
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
«Κλείστε τ’ αυτιά σας και σφίξατε την Ορθόδοξη Πίστη μέσα στην καρδιά σας.
Έχομε εισέλθει εις τον χώρον των εσχάτων ημερών.»
Μακαριστός Γέροντας π. Αθανάσιος Μυτιληναίος (1927 – 2006),
Το Πνεύμα το Άγιον αγαπητοί μου ήδη είχε ανακληθεί από την γην. Το είπε σαφώς ο Πατήρ:
«... ου μὴ καταμείνη τό πνεύμα μου ἐν τοῖς ανθρώποις τούτοις εἰς τόν αἰῶνα, δια τό είναι αυτούς σάρκας·»
Οι άνθρωποι είχαν εξοκείλει, παρότι ο Θεός είχε πει να μην μιγούν [σ.σ. μίγω: μεσαιονικό του μείγνυμι – λεξικό Δημητράκου] οι δύο κλάδοι του Αδάμ. Ο ένας ήτανε του Κάιν και ο άλλος του Σηθ. Εμίγησαν όμως κινούμενοι από κίνητρα υλιστικά. Είδαν λέγει οι υιοί, οι απόγονοι, του Σηθ ότι οι θυγατέρες των απογόνων του Κάιν ήτανε πολύ ωραίες και εμίγησαν. Και εχάλασαν, και έφτασαν σε ένα σημείο που προκαλείται πλέον η απόφασις του Θεού για να έλθει ο κατακλυσμός. Γι΄ αυτό λέγει, προσέξτε αυτήν την θέσιν:
«... ου μὴ καταμείνή τό πνεύμα ΜΟΥ ἐν τοῖς ανθρώποις τούτοις»,
«εἰς τόν αἰῶνα» : δεν λέει εις τους αιώνες,
«δια τό είναι αυτούς σάρκας·» : έγιναν σαρκικοί.
Αίρω λοιπόν το Πνεύμα μου το Άγιον. Από εδώ ας μάθουμε ότι ο σαρκικός άνθρωπος δεν μπορεί να έχει το Πνεύμα του Θεού. Δεν, τρόπον τινά, προσγειούται ομαλά το Πνεύμα το Άγιον εις τον σαρκικόν άνθρωπον. Γνωρίζουμε δε πλέον από την Καινή Διαθήκη, ότι ο άνθρωπος είναι, όχι η ψυχή του μόνον αλλά και το σώμα του και κυριότατα το σώμα του, ναός του Αγίου Πνεύματος. Πως λοιπόν αυτό το σώμα το οποίον θα συρθεί εις την ανηθικότητα, την ποικίλη ανηθικότητα, πως είναι δυνατόν πλέον αφού καταπροδόθηκε ως ναός του Αγίου Πνεύματος να μένει πλέον μέσα εκεί το Πνεύμα το Άγιον;
Πράγματι, η όλη η ζωή των ανθρώπων διετηρήθη για 120 χρόνια ακόμη και επήλθε ο κατακλυσμός. Διεσώθη μόνον η οικογένεια του Νώε και άρχισε πάλι η ανθρωπότητα να απλώνεται στη γη. Αλλά η ρίζα της ανθρωπότητος παρέμενε πονηρή. Η πρόθεσις, η σκέψις, μάλιστα, εκεί κάπου λέγει το ιερόν κείμενον της Γενέσεως ότι:
«... έγκειται η διάνοια του ανθρώπου επιμελώς επί τα πονηρά εκ νεότητος αυτού.»
Και όταν αποφάσισαν οι άνθρωποι να απλωθούν σε όλη τη γη είπαν μεταξύ των να δημιουργήσουν ένα υλικόν μνημείον για να θυμούνται την αφετηρία του ξεκινήματός των, από που έφυγαν, από που ξεκίνησαν. Και άρχισαν να χτίζουν τον πύργον της Βαβέλ. Ξέρετε, να αφήσουμε ένα μνημείον, ένα υλικό σημείον που να προκαλεί μνήμη -αυτό θα πει μνημείον- δεν είναι κακό, αλλά ήταν όμως γι’ αυτούς ένα έργον αλαζονείας. Δες τε εμείς τι φτιάξαμε, ποιοι είμαστε. Αυτό βέβαια δεν το ευλόγησε ο Θεός, και τότε ο Θεός είπε:
«... δεύτε και καταβάντες συγχέομεν αυτών εκεί την γλώσσαν, ίνα μη ακούσωσι έκαστος την φωνήν του πλησίον και διέσπειρεν αυτούς ο κύριος εκείθεν (από εκεί) επί πρόσωπον πάσης της γης, και επαύσαντο οικοδομούντες την πόλιν, και τον πύργον.»
Δεν ολοκλήρωσαν τον πύργον ούτε την πόλιν. Ο πύργος της Βαβέλ. Βαβέλ θα πει σύγχυσις και ονομάστηκε έτσι επειδή επήλθε σύγχυσις των γλωσσών, ο ένας έλεγε αυτό και ο άλλος καταλάβαινε διαφορετικά.
Μετά 50 ημέρες από την Ανάσταση του Χριστού, αγαπητοί μου, ήλθε και πάλι ως γνωστόν το Πνεύμα το Άγιον επί των ανθρώπων. Γι’ αυτό η Εκκλησία μας σημειώνει στην υμνογραφία της κάτι πολύ χαρακτηριστικό:
«Ότε καταβάς τας γλώσσας συνέχεε» : Ο Θεός κατέβηκε και συνέχεε τας γλώσσας.
«... διεμέριζεν έθνη ο Ύψιστος·»: Ξεχώριζε έθνη, ομάδες ομάδες ανθρώπων. Προσέξτε, διεμέριζεν έθνη, το λέει και στο Δευτερονόμιον αυτό. Δηλαδή, όρια έθεσε στο κάθε έθνος, σύνορα. Να το κρατήσετε αυτό είναι πολύ χρήσιμο. Θα το δούμε γιατί.
«... ότε του πυρός τας γλώσσας διένειμεν»: Την Πεντηκοστή πια.
«... εις ενότητα πάντας εκάλεσε»: Ενώ υπήρξε σκορπισμός πρώτα, τώρα με την Πεντηκοστή γίνεται μία ενότης.
«και συμφώνως δοξάζομεν το πανάγιον Πνεύμα».
Βλέπουμε λοιπόν ότι η Πεντηκοστή στάθηκε διορθωτική της αλαζονείας των ανθρώπων που απεπειράθησαν να υψώσουν τον πύργον της Βαβέλ. Και φυσικά πλέον εκείνο που εφεξής ενώνει όλους τους ανθρώπους δεν είναι ο πολιτισμός, δεν είναι τα κτήρια, δεν είναι τα μνημεία, αλλά το Πνεύμα το Άγιον. Κι εκείνος που δέχεται το θεανθρώπινον Πρόσωπον, του Χριστού πάντα, δέχεται και το Πνεύμα το Άγιον. Εάν δεν έχεις τον Ιησούν Χριστόν δεν είναι δυνατόν να έχεις το Πνεύμα το Άγιον. Και Αυτό δε επιτελεί ομοίως την πνευματική ζωή. Αυτό που λέμε, «πνευματική ζωή» αυτό είναι, η ζωή του Αγίου Πνεύματος. Όχι η ζωή του ανθρωπίνου πνεύματος -ο καθένας έχει το πνεύμα του-, όχι βάσει του ανθρωπίνου πνεύματος, αλλά βάσει του Αγίου Πνεύματος ασκείται αυτή η λεγομένη πνευματική ζωή. Χωρίς το Πνεύμα το Άγιον δεν μπορούμε να σωθούμε. Αν οι άνθρωποι πάσχουν, είναι γιατί δεν έχουν το Πνεύμα το Άγιον, γιατί δεν Το αποδέχονται. Το κορυφαίο που σήμερα μας λείπει, ιδία από την εποχή μας, είναι ακριβώς αυτό, το Πνεύμα το Άγιον. Με την προϋπόθεση όμως ότι οι άνθρωποι έχουν πιστέψει, το είπα και προηγουμένως, εις τον Χριστόν. Θα έχεις τον Χριστόν για να έχεις το Πνεύμα το Άγιον.
Και τί μπορεί να μας δώσει το Πνεύμα το Άγιον; Ίσως αναρωτηθείτε.
Πρώτιστα , με το Πνεύμα το Άγιον αποκτούμε νουν Χριστού. Λέει ο Παύλος στην Α’ προς Κορινθίους, «ἡμεῖς δὲ νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν».
Εμείς, λέει, έχομε νουν Χριστού. Γιατί; Εάν έχουμε τον Χριστόν, έχουμε το Πνεύμα το Άγιον το Οποίον μας δίδει τον νουν του Χριστού. Και αυτό σημαίνει ότι σκέφτομαι όπως εσκέπτετο ο Χριστός. Σκεφτείτε, η σκέψις μου δηλαδή είναι χριστοειδής, είναι αντικοσμική και έχει γνώμονα την αιωνιότητα και το θέλημα του Θεού. Αυτό θα πει, έχω νουν Χριστού.
Δεύτερον , έχομε το Πνεύμα της Αληθείας, όπως μας λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης εις το δέκατο τέταρτον κεφάλαιον. Ως Θεός βέβαια, το Πνεύμα το Άγιον πάντοτε αληθεύει, δεν μπορεί να ψεύδεται το Πνεύμα το Άγιον. Τούτο λέγεται σε αντιδιαστολή με το πνεύμα του ψεύδους και της πλάνης που είναι ο διάβολος. Γράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, «... μὴ παντὶ πνεύματι πιστεύετε», μην πιστεύετε σε κάθε πνεύμα, αλλά μόνο στο Πνεύμα το Άγιον το οποίον είναι το Πνεύμα της Αληθείας.
Αυτό σημαίνει ότι στον κόσμον επικρατεί το πνεύμα της πλάνης που θα πρέπει να γνωρίζουμε για να το αντιδιαστέλλομε από το Πνεύμα το Άγιον. Και ποιός είναι ο καρπός του πνεύματος της πλάνης; Προσέξτε: ο πνευματισμός, τα μέντιουμ. Η μαγεία. Η αίρεσις. Οι φυσικές θρησκείες, που σαν αλαφιασμένοι εμείς οι Ορθόδοξοι οι Χριστιανοί πάμε να γνωρίσουμε. Αυτές τις ξένες φυσικές απ’ Ανατολών ερχόμενες θρησκείες. Να γνωρίσουμε λέει τον Βουδισμό, να γνωρίσουμε τούτο, να γνωρίσουμε εκείνο. Αλλοίμονό μας. Ο κοσμικός τρόπος του ζειν και του σκέπτεσθαι, αποτελούν πνεύματα πλάνης.
Και μάλιστα να σας πω και κάτι τελείως καινούριο. Εδημοσιεύθη σε μία εφημερίδα, ότι σε κάποια Δημοτικά σχολεία, πειραματικά, εις την Πρώτη Τάξη του Δημοτικού σχολείου -καλά το ακούσατε- εισάγεται το μάθημα της μαγείας. Η εφημερίδα έχει δείγματα. Πως είναι το αλφαβητάρι που έχουμε στην Α΄ Δημοτικού και μαθαίνουμε τα γράμματα, το Α, το Β, έτσι κι εκεί υπάρχει ένα βοήθημα, ένα βιβλίο που αναφέρεται εις την μύηση των παιδιών εις την μαγεία. Το ακούσατε; Λέει ένας λόγος ότι η φύσις μισεί τα κενά. Αυτό τώρα να το μεταφέρουμε, την στιγμή που διώχνουμε τον Χριστόν από την ζωή μας, πολύ φυσικό να πάρει θέση ο διάβολος, γιατί η μαγεία πάτρονά της έχει τον διάβολο. Το ακούσατε παρακαλώ; Εγώ θα σας προκαλέσω αν δείτε να γενικεύεται η υπόθεση -αν δεν αποτύχει βέβαια στο ξεκίνημά της- εσείς οι γονείς και οι γιαγιάδες και οι παππούδες διαμαρτυρηθείτε για να σώσουμε τα παιδιά μας.
Το Άγιον Πνεύμα είναι το Χρίσμα της Αληθείας. Γράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Α’ του επιστολή:
«... και ύμείς το χρίσμα ο ελάβετε απ’ αυτού, εν υμίν μένει, και ου χρείαν έχετε, ίνα τις διδάσκη υμάς·»
Δεν έχετε ανάγκη να σας διδάξει κανείς γιατί είσαστε θεοδίδακτοι,
«... αλλ’ ως το αυτό χρίσμα διδάσκει υμάς περί πάντων»: Για όλα τα πράγματα μας διδάσκει το Πνεύμα το Άγιον.
Είναι ξεχωριστό Μυστήριον, μετά από το βάπτισμά μας χριώμεθα το Άγιον Χρίσμα. Άλλον το Βάπτισμα, άλλον το Χρίσμα. Το Χρίσμα είναι να πάρουμε με υλικόν τρόπον με το Μύρον αυτό, να πάρομε το Πνεύμα το Άγιον -με υλικόν τρόπον το ξαναλέγω- διότι το Πνεύμα το Άγιον εδράζεται, έχει έδρα του αυτό το αγιασμένο λάδι. Έτσι παίρνουμε το Χρίσμα, αυτό το δεύτερον Μυστήριον το οποίον θα μας δώσει ό,τι αγαθόν ο Θεός θέλει να μας δώσει. Το Άγιον Χρίσμα είναι η προίκα μας.
«... και αληθές εστιν και αληθές και ουκ έστιν ψεύδος· καὶ καθὼς εδίδαξεν υμάς, μενείτε εν αυτώ»: Και είναι Αληθινόν, εις το Πνεύμα το Άγιον δεν υπάρχει ψεύδος, και όπως σας δίδαξε να μένετε εις Αυτό.
Με το Άγιον Πνεύμα αγαπητοί μου έχουμε σαφή διάκριση του αληθούς από του ψευδούς, Του γήινου και του παροδικού από του ουρανίου και μονίμου. Του συμφέροντος και του μη συμφέροντος. Του γνησίου από του νόθου. Μπορούμε να διακρίνομε. Είναι η πνευματική διάκρισις. Γιατί έχουμε και την φυσική διάκριση. Φυσική διάκρισις είναι να διακρίνεις με τα μάτια σου ότι αυτό είναι σκότος και αυτό είναι μέρα, φως· φυσική διάκρισις. Αυτό είναι ντουβάρι και εκείνο είναι νερό· φυσική διάκρισις. Αλλά η διάκρισις αυτών των στοιχείων που σας είπα, να μην τα επαναλαμβάνω, αποτελούν την λεγομένην πνευματική διάκριση.
Ένα τρίτο σημείο . Λέγει ο Ησαΐας ότι έχουμε Πνεύμα φόβου Θεού, λέει στο ενδέκατον κεφάλαιόν του. Ναι, το Πνεύμα το Άγιον μας δίνει τον φόβο του Θεού. Δεν είναι συνεπώς απόβλητος ο φόβος του Θεού, αλλά είναι ευκταίος, είναι επιθυμητός. Η αφοβία; Η αφοβία αγαπητοί μου χάνει τα κεκτημένα. Θα με βοηθήσει να μην φοβούμαι τον διάβολον, αλλά θα φοβούμαι τον Θεόν. Γιατί η αφοβία, ξαναλέγω, χάνει τα κεκτημένα. Γι’ αυτό λέγει ο Απόστολος Παύλος «μετά φόβου και τρόμου», που είναι η επίτασις του φόβου κατεργαζόμενη την ημών σωτηρίαν. Αν την χάσω την σωτηρίαν μου, τί γίνεται; Η αφοβία έβγαλε τους πρωτοπλάστους από τον Παράδεισο, αλλά ο φόβος του Θεού εισήγαγε τον ληστήν εις τον Παράδεισον. Ο φόβος του Θεού εισήγαγε τον ληστήν, όταν ο ίδιος λέγει εις τον άλλον τον συ-ληστή του, «ουδέ φοβή συ τον Θεόν»; Διότι στην αρχή και οι δύο εβλασφήμουν τον Χριστόν. Μετά συνήλθε. μπήκε ο φόβος του Θεού, τρόμαξε, συγκλονίστηκε και όταν ο άλλος συνέχισε να βλασφημά του λέει, «ουδέ φοβή συ τον Θεόν;»: Δεν φοβάσε τον Θεόν;
Δια τον μη έχοντα φόβον του Θεού που εμπνέει το Πνεύμα το Άγιον όλα επιτρέπονται, όπως λέει ο Ντοστογιέφσκι. Θεμιτά και αθέμιτα. Και να σκοτώσω και να κλέψω και να κακοποιήσω. Όλα επιτρέπονται αφού δεν έχω τον φόβο του Θεού. Γι’ αυτό και ο λαός μας λέει, αυτός είναι α-θεόφοβος. Δεν έχει φόβο Θεού, αθεόφοβος. Αντιθέτως οι Χριστιανοί ελέγοντο στην αρχαία εποχή, οι φοβούμενοι τον Κύριον.
Τέταρτον και το εξόχως σπουδαίον , γίνεται για εμάς το Πνεύμα το Άγιον, Πνεύμα ελευθερίας. Γράφει ο Παύλος, «... ο δε Κύριος το Πνεύμα εστιν (ο Κύριος είναι το Άγιον Πνεύμα) ου δε το Πνεύμα Κυρίου (όπου δε το Πνεύμα του Κυρίου) εκεί ελευθερία. Είδατε; Εκεί είναι η ελευθερία, όπου είναι το Άγιον Πνεύμα. Βαθύς λόγος, λόγος όντως κλειδί.
Επειδή σήμερα δεν έχουν οι πολλοί το Άγιον Πνεύμα, δεν έχουν και ορθή αντίληψη περί ελευθερίας. Είναι το πιο κακοποιημένο πράγμα η ελευθερία. Θεωρούν την ελευθερία σαν ασυδοσία και αυτό αποτελεί στοιχείο αυτοκαταστροφής. Όπως λέει πάλι ο λόγος του Θεού, οι άνθρωποι που επικαλούνται, λέει, την ελευθερία αυτοί είναι δούλοι της φθοράς . Φράσις στην Καινή Διαθήκη.
Η αναρχία, ο αμοραλισμός -αμοραλισμός θα πει όταν δεν έχεις καμμίαν ηθικήν- είναι σημεία απουσίας του Αγίου Πνεύματος που δίδει την ορθήν αντίληψην περί ελευθερίας.
Ένα πέμπτο σημείον ακόμη αν θέλετε. Λέγει ο Ψαλμωδός ότι λαβαίνουμε Πνεύμα ηγεμονικόν. Πω, πω ! Είναι στον 50ο Ψαλμό, «και πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με...». Είναι ο ηγεμών νους. Εκείνος ο οποίος εγκαθίσταται από το Πνεύμα το Άγιον. Κι έτσι κυβερνάει ο νους, δεν κυβερνούν οι πατούσες, ούτε οι φτέρνες, ούτε οι κλωτσιές στο ποδόσφαιρο, ούτε, ούτε, ούτε. Ο ηγεμών νους. Γι’ αυτό τρομάζει ο Δαυίδ και λέγει το εξής: «το πνεύμα το άγιόν σου μή αντανέλης απ’ εμού». Ένεκα των αμαρτιών μου μην πάρεις το Πνεύμα Σου το Άγιο από μένα γιατί χάθηκα.
Και ένα τελευταίο σημείο , αν είναι τελευταίο. Πλήθος, πλήθος δωρεές μας φέρνει το Πνεύμα το Άγιον αλλά δυστυχώς ο χρόνος πάντοτε είναι περιορισμένος. .. Μας δίδει το Πνεύμα της υιοθεσίας. Λέει ο Απόστολος Παύλος εις την προς Ρωμαίους Επιστολή του: «ελάβετε Πνεύμα υιοθεσίας, ενώ κράζομεν, Αββά, ο Πατήρ». Με αυτό το Πνεύμα αποκαλούμε τον Θεό Πατέρα -Αββά θα πει Πατήρ, έχει δύο γλώσσες είναι η Συριακή, είναι και η Ελληνική. Πείτε σε κάποιον -και μην μου πείτε είναι αυτονόητο να πω τον Θεό Πατέρα- πείτε σε κάποιον να αποκαλέσει τον Θεό Πατέρα όταν δεν τα έχει καλά με τον Θεό. Αδύνατον. Το κεφάλι να του πάρετε, τον Θεό Πατέρα δεν τον επικαλείται. Για να δείτε ότι πράγματι το Πνεύμα το Άγιον μας εμπνέει να λέμε τον Θεόν Πατέρα. Και όταν λέμε Πάτερ ημών, αυτό το Πάτερ ημών είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος και εκ της υιοθεσίας γεννάται το αίσθημα της ασφαλείας. Όπως το μικρό παιδί, βλέπετε μια μικρούλα εδώ κοιμάται. Πού κοιμάται; Δίπλα στη μάννα της. Βέβαια, είναι η μάννα της. Έτσι αγαπητοί μου, όταν έχω το στήριγμα, το σκέπασμα του Πατέρα αισθάνομαι ασφάλεια. Ο άνθρωπος ξέρετε πότε δεν αισθάνεται ασφάλεια; Όταν δεν έχει τον Θεό Πατέρα. Γι’ αυτό σήμερα έχουμε τόσες και τόσες άσχημες καταστάσεις. Δηλαδή, το να πω τον Θεό Πατέρα, αλλά με όλη την συνέπεια, αυτό έχει τεραστία σημασία ψυχολογική.
Ενώ έχουμε τόσα προνόμια αγαπητοί από το Άγιον Πνεύμα -και πολλά βέβαια άλλα, που να τα απαριθμήσουμε- ποιος ποτέ θα πίστευε...
ΠΟΙΟΣ ΠΟΤΕ ΘΑ ΠΙΣΤΕΥΕ ΟΤΙ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΠΟΥ ΕΛΑΒΑΝ ΤΟ ΧΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΘΑ ΕΣΚΕΠΤΟΝΤΟ ΝΑ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΟΥΝ ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙΩΣΟΥΝ ΤΟΝ ΠΥΡΓΟ ΤΗΣ ΒΑΒΕΛ.
Τί είπατε; Ποιός ποτέ θα το φανταζόνταν, να ξαναγυρίσουν οι Χριστιανοί να χτίσουν τον Πύργο της Βαβέλ; Κι όμως αγαπητοί μου. Τί είναι αυτό; Είναι το ξανακτίσιμο του πύργου της Βαβέλ, η άρνησις της Πεντηκοστής, που λέγεται παγκοσμιοποίησις. Τ’ ακούσατε;
Η άρνηση της Πεντηκοστής λέγεται παγκοσμιοποίησις.
Δεν έχω χρόνο πιο πολύ να σας πω ότι ο Θεός έβαλε τα όρια των εθνών. Είναι στο Δευτερονόμιο, το αναφέρει ο Απόστολος Παύλος εις την Πνύκα στην Αθήνα κτλ. Ο Θεός θέλει σύνορα όπως θέλει και ντουβάρια στο κάθε σπίτι, στην κάθε οικογένεια. Ξέρετε κάποτε τί είχε γίνει; Στη Ρωσσία, το πείραμα,. Τί θα πει, λέει, οικογένεια; Κοινά όλα. Γρήγορα κατάλαβαν ότι αυτό το πράγμα δεν στέκεται. Στέκεται αυτό το πράγμα; Έτσι συμβαίνει και με τα έθνη. Και δεν είναι απλώς γιατί έχουμε μια πολιτισμική ισοπέδωση. Πιστέψτε με, αυτό είναι το λιγότερο. Αλλά ζητούμε την ένωση των ανθρώπων δια της παγκοσμιοποιήσεως, στην κοινωνική ένωση, στην εμπορική ένωση, την πολιτισμική ένωση και προπαντός εις την θρησκευτικήν ένωση .
Αυτό που ακριβώς λέμε, οικουμενισμός . Στη χοάνη αυτή, να ρίξουμε όλες τις θρησκείες να βγάλουμε αυτό που λέμε οικουμενισμός. Θέτουμε λοιπόν εκ ποδών τον Θεό που σταμάτησε την πυργοποιία, τότε, και μας έδωσε την Πεντηκοστή. Τον διώχνουμε τον Θεό. Δεν τον χρειαζόμεθα τον Θεό. Αυτή η ενότητα είναι ακραιφνώς, ακραιφνώς δαιμονική.
Αλλά και μ’ αυτήν την ενότητα, προσέξτε, θα τελειώσει ο κόσμος. Δεν ξαναγυρίζει ο Θεός τελείωσε. Αυτή είναι η διαδρομή: Πύργος Βαβέλ – Πεντηκοστή – ξαναγυρίζουμε στον Πύργο της Βαβέλ. Εκεί θα τελειώσει ο κόσμος, και το τέλος του θα είναι τραγικό. Του κόσμου το τέλος θα το εμπνέει ο διάβολος και ο αντίχριστος και ο ψευδοπροφήτης. Αυτή η ανίερος τριάδα.
Είπε ο Κύριος ότι όταν θα ξαναέλθει, θα βρει την Πίστη επί της γης; Αυτό το ερώτημα έθεσε. Αγαπητοί μου, θα την βρει την Πίστη επί της γης αλλά σε λίγους, στο λεῖμμα όπως λέει ο Απόστολος Παύλος. Στο υπόλοιπον, ένα μικρό μέρος, Γι’ αυτό αγαπητοί, σήμερα, γιορτάζουμε την Αγία Πεντηκοστή, έχουμε αντιληφθεί την μεγάλη σημασία και το τι μας εχάρισε το Πνεύμα το Άγιον; Χωρίς το Πνεύμα το Άγιον δεν έχομε λόγον υπάρξεως, όπως δεν είχαν και οι άνθρωποι προ του κατακλυσμού.
Τα κηρύγματα των ποικίλων παγκσμιοποιήσεων περιφρονήσατέ τα, προπαντός δε στον θρησκευτικό τομέα τον οικουμενισμό. Κλείστε τ’ αυτιά σας και σφίξατε την Ορθόδοξη Πίστη μέσα στην καρδιά σας. Έχομε εισέλθει εις τον χώρον των εσχάτων ημερών. Όλα το δείχνουν. Εμείς, έχοντες το Πνεύμα το Άγιον, να γινόμεθα αγιότεροι και αγιότεροι. Και τότε αναμένομε τον Κύριον Ιησούν που μας βεβαιώνει, «ιδού έρχομαι ταχύ». Και το Πνεύμα και η Νύμφη, το Άγιον Πνεύμα και η Εκκλησία -γιατί το Πνεύμα μένει στην Εκκλησία και βοηθάει την Εκκλησία- με ένα στόμα λέγουσιν, έρχου. Έρχομαι γρήγορα. Έρχου, έλα Κύριε. Και ο ακούων, όποιος ακούει μέσα στην ιστορία, ειπάτω, ας πει, ΕΡΧΟΥ. Αμήν.
* * *
(Απομαγνητοφώνηση Φαίη για το ΑΒΕΡΩΦ. Το βίντεο το είδα: Σάλπισμα Ζωής , Αρχική πηγή: Ομοθυμαδόν )
Πηγή: Αβέρωφ
3. Ὁ ρόλος τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν τοῦ Βόλου στόν ἀναβαθμισμένο «οἰκουμενιστικό ἐπανευαγγελισμό» τῶν Ὀρθοδόξων
Στό πλαίσιο, ἀλλά καί τόν ἀπόηχο τῆς 10ης Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ Π.Σ.Ε. στό Πουσάν ἀναδεικνύεται ὁ ἰδιαίτερος καί ἀναβαθμισμένος ρόλος πού καλεῖται νά διαδραματίσει ἡ Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν τοῦ Βόλου στήν ἐσωτερική τῆς ἑλληνόφωνης Ὀρθοδοξίας προπαγάνδα ὑπέρ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Συμφώνως πρός τόν ἱστοχῶρο τῆς Συνελεύσεως τοῦ Πουσάν «Ὀρθόδοξοι καί οἰκουμενικοί ἐπιστήμονες παρουσίασαν τό “ Ὀρθόδοξο Ἐγχειρίδιο γιά τή Θεολογική Ἐκπαίδευση καί τόν Οἰκουμενισμό” στή 10η Συνέλευση τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν στό Πουσάν, Δημοκρατία τῆς Κορέας, τήν Τετάρτη 6 Νοεμβρίου. Τό ἔργο συντονίστηκε ἀπό ἐκδοτική ὁμάδα ἐκ διαφόρων ὀρθοδόξων καί οἰκουμενικῶν ὀργανισμῶν συμπεριλαμβανομένου τοῦ Π.Σ.Ε. καί τοῦ Συμβουλίου Εὐρωπαϊκῶν Ἐκκλησιῶν, μαζί μέ μιά ὁμάδα ἀπό τήν Ἀκαδημία τοῦ Βόλου στήν Ἑλλάδα» [29].
Λίγο παρακάτω, ἀφοῦ δοθοῦν καί ἄλλες σχετικές πληροφορίες γιά τή στόχευση τῶν ἐκδόσεων Regnum Studies in Global Christianity, ὁ ἱστοχῶρος μᾶς γνωστοποιεῖ ὅτι τό νέο ἐγχειρίδιο, ἐπιτήδευμα τοῦ Προγράμματος τοῦ Π.Σ.Ε. γιά τήν Οἰκουμενική Θεολογική Ἐκπαίδευση (WCC/ETE) σέ συνεργασία μέ τό Σ.Ε.Ε. (CEC) καί τήν Ἀκαδημία τοῦ Βόλου, ἔχει ὡς σκοπό «νά προμηθεύσει ἕνα οὐσιαστικό νέο ἐργαλεῖο γιά νά ἐπινοήσει κατάλληλη διδακτική ὕλη καί βασικά ἀναγνώσματα γιά μαθήματα σχετικά μέ τίς σχέσεις πρός ἄλλες ἐκκλησίες, τόν οἰκουμενικό διάλογο καί τόν Παγκόσμιο Χριστιανισμό στίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες» [30].
Ὁ ἱστοχῶρος τῆς ἴδιας τῆς Ἀκαδημίας τοῦ Βόλου θέτει τό θέμα τῆς συμβολῆς της πολύ ἠπιότερα καί κατώτερα τῆς πλήρους ἐκτάσεώς του, δημοσιοποιώντας τήν τελευταία συνάντηση τῆς ἐκδοτικῆς ἐπιτροπῆς στίς 18 και 19 Σεπτεμβρίου 2013· συμφώνως πρός αὐτήν τό ἐν λόγῳ ἐγχειρίδιο, Handbook on Ecumenism. Resources for Theological Education «αποσκοπεί να αναδείξει την καίρια ιστορική και θεολογική συμβολή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Οικουμενική Κίνηση, να προσφέρει πρόσβαση σε κείμενα που εκφράζουν το πνεύμα των επιμέρους τοπικών Εκκλησιών στο πλαίσιο του οικουμενικού διαλόγου, να αντιμετωπίσει επί μέρους σύγχρονα ζητήματα του οικουμενικού διαλόγου και της κοινής χριστιανικής μαρτυρίας στη διακονία, την εκπαίδευση, την ποιμαντική μέριμνα κλπ.» Ὁ Τόμος αὐτός ἀπευθύνεται «σε Καθηγητές και φοιτητές των θεολογικών σχολών ανά τον κόσμο, όπως επίσης και σε ιερείς και λαϊκούς». Ἡ ἐκδοτική ὁμάδα περιέλαβε μεταξύ ἄλλων τούς π. Thomas FitzGerald, π. Cyril Hovorun, Δρ. Παντελῆ Καλαϊτζίδη, Αἰκατερίνη Πεκρίδου, Νικόλαο Ἀσπρούλη, Liagre Guy, Dietrich Werner[31]. Οὐδεμία ἀναφορά στή συνεπῆ ἀκαδημαϊκή ἐνδυνάμωση καί ἐκλαΐκευση τοῦ οἰκουμενιστικοῦ φρονήματος, πού ἀποτελεῖ καί τόν τελικό στόχο τοῦ πονήματος αὐτοῦ τῶν 900 σελίδων καί τῶν 110 ἐπιστημονικῶν συμβολῶν !
Ὁ διαθρησκειακοῦ προσανατολισμοῦ ἱστοχῶρος Globethics.net παραθέτοντας τή θεολογική «συνάφεια» ἐντός τῆς ὁποίας προωθήθηκε ἡ ἔκδοση τοῦ ἐν λόγῳ ἐγχειριδίου, μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἡ «Ὁμάδα Ἐργασίας ἐπί Ὀρθοδοξίας καί Οἱκουμενισμοῦ» (Workgroup on Orthodoxy and Ecumenism) προετοίμασε τό «Ἐγχειρίδιο» συλλέγοντας συμβολές μεταξύ Ὀκτωβρίου 2011 καί Ἰουνίου 2013, ὥστε τό ἐν λόγῳ «Ἐγχειρίδιο» νά καταστεῖ μέγιστη ὀρθόδοξη συμβολή στή 10η Συνέλευση τοῦ Πουσάν, γιά τήν ὁποία εἶχε προετοιμαστεῖ μάλιστα καί forum σχετικό μέ τήν οἰκουμενική θεολογική ἐκπαίδευση [32].
Τό Globethics.net σημειώνει καί τόν ρόλο πού διαδραμάτισε ἐν προκειμένῳ ἡ προηγηθεῖσα Συνάντηση τῆς Διεθνοῦς Διορθοδόξου Διαβουλεύσεως περί τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως στή Θεολογική Ἐκπαίδευση καί στή Ζωή τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στό Σιμπίου (Sibiu) τῆς Ρουμανίας (9-12 Νοεμβρίου 2010), τίς δηλώσεις τῆς ὁποίας ἐξαίρει [33] καί οἱ ὁποῖες μεταξύ ἄλλων διεπίστωναν (κατά τήν ἔμφαση τοῦ ἱστοχώρου) ὅτι οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἔχουν θεμελιωδῶς ὠφεληθεῖ ἀπό τήν οἰκουμενική κίνηση, πού ἐπέτρεψε σέ αὐτές νά γνωρίσουν ἄλλους Χριστιανούς καί νά ὑπερβοῦν πειρασμούς τοῦ ἀπομονωτισμοῦ· ὅτι ὑπάρχει ἀκόμη ἀνάγκη βελτιώσεως τοῦ ἐπιπέδου τῶν διαχριστιανικῶν σπουδῶν καί τοῦ διαλόγου στίς ὀρθόδοξες θεολογικές σχολές μέ σκοπό τήν προώθηση τῆς κατανοήσεως καί τήν ἐξάλειψη τῆς προκαταλήψεως· ὅτι ἡ μελέτη τῶν ἄλλων χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν καί τοῦ οἰκουμενισμοῦ πρέπει νά κινηθεῖ πέραν τοῦ πλαισίου τῆς συγκριτικῆς ἤ ἀκόμη καί πολεμικῆς ἀπολογητικῆς.
Τό δέκατο σημεῖο τοῦ ἀνακοινωθέντος τοῦ Σιμπίου τῆς ὡς ἄνω International Inter-Orthodox Consultation ὑπογραμμίζει τήν ἀνάγκη ἑνός συλλογικοῦ βιβλίου οἰκουμενικῶν ἐκθέσεων ( Essay Book ) πρός χρήση σέ θεολογικές σχολές καί σεμινάρια.
Τά δεκαεπτά σημεῖα τοῦ ἀνακοινωθέντος στό Σιμπίου, πολύ ἐνδιαφέροντα (τῶν ὁποίων συνιστοῦμε τήν ἀνάγνωση στό communique), περιέλαβαν μεταξύ ἄλλων (καί πέραν ὅσων θά ἀναφέρουμε παρακάτω) καί τά ἑξῆς: ●τή διαπίστωση τῆς δυσχέρειας ὁμόφωνης ἀντιμετωπίσεως τῶν διαχριστιανικῶν καί διαθρησκειακῶν θεμάτων στίς ὀρθόδοξες ἐκκλησίες καί τήν ἀνάγκη νά ἐμπλακοῦν σέ διάλογο ἰδιαιτέρως ὅσοι ἀντιτίθενται σέ αὐτόν (§1)· ●τήν ἀνάγκη υἱοθετήσεως ὀρθοδόξου αὐτοκριτικῆς ἐν πνεύματι ταπεινώσεως (“adopting a self-critical approach to its own ecclesial life, in a spirit of humility”) (§2)· ● τή (δῆθεν) ἀνεπάρκεια τῆς πολεμικῆς καί συγκριτικῆς ἀπολογητικῆς νά ἀποδώσει μιάν ἀκαδημαϊκῶς ἰσορροπημένη κατανόηση τῶν ἄλλων «ἐκκλησιῶν», θρησκειῶν καί τοῦ οἰκουμενισμοῦ (§5)· ● τή δέουσα πρόσκληση ἑτεροδόξων καί ἑτεροθρήσκων ἀκαδημαϊκῶν στίς ὀρθόδοξες Θεολογικές Σχολές καί τήν ἀποστολή Ὀρθοδόξων φοιτητῶν στίς ἐκείνων Σχολές καί τόπους λατρείας (§7)· ● τήν ὑπογραμμιζόμενη μέγιστη γιά τόν Οἰκουμενισμό σημασία τῶν θεολόγων φοιτητῶν ὡς μελλοντικῶν ποιμένων καί διδασκάλων (§9)· ● τήν ἀνάγκη βελτιώσεως (“more thoroughly”) τῆς οἰκουμενιστικῆς ἐνημερώσεως στόν κατά τόπους ἐκκλησιαστικό τύπο, τήν τηλεόραση, τό ραδιόφωνο, σέ ἱστοχώρους κ.τ.σ. (§11)· ● τήν ἀνάγκη νά δοθεῖ βάρος στήν πιό ἀποτελεσματική διάδοση τῶν οἰκουμενιστικῶν δρωμένων στόν τοπικό κλῆρο καί λαό (§12 καί §13)· ● τήν ἀνάγκη γιά ἐπέκταση τῆς συμμετοχῆς στήν «Ἑβδομάδα Προσευχῆς γιά τήν Χριστιανική Ἑνότητα» καί ἄλλες κινήσεις, ὥστε νά περιλάβει καί τά ἐπίπεδα τῆς ἐνορίας καί τῆς τοπικῆς κοινωνίας (§14)· ● τή δέουσα αὔξηση τῶν εὐκαιριῶν συμμετοχῆς Ὀρθοδόξων σέ ὀργανισμούς οἰκουμενιστικούς (§15)· ● τή σημασία τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης ὡς συντελεστῆ στή διομολογιακή καί διαθρησκειακή συνεργασία καί συμφιλίωση (§16) καί ● τή συνεργασία ὅλων τῶν θεολογικῶν σχολῶν τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τό Π.Σ.Ε. μέσῳ τῆς ἐν Βοστώνῃ Ἑλληνορθοδόξου Σχολῆς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ γιά τήν ἀπό κοινοῦ ἀντιμετώπιση τῶν θεμάτων οἰκουμενιστικῆς ἐκπαιδεύσεως (§17) [34].
Ἔτσι, τό ὅλο πρόγραμμα (project) τό ὁποῖο προώρισται νά ἐξυπηρετήσει ἡ ἔκδοση τοῦ «Ὀρθοδόξου Ἐγχειριδίου γιά τή Θεολογική Ἐκπαίδευση καί τόν Οἰκουμενισμό» μεταξύ ἄλλων περιλαμβάνει ὡς σημαίνοντες στόχους (κατά τό Globethics.net τούς ἑξῆς [35]), ὅπως αὐτοί κατεστρώθησαν σέ συναντήσεις τόν Δεκέμβριο τοῦ 2010, Ἰανουάριο καί Ὀκτώβριο 2011 ἀπό τούς κυρίως διοργανωτές τοῦ ἔργου, τόν Δρ π. Dietrich Werner (WCC/ETE), τόν Δρ Παντελῆ Καλαϊτζίδη (Ἀκαδημία Βόλου) καί τόν Καθηγητή π. Viorel Ionita (CEC) :
● Νά ὑπογραμμίσει τόν ἀποφασιστικό ρόλο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας γιά τήν ἀνάπτυξη τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως ἀπό τήν πρώιμη ἀφετηρία της, ὅπως καί νά δώσει ἔμφαση σέ ἀμφότερα, πῶς ἔχουν ἐπωφεληθεῖ οἱ ὀρθόδοξες ἐκκλησίες ἀπό τήν οἰκουμενική κίνηση καί ἐπίσης πῶς ἔχουν συνεισφέρει στήν οἰκουμενική θεολογία γενικῶς διά πολλῶν δεκαετιῶν.
● Νά παράσχει πρόσβαση σέ οὐσιαστικά καί αὐθεντικά ὀρθόδοξα κείμενα σχετιζόμενα μέ τήν ἀναζήτηση τῆς χριστιανικῆς ἑνότητας, ὅπως ἐπίσης καί μέ τήν κατανόηση τοῦ οἰκουμενισμοῦ καί τήν συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στήν οἰκουμενική κίνηση, περιλαμβάνοντας τήν παροχή προσβάσεως σέ ἐπίσημες ἀποφάσεις καί δηλώσεις Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἀναφορικῶς πρός τήν θεολογική παιδεία καί τόν οἰκουμενισμό.
● Νά ἀντιμετωπίσει πρακτικές πτυχές τοῦ οἰκουμενικοῦ διαλόγου καί τῆς κοινῆς χριστιανικῆς μαρτυρίας στή διακονία, τήν παιδεία, τήν κοινή μαρτυρία, τήν ποιμαντική συμβουλευτική καί τή χριστιανική ζωή, πού ἀπαιτοῦν ποιμαντική θεολογική μελέτη σέ σύγχρονες περιοχές τῆς ζωῆς καί δράσεως τῶν ἐκκλησιῶν καί θά πρέπει γιά τό λόγο αὐτό νά συνδυάσουν θεολογικά ἄρθρα μέ περισσότερα πρακτικά καί ποιμαντικά ἄρθρα.
● Νά παρουσιάσει ὑλικό ἀπό ὀρθοδόξους θεολόγους ἀσχολουμένους μέ τήν θεολογική παιδεία ἐπί τοῦ οἰκουμενισμοῦ ἀπό διάφορες ὀρθόδοξες ἐκκλησίες καί νά δώσει ἔμφαση σέ μερικούς ἀπό τούς πρωτοπόρους τῆς ὀρθοδόξου συμμετοχῆς στόν οἰκουμενικό διάλογο ἀπό διάφορες ὀρθόδοξες ἐκκλησίες.
● Νά μεταδόσει μιά κατάλληλη καί θεολογικῶς βάσιμη κατανόηση τοῦ οἰκουμενισμοῦ ἀπό ὀρθόδοξες προοπτικές, μέ τρόπους πού εἶναι διαλογικοί στήν προσέγγιση, μελετώντας ἐπίσης - καί σέ συσχετισμό μέ - κάποιες προκαταλήψεις καί παρανοήσεις ἐπί τοῦ οἰκουμενισμοῦ, πού ἀκόμη κυκλοφοροῦνται σέ μερικές ὀρθόδοξες ἐκκλησίες (μιά ἀπολογητική ὑπέρ τοῦ οἰκουμενισμοῦ ὀρθόδοξη θεολογία, μέ τήν καλύτερη δυνατή κατανόηση τοῦ ὅρου).
● Νά ἐντοπίσει κατάλληλες πρόσθετες πηγές πού διευκολύνουν τή θεολογική παιδεία ἐπί τοῦ οἰκουμενισμοῦ, μέσῳ σχεδιαγραμμάτων γιά μαθήματα καί σχέδια διδακτικῆς ὕλης (βιβλιογραφίες, σχεδιαγράμματα ὕλης σπουδῶν, λίστες ἱστοχώρων μέ ἐπιπρόσθετες πηγές), ἐνῷ ταυτοχρόνως νά μή περιορισθεῖ ὡς πρός τό ἀκροατήριο σέ ἀκαδημαϊκούς θεολόγους, ἀλλά νά φθάσει στό ἐνδιαφερόμενο γενικό κοινό σέ ὀρθόδοξη συνάφεια.
● Παραμένοντας κυρίως σέ ἀναφορά μέ τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καί τή θεολογία τους τοῦ οἰκουμενισμοῦ, στό κύριο σῶμα τοῦ κειμένου του, τό Ἐγχειρίδιο θά πρέπει ἐπίσης νά περιλάβει συμβολές ἐπί τῶν οἰκουμενικῶν σχέσεων μεταξύ Ὀρθοδόξων [σημ. μτφρ. Eastern Orthodox] καί Ἀνατολικῶν [σημ. μτφρ. Oriental Orthodox] Ἐκκλησιῶν στό κεφάλαιο περί τῶν διμερῶν διαλόγων καί ἕνα ξεχωριστό πρόσθετο κεφάλαιο (παράρτημα) στό τέλος, στό ὁποῖο θά πρέπει νά δοθεῖ ἔμφαση στή συγκεκριμένη κατανόηση τοῦ οἰκουμενισμοῦ, καί συμβολή σέ αὐτόν, ἀπό τίς Ἀνατολικές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες.
Μιά ὀρθόδοξη ἀνάγνωση τῶν παραπάνω μπορεῖ νά συνοψισθεῖ στά ἑξῆς:
Εἶναι καταφανές κατά τά ἀνωτέρω, πώς οἱ ἐξελίξεις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ δέν πηγάζουν ἀβίαστα ἀπό τή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, τόν «νοῦν Χριστοῦ» ἀλλά προωθοῦνται ὡς ξένο σῶμα στήν Ἐκκλησία ἐπιμελῶς καί μέ σχέδιο, ὡς «ἀτζέντα», ὡς project, ἐνῷ ἀναγνωρίζεται ὡς πρόβλημα ἡ ὕπαρξη «κωλυμάτων» τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, κυρίως στό ἐπίπεδο τοῦ μή «δικτυωμένου», ἁπλοῦ, πληρώματος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Τό ὅλο θέμα τοῦ «Ἐγχειριδίου» πού ἑτοιμάστηκε μέ τή συμβολή τῆς Ἀκαδημίας τοῦ Βόλου, εἶχε ἀφετηρία τή Συνάντηση στό Σιμπίου (2010), ἐν συνεχείᾳ δέ ἡ ἔκδοση καταρτίστηκε μέ συλλογή συμβολῶν 110 ἐπιστημόνων σέ 900 σελίδες (2011-2013) κατά τίς ντιρεκτίβες τοῦ Σιμπίου, γιά νά καταλήξει στήν ἐπίσημη πανηγυρική ἐμφάνιση καί παρουσίαση τοῦ «Ἐγχειριδίου» στίς 6 Νοεμβρίου στό Πουσάν ἐνώπιον τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ Π.Σ.Ε..
Ἡ «ἀτζέντα», λοιπόν, τήν ὁποίαν ἡ Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν τοῦ Βόλου ἐπιφορτίσθηκε ἀπό τό Π.Σ.Ε. καί τούς συναφεῖς ὀργανισμούς (ὅπως τό CEC) καί φέρει εἰς πέρας, κατ΄ ἐξοχήν μέ τό ἐν λόγῳ ἐγχειρίδιο, περιλαμβάνει (α) τή βιβλιογραφική ἀποσιώπηση, μέσῳ «γενοκτονίας τῆς (θεολογικῆς) μνήμης», τῶν θεολογικῶν ἀντιδράσεων κατά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία, διότι δέν μπορεῖ νά ἀπαντηθεῖ ἡ «ἀντι-οικουμενιστική» ἐπιχειρηματολογία τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐξ οὗ καί ἡ «μεταπατερικότητα» (ἄγνωστη ἡ «τύχη» τῆς ὡς ἄνω 1ης ντιρεκτίβας τοῦ Σιμπίου), (β) τή μονομερῆ προβολή τοῦ ἐντός τῆς Ὀρθοδοξίας ρεύματος τοῦ οἰκουμενισμοῦ, (γ) τήν προπαγάνδιση μιᾶς ἀνύπαρκτης καί ἄγνωστης ὠφέλειας τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό τήν οἰκουμενική κίνηση, (δ) τήν παντοειδή διευκόλυνση τῶν οἰκουμενιστικῶν σπουδῶν, (δ) τόν καταρτισμό ὀρθόδοξης οἰκουμενιστικῆς ἀπολογητικῆς, ὅπως expressis verbis διατυπώνεται στό ὡς ἄνω σχέδιο κατά τό Globethics.net, (ε) οὐσιαστικῶς τόν πλημμυρισμό τῆς θεολογικῆς παιδείας μέ οἰκουμενιστικό ὑλικό, ὁ ὁποῖος θά ἔχει, βεβαίως, μακροπρόθεσμα σχετικά ἀποτελέσματα, (στ) τήν προώθηση τῆς ἐκλαϊκεύσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὁ ὁποῖος προδήλως δέν «φυτρώνει» εὔκολα σέ μή ἀκαδημαϊκά περιβάλλοντα, (ζ) σέ σχέση μέ τό (στ) τήν πλοκή τῶν ποιμαντικῶν, ἱεραποστολικῶν καί ἄλλων πρακτικῶν θεμάτων μέ τίς «διαχριστιανικές»-οἰκουμενιστικές προοπτικές, ὥστε νά καταστοῦν αὐτές πλέον εὔπεπτες ἀπό τό Ὀρθόδοξο Ποίμνιο, (η) τήν περαιτέρω ἔμφαση στήν προσέγγιση μέ τίς μονοφυσιτικές (Oriental Orthodox) «ἐκκλησίες», συμφώνως μέ τίς πληροφορίες τοῦ Globethics.net καί – μεταξύ τῶν γραμμῶν - (θ) τήν ἀνάδειξη τῆς δῆθεν πανορθοδόξου ἀποδοχῆς τοῦ οἰκουμενισμοῦ, καθώς ὁρίζεται ὅτι θά πρέπει οἱ βιογραφικές καί λοιπές συμβολές νά προέρχονται ἀπό «διάφορες ὀρθόδοξες ἐκκλησίες».
Σημειώσεις
29. Βλ. ἀνωτέρω σημ. 6. «Orthodox and ecumenical scholars presented the Orthodox Handbook on Theological Education and Ecumenism at the World Council of Churches (WCC) 10th Assembly in Busan, Republic of Korea on Wednesday, 6 November. The work was coordinated by an editorial group from the different Orthodox and ecumenical organizations including the WCC and the Conference of European Churches along with a team from Volos Academy in Greece».
30. Αὐτόθι· «The handbook will provide an essential new tool to work out proper teaching curriculums and essential readings for courses on relations to other churches, ecumenical dialogue and World Christianity in Orthodox churches».
31. Βλ. ἀνωτέρω σημ. 7.
32. Workgroup on Orthodoxy and Ecumenism – Handbook for Theological Education
http://www.globethics.net/web/9157330
33. Βλ. ἐδῶ τό communique τῆς International Inter-Orthodox Consultation on The Ecumenical Movement in Theological Education and in the Life of the Ortodox Churches, Sibiu, Romania, 9-12 November 2010 : http://oca.org/PDF/NEWS/2011/2011-0121-sibiucommunique-final.pdf
34. Αὐτόθι.
35. Ἔνθ’ ἀνωτ. http://www.globethics.net/web/9157330 · «To underline the decisive role of the Orthodox Church for the development of the Ecumenical Movement from its early beginnings as well as to highlight both how Orthodox churches have benefitted from the ecumenical movement as well as how they have contributed to ecumenical theology in general during many decades; ● To provide access to essential and authentic orthodox texts relating to the search for Christian unity as well as the understanding of ecumenism and the involvement of Orthodox Churches in the ecumenical movement including providing access to official decisions and statements of Orthodox Churches with regard to theological education and ecumenism; ● To address practical aspects of ecumenical dialogue and common Christian witness in diakonia, education, joint witness, pastoral counseling and Christian life which demand for pastoral theological reflection on contemporary areas of churches life and action and therefore would combine theological articles with more practical and pastoral articles; ● To present materials from orthodox theologians involved in theological education on ecumenism from different orthodox churches and to highlight some of the pioneers of orthodox involvement in ecumenical dialogue from the different orthodox churches; ● Τo communicate a proper and theologically sound understanding of ecumenism from orthodox perspectives in ways which are dialogical in approach reflecting also and relating to some prejudices and misperceptions on ecumenism which are still circulating in some orthodox churches (an apologetic orthodox theology of ecumenism in the best sense of the word); ● To identify proper additional resources which facilitate theological education on ecumenism by course outlines and curriculum plans (bibliographies, curriculum outlines, lists of websites with additional resources) while at the same time not being restricted in its audience to academic theologians but reaching out to the interested general public on orthodox contexts; ● While remaining mainly related to Eastern Orthodox churches and their theology of ecumenism in its main text-body the Handbook should also include contributions on the ecumenical relations between Eastern Orthodox and Oriental Orthodox Churches in the chapter on bilateral dialogues and a separate additional chapter (appendix) in the end in which the specific understanding of and contribution to ecumenism from Oriental Orthodox Churches would be highlighted».
Ένα πολύ βασικό ερώτημα τίθεται από την επιτροπή επί των αιρέσεων της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς, από την απάντηση του οποίου αναδεικνύεται η χαρισματικότητα και η μοναδικότητα της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.
Προκαταβολικά επιτρέψτε μου να παραθέσω τον πρόλογο από τον Α Θεολογικό Λόγο του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου (τόμος 19Β εκδόσεις ΕΠΕ σελ 24-26).
«Το περί Θεού λέγειν η φθέγγεσθαι και τα κατ αὐτόν ερευνάν και τα ανέκφορα ποιείν έκφορα και τα πάσιν ακατάληπτα ως καταληπτά υπεμφαίνειν, τολμηράς αν είη και αυθαδούς ψυχής ένδειγμα. Και τουτο πάσχουσιν ουχ όσοι αφ ἑαυτῶν τι λέγειν τολμώσι μόνον περί Θεού, αλλά και όσοι τα προς αιρετικούς πάλαι λαληθέντα παρά των θεσπεσίων θεολόγων και γραφή παραδοθέντα αποστηθίζουσί τε και πολυπραγμονούσιν, ουχ ίνα πνευματικήν τινά ωφέλειαν καρπώσωνται, αλλ ἵνα θαυμάζωνται παρά των ακουόντων εν πότοις και συνεδρίοις και θεολόγοι επιφημίζωνται• ο και μάλλον λυπεί με και εν αδημονία ποιεί, εννοούντα το φρικτόν του εγχειρήματος και το τοις τολμητίαις αποκείμενον κρίμα. Οία δε φασι των θείων κατατολμώντες! Κατά τούτο, φησί, μόνον μείζων ο Πατήρ του Υιού, καθ ὅ αίτιός εστι της υπάρξεως του Υιού. Και η ανθυποφορά• μείζονα του Υιού τον Πατέρα πως (14) φης;
Ότι δη, φησί, μείζων ο Πατήρ του Υιού – λέγω δε αντί του πρώτος -• εκ του Πατρός γαρ. Ταύτα της καινής κενοφωνίας αυτών και ασυνέτου θεολογίας, την αιτίαν δι ἥν ταύτα προς των θεολόγων ελέχθησαν προς αιρετικούς αγνοούντων• την γαρ δύναμιν των γεγραμμένων νοήσαι μη ικανώς έχοντες, κενεμβατούσιν και α λέγουσιν ως βέβαια και αληθή και ούτως έχοντα διαβεβαιούνται. Προς ους εικότως ουκ αφ ἑαυτῶν, αλλ ἐκ του διδάσκοντος άνθρωπον γνώσιν μυσταγωγούμενοι, τω υπηχούντι άνωθεν πειθόμενοι Πνεύματι, είπωμεν ώδε…».
Θεωρώ τον εαυτό μου ανάξιο να ασχολούμαι με τόσο σοβαρά θεολογικά θέματα, σαν το παραπάνω. Βασιζόμενος όμως στις ευχές του ως άνω αναφερθέντος αγίου, τολμώ μετά φόβου Θεού να εγγίζω το παρόν θέμα.
Στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους δεν ετίθετο καθόλου ένα τέτοιο ερώτημα, ούτε καν ρητορικά. Οι πρώτοι χριστιανοί πεπληρωμένοι με την άκτιστη χάρη των μυστηρίων, Βαπτίσματος, Χρίσματος και Θείας Ευχαριστίας ζούσαν αρχετυπικά τη χριστιανική πίστη. Το Άγιο Βάπτισμα προσφέρει την είσοδο στην υπέρλαμπρη Εκκλησία του Χριστού και το Άγιο Χρίσμα δωρίζει τα εκλεκτά χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Το ιερό μυστήριο της Μετανοίας και Ιεράς Εξομολογήσεως ζωντανεύει τα εννέα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότητα, αγαθωσύνη, πίστη, πραότητα, εγκράτεια, τα οποία διαχρονικά εδραιώνει στην ψυχή, στη συμπεριφορά και σε όλες τις δραστηριότητες του ανθρώπου. Με τη θεία Ευχαριστία, κοινωνούντες του Σώματος και Αίματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, πραγματοποιείται και εμπεδώνεται η ζωή του Χριστού μέσα μας και γύρω μας. Ο κόσμος, το δημιούργημα του Θεού, με την Χάρη του εν Τριάδι Θεού καθαγιάζεται και χριστοποιείται.
Όπως όμως σήμερα έχει διαμορφωθεί η κατάσταση στις κοινωνίες των ανθρώπων, ακόμα και στην ελληνορθόδοξη πατρίδα μας, χρειαζόμαστε ενημέρωση και για τα αυτονόητα.
Ακόμα και με τη θεωρούμενη πλησιέστερη «αδελφή παπική εκκλησία», όπως την αποκαλούν ακόμα και μεγαλόσχημοι, υπάρχουν τριάντα τρεις διαφορές σύμφωνα με την επιστολή που απεστάλη από το Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πειραιώς κ. Σεραφείμ και το Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κονίτσης κ. Ανδρέα προς τον εκλαμπρότατο κ. Φραγκίσκο, αρχηγό του κράτους του Βατικανού. Αν επίσης θυμηθούμε τις εκατοντάδες πλέον αιρετικές ομάδες, ασυμβίβαστες με την ορθόδοξη πίστη, που διατείνονται ότι πιστεύουν στο Χριστό και ότι εργάζονται στο όνομά Του παραπλανώντας τους πιστούς, αντιλαμβανόμαστε ότι είναι πλέον απαραίτητη η τοποθέτησή μας με βάση τη διδασκαλία των αγίων Πατέρων, αρχίζοντας από τον κοντινότερό μας άγιο. Στο βιβλίο «Βίος και Λόγοι» του αγίου Πορφυρίου διαβάζουμε:
«Η Εκκλησία είναι άναρχη, ατελεύτητη, αιώνια, όπως ο ιδρυτής της, ο Τριαδικός Θεός, είναι άναρχος, ατελεύτητος, αιώνιος. Η Εκκλησία είναι άκτιστη, όπως και ο Θεός είναι άκτιστος. Υπήρχε προ των αιώνων, προ των αγγέλων, προ της δημιουργίας του κόσμου.
Είναι θείο καθίδρυμα και σ’ αυτήν «κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος». Είναι το μυστήριο των μυστηρίων. Υπήρξε αφανέρωτο και εφανερώθη «επ’ εσχάτων των χρόνων». Η Εκκλησία παραμένει απαρασάλευτη, γιατί είναι ριζωμένη στην αγάπη και στη σοφή πρόνοια του Θεού. Την αιώνια Εκκλησία αποτελούν τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος…
Η αγάπη του Θεού μας έπλασε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν Του. Μας συμπεριέλαβε στην Εκκλησία παρ’ ότι εγνώριζε την αποστασία μας. Μας έδωσε τα πάντα, για να μας κάνει κι εμάς θεούς κατά χάριν και δωρεάν. Εν τούτοις εμείς, κάνοντας κακή χρήση της ελευθερίας μας, εχάσαμε το αρχέγονον κάλλος, την αρχέγονη δικαιοσύνη και αποκοπήκαμε απ’ την Εκκλησία. Έξω απ’ την Εκκλησία, μακριά απ’ την Αγία Τριάδα, εχάσαμε τον Παράδεισο, το παν. Έξω, όμως, απ’ την Εκκλησία δεν υπάρχει σωτηρία, δεν υπάρχει ζωή. Γι’ αυτό η σπλαγχνική καρδιά του Θεού-Πατέρα μας δεν μας άφησε έξω απ’ την αγάπη Του. Άνοιξε για μας πάλι τις πύλες του Παραδείσου, επ’ εσχάτων των χρόνων και εφανερώθη εν σαρκί.
Με τη θεία σάρκωση του μονογενούς Υιού του Θεού φανερώθηκε πάλι στους ανθρώπους το προαιώνιο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου…
Ο Θεός εν τη απείρω αγάπη Του μας ένωσε πάλι με την Εκκλησία Του στο πρόσωπο του Χριστού. Μπαίνοντας στην άκτιστη Εκκλησία, ερχόμαστε στον Χριστό, μπαίνομε στο άκτιστον. Καλούμαστε δηλαδή κι εμείς οι πιστοί να γίνομε άκτιστοι κατά χάριν, να γίνομε μέτοχοι των θείων ενεργειών του Θεού, να μπούμε μέσα στο μυστήριο της θεότητος, να ξεπεράσομε το κοσμικό μας φρόνημα, να αποθάνομε κατά «τον παλαιό άνθρωπο» και να γίνομε ένθεοι. Όταν ζούμε στην Εκκλησία, ζούμε τον Χριστό. Αυτό είναι πολύ λεπτό θέμα, δεν μπορούμε να το καταλάβομε. Μόνο το Άγιον Πνεύμα μπορεί να μας το διδάξει…»
Ο άγιος Πορφύριος όπως παρατηρούμε κορυφώνει και συμπυκνώνει τη διαχρονική διδασκαλία όλων των προ αυτού αγίων πατέρων. Ήδη από τον τρίτο αιώνα ο άγιος Κυπριανός λέει χαρακτηριστικά ότι «ουδείς δύναται να έχει τον Θεό Πατέρα, όστις δεν έχει την Εκκλησία μητέρα». Εφ’ όσον δε η Εκκλησία έχει ως κεφαλήν αυτής τον Σωτήρα Χριστόν, επόμενον είναι ότι φέρει την αυθεντία και το θείο κύρος του αρχηγού της, επειδή είναι κιβωτός της αγιαζούσης αληθείας και ασφαλές εργαστήριον της σωτηρίας. Τη θεία αλήθεια, την οποία ο Χριστός εκήρυξε στους ανθρώπους και εμπιστεύτηκε στους αγίους μαθητές Του διαφυλάττει αλώβητη και διδάσκει αλαθήτως στο χριστεπώνυμο πλήρωμά της η Εκκλησία Του. Γιαυτό και επιμένει ο ιερός πατήρ άγιος Κυπριανός: «extra Ecclesiam nulla salus», δηλαδή εκτός της ορθοδόξου Εκκλησίας ουδεμία ασφαλής υπάρχει σωτηρία.
Κατά τον άγιο Ιγνάτιο το θεοφόρο, επίσκοπο Αντιοχείας, η Εκκλησία δημιουργεί «θεοφόρους, χριστοφόρους και πνευματοφόρους» αγίους. Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων παρατηρεί ότι η Εκκλησία καλείται καθολική δια το κατά πάσης είναι της οικουμένης από περάτων έως περάτων της γης. Ο δε μέγας Αθανάσιος την ονομάζει καθολική «διότι καθ’ όλου του κόσμου κεχυμένη υπάρχει».
Εξ άλλου ερμηνεύοντας ο μέγας Βασίλειος τον Λ ψαλμό λέει τα εξής: «…της χάριτος άνωθεν εξ ουρανού παρά του Σωτήρος επί την Εκκλησίαν εκχεομένης, εικότως μεταλαμβάνουσιν της ασωμάτου και πνευματικής χορηγίας αι των αγίων ψυχαί…».
Ο γνωστός ορθόδοξος καθηγητής Θεολογίας π. Δημήτριος Στανιλοάε ερωτηθείς, γιατί μόνο η ορθόδοξη Εκκλησία κατέχει την αποκλειστικότητα της Σωτηρίας απήντησε: «η χάρις της σωτηρίας δεν λαμβάνεται αλλού παρά μόνο στην Ορθόδοξη Εκκλησία, διότι είναι ενέργεια του Χριστού, που παραμένει χθες και σήμερα η ίδια μέσα στην Εκκλησία.
Η θεολογία των καθολικών θεωρεί την χάρη κτιστή, οπότε δεν είναι ενέργεια που πηγάζει από το Χριστό. Η σωτηρία είναι ζωή εν Χριστώ, η ζωή του Χριστού στους πιστούς μέσω των ακτίστων ενεργειών Του. Αυτή επιτυγχάνεται, όταν ο άνθρωπος προάγεται στην αρετή με την βοήθεια της θείας χάριτος». Ο ίδιος ορθόδοξος θεολόγος ερμηνεύοντας την αρχαία ρήση, ότι εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία, συμπληρώνει: «μόνο αυτός που ζει στην Ορθόδοξη Εκκλησία, διαφυλάττει ολόκληρη την προς τον Χριστό πίστη, με την οποία δια μέσου των μυστηρίων λαμβάνει ολόκληρο το Χριστό μέσα του και σώζεται… Και όταν ακόμη εξ αδυναμιών του αμαρτάνει, μπορεί πάλι να αποκτήσει τη συγχώρηση, όταν την ζητήσει. Εφ’ όσον όλα αυτά δεν υπάρχουν στις προτεσταντικές και νεοπροτεσταντικές παραφυάδες, πως θα μπορέσει η «Εκκλησία τους» να σώσει τα μέλη της; Αυτοί ακούουν μόνο λόγο για τον Χριστό, ως να είναι κάτι το εξωτερικό και δεν Τον κοινωνούν με τις ενέργειές Του, όπως ενεργούνται από τα μυστήριά Του. Αλλά και αυτή η διδασκαλία των παρουσιάζεται διαστρεβλωμένη και πολύ συνεσκιασμένη για το πρόσωπο του Χριστού».
Από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους τα πιστά μέλη της Εκκλησίας του Χριστού θερμαίνονταν με την πίστη, φωτίζονταν και έσπευδαν να ομολογήσουν εις πάντα τα έθνη το Χριστό και τα ιερά Του Μυστήρια. Πληθύνονταν οι χριστιανοί, γιατί καταλάβαιναν την πνευματική αξία της νέας πίστης, την οποία με θερμό ενθουσιασμό ασπάζονταν.
Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες προσκολλημένοι στην «παντοδύναμη» κοσμική εξουσία τους, αντιτάχθηκαν με σφοδρό μίσος στη νέα πίστη φοβούμενοι την έκπτωσή τους και τον αφανισμό τους. Εκατομμύρια μαρτύρων αναδεικνύονται στο στερέωμα της οικουμένης.
Κατά κόσμον άδοξα χάνονται, ενώ υμνούν και δοξολογούν τον εν Τριάδι Θεό. Η εν ουρανοίς Εκκλησία φαιδρύνεται και κραταιώνεται με γενναίους αθλητές και ομολογητές της πίστεως. Τα αίματα των αμέτρητων επί γης μαρτύρων ποτίζουν τη γη, τη θάλασσα, τον αέρα. Οι ηρωϊκές πανάγιες ψυχές τους εγκαθιστούν το νέο επί γης Παράδεισο, την Εκκλησία του Χριστού και με τις φλόγες της αδιάλειπτης προσευχής τους και με τα πάμπολλα θαύματα που πραγματοποιεί ο Χριστός μέσω αυτών απλώνεται η Εκκλησία Του επί γης με άμεση προοπτική της αιωνίου ζωής. Οι οσιακοί, ασκητικοί και μαρτυρικοί αγώνες τους ανοίγουν δρόμους προς τον ουρανό και τη θριαμβεύουσα Εκκλησία Του.
Γιατί εξεπλάγη ο αυτοκράτωρ Διοκλητιανός, όταν ο επώνυμος αξιωματικός του Άγιος Γεώργιος δήλωσε τη χριστιανική του ταυτότητα; Γιατί κατέλαβε την ψυχή του απίστευτο μίσος; Γιατί δοκίμασε όλα τα φρικτά είδη των μαρτυρίων, για να τον μεταπείσει; Διότι δεν άντεχε να διαπιστώνει τη μοναδικότητα της αξίας της χριστιανικής πίστεως και ίσως αμυδρώς και την αποκλειστικότητα της σωτηρίας που παρέχει στους πιστούς. Θεραπευόταν πλήρως ο Άγιος Γεώργιος μετά από τα φρικτά βασανιστήρια. Απορούσε ο Αυτοκράτωρ αλλά και συνέχιζε με υπέρμετρη υπεροψία τα μαρτύρια. Επέτρεπε ο Κύριος σ’ αυτόν το γενναίο τα βασανιστήρια. Μετά έστελνε ακεραία τη θεραπεία του. Ο Διοκλητιανός δεν κατόρθωσε να πείσει τη σύζυγό του Αλεξάνδρα να μην ακολουθήσει εκείνον τον «πλάνο» και την αποκεφάλισε. Το μαρτύριο και τη θαρραλέα τους ομολογία ακολούθησαν και άλλοι, ακριβώς επειδή απέκτησαν βαθεία καρδία, στην οποία απεκαλύφθη άνωθεν η αποκλειστικότητα της σωτηρίας, ως αποκλειστικά παρεχομένης εκ της Ορθοδόξου Χριστιανικής Εκκλησίας.
Τα μαρτύρια των χριστιανών δεν περιορίζονται μόνο στους πρώτους αιώνες. Σε κάθε εποχή και σε κάθε τοπική Εκκλησία επιτρέπει ο Κύριος όλο και νέες αναδείξεις μαρτύρων και νεομαρτύρων.
Στην περίοδο της τουρκοκρατίας έχουμε πολλούς ενδόξους ιερομάρτυρες Πατριάρχες, ιερείς, μοναχούς, άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Χιλιάδες είναι οι νεομάρτυρες εκείνης της εποχής που αποδεικνύουν τη στενή σχέση τους με τη διωκόμενη και μαρτυρική Ορθόδοξη Εκκλησία.
Αργότερα η μπολσεβικική θηριωδία υπήρξε παροιμιώδης εναντίον των ορθοδόξων επισκόπων, ιερέων και των οικογενειών τους, ιερομονάχων, μοναχών και αναρίθμητων πιστών, γιατί υπέπεσαν στο σοβαρό αδίκημα να είναι χριστιανοί και να μη φοβούνται να ομολογήσουν την εγκληματική προσχώρησή τους στη μόνη αληθινή πίστη, στο μόνο αληθινό Θεό και άνθρωπο, τον Κύριο Ιησού Χριστό.
Προ εικοσαετίας στον πόλεμο κατά της Σερβίας, ανήμερα το Πάσχα μετά την Ανάσταση, έπεσαν βόμβες που πάνω τους ήταν γραμμένο, ειρωνικά φυσικά, το Χριστός Ανέστη! Ο πόλεμος αυτός κατά των Ορθοδόξων Σέρβων ήταν αποτέλεσμα συνεργασίας των ηγετών της Νέας Εποχής και ηγετών της «αδελφής Εκκλησίας», γιατί οι Σέρβοι πιστεύουν στο μόνο αληθινό Θεό, τον Ίησού Χριστό και όχι στον «Vicarius Christi». Τι κακό έκαναν οι αδελφοί ομόδοξοι Σέρβοι; Πιστεύουν στην ορθόδοξη Εκκλησία που έχει την αποκλειστικότητα της σωτηρίας.
Γιατί σήμερα λυσσωδώς πολεμούνται οι αδελφοί της Συρίας; Ακριβώς επειδή πιστεύουν και ομολογούν Ιησούν Χριστόν, την κεφαλήν της Εκκλησίας που μόνη αυτή έχει εκ του Σταυρωθέντος δι’ Αυτήν την αποκλειστικότητα της σωτηρίας.
Τι είναι αυτό που παρακίνησε πολλούς αμερικανούς, ελληνοαμερικανούς και άλλων εθνοτήτων να γίνουν μοναχοί στην Αριζόνα κοντά στο Γέροντα Εφραίμ; Οι προσερχόμενοι στον επίγειο παράδεισο της Ιεράς Μονής Αγίου Αντωνίου στην Αριζόνα συναντώντας τον άγιο γέροντα, τον πατέρα Εφραίμ και εξομολογούμενοι σ’ αυτόν ανακουφίζονται, ανανεώνονται.
Τι είναι αυτό που ελκύει χιλιάδες, άνδρες γυναίκες και παιδιά να τρέχουν στις αγρυπνίες και στις λειτουργίες των είκοσι μοναστηριών του π. Εφραίμ; Ποιός παρασύρει νέους και νέες να παρακολουθούν στα ελληνικά και στο κατανυκτικό αγιορείτικο κλίμα των Ιερών Μονών τις ιερές ακολουθίες και τη Θεία Λειτουργία που σε όλες τις Εκκλησίες της υφηλίου τελείται κατά τον ίδιο τρόπο; Παρακολουθώντας τις ιερές ακολουθίες ευφραίνονται από τη Θεία Χάρη. Μολονότι δεν γνωρίζουν τα αρχαία Ελληνικά των τροπαρίων και των ευχών, είναι τόσο πλούσια η θεία Χάρη, ώστε αρχίζουν να κατανοούν χαρισματικά τις λέξεις, τις φράσεις και τα νοήματα. Εξαιρέτως γλυκαίνονται από το μέλος και από την ωραιότητα της ιεράς ακολουθίας, ώστε επιδιώκουν να μάθουν και τη νέα Ελληνική. Και την μαθαίνουν πολύ γρήγορα. Ελκύονται στον παραδοσιακό και ανεπιτήδευτο τρόπο τελέσεως των ιερών ακολουθιών και εισέρχεται στις ψυχές τους η άνωθεν κατερχομένη πληροφορία της αποκλειστικότητας της σωτηρίας στην απλή και κατανυκτική Ορθόδοξη Εκκλησία.
Ωστόσο η Νέα Τάξη πραγμάτων είναι ετοιμοπόλεμη και πασχίζει με νόμιμα και μη μέσα, να συκοφαντήσει και να παραπλανήσει τους επισκέπτες και προσκυνητές. Δημοσιεύματα που μοιάζουν με πανάρχαια βέλη και τόξα παιδαριώδη. Η πολεμική τους βοηθάει τους καλοπροαίρετους να γίνουν πιο συνειδητοί, να γίνουν πιο πιστοί και τους κακοπροαίρετους να ταλαιπωρούνται χαζεύοντας στα αδιέξοδα και λαβυρινθώδη σπήλαια του πονηρού. Η ιερά Μονή Αγίου Αντωνίου παραμένει το δεύτερο μέρος σε επισκεψιμότητα μετά από το Grand Canyon στην Αριζόνα.
Η Ελληνορθόδοξη Παράδοσή μας αποδέχεται και θεωρητικά και πρακτικά αυτήν την αποκλειστικότητα της σωτηρίας μόνο στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Όλα τα Συντάγματα του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους έχουν ως προμετωπίδα τη δοξολογία της Αγίας Τριάδος, από την οποία απορρέουν και τα λοιπά άρθρα που ορίζουν τις σχέσεις των Ελλήνων και ρυθμίζουν τα έργα τους και τα δικαιώματά τους.
Η ελληνική ορθόδοξη κοινωνία ξέρει να αναγνωρίζει τους ανθρώπους, ξεχωρίζει τους ορθοδόξους από τους μη, συνεργάζεται όμως με όλους. Δεν είναι κραυγαλέα η περίπτωση διασώσεως της ζωής πολλών ανθρώπων στον Β Παγκόσμιο πόλεμο; Ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών δεν εγγυήθηκε για πλήθος εβραϊκών οικογενειών ότι έχουν βαπτισθεί; Δεν είναι ιστορικά καταγεγραμμένο ότι γλύτωσαν οικογένειες και οικογένειες από τη ναζιστική μανία;
Πόσους επίσης Ιταλούς στρατιώτες δεν έκρυψαν στα σπίτια τους οι πρόγονοί μας Έλληνες, για να μη γίνουν βορά των αγγλικών πολεμικών επιχειρήσεων; Η Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία μας κράτησε την αποκλειστικότητα για τη σωτηρία μας. Όμως ξέρει εκάστοτε αναλόγως να οικονομεί τους εκτός των τειχών της.
Ας μας επιτραπεί ακροθιγώς και μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης να κάνουμε μια σύντομη αναφορά στο πολυσυζητούμενο ακανθώδες θέμα της ομοφυλοφιλίας. Ο απόστολος Παύλος θεόπτης και θεωμένος Απόστολος δεν διστάζει να γράψει στην προς Ρωμαίους Επιστολή του ότι έδωκε ο Θεός σ’ αυτούς τους ανθρώπους αδόκιμον νουν, λόγω της ασύλληπτης υπεροψίας τους και έπεσαν στο πιο αισχρό πάθος, , «δια τούτο παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εις πάθη ατιμίας. αι τε γαρ θήλειαι αυτών μετήλλαξαν την φυσικήν χρήσιν εις την παρά φύσιν, ομοίως δε και οι άρσενες αφέντες την φυσικήν χρήσιν της θηλείας εξεκαύθησαν εν τη ορέξει αυτών εις αλλήλους, άρσενες εν άρσεσι την ασχημοσύνην κατεργαζόμενοι και την αντιμισθίαν ην έδει της πλάνης αυτών εν εαυτοίς απολαμβάνοντες», μήπως έλθουν σε επίγνωση της καταστάσεώς τους, μετανοήσουν και σωθούν.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, το χρυσό στόμα του Παύλου, υποστηρίζει ότι η ομοφυλοφιλία είναι ασυγχώρητο πάθος, όσο βέβαια κοχλάζει και οι άνθρωποι δεν μετανοούν. Η μητέρα όμως Εκκλησία μπορεί να τους θεραπεύσει, γιατί ακριβώς κατέχει την αποκλειστικότητα της σωτηρίας και αφειδώς την προσφέρει για τη θεραπεία όλων των ασθενειών και όλων των παθών. Ενεργοποιείται η θεραπεία με την ειλικρινή μετάνοια (ταπεινό φρόνημα ζητάει από όλους) και η κάθαρση και η εξυγίανση είναι αναμενόμενη και ραγδαία.
Καλωσύνη, κατανόηση και ανοχή διακριτική προς τους απίστους, ετεροδόξους και περιθωριακούς υπάρχει φυσιολογικά στην ελληνική κοινωνία. Δεν περιθωριοποιούνται, αλλά απολαμβάνουν την ισονομία που πηγάζει από τα παραγγέλματα του Κυρίου, όπως «αγαπάτε αλλήλους» και παραπλήσιες παραβολές του Χριστού. Μόνο καλο-κακοστημένα πάνελ φροντίζουν να βρουν ακραίες περιπτώσεις αναξιοπαθούντων ανθρώπων, για να αποδείξουν τη δυσκολία αποδοχής τους από την «ρατσιστική» ελληνική κοινωνία. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι σε ένα στρογγυλό τραπέζι είχαν καλέσει έναν τραβεστί και προσπαθούσαν δια της βίας να προκαλέσουν τον ταλαίπωρο να ξεστομίσει παράπονα ρατσισμού για τη μη αποδοχή του και διάφορες περιπτώσεις σκληρής συμπεριφοράς εναντίον του από τη γειτονιά του και το χωριό του. Δεν έβγαινε με τίποτα όμως παράπονο. Δεν είχαν προλάβει οι επιτήδειες βοηθοί να δασκαλέψουν το θύμά τους ώσπου αναγκάστηκε η δημοσιογράφος να βγάλει αυθαίρετο το συμπέρασμα.
Μόνο η ορθόδοξη Εκκλησία μας έχει την αποκλειστικότητα της σωτηρίας μας. Οι πονηρές δυνάμεις του σκότους το υποψιάζονται αυτό και προσπαθούν να στήσουν την αντίδρασή τους και την πολεμική τους.
Όλα όσα υφίσταται ο ελληνικός ορθόδοξος λαός μας δεν είναι ένας φρικτός πόλεμος ακήρυκτος; Από το 2010 εκποιείται ολόκληρη η πατρίδα μας, κόβονται μισθοί, συντάξεις και επιδόματα των πολυτέκνων και υλοποιούνται πολλές άλλες εξοντωτικές πολιτικές εναντίον του λαού μας. Δημοσιογραφικές πληροφορίες έφεραν στο φως υπογραφή της κυβερνήσεώς μας για μείωση των συντάξεων κατά 40%. Θα υπάρχουν δηλαδή συνταξιούχοι που δεν θα παίρνουν ούτε 100 Ευρώ το μήνα. Η μισοθεΐα και η μισανθρωπία σε όλο το μεγαλείο της! Οι Έλληνες χριστιανοί ορθόδοξοι συνταξιούχοι έχουν έμπρακτα αποδείξει τις αντοχές τους, τις υπομονές τους και τις φροντίδες τους για τα άνεργα παιδιά τους και για τα κακόμοιρα εγγόνια τους. Σβήνω τη λέξη κακόμοιρα. Γράφω οι Έλληνες Χριστιανοί παππούδες και γιαγιές κόβουν, στερούνται τις γλίσχρες συνταξούλες τους. Το βαρύ πυροβολικό της Νέας Εποχής βροντοφωνάζει να μη ζήσουν οι Έλληνες παππούδες και γιαγιές… Να μη ζήσουν τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Έλεος πια κύριοι, τάχα κυβερνήτες της Ελλάδος! Έλεος Έλεος!
Όμως ο ελληνικός λαός έχει μέσα του Χριστό και Ελλάδα, έχει υπομονή και ανθίσταται με αξιοπρέπεια.
Ήδη από καιρό έχει ξεσηκωθεί μεγάλο μέρος του ορθοδόξου λαού μας, για να αποσυρθούν οι «Φακέλοι» των θρησκευτικών. Ο σεβ. Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ, ο δικηγόρος της Εστίας Πατερικών Μελετών και κάποιοι γονείς υπέβαλαν προσφυγή στο ΣτΕ κατά των «Φακέλων» του Δημοτικού και του Γυμνασίου. Το ΣτΕ εξέδωσε μια εξαιρετική απόφαση του ύψους και του επιπέδου της ελληνοθοδόξου κοινωνίας μας και του επιπέδου του ελληνικού μας Συντάγματος. Ήδη χθες εξεδόθη αντίστοιχη απόφαση κατά των «Φακέλων» των θρησκευτικών του Λυκείου. Δικαιούται μετά από μια τέτοιου επιπέδου απόφαση του ΣτΕ να ισχυρίζεται ο ένας τουλάχιστον των Σεβασμιωτάτων της Επιτροπής ότι συνεχίζονται οι συνεδριάσεις της Επιτροπής για τα βιβλία των θρηκευτικών; Δεν παρανομεί ο Σεβασμιώτατος να επιμένει σε μια τόσο χαμένη υπόθεση;
Ταπεινώς φρονούμε ότι από την επόμενη εβδομάδα θα είμαστε σε θέση να ανακοινώσουμε μεγάλη εκδήλωση προς ενημέρωση όλων των γονέων και ότι και εμείς πιο ηχηρά θα ζητήσουμε να εφαρμοσθεί η απόφαση του ΣτΕ ενάντια στο πολυθρησκευτικό μάθημα που είναι εντελώς παράνομο.
Αγαπητοί εν Χριστώ αδερφοί.
Δεν είναι πολύς καιρός που διαβάσαμε και φέτος, το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης, στα δώδεκα ευαγγέλια το πρώτο κατά Ιωάννη, το Ευαγγέλιο της Διαθήκης. Όλη η δογματική διδασκαλία της ορθοδόξου Εκκλησίας μας χωρείται και εκφράζεται αναλυτικότατα μέσα στο πρώτο εκτενέστατο αυτό Ευαγγέλιο. Τριαδολογία, Χριστολογία, Εκκλησιολογία, Αγιολογία, Κοσμολογία, Εσχατολογία, τα πάντα εξηγεί ο ίδιος ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Εξηγεί τη σχέση Του με το Θεό Πατέρα, του Πατρός με τον Υιό, του Αγίου Πνεύματος με τον Πατέρα και τον Υιό. Σχέση της Παναγίας Τριάδος με τη δημιουργία, με τον κόσμο, με τη Βασιλεία των Ουρανών, την επίγεια και ουράνια Εκκλησία. Τα υπόλοιπα ένδεκα Ευαγγέλια της Μεγάλης Πέμπτης εξηγούν όλο το θείο δράμα, το οποίο εκουσίως διήλθε ο Χριστός, καλώντας και ημάς σε συμμετοχή μαζί Του, για να αξιωθούμε και της χαράς της Αναστάσεως του Κυρίου και της δικής μας. Όλη αυτή η ορθόδοξη θεολογία, η ευαγγελική περιγραφή των παθών του Κυρίου και της Αναστάσεως μόνο μέσα στη δεδομένη αποκλειστικότητα της σωτηρίας κατανοείται.
Η αρχή και το τέλος της Δημιουργίας βρίσκονται στα παντοδύναμα χέρια του μεγαλοδύναμου εν Τριάδι Θεού. Θέλει και σιωπά… Ο δε Ιησούς εσιώπα, γράφουν όλοι οι ιεροί Ευαγγελιστές έμπροσθεν του πανίσχυρου Πιλάτου. Εσιώπα, ενώ μπορούσε να επιστρατεύσει τα πιο δυνατά μέσα προς υπεράσπισίν Του. Και όμως ο Ιησούς εσιώπα, ακριβώς επειδή σεβόταν ο Κύριος το θέλημα του δούλου Του. Ο Κύριος αν ήθελε, θα μπορούσε πάραυτα να ξεράνει τον Πιλάτο… να πέσει λιπόθυμος, να σωριασθεί νεκρός προς παραδειγματισμό και προς συμμόρφωση όλων των αντιτιθεμένων η εχθρών Του. Όμως ο Κύριος δεν ήλθε, ίνα κρίνη αλλ’ ίνα σώση τον κόσμον. Αν βίαια επενέβαινε στη βούληση του Πιλάτου και όλων ημών των αμαρτωλών, θα κατέστρεφε το αυτεξούσιο η την ελευθερία της βουλήσεώς μας, αφού Αυτός ο ίδιος μας την έδωσε. Δεν θέλησε ο Ιησούς και την ύστατη επί Σταυρού στιγμή Του να την αναμείξει με απειλές εναντίον μας η αλλοτριώσεις. Λίγο πριν ξεψυχήσει φώναξε: «Θεέ μου, Θεέ μου ίνα τι με εγκατέλιπες;». Σηκώνοντας ο Κύριος εκουσίως, με τη θέλησή Του, όλες τις αμαρτίες όλων των δισεκατομμυρίων ανθρώπων, από των πρώτων έως των εσχάτων, υφίστατο το οδυνηρότερο μαρτύριο. Επέτρεπε η θεία Φύση Του, η οποία απαθής διέμεινε, ως θεία, στην ανθρώπινη να αισθάνεται όλους τους φρικτούς της αμαρτίας πόνους. Ουδείς άλλος εκ των ανθρώπων δεν θα μπορούσε να προσλάβει, να σηκώσει ολόκληρη την πεπτωκυία φύση με όλα τα βάρη της και να λυτρώσει όλο το ανθρώπινο γένος από την γενικευμένη φθορά, καταστροφή και το θάνατο που επέφερε η αμαρτία. Μόνο ο θεάνθρωπος Κύριος ηθέλησε, με τη συμφωνία του Θεού Πατέρα Του και του Θείου και Τελεταρχικού Αγίου Πνεύματος, να σηκώσει, να άρει τις αμαρτίες όλου του κόσμου και θανάτω θάνατον πατήσας να μας λυτρώσει και να μας αξιώσει της Αναστάσεώς Του. Λίγο πριν εκπνεύσει ο Κύριος, τον πλησίαζε ο διάβολος και σιγανά του έλεγε: Επί τέλους, σε νίκησα Υιέ του Θεού, μαρτυρεί ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Δεν καταλάβαινε όμως, ο ανόητος, ότι η δική του δύναμη παρέλυε και όλη του η εξουσία στους απ’ αιώνος νεκρούς έσβηνε.
Η ορθόδοξη μητέρα Εκκλησία μας κατέχει την αποκλειστικότητα της σωτηρίας του ανθρώπου. Ο,τι γράφεται στην Π.Δ. και στην Κ.Δ. καθώς και στις περίπου 60000 σελίδες των Πατερικών κειμένων, των πατερικών θησαυρών, επιβεβαιώνουν ακατάπαυστα ότι ο Σωτήρ ημών Κύριος Ιησούς Χριστός είναι η Κεφαλή του Σώματος όλης της Εκκλησίας, είναι ο Σωτήρ του όλου Σώματος, όλων των ανθρώπων, καλών, μεσαίων, αγίων, κακών.
Διαβάζουμε ξανά στον άγιο Πορφύριο:
«Η Εκκλησία και ο Χριστός είναι ένα. Το σώμα της Εκκλησίας τρέφεται, αγιάζεται, ζει με τον Χριστό. Αυτός είναι ο Κυριος, ο παντοδύναμος, ο παντογνώστης, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, ο στηριγμός μας, ο φίλος μας, ο αδελφός μας. Αυτός είναι το Α και το Ω, η αρχη και το τέλος, η βάσις, το παν. Χωρίς Χριστό, Εκκλησία δεν υπάρχει. Νυμφίος ο Χριστός• νύμφη η καθεμία ψυχή.
Ο Χριστός ένωσε το σώμα της Εκκλησίας με τον ουρανό και τη γη. Με τούς αγγέλους, τούς ανθρώπους και όλα τα δημιουργήματα, με όλη την κτίση του Θεού, με τα ζώα και τα πουλιά, με κάθε μικρό αγριολούλουδο, με κάθε μικρό έντομο. Έγινε έτσι η Εκκλησία «πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου», δηλαδή του Χριστού. Όλα εν Χριστώ και συν Χριστώ, μέσα και μαζί με τον Χριστό. Αυτό είναι το μυστήριο της Εκκλησίας.
Ο Χριστός φανερώνεται μέσα στην ενότητα τη μεταξύ μας και στην αγάπη Του, την Εκκλησία. Εκκλησία δεν είμαι μόνος εγώ, αλλά μαζί κι εσείς. Εκκλησία είμαστε όλοι. Μεσα στην Εκκλησία όλοι ενσωματώνονται. Είμαστε όλοι ένα και ο Χριστός κεφαλή.… Είμαστε όλοι ένα, γιατί ο Θεός είναι Πατέρας μας κι είναι παντού. Όταν το ζήσομε αυτό, είμαστε μέσα στην Εκκλησία.… Ε, αυτό μόνο δια της χάριτος το καταλαβαίνει κανείς. Ζούμε τη χαρά της ενότητος, της αγάπης. Και γινόμαστε ένα μ’ όλους. Δεν υπάρχει πιο ωραίο πράγμα!
Το σπουδαίο είναι να μπούμε στην Εκκλησία. Να ενωθούμε με τούς συνανθρώπους μας, με τις χαρές και τις λύπες όλων. Να τούς νοιώθουμε δικούς μας, να προσευχόμαστε για όλους, να πονάμε για τη σωτηρία τους, να ξεχνάμε τούς εαυτούς μας. Να κάνομε το παν γι’ αυτούς, όπως ο Χριστός για μας. Μεσα στην Εκκλησία γινόμαστε ένα με κάθε δυστυχισμένο και πονεμένο κι αμαρτωλό».
Μετά από όσα αναφέραμε μέχρι τώρα νομίζουμε ότι έχει απαντηθεί το ερώτημα που έθεσε η επιτροπή επί των αιρέσεων της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς: «Έχει η Εκκλησία την αποκλειστικότητα της Σωτηρίας»; Και βέβαια ταπεινώς υποστηρίζουμε πως όλα τα παραπάνω προβλήματα και οι δυσχέρειες της ζωής μπορούν να γίνουν εφαλτήρια για μεγαλύτερες πνευματικές εν Χριστώ επιδόσεις και σκληρότερους αγώνες πίστεως για την καθημερινή επιβίωση, για αλληλοβοήθεια και για θερμότερη αναφορά της ευχής «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Να μη καταποθούμε από την απιστία και την κατάθλιψη, αλλά να είμαστε κατά το δυνατόν ανθεκτικοί και υπομονετικοί, για να αποκτήσουμε καθαρή και βαθεία καρδία, επί της οποίας μπορεί να αναπαυθεί η θεία παρηγορία για απόκτηση της Σωτηρίας.
Την αποκλειστικότητα της σωτηρίας που αφθονοπάροχα κατέχει η Ορθόδοξη Εκκλησία μας επικυρώνει και ένα εξαίρετο κείμενο του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, το οποίο καταθέτουμε προς μείζονα ωφέλεια όλων των εν Χριστώ αδελφών μας:
«… Ίνα δε ειδής και τα της θείας φύσεως ίδια, πως ο Θεός και τα περί Θεόν και τα από Θεού και τα εν τω Θεώ πάντα εν φως εστιν, εν εκάστη των υποστάσεων προσκυνούμενον και εν πάσι τοις ιδιώμασιν αυτού και χαρίσμασι καθορώμενον, και ούτω σε ταύτα μυσταγωγήσομεν. “Ο Θεός φως εστι” και φως άπειρόν τε και ακατάληπτον• τα γαρ περί αυτόν φως εισιν ενούμενά τε και διαιρούμενα τοις προσώποις αδιαιρέτως και – ίνα καθ ἕν σοι τα αδιαίρετα διαιρών είπω – ο Πατήρ φως εστιν, ο Υιός φως εστι, το Πνεύμα το Άγιον φως• εν ταυτα φως απλούν, ασύνθετον, άχρονον, συναΐδιον, ομότιμον και ομόδοξον. Προς τούτοις και τα εξ αυτού πάντα φως εισιν ως εκ φωτός ημίν χορηγούμενα• η ζωή φως, η αθανασία φως, η πηγή της ζωής φως, το ύδωρ το ζων φως, η αγάπη, η ειρήνη, η αλήθεια, η θύρα της βασιλείας των ουρανών, αυτή φως η βασιλεία των ουρανών• ο νυμφών φως, η παστάς, ο παράδεισος, η του παραδείσου τρυφή, η γη των πραέων, οι στέφανοι της ζωής, αυτά τα των αγίων ενδύματα φως• ο Χριστός ο Ιησούς, ο σωτήρ και βασιλεύς του παντός, φως• ο άρτος της αχράντου σαρκός αυτού φως, το ποτήριον του τιμίου αυτού αίματος φως, η ανάστασις αυτού φως, το πρόσωπον αυτού φως• η χειρ, ο δάκτυλος, το στόμα αυτού φως, οι οφθαλμοί αυτού φως• ο Κύριος φως, η φωνή αυτού ως εκ φωτός φως, ο Παράκλητος φως• ο μαργαρίτης, ο κόκκος του σινάπεως, η άμπελος η αληθινή, η ζύμη, η ελπίς, η πίστις φως». (ΕΠΕ 19Β σελ. 92-94).
* Εισήγησις εις την αντιαιρετικήν ημερίδα της Ι. Μ. Πειραιώς (26.05.2018) με θέμα: «Πτυχές του αποκρυφισμού της Νέας Εποχής».
Πηγή: Ορθόδοξος Τύπος, Ακτίνες
Σχόλιο Η Άλλη Όψις: Απάνθισμα εκ των λόγων του μακαριστού Γέροντος περί Εκκλησίας και Οικουμενισμού. Τα αποσπάσματα είναι ενδεικτικά και δεν εξαντλούν το θέμα.
α. Η Εκκλησία του Συμβόλου της Πίστεως
Η Εκκλησία κατά την ορθόδοξο πίστι μας είναι προϋπόθεσις της σωτηρίας μας. Γι’ αυτό και στο Σύμβολο της Πίστεως, αφού ομολογήσουμε πίστι στα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, ομολογούμε ότι πιστεύουμε και εις «Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν». Είναι γνωστός ο λόγος του αγίου Κυπριανού ότι· «εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία» ή ότι· «δεν δύναται να έχη τον Θεόν Πατέρα εκείνος όστις δεν έχει την Εκκλησία μητέρα».
Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, στο οποίο ο Χριστός διά των Αγίων Μυστηρίων μας συσσωματώνει και μας κάνει μέλη Του. Διά του Χριστού ενούμεθα και κοινωνούμε με την Αγία Τριάδα και μεταξύ μας. Έτσι τα πρώην διασκορπισμένα τέκνα του Θεού συνάγονται από τον Χριστό εις εν (Ιωάν. ια’ 52). Γινόμεθα και πάλι οικείοι του Θεού, λαός του Θεού, βασίλειον ιεράτευμα.
Η ένωσις του Θεού με τους ανθρώπους, που υπήρχε στον Παράδεισο και διασπάσθηκε λόγω της αποστασίας και αμαρτίας των πρωτοπλάστων, αποκαθίσταται τώρα διά του Χριστού στην Εκκλησία. Ο εν Χριστώ άνθρωπος στο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, αποκαταλλάσσεται (συμφιλιώνεται) με τον Θεό, δικαιώνεται, ζωοποιείται, φωτίζεται, αγιάζεται, σώζεται, γίνεται θεός κατά χάριν, εφ’ όσον βέβαια και ο ίδιος προσφέρει διά της ασκήσεως και της υπακοής στις εντολές του Θεού την ελευθερία του στον Θεό. Στην Εκκλησία ο Χριστιανός κοινωνεί με τον Θεό αλλά και με τον Χριστιανό συνάνθρωπό του, ξεπερνά τον νοσηρό ατομικισμό, την φιλαυτία και αποκτά την αγία εν Χριστώ κοινωνικότητα και αδελφοσύνη. Με τα εισαγωγικά Μυστήρια του Βαπτίσματος και του Χρίσματος γίνεται η συσσωμάτωσις του ανθρώπου στο Σώμα του Χριστού και η χορηγία της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος.
Στο Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας η ένωσις με τον Χριστό και μεταξύ μας γίνεται συνεχής πραγματικότης. Όπως λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός:
«... κοινωνία λέγεταί τε και έστιν αληθώς διά το κοινωνείν ημάς δι’ αυτής τω Χριστώ και μετέχειν αυτού της σαρκός τε και της θεότητος, κοινωνείν δε και ενούσθαι και αλλήλοις, δι’ αυτής· επεί γαρ εξ ενός άρτου μεταλαμβάνομεν, οι πάντες εν σώμα Χριστού και εν αίμα και αλλήλων μέλη γινόμεθα, σύσσωμοι Χριστού χρηματίζοντες.» (Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, «Περί των αγίων και αχράντων του Κυρίου μυστηρίων», Δ’, κεφ. 86).
Έτσι, για μας τους Ορθοδόξους η συμμετοχή στην θεία Ευχαριστία και Λειτουργία δεν είναι μία πράξις ατομικής ευλαβείας ή ατομικής σωτηρίας, αλλά φανέρωσις και ανανέωσις της εν Χριστώ κοινωνίας με τον Θεό και τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και οι ιεροί κανόνες επιβάλλουν την συμμετοχή κατά την θεία Λειτουργία στην Κοινωνία των Αχράντων Μυστηρίων, εκτός εννοείται εκείνων που ευρίσκονται υπό επιτίμια (Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου, Πηδάλιον, β’ Κανών της Αντιόχειας, η’ και θ’ Αποστολικοί). Κάθε θεία Λειτουργία, ευχαριστιακή σύναξις, βεβαιώνει ότι δεν είμεθα «άτομα» χωρισμένα από τον Θεό και μεταξύ μας. Είμαστε και γινόμαστε «κοινωνία», αδελφότης, οικογένεια του Θεού, Σώμα Χριστού, θεανθρωπίνη ένωσις.
Ο εκκλησιασμός και η συμμετοχή μας στην θεία Λειτουργία δεν είναι απλώς ένα θρησκευτικό καθήκον, αλλά όρος για να είμεθα μέλη της Εκκλησίας. Υπενθυμίζω τον π’ Κανόνα της ΣΤ’ Οικουμενικής Συνόδου:
«Ει τις Επίσκοπος, ή Πρεσβύτερος, ή Διάκονος, ή των εν τω Κλήρω καταλεγομένων, ή λαϊκός, μηδεμίαν ανάγκην βαρυτέραν έχοι, ή πράγμα δυσχερές, ώστε επιπλείστον απολείπεσθαι της αυτού Εκκλησίας, αλλ’ εν πόλει διάγων, τρεις Κυριακάς ημέρας, εν τρισίν εβδομάσι μη συνέρχοιτο, ει μεν Κληρικός είη, καθαιρείσθω, ει δε λαϊκός, αποκινείσθω της κοινωνίας.» (Πρβλ. και τον ια’ Κανόνα της Σαρδικής)
Κατά τους ιερούς Κανόνας, που εκφράζουν το θέλημα του Θεού, το να «συνέρχεται» ο Χριστιανός ή να «συνάγεται» ή να «μετέχη» στις «συνάξεις» ή «συνελεύσεις» ή «συνόδους» της Εκκλησίας είναι όρος για να είναι μέλος της Εκκλησίας. Δεν εννοείται να είναι ο Χριστιανός «ασύνακτος» ή «χωρισμένος από την σύναξι» παρά μόνο σε περίπτωσι εκπτώσεως από την αληθινή πίστι (Τους σχετικούς Ιερούς κανόνας βλ. Αρχιμ. Γεωργίου Καψάνη, Η Ποιμαντική Διακονία κατά τους ιερούς κανόνας, εκδ. «Άθως», Πειραιεύς 1976, σελ. 39-40).
Η Εκκλησία δεν είναι κυρίως θεσμός, δεν είναι ίδρυμα, σωματείο, οργάνωσις, αλλά «κοινωνία προσώπων εν Χριστώ» (Η έννοια του «προσώπου», κατά τον μακαριστό Γέροντα, δεν έχει την περσοναλιστική χροιά που αναπτύσσεται στην θεολογία συγχρόνων θεολόγων). Όπως ελέχθη από Ορθόδοξο θεολόγο: «Εκκλησία είναι ο Λυτρωτής, η Μήτηρ του Λυτρωτού και οι φίλοι του Λυτρωτού» (Βλ. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Το Σώμα του ζώντος Χριστού, εκδ. Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών, Θεσ/νίκη 1972, σελ. 119). Όπως όμως κάθε σώμα έτσι και η Εκκλησία έχει οργανισμό που διασφαλίζει την λειτουργία της. Ο οργανισμός της δεν είναι οργάνωσις ανθρώπινης πρωτοβουλίας, αλλά έκφρασις του θεανθρωπίνου χαρακτήρος του Σώματός της και αποβλέπει στην διατήρησι της ενότητος των μελών του Σώματος.
(Εκ του άρθρου «Εκκλησία και Ενορία», εις τον συλλογικόν τόμον «ΕΝΟΡΙΑ», εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ, Ν. Σμύρνη 1990, σελ. 14-16)
* * * * * *
β. Οι ετερόδοξες “εκκλησίες”
Η συνοδική και ιεραρχική δομή της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας μαρτυρεί για τον χαρακτήρα της ως «κοινωνίας προσώπων εν Χριστώ», εν αντιθέσει με την παποκεντρική δομή της Ρωμαϊκής “εκκλησίας” όπου προηγείται ο ιδρυματικός και θεσμικός χαρακτήρ.
Ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα έχει και η “εκκλησία” των Προτεσταντών. Κατά τους Προτεστάντας η Εκκλησία έπεται της σωτηρίας. Ο πιστός “σώζεται ατομικά” εκτός Εκκλησίας με μία κατακόρυφο σχέσι με τον Θεό. Έτσι οι “σεσωσμένοι” συγκεντρώνονται για να αποτελέσουν την “εκκλησία” για αλληλοβοήθεια και εξασφάλισι της ατομικής “σωτηρίας”. Δεν κάνει δηλαδή ο Χριστός την Εκκλησία ενώνοντας στο Σώμα Του τους πιστούς, αλλά οι πιστοί κάνουν την Εκκλησία. Γι’ αυτό στους Προτεστάντας η “εκκλησία” δεν είναι Σώμα Χριστού, αλλά σωματείο. Ούτε είναι κοινωνία προσώπων εν Χριστώ, αλλά σύνολο ατόμων που τους συνδέει κοινή θρησκευτική πίστις. Ο άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως είχε σοφά τονίσει ότι:
«Μόνη δε διαφορά μεταξύ των δυο αυτών συστημάτων (Παπισμού και Προτεσταντισμού) είναι η εξής: Εν μεν τη Δυτική Εκκλησία το άτομον, ήτοι ο Πάπας, συγκεντροί περί εαυτόν πολλά βωβά και ανελεύθερα πρόσωπα συμμορφούμενα εκάστοτε προς τας αρχάς και τα φρονήματα του επικαθημένου ατόμου. Εν δε τω Προτεσταντισμώ η Εκκλησία συνεκεντρώθη περί το άτομον. Όθεν, η Δυτική Εκκλησία είναι άτομον και ουδέν πλέον. Αλλά τις δύναται να εγγυηθή ημίν περί της ομοφροσύνης όλων των Παπών; Αφού δε πας Πάπας κρίνει περί του ορθού κατά το δοκούν αυτώ και ερμηνεύει την Γραφήν ως βούλεται, και αποφθεγματίζεται ως θεωρεί ορθόν, κατά τι διαφέρει ούτος των παντοίων δογματιστών της Προτεσταντικής Εκκλησίας; Οποία η διαφορά των αρχόντων; Ίσως εν μεν τη των Προτεσταντών έκαστον άτομον αποτελεί μίαν Εκκλησίαν, εν δε τη Δυτική όλην την Εκκλησίαν αποτελεί εν άτομον, ουχί πάντοτε το αυτό, αλλ’ αείποτε έτερον.» (Αγίου Νεκταρίου, Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι, εκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσ/νίκη 1972, σελ. 73)
Για μας τους Ορθοδόξους προηγείται η Εκκλησία και έπεται η σωτηρία. Δικαιούμεθα και σωζόμεθα, επειδή ο Χριστός μας κάνει μέλη του Σώματός Του.
* * *
Σωζόμεθα λοιπόν στην Εκκλησία, που κατά τον απόστολο Παύλο είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α’ Τιμ. γ’ 15) και που κατά τον αψευδή λόγο του Κυρίου είναι θεμελιωμένη επί την πέτραν (την ομολογία του Θεανθρώπου Χριστού) και γι’ αυτό ούτε αι πύλαι του Άδου θα κατισχύσουν αυτής (Ματθ. ιστ’ 18).
(Εκ τού άρθρου «Εκκλησία και Ενορία», ενθ’ ανωτ., σελ. 16-18)
* * * * * *
γ. Η Ορθόδοξος Εκκλησία, η μοναδική Εκκλησία
Ο 20ός αιών χαρακτηρίσθηκε, ως γνωστόν, ο αιών της Οικουμενικής κινήσεως. Η συμμετοχή των Ορθοδόξων στην Οικουμενική κίνησι έφερε στο προσκήνιο τίς διαφορές που υπάρχουν και μεταξύ των Ορθοδόξων σχετικά με την Ορθόδοξο Εκκλησιολογία. Είναι άραγε μόνον η καθ’ ημάς Αγία Ορθόδοξος Εκκλησία η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Συμβόλου της Πίστεως ή μήπως με τις άλλες «εκκλησίες» συναποτελεί την Μίαν Αγίαν; Από την τοποθέτησι στο εκκλησιολογικό αυτό ερώτημα εξαρτάται και ο τρόπος συμμετοχής των Ορθοδόξων στην Οικουμενική κίνησι. Η πρόσφατος εκκλησιαστική ιστορία απέδειξε ότι με άλλο πνεύμα συμμετέχουν σε αυτήν όσοι δέχονται ότι τα όρια της Εκκλησίας συμπίπτουν με την Αλήθειά της και άρα και με τα κανονικά της όρια, και με άλλο πνεύμα συμμετέχουν όσοι επεκτείνουν τα όρια της Εκκλησίας και πέραν της Αλήθειας της και των κανονικών της ορίων αποδεχόμενοι μία διηυρυμένη, περιεκτική εκκλησιολογία. Η στάσις μας απέναντι στο θέμα αυτό δεν θα είναι ορθή, εάν αγνοήσουμε την διά των αιώνων περί αυτού αυτοσυνειδησία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Άλλως, κινδυνεύουμε να θέσουμε σε κίνδυνο την διαχρονική ταυτότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας και είναι ενδεχόμενο η σύγχρονη εκκλησιολογική μας τοποθέτησις να μη εκφράζη την Ορθόδοξο πίστι μας. Νομίζω ότι και οι ειλικρινείς ετερόδοξοι, που διαλέγονται με τους Ορθοδόξους, θα θέλουν να γνωρίσουν ό,τι γνήσια εκφράζει την ορθόδοξο αυτοσυνειδησία […].
Στην συνείδησι των Ορθοδόξων η ορθόδοξος Πίστις και η Ορθόδοξος Εκκλησία περιχωρούνται. Γι’ αυτό όλες οι προαναφερθείσες σύνοδοι (της Μόσχας του 1441, της Ιερουσαλήμ του 1443, της Κων/πόλεως του 1453 και του 1484 κ.ά.) και οι ανωτέρω μνημονευθέντες διδάσκαλοι (αγ. Μάξιμος ο Γραικός, ο Κων/πόλεως Ιερεμίας ο β’, ο Αλεξανδρείας Μελέτιος Πηγάς, ο Μητροφάνης Κριτόπουλος, ο άγ. Αθανάσιος ο Πάριος, ο άγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης κ.ά.) συνδέουν την μοναδικότητα της Καθολικής Εκκλησίας με την μοναδικότητα της ακαινοτομήτου αποστολικής πίστεως και παραδόσεως. Κατ’ αυτούς δεν υπάρχει η αποστολική πίστις εκτός των κανονικών ορίων της Καθολικής Εκκλησίας ούτε η αποστολική Εκκλησία εκτός των ορίων της Αληθείας, δηλαδή της Ορθοδόξου Πίστεως […].
Προσωπικώς ελπίζω ότι κατά τον 21ον αιώνα τη επιστασία του Παναγίου Πνεύματος οι Ορθόδοξοι θα συνειδητοποιήσουμε βαθύτερα την ταυτότητα της αγίας μας Εκκλησίας με την Μίαν Αγίαν Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν του Χριστού. Και αυτό πρέπει να γίνη όχι μόνο για την ιδική μας σωτηρία, αλλά για να αποτελή η αγία μας Εκκλησία το υγιές κριτήριο, την στάθμη, τον κανόνα κάθε άλλης “εκκλησίας” και την ελπίδα της εις το μέλλον επιστροφής και αποκαταστάσεώς των εις την Μίαν Αγίαν, που δεν είναι μία αόριστος, νεφελώδης, κατάστασις, αλλά η συγκεκριμένη ιστορική κοινότης των Ορθοδόξων πιστών.
(«Η εκκλησιολογική αυτοσυνειδησία των Ορθοδόξων από της αλώσεως μέχρι των αρχών του 20ού αιώνος», εις τον Τόμον «Εικοσιπενταετηρικόν, Αφιέρωμα στον Μητροπολίτη Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως κ. Διονύσιον», έκδ. Ι. Μητροπόλεως Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως, Νεάπολις Θεσ/νίκης 1999, σελ. 107-132)
* * *
Ομολογούμεν ότι μόνον η καθ’ ημάς Ορθόδοξος Εκκλησία είναι η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Συμβόλου της Πίστεως. Αι δε λοιπαί ετερόδοξοι “εκκλησίαι” ευρίσκονται εν τη αιρέσει και πλάνη.
Ομολογούμεν ότι μόνον τα Μυστήρια της καθ’ ημάς Αγίας Εκκλησίας είναι έγκυρα, σωστικά και αγιαστικά.
Αποδεχόμεθα ως αδελφάς Εκκλησίας μόνον τας ομοδόξους και ομοπίστους τοπικάς Ορθοδόξους Εκκλησίας.
Ομολογούμεν ότι τα κανονικά όρια της Εκκλησίας συμπίπτουν με την Αλήθειαν αυτής, ήτις είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός, και ότι εκτός Αυτής της Αλήθειας και πέραν της Αλήθειας τα υπάρχοντα εκκλησιαστικοφανή σχήματα δεν δύνανται να διεκδικήσουν δι’ εαυτά την πληρότητα της Αλήθειας και της Χάριτος, την αποστολικήν διαδοχήν, ή και την γνησιότητα και ακεραιότητα της αποστολικής Παραδόσεως.
Ως εκ τούτου δεν αποδεχόμεθα τον Πάπαν της Ρώμης ως αδελφόν του Οικουμενικού Πατριάρχου ή άλλου τινός Ορθοδόξου Πατριάρχου και επισκόπου, εφ’ όσον εμμένει εισέτι, ως εκ των προσφάτων ιδικών του κειμένων βεβαιούται, εις τα αντιευαγγελικά δόγματα και αιρέσεις, άτινα μεταθέτουν την εν ημίν ελπίδα από τον Θεάνθρωπον Χριστόν εις τον άνθρωπον.
Αυτήν την αγίαν πίστιν παρελάβομεν παρά των Αγίων Πατέρων μας, αυτήν ομολογούμεν και κηρύσσομεν, όση ημίν δύναμις, και με αυτήν ικετεύομεν τον Κύριον Ιησούν να μας αξιώση να αποθάνωμεν.
(Επιστολή προς την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους, 23-9-1995)
* * * * * *
δ. Αποφάσεις παρά την Πίστιν της Εκκλησίας. Αποφάσεις «ειδικών» ερήμην των Συνόδων
Ως προκύπτει εκ του Υπηρεσιακού Σημειώματος [Πρόκειται περί ενημερωτικού σημειώματος κοινοποιηθέντος υπό του τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστοδούλου εις τον Γέροντα ημών Αρχιμ. Γεώργιον, ο οποίος είχε ερωτήσει περί της «Οικουμενικής Χάρτας» (2000), ενός καταστατικού κειμένου δεσμεύσεων των «εκκλησιών» της Ευρώπης μεταξύ των διά τον τρόπον συνεργασίας και κοινής συμπεριφοράς των], οι εκπρόσωποι των Ορθοδόξων Εκκλησιών [σ.σ. διά την σύνταξιν της «Οικουμενικής Χάρτας» (Βλ. εν: περιοδ. «Απόστολος Βαρνάβας» (της Εκκλησίας της Κυπρου), περίοδος Γ’, τόμ. ΞΓ’, Οκτώβριος 2001, τεύχ. 10, σελ. 411- 423)] δεν εκόμιζον άποψιν εγκριθείσαν υπό της Ιεραρχίας ή τουλάχιστον των μικρών Συνόδων (ως η Δ.Ι.Σ.) των Εκκλησιών αυτών.
Δεν εγένετο δεκτή η πρότασις των εκπροσώπων της Εκκλησίας της Ελλάδος, να απορριφθή το συνταχθέν «ξενότροπον και απαράδεκτον» αρχικόν κείμενον και να συνταχθή νέον κείμενον, σύμφωνον προς την Ορθόδοξον θεολογίαν.
Προύτάθη και εγένετο αποδεκτόν να γίνουν κάποιαι διορθώσεις από Ορθοδόξου απόψεως, «ώστε το κείμενον να γίνη απλώς Ορθοδόξως ανεκτόν, και να μη θεωρηθή αρνητική η στάσις των Ορθοδόξων έναντι της προσπαθείας των Εκκλησιών της Ευρώπης να εκπονήσουν μίαν Charta Oecumenica».
Αυτή είναι η παγία τακτική των Οικουμενιστών, ως εξεφράσθη και υπό επισήμων του Π.Σ.Ε.: Να εγκρίνωνται κείμενα παραδεκτά υπό της πλειοψηφίας και ανεκτά υπό της μειοψηφίας (εν προκειμένω των Ορθοδόξων).
Η περί «ανεκτών» ή minimum δογματικής παραδοχής θεωρία δικαιούται Ορθοδόξως και Πατερικώς;
Εις την περίπτωσιν της Χάρτας το τελικόν κείμενον δεν είναι από Ορθοδόξου απόψεως ούτε ανεκτόν, εκτός εάν κάποιος απολέση κάθε δογματικήν ευαισθησίαν […].
Δυστυχώς η υπό των ειδικών (specialists) του Οικουμενισμού διαδικασία προωθήσεως κειμένων και αποφάσεών των ερήμην του συνόλου των Επισκόπων και του λαού του Θεού δεν είναι η πρώτη φορά που ακολουθείται. Σχεδόν εις όλους τους διαλόγους, ως εις τον διάλογον Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών και Ορθοδόξων και Αντιχαλκηδονίων, η ιδία τακτική ακολουθείται.
(Επιστολή προς τον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλον, 17/30-1-2002)
* * *
Οφείλουμε να παραδεχθούμε, ότι στους διαλόγους που έχουν ήδη πραγματοποιηθή στα πλαίσια της Οικουμενικής λεγομένης Κινήσεως, οι αποφάσεις που συνυπογράφοντο και από Ορθοδόξους δυστυχώς θεολόγους δεν ήσαν πάντοτε σύμφωνες με την Πίστι της Εκκλησίας. Αναμφίλεκτο παράδειγμα οι αποφάσεις της συνελεύσεως του Balamand και των Κοινών Δηλώσεων με τους Αντιχαλκηδονίους, γεγονός που σημαίνει ότι οι θεολόγοι που μας εκπροσωπούν στους διαλόγους δεν είναι πάντοτε εκφρασταί της Ορθοδόξου εκκλησιαστικής μας αυτοσυνειδησίας.
Έχουμε την γνώμη ότι τέτοια ενδεχόμενα θα αποφεύγωνται, όταν τα θέματα συζητώνται πρώτα θεολογικώς, εγκρίνωνται κατόπιν συνοδικώς, ενημερώνεται επαρκώς ο ιερός κλήρος και ο ευσεβής λαός, και η συμφωνία τελικώς όλης της Εκκλησίας εκφέρεται ως ο λόγος της Ορθοδοξίας στις τυχόν διαχριστιανικές συνομιλίες. Τα προβλήματα δημιουργούνται οσάκις τα θέματα συζητώνται μόνον από ωρισμένους “ειδικούς” θεολόγους ερήμην του πληρώματος της Εκκλησίας και οι απόψεις των προβάλλονται στα διαχριστιανικά συνέδρια ως λόγος της Εκκλησίας.
Μελετώντας κανείς την Οικουμενική Χάρτα διαπιστώνει ότι οι συντάκται της δεν έχουν θεολογικά κριτήρια αλλά κοινωνιολογικά. Εξυπηρετούν ένα εγκόσμιο όραμα: την παγκοσμιοποίηση στα πλαίσια της οποίας οι Χριστιανοί θα συνυπάρχουν μεν ειρηνικά, χωρίς όμως συναίσθησι των ορίων της Αληθείας και της αιρέσεως. Οι Ορθόδοξοι, οι οποίοι αποτελούμε την μόνη Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, μπορούμε να παρακάμψουμε την αυτοσυνείδησή μας και να δεχθούμε ένα τέτοιο όραμα; Το θεολογικό πρόβλημα δεν είναι η συνύπαρξις, διότι πάντοτε συνυπάρχουμε με αλλοδόξους και αλλοθρήσκους και ευχόμεθα υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου. Το πρόβλημα είναι η άμβλυνσις της δογματικής συνειδήσεως, ώστε να θεωρούμε ότι επί της ουσίας “όλοι είμαστε το ίδιο” και να οικοδομούμε την κοινωνική μας ζωή με βάσι τον κανόνα αυτόν. Όμως, το φρόνημα αυτό δεν είναι του Ευαγγελίου, δεν είναι των Πατέρων, δεν είναι των Ιερών Κανόνων. Δεν είναι το φρόνημα της Εκκλησίας.
(«Η Οικουμενική Χάρτα ορθοδόξως κρινομένη και κατακρινομένη», άρθρο της 15-1-2002)
* * *
Ο οικουμενισμός, δηλαδή η κίνησις διά την ένωσιν των «εκκλησιών», όπως διεξάγεται σήμερον, φαίνεται ότι έχει ουμανιστικόν-ανθρωποκεντρικόν χαρακτήρα και όχι θεολογικόν και πνευματικόν. Παραμερίζει την Πίστιν (δόγμα) και την Παράδοσιν της Εκκλησίας και αποβλέπει περισσότερον εις πρακτικούς σκοπούς. Βλέπει την Εκκλησίαν κυρίως ως ανθρώπινον ίδρυμα, το οποίον ηνωμένον θα δυνηθή να αντιμετωπίση καλλίτερον τους εχθρούς του. Δι’ αυτό δεν λαμβάνονται σοβαρώς υπ’ όψιν αι βασικαί διαφοραί περί την πίστιν και το πνεύμα των «εκκλησιών», ούτε η ιστορία και η συνείδησης της Εκκλησίας…
Η εκκλησιολογία, η οποία υπόκειται ως βάσις εις τον οικουμενισμόν, είναι επίσης λανθασμένη. Δεν αναγνωρίζει την Ορθόδοξον Εκκλησίαν ως την Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν, αλλ’ ως τμήμα ή κλάδον της Καθολικής Εκκλησίας. Δι’ αυτό και πολλοί Ορθόδοξοι βλέπουν εις τον οικουμενισμόν μίαν εκκλησιολογικήν αίρεσιν, χωρίς να σημαίνη ότι αναπαύονται εις τον ζηλωτισμόν, ο οποίος αποτελεί επίσης εκκλησιολογικήν παρέκκλισιν. Οικουμενισμός και ζηλωτισμός δεν εκφράζουν την Ορθοδοξίαν.
(“Ορθοδοξία και ουμανισμός – Ορθοδοξία και Παπισμός”, έκδ. Ι. Μονής Οσίου Γρηγορίου, Άγιον Όρος 1998, σελ. 83-84)
* * * * * *
ε. Οικουμενιστική μεθοδολογία
Είναι χαρακτηριστικόν ότι, ενώ οι Πατέρες και αι Σύνοδοι μίαν είχον αγωνίαν, να ομιλούν συμφώνως προς την αποστολικήν και πατερικήν πίστιν διά να μη παρεκκλίνουν αυτής ούτε κατά εν ιώτα, οι σύγχρονοι θεολόγοι ενδιαφερόμεθα περισσότερον διά την προσαρμογήν και συμφωνίαν των λεγομένων προς τας απαιτήσεις του κόσμου, διά να γίνωμεν αρεστοί εις τους ανθρώπους ή διά να σώσωμεν δήθεν τον κόσμον. Το αποτέλεσμα, είναι τραγικόν. Αντί να μεταμορφωθή ο κόσμος εις Εκκλησίαν διά να σωθή, μεταμορφούμεθα ημείς εις κόσμον.
Η τακτική που ακολουθούν υπεύθυνοι εκπρόσωποι της Ορθοδοξίας δίδει την εντύπωσιν ότι το όλον θέμα δεν αντιμετωπίζεται «συνοδικώς» αλλά κατά τρόπον ολοκληρωτικόν και συγκεντρωτικόν. Υπάρχουν πολλαί ενδείξεις ότι δεν επιζητείται η εν Αγίω Πνεύματι συνοδική διάσκεψις διά την χάραξιν της ενδεδειγμένης έναντι των ετεροδόξων γραμμής, αλλά καταβάλλεται προσπάθεια να “ρυμουλκηθή” η Εκκλησία εις προκαθωρισμένας θέσεις.
Είναι χαρακτηριστικά τα όσα γράφει ο Καθηγητής Ιω. Καρμίρης διά τον τρόπον καθ’ ον ελαμβάνοντο αι αποφάσεις εις την Πανορθόδοξον διάσκεψιν της Γενεύης του 1968:
«Αλλ’ ο Σεβ. Πρόεδρος, επειγόμενος ίνα επιτύχη οπωσδήποτε την ταχείαν επιψήφισιν των σχεδίων αποφάσεων αμεταβλήτων, διέκοψεν αντικανονικώς την αρξαμένην συζήτησιν… Δυστυχώς εν τω σημείω τούτω ο Σεβ. Πρόεδρος, κατά τρόπον όλως ανεπίτρεπτον, διέκοψεν ομιλούντα Καθηγητήν, ίνα μη δήθεν η παρέμβασίς του υπερβή πεντάλεπτον χρονικήν διάρκειαν, το ήμισυ περίπου της οποίας είχε διατεθή διά την μετάφρασιν, ενώ ο ίδιος απήντα απεριορίστως και εν μονολόγω σχεδόν προς έκαστον ομιλητήν κεχωρισμένως, αποφεύγων εκ συστήματος πάσαν προτεινομένην μεταβολήν και βελτίωσην των κειμένων.» (Ιω. Καρμίρη, Η Ε’ Πανορθόδοξος Διάσκεψις, Αθήναι. 1968, σελ. 26)
Και δεν είναι μόνον αυτό. Οι μη συμφωνούντες προς την γραμμήν αυτήν δεν καλούνται να συμμετάσχουν εις την διαμόρφωσιν της οικουμενικής πολιτικής της Ορθοδοξίας και αι απόψεις των δεν εμφανίζονται εις επίσημα εκκλησιαστικά περιοδικά. Βοηθεί άραγε η τακτική αυτή διά να εκφράση η Ορθοδοξία το φρόνημά της; Διατί, έπειτα, παρατηρείται τόση σπουδή (ενίοτε πεισματώδης) προς την ένωσιν, χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψιν ο μέγας αριθμός των σκανδαλιζομένων Ορθοδόξων και ο κίνδυνος του σχίσματος; Διατί εν ονόματι της ενώσεως μετά των ετεροδόξων οδηγούμεν τους Ορθοδόξους εις σχίσμα;
Και είναι δυνατόν ο Θεός να ευλογήση την ένωσιν, η οποία προετοιμάζεται κατ’ αυτόν τον τρόπον;
Εις τον αντορθόδοξον τρόπον επιβολής της γραμμής αυτής επί της συνόλου Εκκλησίας υπάρχει μία ενστικτώδης αντίδρασις εκ μέρους ζηλωτών Ορθοδόξων. Η αντίδρασις δεν είναι δυστυχώς πάντοτε θεολογική και δι’ αυτό πειστική. Aι ακρότητες των οικουμενιστών και η μη θεολογική αντίδρασις πολλών αντιφρονούντων δημιουργεί επικίνδυνον πόλωσιν, φυγαδεύει την αγάπην, σχίζει την Εκκλησίαν και δεν βοηθεί εις την ψύχραιμον συζήτησιν του σοβαρωτάτου αυτού θέματος. Όσοι ζώμεν εκ του πλησίον την κατάστασιν, αισθανόμεθα ότι δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω οξύνσεώς της χωρίς κίνδυνον μιας φοβεράς καταστροφής διά την Εκκλησίαν. Εκτός τούτου το δυναμικόν της Εκκλησίας απασχολείται εις αντεγκλήσεις και δεν αξιοποιείται διά τον ευαγγελισμόν του εν σκότει και σκιά θανάτου ευρισκομένου λαού μας.
(«Εισήγησις περί Οικουμενισμού». Κείμενον, το οποίον εζητήθη διά την Γενικήν Συνέλευσιν του Συνδέσμου Ορθοδόξων Νεολαιών εις την Βοστώνην (Ιούλιος 1971), αλλά οι διοργανωταί απεφάσισαν να μη αναγνωσθή)
* * *
Οι Ορθόδοξοι οικουμενισταί επιθυμούν σφόδρα τους διαλόγους μετά των ετεροδόξων όχι όμως και μετά των Ορθοδόξων.
Προς αποκλεισμόν των διαφωνούντων Ορθοδόξων προς τα οικουμενιστικά των ανοίγματα, τους χαρακτηρίζουν ως φανατικούς ή φονταμενταλιστάς, προκειμένου να τους θέσουν εκτός μάχης. Λησμονούν όμως ότι φανατικοί δεν είναι μόνον οι ακραίοι αντιοικουμενισταί, οι οποίοι χρησιμοποιούν τον αντιοικουμενισμόν διά να αποκτήσουν οπαδούς, αλλά και οι ακραίοι οικουμενισταί, εφ’ όσον με ολοκληρωτικόν πνεύμα προσπαθούν να επιβάλουν τας ατομικάς των απόψεις επί της Εκκλησίας, αδιαφορούντες εάν έπωνται τοις Αγίοις Πατράσι και εάν εκφράζουν την συνείδησιν της Εκκλησίας. Τα αντίθετα άκρα ως γνωστόν συναντώνται και αποτελούν τας δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Σπανίως ή ουδέποτε Ορθόδοξος θεολόγος διαφωνών προς τον τρόπον καθ’ όν διεξάγονται σήμερον οι διάλογοι καλείται να συμμετάσχη εις αυτούς και εάν κατά λάθος συμμετάσχη θα φροντίσουν διά την αντικατάστασίν του. Διοργανούνται επίσης οικουμενιστικά σεμινάρια, εις τα οποία εν συνεργασία μετά Ρωμαιοκαθολικών και Προτεσταντών θεολόγων επιχειρείται ο επηρεασμός των νέων θεολόγων και κληρικών και η οικουμενιστική των μόρφωσις. Από τα επίσημα εκκλησιαστικά περιοδικά αποκλείονται θεολογικά κείμενα κριτικά του συγκρητιστικού Οικουμενισμού.
(Από το Περιοδικόν «Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ», τεύχ. 38, έκδ. Ι. Μονής Οσίου Γρηγορίου, Άγιον Όρος 2013)
* * * * * *
στ. Αγάπη ή Θεολογία;
Διά πρώτην φοράν εις την ιστορίαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας κηρύσσεται υπό επισήμων χειλέων (Υπό του Πατριάρχου Αθηναγόρου, βλ. εν: Εφημερίς “Ατλαντίς”, της 30ής Απριλίου 1967), και μάλιστα διαδόχου μεγάλων θεολόγων Πατριαρχών, η άποψις ότι η αγάπη δέον να προηγήται της θεολογίας, διότι η θεολογία διαιρεί, ενώ η αγάπη ενώνει, και συνεπώς προκειμένου να επιτύχωμεν την ένωσιν, είναι ανάγκη να παραμερίσωμεν τας αγόνους θεολογικάς συζητήσεις του παρελθόντος, διά να εναγκαλισθώμεν αλλήλους εν αγάπη και συνυπάρξει […].
Αλλ’ η τάσις αυτή διά την επικράτησιν μιας αχρώμου δογματικώς Θεολογίας και του λεγομένου πρακτικού Χριστιανισμού συνιστά μεγάλην απειλήν διά την Εκκλησίαν, πολύ μεγαλυτέραν από οιονδήποτε εξωτερικόν εχθρόν. Όταν η Εκκλησία απολέση την προφητικήν της διάστασιν ως κήρυκος της αποκαλυφθείσης Αληθείας και παύση να κηρύττη την αληθή περί Θεού, κόσμου και ανθρώπου διδασκαλίαν, εκπίπτει εις εν είδος κοινωνικής λέσχης ή σωματείου με κοινωφελείς και φιλανθρωπικούς σκοπούς. Αυτήν την Εκκλησίαν, που ως άλας εμωράνθη, θα ρίψη ο κόσμος έξω και θα καταπατήση (Πρβλ. Ματθ. ζ 13), διότι δεν θα έχη πλέον λόγον υπάρξεως. Ο κόσμος μας έχει πολλάς κοινωνικάς οργανώσεις και ιδρύματα, ώστε να μη του χρειάζεται εν επί πλέον. Η πίστις της Εκκλησίας δίδει ακόμη και εις τους απίστους την δυνατότητα να ζουν, εφ’ όσον τους δίδει την ελπίδα ότι κάτι υπάρχει επέκεινα του φθαρτού και παρερχομένου τούτου κόσμου. Την πίστιν της Εκκλησίας χρειάζονται τόσον οι άπιστοι όσον και οι πιστοί. Ας μη την προδίδωμεν λοιπόν ευκόλως χάριν των “πρακτικών” σκοπών […].
Η αίρεσις ως άρνησις της αληθείας αποκόπτει την γέφυραν που μας συνδέει με τον Χριστόν, και άρα με την σωτηρίαν. Όπως μας διδάσκει ο Απόστολος Παύλος, δεν είναι κάθε “Ευαγγέλιον” εκ του Θεού, ούτε κάθε κηρυττόμενος “Χριστός” ο αληθής Χριστός (Βλ. Β’ Κορ. ια’ 4). Δι’ αυτό και ο μακάριος αυτός Απόστολος του Χριστού, ο συγγράψας τον τελειότερον διά την χριστιανικήν αγάπην ύμνον και κατ’ εξοχήν βιώσας αυτήν, ανεθεμάτιζε τους αιρετικούς (Γαλ. α 8, 9). Το ίδιον έκαναν και όλοι οι άγιοι Πατέρες, οι οποίοι ηγάπων τους αιρετικούς και σχισματικούς ασφαλώς πολύ περισσότερον απ’ ότι τους αγαπώμεν ημείς. Είναι χαρακτηριστικά τα όσα λέγει σχετικώς ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής:
«Ου θέλων δε τους αιρετικούς θλίβεσθαι, ουδέ χαίρων τη κακώσει αυτών, γράφω ταύτα, μη γένοιτο, αλλά τη επιστροφή μάλλον χαίρων και συναγαλλόμενος. Τι γαρ τοις πιστοίς τερπνότερον, του θεάσθαι τα τέκνα του Θεού τα διεσκορπισμένα, συναγόμενα εις εν; Ούτε υμίν του φιλανθρώπου το απηνές παραινών προτιθέναι· μη ούτω μανείην αλλά μετά προσεχείας και δοκιμασίας ποιείν τε και ενεργείν τα καλά εις πάντας ανθρώπους, και πάσι πάντα γινομένους, καθώς έκαστος επιδείται υμών, παρακαλών· προς μόνον το καθοτιούν αιρετικοίς συνάρασθαι εις σύστασιν της φρενοβλαβούς αυτών δόξης, σκληρούς παντελώς είναι υμάς και αμειλίκτους βούλομαί τε και εύχομαι. Μισανθρωπίαν γαρ ορίζομαι έγωγε, και αγάπης θείας χωρισμόν, το τη πλάνη πειράσθαι διδόναι ισχύν εις περισσοτέραν των αυτή προκατειλημμένων φθοράν.» (PG 91 465CD)
Πρέπει να κατανοήσωμεν καλώς ότι επιμένοντες επί της ακριβείας του ορθοδόξου δόγματος-αληθείας δεν επιμένομεν εις την υποστήριξιν μιας “θεωρίας” ή φιλοσοφικής “προτάσεως”, αλλά διά την σωτηρίαν μας. Διότι το ορθόδοξον δόγμα αυτό κάνει· περιέχει και αποκαλύπτει την αλήθειαν και την σωτηρίαν, και προειδοποιεί που ευρίσκεται η πλάνη και άρα η απώλεια. Πώς δύναμαι να σωθώ και να θεωθώ, εάν ο Χριστός δεν ενηνθρώπησε πλήρως, εάν το Άγιον Πνεύμα δεν κατήλθε εις την Εκκλησίαν ως πηγή αγιασμού και κέντρον ενότητος αυτής; Κάθε αλήθεια λοιπόν περί της Αγίας Τριάδος και του έργου Της έχει μίαν άμεσον σωτηριολογικήν συνέπειαν, και άρα κάθε δήλωσις την οποίαν κάνομεν περί των Τριών θείων Προσώπων, είναι συγχρόνως μία δήλωσις περί του ανθρώπου και της τύχης του εις την παρούσαν και εις την μέλλουσαν ζωήν. Πώς λοιπόν δύναμαι να αδιαφορήσω διά την δογματικήν αλήθειαν, η οποία εγγυάται περί της σωτηρίας μου και να την θέσω εις δευτέραν μοίραν;
Εάν πράγματι αγαπώμεν τους αδελφούς μας τους ετεροδόξους, δεν δυνάμεθα παρά και να αληθεύωμεν προς αυτούς, κατά το αποστολικόν «αληθεύοντες εν αγάπη» (Εφεσ. δ’ 15), και να ομολογούμεν την αληθή ευαγγελικήν πίστιν, κατά το «γίνεσθέ μοι μάρτυρες» (Ησ. μγ’ 10), την πίστιν την οποίαν παρελάβομεν όχι διά την δικαιοσύνην μας, αλλά διά την χάριν και φιλανθρωπίαν του μεγάλου Θεού, καταγγέλλοντες προς αυτούς εν πνεύματι αγάπης και κατανοήσεως τα σημεία εκείνα, εις τα οποία διέστρεψαν την γνησίαν αποστολικήν παράδοσιν. Εάν αποφεύγωμεν αυτό, δύο τινά συμβαίνουν ή ότι δεν αγαπώμεν πράγματι τους αδελφούς μας και αδιαφορούμεν διά την πλάνην των, ή ότι δεν πιστεύομεν ότι ημείς έχομεν το πλήρωμα της αληθείας και άρα ψευδόμεθα και υποκρινόμεθα εμφανιζόμενοι ως Ορθόδοξοι, ήτοι φύλακες και μάρτυρες της αποστολικής παραδόσεως.
(«Αγάπη ή Θεολογία;», Αθήναι 1968, Αρχείον Αρχιμ. Γεωργίου Γρηγοριάτου (Καψάνη), σελ. 3-8)
* * * * * *
ζ. Άλλος ο Χριστός του δόγματος και άλλος ο Χριστός των μυστηρίων;
Ο σύγχρονος Οικουμενισμός εν τη προσπαθεία του να γεφυρώση πάση θυσία το χάσμα μεταξύ των Εκκλησιών, εισηγείται και μίαν άλλην απαράδεκτον από ορθοδόξου απόψεως διάκρισιν, την διάκρισιν μεταξύ του Χριστού του δόγματος και του Χριστού των μυστηρίων. Ρωμαιοκαθολικοί και Διαμαρτυρόμενοι συμφωνούν ότι είναι δυνατή υπό ωρισμένας συνθήκας η “μυστηριακή επικοινωνία” (Intercommunion), έστω και εάν δεν υπάρχη συμφωνία επί του δόγματος. Και εδώ το δόγμα θεωρείται δευτερεύον. Οι Ορθόδοξοι αντιθέτως πιστεύομεν ότι δεν δυνάμεθα να μετέχωμεν εις το ίδιον Ποτήριον, εφ’ όσον η πίστις μας διαφέρει. Κατά τους Ορθοδόξους η κοινωνία των ιδίων μυστηρίων δεν είναι οδός προς την ένωσιν, αλλά το αποτέλεσμα και η φανέρωσις της ενώσεως. Μόνον όταν έχωμεν ένα Κύριον, μίαν πίστιν και εν βάπτισμα, δυνάμεθα να έχωμεν και εν Ποτήριον.
(«Αγάπη ή Θεολογία;», ενθ’ ανωτ., σελ. 8)
* * *
Ο Χριστός της Θ. Ευχαριστίας είναι και ο Χριστός της αληθείας. Μόνον μία σχιζοφρενική ευχαριστιακή Θεολογία θα ηδύνατο να διαιρέση τον ενιαίον Χριστόν. Αυτός είναι ο λόγος, διά τον οποίον οι Ορθόδοξοι ουδέποτε ηδυνήθησαν να παραδεχθούν το λεγόμενον “κοινόν ποτήριον” ή οιανδήποτε εκκλησιαστικήν μυστηριακήν κοινωνίαν μετά των ετεροδόξων χωρίς τελείαν συμφωνίαν εις την πίστιν. Εάν ο ευχαριστιακός άνθρωπος αφεθή, ώστε να συσχηματισθή από τας θρησκευτικάς ή άλλας δοξασίας του κόσμου, που δεν μετέχουν όμως του πληρώματος της Αλήθειας, τότε παραιτείται της δυνατότητάς του να οδηγήση αυτάς εις την υπέρβασιν της μερικότητός των και την μετοχήν εις την καθολικήν αλήθειαν της Εκκλησίας, διά την οποίαν μαρτυρεί η Ευχαριστία.
Η Θ. Ευχαριστία καθιστά εκάστην τοπικήν Εκκλησίαν καθολικήν, εφ’ όσον εις την Θ. Ευχαριστίαν ευρίσκεται όλος ο Χριστός, και η ευχαριστιακή Σύναξις, η οποία τελεί εν κοινωνία με την Μίαν Αγίαν Καθολικήν και Αποστολικήν Ορθόδοξον Εκκλησίαν και ποιμαίνεται από κανονικούς ποιμένας, είναι η Εκκλησία, έχουσα το πλήρωμα του Χριστού και δι’ αυτό το πλήρωμα της σωτηρίας και της αληθείας.
(«Η Θεία Ευχαριστία και τα Ιερά Μυστήρια ως κέντρον και πηγαί της ζωής της Εκκλησίας», Εισήγησις κατά το Α’ Θεολογικόν Σεμινάριον Εισηγητών Ιερατικών Συνεδρίων, εις Διορθόδοξον Κέντρον Ι. Μονής Πεντέλης, 26-27 Απριλίου 1972)
* * * * * *
η. Η σοβαρότης των θεολογικών διαφορών
Υπάρχουν σοβαραί θεολογικαί διαφοραί μεταξύ των Ορθοδόξων και των ετεροδόξων, που δεν πρέπει να παραγνωρίζωνται. Αι διαφοραί αυταί τοποθετούν τους ετεροδόξους εις την περιοχήν της πλάνης και της αιρέσεως.
α) Η ρωμαϊκή διδασκαλία περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού (Filioque), της ασπίλου συλλήψεως της Θεοτόκου, του παπικού αλαθήτου και πρωτείου εξουσίας, του καθαρτηρίου πυρός, περί χάριτος και δικαιώσεως, διά να αναφέρωμεν τας σπουδαιοτέρας εξ αυτών, αποτελεί δι’ ημάς εκτροπήν από την γνησίαν αποστολικήν παράδοσιν και άρα νόθευσιν του Ευαγγελίου του Χριστού.
Δεν δυνάμεθα λοιπόν να αποδεχθώμεν ένα νοθευμένον Χριστιανισμόν, ο οποίος εγέννησεν εξ αντιδράσεως ένα άλλον νοθευμένον Χριστιανισμόν, την Διαμαρτύρησιν. Ο Κύριος δεν έχυσε το άσπιλον αίμα Του, διά να ιδρύση μίαν ανθρωποκεντρικήν οργάνωσιν εγείρουσαν εν τω ονόματί Του ολοκληρωτικάς αξιώσεις (Πρβλ. Φέοντορ Ντοστογιέφσκυ, Ο Μέγας Ιεροεξεταστής, εν: Αδελφοί Καραμαζώφ). Δεν δυνάμεθα να συνυπάρξωμεν ούτε με την ρωμαιοκαθολικήν παραποίησιν του Ευαγγελίου, ούτε με την προτεσταντικήν έκφρασιν του Χριστιανισμού, η οποία εξ αντιδράσεως προς τον ρωμαϊκόν συγκεντρωτισμόν και ολοκληρωτισμόν απώλεσε την έννοιαν και την πραγματικότητα της Εκκλησίας και κατήντησε ένας άκρατος υποκειμενισμός (Το ότι η βασική αίρεσις της Δύσεως είναι εκκλησιολογική είχε κατανοήσει και ο άγιος Νεκτάριος, όπως ανεφέρθη ανωτέρω (σελ. 10-11)).
Αντιπαρατηρούν οι αδελφοί μας, οι ετερόδοξοι, ότι και ημείς οι Ορθόδοξοι έχομεν τας αμαρτίας μας, όπως τον εθνικισμόν, καισαροπαπισμόν κ.λπ. Και έχουν δίκαιον. Αλλ’ ουδέποτε τας αμαρτίας μας και τας παρεκκλίσεις μας από την γνησίαν ιεράν Παράδοσιν ανυψώσαμεν εις δόγμα πίστεως απαραίτητον διά την σωτηρίαν της ψυχής. Αντιθέτως το υγιές ορθόδοξον φρόνημα βιοί τας παρεκκλίσεις αυτάς ως καρκινώματα εις το σώμα της Ορθοδοξίας. Διακρίνομεν εξ άλλου ημείς οι Ορθόδοξοι τι είναι εν τη Εκκλησία ιερά Παράδοσις και τι είναι ανθρώπιναι παραδόσεις. Η ιερά Παράδοσις έχει αιώνιον και αναλλοίωτον χαρακτήρα, ενώ αι ανθρώπιναι παραδόσεις καιρικόν και μεταβλητόν (Jean Meyendorff, «Παράδοσις της Εκκλησίας και παραδόσεις των ανθρώπων», εν: Θεολογία και αληθεία και ζωή, έκδ. Ζωής, Αθήναι 1962). Αι διαφοραί μας μετά των ετεροδόξων δεν αφορούν ανθρωπίνας παραδόσεις, αλλά την ιεράν και αποστολικήν Παράδοσιν, την οποίαν πιστεύομεν ότι, παρά τας αμαρτίας και τας αδυναμίας μας, διετηρήσαμεν καθαράν και αναλλοίωτον κατά το αποστολικόν: «Έχομεν τον θησαυρόν τούτον εν οστρακίνοις σκεύεσιν» (Β’ Κορ. δ’ 7). Άλλως τε μία πλήρης Εκκλησία, κατά τον π. Φλωρόφσκυ, δεν είναι και μία τελεία Εκκλησία («Πλήρης Εκκλησία… τελεία Εκκλησία»). Η Εκκλησία είναι πλήρης, διότι είναι η Μία, Αγία, Αποστολική και Καθολική Εκκλησία, έχουσα το πλήρωμα της Αληθείας και της Χάριτος, τον όλον Χριστόν. Εν ταύτοις εμείς ως μέλη της Εκκλησίας δεν είμεθα τέλειοι, λόγω των ανθρωπίνων αδυναμιών και αμαρτιών μας (σ.σ.).
Αντιτιθέμενοι δε εις την μορφήν πολιτεύματος της ρωμαιοκαθολικής “εκκλησίας”, δεν αντιτιθέμεθα εις εν σύστημα διοικήσεως που είναι διαφορετικόν από το ιδικόν μας, αλλά εις το πνεύμα του ρωμαιοκαθολικισμού, έκφρασιν του οποίου αποτελεί η μορφή του πολιτεύματος. Εις τον παπικόν θεσμόν διακρίνομεν την άρνησιν του δυτικού ανθρώπου να δεχθή ότι είναι δυνατόν το Άγιον Πνεύμα να συγκροτή και κατευθύνη την Εκκλησίαν ως κέντρον και πηγή της ενότητος αυτής, χωρίς να είναι αναγκαία η μεσολάβησις ενός ανθρώπου ως αποφασιστικού κέντρου και πηγής της ενότητος.
Δεν διαφωνούμεν λοιπόν, διότι τάχα δεν θέλομεν να υποκύψωμεν εις τον Πάπαν. Διαφωνούμεν δι’ ό,τι εκφράζει ο Παπισμός, διά την ουσίαν του πράγματος, ήτοι την κατίσχυσιν του ουμανισμού εις τους κόλπους της Εκκλησίας. Αυτή καθ’ ημάς είναι η σπουδαιοτέρα αίρεσις του Παπισμού: Ο ανθρωποκεντρισμός (Πρβλ. Κων/νου Μουρατίδου, Διαφοροποίησις, εκκοσμίκευσις και νεώτεραι εξελίξεις εν τω δικαίω της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, Αθήναι 1960).
Πόσον ο Ρωμαιοκαθολικισμός είναι ποτισμένος από το πνεύμα τούτο του ανθρωποκεντρισμού, το εκφραζόμενον εις το πρωτείον και το αλάθητον, εφάνη εις την Β’ Σύνοδον του Βατικανού. Εις την Διάταξιν περί θείας αποκαλύψεως επί παραδείγματι αναγινώσκομεν ότι:
«Η ιερά Παράδοσις, η Αγία Γραφή και η ανώτατη αρχή της Εκκλησίας… είναι τόσον συνδεδεμέναι μεταξύ των, ώστε εκάστη εξ αυτών να μη δύναται να υπάρξη ανεξαρτήτως των άλλων» (Ν. Νησιώτη, «Η Θεολογία της Αποκαλύψεως κατά την Β’ Σύνοδον του Βατικανού», εν: Ορθόδοξος θεώρησις της Β’ Συνόδου του Βατικανού, επιμέλεια Μαρίας Δ. Σπυροπούλου, Αθήναι 1967, σελ. 116).
Η τοιαύτη υπό της Διατάξεως υπενθύμισις παραπλεύρως προς την Γραφήν και την Παράδοσιν ως τρίτης αυθεντίας της «ανωτάτης θεσμοθετούσης αρχής της Εκκλησίας», κατά τον καθηγητήν Νησιώτην, διαψεύδει τας ελπίδας των μη Ρωμαιοκαθολικών (Ενθ’ ανωτ.). Ο ίδιος καθηγητής εις την συνέχειαν της μελέτης του αυτής θεωρεί ότι η ανάγκη υπάρξεως της γ’ αυθεντίας, της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Αρχής, απορρέει εκ της υποτιμήσεως εις την δυτικήν Θεολογίαν και την υπ’ όψιν Διάταξιν του ρόλου του Αγίου Πνεύματος εν τη Εκκλησία, το οποίον «μας συναθροίζει, μας συγκρατεί και μας προάγει εις την αλήθειαν ως μέλη μιας μόνης οικογενείας» (Ένθ’ ανωτ., σελ. 119).
Την ιδίαν εντύπωσιν της υποτιμήσεως του έργου του Αγίου Πνεύματος είχομεν και ημείς μελετώντες το κείμενον της Διατάξεως περί Εκκλησίας. Αναγινώσκομεν επί παραδείγματι εις το κείμενον:
«Επί τω σκοπώ όπως το ίδιον επισκοπάτον παραμείνη εν και αδιαίρετον, Ούτος (δηλ. ο Κύριος) ετοποθέτησε τον ευλογημένον Απόστολον Πέτρον επί των άλλων Αποστόλων και ίδρυσεν εν αυτώ μίαν διαρκή και ορατήν πηγήν και θεμέλιον ενότητος, πίστεως και κοινωνίας. Και όλη η διδασκαλία αυτή περί του θεσμού, της διάρκειας, της δυνάμεως και του λόγου διά το ιερόν πρωτείον του Ρωμαίου Ποντίφηκος και της εξουσίας του τού αλαθήτως διδάσκειν, αυτή η ιερά Σύνοδος πάλιν προτείνει να πιστεύεται σταθερώς υπό τών πιστών.» (Η Εκκλησία, 18. Καθ’ ημετέραν μετάφρασιν εκ του THE DOCUMENTS OF VATICAN II, εκδότης WALTER ABBOT, S. J. NEW YORK: AMERICAN PRESS, 1966, σελ. 38)
«Διότι ένεκα του αξιώματός του, τουτέστιν ως αντιπροσώπου του Χριστού και ποιμένος όλης της Εκκλησίας, ο Ρωμαίος Ποντίφηξ έχει πλήρη, υψίστην και παγκόσμιον δύναμιν επί της Εκκλησίας. Και δύναται πάντοτε να την ασκή ελευθέρως.» (Η Εκκλησία, 22. Ένθ’ ανωτ., σελ. 43)
«Μία σύνοδος ουδέποτε είναι οικουμενική, παρά εάν επικυρωθή ή τουλάχιστον γίνη αποδεκτή ως τοιαύτη υπό του διαδόχου του Πέτρου.» (Η Εκκλησία, 22. Ένθ’ ανωτ., σελ. 44)
«Ο Ρωμαίος Ποντίφηξ, ως διάδοχος του Πέτρου, είναι η διαρκής και ορατή πηγή και θεμέλιον της ενότητος των επισκόπων και του πλήθους των πιστών.» (Η Εκκλησία, 22. Ενθ’ ανωτ., σελ. 44)
«Αυτή η θρησκευτική υποταγή της θελήσεως και της διανοίας πρέπει να δεικνύεται κατά ένα ειδικόν τρόπον εις την αυθεντικήν εξουσίαν διδασκαλίας του Ρωμαίου Ποντίφηκος, ακόμη και όταν δεν ομιλή ex cathedra» (Η Εκκλησία, 24. Ένθ’ ανωτ., σελ. 48)
Κατόπιν των ανωτέρω εκφράσεων, αι οποίαι όχι απλώς ξενίζουν, αλλά και ηχούν ως βλασφημίαι κατά του Αγίου Πνεύματος εις τα ώτα των Ορθοδόξων, κλίνει τις να δεχθή την άποψιν ότι Filioque και πρωτείον εορίσκονται εις σχέσιν αναλογίας και αλληλεξαρτήσεως. Ορθότατα ο Αθανάσιος Πάριος είχε παρατηρήσει:
«Το Λατίνων αγέρωχον γένος, την των θείων Διδασκάλων ευλάβειαν, παρά φαύλον ηγούμενοι, πρώτον μεν διά στόματος λέγειν, ότι και εκ του Υιού το Πνεύμα το Άγιον εκπορεύεται, ετόλμησαν, ο δη πηγήν είναι φρικτών ατοπημάτων και βλάσφημων συμπερασμάτων, πολλοί των ημετέρων Διδασκάλων σαφέστατα απέδειξαν. Είτα και προσθείναι αυτήν ταύτην την της πίστεως καινοτομίαν… τω αγίω Συμβόλω απεθρασύνθησαν, νείκος μέγα και άφατον εις την του Χριστού Εκκλησίαν εγείραντες, ώστε διά ταύτην και διαιρεθήναι την μίαν, εις δύο αντιπάλους, φευ, και πολεμίας προς αλλήλας μέχρι της σήμερον… Η κακίστη αύτη αίρεσις ζώσα καθ’ ημάς εστι, και ουδέ παύεται λυπούσα και ταράττουσα την καθ’ ημάς αγίαν Εκκλησίαν, ει και νυν μετριώτερον ή εν τοις πρόσθεν χρόνοις, διά την νυν υπό των αθέων επεισκωμάσασαν αδιαφορίαν.» (Αθανασίου του Παρίου, Επιτομή είτε συλλογή των θείων της πίστεως δογμάτων, εν Λειψία Σαξωνίας 1806, σελ. 163-164, 172-176)
Είναι αξιοσημείωτον ότι η αδιαφορία διά το δόγμα είχεν αρχίσει ήδη από της εποχής του Αθανασίου του Παρίου, δηλαδή από τα μέσα του IΗ’ αιώνος έως των αρχών του ΙΘ’ αιώνος, και ότι ένεκα της αδιαφορίας αυτής δεν εδίδετο μεγάλη σημασία εις την περί Filioque δυτικήν κακοδοξίαν. Είναι ακόμη αξιοπρόσεκτος η παρατήρησις του μεγάλου τούτου διδασκάλου του Γένους και της Ορθοδοξίας ότι η αίρεσις αυτή είναι διά τον δυτικόν χριστιανισμόν «πηγή φριχτών ατοπημάτων και βλασφήμων συμπερασμάτων».
Διά του Filioque το Άγιον Πνεύμα υποτιμάται έναντι του Υιού, διά να περιορισθή εν συνεχεία ο ρόλος του εν τη Εκκλησία. Κατά τον μακαρίτην Vladimir Lossky, η διάφορος περί Αγίου Πνεύματος διδασκαλία των Δυτικών, θα οδηγήση αυτούς και εις μίαν άλλην μορφήν πνευματικότητος (Πρβλ. Vladimir Lossky, Η Μυστική Θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας, Θεσ/νίκη 1964, σελ. 20). Το κενόν της αποφασιστικής συμβολής του Αγίου Πνεύματος εις την ζωήν της Εκκλησίας έρχεται να καταλάβη εις άνθρωπος, ο Πάπας. Ας μη παραγνωρίζωμεν λοιπόν τας διαφοράς μετά των Ρωμαιοκαθολικών, και μάλιστα εν ονόματι της προοδευτικότητος και του ανοίγματος της Β’ Βατικανείου Συνόδου. Ούτε το άνοιγμα τούτο είναι τόσον ευρύ, ώστε να επιτρέψη εις τον Ρωμαιοκαθολικισμόν μίαν πραγματικήν αποτοξίνωσίν του από την αίρεσιν του ανθρωποκεντρισμού, ούτε αι ουνιτικαί παραφυάδες έπαυσαν να απομυζούν το σώμα της Ορθοδοξίας, η οποία μάλιστα ούτε καν αναφέρεται εις το Διάταγμα των Ανατολικών Εκκλησιών ως Ανατολική Ορθόδοξος Εκκλησία, αλλά υποτιμάται διά της συμπεριλήψεώς της μετά των Αντιχαλκηδονίων Εκκλησιών (Ι. Καλογήρου, «Η Β’ εν Βατικανώ, γενική ρωμαιοκαθολική σύνοδος και η οικουμενική ανανεωτική προσπάθεια αυτής κατ’ Ορθόδοξον θεώρησιν», εν: Ορθόδοξος θεώρησις της Β’ Συνόδου του Βατικανού, ενθ’ ανωτ., σελ. 72).
Γνωρίζομεν βεβαίως ότι υπάρχουν μεταξύ των Ρωμαιοκαθολικών και φωναί καλούσαι εις επάνοδον εις την αρχαίαν τάξιν της Εκκλησίας. Αλλ’ αι τάσεις αυταί δεν κατώρθωσαν εισέτι να μεταβάλλουν το πνεύμα του Ρωμαιοκαθολικισμού. Κατά τον Καθηγητήν Ι. Καρμίρην η Σύνοδος αυτή επέτυχε «να εκθέση την αυθεντικήν ρωμαιοκαθολικήν διδασκαλίαν διά νέων τρόπων και διατυπώσεων και εκφορών» και όχι την μεταβολήν «της παραδεδομένης δογματικής διδασκαλίας και του περιεχομένου της παραδόσεως ή της εκκλησιαστικής ζωής» (Ι. Καρμίρη, Ορθοδοξία και Ρωμαιοκαθολικισμός, Αθήναι 1966, τόμος 3ος, σελ. 127 και 129). Εκ παραλλήλου και ο Καθηγητής Κ. Μουρατίδης παρατηρεί ότι:
«Εν όσω το Βατικανόν, ο Πάπας δηλονότι και η ρωμαϊκή Κουρία, έκρινεν ότι τα υπό συζήτησιν θέματα και αι υποστηριζόμεναι απόψεις δεν έθιγον ή καθ’ οιονδήποτε τρόπον προσέβαλλον τους παράγοντας εκείνους, εφ’ ών κυρίως θεμελιούται η εν γένει διοργάνωσις της Ρωμαϊκής Εκκλησίας και δη και τον παπικόν θεσμόν, ου μόνον ετήρει στάσιν ανοχής έναντι της προοδευτικής παρατάξεως της Συνόδου, αλλά και διά λόγους σκοπιμότητος συνετάσσετο κυρίως ο Πάπας, διότι η ρωμαϊκή Κουρία εκπροσωπεί εκ παραδόσεως και μετά φανατισμού ακραίας πάντοτε συντηρητικάς απόψεις, μετ’ αυτής, ούτω δε επετυγχάνετο ου μόνον η συγκράτησις αυτής εντός των κόλπων της Ρ. Ε. αλλά και η κατάκτησις της προς τον Πάπαν αφοσιώσεώς της. Ούτως εξηγούνται αι εγκριθείσαι υπό του Πάπα μεταρρυθμίσεις της Συνόδου ως προς την γλώσσαν της θείας Λειτουργίας, την υπό λαϊκών και υπό ωρισμένας προϋποθέσεις κοινωνίαν υπ’ αμφότερα τα είδη της θείας Ευχαριστίας… Ότε όμως τίθενται, ως είπομεν, υπό συζήτησιν προβλήματα αφορώντα εις την εν γένει διοργάνωσιν της Ρ. Ε. και δη και εις τον παπικόν θεσμόν… τότε το Βατικανόν αποδεικνύεται εχόμενον μετ’ ίσου, ή και μεγαλυτέρου εφ’ όσον κατά το παρελθόν, φανατισμού της παπικής απολυταρχίας και του παπικού αλαθήτου, ως πασιφανώς απεδείχθη και κατά την συζήτησιν και τελικήν διατύπωσιν του σχήματος περί Εκκλησίας ως και κατά την συζήτησιν του υπ’ αριθμόν 13 σχήματος περί των σχέσεων της Εκκλησίας προς τον σύγχρονον κόσμον.» (Κων/νου Μουρατίδου, Σχέσις Εκκλησίας και Πολιτείας, Αθήναι 1965, σελ. 163-164).
Προς τους αδελφούς λοιπόν αυτούς που πάσχουν υπό το πέλμα του Παπισμού, αλλά και δεν τολμούν να τον απαρνηθούν, διά να μη προκαλέσουν εν περαιτέρω σχίσμα ελπίζοντες άλλως τε και προσευχόμενοι διά την απολύτρωσιν, έχομεν καθήκον να παραμείνωμεν εις τας επάλξεις της Ορθοδοξίας. Ημείς οι Ορθόδοξοι εμμένοντες εις την Ορθοδοξίαν αποτελούμεν την μόνην ελπίδα διά τους καλοπροαιρέτους αυτούς αδελφούς. Εάν και ημείς υπόκύψωμεν και δεχθώμεν άνευ όρων την παπικήν αυθαιρεσίαν, τότε ουδεμία πλέον φωνή θσ ακούεται κατά του Παπισμού, ουδεμία ανάσχεσις εις τον κατήφορον της Ρώμης, ουδεμία σωτηριώδης υπενθύμισις της αποστολικής Παραδόσεως και τάξεως της Εκκλησίας.
Έχομεν δε και παραδείγματα τινών εξ αυτών, οι οποίοι κεκοπιακότες από το δυσβάστακτον βάρος του Παπισμού ευρίσκουν το θάρρος να αρνηθούν την θρησκείαν των πατέρων τους και να προσέλθουν, ουχί άνευ βασάνου και δακρύων, εις την Ορθοδοξίαν, όπου η καθαρά αποστολική πίστις. Τι θα είπωμεν πράγματι προς όλας αυτάς τας πονεμένας ψυχάς που ευρήκαν χαράν εις την Ορθοδοξίαν; Θα είπωμεν ότι κακώς έκαμον και εστράφησαν προς την Ορθοδοξίαν, διότι και εδώ και εκεί ο ίδιος Χριστός είναι και δεν υπάρχουν διαφοραί; […].
β) Έχομεν επίσης τας επιφυλάξεις μας, όσον αφορά το Παγκόσμιον Συμβούλιον των «εκκλησιών». Ο οργανισμός ούτος, ως εμφαίνεται εκ της μελέτης των κειμένων του, είναι εις τον μεγάλον όγκον του Προτεσταντικός. Η μεγάλη πλειονότης των χαρασσόντων την πορείαν, την πολιτικήν, την Θεολογίαν του, είναι Προτεστάνται και συνεπώς όλα αυτά έχουν σαφώς προτεσταντικόν χαρακτήρα. Οι ολίγοι Ορθόδοξοι που εργάζονται εις αυτό δεν επαρκούν διά να επηρεάσουν ουσιωδώς την γραμμήν του. Το Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών κινείται περί ωρισμένα προτεσταντικά θεολογικά μοτίβα, τα οποία λόγω της ανελίξεως της προτεσταντικής Θεολογίας προς τον ορθολογισμόν και την απιστίαν γίνονται καθημερινώς και πλέον φιλελεύθερα (Θεολογία R. Bultmann, Θεολογία περί του θανάτου του Θεού).
Πολλάκις ημείς οι Ορθόδοξοι αισθανόμεθα μεγάλον ψυχικόν πόνον παρακαθήμενοι εις “οικουμενικάς συναντήσεις”, εις τας οποίας συναντώμεν Προτεστάντας μη πιστεύοντας εις την Ανάστασιν του Κυρίου ή την εκ Παρθένου Γέννησιν ή και αυτήν την Θεότητα του Λυτρωτού, δηλαδή εις την Αγίαν Τριάδα. Οι ίδιοι οι Προτεστάνται μάλιστα έχουν παρεξηγήσει την συμμετοχήν μας εις το Π.Σ.Ε. και συνηθίζουν να ομιλούν περί του Π.Σ.Ε. ως συμπεριλαμβάνοντος τας Προτεσταντικάς και Ορθοδόξους Ομολογίας (Denomination). Ούτω δίδεται η εντύπωσις ότι έχομεν ήδη παραδεχθή τον εαυτόν μας ως Εκκλησίαν ισότιμον με τας προτεσταντικάς κοινότητας. Και ακόμη ότι η χαρασσομένη υπό του Π.Σ.Ε. γραμμή είναι γραμμή της Ορθοδόξου Θεολογίας, ενώ η Ορθόδοξος Θεολογία ούτε έχει ούτε δύναται να έχη σοβαράν επίδρασιν εις την χάραξιν αυτής. Η θέσις μας λοιπόν έναντι του Π.Σ.Ε. δέον να επανεξετασθή και μάλιστα μετά τας νέας κατευθύνσεις της προτεσταντικής Θεολογίας (Επί τη ευκαιρία ο γράφων φρονεί ότι: «Ό,τι επείγει διά την Εκκλησίαν μας δεν είναι η συμμετοχή μας εις την οικουμενικήν κίνησιν, εις την οποίαν μετέχομεν ανέτοιμοι, αλλά η περαιτέρω παρ’ ημίν ανάπτυξις της Θεολογίας και απόκτησις υγιούς ορθοδόξου θεολογικού φρονήματος, ώστε μετέχοντες εν καιρώ εις Διαλόγους -πάντοτε με σκοπόν την κήρυξιν της Ορθοδοξίας- να έχωμεν κάτι να προσφέρωμεν εις τους αδελφούς. Άλλως “ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος”»).
(«Αγάπη ή Θεολογία;», ενθ’ ανωτ., σελ. 15-20).
* * * * * *
θ. Οι ετερόδοξοι δεν έχουν την πληρότητα της αποστολικής πίστεως, δεν είναι Εκκλησία
Ο Προτεσταντισμός ως γνωστόν έχει κατά το μάλλον ή ήττον την θεωρίαν των κλάδων (Branches Theory), διά της οποίας βλέπει τον Χριστιανισμόν ως εν δένδρον με τρεις κλάδους. Έκαστος κλάδος-εκκλησία αποτελούν μέρη του όλου. Δεν αναγνωρίζει λοιπόν ο Προτεσταντισμός ούτε εις τον εαυτόν του ούτε εις τον Ρωμαιοκαθολικισμόν και την Ορθοδοξίαν το δικαίωμα ότι κατέχουν το πλήρωμα της Αληθείας. Η διάκρισις άλλως τε μεταξύ ορατής και αοράτου εκκλησίας τον βοηθεί να τοποθετήση την πλήρη εκκλησίαν εις την αόρατον τοιαύτην, ενώ όλαι αι οραταί εκκλησίαι κατέχουν τμήματα μόνον της Αληθείας.
Ο Ρωμαιοκαθολικισμός πάλιν πιστεύων ότι κατέχει το πλήρωμα της Αληθείας δέχεται ότι και οι εκτός αυτού Χριστιανοί έχουν ψήγματα της Αλήθειας. Ό,τι καλόν όμως υπάρχει παρ’ αυτοίς ανήκει εις την Ρωμαιοκαθολικήν εκκλησίαν και συνεπώς η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία έχει δικαιώματα επ’ αυτών. Επιστρέφοντες εις την Ρωμαϊκήν εκκλησίαν επιστρέφουν εις αυτό που ανήκουν ήδη και από το οποίον είχον αποσχισθή. Περισσότερα δικαιώματα βεβαίως αναγνωρίζει η Ρώμη εις τας Ανατολικάς εκκλησίας ή τας Προτεσταντικάς.
Δι’ ημάς όμως τους Ορθοδόξους, οι οποίοι πιστεύομεν ότι δεν είναι δυνατόν παρά να υπάρχη εις μόνον Χριστός, μία μόνη Αλήθεια, υπάρχει και μία μόνη Αληθής Εκκλησία διαθέτουσα το πλήρωμα του Χριστού εν τε τη διδασκαλία και τοις μυστηρίοις. Και η Εκκλησία αυτή είναι η Ορθόδοξος Εκκλησία. Πάσα άλλη «εκκλησία», η οποία δεν πιστεύει ορθοδόξως ή δεν έχει κανονικούς επισκόπους, αποτελεί αίρεσιν ή σχίσμα. Βεβαίως αυτό δεν σημαίνει ότι αι ετερόδοξοι ομολογίαι δεν έχουν διατηρήσει και τινάς από τας αποστολικάς διδασκαλίας. Αλήθεια όμως και πλάνη συνυπάρχει εις αυτάς, ούτως ώστε η αποστολική διδασκαλία να νοθεύεται και η όλη ζωή και το πνεύμα των «εκκλησιών» αυτών να χρωματίζεται και επισκιάζεται από την πλάνην.
(«Αγάπη ή Θεολογία;», ενθ’ ανωτ., σελ. 18-19)
* * *
Η Μία, λοιπόν, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Συμβόλου της Πίστεως, είναι η καθ’ ημάς Ορθοδοξία, διότι μόνη αυτή διατηρεί αναλλοίωτη την πίστι των Αποστόλων… Εκτός αυτής της Εκκλησίας ημπορεί να υπάρχουν κοινότητες και σχήματα εκκλησιαστικοφανή, αλλ’ όχι «η Μία Αγία Εκκλησία», με το πλήρωμα της Χάριτος και της Αληθείας. Η θεωρία των κλάδων, εμμέσως ή αμέσως διατυπουμένη και από ορθοδόξους, δεν έχει έρεισμα στο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως και στην Πατροπαράδοτο ευσέβεια της Εκκλησίας και αποτελεί ένα εκκλησιολογικό συγκρητισμό…
Πονάμε για την διαίρεσι. Προσευχόμεθα για την ένωσι όλων στον Χριστό. Θέλουμε την ένωσι. Ένωσι όχι «συσκευασμένη» [«Πως γαρ ήκουσέ τις πίστιν και ένωσιν εκκλησιαστικήν προσδιωρισμένην; Ει γαρ καλή η τοιαύτη ένωσις, διά τι μη αεί έσται, άλλα υπό διωρία; και ει κακή, διά τι και μίαν όλως ημέραν;», Billet adresse aux ecclcsiastiques adversaires de l’ union (15 novembre 1452) 15, «Τούτο εστάλη τοις εκκλησιαστικοίς, τω μεγάλω εκκλησιάρχη τω Σιλβέστρω και τω μεγάλω χαρτοφύλακι τω Αγαλλιανώ… και ην αυτή η πρώτη φορά μετά το συσκευασθήναι πάντα ιδίως διά του καρδιναλίου και των τριών αρχιερέων του ενιαυτού τούτου», Γενναδίου του Σχολαρίου, Άπαντα τα ευρισκόμενα, έκδ. Maison de la Bonne Presse, Paris 1930, τόμ. ΙΙΙ, σελ. 166-170] κατά τον ιερό Γεννάδιο τον Σχολάριο, αλλά γνησία και αληθινή στην Μία Πίστι της Εκκλησίας.
(Ορθοδοξία και ουμανισμός – Ορθοδοξία και Παπισμός, ενθ’ ανωτ., σελ. 54-55).
* * * * * *
ι. Η Ορθόδοξος Πίστις οπολυτιμώτερος θησαυρός μας
Αν η πίστις δεν ήταν το κινδυνευόμενο, δεν θα ενομιμοποιούμεθα ως μοναχοί να ομιλούμε γι’ αυτά τα θέματα. Ούτε θα αφήναμε την φίλη ησυχία.
Το ίδιο δεν έκαναν και οι προ ημών άγιοι και θεοφόροι Πατέρες, και μάλιστα ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς;
Ο καρδιογνώστης Θεός γνωρίζει ότι ενεργούμε με πόνο και αγάπη όχι μόνο προς τους παραπαίοντας ορθοδόξους αδελφούς μας, αλλά και προς τους ετεροδόξους χριστιανούς. Διότι και γι’ αυτούς όχι μία νοθευμένη Ορθοδοξία, αλλά η ακραιφνής Ορθοδοξία είναι η εσχάτη ελπίδα, η μόνη διέξοδος από το αδιέξοδο που ευρίσκονται και η μόνη σωτηρία.
(Ορθοδοξία και ουμανισμός – Ορθοδοξία και Παπισμός, ενθ’ ανωτ., σελ. 10)
* * *
Έχοντες δε συνείδησιν ότι το πολυτιμώτερον αγαθόν, το οποίον έχομεν κληρονομήσει από τους μακαριστούς πατέρας μας ημείς οι ορθόδοξοι, είναι η Ορθόδοξος πίστις μας, «η άπαξ παραδοθείσα τοις αγίοις πίστις» (Πρβλ. Ιούδα 3), μετά φόβου και τρόμου ας κρατώμεν της ομολογίας και ας αγωνιώμεν, διά να την παραδώσωμεν εις τους επιγιγνομένους καθαράν και αμόλυντον από πάσης νοθείας και πλάνης. Δεν είμεθα ημείς που θα σώσωμεν τον κόσμον. Ο Θεός σώζει τον κόσμον και την Εκκλησίαν Του.
Ημείς όμως έχομεν κληθή εις τον κόσμον αυτόν να δώσωμεν την ομολογίαν της πίστεώς μας, κατά το «όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθ. ι’ 32). Αυτήν την ομολογίαν ας καταθέσωμεν και ημείς προς όλας τας κατευθύνσεις, μη παρασυρόμενοι από τας γοητευτικάς εξωτερικώς αλλά καταστρεπτικός ετεροδιδασκαλίας περί παραμερισμού της Θεολογίας χάριν της αγάπης και περί αμέσου ανάγκης ενώσεως των Χριστιανών, διά να σώσουν τάχα τον κόσμον. Ας απορρίψωμεν «τους δύο “πειρασμούς”, του δογματικού “ελάχιστου” αφ’ ενός και της εξωτερικής οργανωτικής ενότητος, χωρίς αληθή συμφωνίαν επί του δόγματος, αφ’ ετέρου» (Alexander Schmemann, «Δυνατόν και αδύνατον», εν: Ορθόδοξος θεώρησις της Β’ Συνόδου του Βατικανού, ένθ’ ανωτ., σελ. 22), διότι κάθε ένωσις που δεν στηρίζεται επί μιας πλήρους και τελείας συμφωνίας επί της πίστεως δεν είναι εκ του Θεού, της πηγής της Αληθείας, και θα αποτύχη και συντριβή ως χάρτινος πύργος, ως συνέβη με την ψευδοσύνοδον της Φερράρας-Φλωρεντίας.
Ο Κύριός μας προσηυχήθη εις τον Πατέρα Του διά τους Μαθητάς του «ίνα ώσιν εν καθώς ημείς» (Ιωάν. ιζ’ 11), ήτοι να είναι ενωμένοι, καθώς και Αυτός είναι ενωμένος τελείαν ένωσιν με τον Πατέρα. Η συχνή αναφορά μας εις το πρώτον μέρος του χωρίου τούτου χωρίς το δεύτερον («καθώς ημείς») δίδει την εντύπωσιν ότι του Κυρίου επιθυμία είναι μία οποιαδήποτε ένωσις, και όχι ένωσις εν τη Ορθοδοξία. Όμως η τελεία αύτη ένωσις υπάρχει ήδη εις την Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Ορθόδοξον Εκκλησίαν.
Ας είπωμεν προς τους αδελφούς μας: «Γεύσασθε και ίδετε» (Ψαλμ. λγ 9). Και αυτοί ας κάνουν ό,τι ο Θεός τους φωτίση.
(«Αγάπη ή Θεολογία;», ένθ’ ανωτ., σελ. 20-21)
* * *
Ως έσχατος αγιορείτης, ταπεινώς παρακαλώ μετά των αδελφών μου τους αγίους πατέρας και αδελφούς μας να μη παρίδουν την φωνήν των ταπεινών αγιορειτών μοναχών, ούτε να προχωρούν εις καινοτομίας περί την πίστιν και τας σχέσεις με τους ετεροδόξους, αι οποίαι είναι αντίθετοι προς το πνεύμα της Ορθοδοξίας παραθεωρούντες την «συνείδησιν της Εκκλησίας». Άλλως, όλαι αι προσπάθειαι και οι αγώνες των θα έχουν την τύχην των προηγουμένων παρομοίων προσπαθειών τύπου Φερράρας-Φλωρεντίας και θα προκαλέσουν περισσοτέρους διχασμούς παρά ένωσιν, διότι δεν θα εκφράζουν την Ορθόδοξον συνείδησιν.
(Ορθοδοξία και ουμανισμός – Ορθοδοξία και Παπισμός, ένθ’ ανωτ., σελ. 127)
(Πηγή: Ετήσια έκδοσις της Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους “Ο όσιος Γρηγόριος”, Περίοδος Β, Έτος 2017, αρ. 42)
Πηγή: Η Άλλη Όψις
2. Ἡ μέγιστη εὐθύνη τῶν Ὀρθοδόξων τοῦ Π.Σ.Ε., «προφητευμένη» ἀπό τόν Καθηγούμενο Ἀρχιμ. π. Γεώργιο Καψάνη
Εἶναι βέβαιο, ὅτι καί πάλι, λόγῳ κεκτημένης φιλο-οἰκουμενιστικῆς ἐμμονῆς καί προφανοῦς στρουθοκαμηλισμοῦ, πολλοί θά δικαιολογήσουν τούς Ὀρθοδόξους τοῦ Π.Σ.Ε. γιά τίς ληφθεῖσες ἀποφάσεις, προσφεύγοντας στή δικαιολογία τῆς ἐγγενοῦς ἀδυναμίας τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, λόγῳ μειοψηφίας, νά ἀρθρώσουν τόν λόγο τῆς ἀληθείας στίς τελικές ἀποφάσεις. Ὅμως, τά πράγματα ἔχουν ἀλλιῶς: οἱ Ὀρθόδοξοι ἔχουν τώρα πιά τό δικαίωμα ἐκφράσεως ἐκκλησιολογικῆς διαφοροποιήσεως.
Συμφώνως μέ τίς τροποποιήσεις τοῦ Καταστατικοῦ τοῦ Π.Σ.Ε. ὅπως ἐγκρίθηκε στό Πόρτο Ἀλέγκρε, ἰσχύει μεταξύ ἄλλων καί ἡ ἑξῆς δυνατότητα ἐκφράσεως καί ὅσων παρεκκλίνουν ἀπό τή γενική ἐκκλησιολογική γραμμή τοῦ Π.Σ.Ε.:
«Θέματα πού ἀφοροῦν στήν ἐκκλησιολογική αὐτοσυνειδησία: Ὅπου ἕνα θιγόμενο θέμα θεωρεῖται ἀπό κάποιον ἀντιπρόσωπο ὅτι ἀντιβαίνει στήν ἐκκλησιολογική αὐτοσυνειδησία τῆς ἐκκλησίας του/της, ὁ ἀντιπρόσωπος δύναται νά ζητήσει νά μήν ὑποβληθεῖ πρός ἀπόφαση. Ὁ πρόεδρος θά ζητήσει τή συμβουλή τῆς ἐπιτροπῆς ἐργασίας σέ συνεννόηση μέ τόν ἀντιπρόσωπο αὐτόν καί ἄλλα μέλη τῆς ἴδιας ἐκκλησίας ἤ ὁμολογίας πού εἶναι παρόντα στή συνεδρίαση. Ἄν συμφωνηθεῖ ὅτι τό θέμα πράγματι ἀντιβαίνει στήν ἐκκλησιολογική αὐτοσυνειδησία τῆς ἐκκλησίας τοῦ ἀντιπροσώπου ὁ πρόεδρος θά ἀνακοινώσει ὅτι τό θέμα θά ἀποσυρθεῖ ἀπό τήν ἀτζέντα τῆς συνεδριάσεως πού ἀποφασίζει καί ὅτι μπορεῖ νά ἐξετασθεῖ σέ συνεδρίαση ἀκροάσεως. Τό ὑλικό καί τά πρακτικά τῆς συζητήσεως θά ἀποσταλοῦν στίς ἐκκλησίες-μέλη πρός μελέτη τους καί σχολιασμό» [27].
Παρά ταῦτα ἡ ἀποτυχία τῶν ἐκπροσώπων μας νά ὁμολογήσουν τήν Ἀλήθεια τόσο στό Πόρτο Ἀλέγκρε ὅσο καί στό Πουσάν ἦταν, δυστυχῶς, ἀναμενόμενη.
Πρό ἐτῶν, κατά τήν προετοιμασία τῆς 9ης Γενικῆς Συνελεύεως τοῦ Π.Σ.Ε. στό Porto Alegre τῆς Βραζιλίας (Φεβρουάριος 2006) καί μετά ἀπό αὐτήν, ὅταν ἀκούγονταν οἱ πολύ αἰσιόδοξες φωνές γιά τήν «ἐπί τέλους» κατανόηση τῶν ἑτεροδόξων ἔναντι τῆς ἀποδυναμωμένης μέχρι τότε φωνῆς τῶν Ὀρθοδόξων στό Π.Σ.Ε. καί τήν ἐπιζήτηση στό ἑξῆς τῆς ὁμοφωνίας (consensus) τῶν συμμετεχόντων στίς ἀποφάσεις, καί πάλι ἀπεμπολήθηκε ἀπό τούς ἐκπροσώπους μας ἡ Καθολικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅπως σημειώσαμε στήν εἰσαγωγή.
«Προφητικῶς», ὁ Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, Ἀρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης, ἐξέφραζε τόν ἴδιο καιρό τόν προβληματισμό του γιά τό αὐξημένο βάρος εὐθύνης πού ἡ consensus συνεπάγεται γιά τούς Ὀρθοδόξους στήν κατάστρωση τῶν τελικῶν κειμένων· ἔγραφε:
«Χαιρετίσθηκε ὡς ἐπιτυχία τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἡ πρόσφατη (Porto Alegre, Φεβρουάριος 2006) τροποποίησις τοῦ Καταστατικοῦ τοῦ Π.Σ.Ε., ὅσον ἀφορᾶ τόν τρόπο λήψεως τῶν ἀποφάσεών του, μέ τήν ἀποδοχή καί καθιέρωσι τῆς ἀρχῆς τῆς ὁμοφωνίας. Ἡ τροποποίησις ὑπῆρξε καρπός τῆς εὐρυτάτης ἀνησυχίας τῶν Ὀρθοδόξων γιά τήν πορεία πού ἔχει πάρει τό Π.Σ.Ε. τίς τελευταῖες δεκαετίες. Μέ αὐτήν δόθηκε ἡ δυνατότητα στούς Ὀρθοδόξους νά ἀσκοῦν veto σέ σοβαρά θέματα [...] τό σοβαρότερο πρόβλημα εἶναι τό ἐκκλησιολογικό. Γι’ αὐτό ἰδιαίτερα τό πρόβλημα οἱ Ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι στό Π.Σ.Ε. ἐπωμίζονται, λόγῳ τῆς ἤδη κατακτηθείσης ἀρχῆς τῆς ὁμοφωνίας, ὁλόκληρη τήν εὐθύνη. Θά ἐπιχειρήσουν νά θέσουν τέρμα στήν ἀλλόκοτη «ἐκκλησιολογία» τοῦ Π.Σ.Ε. ἤ θά παρασυρθοῦν νά τήν υἱοθετήσουν; [...] Εἶναι προφανές ὅτι μέ τίς ἀποφάσεις τοῦ Porto Alegre ἡ «θεωρία τῶν κλάδων» παραμένει ἡ θεολογική ἔκφρασις τῆς Ἐκκλησιολογίας τοῦ Π.Σ.Ε., ἡ «βαπτισματική θεολογία» δεσπόζει στούς οἰκουμενιστικούς κύκλους καί ἡ πιστότης μας στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησιολογία διακυβεύεται, καθώς ἀναγνωρίζουμε στούς ποικιλωνύμους αἱρετικούς τόν τίτλο τῆς Ἐκκλησίας. Καί αὐτά μέ τήν ὑπογραφή τῶν ἀντιπροσώπων μας, ἰδιαίτερα τώρα πού διαθέτουν τό δικαίωμα τοῦ veto!» [28].
Οἱ ἀμετανόητες ἐκκλησιολογικές ἁμαρτίες στίς «Δηλώσεις» τοῦ παρελθόντος καί προφανῶς καί ἄλλοι παράγοντες, γιά τούς ὁποίους πρέπει ὅλοι πολύ σοβαρῶς νά διερωτώμεθα, δέν ἐπέτρεψαν καί πάλι στό Πουσάν τή διατύπωση τῆς ἀληθοῦς Ἑκκλησιολογίας τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας, τῆς Ὀρθοδόξου. Ἀντιθέτως, καλούμεθα καί σέ μετάνοια, διότι ἡ ἐμμονή μας στήν Ὀρθοδοξία ... διέσπασε τό χριστιανικό Σῶμα τῆς ... «ἀοράτου Ἐκκλησίας» ἐνῷ δέν ἐπέτρεψε τήν «ἑνότητα στήν ποικιλία» (“unity in diversity”) τῶν δογμάτων, κατά τήν ἀρέσκεια τῆς Πανθρησκείας τῆς Νέας Ἐποχῆς καί Νέας Τάξεως Πραγμάτων.
Σημειώσεις
27. Constitution and Rules of the World Council of Churches (as amended by the 9th Assembly, Porto Alegre, Brazil, February 2006), Rules, XX, 6.d : «Matters concerning ecclesiological self-understanding: Where a matter being raised is considered by a delegate to go against the ecclesiological self-understanding of his or her church, the delegate may request that it not be submitted for decision. The moderator shall seek the advice of the business committee in consultation with this delegate and other members of the same church or confession present at the session. If agreed that the matter does in fact go against the ecclesiological self-understanding of the delegate’s church, the moderator shall announce that the matter will be removed from the agenda of the decision session and may be considered in a hearing session. The materials and minutes of the discussion shall be sent to the member churches for their study and comment.» God, in your Grace ... ; Official Report of the Ninth Assembly of the World Council of Churches, Edited by Luis N. Rivera-Pagán, WCC Publications, Geneva 2007, σελ. 469. (ἀπό pdf στό Διαδίκτυο).
28. «Ἐπίκαιρα γεγονότα καί θέματα: Ἡ Θ΄ Γενική Συνέλευσις τοῦ Π.Σ.Ε. στό Porto Alegre» ἐν Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος 31 [2006] 120ἑ.
Σύγχρονοι Γέροντες και Οικουμενισμός
Οι Άγιοι ως φορείς του Αγίου Πνεύματος είναι οι γνήσιοι εκφραστές του θείου θελήματος. Πάντοτε η Εκκλησία βασίζεται στους λόγους Τους και στο παράδειγμά Τους ώστε η πορεία Της να είναι ορθή. Η μελέτη των κειμένων και των θέσεών τους κρίνεται απαραίτητη. Ιδιαιτέρας σημασίας θεωρούμε τις απόψεις συγχρόνων Οσίων Πατέρων για το φλέγον θέμα της παναιρέσεως του «Οικουμενισμού». Τα λόγια τους είναι ξεκάθαρα και αναφέρονται ακριβώς για αυτό το θέμα σ' αυτήν την εποχή, έτσι δεν είναι δυνατόν να παρερμηνευθούν κατά την βούληση του καθενός. Νομίζουμε πως κάθε υγιής Χριστιανός οφείλει να Τους ακολουθήσει.
Γέρων Παΐσιος o Αγιορείτης
Οικουμενισμός, και κοινή αγορά, ένα κράτος μεγάλο, μια θρησκεία στα μέτρα τους. Αυτά είναι σχέδια διαβόλων. Οι Σιωνιστές ετοιμάζουν κάποιον για Μεσσία.
Είναι και μερικοί που ξεκινούν με καλή διάθεση. Αλλά, όταν μαζεύωνται τι μάγοι, τι πυρολάτρες, τι Προτεστάντες, ένα σωρό - άκρη δεν βρίσκεις -, για να φέρουν την ειρήνη στον κόσμο, πώς να βοηθήσουν; Ο Θεός να με συγχωρέση, αυτά είναι κουρελούδες του διαβόλου.
Στα θέματα της πίστεως ήταν ακριβής και ασυγκατάβατος. Είχε μεγάλη ορθόδοξη ευαισθησία, γι' αυτό δεν δεχόταν συμπροσευχές και κοινωνία με πρόσωπα μη ορθόδοξα. Τόνιζε: «Για να συμπροσευχηθούμε με κάποιον, πρέπει να συμφωνούμε στην πίστη». Διέκοπτε τις σχέσεις του ή απέφευγε να δη κληρικούς που συμμετείχαν σε κοινές προσευχές με ετεροδόξους. Τα «μυστήρια» των ετεροδόξων δεν τα αναγνώριζε.
Καταπολέμησε τον οικουμενισμό και μιλούσε για το μεγαλείο και την μοναδικότητα της Ορθοδοξίας.
Για ένα διάστημα είχε διακόψει, μαζί με όλο σχεδόν το υπόλοιπο Άγιον Όρος, το μνημόσυνο του πατριάρχου Αθηναγόρα για τα επικίνδυνα ανοίγματά του προς τους Ρωμαιοκαθολικούς. Αλλά το έκανε με πόνο: «Κάνω προσευχή», είπε σε κάποιον, «για να κόβη ο Θεός μέρες από μένα και να τις δίνη στον πατριάρχη Αθηναγόρα, για να ολοκληρώση την μετάνοιά του». Για τους Αντιχαλκηδονίους (μονοφυσίτες) είπε:
«Αυτοί δεν λένε ότι δεν κατάλαβαν τους αγίους Πατέρες, αλλ' ότι οι άγιοι Πατέρες δεν τους κατάλαβαν. Δηλαδή σαν να έχουν αυτοί δίκαιο και τους παρεξηγήσανε.»
Χαρακτήρισε ως βλασφημία κατά των αγίων Πατέρων την προτεινόμενη κάθαρση των Λειτουργικών βιβλίων από τον χαρακτηρισμό του αιρετικού για τον Διόσκορο και Σεβήρο. Είπε:
«Τόσοι άγιοι Πατέρες που είχαν θείο φωτισμό και ήταν σύγχρονοι δεν τους κατάλαβαν και τους παρεξήγησαν, και ερχόμαστε εμείς μετά από τόσους αιώνες να διορθώσουμε τους αγίους Πατέρες; Αλλά και το θαύμα της αγίας Ευφημίας δεν το υπολογίζουν; Και αυτή παρεξήγησε τον τόμο των αιρετικών;»
Ο διάβολος έχει τρία πλοκάμια. Για τους φτωχούς τον κουμμουνισμό, για τους πιστούς τον οικουμενισμό και για τους πλουσίους την μασσωνία.
* * * * * *
Οι Άγιοι Πατέρες κάτι ήξεραν και απαγόρευσαν τις σχέσεις με αιρετικό. Σήμερα λένε: "Όχι μόνο με αιρετικό αλλά και με Βουδδιστή και με πυρολάτρη και με δαιμονολάτρη να συμπροσευχηθούμε. Πρέπει να βρίσκωνται στις συμπροσευχές τους και στα συνέδρια και οι Ορθόδοξοι. Είναι μία παρουσία". Τί παρουσία; Τα λύνουν όλα με την λογική και δικαιολογούν τα αδικαιολόγητα.
Μερικοί από τους Ορθοδόξους που έχουν ελαφρότητα και θέλουν να κάνουν προβολή, "Ιεραποστολή", συγκαλούν συνέδρια με ετεροδόξους, για να γίνεται ντόρος και νομίζουν ότι θα προβάλουν έτσι την Ορθοδοξία, με το να γίνουν δηλαδή ταραμοσαλάτα με τους κακοδόξους.
Εκ του βιβλίου: «Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο», Έκδοση: Ιερού Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου» της Σουρωτής Θεσσαλονίκης.
* * * * * *
Μετά λύπης μου, από όσους φιλενωτικούς έχω γνωρίσει, δεν είδα να έχουν ούτε ψίχα πνευματική ούτε φλοιό. Ξέρουν, όμως, να ομιλούν για αγάπη και ενότητα, ενώ οι ίδιοι δεν είναι ενωμένοι με τον Θεόν, διότι δεν Τον έχουν αγαπήσει.
Θα ήθελα να παρακαλέσω θερμά όλους τους φιλενωτικούς αδελφούς μας: Επειδή το θέμα της ενώσεως των Εκκλησιών είναι κάτι το πνευματικόν και ανάγκην έχουμε πνευματικής αγάπης, ας το αφήσουμε σε αυτούς που αγαπήσανε πολύ τον Θεόν και είναι θεολόγοι, σαν τους Πατέρας της Εκκλησίας, και όχι νομολόγοι, που προσφέρανε και προσφέρουν ολόκληρο τον εαυτόν τους εις την διακονίαν της Εκκλησίας (αντί μεγάλης λαμπάδας), τους οποίους άναψε το πύρ της αγάπης του Θεού και όχι ο αναπτήρας του νεωκόρου. Ας γνωρίζωμεν ότι δεν υπάρχουν μόνον φυσικοί νόμοι, αλλά και πνευματικοί. Επομένως, η μέλλουσα οργή του Θεού δεν μπορεί να αντιμετωπισθή με συνεταιρισμόν αμαρτωλών (διότι διπλήν οργήν θα λάβωμεν), αλλά με μετάνοιαν και τήρησιν των εντολών του Κυρίου.
ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΩΝ Γέροντας ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, τόμ. Α', έκδ. Γ', σελ. 508 του κ. Νικολάου Α. Ζουρνατζόγλου.
Αγιορείτες Πατέρες
...αποκηρύσσομεν τα τοιαύτα φιλενωτικά συνθήματα και φιλενωτικάς τάσεις και μένομεν στερεοί και ακλόνητοι εις την Ορθόδοξον ημών Πίστην, ακολουθούντες όσα προεφύτευσαν οι Θεηγόροι Προφήται και εδίδαξαν οι Θεοκήρυκες Απόστολοι, ο των Θεοφόρων Πατέρων Σύλλογος, αι επτά άγιαι Οικουμενικοί Σύνοδοι και αι Τοπικαί τοιαύται, έχοντες επί κεφαλής τον ακρογωνιαίον Λίθον Χριστόν τον Θεόν ημών και εν γένει εμμένομεν εις όσα η Ορθόδοξος ημών Πίστις διδάσκει είτε διά γραφίδος είτε δια της Παραδόσεως, αποκρούοντες την «Ένωσιν» ή «Ενότητα» όπως την αποκαλούν εσχάτως οι φιλενωτικοί. Εάν οι Καθολικοί και οι λοιποί αιρετικοί θέλουν να επιστρέψουν εις την Ορθοδοξίαν, να έλθουν αυτοί προσπίπτοντες και ζητούντες το έλεος, ασπαζόμενοι εις το ακέραιον τα δόγματα και Παραδόσεις της αμωμήτου ορθοδόξου ημών Πίστεως και όχι να τρέχωμεν ημείς οι ορθόδοξοι προς τους αιρετικούς.
Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος
Εάν ο Πάπας θέλη ένωσιν να αναγνωρίση και ομολογήση όλας τας πλάνας, αιρέσεις και καινοτομίας τας οποίας έκαμον, απ' αρχής οι κατά καιρούς Πάπαι, αποσχισθέντες από την Ορθόδοξον Εκκλησίαν, να μετανοήση, να κλαύση πικρώς, να ταπεινωθή και τότε είναι δεκτός.
...Εάν δεν αποβάλλουν την υπερηφάνεια και ο Πατριάρχης και ο Πάπας και εάν δεν ταπεινωθούν, μιμούμενοι τον Κύριον, όχι μόνον δεν θα επιτύχουν έναν αλλά θα αυξήσουν την διαίρεσιν και θα προξενήσουν μεγάλα σκάνδαλα, ταραχάς, συγχύσεις, μεγάλην βλάβην και ζημίαν εις τα εαυτών ποίμνια. Εάν μιμηθούν τον Κύριον και ταπεινωθούν, θα επιτύχουν την ένωσιν, θα ωφελήσουν εαυτούς και τα εαυτών ποίμνια και θα δοξασθή και δι΄αυτών, ως εδοξάσθη και υπό των Αγίων Αποστόλων το Όνομα του Ουρανίου μας Πατρός, επειδή «Κύριος υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν», και «πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτό υψωθήσεται» (Λουκ.18, 14).
...Εάν οι σημερινοί Αρχιερείς, δεν σεβασθούν τας αποφάσεις, τους κανόνας και τας παραδόσεις των θείων Αποστόλων και Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, αλλά τας καταφρονούν, ποίος που καλώς φρονεί θα σεβασθή τας ιδικάς των;
Ο Απόστολος Παύλος, το στόμα του Χριστού παραγγέλλει: Μη συγκοινωνήτε τοις έργοις τοις ακάρποις του σκότους, μάλλον δε και ελέγχετε. Εις περιστάσεις κατά τας οποίας περιφρονείται και υβρίζεται η Αγία Ορθόδοξος Πίστις ημών επιτρέπεται έλεγχος ακόμη και θυμός δίκαιος δικαιώτατος, απαγορεύεται δε η σιωπή. Αλλά και ο έλεγχος να γίνεται με διάκρισιν και σύνεσιν, όχι, με ταραχήν και θυμόν υπερβολικόν, να γίνεται με θυμόν θεϊκόν...
Ο Θεός δεν εγκαταλείπει την Εκκλησίαν Του, και εκείνους που την πολεμούν θα τους ταπεινώση και θα τους συντρίψη ως σκεύη κεραμέως, και μακάριοι εκείνοι οι οποίοι μέχρι θανάτου θα μείνουν πιστοί εις την Ορθόδοξον πίστιν, εις την ορθόδοξον ομολογίαν.
...Η ταπεινή μου γνώμη, αναφορικώς με το ενωτικόν πνεύμα προς την παναίρεσιν του Οικουμενισμού το οποίον διακατέχει το Οικουμ. Πατριαρχείον, είναι, ότι οφείλομεν ως ορθόδοξοι Χριστιανοί και μάλιστα ως μοναχοί να ακολουθήσωμεν όχι την γνώμην την ιδικήν μας, αλλά την γνώμην των Αγίων Πατέρων μας, Προφητών, Αποστόλων, Διδασκάλων και κηρύκων της αληθούς πίστεως ημών.
...τω έγραψα επιστολήν. Εις οποίαν τω γράφω, Μακαριώτατε, εάν αληθώς ηγάπας τον Πάπα έπρεπε να του είπης την αλήθειαν. Άκουσον φίλε Πάπα, συ είσαι πρώτος εις την υπερηφάνειαν και δεύτερος εγώ, διότι συ λέγεσαι Αλάθητος και εγώ Παναγιώτατος, η αλήθεια εστίν ότι ούτε συ είσαι αλάθητος ούτε εγώ Παναγιώτατος.
Γέρων Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος
Παναγιώτατε, Από τινων ετών κατώδυνον το Πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, το συνειδητώ πιστεύον πλήρωμα, παρίσταται θεατής επικινδύνων προς την Πίστην ακροβασιών του Πρώτου της Ορθοδοξίας Επισκόπου. Ούτως, ίνα παραλίπωμεν άλλου είδους ακροβασίας, η προς τον Πάπαν και τον Παπισμόν συμπεριφορά Υμών και τινών Υμετέρων αντιπροσώπων, ρίπτει εις άφατον θλίψιν, αλλά και φοβεράν ψυχικήν δοκιμασίαν, τα αληθώς ορθοδοξούντα τέκνα της Εκκλησίας. Αλληλογραφείτε μετά του Πάπα εν πάση εκκλησιαστική τάξει, ως εάν έζωμεν εις τον Ε' μ.Χ. αιώνα. Υποβάλλεσθε εις τας ταλαιπωρίας μακρινών ταξιδιών προς συνάντησιν αυτού. Ανταλλάσετε μετ' αυτού τρυφεράς περιπτύξεις και αδελφικούς ασπασμούς. Καλείτε αυτόν «Πρώτον Επίσκοπον της Χριστιανοσύνης» και υμάς Αυτόν δεύτερον. Διακηρύσσετε urbi et orbi ότι «ουδεμία διαφορά χωρίζει τας δύο Εκκλησίας». Συμπροσεύχεσθε μετ' αντιπροσώπων αυτού και φέρεσθε προς αυτούς σχεδόν όπως και προς τους Ορθοδόξους Επισκόπους. Αίρετε εκ μέσου αιωνοβίους αφορισμούς, οίτινες, έστω και αν επιβλήθεισαν υπό το κράτος των εντυπώσεων εκ στιγμιαίων γεγονότων πρωτοφανούς οξύτητας και ως αντίδρασις εις τα γεγονότα εκείνα, ουχ ήττον δε εξέφραζον ει μη το καθολικόν φρόνημα της αμωμήτου και θεοφόρου Ορθοδοξίας και δεν απετέλουν ειμή απλήν εφαρμογήν, καθυστερημένη μάλιστα, των διατάξεων του Κανονικού της Εκκλησίας Δικαίου, επιβαλλουσών την αποπομπήν εκ της θεοτεύκτου Μάνδρας των «ανιάτως και προς θάνατον νοσούντων» προβάτων, των αιρετικών δηλαδή και φθορέων της Πίστεως.
Πώς είναι δυνατόν ο αιρετικός Πάπας να είναι ο Πρώτος Επίσκοπος της Χριστιανοσύνης και Υμείς ο δεύτερος; Πότε η Εκκλησία ημών συνηρίθμησεν ομού μετά των Ορθοδόξων Επισκόπων τους Επισκόπους των αιρετικών; Δογματικής και κανονικής ακριβείας γλώσσαν ομιλείτε ή ευελίκτου διπλωματικής υποκρισίας; Επίσκοπος είσθε ή διπλωμάτης; Πώς δ' ακόμη είναι δυνατόν να αίρωνται αι κανονικαί της Εκκλησίας ποιναί, όταν το αντικείμενον αυτών (η αίρεσις)ου μόνον εξακολουθή να υπάρχει, αλλά και αισίως αύξεται και μεγενθύνεται και γαυριά;
Γέρων Γαβριήλ Διονυσιάτης
«Τι να συζητήσωμεν με τους Καθολικούς; Αν είναι εν τάξει η προσθήκη τους εις το Σύμβολον της Πίστεως, το οποίον τηρούμεν ημείς αναλλοίωτον χάριτι Χριστού,... ή επί της μωρολογίας του αλάθητου του Πάπα, το οποίον ουδέ χωρεί εις τον νουν του κοινού ανθρώπου...;
Δεν κατεχόμεθα από μισαλλοδοξίαν, ως θέλουν να μας χαρακτηρίζουν οι επιπόλαιοι φιλενωτικοί, προμαχούμεν της πίστεως των Πατέρων μας και κατά καθήκον πνευματικόν φέρομεν εις γνώσιν του χριστεπωνύμου Ορθοδόξου πληρώματος τα ανωτέρω, ίνα προφυλάξωμεν αυτό από τας σατανικάς παγίδας του Ουνιτισμού.»
«Ελληνικός Βορράς», 6 Φεβρουαρίου 1964.
Μοναχοί κατά του Οικουμενισμού
Επιτροπή Γ. Φιλόθεος Ζερβάκος, Γ. Γαβριήλ Διονυσιάτης, Γ. Χαράλαμπος Βασιλόπουλος
Οι Ορθόδοξοι Ιερομόναχοι και Μοναχοί θεωρούν, ότι ουδεμίαν επαφή δύναται να πραγματοποιηθή άνευ των κατωτέρω στοιχειωδών προϋποθέσεων.
1. Διαπραγματεύσεις ΕΠΙ ΙΣΟΙΣ ΟΡΟΙΣ. Τούτο όμως συνεπάγεται ρητήν παραίτησιν του Πάπα από της αξιώσεως του «Πρωτείου» έναντι της Ορθοδόξου Εκκλησίας, άνευ της παραιτήσεως αυτής η φράσις «επί ίσοις όροις» καθίσταται απάτη και χονδροειδής φενάκη.
2. Εφ όσον υφίσταται η υπούλως αποκαλουμένη Ενωτική Ανατολική Εκκλησία, «Ουνιτική», ο «διάλογος» δεν δύναται να έχη άλλο αντικείμενον, παρά την προσχώρησιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις την Ουνίαν, η οποία, κατά το Βατικανόν, αποτελεί την ήδη από της ψευδοσυνόδου της Φλωρεντίας, ηνωμένην μετά της Ρώμης, Ανατολικήν Εκκλησίαν, την διατηρούσαν, κατά Παπικήν συγκατάβασιν, το τυπικόν της Ορθοδοξίας, αλλ' αναγνωρίζουσαν ανεπιφυλάκτως το πρωτείον του Πάπα, υπό την απόλυτον και αυταρχικήν εξουσίαν του οποίου, άλλωστε, διατελεί, μισθοδοτουμένη και επιχορηγουμένη.
3. Ανάληψις και προηγουμένη εκτέλεσις υποχρεώσεων περιστολής της πνευματικής, εκπαιδευτικής και ψευδοφιλανθρωπικής δραστηριότητος της εν Ελλάδι Παπικής Εκκλησίας και των παραφυάδων της, εις τους εις την χώραν μας διαβιούντας ΕΚ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ Καθολικούς, δια τους οποίους, ο Ελληνικός Ορθόδοξος Μοναχισμός, ουδεμίαν αισθάνεται εχθρότητα θεωρών αυτούς ως πεπλανημένους αδελφούς. Η αντίδρασις των Ορθοδόξων Ελλήνων εν γένει, αφορά εις την ύπουλον επέκτασιν της δραστηριότητος, αφθόνως χρηματοδοτουμένων υπό του Βατικανού, Παπικών Οργανώσεων, εις βάρος Ορθοδόξων Χριστιανών, και ιδίως υπό το πρόσχημα της φιλανθρωπίας εις τα πτωχά και απροστάτευτα τέκνα των, επί σκοπώ προσηλυτισμού των εις την Ρωμαιοκαθολικήν Εκκλησίαν. Η έναρξις «διαλόγου» - ανάγνωθι διαπραγματεύσεων - άνευ του προηγουμένου τερματισμού των, υπό του Βατικανού διεξαγμένων κατά της Ορθοδοξίας, εχθροπραξιών, αποτελεί δουλοπρεπή και επικίνδυνον ενέργειαν, οδηγούσαν, αναποφεύκτως, εις την κατά κράτος υποταγήν της Ορθοδοξίας, όπως πάντοτε συμβαίνει με τους κατά την διάρκειαν της εχθρικής επιθέσεως, προσερχομένους προς διαπραγμάτευσιν μετά του επιτιθεμένου.
Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς, ο Ομολογητής
«Ο Οικουμενισμός είναι κοινόν όνομα δια τους ψευδοχριστιανισμούς, δια τας ψευδοεκκλησίας της Δυτικής Ευρώπης. Μέσα του βρίσκεται η καρδιά όλων των ευρωπαϊκών ουμανισμών, με επικεφαλής τον Παπισμόν. Όλοι δε αυτοί οι ψευδοχριστιανισμοί, όλαι αι ψευδοεκκλησίαι, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία αίρεσις παραπλεύρως εις την άλλην αίρεσιν. Το κοινό ευαγγελικό όνομά των είναι παναίρεσις. Διατί; Διότι εις το διάστημα της ιστορίας αι διάφοροι αιρέσεις ηρνούντο ή παρεμόρφωνον ιδιώματά τινα του Θεανθρώπου και Κυρίου Ιησού, αι δε ευρωπαϊκαι αύται αιρέσεις απομακρύνουν ολόκληρον τον Θεάνθρωπον και εις την θέσιν του τοποθετούν τον Ευρωπαίον άνθρωπον. Εδώ δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ του Παπισμού, Προτεσταντισμού και άλλων αιρέσεων ων το όνομα λεγεών.»
«... ο Πατριάρχης Αθηναγόρας; Αυτός με την νεοπαπιστικήν συμπεριφοράν του εις τους λόγους και εις τας πράξεις σκανδαλίζει επί μίαν ήδη δεκαετίαν τας ορθοδόξους συνειδήσεις, αρνούμενος την μοναδικήν και πανσωστικήν Αλήθειαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Πίστεως, αναγνωρίζων τας Ρωμαϊκάς και άλλας αιρέσεις ως ισοτίμους με την Αλήθειαν, αναγνωρίζων τον Ρωμαίον Άκρον Ποντίφηκα με όλην την δαιμονικήν αντιεκκλησιαστικήν υπερηφάνειάν του. Και προετοιμάζει με αυτοκτονικήν ταχύτητα και επιπολαιότητα, κατά το παράδειγμα του Βατικανού, αυτήν την ιδικήν του λεγομένην «Μεγάλην Πανορθόδοξον Σύνοδον», όχι όμως με το βασικόν ευαγγελικόν και αγιοπαραδοσιακόν θέμα της σωτηρίας του ανθρώπου και του κόσμου, αλλά με καθαρώς σχολαστικο - προτεσταντικήν θεματολογίαν. Την προετοιμάζει μάλιστα εις τον Πύργον της Βαβέλ του συγχρόνου αναρχικού και μηδενιστικού κόσμου άνευ της συμμετοχής των πραγματικών ορθοδόξων ομολογητών, φορέων της Ορθοδόξου Πίστεως, Θεολογίας, Παραδόσεως και Εκκλησιαστικότητος. Τον τελευταίον καιρόν αυτός έχει γίνει πηγή αναρχισμού και μηδενισμού εις τον ορθόδοξον κόσμον. Οι Αγιορείται δικαίως τον ονομάζουν αιρετικόν και αποστάτην εις τας επιστολάς των, τας απευθυνομένας προς αυτόν ανοικτώς δια του Τύπου...»
(ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ, Αριθ. 145 - 6,1 - 15 Σεπτεμβρίου 1971)
Η διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Θεανθρώπου Χριστού, που διατυπώθηκε από τους αγίους Αποστόλους, από τους αγίους Πατέρες, από τις αγίες, Συνόδους, γύρω από το θέμα των αιρετικών είναι η έξης: οι αιρέσεις δεν είναι Εκκλησία, ούτε μπορούν να είναι Εκκλησία. Γι' αυτό δεν μπορούν οι αιρέσεις να έχουν τα άγια Μυστήρια, ιδιαίτερα το Μυστήριο της Ευχαριστίας, αυτό το Μυστήριο των Μυστηρίων. Γιατί ακριβώς η θεία Ευχαριστία είναι το παν και τα πάντα στην Εκκλησία: δηλαδή είναι και ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς και η ίδια η Εκκλησία και γενικά κάθε τι που ανήκει στον Θεάνθρωπο.
...μόνο μέσα στην Εκκλησία, στο μοναδικό τούτο Παν -μυστήριο του Χριστού, μπορεί να γίνει λόγος για τα Μυστήρια. Γιατί η Εκκλησία η Ορθόδοξη, καθώς είναι το Σώμα του Χριστού, είναι η πηγή και το κριτήριο των Μυστηρίων και όχι το αντίθετο. Τα Μυστήρια δεν μπορούν να αναβιβάζονται πάνω από την Εκκλησία, ούτε να θεωρούνται έξω από το Σώμα της Εκκλησίας.
Ένεκα τούτου, σύμφωνα με το φρόνημα της Καθολικής του Χριστού Εκκλησίας και σύμφωνα με ολόκληρη την Ορθόδοξη Παράδοση, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν παραδέχεται την ύπαρξη άλλων μυστηρίων έξω απ' αυτήν, ούτε τα θεωρεί ως μυστήρια, μέχρις ότου προσέλθει κάποιος με μετάνοια από την αιρετική «εκκλησία», δηλαδή ψευδοεκκλησία, στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού. Μέχρι τότε που μένει κάποιος έξω από την Εκκλησία, χωρίς να έχει ενωθεί μαζί της δια της μετανοίας, μέχρι τότε αυτός είναι για την Εκκλησία αιρετικός και αναπόφευκτα βρίσκεται έξω από τη σωτηριώδη Κοινωνία = communio. Γιατί «τι μετοχή έχουν δικαιοσύνη και ανομία; τι δε κοινωνία φως προς σκότος;» (Β' Κορ. 6, 14).
Είναι οφθαλμοφανές και για τους αόμματους ότι η εντολή αυτή ορίζει κατηγορηματικά ότι δεν πρέπει να αναγνωρίζουμε στους αιρετικούς κανένα άγιο Μυστήριο και ότι αυτά πρέπει να τα θεωρούμε ως άκυρα και χωρίς θεία Χάρη.
Ιερομάρτυς Ιλαρίων Τρόισκι
«Οι άνθρωποι που αρνούνται σταθερά την Εκκλησία ομιλούν για «ευαγγελικές αρχές» και «ευαγγελική διδασκαλία», αλλά ο Χριστιανισμός ως ζωή είναι τελείως ξένος σ' αυτούς... Ο Προτεσταντισμός έχει σκοτώσει την εν γένει Εκκλησιαστική ζωή, για την οποία ο Κύριος Ιησούς Χριστός προσευχήθηκε στην ιερή του προσευχή.»
TROITSKY, NEW HIEROMARTYR HILARION, Χριστιανοσύνη ή Η Εκκλησία; (Jordanville, NY: Holy Trinity Monastery) (στα Αγγλικά).
Άγιος Νικόλαος Αχρίδος
...Όλοι θέλομε να δώσει ο Θεός ενότητα πίστεως στον κόσμο. Μα εσείς τα μπερδεύετε τα πράγματα. Άλλο η συμφιλίωσις των ανθρώπων, και άλλο η συμφιλίωση των θρησκειών. Ο Χριστιανισμός επιβάλλει ν' αγαπάμε με όλη μας την καρδιά τους πάντες, όποια πίστη και αν έχουν! Συγχρόνως όμως μας διατάζει να κρατάμε αλώβητη την πίστη μας και τα δόγματά της. Σαν χριστιανοί πρέπει να ελεείτε όλο τον κόσμο, όλους τους ανθρώπους! Ακόμη και την ζωή σας να δώσετε γι΄αυτούς. Αλλά τις αλήθειες του Χριστού δεν έχετε το δικαίωμα να τις θίξετε. Γιατί δεν είναι δικές σας. Η πίστη του Χριστού δεν είναι ιδιοκτησία μας να την κάνωμε ό,τι θέλομε.
Γέρων Πορφύριος
Εσείς θα κρατήσετε (στους διαλόγους) και θα ακολουθήσετε την Ορθόδοξη θέση. Αν τώρα αυτοί (οι Παπικοί) θέλουν να έρθουν μαζί μας, ούτε μπορούμε, αλλά ούτε και πρέπει να τους εμποδίσουμε να έλθουν.
Μη φοβάστε, οι διαθέσεις του Πάπα ανέκαθεν ήταν να υποτάξει την Ορθόδοξη Εκκλησία και θα έλθει ημέρα που ο διάλογος θα ματαιωθεί· τίποτε δεν πρόκειται να γίνει· άλλωστε οι ουνίτες, αυτός ο δούρειος ίππος, είναι φως φανάρι ότι τον ενδιαφέρει να αναγνωρίσουν οι Ορθόδοξοι κεφαλήν τον Πάπα και τίποτε περισσότερο.
Γέροντος Πορφυρίου, Ανθολόγιο Συμβουλών, Μήλεσι 2003, σελ. 229, 290.
Γέρων Σωφρόνιος του Essex
Ο Γέροντας Σωφρόνιος αναλύει την ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, που την κάνει να ξεχωρίζη από κάθε άλλη θρησκεία και Χριστιανική Ομολογία. Μέσα στην Εκκλησία μπορεί κανείς να ζήση το μυστήριο του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού. Η θέα του ακτίστου Φωτός, η αίσθηση της θείας Χάριτος κατά την θεία Λειτουργία και την άσκηση, η εσωτερική ειρήνη και η πληροφορία, η ιερή ησυχία και η προσευχή κ.α., όλα αυτά δείχνουν την αλήθεια της Ορθοδόξου Παραδόσεως, που υπάρχει πλούσια μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Γι' αυτό και σε επιστολή του συνδέει στενά: δόγμα, Εκκλησία και άσκηση. Αλλού γράφει:
«... ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία διακρίνεται από όλες τις άλλες εκκλησίες σε τρία επίπεδα, γιατί: α) μόνη αυτή αληθεύει πλήρως στην θεολογία της, β) μόνη αυτή γνωρίζει το μυστήριο της χάριτος, της αγίας ζωής, και διαφυλάσσει στην πληρότητα τη θεία χάρη, και γ) είναι η αρχαιότερη, η θεμελιώδης, η βασική, από την οποία αποσχίσθησαν κατά καιρούς μεγαλύτερα η μικρότερα τμήματα...»
Ως ορθόδοξος εμπειρικός θεολόγος δεν μπορεί να δεχθή τον περιορισμό της Ορθοδόξου Εκκλησίας και την θεωρία του οικουμενισμού, τον οποίο θεωρεί ως «μία από τις πιο επικίνδυνες αιρέσεις». Η προσπάθεια μερικών να δημιουργήσουν μια «παγκόσμια και αποστολική εκκλησία» είναι μια πλανεμένη προσπάθεια. Το ίδιο πλανώνται και εκείνοι που προσπαθούν να ζήσουν «κάποιο είδος υψηλού μυστικισμού, που υπερβαίνει τα όρια της εκκλησιαστικής αντιλήψεως της χριστιανικής θρησκείας». Συνιστά:
«Προσεύχομαι στον Θεό εσείς να μη πλανηθείτε με όλα αυτά, αλλά να πιστεύετε ακράδαντα με την καρδιά και τον νου ότι υπάρχει πάνω στη γη εκείνη η Μία, Μοναδική και Αληθινή Εκκλησία που ίδρυσε ο Κύριος. Η Εκκλησία αυτή διατηρεί αλώβητη και ακέραιη τη διδασκαλία του Χριστού (και όχι ξεχωριστά μέλη της), κατέχει το πλήρωμα της γνώσεως και της χάριτος και είναι αλάθητη.»
Και στην συνέχεια προσφέρει την ομολογία του, που είναι έκφραση εμπειρίας και ζωής.
Γέρων Θεόκλητος Διονυσιάτης
* Εάν θα απολεσθώμεν ή θα επιζήσωμεν, ως Εκκλησία ή ως Έθνος, ουκ εστίν ημών. Ημών είναι να κρατήσωμεν την ομολογίαν μας εις την Εκκλησίαν και την αγάπην μας προς τον Χριστόν, εις όλας τας συνεπείας της ηθικής και δογματικής βιώσεως και ολα τα άλλα αφορούν τον Κύριόν μας, ότι «αυτώ μέλει περί ημών»....
Αποσπάσματα από τον ένθρονιστήριον λόγον του Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου, 1974
* Εκείνοι που ομιλούν πληθωρικά περί αγάπης νοθεύουν το περιεχόμενο της για να περιπτυχθούν όλους τους αιρετικούς όλων των αποχρώσεων. Είναι τόσο ψεύτικη αυτή η αγάπη όσο και τα ψεύτικα λουλούδια....
* Παπικοί, Προτεστάνται, Χιλιασταί, Μασώνοι, Ενωτικοί, Οικουμενισταί, και κάθε άλλη «ρίζα πικρίας», όλοι αυτοί «μίαν γνώμην έχουσι, και την δύναμιν και την εξουσίαν αυτών τω Θηρίω διδόασιν. Ούτοι μετά του Αρνίου πολεμήσουσι, και το Αρνίον νικήσει αυτούς, ότι Κύριος κυρίων εστί και Βασιλεύς βασιλέων, και οι μετ' αυτού κλητοί και εκλεκτοί και πιστοί» (Άποκ. 17, 13).
* Φρονούμεν ότι η Ορθοδοξία δεν έχει καμμία θέση ανάμεσα σ' αυτό το συνονθύλευμα των πλανών και των αιρέσεων. Αυτό το δόλιο «οικουμενικό» κατασκεύασμα δεν αποσκοπεί στην αναζήτηση της αληθείας, αλλά κατά τον π. Χαράλαμπον Βασιλόπουλον:
«... είναι ένα ανακάτεμα αφανισμού της Αλήθειας. Είναι μία προσπάθεια όχι να βρουν την αλήθεια οι πλανεμένοι, αλλά να την χάσουν και εκείνοι που την έχουν, εκείνοι δηλαδή που πιστεύουν στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.»
Σχόλιο Τ.Ι.: «Οὐδέν γάρ ὄφελος βίου καθαροῦ, δογμάτων διεφθαρμένων· ὥσπερ οὖν οὐδέ τοὐναντίον, δογμάτων ὑγιῶν, ἐάν βίος ᾖ διεφθαρμένος» (᾿Ιω. Χρυσοστόμου ΡG 59,369). Ο ιερός Χρυσόστομος διδάσκει ότι σε τίποτα δεν μας ωφελεί το να έχουμε καθαρό βίο εάν διδάσκουμε και πιστεύουμε διεφθαρμένα δόγματα, και τούμπαλιν ότι σε τίποτα δεν μας ωφελεί το να διδάσκουμε και να πιστεύουμε ορθά δόγματα εάν έχουμε βίο διεφθαρμένο. Έτσι, «τά ὑγιῆ δόγματα σπουδάζωμεν ἐναποτίθεσθαι ταῖς ἑαυτῶν ψυχαῖς καί μετά τούτων καί βίου ἀκρίβειαν ἐπιδείκνυσθαι, ἵνα καί ὁ βίος μαρτυρῇ τοῖς δόγμασι...», διότι «τόν χριστιανόν οὐδέν ὀνίνησι τά ὀρθά δόγματα, ἐάν τῆς κατά τόν βίον πολιτείας ἀμελῇ». (Κλήμεντος ᾿Αλεξανδρέως, Στρωματεῖς 7,15· ΡG 9,525Α· ΕΠΕ 4,452-454). Δυστυχώς είναι πολύ εύκολο να παρασυρθεί κάποιος απο την ορθή ομολογία λησμονώντας τον ορθό βίο, τον προσωπικό αγώνα της καθάρσεως του εαυτού του απο τα πάθη. Ομολογία που είναι μόνο στα λόγια και δε συνοδεύεται από έργα είναι αρκετά εύκολη, ενα είδος επικίνδυνης πλάνης, που μπλέκει στα δίχτυα της αρκετούς ορθοδόξους χριστιανούς ιδιαίτερα πολλούς που διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για τα κακώς κείμενα της Παναιρέσεως του Οικουμενισμού. Ο ίδιος ο Κύριός μας λέγει: «ἐκ γὰρ τοῦ καρποῦ τὸ δένδρον γινώσκεται» (Ματθ. 12, 33). Από την άλλη μεριά η πτώση στην πλάνη υποδηλώνει την ύπαρξη κάποιου πάθους, όπως η κενοδοξία, η ραθυμία της ψυχής, η έλλειψη φροντίδας γιά τη σωτηρία του ανθρώπου κ.τ.λ. Ο Θεός έλκει αυτούς, που βρίσκονται στην πλάνη, όταν έχουν καθαρό βίο, ενώ η αστοχία ως προς την Πίστη διευκολύνεται και πολλαπλασιάζεται όταν ο βίος είναι διεφθαρμένος (᾿Ιω. Χρυσοστόμου P.G. 61, 70 καί P.G. 57, 243-244).
Περί των πηγών της διδασκαλίας του Ιησού
Προτιθέμενοι να ελέγξωμεν και διαφωτίσωμεν άμα τας πεπλανημένας δοξασίας των κατά της Ορθοδοξίας επιτιθεμένων κακοβούλως Διαμαρτυρομένων Πρεσβυτεριανών, αυτοκαλουμένων Ευαγγελικών, κρίνομεν αναγκαίο να πραγματευθώμεν πρώτον περί της Πηγής του Θείου Λόγου. Πηγή της Θρησκείας του Σωτήρος Χριστού είναι ο θείος Αυτού τε και των θεοπνεύστων Αποστόλων λόγος. Ο θείος λόγος μετεδόθη εξ αρχής διά στόματος εις τον κόσμον, «Η πίστις εξ ακοής…» (Ρωμ. ι’ 17). Ενεχαράχθη δε και ενετυπώθη διά ζώσης φωνής εις τας καρδίας και διανοίας των ακουσάντων αυτόν. Προϊόντος όμως του χρόνου οι θείοι Απόστολοι, μη επαρκούντες εις την εξάπλωσιν των μεγάλων αληθειών της θείας αποκαλύψεως εις τα έθνη, και προς εμπέδωσιν των υπ’ αυτών ιδρυθεισών Εκκλησιών και υπό των πιστευσάντων χριστιανών παρακαλούμενοι, είτε και υπ’ άλλων αιτιών παρακινούμενοι, έγραψαν εξ αυτών τινές κατά διαφόρους εποχάς Επιστολάς κατ’ έμπνευσιν του Αγίου Πνεύματος ως και κατόπιν τα τέσσερα Ευαγγέλια. Αι Πράξεις λοιπόν των Αποστόλων, αι Επιστολαί και τα Ευαγγέλια απετέλεσαν τον Κανόνα της Καινής Διαθήκης. Η Καινή λοιπόν αυτή Διαθήκη, απαρτιζομένη εκ των τεσσάρων Ευαγγελίων, του Ματθαίου, του Μάρκου, του Λουκά και του Ιωάννου, εκ των Πράξεων των Αποστόλων, εκ των δέκα και τεσσάρων επιστολών του Αποστόλου Παύλου, εκ των επτά καθολικών επιστολών των Αποστόλων Πέτρου, Ιακώβου, Ιούδα και Ιωάννου και εκ της Αποκαλύψεως του Ιωάννου ήτοι εξ είκοσι και επτά θεοπνεύστων βιβλίων, αποτελείτο, ως είπομεν, Κανόνα της Καινής Διαθήκης. Εκτός, δε του Κανόνος (βιβλίου) τούτου της Κ. Διαθήκης έχομεν και την Παλαιάν Διαθήκην, απαρτιζομένην εκ τριάκοντα και εννέα θεοπνεύστων κανονικών βιβλίων. Και η μεν πρώτη καλείται Νέα Γραφή, ή Καινή Διαθήκη, η δε δευτέρα Παλαιά Γραφή ή Παλαιά Διαθήκη και αι δύο ομού ονομάζονται Αγία Γραφή.
Η Αγία λοιπόν αυτή Γραφή είναι ο γραπτός λόγος του Θεού, είναι η πρώτη και κυριωτάτη πηγή της Αληθούς θρησκείας του Παλαιού και του Νέου Ισραήλ, ήτοι των Εβραίων και των Χριστιανών. Είναι τέλος τα δύο δηνάρια του Κυρίου άτινα άφησε τω Πανδοχεί ίνα επιμεληθεί του περιπεσόντος εις τούς ληστάς ανθρώπου. Και πηγή της μεν των Εβραίων θρησκείας είναι η Παλαιά Γραφή, της δε εξ αποκαλύψεως θρησκείας του Ιησού Χριστού κυρίως πηγή είναι η νέα Γραφή, μαρτυρουμένη όμως και βεβαιουμένη υπό των Νόμων και των Προφητών της Παλαιάς Διαθήκης η οποία έχει τας αυτάς βάσεις.
Κ Ε Φ Α Λ Α Ι Ο Ν Α’
Περί Παραδόσεως
Εκτός της μιας ταύτης πηγής, δηλαδή του γραπτού λόγου του Θεού, της Αγίας Γραφής, η Ορθόδοξος ημών Εκκλησία παραδέχεται και τας συμπαρομαρτούσας τη Αγία Γραφή διδασκαλίας των Μαθητών, των Απόστολων, των Ιερών της Γραφής συγγραφέων και των μετ’ αυτούς διαπρεψάντων επί αγιότητι και πολυμαθεία Εκκλησιαστικών Πατέρων. Τας συναδούσας (συμφωνούσας) τη Αγία Γραφή ταύτας διδασκαλίας ονομάζει η Ορθόδοξος Εκκλησία ιεράν Παράδοσιν ή Εκκλησιαστικάς Παραδόσεις ή και απλώς παράδοσιν.
Η λέξις παράδοσις δεν σημαίνει, ως οι «Ευαγγελικοί» λέγουν, τυχαίαν φήμην, λόγους αδεσπότους, λόγους αγράφους, εντάλματα ανθρώπων, αλλά σημαίνει τας περί της θρησκείας του Ιησού παραδοθείσας εις την Εκκλησίαν γνώσεις υπ’ Αυτού και των Αυτού Αποστόλων.
Η παράδοσις ημών δεν αποτελείται από φήμας των τριόδων, αλλ’ είναι ως προείπομεν, διδασκαλία περιεχομένη εις συγγράμματα αποστολικών (αμέσων Μαθητών των Αποστόλων) και άλλων μεγάλων Πατέρων, γνησιότητος αναμφισβητήτου και υπ’ αυτής της αρνητικής κριτικής, ηγγυημένη δε υπό της Εκκλησίας «Ήτις εστί στύλος και εδραίωμα της αληθείας» κατά την διδασκαλίαν της Κ. Διαθήκης (Α Τιμ. γ 15). Αυτοί δε καθ’ εαυτοί οι συγγραφείς οι χρηματίσαντες άμεσοι Μαθηταί των Αποστόλων, και μαρτυρούντες εις τα συγγράμματα αυτών ότι παρέλαβον κάτι τι παρά των Αποστόλων ή ότι ήκουσαν κάτι παρ’ αυτών, είναι άξιοι πάσης πίστεως. Καθ’ ότι άλλωστε αι πληροφορίαι τοις τοιούτοις συγγράμμασι είναι υιοθετημέναι και εν συνεχεί εφαρμογή υπό της επισήμου Εκκλησίας, της Εκκλησίας της ποιμαινούσης, ήτοι της αρχούσης των πιστών, και υπευθύνου, δι’ αυτό η υποχρέωσις, όπως παρέχωμεν εις αυτούς πίστιν ακλόνητον είναι πλέον η επιτακτική.
Παραλείπομεν, ότι και εάν ακόμη δεν είχομεν συγγράμματα αποστολικών πατέρων μαρτυρούντα περί ορισμένων εκκλησιαστικών ζητημάτων, θα ήτο αρκετόν το ότι υπό της Εκκλησίας αδιακόπως ούτως επρεσβεύθησαν και εδιδάχθησαν.
Η Εκκλησία η Ορθόδοξος η οποία καθ’ ημάς δεν είναι άφρακτος αμπελών, και δεν περιλαμβάνει μέλη απλά ως χύμα εσκορπισμένα, αλλά περιλαμβάνει άρχοντας και αρχομένους, η Εκκλησία, λέγομεν δι’ ημάς η Ορθόδοξος, είναι εγγυητής υπεύθυνος και αυθεντικός δι’ άπαν το περιεχόμενον της παραδόσεως, το υιοθετημένον παρ’ αυτής, και αν δεν είχομεν συγγράμματα αποστολικών Πατέρων. Τούτο δε ανεξαρτήτως της ιδιότητος του αλάθητου με την οποίαν δεχόμεθα αυτήν πεπροικισμένην υπό του θείου Ιδρυτού της.
Η αξιοπιστία λοιπόν της παραδόσεως δι’ ημάς τους Ορθοδόξους είναι αδιάσειστος, εκείνος δε, ο οποίος θα τολμήση να κηρύξη αυτήν αναξιόπιστον, είναι υποχρεωμένος να αποδείξη αυτό θετικώς, ουχί δε να ισχυρίζηται αυτό αυθαιρέτως.
Η παράδοσις άλλωστε δεν περιέχει τι αντίθετον τη Γραφή, αλλά μόνον μη υπάρχον, ή υπάρχον σκιωδώς. Επομένως συμπληροί ή αποσαφεί (εξηγεί) την Γραφήν.
Παράδειγμα: Ο Ιησούς λέγει εις τους Μαθητάς Του όπως: «Πορευθέντες μαθητεύσωσι πάντα τα έθνη βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. κη’ 19-20). Γεννάται όμως το ζήτημα, τίνι τρόπω ετέλουν το βάπτισμα οι Απόστολοι; Εβύθιζον τους προσερχομένους εις Χριστόν άπαξ εις το ύδωρ και απήγγελον διά μιας το, «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος»; ή εβύθιζον αυτούς δεύτερον και απήγγελον μόνον το «Και του Υιου;» εβύθιζον αυτούς τρίτον και απήγγελον το «Και του Αγίου Πνεύματος;». Εις το ερώτημα τούτο απαντά η Παράδοσις διά των συγγραμμάτων των Αποστολικών Πατέρων, και μάλιστα διά της αδιακόπου και επισήμου πράξεως της Εκκλησίας. Και ερωτάται κατά τι λοιπόν η Παράδοσις, η οποία μας πληροφορεί τον τρόπον, καθ’ ον οι Απόστολοι ετέλουν το Βάπτισμα, αντιφάσκει προς την Γραφήν;
Η Γραφή επίσης ομιλεί περί επιθέσεως χειρών, περί αλείψεως δι’ ελαίου κ.λ.π. Ερωτάται όμως πώς επέθετον τας χείρας και πώς ήλειφον έλαιο; Και εάν η Παράδοσις μας πληροφορήση συμπληρωματικώς περί τούτων, κατά τι αντιφάσκει προς την Γραφήν;
Ακόμη η Γραφή ομιλεί περί ενότητος του γιου προς τον Πατέρα: «Εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν» (Ιωάν. ι’ 30). Γεννάται όμως το ερώτημα. Η ενότης αυτή που αναφέρεται; Εις το ότι ο Πατήρ και ο υιός είναι αγέννητοι; Αδύνατον. Έρχεται η Παράδοσις, δηλαδή ενταύθα ολόκληρος εν Οικουμενικώ Συνόδω τω 325 και μας καθορίζει αυθεντικώς, ότι η ενότης του γιου προς τον Πατέρα αναφέρεται εις την ουσίαν και μας δωροφορεί και τον όρον Ομοούσιον. τούτο είναι μία διασάφησις εννοίας σκιωδώς εν τη Γραφή φερομένης, ουχί δε αντίθεσίς τις.
Δεν είναι ανάγκη λοιπόν η Παράδοσις να συμφωνεί προς την Γραφήν, ίνα αποδεχθώ μεν αυτήν, ως φρονούσιν οι «Ευαγγελικοί», διότι θα είναι εντελώς περιττή, αλλ’ είναι ανάγκη μόνον να μη διαφωνεί προς αυτήν. Εφ’ όσον συμπληροί τα κενά ή διασαφεί τα σκιωδώς ειρημένα, είναι απαραίτητος.
Ίσως δεν θα είχομεν ανάγκην της παραδόσεως, εάν η Γραφή ήτο βιβλίον συστηματικόν, εκθέτον απ’ αρχής μέχρι τέλους, τόσον χρονικώς, όσον και μεθοδικώς, την διδασκαλίαν του Χριστού. Αλλ’ η Γραφή είναι απομνημονεύματα περιέχοντα σποραδικώς μέρος μόνον της διδασκαλίας του Χριστού, και τούτο εκ διαφόρων περιστατικών λόγων και εν διαφόροις καιροίς γραφέν.
Εάν δε, λάβωσιν ανά χείρας το βιβλίον τούτο δέκα, εκατόν, χίλιοι άνθρωποι σοφοί μεν καθ’ όλα και άριστοι ελληνισταί ή οιασδήποτε άλλης γλώσσης κάτοχοι, εν τη οποία είναι μεταπεφρασμένη η Γραφή, μη δεδιδαγμένοι όμως εκ των προτέρων, ουδέν περί Χριστού, Χριστιανισμού, και Εκκλησίας και ένεκα τούτου τελείως ανίδεοι και μελετήσωσιν αυτό επισταμένως, δεν θα εννοήσωσιν τίποτε περί της διδασκαλίας και του συστήματος του χριστιανισμού, έκαστος δε θα καταλήξη, ουχί μόνον εις διάφορα, αλλά και τουτ’ αυτό αντίθετα συμπεράσματα προς τον άλλον, και τούτο προτείνομεν να δοκιμασθή διά πειράματος.
Το φως λοιπόν της παραδόσεως είναι απαραίτητον εις τον ασθενικόν οφθαλμόν του αναγνώστου της Γραφής. Το απαραίτητον άλλως μιας παραδόσεως είναι ανεγνωρισμένον και εφηρμοσμένον και εις άλλας σχέσεις των ανθρώπων και εις άλλους κλάδους.
Ταύτα δε τα στοιχειωδώς λογικά και πρακτικώς απαραίτητα, τα μηδαμώς αντιπίπτοντα προς την Γραφικήν διδασκαλίαν, μάλλον δε και κυρούμενα υπ’ αυτής1 μολονότι οι «Ευαγγελικοί» (Προτεστάνται) τα αποκρούουσι θεωρητικώς τα εφαρμόζουσιν όμως εν τη πράξει. Δηλαδή μολονότι ρηγνύουσι τους πνεύμονας κραυγάζοντες, ότι ουδεμίαν παράδοσιν δέχονται, οικτρώς αντιφάσκοντες προς εαυτούς αντλούσιν εκ της ημετέρας Παραδόσεως, της αποτελούσης μύθευμα κατ’ αυτούς, αρκετά, πλάττουσι δε και άλλα εκτός της Γραφής, τα οποία πάντως αποτελούσι μίαν παράδοσιν ιδικήν των.
Δεν σημαίνει ουδέν, ότι η παράδοσίς των είναι πενιχρά εν σχέσει προς την ημετέραν, ούδ’ ότι διαφέρει της ημετέρας. Το ζήτημα είναι, ότι και αυτοί οι «Ευαγγελικοί» εκτός της Γραφής έχουν αρκετά, τα οποία αποφεύγουσι να ονομάσωσι παράδοσιν, νομίζοντες, ότι σώζονται με την αποφυγήν της λέξεως.
Μη νομισθώσι, παρακαλούμε, τα τελευταία αυτά λόγια ως συκοφαντικά διότι είμεθα έτοιμοι να αναφέρω μεν και παράδειγμα. Ημείς οι Ορθόδοξοι φερ’ ειπείν παραδεχόμενοι την Ιεράν Παράδοσιν παράλληλον πηγήν τού θείου λόγου προς την Αγίαν Γραφήν, την δε ποιμαίνουσαν Εκκλησίαν επίσημον και αυθεντικόν μάρτυρα και ερμηνευτήν της τε Γραφής και της Παραδόσεως, κατά λογικήν λοιπόν συνέπειαν αντλούμεν και εκ της Παραδόσεως και υποτασσόμεθα εις το κύρος της Εκκλησίας, εις τρόπον ώστε και τας τυχόν εσφαλμένας ημών αντιλήψεις να ρυθμίζωμεν συμφώνως προς την διδασκαλίαν αυτής. Συγκεκριμένως δε περί Γραφής προκειμένου, επειδή εκτός των γνωστών βιβλίων της Κ. Διαθήκης παρουσιάσθησαν και άλλα με την αξίωσιν, ότι προέρχονται από άνδρας θεοπνεύστους (Ευαγγέλιον του Πέτρου, Ευαγγέλιον του Θωμά και εν γένει τα απόκρυφα), καταφεύγομεν εις την Παράδοσιν και εις το κύρος της Εκκλησίας και πληροφορούμεθα αυθεντικώς, ότι ταύτα είναι νόθα, παρ’ ότι φέρονται επ’ ονόματι Αποστόλων, και ότι μόνα γνήσια είναι τα γνωστά είκοσι επτά βιβλία της Κ. Διαθήκης.
Οι «Ευαγγελικοί» όμως, οι απορρίπτοντες την Παράδοσιν, ως μύθευμα και εντάλματα ανθρώπων, και το κύρος της Εκκλησίας ως ανύπαρκτον, πόθεν έχουσι την πληροφορίαν, ότι αυτό το βιβλίον, το οποίον κατέχουσιν, είναι η γνησία Καινή Διαθήκη; Δεν απαντώσιν εις το ερώτημα, διότι από την ιδίαν Παράδοσιν αντλούσι την σοβαρωτάτην και θεμελιώδη ταύτην πληροφορίαν των. Εξελθόντες από τα σπλάχνα της Δυτικής Εκκλησίας τελείως γυμνοί με μόνην την Καινήν Διαθήκην ανά χείρας ομοιάζουσι προς υιόν ελθόντα μεν εις ρήξιν με τον πατέρα του και φυγόντα νυκτός της πατρικής οικίας γυμνός αλλά συναποκομίσας λάθρα εξ αυτής και πολύτιμον αντικείμενον, το οποίον όταν ερωτάται, πόθεν έσχεν, αποφεύγει να απαντήση. Εάν όμως οι ερωτώντες γνωρίζωσι την προέλευσιν του πολυτίμου αντικειμένου η σιωπή τού φυγόντος υιού δεν ωφελεί αυτόν εις ουδέν.
Είναι γνωστόν, ότι την βεβαιότητα περί της γνησιότητας των γνωστών είκοσι επτά βιβλίων της Κ. Διαθήκης οι «Ευαγγελικοί» συναπεκόμισαν παρά της Παπικής λεγομένης εκκλησίας, της εχούσης ταύτη από της Παραδόσεως και του κύρους της καθόλου Εκκλησίας. Εντρέπονται βεβαίως ίνα είπωσιν ότι αντλούσι την γνησιότητα της Γραφής εκ της Παραδόσεως, ίνα μη ερωτηθώσι: «πως σεις οι λακτίζοντες την Παράδοσιν προσφεύγετε εις αυτήν;» Αυτό είναι άλλωστε που τους χαρακτηρίζομεν ανακολούθους «αντιευαγγελικούς». Αλλ’ η σιωπή δεν τους ωφελεί. Διότι το γεγονός, ότι αντλούσιν από την Παράδοσιν την γνησιότητα της Γραφής, είναι πασιφανές.
Αλλά πάλιν οι «Ευαγγελικοί» ίνα μη φαίνωνται σιωπώντες εις το ερώτημα, απαντώσι με αοριστολογίας, νομίζοντες, ότι σώζονται. Τους ερωτάτε επί παραδείγματος, «αφού μεταξύ των γνησίων βιβλίων της Κ. Διαθήκης ανεφανίσθησαν και μη γνήσια, τις ήτο εκείνος, ο οποίος την εποχήν ακριβώς της εμφανίσεως των νόθων παρουσιάσθη εις το μέσον και είπεν: «Αυτό είναι το γνήσιον και το δεχόμεθα, το άλλο είναι νόθον και το απορρίπτωμεν;» διότι υπήρξαν πολλά νόθα2. Τι όνομα είχεν ούτος, και τι θέσιν ή ιδιότητα ή αξίωμα κατείχεν;
Τους ερωτάτε, λέγομεν, ταύτα και σας απαντώσι: Τα γνήσια βιβλία της Αγίας Γραφής ευρέθησαν εις τας Βιβλιοθήκας των Μονών, των Πατριαρχείων και άλλων ιδρυμάτων. Και αν τους ερωτήσητε: «Ποιος τα έβαλε εκεί;» υψώνουσι τους ώμους των προσπαθούντες να υπεκφύγωσι. Αλλ’ ουδαμού σώζωνται διότι η αλήθεια κράζει εναντίον των ζητούσα απάντησιν. Εάν λοιπόν κ. κ. «Ευαγγελικοί» δεν αντλείτε την γνησιότητα του Ευαγγελίου εκ της Παραδόσεως, να μας είπητε, πόθεν τέλος αντλείτε;
Αλλά και ακόμη ας μας απαντήσωσι εις ποίον μέρος της κ. Διαθήκης λέγεται, ότι τα βιβλία αυτής είναι είκοσι επτά; Ασφαλώς ουδαμού. Ποιος λοιπόν σας το είπε; Ασφαλώς η Παράδοσις την οποίαν απορρίπτετε. Ώστε έχετε κόρην άνευ μητρός; Και βαστάζετε την κόρην της παραδόσεως την Κ. Διαθήκην και απορρίπτετε την μητέρα αυτής την παράδοσιν; Ουαί υμίν εάν δεν επιστρέψητε.
Αλλ’ ακόμη. Υμείς οι Ορθόδοξοι έχομεν την Κυριακήν αργίαν, ενώ η Γραφή ομιλεί περί αργίας του Σαββάτου. Η παράδοσις όμως μας πληροφορεί, ότι λόγω της αναστάσεως του Ιησού κατά Κυριακήν, η αργία μετετέθη από του Σαββάτου εις την Κυριακήν. Αλλά και «οι Ευαγγελικοί» έχουσι αργίαν την Κυριακήν. Ερωτώμεν πόθεν παρέλαβον αυτήν, αφού η Γραφή δεν ομιλεί περί Κυριακής αλλά περί Σαββάτου; Ασφαλώς από την παράδοσιν την οποίαν λέγουν ότι την αρνούνται.
Και πάλιν ημείς έχοντες Εκκλησίαν ποιμαίνουσαν με εξουσίαν του ρυθμίζειν τα της λατρείας, του ερμηνεύειν την Γραφήν και την Παράδοσιν κ.λ.π., δυνάμεθα εκτός του Πρωτοτύπου της Γραφής να αναγινώσκωμεν και μεταφράσεις αυτής εγκεκριμένας, δυνάμεθα να απαγγέλλωμεν και διαφόρους ύμνους εγκεκριμένους, δυνάμεθα κ.λ.π.
Οι Ευαγγελικοί όμως οι καταργήσαντες την ποιμαντικήν εξουσίαν, το αυθεντικόν κύρος της Εκκλησίας, και πάσαν μαρτυρίαν αυτής περί Παραδόσεως παρουσιάζουσι μίαν Γραφήν ηρμενευμένην υπ’ αδήλου και εις την ερμηνείαν ταύτην υποτάσσονται τυφλώς, αναγιγνώσκοντες αποκλειστικώς την ηρμηνευμένην Γραφήν και τρέμοντες προ του πρωτοτύπου κειμένου, όταν τις παρουσιάση αυτό εις αυτούς.
Έχουσιν υμνολόγιον ιδικόν των αγνώστου συγγραφέως και αγνώστου εγκριτικής αρχής, το οποίον με φρασεολογίαν άλλην εκτός της γραφικής αποδίδει τα αισθήματα αυτών και τας δοξασίας εν ταις κοιναίς των προσευχαίς παρά τας διαβεβαιώσεις των ότι δήθεν δεν μεταχειρίζονται άλλην φρασεολογίαν εκτός της Γραφικής.
Επίσης κλείουσι τους οφθαλμούς κατά τας προσευχάς των και διάφορα άλλα πράττουσιν. Αλλ’ η Γραφή αγνώστους ερμηνευτάς ή κριτάς των ερμηνειών, αγνοεί. Αγνώστους συνθέτας υμνολογιών και ανωνύμους εγκριτικάς αρχάς αγνοεί, ως επίσης και κλείσιμον των οφθαλμών. Συμφώνως όμως με τας επαγγελίας των είναι υποχρεωμένοι να αναγινώσκωσι μόνον το Πρωτότυπον της Γραφής (δηλαδή το κείμενον) και ουχί ερμηνείαν (παράφρασιν) εφ’ όσον δεν παραδέχονται κανέναν ως ερμηνευτήν αυθεντικόν και επίσημον. Επίσης είναι υποχρεωμένοι να μη έχωσιν υμνολογίαν, αλλά να ψάλλωσιν εκ της Γραφής. Εάν θέλουν να ψάλλουν και τους οφθαλμούς να μη κλείωσι κ.λ.π.
Παρ’ όλα όμως ταύτα εκτός της Γραφής και της Παραδόσεως εδημιούργησαν και μίαν νέαν ιδικήν των παράδοσιν. Και διά του τρόπου τούτου εκτός της αντιφάσεως εις την οποίαν ευρίσκονται, αποδεικνύουσι το απαραίτητον της Παραδόσεως, ενώ υβρίζουσιν αυτήν. Δεν είναι λοιπόν «αντιευαγγελικοί οι Ευαγγελικοί» και ανακόλουθοι; Δέχονται την ερμηνείαν και τους ύμνους του Λουθήρου και απορρίπτουν την Ερμηνείαν των αγίων Πατέρων και κάθε τι αυτών.
Βεβαίως η ανάγκη και η αμηχανία, εις την οποίαν περιέπεσαν εκ της απορρίψεως της παραδόσεως, τους υπεχρέωσε να καταφύγωσιν εις την Παράδοσιν, την οποίαν ελάκτισαν εν πολλοίς, και νέαν να δημιουργήσωσιν εν άλλοις. Αλλ’ εάν η ανάγκη είναι ελαφρυντικόν, η εγωιστική επιμονή όπως αρνούνται και καταφεύγουσιν εις ότι υβρίζουσι, και εξακολουθούσι, να υβρίζωσιν εκείνο, εις το οποίον ως εις άγκυραν σωτηρίας καταφεύγουσιν (δηλαδή την Παράδοσιν) είναι παρά πολύ επιβαρυντικόν δι’ αυτούς. Όταν λοιπόν ημείς κ. κ. «Ευαγγελικοί» λέγομεν Παράδοσιν δεν εννοώμεν παράδοσιν ανθρώπων ως σείς διαστρέφετε, αλλά διδασκαλίαν Χριστού μη φερομένην μεν εν τη Kαινή Διαθήκη αλλ’ επαρκέστατα μεμαρτυρημένην και ηγγυημένην. Σεις δε ομιλείτε περί παραδόσεως ανθρώπων, ορισμένως είσθε εκτός πραγματικότητος. Καθ’ ότι η παράδοσις ανθρώπων σημαίνει πλάσμα της επινοίας των ανθρώπων, και τοιαύτα πλάσματα η Ορθόδοξος Εκκλησία όχι μόνον δεν έχει αλλά και τα πολεμεί, ως άλλωστε έχει αποδείξει τούτο διά μέσου των αιώνων μέχρι σήμερον.
Κ Ε Φ Α Λ Α Ι Ο Ν Β’
Η Αγία Γραφή περί της Ιεράς παραδόσεως
Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο Θεός και Σωτήρ ημών, ως γνωστόν, ουδέν γραπτόν αφήκε τοις Αποστόλοις και Μαθηταίς αυτού εξ όσων εν τη προς ημάς σωτηριώδει αυτού εν σαρκί επιδημία εδίδαξεν, αλλ’ υπεσχέθη αυτοίς ότι ερχομένου του Παρακλήτου υπομνήσει αυτοίς πάντα: «Ταύτα λελάληκα υμίν παρ’ υμίν μένων, ο δε Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον, ο πέμψει ο Πατήρ εν τω ονόματί μου. Εκείνος διδάξει υμάς πάντα και υπομνήσει υμάς πάντα α είπον υμίν». (Ιωάν. ιδ’ 25-26).
Και πάλιν: «Έτι πολλά έχω λέγειν υμίν, αλλ’ ου δύνασθαι βαστάζειν άρτι, όταν δε έλθει Εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν». (Ιωάν. ιστ’ 12).
Κατόπιν της υπό του Αγίου Πνεύματος υπομνήσεως των πάντων αφού επί πολλάς δεκάδας ετών, πριν έτι γραφή η Αγία Γραφή, αγράφως και εκ στόματος παρεδίδετο και εκηρύττετο, ο λόγος του Θεού υπό των Αποστόλων πάντων, έρχεται ο ηγαπημένος Μαθητής Ιωάννης ο Θεολόγος και Ευαγγελιστής, όστις κατά τον Ιερόν Θεοφύλακτον Βουλγαρίας, 32 έτη ύστερον από της του Χριστού θείας αναλήψεως έγραψε το Ιερόν αυτού Ευαγγέλιον, έρχεται λέγομεν και μας πληροφορεί ότι αφήκε πολλά άγραφα και λέγει: «Εστί δε και άλλα πολλά, όσα εποίησεν ο Ιησούς άτινα εάν γράφητε καθ’ εν, ουδέ αυτόν οίμαι τον κόσμον χωρήσαι τα γραφόμενα βιβλία αμήν». (Ιωάν. κα’ 25). Και πάλιν: «Πολλά μεν ουν και άλλα σημεία εποίησεν ο Ιησούς ενώπιον των Μαθητών αυτού, α ουκ έστι γεγραμμένα εν τω βιβλίω τούτω» (Ιωάν. κ’ 30). Και εν τη δευτέρα του επιστολή λέγει: «Πολλά έχω υμίν γράφειν, ουκ βoυλήθην διά χάρτου και μέλανος, αλλ’ ελπίζω ελθείν προς υμάς και στόμα προς στόμα λαλήσαι» (στ 12). Και εν τη τρίτη επιστολή προς Γάϊον, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει: «Πολλά είχον γράφειν, αλλ’ ου θέλω διά μέλανος και καλάμου σοι γράψαι, ελπίζω δε ευθέως ιδείν σε και στόμα προς στόμα λαλήσομεν, ειρήνη σοι» (στ’. 13-14).
Τις δύνανται να αμφισβητήση λοιπόν ότι, αφού έγραψε το ιερόν ευαγγέλιον ο Ιωάννης και έγραψε τας επιστολάς, δεν παρέδωκεν όσα άφηκεν άγραφα εν τω Ευαγγελίω και εν ταις επιστολαίς αυτού αφού μάλιστα ταύτα υπόσχεται εν αυταίς; τούτο είναι μία τρανωτάτη απόδειξις της Ιεράς Παραδόσεως.
Ο δε μέγας των Εθνών Απόστολος Παύλος περισσότερον πάντων ομιλεί περί της ιεράς Παραδόσεως συνιστά και επιβάλλει αυτήν3 αλλ’ οι Ευαγγελικοί αντιτάσσονται εις την διδασκαλίαν του Παύλου με εν χωρίον της Αποκαλύψεως που λέγει: «Εάν τις επιθή προς ταύτα, επιθήσει ο Θεός επ’ αυτόν τας πληγάς τας γεγραμμένας εν τω βιβλίω τούτω» (Αποκ. κβ’ 18) και εν τούτοις δεν έχουν δίκαιον, διότι πρέπει να γνωρίζουν ότι μετά την Γραφήν ταύτην (την αποκάλυψιν δηλαδή) ο Ευαγγελιστής Ιωάννης έγραψε το Ευαγγέλιόν του, χωρίς να αναιρεθώσι ταύτα. Επίσης ο Μωυσής εις το (Δευτ. δ’ 2) λέγει• «Δεν θέλει προσθέσει εις τον λόγον, τον οποίον, εγώ σας προστάζω, ουδέ θέλετε αφαιρέσει απ’ αυτού». Και εν τούτοις μετά εγράφησαν τόσα βιβλία των προφητών. Τι σημαίνουν λοιπόν όλα ταύτα ω «Ευαγγελικοί»; Σημαίνουν ότι δεν δύναται να προσθέση τις εναντία του πνεύματος της Αγίας Γραφής, ουχί όμως και παν ό,τι είναι σύμφωνον και εποικοδομητικόν.
Παρ’ όλα όμως αυτά οι «Ευαγγελικοί» δεν υποχωρούν. Οπλίζονται με άλλα χωρία και πολεμούν, και αυτά είναι τα εξής:
1) «Διατί και υμείς παραβαίνετε την εντολήν του Θεού διά την παράδοσιν υμών; ο γαρ Θεός ενετείλατο λέγων: Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα… μάτην δε σέβονταί με διδάσκοντες διδασκαλίας, εντάλματα ανθρώπων» (Ματθ. ιε’ 3).
2) «Αφέντες γαρ την εντολήν του Θεού, κρατείτε την παράδοσιν των ανθρώπων βαπτισμούς ξεστων και ποτηρίων και άλλα παρόμοια τοιαύτα πολλά ποιείτε». (Μάρκ. ζ’ 8) και πάλιν: «Μη προσέχοντες Ιουδαϊκοίς μύθοις, και εντολαίς ανθρώπων αποστρεφομένων την αλήθειαν» (Τίτ. α’ 14).
3) «Ειδότες ότι ου φθαρτοίς αργυρίω ή χρυσίω εσώθητε εκ της ματαίας υμών αναστροφής πατροπαραδότου» (Α’ Πέτρ. α’ 18). 4) «Αλλά και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν παρ’ ο ευηγγελισάμεθα υμιν, ανάθεμα έστω. Ως προειρήκαμεν, και άρτι πάλιν λέγω: ει τις υμάς ευαγγελίζεται παρ’ ο παρελάβετε, ανάθεμα έστω» (Γαλ. α’ 8).
Αλλά όλα αυτά τα χωρία εν αποδεικνύουν, ότι υπάρχει και ψευδής παράδοσις, από την οποίαν πρέπει να απομακρύνεταί τις, εξετάζων ποίαι είναι αι παραδόσεις του Θεού, διά του Αγίου Πνεύματος, και ποίαι αι παραδόσεις των μικρών ανθρώπων. Άλλωστε εις τα ανωτέρω βλέπομεν, ότι ο Χριστός ελέγχει τους Φαρισαίους, διότι κατεστρατήγησαν την πέμπτην εντολήν και προέτρεπον να υστερώσι τον άρτον από τους γονείς των, διά να συνεισφέρωσιν εις τον Κορβανάν.
Εδώ λοιπόν, πρόκειται περί ιδιοτελών ενταλμάτων των Φαρισαίων διά τους υποκριτικούς σκοπούς των, και ουχί περί της ακριβούς ερμηνείας των αγίων Γραφών, διά των οποίων ο Χριστός ήλεγχε τους παρερμηνεύοντας αυτούς Ραββίνους, ακριβώς όπως σήμερον η Ορθόδοξος Εκκλησία ελέγχει τους παρερμηνεύοντας την Αγίαν Γραφήν Διαμαρτυρομένους. Επίσης ο Απ. Παύλος καταδικάζει πάσαν άλλην διδαχήν ήτις αντίκειται εις το Ευαγγέλιον, αυτή είναι η αλήθεια και ουχί άλλη.
Αλλά μήπως και οι της παλαιάς Διαθήκης άνθρωποι δεν επροχώρουν διά της Παραδόσεως;
Και εν τη Παλαιά Διαθήκη υπάρχει η Παράδοσις δηλαδή και εν τω Μωσαϊκώ Νόμω ωδηγούντο υπό του αγράφου νόμου της συνειδήσεως και υπό της παραδόσεως. Ο Άβελ, ο Ενώχ, ο Νώε, ο Αβραάμ, ο Ιώβ, και άλλοι τοσούτοι θεοφιλείς άνδρες εδικαιώθησαν εκ παραδόσεως.
Άλλωστε τις νόμος, ποία γραφή, τις Προφήτης ωδήγησεν αυτούς; Αλλά και κατόπιν μετά τον γραπτόν νόμον ο Μωυσής συνιστά εις τους Ιουδαίους τον προφορικόν νόμον. Εις το Δευτερονόμιον φερ’ ειπείν, κεφ. λβ’ 6, αναφέρει: «Ερώτησον τον πατέρα σου και αυτός θέλει σοι αναγγείλει, τους πρεσβυτέρους σου και αυτοί θέλουσί σοι ειπεί» και εις τον (Ιώβ η’ 8) λέγει: «Ερώτησον, παρακαλώ, περί των προτέρων γενεών και ερεύνησον ακριβώς περί των πατέρων αυτών. Διότι ημείς είμεθα χθεσινοί και δεν ηξεύρομεν ουδέν» και εις τους ψαλμούς οη’ 3 λέγει: «Όσα ηκούσαμεν και εγνωρίσαμεν και οι πατέρες ημών διηγήθησαν εις ημάς, δεν θέλομεν κρύψει αυτά από των τέκνων αυτών εις την επερχομένην γενεάν», και εις τας παροιμίας λέγει:« Άκουε υιέ μου, την διδασκαλίαν τού πατρός σου και μη απορρίψεις τον νόμον της μητρός σου». Και ερωτάται, υπάρχει ή δεν υπάρχει Παράδοσις εις την Αγ. Γραφήν κ. κ. «Ευαγγελικοί»; Τι αυτά που παραθέτομεν τόσον εκ της Καινής όσον και εκ της Παλαιάς Διαθήκης δεν υπάρχουν εις την Γραφήν σας;
Οι Άγιοι Πατέρες περί Παραδόσεως
Εκ των μέχρι τούδε λεχθέντων δυνάμεθα κατά λογικόν συμπέρασμα να παραδεχθώμεν ασυζητητί, ότι η Ιερά Παράδοσις διετηρήθη ακεραία εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία. Κατ’ εξοχήν δε ο Κύριος διά του Αγίου Πνεύματος διεφύλαξεν ακεραίαν την αληθή διδασκαλίαν αυτού εν τη Εκκλησία, ίνα αρύωνται εξ αυτής οι βουλόμενοι ειδέναι την Ευαγγελικήν αλήθειαν.
Παρ’ ότι δε η Παράδοσις είναι αυταπόδεικτος, εν τούτοις θα παραθέσωμεν ολίγας μαρτυρίας εκ της πράξεως της πρώτης Εκκλησίας ίνα βοηθήσωμεν τους θέλοντας εκ των «Ευαγγελικών» να επιστρέψουν και όπως προλάβω μεν τους μέλλοντας να εκτροχιασθώσιν.
1) Ο Επίσκοπος Ρώμης Κλήμης, όστις εχρημάτισε μαθητής των δύο κορυφαίων Αποστόλων, τον οποίον και ο Απόστολος Παύλος εις την προς Φιλιππησίους επιστολήν αυτού μνημονεύει (Φιλ. δ’ 3). Περί αυτού λοιπόν του Πατρός ο ιστορικός Ευσέβιος αναφέρει εν τη πολυτίμω αυτού Ιστορία τα εξής:
«Την επισκοπήν (της εν Ρώμη Εκκλησίας) κληρούται Κλήμης, ο και εωρακώς τους μακαρίους Αποστόλους και συμβεβληκώς αυτοίς και έτι έναυλον το κήρυγμα των Αποστόλων και την παράδοσιν προ οφθαλμών έχων» (Ευσεβ. Εκκλ. Ιστορ. βιβλ. ε’, κεφ. 6). Ώστε ευθύς εξ αρχής βλέπομεν, ότι υπό δύο πνευματικών λυχνιών εφωτίζοντο οι πρώτοι Χριστιανοί, δηλαδή εκ του γραπτού και προφορικου λόγου, του αγράφου λόγου του Θεού και της Ιεράς Παραδόσεως.
2) Ο Απόστολος Βαρνάβας όστις σαφώς παραγγέλει να φυλάττωμεν παν ότι παρελάβωμεν: «Φυλάξεις, λέγει, α παρέλαβες μήτε προστιθείς μήτε αφαιρών» (Βαρναβ. Ηθικ. Καθηκ. κεφ. 19).
3) Ο Ιγνάτιος ο θεοφόρος, ο μαθητής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου (του Ευαγγελιστού) όστις εν πάσαις ταις επιστολαίς αυτού συνιστά θερμώς την υπακοήν εις την Εκκλησίαν, τον Επίσκοπον και τον Πρεσβυτέρων: «Στήκετε αδελφοί, λέγει, εδραίοι εν τη πίστει του Ιησού Χριστού και εν τη αυτού αγάπη… συναθροίζεσθε κοινή… υπακούοντες τω Επισκόπω και τω πρεσβυτερίω απερισπάστω διανοία» (Επιστ. προς Εφεσ. κεφ. 10). Και αλλαχού λέγει: «Φεύγετε τον μερισμόν της ενότητος και τας κακοδιδασκαλίας των αιρεσιωτών, όπου δε ο ποιμήν εστίν, εκεί ως πρόβατα ακολουθείτε» (Προς Φιλαδελφ. κεφ. 2). Κατά δε την ρητήν μαρτυρίαν του Ευσεβίου, ο θεοφόρος ούτος αποστολικός πατήρ, διαφόρους Εκκλησίας επισκεπτόμενος προέτρεπε αυτούς να τηρώσιν αυστηρώς τας παραδόσεις των θείων Αποστόλων: «Τας κατά πόλιν, αις απεδήμει, παροικίας ταις διά λόγου ομιλίαις τε και προτροπαίς επιρρωνύς, εν πρώτοις μάλιστα προφυλάττεσθαι τας αιρέσεις, άρτι τότε πρώτον αναφυείσας και επιπολαζούσης, παρήνει, προύτρεπέ τε απρίξ έχεσθαι της των Αποστόλων παραδόσεως, ήν υπέρ ασφαλείας και εγγράφως ήδη μαρτυρόμενος, διατυπούσθαι αναγκαίον ηγείτο». (Εκκλ. Ιστορ. βιβλ. 6, κεφ. 36).
4) Ο των Σμυρναίων Επίσκοπος Πολύκαρπος μαθητής του επιστηθίου Ιωάννου, εν τη προς Εφεσίους επιστολή αυτού, εν κεφαλαίω πέμπτω, ονομάζει τον προφορικόν λόγον του Παύλου «λόγον περί αληθείας», ον, λέγει, «γενόμενος (ο Παύλος) κατά πρόσωπον των τότε ανθρώπων, εδίδαξεν ακριβώς, και βεβαίως». Και ο Ειρηναίος αναφέρει σαφώς την περί της Ιεράς Παραδόσεως διδασκαλίαν του θείου Πολυκάρπου, λέγων: «Πολύκαρπον ταύτα αείποτε διδάξαι, α παρά των Αποστόλων εμεμαθήκει, τα αυτά δε και την Εκκλησίαν παραδιδόναι, και μόνα αληθή είναι. Και εις Ρώμην ελθόντα πολλούς των αιρετικών εις την Εκκλησίαν επιστρέψαι μίαν και μόνην ταύτην την αλήθειαν παρά των Αποστόλων παραλαβείν μαρτυρούντα, ή και παρά της Εκκλησίας παρεδόθη». (Εκκλ. Ιστορ. βιβλ. 3, κεφ.39).
5) Ο Παπίας επίσης σύγχρονος των Αγίων Αποστόλων ων, κατά την μαρτυρίαν του Ευσεβίου, λέγει, ότι εκτός των ερμηνειών της Αγίας Γραφής παρέλαβε και τινάς άλλας αληθείς επίσης διδασκαλίας παρά των πρεσβυτέρων: «ουκ οκνήσω δε σοι, λέγει, και όσα ποτέ παρά των πρεσβυτέρων καλώς έμαθον, και καλώς εμνημόνευσα, συγκατατάξαι ταις ερμηνείαις, διαβεβαιούμενος την αυτών αλήθειαν, ου γάρ τοις τα πολλά λέγουσιν, έχαιρον, ώσπερ οι πολλοί, αλλά τοις ταληθή διδάσκουσιν, ουδέ τοις τας αλλοτρίας εντολάς μνημονεύουσιν, αλλά τοις τας παρά τού Κυρίου το πίστει δεδομένας, και παρ’ αυτής παραγιγνομένας της αληθείας… ου γάρ τα εκ των βιβλίων τοσούτον με ωφελείν υπελάμβανον, όσον τα παρά ζώσης φωνής και μενούσης». (Εκκλ. Ιστορ. βιβλ. 3, κεφ. 39).
Εξ αυτού καταφαίνεται πόσον απ’ αρχής προσείχεν η Εκκλησία εις την διατήρησιν της ακεραιότητος της Παραδόσεως, καθώς και εις την ακριβή διάκρισιν της πηγής ταύτης.
6) Ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο και μαθητής του θείου Παύλου σαφέστατα μαρτυρεί την ύπαρξιν της Ιεράς Παραδόσεως: «ουσία γαρ της καθ’ ημάς ιεραρχίας, λέγει, εστί τα θεοπαράδοτα λόγια σεπτότατα δε λόγια ταύτα φαμέν, όσα προς των ενθέων ημών ιεροτελεστιών εν αγιογράφοις ημίν και θεολογικοίς δεδώρηται δέλ τοις και μην όσα προς των αυτών ιερών ανδρών αυλοτέρα, μυήσει και γείτονί πως ήδη της αιωνίου ιεραρχίας εκ νοός εις νουν διά μέσου λόγου, σωματικού μεν, αϋλοτέρου δε όμως γραφής εκτός, οι καθηγεμόνες ημών, εμυήθησαν». (Περί Εκκλ. Ιεραρχ. κεφ. 1).
7) Ο Ιουστίνος Μάρτυς και Φιλόσοφος σύγχρονος και ούτος των θεοκηρύκων Αποστόλων, ρητώς αναφέρει ότι ήτο εν χρήσει ως λόγος Θεού και ως πηγή ορθής πίστεως και η προφορική διδασκαλία, η Ιερά Παράδοσις. Ο ιερός Ιουστίνος γράφων προς Διόγνητον, λέγει: «ου ξένα ομιλώ, ουδέ παραλόγως ζητώ, άλλ’ Αποστόλων γενόμενος μαθητής, γίνομαι διδάσκαλος εθνών, τα παραδοθέντα αξίως υπηρετών γενομένοις αληθείας μαθηταίς» (Επιστολή προς Διόγνητον).
8) Ο Ηγήσιππος όστις ήκμασε επί της πρώτης διαδοχής των Αποστόλων, κατά την πιστήν μαρτυρίαν του Ευσεβίου, συνέγραψεν εις πέντε βιβλία την παράδοσιν των θείων Αποστόλων, τα οποία απωλέσθησαν. Ο Ευσέβιος ιστορών την υπόθεσιν αυτήν γράφει τα εξής: «Εν πέντε ούν συγγράμμασιν ούτος (ο Ηγήσιππος) την απλανή παράδοσιν του Αποστολικού κηρύγματος απλουστάτη συντάξει γραφής υπομνηματισάμενος…» (Εκκλ. Ιστορ. βιβλ. 5 κεφ. 20).
9) Ο άγιος Ειρηναίος (ο Επίσκοπος Λουγδούνων), όστις ήτο μαθητής του Επισκόπου της Σμύρνης Πολυκάρπου, λίαν εναργώς ομιλεί περί της αναγκαιότητος της Ιεράς Παραδόσεως λέγων: «Οι την αλήθειαν ειδέναι βουλόμενοι εν εκάστη Εκκλησία στρέφεσθαι οφείλουσιν εις την γνωστήν προς πάντας αποστολικήν παράδοσιν» (Κατά αίρεσ. βιβλ. 3 κεφ. 3). Και πάλιν ο αυτός αλλαχού ελέγχων τους αιρετικούς, τους μη ακολουθούντας τη παραδοθείση τη εκκλησία θεία διδασκαλία, φανεροί ημίν τον τρόπον καθ’ ον ο προφορικός λόγος του Θεού, η Παράδοσις, διετηρήθη ακεραία: «Ότε, λέγει, ημείς εις την Αποστολικήν (διδασκαλίαν) αυτούς παραπέμπομεν εν ταις Εκκλησίαις τηρουμένην κατά των πρεσβυτέρων διαδοχήν, αντίκεινται το παραδόσει» (Κατά αίρεσ. βιβλ. 3 κεφ. 2).
10) Ο ιερός Κλήμης ο Αλεξανδρείας πραγματευόμενος την αναγκαιότητα της Παραδόσεως λέγει τα εξής: «Αλλ’ οι μέν την αληθή της μακαρίας σώζοντες διδασκαλίας παράδοσιν ευθύς από Πέτρου τε και Ιακώβου, και Ιωάννου τε, και Παύλου των αγίων Αποστόλων παις παρά πατρός εκδεχόμενος, ολίγοι δε οι πατράσιν όμοιοι. Ήκoν (φθάνουν) δε συν Θεώ και εις ημάς τα προγονικά εκείνα και αποστολικά καταθησόμενα σπέρματα» (Στρωματ. Α κεφ. 1 § 11, 12).
Αιτιολογών ακόμη ο ιερός Κλήμης διά ποίον λόγον παρεδόθησαν υπό των Αποστόλων ουχί εγγράφως, αλλ’ αγράφως λέγει τα εξής: «Αυτίκα (και πρωτον μεν) ου πολλοίς απεκάλυψεν, α μη πολλών ην, ολίγοις δε οις προσήκει ηπίστατο (ολίγοι επρόκειτο να γνωρίσουν) εκδέξασθαι και τυπωθήναι προς αυτά, τα δε απόρρητα, καθάπερ ο Θεός λόγω πιστεύεται και ου γράμμα τι» (Αυτόθι Α κεφ. 1 § 13). Ακόμη ο ιερός Κλήμης δύο πηγάς των θρησκευτικών ημών γνώσεων παραδέχεται, ήτοι τον γραπτόν λόγον του Θεού, συνοδευόμενος πάντοτε υπό της Ιεράς Παραδόσεως.
11) Ο Ωριγένης ομιλεί περί της εν τη Εκκλησία διατηρουμένης Παραδόσεως, προτρέπων την τήρησιν αυτής ως εξής: «Τηρητέα ουν η Αποστολική παράδοσις παρά των Αποστόλων τη τάξει της διδαχής παραδοθείσα και μέχρις ημών εν ταίς Εκκλησίαις υπάρχουσα μόνη δ’ αυτή η αλήθεια πιστευτέα, η μηδέν διαφέρουσα της Εκκλησιαστικής και Αποστολικής παραδόσεως» (Περί αρχών βιβλ. 1, κεφ. 2). Και αλλαχού ο Ωριγένης ρητώς λέγει, ότι η έννοια των Ιερών Γραφών δέον να ερμηνεύηται διά της Εκκλησιαστικής Παραδόσεως.
12) Ο Άγιος Κυπριανός ομιλεί περί της πολυτιμότητος και αναγκαιότητος της Ιεράς Παραδόσεως ως εξής: «Ράδιον ψυχαίς ευσεβέσι και απλαίς και πλάνας αποφεύγειν και την αλήθειαν ευρίσκειν, άμα γάρ εις την πηγήν της θείας τραπώμεν παραδόσεως, απόλυται η πλάνη» (Λατινιστί (Cyprian) Επιστ. 63).
13) Ο Τερτυλλιανός ρητώς ομολογεί, ότι υπάρχει άγραφος διδασκαλία υπό της αρχαίας Εκκλησίας τηρουμένη: «ουκ άλλην παράδοσιν αποστολικήν οφείλομεν ομολογείν, η την νυν ενταίς υπ’ αυτών ιδρυθείσαις Εκκλησίαις φυλασσομένην» (Νοn alid agnoscenda erit… Contr. Maccion, Ι, Cap. 12).
14) Ο Αυγουστίνος επίσης (τον οποίον εν πολλοίς οι «Ευαγγελικοί» τον παραδέχονται) διά την Παράδοσιν λέγει: «Ότι άπασα η Εκκλησία τηρεί, και ότι άνευ πάσης διατάξεως συνοδικής εν αυτή αεί ετηρείτο, δικαιότατα παρά των Αποστόλων ηγούμεθα παραδεδομένον» (Λατινιστί, de Baptism ν Cap. 24).
15) Ο Μ. Αθανάσιος ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας αποφαίνεται σαφώς περί της αναγκαιότητος και ακεραιότητος της εν τη Εκκλησία υπαρχούσης αληθούς διδασκαλίας της Ιεράς Παραδόσεως λέγων: «Ίδωμεν δ’ όμως και προς τούτοις, και αυτήν την εξ αρχής παράδοσιν και διδασκαλίαν και πίστιν της καθολικης4 Εκκλησίας, ην ο μεν Κύριος έδωκεν, οι δε Απόστολοι εκήρυξαν, και οι Πατέρες εφύλαξαν’ εν αυτή γάρ η Εκκλησία τεθεμελίωται» και κατωτέρω προσθέτει: «Κατά γάρ την παραδοθείσαν ημίν παρά των Πατέρων αποστολικήν πίστιν παρέδωκα μηδέν έξωθεν επινοήσας» (Λόγ. Περί Αγίου Πνεύματος).
Ακόμη βεβαιοί, ότι το κύρος της Παραδόσεως είναι έτι βέβαιον και εκ των πράξεων των Συνόδων, εν ταις οποίαις αντιπροσωπεύετο άπασα η Οικουμενική Εκκλησία διά των θείων αυτής ποιμένων και διδασκάλων: «… και κατέχων, λέγει, έκαστος την εκ πατέρων πίστιν, ην και οι εν Νικαία συνελθόντες(Πατέρες) υπέμνησαν γράψαντες». (Κατά Αρειανών Λόγ. ΑΙ). Και εν γένει ο μέγας ούτος της Ορθοδοξίας Πατήρ, απαγορεύων την αυθαιρεσίαν εν τη ερμηνεία της Αγίας Γραφής συνιστή την συμφωνίαν και συσχέτισιν των πηγών των περί της εις τον Σωτήρα πίστεως θρησκευτικών ημών γνώσεων, διό και λέγει: «Ημών δε η πίστις εστίν η ορθή, και εκ διδασκαλίας Αποστόλων ορμωμένη, και παραδόσεως των Πατέρων βεβαιουμένη, εις τε Νέας και Παλαιάς Διαθήκης». (Επιστ. προς Αδελφ. Τόμ. Α’ σελ. 159).
16) Ο Άγιος Κύριλλος ο Ιεροσολύμων ακμάσας περί τω 350 μ.Χ. αναφέρει εις τας πέντε τελευταίας Μυσταγωγικάς του Κατηχήσεις περί παραδόσεως κατ’ εξοχήν δε το πρακτικόν μέρος των Μυστηρίων, το οποίον διατηρεί η Ορθόδοξος Εκκλησία.
Εις την δευτέραν δε του αγίου Κατήχησιν, βλέπομεν ακριβώς πόσον μακράν της αληθείας ευρίσκονται οι πολεμούντες τον παραδοθέντα τη Εκκλησία λόγον του Κυρίου: «Πολύ, (λέγει ο μέγας ούτος Πατήρ) σου φρονημότεροι ήσαν οι Απόστολοι και αρχαίοι επίσκοποι, οι της Εκκλησίας προστάται οι ταύτα παραδόντες σύ ουν τέκνον της Εκκλησίας μη παραχάραττε τους θεσμούς». (Κατηχ. 4 § κβ’).
Ομοίως ο αυτός Πατήρ, προφυλλάττων τους πιστούς από της διαστροφής της αληθείας, από τας παγίδας των κακοδόξων αιρετικών λέγει: «Βλέπετε ουν, αδελφοί, και κρατείτε τας παραδόσεις, ας νυν παραλαμβάνετε και απογράψασθε αυτάς εις το πλάτος της καρδίας υμών τηρήσατε μετ’ ευλαβείας μη που συλήση τινάς χαυνωθέντας ο εχθρός μήτις αιρετικός παρατρέψη τι των παραδεδομένων ημίν». (Κατηχ. 5 § η’).
17) Ο Επιφάνιος ο Κύπρου, όστις υπήρξε σφοδρότατος πολέμιος των αιρέσεων λέγει περί Παραδόσεως τα εξής: «Και όροι γάρ ετέθησαν ημίν και θεμέλια και οικοδομή της πίστεως, και Αποστόλων παραδόσεις, και Γραφαί Άγιαι, και διαδοχαί διδασκαλίας και εκ πάντοθεν η αλήθεια του Θεού ησφάλισται». (Αιρέσ. 55). Εκτός τούτων παραθέτομεν και μίαν ακόμη μαρτυρίαν του θείου Πατρός έχουσαν ούτω: «Τηρείν δεί, λέγει, και την παράδοσιν ου γάρ οίαν τε εν μόναις ευρείν πάντα ταις γραφαίς, οι γάρ αγιώτατοι Απόστολοι τα μεν εν τη Γραφή κατέλιπον, τα δε εν τη παραδόσει ο και Παύλος βεβαιοί λέγων, καθώς παρέδωκα υμίν». (Α Κορινθ. ια’ 2) (Αιρεσ. 60, κεφ. 6).
18) Ο Μ. Βασίλειος μετά τον θείον Επιφάνιον εις πλείστα μέρη των πολυπληθών αυτού συγγραμμάτων παραγγέλλει ρητώς την τήρησιν της εγγράφου διδασκαλίας, της υπό της μητρός ημών Εκκλησίας πεφυλαγμένης.
«Αλλά μη χωρίσης, λέγει, Πατρός και Υιού το Πνεύμα το Άγιον, δυσωπείτω σε η παράδοσις, ο Κύριος ούτως εδίδαξεν, Απόστολοι εκήρυξαν, Πατέρες διετήρησαν, μάρτυρες εβεβαίωσαν αρκέσθητι λέγειν ως εδιδάχθης, και μη μοι τα σοφά ταύτα». (Βασιλ. Ομιλ. 24 κατά Σαβελ. και Αρείου και των Ανομοίων 6).
Εκ του μνημονευθησομένου χωρίου ηλίου φαεινότερον δείκνυται, ότι το παρ’ ημίν Εκκλησιαστικόν καθεστώς δεν μετεβλήθη ουδέ κατά κεραίαν αλλ’ είναι αυτό εκείνο, όπερ οι θεοκήρυκες Απόστολοι παρέδωκαν τη Εκκλησία και όπερ μνημονεύει εν τοις συγγράμμασιν αυτού ο Θείος Βασίλειος και οι λοιποί αρχαίοι της Εκκλησίας Πατέρες: «Των εν τη Εκκλησία λέγει, πεφυλαγμένων δογμάτων και κηρυγμάτων τα μεν εκ της εγγράφου διδασκαλίας έχομεν, τα δε εκ της των Αποστόλων Παραδόσεως διαδοθέντα ημίν εν μυστηρίω παρεδεξάμεθα, άπερ αμφότερα την αυτήν ισχύν έχει προς την ευσέβειαν. Και τούτοις ουδείς αντηρεί, ουκ ουν όστις γε κατά μικρόν γουν θεσμών εκκλησιαστικών πεπείραται. Ει γάρ επεχειρίσαμεν τα άγραφα των εθών, ως μη μεγάλην έχοντα την δύναμιν, παραιτείσθαι, λάθοιμεν αν εις αυτά τα καίρια ζημιούντες το Ευαγγέλιον, μάλλον δε εις όνομα ψιλόν περιιστώντες το κήρυγμα. Οίον, (ίνα του πρώτου και κοινωτάτου μνησθώ), τω τύπω του Σταυρού τους εις το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ηλπικότας κατασημαίνεσθαι, τις ο διά γράμματος διδάξας; Το προς ανατολάς τετράφθαι κατά την προσευχήν, ποίον εδίδαξεν ημάς γράμμα; Τα της Εκκλησίας ρήματα επί τη αναδείξει του άρτου της Ευχαριστίας και του ποτηρίου της ευλογίας, τις των αγίων εγγράφως ημίν καταλέλοιπεν; ου γάρ δή τούτοις αρκούμεθα, ών ο Απόστολος ή το Ευαγγέλιον επεμνήσθη, αλλά και προλέγομεν και επιλέγομεν έτερα, ως μεγάλην έχοντα προς το μυστήριον την ισχύν, εκ της αγράφου διδασκαλίας παραλαβόντες. Ευλογούμεν δε το τε ύδωρ του Βαπτίσματος και το έλαιον της Χρίσεως, και προσέτι αυτόν τον βαπτιζόμενον, από ποίων εγγράφων; ουκ από της σιωπωμένης και μυστικής παραδόσεως; Τις δε αυτού του ελαίου την Χρίσιν, τις λόγος γεγραμμένος εδίδαξε; το δε τρίς βαπτίζεσθαι τον άνθρωπον πόθεν; Αλλά δε όσα περί το βάπτισμα, αποτάσσεσθαι τω Σατανά και τοις αγγέλοις αυτού, εκ ποίας εστί γραφής; ουκ εκ της αδημοσιεύτου ταύτης και απορρήτου διδασκαλίας, ην εν απολυπραγμονήτω και απεριεργάστω σιγή οι πατέρες ημών εφύλαξαν καλώς εκείνοι δεδιδαγμένοι των Μυστηρίων τα σεμνά σιωπή διασώζεσθαι; Α γάρ ουδέ εποπτεύειν έξεστι τοίς αμυήτοις, τούτων πώς αν ήν εικός την διδασκαλίαν θριαμβεύειν εν γράμμασι;»
Προχωρών δε εν τω αυτώ κεφαλαίω ο Μέγας Βασίλειος, λέγει: «Επιλείψει με η ημέρα τα άγραφα της Εκκλησίας Μυστήρια διηγούμενον». (Βασιλ. Περί Αγ. Πνεύματος προς Αμφιλόχιον Επίσκοπον Ικονίου κεφ. 27). Ο Μέγας ούτος Πατήρ, αγαπητέ εν Χριστώ αναγνώστα, γεννηθείς εν έτει 329 μ.Χ., αποδεικνύει διά μαρτυριών πλείστων αρχαίων της Εκκλησίας Πατέρων, ότι αι περί της τελέσεως του Μυστηρίου του Βαπτίσματος και των λοιπών Μυστηρίων ιεραί Παραδόσεις της Εκκλησίας, είναι από της συστάσεως αυτής τεθεσπισμέναι, ότι και αυτός εβαπτίσθη κατά την περί του Βαπτίσματος μνημονευθείσαν υπ’ αυτού διάταξιν της Εκκλησίας. Προς απόδειξιν δε τούτου φέρει μάρτυρας και τον Επίσκοπο Καισαρείας Ευσέβιον, υπό του οποίου έλαβε το Βάπτισμα, και πολλούς άλλους Αποστολικούς και τους αμέσως μετ’ αυτούς Πατέρας, οίον Κλήμεντα τον Ρωμαίον, Διονύσιον τον Ρώμης Επίσκοπον, τον Ειρηναίον, τον Ωριγένην, Γρηγόριον τον Θαυματουργόν κ.α.
19) Ο Γρηγόριος Νύσσης επίσης αδελφός του Μ. Βασιλείου τοσούτον σέβεται την Ιεράν Παράδοσιν, ώστε φέρει ταύτην ως σφραγίδα αλάθητον, ως λόγον Θεού, προς επιβεβαίωσιν των λόγων και των επιχειρημάτων αυτού. «Αρκεί γάρ, λέγει, εις απόδειξιν του ημετέρου λόγου το έχειν πατρόθεν ήκουσαν την Παράδοσιν, οιόν τινά κλήρον δι’ ακολουθίας εκ των Αποστόλων διά των εφεξής αγίων παραπεμφθέντα». (Γρηγορ. Νύσσης, προς Ευνομ. Λόγ. γ’).
20) Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος διδάσκει ημάς να φυλάττωμεν την διδασκαλίαν, ήτοι την παρακαταθήκην των Πατέρων λέγων: «Φυλάσσοντες την καλήν παρακαταθήκην, ην παρά των Πατέρων ειλήφαμεν». (Γρηγορ. Ναζιανζ. Λόγος Ειρηνικ.).
Ο αυτός Πατήρ, ομιλών κατά Ιουλιανού του παραβάτου, μνημονεύει της Ιεράς Παραδόσεως, ως πηγής της θείας διδασκαλίας. «Πόθεν, λέγει, ούτω μισόχριστος ο του Χριστού μαθητής, ο τοσούτοις λόγοις της αληθείας προσομιλήσας, και τα μέν ειπών, τα δε ακούσας των φερόντων εις Σωτηρίαν». (Του αυτού κατά Ιουλιανού Λόγ. Α’).
21) Ο Θείος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, παραγγέλλει ημίν στερρώς έχεσθαι της Ιεράς Παραδόσεως. Ούτος ομιλών εις την Α’ Κορινθίους επιστολήν του Παύλου, ένθα ο θείος Απόστολος συνιστά την στοματικήν Παράδοσιν, λέγει: «Άρα και αγράφως πολλά παρεδίδου τότε, ο και αλλαχού δηλοί». (Χρυσ. Α’ Κορ. Λόγ. 26).
Ομοίως και εν τη Β’ Θεσσαλονικείς του Παύλου ομιλών ο Θείος Χρυσόστομος, εν τω τετάρτω αυτού λόγω, λίαν σαφώς αναγνωρίζει το αξιόπιστον της Ιεράς Παραδόσεως και συνιστά το κύρος και την σπουδαιότητα αυτής. «Ου πάντα, λέγει, δι’ επιστολής παρεδίδοσαν οι Απόστολοι, αλλά πολλά και αγράφως, ομοίως κακεινα, και ταύτα έστίν αξιόπιστα, ώστε και την Παράδοσιν της Εκκλησίας αξιόπιστον ηγούμεθα, Παράδοσις εστί, μηδέν πλέον ζήτει». (Χρυσ. Β’ Θεσσ. Λόγ. δ’ και στ’).
22) Ο Σωκράτης ο σχολαστικός, εν τη Εκκλησιαστική Ιστορία αυτού βεβαιοί την εκ διαδοχής υπάρχουσαν εν τη Εκκλησία Ιεράν Παράδοσιν. Ούτος αφηγούμενος τα κατά την συγκροτηθείσαν εν Αλεξανδρεία Σύνοδον επί τη ανακηρύξει της Ομοουσίου Τριάδος λέγει: «Ου γάρ νεαράν τινα θρησκείαν επινοήσαντες εις την Εκκλησίαν εισήγαγον, αλλά άπερ εξ αρχής και η Εκκλησιαστική παράδοσις έλεγε, και αποδεικτικώς παρά τοις Χριστιανών σοφοίς εφιλοσοφείτο. Ούτω γάρ πάντες οι παλαιότεροι περί τούτου λόγου γυμνάσαντες, έγγραφον ημίν κατέλιπον» (Σωκρ. Εκκλ. Ιστορ. βιβλ. 3 κεφ. 7).
Ο αυτός ιστορικός Σωκράτης διηγείται, ότι Ασχάλος ο Θεσσαλονίκης Επίσκοπος ερωτηθείς παρά του αυτοκράτορος Θεοδοσίου ποία δόγματα φυλάττει, απήντησε, τα παραδοθέντα υπό των Αποστόλων. «Ου παρήλθε, λέγει, Αρειανών δόξα κατ’ Ιλυρίων έθνη, ούδ’ ίσχυσε συναρπάσαι η παρ’ εκείνου (του Αρείου) γεγενημένη καινοτομία τας τη δε Εκκλησίας, αλλά μένουσι φυλάσσοντες ασάλευτον την άνωθεν μεν και εξ αρχής εκ των Αποστόλων παραδοθείσαν πίστιν, εν δε τη εν Nικαία Συνόδω βεβαιωθείσαν» (Αυτόθι βιβλίον 5, κεφ. 6).
23) Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής εν τη εκθέσει της ορθής ομολογίας λέγει: «Φυλάξωμεν δε μάλλον το μέγα και πρώτον της πίστεως ημών φάρμακον την καλήν, λέγω, της πίστεως κληρονομίαν ομολογούντες ψυχής τε και σώματι μετά παρρησίας, ως οι Πατέρες ημάς εδίδαξαν, οίτινες τοις εξ αρχής αυτόπταις και υπηρέταις γινομένοις του λόγου ηκολούθησαν» (Μαξίμ. Έκθεσις Ορθ. Ομολ.).
24) Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός βεβαιοί, ότι παν το εν τη Εκκλησία γινόμενον προστέτακται υπό των θεηγόρων, Αποστόλων και πνευματοφόρων Πατέρων εις δόξαν του παμβασιλέως Θεού ημών, δηλαδή Λειτουργίαι και τελεταί και εορταί των Αγίων και ψαλμωδίαι κλπ. «Πάντα, λέγει, οι θεηγόροι Απόστολοι και θεηπόλοι και πνευματοφόροι Πατέρες εν κατοχή του θείου κατά το θεμιτόν γεγονότες, και της εκστατικής τούτου δυνάμεως ποσώς μετειληφότες εν Θεώ, στόμα τι θεοφιλώς εθέσπισαν και Λειτουργίας, και ευχάς, και ψαλμωδίας ετησίους τε μνήμας των προλαβόντων, άτινα μέχρι του νυν, Θεού του φιλανθρώπου τη χάριτι, επαύξουσι και προστίθενται από ανατολών ηλίου μέχρι δυσμών και βορρά και νότον, εις δόξαν και αίνον του Κυρίου και βασιλέως των βασιλευόντων Θεού». Ομοίως του λόγου γενομένου εις το στρέφεσθαι προς ανατολάς κατά την ώραν της προσευχής, λέγει, «Άγραφος, η παράδοσις αυτή των Αποστόλων, πολλά γαρ αγράφως ημίν παρέδωκαν».
Και εν γένει ο Άγιος Ιωάννης, γνωρίζων την σοβαρότητα των Αποστολικών Παραδόσεων ονομάζει τους Αγίους Πατέρας ακριβείς φύλακας αυτών «Αποστολικών Παραδόσεων ακριβείς φύλακες γεγόνατε Άγιοι Πατέρες».
Ταύτην δε την ομολογίαν του ιερού Δαμασκηνού, δηλαδή, ότι οι Άγιοι Πατέρες έγιναν ακριβείς φύλακες των Αποστολικών Παραδόσεων, επιβεβαιούσι με μίαν φωνήν άπαντες οι κήρυκες της πίστεως από των Αποστολικών Χρόνων μέχρις ημών, ως είδομεν εις τα εκτεθέντα χωρία των Αποστολικών ανδρών και διαδόχων αυτών.
Λυπούμεθα δε, μη δυνάμενοι να εκταθώμεν περισσότερον καταχωρούντες πλείονα εκ του αφθόνου ταμείου των εκλεκτών της του Χριστού ποίμνης Ποιμένων και Διδασκάλων. Ελπίζομεν όμως ότι και αυτά είναι αρκετά διά τους θέλοντας. Διά τους εγωϊστάς και μη θέλοντας ολόκληρον την Πατρολογίαν εάν παραθέταμεν δεν ήθελον συγκινηθή.
Τέλος, πας όστις θέλει να πιστεύη ορθώς, ως εδίδαξεν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και οι Απόστολοι, όστις θέλει να έχη ακεραίαν και ανόθευτον την Ευαγγελικήν αλήθειαν οφείλει να ερμηνεύη τον γραπτόν λόγον του Θεού, δηλαδή την αγίαν Γραφήν, ουχί αλαζονευόμενος, ουχί κατά τας προλήψεις αυτού, αλλ’ εν απλότητι, έχων πάντοτε υπ’ όψιν την αυθεντίαν της εν τη Εκκλησία τηρουμένης Αποστολικής διδασκαλίας, ήτοι της Ιεράς Παραδόσεως, διότι κατά τον Άγιον Ειρηναίον:
«Οι την παράδοσιν αγνοούντες ου δύνανται την αλήθειαν εκ των Γραφών ευρείν» (Ειρην. κατά αιρεσ. γ’ 2, δ’ 63) και κατά τον Κλήμην Αλεξανδρείας: «Οι κατά της Εκκλησιαστικής Παραδόσεως την Γραφήν ερμηνεύοντες απώλεσαν τον της αληθείας κανόνα». (Στρωμ. α’ 7). Επομένως, ίνα μη απολέσωμεν τον της αληθείας κανόνα: «ουκ οφείλομεν παρεκλίνειν της πρώτης Εκκλησιαστικής Παραδόσεως και Γραφαίς πιστεύσαι άλλως πως, παρά ως παρέδωκαν ημίν εκ διαδοχής αι του Θεού Εκκλησίαι» (Ωριγ.).
Διό και λέγομεν τοις παρ’ ημίν «Ευαγγελικοίς» εις την πραγματικότητα «Αντιευαγγελικοίς» ως έλεγε εις τους προκατόχους αυτών προ 1640 ετών ο Άγιος Κυπριανός: «Εάν προς την πηγήν της θείας Παραδόσεως στρέψωσι παύσει η ανθρωπίνη πλάνη» (Κυπριαν. Επιστ. 74).
Αλλ’ Έλληνες «Ευαγγελικοί», αφού απορρίπτετε την Παράδοσιν 24 Αγίων Πατέρων, πως παραδέχεσθε την του Λουθήρου; Ποιος γνωρίζει καλύτερον, ο Λούθηρος που παρουσιάζεται μετά 1500 έτη ή αυτοί που ήσαν διάδοχοι των Αποστόλων; Προσέξατε την πλάνην και την απώλειαν όπου ευρίσκεται όπισθεν αυτής. Από ημάς εξαρτάται η σωτηρία. Ο Θεός θέλει πάντας σωθήναι και αναμένει. Το ευχόμεθα με όλην την δύναμιν της ψυχής μας.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. Τούτου χάριν, λέγει ο Παύλος εις τον Τίτον, «Κατέλιπόν σε εν Κρήτη ίνα τα λείποντα επιδιορθώση και καταστήσης κατά πόλιν πρεσβυτέρους ως εγώ σοι διεταξάμην». (Τιτ. α’ 5). Δηλαδή, καθ’ ον τρόπον εγώ σοι διέταξα. Ο τρόπος όμως αυτός καίτοι δεν μνημονεύεται γραπτώς υπό του Παύλου εφηρμόσθη βεβαίως υπό του Τίτου και μεταδόθη τοις επιγινομένοις αποτελεί δε προφανώς μίαν παράδοσιν συμπληρούσαν την Γραφήν, την οποίαν καλούνται οι «Ευαγγελικοί» να προσέξουν.
2. Εκτός των είκοσι επτά κανονικών βιβλίων της Κ. Διαθήκης, εγράφησαν υπό των πολεμίων της Χριστιανικής Θρησκείας αιρετικών των πρώτων αιώνων και πλείστα άλλα νόθα και ψευδεπίγραφα Ευαγγέλια μερικά των οποίων είναι και τα εξής: 1) Το καθ’ Εβραίους Ευαγγέλιον, όπερ ήτο το του Ματθαίου νενοθευμένον υπό των Εβραίων Χριστιανών. 2) Το κατ’ Αιγυπτίους Ευαγγέλιον, εξ ου αντλούν τας πλάνας αυτών οι Σαβελλιανοί. 3) Το κατά Μαρκίωνα Ευαγγέλιον, όπερ ήτο το του ιερού Λουκά ηκρωτηριασμένον και νενοθευμένον υπό των αιρετικών, οίτινες ημφισβήτουν το γνήσιον του Λουκά. 4) Το Ευαγγέλιον των 12 Αποστόλων. 5) Το Πρωτοευαγγέλιον του Ιακώβου. 6) Το κατά Θωμάν, το της νηπιότητος του Χριστού Ευαγγέλιον. 7) Το Ευαγγέλιον της γενέσεως της Θεοτόκου. 8) Το Ευαγγέλιον του Νικοδήμου. 9) Αι απόκρυφοι πράξεις διαφόρων Αποστόλων. 10) Αι Απόκρυφοι επιστολαί και πολλαί άλλαι αναφοραί και ιστορίαι. Τα νόθα και ψευδεπίγραφα ταύτα βιβλία, άτινα επενόησαν οι αιρετικοί προς υποστήριξιν των κακοδοξιών αυτών, είναι περισσότερα των γνησίων.
3. «Άρα ουν αδελφοί στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις, ας εδιδάχθητε, είτε διά λόγου, είτε δι’ επιστολής ημών» (Β’ Θεσ. β’ 15). «Παραγγέλομεν δε υμίν, αδελφοί, εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στέλλεσθαι υμάς από παντός αδελφού ατάκτως περιπατούντος, και μη κατά την παράδοσιν, ην παρέλαβεν παρ’ ημών» (Β’ Θεσ. γ’ 6). «Επαινώ δε υμάς, αδελφοί, ότι πάντα μου μέμνησθε, καθώς παρέδωκα υμίν τας παραδόσεις κατέχετε» (Α’ Κορ. ια’ 2). «Τα δε λοιπά ως αν έλθω διατάξομαι» (αυτ. 34). «Παρέδωκα δε υμίν, εν πρώτοις α και παρέλαβον» (Α’ Κορ. ιε’ 3). «Και α ήκουσας παρ’ εμού διά πολλών μαρτύρων, ταύτα παράθου πιστοίς ανθρώποις, οίτινες ικανοί έσονται και ετέρους διδάξαι». (Β’ Τιμ. β’ 2). Εις το σημείον αυτό δηλούται και η προς άλλους μετάδοσις της παραδόσεως. «Καταστήσεις κατά πόλεις πρεσβυτέρους, ως εγώ σοι διεταξάμην» (Τίτ.α’ 5). «Α και εμάθετε και παρελάβετε και ηκούσατε και είδετε εν εμοί, ταύτα πράσσετε» (Φιλ. δ’ 9). «Καθώς παρέδωσαν ημίν οι απ’ αρχής αυτόπται και υπηρέται γενόμενοι του Λόγου, έδοξε καμοί παρηκολουθηκότι άνωθεν πάσιν ακριβώς, καθεξής σοι γράψαι, κράτιστε Θεόφιλε, ίνα επιγνώς περί ων κατηχήθης λόγων την ασφάλειαν» (Λουκ. α’ 2). «Οις και παρέστησεν εαυτόν ζώντα, μετά το παθείν αυτόν εν πολλοίς τεκμηρίοις, δι’ ημερών τεσσαράκοντα οπτανόμενος αυτοίς και λέγων τα περί της βασιλείας του Θεού» (Πράξ. α’ 3). Τι τοις έλεγεν, ω «Ευαγγελικοί», ο Κύριος επί τεσσαράκοντα ημέρας περί της Βασιλείας του Θεού; πού είναι γεγραμμένα αυτά; Ης ποίον βιβλίον της Κ. Διαθήκης αναφέρονται; «Διό γρηγορείτε μνημονεύοντες ότι τριετία ν νύκτα και ημέραν ουκ επαυσάμην μετά δακρύων νου θετών ένα έκαστον» (Πράξ. κ’ 31). Τι τοις έλεγεν και πάλιν ω «Ευαγγελικοί» τρία έτη ο Παύλος; Εις ποίον βιβλίον ταύτα αναφέρονται; Δεν είσθε λοιπόν ανακόλουθοι;
4. Όταν λέγει «Καθολική» δεν εννοεί της Παπικής αλλά της Ορθοδόξου. Δεν υπήρχε άλλωστε επί ημερών Μ. Αθανασίου η Παπική λεγομένη εκκλησία.
(απόσπασμα από το βιβλίο «ΑΝΤΙΕΤΑΓΓΕΛΙΚΟΙ ΟΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΙ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ Δ. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ)
Πηγή: Η Άλλη Όψις
1. Σταχυολογήματα ἀπό τό κείμενο «Δήλωση Ἑνότητας» τῆς 10ης Συνέλευσης τοῦ Π.Σ.Ε. στό Πουσάν
Παρακάτω παραθέτουμε σέ μετάφραση ἐπιλεγμένα σημεῖα τοῦ κειμένου Unity Statement τοῦ Πουσάν Δέν ἀποσκοποῦμε σέ πλήρη ἀνάλυσή του, ἀλλά στήν ἀνάδειξη τῆς γενικῆς γραμμῆς του· καί εἶναι ἐν πρώτοις ἐμφανές, ὅτι γιά τούς συμμετασχόντες, ἡ τελείωση τῶν ἐλπίδων τῶν Χριστιανῶν δέν εὑρίσκεται στούς καινούς οὐρανούς «ἐν οἷς δικαιοσύνη κατοικεῖ» (Β΄Πετρ. 3,13), οὔτε τό «πολίτευμα ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλιπ. 3, 20), τά ὁποῖα ἀποσιωπεῖ. Ἐγκοσμιοκρατικῶς γιά τό Π.Σ.Ε. ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ φαίνεται ὅτι θά ἐκπληρωθεῖ ἐπί γῆς «hier und jetzt», μέ τή συνδρομή τῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων· ἡ προφητεία τοῦ Κυρίου «ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε» (Ἰω. 16, 33) καί τό «μή ἀγαπᾶτε τόν κόσμον μηδέ τά ἐν τῷ κόσμῳ» (Α΄ Ἰω. 2, 15) εἶναι γιά τό κείμενο τοῦ Πουσάν κενός λόγος.
Μέ αὐτό δέν ἐννοοῦμε ὅτι δέν πρέπει ἡ Ἐκκλησία νά ἀγωνίζεται γιά τό δίκαιο καί τήν εἰρήνη, ἀλλά ὅτι δέν πρέπει νά ματαιοπονεῖ καί νά ἔχει φροῦδες ἐλπίδες γιά ἐπί γῆς Βασιλεία, ἐφ’ ὅσον ἡ πλατεῖα ὁδός τῆς φιλαυτίας καί τοῦ ἰδίου συμφέροντος εἶναι δεδομένον καί διακηρυγμένο ἀπό τόν Θεό, ὅτι θά ἀκολουθεῖται πάντοτε ἀπό τήν πλειοψηφία (Ματθ. 7,13).
Οἱ ἐκκλησιολογικές πλάνες τοῦ κειμένου τοῦ Πουσάν κατά κανόνα εὑρίσκονταν ἤδη «σπερματικῶς» στό κείμενο τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε, ἀλλά ἐδῶ ἔλαβαν ἀνεπτυγμένη καί ἐπίμονη κατάθεση.
Ἐκκλησιολογικῶς γιά ἄλλη μιά φορά, ὅπως καί στό Πόρτο Ἀλέγκρε, οἱ «ὀρθόδοξοι» ἐκπρόσωποί μας στό Π.Σ.Ε. ἀρνοῦνται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τή Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Αὐτή τή φορά ὅμως πολύ πιό ἐκπεφρασμένως, καθώς μεταθέτουν (§15, βλ. κατωτέρω) τήν ἐκπλήρωση τῆς Μιᾶς Ἁγίας (Unae Sanctae) στό μέλλον, ὅταν θά ὑπάρξει κοινή εὐχαριστιακή τράπεζα Ὀρθοδόξων καί ἑτεροδόξων. Δηλαδή κατ΄ ἀκρίβειαν οἱ Ὀρθόδοξοι ἐκπρόσωποι στό Π.Σ.Ε. δέν μποροῦν πλέον νά λένε Πιστεύω εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, ἀλλά Προσδοκῶ Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν.
Τό αὐγουστίνειας προελεύσεως προτεσταντικό ἐφεύρημα τῆς «ἀοράτου ἐκκλησίας», ἡ ὁποία δῆθεν ὑπερέχει τῶν ὁρατῶν «χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν» καί μερικῶς τίς περιέχει, αἱρετικό δόγμα πού ἔχει συνοδικῶς καταδικασθεῖ ἀπό τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία καί πολεμεῖται στήν ἀντιρρητική μας γραμματεία [12], υἱοθετεῖται στό Πουσάν καί πάλι μέ τήν ἐμμονή «νά ἐπιδιώκουμε ἀπό κοινοῦ τήν ἑνότητα τῆς ὁρατῆς Ἐκκλησίας» (§14).
Ἡ καθολικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σημαίνει, κατά τόν ἅγιο Κύριλλο Ἱεροσολύμων, ὄχι μόνον τή γεωγραφική οἰκουμενικότητα, ἀλλά κυρίως τή συμπερίληψη στήν Ἐκκλησία ὅλων καθολικῶς τῶν μέσων πού ἀπαιτοῦνται γιά τή σωτηρία τῆς ἀνθρωπότητας («διὰ τὸ διδάσκειν καθολικῶς καὶ ἀνελλιπῶς ἅπαντα τὰ εἰς γνῶσιν τῶν ἀνθρώπων ἐλθεῖν ὀφείλοντα δόγματα [...] καὶ διὰ τὸ καθολικῶς ἰατρεύειν μὲν καὶ θεραπεύειν ἅπαν τὸ τῶν ἁμαρτιῶν εἶδος, τῶν διὰ ψυχῆς καὶ σώματος ἐπιτελουμένων») [13]. Παρά ταῦτα τό δόγμα αὐτό καί πάλιν βάλλεται καί καταρρίπτεται στό κείμενο τοῦ Πουσάν, καθώς δηλώνεται (§4 καί §15) ὅτι ὅλα τά μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. (συνεπῶς καί οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες) «ἐμπλουτίστηκαν» ἀπό τήν ἐπαφή μέ τά λοιπά μέλη, δηλαδή, μέ τίς ποικίλες αἱρέσεις τῶν Προτεσταντῶν· αὐτό συμπληρώνει τή βλάσφημη θέση τοῦ κειμένου τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε, ὅτι ὁ ἕνας χωρίς τόν ἄλλο, οἱ ἐκκλησίες-μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. εἶναι πτωχευμένες (§3, “impoverished”).
Στήν παράγραφο §4 τῆς Δηλώσεως Ἑνότητας τοῦ Πουσᾶν, τίθεται στό στόχαστρο τό αἴσθημα αὐτάρκειας τῶν ἐκκλησιῶν-μελῶν ὡς πρόξενο ἀναισθησίας ἔναντι τῶν ἀδικιῶν καί συγκρούσεων στόν κόσμο. Ἡ «ποινικοποίηση» ἐκ μέρους τοῦ Π.Σ.Ε. τῆς ἐκκλησιαστικῆς «αὐτάρκειας» στοχοποιεῖ ἀμέσως τήν αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅτι ἀποτελεῖ τήν Μίαν Ἁγίαν Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, καί ὅτι συμφώνως πρός τήν Ἁγία Γραφή ἡ Ἐκκλησία ὄχι μόνον εἶναι ὁρατή (Πράξ. 2, 47), ἀλλά ἀποτελεῖ «στύλον καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» (πρβλ. Α΄ Τιμ. 3, 15) · ἡ Ὀρθοδοξία ἀκόμη καί συνοδικῶς ἔχει διατυπώσει τήν ὁλοκληρία καί ἀκεραιότητά της, ἐν ἀντιθέσει πρός τίς αἱρέσεις τοῦ Παπισμοῦ καί Προτεσταντισμοῦ· ἡ ἀπάντηση τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν πρός τούς Ἀγγλικανούς Ἀνωμότους (1716/1725) διατύπωσε τήν αὐτοσυνειδησία, ὅτι παρά τά παραπάνω αἱρετικά σχίσματα ἡ Ἐκκλησία παρέμεινε ἄθικτη: «Νῦν δὲ τὰ μὲν τέσσαρα μέρη τοῦ ρηθέντος ἱστίου [τοῦ πλοίου τῆς Ἐκκλησίας] ἐνέμειναν κατὰ χώραν συνημμένα τε καὶ συνεραμμένα, δι΄ ὧν εὐχερῶς ἡμεῖς διαπλέομεν καὶ ἀκυμάντως τὸ τοῦ βίου τούτου πέλαγος, καὶ κούφως διαπερῶμεν τὰ κύματα τῶν αἱρέσεων, μέχρις οὗ εἰς τὸν εὔδιον καταντήσωμεν τῆς σωτηρίας λιμένα. [...] Οὕτως οὖν ἡ καθ’ ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ εὐσεβὴς Ἐκκλησία ἐπὶ τέσσαρσιν νῦν ἐρείδεται στύλοις, τοῖς τέσσαρσι δηλαδὴ Πατριάρχαις, καὶ μένει ἀδιάσειστος καὶ ἀκλόνητος» [14].
Στό κείμενο αὐτό τοῦ Π.Σ.Ε. (§10 καί §4), καθώς καί σέ προγενέστερα τούτου, παρατηρεῖται τό ἑξῆς παράδοξο: θεωρεῖται νόμιμη ἡ διαφορετικότητα (“diversity”) τῶν «ἐκκλησιῶν»-μελῶν τοῦ Π.Σ.Ε., καί παράνομη κατά Θεόν ἡ διαίρεσή τους. Βεβαίως, ἡ διαφορετικότητα αὐτή ἀναφέρεται στά δόγματα, διότι ἡ ἱστορική διάσταση τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό τίς αἱρέσεις τοῦ σημερινοῦ Π.Σ.Ε. δέν ἔγινε γιά ἐλάσσονα θέματα ἐθῶν καί παραδόσεων, ἀλλά μόνο γιά δόγματα. Τό κείμενο τοῦ Πουσάν ἀποσιωπᾶ τό ἁγιογραφικό «εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα» (Ἐφ. 4,5) καί ἐπικαλεῖται μιάν ἀνύπαρκτη στήν πρώτη Ἐκκλησία «διαφορετικότητα» ρήξεων καί διαιρέσεων (§7), ἀποσιωπώντας ὅτι τά θέματα αὐτά, μολονότι δέν ἅπτονταν πάντοτε τοῦ πυρῆνα τῆς σωτηρίας, παρά ταῦτα ἐλύνονταν ὅλα μέ ἀποστολικές Συνόδους καί ἐπήρχετο ὁμοφωνία· γι΄ αὐτό μαρτυρεῖ καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «εἰ δέ τις δοκεῖ φιλόνεικος εἶναι, ἡμεῖς τοιαύτην συνήθειαν οὐκ ἔχομεν, οὐδὲ αἱ ἐκκλησίαι τοῦ θεοῦ (Α΄ Κορ. 11, 16).
Ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, διατυπώνει θαυμασίως, μέ τόν δικό του πάντοτε θεόπνευστο λόγο, τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώματος Χριστοῦ: «Διὰ τῆς χάριτός Του τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἑνώνει ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἰς μίαν ψυχὴν καὶ μίαν καρδίαν, τὴν καθολικὴν ψυχὴν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν καθολικὴν καρδίαν τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ διὰ τοῦτο αὐτὰ “τὸ αὐτὸ φρονοῦσι”, “τὴν αὐτὴν ἀγάπην ἔχουσι”, διότι φρονοῦν μὲ τὴν καθολικὴν ψυχὴν τῆς Ἐκκλησίας, καὶ αἰσθάνονται μὲ τὴν καθολικὴν αἴσθησιν τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ τὸ φρόνημά των καὶ τὸ αἴσθημά των εἶναι προσωπικὸν καὶ συνάμα καθολικόν, διότι ἕκαστος ἀνήκει εἰς ὅλους καὶ ὅλοι ἀνήκουν εἰς ἕκαστον» [15]. Ποῦ λοιπόν, ἡ ἀνόητη καί βλάσφημη «διαφορετικότητα» τῆς δῆθεν ἀοράτου Ἐκκλησίας;
Στήν παραγράφους §4 καί §14 τοῦ κειμένου ἀναφέρεται ἡ διαίρεση τῶν «ἐκκλησιῶν», τοῦ λεγομένου «χριστιανικοῦ κόσμου», ὡς ἀφορμή πένθους καί μετανοίας. Λησμονεῖται ἐδῶ ἡ βασική ἐντολή τοῦ Κυρίου «ἐάν κάποιος παρακούσει καί στήν Ἐκκλησία νά τόν ἔχεις σάν τόν ἐθνικό καί τόν τελώνη» (βλ. Ματθ. 18,17). Ἡ Ἐκκλησία πρός ἄμυνα τοῦ ποιμνίου της πάντοτε «ἀφόριζε» καί «ἀναθεμάτιζε» (ἔθετε ἐκτός τῶν ὁρίων Της καί ἀνέθετε στόν Θεό) ὅσους ἐπέμεναν ἀμετανοήτως στήν αἵρεσή τους· εἶναι χαρακτηριστική ἐν προκειμένῳ ἡ ἀρχαία διατύπωση τοῦ ἁγίου Βικεντίου τοῦ Ληρινίτου (περί τό 434): «Ἔτσι, λοιπόν, τό νά κηρύττει κανείς στούς Καθολικούς Χριστιανούς διδασκαλία ἄλλη ἀπό ἐκείνη πού ἔλαβαν, οὐδέποτε ἐπιτράπηκε, πουθενά δέν ἐπιτρέπεται καί οὐδέποτε θά ἐπιτραπεῖ. Καί ὁ ἀναθεματισμός ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κηρύττουν διαφορετικά ἀπό ὅσα ἅπαξ [Ἰούδα 3] παραδόθηκαν, πάντοτε ἦταν καθῆκον, εἶναι παντοῦ καθῆκον καί θά εἶναι πάντοτε καθῆκον» [16].
Ἀποτελεῖ ἐπίσης θεολογικό ψεῦδος ἡ διαπίστωση στό κείμενο τοῦ Πουσάν ὅτι ἡ διαφορετικότητα δέν μπορεῖ νά γίνεται αἰτία διαιρέσεως στήν Ἐκκλησία καί ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας δέν συνιστᾷ ὁμοιομορφία (§10). Ὁ Πατριάρχης ΚΠόλεως Φώτιος ὁ Μέγας, τούς λόγους τοῦ ὁποίου οἱ οἰκουμενιστές διαστρέφουν πρός τό ἴδιο συμφέρον, κάνει σαφῆ διάκριση ὅσων διαφοροποιήσεων μποροῦν νά εἶναι ἀνεκτές καί ὅσων ὄχι. Εἶναι σαφές ὅτι οἱ διαφορές μας μέ τίς αἱρετικές, «ἑτερόδοξες» «ἐκκλησίες» τοῦ Π.Σ.Ε. ἀνήκουν σαφῶς στόν τομέα τῶν ἀπαρεγκλίτως φυλασσομένων δογμάτων. Γράφει ὁ Μέγας Φώτιος: «Καί πράγματι, ὑπάρχουν τά κοινά, τά ὁποῖα εἶναι ἀνάγκη νά τά φυλάττουν ὅλοι, καί βεβαίως πρίν ἀπό τά ἄλλα, τά περί Πίστεως, ὅπου ἄν παρεκκλίνει ὀλίγον κανείς, ἁμαρτάνει ἁμαρτίαν πρός θάνατον. Ὑπάρχουν καί μερικά πού ἀκολουθοῦνται ἀπό κάποιους ἰδιαιτέρως, τῶν ὁποίων ἡ παράβαση εἶναι ἐπιζήμια γιά ἐκείνους πού τούς παραδόθηκαν αὐτά, γιά ἐκείνους ὅμως πού δέν τά παρέλαβαν, τό νά μή τά τηρήσουν εἶναι ἀπαλλαγμένο κατακρίσεως» [17].
Τό Π.Σ.Ε. μέ τό κείμενο τοῦ Πουσάν πολύ βολικῶς «φορτώνει» και τήν Ὀρθοδοξία μέ τά σφάλματα τῆς δυτικῆς χριστιανωσύνης καί μέ τήν διαιρεμένη εἰκόνα τοῦ «χριστιανισμοῦ» πρός τόν ἔξω κόσμο (παράγραφοι §11, §14). Ἡ Ἐκκλησία ὅμως, καθοδηγούμενη ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες, οὐδέποτε δογμάτισε ὁ,τιδήποτε θά μποροῦσε νά ἀποτελέσει σκάνδαλο γιά τόν κόσμο, διαφορετικό ἀπό τό σκάνδαλο πού ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός ἀποτελεῖ γιά τούς ὑπερήφανους καί χαμαιζήλους (Ματθ. 13, 57, Μάρκ. 6, 3, Α΄Πετρ. 2, 7.8). Ἡ μόνη Ἐκκλησία, ἡ Ὀρθόδοξος, δέν ἔχει νά ἀπολογηθεῖ γιά τίποτε, ἐφ’ ὅσον ὁ Χριστός διά τῶν Ἀποστόλων Του ἐπέρριψε τό κρῖμα τοῦ σκανδάλου σέ ἐκείνους πού προκαλοῦν τίς διαιρέσεις στό ἑνιαῖο φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας «ὁ δὲ ταράσσων ὑμᾶς βαστάσει τό κρῖμα, ὅστις ἂν ᾖ» (Γαλ. 5, 10) καί αὐτοί ὑπῆρξαν οἱ αἱρετικοί, οἱ Παπικοί, Προτεστάντες, Μονοφυσῖτες καί ἄλλοι.
Ἡ παράγραφος §14 ἐκφράζει τήν ἐπαίσχυντη θέση ὅτι μετανοοῦμε γιά τή διαίρεση τῶν «ἐκκλησιῶν». Αὐτό συνεπάγεται ὅτι «μετανοοῦμε» πού οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἀπέκοψαν ἀπό τήν Ἐκκλησία στό παρελθόν, τά τώρα ἑτερόδοξα μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. (Μονοφυσῖτες, Προτεστάντες). Συνεπῶς «μετανοοῦμε» πού προφυλάχθηκε ἡ ὀρθόδοξος Ἀνατολική καί Καθολική Ἐκκλησία ἀπό τήν αἱρετική ἀντίληψη τῶν Σεβηριανῶν ὅτι ὁ Χριστός δέν ἔχει δύο φύσεις μετά τήν ἕνωση (ἐνανθρώπηση). Μετανοοῦμε πού διώχθηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία ὅσοι (ὅπως οἱ Προτεστάντες) δέν πίστευαν ὅτι ἡ Θεία Κοινωνία εἶναι ὄντως Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ (Ἰω. 6, 55)· ὅσοι δέν ἀνεγνώριζαν τήν ἀπό Χριστοῦ ἐξουσία τῆς Ἐκκλησίας νά λύει ἁμαρτήματα (Ἰω. 20, 23)· ἐκεῖνοι πού δέν ἀνεγνώριζαν τήν τιμή τῆς Θεοτόκου (Λουκ. 1, 48)· ὅσοι υἱοθέτησαν τήν καταδικασμένη ἀπό τήν Ἐκκλησία εἰκονομαχία· ὅσοι κατήργησαν τήν ἱερά Ἐξομολόγηση καί ὅλα τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, πλήν κάποιων (συμβολικῶν συνήθως) ἀπομειναρίων καί ὅσοι κατέχωσαν τόν θησαυρό τῆς Πατερικῆς Γραμματείας καί κυρίως τῶν προσευχῶν τῶν Ἁγίων (Β΄Πετρ. 1, 25 καί Ἀποκ. 8, 4).
Οἱ ἐκπρόσωποι μας στό Πουσάν, μεταξύ τῶν ὁποίων καί Ἐπίσκοποι, μετανοοῦν πού ἡ Ἐκκλησία διεχώρισε ὅσους αἱρετικούς, καί κυρίως τούς Προτεστάντες, ἀμφισβήτησαν τήν Ἱερωσύνη τῶν Ἐπισκόπων, καί τούς ἀντικατέστησαν μέ πάστορες καί ἱεροκήρυκες !
Γι’ αὐτήν τήν δῆθεν «ἀοράτως ἑνωμένη διαφορετικότητα» ἀλήθειας καί πλάνης, Χριστοῦ καί Βελίαρ, φωτός καί σκότους, μᾶς καλεῖ ἡ παράγραφος §14 νά εἴμαστε ἐπιπλέον καί εὐγνώμονες. Ὥστε, προσθέτουμε ἐμεῖς, ὅταν θά ἐπιτευχθεῖ ἡ δύσφημος ἕνωση τοῦ «χριστιανικοῦ κόσμου» κατά τό θέλημα τοῦ Π.Σ.Ε., νά μπορεῖ νά ἐπιλέγει καί ὁ κάθε Ὀρθόδοξος, παραμένοντας τυπικῶς Ὀρθόδοξος, τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο θά σωθεῖ, μέ ἤ χωρίς Θεία Κοινωνία, ἱερά Ἐξομολόγηση, ἄσκηση, νηστεῖες κ.τ.σ., ἀφοῦ ἡ δῆθεν «Θεόθεν δοθεῖσα διαφορετικότητα» στό Π.Σ.Ε., ἤδη τά ἐξαγιάζει ὅλα !
Μέ αὐτά τά δεδομένα, ἡ δέσμευση γιά παραμονή στό Π.Σ.Ε. καί γιά ἐπέκταση τῶν τρόπων ἀναμείξεως Ὀρθοδοξίας καί αἱρέσεως, ὅπως ἐκφράζεται στήν παράγραφο §15 (“We will hold each other accountable for fulfilling these commitments”), δέσμευση ἡ ὁποία ἀποτέλεσε καί τό σύνθημα τοῦ Μηνύματος τῆς 10ης Συνελεύσεως τοῦ Πουσάν («We intend to move together»), εἶναι ἀποκαρδιωτική, εἶναι δεῖγμα ἀμετανοησίας τοῦ «ὀρθοδόξου» οἰκουμενισμοῦ.
Τελευταῖο, ἀλλά ὄχι ἐλάχιστο, τίθεται καί τό μήνυμα τῆς συνεργασίας μέ ἄλλες θρησκεῖες γιά τήν εὐημερία τῆς ἀνθρωπότητας (§15: “We will make common cause for the well-being of humanity and creation with those of other faith communities”. Βλ. καί §3)· ἡ διαθρησκειακή προοπτική τοῦ Π.Σ.Ε. παραμένει πάντοτε ἀνοικτή καί κατηφορική.
Ὁρίστε μερικά ἀπό τά ἀπαράδεκτα σημεῖα τοῦ κειμένου :
3. «[...] Ὑπάρχει μιά αἴσθηση, πού βαθαίνει μεταξύ μερικῶν ἐκκλησιῶν, τῆς ἀνάγκης ἀλλήλων καί τοῦ ὅτι καλοῦνται ἀπό τόν Χριστό νά εἶναι σέ ἑνότητα. Σέ μέρη ὅπου οἱ Ἐκκλησίες βιώνουν ἀγωνία καί διαρκῆ φόβο διωγμοῦ, ἡ ἀλληλεγγύη μεταξύ Χριστιανῶν ἀπό διαφορετικές παραδόσεις στήν ὑπηρεσία τῆς δικαιοσύνης καί τῆς εἰρήνης εἶναι ἕνα σημάδι τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Ἡ οἰκουμενική κίνηση ἔχει ἐνθαρρύνει νέες φιλίες διαμορφώνοντας ἕνα φυτώριο ὅπου μπορεῖ νά ἀναπτυχθεῖ ἡ ἑνότητα. Ὑπάρχουν μέρη ὅπου οἱ Χριστιανοί ἀπό κοινοῦ ἐργάζονται καί δίνουν μαρτυρία στίς τοπικές τους κοινωνίες καί σέ νέες περιφερειακές συμφωνίες διαθηκικῆς, στενότερης κοινωνίας καί ἐκκλησιαστικῶν ἑνώσεων. Προοδευτικῶς, ἀναγνωρίζουμε ὅτι καλούμεθα νά μοιραστοῦμε μέ, καί νά διδαχθοῦμε ἀπό, ἐκείνους ἀπό ἄλλες πίστεις, γιά νά ἐργασθοῦμε μαζί τους σέ κοινές προσπάθειες γιά δικαιοσύνη καί εἰρήνη καί γιά τή διατήρηση τῆς ἀκεραιότητας τῆς ὄμορφης ἀλλά καί δοκιμαζόμενης κτίσης τοῦ Θεοῦ. Αὐτές οἱ ἐπιτεινόμενες σχέσεις φέρουν νέες προσκλήσεις καί μεγαλώνουν τήν κατανόησή μας» [18].
4. «Πενθοῦμε ἐπειδή ὑφίστανται ἐπίσης ὀδυνηρές ἐμπειρίες καταστάσεων, ὅπου ἡ διαφορετικότητα ἔχει τραπεῖ σέ διαίρεση καί δέν ἀναγνωρίζουμε τό πρόσωπο τοῦ Χριστιανοῦ σέ ἀλλήλους. Δέν μποροῦμε ὅλοι νά συγκεντρωθοῦμε πέριξ τῆς Τραπέζης σέ εὐχαριστιακή κοινωνία. Παραμένουν θέματα πού διαιροῦν. Νέα θέματα ἀναδεικνύουν ὀξεῖες προκλήσεις πού προξενοῦν νέες διαιρέσεις ἐντός καί μεταξύ ἐκκλησιῶν. Αὐτές πρέπει νά ἀντιμετωπισθοῦν στήν κοινωνία τῶν ἐκκλησιῶν μέ τόν τρόπο τῆς διάκρισης μέ ὁμοφωνία. Πολύ εὔκολα ἀποσυρόμαστε μέσα στίς δικές μας παραδόσεις καί κοινότητες, ἀρνούμενοι νά δεχθοῦμε πρόκληση καί νά ἐμπλουτισθοῦμε ἀπό τά δῶρα πού ἄλλοι μᾶς προσφέρουν. Μερικές φορές φαίνεται ὅτι ἐναγκαλιζόμαστε τή δημιουργική νέα ζωή τῆς πίστης καί ὅμως δέν ἐναγκαλιζόμαστε ἕνα πάθος γιά τήν ἑνότητα ἤ νοσταλγία γιά κοινωνία μέ τούς ἄλλους. Αὐτό μᾶς καθιστᾷ περισσότερο ἕτοιμους νά ἀνεχθοῦμε τήν ἀδικία, ἀκόμη καί συγκρούσεις μεταξύ καί ἐντός τῶν ἐκκλησιῶν. Μένουμε πίσω, καθώς μερικοί γίνονται ὅλο καί περισσότερο κουρασμένοι καί ἀπογοητευμένοι στό οἰκουμενικό μονοπάτι» [19].
7. «[...] Ἀπ’ ἀρχῆς ἡ κοινότητα τῶν πιστῶν ζοῦσαν μαζί, ἦσαν ἀφιερωμένοι στήν ἀποστολική διδασκαλία καί κοινωνία, κλῶντες ἄρτο καί προσευχόμενοι μαζί, φροντίζοντας γιά τούς πτωχούς, κηρύσσοντας τά εὐαγγέλια, κι ὅμως παλεύοντας μέ ρήξεις καί διαιρέσεις» [20].
10. «[...] Οἱ συναθροίσεις Συνόδων ἐπίσης εἶναι δῶρα πού καθιστοῦν δυνατή τήν κοινωνία, ὑπό τήν καθοδήγηση τοῦ Πνεύματος, γιά τή διάκριση τοῦ θελήματος τοῦ Θοῦ, γιά κοινή διδασκαλία καί θυσιαστική ζωή, ὑπηρετώντας τίς ἀνάγκες ὁ ἑνός τοῦ ἄλλου καί τίς ἀνάγκες τοῦ κόσμου. Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας δέν συνιστᾷ ὁμοιομορφία· ἡ διαφορετικότητα εἶναι ἐπίσης δῶρο, δημιουργικό καί ζωοπάροχο. Ἀλλά ἡ διαφορετικότητα δέν μπορεῖ νά εἶναι τόσο μεγάλη, ὥστε οἱ ἐν Χριστῷ νά καθίστανται ξένοι καί ἐχθροί πρός ἀλλήλους, ζημιώνοντας ἔτσι τήν ἑνοποιό πραγματικότητα τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς» [21].
11. «Ὡς προφητικό σημεῖο ἡ ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νά διακηρύξει τή ζωή πού ὁ Θεός ἐπιθυμεῖ γιά ὅλη τήν κτίση. Μόλις καί μετά βίας εἴμαστε ἕνα ἀξιόπιστο σημεῖο ἐν ὅσω παραμένουν οἱ ἐκκλησιαστικές μας διαιρέσεις, πού ἀναδύονται ἀπό θεμελιακές διαφωνίες στήν πίστη. Διαιρέσεις καί περιθωριοποίηση ἐπί τῆ βάσει ἐθνότητος, φυλῆς, γένους, ἀναπηρίας, ἰσχύος, θέσης, κάστας καί ἄλλων μορφῶν διακρίσεων ἐπίσης συσκοτίζουν τή μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ἑνότητα. Γιά νά εἴμαστε ἕνα ἀξιόπιστο σημεῖο, ἡ κοινή ζωή μας πρέπει νά ἀνακλᾶ τίς ἀξίες τῆς ὑπομονῆς, ταπεινοφροσύνης, γενναιοδωρίας, προσεκτικῆς ἀκρόασης ἀλλήλων, ἀμοιβαίας ὑπευθυνότητας, περιεκτικότητας καί μιά θέληση νά παραμείνουμε μαζί, χωρίς νά λέμε “Δέν σέ ἔχω ἀνάγκη” (Α΄Κορ. 12, 21)» [22].
14. «Ἐπιβεβαιώνουμε τή θέση τῆς Ἐκκλησίας στό σχέδιο τοῦ Θεοῦ καί μετανοοῦμε γιά τίς διαιρέσεις μεταξύ τῶν ἐκκλησιῶν μας καί ἐντός αὐτῶν, ὁμολογώντας μέ λύπη ὅτι ἡ ἔλλειψή ἑνότητάς μας (disunity) ὑπονομεύει τή μαρτυρία μας γιά τά εὐαγγέλια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί καθιστᾶ λιγότερο ἀξιόπιστη τή μαρτυρία μας γιά τήν ἑνότητα ἐκείνη πού ὁ Θεός ἐπιθυμεῖ γιά ὅλους. Ὁμολογοῦμε τίς ἀποτυχίες μας νά ἀσκήσουμε δικαιοσύνη, νά ἐργασθοῦμε γιά τήν εἰρήνη καί νά συντηρήσουμε τήν κτίση. Παρά τίς ἀποτυχίες μας, ὁ Θεός εἶναι ἀξιόπιστος καί συγχωρητικός καί ἐξακολουθεῖ νά μᾶς καλεῖ σέ ἑνότητα. Ἔχοντας πίστη στή δημιουργική καί ἀναδημιουργική δύναμη τοῦ Θεοῦ, ποθοῦμε ἡ Ἐκκλησία νά ἀποτελεῖ πρόγευση, ἀξιόπιστο σημεῖο καί ἀποτελεσματικό ὑπηρέτη τῆς νέας ζωῆς πού ὁ Θεός προσφέρει στόν κόσμο. Στόν Θεό, ὁ ὁποῖος μᾶς καλεῖ στή ζωή σέ ὅλη της τήν πληρότητα, εἶναι πού ἀνανεώνονται ἡ χαρά, ἡ ἐλπίδα καί ἕνα πάθος γιά τήν ἑνότητα. Γι’ αὐτό, προτρέπουμε ἀλλήλους νά παραμείνουν ἀφοσιωμένοι στόν πρωταρχικό σκοπό τῆς κοινωνίας τῶν ἐκκλησιῶν στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν: “νά καλοῦμε ἀλλήλους σέ ὁρατή ἑνότητα σέ μία πίστη καί σέ μία εὐχαριστιακή κοινωνία, ἐκφρασμένη στή λατρεία καί τήν κοινή ζωή ἐν Χριστῷ, μέσῳ τῆς μαρτυρίας καί τῆς ὑπηρεσίας πρός τόν κόσμο καί νά προχωροῦμε πρός αὐτήν τήν ἑνότητα, ἔτσι ὥστε ὁ κόσμος νά πιστεύσει”» [23].
14. «[...] Ἐπιβεβαιώνουμε τή μοναδικότητα τῆς κοινωνίας μας (our fellowship) καί τήν ἐμμονή μας (conviction) νά ἐπιδιώκουμε ἀπό κοινοῦ τήν ἑνότητα τῆς ὁρατῆς Ἐκκλησίας, εὐγνώμονες γιά τή διαφορετικότητά μας καί ἐν συνειδήσει τῆς ἀνάγκης μας νά ἀναπτυχθοῦμε σέ κοινωνία (to grow in communion)» [24].
15. «Μέ πιστότητα πρός αὐτήν τήν κοινή μας κλήση, θά ἀναζητήσουμε μαζί τήν πλήρη ὁρατή ἑνότητα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας ὅταν θά ἐκφράσουμε τήν ἑνότητά μας γύρω ἀπό τή μία Τράπεζα τοῦ Κυρίου. Ἐπιδιώκοντας τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας θά ἀνοίξουμε τούς ἑαυτούς μας στήν ἀποδοχή τῶν δώρων ἀπό τίς παραδόσεις ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου, καί θά προσφέρουμε τά δῶρα μας ὁ ἕνας στόν ἄλλο. Θά μάθουμε νά μνημονεύουμε ἀπό κοινοῦ τούς μάρτυρες πού μαρτύρησαν τήν κοινή μας πίστη. Θά συνεχίσουμε τίς θεολογικές συζητήσεις, δίνοντας προσοχή σέ νέες φωνές καί διαφορετικές μεθόδους προσεγγίσεως. Θά ἀναζητήσουμε νά ἐξαντλήσουμε τίς συνέπειες τῶν θεολογικῶν μας συμφωνιῶν. Θά ἐντείνουμε τήν ἐργασία μας γιά δικαιοσύνη, εἰρήνη καί τήν ἴαση τῆς κτίσεως, καί θά ἀντιμετωπίσουμε ἀπό κοινοῦ τίς σύνθετες προκλήσεις τῶν σύγχρονων κοινωνικῶν, οἰκονομικῶν καί ἠθικῶν θεμάτων. Θά ἐργασθοῦμε γιά περισσότερο δίκαιους, συμμετοχικούς καί περιεκτικούς τρόπους συμβιώσεως. Θά κάνουμε κοινό στόχο μαζί μέ ἀνθρώπους ἀπό ἄλλες κοινότητες πιστῶν τήν εὐημερία τῆς ἀνθρωπότητας καί τῆς κτίσεως. Θά θεωρήσουμε ἀλλήλους ὑπεύθυνους γιά τήν ἐκπλήρωση αὐτῶν τῶν δεσμεύσεων. Πάνω ἀπό ὅλα, θά προσευχόμαστε ἀκαταπαύστως γιά τήν ἑνότητα γιά τήν ὁποία ὁ Ἰησοῦς προσευχήθηκε ( Ἰω. 17): μιάν ἑνότητα πίστεως, ἀγάπης καί συμπόνιας πού ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἔφερε μέσῳ τῆς ἱερωσύνης του· μιάν ἑνότητα ὅπως ἡ ἑνότητα τήν ὁποίαν ὁ Χριστός μοιράζεται μέ τόν Πατέρα· μιάν ἑνότητα τυλιγμένη στήν κοινωνία τῆς ζωῆς καί τῆς ἀγάπης τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ, λαμβάνουμε τήν ἐντολή γιά τήν ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ἑνότητα στήν ἱεραποστολή καί τήν ὑπηρεσία» [25].
Στό τέλος, ὁ ἐπίλογος εἶναι προσευχή πρός τόν Θεό, ὥστε μεταξύ ἄλλων νά «γίνουν οἱ διαιρεμένες ἐκκλησίες ὁρατῶς μία» διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ [26]
Σημειώσεις
12. Βλ. τά σχετικά κεφάλαια (Γ.5 καί Δ.1) τοῦ κειμένου «Οὐκ ἐσμέν τῶν Πατέρων σοφώτεροι», http://www.theodromia.gr/92BD47EB.el.aspx καί στή Θεοδρομία ΙΓ΄4 (Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 2011) 595-640.
13. ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Κατήχησις Φωτιζομένων 18, 23· PG 33, 1044A.B. Εἷναι φανερό (PG 33, 1048B) ὅτι ὁ ἅγιος Κύριλλος ταυτίζει τή Μία Ἐκκλησία μέ τήν ὁρατή «σύναξη» τῶν Ὀρθοδόξων.
14. Ἀποκρίσεις τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς πρὸς τοὺς Ἀγγλικανοὺς Ἀνωμότους (1716/1725), Ἀπόκρισις ε΄ στό Ι. ΚΑΡΜΙΡΗ, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Β΄, ἐν Ἀθήναις 1953, σελ. 795.
15. ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, Κεφάλαια ἐκκλησιολογικά 36, ἐν Ο ΑΥΤΟΣ, Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος, μτφρ. Ἱερομ. Ἀθανασίου Γιέβτιτς, ἐκδ. «Ἀστήρ», Ἀθῆναι 1987 [5η], σελ. 184.
16. SANCTUS VINCENTIUS LIRINENSIS, Commonitorium Primum 9, PL 50, 649·«Annuntiare ergo aliquid Christianis catholicis, præter id quod acceperunt nunquam licuit, nusquam licet, nunquam licebit; et anathematizare eos qui annuntiant aliquid præterquam quod semel acceptum est, nunquam non oportuit, nusquam non oportet, nunquam non oportebit». Ἑλληνική μετάφραση βλ. ΙΕΡΟΥ ΒΙΚΕΝΤΙΟΥ ΤΟΥ ΛΗΡΙΝΙΤΟΥ, Ὑπομνήματα (Commonitoria) 9, μετάφρασις καί σχόλια ὑπό Ἀθηναγόρου Κοκκινάκη (μέρος β΄), Θεολογία ΜΘ΄ 2 (Ἀπρίλιος - Ἰούνιος 1978) 239 (στό διδαδίκτυο βλ. http://www.ecclesia.gr/greek/press/theologia/index.asp ).
17. ΜΕΓΑΣ ΦΩΤΙΟΣ, Ἐπιστολή Β΄, Φωτίου πρός Πάπαν Νικόλαον, PG 102, 604C.D : «Καὶ γάρ ἐστιν ὄντως κοινὰ πᾶσιν, ἅπαντα [μᾶλλον: ἃ πάντα] φυλάττειν ἐπάναγκες, καὶ πρό γε τῶν ἄλλων τὰ περὶ πίστεως, ἔνθα καὶ τὸ παρεγκλῖναι μικρόν, ἁμαρτεῖν ἐστιν ἁμαρτίαν τὴν πρὸς θάνατον. Ἔστι καὶ ἰδιαζόντως τισὶ παρεπόμενα, ὧν ἡ παράβασις, οἷς μὲν ἐδόθη κατέχεσθαι, ἐπιζήμιος· οἷς δ’ οὐ παρείληπται, καὶ τὸ μὴ συντηρεῖν, ἀκατάκριτον».
18. §3. «[...] There is a deepening sense among some churches of needing one another and of being called by Christ to be in unity. In places where churches experience anguish and constant fear of persecution, solidarity between Christians from different traditions in the service of justice and peace is a sign of God’s grace. The ecumenical movement has encouraged new friendships forming a seed bed in which unity can grow. There are places where Christians work and witness together in their local communities and new regional agreements of covenanting,closer fellowship and church unions. Increasingly, we recognize that we are called to share with, and learn from, those of other faiths, to work with them in common efforts for justice and peace and for the preservation of the integrity of God’s beautiful but hurting creation. These deepening relationships bring new challenges and enlarge our understanding».
19. §4. «We grieve that there are also painful experiences of situations where diversity has turned into division and we do not always recognise the face of Christ in each other. We cannot all gather together around the Table in Eucharistic communion. Divisive issues remain. New issues bring sharp challenges which create new divisions within and between churches. These must be addressed in the fellowship of churches by the way of consensus discernment. Too easily we withdraw into our own traditions and communities refusing to be challenged and enriched by the gifts others hold out to us. Sometimes we seem to embrace the creative new life of faith and yet do not embrace a passion for unity or a longing for fellowship with others. This makes us more ready to tolerate injustice and even conflicts between and within the churches. We are held back as some grow weary and disappointed on the ecumenical path».
20. §7. «[...] From the beginning the community of believers lived together, were devoted to the apostolic teaching and fellowship, breaking bread and praying together, caring for the poor, proclaiming the good news and yet struggling with factions and divisions».
21. §10. «[...] Conciliar gatherings too are gifts enabling the fellowship, under the Spirit’s guidance, to discern the will of God, to teach together and to live sacrificially, serving one another’s needs and the world’s needs. The unity of the Church is not uniformity; diversity is also a gift, creative and life-giving. But diversity cannot be so great that those in Christ become strangers and enemies to one another, thus damaging the uniting reality of life in Christ».
22. §11. «As prophetic sign the Church’s vocation is to show forth the life that God wills for the whole creation. We are hardly a credible sign as long as our ecclesial divisions, which spring from fundamental disagreements in faith, remain. Divisions and marginalisation on the basis of ethnicity, race, gender, disability, power, status, caste, and other forms of discrimination also obscure the Church’s witness to unity. To be a credible sign our life together must reflect the qualities of patience, humility, generosity, attentive listening to one another, mutual accountability, inclusivity, and a willingness to stay together, not saying ‘I have no need of you’ (1 Cor. 12:21)».
23. §14. «We affirm the place of the Church in God’s design and repent of the divisions among and within our churches, confessing with sorrow that our disunity undermines our witness to the good news of Jesus Christ and makes less credible our witness to that unity God desires for all. We confess our failures to do justice, to work for peace, and to sustain creation. Despite our failings, God is faithful and forgiving and continues to call us to unity. Having faith in God’s creating and re-creating power, we long for the Church to be foretaste, credible sign and effective servant of the new life that God is offering to the world. It is in God, who beckons us to life in all its fullness that joy, hope, and a passion for unity are renewed. Therefore, we urge one another to remain committed to the primary purpose of the fellowship of churches in the World Council of Churches: to call one another to visible unity in one faith and in one Eucharistic fellowship, expressed in worship and common life in Christ, through witness and service to the world and to advance towards that unity in order that the world may believe».
24. §14. «[...] We affirm the uniqueness of our fellowship and our conviction to pursue the unity of the visible Church together, thankful for our diversity and conscious of our need to grow in communion».
25. §15. «In faithfulness to this our common calling, we will seek together the full visible unity of the One, Holy, Catholic and Apostolic Church when we shall express our unity around the one Table of the Lord. In pursuing the unity of the Church we will open ourselves to receive the gifts of each other’s traditions, and offer our gifts to one another. We will learn to commemorate together the martyrs who witnessed to our common faith. We will continue theological conversations, giving attention to new voices and different methods of approach. We will seek to live out the consequences of our theological agreements. We will intensify our work for justice, peace and the healing of creation, and address together the complex challenges of contemporary social, economic and moral issues. We will work for more just, participatory and inclusive ways of living together. We will make common cause for the well-being of humanity and creation with those of other faith communities. We will hold each other accountable for fulfilling these commitments. Above all, we will pray without ceasing for the unity for which Jesus prayed (John 17): a unity of faith, love and compassion that Jesus Christ brought through his ministry; a unity like the unity Christ shares with the Father; a unity enfolded in the communion of the life and love of the Triune God. Here, we receive the mandate for the Church’s vocation for unity in mission and service».
26. §16. «We turn to God, the source of all life, and we pray: O God of life, lead us to justice and peace, that suffering people may discover hope; the scarred world find healing; and divided churches become visibly one, through the one who prayed for us, and in whom we are one Body, your Son, Jesus Christ, who with you and the Holy Spirit, is worthy to be praised, one God, now and forever. Amen.»
ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ
Πρωτοπρεσβυτέρου Καθηγητού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
ΔΙΑΘΡΗΣΚΕΙΑΚΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ
Άρνηση του Ευαγγελίου και προσβολή των Αγίων Μαρτύρων
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Οι διαθρησκειακές συναντήσεις εξακολουθούν να παραμένουν στο προσκήνιο, να απασχολούν την επικαιρότητα. Μετά το χτύπημα των διδύμων πύργων της Νέας Υόρκης στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001, παρατηρήθηκε αξιοσημείωτο ενδιαφέρον για την οργάνωση διαθρησκειακών συναντήσεων και διαλόγων, και μάλιστα με την παρότρυνση και ενθάρρυνση πολιτικών, διακόνων της Νέας Τάξεως πραγμάτων, υπό το πρόσχημα της καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας, της οποίας τα αίτια είναι κυρίως η πολιτική καταπίεση των λαών, η κοινωνική αδικία και η καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τους ισχυρούς σε διακρατικό επίπεδο. Δίκαια χαρακτηρίσθηκαν ως συναντήσεις και διάλογοι «κατ' επιταγήν» των ισχυρών, στους οποίους δυστυχώς υπακούουν και οι εκκλησιαστικοί ηγέτες.
Είναι διπλός ο στόχος αυτών των συναντήσεων. Από τη μία πλευρά προσπαθούν να μεταθέσουν την ευθύνη από την πολιτική στην θρησκεία, να παρουσιάσουν δηλαδή πως υπεύθυνες για την τρομοκρατία δεν είναι η φτώχεια και η καταπίεση των λαών, αλλά ο θρησκευτικός φανατισμός. Και από την άλλη επιδιώκουν να ενισχύσουν τον συγκρητισμό, την ανάμειξη πολιτισμών και θρησκειών, την οικοδόμηση του πολυπολιτισμικού μοντέλου της Νέας Εποχής, της Πανθρησκείας του Αντιχρίστου. Η εποχή του Ιχθύος (Ιησούς Χριστός Θεού Υιός) τελείωσε με το τέλος της δεύτερης χιλιετίας, και αρχίζει τώρα από το 2001 η εποχή του Υδροχόου, του Αντιχρίστου, ο οποίος βέβαια ως μοναδικό και αποκλειστικό στόχο έχει να ισοπεδώσει και να εξισώσει τις θρησκείες, ώστε να παύσει να ισχύει η διακήρυξη του Ευαγγελίου ότι μόνον ο Χριστός είναι το φως του κόσμου, η αλήθεια και η ζωή, και να παραμείνουν έτσι οι άνθρωποι εγκλωβισμένοι στο σκότος και στην πλάνη.
Τα κείμενα που δημοσιεύονται στο μικρό αυτό βιβλίο επισημαίνουν τον λανθασμένο και επικίνδυνο δρόμο των διαθρησκειακών συναντήσεων με βάση την διδασκαλία του Ευαγγελίου και των Αγίων Πατέρων. Οφειλετική δε και αρμόζουσα κατά πάντα κρίνεται η αφιέρωσή του εις τον Παναγιώτατον Μητροπολίτην Θεσσαλονίκης κ.κ. Παντελεήμονα Β', τον όντως γνήσιον Έλληνα και Ορθόδοξον ιεράρχην, ο οποίος δεν εδίστασε να ορθώσει το ανάστημά του και να επιτελέσει το επισκοπικό του χρέος, αρνούμενος να φιλοξενήσει διαθρησκειακή συνάντηση στην θεοφρούρητη και αγιοφύλακτη συμπρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους και συμβασιλεύουσα της ένδοξης Πόλης, της ξακουστής και ζηλευτής Κωνσταντινούπολης.
Μάρτιος 2003
Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
***************
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Πρόλογος
1. Από το φως της Βηθλεέμ και του Ιορδάνη στο σκότος της Ασίζης
2. Η αγάπη προς τους απίστους και τους αιρετικούς
3. Ο Χριστός είναι το πλήρωμα της αλήθειας και της ζωής. Δεν υπάρχουν κενά και χώρος για άλλες αλήθειες
4. Έχουν οι θρησκείες τον ίδιο Θεό και κοινές ηθικές αξίες;
α'. Τα άφωνα είδωλα και οι Άγιοι Μάρτυρες.
β'. Ψεύτικος ο Θεός των Ιουδαίων και Μουσουλμάνων
γ'. Αφαιρέθηκε από τον Ιουδαϊσμό η Χάρις και η ευλογία του Θεού. Κρυπτοϊουδαϊσμός το Ισλάμ
5. Ο διάλογος των Πατέρων και των Νεομαρτύρων με το Ισλάμ
α'. Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής
β'. Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός
γ'. Οι Άγιοι Κύριλλος ο Θεσσαλονικεύς, Ανδρέας ο διά Χριστόν σαλός, Γρηγόριος Δεκαπολίτης, Ευστάθιος Θεσσαλονίκης
δ'. Όλοι οι άγιοι εναντίον του Ισλάμ, ακόμη και ως αιχμάλωτοι και υπόδουλοι
ε' . Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς
στ'. Ιωσήφ Βρυέννιος και Γεννάδιος Σχολάριος
ζ'. Οι Άγιοι Νεομάρτυρες
η'. Ισλάμ και νεομάρτυρες. Εισήγηση σε επιστημονικό συνέδριο.
1. Από το φως της Βηθλεέμ και του Ιορδάνη στο σκότος της Ασίζης
Δεν ήταν εκκλησιαστική η σύναξη της Ασίζης που συνεκάλεσε ο πάπας στις 24-1-2002. Αν διαβάσει κανείς το Ευαγγέλιο και ερευνήσει την ιστορία της Εκκλησίας, δεν θα συναντήσει πουθενά τέτοια συνάντηση, τέτοιο κακό συναπάντημα. Η Εκκλησία επί δύο χιλιάδες χρόνια λειτουργεί ως σύναξη και κοινωνία των πιστών και ορθοδόξων Χριστιανών, οι οποίοι ενωμένοι με το ένα Βάπτισμα και την μία Ευχαριστία, ομολογούν την μία πίστη εις Πατέρα, εις Υιόν και εις Άγιον Πνεύμα, εις Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον. Όλες οι χριστιανικές συνάξεις αρχίζουν με την δοξολόγηση της βασιλείας του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος ή επικαλούνται το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Μετά την ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού ο κόσμος φωτίσθηκε με την αληθινή θεογνωσία του Τριαδικού Θεού, με το φως της Αγίας Τριάδος. Η Γέννηση του Χριστού «ανέτειλε τω κόσμω το φως το της γνώσεως». Εγκαταλείπονται όλες οι άλλες ψεύτικες θρησκείες. στα πρόσωπα των τριών μάγων που προσκύνησαν τον Χριστό εκπροσωπείται όλη η προ Χριστού θρησκεύουσα ανθρωπότης, η οποία διδάσκεται πλέον να προσκυνεί τον Ήλιο της Δικαιοσύνης, την εξ ύψους Ανατολή, το φως εκ φωτός που έλαμψε στον κόσμο. Στον Ιορδάνη ποταμό κατά την βάπτιση του Χριστού "η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις".
Δεν υπάρχουν πλέον άλλα φώτα, άλλες πίστες, άλλοι δρόμοι σωτηρίας. O Χριστός είναι η μοναδική οδός σωτηρίας. Ο ίδιος διακηρύσσει ότι «εγώ ειμι το φως του κόσμου»1. Όποιος δεν βαδίζει μέσα στο δικό του φως βρίσκεται στο σκοτάδι και δεν ξέρει πού πηγαίνει. Υιοί φωτός είναι μόνον όσοι ακολουθούν τον Χριστό και την διδασκαλία του. Κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη ο Χριστός είναι «το φως το αληθινόν, ο φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον»2. Από της εποχής του Αγίου Ιωάννου, του Βαπτιστού και Προδρόμου, του προ των Αποστόλων Αποστόλου, η Εκκλησία δια των Αγίων Αποστόλων, των Αγίων Πατέρων και των διαδόχων τους έχει μία και μοναδική αποστολή, να μαρτυρεί περί του φωτός, να αποκαλύπτει και να φανερώνει αυτό το φως στους «εν σκότει και σκιά θανάτου» καθημένους και να τους οδηγεί στο δρόμο της σωτηρίας. Στο αποστολικό και αγιοπατερικό αυτό έργο ουδέποτε υπήρξαν επιφυλάξεις και συμψηφισμοί, κοσμικές ευγένειες και εξισώσεις, συγκρητισμοί και αναμείξεις, υποχωρήσεις σε άρχοντες για λατρεία άλλων θεών ή αναγνώριση των άλλων θεών και των άλλων θρησκειών. Είτε επρόκειτο για Ιουδαίους άρχοντες, είτε για ειδωλολάτρες, είτε για Μουσουλμάνους, που ζητούσαν αναγνώριση των δικών τους θεών και σεβασμάτων, η στάση των Χριστιανών δεν ήταν συμβιβαστική και εξισωτική, όπως συμβαίνει σήμερα με πολλούς θεολόγους και κληρικούς των διαθρησκειακών συναντήσεων και διαλόγων, αλλά απόλυτη και σαφής· πουθενά αλλού, σε κανένα άλλο θεό ή σέβασμα, δεν υπάρχει δυνατότης σωτηρίας. Ενώπιον των Εβραίων αρχόντων οδηγηθέντες οι Απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης -αυτές είναι οι αληθινές διαθρησκειακές συναντήσεις, οι γνήσιοι διαθρησκειακοί διάλογοι- δεν τους είπαν ότι έχομε την ίδια πίστη με σας, πιστεύομε στον ίδιο θεό, αλλά με παρρησία τους επέκριναν για την άρνηση και την σταύρωση του Χριστού, ο οποίος αποτελεί την μοναδική οδό και ελπίδα σωτηρίας: «Και ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία. ουδέ γαρ όνομά εστιν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ω δει σωθήναι ημάς»3.
Κατά τη διάρκεια των δύο χιλιάδων ετών επιφανείας και επιλάμψεως του θεϊκού Φωτός, έθνη, λαοί και άτομα φωτίσθηκαν και εσώθηκαν, ενσωματωθέντα στο σώμα του Χριστού, στη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Συναντώνται εκατομμύρια πιστών στην ευχαριστιακή συνάντηση και κοινωνία, διαρκώς και αδιαλείπτως, κάθε ημέρα σχεδόν, και όχι μόνον εύχονται «υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου», εις τρόπον ώστε να καθιστούν περιττή την συνάντηση της Ασίζης, αλλά και διακηρύσσουν ότι «είδομεν το Φως το αληθινόν, ελάβομεν πνεύμα επουράνιον, εύρομεν πίστιν αληθή αδιαίρετον Τριάδα προσκυνούντες», πράγμα που δεν έκανε ούτε μπορούσε να κάνει η Ασίζη, γιατί εκεί υπήρχαν πολλά έθνη και λαοί, πιστεύοντα εις άλλους θεούς και μη ευρόντα την αληθή πίστη.
Από της πλευράς αυτής η Ασίζη είναι οπισθοδρόμηση, μας πηγαίνει στην προ Χριστού εποχή, είναι η Γαλιλαία των εθνών, η γη Ζαβουλών και γη Νεφθαλείμ, όπου κατά το Ευαγγέλιο υπήρχαν και συνηντώντο πολλές θρησκείες και πολλοί πολιτισμοί, ένα πανθρησκειακό και πολυπολιτισμικό μοντέλο, σαν αυτό που οικοδομούν σήμερα οι ηγέτες της Νέας Εποχής με κινητήριο μοχλό το Βατικανό στο χώρο της θρησκείας, και με θρησκευτικό πλανητάρχη τον πάπα. Ενώ όμως σε εκείνη την Γαλιλαία των εθνών η εμφάνιση και η διδασκαλία του Χριστού συνετέλεσε ώστε «ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα και τοις καθημένοις εν χώρα και σκιά θανάτου φως ανέτειλεν αυτοίς»4, στην νέα Γαλιλαία των εθνών, στην Ασίζη, το σκότος εξακολουθεί να παραμένει, τα έθνη και οι λαοί που εκπροσωπήθηκαν, προσευχήθηκαν στους δικούς τους θεούς, δεν ακούσθηκε το κήρυγμα του Προδρόμου και του Χριστού· «Μετανοείτε ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών»5.
2. Η αγάπη προς τους απίστους και τους αιρετικούς
Ας δούμε όμως και το επιχείρημα των Οικουμενιστών και συγκρητιστών για την αγάπη που πρέπει να έχουμε προς τους άλλους. Είναι ένα χιλιοειπωμένο επιχείρημα από όσους δεν διακρίνουν τα πράγματα και συγχέουν τα ασύγχυτα, και ομόφωνη η απάντηση της Αγίας Γραφής και η στάση των Πατέρων. Ασφαλώς ο Θεός είναι αγάπη που τη δείχνει προς όλους, δικαίους και αμαρτωλούς, και ασφαλώς και εμείς πρέπει να χαρακτηριζόμαστε από αυτήν την καθολική, την συνολική αγάπη, γιατί αυτή είναι το κατ' εξοχήν γνώρισμα των Χριστιανών. Η αγάπη όμως αυτή δεν πρέπει να αναιρεί την αλήθεια και την ευσέβεια, πρέπει να είναι συνδεδεμένη με την αλήθεια, γιατί διαφορετικά είναι ψεύτικη και υποκριτική. Πρέπει να αγκαλιάζει τον πλησίον όχι μόνο ως σωματική, βιολογική παρουσία, αλλά ως πνευματική ύπαρξη, με αιώνια προοπτική, και να ενδιαφέρεται προ παντός όχι για τα κοσμικά και τα πρόσκαιρα, αλλά για τα αιώνια, για την σωτηρία του. Η σωτηρία του πλησίον δεν μπορεί να επιτευχθεί, όταν βρίσκεται στην πλάνη και στην αίρεση, στην οποία μάλιστα εγωιστικά επιμένει. Χάνεται και ο ίδιος και παρασύρει και άλλους στην απώλεια. Από αγάπη λοιπόν και όχι από μίσος κινούμενη η Εκκλησία και ακολουθώντας το παράδειγμα του Χριστού και των Αποστόλων απαγορεύει την μετά των αιρετικών κοινωνίαν και συναναστροφήν, ώστε και τους ιδίους παιδαγωγικώς να οδηγήσει σε συναίσθηση της πλάνης αλλά και τους άλλους να προφυλάξει. Από αγάπη προς τα πρόσωπα των αιρετικών αποστρεφόμαστε την πλάνη και την αίρεση. Την αποστροφή αυτή την δείχνουμε με πόνο ψυχής προς τους ιδίους, γιατί η αίρεση και η πλάνη είναι απρόσωπες.
Ο γλυκύς και πράος Ιησούς, ο φίλος των πορνών και των τελωνών, ο άρχων της ειρήνης και της αγάπης, επήρε το φραγγέλιο και εξεδίωξε από το ναό αυτούς που τον είχαν μεταβάλει σε κερδοσκοπική επιχείρηση, όπως διέστρεψε ο πάπας τον πνευματικό χαρακτήρα της Εκκλησίας σε κοσμική και οικονομική δύναμη με τράπεζες και παγκόσμια κυριαρχία. Εξεφώνησε τα φοβερά «ουαί» εναντίον των Φαρισαίων και Γραμματέων, οι οποίοι με την αλαζονική και υποκριτική συμπεριφορά τους, ούτε οι ίδιοι εσώζοντο, αλλά δεν άφηναν και τους άλλους να σωθούν. Τους απεκάλεσε όφεις και γεννήματα εχιδνών6. Εθεωρούντο και αυτοί νόμιμοι εκπρόσωποι του μωσαϊκού νόμου, «επί της Μωσέως καθέδρας εκάθισαν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι»7, όπως θεωρεί ο πάπας εαυτόν νόμιμο διάδοχο του Πέτρου και βικάριο του Χριστού επί της γης. Μήπως όμως και ο Πέτρος δεν αρνήθηκε το Χριστό; Όταν με κοσμικά κριτήρια προσπάθησε να αποτρέψει τον Χριστό από τον Σταυρό και τον θάνατο, γιατί τον ήθελε κοσμικό άρχοντα με δύναμη και εξουσία επί της γης, όπως ακριβώς έχει διαμορφώσει ο Παπισμός το κράτος του Βατικανού, άκουσε τότε τα φοβερά λόγια του Χριστού.«ύπαγε οπίσω μου Σατανά. σκάνδαλόν μου ει. ότι ου φρονείς τα του Θεού, αλλά τα των ανθρώπων»8. Συνιστά ο Χριστός να ελέγχουμε τους αδελφούς μας διακριτικά κατ' αρχήν. όταν όμως η αμαρτία και η πλάνη φαίνεται να ριζώνουν, τότε δημοσιοποιούμε τον έλεγχο και κόβουμε κάθε δεσμό μαζί τους. «εάν δε και της Εκκλησίας παρακούση έστω σοι ώσπερ ο εθνικός και ο τελώνης»9.
Την ίδια αυστηρή στάση εκράτησε προς το θεολογικό και πολιτικό κατεστημένο ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, ο «μείζων εν γεννητοίς γυναικών», το απαράμιλλο αυτό υπόδειγμα ασκητικής βιοτής και παρρησίας, με συνέπεια να πληρώσει με την ζωή του το θάρρος, την παρρησία και την αντίστασή του προς τους ισχυρούς. Αποκάλεσε και αυτός τους Φαρισαίους και Σαδδουκαίους γεννήματα εχιδνών και τους προειδοποίησε ότι η «αξίνη προς την ρίζαν του δένδρου κείται», για να κόψει όσα δένδρα δεν κάνουν καρπό10.
Στην ίδια γραμμή επορεύθησαν οι Απόστολοι και οι Άγιοι, με τη ζωή και τη διδασκαλία τους, αλλά και με τους κανόνες που εθέσπισαν, οι οποίοι απαγορεύουν την συναναστροφή με αιρετικούς και πλανεμένους. Πώς θα ξεπεράσει κανείς την σύσταση του Αποστόλου Παύλου προς τον Τίτο «αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού, ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάκριτος;»11 Ο πάπας διά των αιώνων νουθετήθηκε όχι μία και δύο φορές, αλλά χίλιες δύο, για να αποκηρύξει τις πλάνες του. Και ο σημερινός πάπας νουθετήθηκε επανειλημμένως στους διάλογους· ακόμη και οι εκπρόσωποί του θεολόγοι στον επίσημο διάλογο με την ορθόδοξη Εκκλησία υπέγραψαν στο Freising του Μονάχου (1990) την καταδίκη της Ουνίας· ως παράνομος όμως Ιούδας «ουκ ηβουλήθη συνιέναι». Απέρριψε και αχρήστευσε αυτήν την απόφαση και παρέσυρε πολλές ορθόδοξες εκκλησίες, χωρίς λόγο, σε νέα συζήτηση στο Balamand του Λιβάνου, όπου αθωώθηκε και με υπογραφή «Ορθοδόξων» η επάρατη Ουνία. Δεν αποτελεί παράβαση ευαγγελικής εντολής να εξακολουθούμε εμείς «μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν» να έχουμε κοινωνία και συναναστροφή και να δικαιώνουμε έτσι τον αυτοκατάκριτο πάπα; Ο Απόστολος Πέτρος στηλιτεύει τους ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκάλους που εισάγουσι «αιρέσεις απωλείας»12 και συνιστά στους πιστούς να τους αποφεύγουν και να διέρχονται τη ζωή τους «εν αγίαις αναστροφαίς και ευσεβείαις»13. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, ο απόστολος και κήρυκας της αγάπης, αυτός που είχε ζυμωθή και είχε πλασθή με την αγάπη, λέγει για τους αιρετικούς και τους πλάνους που διαστρέφουν το κήρυγμα του Ευαγγελίου, ότι δεν πρέπει να τους δεχόμαστε στα σπίτια μας, αλλά ούτε να τους χαιρετούμε. διαφορετικά γινόμαστε και εμείς σαν κι αυτούς· «Ει τις έρχεται προς υμάς και ταύτην την διδαχήν ου φέρει, μη λαμβάνετε αυτόν εις οικίαν και χαίρειν αυτώ μη λέγετε· ο γαρ λέγων αυτώ χαίρειν κοινωνεί τοις έργοις αυτού τοις πονηροίς»14. Αυτός λοιπόν ο ευαγγελιστής της αγάπης, καταδίωκε και αποστρεφόταν τόσο πολύ τους αιρετικούς, ώστε, όταν κάποτε πήγε σε δημόσιο λουτρό και πληροφορήθηκε ότι ήταν εκεί ο αιρετικός Κήρινθος, είπε στους μαθητάς του να φύγουν αμέσως από εκεί, για να μη πέσει η στέγη του λουτρού λόγω της παρουσίας του αιρετικού Κηρίνθου15. Ήταν λοιπόν διδάσκαλος του μίσους, εστερείτο αγάπης, κατά τους διαστρέψαντας την αγάπη σε «αγαπισμό» και οικουμενισμό; Σίγουρα θα τον κατέτασσαν σήμερα ανάμεσα στους φανατικούς και στους φονταμενταλιστές, ιδιαίτερα με το αυστηρό κείμενο της Αποκαλύψεως.
Από τα πολλά παραδείγματα αυστηρής στάσεως του Αποστόλου Παύλου έναντι των αιρετικών και των ετεροθρήσκων μνημονεύουμε το επεισόδιο που συνέβη στην Πάφο με τον Ιουδαίο ψευδοπροφήτη και μάγο Ελύμα, ο οποίος, όταν διεπίστωσε ότι ο ανθύπατος Σέργιος άκουγε με ενδιαφέρον όσα έλεγε ο Παύλος, αντέδρασε και θέλησε να παρεμποδίσει την προσέλευση του Ρωμαίου αξιωματούχου στον Χριστιανισμό. Αν αυτό συνέβαινε στις ημέρες μας, με την Παγκοσμιοποίηση, τον Οικουμενισμό, τους διαθρησκειακούς και διαχριστιανικούς διαλόγους, στα πλαίσια της υποκριτικής και ψεύτικης αγάπης προς όλους, ακόμη και προς τους αιρετικούς και πλανεμένους, έπρεπε ο Απόστολος Παύλος να δεχθεί ευγενικά την παρέμβαση του Ελύμα, να μην οργισθεί εναντίον του, ούτε να αντιδράσει αλλά να αφήσει τον ανθύπατο να αποφασίσει δημοκρατικά. η πλάνη και το ψεύδος στην ίδια μοίρα με την αλήθεια. Η πνευματική απώλεια δεν είναι κακή, αν προέρχεται από δημοκρατικές διαδικασίες. Ο Παύλος όμως «πλησθείς Πνεύματος Αγίου» είπε με αυστηρότητα προς τον Ιουδαίο ψευδοπροφήτη λόγια και προέβη σε πράξεις, οι οποίες σήμερα θα χαρακτηρίζονταν ως φανατικές και φονταμενταλιστικές, αντίθετες προς την χριστιανική αγάπη. «Ω πλήρης παντός δόλου και πάσης ραδιουργίας, υιέ διαβόλου, εχθρέ πάσης δικαιοσύνης, ου παύση διαστρέφουν τας οδούς Κυρίου τας ευθείας; Και νυν ιδού χειρ Κυρίου επί σε, και έση τυφλός μη βλέπων τον ήλιον άχρι καιρού. Παραχρήμα δε έπεσεν επ' αυτόν αχλύς και σκότος, και περιάγων εζήτει χειραγωγούς»16.
Υπάρχουν πάμπολλες διηγήσεις μέσα στα Γεροντικά από τις οποίες προκύπτει ότι όσιοι Γέροντες ούτε να συνομιλήσουν ήθελαν με αιρετικούς, ούτε να συναντήσουν αιρετικούς· αν δε συνέβαινε να έλθουν αιρετικοί στα κελλιά τους, από φιλάνθρωπη στάση τους έδιναν σιωπώντες να φάγουν και μετά τους έδιωχναν. Ο αββάς Θεόδωρος της Φέρμης συνιστά να συναναστρεφόμαστε με αμαρτωλούς και να τους βοηθούμε. αν όμως κάποιος πέσει σε αίρεση και δεν τον πείσουμε να την αποβάλει, όπως δεν πείθεται ο πάπας, πρέπει γρήγορα να κόψουμε κάθε σχέση μαζί του, γιατί κινδυνεύουμε να βυθισθούμε μαζί του στο βόθρο. «Εάν δε εις αίρεσιν εμπέση και μη πεισθή σοι αποστραφήναι, ταχέως κόψον αυτόν από σου· μήποτε βραδύνων, συγκατασπασθής αυτώ εις τον βόθρον». Ο αββάς Ποιμήν, όταν διεπίστωσε ότι κάποιοι επισκέπτες του κελλιού του ήσαν αιρετικοί, ούτε συζήτησε μαζύ τους, αλλά είπε στον μοναχό που είχε το διακόνημα της φιλοξενίας να τους δώσει να φάνε για την εντολή της αγάπης, και ύστερα να τους στείλει στο καλό. «παράθες την τράπεζαν και ποίησον αυτούς φαγείν και πέμψον αυτούς μετ' ειρήνης». Πολλοί επισκέπτονταν τον αββά Σισώη στο όρος του Αγίου Αντωνίου. κάποια περίοδο που εγκαταστάθηκαν στο όρος αιρετικοί Μελιτιανοί, δεν πήγαιναν στον αββά Σισώη, μόνο και μόνο για να μη συναντήσουν τους αιρετικούς. «και ένεκεν του μη συναντήσαι τοις αιρετικοίς ουκ απήλθον ιδείν τον γέροντα». Την ίδια στάση κρατά μέχρι σήμερα το Άγιο Όρος, το οποίο βάζει τους ετεροδόξους επισκέπτας να φάνε σε ξεχωριστή τράπεζα, για να αποφευχθεί η συμπροσευχή με αιρετικούς που απαγορεύεται από τους ιερούς κανόνες. Αν αυτό δεν τηρείται σε μερικά μοναστήρια, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει αυτή η παράδοση σημαίνει ότι και εκεί κρούει την θύρα ή εισήλθε η εκκοσμίκευση, η κοσμική νοοτροπία.
Ο Άγιος Εφραίμ, η μεγάλη αυτή ασκητική φυσιογνωμία της αρχαίας Εκκλησίας, τα έργα του οποίου αποτελούσαν και αποτελούν προσφιλές ανάγνωσμα των μοναχών στις ακολουθίες και στην τράπεζα, στο έργο του «Κατά Πεύσιν και Απόκρισιν» δίνει την εξής απάντηση στο ερώτημα πώς συμβιβάζεται το μίσος εναντίον των αιρετικών προς την εντολή, «ου μισήσεις πάντα άνθρωπον». Λέγει: «Τους αιρεσιώτας, ως βλασφήμους και του Θεού εχθρούς, η Γραφή ουκ ωνόμασεν ανθρώπους, αλλά κύνας και λύκους και χοίρους και αντιχρίστους, καθώς φησιν ο Κύριος. μη δώτε το άγιον τοις κυσί. Και Ιωάννης λέγει, ότι αντίχριστοι πολλοί γεγόνασι. Τούτους ουν ου χρη αγαπάν, ουδέ συνδυάζειν, ουδέ συνεύχεσθαι, ουδέ συνεσθίειν, ουδέ λαμβάνειν εις οίκον, ουδέ χαίρειν αυτοίς λέγειν. ίνα μη των πονηρών αυτών έργων κοινωνήσωμεν»17.
Και οι σύγχρονοι Αγιορείτες Γέροντες Πορφύριος και Παΐσιος παίρνουν πολλή αυστηρή στάση έναντι των αιρετικών, ιδιαίτερα έναντι του πάπα. Έχει γραφή ότι όταν ο πάπας πληροφορήθηκε την ύπαρξη των αγίων αυτών Γερόντων και την επιρροή που ασκούν στο ορθόδοξο πλήρωμα, θέλησε να τους γνωρίσει. Τους βολιδοσκόπησε με πρόσωπα που έστειλε αν ήθελαν να τον επισκεφθούν, όπως ερωτά τώρα δήθεν ευγενικά και διακριτικά αν μπορεί να έλθει στην Αθήνα, αν δημιουργεί προβλήματα στην Εκκλησία της Ελλάδος. Και η απάντηση αμφοτέρων, χωρίς συνεννόηση, γιατί ήταν πνευματοκίνητη, θεοκίνητη, ήταν ότι, εφ' όσον ο πάπας εξακολουθεί να εκφράζει τον εγωισμό, την έπαρση και τις πλάνες του Παπισμού, και δεν μετανοεί, αυτό είναι αδύνατο18.
Ας παύσουμε, λοιπόν, να καλύπτουμε άλλες σκοπιμότητες, επικαλούμενοι την αγάπη εκεί που δεν ταιριάζει. Υπάρχει ευρύ πεδίο για να ασκήσουμε την αγάπη μας. Να χορτάσουμε πεινασμένους, να ντύσουμε γυμνούς, να φιλοξενήσουμε ξένους, να επισκεφθούμε φυλακισμένους και ασθενείς19. Δεν θα αλλάξουμε το Ευαγγέλιο και τους ιερούς κανόνες που διδάσκουν να μη συναναστρεφόμαστε τους αιρετικούς. Θα διδάξουμε εμείς την αγάπη στο Χριστό και στους Αγίους; Εκείνοι εγνώριζαν να διακρίνουν τα πράγματα· εμείς τα συγχέουμε. Και μείζων πασών των αρετών η διάκρισις. Βάσει λοιπόν αυτής της αρετής η Εκκλησία μας διδάσκει ότι υπάρχει καλός πόλεμος, όταν οφείλεται στον αγώνα μας εναντίον των ασεβών, των αιρετικών και βλασφήμων, και κακή ειρήνη και ομόνοια, όταν προέρχεται από αθέτηση και περιφρόνηση της πίστεως και της ευσεβείας. Αυτόν τον καλό πόλεμο για την αρετή και την ευσέβεια δίδαξε ο ίδιος ο Χριστός, όταν διεκήρυξε ότι το Ευαγγέλιο θα διχάσει και θα διαιρέσει τους ανθρώπους· όσοι τον ακολουθήσουν θα πρέπει να είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν εχθρότητες και μέσα στο στενό οικογενειακό τους περιβάλλον. Δεν πρέπει να αθετήσουν τον Χριστό, την αλήθεια, την θεοσέβεια μόνο και μόνο για να μη φυγαδευθεί η ειρήνη, η οποία στην περίπτωση αυτή είναι επίπλαστη και ψεύτικη, αφού δεν περιλαμβάνει την συμφωνία στα υψηλά, στα πνευματικά. Πώς αλλιώς θα ερμηνευθούν αυτά που λέγει ο Χριστός; "Μη νομίσητε ότι ήλθον βαλείν ειρήνην επί την γην. ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην αλλά μάχαιραν. Ήλθον γαρ διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής και εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού"20. Ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος λέγει ότι η ειρήνη και η ομόνοια δεν είναι πάντοτε κάτι καλό, όταν αυτά στρέφονται εναντίον του θεού και προβάλλουν το κακό και την αμαρτία. Για να επικρατήσει αληθινή ειρήνη, πρέπει να αποκοπεί το άρρωστο κομμάτι, να χωρισθεί αυτό που στασιάζει. Ο Θεός θέλει να ομονοούν όλοι με βάση την ευσέβεια. όταν οι άνθρωποι ασεβούν, προκαλούν πόλεμο. "Ου γαρ πανταχού ομόνοια καλόν. Και επί του πύργου εκείνου (Βαβέλ) την κακήν ειρήνην η καλή διαφωνία έλυσε και εποίησεν ειρήνην21. Ο άγιος Γρηγόριος Θεολόγος επαινεί τον φανερό και λεβέντικο πόλεμο ακόμη και εναντίον των κληρικών, όταν πρόκειται για θέματα πίστεως. Συγκαταλέγει και τον εαυτό του μεταξύ των αγωνιστών και καταλήγει με την γνωστή αποφθεγματική φράση του για τον καλό πόλεμο και την κακή ειρήνη· «και τούτων εις είην των υπέρ αληθείας αγωνιζομένων και των απεχθανομένων. μάλλον δε και είναι καυχήσομαι. Κρείττων γαρ επαινετός πόλεμος ειρήνης χωριζούσης Θεού»22. Όλη η προβληματική της Εκκλησίας στην διά των αιώνων αντιμετώπιση των αιρετικών κατέληξε στο αξίωμα. «καλόν το ειρηνεύειν προς πάντας, αλλ' ομονοούντας προς την αλήθειαν». Η αγάπη χωρίς την ευσέβεια και την αλήθεια, είναι κίβδηλη και ψεύτικη αγάπη.
3. Ο Χριστός είναι το πλήρωμα της αλήθειας και της ζωής. Δεν υπάρχουν κενά και χώρος για άλλες αλήθειες
Τώρα, αντί οι Χριστιανοί επίσκοποι, ως διάδοχοι των Αποστόλων και των Αγίων, να εφαρμόσουν το «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος»23 και να διακηρύξουν ότι μόνη οδός σωτηρίας, το μόνο Φως, είναι ο Χριστός, εδώ και μερικές δεκαετίες προωθούν τον διαθρησκειακό συγκρητισμό. Εκτιμούν ότι θα επιτύχουν ό,τι επέτυχαν με τον διαχριστιανικό συγκρητισμό, με τον Οικουμενισμό, να αμβλύνουν δηλαδή τις μεταξύ των θρησκειών διαφορές και να προβάλουν τις δήθεν ομοιότητες, τα κοινά στοιχεία, εις τρόπον ώστε, και αυτό είναι τέχνασμα του Διαβόλου, να μη μείνουν περιθώρια στο Ευαγγέλιο να διεκδικεί την μοναδικότητα και την αποκλειστικότητα της σωτηρίας, να μη μπορέσουν οι άνθρωποι να στραφούν προς το Ευαγγέλιο και να σωθούν. Η νέα απάτη του Διαβόλου με την πανθρησκεία και τις διαθρησκειακές συναντήσεις χρησιμοποιεί το ίδιο ψεύδος που χρησιμοποίησε ο Διάβολος στους πρωτοπλάστους· διέψευσε τότε όσα τους είπε ο Θεός και τους έδειξε το δικό του δρόμο, που δεν είναι πάντως δρόμος σωτηρίας αλλά πτώσεως και καταστροφής. Τώρα τους λέγει: Μην ακούτε τί λέγει το Ευαγγέλιο ότι μόνον ο Χριστός σώζει. Και άλλες θρησκείες σώζουν, γιατί και άλλες θρησκείες πιστεύουν στον ίδιο Θεό και άλλες θρησκείες διδάσκουν ηθικές αρχές και αξίες.
Και δυστυχώς αυτά τα υποψιθυρίζουν, γινόμενοι όργανα του Διαβόλου, "ορθόδοξοι" πατριάρχες, αρχιεπίσκοποι, αρχιερείς και πανεπιστημιακοί θεολόγοι. Έχουν εντοπισθή και έχουν σχολιασθή πολλές τέτοιες ρήσεις, και θα ήταν πολύ χρήσιμο κάποιος επιμελής θεολόγος, κληρικός ή μοναχός, να τα συγκεντρώσει όλα, για να φανεί το μέγεθος της πτώσεως από την αλήθεια του Ευαγγελίου και την Παράδοση των Αγίων Πατέρων. Μερικές τέτοιες πλανεμένες γνώμες παρουσίασε ενδεικτικά η Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου του Αγίου Όρους σε ένα μικρό θαυμάσιο βιβλίο με τίτλο «Ορθοδοξία και Ισλάμ. Κριτική προσέγγισις του ακαδημαϊκού διαλόγου υπό το φως των Αγίων Πατέρων»24, που προλογίζει ο σοφός και ομολογητής Γέροντας ηγούμενος της Μονής π. Γεώργιος Καψάνης. Καταχωρίζεται σ' αυτό γνώμη ορθοδόξου ιεράρχου σύμφωνα με την οποία «κατά βάθος, μία εκκλησία ή ένα τέμενος... αποβλέπουν στην ίδια πνευματική καταξίωση του ανθρώπου»25. Άλλος ακαδημαϊκός θεολόγος διερωτάται και απορεί, σαν να μην έχει διαβάσει Ευαγγέλιο και Αγίους Πατέρες: «Τί λοιπόν θα εμπόδιζε τη σύγχρονη θεολογία να αναγνωρίσει στο πρόσωπο της θρησκείας του Μωάμεθ μίαν "οδόν προς σωτηρίαν" των ανθρώπων;» Και συμπεραίνει, ερωτών, μη δυνηθείς ακόμη να μάθει το σωτηριώδες μήνυμα του Ευαγγελίου: «Πώς μπορούμε λοιπόν να ισχυριστούμε ότι η εμφάνιση και η δράση του Μωαμεθανισμού στον κόσμο είναι έργο του Διαβόλου και όχι του Θεού, του Αντιχρίστου και όχι του Χριστού;»26 Θεέ και Κύριε, έλεος! Τον Μωάμεθ τον έστειλε στον κόσμο ο Χριστός, φαίνεται, ως άλλον Παράκλητο. Δεν αρκούσε η αποστολή του Αγίου Πνεύματος που «οδηγεί εις πάσαν την αλήθειαν». Χρειαζόμασταν και την "αλήθεια" του ψευδοπροφήτη. Θα δούμε τί λέγει ενδεικτικά περί αυτού η Εκκλησία διά στόματος των Αγίων Πατέρων και των Αγίων Μαρτύρων.
Άλλος επίσης θεολόγος, πανεπιστημιακός και αυτός, δέχεται ότι στη βίωση της μουσουλμανικής θρησκευτικότητας έχομε «δοκιμασμένους τρόπους επίγνωσης και βίωσης της παρουσίας του Θεού και του θείου θελήματος, πλήρωμα ζωής μέσα τους και γύρω τους»21. Δυστυχώς και για τον θεολόγο αυτό ο Χριστός δεν είναι η οριστική, τελεία και αποτελεσματική αποκάλυψη του θελήματος του Θεού, το πλήρωμα του νόμου και των προφητών, αυτός στον οποίο υπέταξε ο Θεός τα πάντα και «εν τω αιώνι τούτω και εν τω μέλλοντι», και η Εκκλησία της οποίας είναι κεφαλή δεν είναι «το πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου»28. Έχομε ανάγκη και άλλου προφήτου, ωσάν να μην κατώκησε στον Χριστό «παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς», και σαν να μην είμαστε εν Χριστώ οι πιστοί κατά πάντα "πεπληρωμένοι"29. Ο Χριστός είναι το πλήρωμα της ζωής, η οδός και η αλήθεια και η ζωή. Δεν άφησε κανένα κενό για να το συμπληρώσει άλλος προφήτης. ήλθε στον κόσμο «ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσι»30.
Οι άνθρωποι αντλούν και λαμβάνουν τα πάντα εκ του πληρώματος αυτού. «Και εκ του πληρώματος αυτού ημείς πάντες ελάβομεν, και χάριν αντί χάριτος· ότι ο νόμος διά Μωυσέως εδόθη, η χάρις και η αλήθεια διά Ιησού Χριστού εγένετο»31. Η αποκάλυψη, η φανέρωση του Θεού στον κόσμο κορυφώθηκε, σφραγίσθηκε με την ενανθρώπηση του Θεού. Ο Χριστός είναι η αποκορύφωση, η σφραγίδα της Αποκαλύψεως. Δεν υπάρχει μετά το Ευαγγέλιο και εκτός από το Ευαγγέλιο άλλο Ευαγγέλιο. Όπως σωστά ελέχθη το Κοράνιο είναι παραποίηση του Ευαγγελίου. «Πάντες οι προφήται και ο νόμος έως Ιωάννου προεφήτευσαν»32. Δεν υπάρχει χώρος για άλλους προφήτες. Τί άλλο σπουδαιότερο, εντυπωσιακότερο, αποτελεσματικότερο θα μπορούσε να κάνει ο Θεός από το να έλθει ο ίδιος στον κόσμο στο πρόσωπο του Χριστού. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γράφει ότι δεν υπάρχει ούτε θα υπάρξει άλλο πιο καινούργιο γεγονός στην παγκόσμια ιστορία· «Και Θεός ων τέλειος άνθρωπος τέλειος γίνεται, και επιτελείται το πάντων καινόν καινότατον, το μόνον καινόν υπό την ήλιον, δι' ου η άπειρος του Θεού εμφανίζεται δύναμις. Τί γαρ μείζον του γενέσθαι τον Θεόν άνθρωπον;»33 Θα μειώσουμε λοιπόν το έργο και την διδασκαλία του ίδιου του Θεού, για να δώσουμε χώρο για συμπλήρωση στον Μωάμεθ; Εκτός και αν οι γράφοντες και λέγοντες παρόμοια δεν πιστεύουν στην θεότητα του Χριστού, όπως δεν πίστευε βέβαια και ο Μωάμεθ, γιατί αν πίστευε δεν θα είχε το θράσος να συμπληρώσει το έργο και τη διδασκαλία του Χριστού. Πρέπει να μάθουμε οι Χριστιανοί να δοκιμάζουμε και να διακρίνουμε τα πνεύματα, την αλήθεια από την πλάνη, τους προφήτες από τους ψευδοπροφήτες, τον Χριστό από τον Αντίχριστο, κατά την σύσταση του ηγαπημένου ευαγγελιστού και θεολόγου: «Αγαπητοί, μη παντί πνεύματι πιστεύετε, αλλά δοκιμάζετε τα πνεύματα ει εκ του Θεού εστιν, ότι πολλοί ψευδοπροφήται εξεληλύθασιν εις τον κόσμον. Εν τούτω γινώσκετε το πνεύμα του Θεού· παν πνεύμα ο ομολογεί Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα, εκ του Θεού εστι. και παν πνεύμα ο μη ομολογεί τον Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα, εκ του Θεού ουκ εστι, και τούτο εστί το του Αντιχρίστου ο ακηκόατε ότι έρχεται και νυν εν τω κόσμω εστίν ήδη»34.
Στην ίδια γραμμή της μη διακρίσεως των πνευμάτων, και πολύ χειρότερα μάλιστα, της ταυτίσεως και εξισώσεως του Χριστιανισμού με τον Βουδδισμό, τον Ινδουισμό, το Ισλάμ, τον Ιουδαϊσμό, του Χριστού με όλους αυτούς τους ανθρώπους προφήτες ή ψευδοπροφήτες, κινείται και άλλη εκπληκτική και βλάσφημη γνώμη άλλου ετεροδόξου θεολόγου, η οποία λέγει: «Για το μέλλον ένα μόνο είναι βέβαιο. στο τέρμα τόσο της ανθρώπινης ζωής όσο και της πορείας του κόσμου, δεν θα στέκονται ο Βουδισμός ή ο Ινδουισμός, αλλά ούτε το Ισλάμ και ο Ιουδαϊσμός. Ναι, ούτε και ο Χριστιανισμός. Καμιά θρησκεία. Αλλά μόνον ο ίδιος ο Άρρητος... Και στο τέρμα δεν θα στέκεται πια μεταξύ θρησκειών διαχωριστικά κάποιος προφήτης ή φωτιστής. δεν θα στέκεται ούτε ο Μωάμεθ ούτε ο Βούδας. Μάλιστα, δεν θα στέκεται πια διαχωριστικά ούτε και ο Ιησούς Χριστός»35.
Τί να σχολιάσει κανείς από την μεγαλόστομη και βλάσφημη αυτή κενολογία. Συμπεραίνουμε απλώς ότι η πανθρησκειακή συνάντηση της Ασίζης είναι ο καρπός αυτών των θεολογικών διεργασιών που συντελούνται αδιαμαρτύρητα και χωρίς λήψη ποιμαντικών μέτρων από την δήθεν ποιμαίνουσα αλλά περί άλλα τυρβάζουσα και νυστάζουσα Ιεραρχία, εκτός μερικών επαινετών αλλά ισχνών και ασθενών φωνών. Θα συνεχίσουμε με τον σύντομο σχολιασμό αυτής της βλασφημίας και θα δούμε αν όντως επίσης έχουν οι θρησκείες ή μερικές θρησκείες τον ίδιο Θεό και κοινές πνευματικές και ηθικές αξίες, όπως ισχυρίζονται οι οπαδοί του πανθρησκειακού, του διαθρησκειακού Οικουμενισμού.
Από που αντλεί αυτή τη βεβαιότητα ο συγγραφεύς; Ποια Βίβλο διαβάζει και ποιος Θεός του τα απεκάλυψε; Έχει δική του Αποκάλυψη και δική του Βίβλο; Μήπως είναι ο ίδιος προφήτης και οραματιστής και βλέπει τί θα συμβεί στο μέλλον, στα έσχατα;
Στην αρχή της ιστορίας και στο τέλος της ιστορίας όμως στέκεται ο Χριστός· αυτός είναι το Α και το Ω, η αρχή και το τέλος36, και αυτός θα έλθει στο τέλος, για να κρίνει ζώντας και νεκρούς, να κρίνει και τον Βούδα και τον Μωάμεθ και τους Εβραίους, εν δυνάμει τώρα και εξουσία και όχι εν ταπεινώσει, όπως ήλθε την πρώτη φορά37. Ο «Άρρητος», που προβάλλεται ως διαφορετικός από τον Χριστό, είναι αποκύημα και πλάσμα της φαντασίας όσων τον πιστεύουν, ψεύτικο και ανύπαρκτο είδωλο, μοιάζει με τον Μέγα Αρχιτέκτονα των Μασόνων, οι οποίοι προωθούν αυτήν την πανθρησκειακή ισοπέδωση, πλανώντες και πλανώμενοι, καθήμενοι εν τω σκότει της νέας Γαλιλαίας των εθνών, της πολυθρησκειακής και πολυπολιτισμικής Νέας Εποχής. Και έχει βέβαια δικαίωμα κανείς να πιστεύει και να γράφει ό,τι θέλει. το μεγαλύτερο δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο είναι η ελευθερία, γιατί είναι εικόνα του Θεού. Δεν εξαναγκάζει ο Θεός κανένα, ούτε εκβιάζει. «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν» είπε ο Χριστός· όλα γίνονται μέσα στο φως ενώπιον των ανθρώπων και όχι εν κρύπτω και παραβύστω. Στο σκοτάδι εργάζονται και σχεδιάζουν όσοι φοβούνται το φως, για να μη ελεγχθούν τα πονηρά τους έργα· ο «Άρρητος» που δεν ταυτίζεται με το Χριστό και το Φως είναι σκότος και πλάνη. Απορεί πάντως κανείς και εξίσταται για το μέγεθος της συγκρητιστικής και οικουμενιστικής διαβρώσεως των τελευταίων δεκαετιών, αφού καθίσταται πλέον δυνατόν οι βλάσφημες αυτές, αρνησίχριστες και αντίχριστες θέσεις, να δημοσιεύονται άλλες μεν στην Επιστημονική Επετηρίδα του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και άλλες στο περιοδικό «ΚΑΘ' ΟΔΟΝ» του «Θεολογικού Συνδέσμου» Θεσσαλονίκης.
4. Έχουν οι θρησκείες τον ίδιο Θεό και κοινές ηθικές αξίες;
Ας δούμε τώρα μία από τις θεμελιακές θέσεις που προβάλλουν όσοι οργανώνουν, συμμετέχουν, και υποστηρίζουν τις διαθρησκειακές συναντήσεις και τους διαθρησκειακούς διαλόγους. Σύμφωνα με αυτή σε όλες τις θρησκείες υπάρχουν θετικά στοιχεία. οι τρεις μάλιστα μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, ο Χριστιανισμός, ο Ιουδαϊσμός και το Ισλάμ πιστεύουν στον ίδιο Θεό. Αυτό διακηρύσσεται urbi et orbi. Άρχισε να καλλιεργείται και να διδάσκεται από τη Β' Βατικάνειο Σύνοδο (1962-1965)38, να προωθείται δε και να εφαρμόζεται από τον σημερινό πάπα Ιωάννη Παύλο Β' ο οποίος ετόλμησε πριν από δεκαπέντε χρόνια, στην Ασίζη πάλι (1986), στην Α' εν Ασίζη πανθρησκειακή σύνοδο, να συγκαλέσει την πρώτη πανθρησκειακή συνάντηση, όπου συμπροσευχήθηκαν στον ίδιο ψεύτικο Θεό όλοι οι εκεί συμπαραστάντες ετερόθρησκοι και ετερόδοξοι. Το Βατικανό και τον πάπα ακολούθησαν στη συνέχεια το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών39 και δικοί μας εκκλησιαστικοί ηγέτες. Φθάσαμε στο σημείο να εκδίδουμε γραμματόσημα, πάνω στα οποία παρίστανται καθήμενοι, κατά τον τύπο της Αγίας Τριάδος στη φιλοξενία του Αβραάμ, ένας Χριστιανός κληρικός, ένας Εβραίος ραβίνος, και ένας Μουσουλμάνος χότζας, η νέα αυτή βλάσφημη πανθρησκειακή τριάδα, όπως επίσης και στο να προσφέρουμε ως δώρο σε κοινή καλαίσθητα εκτυπωμένη κασετίνα τα τρία "ιερά" βιβλία, την εβραϊκή Βίβλο, το Ευαγγέλιο και το Κοράνιο, τα οποία προβάλλει ισοτίμως επάνω στο τραπέζι ο εμπνευστής της βλάσφημης Τριάδος του γραμματοσήμου. Αυτό αποτελεί μείξιν άμικτον, και κοινωνίαν του φωτός προς το σκότος· γιατί όχι μόνον ως προς το Κοράνιο, αλλά και ως προς την εβραϊκή Βίβλο, αν αυτή ιδωθεί και ερμηνευθεί χωρίς Χριστό, υπό το φως όχι του Ευαγγελίου αλλά της παραδόσεως των Γραμματέων και Φαρισαίων που εσταύρωσαν τον Χριστό, ανήκει και αυτή στο σκότος. εφαρμόζονται και σ' αυτήν τα αυστηρά «ουαί» που είπε ο Χριστός προς τους Εβραίους νομοδιδασκάλους, οι οποίοι ενώ προς αυτούς πρώτα ήλθε το φως, εν τούτοις παρέμειναν στο σκοτάδι. «εις τα ίδια ήλθε, και οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον... και το φως εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβε»40.
α. Τα άφωνα είδωλα και οι Άγιοι Μάρτυρες
Δεν έχουν οι θρησκείες τον ίδιο Θεό· ή μάλλον όλες οι θρησκείες έχουν ψεύτικους θεούς, αφού δεν πιστεύουν στον μόνο αληθινό Θεό, στον αποκαλυφθέντα Τριαδικό Θεό, στην Αγία Τριάδα, στον Πατέρα, στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα. Και δεν υπάρχει βέβαια λόγος να μιλήσει κανείς για το ψεύδος της θρησκείας των ειδώλων, αφού ακόμη και η Παλαιά Διαθήκη προσπαθεί να διαφυλάξει τους Ιουδαίους από την ειδωλολατρεία, την οποία συνέτριψε τελικώς και αφάνισε ο Χριστός και εγελοιοποίησαν οι άγιοι μάρτυρες, όταν τους επίεζαν οι ειδωλολάτρες άρχοντες να προσκυνήσουν τα άψυχα και αναίσθητα είδωλα. Και όμως έπαυσε και αυτό να είναι αυτονόητο, και «εσκοτίσθη η ασύνετος καρδία» των Χριστιανών ηγετών, αφού καλούν σε συμπροσευχές ακόμη και ειδωλολάτρες, όπως έγινε στην Καμπέρα της Αυστραλίας κατά την Ζ' Γενική Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών ή καλύτερα του Παγκοσμίου Συμβουλίου εκτροπής και παραπλάνησης των Εκκλησιών, και όπως έγινε αυτές τις ημέρες στην νέα εν Ασίζη πανθρησκειακή σύνοδο του πάπα. Δεν ισχύει πλέον αυτό που λέγει ο απόστολος Παύλος, ότι δηλαδή οι ειδωλολάτρες «εμωράνθησαν, και ήλλαξαν την δόξαν του αφθάρτου Θεού, εν ομοιώματι εικόνος φθαρτού ανθρώπου και πετεινών και τετραπόδων και ερπετών» και ότι «μετήλλαξαν την αλήθειαν του Θεού εν τω ψεύδει και εσεβάσθησαν και ελάτρευσαν τη κτίσει παρά τον κτίσαντα»41.
Ο αλάθητος πάπας είναι πάνω και από την Αγία Γραφή και καλεί και ειδωλολάτρες να προσευχηθούν, πού; Στα αναίσθητα είδωλα, στην αναισθησία των οποίων μετέχει και αυτός που τα σέβεται: «Τα είδωλα των εθνών, αργύριον και χρυσίον, έργα χειρών ανθρώπων. στόμα έχουσι και ου λαλήσουσιν, οφθαλμόν έχουσι και ουκ όψονται, ώτα έχουσι και ουκ ακούσονται, ρίνας έχουσι και ουκ οσφρανθήσοναι, χείρας έχουσι και ου ψηλαφήσουσι, πόδας έχουσι και ου περιπατήσουσιν, ου φωνήσουσιν εν τω λάρυγγι αυτών. Όμοιοι αυτοίς γένοιντο οι ποιούντες αυτά και πάντες οι πεποιθότες επ' αυτοίς»42.
Η μόνη ενδεδειγμένη στάση ενός Χριστιανού επισκόπου, διαδόχου των Αποστόλων και των Αγίων Πατέρων, είναι να πράξει αυτό που έπραξε ο Απόστολος Παύλος στην Αθήνα και αλλού. να αποτρέψει τους ειδωλολάτρες από το να απάγονται και παρασύρονται από τα «άφωνα είδωλα»43, να τους πει ότι «γένος υπάρχοντες του Θεού ουκ οφείλομεν νομίζειν χρυσώ ή αργύρω ή λίθω, χαράγματι τέχνης και ενθυμήσεως ανθρώπου, το θείον είναι όμοιον»44, να τους βγάλει, από τους «χρόνους της αγνοίας» και να τους ανοίξει την νέα εποχή της αληθούς θεογνωσίας, χωρίς να υπολογίζει κανένα κόστος και καμμία συνέπεια, προσωπική, εθνική, εκκλησιαστική. Γιατί έτσι καθίσταται συνυπεύθυνος της πλάνης και της ασεβείας, αφού αφήνει την εντύπωση ότι παντού υπάρχει αλήθεια, ότι όλες οι θρησκείες, παρά τις διαφοροποιήσεις, έχουν στοιχεία αληθείας, και είναι περιττό επομένως να τους κηρύξει το Χριστό και το Ευαγγέλιο.
Ασεβούν οι της πανθρησκείας και προσβάλλουν τους Αγίους Μάρτυρες, οι οποίοι καλούμενοι από τους διώκτες τους να προσκυνήσουν τα είδωλα, όχι μόνο δεν το έπραξαν, έστω και εξωτερικά, αλλά μετεβλήθησαν σε κήρυκας και αποστόλους και διδασκάλους Χριστού και έσωσαν από την πλάνη πολλούς άλλους. Σύμφωνα με την καινούργια νοοτροπία, που τείνει να επικρατήσει, η στάση αυτή των Αγίων Μαρτύρων απορρίπτεται, είναι φονταμελιστική και ακραία, γιατί στηρίζεται στην πίστη ότι μόνον ο Χριστός είναι η αλήθεια και η ζωή, και για να μη χάσει κανείς αυτήν την αλήθεια και τη ζωή αξίζει να χύσει και το αίμα του, το ιδικό του βέβαια, όχι των άλλων, όπως κάνουν οι καμικάζι του Ισλάμ, οι οποίοι οδηγούν στον θάνατο δεκάδες άλλων ανθρώπων. Σε τίνος μάρτυρος τον βίο και την απολογία μπορεί να εντοπίσει κανείς αυτήν την νερόβραστη και χλιαρή ομολογία, ότι όλοι όσοι θρησκεύουμε είμαστε το ίδιο, ο καθένας πιστεύει στον δικό του Θεό και κατά τον ιδικό του τρόπο; Χωρίς την παρρησία, το θάρρος, την αφοβία και την τόλμη των Αγίων Μαρτύρων, που ήλεγξαν την ασέβεια και την πλάνη, χωρίς το αίμα των Αγίων Μαρτύρων δεν θα είχε στερεωθή η Εκκλησία, δεν θα είχε αναπτυχθή αρδευόμενη και τροφοδοτούμενη, για να υπάρχουν σήμερα επίσκοποι και θεολόγοι που προσβάλλουν αυτήν την σταυρική πορεία και το τίμιο αίμα, την θυσία και την ομολογία των Αγίων Μαρτύρων.
β'. Ψεύτικος ο Θεός των Ιουδαίων και των Μουσουλμάνων
Δεν είναι μόνον οι ειδωλολάτρες ασεβείς, αγνοούντες και μη σεβόμενοι τον αληθή Θεό. Το ίδιο ισχύει και για τους Ιουδαίους και Μουσουλμάνους, που δεν πιστεύουν αμφότεροι στην Αγία Τριάδα. Εφ' όσον κατά την αποκαλυφθείσα από τον ίδιο το Θεό διά του Χριστού αλήθεια ο Θεός είναι ένα και τρία συγχρόνως, μονάς εν τριάδι και τριάς εν μονάδι, Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα, οι μη δεχόμενοι την Αγία Τριάδα, που είναι ο μόνος υπάρχων Θεός, πιστεύουν σε ανύπαρκτο Θεό, σε ψεύτικο Θεό, σε είδωλο ουσιαστικώς, αφού δεν υπάρχει μονοπρόσωπος Θεός, αλλά τρία πρόσωπα εν μια υποστάσει. Δεν υπήρξε εποχή κατά την οποία ο Πατήρ ήταν μόνος, χωρίς τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα· δεν είναι κτίσματα ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, όπως όλα τα κτιστά όντα, κατά την πίστη του Αρείου και του Μακεδονίου, των Ιουδαίων και των Μουσουλμάνων. Είναι άκτιστα όντα, άναρχα, συναΐδια, συναιώνια, ομοούσια με τον Πατέρα. Αφ' ότου υπάρχει ο Πατήρ, υπάρχει και ο Υιός, υπάρχει και το Άγιο Πνεύμα. Άμα Πατήρ, άμα Υιός, άμα Άγιον Πνεύμα, σύγχρονα και συνδιαιωνίζοντα.
Το γεγονός ότι στην Παλαιά Διαθήκη, την οποία δήθεν ακολουθούν οι Εβραίοι, δεν παρουσιάζεται εμφανώς η Αγία Τριάδα, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει και δεν διδάσκεται από την Παλαιά Διαθήκη. Είναι ίδιος ο Θεός της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Απλώς εκεί, λόγω του κινδύνου της κυριαρχούσης πολυθεΐας των ειδωλολατρών, δεν κηρύσσεται εμφανώς, για να μη παρασυρθούν οι επιρρεπείς στην πολυθεΐα Εβραίοι και καταλήξουν σε ειδωλολατρεία· έπρεπε να διαφυλαχθεί έναντι της πολυθεΐας η μονοθεΐα, και να μη θεωρηθεί ότι υπάρχουν τρεις διαφορετικοί θεοί. Γι' αυτό και τονίζεται πολύ συχνά η πίστις στον ένα Θεό· «Εγώ ειμι Κύριος ο Θεός σου... Ουκ έσονταί σοι θεοί έτεροι πλην εμού»45. Και πάλι: «Άκουε Ισραήλ. Κύριος ο Θεός σου, Κύριος εις εστι»46. Ο προφήτης Ησαΐας επίσης κηρύσσει εκ προσώπου του Θεού: «Εγώ γαρ, Θεός πρώτος και εγώ μετά ταύτα και πλην εμού ουκ έστι Θεός. Έμπροσθέν μου ουκ εγένετο άλλος Θεός και μετ' εμέ ουκ έσται και πλην εμού ουκ έστι»47.
Εξ αιτίας λοιπόν της ροπής των Ιουδαίων προς την ειδωλολατρεία και της ανωριμότητός τους δεν αποκαλύφθηκε πλήρως το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, μολονότι υπάρχουν σαφείς υπαινιγμοί περί αυτού, που δεν είναι του παρόντος να αναφέρουμε. Μερικοί Ιουδαίοι δεν κατάλαβαν την πρόοδο και εξέλιξη της αποκαλύψεως του Θεού, την ολοκλήρωση της Παλαιάς από την Κ. Διαθήκη και εξακολουθούν να αγνοούν την Αγία Τριάδα, να μη δέχονται τη θεότητα του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος, να μένουν στα παλαιά και ατελή, και έτσι ουσιαστικώς να μη πιστεύουν στον αληθινό Θεό, τον οποίο, λόγω των ιστορικών συνθηκών και της νηπιακής τους καταστάσεως, απέφυγε να εμφανίσει η Π. Διαθήκη ως Τριαδικό. Επανειλημμένως ο Χριστός με τη διδασκαλία του προσπάθησε να τους διδάξει αυτήν την αλήθεια. και υπήρξαν πολλοί Ιουδαίοι που την αποδέχθηκαν, αφού εξ Ιουδαίων αποτελέσθηκε η πρώτη χριστιανική κοινότητα, Ιουδαίοι ήσαν οι Απόστολοι. Σκανδάλισε πολλούς Ιουδαίους ο Χριστός όταν παρουσίαζε τον εαυτό του ως ίσο με τον Πατέρα και ως Θεό: « Εγώ και ο Πατήρ εν εσμεν». Έβλεπαν ένα άνθρωπο και ηρνούντο να τον πιστεύσουν ως Θεάνθρωπο. γι' αυτό και προσπάθησαν πολλές φορές να τον λιθοβολήσουν, διότι όπως του είπαν «συ άνθρωπος ων ποιείς σεαυτόν Θεόν»48. Και προς τους μαθητάς του ακόμη σταδιακά εμφάνισε τη θεότητά του. επήνεσε και πρόβαλε την ομολογία του Πέτρου, όταν στο ερώτημά του «τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι τον υιόν του ανθρώπου» εκείνος απήντησε: «Συ ει ο Χριστός ο υιός του Θεού του ζώντος»49. Την ίδια καταφατική θέση διετύπωσε ο Χριστός και προς τον Καϊάφα στην απαίτησή του να τους πει αν είναι ο Υιός του Θεού: «Εξορκίζω σε κατά του Θεού του ζώντος, ίνα ημίν είπης ει συ ο Χριστός ο υιός του Θεού»50. Όλη η Κ. Διαθήκη, από το κήρυγμα του Ιωάννου, που μαρτύρησε περί της θεότητος του Χριστού και άκουσε ο ίδιος τον Πατέρα να μαρτυρεί περί του Υιού και είδε το Άγιο Πνεύμα να κατέρχεται ως περιστερά, είναι μία συνεχής διδασκαλία και φανέρωσις του μυστηρίου της Αγίας Τριάδος.
Δεν πιστεύει λοιπόν στον αληθινό Θεό όποιος αρνείται τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Οι άρχοντες των Ιουδαίων, ο χωρίς Χριστό Ιουδαϊσμός, εκουσίως παρέμειναν τυφλοί και εξακολουθούν και σήμερα να είναι τυφλοί μπροστά στην αλήθεια και στο φως της Τριαδικής θεότητος. Μόνο με την πίστη στον Χριστό έχει κανείς αληθή θεογνωσία και θεοπτία. «ο εωρακώς εμέ εώρακε τον Πατέρα... εγώ εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί εστι»51. Δεν ημπορεί κανείς να γνωρίσει τον Πατέρα, παρά μόνο διά του Υιού· «Ουδείς επιγινώσκει τον Υιόν ει μη ο Πατήρ, ουδέ τον Πατέρα τις επιγινώσκει ει μη ο Υιός και ω αν βούληται ο Υιός αποκαλύψαι»52. Ο εκ γενετής τυφλός, ομολογήσας την θεότητα του Χριστού, βρήκε συγχρόνως το σωματικό και το πνευματικό φως, ενώ οι σκληροκάρδιοι Φαρισαίοι, σωματικά βλέποντες, πνευματικά ζουν στο σκοτάδι της αγνωσίας του Θεού. το ίδιο και ο σύγχρονος Ιουδαϊσμός· όπως διεπίστωσε και προφήτευσε ο Χριστός· «Εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται»53.
Είναι λοιπόν ποτέ δυνατόν να υπάρξει αληθινός Χριστιανός, και μάλιστα επίσκοπος, που να πιστεύει και να γράφει ότι ο Ιουδαϊσμός, όπως και ο Μουσουλμανισμός, που απορρίπτει επίσης την Αγία Τριάδα, την θεότητα του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, πιστεύουν στον ίδιο με τους Χριστιανούς Θεό; Οι ίδιοι οι Απόστολοι, Ιουδαίοι όντες, αγαπώντες και συμπαθούντες τους ομοφύλους των, πολύ περισσότερο από μερικούς σημερινούς Χριστιανούς ηγέτες που υποκριτικά τους παραπλανούν, γράφουν και διδάσκουν ότι με την άρνηση και τη σταύρωση του Χριστού, έγιναν θεομάχοι και θεοκτόνοι, από άγνοια ίσως, την οποία πρέπει να απορρίψουν, να μετανοήσουν και να σωθούν. Έτσι εξαπλώθηκε και κηρύχθηκε το Ευαγγέλιο σε όλο τον κόσμο «και προσετίθεντο, πιστεύοντες τω Κυρίω πλήθη ανδρών και γυναικών»54 και όχι με συνάξεις τύπου Ασίζης, όπου αποσιωπάται, κρύβεται και δεν κηρύσσεται ο Χριστός, και αθετείται το Ευαγγέλιο. Αυστηρός και τολμηρός ο λόγος του πρωτομάρτυρος Στεφάνου στηρίζεται στην Παλαιά Διαθήκη, η οποία προκατήγγειλε την έλευση του Χριστού, και ελέγχει δριμύτατα τους τότε και τους σημερινούς Ιουδαίους ως προδότας και φονείς: «Σκληροτράχηλοι και απερίτμητοι τη καρδία και τοις ωσίν, υμείς αεί τω Πνεύματι τω Αγίω αντιπίπτετε, ως οι πατέρες υμών και υμείς. Τίνα των προφητών ουκ εδίωξαν οι πατέρες υμών; Και απέκτειναν τους προκαταγγείλαντας περί της ελεύσεως του δικαίου, ου νυν υμείς προδόται και φονείς γεγένησθε»55. Δεν είναι αυτά παρά ακριβής επανάληψη των όσων ο ίδιος ο Χριστός είπε εναντίον των Γραμματέων και Φαρισαίων. Τα ίδια επαναλαμβάνουν και οι Άγιοι Πατέρες εις τα «Κατά Ιουδαίων» συγγράμματά τους, τα οποία επικρίνουν οι της πανθρησκείας, οι του διαθρησκειακού Οικουμενισμού της Νέας Εποχής, ως φονταμενταλιστικά και φανατικά, προτείνοντες ακόμη να εξαλειφθούν και από την υμνογραφία της Εκκλησίας οι αντιιουδαϊκές αναφορές. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί προσβάλλουν και αθετούν το Ευαγγέλιο και την ζωή των Αγίων Μαρτύρων, γιατί με την νοοτροπία αυτή πρέπει να δεχθούμε ότι ο Χριστός, οι Απόστολοι και οι Άγιοι Μάρτυρες ήσαν φονταμενταλιστές και ακραίοι. Τους χαρίζουμε την Ασίζη και τον προοδευτισμό τους και καυχώμεθα για το Ευαγγέλιο και τους Μάρτυρες. Θα δούμε όμως στη συνέχεια τί λέγουν σχετικώς μερικοί από τους Αγίους Πατέρες, για να συγκριθούν προς όσα λέγουν οι σύγχρονοι «Πατέρες» των συναντήσεων τύπου Ασίζης.
γ'. Αφαιρέθηκε από τον Ιουδαϊσμό η Χάρις και η ευλογία του Θεού. Κρυπτοϊουδαϊσμός το Ισλάμ
Στο προηγούμενο τμήμα αναφερθήκαμε ενδεικτικά σε γνώμες κληρικών και θεολόγων, υποστηρικτών του διαθρησκειακού Οικουμενισμού, σύμφωνα με τις οποίες σε όλες τις θρησκείες υπάρχουν θετικά στοιχεία, μερικές μάλιστα από αυτές πιστεύουν στον ίδιο Θεό, όπως οι τρεις μονοθεϊστικές· ο Ιουδαϊσμός, ο Χριστιανισμός, και ο Μουσουλμανισμός. Ανατρέψαμε εν συντομία αυτή τη θέση, γιατί αντίκειται στο Ευαγγέλιο και προσβάλλει τους Αγίους Μάρτυρες, που έχυσαν το αίμα τους για την πίστη τους στο Χριστό, την οποία θεωρούσαν ως μοναδική οδό σωτηρίας· διαφορετικά η θυσία και το μαρτύριό τους δεν έχουν νόημα, αν όντως όπου και αν πιστεύει κανείς, σώζεται. Υποσχεθήκαμε να παρουσιάσουμε τί διδάσκουν για το Ισλάμ μερικοί από τους Αγίους Πατέρες, αφού για τον Ιουδαϊσμό έχομε τη γνώμη του ιδίου του Χριστού και των Αποστόλων, ακόμη και του πρωτομάρτυρος Στεφάνου, που ήσαν μάλιστα και Ιουδαίοι και αγαπούσαν τους ομοφύλους των, μέχρι σημείου ο Απόστολος Παύλος να εύχεται ο ίδιος να απολεσθεί, να αναθεματισθεί, προκειμένου να οδηγήσει κάποιον Ιουδαίο στην αλήθεια του Ευαγγελίου. «ηυχόμην γαρ αυτός εγώ ανάθεμα είναι από του Χριστού υπέρ των αδελφών μου, των συγγενών μου κατά σάρκα, οίτινές εισιν Ισραηλίται»56. Κηρύττοντας το Ευαγγέλιο του Χριστού στους Ιουδαίους με παρρησία και σαφήνεια ο Απόστολος Παύλος υπέστη απερίγραπτους διωγμούς, κακώσεις και ταλαιπωρίες. Αυτή είναι η αληθινή, η εν Χριστώ αγάπη, και όχι η άλλη, η ψευτοαγάπη του Σατανά, σύμφωνα με την οποία αποκρύπτεις την αλήθεια, ώστε να μη δυσαρεστείς και να καλοπερνάς. Αυτό είναι το νέο εφεύρημα του Σατανά, ο νέος πειρασμός, ο διαθρησκειακός και διαχριστιανικός Οικουμενισμός, όπου το μόνο πράγμα που δεν ενδιαφέρει κανέναν είναι το κήρυγμα της αλήθειας του Χριστού. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι η κατ' άνθρωπον και κατά κόσμον ευγένεια, το να μη θίξουμε δήθεν τον άλλον, ο κοσμοπολιτισμός και η ψευτοευγένεια των σαλονιών, όχι το ανδρείο φρόνημα και η παλληκαριά του Προδρόμου, των Αποστόλων και των Αγίων.
Την εξ αγάπης αντιϊουδαϊκή και παιδαγωγική στάση του Χριστού και των Αποστόλων εσυνέχισαν οι Άγιοι Πατέρες εις τα «Κατά Ιουδαίων» συγγράμματά τους, εισήγαγε δε και η Εκκλησία στην υμνογραφία της, ιδιαίτερα της Μ. Εβδομάδος, όπου υπάρχουν βαρύτατοι χαρακτηρισμοί εις βάρος των Ιουδαίων. Τον Πρωτομάρτυρα Στέφανο επαινεί η Εκκλησία, γιατί ήλεγξε την μανία των Ιουδαίων. εξ αιτίας μάλιστα αυτού του ελέγχου αξιώθηκε να γίνει θεόπτης· «συ γαρ την Ιουδαίων απελέγξας μανίαν είδες σου τον Σωτήρα του Πατρός δεξιόθεν». Τα μαρτύρια και τα αθλήματα που υπέμεινε έγιναν «βασίλειον διάδημα» που έστεψαν το κεφάλι του. Ερανιζόμενοι από μερικούς μόνον ύμνους της Μ. Εβδομάδος βλέπουμε να χαρακτηρίζονται οι Ιουδαίοι ως «αλαζών και μιαιφόνος λαός» ως «φθονερός αλάστωρ, φόνου πλήρης λαός», «αραβιανόν, σκολιώτατον γένος Εβραίων», «ολέθριος σπείρα θεοστυγών, πονηρευομένων, «θεοκτόνων συναγωγή», «των δικαίων φονευταί», «θεομάχοι», «θεοκτόνοι», «παράνομοι», «πονηρόν συνέδριον», «άνομοι και άπιστοι», «γενεά άπιστος και μοιχαλίς», «κατάκριτος συναγωγή». Επί αιώνες τα διδάσκει και τα ψάλλει η Εκκλησία, η οποία μάλιστα έχει την συνείδηση ότι αποτελεί τον νέο εκλεκτό λαό του Θεού, το νέο έθνος, στο οποίο έχει επιδαψιλεύσει πλέον ο Θεός την ευλογία του, αφού την αφήρεσε από τους Ιουδαίους, οι οποίοι απορρίψαντες και σταυρώσαντες τον Χριστό, αποδείχθηκαν ανάξιοι αυτής της ευλογίας, όπως άλλωστε είχε προειδοποιήσει ο ίδιος ο Χριστός ελέγχοντας την σκληροκαρδία και απιστία τους. Ενθυμούμεθα την βαριά αγανάκτησή του, όταν είπε τους σκληρούς λόγους, «ω γενεά άπιστος και διεστραμμένη! έως πότε έσομαι μεθ' υμών; Έως πότε ανέξομαι υμών;»57, όπως επίσης και την επαληθευθείσα σχεδόν αμέσως προφητεία, την οποία είπε μετά την παραβολή του αμπελώνος για την θανάτωση υπό των γεωργών του υιού του οικοδεσπότου: «Διά τούτο λέγω υμίν ότι αρθήσεται αφ' υμών η βασιλεία του Θεού και δοθήσεται έθνει ποιούντι τους καρπούς αυτής»58. Η ξηρανθείσα από το Χριστό συκή, την οποία επίσης μνημονεύει η Εκκλησία στον όρθρο της Μ. Δευτέρας, συμβολίζει την άκαρπη ιουδαϊκή Συναγωγή: «Την Συναγωγήν συκήν Χριστός, Εβραίων, καρπών άμοιρον πνευματικών εικάζων, άρα ξηραίνει, ης φύγωμεν το πάθος». Ποιος από τους Ορθοδόξους πιστούς δεν έχει διά των αιώνων εις τα αυτιά του ζωντανούς τους λόγους του Κυρίου προς τους Ιουδαίους, όπως τους διατυπώνει το θαυμάσιο αντίφωνο της ακολουθίας των Αγίων Παθών, που αναφέρεται στην αγνωμοσύνη των Ιουδαίων και στην αφαίρεση της Χάριτος και της ευλογίας του Θεού; «Τάδε λέγει Κύριος τοις Ιουδαίοις. Λαός μου τί εποίησα σοι, ή τί σοι παρηνώχλησα; Τους τυφλούς σου εφώτισα, τους λεπρούς σου εκαθάρισα, άνδρα όντα επί κλίνης ηνωρθωσάμην. Λαός μου, τί εποίησά σοι, και τί μοι ανταπέδωκας; Αντί του μάννα χολήν. αντί του ύδατος όξος. αντί του αγαπάν με, σταυρώ με προσηλώσατε. Ουκέτι στέγω λοιπόν. καλέσω μου τα έθνη, κακείνα με δοξάσουσι, συν τω Πατρί και τω Πνεύματι. καγώ αυτοίς δωρήσομαι ζωήν την αιώνιον». Σε άλλο ύμνο, των αίνων της ίδιας ακολουθίας, που αρχίζει με τις λέξεις «Σταυρωθέντος σου Χριστέ» υπάρχει η εκτίμηση ότι με την σταύρωση του Χριστού οι Ιουδαίοι έχασαν την σωτηρία τους: «Σου γαρ υψωθέντος σήμερον, γένος Εβραίων απώλετο».
Ποια σχέση έχουν όλα αυτά, τα του Ευαγγελίου και των Αγίων Πατέρων, που σταθερά, απαρασάλευτα και με θαυμαστή ενότητα πιστεύει και διδάσκει η Εκκλησία διά των αιώνων, από την εποχή των Αποστόλων (semper, ubique, ab omnibus credita) προς όσα καινοφανή, αντιευαγγελικά και αντιπατερικά προβάλλουν οι διαστροφείς του Ευαγγελίου και της διδασκαλίας των Αγίων οπαδοί του διαθρησκειακού Οικουμενισμού; Δεν είναι λοιπόν ο αρνούμενος τον Χριστό Ιουδαϊσμός «σκολιά και διεστραμμένη οδός»; Εξακολουθούν οι Ιουδαίοι και μετά την σταύρωση του Χριστού και την μη αποκήρυξη εν μετανοία των σταυρωτών να είναι ευλογημένος λαός; Δεν έχει αρθή από αυτούς η ευλογία του Θεού; Δεν είναι άκαρπος και εξηραμμένη συκή; Μα τότε, πρέπει να καταργήσουμε το Ευαγγέλιο και τους Αγίους Πατέρες, τους ύμνους της Εκκλησίας, οι οποίοι δεν λέγουν τίποτε περισσότερο από όσα λέγει το Ευαγγέλιο. Ας το μάθουν και ας το προσέξουν αυτό καλά όσοι στα πλαίσια της προσεγγίσεως των θρησκειών, των συναντήσεων και των διαλόγων, έχουν ήδη προτείνει να απαλειφθούν από τα λειτουργικά κείμενα, από τα πολιτιστικά μνημεία όπως λέγουν, και από τα σχολικά εγχειρίδια όσες φράσεις και διατυπώσεις ενοχλούν τους οπαδούς των άλλων θρησκειών. Αυτό σημαίνει να καταργήσουμε τον Χριστό και το Ευαγγέλιο, να σβήσουμε το φως και να αφήσουμε το σκοτάδι. Δεν θέλουν οι της νέας «Γαλιλαίας των εθνών», της συγκρητιστικής και πανθρησκειακής Νέας Εποχής, να περάσει στον απαιδαγώγητο λαό κάποια ακτίνα φωτός, θέλουν να του αποκρύπτεται η αλήθεια, γιατί, αν τη μάθει, θα ξυπνήσει και θα τους εγκαταλείψει. Γι' αυτό σχεδιάζουν «κάθαρση των λειτουργικών κειμένων» ή και σύνταξη νέων κειμένων, για να μη προσβάλλονται δήθεν οι ετερόθρησκοι και οι αιρετικοί. Μα μπορεί να γίνει «κάθαρση» του Ευαγγελίου, το οποίο απλώς επαναλαμβάνουν οι ύμνοι; Και τί ευαγγέλιο είναι αυτό που αποκρύπτει το φως και τη σωτηρία από τους ευρισκομένους στο σκότος της πλάνης;
Όσα για τον χωρίς Χριστό Ιουδαϊσμό γράψαμε ισχύουν πολύ περισσότερο για το Ισλάμ. Στο κάτω-κάτω ο Ιουδαϊσμός προϋπήρχε του Χριστιανισμού και από εγωισμό και πείσμα έμεινε στην παλαιά του πίστη, δεν διέκρινε το φως, γιατί είχε συνηθίσει στο σκοτάδι. Το να επιλέγεις όμως το σκοτάδι, ενώ υπάρχει το φως, αυτό είναι πολύ χειρότερο, διότι σημαίνει ότι δεν βλέπεις καθόλου, δεν διακρίνεις την διαφορά μεταξύ φωτός και σκότους. Το αντιλαμβάνεται κανείς αυτό καλύτερα, όταν σκεφθεί πώς ενήργησαν οι Ρώσοι, όταν αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την ειδωλολατρεία και να οδηγηθούν προς τον αληθινό Θεό. Έψαξαν και ερεύνησαν και ερώτησαν και προς τον Ιουδαϊσμό και προς το Ισλάμ, αλλά τελικώς διαπιστώσαντες τις ίδιες περίπου αδυναμίες και στις δύο θρησκείες, προσήλθαν στο φως του Ευαγγελίου, έγιναν μέλη του νέου λαού της Χάριτος, της Εκκλησίας του Χριστού. Το Ισλάμ ουσιαστικώς είναι η εκδίκηση του Ιουδαϊσμού εναντίον του Χριστιανισμού, είναι κρυπτοϊουδαϊκή αίρεση, που συγκαλύπτει απλώς την πραγματικότητα με μερικά στοιχεία, όχι βασικά, που έχει πάρει από τον Χριστιανισμό. Με το Ισλάμ επανερχόμαστε εις τα παλαιά, καταργείται η «καινή κτίσις», δεν γονιμοποιείται η ανθρωπότης από τα χαρίσματα και τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, παραμένει όχι απλώς στείρα και άκαρπος, αλλά κακότεχνος και κακόκαρπος, και ας ψάχνουν οι της πανθρησκείας να βρουν καρπούς και θετικά στοιχεία σε όλες τις θρησκείες. Όταν αστοχεί κανείς στην πίστη, στη θεογνωσία, τότε μωραίνεται και οδηγείται εις πάθη ατιμίας, όπως θεόπνευστα και αλάθητα διδάσκει ο Απόστολος Παύλος στο πρώτο κεφάλαιο της Προς Ρωμαίους επιστολής, αστοχεί και στο ήθος, γιατί υπάρχει αλληλεξάρτηση της πίστεως και των έργων, του δόγματος και του ήθους. Θα μπορούσαμε λοιπόν να αρκεσθούμε σε όσα είπαμε για τους Ιουδαίους ως ισχύοντα και για τους Μουσουλμάνους. Για να μη θεωρηθεί όμως αυτό ως αυθαίρετος ισχυρισμός, θα παρουσιάσουμε ενδεικτικώς τί διδάσκουν για το Ισλάμ μερικοί από τους Αγίους Πατέρες, με αγιότητα βίου και φωτισμένοι υπό του Αγίου Πνεύματος, διότι σε εμάς τους αμαρτωλούς και αφωτίστους μπορεί να υπεισέλθει και κάποιος εμπαθής λογισμός. Η αναφορά στους Αγίους Πατέρες κρίνεται αναγκαία και για ένα πρόσθετο λόγο. ισχυρίζονται πολλοί Οικουμενιστές πως δήθεν οι διαθρησκειακές συναντήσεις και οι διαθρησκειακοί διάλογοι δεν είναι κάτι καινούργιο στην ζωή της Εκκλησίας, διότι υπάρχουν παραδείγματα Αγίων που συζήτησαν με εκπροσώπους του Ισλάμ, και αυτούς ακολουθούν οι νέοι πατέρες της πανθρησκείας και της συγκρητιστικής ισοπέδωσης. Είναι πάντως πολύ καλύτερο το ψέμμα από την μισή αλήθεια. γιατί το ψέμμα γίνεται εύκολα αντιληπτό, ενώ η παραποιημένη, η κουτσουρεμένη αλήθεια παρασύρει και εξαπατά. Όντως μερικοί από τους Αγίους συναντήθηκαν και συζήτησαν με Μουσουλμάνους. Οι συναντήσεις όμως αυτές και οι διάλογοι δεν έχουν καμμία σχέση, ούτε μακρινή, προς όσα γίνονται σήμερα. Γίνονται υπό τελείως διαφορετικές συνθήκες και προοπτικές, γίνονται συνήθως κατ' ανάγκην, κατ' απαίτησιν των Μουσουλμάνων κατακτητών, υπό συνθήκες είτε εξορίας, είτε αιχμαλωσίας, και παρά ταύτα έχουν ως στόχο όχι την κοσμική προσέγγιση και ειρήνη, αλλά την μαρτυρία του Ευαγγελίου, γι' αυτό και οδηγούν πολλές φορές στο μαρτύριο, παράγουν νεομάρτυρες και κήρυκες Χριστού, και όχι περιφερόμενους από συνεδρίου σε συνέδριο επαγγελματίες του Οικουμενισμού και συντάκτες συγκρητιστικών κειμένων.
5. Ο Διάλογος των Πατέρων και των Νεομαρτύρων με το Ισλάμ
α'. Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής
Πρώτος εκ των αγίων που ασχολήθηκε με το Ισλάμ είναι ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής (580-662), σύγχρονος της εμφανίσεως και διαδόσεως του Ισλάμ από τον Μωάμεθ (570-632). Το Βυζάντιο, υπό τον Ηράκλειο τότε, απησχολημένο στον πόλεμο εναντίον των Περσών, υποτίμησε τον νέο κίνδυνο, που προερχόταν από τους Άραβες, οι οποίοι αποκτούσαν ενότητα κάτω υπό τον νέο ηγέτη και την νέα θρησκεία του Μωάμεθ. Το ίδιο συνέβη και με τους Πέρσες. Αμφότεροι, Ρωμαίοι και Πέρσες, είχαν εξασθενήσει από τις μεταξύ τους συγκρούσεις και δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την ορμή των νεοφωτίστων και επιθετικών Αράβων, παρακινουμένων σε πόλεμο εναντίον των απίστων από τον περίεργο νέο προφήτη, για τον οποίο δικαιολογημένα η έρευνα διερωτάται αν είναι προφήτης ή δικτάτωρ, θρησκευτικός ή στρατιωτικός ηγέτης. Την κατάσταση εχειροτέρευε η δυσμένεια των τοπικών χριστιανικών πληθυσμών εναντίον του Βυζαντίου λόγω των χριστολογικών διενέξεων, καθότι στις ανατολικές επαρχίες, Συρία, Παλαιστίνη και Αίγυπτο, ο Μονοφυσιτισμός και ο Μονοθελητισμός είχαν ευρεία διάδοση. Οι ενωτικές προσπάθειες των αυτοκρατόρων δεν απέδωσαν, γι' αυτό και οι ντόπιοι πληθυσμοί δυσαρεστημένοι με το Ορθόδοξο Βυζάντιο, έβλεπαν στο Ισλάμ τη δυνατότητα να αποσείσουν την βυζαντινή κυριαρχία, μολονότι βέβαια στη συνέχεια επλήρωσαν και πληρώνουν πολύ ακριβά αυτήν την λανθασμένη εκτίμηση.
Ο Άγιος Μάξιμος, αυτοκρατορικός αξιωματούχος προηγουμένως του Ηρακλείου και πρωταγωνιστής κατόπιν ως μοναχός στον αγώνα εναντίον του Μονοθελητισμού, συμμοναστής και φίλος του Πατριάρχου Ιεροσολύμων Σωφρονίου, ο οποίος αναγκάσθηκε να παραδώσει το 637 τα Ιεροσόλυμα στον χαλίφη Ομάρ, είχε άριστη γνώση των συμβαινόντων, αφού ο ίδιος διέτρεξε όλες τις ανατολικές χώρες και έφθασε μέσω Αφρικής στη Ρώμη, όπου πρωτοστάτησε στην σύνοδο του Λατερανού (649) εναντίον του Μονοθελητισμού. Σε μία επιστολή του λοιπόν προς τον Πέτρο Ιλλούστριο, που χαρακτηρίζεται ως δογματική59, διότι προβαίνει σε εννοιολογικές διασαφήσεις χριστολογικών όρων εναντίον της διδασκαλίας του Σεβήρου, θεωρεί υποχρέωσή του να συστήσει εμμονή στην ορθόδοξη πίστη, ώστε με σύμμαχο το Θεό να αποφύγει η αυτοκρατορία τον νέο κίνδυνο του Ισλάμ, την διδασκαλία και συμπεριφορά του οποίου περιγράφει ο Άγιος Μάξιμος με νηφαλιότητα και δικαιοσύνη.
Γράφει λοιπόν ότι το χειρότερο κακό στον κόσμο, στην οικουμένη, ήταν τότε η εμφάνιση του Ισλάμ, το οποίο με πολλή αγριότητα στρέφεται εναντίον της πολιτισμένης ανθρωπότητος και την καταστρέφει. Πρόκειται για παραφυάδα του Ιουδαϊσμού, που αρέσκεται στις αιματοχυσίες, στις θανατώσεις ανθρώπων, με τις οποίες μάλιστα νομίζει ότι ευαρεστεί τον Θεό. Αυτά τα οποία απεχθάνεται ο Θεός, με αυτά το Ισλάμ λατρεύει τον Θεό. Είναι ο πλέον άπιστος λαός, προπομπός και πρόδρομος του Αντιχρίστου. Αγνόησε το σωτηριώδες έργο του Χριστού και αδιάντροπα διώκει την πίστη και την αρετή, από φθόνο και βασκανία, γιατί χωλαίνει και στα δύο· προδίδει την πίστη και την αρετή, «υπερηφανίας χάριν και ηδονής, ως αποστάτης λαός και μωρός και έθνος απαίδευτον». Σ' αυτές τις δύο κακίες, την υπερηφάνεια και την ηδονή έχει διαμοιράσει την ζωή· η υπερηφάνεια τον οδηγεί σε αποστασία από τον Θεό, ενώ η ηδονή σε καταφρόνηση του πλησίον, σε μισανθρωπία, «ίνα και Θεός αυτώ και κτίσις υβρίζηται· ο μεν καταφρονούμενος, η δε, φθειρομένη τοις αυτού μιασμοίς των επιτηδευμάτων». Κατά τον Άγιο Μάξιμο ο Θεός επέτρεψε στο «απηνές και αλλόκοτον έθνος» να σηκώσει το χέρι του εναντίον των Χριστιανών, εξ αιτίας του ότι δεν πολιτεύονται οι Χριστιανοί αξίως του Ευαγγελίου και έχουν περιπέσει σε πλήθος αμαρτιών. Πρέπει γι' αυτό στο εξής να γρηγορούμε και να είμαστε έτοιμοι να ομολογήσουμε την πίστη μας, χωρίς να υπολογίζουμε ακόμη και τον θάνατο. Πρόκειται περί προφητικής ενοράσεως των όσων επρόκειτο να ακολουθήσουν με την επέκταση του Ισλάμ, περί των νεομαρτύρων, οι οποίοι ανανέωσαν την δόξα των παλαιών μαρτύρων: «Και Θεόν αυτόν ομολογήσωμεν έμπροσθεν των ανθρώπων, μηδένα παντελώς υφορώμενοι θάνατον. ίνα και αυτός ημάς έμπροσθεν του Πατρός ομολογήση. και σεσωσμένους διά της καλής ομολογίας προσαγάγη, ης αυτός εις την των ημετέρων καλών υποτύπωσιν απήρξατο. μαρτυρήσας επί Ποντίου Πιλάτου και ομολογήσας την καλήν ομολογίαν. ην μιμείσθαι κατά την αυτού χάριν αξιωθείημεν, ότ' αν καλέσοι καιρός». Απόσπασμα από το ενδιαφέρον αυτό κείμενο, όπου για πρώτη φορά αποτιμάται το Ισλάμ από χριστιανικής πλευράς παραθέτουμε στη συνέχεια: «Τί γαρ των νυν περιεχόντων την οικουμένην κακών περιστατικώτερον; Τί δε τοις ησθημένοις των γινομένων δεινότερον; Τί δε τοις πάσχουσιν ελεεινότερον ή φοβερώτερον; Έθνος οράν ερημικόν τε και βάρβαρον, ως ιδίαν γην διατρέχον την αλλοτρίαν· και θηρσίν αγρίοις και ατιθάσοις, μόνης ανθρώπων έχουσι ψιλόν σχήμα μορφής, την ήμερον πολιτείαν δαπανωμένην. και λαόν Ιουδαϊκόν, και ανέκαθεν ανθρώπων αίμασι χαίροντα, και μόνην θείαν ευαρέστησιν ειδότα τον φόνον του πλάσματος. και διά τούτο πλέον μαινόμενον, πάντων των επί κακία διαβεβοημένων εν τω πλούτω της πονηρίας γενέσθαι περιφανέστερον.και οις Θεός απεγχθάνεται, Θεόν θεραπεύειν οιόμενον. τον μόνον πάντων των επί γης λαών απιστότατον. και διά τούτο προς υποδοχήν της αντικειμένης δυνάμεως επιτηδειότατον, προπομπεύοντα τρόπω τε παντί και διαθέσει της ενδημίας του πονηρού. και δι' ων πράττει μηνύοντα του Αντιχρίστου την παρουσίαν, επειδή την του αληθώς Σωτήρος ηγνόησεν. τον δυσμενή και παράνομον, μισάνθρωπόν τε και μισόθεον, και διά τούτο μάλλον μισάνθρωπον, ότι μισόθεον, και ταις κατά των αγίων εντρυφάν ύβρεσι συγχωρούμενον. ως εγγύς ούσης της εκδικήσεως, ίνα και κολασθή δικαιότερον, φανείσης αυτού διά των πραγμάτων τελείως της κατά του Θεού τυραννίδος τε και επαναστάσεως· τον του ψεύδους προστάτην λαόν, της τε μιαιφονίας δημιουργόν, και της αληθείας εχθρόν. τον πικρόν της εμής πίστεως διώκτην, δι' ης η πολύθεος κατελύθη πλάνη, και των δαιμόνων αι φάλαγγες απηλάθησαν. Δι' ης πάντα τα έθνη κεκροτήκασι χείρας, κατά την προφητείαν, και ηλάλαξαν τω Θεώ εν φωνή αγαλλιάσεως. ότι Κύριος ύψιστος, φοβερός, Βασιλεύς μέγας επί πάσαν την γην. Εγνώσθη μυστικώς αυτοίς διά σαρκός επιδημήσας ο μονογενής Υιός. Κύριος μεν, ως δούλοις αρετήν επιτάσσων τοις διά πράξεως των εντολών ανεχομένοις. ύψιστος δε, ως της αληθούς γνώσεως χορηγός, τοις πόθω σοφίας διά θεωρίας προς την γυμνήν συμβόλων επειγομένοις των μυστηρίων κατάληψιν. φοβερός δε, ως κριτής, και των παραβάσεων εκδικητής. βασιλεύς δε, ως εκάστω των κατ' αξίαν ητοιμασμένων διανομεύς· και μέγας ως υπέρ φύσιν διά των εναντίων τα εναντία ποιών. και διά πάθους απάθειαν, και διά θανάτου ζωήν δημιουργών και παραδόξω δυνάμει ταις εαυτού κατά σάρκα στερήσεσι, τας ατρέπτους έξεις των αγαθών τη φύσει δωρούμενος. και ουδ' ούτως ο παράφρων αισχύνεται λαός, και λήγει διώκων πίστιν και αρετήν. Άπερ σαφώς διώκει διά βασκανίαν. ως αμφοτέρων εκπεπτωκώς, και ουκ ειδώς ότι πέπτωκεν, επ' αμφοτέραις χωλαίνων ταις ιγνύαις, και διαναστήναι του πτώματος της ασεβείας παντελώς μη δυνάμενος, ή μη βουλόμενος, ειπείν οικειότερον. ως πίστιν και αρετήν αεί προδιδούς υπερηφανίας χάριν και ηδονής, ως αποστάτης λαός και μωρός, και έθνος απαίδευτον. Αις επιμερίσας εαυτού την ζωήν, ο αποστάτης και πλήρης ανομιών, την μεν αποστασίας Θεού ποιείται μητέρα, την δε, μισανθρωπίας δημιουργόν. ίνα και Θεός αυτώ και κτίσις υβρίζηται. ο μεν καταφρονούμενος, η δε, φθειρομένη τοις αυτού μιασμοίς των επιτηδευμάτων.
Τί τούτων, ως έφην, Χριστιανών οφθαλμοίς, ή ακοαίς φοβερώτερον; Έθνος απηνές και αλλόκοτον, κατά της θείας κληρονομίας οράν επανατείνεσθαι χείρας συγχωρούμενον. Αλλά ταύτα το πλήθος ων ημάρτομεν συμβήναι πεποίηκεν. Ου γαρ αξίως του Ευαγγελίου του Χριστού πεπολιτεύμεθα. Πάντες ημάρτομεν, πάντες ηνομήσαμεν, πάντες αφήκαμεν την οδόν των εντολών την ειπούσαν, εγώ ειμι η οδός, και κατ' αλλήλων εθηριώθημεν, αγνοήσαντες της φιλανθρωπίας την χάριν, και των υπέρ ημών του σαρκωθέντος Θεού παθημάτων το μυστήριον. και διωδεύσαμεν τρίβους αβάτους, τας των παθών της ατιμίας δηλαδή σχέσεις τη διαθέσει της γνώμης κυρώσαντες. Αλλά γρηγορήσωμεν και προσευξώμεθα, μήπως πλέον βαρυνθώσιν αι καρδίαι ημών εν κραιπάλη και μέθη.»
β'. Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός
Ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός (680-754) ζει ένα αιώνα περίπου μετά τον Άγιο Μάξιμο Ομολογητή. Όταν γεννήθηκε, είχαν παρέλθει πενήντα περίπου χρόνια, αφ' ότου οι Άραβες είχαν καταλάβει την γενέτειρά του Δαμασκό (634), η οποία μάλιστα έγινε μετά από λίγο κέντρο του ισλαμικού κόσμου, γιατί εγκαταστάθηκε εδώ το αραβικό χαλιφάτο, η θεοκρατική δηλαδή κυβέρνηση των Μουσουλμάνων (661). Γεννήθηκε λοιπόν και ανατράφηκε σε ισλαμικό περιβάλλον και έμαθε πολύ καλά τα της νέας θρησκείας, πολύ περισσότερο μάλιστα διότι και ο ίδιος και ο πατέρας του ήσαν ανώτατοι πολιτικοί αξιωματούχοι, λόγω της υψηλής των μορφώσεως, στην αυλή του χαλίφη της Δαμασκού. Η εκκλησιαστική παράδοση έχει διασώσει στον βίο του το θαύμα και την παράσταση της Παναγίας της Τριχερούσας· σύμφωνα με την σχετική διήγηση η βυζαντινή διπλωματία τον ενέπλεξε, ως υπερασπιστή των αγίων εικόνων για να τον εξοντώσει, στις σχέσεις της με το χαλιφάτο, χαλκεύσασα ψεύτικη επιστολή του Ιωάννου προς τον βυζαντινό αυτοκράτορα Λέοντα Γ' Ίσαυρο, τον οποίο προέτρεπε δήθεν να επιτεθεί εναντίον της Δαμασκού. Ο χαλίφης θεώρησε ως γνήσια την ψευδεπίγραφη επιστολή και οργισμένος τον ετιμώρησε με το κόψιμο του δεξιού χεριού, που έγραψε την προδοτική επιστολή. Η Παναγία όμως, στην εικόνα της οποίας προσευχήθηκε, εισήκουσε τη δέηση του αθώου Ιωάννου και θαυματουργικά επανασυγκόλησε και αποκατέστησε το χέρι. Ευγνωμονών ο Άγιος Ιωάννης κατασκεύασε ασημένιο χέρι και το εκρέμασε στην εικόνα της Παναγίας, η οποία έτσι φαινόταν ως Τριχερούσα. Η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας της Τριχερούσας βρίσκεται στην Ιερά Μονή Χιλανδαρίου στο Άγιο Όρος, μεταφερθείσα εκεί από τον Άγιο Σάββα των Σέρβων, ο οποίος εμόνασε για κάποιο διάστημα στην Ιερά Μονή του Αγίου Σάββα της Παλαιστίνης, όπου έζησε όλα τα χρόνια της ζωής του και αγίασε ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός.
Γνώστης λοιπόν άριστος του Ισλάμ ο μέγας άγιος και πατήρ έβλεπε με ανησυχία εκτός της πολιτικής και στρατιωτικής του επεκτάσεως και την εξάπλωση των ιδεών του, όπως αυτό εμφανώς έχει διαπιστωθή και από τις πηγές και από την έρευνα στην περίπτωση των εικονομάχων, που είχαν επηρεασθή από τον ανεικονισμό και του Ιουδαϊσμού και του Μουσουλμανισμού. Περιλαμβάνει το Ισλάμ στο Περί αιρέσεων έργο του ως μία από τις τελευταίες αιρέσεις που εμφανίσθηκαν μετά τον Ηράκλειο. Ο χαρακτηρισμός του Ισλάμ ως αιρέσεως οφείλεται ασφαλώς στα πολλά ιουδαϊκά και χριστιανικά στοιχεία που έχει ενσωματώσει. Ονομάζεται πάντως θρησκεία από τον Άγιο Ιωάννη στην αρχή του σχετικού κεφαλαίου, όπου με αυστηρή γλώσσα την χαρακτηρίζει ως λαοπλάνο και πρόδρομο του Αντιχρίστου: «Έστι δε και η μέχρι του νυν κρατούσα λαοπλάνος θρησκεία των Ισμαηλιτών πρόδρομος ούσα του Αντιχρίστου»60.
Θα παρουσιάσουμε σύντομα τη γνώμη και την αξιολόγηση του Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού περί του Ισλάμ, την οποία μάλιστα δεν δίστασε, όπως φαίνεται από το κείμενο, να εκφράσει σε διάλογο με Μουσουλμάνους, για να φανεί πώς οι Άγιοι συμπεριφέρονταν στους διαθρησκειακούς διαλόγους, όπως επίσης και το αν εκείνοι οι διάλογοι ομολογίας και μαρτυρίας, έχουν κάποια σχέση με τους σημερινούς συγκρητιστικούς διαλόγους της βλάσφημης πανθρησκείας του Σατανά, τους οποίους μετασχηματίζουν εις διαλόγους φωτός, κατά το πρότυπο δήθεν των Αγίων Πατέρων, οι οπαδοί της Πανθρησκείας, για να παραπλανούν και εξαπατούν τους απλοϊκούς και μη ειδότας.
Αναφέρεται στα ονόματα Αγαρηνοί, Ισμαηλίται και Σαρακηνοί με τα οποία είναι γνωστοί, όπως και στο προηγούμενο ειδωλολατρικό τους παρελθόν που διαρκεί μέχρι, των χρόνων του Ηρακλείου, «αφ' ου χρόνου και δεύρο ψευδοπροφήτης αυτοίς ανεφύη Μαμέδ επονομαζόμενος», ο οποίος ισχυρίζεται ότι όσα διδάσκει του αποκαλύφθηκαν εξ ουρανού, είναι όμως αυτά «γέλωτος άξια». Αναφέρεται βέβαια η βίβλος του και στον Χριστό, τον οποίο θεωρεί προφήτη και δούλο του Θεού, όπως και στην μητέρα του Μαρία. Αρνείται όμως την σταύρωση, ισχυριζόμενος από επίδραση του Δοκητισμού, ότι οι Ιουδαίοι «εσταύρωσαν την σκιάν αυτού». Ο Χριστός δεν απέθανε, ούτε εσταυρώθη. «ο γαρ Θεός έλαβεν αυτόν προς εαυτόν εις τον ουρανόν διά το φιλείν αυτόν».
Τί να τα κάνει όμως κανείς αυτά, που φαινομενικά δείχνουν κάποιο σεβασμό προς το πρόσωπο του Χριστού, όταν στην συνέχεια βάζει ο Μωάμεθ τον ίδιο τον Χριστό σε διαλογική συζήτηση με τον Θεό, μετά την άνοδό του στους ουρανούς, να αρνείται ο ίδιος την θεότητά του και να λέγει ότι όσα σχετικά γράφονται στο Ευαγγέλιο είναι ψεύδη και πλάνες. Υπάρχει μεγαλύτερη βλασφημία από αυτήν εναντίον του Χριστού και του Ευαγγελίου, και υπάρχει, απομένει χώρος για να δει κανείς θετικά το Ισλάμ και τον προφήτη του, όπως πράττουν οι νέοι υποστηρικτές των ψευδοπροφητών; Τα καλά λόγια που υπάρχουν στο Κοράνιο για το Χριστό είναι απλώς το ένδυμα του προβάτου, κάτω από το οποίο κρύβεται η διάθεση του λύκου, που έρχεται να θύσει και να απολέσει, όπως είπε ο ίδιος ο Χριστός· «Προσέχετε δε από των ψευδοπροφητών, οίτινες έρχονται προς υμάς εν ενδύμασι προβάτων, έσωθεν δε εισι λύκοι άρπαγες»61. Σε ποια άλλη περίπτωση ταιριάζει περισσότερο η σύσταση του Αποστόλου Ιωάννου να διακρίνουμε και να δοκιμάζουμε «τα πνεύματα ει εκ του Θεού εστιν, ότι πολλοί ψευδοπροφήται εξεληλύθασιν εις τον κόσμον» και ότι το κριτήριο της διακρίσεως των πνευμάτων είναι η αποδοχή της θεότητος του Χριστού και της ενσαρκώσεώς του62; Ο ίδιος απόστολος επαναλαμβάνει ότι «πολλοί πλάνοι εισήλθον εις τον κόσμον, οι μη ομολογούντες Ιησούν Χριστόν ερχόμενον εν σαρκί. ούτος εστιν ο πλάνος και ο αντίχριστος»63. Και σ' αυτήν ακριβώς την περίπτωση της αρνήσεως του Χριστού, όπως συμβαίνει στο Ισλάμ, συνιστά να αποφεύγουμε κάθε επικοινωνία με όσους αρνούνται την θεότητα του Χριστού. Αρνηθήκαμε ή όχι το Ευαγγέλιο στην Ασίζη, και όπου αλλού καλοδεχθήκαμε και καλοσυζητήσαμε με τους Ιουδαίους και τους Μουσουλμάνους; Ας ξαναδιαβάσουν το Ευαγγέλιο επί τέλους μερικοί ποιμένες και θεολόγοι, εκτός και αν δεν πιστεύουν στο Ευαγγέλιο και θέλουν να το "απομυθεύσουν" και να το αποκαθάρουν και αυτό. Αυτό πάντως αιωνίως θα συνιστά εις τους πιστούς: «Ει τις έρχεται προς υμάς και ταύτην την διδαχήν ου φέρει, μη λαμβάνετε αυτόν εις οικίαν, και χαίρειν αυτώ μη λέγετε. ο γαρ λέγων αυτώ χαίρειν κοινωνεί τοις έργοις αυτού τοις πονηροίς»64. Όσο και αν προσπαθούν με στρεβλούς και δοκησίσοφους συλλογισμούς να αλλάξουν τα πράγματα οι διαπλεκόμενοι στην πανθρησκεία κληρικοί και θεολόγοι, η σαφήνεια και η απλότης του Ευαγγελίου δεν αφήνουν περιθώρια άλλων ερμηνειών, για να είναι ακριβώς αναπολόγητοι όσοι διαστρέφουν την αλήθεια. Ο δεχόμενος και συναναστρεφόμενος τους αρνητάς του Χριστού, είναι και αυτός αρνητής του Χριστού, «κοινωνεί τοις έργοις τοις πονηροίς». Αυτός είναι ο καθρέπτης του ευαγγελικού λόγου, μέσα στον οποίο πρέπει να ιδούν τα πρόσωπά τους οι των διαθρησκειακών συναντήσεων και διαλόγων.
Για να επανέλθουμε όμως στον Άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό, θα παραθέσουμε τον διάλογο μεταξύ του Θεού και του Χριστού, όπως τον μεταφράζει ο Άγιος από το Κοράνιο (19,29): «Ω Ιησού συ είπας ότι "Υιός ειμι του Θεού και Θεός"; Και απεκρίθη φησίν ο Ιησούς. "Ιλεώς μοι, Κύριε. συ οίδας ότι ουκ είπον, ουδέ υπερηφανώ είναι δούλος σου. αλλ' άνθρωποι οι παραβάται έγραψαν, ότι είπον το λόγον τούτον, και εψεύσαντο κατ' εμού και εισί πεπλανημένοι". Και απεκρίθη και φησιν αυτώ ο Θεός· "Οίδα ότι συ ουκ έλεγες τον λόγον τούτον "». Κατά τα άλλα εμείς μπορούμε να ονομάζουμε το Κοράνιο "ιερό" και να το εξισώνουμε με το Ευαγγέλιο, για το οποίο το ίδιο το "ιερό" Κοράνιο πιστεύει ότι γράφτηκε όχι από το Θεό, αλλά από ανθρώπους "παραβάτας" "ψεύστας" και "πεπλανημένους". Απέμεινε τελικώς κάτι που να πιστεύουμε και να ακολουθούμε; Μετά την παράθεση αυτού του εδαφίου από το Κοράνιο λέγει πάλιν ο Άγιος Ιωάννης· "Και άλλα πολλά τερατολογών εν τη τοιαύτη συγγραφή γέλωτος άξια, ταύτην προς Θεού επ' αυτόν κατενεχθήναι φρυάττεται".
Στη συνέχεια σε διάλογο που έχει με Μουσουλμάνους παρουσιάζει την θέση ότι η διδασκαλία του Μωάμεθ δημιουργεί αμφιβολίες και επιφυλάξεις, γιατί δεν υπάρχουν μάρτυρες που να βεβαιώνουν ότι πράγματι ο Θεός την έδωσε στον προφήτη τους, όπως έγινε με τον Μωυσή στο όρος Σινά, και όπως έγινε με τον Χριστό, για τον οποίον εμαρτύρησαν οι προφήται πριν ακόμη έλθει. Κανένας προφήτης δεν μίλησε για το Μωάμεθ. Και ενώ ο ίδιος ο Μωάμεθ συνιστά στους οπαδούς του τίποτε να μη πράττουν ή να δέχονται χωρίς την παρουσία μαρτύρων, η ίδια η πίστη και η Γραφή του είναι αμάρτυρες. Κανένας προφήτης δεν μίλησε περί αυτού, αλλά και κανένας άλλος δεν είδε πώς του εδόθη η διδασκαλία. «ο γαρ ταύτην υμίν παραδούς ουδαμόθεν έχει το βέβαιον, ουδέ τις προμάρτυς εκείνου γνωρίζεται, αλλά και κοιμώμενος εδέξατο ταύτην».
Αναφέρεται στη συνέχεια και σε κατηγορίες των Μουσουλμάνων εναντίον των Χριστιανών, τις οποίες αναιρεί. Κατόπιν μεταξύ των άλλων «ληρωδιών» μνημονεύει όσα έχουν σχέση με τον γάμο, την επιτρεπόμενη πολυγαμία, και την συμπεριφορά του ιδίου του Μωάμεθ, ο οποίος εχώριζε ανδρόγυνα, γιατί ερωτευόταν ξένες γυναίκες, και αυτήν την ακράτειά του παρουσίαζε ως εντολή του Θεού. Νομοθετεί μάλιστα την εντός του γάμου ακράτεια συνιστών στους άνδρας. «"είργασαι την γην, ην ο Θεός έδωκε σοι και φιλοκάλησον αυτήν" και τόδε ποίησον και τοιώσδε, ίνα μη πάντα λέγω, ως εκείνος, αισχρά». Δεν παραλείπει να αναφερθεί και στην παχυλή εσχατολογία του Ισλάμ. Ονομάζει «κτηνώδεις» τις αντιλήψεις των και τους προειδοποιεί ότι αντί των υλικών αγαθών και απολαύσεων τους περιμένει η αιώνια κόλαση.«Εκείσε δε σκότος εστί το εξώτερον και κόλασις ατελεύτητος. πυρ ηχούν, σκώληξ ακοίμητος και ταρτάριοι δαίμονες».
γ'. Οι Άγιοι Κύριλλος ο Θεσσαλονικεύς, Ανδρέας ο διά Χριστόν σαλός, Γρηγόριος Δεκαπολίτης, Ευστάθιος Θεσσαλονίκης
Ο Άγιος Κύριλλος ο Θεσσαλονικεύς μαζύ με τον αδελφό του Μεθόδιο είναι οι απόστολοι και φωτιστές των Σλάβων. Μαθηταί του Αγίου Φωτίου συνέβαλαν αποφασιστικά με τη σοφία και την αγιότητά τους στη στροφή των σλαβικών λαών προς το φως του Ευαγγελίου και στην αποφυγή του σκότους του Ιουδαϊσμού και του Μουσουλμανισμού, οι οποίοι επίσης επεδίωκαν να τους προσηλυτίσουν. Στον Βίο Κωνσταντίνου (Κυρίλλου) σώζεται διάλογος του Αγίου με τους Ιουδαίους ενώπιον του Χαγάνου, ηγεμόνος των Χαζάρων. Ιουδαίοι και Μουσουλμάνοι επίεζαν τον Χαγάνο να αποδεχθεί οριστικά μία από τις δύο θρησκείες. Ο εν λόγω διάλογος με τους Ιουδαίους έγινε το 861 στη Χαζαρία. Ένας σύμβουλος του Χαγάνου που ήταν παρών στον διάλογο θέλησε να διαπιστώσει τη γνώμη του Αγίου Κυρίλλου για το Ισλάμ, που ήταν εκεί σοβαρός αντίπαλος του Ιουδαϊσμού. Το σχετικό κείμενο σε μετάφραση έχει ως έξης: «Ένας από αυτούς, σύμβουλος του Χαγάνου, που γνώριζε καλά όλη την κακότητα των Σαρακηνών, ρώτησε τον Φιλόσοφο. "Πες μας ξένε, πώς γίνεται να μην αναγνωρίζετε τον Μωάμεθ; Αυτός στις Γραφές του επαίνεσε πολύ τον Χριστό. Λέγει ότι γεννήθηκε από Παρθένο, αδελφή του Μωυσέως, ότι είναι μέγας προφήτης, πως ανέστησε νεκρούς και εθεράπευσε με μεγάλη δύναμη κάθε ασθένεια". Ο Φιλόσοφος του απάντησε: "Ας κρίνει ο Χαγάνος μεταξύ ημών των δύο". είπε και τα εξής. "Αν ο Μωάμεθ είναι προφήτης, πώς μπορούμε τότε να πιστεύσουμε στο Δανιήλ; Διότι εκείνος είπε ότι από το Χριστό και εξής κάθε οράση και προφητεία σφραγίσθηκε. Όμως ο Μωάμεθ έζησε μετά την εμφάνιση του Χριστού. Πώς μπορεί λοιπόν να είναι προφήτης; Αν τον ονομάσουμε προφήτη τότε απορρίπτουμε τον Δανιήλ". Τότε και πολλοί απ' αυτούς είπαν: "Ό,τι είπε ο Δανιήλ το είπε διά του πνεύματος του Θεού. Αλλά για το Μωάμεθ που ξεστόμισε τις πλάνες του μόνο για κακία και ακολασία, γνωρίζουμε όλοι ότι είναι ψεύτης και διαφθείρει τη σωτηρία". Για όλα αυτά ο πρώτος σύμβουλος του Χαγάνου είπε απευθυνόμενος στους Ιουδαίους φίλους: "Αυτός ο ξένος με τη βοήθεια του Θεού κατεπάτησε στο έδαφος την υπερηφάνεια των Σαρακηνών, αλλά και την δική σας την ανέτρεψε ως άξια ντροπής"»65. Υπάρχει και άλλος εκτενής διάλογος του Αγίου Κυρίλλου με τους Μουσουλμάνους, που φανερώνει αδιάψευστα πώς διεξήγαγαν οι Άγιοι τους διαθρησκειακούς διαλόγους και σε τί είδους διαθρησκειακές συναντήσεις έπαιρναν μέρος. Θα τον παρουσιάσουμε μελλοντικά σε εκτενέστερη μορφή του παρόντος κειμένου.
Αναφορά στο Ισλάμ βρίσκουμε και στον Βίο του Αγίου Ανδρέου του διά Χριστόν σαλού, ο οποίος κατά την επικρατούσα στην έρευνα άποψη έζησε τον 9ο αιώνα, επί της εποχής Λέοντος Στ' του Σοφού, ενώ ο Βίος πρέπει να εγράφη τον 10ο αιώνα. Απαντώντας ο Άγιος Ανδρέας σε ερώτηση του μαθητού του Επιφανίου για το μέλλον της Κωνσταντινουπόλεως αναφέρεται και στους Μουσουλμάνους, δικαιολογώντας την εναντίον τους οργή του Θεού από την βλάσφημη πίστη τους και την ακόλαστη ζωή τους· «Και μετά ταύτα δώσει το πρόσωπον αυτού επί Ανατολάς και ταπεινώσει τους υιούς Αγάρ. οργισθήσεται γαρ ο Κύριος διά την βλασφημίαν αυτών, και διά το είναι τον καρπόν αυτών χολήν Σοδόμων και πικρίας Γομόρρων. και διά τούτο νύξας εγερεί τον βασιλέα Ρωμαίων επ' αυτούς και εξολοθρεύσει αυτούς και τα τέκνα αυτών πυρί αναλώσει»66.
Τον ένατο αιώνα ζει και ο Άγιος Γρηγόριος ο Δεκαπολίτης συνδεδεμένος και με την Θεσσαλονίκη, όπου γνωρίσθηκε με τον Ιωσήφ τον Υμνογράφο, ο οποίος συνέταξε ακολουθία και κανόνα του Αγίου. Σώζεται μία Διήγηση όπου γίνεται λόγος για μεταστροφή Μουσουλμάνων στο Χριστιανισμό μετά από συζήτηση με τον Άγιο Γρηγόριο. Πόσους μεταστρέφουν τώρα οι των διαθρησκειακών διαλόγων; Σε κάποιο σημείο της συζητήσεως λέγει ο Άγιος προς τον Μουσουλμάνο: «Και μη έλπιζε επί τα παρόντα, αλλ' επί τα μέλλοντα και μη πίστευε επί τον ψευδοπροφήτην, τον υιόν της κολάσεως· αλλά πίστευσον εις τον Ιησούν Χριστόν τον Ναζαρηνόν, τον εσταυρωμένον. Πίστευσον Τριάδα ομοούσιον, την μίαν θεότητα, Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον»67.
Θα κατακλείσουμε αυτό το τμήμα με αναφορά στην θαρραλέα και άξια Χριστιανού ποιμένος στάση του Αγίου Ευσταθίου Θεσσαλονίκης (12ος αιών), ο οποίος βρέθηκε σε παρόμοια προς τους σημερινούς πατριάρχες και αρχιεπισκόπους θέση, κράτησε όμως τελείως διαφορετική στάση. Είναι προφανές ότι και σήμερα οι θρησκευτικοί ηγέτες πιέζονται από τις πολιτικές ηγεσίες, που είναι υπεύθυνες των αλληλοσπαραγμών και των πολέμων, να συναντηθούν και να μιλήσουν για την ειρήνη, σαν να ευθύνονται οι θρησκείες για τις συγκρούσεις όπου γης. Γίνονται έτσι οι θρησκείες το εξιλαστήριο θύμα και με τις συναντήσεις τους επιβεβαιώνουν στην πράξη ό,τι φραστικά αποκρούουν, και αφήνουν την εντύπωση ότι οι θρησκείες ευθύνονται για τους πολέμους, ενώ είναι τοις πάσι γνωστόν ποια οικονομικά και γεωστρατηγικά συμφέροντα υποκινούν τους πολέμους. Συγχρόνως μάλιστα με τις συναντήσεις αυτές σχετικοποιούν τις αλήθειες της πίστεως, και ιδιαιτέρως οι Χριστιανοί ηγέτες εξισώνουν την μοναδική και απόλυτη αλήθεια του ενσαρκωθέντος Θεού με τα εντάλματα και τις διδασκαλίες των ανθρώπων. Επίεζε και ο αυτοκράτωρ Μανουήλ Α' Κομνηνός (1143-1180) την εν Κωνσταντινουπόλει σύνοδο να φανεί περισσότερο ανεκτική απέναντι του Ισλάμ και να απαλείψει από τα εκκλησιαστικά βιβλία το ανάθεμα εναντίον του Μωάμεθ. Ο άγιος Ευστάθιος, ο οποίος σημειωτέον ώφειλε στον αυτοκράτορα την άνοδό του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Θεσσαλονίκης, αντέδρασε και έπεισε την σύνοδο να μη δεχθεί την απάλειψη του αναθέματος εναντίον του Μωάμεθ και της διδασκαλίας του, όπως και έγινε. Είπε μάλιστα την εξής φράση: «Εσοίμην αν καταπεπατημένον ταις πτέρναις φορών τον εγκέφαλον και του σχήματος τούτου παράπαν ανάξιος, ει θεόν ηγοίμην αληθινόν τον παιδεραστήν και καμηλώδη και πάσης πράξεως μυσαράς υφηγητήν και διδάσκαλον»68. Σήμερα προχωρήσαμε τόσο πολύ στην αποστασία, ώστε τις προτάσεις για «κάθαρση» των σχολικών και εκκλησιαστικών βιβλίων από αυστηρές εκφράσεις τις κάνουν όχι οι πολιτικοί, αλλά οι εκκλησιαστικοί ηγέτες. Η κρίση του Αγίου Ευσταθίου ότι αυτό σημαίνει παραλογισμό, κατέβασμα του μυαλού στα πόδια, και εξευτελισμό του ιερατικού σχήματος πρέπει να προβληματίσει πολλούς.
δ'. Όλοι οι Άγιοι εναντίον του Ισλάμ, ακόμη και ως αιχμάλωτοι και υπόδουλοι
Τολμούν πολλοί οπαδοί του διαθρησκειακού Οικουμενισμού ή μάλλον Συγκρητισμού, και μάλιστα πατριάρχες και αρχιεπίσκοποι, σε διακηρύξεις και σε πανεπιστημιακά εγχειρίδια, να ισχυρίζονται ότι ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, ο Ιωσήφ Βρυέννιος, ο Γεννάδιος Σχολάριος κ.ά. ήσαν υπέρ του διαθρησκειακού διαλόγου και ότι αυτοί αποτελούν τα πρότυπά τους. Θα ευχόμασταν εκ βάθους ψυχής να ήσαν όντως πρότυπα για τους σημερινούς ηγέτες οι μεγάλοι αυτοί Άγιοι και εκκλησιαστικοί συγγραφείς. Δυστυχώς όμως δεν είναι, διότι όλοι οι Άγιοι έχουν απόλυτα αρνητική και απορριπτική θέση για το Ισλάμ, την οποία δεν διστάζουν να διατυπώσουν, ακόμη και όταν αναγκάζονται να προσέλθουν σε διάλογο με τους Μουσουλμάνους, είτε ως αιχμάλωτοί τους, όπως ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, είτε ως υπόδουλοι και κατακτημένοι, όπως ο πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος.
Σήμερα προσερχόμαστε μόνοι, εθελουσίως στους διαλόγους, και χωρίς να υπάρχει εξωτερική ανάγκη ή βία αναγνωρίζουμε τον Μωάμεθ ως προφήτη και βλέπουμε πολλά θετικά στη διδασκαλία του. Μα τότε πολύ περισσότερο πρέπει να αμνηστεύσουμε τους Χριστιανούς αιρετικούς που κατεδίκασε η Εκκλησία με οικουμενικές και τοπικές συνόδους, διότι ασφαλώς αυτοί έχουν πολύ περισσότερα όμοια στοιχεία και θετικά, αφού η κακοδοξία τους περιορίζεται σε ένα δύο συγκεκριμένα θέματα της χριστιανικής πίστεως και όχι στην ριζική απόρριψη του Χριστού και του Ευαγγελίου, όπως συμβαίνει με τον Ιουδαϊσμό και το Ισλάμ. Και όμως η Εκκλησία έχει καταδικάσει τους αιρετικούς και τους έχει αναθεματίσει, όπως ακούμε να εκφωνούνται τα αναθέματα την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Όπως πάμε ούτε το επίθετο ορθόδοξος και το ουσιαστικό Ορθοδοξία θα έχουν πια νόημα, διότι αυτά αντιπαρατίθενται στα κακόδοξος και κακοδοξία, τα οποία όμως σήμερα "καθαίρονται", καθαρίζονται από το αρνητικό τους περιεχόμενο. Καταργούν λοιπόν την Ορθοδοξία και την αρνούνται όσοι αμνηστεύουν τις αιρέσεις, πολύ περισσότερο τις θρησκείες. Είναι πλέον σαφές, όπως διακηρύσσεται πλέον από μερικούς "προοδευτικούς", ότι η έννοια της αιρέσεως και του αιρετικού, του ετεροδόξου και του ετεροθρήσκου, δεν ισχύει, δεν έχει πέραση στην σημερινή εποχή της συγχύσεως και αναμίξεως των πάντων, του φωτός προς το σκότος. Όλα είναι νόμιμα και αποδεκτά και στον τομέα της πίστεως και στον τομέα της ηθικής ζωής. Ας μας ξεκαθαρίσουν λοιπόν μερικοί εκκλησιαστικοί ηγέτες ότι έχουν προσχωρήσει σ' αυτήν την "προοδευτική" άποψη, για να καθορίσουμε και εμείς την στάση μας απέναντί τους, την οποία ούτως ή άλλως είμαστε υποχρεωμένοι να καθορίσουμε, διότι διαφορετικά κοινωνούμε και εμείς «τοις έργοις αυτών τοις πονηροίς»69. Εμείς επιθυμούμε να έχουμε κοινωνία όχι προς τους ακοινωνήτους, αλλά προς τους αγίους και πιστούς όλων των εποχών, να πιστεύουμε όπως επίστευαν όλοι οι προ ημών Άγιοι Πατέρες, στους οποίους πειθόμεθα και υπακούουμε. Καλή υπακοή είναι η υπακοή στο Ευαγγέλιο και στους Αγίους· κακή είναι στους κακοδόξους και στους υποστηρικτάς των. Η ανυπακοή στους δεύτερους είναι αγία ανυπακοή· τους καλούς ποιμένες ακολουθούν τα πρόβατα. αποφεύγουν τους κακούς ότι «ουκ οίδασι των αλλοτρίων την φωνήν»70.
Όλοι λοιπόν οι Άγιοι, ανεξαιρέτως, έχουν αρνητική και απορριπτική θέση για το Ισλάμ και τον "προφήτη" του. Από της πλευράς αυτής, της καθαρά ερευνητικής, έχει δίκαιο ο Αστέριος Αργυρίου, όταν διαπιστώνει, ότι «καθόλη τη βυζαντινή περίοδο και μέχρι μια αρκετά πρόσφατη εποχή η αρνητική στάση του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού θα επικρατήσει σ' ολόκληρη τη χριστιανική θεολογία»11. Τουλάχιστον δεν επιχειρεί να νοθεύσει την αλήθεια και να την αλλοιώσει, όπως μερικοί άλλοι που θεωρούν ως προδρόμους και πρότυπα των σημερινών διαλόγων τους Αγίους Πατέρες. Είναι μόνον λυπηρό που ο εν λόγω ερευνητής στη συνέχεια δεν συμφωνεί με αυτήν την καθολικά αρνητική θέση των αγίων, και επαινεί σημερινούς επιστήμονες που βλέπουν θετικά το Ισλάμ, γιατί λέγει τους βοήθησαν σ' αυτό «η γενναιότητα της ψυχής τους και η βαθιά τους πίστη», σαν να εστερούντο αυτές τις αρετές οι Άγιοι Πατέρες. Γράφει επί λέξει: «Οι επιστήμονες όμως που ανέφερα - καθώς και πολλοί άλλοι συνάδελφοι και μαθητές τους - διακρίνονταν επίσης για τη γενναιότητα της ψυχής τους και για τη βαθιά τους πίστη. Οι δύο αυτές αρετές, τα δύο αυτά θεία χαρίσματα, τους βοήθησαν ώστε να αναγνωρίσουν στο Ισλάμ τη θρησκεία που δοξολογεί τον ίδιο με μας Θεό, το Θεό του Αβραάμ, τον κοινό Πατέρα όλων των πιστών. Οι ίδιες ακριβώς αρετές χαρακτηρίζουν και όλους τους χριστιανούς, καθολικούς, προτεστάντες και ορθοδόξους, που τα πενήντα τελευταία χρόνια, κυρίως από τη δεκαετία του '60 και ύστερα, αποφάσισαν να εργαστούν για την προώθηση του ισλαμοχριστιανικού διαλόγου και την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη προσέγγιση και καλύτερη γνωριμία μεταξύ των δύο αυτών αποκεκαλυμμένων θρησκειών»72. Να! λοιπόν. Οι ενάρετοι και χαρισματούχοι επιστήμονες της τελευταίας πεντηκονταετίας, σε διαφορετική πορεία από τους Αγίους Πατέρες χιλίων τετρακοσίων περίπου ετών. Των αγίων όμως η αρετή και η σοφία, ως και τα θεία χαρίσματα, είναι αποδεδειγμένα θεόθεν και απτά· εμείς αυτούς ακολουθούμε. οι άλλοι μπορούν να περιμένουν και θα περιμένουν εις μάτην την θεόθεν αναγνώριση της αρετής και των χαρισμάτων τους. Ας δούμε λοιπόν τί λέγει σχετικώς ο όντως άγιος και χαρισματούχος, ο κήρυξ του φωτός και της Χάριτος, «Ορθοδοξίας ο φωστήρ, Εκκλησίας το στήριγμα και διδάσκαλος, των μοναστών η καλλονή, των θεολόγων υπέρμαχος απροσμάχητος», ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.
ε'. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς
Δεν διενοήθη ούτε επεδίωξε ποτέ ο Άγιος Γρηγόριος να οργανώσει διάλογο και συνάντηση με τους Μουσουλμάνους. Αναγκάσθηκε να συνομιλήσει μαζί τους, υπό τραγικές μάλιστα συνθήκες, χωρίς να διστάσει να ομιλήσει υπέρ της αληθείας, με κίνδυνο μάλιστα της ζωής του. Αξίζει να αντιπαραβάλει κανείς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξήγαγε τον διάλογο ο αιχμάλωτος στους Αγαρηνούς αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, περιτριγυριζόμενος από αγρίους Μουσουλμάνους που ήσαν έτοιμοι να κινηθούν εναντίον του, αν έλεγε κάτι προσβλητικό για τον προφήτη και την θρησκεία τους, με την φιέστα της Ασίζης, και τα πολυτελή και άνετα ξενοδοχεία ή ιδρύματα, όπου φιλοξενούνται και σιτίζονται οι διεξάγοντες σήμερα τους διαθρησκειακούς διαλόγους. Η απόλαυση αυτών των παροχών, των διευκολύνσεων, των αναγνωρίσεων της επιστημονικής αξίας και των τιμών, είναι καλό κίνητρο για να είναι κανείς συνεργάσιμος, διαλλακτικός, "αντικειμενικός", "αμερόληπτος" και όχι απόλυτος και αποκλειστικός. Μικρών δυνατοτήτων επιστήμονες έχουν ανάγκη προβολής και καταξιώσεως, πλουτισμού των βιογραφικών τους υπομνημάτων, ενώ φιλόδοξοι κληρικοί και θεολόγοι επιδιώκουν περαιτέρω άνοδο και κατάληψη θέσεων στα οικουμενικά συμβούλια και στις επιτροπές.
Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς καταξιωμένος αγωνιστής της Ορθοδοξίας, αφού συνέτριψε τον Βαρλαάμ τον Καλαβρό και αποκάλυψε τις πλάνες του Παπισμού, με μία άκρως αντιοικουμενιστική, φονταμενταλιστική, θα έλεγαν πολλοί σήμερα, στάση, εξελέγη για τον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Θεσσαλονίκης το 1347 «τάξει και νόμω πνευματικής αναβάσεως... ου κλέψας την εξουσίαν, ουδ' αρπάσας, ουδέ διώξας την τιμήν, αλλ' υπό της τιμής διωχθείς, ουδ' ανθρωπίνην χάριν, αλλ' εκ Θεού και θείαν δεξάμενος», όπως λέγει ο Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος για τον Μ. Βασίλειο73. Λόγω της αντιδράσεως του κινήματος των Ζηλωτών δεν κατέστη δυνατή η ενθρόνισή του, παρά μόνον μετά από τρία έτη, τον Δεκέμβριο του 1350. Το τριετές αυτό διάστημα από της εκλογής μέχρι της ενθρονίσεως διήλθεν εις το Άγιον Όρος και εις την Λήμνον, την οποία επί διετίαν εποίμανε ως τοποτηρητής. Και μετά την ενθρόνισή του όμως και την παλλαϊκή και ενθουσιώδη υποδοχή των Θεσσαλονικέων δεν ήταν αδιατάρακτη η ποιμαντορία του, κυρίως λόγω των δυναστικών διενέξεων μεταξύ των δύο αυτοκρατορικών οικογενειών, των Παλαιολόγων και των Καντακουζηνών. Σε κάποια μεσολαβητική, ειρηνευτική του αποστολή στην Κωνσταντινούπολη τον Μάρτιο του 1354, το πλοίο που τον μετέφερε από την νήσο Τένεδο αναγκάσθηκε λόγω θαλασσοταραχής, να προσεγγίσει τις ακτές της ευρωπαϊκής ακτής της Καλλίπολης, όπου για πρώτη φορά στην ιστορία είχαν διαπεραιωθή από την ασιατική πλευρά οι Τούρκοι, εκμεταλλευόμενοι τον πανικό και την αποδιοργάνωση που είχε προκαλέσει ο καταστρεπτικός σεισμός της 2ας Μαρτίου του 1354, χωρίς να προβληθεί καμμία αντίσταση από τα αυτοκρατορικά στρατεύματα. Εκεί λοιπόν συνελήφθη ο Άγιος Γρηγόριος αιχμάλωτος από τους Τούρκους μαζί με την συνοδεία του και υπέστη τα πάνδεινα. Ενώ βρίσκεται στα χέρια των Τούρκων, σε επιστολή που στέλνει Προς την εαυτού εκκλησίαν, την εκκλησία Θεσσαλονίκης, τους χαρακτηρίζει ως «τους πάντων βαρβάρων βαρβαρωτάτους». Εκτιμούσε ότι η αιχμαλωσία του ήταν έργο της Θείας Προνοίας που απέβλεπε αφ' ενός μεν να κηρύξει το Ευαγγέλιο προς τους αλλοπίστους Μουσουλμάνους και αφ' ετέρου να ενισχύσει τους Χριστιανούς, ώστε να αποφύγουν τον εξισλαμισμό λόγω των πιέσεων που ασκούσαν οι Τούρκοι κατακτηταί. Προοδοποιεί εδώ ο Άγιος Γρηγόριος το έργο των μεγάλων Αγίων της Τουρκοκρατίας, του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού και των Κολλυβάδων, διαγράφει την οδό της ομολογίας και της παρρησίας στους αναγκαστικούς διαλόγους με τους κατακτητάς, στους αληθινούς διαθρησκειακούς διαλόγους, οι οποίοι εγέννησαν στη συνέχεια το πλήθος των Νεομαρτύρων. Τί γεννούν και τί παράγουν οι σημερινοί διαθρησκειακοί διάλογοι; Ασφαλώς όχι μάρτυρας και απολογητάς, αλλά χλιαρούς και αδιαφόρους περί την πίστιν αποστάτας της Ορθοδοξίας.
Συνολικά κατά την διάρκεια της ταλαιπωρίας του από πόλη σε πόλη, η οποία οφείλεται εις το ότι πληροφορηθέντες οι Τούρκοι ότι ήτο επιφανής και διάσημος αρχιερεύς, ζητούσαν υπέρογκα χρηματικά ποσά ως λύτρα, διεξήγαγε τρεις διαλόγους ο Άγιος Γρηγόριος με θεολόγους του Ισλάμ, στους οποίους σύντομα θα αναφερθούμε. Η πρώτη συζήτηση περιγράφεται σε επιστολή προς την Εκκλησία του74, η δεύτερη συζήτηση στην ίδια επιστολή και σε άλλη του επιστολή από την αιχμαλωσία προς ανώνυμο παραλήπτη75, και η τρίτη συζήτηση «Προς τους αθέους Χιόνας»76, εξισλαμισθέντες πρώην Χριστιανούς, καταγράφτηκε σαν ένα είδος πρακτικών, από τον ιατρό Ταρωνείτη, που προσεκλήθη από Χριστιανούς για να βοηθήσει τον ασθενήσαντα από τις ταλαιπωρίες Άγιο Γρηγόριο.
Γράφοντας λοιπόν «Προς την εαυτού εκκλησίαν» κρίνει ότι ήταν μέτρο της προνοίας του Θεού η αιχμαλωσία του: «Δοκεί γαρ μοι διά της οικονομίας ταύτης φανερούσθαι τα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του επί πάντων Θεού, και αυτοίς τοις πάντων βαρβάρων βαρβαρωτάτοις, ως αναπολόγητοι ώσιν επί του μέλλοντος αυτού φρικωδεστάτου βήματος, εγγύς όντος ήδη, δι' ην οικονομίαν, ως από των εκβάντων έστι συνοράν, και ημείς παρεδόθημεν ταις τούτων χερσίν, άμα προς μικράν έκτισιν των πολλών εις Θεόν ημετέρων αμαρτημάτων»77. Οι σημερινές συναντήσεις και διάλογοι δεν γίνονται για καμμία οικονομία θεϊκή, ούτε καθιστούν αναπολογήτους τους Μουσουλμάνους, αφού δεν μαθαίνουν από αυτούς την αλήθεια του Ευαγγελίου· γίνονται για ανθρώπινες οικονομίες, όπως και αν εκλάβει κανείς τον όρο. Από την Καλλίπολη, όπου συνελήφθησαν, μεταφέρθηκαν οι αιχμάλωτοι ομαδικά στην Λάμψακο υπό σκληρές συνθήκες, γύμνιας, πείνας, στερήσεων, σωματικών κακώσεων ο ηγεμών των βαρβάρων ήλπιζε ότι θα εισπράξει χιλιάδες νομισμάτων για την απελευθέρωση του Αγίου Γρηγορίου, οι δε φανατικοί στην πίστη Μουσουλμάνοι εξεδήλωναν την μανία τους εναντίον του και επεδίωκαν να τον υποχρεώσουν σε θεολογικό διάλογο, γιατί πίστευαν ότι η αιχμαλωσία τους ήταν τιμωρία από τον Θεό εξ αιτίας της ασεβούς πίστεως των Χριστιανών. Αγανακτεί στο σημείο αυτό ο Άγιος Γρηγόριος γιατί «το δυσσεβές και θεομισές και παμμίαρον τούτο γένος» μεγαλαυχεί και πιστεύει ότι λόγω της ευσέβειας και θεοφιλίας του επικρατεί επί του Γένους των Ρωμηών. Υπενθυμίζει ότι κατά το Ευαγγέλιο «ο κόσμος ούτος εν τω πονηρώ κείται»78 και ότι στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου κυριαρχούν οι κακοί και δούλοι των κάτω, που εκβιάζουν με τα όπλα και εκπορθούν τα γειτονικά εδάφη. Μέχρι των χρόνων του Μ. Κωνσταντίνου κυβερνούσαν τον κόσμο οι ειδωλολάτρες, που δεν είχαν βέβαια την εύνοια του Θεού. Οι Μουσουλμάνοι έπαθαν ό,τι και οι ειδωλολάτρες Έλληνες, για τους οποίους λέγει ο Απόστολος Παύλος ότι τους παρέδωσε ο Θεός «εις αδόκιμον νουν», διότι «γνόντες τον Θεόν ουχ ως Θεόν εδόξασαν». Το ίδιο και οι Μουσουλμάνοι, ενώ ισχυρίζονται ότι ο Χριστός είναι Λόγος του Θεού και Πνεύμα, ότι ετέχθη εκ παρθένου, εδίδαξε θεία πράγματα, ανελήφθη στους ουρανούς και θα έλθει να κρίνει τον κόσμο, εν τούτοις δεν τον δέχονται ως Θεό, ως Θεάνθρωπο Λόγο, αλλά «ηλλάξαντο την αλήθειαν εν τω ψεύδει και επίστευσαν και εσεβάσθησαν και ηκολούθησαν ανθρώπω ψιλώ τε και θνητώ και τεθαμμένω, Μωάμεθ ούτος, παρά τον Θεάνθρωπον και αείζωον και αΐδιον Λόγον». Η συνέχεια των όσων λέγει ο Άγιος Γρηγόριος αποτελούν ολοκληρωτική άρνηση και κατεδάφιση του Ισλάμ. Επειδή λοιπόν αστόχησαν στην πίστη, όπως οι ειδωλολάτρες, τους παρέδωσε ο Θεός «εις αδόκιμον νουν και εις πάθη ατιμίας». η πίστη τους και η ζωή τους είναι θεομισείς και απάνθρωπες. Έχουν φθάσει σε τέτοιο σημείο παραλογισμού, ώστε όχι μόνον δικαιολογούν τα όσα πράττουν, αλλά νομίζουν ότι και ο Θεός επιδοκιμάζει τις πράξεις τους. Επικαλείται για την κρίση του αυτή την προσωπική του πλέον εμπειρία. Λέγει το κείμενο: «Επεί γουν γνόντες περί ων ο Λόγος τον Χριστόν ουχ ως Χριστόν εδόξασαν η εσεβάσθησαν, "παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εις αδόκιμον νουν" και "πάθη ατιμίας", ώστε βιούν αισχρώς και απανθρώπως, και θεομισώς, και κατά τον εκ παιδός υπό Θεού μεμισημένον και της πατρικής ευχής απωσμένον Ησαύ, επί τόξω και μαχαίρα και ασωτία ζην, επεντρυφώντας ανδραποδισμοίς, φόνοις, λεηλασίαις, αρπαγαίς, ακολασίας μοιχείαις, ανδρομανίαις. Και ου μόνον αυτοί τα τοιαύτα πράττουσιν, αλλ' ω της παρανοίας, και τον Θεόν συνευδοκείν τούτοις οίονται. Ούτως εγώ περί τούτων διανοούμαι, τα κατ' αυτούς νυν ειδώς ακριβέστερον»79.
Ακούτε όλοι εσείς, πατριάρχες, αρχιεπίσκοποι, θεολόγοι, ειρηνοποιοί και αγαπητικοί, που τολμάτε και επικαλείσθε τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά ως συνήγορο των ιδικών σας θετικών εκτιμήσεων για το Ισλάμ. Γιατί κρύβετε την αλήθεια και την συσκοτίζετε; Φοβάστε το φως του Ευαγγελίου και των Αγίων Πατέρων, γιατί αποτελούν έλεγχο των ιδικών σας πράξεων. Δεν τελειώσαμε όμως με τον Άγιο Γρηγόριο, γιατί έχει και άλλες ενδιαφέρουσες διαθρησκειακές θέσεις, και θα συνεχίσουμε. Εδώ πάντως στο χωρίο που παραθέσαμε κονιορτοποιείται το επιχείρημα των διαθρησκειακών "θεολόγων" περί του ότι το Ισλάμ γνωρίζει και αναγνωρίζει τον Χριστό ως προφήτη και διδάσκαλο. Τόσο το χειρότερο, εφ' όσον είναι γνωστόν ότι "ο γνους και μη ποιήσας δαρήσεται πολλάς"· η γνώση των περί Χριστού επιβαρύνει περισσότερο τους Μουσουλμάνους, διότι «γνόντες τον Χριστόν ουχ ως Χριστόν εδόξασαν ή εσεβάσθησαν» αλλά τον έβαλαν, όπως είδαμε παρουσιάζοντας την διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, να αρνείται ο ίδιος την θεότητά του και να παραδέχεται ότι το Ευαγγέλιο το έγραψαν άνθρωποι "παραβάται", "ψεύσται" και "πεπλανημένοι". Όχι μόνο αρνήθηκαν τον Χριστό αλλά διέστρεψαν και την διδασκαλία του, καταστάντες γι' αυτό αναπολόγητοι, αυτοί και οι υποστηρικτές των.
Κατά την πρώτη του επικοινωνία με τους Μουσουλμάνους στη Λάμψακο γράφει ο Άγιος Γρηγόριος ότι πολλοί από αυτούς έδειξαν άγριες διαθέσεις εναντίον του, τον προσέβαλαν και φιλονεικούσαν μαζύ του προβάλλοντας την αιχμαλωσία του ως απόδειξη της μη αληθούς πίστεως των Χριστιανών. Προσθέτει μάλιστα ότι τον περιτριγύριζε και πολύ πλήθος Χριστιανών, ανδρών, γυναικών και παιδιών, από τους οποίους άλλοι ήθελαν να εξομολογηθούν, άλλοι να ερωτήσουν για διάφορα θέματα της πίστεως, ενώ οι περισσότεροι ζητούσαν να μάθουν την αιτία για την οποία ο Θεός εγκατέλειψε το Γένος μας, προφανώς επηρεασμένοι από όσα έλεγαν οι Μουσουλμάνοι. Μερικοί μάλιστα έκλαιγαν από συμπάθεια για την αιχμαλωσία του Αγίου Γρηγορίου. Έμειναν επτά ημέρες στη Λάμψακο και την όγδοη ανεχώρησαν για την πόλη Πηγές. Κατά τη διαδρομή ο ομολογητής Άγιος υπέστη απερίγραπτες ταπεινώσεις και βασανιστήρια, όπως γράφει· «Και τα της οδού ταύτης πάθη βουλομένω μοι καταλέγειν ούτε μέλαν, όσου νυν ευπορώ, ούτε ο χάρτης αρκέσει»80.
Μετά από τρεις ημέρες έφθασαν στις Πηγές. Ταλαιπωρημένους από την οδοιπορία τους άφησαν να διανυκτερεύσουν στην ύπαιθρο, μολονότι είχε πολύ ψύχος ήταν Μάρτιος μήνας. Ξεχώρισαν τον Άγιο μαζί με μερικούς μοναχούς· τους εφοβέριζαν με ανήκουστες απειλές, για να αυξήσουν το ποσόν των λύτρων, τα οποία όμως δεν είχαν να προσφέρουν για να απελευθερωθούν. Τελικώς τους φιλοξένησε κάποιος Χριστιανός και τους περιέθαλψε επί τρεις μήνες στις Πηγές, όπου στην Εκκλησία του Χριστού συγκεντρώνονταν και οι ντόπιοι και οι αιχμάλωτοι για να ακούσουν την διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου.
Μετά την πάροδο τριών μηνών οδηγήθηκαν στην Προύσα. Στα περίχωρα της Προύσας σε ένα λοφώδη τόπο, όπου οδηγήθηκαν, διεξήγαγε ο Άγιος Γρηγόριος διάλογο με τον Ισμαήλ, γιο του μεγάλου αμηρά. Μεταξύ άλλων τον ερώτησε ο Ισμαήλ αν οι Χριστιανοί δεχόμαστε και αγαπούμε τον προφήτη τους Μωάμεθ. «εκείνος ήρετο πάλιν, ει δεχόμεθα και αγαπώμεν και ημείς τον προφήτην αυτών Μεχούμετ»81. Σημερινοί πατριάρχες, αρχιερείς και θεολόγοι δεν χρειάζεται καν να ερωτηθούν, ούτε βέβαια να υποστούν τις ταλαιπωρίες της αιχμαλωσίας του Αγίου Γρηγορίου.· σπεύδουν μόνοι τους να απαντήσουν θετικά, όχι ασφαλώς για να αποφύγουν διώξεις και ταλαιπωρίες, αλλά ως «προοδευτικοί» και παγκοσμιοποιημένοι, για να δείξουν ότι αυτοί έχουν υπερβή όλες τις διακρίσεις που χωρίζουν τους ανθρώπους, ακόμη και τις θρησκευτικές διαφοροποιήσεις, δεν είναι ρατσιστές και φανατικοί, σαν τον Άγιο Γρηγόριο, ο οποίος αμέσως απάντησε χωρίς να σκεφθεί τις οποιεσδήποτε συνέπειες, ότι ούτε τον δεχόμαστε ούτε τον αγαπούμε τον Μωάμεθ. Όταν ο Ισμαήλ του εζήτησε τον λόγο αυτής της αρνήσεως και απορρίψεως, ο Άγιος Γρηγόριος είπε ότι δεν πιστεύουμε στην διδασκαλία του, απορρίπτουμε την διδασκαλία του, και επομένως για τον λόγο αυτό δεν μπορούμε να τον δεχθούμε και να τον αγαπήσουμε ως διδάσκαλο και προφήτη «τω μη πιστεύοντι τοις του διδασκάλου λόγοις ουκ ένι τον διδάσκαλον ως διδάσκαλον αγαπάν»82. Συνεζήτησαν και επί άλλων θεμάτων. κατά την συζήτηση ήταν εμφανής η σκωπτική διάθεση του Ισμαήλ. δεν συμπεριφέρθηκε πάντως άγρια, μολονότι, όπως γράφει ο Άγιος Γρηγόριος, «καθάπερ λέγουσιν οι τούτον ειδότες, ούτος εστι των απηνών και κατά Χριστιανών μεμηνότων τα πρώτα»83.
Στη συνέχεια τους οδήγησαν στην Νικομήδεια ενώπιον του ιδίου του αμηρά Ορχάν, ο οποίος, επειδή εντυπωσιάσθηκε από το ενδιαφέρον του Χριστιανού γιατρού του Ταρωνείτη για τον Άγιο Γρηγόριο, ρώτησε «Τις ποτε και οίος εστιν ο καλόγηρος ούτος;». Όταν του εξήγησε σχετικώς ο ιατρός, ο αμηράς απήντησε ότι έχει και αυτός σοφούς θεολόγους, οι οποίοι θα συζητήσουν μαζύ του. Έστειλε και εκάλεσε αμέσως τους Χιόνες, εξισλαμισθέντες Χριστιανούς, για τους οποίους ο Άγιος Γρηγόριος λέγει ότι τίποτε άλλο δεν είχαν μάθει από τον Σατανά, από το να βλασφημούν και να ασεβούν στο πρόσωπο του Χριστού. «ανθρώπους μηδέν άλλο μελετήσαντας και παρά του Σατανά διδαχθέντας ή βλασφημίαν και αναισχυντίαν εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν τον του Θεού Υιόν»84. Την ίδια στάση τηρούν απέναντι της θεότητας του Χριστού οι Μουσουλμάνοι όλων των εποχών και οι σημερινοί που μετέχουν στους διαθρησκειακούς διαλόγους. έγραψε όμως ποτέ κανείς από τους ιδικούς μας διαλεγομένους ότι η πίστη τους αυτή είναι βλασφημία και αναίδεια, διδαγμένη από τον Σατανά;
Τα πρακτικά της συζητήσεως με τους Χιόνες τα διέσωσε ο ιατρός Ταρωνείτης. ο Άγιος Γρηγόριος δεν αναφέρει λεπτομέρειες από την συζήτηση αυτή γράφοντας Προς την εαυτού Εκκλησίαν. παραπέμπει στην ανάγνωση των πρακτικών που διαδόθηκαν με αντίγραφα. Σύμφωνα λοιπόν με αυτά ο Άγιος Γρηγόριος, διεξάγει στην Νικομήδεια τον δεύτερο διάλογο με τους Μουσουλμάνους, μετά από εκείνον με τον Ισμαήλ. Είναι πάντως και αυτό χαρακτηριστικό ότι ο ιατρός Ταρωνείτης που διέσωσε αυτόν τον διάλογο, χαρακτηρίζει τους Μουσουλμάνους ως «αθέους», δείγμα και αυτό του πόσο ταιριάζουν οι διάλογοι των Αγίων με τους σημερινούς διαλόγους, οι οποίοι ξεκινούν από την εκτίμηση ότι έχουμε τον ίδιο Θεό. είναι αδιανόητο στους σημερινούς διαλόγους της διαθρησκειακής διαπλοκής να χαρακτηρισθούν οι Μουσουλμάνοι ως άθεοι. Όμως ο τίτλος του σχετικού έργου γράφει. «Διάλεξις προς τους αθέους Χιόνας, συγγραφείσα παρά ιατρού του Ταρωνείτου».
Κατά τη συζήτηση εδόθη εν πρώτοις ο λόγος στον Άγιο Γρηγόριο ο οποίος παρουσίασε τα βασικά θέματα της Χριστιανικής πίστεως, τονίζοντας εκείνα εις τα οποία διαφέρει ο Χριστιανισμός από το Ισλάμ, την διδασκαλία δηλαδή περί Αγίας Τριάδος και περί της θεότητος του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, απαντών σε σχετικές ενστάσεις των Μουσουλμάνων. Ο παριστάμενος στη θέση του αμηρά άρχων Παλαπάνος, γνωρίζοντας προφανώς την απάντηση που είχε δώσει ενωρίτερα ο Άγιος Γρηγόριος στον Ισμαήλ υπέβαλε τώρα την ίδια ερώτηση, συμπληρωμένη όμως με κάποια διαπίστωση ελλείψεως αμοιβαιότητος και αλληλοκατανοήσεως με ευθύνη των Χριστιανών, διότι ενώ οι Μουσουλμάνοι δέχονται τον Χριστό, τον τιμούν και τον αγαπούν, όπως και την μητέρα του, δεν πράττουν το ίδιο και οι Χριστιανοί για τον Μωάμεθ. «Ο αυθέντης ορίζει σε ειπείν πώς ημείς μεν δεχόμεθα τον Χριστόν και αγαπώμεν και τιμώμεν και λέγομεν αυτόν είναι του Θεού λόγον και πνοήν, έχομεν δε και την μητέρα αυτού πλησίον του Θεού, υμείς ου δέχεσθε τον προφήτην ημών, ουδέ αγαπάτε αυτόν;»85
Τώρα και η απάντηση του Αγίου Γρηγορίου είναι συμπληρωμένη και ολοκληρωμένη σε σχέση με την απάντηση που έδωσε στον Ισμαήλ. Δεν πιστεύουμε στη διδασκαλία του Μωάμεθ, «διά τούτο ουκ αγαπώμεν ημείς τον Μεχούμετ». Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός εδίδαξε ότι θα έλθει πάλιν για να κρίνει όλον τον κόσμον. και μας παρήγγειλε να μη δεχθούμε κανένα άλλον προ της δικής του παρουσίας. Έλεγε επίσης προς όσους δεν επίστευαν εις αυτόν, ότι ήλθεν εξ ονόματος του Πατρός και δεν τον εδέχθησαν. εάν έλθει κάποιος άλλος στο δικό του όνομα, αυτόν θα τον δεχθούν. Είναι σαφής εδώ ο υπαινιγμός ότι ο Μωάμεθ ήταν αυτόκλητος και όχι θεόκλητος, απόστολος του εαυτού του και όχι του Θεού, και όμως τον εδέχθησαν οι Μουσουλμάνοι. Προσθέτει ο Άγιος Γρηγόριος, για να αιτιολογήσει την εκ μέρους των Χριστιανών απόρριψη του Μωάμεθ, όσα λέγει ο απόστολος Παύλος προς τους Γαλάτας· «Καν άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίσηται υμίν παρ' ο παρελάβετε, ανάθεμα έστω»86.
Επιτυχέστατες είναι και οι απαντήσεις του Αγίου Γρηγορίου στα ερωτήματα γιατί δεν περιτέμνονται οι Χριστιανοί και γιατί τιμούν τις Άγιες εικόνες, ενώ η Αγία Γραφή απαγορεύει κάτι τέτοιο. Και ενώ οι άρχοντες μετά τη συζήτηση χαιρέτησαν με σεβασμό τον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης και απεχώρησαν, ένας από τους Μουσουλμάνους Χιόνες «προσκαρτερήσας ύβρισε τον μέγαν του Θεού αρχιερέα αισχρώς και ορμήσας επάνω αυτού έδωκεν αυτώ πληγάς κατά κόρρης»87. Πόσες ύβρεις και πληγές δέχονται οι διεξάγοντες σήμερα τους διαλόγους, που τολμούν να ισχυρίζονται ότι μιμούνται τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά;
Από την Νικομήδεια μετέφεραν τον Άγιο Γρηγόριο στην Νίκαια, την ιστορική πόλη των δύο οικουμενικών συνόδων, της πρώτης (325) και της εβδόμης (787). Προβαίνει σε ενδιαφέρουσα σύντομη περιγραφή της πόλεως. Ο ίδιος κατευθύνθηκε στην Ιερά Μονή του Υακίνθου, όπου και εγκαταστάθηκε μόνος, διότι ήδη και τα μέλη της συνοδείας του, οι συναιχμάλωτοί του κληρικοί και μοναχοί, είχαν κατορθώσει να απελευθερωθούν με καταβολή λύτρων, τα οποία γι' αυτούς ήσαν πολύ λιγώτερα. Κάποια μέρα λοιπόν εξήλθε για περίπατο έξω από την πόλη από την ανατολική πύλη. Συνέπεσε τότε να κηδεύουν οι Μουσουλμάνοι κάποιον ομόπιστό τους· εκ του μακρόθεν παρακολούθησε τα τελούμενα και ο Άγιος Γρηγόριος. Όταν επέστρεφαν, κάθησαν μαζί με ένα τασιμάνη, ένα Μουσουλμάνο κληρικό δηλαδή, στο μέρος όπου καθόταν και ο Άγιος Γρηγόριος, ο οποίος, αφού ζήτησε κάποιον που να γνωρίζει και τις δύο γλώσσες, με δική του πρωτοβουλία άνοιξε συζήτηση με τον τασιμάνη, πολύ ενδιαφέρουσα. Με αφορμή τα τελεσθέντα κατά την κηδεία ο διάλογος περιεστράφη γύρω από την σχετική τελετουργία και την μέλλουσα κρίση. Ο Άγιος Γρηγόριος παρετήρησε ότι θα έπρεπε οι ευχές τους, να αναπέμπονται προς τον Χριστό, εφ' όσον όπως και οι ίδιοι πιστεύουν, κριτής όλων θα έλθει ο Χριστός. Σύμφωνα μάλιστα με τον Αβραάμ ο Θεός θα κρίνει την οικουμένη, όπως και σύμφωνα με τον προφήτη Δανιήλ. Επομένως ο Χριστός ως Θεός θα κρίνει την οικουμένη, δεν είναι διαφορετικός από τον Πατέρα κατά την θεότητα, όπως δεν είναι διαφορετικό από τον ήλιο το ηλιακό απαύγασμα. Ο τασιμάνης φάνηκε να δυσανασχετεί. Ανέπτυξε και τις δικές του θέσεις, ενώ εν τω μεταξύ συγκεντρώθηκαν πολλοί Χριστιανοί και Τούρκοι, για να παρακολουθήσουν την συζήτηση. Είπε λοιπόν ότι οι Μουσουλμάνοι δέχονται όλους τους προφήτες και τον Χριστό, πιστεύουν δε ότι και το Ευαγγέλιο του Χριστού είναι θεϊκή αποκάλυψη, κατήλθεν εξ ουρανού. Στραφείς δε προς τον Άγιο Γρηγόριο τον ερώτησε: «Υμείς δε πώς ου δέχεσθε τον ημέτερον προφήτην, ουδέ πιστεύετε τω τούτου βιβλίω, εξ ουρανού και αυτό καταβάντι;»88
Η απάντηση του Αγίου Γρηγορίου είναι πλήρης, θαρραλέα και αποφασιστική, όπως θα δούμε. Προϋποθέτει μάλιστα γνώση της σχετικής διδασκαλίας των προ αυτού αγίων, ιδιαίτερα του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Είναι και αυτό αξιοπρόσεκτο σημείο των τότε διαθρησκειακών διαλόγων σε σχέση με τους σημερινούς. Τότε ελάμβαναν υπ' όψιν την προηγούμενη πατερική Παράδοση· εστηρίζοντο στους προ αυτών Αγίους Πατέρες, δεν μιλούσαν από κοιλίας, αυτοσχεδιάζοντας και αυτοφωτιζόμενοι. Λέγει λοιπόν ο Άγιος Γρηγόριος, απαντώντας στον τασιμάνη, ότι είναι παλαιότατη συνήθεια να μη δεχόμαστε τίποτε ως αληθές, αν δεν υπάρχουν σχετικές μαρτυρίες. Οι μαρτυρίες είναι δύο ειδών. το ένα είδος μαρτυρίας είναι τα ίδια τα έργα και τα πράγματα, το άλλο οι μαρτυρίες από αξιόπιστα πρόσωπα. Αναφέρεται στον Μωυσή και στις μαρτυρίες που υπάρχουν γι' αυτόν μέσα στην Αγία Γραφή, όπως και στον Χριστό, ο οποίος «μετά των εξαισίων ων ειργάσατο πολλών και μεγάλων, και παρ' αυτού Μωσέως και των άλλων προφητών μαρτυρείται». Δεν ισχύει το ίδιο και για τον Μωάμεθ, ο οποίος ούτε μαρτυρείται από τους προφήτες ούτε έκανε κάποιο θαύμα αξιόλογο· «Τον δε Μεχούμετ ούτε παρά των προφητών ευρίσκομεν μαρτυρούμενον ούτε τι ξένον ειργασμένον και αξιόλογον προς πίστιν ενάγον. Διά τούτο ου πιστεύομεν αυτώ ουδέ τω παρ' αυτού βιβλίω»89.
Ο τασιμάνης δυσανασχέτησε· απολογήθηκε όμως προβάλλοντας το επιχείρημα ότι στο Ευαγγέλιο υπήρχαν μαρτυρίες για τον Μωάμεθ, αλλά τις έσβησαν, τις εξαφάνισαν οι Χριστιανοί, και ότι δείγμα της θεϊκής ευλογίας και αποδοχής του Μωάμεθ είναι ότι διαρκώς από την ανατολή μέχρι τη δύση, σε όλη δηλαδή την οικουμένη, ο Θεός του χαρίζει νίκες εναντίον των άλλων εθνών. «Αλλά και εξ άκρας ανατολής εξελθών ηλίου, μέχρι και της αυτού δύσεως, ως οράς, νικών κατήντησεν».
Είναι συντριπτική η απάντηση του Αγίου Γρηγορίου στα επιχειρήματα αυτά του τασιμάνη. Λέγει εν πρώτοις ότι από το Ευαγγέλιο δεν αποκόπηκε ούτε τροποποιήθηκε το παραμικρό. Υπάρχουν γι' αυτό φρικτές εντολές· όποιος τολμήσει να αποκόψει κάτι ή να το αλλάξει αποκόπτεται από τον Χριστό. Κανείς Χριστιανός δεν θα τολμούσε να αποκόψει ή να αλλάξει τα θεοχάρακτα λόγια του Χριστού. Άλλωστε και οι πολλές μεταφράσεις του Ευαγγελίου μαρτυρούν γι' αυτό. θα είχε γίνει αντιληπτή η οποιαδήποτε παραχάραξη. Ακόμη και πολλοί αιρετικοί, που συμφωνούν σε μερικά με τους Μουσουλμάνους, δεν έχουν να δείξουν τέτοιο παραλλαγμένο Ευαγγέλιο. Στο Ευαγγέλιο άλλωστε υπάρχουν εμφανώς διδασκαλίες αντίθετες προς την διδασκαλία του Μωάμεθ· πώς λοιπόν θα μαρτυρούσε το Ευαγγέλιο για τον Μωάμεθ; Επί πλέον δεν υπάρχει στο Ευαγγέλιο τίποτε σχεδόν που να μην έχει προλεχθή από τους προφήτες· αν λοιπόν υπήρχε γραμμένο κάτι για τον Μωάμεθ, θα το είχαν προείπει και οι προφήτες. Αντίθετα μέσα στο Ευαγγέλιο υπάρχει γραμμένο και όχι σβησμένο ότι «ελεύσονται πολλοί ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται και πολλούς πλανήσουσι». Γι' αυτό και παραγγέλλει: «Μη ουν πλανηθήτε οπίσω αυτών»90. Είναι βέβαια σωστό ότι ο Μωάμεθ προχώρησε από την Ανατολή μέχρι τη Δύση νικώντας τους άλλους λαούς. Πώς το κατόρθωσε όμως αυτό; «Πολέμω και μαχαίρα και λεηλασίαις και ανδραποδισμοίς και ανδροκτασίαις ων ουδέν εκ Θεού του αγαθού προηγουμένως εστί, του εξ αρχής ανθρωποκτόνου δε μάλλον προηγούμενον θέλημα». Και ο Μέγας Αλέξανδρος ξεκίνησε από την Δύση και κατέκτησε την Ανατολή. Και πολλοί άλλοι σε διάφορες εποχές με τα στρατεύματά τους κατέκτησαν μεγάλα τμήματα της οικουμένης. Σε κανένα όμως απ' αυτούς δεν εμπιστεύθηκαν οι άνθρωποι και τις ψυχές τους, όπως εσείς στον Μωάμεθ. Άλλωστε μολονότι χρησιμοποίησε ο Μωάμεθ τη βία και κολάκευε τις ηδονές, εν τούτοις δεν κατέκτησε και ολόκληρη την οικουμένη. Αντίθετα η διδασκαλία του Χριστού, μολονότι απομακρύνει απ' όλες τις ηδονές της ζωής, εξαπλώθηκε στα πέρατα της οικουμένης, χωρίς να χρησιμοποιήσει βία, αλλά μάλλον νικώντας την βία που άλλοι ασκούσαν εναντίον της, ώστε πράγματι μόνον αυτή να μπορεί να χαρακτηρισθεί ως η νίκη που νίκησε τον κόσμο. Είναι κλασικό απολογητικό κείμενο και αξίζει να το παραθέσουμε: «Τί δε και Αλέξανδρος ουκ εκ δύσεως κινήσας την ανατολήν υπηγάγετο πάσαν; Αλλά και άλλοι άλλοτε πολλάκις στρατευσάμενοι πολλοί της οικουμένης επεκράτησαν πάσης. Ουδενί δε τούτων ουδέν γένος τας εαυτών ενεπίστευσαν ψυχάς, ως υμείς τω Μεχούμετ. Καίτοι ούτος, ομού τε βίαν επάγων και τα καθ' ηδονήν προτεινόμενος, ουδέ μέρος εν όλον της οικουμένης προσηταιρίσατο. η δε του Χριστού διδασκαλία, καίτοι των του βίου σχεδόν απάντων ηδέων απάγουσα, πάντα τε περιέσχε της οικουμένης τα πέρατα και μεταξύ των αυτή πολεμούντων κρατεί, μηδεμίαν αύτη βίαν επάγουσα, νικώσα δε μάλλον την αντεπαγομένην βίαν εκάστοτε, ως και ούτω ταύτην είναι την νίκην την τον κόσμον νικήσασαν»91.
Η συντριπτική αυτή και θαρραλέα απάντηση του Αγίου Γρηγορίου εξόργισε τους Τούρκους. Οι παρατυχόντες Χριστιανοί παρατήρησαν τις κακές διαθέσεις τους και με νοήματα προέτρεψαν τον Άγιο Γρηγόριο να μετριάσει τους λόγους, ο οποίος πράγματι χαμογελώντας με ιλαρότητα είπε ότι είναι φυσικό να διαφωνούμε, γιατί διαφορετικά θα είχαμε την ίδια πίστη92 .
Ανταποκρινόμενος στην τελευταία αυτή εξ ανάγκης προκληθείσα συναινετική ατμόσφαιρα κάποιος από τους Τούρκους είπε ότι θα έλθει κάποτε καιρός που θα συμφωνήσουμε μεταξύ μας: «Έσται ποτέ ότε συμφωνήσομεν αλλήλοις». Στην διαπίστωση αυτή συνεφώνησε και ο Άγιος Γρηγόριος, δίνοντας κατ' οικονομίαν τόπο στην οργή των Τούρκων, και ασφαλώς χωρίς ποτέ να πιστεύσει ότι είναι δυνατόν να συμφωνήσουμε Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι93.
Είναι μάλιστα ευτύχημα ότι το διευκρινίζει αυτό στη συνέχεια ο Άγιος Γρηγόριος, για να προλάβει τυχόν παρανοήσεις, όπως πράγματι έγινε στον σύγχρονο διαθρησκειακό διάλογο, όπου η φράση αυτή του Αγίου Γρηγορίου, παρερμηνεύθηκε και θεωρήθηκε ότι τάχα συνεφώνησε ο Άγιος Γρηγόριος ότι «θα έλθη ποτέ ο χρόνος καθ' ον θα επέλθη η μεταξύ αυτών (Ορθοδόξων και Ισλάμ) αλληλοκατανόησις», πράγμα που ευχήθηκε να γίνει σύντομα94. Με αυτήν την παρερμηνεία οι υποστηρικτές των διαθρησκειακών συναντήσεων και διαλόγων καθησυχάζουν την συνείδησή τους, ότι τώρα ήλθε η εποχή της αλληλοκατανοήσεως και ότι αυτοί δεν κάνουν τίποτε από το να πραγματοποιούν αυτό που ευχήθηκε ο Άγιος Γρηγόριος.
Πλανώνται όμως πλάνην οικτράν, διότι στη συνέχεια ο Άγιος Γρηγόριος διευκρινίζει ότι την συμφωνία αυτή μεταξύ Χριστιανισμού και Ισλάμ την βλέπει να πραγματοποιείται όχι στο ιστορικό επίπεδο, σε κάποια μελλοντική περίοδο της ιστορίας, αλλά σε υπεριστορικό επίπεδο, μετά την δευτέρα παρουσία του Χριστού. Ευχήθηκα, λέγει πράγματι να έλθει ο καιρός εκείνος: «Συνεθέμην γαρ μνησθείς της του αποστόλου φωνής, ότι επί "τω ονόματι Ιησού Χριστού παν γόνυ κάμψει και πάσα γλώσσα εξομολογήσεται ότι Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού Πατρός"· τούτο δ' έσται πάντως εν τη δευτέρα παρουσία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού»95.
Ποια σχέση λοιπόν έχουν οι διάλογοι του Αγίου Γρηγορίου, ο οποίος αιχμάλωτος και ταλαιπωρημένος, ενώπιον αγρίων και βαρβάρων συνομιλητών, δεν εδίστασε να ομολογήσει και να μαρτυρήσει ότι το Ισλάμ είναι παντελώς ξένο προς το Ευαγγέλιο και ο προφήτης του, ο Μωάμεθ, ένας απλός στρατιωτικός ηγέτης που επεβλήθη με τη στρατιωτική βία και κολακεύοντας τις ανθρώπινες αδυναμίες, με τους σημερινούς διαλόγους των υποχωρήσεων, των εξισώσεων, όπου λείπει παντελώς η διάθεση ομολογίας και μαρτυρίας; Τουλάχιστον να σεβόμαστε την αλήθεια και να μη διαστρέφουμε την ζωή και την διδασκαλία των Αγίων. Να έχουμε το θάρρος να δεχθούμε ότι όσα γίνονται στους διαθρησκειακούς διαλόγους είναι άρνηση του Ευαγγελίου και προσβολή των Αγίων, ιδιαίτερα των Μαρτύρων και Νεομαρτύρων, στους οποίους θα αναφερθούμε στο τελευταίο τμήμα, με το οποίο και θα τελειώσουμε.
στ'. Ιωσήφ Βρυέννιος και Γεννάδιος Σχολάριος
Ενδιαφέρουσες κρίσεις και εκτιμήσεις για το Ισλάμ, στην ίδια πάντοτε γραμμή των προ αυτών Αγίων Πατέρων, έχουν διατυπώσει ο μοναχός Ιωσήφ Βρυέννιος, ολίγα χρόνια προ της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων, όπως και ο πρώτος μετά την άλωση πατριάρχης και εθνάρχης Γεννάδιος Σχολάριος. Ο δεύτερος μάλιστα διεξήγαγε τρεις διαλόγους διαθρησκειακούς με τον ίδιο τον πορθητή Μωάμεθ και ένα με Τούρκους αξιωματούχους στην πόλη των Σερρών.
Ο Ιωσήφ Βρυέννιος, διδάσκαλος του Αγίου Μάρκου Ευγενικού και του Γενναδίου Σχολαρίου, υπέρμαχος της Ορθοδοξίας έναντι των επιδιώξεων του πάπα, διατυπώνει τις εκτιμήσεις του για το Ισλάμ σε επιστολή που στέλνει προς κάποιον Μάξιμο, ο οποίος εγκατέλειψε την Ορθοδοξία και προσεχώρησε στον Παπισμό. Επιχειρούσε μάλιστα δι' επιστολών να πείσει και άλλους να προσχωρήσουν στον Παπισμό, ενδιαφερόμενος τάχα για τη σωτηρία τους περισσότερο όμως, όπως εκτιμά ο Βρυέννιος, αγωνιζόμενος να πείσει τον εαυτό του γι' αυτό που έκανε και να διαφύγει τον έλεγχο της συνειδήσεως για την αποστασία του. Παρόμοια επιστολή έστειλε και στον Βρυέννιο, ο οποίος του ανταπέστειλε επιστολή, με τίτλο «Τω από Γραικών Ιταλώ αδελφώ Μαξίμω της τάξεως των κηρύκων»96. Μεγάλο μέρος από τις απαντήσεις αυτές του Βρυεννίου έχει ενσωματωθή και σε άλλο έργο του με τίτλο «Λόγος Συμβουλευτικός περί της ενώσεως των εκκλησιών»91.
Ανάμεσα στα επιχειρήματα του αποστάτη Μαξίμου εναντίον των Ορθοδόξων ήταν η ευπραγία των Δυτικών και η δυστυχία των Ορθοδόξων, που ερμηνευόταν ως εγκατάλειψή τους από τον Θεό. Απαντά λοιπόν ο διδάσκαλος Ιωσήφ ότι, αν όντως έτσι είναι τα πράγματα, τότε ευσεβέστεροι όλων πρέπει να θεωρηθούν οι Αγαρηνοί, οι Μουσουλμάνοι, τους οποίους χαρακτηρίζει ως μιαρό και άθεο έθνος λέγοντας: «Ει εκ της κατά τον βίον ευπραγίας, ω Μάξιμε, τεκμαίρη του δόγματος την ορθότητα, ώρα σοι και Αγαρηνούς και Ισμαηλίτας ευσεβεστέρους ημών υπειληφέναι, εφ' οις ευετηρούσι σήμερον, το μιαρόν έθνος και άθεον· το τα ασεβέστατα κατά Χριστού του Θεού ημών αθυροστομούν. το ταις παρά φύσιν όσαι ώραι καταχραινόμενον μίξεσι· των ει μη τι άλλο προσήν ημίν των καλών, τη γουν εις Χριστόν τον Θεόν ημών πίστει σεμνυνομένων και τω εις αυτόν αγίω τετελεσμένων βαπτίσματι». Βλέπομεν όμως αυτούς τους «εξαγίστους», τους μιαρούς και αθέους, να επιτίθενται και να κομπάζουν όχι μόνον εναντίον μας αλλά και εναντίον των Λατίνων. Θεωρεί ότι το άθεο αυτό έθνος πολεμεί συγχρόνως εναντίον του Θεού των Χριστιανών, και ότι πάσχοντες δεινά οι Ορθόδοξοι από αυτούς τους «αλιτηρίους» καθίστανται μάρτυρες· ο θάνατός τους υπολογίζεται από το Θεό ως μαρτύριο, διότι αρνούνται να δεχθούν την πίστη και τον μιαρό τρόπο της ζωής τους και προτιμούν ακόμη και να αποθάνουν για τον Χριστό. «Ος γαρ, ενόν εις τα εξάγιστα και άθεα εκείνων ήθη μεταβαλείν και ενσπόνδους αυτούς σχειν τούτους, μάλλον δε και της παρ' εκείνοις ραστώνης και ανέσεως μεθ' όσης τιμής απολαύειν. ταύτα παρά φαύλον τιθέμενος, μισείσθαι παρ' εκείνων ανέχεται και ελαύνεσθαι, και αυτό βιαίως το ζην αφαιρείσθαι διά Χριστόν πάντα πάσχει τα ειρημένα. Του δε διά Χριστόν πάσχειν τί άρα μακαριώτερον;». Δεν θα παρουσιάσουμε εδώ την σύγκριση που κάνει ο μοναχός Ιωσήφ της πνευματικής καταστάσεως των Λατίνων και των Ορθοδόξων, οι οποίοι παρά την δυσπραγία και την υποδούλωση πολλών εξ αυτών στους αλλοπίστους εξακολουθούν να διατηρούν απαρασάλευτη την πίστη τους και να ιερουργούν τα θεία μυστήρια και να έχουν εναργή την παρουσία του Θεού, όπως αυτό φαίνεται στο θαύμα του αγιασμού του ύδατος· «Και το ύδωρ ευχή και σφραγίδι παρά των κατά τόπον ιερέων αγιαζόμενον, εναργή της χάριτος σώζει τα σύμβολα, ως εκ της ορωμένης διαυγείας και καθαρότητος, μηδέν πάσχον όσα εικός ύδωρ ακινητούν, την αόρατον πιστούσθαι εν αυτώ του Πνεύματος επιφοίτησιν· και οία παρ' ημίν οία τε εστιν ιερωσύνη τελείν παρίστησι τηλαυγώς». Μας ενδιέφερε να δείξουμε πώς εκτιμά και πώς εκφράζεται ο Ιωσήφ Βρυέννιος για το Ισλάμ, διότι και σ' αυτόν αναφέρονται, ως πρότυπο, μερικοί σημερινοί θεολόγοι της πανθρησκείας, πλανώντες και πλανώμενοι.
Οι συζητήσεις που έκανε ο Γεννάδιος Σχολάριος για το Ισλάμ ομοιάζουν με τις συζητήσεις του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, όχι μόνον ως προς τα επιχειρήματα αλλά και ως προς το ότι συζητά ως υπόδουλος και κατακτημένος, υπό δυσμενέστατες δηλαδή ιστορικές συγκυρίες, και μάλιστα στους τρεις από τους τέσσερις διαλόγους με τον ίδιο τον πορθητή Μωάμεθ. Τρία συγγράμματα του Σχολαρίου περιέχουν αυτές τις συζητήσεις. Προκύπτει λοιπόν από αυτά ότι ο πορθητής πραγματοποίησε αιφνιδιαστική επίσκεψη στην Ι. Μονή Παμμακαρίστου, όπου είχε μεταφέρει το Πατριαρχείο ο Σχολάριος από τον ναό των Αγίων Αποστόλων. Εζήτησε δε από τον πατριάρχη να μάθει για την πίστη των Χριστιανών. Στην συνάντηση αυτή βλέπει κανείς το πνεύμα μιας χιλιετούς παραδόσεως να στέκεται αντιμέτωπο μπροστά στο σπαθί και στην εξουσία ενός φοβερού πολεμάρχου. Ο πατριάρχης δεν εδειλίασε ούτε προέβη σε εκπτώσεις από την πίστη και σε απόκρυψη της αληθείας, όπως κάνουν στις σημερινές διαθρησκειακές συναντήσεις και στους διαλόγους. Εξέθεσε με παρρησία τους λόγους της υπεροχής του Χριστιανισμού, τον οποίο παρουσίασε ως την μοναδική οδό σωτηρίας. Εντυπωσιάσθηκε ο Μωάμεθ και οργάνωσε δεύτερη και τρίτη συζήτηση, παρόντων και Μουσουλμάνων θεολόγων. Από τις ιστορικές πηγές πληροφορούμεθα ότι το αποτέλεσμα των συζητήσεων ήταν πολύ αποδοτικό. Εθαύμασε ο Μωάμεθ την σοφία του πατριάρχη και αισθανόταν καύχηση γιατί έγινε αρχηγός τόσο σπουδαίου λαού. η προσωπική εκτίμηση προς τον πατριάρχη είχε επιπτώσεις στην γενικότερη ευνοϊκή στάση του απέναντι στους κατακτηθέντες, όπως φαίνεται από τα παραχωρηθέντα προνόμια. Ορισμένες μάλιστα ιστορικές πηγές, όπως η Turcograecia, προχωρούν τόσο πολύ την επιτυχία των συζητήσεων, ώστε να ισχυρίζονται ότι «ενωτισθείς και πληροφορηθείς τα περί της αληθούς πίστεως των Χριστιανών εν αμφιβολία ην περί της εαυτού». Υπάρχει ανάλογο αποτέλεσμα ή θα υπάρξει ποτέ από τους σημερινούς διαθρησκειακούς διαλόγους των εξισώσεων και των ισοπεδώσεων; Οι συζητήσεις αυτές περιέχονται στο σύγγραμμα του Σχολαρίου «Περί της μόνης οδού προς σωτηρίαν των ανθρώπων». Θα ήμασταν ευχαριστημένοι, αν σε κάποιον από τους διαθρησκειακούς διαλόγους ελέγετο ότι ο Χριστιανισμός είναι η μοναδική οδός σωτηρίας, διότι από αυτό προκύπτει πως ούτε ο Ιουδαϊσμός ούτε το Ισλάμ είναι οδοί σωτηρίας.
Αναπτύσσει ο πατριάρχης την θεία παιδαγωγία και οικονομία που την βλέπει να προχωρεί βαθμιαία μέσω τριών σταδίων.του φυσικού εν πρώτοις νόμου, του μωσαϊκού κατόπιν και τελικώς του ευαγγελικού, ο οποίος είναι ολοκλήρωση και συμπλήρωση του μωσαϊκού και τελειότατος νόμος· μετά από αυτόν δεν μπορεί να δεχθεί κανείς άλλη τελειότερη διδασκαλία. «ούτε χρη διδασκαλίαν άλλην εκδέχεσθαι τελειοτέραν, ούτε πειστέον αν είη τοις λέγουσιν από Θεού τι νομοθετείν τελειότερον, και πολλώ μάλλον ει φαίνοιντο φθείροντες εν πάσιν ή τοις πλείοσι την του Ιησού και των Αποστόλων διδασκαλίαν». Ο Μωάμεθ και το Κοράνιο τίθενται στο περιθώριο, αχρηστεύονται μέσα στο σχήμα αυτό των τριών σταδίων, των τριών φάσεων της Θείας Οικονομίας, την οποία ολοκλήρωσε το Ευαγγέλιο. Μετά την τέλεια διδασκαλία του Χριστού δεν υπάρχει χώρος για άλλη διδασκαλία. Ο υπαινιγμός περί του ότι το Κοράνιο κατέστρεψε σε όλα ή στα περισσότερα και έφθειρε τη διδασκαλία του Χριστού είναι σαφέστατος. Και αυτά ελέχθησαν ενώπιον του πορθητού Μωάμεθ. Τουλάχιστον πρέπει να ντρέπονται όσοι ψάχνουν να βρουν πρότυπα των σημερινών διαλόγων στην προηγουμένη πατερική παράδοση. Ας παραδεχθούν ότι δεν έχουν το θάρρος και την παρρησία να σηκώσουν το βάρος αυτής της παραδόσεως και ας μη την ευτελίζουν, μόνο και μόνο για να μη διαταράξουν την ραστώνη και την ευημερία τους. Δεν είναι αυτό ούτε αποστολικό, ούτε μαρτυρικό φρόνημα98.
Υπάρχει και ένα δεύτερο κείμενο του Σχολαρίου για το Ισλάμ, το οποίο μάλιστα περιελήφθη και στα συμβολικά βιβλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας υπό τον τίτλο Ομολογία Σχολαρίου. Πρόκειται για σύντμηση και περίληψη του προηγουμένου συγγράμματος, την οποία έκανε ο ίδιος ο Σχολάριος μετά από αίτημα του Μωάμεθ, ώστε να είναι «σαφές και ευπαράδεκτον τοις αμυήτοις». Η Ομολογία έχει δημοσιευθή και στο γνωστό έργο του καθηγητού Ι. Καρμίρη «Τα Δογματικά και Συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας»99. Ο προσεκτικός αναγνώστης διαπιστώνει ότι η έκθεση των αληθειών της πίστεως γίνεται κατ' αντιπαράθεσιν των αντιστοίχων του Κορανίου, χωρίς αυτό να ονοματίζεται. Υπάρχει και τρίτο σχετικό κείμενο το οποίο συνέγραψε ο Σχολάριος στην Ι. Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών, μετά από συζήτηση που είχε με δύο ανωτάτους Τούρκους αξιωματικούς, οι οποίοι έστειλαν στη μονή στρατιώτη με έγγραφη προσταγή να κατέλθει ο Σχολάριος στην πόλη των Σερρών, για να συζητήσουν μαζί του, χωρίς βέβαια να γράφουν στο έγγραφο τον σκοπό αυτής τους της ενεργείας. Το έργο φέρει τον τίτλο. «Ερωτήσεις και αποκρίσεις περί της θεότητος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού».
ζ'. Οι Άγιοι Νεομάρτυρες
Και ερχόμαστε στους Αγίους Νεομάρτυρες της περιόδου της Τουρκοκρατίας, οι οποίοι αποτελούν την νέα δόξα την νέα καύχηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας, την οποία έτσι επανασυνδέουν με την Εκκλησία των παλαιών μαρτύρων και την παρουσιάζουν ως την μόνη αληθή Εκκλησία του Χριστού, εντός της οποίας γεννώνται νέοι Άγιοι που ευαρέστησαν το Θεό με την ομολογία και το μαρτύριο τους, και δοξάσθηκαν με τα θαύματα που επιτελεί δι' αυτών η Θεία Χάρη. Δεν υπάρχει εδώ πολύς χώρος για να παραθέσουμε όσα αναπτύσσει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο προοίμιο του «Νέου Μαρτυρολογίου», όπου παρουσιάζει αυτό το νέο θαύμα, το να βλέπει κανείς μέσα στην καρδιά του χειμώνος της απιστίας τους Νεομάρτυρες ως εαρινά άνθη και τριαντάφυλλα, μέσα στην βαθύτατη νύκτα ημέρα και ήλιο, μέσα στο ψηλαφητό σκοτάδι φώτα λαμπρότατα, στον καιρό της αιχμαλωσίας ελευθερία, της ασθένειας και της αδυναμίας υπερφυσική δύναμη.
Όλοι σχεδόν οι Νεομάρτυρες κατά την προσαγωγή τους μπροστά στους Τούρκους άρχοντες και δικαστές έπρεπε να απαντήσουν σε ερωτήσεις που τους υπέβαλλαν για το Κοράνιο και τον Μωάμεθ, να δικαιολογήσουν γιατί δεν γίνονται ή γιατί δεν παραμένουν Μουσουλμάνοι, όταν επρόκειτο περί αρνησιχρίστων, οι οποίοι μετανοούσαν για την αποστασία τους. Πρόκειται για αληθινούς διαθρησκειακούς διαλόγους, για διαλόγους που αναβίωσαν το παράδειγμα του πρωτομάρτυρος Χριστού, του μαρτυρήσαντος επί Ποντίου Πιλάτου, του εν ανθρώποις πρωτομάρτυρος διακόνου Στεφάνου, των Αγίων Αποστόλων, των αρχαίων μαρτύρων και των Αγίων Πατέρων και ομολογητών.
Δεν υπολογίζουν τιμές, αξιώματα, πλούτη και απολαύσεις, που τους υπόσχονται, όπως ουσιαστικώς γίνεται σήμερα στους διαθρησκειακούς διαλόγους, όπου βέβαια δεν έχουμε άρνηση της πίστεως, έχουμε όμως απόκρυψη της αληθείας και εξίσωση με την πλάνη που είναι σχεδόν το ίδιο. Αν όμως η πλάνη και η αλήθεια, το σκότος και το φως, ο Χριστός και τα είδωλα ή ο Μωάμεθ είναι το ίδιο, τότε γιατί σταυρώθηκε ο Χριστός, γιατί εμαρτύρησαν οι Απόστολοι και οι μάρτυρες, οι παλαιοί και οι νέοι; Δεν αποτελούν οι διαθρησκειακοί διάλογοι, όπου δεν μαρτυρείται η αλήθεια, όπου εξισώνεται ο Χριστός με τους ψευδοπροφήτες, όπου δεν υπάρχει παρρησία και μαρτυρικό φρόνημα, δεν αποτελούν λοιπόν προσβολή και απόρριψη της στάσεως των Αγίων μαρτύρων, ως ανόητης και φονταμενταλιστικής, αφού τα ανοιχτά μυαλά των σημερινών προοδευτικών κληρικών και θεολόγων δεν θα δικαιολογούσαν ποτέ τέτοια στάση, ούτε θα ομολογούσαν ποτέ αυτά που ομολόγησαν οι Νεομάρτυρες για το Ισλάμ, όπως ενδεικτικά θα δούμε; Ο Άγιος Νικόδημος στο μνημονευθέν προοίμιο αναπτύσσει πέντε λόγους για τους οποίους «ευδόκησεν ο Θεός να γίνονται ούτοι οι νέοι Μάρτυρες εις τους τωρινούς καιρούς: α) διά να είναι ανακαινισμός όλης της Ορθοδόξου πίστεως. β) διά να μένουν αναπολόγητοι εν τη ημέρα της Κρίσεως οι αλλόπιστοι. γ) διά να είναι δόξα μεν και καύχημα της Ανατολικής Εκκλησίας, έλεγχος δε και καταισχύνη των ετεροδόξων. δ) διά να είναι παράδειγμα υπομονής εις όλους τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, οπού τυραννούνται υποκάτω εις τον βαρύν ζυγόν της αιχμαλωσίας. ε) δε και τελευταίον διά να είναι θάρρος και παρακίνησις εις το να μιμηθούν διά του έργου το μαρτυρικόν τους τέλος».
Απέναντι αυτής της εικόνος των αληθινών διαθρησκειακών διαλόγων των Νεομαρτύρων, οι σύγχρονοι διαθρησκειακοί διάλογοι είναι παγωνιά μέσα στον χειμώνα, σκοτάδι μέσα στο σκοτάδι, αιχμαλωσία σε καιρό ελευθερίας, ασθένεια και αδυναμία σε κατάσταση δυνάμεως. Δεν οδηγούν σε ανακαινισμό αλλά σε φθορά της Ορθοδόξου πίστεως· δεν καθιστούν αναπολογήτους τους αλλοπίστους· δεν δοξάζουν την Ορθόδοξη Εκκλησία, αφού την εξισώνουν με τους ετεροδόξους και αλλοπίστους, ούτε ενισχύουν στην υπομονή και εμμονή στην πίστη τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, πολύ περισσότερο δεν παρακινούν στη μίμηση του μαρτυρικού τέλους των Αγίων. Είναι γι' αυτό ψευτοδιάλογοι αποστασίας και δειλίας.
Από το σύνολο των όσων είπαν πολλοί Νεομάρτυρες, διαλεγόμενοι με τους Μουσουλμάνους δικαστές, ενδεικτικώς θα παρουσιάσουμε μερικά, για να φανεί η άρρηκτη ενότητα, συνέπεια και συνέχεια στην ομολογία και στην μαρτυρία της Αληθείας με οποιοδήποτε κόστος, ακόμη και με την θυσία της ζωής, η αδιάκοπη αλυσίδα της πίστεως από του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, των Αποστόλων, των Μαρτύρων, των Αγίων Πατέρων μέχρι των Νεομαρτύρων. Οι σημερινοί διαθρησκειακοί διάλογοι είναι ξένοι και αλλότριοι, δεν έχουν καμμία σχέση με αυτήν την πίστη και το μαρτυρικό αυτό φρόνημα.
Ο νεομάρτυρας Κωνσταντίνος ο Υδραίος (14 Νοεμβρίου 1800), στην πρόταση του Μουσουλμάνου άρχοντος να αρνηθεί τον Χριστό και να πιστεύσει στον Μωάμεθ απήντησε:
«Έλα και εσύ αυθέντα να πιστεύσης και να ομολογήσης τον Χριστόν πως είναι Θεός αληθινός, διά να σε φωτίση να ιδής το αληθινόν φως, επειδή και τώρα είσαι τυφλός και εσκοτισμένος από την ασέβειαν». Στην επιμονή του Μουσουλμάνου μετά από τρεις ημέρες ο άγιος Κωνσταντίνος απήντησε με περισσότερο θάρρος: «Εγώ σε είπα να πιστεύσης εις τον Χριστόν ότι είναι Θεός αληθινός, διατί η εδική σας πίστις είναι βδελυρά, μιαρά και ψεύτικη, επειδή πιστεύετε ένα ψεύστην, οπού εις τον κόσμον δεν έδειξε κανένα θαύμα, ούτε σας εδίδαξε καμμίαν αλήθειαν και κανένα καλόν, αλλά μόνον σας εδίδαξε μυθολογίας, και σας παραγγέλλει να κάμνετε πορνείας, αρσενοκοιτίας, και άλλας κακίας, και εσείς ως τυφλοί τον πιστεύετε ως προφήτην. Διά τούτο έχετε να υπάγετε με αυτόν εις την αιώνιον κόλασιν και εις το πυρ το εξώτερον, διά να κατακαίεσθε παντοτεινά μαζί με τους αδελφούς σας δαίμονας, μόνον έλα να γένης Χριστιανός, διά να χαίρεσαι αιώνια με τον Χριστόν εις τον Παράδεισον»100.
Ο οσιομάρτυς Νικόδημος, που ασκήθηκε στη Σκήτη της Αγίας Άννης, στο Άγιο Όρος, και μαρτύρησε στο Βελιγράδι (11 Ιουλίου 1722), αρνηθείς τον Χριστό και μετανοήσας κατόπιν απορεί λέγων: «Οίμοι τω αθλίω και ταλαιπωρώ, διά ποίαν αιτίαν άρα γε ετυφλώθην τόσον κατά νουν ο ασύνετος; Πώς εσκοτίσθην τη διανοία; Πώς προετίμησα το σκότος μάλλον ή το φως; Πώς εχωρίσθην της δόξης του Χριστού; Πώς εκουσίως απέρριψα εαυτόν από της συναυλίας της χριστωνύμου κλήσεως των ευσεβών, γενόμενος δούλος και αιχμάλωτος του παμπονήρου διαβόλου;». Παρακαλών και δεόμενος προς την Υπεραγία Θεοτόκο να τον αξιώσει να έχει μαρτυρικό τέλος αξιώθηκε να ιδεί την εξής οπτασία: «Κοιμώμενος γαρ έτι ο μακάριος Νικόδημος, ηρπάγη εις οπτασίαν υπό θείου αγγέλου, όστις έδειξεν εις αυτόν όλους τους βασανιζομένους εν τω Άδη, εξαιρέτως δε τον αρχηγόν της πλάνης των Αγαρηνών, ος εστιν ο ψευδοπροφήτης Μωάμεθ. υπήρχε γαρ ούτος δεμένος εν πυρίναις αλύσεσιν εν τη φλογί της γεέννης, δεινώς βασανιζόμενος. ωσαύτως και άπασα η πληθύς των ασεβών, οι οπαδοί δηλονότι αυτού και των λοιπών πρωταρχηγών πάσης ασεβείας και αιρέσεως, άπαντες εκεί βασανιζόμενοι»101.
Θαυμάζει ο Άγιος Νικόδημος το θάρρος της νεαρής κοπέλλας, της Αγίας Νεομάρτυρος Ακυλίνας από το Ζαγκλιβέρι (27 Σεπτεμβρίου 1764), η οποία στην προτροπή του Τούρκου κριτή να αλλαξοπιστήσει απάντησε: «Και τί ωρέχθηκα από την πίστιν σας, να αρνηθώ εγώ τον Χριστόν μου, ή από ποία θαύματα της πίστεώς σας να πιστεύσω, οι οποίοι βρωμείτε ακόμη ζωντανοί; Ω τόλμη μαρτυρική! Ω μεγαλοψυχία ουρανίων επαίνων αξία! Ω απόκρισις, όχι ενός απλού κορασίου, αλλ ' ενός γίγαντος ανδρειωμένου!»102. Παρόμοιο θαυμασμό και έπαινο εκφράζει και ο συντάκτης του βίου του προμνημονευθέντος Νεομάρτυρος Κωνσταντίνου του Υδραίου: «Εύγε της ελευθεροστομίας σου, γενναίε του Κυρίου αγωνιστά! Εύγε της σης μεγαλοψυχίας, της ούσης ουρανίων επαίνων αξίας! Κατά αλήθειαν, αδελφοί, επληρώθη εις τούτον τον Άγιον, εκείνο οπού γράφει ο σοφός Σολομών εις τας Παροιμίας του· δίκαιος ως λέων πέποιθε (κη' ι) και το του προφήτου Δαβίδ· ελάλουν εν τοις μαρτυρίοις σου εναντίον βασιλέων και ουκ ησχυνόμην (Ψαλμ. ριη')»103. Παρόμοιους επαίνους προς τους Νεομάρτυρες διατυπώνει η λατρεύουσα τον αληθινό Θεό Εκκλησία, όταν κατά τις πανηγύρεις επί τη μνήμη αυτών ψάλλει τους ύμνους των ακολουθιών τους. Θαυμάζουν και οι πιστοί και ευχαριστούν τον Θεό για τους Νεομάρτυρες, την νέα αυτή δόξα και το καύχημα της Εκκλησίας, και λυπούνται για τους νέους αποστάτες και αρνησιχρίστους των διαθρησκειακών διαλόγων, ευχόμενοι να τους φωτίσει ο Θεός να συνέλθουν, να επανέλθουν και να μαρτυρήσουν, να κηρύξουν υπέρ του Χριστού ως της μοναδικής οδού σωτηρίας.
η'. Ισλάμ και νεομάρτυρες
I. Οι δυο εχθροί της Ρωμιοσύνης. Παπισμός και Ισλάμ, Φράγκοι και Τούρκοι
Η πρώτη χριστιανική χιλιετία αποτελεί την περίοδο του θριάμβου της χριστιανικής πίστεως. Επέζησε των σκληρών διωγμών κατά τους τρεις πρώτους αιώνες, αφού ανέδειξε πλήθος καλλινίκων και ηρωικών μαρτύρων, εξαπλώθηκε παρά τους διωγμούς εις τα πέρατα της τότε οικουμένης και τελικώς νικήτρια όλων των ιστορικών της αντιπάλων, του Ιουδαϊσμού, του ειδωλολατρικού Ελληνισμού και της Ρωμαϊκής διοικήσεως, έγινε η ζωοδότρα πνευματική πνοή, η ψυχή του πρώτου χριστιανικού κράτους, της επωνύμου των Χριστιανών καινής πολιτείας, που εγκαθιδρύθηκε με την θεϊκή κλήση του πρώτου Χριστιανού βασιλέως, του εν βασιλεύσιν αποστόλου Μ. Κωνσταντίνου.
Όπως η θαυμαστή εξάπλωση του Χριστιανισμού από το επιτελείο των αδυνάμων κατ' άνθρωπον και αγραμμάτων αποστόλων παραπέμπει στη θεϊκή προέλευση της χριστιανικής πίστεως, γιατί είναι αδύνατο να ερμηνευθεί με ανθρώπινα κριτήρια, έτσι και η πάνω από χίλια χρόνια επιβίωση της ελληνοχριστιανικής πολιτείας του Βυζαντίου, της Ρωμανίας των ιστορικών μας πηγών, της Ρωμιοσύνης στην απλή λαϊκή γλώσσα, μοναδικό φαινόμενο αντοχής, χρονικής διάρκειας, πνευματικής καρποφορίας και ακτινοβολίας, ερμηνεύεται με βάση τους νόμους της θείας κυβερνητικής και της θείας συμμαχίας. Ο Χριστός και η Παναγία Μητέρα του, η Υπέρμαχος Στρατηγός, στους οποίους αφιερώθηκε και ανατέθηκε η Πόλις, έγιναν οι προστάτες και οι φρουροί των κατοίκων, οι οποίοι όμως ανταποδοτικά και συνεργιακά τηρούσαν τους νόμους της θείας κυβερνητικής και αποδεικνύονταν άξιοι της θεϊκής συμμαχίας.
Η Κωνσταντινούπολη έγινε η νέα Ιερουσαλήμ, όπου συγκεντρώθηκαν όλα τα ιερά της ανά τον κόσμον χριστιανικής οικουμένης, και ο χριστιανικός λαός έγινε ο νέος εκλεκτός λαός του Θεού, ο νέος Ισραήλ, αφού ο παλαιός Ισραήλ στάθηκε ανάξιος να συνεχίσει το έργο της διακονίας στη σωτηρία του κόσμου.
Την εκπληκτική διάδοση του Χριστιανισμού κατά τους τρεις πρώτους αιώνες, διαδέχθηκε η θαυμαστή εμβάθυνση και ανάπτυξη των δογμάτων της πίστεως από τις συνόδους και τους Αγίους Πατέρες, η υποδειγματική βίωση και εφαρμογή των εντολών του Χριστού από πλήθος αγίων και ασκητών, αλλά και από τον ευλογημένο λαό του Θεού, η εκρηκτική πνευματική και πολιτιστική άνθηση και παραγωγή σε όλους τους τομείς, στην λατρεία, στην φιλολογία, στην τέχνη, με συνέπεια περί το τέλος της πρώτης χιλιετίας να παρατηρηθεί νέα αύξηση του Χριστιανισμού με την εισαγωγή στους κόλπους της Εκκλησίας των σλαβικών λαών της κεντρικής και της βόρειας Ευρώπης. Φαινόταν ότι το ευαγγέλιο είχε κηρυχθεί εις πάσαν την κτίσιν, εις τα πέρατα της τότε γνωστής Οικουμένης, και ότι ο Χριστιανισμός αποδεικνυόταν η μόνη οδός για την σωτηρία των ανθρώπων. Πολλοί ερμηνευτές δέχονται ότι η χιλιετής βασιλεία του Χριστού που διδάσκει η Αποκάλυψη, και που εξέθρεψε και εξακολουθεί να εκτρέφει χιλιαστικές μεσσιανικές προσδοκίες, πρέπει να εντοπισθεί στο υπερχιλιόχρονο χριστιανικό Βυζάντιο.
Η δεύτερη χριστιανική χιλιετία, που τελειώνει σε ενάμισυ μήνα, αρχίζει με δυσοίωνες προοπτικές για το ενιαίο ακόμη σε Ανατολή και Δύση χριστιανικό κράτος. Επί αιώνες πλήθος βαρβάρων λαών επιτιθεμένων από όλα τα σημεία του ορίζοντος δεν κατορθώνουν να κλονίσουν την χριστιανική αυτοκρατορία. Το δυτικό της τμήμα υποδουλώνεται στα από το βορρά ελθόντα γερμανικά φύλα, πολλά από τα οποία εκχριστιανίσθηκαν δεχθέντα την αίρεση του Αρειανισμού. Η Εκκλησία της Ρώμης, άλλοτε ελεύθερη και άλλοτε αιχμάλωτη, ορθοδοξεί ακόμη και διατηρεί την ενότητά της με την Κωνσταντινούπολη, μολονότι είναι ενοχλημένη από τον παραγκωνισμό της, προς εξουδετέρωση του οποίου αναπτύσσει τις γνωστές περί πρωτείου απόψεις της, που βρήκαν την τελική τους έκφραση στην γνωστή ψευδοκωνσταντίνειο δωρεά. Η αίρεση πάντως και η αμφισβήτηση της χριστιανικής ενότητος με παράλληλη υπονόμευση της Κωνσταντινουπόλεως θα αρχίσουν να εμφανίζονται στις αρχές του 9ου αιώνος με την συμμαχία της Ρώμης και των Φράγκων του Μ. Καρόλου, μεγάλου βέβαια για τους Φράγκους, όχι για τους Ρωμιούς. Ο ένας από τους δύο μεγάλους κινδύνους της ενιαίας ελληνορωμαϊκής αυτοκρατορίας, του θεοΐδρυτου και θεοσύστατου χριστιανικού κράτους, που ίδρυσε ο Μ. Κωνσταντίνος «ουκ εξ ανθρώπων την κλήσιν δεξάμενος», όπως ο απόστολος Παύλος, αρχίζει να διαγράφεται. Η πολλαχώς και πολλαχού μαρτυρουμένη, ακόμη και μέχρι των ημερών μας, εχθρότης των Λατινοφράγκων της Δύσεως εναντίον του Regnum Graecorum κορυφώνεται με την απόσχιση της Ρώμης από την Καθολική Ορθόδοξη Εκκλησία στις αρχές της πρώτης χιλιετίας, που κακώς την ονομάζουμε σχίσμα των Εκκλησιών, και με τις επαίσχυντες σταυροφορίες και την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους το 1204.
Ο δεύτερος μεγάλος κίνδυνος ο εξ Ανατολών άρχισε να διαγράφεται τον 7ο αιώνα, με την εμφάνιση και την δράση του Μωάμεθ, του δυναμικού αυτού πολιτικού και θρησκευτικού ηγέτη που ήνωσε τους διεσπασμένους Άραβες κάτω από την θεοκρατική πολιτεία του Ισλάμ. Η Κωνσταντινούπολη, που μόλις πρόσφατα είχε εξέλθει νικήτρια από τον πόλεμο εναντίον των Περσών την εποχή του Ηρακλείου, υποτίμησε, δεν έδωσε την δέουσα σημασία στην διαγραφόμενη νέα απειλή, μολονότι ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής προφητικά και προορατικά διείδε τον κίνδυνο και προέβη σε σχετική προειδοποίηση104. Ο απωθημένος στο περιθώριο της ιστορίας Ιουδαϊσμός που δεν μπόρεσε να αντιληφθεί την προοδευτική και οικουμενική εξέλιξη της θείας οικονομίας, και γι' αυτό απέρριψε και αρνήθηκε την θεότητα του Χριστού και επολέμησε την Εκκλησία, εμφανίζεται τώρα δυναμικά με ένα παρακλάδι του, τον Μωαμεθανισμό, το Ισλάμ, που ριζώνει και θεμελιώνεται βασικά στο έδαφος της Π. Διαθήκης. Ο αυστηρός μονοθεϊσμός, ο ανεικονισμός, οι περί καθαρών και ακαθάρτων διατάξεις, οι εγκόσμιες και παχυλές μεσσιακές προσδοκίες, η εκδικητικότης και το μίσος εναντίον των εχθρών και απίστων, αρκούν για να υποδείξουν την συγγένεια μεταξύ Ιουδαϊσμού και Ισλάμ και την κοινή απόσταση και διαφοροποίησή τους από τον Χριστιανισμό. Η συνεργασία Εβραίων και Μουσουλμάνων εναντίον των Χριστιανών τονίζεται συχνά στις γραμματειακές πηγές, ιδιαίτερα στους βίους των Νεομαρτύρων. Αρκεί να αναφέρουμε ενδεικτικά την περίπτωση του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού.
Το χριστιανικό κράτος των Ρωμανίας άρχισε γρήγορα να αισθάνεται την πολιτική και πολιτιστική απειλή. Αντέδρασε σε πολιτιστικό επίπεδο στο κίνημα της εικονομαχίας που απέβλεπε, ενισχυόμενο από ιουδαϊκές και ισλαμικές επιδράσεις, στον εξανατολισμό, δηλαδή στον εξιουδαϊσμό και εξισλαμισμό του Χριστιανισμού105, σε πολιτικό όμως και στρατιωτικό επίπεδο δεν μπόρεσε να κρατήσει τις ανατολικές του επαρχίες, την Αίγυπτο, την Συρία, την Παλαιστίνη. Οι Σελτζούκοι Τούρκοι και κατόπιν οι Οθωμανοί θα πάρουν την σκυτάλη από τους Άραβες και θα περισφίγγουν διαρκώς την θεοφρούρητη Πόλη, η οποία χάνει πλέον και τις επαρχίες της Μικράς Ασίας, αποδυναμωμένη δε και εξασθενημένη από τους δυτικούς σταυροφόρους, προ παντός όμως απογυμνωμένη από την θεϊκή βοήθεια, λόγω της αποστασίας περί την πίστη με την σύνοδο Φερράρας - Φλωρεντίας και της εκκοσμικεύσεως των Χριστιανών, κληρικών και λαϊκών, υποκύπτει οριστικά και πέφτει στα χέρια των αλλοθρήσκων του Μωάμεθ του Β' την αποφράδα ημέρα της 29ης Μαΐου του 1453. Η ημισέληνος του Ισλάμ υψώνεται στη θέση του δικέφαλου αετού, χωρίς πάντως να κατορθώσει να νικήσει τον Τίμιο Σταυρό.
* Εισήγηση στο Διορθόδοξον Επιστημονικόν Συνέδριον «Κωνσταντίνος ο Υδραίος - Νεομάρτυρες προάγγελοι της αναστάσεως του Γένους» Ιωβηλαίον 200 ετών από του μαρτυρίου του Αγίου Κωνσταντίνου του Υδραίου (14.11.1800 - 14.11.2000).
II. Μεγαλύτερος ο κίνδυνος από τους Φράγκους
Οι θαυμαστοί βίοι των Νεομαρτύρων, των νέων αυτών αθλητών της πίστεως, που ανανέωσαν τους άθλους των παλαιών μαρτύρων, ήταν η απάντηση της αληθείας απέναντι στην πλάνη και στο ψεύδος, όχι μόνο των ετεροθρήσκων Μουσουλμάνων αλλά και των ετεροδόξων Χριστιανών της Δύσεως, είναι η δόξα και το καύχημα της Ανατολικής Εκκλησίας και έλεγχος των κακοδόξων, όπως γράφει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Συγκρίνοντας μάλιστα ο Άγιος Νικόδημος τους νέους με τους παλαιούς μάρτυρες εκτιμά ότι οι Νεομάρτυρες έχουν κάτι περισσότερο από τους παλαιούς μάρτυρες. Είναι ενδιαφέρουσα η αιτιολόγηση αυτής της θέσεως, διότι συντρίβει την πολλάκις διατυπούμενη άποψη ότι οι τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός, Ισλάμ πιστεύουν στον ίδιο Θεό. Λέγει ο άγιος Νικόδημος: «Εκείνοι διά την πίστιν της Αγίας Τριάδος εμαρτύρησαν; Και ούτοι ομοίως- εκείνοι διά το όνομα και την Θεότητα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού έχυσαν το αίμα; Και ούτοι ομοίως, ίνα μη είπω ότι, ούτοι έχουσί τι περισσότερον από εκείνους, καθ' ότι εκείνοι μεν ηγωνίσθησαν κατά της πολυθεΐας, και ειδωλολατρείας, ήτις είναι μία προφανής ασέβεια, όπου δύσκολα ημπορεί να απατήση ένα λογικόν νουν, ούτοι δε ηγωνίσθησαν κατά της των αλλοπίστων μονοπροσώπου μονοθεΐας, ήτις είναι μία κεκρυμμένη ασέβεια οπού ευκόλως δύναται να απατήση το νουν»106. Κεκρυμμένη ασέβεια λοιπόν η μονοπρόσωπη μονοθεΐα του Ιουδαϊσμού και του Ισλαμισμού. Δεν έχει καμμία σχέση με την τριπρόσωπη μονοθεΐα του Χριστιανισμού, με την μόνη αληθινή θεογνωσία της Αγίας Τριάδος.
Διαβάζοντας πράγματι κανείς τους βίους και τις ακολουθίες των Νεομαρτύρων, την μέχρι θανάτου εμμονή στην πίστη του γλυκυτάτου Ιησού και μετά παρρησίας και αποστροφής αποκήρυξη του ψευδοπροφήτη Μωάμεθ και της μιαράς θρησκείας των Μουσουλμάνων, διαπιστώνει ότι είχαν δίκαιο όλοι εκείνοι οι ηγέτες, εκκλησιαστικοί και πολιτικοί, οι οποίοι μπροστά στον διπλό κίνδυνο των Λατινοφράγκων της Δύσεως και των Μουσουλμάνων της Ανατολής, προτίμησαν τους Μουσουλμάνους, όπως το εξέφρασε επιγραμματικά ο ήρωας της αλώσεως Λουκάς Νοταράς:
«Κρειττότερόν εστιν εν μέση τη πόλει
ιδέσθαι φακιόλιον τουρκικόν
ή καλύπτραν λατινική.ν»
Γιατί ενώ πολιτικά και στρατιωτικά ο κίνδυνος και από τους Τούρκους και από τους Φράγκους ήταν ίδιος και απαράλλακτος, πολιτιστικά και πνευματικά τα πράγματα ήσαν διαφορετικά. Η απόλυτη θρησκευτική διαφοροποίηση μεταξύ Ορθοδόξων Ελλήνων και Μουσουλμάνων Τούρκων, την θρησκεία και την πίστη των οποίων απέρριπταν μετά βδελυγμίας οι πρώτοι, μαζύ με την αίσθηση της πολιτιστικής υπεροχής αποτελούσαν μεγάλο εμπόδιο στην πολιτιστική αφομοίωση των Ορθοδόξων από τους Τούρκους. Στην περίπτωση όμως των Λατινοφράγκων της Δύσεως ο κίνδυνος της πολιτιστικής αφομοιώσεως ήταν πολύ μεγαλύτερος· όχι μόνο λόγω της κοινής ελληνορωμαϊκής κληρονομιάς, που καθιστούσε δυσδιάκριτη την πολιτιστική διαφοροποίηση και ευνοούσε την αφομοίωση, αλλά και λόγω της απαίτησης των Δυτικών, που ετίθετο ως όρος σε όλες τις διαπραγματεύσεις για αποστολή βοήθειας, να εγκαταλείψουν οι Ορθόδοξοι συλλογικά την Ορθόδοξη πίστη και να ασπασθούν τον Ρωμαιοκαθολικισμό, εντασσόμενοι στην δικαιοδοσία του πάπα. Η επαίσχυντη σύνοδος Φερράρας - Φλωρεντίας, όπου υποχρεώθηκαν και εκβιάσθηκαν οι Ορθόδοξοι να προδώσουν την πίστη τους και να τα παραδώσουν όλα στους Παπικούς, για να εξασφαλίσουν την βοήθεια των Δυτικών έναντι των Τούρκων, η οποία ποτέ δεν δόθηκε, είναι αδιάψευστο γι' αυτό στοιχείο. Όπου οι Φράγκοι εγκαταστάθηκαν, στην Κύπρο, στην Κρήτη, στα νησιά του Αιγαίου, εξεδίωξαν τους ορθοδόξους επισκόπους και εγκατέστησαν λατίνους που επεδίωξαν με κάθε τρόπο να εκλατινίσουν βιαίως τους κατοίκους. Η Ορθοδοξία στην Κύπρο και στην Κρήτη διασώθηκε, όταν ανέλαβαν οι Ορθόδοξοι επίσκοποι μετά την τουρκική κατάκτηση των νησιών107.
III. Η απόρριψη του Ισλάμ από τους Νεομάρτυρες
Δεν ήταν βέβαια ρόδινα τα πράγματα κάτω από τους Μωαμεθανούς κατακτητάς και την σκληρότητα του Ισλάμ εναντίον των μη Μουσουλμάνων, των απίστων. Ο ίδιος ο Λουκάς ο Νοταράς που προτιμούσε να δει στην Πόλη τους Τούρκους παρά τους Φράγκους, σφαγιάσθηκε με εντολή του ίδιου του Μωάμεθ μαζύ με τους δύο νεαρούς γιους του, γιατί αρνήθηκε να τους παραχωρήσει στις ταπεινωτικές σαρκικές ορέξεις του. Είναι οι πρώτοι μετά την άλωση νεομάρτυρες που υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο, για να μη μιανθούν από τον αλλόθρησκο κατακτητή, χωρίς ακόμη η Εκκλησία να έχει αναγνωρίσει την μαρτυρική προσφορά τους. Δεν έχουμε δυστυχώς πολύ καιρό για να αναλύσουμε εδώ ότι η μετέπειτα ηρωική και υπερήφανη στάση των Νεομαρτύρων μπροστά στους άρχοντες και κριτές του Ισλάμ ως και η εμφάνιση ιερέων και μοναχών που ως αλείπται ενίσχυαν την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία θεμελιώθηκε από τον πρώτο μετά την άλωση πατριάρχη και εθνάρχη, τον Γεννάδιο Β' Σχολάριο, ο οποίος στη γνωστή συνάντησή του με τον σκληρό πορθητή δεν έκανε αυτό που κάνουν σήμερα πατριάρχες και θεολόγοι ισοπεδώνοντας συγκρητιστικά τις θρησκείες και ταυτίζοντας την αλήθεια και την πλάνη, χωρίς μάλιστα να τους αναγκάζει κανείς. Παρουσίασε τον Χριστιανισμό ως την μόνη οδό για τη σωτηρία των ανθρώπων και ως πλάνες όλες τις άλλες θρησκείες, με συνέπεια όχι μόνο να θαυμάσει ο κατακτητής την τόλμη και τη σοφία του, αλλά όπως παραδίδουν οι πηγές άρχισε να αμφιβάλλει και για την ορθότητα της δικής του πίστεως. Γράφει η Turcograecia. «Και άλλα μυστήρια της πίστεως είπε και διεσαφήνισεν αυτώ. Όθεν ου μόνον απεδέξατο ευλαβώς, αλλ' έκτοτε ηγάπα αυτόν τε τον πατριάρχην πολλά και σεβάσμιον είχε και έπαυσε και της κακίας της ης είχε κατά του γένους των Γραικών». Ήταν τόσο πειστική η επιχειρηματολογία του Σχολαρίου ώστε γράφεται ότι ο σουλτάνος «ενωτισθείς και πληροφορηθείς τα περί της αληθούς πίστεως των Χριστιανών εν αμφιβολία ην περί της εαυτού». Την ίδια παρρησία έδειξε και όταν κατά το διάστημα της παραμονής του στις Σέρρες στην Μονή του Τιμίου Προδρόμου τον κάλεσαν δύο Τούρκοι αξιωματικοί να συζητήσουν περί πίστεως108. Το ίδιο επίσης συναντά κάνεις ένα αιώνα νωρίτερα στην περίπτωση του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, ο οποίος ενώ ήταν αιχμάλωτος επί ένα έτος περίπου στα χέρια των Τούρκων, το 1354 σε συζήτηση που είχε με θεολόγους του εμίρη της Προύσας Ορχάν, που σώθηκε ως «Διάλεξις προς τους αθέους Χιόνας»109 με παρρησία ανέπτυξε την αλήθεια της χριστιανικής πίστεως. Ο συνάδελφος καθηγητής κ. Β. Φανουργάκης έδειξε πειστικά σε μελέτη του ότι η ομολογία πίστεως του νεομάρτυρος αγίου Μιχαήλ από τη Γρανίτσα της Ευρυτανίας που μαρτύρησε στη Θεσσαλονίκη αντλεί από το έργο αυτό του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά110. Δεν μας ενδιαφέρει εδώ αν ο ίδιος ο νεομάρτυς είπε τα ίδια ή παρόμοια, λιγώτερα ή περισσότερα από αυτά που του έβαλε στο στόμα ο συγγραφεύς του μαρτυρίου. Σημασία έχει ότι υπάρχει μία συνεχής παράδοση που φθάνει πιο πίσω, σχεδόν στα χρόνια της εμφανίσεως του Ισλάμ, απορριπτική και αρνητική που φθάνει μέχρι του σημείου να βλέπει τον ιδρυτή του Ισλάμ ως πρόδρομο του Αντιχρίστου.
Οι νεομάρτυρες εμφανιζόμενοι προ των δικαστών έχουν βεβαιότητα για την ανωτερότητα και την αλήθεια της χριστιανικής πίστεως. Δεν την ανταλλάσουν ούτε με κοσμικά αξιώματα και πλούτη που τους υπόσχονται ούτε πτοούνται τα μαρτύρια και τον θάνατο, ο οποίος θα τους φέρει πιο γρήγορα κοντά στον Χριστό, για να ζήσουν την αληθινή και αιώνια ζωή. Πολλοί αρκούνται στην διακήρυξη ότι δεν πρόκειται να αρνηθούν την πίστη τους στο Χριστό, ό,τι και αν τους κάνουν. Μερικοί κινούμενοι από ιεραποστολικό ζήλο επιχειρούν να διδάξουν φανερά στους Μουσουλμάνους την αλήθεια και να τους οδηγήσουν στη σωτηρία παρουσιάζοντας τις πλάνες της θρησκείας των. Δύο άλλες κατηγορίες οι εξ αρνησιχρίστων και οι εξ Αγαρηνών Νεομάρτυρες που έζησαν και εγνώρισαν το Ισλάμ, αισθάνονται την ανάγκη να κάνουν συγκρίσεις, να παρουσιάσουν τον Χριστιανισμό ως φως, ως αλήθεια, ως χρυσό, και το Ισλάμ ως σκότος, ως ψεύδος, ως μπακίρι (χαλκό). Εκφράζονται περιφρονητικά για τον Μωάμεθ ως ψευδοπροφήτη και απατεώνα, κρίνουν πολλές λατρευτικές και ηθικές τους πράξεις ως ανόητες και μιαρές.
Δεν μπορούμε τώρα να ταξινομήσουμε και να κατατάξουμε αυτό το υλικό που έχουμε επισημάνει. Ενδεικτικά μόνον θα αναφέρουμε μερικές περιπτώσεις και στα πρακτικά του συνεδρίου ή σε άλλο βιβλίο αξίζει να συγκεντρωθεί και να αξιολογηθεί.
Ο Άγιος Γεώργιος που εμαρτύρησε στη Σόφια το 1515 είπε μεταξύ άλλων στον Τούρκο δικαστή: «Και αυτός ο ίδιος ο Χριστός είπεν εις το Ευαγγέλιον ότι όλος ο νόμος και οι προφήται έως του Ιωάννου επροφήτευσαν, και από τότε έως τέλος του αιώνος προφήτης άλλος δεν γίνεται· όθεν ο Μωάμεθ, προφήτης δεν είναι, διατί είναι υστερώτερος από τον Χριστόν. αλλά αυτός μόνος του ωνόμασε τον εαυτό του προφήτην και κλειδούχον του Παραδείσου και έπλασεν ό,τι ο Παράδεισος έχει εκεί τρυφάς σαρκικάς και πορνικάς σμίξεις και εσύνθεσε παρόμοιον βιβλίον με εύκολην θρησκείαν όπου αρέσκει εις τους σαρκικούς και είπεν ότι όταν εκοιμάτο του εδόθη από τον Θεόν το βιβλίον εκείνο»111.
Ο Άγιος Ιωάννης ο εξ Ιωαννίνων που εμαρτύρησε το 1526 είπε: «Και πώς είναι, δυνατόν να αφήσω τον Χριστόν τον πλάστην μου και Θεόν και να ακολουθήσω τον Μωάμεθ, άνθρωπον αγράμματον, πλασματολόγον και πολέμιον του Χριστού μου; Δι' ο και μάλιστα αποστρέφομαι και εκείνον και την πίστιν του. και ει τι θέλετε κάμετε εις εμέ· διατί όσον περισσότερα βάσανα μου δώσετε, τόσον περισσότερον καλόν θέλει μου κάμετε»112.
Ο οσιομάρτυς Κυπριανός που εμαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη το 1679 είπε μεταξύ άλλων: «Ω ταλαίπωροι Αγαρηνοί, έως πότε να ήστε πεπλανημένοι; Και δεν πιστεύετε εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, οπού είναι αληθινός Υιός και Λόγος του Θεού, αμή πιστεύετε εις τον Μωάμεθ και τον λέγετε προφήτην, ο οποίος προφήτης δεν ήτον αλλά απατεών και σας εκαταγέλασεν»113;
Ο οσιομάρτυς Νικόδημος μοναχός στη σκήτη της Αγίας Άννης, που μαρτύρησε στο Βελιγράδι το 1722, σε ερώτηση του δικαστού ποια είναι η γνώμη του για τον Μωάμεθ απάντησε με παρρησία. «πλάνος ην, απατεών και δεύτερος από τον διάβολον. τούτον πρόδρομον του αντιχρίστου ομολογώ και ψευδοπροφήτην κηρύττω· ούτος μεν ευρισκόμενος πυρίναις αλύσεσι δεδεμένος και εν φλογί της κολάσεως δεινώς βασανιζόμενος μετά τους υπ' αυτού ιστάμενος θρηνεί και οδύρεται την εαυτού απώλειαν. υμείς δε ως ανόητοι και πεπλανημένοι σέβεσθε και τιμάτε αυτόν τον επί τόξω και μαχαίρα και πάση κακία κακώς βιώσαντα και ήδη εν τη φλογί του Άδου αθάνατα πυρπολούμενον, καθώς Κύριος ο Θεός μου Ιησούς Χριστός εφανέρωσέ μοι περί αυτού και όλου του πεπλανημένου γένους υμών των αθέων Αγαρηνών»114.
Και ο τιμώμενος με τις λαμπρές αυτές εορταστικές εκδηλώσεις νεομάρτυς Άγιος Κωνσταντίνος ο Υδραίος είπε μεταξύ άλλων στον ηγεμόνα της Ρόδου· «Εγώ σε είπα να πιστεύσης εις τον Χριστόν ότι είναι Θεός αληθινός, διατί η εδική σας πίστις είναι βδελυρά, μιαρά και ψεύτικη, επειδή πιστεύετε ένα ψεύστην, οπού εις τον κόσμον δεν έδειξε κανένα θαύμα, ούτε σας εδίδαξε καμμίαν αλήθειαν και κανένα καλόν, αλλά μόνον σας εδίδαξε μυθολογίας, και σας παραγγέλλει να κάμνετε πορνείας, αρσενοκοιτίας και άλλας κακίας, και εσείς ως τυφλοί τον πιστεύετε ως προφήτην. Διά τούτο έχετε να υπάγετε με αυτόν εις την αιώνιον κόλασιν, και εις το πυρ το εξώτερον, διά να κατακαίεσθε παντοτεινά μαζύ με τους αδελφούς σας δαίμονας, μόνον έλα να γένης Χριστιανός, διά να χαίρεσαι αιώνια με τον Χριστόν εις τον Παράδεισον»115.
Επίλογος
Με αυτήν την ολοκληρωτική απόρριψη του Ισλάμ, που δεν αφήνει ούτε υποψία για την ύπαρξη αλήθειας, διασώθηκε η Ορθοδοξία κατά τους σκληρούς αιώνες της δουλείας, ανακαινισμένη και επαναβεβαιωμένη ως γνησία Εκκλησία του εσταυρωμένου Χριστού με το αίμα των νεομαρτύρων της. Η ευημερούσα Δύση, που δεν γνώρισε ούτε έζησε το Ισλάμ εν τόξω και μαχαίρα, ερωτοτροπεί τώρα και γοητεύεται· έχει αποχριστιανισθή σχεδόν ολοκληρωτικά και δεν αντιδρά στις χιλιάδες των τζαμιών που λογχίζουν τους αιθέρες και την ψυχή της. Την αδιαφορία της για θέματα πίστεως με τις γνωστές φλυαρίες περί ανεξιθρησκείας και ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών μεταδίδει τώρα και σε μας. Γνωρίζουμε πόση ανεξιθρησκεία υπάρχει και πόσες ελευθερίες στα ισλαμικά καθεστώτα και πόσο υπερασπίσθηκαν τους νεομάρτυρες οι διαφωτιζόμενοι τότε σοφοί της Ευρώπης. Το μαρτύριο είναι συνδεδεμένο με την κατοχή και την υποστήριξη της αλήθειας· για το ψεύδος και την πλάνη δεν χύνει κανείς το αίμα του. Ακόμη και στον 20ο αιώνα η Ορθοδοξία αναδεικνύει μάρτυρες γιατί είναι η αληθινή Εκκλησία του Χριστού. Τα ενδεικτικά αυτά λόγια των μαρτύρων που ακούσαμε απόψε θα τα απορρίψουν ως φονταμενταλιστικά και συντηρητικά οι οικουμενιστές των διαθρησκειακών διαλόγων, και οι εκπονητές των αναλυτικών προγραμμάτων και οι συγγραφείς των σχολικών εγχειριδίων. Τώρα σε γραμματόσημα είναι μαζύ ο ραββίνος, ο μουφτής και ο ορθόδοξος παπάς. Το αλωμένο από τον Σιωνισμό Βατικανό οργανώνει την νέα πανθρησκεία και το ακολουθούμε κομπλεξικά και εμείς. Ούτε η Εκκλησία τολμά να αντιδράσει για το μουσουλμανικό τέμενος που αποφασίσθηκε να κτισθεί στην Αθήνα για τους Ολυμπιακούς αγώνες. Όπως στη Φερράρα-Φλωρεντία, για την Ενωμένη τότε Ευρώπη του πάπα και των Φράγκων, υπογράψαμε όλους τους όρους και προδοθήκαμε ευτυχώς που υπήρξε ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και ο ορθόδοξος λαός έτσι τώρα εφαρμόζουμε όλες τις ντιρεκτίβες των Βρυξελλών ακόμη και όταν νομίζουμε απλώς ότι μας το ζητούν, όπως έγινε με τις ταυτότητες.
Υπάρχει όμως πάλι ο πιστός ορθόδοξος ελληνικός λαός που θα φανεί πιο άξιος από τους ηγέτες του, για να ανανεώνεται η μνήμη και η τιμή των νεομαρτύρων, οι οποίοι, όπως ψάλλουμε στις ακολουθίες τους, «Αγαρηνών το θράσος κατέβαλον» και «τον της πλάνης αρχηγέτην, ως απατεώνα και πάσης αθεμιτουργίας εφευρέτην θαρσαλέως καθύβρισαν»116. Ο Θεός εδοκίμασεν εν πυρί και σιδήρω την χρυσή Ορθοδοξία, την απεκάθηρε με τους διωγμούς και τα μαρτύρια, όπως την αρχαία Εκκλησία, για να παίξει τον σωστικό της ρόλο στην ερχόμενη τρίτη χιλιετία.
* * * * * *
1. Ιω.8, 12.
2. Ιω. 1,9.
3. Πράξ. 4,12.
4. Ματθ. 4, 12-17.
5. Ματθ. 3, 2 και 4, 17.
6. Ματθ. 23, 13ε.
7. Αυτόθι 23, 2.
8. Αυτόθι 16,23.
9. Ματθ. 18, 17.
10. Αυτόθι 3, 7-11.
11. Τίτ. 3, 10.
12. Β' Πέτρ. 2, 1.
13. Β' Πέτρ. 3, 11.
14. Β' Ιω. 10-11.
15. Ειρηναίου, Κατά αιρέσεων 3, 3, 4.
16. Πράξ. 13, 8-11.
17. Οσίου Εφραίμ του Σύρου, Έργα, τόμος Στ' σελ. 234-235, Θεσσαλονίκη 1995, έκδ. «Το Περιβόλι της Παναγίας».
18. Βλ. Μ. Μιχαήλ, Το μεγάλο μυστικό του Γέροντα Παϊσίου, Κύπρος 1997, σελ. 115: "Όχι, δεν μπορούμε να πάμε. Διότι η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και ο Πάπας δεν είναι έτοιμοι. Έχουν πολύ εγωισμό. Όχι μόνο θέλουν να μας υποτάξουν, άλλα και δεν πιστεύουν ότι έχουμε την αλήθεια εμείς. Δεν χρειάζεται να πάμε. Καλύτερα θα βοηθήσουμε την υπόθεση με την προσευχή μας". Αυτή είναι η παραδοσιακή Ορθόδοξη θέση. Αντίθετα πολλοί εκσυγχρονισμένοι και εκκοσμικευμένοι κληρικοί και θεολόγοι πηγαινοέρχονται στο Βατικανό και ασπάζονται και το χέρι του πάπα. Γι' αυτό τώρα δεν αντιδρούν. έχει προετοιμασθή το έδαφος· ανταποδίδουν την φιλοξενία. Όπως ελέχθη χαρακτηριστικά ο πάπας δεν έχει έρθει τώρα· έχει έλθει πνευματικά εδώ και πολλές δεκαετίες. Λέγεται μάλιστα από αξιόπιστες πηγές ότι ο Γέροντας Πορφύριος προορατικά είχε προφητεύσει με λύπη την έλευση του πάπα. Έλεγε χαρακτηριστικά: «Να προσεύχεσθε να δίνει ο Θεός ημέρες στον Σεραφείμ. Διότι μετά τον Σεραφείμ θα έλθει ο πάπας».
19. Ματθ. 25, 34-36.
20. Ματθ. 10,34-36.
21. Π. Τρεμπέλα, Υπόμνημα εις το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, Αθήναι 1989, σελ. 204.
22. Απολογητικός της εις Πόντον φυγής 82, ΕΠΕ 1, 176.
23. Ματθ. 28, 19.
24. Έκδ. Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου, Άγιον Όρος 2000.
25. Αυτόθι, σελ. 17. Πρόκειται για γνώμη του μητροπολίτου Ελβετίας Δαμασκηνού.
26. Αυτόθι, σελ. 10. Γνώμη του καθηγητού Αστ. Αργυρίου, διδάσκοντος στη Γαλλία.
27. Αυτόθι, σελ. 10. Πρόκειται για γνώμη του Δρ. Θ. Γ. Τσανανά.
28. Εφ. 1,21-23.
29. Κολ. 2, 9.
30. Ιω. 10, 10.
31. Ιω. 1, 16-17.
32. Ματθ. 11, 13.
33. Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως, κεφ. Γ' (1) 45, ΕΠΕ 1, 282.
34. Α' Ιω.4, 1-4.
35. Βλ. Ορθοδοξία και Ισλάμ, Ι. Μ. Γρηγορίου, σελ. 11. Πρόκειται για τη γνώμη του γνωστού Ρωμαιοκαθολικού θεολόγου Η. Kung, την οποία μαζύ με άλλες παρουσιάζει ο Γ. Τσανανάς στο περιοδικό, «ΚΑΘ' ΟΔΟΝ» του Θεολογικού Συνδέσμου Θεσσαλονίκης, Σεπτέμβριος - Δεκέμβριος 1992, σελ. 163, στη στήλη «Κείμενα - Απόψεις».
36. Αποκ. 1, 8: «Εγώ ειμι το Α και το Ω, λέγει Κύριος ο Θεός, ο ων και ο ην και ο ερχόμενος, ο παντοκράτωρ». Αυτόθι, 21,6: «Εγώ το Α και το Ω, η αρχή και το τέλος».
37. Πράξ. 1,11: «Ούτος ο Ιησούς ο αναληφθείς αφ' υμών εις τον ουρανόν, ούτως ελεύσεται ον τρόπον εθεάσασθε αυτόν πορευόμενον εις τον ουρανόν». Ματθ. 24, 30: «Και τότε φανήσεται το σημείον του υιού του ανθρώπου εν τω ουρανώ και τότε κόψονται πάσαι αι φυλαί της γης και όψονται τον υιόν του ανθρώπου ερχόμενον επί των νεφελών του ουρανού μετά δυνάμεως και δόξης πολλής».
38. Γράφει η σύνοδος στη διακήρυξη Nostra Aetate, για τις σχέσεις της Εκκλησίας προς τις μη χριστιανικές κοινότητες: «Με εκτίμηση ατενίζει η Εκκλησία και τους Μουσουλμάνους, οι οποίοι λατρεύουν τον ένα και μοναδικό Θεό, τον ζώντα..., τον εύσπλαχνο και παντοδύναμο, τον δημιουργό ουρανού και γης, που μίλησε στους ανθρώπους. Αυτοί προσπαθούν να υποταχθούν μ' όλη τους την ψυχή ακόμη και στις κρυμμένες Του βουλές, όπως είχε υποταχθεί στο Θεό και ο Αβραάμ, στον οποίο ευχαρίστως αναφέρεται η ισλαμική πίστη.
Τον Ιησού, μολονότι δεν τον αναγνωρίζουν ως Θεό, τον σέβονται ως προφήτη, και τιμούν την μητέρα του Παρθένο Μαρία, την οποία και επικαλούνται κάποτε με ευλάβεια. Επί πλέον περιμένουν την ημέρα της κρίσης, για την οποία ο Θεός θα αναστήσει όλους τους ανθρώπους και θα τους ανταποδώσει. Γι' αυτό αποδίδουν σημασία στην ηθική στάση ζωής και εκφράζουν το σεβασμό τους στο Θεό ιδιαίτερα με προσευχή, ελεημοσύνη και νηστεία». Βλ. Διατάγματα Β' Συνόδου Βατικανού, τεύχος 7, εκδ. «Γραφείου Καλού Τύπου», Αθήνα σελ. 43-44.
39. Βλ. σχετικά Γ. Λαιμοπούλου, «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και διαθρησκειακός Διάλογος. Ενημερωτικό σημείωμα, με ιδιαίτερη αναφορά στις σχέσεις με το Ισλάμ», ΚΑΘ' ΟΔΟΝ 1992, Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος, τεύχος 3, σελ. 43-57.
40. Ιω. 1,5 και 1,11.
41. Ρωμ. 1,22-25.
42. Ψαλμ. 113,12-16.
43. Α΄ Κορ. 12,2.
44. Πράξ. 17, 29.
45. Έξ. 20, 2-3.
46. Δευτ. 6, 4.
47. Ησ.43, 10.
48. Ιω. 10,30-33.
49. Ματθ. 16, 16.
50. Ματθ. 26, 63.
51. Ιω. 14,9-10.
52. Ματθ.11,27.Α' Ιω.2,23: «Πας ο αρνούμενος τον Υιόν ουδέ τον Πατέρα έχει».
53. Ιω. 9,39.
54. Πράξ. 5, 15.
55. Πράξ. 7,51-52.
56. Ρωμ. 9, 3.
57. Ματθ. 17, 17.
58. Ματθ. 21,43.
59. Αγίου Μαξίμου, Επιστολή δογματική (ιδ'), προς Πέτρον Ιλλούστριον, PG 91, 533-544. Το απόσπασμα στις στήλες 540-541.
60. Περί αιρέσεων ρα', ΕΠΕ 2, 306 ε.
61. Ματθ. 7, 15.
62. Α' Ιω. 4, 1-4.
63. Β' Ιω. 7.
64. Β' Ιω. 10-11.
65. Βλ. σχετικώς Νικολάου Ζήση, «Αγίου Κυρίλλου του Θεσσαλονικέως, Διάλογος με τους Ιουδαίους Χαζάρους», Θεοδρομία, τεύχος 7, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2000, σελ. 97-98.
66. PG 111, 85C.
67. PG100, 1204 και 1209.
68. Νικήτα Χωνιάτη, Χρονογραφία 282, 2.
69. Β' Ιω. 11.
70. Ιω. 10, 5.
71. Αστέριος Αργυρίου, «Κοράνιο και χριστιανική πίστη. Σκέψεις πάνω στον ισλαμοχριστιανικό διάλογο χτες και σήμερα», εν ΚΑΘ' ΟΔΟΝ, τεύχος 3, Σεπτ. - Δεκ. 1992, σελ. 39. Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει και από την παλαιότερη βασική για το θέμα μελέτη του Ε. Δ. Σδράκα, Η κατά του Ισλάμ πολεμική των Βυζαντινών Θεολόγων, Θεσσαλονίκη 1961.
72. Αυτόθι, σελ. 40.
73. Επιτάφιος εις Μ. Βασίλειον 25-27, ΕΠΕ 6, 174 ε.
74. Επιστολή προς την εαυτού εκκλησίαν, ΕΠΕ 7, 160-197.
75. Επιστολή ότε εάλω, ΕΠΕ 7,198-209.
76. Διάλεξις προς τους αθέους Χιόνας, ΕΠΕ 7, 210-225.
77. Προς την εαυτού εκκλησίαν 3, ΕΠΕ 7, 160-162.
78. Α' Ιω.5, 19.
79. Προς την εαυτού εκκλησίαν 8-9, ΕΠΕ 7, 166-168.
80. Αυτόθι 9, ΕΠΕ 7, 168.
81. Αυτόθι 14, ΕΠΕ 7, 172.
82. Αυτόθι 172-174.
83. Αύτόθι 15,ΕΠΕ 7, 174.
84. Αύτόθι 17,ΕΠΕ 7, 176.
85. Διαλέξις προς τους αθέους Χιόνας 13, ΕΠΕ 7, 220-222.
86. Αυτόθι 13, ΕΠΕ 7, 222. Γαλ. 1,8.
87. Αυτόθι 16, ΕΠΕ 7, 224.
88. Προς την εαυτού εκκλησίαν 23, ΕΠΕ 7, 182-184.
89. Αυτόθι 23-24, ΕΠΕ 7, 184.
90. Αυτόθι 24-25, σελ. 186.
91. Αυτόθι 28, σελ. 188-190.
92. Αυτόθι.
93. Αυτόθι.
94. Βλ. Επίσκεψις 510 (31. 10. 1994) σελ. 7. Ορθοδοξία και Ισλάμ, Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου, Άγιον Όρος, 2000, σελ. 20-21.
95. Προς την εαυτού εκκλησίαν 29, ΕΠΕ 7, 190.
96. Ιωσήφ Βρυεννίου, Τα Παραλειπόμενα, εκδ. Β. Ρηγοπούλου, τόμ. Γ', σελ. 152-158, Θεσσαλονίκη 1991.
97. Ιωσήφ Βρυεννίου, Τα Ευρεθέντα, εκδ. Β. Ρηγοπούλου, τόμ· Α', σελ. 400-423, Θεσσαλονίκη 1991.
98. Περί όλων αυτών βλ. Θεοδώρου Ζήση, Γεννάδιος Β' Σχολάριος· Βίος - Συγγράμματα - Διδασκαλία, Ανάλεκτα Βλατάδων 30, Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 217-219 και 295-298. Βλ. επίσης Γενναδίου Σχολαρίου, Άπαντα τα ευρισκόμενα, έκδ. L. Petit, κ. ά. Paris 1930, σελ. 444: «Ούτως αρχή μεν της ανθρωπίνης καταστάσεως ο φυσικός ην νόμος, μεσότης δε ο διά Μωυσέως δοθείς, πέρας δε και τελειότης ο του Χριστού, και ταύτη τη τελειότητι αμέσως επακολουθήσειν πιστεύομεν την εν εκείνω τω μέλλοντι βίω τελειοτέραν κατάστασιν».
99. Τόμος Α', σελ. 429-436.
100. Συναξαριστής Νεομαρτύρων, έκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 149-150.
101. Αυτόθι, σελ. 812-813.
102. Νέον Μαρτυρολόγιον, έκδ. «Αστήρ», Αθήναι 1961, σελ. 186.
103. Συναξαριστής Νεομαρτύρων, ένθ' ανωτ. σελ. 150.
104. Βλ. Επιστολή Δογματική (ιδ'), προς Πέτρον Ιλλούστριον, PG 91, 533-544.
105. Για τις επιδράσεις επί των εικονομάχων βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, Οι εικόνες στην Ορθόδοξη Εκκλησία, Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 57ε.
106. Νέον Μαρτυρολόγιον ήτοι Μαρτυρία των νεοφανών Μαρτύρων, των μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως κατά διαφόρους καιρούς και τόπους μαρτυρησάντων, Αθήναι 1961, εκδοτικός οίκος «Αστήρ», σελ. 12.
107. Σχετικώς με τον διπλό αυτό κίνδυνο και την στάση των Ορθοδόξων βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, Γεννάδιος Β' Σχολάριος. Βίος - συγγράμματα - διδασκαλία, Θεσσαλονίκη 19982, σελ. 19-30.
108. Αυτόθι, σελ. 218ε.
109. ΕΠΕ 7, 210-225.
110. Β. Φανουργάκη, «Μάρτυρες - Νεομάρτυρες. Τα μαρτύρια των νεομαρτύρων ως αδιάσπαστη συνέχεια των μαρτυρίων της αρχαίας Εκκλησίας», Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου Εις τιμήν και μνήμην των Νεομαρτύρων (17-19 Νοεμβρίου 1986), Έκδοσις της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, Θεσ/νίκη 1988, σελ. 179-203.
111. Νέον Μαρτυρολόγιον, σελ. 34-35.
112. Αυτόθι, σελ. 45-46.
113. Αυτόθι, σελ. 92.
114. Συναξαριστής Νεομαρτύρων, Επιμέλεια Αθανασίου Μάργαρη, εκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 816.
115. Αυτόθι, σελ. 150.
116. Νέον Μαρτυρολόγιον, σελ. 121, 157.
(Από το βιβλίο «Διαθρησκειακές συναντήσεις. Άρνηση του Ευαγγελίου και προσβολή των Αγίων Μαρτύρων», Εκδόσεις Βρυέννιος,Θεσσαλονίκη, 2003)
Πηγή: Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 23η Μαΐου 2018
ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Εδώ και αρκετά χρόνια η Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ. εμφανίζεται πρωτοπόρος στο συγκρητισμό. Χωρίς αμφιβολία έχει ξεπεράσει την αντίστοιχη Σχολή των Αθηνών και έχει αναδειχθεί σε πρωταθλήτρια Σχολή σε συγκρητιστικές επιδόσεις. Σε επιδόσεις και εκδηλώσεις, που πραγματικά θα τις ζήλευαν ακόμη και παπικές και προτεσταντικές Θεολογικές Σχολές της Ευρώπης. Ιδιαίτερα μάλιστα μετά την «Σύνοδο» της Κρήτης βάλθηκε με ένα πρωτοφανή οίστρο, να εφαρμόσει στην πράξη τις κακόδοξες εκκλησιολογικές αποφάσεις της.
Τι να μνημονεύσει κανείς πρώτο και τι δεύτερο σ’ αυτές τις επιδόσεις; Την πρωτιά της στη δημιουργία κατευθύνσεως μουσουλμανικών σπουδών; Ή την διοργάνωση ενός πλήθους συνεδρίων, όπως αυτό που πραγματοποιείται στις ημέρες μας από 21 έως 24 Μαΐου; Ή την προβολή και διαφήμιση πατριαρχών και επισκόπων διεθνούς φήμης, όπως πρόσφατα του πρώην οικουμενικού πατριάρχου κυρού Αθηναγόρου, (σύμφωνα με έγκυρες μαρτυρίες, μασόνου 33ου βαθμού), του μοιραίου και τραγικού αυτού ανθρώπου, που προώθησε όσο κανένας άλλος την παναίρεση του Οικουμενισμού στην εκκλησία μας;
Ένα ακόμη κρίκο στην αλυσίδα των ολεθρίων αυτών επιδόσεων ήρθε να προσθέσει πρόσφατα με την διοργάνωση Ημερίδας, προκειμένου να τιμήσει έναν παπικό «αρχιεπίσκοπο». Σύμφωνα με ανακοίνωση στο διαδίκτυο:
«... την Τρίτη 15 Μαΐου 2018 και ώρα 11:30, η Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ. διοργανώνει στην αίθουσα Συνεδριάσεων της Θεολογικής Σχολής Διεθνή Επιστημονική Ημερίδα, αφιερωμένη στον Σεβ. Αρχιεπίσκοπο Καθολικών Κερκύρας, Ζακύνθου και Κεφαλληνίας και Αποστολικό Βικάριο Θεσσαλονίκης κ. Ιωάννη (Σπιτέρη), με αφορμή τη συμπλήρωση 50 ετών ιερατικής διακονίας!»
Η Ημερίδα εντάσσεται στα πλαίσια εκδηλώσεων «Διαδρομές Θεολογικού Διαλόγου και διαχριστιανικής καταλλαγής». Σύμφωνα με το πρόγραμμα εισηγητές ήταν οι:
α) Ευαγγελία Αμοιρίδου, «Πνευματικοί, ακαδημαϊκοί και ποιμαντικοί βηματισμοί από τα καντούνια της Κέρκυρας στα ίχνη του Φραγκίσκου της Ασίζης και του Αντωνίου της Πάδοβας», και
β) Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, «Οικουμενικές εμπνεύσεις και δράσεις».
Ακολούθησε επίδοση πλακέτας και μουσική εκδήλωση (http://aktines.blogspot.gr/2018/05/blog-post_41.html#more).
Με έκπληξη διαβάσαμε ότι ο τιμώμενος αιρετικός «αρχιεπίσκοπος» τιμήθηκε από την Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή «με αφορμή τη συμπλήρωση 50 ετών ιερατικής διακονίας» του. Πράγμα που σημαίνει με απλά ελληνικά ότι η εν λόγω Σχολή, ακολουθώντας και εφαρμόζοντας πάνω στην πράξη τις κακόδοξες εκκλησιολογικές αποφάσεις της «Συνόδου» της Κρήτης, (η οποία ως γνωστόν αναγνώρισε πλήρη εκκλησιαστικότητα στους αιρετικούς παπικούς), έρχεται τώρα να τιμήσει τον εν λόγω παπικό «αρχιεπίσκοπο»! Για τους καθηγητές της Σχολής ο παπικός«αρχιεπίσκοπος»έχει πλήρη και κανονική αρχιεροσύνη, η δε 50ετής ιερατική και ποιμαντική του διακονία υπήρξε θεοφιλής και θεάρεστη, ώστε αξίζει και πρέπει να τιμηθεί όχι απλώς από τους παπικούς, αλλά και από μας τους Ορθόδοξους! Μ’ άλλα λόγια η 50ετής προσηλυτιστική του δράση εις βάρος του ορθοδόξου ποιμνίου, εξ’ αιτίας της οποίας ως άλλος προβατόσχημος λύκος κατασπάραζε και έστελνε στην απώλεια της αιρέσεως του Παπισμού πλήθος ψυχών, υπήρξε κατά πάντα θεάρεστη και γι’ αυτό έπρεπε να τιμηθεί!!!
Αδυνατούν δυστυχώς οι καθηγητές της Σχολής να συνειδητοποιήσουν, ότι μέσα στην αίρεση δεν υπάρχει ποιμαντική, διότι απλούστατα δεν υπάρχει σωτηρία. Στην αίρεση μία μόνο ποιμαντική υπάρχει, η ποιμαντική, που οδηγεί στην απώλεια. Λυπούμεθα, διότι αναγνωρίζοντας τον Παπισμό ως Εκκλησία, ακυρώνουν συνοδικές αποφάσεις δέκα αιώνων, που τον καταδίκασαν ως αίρεση και τον απέκοψαν από το σώμα της Εκκλησίας. Λυπούμεθα διότι με τη διαγωγή τους εφαρμόζουν πάνω στην πράξη την κακόδοξη οικουμενιστική θεωρία περί Μιας, αλλά ταυτόχρονα και «διηρημένης Εκκλησίας»! Λυπούμεθα, διότι απεμπολούν τον όρο «Καθολική» από την Ορθόδοξη Εκκλησία μας και τον χαρίζουν στους αιρετικούς παπικούς. Λυπούμεθα και οδυρόμεθα, διότι είδαμε σε φωτογραφίες της Ημερίδας, να παρίστανται σε αυτή και ορθόδοξοι Επίσκοποι, οι οποίοι «τίμησαν» με την παρουσία τους τον αιρετικό «αρχιεπίσκοπο»!
Κλείνοντας εκφράζουμε την λύπη μας καθώς διαπιστώνουμε όλο και εναργέστερα την απομείωση των Ορθοδόξων κριτηρίων των ακαδημαϊκών θεολόγων της πατρίδος μας, οι οποίοι εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, αντί να είναι οι άγρυπνοι οφθαλμοί της θεολογικής επιστήμης και οι φύλακες των Ορθοδόξων δογμάτων και των ευσεβών παραδόσεων, έγιναν φερέφωνα του Διαχριστιανικού και Διαθρησκειακού Οικουμενισμού. Ειλικρινά λυπούμεθα για τις Σχολές μας, οι οποίες, ενώ πριν μερικές δεκαετίες ήταν προπύργια της Ορθοδοξίας, τώρα απέβησαν εκκολαπτήρια θεολόγων με αλλοιωμένο, φρόνημα. Θεολόγων οι οποίοι θα μεταδίδουν στη συνέχεια στα σχολεία και στο λαό το δηλητήριο της αιρέσεως και θα οδηγούν στην απώλεια πλήθος ψυχών. Λυπούμεθα, αλλά δεν απογοητευόμεθα. Διότι το τιμόνι της Εκκλησίας το κρατάει στα χέρια του ο Θεός! Ο Θεός είναι εκείνος που θα δώσει τελικά τη νίκη στην Ορθοδοξία. Δεν θα θριαμβεύσει τελικά η αίρεση, όσο και αν φαίνεται, ότι τώρα συνεχώς κερδίζει έδαφος. Η «ένωση των εκκλησιών» δεν θα είναι τελικά μονόδρομος. Μια μέρα ο συγκρητισμός των ημερών μας θα καταρρεύσει σαν χάρτινος πύργος, όπως ακριβώς κατέρρευσε ο Μαρξισμός-Λενινισμός στις χώρες του πρώην υπαρκτού Σοσιαλισμού.
Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...