴ σφαῖρα τοῦ συμβολισμοῦ καὶ δὲν ἀποτελεῖ ἱστορικὸ γεγονός. Ἂν προσθέσουμε καὶ τὰ τολμηρὰ ἀνοίγματα τῶν Ἀγγλικανῶν στὶς μέρες μας, τὴν ἔγκριση τῆς ἱερωσύνης τῶν γυναικῶν καὶ τὴν ἱερολόγηση τοῦ γάμου τῶν ὁμοφιλοφύλων, τὰ ὁποῖα βέβαια υἱοθετήθηκαν μετὰ ἀπὸ φοβερὲς ἐσωτερικὲς διαιρέσεις καὶ διαφωνίες, ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ἔχουν ξεπεραστεῖ ὅλα τὰ ὅρια, νομιμοποιοῦνται καὶ δικαιολογοῦνται ὅλες οἱ διαφωνίες καὶ ὅλες οἱ ἁμαρτίες, ἡ Ἐκκλησία γίνεται ξέφραγο ἀμπέλι, συνονθύλευμα καὶ συμπερίληψη ὅλων τῶν πλανῶν καὶ τῶν καινοτομιῶν.
Ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Ρωμαικαθολικισμοῦ, ἀπὸ τὸν ὁποῖο προῆλθε ὁ Προτεσταντισμός, φαίνεται κατ΄ἀρχὴν ὅτι ὑπάρχουν ὅρια, ἀφοῦ ἰσχύει καὶ ἐδῶ, ὅπως καὶ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τὸ ἀρχαῖο δόγμα «extra Ecclesiam nulla salus», ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας δὲν ὑπάρχει σωτηρία. Βρῆκε ἡ παπικὴ ἐκκλησιολογία τρόπο νὰ εὐρύνει τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ οὐσιαστικῶς νὰ δεχθεῖ τὴν ἀόρατη ἐκκλησία τῶν Προτεσταντῶν. Σύμφωνα μὲ αύτὴν τὴν ἀντίληψη ἀκόμη καὶ στὶς αἱρετικὲς καὶ σχισματικὲς ὁμάδες τὸ βάπτισμα εἶναι ἔγκυρο, ἐφόσον τελεῖται ὀρθῶς. Ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ ποὺ ἔχουν βαπτισθεῖ ὀρθῶς εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐκκλησιαστικότητα ὅμως αὐτὴ εἶναι ἀτελὴς· ὁλοκληρώνεται ὅταν τὰ μέλη αὐτῶν τῶν χωρισμένων ἀπὸ τὴν Ρώμη αἱρέσεων καὶ σχισμάτων ἀναγνωρίσουν τὸ παγκόσμιο πρωτεῖο δικαιοδοσίας τοῦ πάπα. Κάθε βαπτισμένος Χριστιανὸς ὁποιασδήποτε χριστιανικῆς ὁμολογίας ὑπάγεται στὴ δικαιοδοσία τοῦ πάπα, ἡ ἐκκλησιαστικότητα τῶν αἱρέσεων καὶ τῶν σχισμάτων εἶναι ὑπαρκτὴ καὶ πραγματική, ἁπλῶς εἶναι ἀτελής, ὁλοκληρούμενη μὲ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ παπικοῦ πρωτείου. Χωρὶς τὴν ἀναγνώριση τοῦ πρωτείου τοῦ πάπα δὲν προσφέρουν οἱ ἐκκλησίες αὐτὲς τὸ θεμελιῶδες μέσο σωτηρίας, γι΄αὐτὸ εἶναι ἐλλιπεῖς. Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ποὺ διατηρεῖ ὁ Παπισμὸς τὴν Οὐνία στὶς ὀρθόδοξες χῶρες, ἀλλὰ καὶ λατινικὴ ἱεραρχία ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχουν Λατῖνοι πιστοὶ.
Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Χρ. Ανδροῦτσος ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία ὑπολαμβάνει τοὺς ὀρθῶς βαπτιζόμενους ὡς:
«... de jure ἀνήκοντας εἰς αὐτὴ καὶ καθιστᾶ ἐπισκόπους διὰ τὰς παροικίας τῶν αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν.»
Ὁ ἴδιος ἐκτιμᾶ ὅτι αὐτὸ γίνεται γιὰ κυριαρχικοὺς καὶ ἐπεκτατικοὺς σκοπούς, διότι:
«... ἡ κατ΄ἀρχὴν ἀποδοχὴ τοῦ ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας βαπτίσματος εὐρύνει ὁμολογουμένως τὰ ὅρια τῆς μιᾶς ὁρατῆς Ἐκκλησίας, τιθέμενα μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἐκτὸς τῆς αὐλῆς διατελοῦντα, ὡς ἐνίστανται ὀρθῶς Διαμαρτυρόμενοι κριτικοί.»
Ἀπὸ ὅσα ἐν συντομία ἀναπτύχθηκαν προκύπτει ὅτι ἡ καταβαλλόμενη σήμερα προσπάθεια στὰ πλαίσια τῆς οἰκουμενικῆς κίνησης γιὰ τὴν προώθηση καὶ ἐπιβολὴ μιᾶς νέας, χωρὶς κανονικὰ ὅρια, ἐκκλησιολογίας, μὲ ἀποδοχὴ τῆς ἐκκλησιαστικότητας τῶν ἑτεροδόξων, δὲν ἀποτελεῖ γιὰ τὸν Ρωμαιοκαθολικισμὸ καὶ Προτεσταντισμὸ κάτι νέο, τὴν ἔναρξη μιᾶς νέα, δῆθεν, ἐποχῆς, ὅπως διατείνονται, μερικοὶ Ὀρθόδοξοι οἰκουμενίζοντες θεολόγοι, οὔτε ἐκτροπὴ ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστική τους αὐτοσυνειδησία καὶ παραχώρηση πρὸς χάριν τῆς ἑνότητας. Τὸ νέο συνίσταται στὸ ὅτι ἐνέπλεξαν καὶ ἐμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους σὲ ὅλη αὐτὴ τὴν ξένη προβληματικὴ καθόλη τὴν διάρκεια τοῦ 20ου αἰώνα, ὥστε σιγὰ σιγὰ νὰ ἀποδεχθοῦμε καὶ ἐμεῖς αὐτὲς τὶς ἐκκλησιολογικὲς θέσεις καὶ νὰ παύσουμε νὰ ἀποτελοῦμε μέτρο σύγκρισης καὶ γνώμονα ποὺ ἐλέγχει τὴν ἐκκλησιαστικότητά τους καὶ τοὺς ὠθεῖ ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, στὴν κατάσταση τῆς αἱρέσεως καὶ τοῦ σχίσματος.
Αὐτὰ λέγονται γιὰ τοὺς ἐνθουσιῶδεις Ὀρθόδοξους οἰκουμενιστάς, οἱ ὁποῖοι καυχῶνται καὶ αὐτοθαυμάζονται γιὰ μιὰ δῆθεν νέα ἐποχὴ ποὺ ἄνοιξε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο μὲ τὶς πατριαρχικὲς ἐγκυκλίους τῶν ἐτῶν 1902, 1904 καὶ 1920. Σ΄αὐτήν, λοιπόν, τὴν νέα ἐποχὴ αὐτὸ ποὺ κατορθώθηκε εἶναι νὰ νομιμοποιήσουμε τὶς αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσματα τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ, νὰ γκρεμίσουμε τὰ ὅρια «ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν», τὰ ὁποῖα μερικοὶ χαρακτήρισαν ὡς τείχη τοῦ Βερολίνου, ἄλλοι δὲ ἔφθασαν στὸ σημεῖο νὰ χαρακτηρίσουν τοὺς ἱεροὺς κανόνες, ποὺ Θέτουν αὐτὰ τὰ ὅρια, ὡς τείχη τοῦ αἴσχους, τοὺς δὲ Ἁγίους ποὺ ἀγωνίσθηκαν νὰ τὰ περιφρουρήσουν ὡς ἔχοντας τὴν ἀνάγκη τῶν προσευχῶν μας καὶ τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ, γιατὶ διήρεσαν τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχει πράγματι ἀνάγκη τοῦ Θείου ἐλέους καὶ τῶν προσευχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων γιὰ ὅσους ἐρωτοτροποῦν καὶ συμφύρονται μὲ τὴν πλάνη. Δὲν αἰσθάνονται ἄραγε κάποιον ἔλεγχο, ὅταν ἡ Ἐκκλησία μας ἀναθεματίζει τοὺς αἱρετικοὺς ὅλων τῶν ἐποχῶν, ὅταν ψάλλει γιὰ τοὺς Πατέρες ποὺ ἀγωνίσθηκαν ἐναντίον τῶν αἱρέσεων λέγουσα:
«... λίαν ηὔφρανας τοὺς Ὀρθοδόξους καὶ κατήσχυνας τοὺς κακοδόξους», ὅταν τοὺς χαρακτηρίζει ὡς «μυρίπνοα ἄνθη τοῦ Παραδείσου καὶ πάγχρυσα στόματα τοῦ Λόγου;»
Κατὰ τὴν σταθερὴ αὐτοσυνειδησία τῶν Ὀρθοδόξων, ὅπως λέγει ὁ Μητροπολίτης Μόσχας Πλάτων:
«... ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνον ἡ ἀληθὴς Ἐκκλησία, ἀλλ΄ἡ μόνη Ἐκκλησία.»
Καὶ ὅπως προσθέτει ὁ ἐπίσης Μόσχας Μακάριος:
«... εἶναι ἡ μόνη ἥτις μένει πιστὴ εἰς τὰς ἀρχαίαςι Οίκουμενικὰς Συνόδους καὶ κατ΄ἀκολουθίαν αὐτὴ μόνη ἀντιπροσωπεύει τὴν ἀληθὴ καθολικὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, ἥτις εἶναι ἀλάνθαστος.»
Αὐτὴν τὴν πίστην προέβαλλαν καὶ ἐδίδασκαν τὸ Οἰκουμενικὸ πατριαρχεῖο καὶ ὅλες οἱ τοπικές αὐτοκέφαλες ἐκκλησίες μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ 20ου αἰῶνος τοῦ ἀπατεῶνος, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ περίοδο αὐτοαιχμαλωσίας τῶν Ὀρθοδόξων στὰ γοητευτικὰ κηρύγματα τῶν σειρήνων τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς ἐκκοσμίκευσης. Εἶναι πολὺ ἐνδιαφέρον νὰ παρακολουθήσει κανεὶς τὸ πῶς φθάσαμε σταδιακὰ σ΄αὐτὴν τὴν νέα πνευματικὴ αἰχμαλωσία, ἐντοπίζοντας τοὺς σταθμοὺς καὶ τὰ πρόσωπα, ὅπως καὶ τὶς εὐθῦνες ὅλων ὅσοι ἔβλεπαν καὶ βλέπουν τὴν νέα ἀποστασία καὶ σιωποῦν. Θὰ τὸ ἐπιχειρήσουμε κάποια ἄλλη φορά.
ΟΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ ΕΚΤΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥΣ ΧΩΡΙΣ ΧΑΡΗ, ΟΙ ΙΕΡΕΙΣ ΤΟΥΣ ΧΩΡΙΣ ΙΕΡΩΣΥΝΗ
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ νέος Παράδεισος, ἡ νέα φυτεία, ὁ νέος ἀμπελὼν ποὺ φύτευσε ὁ Θεὸς στὸν κόσμο, γιὰ νὰ ἀποτελέσει τὸν μοναδικὸ χῶρο, τὸ μοναδικὸ ἐργαστήριο τῆς σωτηρίας καὶ θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς ἵδρυσε τὸν θεανθρώπινο αὐτὸ θεσμό, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν γνωστὴ εἰκόνα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἶναι σῶμα Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ὅλοι οἱ πιστοί, κλῆρος καὶ λαός, μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχει ἕνα μοναδικὸ σῶμα, μιὰ Ἐκκλησία, δὲν ὑπάρχουν πολλὲς ἐκκλησίες, πολλὰ σώματα μὲ τὴν ἴδια κεφαλή. Γι΄αὐτὸ καὶ στὸ σύμβολο τῆς Πίστεως ὁρίζεται ὅτι πιστεύουμε:
«... εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν.»
Ἡ ἐνσωμάτωση καὶ συσσωμάτωση στὴν Ἐκκλησία προϋποθέτει ἀπαραίτητα τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως, τὴν άποδοχὴ σύνολης τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων, χωρὶς διάκριση οὐσιωδῶν καὶ ἐπουσιωδῶν θεμάτων. «Ὁ τὸ ἕν λυμαινόμενος», ἀκόμη κι ἂν εἶναι μικρὸ καὶ ἐπουσιῶδες, «τὸ πᾶν λυμαίνεται». Τὸ οἰκοδόμημα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἁρμονικὰ καὶ ἄψογα κτισμένο τῇ ἐπιστασίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπάνω στὰ θεμέλια τῶν Ἀποστόλων μὲ ἀκρογωνιαῖο λίθο τὸν Χριστό. Δὲν ὑπάρχουν ἄχρηστα ὑλικὰ γιὰ νὰ τὰ ἀφαιρέσεις οὔτε κακοτεχνίες καὶ κενὰ γιὰ νὰ προσθέσεις. Τεχνίτης καὶ δημιουργὸς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ἄχρηστα ὑλικὰ καὶ προσθαφαιρέσεις ἐπιχείρησαν νὰ θέσουν καὶ νὰ διαπράξουν οἱ αἱρετικοι, ἐμποδίθηκαν ὅμως ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες.
Ὅσοι δίδαξαν καὶ παραδίδουν διαφορετικὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἐδίδαξε καὶ παρέδωσε ὁ Χριστὸς στοὺς Ἀποστόλους καὶ δι΄αὐτῶν στὴν Ἐκκλησία εἶναι ψευδοπροφῆτες, ψευδοδιδάσκαλοι, καὶ ψευδοποιμένες, οἱ ὁποῖοι ἀναβαίνουν καὶ εἰσέρχονται ἀλλαχόθεν είς τὴν μάνδραν καὶ κατασπαράσσουν τὰ πρόβατα. Αὐτοὶ βρίσκονται ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας, δὲν πρέπει νὰ ἀκοῦμε τὴν διδασκαλία τους καὶ νὰ τοὺς ἀκολουθοῦμε. Εἶναι οἱ πάσης φύσεως καὶ προελεύσεως αἱρέσεις, οἱ ὁποῖες ἐμφανίσθηκαν ἀκόμη καὶ ἐπὶ ἐποχῆς τῶν Ἀποστόλων, ταλαιπώρησαν τὴν Ἐκκλησία κατὰ τὴν δισχιλιετὴ πορεία της καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ τὴν ταλαιπωροῦν καὶ σήμερα.
Γιὰ νὰ ἀποτραπεῖ ἡ εἴσοδος τῶν αἱρετικῶν στὴν Ἐκκλησία ἢ ἡ ἔξοδος τῶν πιστῶν καὶ ἡ εἴσοδός τους σὲ αἱρετικοὺς χώρους ἔξω ἀπὸ τὸν παράδεισο τῆς Ἐκκλησίας, οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ Πατέρες ὕψωσαν ὅρια, ἔθεσαν φραγμούς. Δὲν εἶναι ξέφραγο ἀμπέλι ἡ Ἐκκλησία. Στὴν παραβολὴ τοῦ ἀμπελῶνος μὲ τοὺς κακοὺς γεωργούς, λέγει ὁ Κύριος ὅτι:
«... ἄνθρωπός τις ἦν οἰκοδεσπότης, ὅστις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ φραγμὸν αὐτῷ περιέθηκε.»
Φραγμὸς εἶναι ἡ ἀποστολικὴ πίστη καὶ παράδοση, τὰ δόγματα τῆς ἀληθείας, οἱ κανόνες καὶ οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅσα ἐν συμφωνία διδάσκουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Μόνιμη σύσταση καὶ στάση τῶν Ἁγίων Πατέρων στὶς συνόδους καὶ τὰ συγγράμματά τους εἶναι:
«... μὴ μετέρης ὅρια ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν.»
Καὶ ἡ προσευχομένη καὶ λατρεύουσα Ἐκκλησία ἐκφράζει τὸ ἴδιο μὲ τὸ θαυμάσιο κοντάκιο τῆς Κυριακῆς τῶν Πατέρων:
«Τῶν Ἀποστόλων τὸ κήρυγμα καὶ τῶν Πατέρων τὰ δόγματα τῇ Ἐκκλησίᾳ μίαν τὴν πίστιν ἐκράτυνεν, ἢ καὶ χιτῶνα φοροῦσα τῆς ἀληθείας, τὸν ὑφαντὸν ἐκ τῆς ἄνω θεολογίας, ὀρθοτομεῖ καὶ δοξάζει τῆς εὐσεβείας τὸ μέγα μυστήριον.»
Οἱ Ἀπόστολοι συνιστοῦν νὰ κρατοῦμε τὰ παραδοθέντα, νὰ μὴ δεχόμαστε διαφορετικὲς διδασκαλίες ἀπὸ τὶς παραδοθεῖσες, ἀκόμη καὶ ἂν κατέβει ἄγγελος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ μᾶς τὶς διδάξει, νὰ μὴν συναναστρεφόμαστε μὲ αἱρετικοὺς οὔτε κἂν νὰ τοὺς χαιρετοῦμε:
«... καὶ χαῖρειν αὐτοῖς μὴ λέγετε.»
Ὅσα περὶ αἱρετικῶν διδάσκει τὸ Εὐαγγέλιο τὰ ἐπανέλαβε καὶ τὰ ἐτόνισε στοὺς ἱεροὺς κανόνες ἡ Ἐκκλησία, οἱ ὁποῖοι ἀπαγορεύουν νὰ συμπροσευχόμαστε μὲ αἱρετικοὺς ἢ νὰ ἀναγνωρίζουμε καὶ νὰ δεχόμαστε τὰ μυστήρια τῶν αἱρετικῶν, τὰ ὁποῖα θεωροῦν ἄκυρα καὶ ἔρημα τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Οἱ παραβαίνοντες αὐτοὺς τοὺς κανόνες πιστοί, ἐὰν εἶναι κληρικοὶ καθαιροῦνται, ἐὰν εἶναι λαϊκοὶ ἀφορίζονται.
Ἡ αὐστηρότητα αὐτὴ τοῦ Κυρίου, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων δὲν ἔχει δικανικό, τιμωρητικὸ χαρακτήρα, ὅπως ἀκριβῶς καὶ τὰ ἐπιτίμια ποὺ ἐπιβάλλουν οἱ πνευματικοὶ κατὰ τὴν ἐξομολόγηση. Ἔχει παιδαγωγικό, φιλανθρωπικὸ χαρακτήρα. Ἀποβλέπει στὸ νὰ ἐξασφαλίσει τὴν σωτηρία στὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, νὰ μὴν παρασυρθοῦν καὶ προσχωρήσουν στὶς αἱρέσεις καὶ στὰ σχίσματα. Σὲ ὅσους βρίσκονται μέσα στὶς αἱρέσεις, εἶτε ἐκ καταγωγῆς καὶ γεννήσεως, εἶτε μὲ ἐθελούσια προσχώρηση, μεταφέρει τὸ μήνυμα νὰ μὴν ἐπαναπαυθοῦν πὼς μποροῦν δῆθεν καὶ ἐκεῖ νὰ σωθοῦν, ὅπως διακηρύσσουν πολλοὶ οἰκουμενιστὲς ὀρθόδοξοι θεολόγοι καὶ κληρικοί, οἱ ὁποῖοι φθάνουν στὸ σημεῖο νὰ ἀποτρέπουν τὴν προσέλευση ἑτεροδόξων στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἡ αἵρεση ἀποτελεῖ χωρισμὸ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀπώλεια τῆς σωτηρίας. Ὑπάρχει ἕνα μόνο ἐργαστήριο τῆς σωτηρίας, ἡ Ἐκκλησία. Δὲν ὑπάρχουν παράλληλα ἐργαστήρια, ἄλλοι χῶροι ὅπου μπορεῖ κάποιος νὰ σωθεῖ.
Άπὸ τὸ πλῆθος τῶν πατερικῶν ἐπισημάνσεων περὶ τοῦ ὅτι ἡ αἵρεση ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια μνημονεύουμε ἐδῶ ἐλάχιστες. Ὁ Μ. Βασίλειος στὴν πρώτη κανονική του ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Ἀμφιλόχιο Ἰκονίου διδάσκει ὅτι οἱ κληρικοὶ ποὺ ὑπάρχουν στὶς αἱρέσεις καὶ στὰ σχίσματα δὲν μεταδίδουν τὴν Θεία Χάρη, τὴν ὁποία οἱ ἴδιοι ἔχουν χάσει:
«Οἱ δὲ τῆς Ἐκκλησίας ἀποστάντες οὐκέτι ἔσχον τὴν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εφ΄ ἑαυτοῖς, ἐπέλιπε γὰρ ἡ μετάδοσις τῷ διακοπῆναι τὴν ἀκολουθίαν... οἱ δὲ ἀπορραγέντες, λαϊκοὶ γενόμενοι, οὔτε τοῦ βαπτίζειν, οὔτε τοῦ χειροτονεῖν εἶχον τὴν ἐξουσίαν, οὐκέτι δυνάμενοι Χάριν Πνεύματος Ἁγίου παρέχειν, ἧς αύτοὶ ἐκπεπτώκασιν.»
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἐπίσης στὸ κλασικὸ δογματικό του ἔργο «Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως» συνιστᾶ:
«Πάσῃ δυνάμει φυλαξώμεθα μὴ λαμβάνειν μετάληψιν αἱρετικῶν μήτε διδόναι "μὴ γὰρ δῶτε τὰ ἅγια τοῖς κυσίν", φησὶν ὁ Κύριος, "μηδὲ ρίπτετε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων", ἵνα μὴ μέτοχοι τῆς κακοδοξίας καὶ τῆς αὐτῶν γινόμεθα κατακρίσεως»
Ἂς σκεφθοῦν τὶς εὐθῦνες τους ὅσοι ὑποδέχθηκαν καὶ ἀγκάλιασαν τὸν πάπα στὴν Ἀθήνα ὡς ἐπίσκοπο Ρώμης καὶ συνετέλεσαν στὸ γκρέμισμα τῶν ὁρίων καὶ στὴ φθορὰ καὶ ἀλλοίωση, στὴν ἄμβλυνση τῆς ὀρθοδόξου αὐτοσυνειδησίας. Ἱερεὺς τῶν Ἀθηνῶν, πνευματικός, μοῦ εἶπε ὅτι ἁπλοϊκοὶ ἄνθρωποι σχημάτισαν τὴν ἐντύπωση μὲ τὶς φιέστες καὶ τὶς ὑποδοχὲς ὅτι δὲν μᾶς χωρίζει τίποτα μὲ τοὺς παπικούς, ἔλαβαν μέρος στὴν παπικὴ λειτουργία τοῦ σταδίου καὶ μαζὶ μὲ τοὺς παπικοὺς μετέλαβαν καὶ αὐτοὶ ἀπὸ τὴν παπικὴ Θεία Εὐχαριστία, ἐπῆραν καὶ ἔφαγαν τὴν ὄστια. Νὰ ἀποκαλύψω ἀκόμα ὅτι ὄχι μόνο ἁπλοὶ πιστοί, ἀλλὰ καὶ καθηγητὲς θεολογικῶν σχολῶν Ὀρθόδοξοι, στὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ ἐξωτερικό, μεταλαμβάνουν τὴν ὄστια σὲ παπικὲς λειτουργίες. Ἤδη μᾶς ἔχει ἐπίσης καταγγελθεῖ ὅτι στὴ Σύρο οἱ μαθητὲς τῶν σχολείων ἐκκλησιάζονται ἐναλλὰξ στὶς παπικὲς καὶ ὀρθόδοξες ἐκκλησίες καὶ μεταλαμβάνουν ἀδιακρίτως ἀπὸ τὴν παπικὴ καὶ Ὀρθόδοξη Θεία Εὐχαριστία. Πρέπει ἐπίσης νὰ ἀναλογισθεῖ τὶς εὐθῦνες του τὸ Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας, τῆς πόλεως ὅπου γεννήθηκε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, τὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἔδωσαν στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Balamad στὸ Λίβανο, τὸ ὁποῖο προσχώρησε σὲ μυστηριακὴ διακοινωνία μὲ τοὺς Μονοφυσῖτες, ξεπερνώντας στὸ θράσος τοῦ Οἰκουμενισμοῦ τὰ ἄλλα πατριαρχεῖα.
Στὴ συνάφεια αὐτὴ ποὺ γίνεται λόγος περὶ τοῦ ὅτι στὴν αἵρεση χάνει κανεὶς τὴν σωτηρία του, ταιριάζει νὰ ἀναφέρουμε ἀπὸ τὸ Γεροντικὸ τὴν θαυμάσια σχετικὴ διήγηση, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία θέλησαν μερικοὶ νὰ δοκιμάσουν ἂν ὄντως ὁ ἀββὰς Ἀγάθων ἔχει μεγάλη διάκριση, ὅπως φημίζονταν. Τὸν ἐπισκέφθηκαν λοιπὸν καὶ σὲ ἐπανειλημμένα ἁμαρτήματα ποὺ τοῦ ἀπέδιδαν, λέγοντάς του ὅτι εἶναι πόρνος καὶ ὑπερήφανος, φλύαρος καὶ καταλάλος δὲν ὀργίσθηκε, ἀλλὰ ἔλεγε ὅτι ὄντως εἶναι ὅπως τὰ λέτε. Ὅταν ὅμως τοῦ εἶπαν ὅτι εἶναι αἱρετικός, ἀντέδρασε καὶ εἶπε ὅτι δὲν εἶναι. Ὅταν τοῦ ἐζήτησαν κατόπιν νὰ ἐξηγήσει, γιὰ ποιὸ λόγο μόνο γιὰ τό αἱρετικὸς ἀντέδρασε, ἀπάντησε ὅτι τὸ νὰ δέχεται κανεὶς ὅτι εἶναι ἁμαρτωλὸς εἶναι ὀφέλιμο, ἡ αἵρεση ὅμως εἶναι πράγμα πολὺ ἐπιζήμιο, γιατὶ χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό:
«Τὰ πρῶτα ἑμαυτῷ ἐπιγράφω, ὄφελος γὰρ ἐστὶ τῇ ψυχῇ μου. Τὸ δὲ αἱρετικὸς χωρισμὸς ἐστιν ἀπὸ τοῦ Θεοῦ καὶ οὐ θέλω χωρισθῆναι ἀπὸ Θεοῦ. Οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐθαύμασαν τὴν διάκρισιν αὐτοῦ, καὶ ἀπῆλθον οἰκοδομηθέντες.»
ΑΙΡΕΣΗ Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ. ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΘΗΚΕ ΑΠΟ ΣΥΝΟΔΟΥΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΟΣ ΑΓΙΩΝ
Ἴσως βέβαια ἰσχυρισθοῦν κάποιοι ὅτι ὅσα λέγουν οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ Πατέρες γιὰ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ τὶς αἱρέσεις ἰσχύουν γιὰ τοὺς ἀρχαίους αἱρετικοὺς ποὺ καταδικάσθηκαν ἀπὸ Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ ὄχι γιὰ τὸν Παπισμὸ καὶ τὸν Προτεσταντισμό, γιὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἔχουμε καταδίκη Οἰκουμενικῆς ἢ ἄλλης συνόδου. Δυστυχῶς ἐτόλμησαν νὰ τὸ ποῦν κι αὐτὸ τὴν περίοδο τῆς εἰσβολῆς τοῦ πάπα μερικοὶ θεολόγοι καὶ μάλιστα Ἀρχιερεῖς. Γιὰ νὰ μὴν εἶναι ὁ δικός μου λόγος αὐστηρὸς θὰ παραθέσω αὐτὸ ποὺ λέγει μεταξὺ ἄλλων ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γιὰ τὴν ἀπαιδευσία καὶ ἀμάθεια πολλῶν κληρικῶν, οἱ ὁποῖοι δέν εἶναι καὶ σ΄αὐτὸ σοφοί, στὸ νὰ ἀντιλαμβάνονται τὴν ἀπαιδευσία τους καὶ νὰ σιωποῦν:
«Οὔτω οὐδὲ αὐτὸ τοῦτο εἰσι σοφοί, τὴν ἑαυτῶν γιγνώσκειν ἀπαιδευσίαν.»
Καὶ τὸ χειρότερο μάλιστα εἶναι ὅτι τοὺς ἔχει ἀνατεθεῖ νὰ διδάσκουν ἄλλους, αὐτοὶ ποὺ δὲν καταλαβαίνουν τὴν ἀμάθειά τους:
«Καὶ ὃ τούτου πονηρότερον, παιδεύειν ἄλλους πεπιστευμένον τὸν μηδὲ τῆς οἰκίας ἀμαθείας ἐπαισθανόμενον.»
Ὑπάρχει, Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς, οἱ τὰ τοῦ πάπα φρονοῦντες καὶ ὑποστηρίζοντες, ὑπάρχει συνοδικὴ καταδίκη τοῦ filioque. Τί ἐμάθατε κατὰ τὶς θεολογικές σας σπουδές; Ἡ προσθήκη στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως ποὺ διέπραξαν οἱ Λατῖνοι προσθέσαντες ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται «καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ», τὸ γνωστὸ filioque, ἀπαγορεύται ἤδη προδρομικὰ ἀπὸ προηγούμενες οἰκουμενικὲς συνόδους, οἱ ὁποῖες ἀπαγορεύουν κάθε μεταβολὴ τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως. Μετὰ τὶς δύο πρῶτες οἰκουμενικὲς συνόδους, τὴν ἐν Νικαίᾳ (325) καὶ τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει (381), οἱ ἐπόμενες οἰκουμενικὲς σύνοδοι δὲν ἐτόλμησαν νὰ προσθέσουν ἢ νὰ ἀφαιρέσουν κάτι ἀπὸ τὸ Σύμβολο, τὸ θεώρησαν ἀπαραχάρακτο καὶ ἀμετάβλητο. Μολονότι π.χ. ἔγινε τόσος λόγος καὶ διεξήχθησαν μεγάλοι ἀγῶνες γιὰ τὸ ὄνομα τῆς Παναγίας «Θεοτόκος», τὸ ὁποῖο ἠρνεῖτο ὁ Νεστόριος, ἐν τοῦτοις δὲν τὸ προσέθεσαν. Ἡ ἴδια μάλιστα σύνοδος ποὺ ἀσχολήθηκε μὲ τὸ θέμα αὐτό, ἡ Γ' ἐν Ἐφέσω Οἰκουμενικὴ Σύνοδος(431), εἰς τὸν ὅρο αὐτῆς γράφει ὅτι:
«... ὥρισεν ἡ ἁγία Σύνοδος, ἑτέραν πίστιν μηδενῖ ἐξεῖναι προφέρειν, ἤγουν συγγράφειν ἢ συντιθέναι παρὰ τὴν ὁρισθεῖσαν παρὰ τῶν ἁγίων Πατέρων τῶν ἐν τὴν Νικαέων συνελθόντων σὺν Ἁγίω Πνεύματι.»
Ὁ μετασχὼν καὶ πρωταγωνιστήσας σ΄αὐτὴν τὴν σύνοδο Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, γράφοντας στὸν Ἰωάννη Ἀντιοχείας, λέγει ὅτι:
«... οὐδενὶ ἐπιτρέπεται λέξιν ἀμεῖψαι τῶν ἐγκειμένων ἐκεῖσε, ἢ μίαν γοῦν παραβῆναι συλλαβὴν.»
Καμμία σύνοδος στὴν συνέχεια δέν ἐτόλμησε νὰ προσθέσει κάτι στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως. Ἀντίθετα ἐπαναλαμβάνουν τὴν ἀπαγόρευση γιὰ προσθήκη ἢ ἀφαίρεση, ὅπως ἡ Ζ' Οἰκουμενικὴ Σύνοδος , ἡ ὁποία διακήρυξε:
«Οὐδέν ἀφαιροῦμεν, οὐδέν πριστίθεμεν, ἀλλὰ πάντα τὰ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἀμείωτα διαφυλλάτωμεν.»
Στὶς συνοδικὲς αὐτὲς ἀπαγορεύσεις ἀναφερόμενος ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος Πάριος γράφει:
«Μέσα εἰς τοὺς ὅρους τούτους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων περιέχονται τὰ φρικτὰ ἀναθέματα κατ' ἐκείνων, ὅπου τολμήσουν νὰ βάλλουν τὸ μιαρὸν τους χέρι μέσα εἰς τὸ Ἅγιον Σύμβολον τῆς Πίστεως.»
Ἂν λοιπὸν ἀπαγορεύεται ὁποιαδήποτε προσθήκη, ἀκόμη καὶ ὀρθὴ θεολογικά, ὅπως ἡ λέξη «Θεοτόκος», πολὺ περισσότερο ἀπαγορεύεται ἡ προσθήκη αἱρετικῆς διδασκαλίας, ὅπως εἶναι τὸ filioque. Ἡ διδασκαλία αὐτὴ ἀντιμετωπίσθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὡς αἵρεση καὶ ὄχι ὡς θεολογούμενο, ὡς θέμα δηλαδὴ γιὰ τὸ ὁποῖο δικαιολογοῦνται διαφορετικὲς γνῶμες, ὅπως νομίζουν μερικοὶ καὶ μάλιστα ἐπίσκοποι. Ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι σαφέστατη, ὁριστικὴ καὶ ἀταλάντευτη, μετὰ μάλιστα τὴ σαφὴ καὶ φωτισμένη ἀνάλυση τοῦ θέματος ἀπὸ τὸ Μ. Φώτιο στὸ ἔργο του «Λόγος περὶ τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μυσταγωγίας». Ἡ θεωρούμενη ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους ὡς Η' Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τοῦ 879, ποὺ συγκάλεσε ὁ Μ. Φώτιος, στὴν ὁποία μάλιστα παρίσταντο ἐκπρόσωποι τῆς ὀρθοδοξούσης ἀκόμη Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης, κατεδίκασε τὸ filioque ὡς ἀθέμιτη προσθήκη, ὅπως ἔκαναν καὶ οἱ προηγούμενες σύνοδοι. Στὴν ἐγκύκλιο ἐπιστολὴ ποὺ στέλνει ὁ Μ. Φώτιος «Πρὸς τοὺς τῆς Ἀνατολῆς ἀρχιερατικοὺς θρόνους» χαρακτηρίζει τὸ filioque ὡς δυσσεβὴ καὶ βλάσφημη διδασκαλία ποὺ στρέφεται ἐναντίον τῶν Εὐαγγελίων, τῶν συνόδων καὶ ἐναντίον ὅλων τῶν Ἁγίων. Παραθέτουμε τὸ κείμενο αὐτὸ:
«Ὁ Κύριος καὶ Θεὸς ἡμῶν φησὶν "Τὸ Πνεῦμα, ὅ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται", οἱ δὲ τῆς καινῆς ταύτης δυσσεβείας πατέρες, τὸ Πνεῦμα, φασίν, ὅ παρὰ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεται. Τὶς οὐ κλείσει τὰ ὦτα πρὸς τὴν ὑπερβολὴν τῆς βλασφημίας ταύτης; Αὕτη κατὰ τῶν Εὐαγγελίων ἵσταται, πρὸς τὰς Ἁγίας παρατάσσεται Συνόδους, τοὺς μακαρίους καὶ Ἁγίους παραγράφεται Πατέρας, τὸν Μέγαν Ἀθανάσιον, τὸν ἐν θεολογία περιβόητον Γρηγόριον, τὴν βασίλειον τῆς Ἐκκλησίας στολήν, τὸν Μέγαν Βασίλειον, τὸ χρυσοῦν τῆς οἰκουμένης στόμα, τὸ τῆς σοφίας πέλαγος, τὸν ὡς ἀληθῶς Χρυσόστομον. Καὶ τί λέγω τὸν δεῖνα καὶ τὸν δεῖνα; Κατὰ πάντων ὁμοῦ τῶν ἁγίων προφητῶν, ἀποστόλων, ἱεραρχῶν, μρτύρων, καὶ αὐτῶν τῶν δεσποτικῶν φωνῶν, ἡ βλάσφημος αὕτη καὶ θεομάχος φωνὴ ἐξοπλίζεται.»
Ὑπάρχει λοιπὸν προδρομικὴ καταδίκη καὶ ἀναθεματισμὸς ἀπὸ προηγούμενες συνὸδους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν Η' ἐπὶ Φωτίου Οἰκουμενική, ὅσων τολμοῦν νὰ προσθέσουν ἢ νὰ ἀφαιρέσουν ἀπὸ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως ἔστω καὶ μιὰ συλλαβή, ὅπως ἔκαναν οἱ Φράγκοι καὶ παρέσυραν τὴν Ρώμη στὴν προσθήκη τοῦ filioque, τῆς διδασκαλίας δηλαδὴ περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ», τὴν ὁποίαν ἐξακολουθοῦν νὰ δέχονται καὶ διδάσκουν οἱ Παπικοὶ καὶ οἱ ἐξ αὐτῶν προελθόντες Προτεστάντες.
Ὑπάρχουν οἱ ἡσυχαστικὲς σύνοδοι τῶν μέσων τοῦ 14ου αἰῶνος, ποὺ καταδίκασαν στὸ πρόσωπο τοῦ Βαρλαὰμ τοῦ Καλαβροῦ τὴν δυτικὴ διδασκαλία περὶ κτιστῆς Χάριτος, τὴν ἄρνηση τῶν ἀκτίστων θείων ἐνεργειῶν. Καὶ ὑπάρχουν πολλὲς σύνοδοι κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας μέχρι καὶ τοῦ τέλους τοῦ 19ου αἰῶνος, λίγα μόνο χρόνια πρὶν ἀρχίσει ὁ αἰώνας τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τῆς ἰσοπεδώσεως καὶ τῆς συγχύσεως πάντων, ποὺ καταδικάζουν τὶς αἱρέσεις τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Λουθηροκαλβινισμοῦ, ὅπως ἐπίσης καὶ πάμπολλες ὁμολογίες πίστεως, συμβολικὰ κείμενα τῶν Ὀρθοδόξων ποὺ πράττουν τὸ ἴδιο. Σὲ ἄλλη μας μελέτη θὰ παρουσιάσουμε σύντομα τὶς συνοδικὲς καὶ ἁγιοπατερικὲς μαρτυρίες περὶ τοῦ ὅτι ὁ Παπισμὸς εἶναι αἵρεση, ὥστε νὰ τὸ μάθουν ὅσοι δὲν τὸ γνωρίζουν ἢ δὲν κάνουν τὸν κόπο νὰ μελετήσουν, νὰ ἀφοπλισθοῦν δὲ καὶ ὅσοι διαστρέφουν τὰ πράγματα γιὰ νὰ παραπλανοῦν καὶ νὰ παρασύρουν.
Πάντως, ἀκόμη καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχαν συνοδικὲς ἀποφάσεις, ἀκόμη καὶ ἂν γιὰ διαφόρους λόγους δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ συγκληθοῦν σύνοδοι, αὐτὸ δὲν ἀπαλλάσσει τὸν Παπισμὸ καὶ τὸ γέννημά του τὸν Προτεσταντισμὸ ἀπὸ τὸν χαρακτῆρα τῆς αἱρέσεως. Στὴν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία τὸ ἀλάθητο ἀπονέμεται μόνο στὴν Ἐκκλησία καθ' ἑαυτήν, ὅπως αὐτὴ ἐκφράζεται ἀπὸ τὴν διαχρονικὴ συνείδηση τοῦ πληρώματος. Σύμφωνα μὲ τὴν ἐμπεδωμένη αὐτὴ αὐτοσυνειδησία ὅ,τι διδάσκεται πρέπει νὰ εἶναι σύμφωνο πρὸς ὅ,τι πάντοτε, πανταχοῦ καὶ ὑπὸ πάντων ἐπιστεύθη, κατὰ τὴ γνωστὴ θέση τοῦ ἐκ Λειρίνης Ἁγίου Βικεντίου. Ἡ συμφωνία αὐτὴ δὲν εἶναι συγχρονική, ἀλλὰ διαχρονική, δὲν περιορίζεται μόνο στοὺς ζώντας, ἐπεκτείνεται καὶ πρὸς τοὺς κεκοιμημένους, πρὸς τὰ μέλη τῆς θριαμβεύουσας Ἐκκλησίας, ποὺ ἀποτελοῦν καὶ αὐτοὶ ζῶντα ἐν οὐρανοῖς μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Καμμία σύνοδος ζώντων δὲν μπορεῖ νὰ διδάξει καὶ ν' ἀποφασίσει διαφορετικὰ ἀπὸ τὴν πίστη τῶν ἐν οὐρανοῖς Ἁγίων. Ἐπομένως καὶ οἱ ἀποφάσεις τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων τότε εἶναι ἀλάθητες καὶ ἰσχυρές, ὅταν ἐκφράζουν τὴν διαχρονικὴ συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν εἶναι ἀντίθετες πρὸς τὰ παραδεδομένα, ἀντιμετωπίζονται ὡς ἀποφάσεις ψευδοσυνόδων καὶ ἀπορρίπτονται. Ὑπῆρξαν σύνοδοι ποὺ συγκλήθηκαν ὡς γενικὲς καὶ οἰκουμενικὲς κὶι κατέληξαν νὰ χαρακτηρίζονται ληστρικές, ὡς συναγωγὲς πονηρευομένων, γιατὶ ἀκριβῶς ἦταν ἀντίθετες πρὸς τὴν πίστη τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας, νοουμένης καὶ τοπικῶς καὶ χρονικῶς καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τοῦ συνόλου τῆς ἀλήθειας. Ἀκόμη λοιπὸν καὶ ἂν κάποια οἰκουμενικὴ σύνοδος στὸ μέλλον ἀποφασίσει πὼς ὁ Παπισμὸς καὶ ὁ Προτεσταντισμὸς δὲν εἶναι αἱρέσεις, αὐτὸ δὲν πρόκειται νὰ γίνει δεκτό, γιατὶ ἀντιστρατεύεται στὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ἀντιστρατεύεται στὴν ἀλήθεια. Ἀλλοίμονον, ἂν ἦταν τόσο ἰσχυρὰ τὰ συνέδρια καὶ οἱ σύνοδοι τῶν ἀνθρώπων νὰ καταργήσουν τὸν Θεό, νὰ σβήσουν τὴν ἀλήθεια. Ἐπεχείρησαν νὰ τὸ κάνουν καὶ μὲ τὸ Χριστό, ἀλλὰ ἀπέτυχαν, καὶ θὰ ἀποτυγχάνουν ὅσοι προσπαθοῦν νὰ πολεμήσουν τὴν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ὁ εἰς τοὺς αἰώνας ἐπεκτεινόμενος.
Ἡ πίστη καὶ ἡ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας περὶ τοῦ ὅτι ὁ Παπισμὸς καὶ κατόπιν ὁ Προτεσταντισμὸς εἶναι αἱρέσεις εἶναι ὁλοφάνερη καὶ ἀστασίαστη. Μπορεῖ κανεὶς νὰ γεμίσει ὁλόκληρους τόμους, ἂν καταγράψει τὸ σχετικὸ ὑλικό, μεγάλο μέρος τοῦ ὁποίου ὑπάρχει στὴν περισπούδαστη μελέτη τοῦ Ἀρχιμ. Σπυρίδωνος Μπιλάλη, «ἡ αἵρεσις τοῦ filioque». Ποῦ νὰ μαζέψει κανείς καὶ τὰ περὶ τῶν ἄλλων αἱρέσεων καὶ πλανῶν τοῦ Παπισμοῦ ποὺ πλησιάζουν τὶς εἴκοσι; Ἐνδεικτικῶς ἐδῶ θὰ παραθέσουμε μερικὲς γνῶμες. Ὁ ὅσιος Μελέτιος ὁ Ὁμολογητής, ὁ Γαλησιώτης, σὲ ποίημά του μὲ τίτλο «Ὅτι αἱρετικοὶ εἰσιν οἱ Ἰταλοὶ καὶ οἰ συγκοινωνοῦντες αὐτῶν ἀπόλλυνται» γράφει ὅτι μερικοὶ ἀμαθεῖς ποιμένες ἰσχυρίζονται ὅτι δὲν εἶναι αἱρετικοὶ οἱ Ἰταλοί. Ὁλόκληρος ὅμως ὁ χορὸς τῶν Πατέρων τοὺς καταδικάζει, ὅποιος, δὲ, κοινωνεῖ μὲ τοὺς Λατῖνους χωρίζεται ἀπὸ τὸ Χριστὸ καὶ τοὺς Ἁγίους:
Μέγιστα γὰρ ἐσφάλησαν καὶ πάμπολλα Λατῖνοι
Πᾶς τῶν Πατέρων ὁ Χορὸς αὐτοὺς καταδικάζει,
Αἱρετικοῖς συντάττεται καὶ σύμπας ὁ Λατῖνοις
Συγκοινωνὼν μεμέρισται Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων.
Καὶ ἀφοῦ παραθέσει πολλὲς μαρτυρίες Ἁγίων συμπεραίνει:
Ἔγνως ἐξ ὦν εἰρήκαμεν ὁλίγων παρανόμων
Ἐν δόγμασι βλασφημιῶν, παρατροπῶν ἐν ἔθει
Τοὺς Ἰταλοὺς αἱρετικούς; Πῶς γοῦν ἡ κοινωνία
Ἡμῖν τούτων ἀβλαβὴς τοῖς ἐκτελοῦσι ταύτην;
Ἢ πῶς οὐκ ἂν αἱρετικοὶ κληθεῖεν οἱ Λατῖνοι
Τοσαῦτα παραβαίνοντες, καινίζοντες τοσαῦτα;
Ἀφήνουμε ὅσα λέγουν πάμπολλοι Ἅγιοι Πατέρες, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ ὁ Ἅγιος Μάρκου Ἐφέσου ὁ Εὐγενικός, καὶ θὰ παραθέσουμε ὅσα λέγουν οἱ Ἅγιοι Συμεὼν Θεσσαλονίκης καὶ Ἀθανάσιος Πάριος. Ὁ Ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης, γνωστὸς περισσότερο ὡς λειτουργιολόγος καὶ μυσταγωγός, στὰ ἔργα του ἀναφέρεται συχνὰ στὶς καινοτομίες τῶν Λατίνων. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ποιμαντορίας του στὴ Θεσσαλονίκη, 1416/17-1429, οἱ Θεσσαλονικεῖς παρέδωσαν τὴν πόλη στοὺς Βενετοὺς (1423), γιὰ νὰ τὴν γλιτώσουν ἀπὸ τοὺς Τούρκους, οἱ ὁποῖοι τελικὰ τὴν κατέλαβαν τὸ 1430, λίγους μῆνες μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου Συμεών (1429). Οἱ Βενετοὶ προσπάθησαν νὰ ἐκλατινίσουν τοὺς κατοίκους εἰσάγοντες καινοτομίες τῶν Λατίνων. Ἀντέδρασε ὅμως ποιμαντικὰ ὁ Ἅγιος Συμεών, γι' αὐτὸ καὶ πολλὲς φορὲς στὰ συγγράμματά του συναντοῦμε ἀναφορὲς στὶς καινοτομίες καὶ τὶς πλᾶνες τῶν Λατίνων. Συγκαταλέγει ἀπερίφραστα τοὶς Λατίνους μεταξὺ τῶν αἱρετικῶν στὸ μεγάλο δογματολειτουργικό του ἔργο «Διάλογος ἐν Χριστῷ κατὰ πασῶν τῶν αἱρέσεων καὶ περὶ τῆς μόνης πίστεως τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῶν ἱερῶν τελετῶν Τὲ καὶ μυστηρίων πάντων τῆς Ἐκκλησίας». Στὸ πρῶτο μέρος τοῦ ἔργου, τὸ δογματικό, ἀναπτύσσει ἐν πρῶτοις τὰ περὶ τῶν παλαιῶν αἱρέσεων, ὅσες ἐμφανίσθηκαν μέχρι τὴν Ζ' Οἰκουμενικἠ Σύνοδο. Μεγάλο ἀριθμὸ κεφαλαίων ἀφιερώνει στοὺς Λατίνους ὡς τὴν τελευταία αἵρεση ποὺ ἐμφανίσθηκε στὴν Ἐκκλησία μετὰ τὴν Ζ' Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Γράφει ἐπὶ λέξει:
«Ἐναπολέλειπται μαθεῖν καὶ τὶς ἄρα τῶν αἱρέσεων μετὰ τὴν οἰκουμενικὴν σύνοδον τὴν ἑβδόμην παρεισεφθάρη τῇ Ἐκκλησίᾳ, καὶ τινὰ τὴν λύμην εἰργάσατο, καὶ πὼς ἀπολογητέον πρὸς τοὺς ταύτης ἐξεχομένους.»
Κατὰ τὸν Ἅγιο Συμεὼν ὁ Παπισμὸς προεκάλεσε στὴν Ἐκκλησία μεγαλύτερη ζημιὰ ἀπὸ ὅση προεκάλεσαν ὅλες μαζὶ οἱ αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσματα. Οἱ Ὀρθόδοξοι ἔχουν κοινωνία μὲ τοὺς πρὸ τοῦ σχίσματος ὀρθοδόξους πάπες καὶ τοὺς ἑορτάζουν ὡς ἀγίους. Οἱ μετὰ τὸ σχῖσμα πάπες εἶναι αἱρετικοί. Ἔπαυσαν νἀ εἶναι διάδοχοι στὸ θρόνο τῆς Ρώμης, ἐπειδὴ δὲν ἔχουν τὴν διαδοχὴ τῆς ἀλήθειας. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ τὸν ἑκάστοτε πάπα:
«... οὐ μόνον οὐ κοινωνικὸν ἔχομεν, ἀλλὰ καὶ αἱρετικὸ ἀποκαλοῦμεν.»
Λόγω τῆς βλασφημίας ἐναντίον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ filioque ἔχασαν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, καὶ ὅλα σ' αὐτοὺς εἶναι ἀχαρίτωτα. Κωδικοποιεῖ ὁ Ἅγιος Συμεών λίγο πρὸ τῆς Τουρκοκρατίας τὴν πίστη τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας:
«Βλασφημοῦσιν ἄρα οἱ καινοτόμοι καὶ πόρω τοῦ Πνεύματος εἰσι, βλασφημοῦντες κατὰ τοῦ Πνεύματος, καὶ οὐκ ἐν αὐτοῖς ὅλως τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, διὸ καὶ τὰ αὐτῶν ἀχαρίτωτα, ὡς τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος ἀθετοῦντων καὶ ὑποβιβαζόντων αὐτό... διὸ καὶ τὸ Πνεῦμα οὐκ έν αὐτοῖς τὸ Ἅγιον, καὶ οὐδὲν πνευματικὸν ἐν αὐτοῖς καὶ καινὰ πάντα καὶ ἐξηλλαγμένα τὰ ἐν αὐτοῖς καὶ παρὰ τὴν θείαν παράδοσιν.»
Ὁ ἐσχάτως ἐπίσης ἐνταχθεὶς μεταξὺ τῶν Ἁγίων μεγάλος διδάσκαλος τῆς Τουρκοκρατίας καὶ ἕνας ἐκ τῶν τριῶν Κολλυβάδων Ἁγίων Ἀθανάσιος ὁ Πάριος ἔχει ἐνδιαφέρουσες ἀναφορὲς στὴν Δογματική του, στὸ γνωστὸ δηλαδὴ ἔργο του «Ἐπιτομὴ τῶν θείων τῆς πίστεως δογμάτων». Στὸ κεφάλαιο «Περὶ Ἐκκλησίας» ἀναλύοντας τὰ τέσσερα γνωρίσματά της, ὅπως προκύπτουν ἀπὸ τὸ ἱερὸ Σύμβολο στὴ φράση «εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν» γράφει:
«Μία ἡ Ἐκκλησία, ὅτι καὶ εἰς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα, εἰς Θεὸς καὶ Πατὴρ πάντων. Ἐκσυρρίτονται ἄρα τοῦδε τῆς Ἐκκλησίας ἑνιαίου συστήματος τὰ πολυσχιδῆ τῶν αἱρετικῶν κόμματα, ἃ δὴ καὶ ἐκκλησίαι πονηρευομένων ἀκούουσιν, ἃ κατὰ διαφόρους καιροὺς ὁ τῆς ἀληθείας ἐχθρὸς τῷ ὑγιεῖ σίτῳ τῶν Ὀρθοδόξων ζιζανίων δίκην ἐνέσπειρε. Καὶ γὰρ οὐ μόνον τοὺς περὶ τὰ πρῶτα καὶ καίρια τῶν μυστηρίων κακοδοξούντας τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ἐκδιωκτέον, ἀλλὰ καὶ τοὺς περὶ τὰ δεύτερα, καὶ οἷον ἐπ' ἐκεῖνοις βεβηκότα, ὡσαύτως ὡς κακόφρονας ἀποβαλλόμεθα. Φασὶ γὰρ καὶ οἱ νόμοι τῶν βασιλέων, ὅτι αἱρετικός ἐστι, καὶ ταῖς τῶν αἱρετικῶν ὑπόκειται ποιναῖς ὁ καὶ μικρὸν τί τῆς ὀρθῆς πίστεως παρεκκλίνων. Φησὶ Δὲ καὶ ἡ δεσποτικὴ φωνὴ ὅτι ἐὰν καὶ τῆς ἐκκλησίας παρακούση, ἔστω σοὶ ὥσπερ ὁ ἐθνικὸς καὶ ὁ τελώνης.»
Παραθέτει μάλιστα σὲ ὑποσημείωση ἀπὸ ἔργο καλούμενο Δοκίμιο τὰ ἑξῆς ἐνδιαφέροντα:
«Τί Δέ; Ἦττον ἄρα τὶς ἀπορήσειεν, εἰ διανοηθείη, ὅπως ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν, ὁ ἐγγὺς τῆς ἀσεβείας Λουθηροκαλβινισμός, μικροῦ τὸ ἥμισυ κατέσχε τῆς Εὐρώπης; Τί Δὲ ὁ Παπισμός, ὁ πατὴρ τοῦ Λουθηροκαλβινισμοῦ; Μάλιστα Δὲ καὶ καυχῶνται ὅτι γένη πάμπολλα εἰσί, καὶ βασίλεια μεγάλα καὶ κραταιά. Καὶ τοῦτο δὴ ἐστι τὸ λυπηρόν, ὅτι γένη τοσαῦτα καὶ λαοὶ πολυπληθεῖς ἐκκλησίαι εἰσὶ πονηρευομένων καὶ ἀλλότριοι τῆς μίας, ἁγίας, τῆς καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Καὶ μᾶλλον ἢ πρότερον. Πρότερον γὰρ ἦσαν αἱρετικοί, καθὰ δὴ καὶ νῦν εἰσι, διὰ τῆς εἰς τὸ Ἅγιον Σύμβολον προσθήκην. Νῦν Δὲ καὶ ἀβάπτιστοι ὅλως ἀποδείχθησαν ὄντες. Δι' ὃ καὶ τοὺς ἐξ αὐτῶν προσερχομένους, ὡς ἐθνικοὺς δεχόμενοι, ἆτε ἀβαπτίστους βαπτίζομεν κατὰ τὸν Ζ' κανόναν τῆς ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Β' Συνόδου. Παραλείπω τὰ μύρια ἄλλα παρ' αὐτῶν βδελύγματα. Ἀρμένιοι Δὲ καὶ Κόπται, οἱ κατ' Αἴγυπτον καὶ Συρίαν,κόμματα μὲν καὶ οὖτοι πονηρά, λυποῦσι Δὲ οὐδὲν τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, περιουσία τῆς ἰδίας αὐτῶν ἀπαιδευσίας.»
Ἁναφερόμενος στὸ θέμα τοῦ filioque καὶ ἐξηγὼν γιατὶ εἶναι αἵρεση γράφει στὴ συνέχεια:
«Ἐπειδὴ ἡ κακίστη αὐτὴ αἵρεσις (αἵρεσις γὰρ ἐστι, ὡς εἰς τὸ Η' ἄρθρο τῆς πίστεως πολυτρόπως βλασφημούσα διὰ τῆς ἐκ τοῦ Υιοῦ προσθήκης) ζῶσα καθ' ἡμᾶς ἐστι, καὶ οὐδὲ παύεται λυπούσα καὶ ταράττουσα τὴν καθ' ἡμᾶς ἁγίαν Ἐκκλησίαν, εἰ καὶ νῦν μετριώτερον ἣ ἐν τοῖς πρόσθεν χρόνοις, διὰ τὴν νῦν ὑπὸ τῶν ἀθέων ἐπεισκωμάσασαν ἀδιαφορίαν. Τούτου χάριν ὁ περὶ αὐτῆς ἢ κατ' αὐτῆς ἐνταῦθα λόγος φαίνεται ὤν ἀκόλουθος καὶ ἀναγκαῖος, οὐχ ἵνα Λατίνους νῦν μετὰ χιλιετίαν σχεδὸν πείσωμεν μεταμαθεῖν τὴν ἀλήθειαν, τοῦτο γὰρ οἶμαι ἀδύνατον, ἀλλὰ ἵνα τοὺς ἡμετέρους ἀσφαλίσωμεν, ὥστε μὴ ὑπὸ τῶν συνήθων αὐτοῖς σοφισμάτων καὶ ψευδοεξηγήσεων παρασύρεσθαι εἰς τὴν ἀπώλειαν.»
Παραθέτουμε καὶ τὴν γνώμη τοῦ γνωστοῦ Σέρβου ὁσίου γέροντος καὶ μεγάλου θεολόγου π. Ἰουστίνου Πόποβιτς, ὁ ὁποῖος γράφει:
«Ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι κοινὸν ὄνομα διὰ τοὺς ψευδοχριστιανισμούς, διὰ τὰς ψευδοεκκλησίας τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Μέσα του βρίσκεται ἡ καρδιὰ ὅλων τῶν εὐρωπαϊκῶν οὐμανισμῶν, μὲ ἐπικεφαλὴς τὸν Παπισμόν. Ὅλοι δὲ αὐτοὶ οἱ ψευδοχριστιανισμοί, ὅλαι αἱ ψευδοεκκλησίαι, δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο παρὰ μία αἵρεσις παραπλεύρως εἰς τὴν ἄλλην αἵρεσιν. Τὸ κοινὸ εὐαγγελικὸ ὄνομά των εἶναι παναίρεσις. Διατί; Διότι εἰς τὸ διάστημα τῆς ἱστορίας αἱ διάφοροι αἱρέσεις ἠρνοῦντο ἢ παρεμόρφωνον ἰδιώματά τινα τοῦ Θεανθρώπου καὶ Κυρίου Ἰησοῦ, αἱ δὲ εὐρωπαϊκαὶ αὗται αἱρέσεις ἀπομακρύνουν ὁλόκληρον τὸν Θεάνθρωπον καὶ εἰς τὴν θέσιν του τοποθετοῦν τὸν Εὐρωπαῖον ἄνθρωπον. Ἐδῶ δὲν ὑπάρχει οὐσιαστικὴ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Παπισμοῦ, Προτεσταντισμοῦ καὶ ἄλλων αἱρέσεων ὧν τὸ ὄνομα λεγεών.»
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ἀπέναντι λοιπὸν στὶς εὐρεῖες ἐκκλησιολογίες τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ ποὺ γκρέμισαν ὅλα τὰ ὅρια καὶ τὶς διαχωριστικὲς γραμμὲς ἀνάμεσα στὶς χριστιανικὲς ὁμολογίες, τώρα μάλιστα ἐπεκτείνουν τὸ ἐγχείρημα καὶ πρὸς τὶς θρησκεῖες, ἡ Ὀρθόδοξη Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία δὲν διστάζει νὰ προβάλλει τὴν δική της ἀποκλειστικὴ ἐκκλησιολογία, διδάσκουσα ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἀληθὴς καὶ σώζουσα Ἐκκλησία, ὅπως ἀποκλειστικὴ εἶναι καὶ ἡ Χριστολογία καὶ ἡ σωτηριολογία. Μόνον ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ φῶς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή, δὲν ὑπάρχει ἄλλο ὄνομα «ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς». Γι' αύτὸ καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλη Ἐκκλησία, ἄλλο σῶμα Χριστοῦ μὲ κεφαλὴ τὸν Χριστό, δὲν ὑπάρχουν ἄλλα παράλληλα ἐργαστήρια σωτηρίας.
Ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν, τὸ «ἵνα πάντες ἕν ὦσι», ποὺ ἔγινε τὸ σύνθημα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, δὲν θὰ ἐπιτευχθεῖ μὲ τὴν τεχνητὴ καὶ ἐξωτερικὴ συγκόλληση τῶν χριστιανικῶν ὁμολογιῶν, παρὰ τὶς μεγάλες δογματικὲς καὶ ἄλλες διαφορές τους, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐνσωμάτωσή τους στὸ ἕνα σῶμα του ζῶντος Χριστοῦ, μὲ τὴν ἐπιστροφὴ τους στὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν προσευχῶν μας οἱ πιστοὶ δὲν εὐχόμαστε ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῶν ἐκκλησιῶν, δὲν ὑπάρχουν πολλὲς ἐκκλησίες, διηρημένες καὶ χωρισμένες. Ὑπάρχουν οἱ τοπικὲς ὀρθόδοξες ἐκκλησίες ποὺ ἀποτελοῦν μόνον αὐτὲς τὴν Unam Sanctam, τὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Ὅλες οἱ ἄλλες ὁμάδες εἶναι αἱρέσεις καὶ σχίσματα. Εὐχόμαστε λοιπὸν ὄχι ὑπέρ ἑνώσεως τῶν ἐκκλησιῶν, ἀλλὰ «ὑπὲρ εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ ἐκκλησιῶν», νὰ διατηρεῖ ὁ Θεὸς σταθερὲς στὴν ὁμολογία τῆς πίστεως τὶς ὀρθόδοξες ἐκκλησίες, ὥστε νὰ ἐπιστρέψουν καὶ νὰ ἑνωθοῦν οἱ πάντες, ὅλοι οἱ ἐκτὸς τῆς ἀληθοῦς καὶ μόνης Ἐκκλησίας πιστοί. Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς καθημερινῆς δεήσεως:
«... ὑπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου, εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ ἐκκλησιῶν καὶ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως.»
Εὐχόμαστε τῆς ἑνώσεως πάντων τῶν ἀνθρώπων μέσα εἰς τὴν μίαν Ἐκκλησίαν, ποὺ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Τὸ διευκρινίζει μὲ ἀπόλυτη σαφήνεια ἡ εὐχὴ τῆς Ἀναφορᾶς στὴ Λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου:
«Τοὺς πεπλανημένους ἐπανάγαγε καὶ σύναψον τῇ ἁγίᾳ σου καθολικῇ καὶ ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ.»
Πηγή: Θεοδρομία
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 18η Οκτωβρίου 2018
«ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ» Ή ΑΣΚΗΣΗ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΥ;
Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα στη ζωή της Εκκλησίας ήταν και είναι η διάκριση μεταξύ γνησίας και νόθης πνευματικότητος. Μελετώντας τα αγιογραφικά κείμενα και τα συγγράμματα των αγίων Πατέρων μας διαπιστώνουμε ότι στη ζωή της Εκκλησίας, ήδη από τα πρώτα βήματά της, από την εποχή των αποστολικών χρόνων, εμφανίστηκε παράλληλα με την γνήσια πνευματικότητα, που είναι προϊόν και καρπός του αγίου Πνεύματος και μία άλλη «πνευματικότητα», νόθη και κίβδηλη, που εμπνέεται από το σατανά, με σκοπό την παραπλάνηση των πιστών. Όπως μας πληροφορούν οι Πράξεις και οι παύλειες Επιστολές, οι νεοφώτιστοι μετά το βάπτισμά τους ελάμβαναν υπερφυσικά χαρίσματα, έτσι ώστε να γίνεται αισθητή η παρουσία του αγίου Πνεύματος στα μέλη της Εκκλησίας, αλλά και στους εκτός αυτής. Ένα από αυτά τα υπερφυσικά χαρίσματα ήταν και το λεγόμενο χάρισμα της «διακρίσεως των πνευμάτων», για το οποίο κάνει λόγο ο απόστολος στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του: «άλλω δε ενεργήματα δυνάμεων, άλλω δε προφητεία, άλλω δε διακρίσεις πνευμάτων, ετέρω δε γένη γλωσσών, άλλω δε ερμηνεία γλωσσών», (12,10). Στους χαρισματούχους αυτούς δηλαδή είχε δοθεί το ειδικό χάρισμα, να μπορούν να διακρίνουν τους αληθινούς προφήτες και διδασκάλους από τους απατεώνες και τα πραγματικά χαρίσματα του αγίου Πνεύματος από τα ψεύτικα, που κρύβουν απατηλάτην πλάνη.Το ίδιο πρόβλημα επισημαίνει και ο ευαγγελιστής Ιωάννης, ο οποίος μας παραγγέλλει «δοκιμάζετε τα πνεύματα ει εκ του Θεού εστίν» (Α΄Ιωαν.4,1).Μας προτρέπει δηλαδή να εξετάζομε και να διακρίνομε τους ανθρώπους, που εμφανίζονται εμπνεόμενοι από το άγιο Πνεύμα, εάν πράγματι προέρχονται από τον Θεόν. Εάν μελετήσουμε επίσης τα ασκητικά κείμενα, (Γεροντικό, Ευεργετινός κ.α.), θα συναντήσουμε πάμπολλες διηγήσεις μεγάλων ασκητών, οι οποίοι, επειδή κάποτε υπερηφανεύθηκαν και νόμισαν ότι έφθασαν σε μεγάλα μέτρα αρετής και αγιότητος, παραχώρησε ο Θεός και έπεσαν σε πλάνη και δέχθηκαν δήθεν αποκαλύψεις, οράματα και νόθες πνευματικές εμπειρίες, ως προερχόμενες από τον Θεό, ενώ στην πραγματικότητα ήταν απάτες και τεχνάσματα των δαιμόνων. Για παράδειγμα, ο Άγιος Ιωάννης ο Κασσιανός διηγείται ότι ο αββάς Ήρων, αν και δαπάνησε πενήντα χρόνια σε αυστηρή άσκηση, όμως κάποτε υπερηφανεύτηκε και πίστευσε στους ιδικούς του λογισμούς, χωρίς να τους θέσει υπό την κρίση των πνευματικών του Πατέρων. Το αποτέλεσμα ήταν ότι εξαπατήθηκε από το διάβολο, ο οποίος εμφανίστηκε σ’ αυτόν ως «άγγελος φωτός» και τον έπεισε να αυτοκτονήσει, πέφτοντας σ’ ένα βαθύ πηγάδι. Κλασικά παραδείγματα νόθης πνευματικότητος στην εποχή μας συναντούμε στις λεγόμενες «χαρισματικές κινήσεις» του προτεσταντικού χώρου, όπως η «Ελευθέρα Αποστολική Εκκλησία της Πεντηκοστής» και άλλες ομάδες του αποκρυφιστικού πλέγματος της «Νέας Εποχής», οι οπαδοί των οποίων ισχυρίζονται ότι έλαβαν το χάρισμα της γλωσσολαλιάς, ή άλλα χαρίσματα, κατά παρόμοιο τρόπο, όπως οι άγιοι απόστολοι την ημέρα της Πεντηκοστής.
Ωστόσο το φαινόμενο της νόθης πνευματικότητος δεν απουσιάζει δυστυχώς και από τον Ορθόδοξο εκκλησιαστικό χώρο. Και ακριβώς μια τέτοια περίπτωση, με πολύ πόνο ψυχής και συνοχή καρδίας, ερχόμαστε να επισημάνουμε στην παρούσα ανακοίνωσή μας με σκοπό την έγκαιρη ενημέρωση και προφύλαξη του πιστού λαού του Θεού. Πρόκειται για την μοναχή ονόματι Γαβριηλία Παπαγιάννη (1897-1992), της οποίας τον βίο, τις δήθεν ιεραποστολικές δραστηριότητες και την διδασκαλία δημοσιεύει σε ογκώδες βιβλίο, (500 σελίδων περίπου), κάποια άλλη μοναχή, προφανώς υποτακτική της, ονόματι και αυτή Γαβριηλία με τίτλο: «Η Ασκητική της αγάπης». Το εν λόγω βιβλίο μελέτησε ενδελεχώς ο π. Βασιλειος Σπηλιόπουλος, ο οποίος στη συνέχεια δημοσίευσε μια ευστοχότατη και απόλυτα τεκμηριωμένηκριτική με τίτλο: «Κρίσεις και σχόλια στο περιεχόμενοτου βιβλίου ‘Ασκητική της αγάπης’». Την κριτική προλογίζει ο αρχ. π. Σαράντης Σαράντος. Η πνευματική ζημία που προήλθε από την κυκλοφορία του βιβλίου αυτού είναι ανυπολόγιστη, δεδομένου ότι σήμερα διανύει την 13η έκδοσή του και έχει ήδη χρησιμοποιηθεί σε πολλές ενορίες ως εγχειρίδιο κατηχητικών σχολείων. Στις γραμμές που ακολουθούν θα προχωρήσουμε σε ένα σύντομο σχολιασμό του βιβλίου, αφού προηγουμένως παραθέσουμε μερικά βιογραφικά στοιχείατης εν λόγω μοναχής.
Η Γερόντισσα Γαρβιηλία γεννήθηκε στις 15 Οκτωβρίου του 1897 στην Κωνσταντινούπολη από εύπορους γονείς. «Ήταν το τέταρτο και το τελευταίο παιδί της οικογενείας. Από τα αδέλφια της η μεγάλη, η Βασιλική, ήταν εκείνη που της πρωτομίλησε για τον Θεό. Μαζί με τα παραμύθια που της διάβαζε, της έλεγε ιστορίες από το Ευαγγέλιο και την Παλαιά Διαθήκη». (Ιστ. «Διακόνημα»). Σπούδασε Γεωπονία στην Ελβετία, αλλά είχε αναπτύξει με τα φυτά «μεταφυσική σχέση», αφού «κυριολεκτικά μέχρι το τέλος της ζωής της «μιλούσε» μαζί τους και λες κι έβλεπες κάθε φορά την ανταπόκριση τους» (όπου ανωτ.). Μετά το θάνατο της μητέρας της το 1954 πήγε ως ιεραπόστολος στην Ινδία, την οποία αγάπησε με πάθος. Αλλά, στην αχανή αυτή χώρα, όπου έμεινε 5 χρόνια, εργάστηκε περισσότερο φιλανθρωπικά, παρά ιεραποστολικά, αφού «ποτέ δεν μιλούσε σε άλλους για τον Χριστό, αν δεν της το ζητούσαν οι ίδιοι» (όπου ανωτ.)! Επίσης εκεί γνωρίστηκε και ανέπτυξε φιλίες με την «μητέρα Τερέζα, Sivananda, Baba Amte» (όπου ανωτ.) και γνωστούς γκουρού του Ινδουισμού και του Βουδισμού, τους οποίους μνημονεύει στο σύγγραμμά της η υποτακτική της.
Από την μελέτη της κριτικής του π. Βασιλείου και ιδιαιτέρως των αποσπασμάτων του βιβλίου, διαπιστώσαμε ότι στο εν λόγω βιβλίο κυριαρχεί από την αρχή ως το τέλος το στοιχείο του θρησκευτικού συγκρητισμού και του Διαθρησκειακού Οικουμενισμού, ενώ παράλληλα ακυρώνεται η μοναδικότητα του Θεανδρικού προσώπου του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο Οποίος ισοπεδώνεται και τοποθετείται στο ίδιο επίπεδο με τους άλλους αρχηγούς θρησκειών. Παράλληλα μέσω λόγων και πράξεων της Γερόντισσας γίνεται μια έντεχνη και μεθοδική προσπάθεια έμμεσης προβολής των βασικών δογματικών διδασκαλιών του Ινδουϊσμού και του Γκουρουϊσμού και των πρακτικών του. Σύμφωνα με μια γενική εκτίμηση του συγγραφέως της κριτικής, «το βιβλίο αυτό στοχεύει στην προώθηση του λαϊκού Οικουμενισμού, στην προώθηση δηλαδή ανάμεσα στους απλούς Ορθοδόξους Χριστιανούς, κληρικούς και λαϊκούς, της διδασκαλίας ότι όλες οι θρησκείες κατέχουν μέρος της αληθείας και συνεπώς, όχι μόνο δεν δικαιούμεθα να απορρίπτουμε τις διάφορες διδασκαλίες τους, αλλά έχουμε χρέος ιερό να τις αποδεχθούμε, ώστε να φθάσουμε κάποτε στην επιθυμητή, για τους φορείς αυτής της ιδέας, ένωση όλων των θρησκειών σε μία. Αποτελεί, άρα, πράξη μίσους, φανατισμού η ‘φονταμενταλισμού’, κατά τη μοντέρνα ορολογία, και μισαλλοδοξίας η εμμονή στα δόγματα, τους κανόνες και τις παραδόσεις της Εκκλησίας μας και η απόρριψη των υπολοίπων ομολογιών και δοξασιών, φαινόμενο που, κατά τη συγγραφέα, οφείλεται σε διάφορα κόμπλεξ και φοβίες που μας διακατέχουν», (σελ.4). Ο συγγραφέας της κριτικής, προκειμένου να τεκμηριώσει το παρά πάνω γενικό συμπέρασμα, παραθέτει στη συνέχεια ένα πλήθος περιπτώσεων λόγων και πράξεων της Γερόντισσας, (με πλήθος παραπομπών), που αποδεικνύουν «την ύπαρξη ενός ανελέητου και νεοεποχίτικου συγκρητισμού, όσο και τις πλάνες των ανατολικών θρησκειών, οι οποίες είναι διάσπαρτες σ’ όλο το βιβλίο, ‘μεταμφιεσμένες’ επιμελώς σε Ορθόδοξη πνευματικότητα»,(σελ.4).
Πιο συγκεκριμένα:
Γίνεται αναφορά «σε πάμπολλους αλλοθρήσκους και ετεροδόξους φίλους της Γερόντισσας, με τους οποίους διατήρησε σχέσεις σ’ όλη της τη ζωή, χωρίς ωστόσο να τους μεταστρέψει, ή έστω να καταβάλει την παραμικρή προσπάθεια. Αντίθετα, τους θεωρεί συχνά και ως αγίους (π.χ. σελ. 212 και 407) ή υπόδειγμα χριστιανών (σ. 72) και γι’ αυτό συνομιλεί μαζί τους για τον Θεό, (για ποιο Θεό άραγε;)», (σελ.4).
Γίνεται αναφορά για «τη στενή σχέση της Γερόντισσας με την αίρεση των Κουακέρων», (σελ.5). Οι Κουάκεροι είναι μέλη μιας Χριστιανικής Αντιτριαδικής Ομολογίας που φέρει την ονομασία «Θρησκευτική Κοινωνία των Φίλων» και ιδρύθηκε τον 17ο αιώνα στην Αγγλία από έναν περιπλανώμενο ιεροκήρυκα,τον Τζορτζ Φοξ. Κατά τον συγγραφέα της κριτικής «το έργο τους, [των Κουακέρων], στη Θεσσαλονίκη διαφημίζεται ως σπουδαίο, ενώ η ίδια, [η Γερόντισσα], κατέχει θέση διευθύντριας στη σχολή τους, αλλά και διδασκάλου του Ευαγγελίου. Ποιός αφελής θα μπορούσε ποτέ να πιστεύσει, πως αν οι απόψεις της και η ερμηνεία που έδιδε στο Ευαγγέλιο δεν ταυτίζονταν απόλυτα μ’ αυτές της αιρέσεως, θα της εμπιστεύονταν τις δύο αναμφισβήτητα πιο ευαίσθητες θέσεις σε τέτοια αντιτριαδική αίρεση; Παράλληλα, δίδεται στον αναγνώστη η εσκεμμένη εντύπωση πως οι Κουάκεροι είναι ομάδα Ορθοδόξων χριστιανών με σπουδαίο μάλιστα έργο και δραστηριότητες, εντύπωση εσφαλμένη και άκρως επικίνδυνη, ακόμα και προσηλυτιστική».
Επίσης στο κρινόμενο βιβλίο,(σελ. 50-51),«γίνεται σύγκριση γκουρουϊστικών τεχνικών με Ορθόδοξες απόψεις. Θεωρεί δηλαδή η Γερόντισσα πως στον Ορθόδοξο Μοναχισμό, όπως και στον Ινδουϊστικό, είναι σύνηθες φαινόμενο η προσπάθεια του ασκητού να γίνεται αόρατος από τούς ανθρώπους, πράγμα εντελώς ξένο και άγνωστο στη δική μας ασκητική παράδοση. Στη σελ. 53 συγκρίνεται και η ινδουϊστική με την Ορθόδοξη λατρεία, χωρίς να απουσιάζει από τον κατάλογο των ‘ομοιοτήτων’ και η διαρκής επίκληση του ονόματος του Θεού, που δήθεν υπάρχει και στις δύο λατρείες, με μοναδική διαφορά το όνομα του Θεού, που ο ασκητής επικαλείται. Φυσικά, η διαφορά είναι πολύ πιο ουσιαστική, ενώ έντεχνα περνά και πάλι το μήνυμα ότι όλες οι θρησκείες έχουν την αλήθεια, με μόνη διαφορά το όνομα, που προσδίδουν στο Θείο», (σελ.6). Μ’ ένα ιδιαίτερο τρόπο παραλληλίζονται η νοερά προσευχή με τη γιόγκα και τον διαλογισμό και με έμφαση τονίζονται οι εξωτερικές ομοιότητες μεταξύ των δύο αυτών πρακτικών.
Παρά κάτω γίνεται λόγος για την προσκύνηση των τζαμιών και ότι αυτή «δεν αντιβαίνει στο πνεύμα του βιβλίου, αφού οι Μουσουλμάνοι, οι Ινδουϊστές αλλά και οι Εβραίοι έχουν τον Θεό μέσα τους και οδηγούνται από το ίδιο πνεύμα του Θεού, όπως η ίδια η Γαβριηλία υποστηρίζει», (σελ.6). Συγκεκριμένα γράφεται επί λέξει: «Μου έλεγαν πολλές φορές: Γιατί θεωρείς τους Ινδούς σαν δικούς σου, ή τους Μουσουλμάνους, ή τους Εβραίους; Μα γιατί εγώ βλέπω τον ίδιο τον Χριστό μέσα τους, που ίσως συνειδητά δεν τον γνώρισαν ακόμα… Και έβλεπα πολλούς από αυτούς με τις πράξεις τους να κάνουν αυτό που τους οδηγούσε να κάνουν το πνεύμα του Θεού…»,(σελ. 325).
Παρά κάτω αναφέρει ένα ακόμη παράδειγμα θρησκευτικού συγκρητισμού: Η συγγραφέας του βιβλίου θέλει να περάσει το μήνυμα ότι «εκείνο που σώζει είναι η λιτότητα, η πτωχεία και η στενή οδός, η οποία όμως, συγκεκαλυμμένα παρακάτω, βιώνεται και στα ορθόδοξα μοναστήρια και στα Άσραμ», (σελ. 7). Γράφεται επί λέξει: «Μα το είπε ο Κύριος. Στενή η οδός η άγουσα στην αλήθεια… Και με πήγε με το χέρι του. Και πάλι την άλλη μέρα αλλού και αλλού, στο νοσοκομείο ενός μεγάλου κοινοβίου με μοναχούς, όπου και εκεί ήταν όλα λιτά, όπως στα δικά μας μοναστήρια…» (σελ. 245-246).
Παρά κάτω, (σελ.9), επισημαίνει ότι στο βιβλίο (σελ. 288), «παρερμηνεύεται η αγάπη που οφείλουμε προς όλους και προβάλλεται η Γερόντισσα ως ομολογήτρια της πίστεως, ενώ όσοι διαφωνούν ονομάζονται διώκτες της αγάπης» και θεωρούνται ως φανατικοί, φονταμενταλιστές, φοβισμένοι, άπιστοι, μισαλλόδοξοι κ.λ.π. Προβάλλεται δηλαδή η γνωστή,οικουμενιστικού τύπου αγάπη, εν ονόματι της οποίας αποκρύπτεται η εν Χριστώ αλήθεια, τοποθετείται στο ίδιο επίπεδο με το ψεύδος των θρησκειών του κόσμου, ενώ παράλληλα καταβάλλεται προσπάθεια να έρθουν σε κοινωνία «αγάπης» η αλήθεια με το ψεύδος, το φως με το σκότος, αγνοώντας τον λόγο του αποστόλου: «μη γίνεσθε ετεροζυγούντες απίστοις, τις γαρ μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος;», (Β΄ Κορ.6,14).
Παρά κάτω, (σελ.10), κάνει λόγο για την αντιστροφή των χριστιανικών όρων, που είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ιδεολογίας της Νέας Εποχής και ότι αυτό το φαινόμενο της αντιστροφής το συναντούμε συχνά στο κρινόμενο βιβλίο. Γράφει: «Παίρνουν π.χ. τον όρο προσευχή και τον ταυτίζουν με το περιεχόμενο του όρου διαλογισμός για να ελκύσουν τα ανυποψίαστα θύματά τους ευκολώτερα, κάμπτοντας πιθανούς ενδοιασμούς και παρασύροντας, ει δυνατόν, και τους εκλεκτούς, αφού γίνεται λόγος για χριστιανικές αρετές και μεθόδους. Το φαινόμενο της αντιστροφής είναι πολύ σύνηθες και στο βιβλίο αυτό. Με έξυπνο ομολογουμένως τρόπο, ετοιμάζεται ο αναγνώστης να δεχθεί την ινδουϊστική φιλοσοφία και ζωή, εφόσον μάλιστα παρουσιάζεται ως γνήσια μορφή Ορθοδόξου πνευματικότητος, κατηχείται και σταδιακά μυείται, ακουσίως μάλιστα, σ’ αυτήν και κινδυνεύει να απομακρυνθεί από τη ζωή της Εκκλησίας, ή να παραμείνει τυπικά σ’ αυτή, προσκυνώντας άλλους θεούς, δαίμονες στην πραγματικότητα, που θα αποκτούν αυξανόμενη εξουσία πάνω του, αποξενώνοντάς τον από τη Θεία Χάρη και αμαυρώνοντάς του τον χιτώνα του Βαπτίσματος», (σελ.10).
Παρά κάτω,(σελ. 13),στο κεφάλαιο περί της ολιστικής θεωρήσεως του κόσμου, που ως γνωστόν αποτελεί βασικό δόγμα της Νέας Εποχής, αποδεικνύει ότι η Γερόντισσα ήταν βαθιά διαποτισμένη από την πεπλανημένη αυτή διδασκαλία. Γράφει: «Ίσως και πάλι φαντάζουν υπερβολικές οι σκέψεις μας σε μερικούς. Αυτοί όμως ας μας εξηγήσουν γιατί η Γερόντισσα μας παροτρύνει: ‘Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ’ όλης της ψυχής και εξ’ όλης της καρδίας σου και εξ’ όλης της διανοίας σου’ και σπεύδει να επεξηγήσει: ‘το σύμπαν δηλαδή’; (σελ. 199). Άρα, κατ’ αυτήν, ταυτίζεται το σύμπαν με τον Θεό, η κτίσις με τον Κτίσαντα, γεγονός που αποδεικνύει την υιοθέτηση εκ μέρους της τής ολιστικής θεωρήσεως του κόσμου».
Για να μην μακρηγορούμε, ο π. Βασίλειος αναφέρει στη συνέχεια πάμπολλες περιπτώσεις από το κρινόμενο βιβλίο,όπου αποδεικνύει ότι η Γερόντισσα προβάλλει ξεκάθαρα νεοεποχίτικες ιδέες και πρακτικές, ως δήθεν Ορθόδοξες, όπως είναι η χορτοφαγία, η γλωσσολαλιά, η Yama, η ανυπαρξία και η νέκρωση, ο διαλογισμός, η θετική σκέψη, η συμπαντική ενέργεια, αλλά και η προβολή πολλών δεισιδαιμονικών πρακτικών. Επιστέγασμα όλων αυτών ο ισχυρισμός της ότι είχε και «ιαματικό χάρισμα», «θεραπεύοντας» με τα χέρια της, τα οποία «έκαιγαν και κοκκίνιζαν τάχα από το Άγιο Πνεύμα».
Περαίνοντας την αναφορά μας, θέλουμε να συγχαρούμε τον π. Βασίλειο για την άριστη κριτική παρουσίασή του και να επισημάνουμεστον πιστό λαό του Θεού, ότι το εν λόγω βιβλίο περιέχει πλάνες, που προέρχονται από τον χώρο της παναιρέσεως του Οικουμενισμού με έντονο το στοιχείο του θρησκευτικού συγκρητισμού.Ως εκ τούτου είναι μεγάλος ο κίνδυνος,από ενδεχόμενη ανάγνωσή του,να αλλοιωθεί το Ορθόδοξο φρόνημά των πιστών και να παρασυρθούν σε συγκρητιστικές θεωρίες και αντιλήψεις, που θα τους οδηγήσουν μακριά από την σωστική αγκαλιά της Εκκλησίας μας, στην οποία, και μόνον, υπάρχει σωτηρία,ενώ έξω από αυτή υπάρχει ο όλεθρος και η καταστροφή. Ο κίνδυνος είναι ιδιαίτερα μεγάλος για τους πιστούςεκείνους, που δεν γνωρίζουν επαρκώς την Ορθόδοξη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας και κατ’ επέκταση, δεν μπορούν να διακρίνουν με σαφήνεια την αλήθεια της Ορθοδοξίας από το ψεύδος της αιρέσεως. Και επειδή σήμερα ο πιστός λαός του Θεού στη μεγάλη πλειοψηφία του παραμένειδυστυχώς, από ραθυμία και αμέλεια,ακατήχητος και δεν διαθέτει τις κατάλληλες προϋποθέσεις, γι’ αυτό και δεν συνιστούμε την ανάγνωση του βιβλίου αυτού. Είναι όντως λυπηρό το γεγονός ότι ο μισόκαλος διάβολος κατορθώνει στις έσχατες και αποκαλυπτικές ημέρες μας να πλανήσει «ει δυνατόν και τους εκλεκτούς», (Ματθ.24,24), πρόσωπα δηλαδή που προέρχονται από τον χώρο του Μοναχισμού, ο οποίος αποτελεί το καύχημα της Εκκλησίας, ό,τι εκλεκτότερο έχει να παρουσιάσει σήμερα η Εκκλησία. Και ας μην ξεχνούμε ότι τα σκοτεινά κέντρα της «Νέας Εποχής» δεν στοχεύουν να αδειάσουν οι Εκκλησίες, αλλά να είναι γεμάτες με πιστούς, με αλλοιωμένο όμως φρόνημα και με νόθη «πνευματικότητα».
Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών
Σύμπτωμα καθολικῆς ἀποστασίας; Ἀπόδειξη ὅτι πλέον διανύουμε τοὺς ἔσχατους καιρούς, στοὺς ὁποίους ἡ αὐτοκρατορία τοῦ κακοῦ θὰ ἀποκτήσει πρωτοφανὴ ἐξουσία; Καὶ μάλιστα ἐξουσία ὄχι μόνο σὲ ὅλο τὸν κόσμο ἀλλὰ καὶ στὸ ἴδιο τὸ ἅγιο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ; Ἔτσι φαίνεται.
Διότι πῶς ἀλλιῶς θὰ ἐξηγηθεῖ τὸ ὅτι ἡ Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἔφθασε στὸ σημεῖο, ἀνατρέποντας αἰώνιους νόμους, νὰ ἐπιτρέψει στοὺς κληρικοὺς νὰ ἔρχονται σὲ δεύτερο γάμο, ἂν συμβεῖ νὰ πεθάνει ἢ νὰ τοὺς ἐγκαταλείψει ἡ πρεσβυτέρα τους; Οἱ Ἱεροὶ Κανόνες εἶναι στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀπόλυτοι: Γιὰ κανέναν λόγο δὲν γίνεται δεκτὸς δεύτερος γάμος κληρικῶν. Οὔτε θάνατος οὔτε διαζύγιο ἀποτελοῦν λόγο γιὰ τέτοιο γάμο (Κανόνες ΙΖ΄ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ΙΒ΄ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, Γ΄ καὶ ΣΤ΄ τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου).
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ Ἐκκλησία σὲ τούτους τοὺς καιροὺς τῆς μεγάλης ἐκτροπῆς ἔκανε πολλὲς ὑποχωρήσεις στὸ θέμα τοῦ γάμου τῶν μελῶν της, ἐνῶ ὁ λόγος τοῦ Κυρίου νομοθετεῖ τὸ ἀδιάλυτο τοῦ γάμου «παρεκτὸς λόγου πορνείας» (Ματθ. ε΄ 32).
Ὅμως, παρὰ τὶς τόσες ὑποχωρήσεις, κράτησε ἕναν χῶρο ἱερὸ καὶ ἀπαράβατο: τὸν ἅγιο χῶρο τῆς ἱερωσύνης, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν καρδιὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπαγορεύοντας τὸν δεύτερο γάμο τῶν κληρικῶν, φανέρωνε ἔμπρακτα δύο πράγματα: τὴν ἱερότητα τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἱερωσύνης, καὶ τὴν ἱερότητα καὶ τὸ ἀδιάλυτο τοῦ Μυστηρίου τοῦ Γάμου. Τώρα καὶ τὰ δύο αὐτὰ Μυστήρια βεβηλώνονται, ὑποβιβάζονται.
Ὅταν ὁ φιλανθρωπότατος Χριστός μας δίδασκε γι᾿ αὐτὴν τὴν ἱερότητα καὶ τὸ ἀδιάλυτο τοῦ γάμου, οἱ σκληροκάρδιοι Ἑβραῖοι Τοῦ εἶπαν ὅτι ὁ Μωυσῆς εἶχε ἐπιτρέψει τὸ διαζύγιο – «βιβλίον ἀποστασίου» τὸ ὀνόμαζαν τότε: «Μωσῆς ἐνετείλατο βιβλίον ἀποστασίου δοῦναι καὶ ἀπολῦσαι». Ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου ἦταν καταλυτική: «Πρὸς τὴν σκληροκαρδίαν ὑμῶν», ἐξαιτίας τῆς σκληροκαρδίας σας τὸ ἐπέτρεψε αὐτὸ ὁ Μωυσῆς, τοὺς εἶπε, «ἀπ᾿ ἀρχῆς δὲ οὐ γέγονεν οὕτω» (Ματθ. ιθ΄ 7-8).
Σὲ τέτοια σκληροκαρδία ἔχουμε φθάσει, τόσο πολὺ ἔχουν πετρώσει σὲ τούτους τοὺς ἔσχατους καιροὺς οἱ καρδιές μας, ὥστε ἀκόμη καὶ λόγῳ διαζυγίου νὰ ἐπιτραπεῖ δεύτερος γάμος κληρικῶν; «Βιβλίον ἀποστασίου» σὲ καιροὺς ἀποστασίας;
Ἀλλὰ αὐτὸ συνιστᾶ βίαιη ἀνατροπὴ τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Μὲ ποιὸ ὅμως δικαίωμα; Ἀπὸ πότε μιὰ τοπικὴ Σύνοδος ἀπέκτησε τὴν ἐξουσία νὰ ἀνατρέπει ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν Συνόδων;
Ἁποδεχόμενη δεύτερο γάμο κληρικῶν, οὐσιαστικὰ ἡ Ἐκκλησία ἐπιβεβαιώνει τὴν πνευματικὴ ὑποβάθμιση τοῦ κλήρου στοὺς καιρούς μας.
Ἡ εἴδηση, ὅπως δημοσιεύθηκε καὶ δὲν διαψεύσθηκε, μᾶς πληροφορεῖ ἐπιπλέον ὅτι αὐτὸς ὁ ἀπαράδεκτος γάμος θὰ ἱερουργεῖται μὲ «μία ἁπλὴ προσευχὴ καὶ σὲ πολὺ στενὸ οἰκογενειακὸ κύκλο». Ἄρα δὲν θὰ εἶναι γάμος; Δὲν θὰ γίνεται μυστήριο; Καὶ γιατί δὲν θὰ ἱερολογεῖται; Τότε τί θὰ εἶναι ὅλο αὐτό; Νομιμοποίηση πορνείας;
Ἀναμφιβόλως τὸ πρόβλημα εἶναι ὑπαρκτὸ καὶ ἐπώδυνο. Πάντοτε, σ᾿ ὅλους τοὺς αἰῶνες, ἦταν ἐπώδυνο γιὰ τὸν ἱερέα. Ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι σὲ παλαιότερους χρόνους πρόβλημα κυρίως δημιουργοῦσε ὁ θάνατος τῆς πρεσβυτέρας, σπανιότατη δὲ ἦταν ἡ περίπτωση τῆς ἐγκαταλείψεως τοῦ ἱερέα ἀπὸ αὐτήν. Σήμερα δυστυχῶς, λόγῳ τῆς γενικότερης καταπτώσεως, αὐτὸ τὸ δεύτερο συμβαίνει πολὺ συχνότερα. Ἔτσι παρουσιάζεται ὡς πράξη «φιλανθρωπίας» καὶ κατανοήσεως ἡ παράνομη αὐτὴ νομοθέτηση.
Ποιὰ εἶναι ἡ λύση στὸ ὑπαρκτὸ αὐτὸ πρόβλημα ποὺ περιγράψαμε;
Ἐκείνη ποὺ νομοθέτησαν οἱ φιλανθρωπότεροι πάντων ἅγιοι Πατέρες καὶ ἡ ὁποία ἰσχύει γιὰ ὅλους, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς: Ἡ ἄρση τοῦ σταυροῦ, ποὺ ἐπέτρεψε μέσα στὴν πανσοφία καὶ τὴν ἄπειρη ἀγάπη του ὁ Κύριος τῶν πάντων, καὶ ἡ εὐλογημένη ἀνηφορικὴ πορεία τοῦ ἀγωνιζόμενου μαζὶ μὲ τὸ δοκιμαζόμενο ποίμνιό του ἱερέα πρὸς τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Πηγή: Ο Σωτήρ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 8η Οκτωβρίου 2018
ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΤΟΥ ΔΙΑΣΤΑΣΗ;
Όπως είναι γνωστό ο Μοναχισμός, ως προφητικός, αποστολικός και μαρτυρικός βίος, ως αγγελομίμητος πολιτεία συνεχούς μετανοίας και αφιερώσεως, αποτελεί το καύχημα και τη δόξα της Εκκλησίας μας. Ανάγει την αρχή του σ’ αυτό τούτο το Θεανδρικό πρόσωπο του Κυρίου μας, ο Οποίος έζησε ως παρθένος, ακτήμων και κατά πάντα υπήκοος στο θέλημα του ουρανίου Πατρός του, ενσαρκώνοντας στο πρόσωπό Του τις τρείς βασικές και θεμελιώδεις αρετές του Μοναχισμού, την παρθενία, την ακτημοσύνη και την υπακοή και βρίσκει την πλήρη καταξίωσή του στο πρόσωπο της Παναχράντου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας. Ο κύκλος των δώδεκα μαθητών του Κυρίου μας αποτελεί το πρώτο κοινόβιο στην ιστορία και τη ζωή της Εκκλησίας μας, οι δε μακαρισμοί και γενικότερα η επί του Όρους ομιλία αποτελούν τους πρώτους κανόνες του Μοναχισμού. Οι μοναχοί είναι οι «άγγελοι του Θεού» κατά τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, η «διηνεκής βία της φύσεως» κατά τον άγιο Ιωάννη τον Σιναΐτη, οι «μάρτυρες τη προαιρέσει» κατά τον Μέγα Αθανάσιο, οι «συνεχιστές της μαρτυρικής Εκκλησίας» κατά τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, «η κόμη που κοσμεί την κεφαλή της Εκκλησίας» κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, «οι ευαγγελικώς ζώντες» κατά τον Ευάγριο τον Ποντικό.
Ανεκτίμητη και ανυπολόγιστη η αξία και η προσφορά του και ο ρόλος του στην εκπλήρωση της αποστολής της Εκκλησίας, αφού από τις τάξεις των μοναχών προήλθαν στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, κορυφαίοι επίσκοποι, ποιμένες και διδάσκαλοι του εκκλησιαστικού σώματος, πολυγραφότατοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, φλογεροί ιεραπόστολοι, γενναίοι ομολογητές της πίστεως, που με τους αντιαιρετικούς των αγώνες και με το αίμα τους διεφύλαξαν ανόθευτη και απαραχάρακτη την αλήθεια της πίστεως από τον κίνδυνο των αιρέσεων, μουσουργοί, ποιητές και υμνογράφοι, που εισήγαγαν την βυζαντινή μουσική και τις ασματικές ακολουθίες στη λατρεία της Εκκλησίας και τέλος κορυφαίοι καλλιτέχνες της ιερής τέχνης της αγιογραφίας, που με τις απαράμιλλες εικονογραφικές τους παραστάσεις κοσμούν το εσωτερικό χώρο των ναών μας και μας ανυψώνουν προς τον Κύριο.
Τα τελευταία χρόνια με πολύ πόνο ψυχής διαπιστώνουμε από γνωστούς μοναστικούς, αλλά και οικουμενιστικούς κύκλους, μια προσπάθεια παραχαράξεως και κολοβώσεως του ρόλου και της αποστολής του Μοναχισμού . Παρατηρούμε να επιχειρείται μια προσπάθεια υπερτονισμού της ασκητικής του διαστάσεως και απομειώσεως, μέχρις αποσιωπήσεως, της ομολογιακής του διαστάσεως και εν γένει του πρωτεύοντος και κυρίαρχου ρόλου που έπαιξε ο Μοναχισμός στην καταπολέμηση των αιρέσεων. Σύμφωνα με την νοοτροπία αυτή,η αποστολή του Μοναχισμού είναι να οδηγήσει εκείνους που απαρνήθηκαν τον κόσμο και ακολούθησαν την αγγελομίμητη πολιτεία, στην κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση. Οι μοναχοί θα πρέπει να ασχολούνται μόνο με την άσκηση, την νήψη και την προσευχή. Ποτέ να μην διακόπτουν την ησυχία τους, να είναι τέκνα τελείας υπακοής προς τους ποιμένας των, ηγουμένους, αρχιερείς, και πατριάρχες, έστω και αν αυτοί συμβαίνει κάποτε να μην ορθοτομούν τον λόγο της αληθείας και να παρεκκλίνουν στην αίρεση. Ποτέ να μην ασχολούνται με θέματα αιρέσεων, για την αντιμετώπιση των οποίων είναι αρμόδιοι οι αρχιερείς και άλλα κατάλληλα πρόσωπα, που ορίζονται από αυτούς. Την αρρωστημένη αυτή νοοτροπία και αντίληψη διαπιστώνουμε σε λόγους και ομιλίες γεροντάδων και ηγουμένων, αγιορειτών και μη, αλλά και αρχιερέων σε Συνέδρια, Ημερίδες και άλλες συνάξεις, και το γεγονός αυτό μας έδωσε την αφορμή να δημοσιεύσουμε προ ετών σχετικό άρθρο με τίτλο: «Η ομολογιακή διάσταση του Ορθοδόξου μοναχισμού και η σύγχρονη πραγματικότητα», (25.1.2016).
Το ίδιο αυτό θλιβερό φαινόμενο, δυστυχώς, της αρρωστημένης αυτής νοοτροπίας με πολύ πόνο διαπιστώσαμεσε πρόσφατο Μοναστικό Συνέδριο και μάλιστα πανελληνίου εμβελείας, που πραγματοποιήθηκε στην Ιερά Μονή Φανερωμένης Λευκάδος, στις 22-23 Σεπτεμβρίου, με γενικό θέμα: «Ο Ορθόδοξος Μοναχισμός και οι σύγχρονες μορφές Μοναχικής Πολιτείας», αφιερωμένο στους αειμνήστους Μητροπολίτες Λευκάδος & Ιθάκης κυρόν Νικηφόρον και Κερκύρας & Παξών κυρόν Πολύκαρπον. Σύμφωνα με πληροφορίες από το διαδίκτυο, (ιστ. «Ακτίνες», κ.α.), στο Συνέδριο συμμετείχαν αρχιερείς,πολλοί ηγούμενοι, αγιορείτες και μη, ηγουμένισσες, αρχιμανδρίτες, ιερομόναχοι, μοναχοί και μοναχές εκ των μεγαλυτέρων και πλέον γνωστών Μονών της Ελλάδος, λοιποί κληρικοί, καθηγητές της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. και άλλοι εκπαιδευτικοί. Αναγνώσθηκαν 19 εισηγήσεις, στις οποίες οι ομιλητές ανέπτυξαν πτυχές του μοναχικού βίου και σύγχρονες μορφές κληρικών και μοναχών, που παρουσιάσθηκαν ως πρότυπα μοναχικής ζωής και ως πρόσωπα, που βίωσαν αυθεντικά και υποδειγματικά την μοναχική ζωή στην εποχή μας. Από τις περιλήψεις των εισηγήσεων, υπό τύπον πορισμάτων, που δημοσιεύθηκαν πήραμε μια εικόνα γύρω από το περιεχόμενο των εισηγήσεων. Τα πορίσματα καταλήγουν, μεταξύ άλλων, στα εξής γενικά συμπεράσματα:
«Στις εργασίες του Συνεδρίου τονίστηκε ότι ο Ορθόδοξος Μοναχισμός με την μακραίωνη παράδοσή του καλλιέργησε και διατήρησε την ευαγγελική και αποστολική αλήθεια. Βασικά στοιχεία του μοναχικού βίου είναι το μαρτύριο της συνειδήσεως, αλλά και το μαρτυρικό φρόνημα. Η εξωτερική, αλλά κυρίως η εσωτερική ησυχία. Η ανάκληση του ασώτου νοός από την εξωστρέφεια και η επάνοδός του στην καρδιά και εν συνεχεία η ολοσχερής στροφή διά της νοεράς προσευχής στον τριαδικό Θεό.»
Σύμφωνα με σχετικό δημοσίευμα – κριτική του θεολόγου κ. Δημ. Αναγνώστου:
«Είναι άξιο απορίας και προβληματισμού το γεγονός, ότι ενώ ζούμε σε εποχή γενικής αποστασίας, συγκρητισμού και πολεμικής κατά της Ορθοδόξου Πίστεως, έξωθεν και έσωθεν, ουδείς και ουδεμία εκ των ομιλητών και ομιλητριών στο εν λόγω Συνέδριο δεν αναφέρθηκε στην Πίστη, την αξία και τη σημασία της, αλλά και την αναγκαιότητα προασπίσεώς της. Πολλώ δε μάλλον, όταν, σύμφωνα με την παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ο Ορθόδοξος Mοναχισμός υπήρξε διαχρονικώς όχι μόνον ακριβής φύλαξ, αλλά και υπερασπιστής αυτής, πρωτοπόρος δε στην αντιμετώπιση των αιρέσεων κατά τις περιόδους όταν η Πίστις ήταν το κινδυνευόμενον.»
Με βάση τα παρά πάνω,το πρώτο που μπορούμε να συμπεράνουμε, σχετικά με το Συνέδριο αυτό, είναι ότι η περί Μοναχισμού εικόνα που μας έδωσε, είναι κολοβωμένη, αφού προβλήθηκε μόνο η ασκητική του διάσταση, ενώ αποσιωπήθηκε η ομολογιακή. Όσο για τα πρόσωπα που προβλήθηκαν ως πρότυπα μοναχικής ζωής και ως παραδείγματα προς μίμηση, διερωτώμεθα, εάν και κατά πόσον ανταποκρίνονται στο βίο και στους αντιαιρετικούς αγώνες των αρχαίων μεγάλων οσίων της Εκκλησίας μας, οι οποίοι ως γνωστόν, παράλληλα με την άσκηση και την βίωση της μοναχικής τελειώσεως, αγωνίστηκαν με ζήλο και μαρτυρικό φρόνημα, (μερικοί μάλιστα εξ’ αυτών μέχρις αίματος), για την καταπολέμηση των αιρέσεων της εποχής των. Διερωτώμεθα εάν και κατά πόσον τα προβληθέντα πρόσωπα διέκριναν και επεσήμαναν τις σύγχρονες αιρέσεις της εποχής μας και μάλιστα την φοβερότερη από όλες, την παναίρεση του Οικουμενισμού.
Διερωτώμεθα,εάν και κατά πόσον τα πρόσωπα αυτά, παράλληλα με την άσκηση και την προσευχή στα μοναστικά περιβάλλοντα στα οποία έζησαν, θεώρησαν χρέος τους, να αγωνιστούν με όλες τις δυνάμεις τους και να κάνουν το παν για την καταπολέμησή του. Διερωτώμεθα εάν και κατά πόσον προσπάθησαν να προφυλάξουν το ποίμνιό τους από τον κίνδυνο της φοβερής αυτής αιρέσεως με συγγράμματα και αντιαιρετικά φυλλάδια, με ομιλίες, σε Συνέδρια και Ημερίδες, με δημοσιεύσεις στα ΜΜΕ και με κάθε άλλο πρόσφορο μέσο. Εάν και κατά πόσον κατέφυγαν στη διοικούσα Εκκλησία και ζήτησαν τη συνοδική καταδίκη και εκείνων που αμετανοήτως την προωθούν. Εάν και κατά πόσον διακινδύνευσαν, ή θυσίασαν το αρχιερατικό, ή το ηγουμενικό τους αξίωμα, προκειμένου να στηλιτεύσουν αιρετικές διδασκαλίες και πλάνες επωνύμων οικουμενιστών. Αν εξαιρέσουμε τον πρώην καθηγούμενο της Ιεράς Μονής Γρηγορίου κυρό Γεώργιο Καψάνη, είναι ζήτημα, αν τα άλλα από τα προβληθέντα πρόσωπα ως πρότυπα μοναχικής ζωής, υπήρξαν παράλληλα και σπουδαίοι αγωνιστές και ομολογητές της πίστεως και πολέμιοι του Οικουμενισμού.
Και για να μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα, μπορούν να συγκριθούν τα προβληθέντα στο εν λόγω Συνέδριο πρόσωπα, με τον Μέγα Αντώνιο, ο οποίος συχνά κατέβαινε στην Αλεξάνδρεια για να ενισχύσει τον αντιαιρετικό αγώνα της Εκκλησίας κατά της φοβερής αιρέσεως του Αρείου; Μπορούν να συγκριθούν με τους μοναχούς της εποχής που η εκκλησία μαστιζόταν από την αίρεση του Αρειανισμού, οι οποίοι είχαν τόσο θερμή πίστη και τόσο ακμαίο ομολογιακό φρόνημα, ώστε εάν:
«... παρουσιαζόταν ανάγκη, προτιμούσαν με προθυμία περισσότερο τον θάνατο, παρά να αποδεχθούν κάποια αλλοίωση σε έστω και ένα από τα Ορθόδοξα δόγματα της Συνόδου της Νικαίας.» (Νικηφόρου Καλλίστου Εκκλησιαστική ιστορία, P.G.146,653B-D);
Μπορούν να συγκριθούν με τον άγιο Εφραίμ τον Σύρο, ο οποίος αποδοκίμαζε τις αιρέσεις του Σαβελλίου και του Αρείου και κατεπολέμησε επίσης τόσο πολύ το παράλογο δόγμα του Απολλιναρίου, ώστε έκανε το παν για να το ξεριζώση από κάθε χριστιανική ψυχή; Σύμφωνα με τον βιογράφο του:
«... έφραξε ακόμη και τα απύλωτα στόματα των αιρετικών ανομοίων με πολλά επιχειρήματα και αγιογραφικά χωρία.» (Εγκώμιον εις τον όσιον πατέρα Εφραίμ, P.G. 46,825C-828A)
Μπορούν να συγκριθούν με τον όσιο Σάββα τον ηγιασμένο, οποίος κατά την εποχή που η Εκκλησία μαστιζόταν από την αίρεση του Μονοφυσιτισμού:
«... προσέτρεξε εσπευσμένως σύρων όπισθεν αυτού τους μοναχούς της ερήμου, [περίπου 10.000 τον αριθμό], ως ατρομήτους της Ορθοδοξίας προμάχους.» (Νικηφόρου Καλλίστου Εκκλησιαστική ιστορία, PG. 147,188);
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο βιογράφος του:
«... επί κεφαλής αυτών εισέρχεται εις Ιερουσαλήμ, εξεγείρει τον λαόν αυτής, αποδιώκει τους απεσταλμένους του Σεβήρου και αναθεματίζει αυτόν τε και τον υποστηρίζοντα αυτόν Αναστάσιον τον προστάτην της αιρέσεως τύραννον.» (Νικηφόρου Καλλίστου, ό.π. σελ.188)
Μπορούν να συγκριθούν με τον όσιο Στέφανο τον Νέο, ο οποίος έχυσε το αίμα του υπέρ των αγίων εικόνων, ή με τον άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη και με πλείστους άλλους αγίους ασκητές και οσίους, που εξορίστηκαν από τα Μοναστήρια τους και υπέμειναν τα πάνδεινα την περίοδο της εικονομαχίας; Μπορούν να συγκριθούν με τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, ο οποίος επί τέσσερα χρόνια φυλακίστηκε από τον λατινόφρονα Πατριάρχη Καλέκα, ή με τους αγίους οσιομάρτυρες αγιορείτες Πατέρες τους επί του λατινόφρονος Πατριάρχου Βέκου μαρτυρήσαντας, ή με τον άγιο Μάρκο τον Ευγενικό; Μπορούν τέλος να συγκριθούν με τον όσιο Υπάτιο, τον όσιο Δαλμάτιο, τον όσιο Ισίδωρο τον Πηλουσιώτη, τον άγιο Μάρκο τον ασκητή, τον άγιο Κασσιανό τον Ρωμαίο, τον άγιο Νείλο τον σοφό,τον άγιο Σωφρόνιο, τον άγιο Μάξιμο τον ομολογητή και πολλούς άλλους, ων τα ονόματα εν βίβλω ζωής;
Εάν η εικόνα που μας έδωσαν οι εισηγητές στο εν λόγω Συνέδριο για τα παρά πάνω προβληθέντα πρόσωπα ως πρότυπα μοναχικής ζωής, είναι μια εικόνα μοναχών, ή κληρικών που καλλιέργησαν μονομερώς την άσκηση και την ποιμαντική, ενώ παρέμειναν ψυχροί και αδιάφοροι απέναντι στις αιρέσεις της εποχής μας και μάλιστα στην πιο επικίνδυνη από όλες, την παναίρεση του Οικουμενισμού, τότε δεν αξίζει να αποτελούν πρότυπα μοναχικής ζωής. Εάν τα πρόσωπα αυτά από φόβο και δειλία, μήπως μπουν σε περιπέτειες και κινδύνους, εσιώπησαν ενόχως, τότε όχι μόνο δεν θα έπρεπε να προβάλλονται και να τιμώνται ως πρότυπα μοναχικής ζωής, αλλά να θεωρούνται και ως παραδείγματα προς αποφυγή. Να θεωρούνται ως πρόσωπα, που καλλιέργησαν ένα Μοναχισμό δικής τους εμπνεύσεως, ξένο προς τον Μοναχισμό της Ορθοδόξου μοναχικής μας Παραδόσεως. Ένα Μοναχισμό αλλοτριωμένο, κολοβωμένο, ασπόνδυλο, άνευρο, τύπου Γκουρουϊσμού, ξένο προς το θυσιαστικό ήθος των μοναχών, τον ηρωϊσμό και την αυτοθυσία τους, τα βασανιστήρια και τις εξορίες που υπέμειναν για την καταπολέμηση των αιρέσεων, ένα Μοναχισμό που αγνοεί το χρέος της ομολογίας μέχρι θανάτου, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου μας:
«Πας ουν όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς.» (Ματθ.10,32)
Πέραν αυτών τίθενται τα ερωτήματα: Γιατί άραγε οι διοργανωτές του Συνεδρίου δεν συμπεριέλαβαν στο πρόγραμμα του Συνεδρίου την παρουσίαση αληθινά μεγάλων συγχρόνων Γερόντων, όπως ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, ο άγιος Νικόλαος Αχρίδος (Βελιμίροβιτς), ο άγιος Γέροντας π. Φιλόθεος Ζερβάκος, ο Γέροντας π. Αθανάσιος Μυτιληναίος, ο Γέροντας π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, ο Γέροντας π. Σεραφείμ Ρόουζ, κ. α., οι οποίοι παράλληλα με την υποδειγματική μοναστική τους ζωή υπήρξαν και σθεναροί ομολογητές της Ορθοδόξου πίστεως και πολέμιοι του Οικουμενισμού; Γιατί δεν ανετέθη σε ειδικό εισηγητή η παρουσίαση του Οικουμενισμού και η μέχρι σήμερα εξέλιξή του; Γιατί δεν τονίστηκε η υποχρέωση και το καθήκον των μοναχών να αγωνίζονται κατά της παναιρέσεως αυτής, η οποία «στρώνει το χαλί» του Αντιχρίστου και προετοιμάζει την μιαρή θρησκεία του; Γιατί δεν ανετέθη εισήγηση, η οποία θα αξιολογούσε από Ορθόδοξη σκοπιά την «Σύνοδο» της Κρήτης; Η απάντηση στα παρά πάνω ερώτημα είναι προφανής: Ο βίος και οι αγώνες των ως άνω οσιακών μορφών, αλλά και η παρουσίαση τέτοιου είδους εισηγήσεων θα αποτελούσαν δριμύτατο έλεγχο για την απραξία, τον φόβο και την δειλία πολλών.
Πέραν αυτών θα περιμέναμε από τους διοργανωτές του Συνεδρίου να αναθέσουν σε ειδικούς εισηγητές θέματα, τα οποία άπτονται των σημερινών μεγάλων προκλήσεων, όπως είναι το σύγχρονο αλγεινό φαινόμενο του εφησυχασμού και της εν πολλοίς εκκοσμικεύσεως του Μοναχισμού. Τα Μοναστήρια μας σήμερα δυστυχώς τείνουν να καταντήσουν τουριστικοί προορισμοί και τόποι συνάντησης προσκυνητών με κάποιους αξιοπερίεργους «Γέροντες», κάτι σαν τους ινδουιστές γκουρού, οι οποίοι προαναγγέλλουν τα μέλλοντα και τα έσχατα. Να αναθέσουν ακόμη εισήγηση για το μεγάλο καινοφανές πρόβλημα των μικτών μοναστικών κοινοτήτων, τα οποία μας ήρθαν από την αιρετική Δύση. Επίσης μια άλλη εισήγηση η οποία θα στηλίτευε την απόπειρα νόθευσης της γνησίας Ορθόδοξης πνευματικότητας με την ψεύτικη, οικουμενιστικής εμπνεύσεως, η οποία καλλιεργείται σε «Μονές» των αιρετικών παπικών, όπως αυτές του Μπόζε και του Ταϊζέ, στις οποίες συρρέει πλήθος Ορθοδόξων μοναχών και μοναζουσών, προκειμένου να συμμετάσχουν στα Συνέδριά τους, τα οποία υποτίθεται έχουν σκοπό να γνωρίσουν και να προάγουν την Ορθόδοξη πνευματικότητα.
Κλείνοντας εκφράζουμε με πολύ πόνο ψυχής την απογοήτευσή μας για το Συνέδριο της Λευκάδος, καθ’ όσον παραθεώρησε το σπουδαιότερο και ουσιαστικότερο γνώρισμα, που χαρακτηρίζει τον Ορθόδοξο Μοναχισμό, που τον διαφοροποιεί διαμετρικά από άλλους «Μοναχισμούς» αιρετικών και αλλοθρήσκων, που είναι ακριβώς η ομολογιακή και αγωνιστική του διάσταση. Δεν μπόρεσαν δυστυχώς οι διοργανωτές του Συνεδρίου να συνειδητοποιήσουν, ότι Μοναχισμός χωρίς αγώνες και θυσίες για την διαφύλαξη της πίστεως εν καιρώ αιρέσεων, όπως η δική μας, δεν είναι Ορθόδοξος Μοναχισμός, αλλά κάτι σαν Γκουρουϊσμός, ή βουδιστικός Μοναχισμός. Δεν μπόρεσαν δυστυχώς να συνειδητοποιήσουν, ότι η πίστη είναι πάνω από όλα, είναι το εν «ου έστι χρεία» (Λουκ.10,42). Αν χαθεί η πίστη, χάνονται όλα τα άλλα. Χωρίς την Ορθόδοξη πίστη, ως προϋπόθεση, δεν υπάρχει ούτε αληθινός Μοναχισμός, ούτε αληθινή Ιεραποστολή, ούτε αληθινή Ποιμαντική, ούτε αληθινή άσκηση, ούτε αληθινή λατρεία, ούτε αληθινά μυστήρια, ούτε αγιασμός, ούτε σωτηρία. Δεν υπάρχει τίποτε, απολύτως τίποτε!!!
Και αν ακόμη κάποιος νηστεύει κάθε μέρα, και αν ακόμη προσεύχεται από το πρωί ως το βράδυκαι από το βράδυ ως το πρωΐ, και αν ακόμη κοινωνεί κάθε μέρα, και αν ακόμη κάνει ελεημοσύνες μεγάλες και σπουδαίες, και αν ακόμη κάνει ιεραποστολή, οτιδήποτε και αν κάνει, χωρίς την Ορθόδοξη πίστη, δεν έχουν καμία αξία όλα αυτά ενώπιον του Θεού.
Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...