
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 15η Φεβρουαρίου 2018
Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΦΡΑΙΜ ΤΗΣ ΑΡΙΖΟΝΑΣ ΣΤΟ ΣΤΟΧΑΣΤΡΟ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΩΝ
Στις έσχατες και αποκαλυπτικές ημέρες που ζούμε οι αγιασμένες μορφές και οι χαρισματούχοι γέροντες όλο και περισσότερο σπανίζουν. Ωστόσο ποτέ η Εκκλησία μας στην ιστορική της πορεία δεν έπαυσε να αναδεικνύει αγίους, για να αποτελούν φωτεινούς φάρους και πνευματικούς καθοδηγητές στον πιστό λαό του Θεού. Ένας τέτοιος χαρισματούχος γέροντας των ημερών μας, με έκδηλα τα σημάδια της παρουσίας του αγίου Πνεύματος στη ζωή και στο έργο του είναι και ο γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας, πρώην ηγούμενος της Ιεράς Μονής Φιλοθέου Αγίου Όρους, γνήσιο πνευματικό τέκνο του οσιακής βιοτής μακαριστού γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού.
Ο γέρονας Εφραίμ υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες αγιορειτικές μορφές της εποχής μας. Αξιώθηκε να φθάσει σε μεγάλα μέτρα πνευματικής τελειώσεως και να λάβει υπερφυσικά χαρίσματα από τον Θεό. Τούτο μαρτυρούν πολλοί άνθρωποι, που τον έζησαν από κοντά και διηγούνται πολλά θαυμαστά γεγονότα από την ζωή του. Η παρουσία του και η όλη ποιμαντική και ιεραποστολική του δράση αποτελεί μια ξεχωριστή ευλογία, όχι μόνο για την πατρίδα μας, αλλά και για την βορειοαμερικανική Ήπειρο. Το μέχρι σήμερα ποιμαντικό και ιεραποστολικό του έργο στην Ελλάδα, στις Η.Π.Α. και στον Καναδά υπήρξε τεράστιο και ανεκτιμήτου αξίας, το οποίο φυσικά δεν είναι δυνατόν μέσα στα στενά πλαίσια ενός άρθρου να αναλυθεί και να παρουσιαστεί. Εδώ τούτο μόνον θα τονίσουμε, ότι ο γέροντας Εφραίμ με την δυναμική και ισχυρή του προσωπικότητα, αλλά προ παντός με την ακτινοβολία της αγίας του ζωής, κατόρθωσε να γίνει πόλος έλξεως και αίτιος σωτηρίας χιλιάδων ψυχών. Κατόρθωσε να επιβληθεί στις συνειδήσεις του πιστού λαού του Θεού, να κερδίσει την αγάπη, την εκτίμηση, το σεβασμό και την ολοκληρωτική αφοσίωση όλων αυτών των ανθρώπων, αλλά και πολλών κληρικών, έτσι ώστε να αξιωθεί να γίνει, με την οικονομική συνδρομή πολλών πνευματικών του τέκνων, ιδρυτής και κτίτωρ μιας πλειάδος Ορθοδόξων Μοναστηριών, (είκοσι τον αριθμό) στην Αμερική και στον Καναδά. Σημαντική επίσης υπήρξε η συμβολή του στην αναμόρφωση και αναζωπύρωση του αγιορειτικού, και όχι μόνον, μοναχισμού στην Ελλάδα.
Όπως όμως πάντοτε συμβαίνει στη πνευματική ζωή, κάθε πιστό και συνειδητό μέλος της Εκκλησίας μας που θα θελήσει να βαδίσει τη στενή και τεθλιμένη οδό της εν Χριστώ ζωής, υφίσταται διωγμούς και θλίψεις, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου μας «ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσιν» , (Ιω.15,20), και σύμφωνα με τον θεόπνευστο λόγο του αποστόλου Παύλου «πάντες δε οι θέλοντες ευσεβώς ζην εν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται», (Β΄ Τιμ.3,12). Από τον πνευματικό αυτό νόμο φυσικά δεν ήταν δυνατόν να αποτελέσει εξαίρεση ο γέροντας Εφραίμ. Και αυτός λοιπόν διώχθηκε και συνεχίζει να διώκεται μέχρι σήμερα και έγινε αντικείμενο πολεμικής από κληρικούς όλων των βαθμίδων και λαϊκούς, που προέρχονται από τον χώρο της παναιρέσεως του Οικουμενισμού. Το αδύνατο, κοντό, αυτό γεροντάκι, που στην εξωτερική του εμφάνιση φαίνεται «μισός άνθρωπος» και όταν τον αντικρίζεις, δεν «σου γεμίζει το μάτι», τους έχει «καθίσει στο στομάχι». Τους εκνευρίζει και τους εξοργίζει. Το πολύπλευρο έργο του σαν «ενοχλητικό ψαροκόκαλο έχει κολλήσει στο λαιμό τους» και δεν ξέρουν πως να απαλλαγούν από αυτόν και πως να εκμηδενίσουν το έργο του.
Όπως πληροφορηθήκαμε από δημοσιεύσεις σε ιστολόγια και θρησκευτικές εφημερίδες, αλλά και από σχετικά πρόσφατη εκτενή μελέτη του γνωστού αγωνιστή και ομολογητή αρθρογράφου κ. Χρήστου Λιβανού, με τίτλο: «Εις χείρας ‘Ηρώδου’ ο γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας», ο πολυσέβαστος αυτός γέροντας, το καύχημα και το καμάρι του Ορθοδόξου αγιορειτικού Μοναχισμού, τους τελευταίους μήνες υφίσταται ένα πρωτοφανή, σκληρό και άγριο διωγμό. Δέχεται ένα πλήθος συκοφαντικών κατηγοριών από οικουμενιστικούς κύκλους. Έφθασαν μάλιστα στο σημείο οι διώκτες του να παρουσιάζουν το έργο του ως έργο του διαβόλου! Όπως αναφέρει στη δημοσίευσή του ο κ Λιβανός, οι παρά πάνω οικουμενιστικοί κύκλοι, ούτε λίγο ούτε πολύ, παρουσιάζουν τον γέροντα ως αιρετικό, ως πρωτοπόρο και εμπνευστή μιας καινοφανούς αιρέσεως, η οποία έχει τα χαρακτηριστικά μιας ιδιότυπης μορφής «γεροντισμού», την οποία ονομάζουν «Εφραιμισμό». Προφανώς εννοούν, ότι ο γέροντας με την όλη προσωπικότητά του έχει κατορθώσει να επιβληθεί στα πνευματικά τέκνα του κατά τέτοιο τρόπο και σε τέτοιο βαθμό, ώστε να απαιτεί από αυτά πλήρη και τελεία υπακοή σε όλα, ακόμη και στις λεπτομέρειες της καθημερινής των ζωής και ότι έτσι τα έχει μεταβάλει σε πειθήνια όργανά του. Πολύ εύστοχα σχετικά με το θέμα αυτό παρατηρεί ο κ. Λιβανός:
«Είναι άδικο και επικίνδυνο το να γενικεύωμε τα πράγματα, ρίπτοντες ανόμοια και διαφορετικά είδη στο ίδιο τσουβάλι. Κρούσματα νοσηράς γεροντοπληξίας πιθανόν να υπήρχαν και μεταξύ των πνευματικών τέκνων των πολυχαρισματούχων Γερόντων Παϊσίου του Αγιορείτου, Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου και Ιακώβου Τσαλίκη, που προσφάτως κατέταξε στο Αγιολόγιό της η Εκκλησία. Φαντάζεσθε πόσο αναπολόγητοι θα ήσαστε, εάν εξ αιτίας κάποιων νοσηρών φαινομένων εκ μέρους ολίγων πνευματικών τέκνων των, είχαμε συμπεριλάβει και τον γεροντισμό, που σχετιζόταν με αυτούς τους Γέροντας, στη νεοφανή ‘αίρεσι’ του ‘γεροντισμού’;».
Κατ’ αρχήν είναι ανάγκη στην προκειμένη περίπτωση, να κάνουμε μια στοιχειώδη διάκριση μεταξύ του υγιούς και του νοσηρού γεροντισμού. Ο μεν πρώτος αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της εκκλησιαστικής μας Παραδόσεως, ο δε δεύτερος μια αρρωστημένη εκκλησιαστική κατάσταση. Επίσης είναι ανάγκη να κάνουμε μια στοιχειώδη διάκριση μεταξύ αιρέσεως και νοσηρού γεροντισμού. Ο νοσηρός γεροντισμός είναι βέβαια μια αρρωστημένη εκκλησιαστική κατάσταση, όχι όμως και αίρεση, στην οποία, (αίρεση), είναι ανάγκη οπωσδήποτε να ενυπάρχει το στοιχείο της δογματικής πλάνης στις αλήθειες της πίστεως. Αλλιώς δεν μπορούμε να μιλάμε για αίρεση. Όπως αναφέρει ο αρθρογράφος, δεν αποκλείεται μεταξύ των παρά πάνω χαρισματούχων γερόντων, που σήμερα είναι άγιοι της Εκκλησίας μας, να υπήρξαν, (ως εξαιρέσεις), φαινόμενα νοσηρού γεροντισμού, δηλαδή να υπήρξαν περιπτώσεις ανθρώπων, που ήταν νοσηρά προσκολλημένοι στον γέροντά τους, χωρίς όμως να ευθύνονται για την νοσηρή αυτή προσκόλληση οι γέροντες. Δεν είναι καθόλου παράξενο και καθόλου απίθανο να υπήρξαν παρόμοια φαινόμενα, (πάντοτε όμως ως εξαιρέσεις), και στην περίπτωση του γέροντος Εφραίμ. Είναι λοιπόν ορθό και δίκαιο να κατηγορείται ο γέροντας για νοσηρό γεροντισμό, επειδή κάποια ελάχιστα πνευματικά του τέκνα, (προφανώς επιρρεπή από ψυχολογικής απόψεως), προσκολλήθηκαν με ένα αρρωστημένο τρόπο στον γέροντα;
Αλλά τότε θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς: Ποιά άραγε μπορεί να είναι η βαθύτερη αιτία της αδυσώπητης πολεμικής που εξαπέλυσαν οι οικουμενιστές εναντίον του γέροντος; Η βαθύτερη αιτία σίγουρα δεν μπορεί να είναι ο «Εφραιμισμός», αλλά το γεγονός ότι ο γέροντας με την ιεραποστολική και ποιμαντική του δράση στην Αμερική και στον Καναδά αποκαλύπτει, ποια είναι η γνήσια πνευματικότητα της Ορθοδόξου εν Χριστώ ζωής και ποια η νόθα και αρρωστημένη «πνευματικότητα», την οποία διαφημίζουν και πλασάρουν οι οικουμενιστές. Αποκαλύπτει την πνευματική γύμνια του Οικουμενισμού, ο οποίος υπηρετεί δόλιους σκοπούς, την πνευματική σύνθλιψη της ανθρωπότητας και το χειρότερο: την εξαφάνιση της Ορθοδοξίας στην χοάνη της πανθρησκείας. Όπως παρατηρεί ο κ. Λιβανός:
«Στο αγιασμένο πρόσωπο του χαρισματούχου Γέροντος, οικουμενισταί, πατριαρχικοί και κοσμικοί Ελληνοαμερικανοί έχουν ανακαλύψει τον νέον επικίνδυνον εχθρόν της Ορθοδοξίας! Τους ενοχλεί και πανικοβάλλει η δι’ αυτού θεάρεστος άνθησις και επέκτασις του Ελληνορθοδόξου – Αγιορείτικου Μοναχισμού και η πνευματική αφύπνισις των ομογενών στην Βορειοαμερικανική ήπειρο. ‘Ίδε ο κόσμος οπίσω αυτού απήλθεν’, λέγουν μεταξύ των οι σύγχρονοι αυτοί Φαρισαίοι».
Και συνεχίζει:
«Και εις τι τους έπταισε ο Γέροντας Εφραίμ; Στους μεν εκκλησιαστικούς άρχοντας, οι οποίοι στην πλειονότητά τους είναι οικουμενισταί, ανατρέπει τα καζάνια τους, (όπως κάποτε ο Χριστός τα τραπέζια των αργυραμοιβών) και χύνει την ακατάλληλη προς ψυχική βρώσι οικουμενιστική σούπα, την οποία προσπαθούν να προσφέρουν στον ανυποψίαστο λαό. Και απ’ όση σούπα απομένει μέσα στα καζάνια αφαιρεί τα δηλητηριώδη μανιτάρια και άλλα βλαβερά υλικά, αντικαθιστώντας αυτά με απαραίτητες πνευματικές βιταμίνες, θρεπτικά και ψυχωφελή συστατικά. Αυτό, φυσικά, δεν το ανέχονται οι οικουμενισταί. Τόσο χρόνο σπατάλησαν για να μάθουν την συνταγή, που τους εδίδαξαν σε τόσους διαλόγους θεολογικής μαγειρικής και αλχημείας αλλόδοξοι αρχιμάγειροι και αλχημισταί στα Νεοεποχίτικα διαχριστιανικά και διαθρησκειακά μαγειρεία και εργαστήρια, και θα επιτρέψουν τώρα σ’ έναν ισχνό Αγιορείτη καλόγερο να τους πετά την έτοιμη για σερβίρισμα, αχνιστή και νοστιμωτάτη (κατ’ αυτούς) σούπα;».
Νομίζουμε ότι ακριβολογεί ο αρθρογράφος και δεν χρειάζεται να προσθέσουμε κανένα σχόλιο. Όποιος ενδιαφέρεται για περισσότερες λεπτομέρειες μπορεί διαβάσει την εκτενή μελέτη του κ. Χ. Λιβανού.
Θα κλείσουμε την μικρή αναφορά μας στον άγιο γέροντα Εφραίμ με ένα ακόμη απόσπασμα του ως άνω αρθρογράφου:
«Αγαπητοί συμπατριώται Αμερικής και Καναδά, μη επιτρέπετε σε πατριαρχικούς κύκλους να σας παραπλανούν με την αντιεφραιμική προπαγάνδα τους, παρουσιάζοντας στα μάτια σας το φως σκότος, το γλυκύ πικρό και τον «γεροντισμό» ως αίρεση… ‘Ώρα υμάς ήδη εξ ύπνου εγερθήναι’. Έρχονται δύσκολα χρόνια, κατά τα οποία τα ‘εφραιμικά’ μοναστήρια, που πολεμείτε, θα αποδειχθούν αληθώς καταφύγια. Και σήμερα είναι όχι μόνο καταφύγια, αλλά και αλεξικέραυνα και ομπρέλλες πνευματικής προστασίας και πολλά άλλα. Ναι, αλεξικέραυνα. Τις ώρες, που εσείς ιδρώνετε χορεύοντες στις χοροεσπερίδες σας, στα μοναστήρια αυτά μοναχοί και μοναχές επίσης ιδρώνουν από άλλου είδους ιδρώτα, που προκαλούν οι αμέτρητες εδαφιαίες μετάνοιες, που κάνουν υπέρ υγείας, ελέους και σωτηρίας υμών και των οικογενειών σας. Ο Γέροντας Εφραίμ είναι ένας μεγάλος ευεργέτης σας και σεις τον υβρίζετε και διώκετε! Γιατί; Έχετε σκεφθή τις συνέπειες αυτής της συμπεριφοράς σας; Προειδοποίησε γι’ αυτές ο ίδιος ο Χριστός (Ματθ.11,24)».
Ας ευχηθούμε οι αγαπητοί εξ’ Αμερικής ομογενείς να μην μιμηθούν τους Γαδαρηνούς, που έδιωξαν τον Χριστό από τα όρια της επαρχίας των, για να μην αποδειχθούν αχάριστοι στην μεγάλη αυτή ευλογία που αξιώθηκαν να λάβουν από τον Θεό και βρεθούν αναπολόγητοι εν ημέρα κρίσεως.
Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών
ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ,
Διάλογος με τον Θεοδόσιο, τον επίσκοπο Καισαρείας Βιθυνίας, κατά την πρώτη του εξορία στο φρούριο της Βιζύης της Θράκης.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, μέγας θεολόγος και Πατήρ της Εκκλησίας, ωμολόγησε την Ορθόδοξο Πίστι σε μία εποχή που παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με την ιδική μας. Η πολιτική των τότε αυτοκρατόρων απέβλεπε σε πολιτικοκοινωνικές ενοποιήσεις σαν τις σημερινές. Ως πρόσφορο μέσον για την πραγματοποίησί τους θεωρήθηκε η υποστήριξις της αιρέσεως του Μονοθελητισμού. Είχαν χρησιμοποιηθή και εκκλησιαστικοί άνδρες, οι οποίοι υποστήριζαν την αίρεσι χάριν των κοσμικών αυτών σκοπιμοτήτων. Είχαν πιστεύσει ότι ασκούν τάχα κάποια εκκλησιαστική οικονομία. Δυστυχώς, όλοι σχεδόν οι πατριαρχικοί θρόνοι είχαν πέσει στην αίρεσι του Μονοθελητισμού. Η Ορθόδοξος Πίστις ζούσε μόνο στην συνείδησι του πιστού λαού και εκφραζόταν με το στόμα των ελαχίστων Ομολογητών, οι οποίοι την εστερέωσαν με το μαρτύριό τους.
Την εποχή αυτή ο άγιος Μάξιμος είχε διαδραματίσει πρωτεύοντα ρόλο για την συγκρότησι της ορθοδόξου τοπικής Συνόδου της Ρώμης (649), η οποία κατεδίκασε τον Μονοθελητισμό. Για τον λόγο αυτό ευρίσκεται εξόριστος στην Βιζύη της Θράκης. Έχει διακόψει την εκκλησιαστική κοινωνία με τους πατριαρχικούς θρόνους της Ανατολής, επειδή έχουν εκπέσει στην αίρεσι. Η αναφορά του είναι στην ορθοδοξούσα τότε Ρώμη και στον Ομολογητή άγιο Πάπα Μαρτίνο.
Με σκοπό να μεταβάλλουν την γνώμη του και να τον προσεταιρισθούν, ο επίσκοπος Θεοδόσιος και οι αυτοκρατορικοί απεσταλμένοι τον επισκέπτονται στην Βιζύη και διεξάγουν τον κατωτέρω διάλογο. Ο Άγιος με αταλάντευτη σταθερότητα διακρίνει την αλήθεια από την αίρεσι, το φως από το σκότος, και με γνώμονα την διδασκαλία των αγίων Αποστόλων και Πατέρων ανασκευάζει τα επιχειρήματα των μονοθελητών συνομιλητών του. Είναι συγκινητική η ταπείνωσις του Αγίου που συνοδεύει όλες τους τις εκφράσεις και κινήσεις, ακόμη και την ώρα που η αδικία εναντίον του είναι κατάφωρη. Προφανώς, ο φόβος του Θεού, η σταθερή ομολογία και η αληθινή ταπείνωσις συνιστούν το ιερό τρίπτυχο που χαρακτηρίζει κάθε Ορθόδοξο ομολογία.
Ο διάλογος του αγίου Μαξίμου στον τόπο της εξορίας του με τους συγκλητικούς άρχοντες και με τους επισκόπους της Κωνσταντινουπόλεως είναι ένα κλασικό πλέον κείμενο, στο οποίο φανερώνει τις γνήσια Ορθόδοξες και εκκλησιαστικές προϋποθέσεις του Αγίου και τις αιρετικές και κοσμικές αντίστοιχα των συνομιλητών του.
Παραθέτουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα από αυτόν τον διάλογο, επειδή πιστεύουμε ότι θα βοηθήση τον λαό του Θεού να αντιληφθή ποιοι είναι σε κάθε εποχή οι εκφρασταί της Πίστεώς του, αλλά και να δώσουμε αφορμές θεολογικής αυτοκριτικής σε όσους λόγω της εκκλησιαστικής τους ευθύνης ευρίσκονται μπροστά σε προφανή κίνδυνο να αθετήσουν και σήμερα την ακρίβεια της αγίας Ορθοδόξου Πίστεως λόγω άλλων σκοπιμοτήτων.
Στις 24 του μηνός Αυγούστου, της 14ης επινεμήσεως που μόλις τώρα πέρασε, επισκέφθηκε τον αββά Μάξιμο στον τόπο της εξορίας του, δηλαδή στο κάστρο της Βιζύης, ο προρρηθείς επίσκοπος Θεοδόσιος, σταλμένος όπως είπε από τον ίδιο τον πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως Πέτρο. Και μαζί του οι ύπατοι Παύλος και Θεοδόσιος, σταλμένοι όπως είπαν κι αυτοί από τον βασιλέα. Είχαν μαζί τους, καθώς φαίνεται, και τον επίσκοπο Βιζύης. Και λέγει ο Θεοδόσιος ο Επίσκοπος:
ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ: Παρακαλούν μέσω ημών ο βασιλεύς και ο πατριάρχης, να μάθουν από σένα ποια είναι η αιτία που δεν έχεις κοινωνία με τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Γνωρίζετε τις καινοτομίες που έγιναν από την επινέμησι του περασμένου κύκλου, οι όποίες άρχισαν από την Αλεξάνδρεια με τα εννέα κεφάλαια που εξέθεσε ο Κύρος, αυτός που δεν ξέρω πως έγινε πατριάρχης της πόλεως εκείνης, και που επικυρώθηκαν από τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Γνωρίζετε επίσης και τις άλλες αλλοιώσεις, τις προσθήκες και τις αφαιρέσεις, που έγιναν συνοδικά από τους προεδρεύσαντας στην Εκκλησία των Βυζαντινών. Εννοώ τον Σέργιο, τον Πύρρο και τον Παύλο. Και αυτές τις καινοτομίες τις γνωρίζει όλη η οικουμένη. Γι’ αυτήν την αιτία δεν έχω κοινωνία, ο δούλος σας, με την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Ας αρθούν τα εμπόδια που μπήκαν από τους παραπάνω άνδρες, και μαζί μ’ αυτά κι αυτοί που τάβαλαν, όπως είπε ο Θεός: «και τους λίθους εκ της οδού διαρρίψατε» (Ιερεμ. 50, 26). Έτσι, βρίσκοντας την οδό του Ευαγγελίου όπως ήταν πρώτα, λεία και ομαλή και ελεύθερη από κάθε ακανθώδη αιρετική κακία, θα την βαδίζω χωρίς να μου χρειάζεται καμμία ανθρώπινη προτροπή. Μέχρις ότου όμως οι πατριάρχαι της Κωνσταντινουπόλεως καυχώνται για τα τεθέντα εμπόδια και γι’ αυτούς που τα έβαλαν, δεν υπάρχει κανένας λόγος ή τρόπος που να με πείση να έχω κοινωνία με αυτούς.
ΘΕΟΔ.: Μα τι κακό λοιπόν ομολογούμε, ώστε να χωρισθής από την κοινωνία μαζί μας;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Επειδή λέγετε ότι ο Θεός και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός έχει μία ενέργεια της Θεότητος και ανθρωπότητός του. Έτσι συγχέετε τον λόγο της θεολογίας με τον λόγο της οικονομίας. Και πάλι, υιοθετώντας άλλη καινοτομία, αφαιρείτε εξ ολοκλήρου όλα τα γνωριστικά και συστατικά (στοιχεία) της θεότητος και ανθρωπότητος του Χριστού, θεσπίζοντας με νόμους και τύπους, ότι δεν πρέπει να λέγεται γι’ Αυτόν, ούτε μία ούτε δύο θελήσεις ή ενέργειες. Αυτό είναι πράγμα ανυπόστατο, διότι οι άγιοι Πατέρες μας διδάσκουν μεγαλοφώνως ότι: «Αυτό που δεν έχει καμμιά δύναμι, ούτε υπάρχει ούτε είναι κάτι ούτε έχει καμμία εντελώς θέσι».
ΘΕΟΔ.: Μη παίρνης σαν κύριο δόγμα, αυτό που γίνεται από οικονομία.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Αν δεν είναι κύριο δόγμα για όσους το δέχονται, για ποιο λόγο με παραδώσατε ανέντιμα σε βάρβαρα και άθεα έθνη; Για ποιο λόγο καταδικάσθηκα να μένω στη Βιζύη, και οι σύνδουλοί μου, ο ένας στην Πέρβερι κι ο άλλος στην Μεσήμβρια;
Και ποιος πιστός δέχεται την οικονομία που κάνει να σιγήσουν τα λόγια, τα οποία οικονόμησε ο των όλων Θεός να ειπωθούν από τους αποστόλους και τους προφήτας και διδασκάλους; Κι ας ιδούμε, μεγάλε κύριε, σε ποιο κακό καταλήγει το θέμα αυτό, αν το καλοεξετάσουμε. Διότι ο Θεός έβαλε στην Εκκλησία, πρώτον μεν τους αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, για να καταρτίζωνται οι πιστοί, λέγοντας στο Ευαγγέλιο προς τους αποστόλους και μέσω αυτών προς τους μεταγενεστέρους «Ο υμίν λέγω, πάσι λέγω», και πάλι «ο δεχόμενος υμάς εμέ δέχεται, και ο αθετών υμάς, εμέ αθετεί». Είναι λοιπόν φανερό και αναντίρρητο, ότι αυτός που δεν δέχεται τους αποστόλους και τους προφήτας και διδασκάλους και δεν υπολογίζει τα λόγια τους, δεν υπολογίζει τον ίδιο το Χριστό.
Ας εξετάσουμε δε και κάτι άλλο. Ο Θεός διάλεξε και κατέστησε αποστόλους, προφήτας και διδασκάλους, προς τον καταρτισμό των πιστών. Αντίθετα, ο διάβολος διάλεξε και ξεσήκωσε ψευδαποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκάλους, για να πολεμηθή και ο παλαιός νόμος και ο ευαγγελικός. Μοναδικούς δε ψευδαποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκάλους εννοώ τους αιρετικούς, των οποίων είναι διεστραμμένοι οι λόγοι και οι λογισμοί. Όπως ακριβώς λοιπόν αυτός που δέχεται τους αληθινούς αποστόλους και προφήτας και διδασκάλους, δέχεται τον Θεό, έτσι και αυτός που δέχεται τους ψευδαποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκάλους, δέχεται τον διάβολο. Αυτός λοιπόν που βάζει τους αγίους μαζί με τους βδελυρούς και ακαθάρτους αιρετικούς (δεχθήτε τα λόγια μου, λέγω την αλήθεια), προφανώς βάζει στην ίδια μοίρα τον Θεό μαζί με τον διάβολο.
Αν λοιπόν εξετάζοντας τις καινοτομίες που έγιναν τώρα στα χρόνια μας, τις βρίσκουμε να έχουν καταντήσει σ’ αυτό το πιο ακραίο κακό, προσέξτε μήπως, ενώ προφασιζόμαστε την ειρήνη, βρεθούμε να νοσούμε και να κηρύττουμε την αποστασία, η οποία θα είναι, κατά τον θείο απόστολο, πρόδρομος της παρουσίας του Αντιχρίστου. Αυτά σας τα είπα χωρίς κανένα δισταγμό, κύριοί μου, για να λυπηθήτε τους εαυτούς σας κι εμάς.
Με συμβουλεύετε επίσης να έλθω να κοινωνήσω με την Εκκλησία στην οποία τέτοια κηρύσσονται, ενώ έχω άλλα γραμμένα στο βιβλίο της καρδιάς μου, και να γίνω κοινωνός μ’ αυτούς που νομίζουν ότι στρέφονται εναντίον του διαβόλου με την βοήθεια του Θεού, ενώ στην πραγματικότητα στρέφονται εναντίον του Θεού; Να μη δώση Ο Θεός, που γεννήθηκε για μένα χωρίς αμαρτία!
Και αφού τους έβαλε μετάνοια, είπε:
ΜΑΞΙΜΟΣ: Οτιδήποτε έχετε διαταγή να κάνετε στο δούλο σας, σας λέγω κάμετέ το. Εγώ πάντως ουδέποτε θα γίνω συγκοινωνός μ’ αυτούς που δέχονται αυτές τις καινοτομίες.
Μόλις τα άκουσαν εκείνοι αυτά, πάγωσαν. Έβαλαν κάτω τα κεφάλια τους και εσιώπησαν για αρκετή ώρα. Σήκωσε κάποια στιγμή το κεφάλι του ο επίσκοπος Θεοδόσιος, κύτταξε προς τον αββά Μάξιμο και είπε:
ΘΕΟΔ.: Σου λέμε λοιπόν εμείς πως, εάν εσύ κοινωνήσης, ο δεσπότης μας ο βασιλεύς θα ελαφρύνη τον Τύπο.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Η απόστασις που μας χωρίζει είναι ακόμη μεγάλη. Τι θα κάνουμε με το δόγμα του ενός θελήματος που επικυρώθηκε συνοδικά από τον Σέργιο και τον Πύρρο για την αναίρεσι κάθε ενέργειας;
ΘΕΟΔ.: Εκεινο το χαρτί καταστράφηκε και αχρηστεύθηκε.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Το έσβησαν από τους πέτρινους τοίχους, όχι όμως κι από τις νοερές ψυχές. Ας δεχθούν την καταδίκη του που έγινε συνοδικά στην Ρώμη με ευσεβή δόγματα και κανόνες, και τότε θα λυθή το μεσότοιχο και δεν θάχουμε ανάγκη από συμβουλές.
ΘΕΟΔ.: Δεν έχει ισχύ η σύνοδος της Ρώμης, γιατί έγινε χωρίς την διαταγή του βασιλέως.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Αν οι διαταγές των βασιλέων δίνουν κύρος στις προγενέστερες συνόδους και όχι η ευσεβής πίστις, ας δεχθούν και τις συνόδους που έγιναν εναντίον του ομοουσίου, μια και έγιναν με εντολή των βασιλέων. Και ποιος κανόνας ορίζει να είναι έγκυρες μόνο εκείνες οι σύνοδοι που συνεκλήθησαν με εντολή βασιλέως ή οπωσδήποτε όλες οι σύνοδοι να συγκαλούνται κατόπιν βασιλικής διαταγής; Ο ευσεβής κανών της Εκκλησίας γνωρίζει ως άγιες και έγκυρες εκείνες τις συνόδους, τις οποίες διακρίνει η ορθότης των δογμάτων.
ΘΕΟΔ.: Όπως τα λες είναι. η ορθότης των δογμάτων δίνει κύρος στις συνόδους. Τι λοιπόν; Δεν πρέπει καθόλου να λέμε μία ενέργεια στον Χριστό;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Σύμφωνα με την αγία Γραφή και τους αγίους Πατέρας τίποτα τέτοιο δεν παρελάβαμε να λέμε. Αλλά, όπως ακριβώς παρελάβαμε να πιστεύωμε για το Χριστό δύο φύσεις, αυτές από τις οποίες απαρτίζεται, έτσι μας επετράπη να πιστεύω με και να ομολογούμε και τις φυσικές Του θελήσεις και ενέργειες που υπάρχουν καταλλήλως σ’ αυτόν, αφού αυτός ο ίδιος είναι εκ φύσεως Θεός μαζί και άνθρωπος.
ΘΕΟΔ.: Πράγματι, κύριε, και εμείς ομολογούμε και τις φύσεις και τις διάφορες ενέργειες, δηλαδή και την θεία και την ανθρωπίνη. και ότι η θεότης του είναι θελητική και η ανθρωπότης του θελητική. επειδή η ψυχή του δεν ήταν χωρίς θέλησι. Αλλά για να μη χάνουμε τον καιρό μας εδώ, ό,τι κι αν είπαν οι Πατέρες το ομολογώ, και μάλιστα το κάνω και εγγράφως (δηλαδή), δύο φύσεις και δύο θελήματα και δύο ενέργειες. Έλα λοιπόν να κοινωνήσης μαζί μας και να γίνη η ένωσις.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, δεν τολμώ να δεχθώ εγώ έγγραφη συγκατάθεσι από σας γι’ αυτό το πράγμα, διότι είμαι απλός μοναχός. Αν όμως ο Θεός σας έφερε σε κατάνυξι, ώστε να δεχθήτε τους λόγους των αγίων Πατέρων, να ενεργήσετε όπως απαιτούν οι κανόνες. Να στείλετε, δηλαδή, περί τούτου έγγραφο προς τον επίσκοπο Ρώμης, ο βασιλεύς και ο Πατριάρχης και η περί αυτόν σύνοδος. Εγώ πάντως ούτε κι αν γίνουν αυτά θα κοινωνήσω, επειδή οι αναθεματισθέντες αναφέρονται στην αγία αναφορά. Διότι φοβάμαι το κατάκριμα του αναθέματος.
ΘΕΟΔ.: Ο Θεός γνωρίζει ότι δεν σε κατηγορώ που φοβάσαι, αλλά ούτε και κανένας άλλος. Για το όνομα όμως του Κυρίου, πες μας την γνώμη σου, εάν είναι δυνατόν να γίνη αυτό (δηλ. να αρθή το ανάθεμα ήδη αποθανόντος αιρετικού).
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ποια γνώμη μπορώ να σας δώσω γι’ αυτό; Πηγαίνετε, ψάξτε να βρήτε αν ποτέ έχει γίνει κάτι τέτοιο και ελευθερώθηκε κανείς μετά θάνατον από το έγκλημα για την πίστι, κι από το κατάκριμα που έχει εξαγορευθή εναντίον του. Πρέπει να καταδεχθούν ο βασιλεύς και ο Πατριάρχης να μιμηθούν την συγκατάβασι του Θεού. και ο μεν να κάνει παρακλητική κέλευσι, ο δε συνοδική δέησι προς τον πάπα της Ρώμης. Χωρίς αμφιβολία, αν βρεθή κάποιος τρόπος εκκλησιαστικός που να το επιτρέπη αυτό για την σωστή ομολογία της πίστεως, θα συμφωνήση περί αυτού μαζί σας.
ΘΕΟΔ.: Αυτό θα γίνη οπωσδήποτε. αλλά δος μου τον λόγο σου ότι, εάν στείλουν εμένα, θα έλθης μαζί μου.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, σου είναι πιο συμφέρον να πάρης μαζί σου τον σύνδουλό μου που είναι στη Μεσημβρία, παρά εμένα. Εκείνος και την γλώσσα γνωρίζει και τον σέβονται πολύ, μια και τόσα χρόνια τιμωρείται για τον Θεό και για την ορθή πίστι που κρατεί ο θρόνος τους.
ΘΕΟΔ.: Έχουμε μεταξύ μας κάτι μικροδιαφορές, και δεν μου είναι τόσο ευχάριστο να πάω μαζί του.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, αφού νομίζετε ότι πρέπει να γίνη αυτό, ας γίνη όπως αποφασίζετε. εγώ σας ακολουθώ όπου θέλετε.
Μετά από αυτό σηκώθηκαν όλοι επάνω χαρούμενοι και με δάκρυα στα μάτια. Έβαλαν μετάνοια και έγινε προσευχή. Και κάθε ένας τους ασπάσθηκε τα άγια Ευαγγέλια, και τον Τίμιο Σταυρό, και την εικόνα του Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, και της Δεσποίνης ημών Παναγίας Θεοτόκου της Μητέρας Του, αφού έβαλαν επάνω και τα χέρια τους προς βεβαίωσι των συμφωνηθέντων. Αφού ειπώθηκαν αυτά, όταν ασπάζονταν μεταξύ τους είπε ο ύπατος Θεοδόσιος:
ΘΕΟΔ.: Να λοιπόν, έγιναν όλα καλά. Άρα γε θα καταδεχθή ο βασιλεύς να κάνη παρακλητική κέλευσι;
ΜΑΞΙΜΟΣ: Οπωσδήποτε θα κάνη, εάν θέλη να είναι μιμητής του Θεού και να ταπεινωθή μαζί Του για την κοινή σωτηρία όλων μας. Ας αναλογισθή ότι, αφού ο Θεός που φύσει σώζει, δεν μας έσωσε παρά αφού με την θέλησί Του ταπεινώθηκε, πώς ο φύσει σωζόμενος άνθρωπος θα σωθή ή θα σώση χωρίς να ταπεινωθή;
Μετά δε την αναχώρησι των παραπάνω ανδρών, στις 8 του μηνός Σεπτεμβρίου της παρούσης 15ης ινδικτιώνος, πήγε πάλι ο ύπατος Παύλος στη Βιζύη προς τον αββά Μάξιμο, έχοντας μαζί του διαταγή που έλεγε τα εξής: «Παραγγέλομε στην ενδοξότητά σου να πας στη Βιζύη και να φέρης τον Μοναχό Μάξιμο με πολλή τιμή και περιποίησι, λόγω της μεγάλης του ηλικίας και της ασθενείας του, και διότι αυτός ανήκει στους προγόνους μας και τους έχει τιμήσει. Και να τον βάλης στο λαμπρό μοναστήρι του Αγίου Θεοδώρου, που βρίσκεται δίπλα στο Βασιλικό παλάτι». Αφού λοιπόν ο ύπατος τον πήρε και τον έβαλε στο προειρημένο μοναστήρι, πήγε να δώση ειδοποίησι.
Την επομένη ημέρα πήγαν προς αυτόν οι πατρίκιοι Επιφάνιος και Τρώιλος, με λαμπρό ντύσιμο και ύφος, καθώς και ο επίσκοπος Θεοδόσιος. Συναντήθηκαν με αυτόν στο κατηχουμενείο της Εκκλησίας του ιδίου μοναστηριού. Αφού έγινε ο συνηθισμένος ασπασμός κάθησαν, υποχρεώνοντας κι αυτόν να καθήση. Και αρχίζοντας τον λόγο μαζί του ο Τρώιλος είπε:
ΤΡΩΙΛΟΣ: Ο αυτοκράτωρ μας διέταξε να έρθουμε και να σου ανακοινώσουμε την γνώμη που έχει η θεοστήρικτη βασιλεία του. Αλλά πρώτα πες μας, θα κάνης την διαταγή του βασιλέως ή δεν θα την κάνης;
Ο Μάξιμος είπε:
ΜΑΞΙΜΟΣ: Κύριε, να ακούσω τι διέταξε η ευσεβής του δύναμις και θά αποκριθώ κατάλληλα. γιατί προς κάτι το άγνωστο ποια απάντησι μπορώ να δώσω;
Ο Τρώιλος επέμενε λέγοντας:
ΤΡΩΙΛ.: Δεν πρόκειται να πούμε τίποτε, εάν δεν μας πης πρώτα, αν θα κάνης ή όχι την διαταγή του βασιλέως.
Και όταν τους είδε να αντιστέκωνται και λόγω της καθυστερήσεώς του να βλέπουν πιο σκληρά και μαζί με τους συνακόλουθούς τους να αποκρίνωνται πιο άγρια, ενώ φάνταζαν τα περήφανα στολίδια των αξιωμάτων τους, απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε:
ΜΑΞΙΜΟΣ: Αφού δεν θέλετε να πήτε στον δούλο σας την απόφασι του κυρίου και βασιλέως μας, να λοιπόν σας λέω, κι ακούει ο Θεός και οι άγιοι άγγελοι και όλοι εσείς: οτιδήποτε με διατάξη για κάθε πράγμα που καταλύεται και καταστρέφεται σ’ αυτόν τον αιώνα, με προθυμία το κάνω.
Και αμέσως ο Τρώιλος είπε:
ΤΡΩΙΛ.: Συγχωρέστε με, αλλά εγώ φεύγω. γιατί αυτός τίποτε δεν πρόκειται να κάνη.
Και αφού έγινε πάρα πολύς θόρυβος και μεγάλη ταραχή και σύγχυσι, τους είπε ο επίσκοπος Θεοδόσιος:
ΘΕΟΔ.: Πείτε του την διαταγή και θα μάθετε την απάντησί του. Διότι, δεν είναι λογικό να φύγουμε, χωρίς να πούμε και να ακούσουμε τίποτε.
Τότε ο πατρίκιος Επιφάνιος είπε:
ΕΠΙΦ.: Αυτό σου δηλώνει με μας ο βασιλεύς: «Επειδή η Δύσις και όσοι διαστρέφουν (τα πράγματα) στην Ανατολή αποβλέπουν σε σένα, κι όλοι εξ αιτίας σου ξεσηκώνονται μη θέλοντας να συμφωνήσουν μαζί μας για την πίστι, είθε να σε κατανύξη ο Θεός να κοινωνήσης μαζί μας βάσει του Τύπου που εκθέσαμε. Θα βγούμε τότε εμείς οι ίδιοι στη Χαλκή (πύλη) και θα σε ασπασθούμε, θα σου δώσουμε το χέρι και με κάθε τιμή και δόξα θα σε βάλουμε στην μεγάλη Εκκλησία. Θα στέκεσαι μαζί μας στο μέρος που συνηθίζουν να στέκωνται οι βασιλείς. Θα κάνουμε τότε και την σύναξι (Θ. Λειτουργία) και θα κοινωνήσουμε τα άχραντα και ζωοποιά μυστήρια, το ζωοποιό σώμα και αίμα του Χριστού. Θα σε ανακηρύξουμε πατέρα μας. και θα γίνη χαρά όχι μόνο στην φιλόχριστη και βασιλική μας πόλι, αλλά και σ’ όλη την οικουμένη. Γιατί γνωρίζουμε πολύ καλά ότι, εάν εσύ κοινωνήσης με τον εδώ άγιο θρόνο, όλοι θα ενωθούν μαζί μας, αυτοί που εξ αιτίας σου και εξ αιτίας της διδασκαλίας σου αποσχίσθηκαν από την κοινωνία με μας».
Γυρίζοντας τότε προς τον επίσκοπο ο αββάς Μάξιμος του είπε με δάκρυα στα μάτια:
ΜΑΞΙΜΟΣ: Μεγάλε κύριε, όλοι περιμένουμε ημέρα κρίσεως. Αληθινά, ούτε όλη η δύναμι των ουρανών δεν θα με πείση να το κάνω αυτό. Γιατί, τι θα έχω να απολογηθώ -δεν λέω στο Θεό, αλλά στην συνείδησί μου-, αν για την δόξα των ανθρώπων, που μόνη της δεν έχει καμμιά οντότητα, γίνω εξωμότης της πίστεως που σώζει αυτούς που την υπερασπίζονται;
Όταν άκουσαν τα λόγια αυτά, σηκώθηκαν όλοι επάνω και γεμάτοι θυμό τον έσπρωξαν, τον τράβηξαν και τον έρριξαν κάτω. Τον γέμισαν μάλιστα από το κεφάλι ως τα νύχια με φτυσίματα, που η δυσωδία τους παρέμεινε μέχρις ότου πλύθηκαν τα ρούχα του. Σηκώθηκε τότε και ο επίσκοπος και είπε:
ΘΕΟΔ.: Δεν έπρεπε να το κάνετε αυτό. Έπρεπε να ακούσωμε μόνο την απάντησί του και να την αναφέρωμε στον αγαθό μας βασιλέα.
Μόλις τους έπεισε ο επίσκοπος να ησυχάσουν, κάθησαν πάλι. Με θυμό όμως και αγριότητα του είπαν μύριες βρισιές και ακατανόμαστες κατάρες. Τότε του είπε ο Επιφάνιος:
ΕΠΙΦ.: Πες μας λοιπόν κάκιστε λαίμαργε γέρο, μας είπες αυτά τα λόγια θεωρώντας ως αιρετικούς εμάς και την πόλι μας και τον βασιλέα; Αληθινά, είμαστε περισσότερο Χριστιανοί και ορθόδοξοι από σένα. Και ομολογούμε ότι ο Κύριός μας και Θεός έχει και θεϊκή και ανθρώπινη θέλησι και νοερή ψυχή. και ότι κάθε νοερή φύσι οπωσδήποτε έχει εκ φύσεως το θέλειν και το ενεργείν, επειδή ίδιον της ζωής είναι η κίνησις και ίδιον του νοός η θέλησις. Και γνωρίζουμε ότι είναι θελητικός, όχι μόνο κατά την θεότητα, αλλά και κατά την ανθρωπότητα. Δεν αρνούμαστε επίσης και τις δύο θελήσεις του και ενέργειες.
Και απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε:
ΜΑΞΙΜΟΣ: Εάν πιστεύετε έτσι, όπως πιστεύουν οι νοερές φύσεις και η Εκκλησία του Θεού, πώς εσείς με αναγκάζετε να κοινωνήσω με τον Τύπο, που μόνο την αναίρεσι αυτών έχει;
ΕΠΙΦ.: Αυτό έγινε για οικονομία, για να μη ζημιωθούν οι λαοί μας με τέτοιες λεπτολογίες.
Και απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε:
ΜΑΞΙΜΟΣ: Συμβαίνει το αντίθετο. κάθε άνθρωπος αγιάζεται με την ακριβή ομολογία της πίστεως, και όχι με την αναίρεσι που βρίσκεται στον Τύπο.
Και είπε ο Τρώιλος:
ΤΡΩΙΛ.: Και στο παλάτι σου είπαμε, ότι (ο Τύπος) δεν ανήρεσε τίποτε, αλλά διέταξε να κατασιγάσουν (οι διϊστάμενες απόψεις) για να ειρηνεύσουμε όλοι.
Και απαντώντας πάλι ο αββάς Μάξιμος είπε:
ΜΑΞΙΜΟΣ: Η σιωπή των λόγων είναι αναίρεσις των λόγων. Λέγει το Άγιον Πνεύμα μέσω του Προφήτου Δαβίδ: «Ουκ εισί λαλιαί, ουδέ λόγοι, ων ουχί ακούονται αι φωναί αυτών». Άρα λοιπόν ο λόγος που δεν λέγεται, δεν είναι καν λόγος.
Και είπε ο Τρώιλος:
ΤΡΩΙΛ.: Στην καρδιά σου να έχης ό,τι θέλεις, δεν σε εμποδίζει κανείς.
Ο αββάς Μάξιμος απήντησε:
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ο Θεός δεν περιώρισε στην καρδιά όλη την σωτηρία, αλλά είπε: «Ο ομολογών με έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω αυτόν έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ουρανοίς». Και ο θείος Απόστολος διδάσκει ως εξής: «Kαρδία μεν πιστεύεται εις δικαιοσύνην. στόματι δε ομολογείται εις σωτηρίαν». Αν λοιπόν ο Θεός και οι προφήται και οι απόστολοι του Θεού προτρέπουν να ομολογήται με τους λόγους των Αγίων το μυστήριο, το μεγάλο και φρικτό και σωτήριο για όλο τον κόσμο, δεν πρέπει να σιωπήση με κανένα τρόπο η φωνή που κηρύττει αυτό, για να μη κινδυνεύση η σωτηρία των σιωπώντων.
Και απαντώντας ο Επιφάνιος με πολύ άγριο τρόπο είπε:
ΕΠΙΦ.: Υπέγραψες στον λίβελλο;Και είπε ο αββάς Μάξιμος:
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ναι υπέγραψα.
ΕΠΙΦ.: Και πώς τόλμησες να υπογράψης και να αναθεματίσης αυτούς που ομολογούν και πιστεύουν όπως οι νοερές φύσεις και η καθολική Εκκλησία; Αληθινά με δική μου πρότασι θα σε πάμε στην πόλι, θα σε στήσουμε δεμένο στην αγορά και θα φέρουμε τους μίμους, άνδρες και γυναίκες, και τις πιο διάσημες πόρνες και όλο το λαό, για να χτυπήση και φτύση καθένας και καθεμιά τους το πρόσωπό σου.
Απαντώντας σ’ αυτά ο αββάς Μάξιμος είπε:
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ας γίνη όπως είπατε, εάν αναθεματίσαμε αυτούς που ομολογούν ότι ο Κύριος έχει δύο φύσεις, και τις κατάλληλες σ’ αυτόν δύο φυσικές θελήσεις και ενέργειες, και ότι είναι εκ φύσεως αληθινός Θεός και άνθρωπος. Διάβασε, δέσποτα, τα πρακτικά και τον λίβελλο, και εάν βρήτε αυτά που είπατε, κάμετε ό,τι σκέπτεσθε.
Μετά από αυτά τον ωδήγησαν στην Κωνσταντινούπολι και έβγαλαν απόφασι εναντίον τους. Ανεθεμάτισαν και κατεδίκασαν τον εν αγίοις Μάξιμο, τον μακάριο μαθητή του Αναστάσιο, τον αγιώτατο πάπα Μαρτίνο, τον άγιο Σωφρόνιο πατριάρχη Ιεροσολύμων, και όλους τους ορθοδόξους και ομοφρονούντας μ’ αυτούς. Έπειτα έφεραν και τον άλλο μακάριο Αναστάσιο. Αφού χρησιμοποίησαν και γι’ αυτόν τα ίδια αναθέματα και βρισιές, τους παρέδωσαν στους άρχοντες λέγοντας: Αποφασίζουμε να σας παραλάβη αμέσως ο πανεύφημος έπαρχός μας, που είναι δω, στο πολυάνθρωπο ανάκτορό του. Να σας χτυπήση με νεύρα στα μετάφρενα (τον Μάξιμο, Αναστάσιο και Αναστάσιο), και να αποκόψη από την ρίζα το όργανο της ακολασίας σας, δηλαδή την βλάσφημη γλώσσα σας, του Μαξίμου, Αναστασίου και Αναστασίου. Στη συνέχεια να κόψη με σιδερένιο μαχαίρι και την ταραχώδη δεξιά που υπηρέτησε τον βλάσφημο λογισμό σας. Μόλις δε σας αποστερήσουν αυτά τα βδελυκτά μέλη, να τα κρεμάσουν πάνω σας και να σας περιφέρουν στα δώδεκα τμήματα της βασιλίδος των πόλεων. Κατόπιν να σας παραδώση σε ισόβια εξoρία και ταυτόχρονα συνεχή φρούρησι, έτσι που συνεχώς και για όλο το χρόνο της ζωής σας να οδύρεσθε για τα βλάσφημα σφάλματά σας. Γιατί η κατάρα που εφεύρατε εναντίον μας, επέπεσε πάνω στα κεφάλια σας.
Τότε λοιπόν τους πήρε ο έπαρχος και τους τιμώρησε κόβοντας τα μέλη τους. Τέλος τους περιέφερε σ’ όλη την πόλι και τους εξώρισε στην Λαζική.
Πηγή: (από το περιοδικό «Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ», τεύχος 21, 1996, σελίδες 6-20) Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
Λίβελλος τω Βασιλεί Ρωμαίων και τω Πάπα Λατίνων προτρεπτικός εις ένωσιν, ελέγχων την κακοφροσύνην των δυτικών,
O Ἐφέσου Μάρκος
Παραθέτουμε εδώ τον Λίβελλον (έγγραφον/υπόμνημα), που κατέθεσε ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός επί τη ενάρξει των εργασιών της Συνόδου, στο οποίο εκφράζει ειλικρινή πόθο να επιτευχθεί η Ένωση στην βάση της κοινής και ακαινοτόμητης ορθής πίστεως των Αγίων Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων, ενώ παραλλήλως μέμφεται τις καινοτομίες και κακοδοξίες των Δυτικών. Το έγγραφο μας διασώζει ο Συρόπουλος στα Απομνημονεύματά του, V.3. Το παραθέτουμε στο πρωτότυπο και εν συνεχεία σε απλοελληνική γλωσσική απόδοση.
«Σήμερον της παγκοσμίου χαράς τα προοίμια, σήμερον αι νοηταί ακτίνες του της ειρήνης ηλίου τη οικουμένη πάση προανατέλλουσιν. Σήμερον τα του Δεσποτικού σώματος μέλη, πολλοίς πρότερον χρόνοις διεσπαρμένα τε και ερρηγμένα προς την ένωσιν αλλήλων επείγεται, ου γαρ ανέχεται η κεφαλή πάντων Χριστός ο Θεός εφιστάναι διηρημένω τω σώματι, ουδέ τον της αγάπης δεσμόν εξ ημών ανηρήσθαι παντάπασιν η αγάπη βούλεται. Διά τούτο εξήγειρέ σε τον των Ιερέων αυτού πρωτεύοντα, προς την ημετέραν ταύτην κλήσιν, και τον ευσεβέστατον ημών βασιλέα προς την σην υπακοήν διανέστησε, και τον αγιώτατον ημών Ποιμένα και Πατριάρχην, γήρων επιλαθέσθαι, και ασθενείας μακράς παρεσκεύασε, και ημάς τους υπ' αυτώ ποιμενομένους απανταχόθεν συνήθροισεν, και μακράς οδού και πελάγους, και κινδύνων ετέρων κατατολμήσαι πεποίηκεν, αφ' ου προφανώς Θεού δυνάμει και κρίσει γεγένηται, και όπερ οποίον έσται καλόν και Θεώ φίλον, εντεύθεν ήδη προοιμιάζεται. Δεύρο δη ουν, αγιώτατε πάτερ, υπόδεξαι τα Σα τέκνα μακρόθεν εξ ανατολών ήκοντα, περιπτύξαι τους εκ μακρού διεστώτας του χρόνου, προς τας καταφυγόντας αγκάλας, θεράπευσον τους σκανδαλισθέντας, άπαν σκώλον και πρόσκομμα της ειρήνης κωλυτικόν εκ μέσου γενέσθαι κέλευσον.
Ειπέ και αυτός τοις αγέλοις ως του Θεού μιμητής, οδοποιήσατε τω λαώ μου, και τους λίθους εκ της οδού διαρρίψατε. Μέχρι τίνος οι του αυτού Χριστού, και της αυτής πίστεως βάλλομεν αλλήλους και κατατέμνομεν; μέχρι τίνος οι της αυτής Τριάδος προσκυνηταί δάκνομεν αλλήλους και κατεσθίομεν; έως αν υπ' αλλήλων αναλωθώμεν, και υπό των έξωθεν εχθρών εις το μηκέτι είναι χωρίσωμεν. Μη γένοιτο, Χριστέ Βασιλεύ, τούτο, μηδέ νικήση την σην αγαθότητα των ημετέρων αμαρτιών η πληθύς, αλλ' ώσπερ εν τοις πρότερον χρόνοις ότε την κακίαν είδες υπερταθείσαν, και επί μέγα χωρήσασαν, σιά σαυτού και των σων Αποστόλων ανέστειλας αυτήν της πρόσω φοράς, και προς την σην επίγνωσιν επέστρεψας άπαντας, ούτω και νυν διά των σων θεραπόντων, οι μηδέν της σης αγάπης προυργειαίτερον έθεντο. Σύναψον ημάς αλλήλοις, και σεαυτώ, και την ευχήν εκείνων επιτελή ποίησον, ήν ηνίκα προς το πάθος απίης ευχόμενος έλεγες, “δος αυτοίς ίνα ώσιν έν, καθώς ημείς εν εσμέν”. Οράς Κύριε την διασποράν ημών ως ελεεινή, και ως οι μεν αυτονομία και αυθαδεία συνειθισθέντες, εις αφορμήν της σαρκός την ελευθερίαν κατεχρησάμεθα, και δούλοι της αμαρτίας και το όλον σάρκες γεγόναμεν. Οι δε τοις εχθροίς του σταυρού σου προς διαρπαγήν και δουλείαν έκδοτοι καθεστήκαμεν, και ως πρόβατα σφαγής ελογίσθημεν. Ιλάσθητι, Κύριε, πρόσχες, Κύριε, αντιλαβού ημών, Κύριε.
Το πάλαι θρυλλούμενον ως Οικουμενικής Συνόδου χρεία τοις πράγμασι, σήμερον ημείς επληρώσαμεν, και το ημέτερον άπαν εισενηνόχαμεν, δος δη καυτός τα προς τελείωσιν ων ηρξάμεθα, δύνασαι γαρ ει θελήσης μόνον, και το θέλημά σου πράξις εστί συντετελεσμένη. Ειπέ και ημίν ως πρότερον διά του Προφήτου σου “ιδού εγώ μεθ' ημών, και το Πνεύμα μου εφέστηκεν εν μέσω υμών”. Σου γαρ παρόντος, άπαντα λοιπόν εύοδα και λεία γενήσεται. Και ταύτα μεν εμοί προς γε το παρόν ηύχθω, προς δε σε λοιπόν αγιώτατε πάτερ τον λόγον ποιήσομαι.
Τις η τοσαύτη φιλονικία περί την καινοτόμον ταύτην προσθήκην ήτις το σώμα Χριστού κατέτεμε και διέσχισε, και τους υπ' αυτού καλουμένους επί τοσούτον ταις γνώμαις διέσχισε; Τις η μακρά και χρονία ένστασις, και άφιλος υπεροψία των αδελφών, και των σκανδαλιζομένων η αλλοτρίωσις; Τι των πατέρων κατέγνωμεν, ότι παρά τας κοινάς αυτών παραδόσεις, έτερα φρονούμεν και λέγομεν; Τι την εκείνων ελλειπή τιθέμεθα πίστιν και την ημετέραν ως τελειοτέραν εισάγομεν; Τι παρά το ευαγγέλιον ό παρελάβομεν έτερον ευαγγελιζόμεθα; Τις ημίν εβάσκανε πονηρός δαίμων της ομονοίας και της ενώσεως; Τις την αδελφικήν αγάπην εξ ημών αφείλε, την διάφορον θυσίαν (άζυμα) εισαγαγών την ουκ ορθώς προσφερομένην, επί μη διαιρομένην, άρα ψυχής αποστολικής ταύτα, και Πατρικής γνώμης, και αδελφικής διαθέσεως; ή τουναντίον σκαιού αν και διεστραμμένου και αυθεκάστου, και ουδέν ηγούμενος δεινόν ει πάντες απόλλοιντο;
Εγώ μεν οίμαι τον την διαίρεσιν ταύτην εισαγαγόντα, και τον άνωθεν υφαντόν χιτώνα του Δεσποτικού Σώματος διασχίσαντα μείζω των σταυρωτών υποστήσασθαι δίκην, και των απ’ αιώνος απάντων ασεβών και αιρετικών. Αλλά σοι τουναντίον έξεστει, μακαριώτατε Πάτερ, ηβουλήθης μόνον τα διεστώτα συνάψαι, και το μεσότοιχον του φραγμού καθελείν, και Θεού οικονομίας έργον εργάσασθαι, τούτου και την αρχήν αυτός κατεβάλου, και ταις λαμπραίς φιλοτιμίαις, και μεγαλοδωρίαις επηύξησας, και τόπερ επιθείναι ευδόκησον, ουδέ γαρ ευρήσεις επιτήδειον μάλλον ή όν ο Θεός σοι παρέσχετο σήμερον. Άρον κύκλω τους οφθαλμούς σου και ίδε, πολλάς αιδεσίμους και ιεροπρεπείς κλίνης ήδη το πλέον, και αναπαύσεως δεομένας, εκ των οικείων όρων επαναστάσας, και προασδραμούσας τη ση τελειότητι, μόνη τη εις Θεόν ελπίδι και τη προς υμάς αγάπη συνεχομένους. Ίδε τον στέφανον τον πλακέντα της δόξης όν περιθέσθαι μη αναβάλη. Κατέτεμεν έτερος, αυτός συνούλωσον, διέσχισεν έτερος, και αδιόρθωτον το κακόν έσπευσεν εργάσασθαι συ φιλονίκισον επανορθώσαι το γεγονός ως ειμή δε όλως εγένετο την αρχήν. Ήκουσα των παρ’ υμίν φιλοσόφων, οικονομίας χάριν και διορθώσεων τινών, ουχ’ υγιώς περί την πίστιν εχόντων, την προσθήκην ταύτην (βλέπε εδώ αναφορά σχετικά με το γιατί προστέθηκε το Φιλιόκβε) εξ αρχής επινοηθήναι, ουκ ουν οικονομίας χάριν αφαιρεθήτω πάλιν, ίνα προσλαβήναι αδελφούς, ων τω χωρισμώ σπαράτεσθαι πάντας υμάς εικός, ειμή αναλγήτως έχετε.
Λάβε μοι κατά νουν τα των χριστιανών αίματα, τα καθ’ εκάστην εκχεόμενα την ημέραν, εις την υπό βαρβάρων πικράν δουλείαν, και τον ονειδισμόν του σταυρού του Χριστού, προσέτι θυσιαστηρίων ανατροπήν, κατάσχεσιν ιερών σκευών και επίπλων διανομήν. Άπαντα λυθήναι διά της ημών ομονοίας εικός, του Θεού συνεργούντος, ήν εθελήσετε μόνον το τραχύ τούτο και ανένδοτον αποθέμενοι συγκαταβήναι τοις ασθενέσιν ημίν, και τα σκανδαλίζοντα ημάς εκ μέσου περιελείν. Ει γαρ βρώμα σκανδαλίζει τον αδελφόν μου, ου μη φάγω κρέας εις τον αιώνα. Και μην ου κεκώλυται το κρέας φαγείν. Ούτω και νυν αγιώτατε Πάτερ. Καλός μεν ωσανεί είπωμεν και ο ένζυμος άρτος, καλός και ο άζυμος, αλλ’ ο άζυμος σκανδαλίζει και ήττον εις θυσίαν λογίζεται, και ατελής και νεκρός, και άρτος κακώσεως παρά τη Αγία Γραφή καλείται. Τι μη ο ένζυμος αιρετέος, και περιαιρετέος ο άζυμος, ότι εις άρτος έν σώμα οι πολλοί εσμέν φησίν ο θείος απόστολος. Οι γαρ πάντες εκ του ενός άρτου (και ουκ αζύμου φησίν) μετέχομεν. Όπου άρα μη του ενός άρτου μετέχομεν, εικότως ουδέ σώμα σύνεσμεν, ουδέ συμπνέομεν αλλήλοις, και την αυτήν ποιούμεθα κίνησιν. “Παρακαλώ υμάς (ο αυτός φησί) διά του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ίνα το αυτό λέγητε πάντες, και μη η εν υμίν σχίσματα”, όπου άρα μη το αυτό λέγομεν εικότως το σχίσμα τούτο το μέγα και αθεράπευτον εν ημίν εστί και μέχρι της σήμερον. Που δε ου το αυτό λέγομεν; ουκ εν γωνία και παραβύστω τινί, και κατ’ αυτούς συνιόντες, όπου και λαθείν εστί τους πολλούς, αλλ’ εν τω κοινώ συμβόλω της πίστεως, εν τη του βαπτίσματος ομολογία, εν τη χριστιανική σφραγίδι.
Και ει βασιλικόν παραχαράττων νόμισμα, μεγάλης εστί τιμωρίας άξιος, ο την κοινήν σφραγίδα της χριστιανών ομολογίας μεταποιών τίνα αν υποσχών την δίκην, ουκ ελάττω δόξειε δούναι του πλημμελήματος; σκόπει δε ούτως. Ελέγχομέν ποτε το αυτό δηλονότι και ουκ ην εν ημίν σχίσματα, τότε δήπου και τοις πατράσι συνεφωνούμεν αμφότεροι. Νυν δε ότε μη το αυτό λέγομεν, όπως άρα εκάτερος έχομεν, ημείς μεν δη τα αυτά λέγομεν, άπερ καν τότε και υμίν αυτοίς συνεφωνούμεν και τοις πατράσιν ημών, και υμίν αν εθέλητε τ' αληθή λέγειν. Υμείς δε επεισαγαγόντες καινότερα, πρώτον μεν προς υμάς αυτούς, είτα προς τους κοινούς πατέρας, έπειτα δε και προς ημάς διαφωνείν αναγκάζεσθαι. Και τι μη προς την καλήν εκείνην συμφωνίαν επάνιμεν; ή και ημίν αυτοίς, και αλλήλοις, και τοις πατράσιν ομολόγους αποφανεί, και το σχίσμα περιελεί, και συνάψει τα διεστώτα, και παν αγαθόν εργάσεται, και προς της Τριάδος αυτής, και προς της κοινής ελπίδος εφ' ής πεποίθαμεν και πεποίθατε. Μη περιϊδητε κενούς και απράκτους ημάς απελθόντας.
Υπέρ Χριστού πρεσβεύομεν ως του Χριστού παρακαλούντος δι' ήμών, μη ατιμάσητε την πρεσβείαν, μη τας ευχάς ακάρπους εξελέγξητε, μη το θέλημα των εχθρών εκπληρώσητε, μη τον κοινόν ημών εχθρόν και πολέμιον επιγελάσαι ημίν ως πρότερον συγχωρήσητε. Μη τον Θεόν και το Πνεύμα το Άγιον λυπηθήναι παρασκευάσητε. Μετέωρος εστί πάσα ψυχή, και ακοή πάσα την υμών αναμένουσαν γνώμην, ήν εθελήσητε νεύσαι προς την αγάπην, και τα σκάνδαλα εκ μέσου περιελείν. Ήρθη τα των Χριστιανών, πέπτωκε τα των ασεβών. Έπτηξαν οι μισούντες ημάς και τον οικείον προεγνώκασιν όλεθρον. Ειδ' ό η γένοιτο τουναντίον εκβαίη, και το πονηρόν έθος της διαστάσεως επικρατήσειε του κοινου και συμφέροντος, εγώ μεν ουκέτι δύναμαι περαιτέρω λέγειν, και τω πάθει συγχέομαι, Θεός δε ο πάντα δυνάμενος επανορθώσειε την Εκκλησίαν αυτού, ήν τω ιδίω εξηγόρασεν αίματι και το θέλημα αυτού ως εν ουρανώ και επί της γης γενέσθαι παρασκευάσειεν. Ότι αυτώ πρέπει δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.»
Σήμερα είναι τα προοίμια της παγκοσμίου χαράς, σήμερα οι νοητές ακτίνες του Ηλίου της ειρήνης ανατέλλουν σε όλην την οικουμένη. Σήμερα τα μέλη του σώματος του δεσπότου Χριστού, από πολλά χρόνια διεσπαρμένα και διερρηγμένα επείγονται για την μεταξύ τους ένωση, διότι δεν ανέχεται η κεφαλή όλων Χριστός ο Θεός να υφίσταται διηρημένο το σώμα της Εκκλησίας, ούτε η αγάπη θέλει να αναιρείται ο σύνδεσμος της αγάπης από όλους ημάς. γι' αυτό σε ξεσήκωσε εσένα που έχεις τα πρωτεία από τους ιερείς του Χριστού να μας καλέσεις, αλλά και τον ευσεβέστατον βασιλέα μας ξεσήκωσε να υπακούσει στην πρόσκλησή σου, και τον αγιώτατο Ποιμένα μας και Πατριάρχην, αν και βρίσκεται σε γήρας και σε μακρά ασθένεια, και εμάς που αποτελούμε το ποίμνιό του μας συγκέντρωσε από όλα τα μέρη μέσα από μακρά οδό και πέλαγος και πολλών κινδύνων να το τολμήσουμε να διέλθουμε, αφού αυτό προφανώς έγινε με την θεϊκή δύναμη και κρίση, και αυτό που είναι καλόν και θεάρεστο, ήδη εδώ εκ προοιμίων εξυμνείται. Έλα λοιπόν, αγιώτατε πάτερ, να υποδεχθείς τα τέκνα σου τα ερχόμενα από την μακρινή ανατολή. Αγκάλιασε αυτούς που βρίσκονται χωρισμένοι από πολύ καιρό, και καταφεύγουν στην αγκαλιά σου. Θεράπευσε όσους έχουν σκανδαλισθεί, και απομάκρυνε από το μέσον κάθε εμπόδιο που κωλύει την ειρήνη.
Πες και συ ο ίδιος ως μιμητής του Θεού στους αγγέλους, καθοδηγήστε τον λαόν μου, και συντρίψτε τους λίθους από τον δρόμο τους. Μέχρι πότε εμείς που έχουμε τον ίδιον Χριστό και την ίδια πίστη, θα χτυπάμε αλλήλους και θα κομματιάζουμε; μέχρι πότε εμείς που προσκυνούμε την ίδια Τριάδα θα δαγκώνουμε και θα τρωγόμαστε μεταξύ μας; έως να εξοντωθούμε μεταξύ μας, και να μην επιτρέψουμε στους εξωτερικούς εχθρούς να παύσουμε να υπάρχουμε πλέον. Μη γένοιτο, Χριστέ Βασιλέα, αυτό, ούτε να νικήσει το πλήθος των αμαρτιών μας την δική σου αγαθότητα, αλλά όπως στο παρελθόν, όταν είδες ότι η κακία είχε υπεραπλωθεί και είχε προχωρήσει πολύ, μέσα από Σένα και τους αγίους σου Αποστόλους ανέστειλες την πορεία του κακού προς τα εμπρός, και έκανες να επιστρέψουν όλοι στην δική Σου επίγνωση,έτσι και τώρα μέσα από τους υπηρέτες Σου, οι οποίοι τίποτε πιο σπουδαιότερο δεν έθεσαν σε προτεραιότητα πέραν της δικής Σου αγάπης. Σύναψε εμάς μεταξύ μας και με Σένα, και την ευχή εκείνων πραγματοποίησε, την ευχή την οποία όταν προς το Πάθος πορευόσουν προσευχόμενος έλεγες: “Δώσε σε αυτούς να είναι ένα, όπως και εμείς είμαστε ένα - δος αυτοίς ίνα ώσιν εν, καθώς ημείς εν εσμέν”. Βλέπεις Κύριε πόσο ελεεινή είναι η διασπορά μας (η διαίρεση και ο διασκορπισμός), και πως κάποιοι έχουμε συνηθίσει να ζούμε αυτόνομοι και με αυθάδεια, και με αφορμή την σάρκα να κάνουμε κατάχρηση ττης ελευθερίας, και να έχουμε γίνει δούλοι της αμαρτίας και ολότελα σαρκικοί. Ενώ κάποιοι άλλοι καταντήσαμε να παραδοθούμε στους εχθρούς του σταυρού για διαρπαγή και υποδούλωση, και ως πρόβατα σφαγής έχουμε θεωρηθεί. Ιλάσθητι, Κύριε, πρόσχες, Κύριε, βοήθησέ μας, Κύριε.
Αυτό που από παλαιά εθεωρείτο ως Οικουμενική Σύνοδος αναγκαία για κάποια πράγματα, σήμερα εμείς το εκπληρώσαμε, και όλο μας το είναι έχουμε συνεισφέρει, δώσε λοιπόν Συ ο ίδιος να ολοκληρώσουμε όσα αρχίσαμε, διότι έχεις την δύναμη και μόνον να το θελήσεις, και το θέλημά Σου να γίνει τετελεσμένη πράξη. Πες και σε μας όπως πρωτύτερα διά μέσου του Προφήτου Σου: “ιδού Εγώ είμαι μαζί σας, και το Πνεύμα μου βρίσκεται ανάμεσά σας”, διότι με την δική Σου παρουσία, όλα λοιπόν θα πάρουν καλό δρόμο και θα λειανθούν. Αυτά λοιπόν προς το παρόν ευχήθηκα. Και προς σένα, αγιώτατε πάτερ (Πάπα Ρώμης), θα μιλήσω.
Ποια είναι αυτή η τόση φιλονικία για την καινοτόμο προσθήκη η οποία το σώμα του Χριστού (την Εκκλησία) κατέκοψε και διέσχισε, και των χριστιανών τις γνώμες επί τόσο πολύ έφερε σε σχίσμα; ποια είναι η μακρόχρονη ένσταση και η υπεροψία των αδελφών (των δυτικών) που δεν είναι ένδειξη φιλίας (άφιλος υπεροψία), και η αλλοτρίωση, η αποξένωση όσων σκανδαλίσθηκαν από αυτήν; τι και αν γνωρίζουμε τους Πατέρες, όταν ενάντια στις κοινές παραδόσεις αυτών, διαφορετικά φρονούμε και λέμε: μήπως την πίστη εκείνων (των αγίων πατέρων) θεωρούμε ελλειπή, λειψή, και εισάγουμε την δική μας πίστη ως τελειότερη; τί ενάντια στο ευαγγέλιο που παραλάβαμε διαφορετικό, άλλο ευαγγέλιο κηρύττουμε; ποιος πονηρός δαίμονας μάτιασε (εβάσκανε) την ομόνοια και την ένωσή μας; ποιος αναίρεσε από μας την αδελφική αγάπη, εισάγοντας την διαφορετική θυσία (εννοεί την προσφορά των τιμίων δώρων κατά την θεία λειτουργία και την θεία κοινωνία) που δεν προσφέρεται ορθά, επειδή δεν διαιρείται; είναι άραγε αυτά ταιριαστά στο αποστολικό πνεύμα και την γνώμη των Πατέρων και στην αδελφική διάθεση; ή αντιθέτως αυτά δείχνουν σκαιότητα και διαστροφή και αυθάδεια, και το ότι να μην θεωρεί κανείς ότι δεν είναι κάτι το φοβερό εάν πάντες απωλεσθούν;
Εγώ νομίζω ότι αυτός που εισήγαγε την διαίρεση αυτή, και τον άνωθεν υφαντό χιτώνα του Σώματος του Δεσπότου (την Εκκλησίαν του Χριστού) έσχισε, πρέπει να υποστεί μεγαλύτερη καταδίκη από τους σταυρωτές του Χριστού και από όλους τους ασεβείς και αιρετικούς όλων των αιώνων. Αλλά σε σένα αντιθέτως υπάρχει η δυνατότητα, μακαριώτατε πάτερ (Πάπα Ευγένιε), που είχες την βούληση να ενώσεις τα διεστώτα, και το μεσότοιχον του φραγμού να γκρεμίσεις, και να επιτελέσεις το έργο της οικονομίας του Θεού, συ ο ίδιος έκανες την αρχή, και επαύξησες με τις λαμπρές φιλοτιμίες και τις μεγαλοδωρίες, αντιμετώπισε λοιπόν ευνοϊκά και επιδοκιμαστικά αυτό ακριβώς που θα τεθεί μπροστά σου, γιατί δεν θα βρεις καλύτερη ευκαιρία, από αυτήν που ο Θεός σου παρέσχε σήμερα.. ρίξε μια ματιά τριγύρω σου και δες, πολλούς σεβασμίους και ιεροπρεπείς ήδη που περισσότερο χρειάζονται να αναπαυθούν, αφού ξεσηκώθηκαν από τα γνώριμά τους μέρη, και προσέτρεξαν προς την δική σου τελειότητα, με μόνη την ελπίδα τους στον Θεό, και την αγάπη προς υμάς να μας συνέχει και να μας συνενώνει. Δες τον στέφανο της δόξας και μην αναβάλεις να τον περιβληθείς. Άλλος κομμάτιασε, εσύ ο ίδιος συνένωσε και επούλωσε, άλλος προκάλεσε σχίσμα και διαίρεση, και έσπευσε να καταστήσει το κακό αδιόρθωτο, συ αγωνίσου να επανορθώσεις το γεγονός (ό, τι έγινε) σαν να μην είχε γίνει καθόλου εξ αρχής. Άκουσα από τους φιλοσόφους σας (εννοεί τους λατίνους εκπροσώπους), ότι χάριν οικονομίας και για να διορθωθούν κάποια που δεν είχαν την υγιή πίστη, ότι αυτή η προσθήκη (του Φιλιόκβε) αρχικά επινοήθηκε,λοιπόν πάλιν χάριν οικονομίας να αφαιρεθεί, να μας παραλάβεις ως αδελφούς, για των χωρισμό των οποίων όλοι εσείς φυσιολογικώς νοιώθετε σπαραγμό, εάν δεν έχετε αναλγησία (δεν πονάτε δηλαδή για τον χωρισμό μας).
Βάλε στο μυαλό σου και τα αίματα των χριστιανών, που κάθε μέρα χύνονται στην πικρά δουλεία υπό τους βαρβάρους (τους απίστους), και τον ονειδισμό που υφίσταται ο Σταυρός του Χριστού, αλλά επιπλέον και την ανατροπή των ιερών θυσιαστηρίων (την βεβήλωση των ναών), την κατάσχεση των ιερών σκευών και την διανομή των ιερών ξύλινων αντικειμένων . όλα αυτά φυσιολογικώς θα λυθούν με την δική μας ομόνοια, του Θεού συνεργούντος, την οποία θελήσατε αν δείξετε συγκατάβαση (κατανόηση) στις δικές μας αδυναμίες με το να αποβάλλετε αυτήν και μόνην την τραχεία και ανένδοτη στάση, και να αφαιρέσετε από την μέση όσα μας σκανδαλίζουν. Εάν κάποια τροφή σκανδαλίζει τον αδελφόν μου, ας μην φάω κρέας ποτέ (Α’ Κορ. 8, 13), και βεβαίως δεν είχε κώλυμα (ο Απόστολος Παύλος) να φάει κρέας. Έτσι και τώρα, αγιώτατε Πάτερ (Πάπα Ρώμης). Καλός είναι σαν να λέμε και ο ένζυμος άρτος, καλός και ο άζυμος, αλλ’ ο άζυμος σκανδαλίζει και θεωρείται κατώτερη ως θυσία (ως προσφορά των τιμίων δώρων), και ατελής και νεκρός και ως άρτος κακώσεως από την Αγία Γραφή αποκαλείται. Τι μήπως δεν είναι προτιμητέος ο ένζυμος άρτος, και περισσότερο προτιμητέος ο άζυμος; διότι ένας άρτος, ένα σώμα οι πολλοί είμαστε, λέγει ο Απόστολος Παύλος, και όλοι εκ του ενός άρτου (και δεν λέγει αζύμου) μετέχουμε (Α’ Κορ. 10,17). Όπου λοιπόν δεν μετέχουμε εκ του ενός άρτου (δεν κοινωνούμε εκ του ενός Σώματος του Χριστού), επομένως, ούτε ένα σώμα συναποτελούμε, ούτε έχουμε το ίδιο πνεύμα σύμπνοιας μεταξύ μας, και ας κάνουμε την ίδια κίνηση. Λέγει ο ίδιος Απόστολος (Α’ Κορ. 1, 10) “παρακαλώ υμάς διά του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ίνα το αυτό λέγητε πάντες, και μη η εν υμίν σχίσματα”. Όπου δεν λέμε το ίδιο φυσικά υπάρχει ανάμεσα μας τούτο το μεγάλο και αθεράπευτο σχίσμα μέχρι και σήμερα. Που λοιπόν δεν λέμε το ίδιο; όχι σε κάποια γωνιά και κρυμμένο μέρος, για να το καταλαβαίνουμε οι ίδιοι μεταξύ μας, όπου και μπορεί να περνά απαρατήρητο στους πολλούς, αλλά στο κοινό Σύμβολο της Πίστεως, στην ομολογία του βαπτίσματος και στην χριστιανική σφραγίδα.
Και αν κάποιος παραχαράζει το βασιλικό νόμισμα είναι άξιος μεγάλης τιμωρίας, αυτός που μεταβάλει την κοινή σφραγίδα της χριστιανικής ομολογίας ποια καταδίκη θα υφίστατο, εάν θεωρούσε ότι αυτό είναι μικρότερο πλημμέλημα; εξέτασέ το και έτσι. Κάποτε λέγαμε τα ίδια ολοφάνερα καθώς δεν υπήρχαν ανάμεσά μας σχίσματα, τότε λοιπόν που και οι δύο συμφωνούσαμε με τους αγίους Πατέρες. Τώρα όμως δεν λέμε τα ίδια, αυτά ακριβώς με τα οποία συμφωνούσαμε και με εσάς τους ίδιους, και με τους Πατέρες μας,, και με εσά εάν θέλατε να λέτε (ομολογείτε) την αλήθεια. Εσείς όμως αφού εισαγάγετε καινοτομίες, πρώτα προς εσάς τους ίδιους και έπειτα προς τους κοινούς Πατέρες, και έπειτα και με εμάς αναγκάζεσθε να διαφωνείτε. Και γιατί να μην επανέλθωμεν σε εκείνην την καλήν συμφωνίαν; εάν λοιπόν βγει απόφαση και ομολογία (κοινή) προς εμάς τους ίδιους, και μεταξύ μας και προς τους Πατέρες, και το σχίσμα θα χαθεί, και θα ενωθούν τα διεστώτα, και κάθε καλό θα προκύψει, και ως την ίδια την Αγία Τριάδα και ως προς την κοινή ελπίδα στην οποία έχουμε και έχετε πιστέψει. Μην αδιαφορήσετε και μας αφήσετε να φύγουμε κενοί και άπρακτοι.
Ζητούμε τις πρεσβείες του Χριστού όπως και ο Χριστός πρεσβεύει δι’ ημών. Μην περιφρονήσετε την πρεσβεία (ικετευτική μεσιτεία) αυτή, μην κάνετε τις προσευχές άκαρπες, μην εκπληρώσετε το θέλημα των εχθρών, μην επιτρέψετε όπως προηγούμενως στον κοινό μας εχθρό και πολέμιο (τον διάβολο) να μας περιγελάσει, μην λυπήσετε τον Θεό και το Άγιο Πνεύμα. Κάθε ψυχή στέκεται μετέωρη, και κάθε ακοή περιμένει την γνώμη σας, αν θελήσετε να συγκατανεύσετε προς την αγάπη και να εξαφανίσετε τα σκάνδαλα από ανάμεσά μας. Ας υψωθούν οι χριστιανοί, ας καταπέσουν οι ασεβείς. Αναδιπλώθηκαν αυτοί που μας μισούν και έχουν γνωρίσει εκ των προτέρων τον όλεθρό τους. Εάν ό μη γένοιτο έχουμε την αντίθετη έκβαση, και η κακή συνήθεια να είμαστε εν διαστάσει επικρατήσει του κοινού συμφέροντος, εγώ πλέον δεν θα μπορώ να μιλήσω περαιτέρω και θα βρίσκομαι σε κακή σύγχιση. Ο Θεός ο παντοδύναμος ας επανορθώσει την Εκκλησίαν Του, που την εξαγόρασε με το ίδιο Του το αίμα και ας προετοιμάσει να γίνει το θέλημα Του ως εν ουρανώ και επί της γης. Διότι σε Αυτόν πρέπει δόξα τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Περί της Προσθήκης στο Σύμβολο της Πίστεως,
O Ἐφέσου Μάρκος
Κατά την διάρκεια των συζητήσεων ένα από τα επίμαχα θέματα ήταν η μονομερής εκ μέρους των Λατίνων προσθήκης στο Σύμβολο της Πίστεως του FILIOQUE. O Άγιος Μάρκος παρουσιάζοντας τις ορθόδοξες θέσεις απέδειξε μέσα από κείμενα αγίων Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων ότι η Προσθήκη αυτή ήταν παράτυπη και αυθαίρετη καινοτομία, που διετάρασσε τις σχέσεις των Προσώπων της Αγίας Τριάδος και εισήγε μία φοβερή αίρεση στην Εκκλησία. Η ομιλία του Αγίου Μάρκου επιγράφεται «Ομολογία περί της ορθής πίστεως» (P.G. 160, 100 κ. ε.). Εδώ παρατίθεται το τελευταίο μέρος της Ομολογίας, το ειδικώς αναφερόμενον στην Προσθήκη του FILIOQUE (προηγουμένως ο Άγιος Μάρκος είχε αποδείξει ότι το FILIOQUE αποτελεί αίρεση καταδικαστέα από τους Αγίους Πατέρες και τις Οικουμενικές Συνόδους).
«Το ιερόν της πίστεως σύμβολον ακίνητον δει φυλάττεσθαι κρίνω ως εξεδόθη και ους αποβάλλονται συναποβαλλόμενοι, ουδέποτε εις κοινωνίαν προσδέξομαι, τους τολμήσαντας εν τω συμβόλω την καινοτομίαν προσθήναι περί της Αγίου Πνεύματος εκπορεύσεως, έως αν εμμένωσιν τη τοιαύτη καινοτομία. Ο γαρ κοινωνών φησί τω ακοινωνήτω και αυτός ακοινώνητος έστω, και ο θείος Χρυσόστομος εξηγούμενος το, ει τις ευαγγελίζεται υμίν πρ’ ό παρελάβετε, ανάθεμα. Ουκ είπε, φησίν, εάν εναντία καταγγέλλωσιν, ή το παν ανατρέπωσιν, αλλά, καν μικρόν τε ευαγγελίζωνται, παρ’ ό παρελάβετε, καν το τυχόν παρακινήσωσιν, ανάθεμα έστωσαν. Και ο αυτός αύθις; οικονομητέον ένθα μη παρανομητέον. Και ο μέγας Βασίλειος εν τοις ασκητικοίς φανερά έκπτωσις πίστεως και υπερηφανίας κατηγορία, ή αθετείν τι των γεγραμμένων ή επεισάγειν των μη γεγραμμένων, του Κυρίου ημών Ιησού ειπόντος, τα εμά πρόβατα της φωνής μου ακούει. Και προ τούτου ειρηκότος, αλλοτρίω δε ου μοι ακολουθήσωσιν, αλλά φεύξονται απ’ αυτού, ότι ουκ οίδασι την φωνήν των αλλοτρίων, και εν τη μονάζοντας επιστολή, οίτινες την υγιή πίστιν προσποιούντες ομολογείν, κοινωνούσι δε τοις ετεροφρόσι, τους τοιούτους, ει μετά παραγγελίαν μη αποστώσι, μη μόνον ακοινωνήτους έχειν, αλλά μηδέ αδελφούς ονομάζειν. Και προ τούτου ο 2 Θεοφόρος Ιγνάτιος εν τη προς τον θείον Πολύκαρπον Σμύρνης επιστολή, πας ο λέγων, φησί, παρά τα διατεταγμένα, καν αξιόπιστος ή, καν νηστεύη, καν σημεία ποιεί, καν προφητεύη, λύκος σοι φαινέσθω εν προβάτου δορά, προβάτων φθοράν κατεργαζόμενος. Και τι δει πολλά λέγειν, άπαντες οι της Εκκλησίας διδάσκαλοι, πάσαι αι σύνοδοι, πάσαι αι θεία γραφαί φεύγειν τους ετερόφρονας παραινούσι, και της αυτών κοινωνίας διίστασθαι. Τούτων ουν εγώ πάντων καταφρονήσας, ακολουθήσω τοις εν θείον σύμβολον κιβδηλεύσασι, και τον Υιόν επεισάγουσι δεύτερον αίτιον του Αγίου Πνεύματος. Τα γαρ λοιπά των ατοπημάτων εκ τόγε νυν έχον, ων και έν μόνον ικανόν ήν ημάς εξ αυτών διαστήσαι, μη πάθοιμι τούτό ποτε, Παράκλητε αγαθέ, μη δ’ ούτως εμαυτού και των καθηκόντων λογισμών αποπέσοιμι, της δε σης διδασκαλίας και των υπό σου εμπνευσθέντων μακαρίων ανδρών εχόμενιος, προστεθείην προς τους εμούς πατέρας, τούτο ειμή τι και άλλο εντεύθεν αποφερόμενος την ευσέβειαν».
«Τούτο το Σύμβολον απαιτούμεν υμάς, ω φίλοι, την καλήν παρακαταθήκην των ημετέρων Πατέρων, των εν τη ημετέρα βασιλίδι πόλει συναθροισθέντων. Απόδοτε τοίνυν τούτο, καθώς παρελάβετε παρ’ ημών. Εί τις υμίν ενεπίστευσε παρακαταθήκην, ουκ αν αυτήν, ως παρελάβατε, παρεδώκατε; απόδοτε τοίνυν και το των πατέρων Σύμβολον, ως ελάβατε. Ου δέχεται προσθήκην, ου δέχεται μείωσι. Κέκλεισται παρ’ αυτών και εσφράγισται και τους τολμώντας τούτο καινοτομείν αποπέμπονται, και τους έτερον παρ’ αυτό ποιούντας ευθύναις υπάγουσι. Μικρόν υμίν η γενομένη της λέξεως προσθήκη είναι δοκεί, και ολίγος ο περι ταύτης λόγος; ουκούν και εξαιρεθείσα μικρόν αν βλάψειεν ή ουδέν, μάλλον δε ωφελήσει τα μέγιστα. Συνάψει γαρ Χριστιανούς άπαντας. Αλλά μέγα το γεγονός και πολύς ο περί τούτου λόγος. Ουκούν ουδέ ημείς αμαρτάνομεν πολύν ποιούμενοι τον περί τούτου λόγον. Δι’ οικονομίαν τινά προσετέθη; δι’ οικονομίαν αφαιρεθήτω πάλιν, ίνα προσλάβησθε αδελφούς σπαραττομένους και την αγάπην ούτω περί πολλού ποιουμένους. Παρακαλούμεν τοίνυν υμάς, ω πατέρες και αδελφοί και κύριοι τιμιώτατοι, ως πρότερον παρεκαλέσαμεν, διό τα σπλάγχνα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού του αγαπήσαντος ημάς, αχρείους όντας και αμαρτωλούς και απεγνωσμένους, και την ψυχήν αυτού θέντος υπέρ ημών, επανέλθωμεν προς την καλήν συμφωνίαν την προς ημάς αυτούς και τους αγίους Πατέρας, ήν είχομεν πρότερον, ότε το αυτό πάντες ελέγομεν, και ουκ ήν εν ημίν σχίσμα τι. Επιγνώμεν αλλήλους αδελφικώς. Αιδεσθώμεν τους κοινούς Πατέρας ημών. Τιμήσωμεν αυτών τους όρους. Φοβηθώμεν 3 αυτών τας απειλάς. Φυλάξωμεν τας παραδόσεις, ίνα ομοθυμαδόν εν ενί στόματι και μια καρδία δοξάσωμεν το πάντιμες και μεγαλοπρεπές όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.»
Το ιερό σύμβολον της πίστεως κρίνω ότι πρέπει να φυλάσσεται ακίνητο όπως εξεδόθη και ας αποβάλλομεν (από την Εκκλησία) όσους αποβάλλονται (πρέπει να απομακρύνονται από την Εκκλησία), ποτέ δεν θα δεχθώ σε κοινωνία όσους τόλμησαν στο σύμβολο να προσθέσουν την καινοτομία περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, όσο εμμένουν σε αυτήν την καινοτομία. Γιατί όποιος έχει κοινωνία με τον ακοινώνητο και αυτός ας είναι ακοινώνητος. Και ο θείος Χρυσόστομος εξηγώντας το, εάν κάποιος ευαγγελίζεται σε σας ενάντια σε ό, τι παραλάβατε, ανάθεμα, δεν είπε, λέγει (ο ιερός Χρυσόστομος), έαν τα αντίθετα αναγγέλλουν, ή ανατρέπουν τα πάντα, αλλά, και αν ακόμη κάτι μικρό ευαγγελίζονται ενάντια σε όσα παραλάβατε, και αν κάτι ίσως μετακινήσουν, ας αναθεματίζονται. Και ο ίδιος λέγει πάλι, μπορεί να γίνεται οικονομία όπου δεν γίνεται παρανομία (''οικονομητέον ένθα μη παρανομητέον''). Και ο Μέγας Βασίλειος στο έργο του ''Ασκητικά'' λέγει ότι είναι φανερή έκπτωση της πίστεως και κατηγορία για υπερηφάνια, το να αθετείς κάτι από τα γεγραμμένα ή να εισάγεις κάτι που δεν είναι γεγραμμένο, καθώς και ο Κύριος ημών Ιησούς είπε: «τα δικά μου πρόβατα ακούουν την φωνή μου, τον ξένον δεν θα ακολουθήσουν, αλλά θα φύγουν από αυτόν, διότι δεν αναγνωρίζουν την φωνή των ξένων» (Ιω. 10, 5). Και στην επιστολή προς τους μοναχούς (επιστολή Μεγάλου Βασιλείου ''προς μονάζοντας'') λέγει ότι αυτοί που προσποιητά ομολογούν την υγιή πίστη, έχουν όμως κοινωνία με όσους φρονούν διαφορετικά (τους ετεροδόξους), αυτούς, εάν τους ειδοποιήσουμε και τους ενημερώσουμε και δεν απομακρυνθούν από αυτούς, όχι μόνον να μην έχουμε κοινωνία μαζί τους, αλλά ούτε αδελφούς να τους ονομάζουμε. Και πριν από αυτόν ο θεοφόρος Ιγνάτιος στην επιστολή του προς τον άγιο Πολύκαρπο επίσκοπο Σμύρνης λέγει ότι, καθένας που λέγει κάτι αντίθετο από τα διατεταγμένα, και αν ακόμη είναι αξιόπιστος, κι αν νηστεύει, κι αν κάνει θαύματα, κι αν προφητεύει, να σου φαίνεται ως λύκος με δέρμα προβάτου, που επιδιώκει την φθορά των προβάτων. Και γιατί πρέπει να λέμε πολλά, όλοι οι διδάσκαλοι της Εκκλησίας, όλες οι σύνοδοι, όλες οι θείες γραφές μας προτρέπουν να αποφεύγουμε τους ετεροδόξους (ετερόφρονας), και να απομακρυνόμαστε από την κοινωνία μαζί τους. Όλους αυτούς εγώ να τους περιφρονήσω και να ακολουθήσω αυτούς που νόθευσαν το Σύμβολο της Πίστεως, εισάγοντας και τον Υιό ως δεύτερον αίτιον του 4 Αγίου Πνεύματος. Γιατί και τα υπόλοιπα ατοπήματά τους πέρα από το συγκεκριμένο βεβαίως, εκ των οποίων ατοπημάτων έστω και ένα μόνον ήταν ικανό να μας φέρει σε διάσταση. Να μην το πάθω αυτό ποτέ, Παράκλητε αγαθέ, να μην ξεπέσω έτσι από τον εαυτό μου και από τους κατάλληλους και πρέποντες λογισμούς. Κατέχοντας την διδασκαλία σου (την αγιοπνευματική) και των μακαρίων ανδρών που ενεπνεύσθησαν από Σένα, θα προσέθετα τον εαυτόν μου μαζί με τους αγίους Πατέρες μου, αν μη τι άλλο αποκομίζοντας από αυτούς την ευσέβεια.
Τούτο το Σύμβολο απαιτούμεν από σας, φίλοι, την καλή παρακαταθήκη δηλαδή των Πατέρων μας, που συγκεντρώθηκαν στην δική μας βασιλική πόλη (εννοεί τους αγίους Πατέρες που συγκεντρώθηκαν στην Βασιλεύουσα και συνέταξαν το Σύμβολο της Πίστεως Νικαίας - Κωνσταντινουπόλεως, το γνωστό μας Πιστεύω). Αποδώσατε λοιπόν αυτό (το Σύμβολο), όπως το παραλάβατε από εμάς. Αν κάποιος από εσάς σας εμπιστεύθηκε μία παρακαταθήκη, δεν θα παραδώσατε την ίδια, όπως την παραλάβατε; Αποδώσατε λοιπόν και το Σύμβολο των Πατέρων, όπως το παραλάβατε.. δεν δέχεται προσθήκη, δεν δέχεται μείωση. Έχει κλειστεί και σφραγιστεί από αυτούς (τους Πατέρες), και όσοι τολμούν να επιφέρουν σε αυτό καινοτομίες, απομακρύνονται, και όσοι διαφορετικά από αυτό πράττουν έχουν ευθύνες. Σας φαίνεται ότι είναι μικρό πράγμα η γινομένη προσθήκη της λέξεως, και λίγο να μιλήσουμε για αυτήν; αν λοιπόν, έστω και μικρόν (το θεωρείτε), την αφαιρέσετε εν θα έβλαπτε σε τίποτε, αλλά μάλλον θα ωφελήσει τα μέγιστα, διότι θα συνενώσει όλους τους Χριστιανούς. Αλλά (η προσθήκη) αποτελεί μέγα γεγονός και πολύ πρέπει να συζητήσουμε για αυτήν. Επομένως εμείς δεν αμαρτάνουμε μιλώντας πολύ για το ζήτημα αυτό. Για κάποια οικονομία έγινε η προσθήκη; για οικονομία ας αφαιρεθεί πάλι, για να δεχθείτε αδελφούς που νοιώθουν σπαραγμό ψυχής και δίνουν μεγάλη σημασία στο να γίνει αγάπη. Σας παρακαλούμε λοιπόν, πατέρες και αδελφοί και εντιμώτατοι κύριοι (οι χαρακτηρισμοί αυτοί απευθύνονται στους Λατίνους), όπως και πρωτύτερα σας παρακαλέσαμε, για τα σπλάγχνα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού που μας αγάπησε, αν και είμαστε αχρείοι και αμαρτωλοί και σε απόγνωση, και την ψυχή Του προσέφερε για χάρη μας, ας επανέλθουμε στην καλήν συμφωνίαν που είχαμε πρωτύτερα μεταξύ μας και με τους αγίους Πατέρες, όταν όλοι λέγαμε τα ίδια, και δεν υπήρχε ανάμεσά μας κάποιο σχίσμα. Ας αναγνωρίσει ο ένας τον άλλον ως αδελφόν. Ας σεβασθούμε τους κοινούς μας Πατέρες. Ας τιμήσουμε τις αποφάσεις τους. Ας φοβηθούμε τις απειλές τους. Ας φυλάξουμε τις παραδόσεις, ώστε 5 ομοθυμαδόν με ένα στόμα και μία καρδιά να δοξάσουμε το πάντιμον και μεγαλοπρεπές όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Εγκύκλιος επιστολή τοις απανταχού της γης και των νήσων ευρισκομένοις ορθοδόξοις χριστιανοίς,
O Ἐφέσου Μάρκος
Ο Άγιος Μάρκος, μετά την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη, και ευρισκόμενος σε περιορισμό στην Λήμνο (1440-41), έγραψε την γνωστή Εγκύκλιο Επιστολή και την απηύθυνε σε όλους τους ορθοδόξους χριστιανούς απανταχού της γης και των νήσων. Το κείμενο αυτό αποτελεί ένα από τα σημαντικά «Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», περιέχεται στην Ελληνική Πατρολογία (P.G. 160, 112-204) και έχει συμπεριληφθεί στο ομότιτλο έργο του καθηγητού Ιω. Καρμίρη. Στην Επιστολή αυτή ο Άγιος Μάρκος εξηγεί στον πιστό ορθόδοξο λαό πως πρέπει να βλέπει το θέμα της Ενώσεως με τους Λατίνους και την εμμονή τους στις δογματικές τους κακοδοξίες. Επίσης, καταφέρεται με έντονους χαρακτηρισμούς εναντίον των λατινοφρόνων ενωτικών και ονομάζει τους Λατίνους όχι μόνον σχισματικούς αλλά και αιρετικούς. Το όλο κείμενο διαπνέεται από έντονο ανθενωτικό και αντιλατινικό πνεύμα. Παραθέτουμε το πρωτότυπο κείμενο και εν συνεχεία σε νεοελληνική απόδοση.
«Τοις απανταχού της γης και των νήσων ορθοδόξοις Μάρκος της Εφεσίων Μητροπόλεως εν Κυρίω χαίρειν.
Οι την κοινήν υμάς αιχμαλωσίαν αιχμαλωτεύσαντες και προς την Βαβυλώνα των Λατινικών εθνών και δογμάτων θελήσαντες κατασύραι, τούτο μεν ουκ ηδυνήθησαν αγαγείν εις πέρας, αυτόθεν τε απεμφαίνον ορώντες και άλλως αδύνατον, εν μέσω δε που της οδού καταμείναντες αυτοί τε και όσοι τούτοις επηκολούθησαν, ουτ’ εκείνο λοιπόν μεμενήκασιν, ούτε τούτο γεγόνασιν. Ιεροσόλυμα μεν απολιπόντες, τους ως αληθώς όρασιν της ειρήνης και το Σιών όρος την βεβαίαν πίστιν και άσειστον, Βαβυλώνιοι δε γενέσθαι τε και κληθήναι μήτε βουλόμενοι, μήτε δυνάμενοι και διά του αν δικαίως κληθέντες γραικολατίνοι. Καλούμενοι δι’ ουν υπό των πολλών Λατινόφρονες, ούτοι τοίνυν οι μιξόθηρες (μικτοί θηρία και άνθρωποι), κατά τους εν μύθοις ιπποκενταύρους, μετά των Λατίνων ομολογούσι το εκ του Υιού το Πνεύμα το Άγιον εκπορεύεσθαι και τον Υιόν αίτιον έχειν της εαυτού υπάρξεως, ούτω γαρ και ο αυτών όρος διαλαμβάνει, μεθ’ ημών δε το εκ του Πατρός εκπορεύεσθαι λέγουσι. Και μετ’ εκείνων μεν θεμιτώς και ευλόγως την προσθήκην εν τω συμβόλω γεγονέναι, φασί, μεθ’ ημών δε λέγειν ταύτα ου καταδέχονται. Και τοι γε το θεμιτώς και ευλόγως γενόμενον τις αν παραιτήσαιτο λέγειν.
Μετ’ εκείνων μεν το άζυμον, σώμα του Χριστού λέγουσι. Μεθ’ ημών δε αυτού μεταλαμβάνειν ουκ αν τολμήσειεν. Άρ’ ουχ ικανά ταύτα την γνώμην αυτών διαδείξαι και ότι ουκ αληθείας έρευναν ποιούμενοι τοις Λατίνοις συνήλθον, ήν εν χερσίν έχοντες προδεδώκασιν, αλλά χρυσοχοήσαι βουλόμενοι και πεπλασμένην ουκ αληθή συστήσασθαι ένωσιν. Τίνα δε τρόπον αυτοίς ηνώθησαν επισκεπτέον. Παν γαρ τω εταίρω ενούμενον, δι’ ενός τινός μέσου πάντως ενούται. Τη μεν ουν δόξη της περί του Αγίου Πνεύματος εκπορεύσεως έδοξαν ενωθήναι, συν αυτοίς αποφηνάμενοι και εκ του Υιού τούτο έχειν την ύπαρξιν τα δε άλλα πάντα διάφορα. Και ουδέν εν αυτοίς έν, ουδέ μέσον, ουδέ κοινόν, αλλά δύο μεν σύμβολα και παρηλλαγμένα λέγεται πάλιν, ώσπερ και πρότερον, διτταί δε και διάφοροι λειτουργίαι τελούνται, η μεν δι’ ενζύμου θυσίας, η δε δι’ αζύμου, διττά δε βαπτίσματα, το μεν διά της τριτής καταδύσεως τελειούν, το δε δι’ επιχύσεως ύδατος εκ κορυφής άνωθεν. Και το μεν τω μύρω προσχρώμενον, το δ’ οτιούν αυτού χρείαν έχον. Διττά δε τα έθη πάντα και εν πάσι παρηλλαγμένα, νηστείαι τε και εκκλησιαστικαί τάξεις και είτι τοιούτον.
Τις ουν η ένωσις, όταν μη φανερόν και επίδηλον σημείον έχη, και πως ηνώθησαν οι τα οικεία στέργειν βουλόμενοι; Τούτο γαρ που και συνεφώνησαν, και μη τοις εκ των πατέρων παραδεχομένοις ακολουθούντες. Αλλά τις ο σοφός αυτών λόγος; ουδέποτε, φησίν η των Γραικών Εκκλησία το εκ μόνου του Πατρός εκπορεύεσθαι έλεγεν, αλλ’ απλώς εκ του Πατρός εκπορεύεσθαι. Τούτο γαρ τον Υιόν ουκ εκβάλλει της εκπορεύσεως. Ώστε κατά τούτο και πρότερον ήμεν, και νυν εσμέν ηνωμένοι. Φευ της ανοίας! Φευ της τυφλώσεως! Ει δε αεί η των Γραικών Εκκλησία, το εκ του Πατρός εκπορεύεσθαι έλεγεν, εξ αυτού του Χριστού και των ιερών Αποστόλων και των εν ταις Συνόδοις πατέρων παραλαβούσα. Το εκ του Υιού δε ουδέποτε έλεγεν, ουδέ γαρ παρέλαβε τούτο παρ’ ουδενός, τι γε άλλο, ή το εκ μόνου του Πατρός εκπορεύεσθαι έλεγεν. Ει γαρ ουκ εκ του Υιού, δήλον ως εκ μόνου του Πατρός. Όρα δε και επί της γεννήσεως, τον εκ του Πατρός φησί γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων, μη τις ενταύθα το εκ μόνου προστίθησιν; αλλ’ ουδέν ήττον και νοούμεν τούτο και λέγομεν δεήσει. Παρ’ ουδενός γαρ άλλου γεννάσθαι τον Υιόν μεμαθήκαμεν. Διά τούτο και ο Δαμασκηνός Ιωάννης, εκ προσώπου της Εκκλησίας πάσης και των χριστιανών απάντων, εκ του Υιού φησί το Πνεύμα ου λέγομεν. Ει δε εκ του Υιού το Πνεύμα ου λέγομεν, δήλον ως εκ του Πατρός μόνου λέγομεν, διό και μικρόν ανωτέρω τον Υιόν φησίν, ου λέγομεν αίτιον. Και εν τω αφ’ εξής κεφαλαίω, μόνος αίτιος ο Πατήρ.
Τι έτι; ουδέποτε, φησί, τους Λατίνους ως αιρετικούς είχομεν, αλλά μόνον σχισματικούς, τούτο μεν ουν παρ’ αυτών εκείνων ειλήφασι. Σχισματικούς γαρ ημάς εκείνοι καλούσιν, ουδέν ημίν εγκαλείν έχοντες περί την ημετέραν δόξαν, αλλ’ ότι της υποταγής αυτών απεσχίσθημεν, ήν οφείλομεν ως εκείνοι νομίζουσιν. Ει δε και ημάς τούτο δίακιον αντιχαρίζεσθαι και ουδέν αυτοίς εγκαλούμεν περί την δόξαν, σκεπτέον. Την μεν ουν αιτίαν του σχίσματος αυτοί δεδώκασι, την προσθήκην εξενεγκόντες αναφανδόν, ήν υπ’ οδόντα πρότερον έλεγον. Ημείς δε αυτών εσχίσθημεν πρότερον, μάλλον δε εσχίσαμεν αυτούς και απεκόψαμεν του κοινού της Εκκλησίας σώματος. Διατί; ειπέ μοι πότερον ως ορθήν έχοντες δόξαν, ή ορθώς την προσθήκην εξενεγκόντες; και τι αν τούτο είπει, μη σφόδρα τον εγκέφαλον διασεσεισμένος; αλλ’ ως άτοπα και δυσεβή φρονούντας και παράλογον προσθήκην ποιήσαντας. Ουκ ουν ως αιρετικούς αυτούς απεστράφημεν και διά τούτο αυτών εχωρίσθημεν. Διατί γαρ άλλο; Φασί γαρ οι φιλευσεβείς νόμοι, αιρετικός εστί, και κατά των αιρετικών νόμοις υπόκειται, ο και μικρόν γουν τι παρεκκλίνων της ορθής πίστεως.
Ει μεν ουν ουδέν τι παρεκκλίνουσι της ορθής πίστεως, μάτην ως έοικεν αυτούς απεκόψαμεν. Ει δε παρεκκλίνουσιν όλως, καλώς τούτο εποιήσαμεν. Φευκταίον ουν αυτούς, ως φεύγει τις από όφεως ή κακείνων πολλώ δήπου χείρονας ως χριστοκαπήλους και Χριστεμπόρους. Ούτοι γαρ εισί κατά τον θείον Απόστολον, οι πορισμόν ηγούμενοι την ευσέβειαν περί ων επάγει λέγων, αφίστασο. Ποία δε κοινωνία φωτί προς σκότος; ή τις συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ; ή τις μερίς πιστώ μετά απίστου;
Ημείς μεν μετά των Πατέρων απάντων, εκ του Υιού το Πνεύμα ου λέγομεν, ούτοι δε μετά των Λατίνων και τον Υιόν πηγήν του Αγίου Πνεύματος λέγοντες εκβάλλουσιν αυτό της θεότητος. Και ημείς μετά του Θεολόγου Γρηγορίου τη αιτία διακρίνομεν του Υιού τον Πατέρα, ούτοι δε μετά των Λατίνων τη αιτία τούτους συνάπτουσι. Ημείς μεν μετά του σεπτού Μαξίμου και των τότε Ρωμαίων και των Δυτικών Πατέρων, ου ποιούμεν τον Υιόν αιτίαν του Πνεύματος. Ημείς μεν μετά του φιλοσόφου και μάρτυρος Ιουστίνου, ως ο Υιός εκ του Πατρός, ούτω και το Πνεύμα εκ του Πατρός λέγομεν. Ούτοι μεν μετά των Λατίνων τον μεν Υιόν αμέσως, το δε Πνεύμα εμμέσως, εκ του Πατρός λέγουσι. Ημείς μεν μετά του Δαμασκηνού και των Πατέρων απάντων την διαφοράν γεννήσεως και εκπορεύσεως αγνοείν ομολογούμεν, ούτοι δε μετά του Θωμά και των Λατίνων, τω εμμέσω και αμέσω διαφέρειν φασί τας προόδους. Ημείς μεν της ακτίστου και θείας φύσεως, άκτιστον και την θέλησιν και την ενέργειαν είναι φαμέν, κατά τους Πατέρας, ούτοι δε μετά των Λατίνων και Θωμά την μεν θέλησιν την αυτήν τη ουσία, την δε θείαν ενέργειαν κτιστήν είναι λέγουσι. Καν τε θεότης ονομάζοιτο, καν τε θείον και άϋλον φως, καν τε Πνεύμα Άγιον, καν τε τοιούτον έτερον. Και ούτω κτιστήν Θεότητα και κτιστόν θείον φως και κτιστόν Πνεύμα Άγιον, τα πονηρά πρεσβεύουσι κτίσματα.
Ημείς μεν ούτε τους Αγίους απολαβείν την ητοιμασμένην αυτών βασιλείαν και τα απόρρητα αγαθά, ούτε τους αμαρτωλούς εις την γέενναν εμπεσείν ήδη φαμέν, αλλ’ εκδέχεσθαι τον ίδιον εκατέρους κλήρον και είναι τούτο καιρού μέλλοντος μετά την ανάστασιν και την κρίσιν. Ούτοι δε μετά των Λατίνων τους μεν αυτίκα μετά θάνατον απολαβείν ήδη κατ’ αξίαν εθέλουσι, τοις μεν μέσοις, ήτοι τοις εν μετανοία τετελευτηκόσι πυρ αυτοί καθάρσιον έτερόν τι της γεέννης υπάρχον αναπλάσαντες αποδιδούσιν, ίνα δι’ αυτού, φησί, καθαιρόμενοι τας ψυχάς μετά θάνατον, επί την βασιλείαν και αυτοί μετά των δικαίων αποκαταστώσιν. Τούτο δε και ο όρος αυτών περιέχει. Ημείς αποστρεφόμεθα το ιουδαϊκόν άζυμον τοις Αποστόλοις κανονίζουσιν υπακούοντες. Ούτοι δη εν τω αυτώ όρω, σώμα Χριστού το παρά των Λατίνων ιερουργούμενον αποφαίνονται. Ημείς μεν αθεμίτως και παρανόμως και τοις Πατράσιν εναντίαν την εν τω Συμβόλω προσθήκην γεγενήσθαι φαμέν, ούτοι δε αυτήν θεμιτώς και ευλόγως διορίζονται γεγενήσθαι. Τοσούτον οίδασι τη αληθεία και εαυτοίς συμφωνείν. Ημείς μεν, τον Πάπαν ως ένα των Πατριαρχών λογιζόμεθα και τούτο γε, αν ορθόδοξος ή, ούτοι δε αυτόν βικάριον του Χριστού και πατέρα και διδάσκαλον των χριστιανών απάντων μάλα σεμνώς αποφαίνονται. Γένοιτο πατρός ευτυχέστεροι, τα δε άλλα όμοιοι. Και γαρ δει κακείνος ουκ ευτυχείν, τον αντίπαπαν έχων επιεικώς διοχλούντα, και ούτοι τον πατέρα μιμείσθαι και τον διδάσκαλον ουκ ανέχονται.
Φεύγετε ουν αυτοίς, αδελφοί, και την προς αυτούς κοινωνίαν. «οι γαρ τοιούτοι ψευδαπόστολοι, εργάται δόλιοι μετασχηματιζόμενοι εις αποστόλους Χριστού. Και ου θαυμαστόν. Αυτός γαρ ο Σατανάς μετασχηματίζεται εις άγγελον φωτός. Ου μέγα ουν ει και οι διάκονοι αυτού μετασχηματίζονται ως διάκονοι δικαιοσύνης, ων το τέλος έσται κατά τα έργα αυτών (Β' Κορ. 11, 13-15). Και πάλιν αλλαχού περί των αυτών ο αυτός απόστολος «οι τοιούτοι τω Κυρίω ημών Ιησού Χριστώ ου δουλεύουσιν, αλλά τη εαυτών κοιλία και διά της χριστολογίας και ευλογίας εξαπατώσι τας καρδίας των ακάκων, ο μέντοι στερρός θεμέλιος έστηκεν έχων την σφραγίδα ταύτην». «εί τις υμάς ευαγγελίζεται παρ' ό παρελάβετε, καν άγγελος εξ ουρανού ανάθεμα έστω». Βλέπετε προφητικώς το «καν άγγελος εξ ουρανού», ίνα μη τις την υπεροχήν του Πάπα προβάλληται. Και ο ηγαπημένος μαθητής: «είτις έρχεται προς υμάς και τοιαύτην διδαχήν ου φέρει, εις οικίαν αυτώ μη λαμβάνετε και χαίρειν αυτώ μη λέγετε. Ο γαρ λέγων αυτώ χαίρειν κοινωνεί τοις έργοις αυτού τοις πονηροίς» (Β' Ιω. 10-11). Τούτων υμίν υπό των αγίων Αποστόλων διωρισμένων, στήκατε κρατούντες τας παραδόσεις άς παραλάβατε, τάς τε εγγράφους και τας αγράφους, ίνα μη των αθέσμνων πλάνη συναπαχθέντες, εκπέσητε του ιδίου στηριγμού. Αιρετικοί εισίν άρα και ως αιρετικούς αυτούς απεκόψαμεν.
Διατί δε και χρίομεν τω Μύρω τους εξ αυτών ημίν προσιόντας; λέγει γαρ ο ζ' κανών της Β' Οικουμενικής Συνόδου: «τους προστιθεμένους τη ορθοδοξία και τη μερίδι των σωζομένων από αιρετικών δεχόμεθα κατά την υποτεταγμένην ακολουθίαν και συνήθειαν. Αρειανούς μεν και Μακεδονιανούς και Σαββατιανούς και Ναυατιανούς τους λέγοντας εαυτούς καθαρούς και Αριστερούς και Τέσσαρας και δεκατίτας ήγουν τετραδίτας και Απολλιναριστάς δεχόμεθα, διδόντας λιβέλλους και αναθεματίζοντας πάσαν αίρεσιν μη φρονώσαν ως φρονεί η Αγία του Θεού Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, σφραγιζομένους (ήτοι χριομένους) πρώτον τω αγίω Μύρω, το τε μέτωπον και τους οφθαλμούς και τας ρίνας και το στόμα και τα ώτα και σφραγίζοντες αυτούς λέγομεν: σφραγίς δωρεάς Πνεύματος Αγίου». Οράς τίσι συνάπτομεν τους εκ Λατίνων ημίν προσιόντας; Ει ουν ούτοι πάντες αιρετικοί, δήλον κακείνοι.
Τι δε και ο σοφώτατος Πατριάρχης Θεόδωρος ο Βαλσαμών, εν ταις προς Μάρκον τον αγιώτατον Πατριάρχην Αλεξανδρείας αποκρίσεσι περί τούτων, γράφει: εις την ερώτησιν «αιχμάλωτοι Λατίνοι και έτεροι, παρουσιαζόμενοι εις τας καθολικάς Εκκλησίας ημών, ζητούσι μεταλαμβάνειν των θείων αγιασμάτων. Ει ουν εγχωρητέον τούτό εστι, ζητούμεν μαθείν», απαντά «ο μη ων μετ' εμού κατ' εμού εστί. Και ο μη συνάζων μετ' εμού σκορπίζει. Επεί ουν προ χρόνων πολλών απεσχίσθη η δυτική Εκκλησία (της Ρώμης φαμέν, το περιώνυμον άθροισμα), ήτις εκ των ετέρων τεσσάρων αγιωτάτων Πατριαρχών κοινωνίας αποσχισθείσα εις έθη και δόγματα της καθολικής Εκκλησίας και των ορθοδόξων αλλότρια, διά γαρ τούτο, ούτε εν ταις θείαις ιεροτελεστίαις της κοινής των Πατριαρχών αναφοράς ο Πάπας ηξίωται. Ουκ οφείλει ουδέ γένος Λατινικόν εκ χειρός ιερατικής, διά των θείων και αχράντων μυστηρίων αγιάζεσθαι, ει μη κατάθηται πρότερον αποσχέσθαι των λατινικών δογμάτων και συνηθειών και κατά κανόνας κατηχηθή και τοις ορθοδόξοις εξισωθή». Ακούεις; απεσχίσθησαν, ου μόνον εις έθη, αλλά και δόγματα της Εκκλησίας αλλότρια, πάντως αιρετικά και ότι κατά κανόνας κατηχηθήναι, οφείλει και τοις ορθοδόξοις εξισωθήναι. Ει δε κατηχηθήναι, δήλον ότι και τω Μύρω χρισθήναι. Πόθεν ουν ημίν ανεφάνησαν εξαίφνης όντες ορθόδοξοι, οι διά τοσούτων διδασκάλων κριθέντες αιρετικοί; τις αυτοίς ούτως ραδίως ορθοδόξους πεποίηκεν; ο χρυσός ει βούλοι ταληθή λέγειν και κέρδη τα σα. Μάλλον μεν ουν εκείνους ούτε πεποίηκεν ορθοδόξους, σε δε ποιήσας εκείνοις όμοιον εις την αιρετικήν απεώσατο μοίραν.
Αλλ' ει μεσότητά τινα, φησίν, επενοήσαμεν των δογμάτων, εκείνοις τε συναφθησόμεθα δι' αυτής και προς ημάς αυτούς έξομεν, ουδέν αναγκαζόμενοι λέγειν παρά τα ειωθότα και παραδεδομένα. Τουτ’ έστιν εκείνο, το τους πολλούς εξ αρχής απατήσαν και πείσαν ακολουθείν τοις εις τον κρημνόν της δυσσεβείας απάγουσιν, πιστεύσαντες γαρ είναί τι μέσον αμφοίν των δοξών, όπερ επί τινων εναντίον συμβαίνει προς το δεινόν ηυτομόλησαν. Αλλά λέξιν μεν ενδέχεται μέσην δύο δοξών ευρεθήναι τας αμφοτέρας σημαίνουσιν ομωνύμως. Δόξα δε μέση εναντίον δοξών περί του αυτού πράγματος, αδύνατον, ει Δε μη και αληθείας και ψεύδους έσται τι μέσον και καταφάσεως και αποφάσεως, αλλ’ ουκ έστιν, επί παντός γαρ ή κατάφασις ή απόφασις; ει μεν ουν αληθές το λατινικόν δόγμα, το εκ του Υιού εκπορεύεσθαι, ψευδές το ημέτερον, το εκ του Πατρός μόνον. Ει δε το ημέτερον αληθές, ψευδές αν είη δήπου το εκείνων. Τι ουν αν είη, μέσον τούτων; ουδέν. Πλην ει μη λέξις προς άμφω τας δόξας ορώσα, καθάπερ τις κόθορνος, αύτη ουν ημάς ενωθήναι ποιήσει; και τι δράσωμεν όταν αλλήλους εξετάζωμεν, περί των νοημάτων και των δοξών; δύναται αμφοτέρους ημάς προσειπείν τις ορθοδόξους, τους τα εναντία φρονούντας; εγώ μεν ουκ οίμαι. Συ δ’ αν ειδείης ο πάντα φέρων και πάντα ραδίως επονομάζων, βούλει παρά Γρηγορίο του Θεολόγου μαθείν οία περί της μεσότητος γράφει; άκουσον.
«…η προς πάντας ορώσα τους παριόντας εικών, ο των αμφοτέρων ποδών κόθορνος, η κατά πάντα άνεμον λίκμησις, εξουσίαν λαβούσα την νεόγραφον κακουργίαν και την κατά της αληθείας επίνοιαν. Το γαρ όμοιον κατά τας γραφάς της ευσεβείας πρόσχημα ήν, περί της επινοηθείσης τότε μεσότητος». Περί δε την αυτήν εξευρούσαν σύνοδον τοιάδε πάλιν φησίν: «είτε της Χαλάνης πύργον ός καλώς τας γλώσσας εμέρισεν, ως ώφελον γε και ταύτας, επί κακώ γαρ η συμφωνία, είτε τω Καϊάφα συνεδρίω ώ Χριστός κατακρίνεται, είτε τι άλλο τοιούτον, την σύνοδον εκείνην ονομαστέον, ή πάντα άλλον ανέτρεψε και συνέχεε. Το μεν ευσεβές δόγμα και παλαιόν και της Τριάδος ομότιμον καταλύσασα, τω βαλείν χάρακα και μηχανήμασι κατασείσαι το ομούσιον, τη δε ασεβεία θύραν ανοίξασα διά της των γεγραμμένων και λεγομένων μεσότητος, σοφοί γαρ εγένοντο του κακοποιήσαι, το δε καλόν ποιήσαι ουκ έγνωσαν» (Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος 21, 22, εις τον Μ. Αθανάσιον P.G. 35, 1106C- 1108A).
Τοσαύτα μεν ημίν αρκεί περί της μεσότητος, ότι δε ουδ’ έστι μεσότης ικανώς αποδεδειχόσι, και ότι τα τοιαύτα ζητείν ασεβές και της Εκκλησίας τα πάντα δυνάμενος, εκείνους τε επιγνώναι την οικείαν πλάνην παρασκευάσειε και ημάς αυτών απαλλάξειε των πονηρών ζιζανίων και οίον καθαρόν και εύχρηστον σίτον εις τας εαυτού αποθήκας συνάξειε. Εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ώ πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ αυτού Πνεύματι νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».
Στους ορθοδόξους σε όλα τα μέρη της γης και των νήσων ο Μητροπολίτης Εφέσου Μάρκος, χαίρετε εν Κυρίω.
Αυτοί (εννοεί τους ενωτικούς και λατινίζοντες) που σας οδήγησαν στην κοινή αιχμαλωσία και θέλησαν να σας παρασύρουν στην Βαβυλώνα (εννοεί την βαβυλώνια αιχμαλωσία στον κυκεώνα, την σύγχιση και την βαβυλωνία των λατινικών κακοδοξιών) των λατινικών εθνών και δογμάτων, αυτό μεν δεν μπόρεσαν να το φέρουν εις πέρας, και από αυτό είδαν και έβγαλαν το συμπέρασμα ότι και με άλλον τρόπο είναι αδύνατον, οι ίδιοι και όσοι τους ακολούθησαν έμειναν στα μισά του δρόμου, δεν παρέμειναν σε εκείνο, ούτε αυτό έγιναν. Εγκαταλίποντας τα Ιεροσόλυμα, δηλαδή αυτούς που έβλεπαν την αλήθεια της ειρήνης στο όρος Σιών την βέβαιη και ακλόνητη πίστη, ούτε θέλησαν να γίνουν και να αποκαλούνται Βαβυλώνιοι, και ούτε μπόρεσαν και γι’ αυτό δικαίως εκλήθησαν γραικολατίνοι. Καλούμενοι λοιπόν από πολλους λατινόφρονες, αυτοί λοιπόν οι μιξόθηρες, μισοί άνθρωποι και μισά θηρία, όπως οι ιπποκένταυροι της μυθολογίας, μαζί με τους Λατίνους ομολογούν ότι και εκ του Υιού εκπορεύεται το Άγιον Πνεύμα και ότι αυτό έχει ως αίτιον της υπάρξεώς του τον Υιόν, όπως και ενωτικός τους όρος (της Φλωρεντίας) υποστηρίζει, αλλά και μαζί με μας λένε ότι εκπορεύεται εκ του Πατρός. Και μαζί με εκείνους νομίμως και ευλόγως έχουν κάνει την προσθήκη στο Σύμβολο της Πίστεως, λένε, όμως με μας δεν καταδέχονται να λένε τα ίδια. Αν και βεβαίως η προσθήκη έγινε κατά εύλογο και θεμιτό τρόπο ποιος θα έλεγε να την εγκαταλείψουμε.
Μαζί με εκείνους (τους Λατίνους) λένε ότι τα άζυμα είναι σώμα Χριστού, μαζί με μας όμως δεν θα τολμούσαν να μεταλάβουν άζυμα. Άρα συμπεραίνουμε ότι αυτά δεν αρκούν για να αποδείξουν την γνώμην τους και ότι πήγαν μαζί με τους Λατίνους χωρίς να ερευνήσουν για την αλήθεια, την οποία ενώ είχαν στα χέρια τους την έχουν προδώσει, αλλά θέλησαν να γεμίσουν χρυσάφι και να συστήσουν ένωση πλαστή και μη αληθή. Με ποιον τρόπον ενώθησαν με αυτούς πρέπει να το εξετάσουμε. Γιατί κάθε τι που ενώνεται με κάτι άλλο, με κάποιο μέσον πάντως ενώνεται. Θέλησαν να ενωθούν με την δοξασία της περί του Αγίου Πνεύματος εκπορεύσεως, αποφαινόμενοι μαζί με αυτούς ότι το Πνεύμα έχει την ύπαρξή του εκ του Υιού ενώ ως προς τα άλλα διαφέρουν. Και δεν υπάρχει σε αυτούς κανένα, ούτε μέσο, ούτε κοινό, αλλά δύο σύμβολα και παραλλαγμένα πάλιν λέγονται, όπως και πρωτύτερα, διπλές και διαφορετικές λειτουργίες τελούνται, η μία με ένζυμο άρτο, η άλλη με άζυμο, διπλά βαπτίσματα, το ένα που ολοκληρώνεται με τριπλή κατάδυση, ενώ το άλλο με την επίχυση ύδατος πάνω στην κεφαλή. Και το ένα βάπτισμα ακολουθείται με την χρίση με μύρο, ενώ το άλλο όποτε παραστεί ανάγκη. Διπλά και τα λειτουργικά έθιμα και κατά πάντα παραλλαγμένα, και οι νηστείες και οι εκκλησιατικές ακολουθίες και τάξεις και ο,τιδήποτε παρόμοιο.
Ποια ένωση λοιπόν, όταν δεν έχει κάποιο φανερό σημείο, και πως ενώθησαν αυτοί που θέλουν να παραμείνουν στις οικείες δικές μας δοξασίες; και αν κάπου συμφώνησαν, δεν ακολουθούν όσα είναι παραδεκτά από τους αγίους Πατέρες. Αλλά ποιος είναι ο ''σοφός'' τους λόγος (αιτιολογία); λένε ότι ουδέποτε η ελληνική Εκκλησία έλεγε ότι μόνον (αποκλειστικώς) εκ του Πατρός εκπορεύεται, αλλά ότι απλώς εκ του Πατρός εκπορεύεται . Αυτό δεν αποκλείει τον Υιό από την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος. Επομένως σε αυτό και πρωτύτερα ήμασταν και τώρα είμαστε ενωμένοι. Τι ανοησία ! Τι τύφλωση ! Εάν η ελληνική Εκκλησία πάντοτε έλεγε ότι εκ του Πατρός εκπορεύεται, το παρέλαβε από τον ίδιο τον Χριστό και τους ιερούς Αποστόλους και από Πατέρες των Συνόδων. Ουδέποτε έλεγε το εκ του Υιού, ούτε το παρέλαβε αυτό από κανένα, ή κάτι άλλο, παρά μόνον έλεγε ότι του Πατρός μόνου εκπορεύεται. Εάν λοιπόν όχι εκ του Υιού, άρα είναι φανερόν ότι μόνον εκ του Πατρός εκπορεύεται. Βλέπε και το άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως για την γέννηση . Λέει «τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων». Μήπως κανείς εδώ προσθέτει το εκ μόνου του Πατρός; αλλά και το κατανοούμε και το λέμε στην προσευχή. Έχουμε μάθει ότι κανείς άλλος δεν γεννά τον Υιόν. Διά τούτο και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, εκπροσωπώντας όλην την Εκκλησία και όλους τους χριστιανούς, λέει ότι δεν λέμε και εκ του Υιού για το Άγιο Πνεύμα. Εάν λοιπόν δεν λέμε το εκ του Υιού, είναι φανερό ότι λέμε το εκ του Πατρός μόνου, γι’ αυτό και λίγο παραπάνω λέει ότι δεν καλούμε τον Υιόν αίτιον του Πνεύματος. Και στο ίδιο κεφάλαιο, λέει ότι μόνος αίτιος είναι ο Πατήρ.
Τι λένε ακόμη οι ενωτικοί; ότι ουδέποτε θεωρούσαμε τους Λατίνους ως αιρετικούς, αλλά μόνον σχισματικούς, και αυτό το επιχείρημα από εκείνους το παρέλαβαν. Γιατί εκείνοι μας λένε εμάς (τους ορθοδόξους) σχισματικούς, χωρίς να έχουν κάτι να μας κατηγορήσουν για την διδασκαλία μας, αλλά μας κατηγορούν διότι αποσχισθήκαμε από την υποταγή σε αυτούς, την οποίαν οφείλαμε όπως εκείνοι νομίζουν. Αν λοιπόν πρέπει και εμείς να χαρισθούμε στους Λατίνους και να τους εγκαλούμε για την διδασκαλία τους, ας το εξετάσουμε. Την αιτία του σχίσματος αυτοί την έδωσαν, βάζοντας την προσθήκη (το Φιλιόκβε) ολοφάνερα, ενώ πριν την έλεγαν εν κρυπτώ (μέσα από τα δόντια). Εμείς λοιπόν ήλθαμε σε σχίσμα με αυτούς πρωτύτερα, ή πιο σωστά αυτους τους σχίσαμε και τους αποκόψαμε από το κοινό σώμα της Εκκλησίας. Γιατί; πες μου ποιο από τα δύο ισχύει, ότι είχαν ορθή διδασκαλία, ή ότι ορθώς έκαναν την προσθήκη; και ποιος θα μπορούσε να πει αυτό, εάν δεν είναι σφόδρα σαλεμένος στο μυαλό (αν δεν έχει πάθει σοβαρή διάσειση εγκεφάλου); αλλά θεωρούμε ότι αυτοί έχουν άτοπα και δυσσεβή φρονήματα και έκαναν αυτήν την παράλογη προσθήκη. Επομένως ως αιρετικούς τους αποστραφήκαμε και γι’ αυτό χωρισθήκαμε από αυτούς. Γιατί άλλο; λένε οι φιλευσεβείς νόμοι (ιεροί κανόνες), ότι αιρετικός είναι εκείνος και υπόκειται στους νόμους κατά των αιρετικών, όποιος και στο παραμικρό παρεκκλίνει από την ορθή πίστη.
Εάν λοιπόν οι Λατίνοι σε τίποτε δεν παρεκκλίνουν από την ορθή πίστη, φαίνεται πως άδικα τους αποκόψαμε. Εάν παρεκκλίνουν σε όλα, τότε καλώς το κάναμε αυτό. Πρέπει λοιπόν να τους αποφεύγουμε αυτούς, όπως κανείς αποφεύγει το φίδι ή τους πολύ χειρότερους από εκείνους, διότι είναι χριστοκάπηλοι και χριστέμποροι. Αυτοί είναι σύμφωνα με τον θείο Απόστολο, που θεωρούν την ευσέβεια ως ευκαιρία για πλουτισμό «τι κοινό έχει το φως με το σκοτάδι; ή σε τι συμφωνεί ο Χριστός με τον Βελίαρ; τι μερίδα έχει ο πιστός με τον άπιστο;» (Β’ Κορ. 7, 15).
Εμείς μαζί με όλους τους Πατέρες, δεν λέμε ότι το Πνεύμα και εκ του Υιού εκπορεύεται, αλλά αυτοί (οι λατινίζοντες) μαζί με τους Λατίνους λένε ότι ο Υιός είναι πηγή του Αγίου Πνεύματος αφαιρώντας του την θεότητα. Και εμείς μαζί με τον Γρηγόριο τον Θεολόγο ως προς την αιτία διακρίνουμε τον Πατέρα από τον Υιό, αυτοί με τους Λατίνους ως προς την αιτία συνάπτουν Πατέρα και Υιό. Εμείς μαζί με τον σεπτό Μάξιμο τον Ομολογητή και τους τότε Ρωμαίους (Ελληνες ορθοδόξους ανατολικούς) και Δυτικούς Πατέρες, δεν κάνουμε τον Υιό αιτία του Πνεύματος. Εμείς μαζί με τον μάρτυρα και φιλόσοφο Ιουστίνο, λέμε ότι όπως ο Υιός εκ του Πατρός, έτσι και το Πνεύμα εκ του Πατρός. Αυτοί μαζί με τους Λατίνους λένε ότι ο Υιός κατά άμεσο τρόπο, το Πνεύμα εμμέσως, εκ του Πατρός. Εμείς μαζί με τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό και όλους τους Πατέρες ομολογούμε ότι αγνοούμε την διαφορά γεννήσεως και εκπορεύσεως. Αυτοί μαζί με τον Θωμά τον Ακυνάτη και τους Λατίνους, λένε ότι διαφέρουν οι πρόοδοι ως τον έμμεσο και άμεσο τρόπο. Εμείς λέμε ότι όπως υπάρχει άκτιστη και θεία φύση, έτσι άκτιστη είναι και η θεία θέληση και η ενέργεια, σύμφωνα με τους Πατέρες. Αυτοί μαζί με τον Θωμά Ακυνάτη και τους Λατίνους λένε ότι η θεία θέληση είναι ίδια με την ουσία, ενώ η θεία ενέργεια είναι κτιστή. Ακόμη και αν ονομάζετο θεότητα, είτε θείον και άϋλον φως, είτε Πνεύμα Άγιο, είτε κάτι άλλο, υποστηρίζουν ότι είναι κτιστή η θεότητα και το κτιστό το θείο φως και το κτιστό το Άγιο Πνεύμα, έτσι πρεσβεύουν τα πονηρά αυτά κτίσματα.
Εμείς ούτε δεχόμασθε ότι οι Άγιοι απολαμβάνουν την ετοιμασμένη για αυτούς βασιλεία και τα απόρρητα αγαθά, ούτε ότι οι αμαρτωλοί έχουν ήδη πέσει στην γέεννα της κολάσεως, αλλά δεχόμασθε ότι και οι δύο θα λάβουν τον κλήρο τους και αυτό θα γίνει εν καιρώ στο μέλλον μετά την ανάσταση και την κρίση. Αυτοί όμως μαζί με τους Λατίνους λένε ότι οι Άγιοι αμέσως μετά θάνατον ήδη απολαμβάνουν όσα τους αξίζουν, και οι άλλοι, στην ενδιάμεση κατάσταση, αυτοί δηλαδή που πέθαναν εν μετανοία βρίσκονται στο καθαρτήριο πυρ που είναι διαφορετικό από το πυρ της γεέννης, για να καθαρισθούν, λένε, οι ψυχές μετά θάνατον, και αυτοί μαζί με τους δικαίους ν αποκατασταθούν στην βασιλεία του Θεού. Αυτό περιλαμβάνεται και στον ενωτικό τους όρο (της Φλωρεντίας). Εμείς αποστρεφόμαστε τα ιουδαϊκά άζυμα υπακούοντας σε όσα οι Απόστολοι διατάσσουν. Αυτοί στον ίδο ενωτικό όρο, θεωρούν ότι τα άζυμα που χρησιμοποιούν οι Λατίνοι στην λειτουργία είναι σώμα Χριστού. Εμείς λέμε ότι με τρόπον αθέμιτο και παράνομο και εναντίον των αγίων Πατέρων έγινε η προσθήκη στο Σύμβολο της Πίστεως, αυτοί όμως ορίζουν ότι αυτή έγινε κατά θεμιτό και δικαιολογημένο τρόπο. Τόσο πού γνωρίζουν την αλήθεια και συμφωνούν με τους εαυτούς τους. Εμείς όμως, τον Πάπα θεωρούμε ως ένα των Πατριαρχών και τούτο εάν βεβαίως είναι ορθόδοξος, αυτοί όμως αποφαίνονται πολύ σεμνά (σαφές το ειρωνικό σχόλιο του Αγίου Μάρκου) ως βικάριον, αντιπρόσωπον του Χριστού και πατέρα και διδάσκαλο όλων των χριστιανών. Μακάρι να γίνονταν ευτυχέστεροι του πατέρα τους (του Πάπα), αλλά ως προς τα άλλα είναι όμοιοι. Διότι και εκείνος δεν ευτυχεί, έχοντας τον αντίπαπα επιεικώς να τον ενοχλεί. Και αυτοί τον άγιο πατέρα μιμούνται αλλά δεν ανέχονται τον διδάσκαλο.
Αποφεύγετε λοιπόν, αδελφοί μου, αυτούς και την κοινωνία μαζί τους. «διότι αυτοί είναι τέτοιου είδους ψευδαπόστολοι, εργάτες δόλιοι μετασχηματιζόμενοι σε αποστόλους Χριστού. Και δεν είναι αξιοθαύμαστο, γιατί και ο ίδιος ο Σατανάς μετασχηματίζεται σε άγγελον φωτός. Δεν είναι λοιπόν μεγάλη υπόθεση εάν και οι υπηρέτες αυτού μετασχηματίζονται ως διάκονοι δικαιοσύνης, ότι δήθεν υπηρετούν την δικαιοσύνη, το τέλος τους όμως θα είναι αντάξιο των έργων τους» (Β’ Κορ. 11, 13-15). Και πάλι σε άλλο σημείο ο ίδιος απόστολος λέγει γι’ αυτούς: «τέτοιοι άνθρωποι δεν δουλεύουν για τον Κύριον μας Ιησούν Χριστόν, αλλά για την δική τους κοιλιά και μέσω της χριστολογίας (μιλώντας δηλαδή για τον Χριστό) και της ευλογίας εξαπατούν τις καρδιές των άκακων, ωστόσο το στέρεο θεμέλιο έχει τεθεί έχοντας την σφραγίδα αυτήν (του Χριστού). «Εάν κάποιος σας κηρύττει ευαγγέλιο διαφορετικό από αυτό που παραλάβατε, και αν ακόμη είναι άγγελος εξ ουρανού ανάθεμα σε αυτόν» (Γαλ. 1, 8-9). Βλέπετε ότι προφητικώς λέγει το «και να ακόμη άγγελος εξ ουρανού», για να μην προβάλλει κανείς την υπεροχή του Πάπα. Και ο ηγαπημένος μαθητής του κυρίου, ο Ιωάννης λέγει: «εάν κάποιος έρχεται σε σας και δεν σας φέρει την αυτήν διδασκαλία, να μην τον βάζετε στο σπίτι σας και ούτε χαίρετε να μην του λέτε. Γιατί αυτός που του απευθύνει χαιρετισμό, του λέγει χαίρετε γίνεται συγκοινωνός με τα πονηρά έργα αυτού» (Β’ Ιω. 10-11). Σε αυτά λοιπόν που έχουν καθορισθεί για σας από τους Αποστόλους, στέκεστε κρατώντας τις παραδόσεις που παραλάβατε, και τις γραπτές και τις άγραφες, για να μην οδηγηθείτε μαζί με αυτούς στην πλάνη πραγμάτων που δεν έχουν θεσμοθετηθεί, και ξεπέσετε από το δικό σας στήριγμα. Αιρετικοί είναι επομένως και ως αιρετικούς τους αποκόψαμε.
Γιατί λοιπόν χρίουμε με Μύρο όσους προσέρχονται σε μας από αυτους (τους αιρετικούς); γιατί λέγει ο 7ος κανόνας της Β’ Οικουμενικής Συνόδου: «τους προσερχομένους στην ορθοδοξία και στην μερίδα τν σωζομένων από τους αιρετικούς προερχομένους τους δεχόμαστε σύμφωνα με την διατεταγμένη ακολουθία και συνήθεια. Τους Αρειανούς και Μακεδονιανούς και Σαββατιανούς και Ναυατιανούς τους αυτοπροσδιοριζομένους ως καθαρούς και τους Αριστερούς και τους δεκατετταρτιστές και τους Απολλιναριστές δεχόμαστε, εάν δώσουν λίβελλο (έγγραφή αποκήρυξη των κακοδοξιών) και αναθεματίσουν κάθε αίρεση που δεν πιστεύει όπως η Αγία του Θεού Καθολική (Οικουμενική και Ορθόδοξη) και Αποστολική Εκκλησία. Τους σφραγίζουμε, δηλαδή τους χρίουμε πρώτα με το άγιο Μύρο, στο μέτωπο και τους οφθαλμούς και την μύτη και το στόμα και τα αυτιά και σφραγίζοντάς τους λέμε σφραγίς δωρεάς πνεύματος αγίου...». Βλέπεις λοιπόν με ποιους συγκαταλλέγουμε τους Λατίνους που προσέρχονται σε μας; αν αυτοί είναι όλοι αιρετικοί, φανερό ότι και εκείνοι είναι αιρετικοί.
Και τι γράφει ο σοφώτατος Πατριάρχης Θεόδωρος ο Βαλσαμών, στις απαντήσεις του προς τον Μάρκο τον αγιώτατο πατριάρχην Αλεξανδρείας γι’ αυτούς; στην ερώτηση: «αιχμάλωτοι Λατίνοι και άλλοι, παρουσιάζονται στις καθολικές (ορθόδοξες) Εκκλησίες μας, και ζητούν να μεταλάβουν των τιμίων δώρων, εάν λοιπόν αυτό επιτρέπεται, ζητούμε να μάθουμε», απαντά: «όποιος δεν είμαι μαζί μου είανι εναντίον μου, και όποιος δεν συνάζει μαζί μου σκορπίζει. Επειδή λοιπόν πριν από πολλά χρόνια απεσχίσθη η δυτική Εκκλησία (το περιώνυμο άθροισμα της Ρώμης εννοούμε), η οποία αποσχίσθηκε από τα υπόλοιπα τέσσερα Πατριαρχεία ως προς τις συνήθειες, τα έθη και τα δόγματα της καθολικής Εκκλησίας που είναι ξένα προς τα ορθόδοξα, γι’ αυτό λοιπόν, ούτε ο Πάπας μνημονεύεται στις θείες ιεροτελεστίες και στην κοινή αναφορά των Πατριαρχών (στα δίπτυχα), ούτε οφείλει κανένα λατινικό γένος να αγιάζεται με τα θεία και άχραντα μυστήρια από χέρι ιερατικό, εάν πρώτα δεν συγκατατίεται να απέχει από τα λατινικά δόγματα και συνήθειες και να κατηχηθεί σύμφωνα με τους κανόνες και να εξισωθεί με τους ορθοδόξους». Ακούτε; αποσχίσθησαν, όχι μόνον σε έθιμα και συνήθεις, αλλά και σε δόγματα ξένα προς την Εκκλησία, κατά πάντα αιρετικά και ότι πρέπει σύμφωνα με τους κανόνες να κατηχηθούν και να αξιωθούν να είναι ορθόδοξοι. Εάν κατηχηθούν, είναι φανερό ότι και με το Άγιο Μύρο θα χρισθούν. Από πού αυτοί ξαφνικά εμφανίσθηκαν σε μας να είανι ορθόδοξοι, αυτοί που για τόσες πολλές διδασκαλίες κρίθηκαν ως αιρετικοί; ποιος αυτούς με τόση ευκολία τους έκανε ορθοδόξους; το χρυσάφι αν ήθελε θα έλεγε την αλήθεια και όσα κερδίσατε. Μάλλον ούτε εκείνους έκανε ορθοδόξους, και σας σας έκανε ομοίους με εκείνοςυ και σας οδήγησε στην ίδια αιρετική μοίρα.
Αλλά, λένε, ότι αν επινοούσαμε κάποια μεσότητα στα δόγματα, με αυτήν την μεσότητα θα ενωθούμε με εκείνους και αυτούς θα τους έχουμε μαζί μας, χωρίς να αναγκαζόμαστε να λέμε τίποτε ενάντια στα ειωθότα και παραδεδομένα. Αυτό είναι εκείνο, που πολλούς εξ αρχής εξαπάτησε και τους έπεισε να ακολουθούν αυτά που οδηγούν στον γκρεμό της δυσσεβείας, διότι πίστευσαν ότι υπάρχει κάτι ενδιάμεσο ανάμεσα στις δύο δοξασίες, όπως ακριβώς συμβαίνει μεταξύ δύο αντιθέτων, και έτσι αυτομόλησαν, πήγαν με την θέλησή τους, στο κακό. Αλλά ενδέχεται να βρεθεί κάποια λέξη ενδιάμεση μεταξύ δύο δοξασιών που να σημαίνει και για τις δύο το ίδιο νόημα. Όμως είναι αδύνατον να υπάρξει μέση δοξασία (διδασκαλία) για δύο δοξασίες για το ίδιο πράγμα. Ειδάλως θα είναι κάτι ενδιάμεσο στην αλήθεια και το ψεύδος και στην κατάφαση και την άρνηση, αλλά δεν υπάρχει για όλα είτε η κατάφαση είτε η άρνηση; εάν λοιπόν είναι αληθές το λατινικό δόγμα, η εκπόρευση και εκ του Υιού, άρα είναι ψεύτικο το δικό μας δόγμα της εκπορεύσεως εκ του Πατρός μόνον. Εάν όμως το δικό μας είναι αληθές, τότε το δικό τους θα είναι ψευδές. Τι λοιπόν ενδιάμεσο μπορεί να υπάρξει σε αυτά; τίποτε. Εκτός εάν λοιπόν μία λέξη που να κοιτάζει και προς τις δύο δοξασίες, σαν να επρόκειτο για κάποιον κόθορνο, αυτή λοιπόν θα μας ενώσει; και τι θα κάνουμε όταν εξετάζουμε ο ένας τον άλλον για τα νοήματα και τις διδασκαλίες; είναι δυνατόν και τους δύο μας να τους αποκαλέσει κανείς ορθοδόξους, όταν φρονούν και πιστεύουν τα αντίθετα; εγώ δεν το νομίζω. Εσύ που όλα τα καταφέρνεις και όλα με ευκολία τα επονομάζεις, αν ήθελες να ξέρεις, κοίταξε να μάθεις από τον Γρηγόριο τον Θεολόγο τι γράφει για την μεσότητα: άκουσε.
«η εικόνα που βλέπει προς όλους τους παραπορευομένους και προς κάθε κατεύθυνση, ο κόθορνος που ταιριάζει και στα δύο πόδια, αυτή που σκορπίζει στον άνεμο τα άχυρα, έλαβε εξουσία (δύναμη) από την νεοκαταγραφείσα κακουργία (ανοσιουργία) και την επινόηση κατά της αλήθειας. Γιατί ήταν το πρόσχημα να φαίνεται όμοιο και σύμφωνα με τις γραφές της ευσεβείας, και εννοούμε την τότε επινοηθείσα μεσότητα». Και για την σύνοδο που ανακάλυψε την μεσότητα λέγει: «είτε πρόκειται για τον πύργο της Χαλάνης ο οποίος καλώς διεμέρισε (χώρισε) τις γλώσσες, όπως ώφειλε (άξιζε) να συμβεί σε αυτές, γιατί για κακό έγινε αυτή η συμφωνία, είτε πρόκειται για το συνέδριο του Καϊάφα στο οποίο ο Χριστός καταδικάστηκε, είτε για κάτι άλλο παρόμοιο, έτσι πρέπει να ονομαστεί εκείνη η σύνοδος που ανέτρεψε και ανακάτεψε και επέφερε σύγχιση στα πάντα. Διότι με το να καταλύσει το ευσεβές (ορθόδοξο) δόγμα το παλαιό και την ομοτιμία των Προσώπων της Αγίας Τριάδος, με το να χαράξει γραμμή και να θέλει με μηχανουργίες να κλονίσει το ομοούσιον (Πατρός και Υιού), άνοιξε την θύρα στην ασέβεια με τα γραφόμενα και τα λεγόμενα περί μεσότητος, και εκείνοι αποδείχθησαν σοφοί στο να κάνουν το κακό, το καλό όμως δεν ήξεραν να το κάνουν» (Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγοι 21, 22, εις τον Μ. Αθανάσιον, PG 35, 1106C-1108A).
Αυτά λοιπόν για μας είναι αρκετά όσον αφορά την μεσότητα, διότι δεν υπάρχει μεσότητα που να έχει γίνει αποδεκτή ή να έχει αποδειχθεί ικανοποιητικά. Μακάρι ο παντοδύναμος της Εκκλησίας να καταστήσει εκείνους που αναζητούν τα παρόμοια να καταλάβουν ότι είναι ασέβεια και να αναγνωρίσουν την δική τους πλάνη, να μας απαλλάξει από τα πονηρά αυτά ζιζάνια και σαν καθαρό και εύχρηστο σιτάρι να μας συνάξει στις αποθήκες του. Εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ώ πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ αυτού Πνεύματι νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος με την επικεφαλής της
Ευαγγελικής Λουθηρανικής Εκκλησίας της Ισλανδίας κ. Agnes M. Sigurðardóttir
Κανεὶς δὲν ἐξουσιάζει τὴν πίστη μας, οὔτε βασιλιάς, οὔτε ἀρχιερέας, οὔτε ψευδοσύνοδος, οὔτε κανένας ἄλλος, παρὰ μόνο ὁ Θεὸς,
O Ἐφέσου Μάρκος
Τὴν κάτωθι ἐπιστολὴ ἔγραψε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, ὁ Ἅγιος Μάρκος καὶ ἀπευθύνεται στὸν Καθηγούμενο τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου, φανερώνονται οἱ πνευματικὲς σχέσεις του μὲ τὸ Ἅγιον Ὅρος.
Ἡ ἐπιστολὴ βρίσκεται στὴν σειρὰ Patrologia Orientalis, τόμ. 17, σσ. 339-341.
Δὲν ξέρουμε πότε τὴν ἔγραψε, ἴσως πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του τὸ 1444!
Πρὸς τὸν καθηγούμενο τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου τοῦ Ἁγίου Ὅρους,
Οσιότατε ἱερομόναχε καὶ καθηγούμενε τῆς Σεβασμίας καὶ Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Βατοπαιδίου, Ἁγίου Ὅρους, εὔχομαι στὸν Θεὸ νὰ διατηρεῖ τὴν μεγάλη ἁγιοσύνη σου μὲ ὑγεία σωματική, γιὰ νὰ καταρτίζεις, στηρίζεις καὶ ὠφελεῖς τὶς ψυχὲς ποὺ καθοδηγεῖς καὶ γιὰ δική μου εὐφροσύνη καὶ χαρά.
Μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὶς ἅγιες εὐχές σου, ζοῦμε καὶ ἐμεῖς μέχρι στιγμῆς. Ξεκινώντας νὰ ἔλθω σὲ σᾶς, νόμιζα ὅτι ἀνέβαινα στὸν οὐρανό, ἀφοῦ προσδοκοῦσα νὰ συναντήσω ἀνθρώπους ποὺ ἂν καὶ ἔχουν σῶμα ἐπιθυμοῦν νὰ κατορθώσουν τὴν ἀγγελικὴ ζωή· ἀνθρώπους ποὺ φανερώνουν μέσα στὸν κόσμο τὴν ὑπερκόσμια φιλοσοφία· ἀνθρώπους ποὺ συνεχῶς στὸ στόμα τοὺς ἔχουν τὶς ὑμνολογίες, τὶς ψαλμωδίες καὶ τὶς εὐχαριστίες πρὸς τὸν Θεὸ καὶ κρατώντας στὰ χέρια τοὺς τὰ κοφτερὰ μαχαίρια τῆς θεωρίας καὶ τῆς πράξεως, πολεμοῦν τὰ πάθη.
Ὁ Ἑωσφόρος ὅμως, ποὺ γκρεμίστηκε ἀπ’ τὸν οὐρανὸ καὶ ποὺ πάντοτε μᾶς μισεῖ, ἐμπόδισε τὴν πορεία μας. Καὶ δὲν συνέβη κάτι ἀξιοθαύμαστο, ποὺ ἐμπόδισε ἐμένα τὸν ἐλεεινὸ καὶ ἀνάξιο, ἀφοῦ τὸ ἴδιο ἔκανε στὸν μακάριο Παῦλο, τὸν ἥλιο τῆς οἰκουμένης, ποὺ ὅπως λέει πολλὲς φορὲς θέλησα νὰ ἔρθω σὲ σᾶς, καὶ μία καὶ δύο φορὲς καὶ μὲ ἐμπόδισε ὁ σατανᾶς. Ἐὰν λοιπὸν ἐκεῖνον τὸν ἐμπόδισε, δὲν θὰ στεροῦσε καὶ ἀπὸ μένα, ἐκεῖνο ποῦ ἐπέτρεψε ὁ Θεός;
Ἔχουμε τὴν ἐλπίδα καὶ πιστεύουμε στὶς δικές σας προσευχὲς ὅτι ἴσως δοῦμε τὰ ἀγαπημένα καὶ τίμια πρόσωπά σας, καὶ ἂν εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ, νὰ μείνουμε μαζί σας τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας. Ἂν ὅμως συμβεῖ κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμοῦμε, ὀφείλουμε νὰ εὐχαριστοῦμε καὶ γι’ αὐτὸ τὸν Θεὸ γιατί…. στὸν ἀγώνα μας κατὰ τῆς ἁμαρτίας δὲν ἀντιμετωπίσαμε τὸ ἐνδεχόμενο νὰ χύσουμε τὸ αἷμα μας.
Μεγάλη δὲ παρηγοριὰ βρήκαμε ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς σας ποὺ βρίσκονται ἐδῶ, τοῦ τιμιότατου ἐκκλησιάρχη, τοῦ μεγάλου οἰκονόμου καὶ τῶν ὑπολοίπων, τοὺς ὁποίους εἴδαμε ὡς ἔμψυχες εἰκόνες τῆς δικῆς σας ἀγάπης καὶ εὐλάβειας. Πολλὲς φορὲς μᾶς φιλοξένησαν, μᾶς ἀνέπαυσαν καὶ μᾶς παρηγόρησαν. Εἴθε ὁ Θεὸς νὰ τοὺς δώσει τὴν ἀνταμοιβὴ ποὺ τοὺς ἀξίζει γιὰ τοὺς κόπους καὶ τὴν ἀγάπη τους.
Σας παρακαλῶ στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, νὰ εἶστε ὅλοι σύμφωνοι μεταξύ σας καὶ νὰ μὴν ὑπάρχουν ἀνάμεσα σας διαιρέσεις, ὥστε νὰ φυλάσσετε μὲ ἀκρίβεια τὴν ἀληθινὴ καὶ πατροπαράδοτη πίστη μας, ποὺ παραλάβαμε, χωρὶς προσθῆκες ἢ ἀφαιρέσεις.
Στὴν πίστη ποὺ ἔχουμε μέχρι αὐτὴ τὴ στιγμὴ δὲν λείπει τίποτε, οὔτε ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ κάποια σύνοδο ἢ ἀπόφαση δογματικὴ γιὰ νὰ μάθουμε κάτι τὸ καινούριο ἐμεῖς, ποὺ εἴμαστε παιδιὰ καὶ μαθητὲς πατέρων ποὺ διακρίθηκαν στὶς οἰκουμενικὲς συνόδους.
Αὐτὸ εἶναι τὸ καύχημά μας, ἡ πίστη μας, ἡ καλὴ κληρονομιὰ τῶν πατέρων μας.
Μὲ αὐτὴν ἐλπίζουμε νὰ παρουσιαστοῦμε στὸν Θεὸ καὶ νὰ λάβουμε συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν μας. Χωρὶς αὐτὴ δὲν γνωρίζω ποιὰ δίκαιη κρίση θὰ μᾶς λυτρώσει ἀπὸ τὴν αἰώνια κόλαση. Ὅποιος προσπαθεῖ νὰ μᾶς ἀπομακρύνει ἀπ’ αὐτὴν καὶ νὰ μᾶς διδάξει ἄλλη, εἴτε εἶναι ἄγγελος ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἃς εἶναι ἀνάθεμα, καὶ ἃς σβηστεῖ ἀπὸ τὴ θεία καὶ ἀνθρώπινη μνήμη.
Κανεὶς δὲν ἐξουσιάζει τὴν πίστη μας, οὔτε βασιλιάς, οὔτε ἀρχιερέας, οὔτε ψευδοσύνοδος, οὔτε κανένας ἄλλος, παρὰ μόνο ὁ Θεός, ποὺ μᾶς τὴν παρέδωσε ὁ ἴδιος καὶ οἱ μαθητές του. Σᾶς παρακαλῶ, λέει ὁ θεῖος Ἀπόστολος, νὰ προσέχετε ὅσους δημιουργοῦν διχόνοιες καὶ σύγχυση καὶ διδάσκουν πράγματα ἀντίθετα μὲ ὅσα ἔχετε μάθει.
Τέτοιους ἀνθρώπους νὰ τοὺς ἀποφεύγετε, γιατί δὲν ὑπηρετοῦν τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, ἀλλὰ τὰ συμφέροντά τους, ἐξυπηρετώντας τοὺς ἀφελεῖς μὲ ἠθικολογίες καὶ ψευτοευλάβειες. Τὸ σταθερὸ θεμέλιό τῆς πίστεως ὄμως ἔχει αὐτὴ τὴ βάση.
Νὰ ἀποφεύγετε, λοιπόν, ἀδελφοί, αὐτοὺς ποὺ εἰσηγοῦνται καὶ πιστεύουν τὶς καινούριες διδασκαλίες τῶν λατινοφρόνων, καὶ ἑνωμένοι μεταξὺ σας μὲ τὴν ἀγάπη σὲ ἕνα σῶμα καὶ ἕνα πνεῦμα, μὲ μιὰ ψυχὴ καὶ ἕνα φρόνημα, νὰ εἶστε συνδεδεμένοι μὲ τὴν μοναδικὴ κεφαλή μας, τὸν Χριστό.
Οὔτε πάλι εἶναι δίκαιο, μὲ μάταιες ὑποψίες γιὰ τοὺς ἀδελφούς, νὰ διαπληκτίζεστε συνεχῶς καὶ νὰ δείχνετε τὸν χωρὶς τὴ σωστὴ γνώση ζῆλο, γιὰ νὰ μὴ φανοῦμε ὅτι ἐκδηλώνουμε τὴν ταραχὴ καὶ τὴν ἐριστικότητά μας μὲ πρόφαση τὴν πίστη.
Γιατί κανένα δὲν θὰ ὠφελήσει ἡ ὀρθὴ πίστη χωρὶς τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀδελφούς, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν καὶ ἐκείνην νὰ ἔχετε καὶ συνεχῶς νὰ ἔχετε, σεβαστοὶ πατέρες καὶ ἀδελφοί, καὶ μὲ αὐτὲς νὰ παρουσιαστεῖτε στὸν Θεό, φωτεινοὶ σὰν τὸν ἥλιο στὴν Βασιλεία τοῦ Πατέρα σας, ἂν καὶ ἐγὼ γιὰ τὸ χρέος τῆς ἀγάπης σᾶς ὑπενθύμισα αὐτὰ τὰ λίγα.
Προσεύχομαι καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό μου νὰ περάσω τὸ ὑπόλοιπό τῆς ζωῆς μου σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μπορέσω, ἀφοῦ φυλάξω σταθερὴ τὴν καλὴ ὁμολογία μέχρι τέλους, νὰ βρεθῶ στὸν ἴδιο τόπο μαζὶ μὲ ἐκείνους ποὺ εὐαρέστησαν τὸν Θεό.
Σ’ ὅλους τους ἁγίους πατέρες καὶ ἀδελφούς μου βάζω μετάνοια· ἰδιαιτέρως δὲ πρὶν ἀπὸ ὅλους, στὸν ὀσιότατο προηγούμενο καὶ πνευματικὸ πατέρα Γεννάδιο, τὸν ὁποῖον ἐξαιρετικὰ παρακαλῶ νὰ προσεύχεται γιὰ μένα τὸν ἀδύνατο στὶς ἅγιες δεήσεις του πρὸς τὸν Θεό.
Οἱ ἅγιες προσευχές σας νὰ εἶναι μαζί μου.
O Ἐφέσου Μάρκος.
Τὴν ἐπιστολή, ποὺ παραθέσαμε πιὸ πάνω σε μετάφραση -τοῦ κ. Ἀλεξάνδρου Χριστοδούλου, θεολόγου- ἔγραψε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, ὁ Ἅγιος Μάρκος καὶ ἀπευθύνεται στὸν Καθηγούμενο τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου, φανερώνονται οἱ πνευματικὲς σχέσεις του μὲ τὸ Ἅγιον Ὅρος. Ἡ ἐπιστολὴ βρίσκεται στὴν σειρὰ Patrologia Orientalis, τόμ. 17, σσ. 339-341. Δὲν ξέρουμε πότε τὴν ἔγραψε, ἴσως πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του τὸ 1444. Σ’ αὐτὴν ἐκφράζει τὴν ἀπόφασή του νὰ μονάσει στὴν Μονή, πράγμα ποὺ δὲν ἔγινε, ἀφοῦ τὸν ἐμπόδισε, ὅπως ὁ ἴδιος ἀναφέρει, «ὁ πεσῶν ἐξ οὐρανοῦ Ἑωσφόρος». Τοὺς Βατοπαιδινοὺς πατέρες γνώρισε σὲ κάποιο μετόχι τῆς Μονῆς στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀπὸ τοὺς ὁποίους φιλοξενήθηκε, βρῆκε ἀνάπαυση καὶ παρηγοριὰ ὅπως ἀναφέρει στὴν ἐπιστολή του. Στὸ τέλος ἀναφέρεται στὸν Προηγούμενο τῆς Μονῆς τοῦ ὁποίου ἐπικαλεῖται τὶς προσευχές.
Πηγή: Ιερός Ναός Αγίου Μάρκου Ευγενικού Πατησίων (κείμενο 1ο, κείμενο 2ο , Κείμενο 3ο ), Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας
Ὁ Μέγας Βασίλειος δέν εἶναι μονάχα ὁ Ἅγιος Ἱεράρχης τῆς ἀγάπης τῶν θεοφώτιστων διδαχῶν, τῶν γραμμάτων καί τῶν ἐπιστημῶν, τῆς ἄσκησης και τῆς ἀρετῆς. Εἶναι ταυτόχρονα καί ὁ τολμηρός ὁμολογητής τῆς Πίστεως, ὁ αὐστηρότατος διώκτης τῶν αἱρέσεων, ὁ ἄγρυπνος Ἐπίσκοπος, ὁ ὅντως ποιμήν.
Στά χρόνια τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἠ Ἐκκλησία ταλανιζόταν ἀπό τήν διάδοση δύο κυρίως αἱρέσεων: τοῦ Ἀρείου και τοῦ Σαβελλίου. Ἡ αἵρεση τοῦ Ἀρείου εἶχε καταδικασθεῖ ἤδη ἀπό τήν πρώτη Οἰκουμενική Σύνοδο (325). Ἐντούτοις, κατά τά χρόνια τοῦ ἁγίου Μεγάλου Βασιλείου (330-379), οἱ ὁπαδοί τῶν κακοδοξιῶν τοῦ Ἀρείου εἶχαν τόσο πληθυνθεῖ, ὥστε κατάφεραν και πῆραν στά χέρια τους τό σύνολο σχεδόν τῶν Ἱερῶν Ναῶν.
Τό γεγονός αὐτό ἀποκαλύπτεται σέ μια ἐπιστολή τοῦ Ἁγίου, ἡ ὁποία ἀπευθύνεται «τοῖς Δυτικοῖς Ἐπισκόποις». Στήν ἐπιστολή του αὐτή ὁ Μέγας Βασίλειος περιγράφει λεπτομερῶς ὅλα τά βάσσανα, πού ὑπέστησαν οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί ἐξαἰτίας τῆς ἄρνησής τους νά ἀποδεχθούν τίς κακοδοξίες τοῦ Ἀρείου. Τά λόγια του εἶναι τόσο ἐπίκαιρα! Θαρεῖςκαί γράφτηκαν γιά νά περιγράψουν ἐπακριβῶς τίς διώξεις και τήν κατασυκοφάντηση τῶν ὁμολογητῶν τῆς Πίστεως τῶν ἡμερῶν μας. Ἐκείνων, δηλαδή, τῶν Πιστῶν, πού ἀγωνίζονται σήμερα μέ φιλότιμο ἐναντίον τοῦ οἰκουμενισμοῦ, διακόπτοντας κάθε κοινωνία μέ τούς φορεῖς αὐτῆς τῆς δαιμονικῆς παναιρέσεως.
Γράφει ὁ Ἅγιος:
«Τά πλήθη, ἀφοῦ ἐγκατέλειψαν τούς οἴκους τῆς προσευχῆς, συναθροίζονται στις ἐρημιές. Τό θέαμα εἶναι ἐλεεινό: Γυναῖκες καί παιδιά καί γέροντες και ἄλλοι ἀσθενεῖς, κάτω ἀπό ραγδαῖες βροχές καί χιονοπτώσεις και ἀνέμους καί χειμωνιάτικους παγετούς, ἀλλ’ ἐπίσης καί τό καλοκαίρι κάτω ἀπό τόν φλογερό ἥλιο, ταλαιπωροῦνται στο ὕπαιθρο.»
«Και ταῦτα πάσχουσι διά τό τῆς πονηρᾶς ζύμης Ἀρείου γενέσθαι μή καταδέχεσθαι».
«Και τά ὑποφέρουν ὅλα αὐτά, διότι δέν δέχτηκαν τήν πονηρή ζύμη (τήν αἵρεση) τοῦ Ἀρείου.»
Σέ ἄλλη ἐπιστολή του ὁ Μέγας Βασίλειος, ἀπευθυνόμενος «τοῖς ὑφ’ ἑαυτόν ἀσκηταῖς», δίνει γραμμή στά πνευματικά του παιδιά καί διδάσκει μέ σαφήνεια ποιά ἀκριβῶς πρέπει νά εἶναι ἡ στάση μας ἀπέναντι στους αἱρετικούς.
Γράφει ὁ Ἄγιος:
«Ἡμεῖς γάρ ὁμοίως καί τούς τά Σαβελλίου νοσοῦντας καί τούς τά Ἀρείου δόγματα ἐκδικοῦντας ὡς ἀσεβεῖς ἀποφεύγομεν και ἀναθεματίζομεν».
«Ἐμεῖς ἀποφεύγουμε ἐξίσου ὡς ἀσεβεῖς και ἀναθεματίζουμε τόσο ἐκείνους πού πάσχουν ἀπό τή νόσο (την αἵρεση) τοῦ Σαβελλίου, ὅσο και ἐκείνους πού ὑποστηρίζουν τά δόγματα τοῦ Ἀρείου.»
Ἡ πονηρία καί ἡ δολιότητα τῶν αἱρετικῶν (χαρακτηριστικά ὅλων τῶν αἱρετικῶν, ὅλων τῶν ἐποχῶν) εἶναι στοιχεῖα, πού δέν διαφεύγουν τῆς προσοχῆς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Σέ ἐπιστολή του, πού ἀπευθύνεται «τοῖς Ἀλεξανδρεῦσιν», μεταξύ τῶν ἄλλων γράφει σχετικά:
«Ἐπειδή ὁ διάβολος εἶδε ὅτι μέ τούς διωγμούς ἡ Ἐκκλησία πληθύνεται και ἀκμάζει περισσότερο, ἄλλαξε την γνώμη του καί δέν πολεμάει πλέον φανερά. Τί κάνει; Τοποθετεῖ γιά τούς πιστούς κρυφά καρτέρια, σκεπάζοντας τήν δολιότητα τῶν αἵρετικῶν μέ τό ὄνομα τοῦ χριστιανοῦ πού περιφέρουν.»
«Κεκρυμμένα ἡμῖν τά ἔνεδρα τίθησι καλύπτων αὐτῶν την ἐπιβουλήν διά τοῦ ὁνόματος ὅ περιφέρουσι... Τό Χριστιανῶν ὄνομα ἔχει καί τούς διώκοντας».
«Ἐφόσον και οἱ διῶκτες μας λένε ὅτι εἶναι τάχα Χριστιανοί, ἐνῷ θά πάθουμε τά ἴδια μέ τούς πατέρες μας, ἐντούτοις δέν θά φαίνεται ὅτι πάσχουμε για τόν Χριστό.»
Ἡ συμμετοχή μας στό λεγόμενο παγκόσμιο συμβούλιο ἐκκλησιῶν (στην κουρελοῦ τοῦ διαβόλου, ὅπως ἔλεγε καί ὁ Ἅγιος γέροντάς μας Παΐσιος), ὅπως ἐπίσης και οἱ περιβόητοι «διαχριστιανικοί διάλογοι», δέν μένουν στο ἀπυρόβλητο ἀπό τον πανεπίκαιρο Μέγα Ἱεράρχη Βασίλειο. Γιά τούς ἀφελεῖς τῶν Ὀρθοδόξων πού, μέσῳ αὐτῶν τῶν πρακτικῶν, προσδοκοῦν μετάνοια και ἐπιστροφή τῶν κακοδόξων αἱρετικῶν, γράφει ὁ Ἅγιος (Ἐπιστολή προς Θεόσδοτον, Ἐπίσκοπον Νικοπόλεως):
«Οὕτε ὁ Αἰθίοψ ἀλλάξει ποτέ τό δέρμα αὐτοῦ, οὔτε ὁ ἐν διαστρόφοις δόγμασι συντραφείς ἀποτρίψασθαι δύναται τό κακόν τῆς αἱρέσεως».
«Οὕτε ὁ Αἰθίοπας θα ἀλλάξει ποτέ τό δέρμα του, οὔτε ἐκεῖνος, πού ἀνατράφηκε μέ διεστραμμένα δόγματα, θα ἀποτινάξει τό κακό τῆς αἱρέσεως.»
Καί συμπληρώνει ὁ Μέγας Βασίλειος σέ ἐπιστολή, πού την ἀπευθύνει προς τον Ἐπίσκοπο Σαμοσάτων Εὐσέβιον:
«Ἐάν μέν οὖν πεισθῶσι σοι, ταῦτα ἄριστα. Εἰδέ μή, γνωρίσατε τούς πολεμοποιούς και παύσασθε ἡμῖν τοῦ λοιποῦ περί διαλόγων ἐπιστέλλοντες.»
«Ἄν, λοιπόν, σᾶς ἀκούσουν οἱ αἱρετικοί και πεισθοῦν, αὐτό εἶναι τό ἄριστο. Ἄν, ὅμως, δέν πεισθοῦν, μάθετε ποιοί εἶναι οἱ αἴτιοι τοῦ πολέμου καί πάψτε στο ἑξῆς νά μοῦ γράφετε γιά συμφιλίωση.»
Ὁ ὑμνογράφος τῆς Ἐκκλησίας μας, σέ ἰδιόμελο στιχηρό, γράφει για τον Ἄγιο Ἱεράρχη Μέγα Βασίλειο:
«Τῶς θεοστυγῶν αἱρέσεων τάς βλασφημίας κατέτρωσας.»
«Τίς βλασφημίες, τίς συκοφαντίες τῶν θεομίσητων αἱρέσεων τίς κατατρόπωσες, τίς διέλυσες.»
1/1/2018
Πηγή: (Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ Βασιλείου Χαρώνη)
Τὴν 12η Νοεμβρίου 1716, ὁ Ἅγ. Σπυρίδων ἀπέτρεψε τοὺς Παπικοὺς ἀπ’ τὸ νὰ χτίσουν ἀλτάριο στὸν ναό του! Τὸ 1716 οἱ Τοῦρκοι πολιόρκησαν στενὰ τὴν Κέρκυρα. Πενήντα χιλ. στρατὸς καὶ ἀρκετὰ καράβια κύκλωσανε τὸ νησὶ καὶ τὸ ἀπειλοῦσαν ἀπὸ στεριὰ καὶ θάλασσα. Τὰ βαρβαρικά στρατεύματα εἶχαν συγκεντρωθεῖ στὸ ἀκρότειχος τῆς πόλεως. Ὁ Πιζιάνης, ποὺ ἦταν ἀρχηγὸς κατὰ τὴν πολιορκία ἐκείνη τῶν δυνάμεων τῆς Ἑνετικῆς Δημοκρατίας, περίμενε τὴν μεγάλη ἐπίθεση τῶν ἔχθρων.
Τὰ ξημερώματα ὅμως τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ἦταν 11 Αὐγούστου τοῦ 1976, παρουσιάζεται στὰ βαρβαρικὰ στίφη ὁ Ἅγιος Σπυρίδων. Στὸ δεξὶ χέρι κρατοῦσε ἀστραφτερὸ ξίφος. Μὲ θυμὸ τοὺς ἔδιωξε καὶ τοὺς τρομοκράτησε. Τὰ ἔχασαν οἱ Ἀγαρηνοὶ ἀπὸ τὴν ἐπιβλητικὴ ἐκείνη παρουσία καὶ ὁρμὴ τοῦ Ἁγίου. Ἄφησαν ὅπλα καὶ ζῶα καὶ ἔφυγαν πανικόβλητοι. Σε λίγο ἔμαθαν ὅλοι ὅτι εἶχε συμβεῖ τὸ μεγάλο θαῦμα.
Πῆγαν ἀκολούθως στὸ στρατόπεδο τῶν Ἀγαρηνῶν καὶ εἶδαν, ὅτι ἐκεῖνοι ἀπὸ βιασύνη τῆς φυγῆς τῶν, τὰ εἴχανε ἐγκαταλείψει ὅλα. Βρῆκαν 120 κανόνια, ἄφθονα ζῶα, ἀρκετὸ ὁπλισμὸ καὶ πολλὰ πυρομαχικὰ καὶ τρόφιμα.
Μετὰ τὸ ζωντανό, ἐκπληκτικὸ καὶ ὁλοφάνερο αὐτὸ θαῦμα τῆς νήσου ἀπὸ τοὺς βαρβάρους, ὁ Ἀνδρέας Πιζάνης, ποὺ ἦταν Ἐνετός, καὶ ἐξουσίαζε τὴν Κέρκυρα, θέλησε, σὰν παπικὸς που ἦταν, νὰ κτίση μέσα στὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος στὴν Κέρκυρα καὶ παπικὸ «ἀλτάριον», δηλ. Ἁγίαν Τράπεζαν. Σ’ αὐτὸ τὸν παρακινοῦσε συνεχῶς καὶ ὁ παπικὸς Ἐπίσκοπος τῆς νήσου...
Φανερώθηκε ὅμως στὸν Πιζάνη καθ’ ὕπνον ὁ Ἅγιος Σπυρίδων καὶ τοῦ εἶπε:
› Γιατί μὲ ἐνοχλεῖς; Εἶναι ἀπαράδεκτον τὸ «ἀλτάριον» τῆς ἰδικῆς σου πίστεως εἰς τὸν Ναόν μου.
Αὐτὸ τὸ εἶπε ὁ διοικητὴς στὸν παπικὸ Ἐπίσκοπο. Ἐκεῖνος ὅμως τοῦ ἀπάντησε ὅτι ἦταν φαντασία τοῦ διαβόλου, γιὰ νὰ τὸν ἐμποδιση ἀπὸ τὸ καλὸν ἔργον…
Ὁ Πιζάνης πῆρε ἀπὸ αὐτὸ θάρρος. Διέταξε ἀμέσως νὰ ἑτοιμάσουν τὰ ὑλικά, τὰ μάρμαρα, τὸν ἀσβέστη κ.λ.π. γιὰ νὰ κτίσουν τὸ «ἀλτάρι». Τὰ σώριασαν ἔξω ἀπὸ τὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος.
Ὅταν εἶδαν αὐτὸ οἱ ἱερεῖς τοῦ Ναοῦ καὶ οἱ Ἕλληνες προύχοντες τῆς νήσου, στενοχωρήθηκαν. Παρουσιάσθηκαν στὸν διοικητὴ Πιζάνη καὶ τὸν παρακαλεσαν νὰ τὸ σταματήσει καὶ νὰ μὴ τὸ κάνη αὐτὸ τὸ ἔργο. Ἐκεῖνος ὅμως τοὺς εἶπε ὅτι εἶναι διοικητὴς καὶ εἶναι δικαίωμά του νὰ τὸ κάμει.
Τότε οἱ Ὀρθόδοξοι γύρισαν καὶ παρακάλεσαν θερμὰ τὸν Ἅγιο, νὰ σταματήσει τὸ ἀνοσιούργημα.
Τὴν ἴδια ἐκείνη νύχτα παρουσιάζεται στὸν διοικητὴ πάλιν ὁ Ἅγιος σὰν καλόγερος καὶ τοῦ λέγει:
› Σοῦ εἶπα νὰ μὴ μὲ ἐνοχλῆς. Ἂν τολμήσης νὰ κάνης αὐτό, ποὺ ἀποφάσισες, θὰ μετανοιώσης πικρά, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀργά.
Τὸ πρωὶ τὰ ἀνεκοίνωσε αὐτὰ ὁ διοικητὴς στὸν παπικὸ Ἐπίσκοπο. Ἐκεῖνος τὸν ἐπέπληξε ὡς ἄτολμο καὶ ὀλιγόπιστον. Τότε ὁ διοικητὴς ξαναπῆρε θάρρος καὶ διέταξε ν’ ἀρχίση τὸ κτίσιμο τοῦ «ἀλταρίου» μέσα στὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου. Οἱ Παπικοὶ πανηγυριζαν ἀπὸ τὴν χαρά τους καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι ἐλυποῦντο κατάκαρδα. Εἶχαν πένθος καὶ λύπη ἄφατη καὶ παρακαλοῦσαν τὸν Ἅγιο νὰ τοὺς φυλάξει ἀπὸ τὴν παπικὴ βεβήλωση…
Ὁ Ἅγιος τοὺς ἄκουσε καὶ ἐπενέβη ἀποφασιστικὰ καὶ κεραυνοβόλα. Τὴν νύχτα ἐκείνη ξέσπασε φοβερὴ θύελλα μὲ κεραυνούς. Ἡ θύελλα καὶ οἱ κεραυνοὶ ἔπληξαν κυρίως τὸ φρούριο «Καστέλι». Ἐκεῖ ἤτανε καὶ τὸ διοικητήριο τοῦ Πιζάνη καὶ οἱ πυριτιδαποθῆκες. Αὐτὰ ἔγιναν παρανάλωμα τοῦ πυρός. Ἀπὸ τὴν ἔκρηξη σκοτωθήκανε 900 ἄνθρωποι, στρατιῶτες καὶ πολίτες, ὅλοι παπικοί, διότι ἀπαγόρευαν νὰ κατοικοῦν καὶ νὰ διανυκτερεύουν Ὀρθόδοξοι μέσα στὸ Κάστρο.
Ὁ Πιζάνης βρέθηκε νεκρός, μὲ σφηνωμένο τὸν λαιμό του μεταξὺ δύο δοκῶν. Τὸ πτῶμα τοῦ παπικοῦ Ἐπισκόπου βρέθηκε ἐκτιναγμένο σὲ ἀρκετὴ ἀπόσταση, ἔξω ἀπὸ τὸ φρούριο, ἐκεῖ ποὺ χύνονταν τὰ ἀπόβλητα τῆς πόλεως.
Τὸ δὲ καταπληκτικότερο εἶναι ὅτι τὴν ἴδια νύχτα καὶ τὴν ἴδια ὥρα, ἄλλος κεραυνὸς ἔπεσε στὴν Βενετία, στὸ μέγαρο τοῦ Πιζάνη καὶ κατέκαψε τὸν ζωγραφικὸ πίνακα μὲ την προσωπογραφία τοῦ Πιζάνη, χωρὶς νὰ βλάψει κανένα ἄλλο πράγμα, ἐνῶ καὶ στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου ἔπεσε κάτω τὸ καντήλι ποὺ εἶχε δωρήσει ὁ Πιζάνης εἰς ἀνάμνησιν τοῦ θαύματος τῆς ἀπομακρυνσεως τῶν Τούρκων ἀπὸ τὸ νησὶ (τὸ σημάδι ἀπὸ τὴν πτώση φαίνεται καὶ σήμερα).
Ὁ φρουρὸς τῆς πυριτιδαποθήκης, πρὸ τῆς καταστροφῆς, εἶδε τὸν Ἅγιο νὰ τὸν πλησιάζει μὲ ἀναμμένη δάδα, καὶ νὰ τὸν μεταφέρει, χωρὶς γρατσουνιά, κοντὰ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἐσταυρωμένου.
Πηγή: (από την ιστοσελίδα 'Χριστιανική Βιβλιογραφία') Αβέρωφ
Σχόλιο Τ.Ι.: Η παρακάτω επιστολή του του σύγχρονου Αγίου π. Επιφανίου Θεοδωροπούλου σχετικά με τον παλαιοημερολογίτικο Ζηλωτισμό είναι μια εκπληκτικής ακρίβειας τοποθέτηση με απαντήσεις πλήρεις χάριτος και παρηγορητικής δροσιάς.
Αθήνα, 22 Ιουλίου 1971
Προσφιλέστατε π. Νικόδημε
χαίρε εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών.
Πέρασε πάνω από ένας μήνας από τότε που έλαβα την επιστολή σου. Άργησα να απαντήσω, λόγω φόρτου απασχολήσεων. Παρακαλώ να με συγχωρέσεις. Απαντώ κάπως περιληπτικά, με την επιφύλαξη να επανέλθω, αν η Οσιότητά σου θελήσει νέες διευκρινήσεις.
Αρχικά, φίλτατε π. Νικόδημε, οφείλω να σου πω μια πικρή αλήθεια, που θα σου φανεί πολύ παράδοξη και θα σε εκπλήξει. Μέχρι σήμερα απέφευγα › κατ' οικονομία › να διατυπώσω αυτή τη θέση ή την διατύπωνα με έμμεσο τρόπο, αλλά από τη στιγμή που τα πράγματα έφτασαν στο μη περαιτέρω και εκλεκτά πρόσωπα› που έχουν όμως συνείδηση γεμάτη φόβο › προσχωρούν στους Παλαιοημερολογίτες, πέφτοντας θύματα μιας αδίστακτης προπαγάνδας κατά της Εκκλησίας, είναι καιρός να λεχθεί η αλήθεια δίχως περιστροφές κι επιφυλάξεις.
Λοιπόν, π. Νικόδημε, όσοι φοβούνται τον Οικουμενισμό και προσχωρούν στους Παλαιοημερολογίτες δεν κερδίζουν τίποτα άλλο, παρά μόνο αποφεύγοντας μια αίρεση, προσχωρούν σε μία άλλη. Βέβαια, δεν έχουν συνείδηση ότι προσχωρούν σε αίρεση, αλλά αυτό δεν αλλάζει καθόλου τα πράγματα. Μη νομίζεις ότι είμαι άδικος ή υπερβολικός. Θα σου αποδείξω αμέσως πόσο απολύτως αληθής είναι ο ισχυρισμός μου.
Τι είναι αίρεση, αγαπητέ π. Νικόδημε; Η νοθεία της Πίστεως! Τι είναι όμως νοθεία της Πίστης; Η αθέτηση των δογμάτων; Βεβαίως και αυτό είναι νοθεία της Πίστης, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Νοθεία της Πίστης είναι και η προσπάθεια να θεωρούνται Δόγματα Πίστεως πράγματα που δεν είναι Δόγματα Πίστεως. Αν δηλαδή, θελήσει κάποιος να θεωρήσει Δόγμα Πίστεως, προϋπόθεση σωτηρίας, κάτι το δευτερεύον, έστω και καλό, τότε καθίσταται αυτομάτως αι› ρε› τι› κός!
Θέλεις ένα παράδειγμα; Ας δούμε τους περίφημους Ευσταθιανούς! Τι έκαναν αυτοί; Αθέτησαν Δόγματα Πίστεως; Ποιο; Μήπως το περί Αγίας Τριάδος; Μήπως το περί των δύο φύσεων του Κυρίου; Μήπως το περί Αγγέλων; Μήπως το περί Διαβόλου, κλπ, κλπ; όχι! Κανένα Δόγμα δεν αθέτησαν. Αλλά τότε τι έκαναν; Θεώρησαν Δόγματα Πίστεως, προϋποθέσεις σωτηρίας, πράγματα δευτερεύοντα. Την αγαμία και την αποχή από το κρέας. Η Εκκλησία έλεγε: καλά και άγια και θεάρεστα και άξια μίμησης είναι αυτά τα πράγματα, αλλά δεν είναι όροι σωτηρίας, δεν είναι Δόγματα πίστεως.
Όχι! Διαλαλούσαν οι Ευσταθιανοί! Αυτός που δεν απέχει από το γάμο και το κρέας δε μπορεί να σωθεί!
Τι συνέβη τότε; Η Εκκλησία με την εν Γάγγρα Σύνοδο τους αποκήρυξε σαν αιρετικούς και εκφώνησε εναντίον τους σειρά αναθεμάτων. Καλή και άγια π. Νικόδημε είναι η εορτολογική ομοιομορφία (η οποία όμως ουδέποτε υπήρξε συνολικά στην Εκκλησία), αλλά δεν είναι Δόγμα πίστεως, δεν είναι όρος σωτηρίας.
Όχι! Κραυγάζουν οι Παλαιοημερολογίτες! Η διάσπαση της εορτολογικής ομοιομορφίας (πότε όμως η Εκκλησία γνώρισε απόλυτη εορτολογική ομοιομορφία;) στέρησε από την Εκκλησία την Χάρη, κατέστησε (άκου και φρίξε!) άκυρα τα Μυστήριά της και επομένως οι Νεοημερολογίτες είναι εκτός Χάριτος, δηλαδή εκτός σωτηρίας!!
Αυτός ο φρικαλέος ισχυρισμός, αδελφέ Νικόδημε, αποτελεί φοβερή αίρεση και βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος. Προβίβασαν οι ταλαίπωροι σε Δόγματα πίστεως, σε όρους σωτηρίας, στοιχεία...ημερολογιακά και εορτολογικά!... κανείς βεβαίως δεν θεωρεί καλό πράγμα την ύπαρξη δύο ημερολογίων στο χώρο της ανά την Οικουμένη Ορθοδόξου καθολικής Εκκλησίας. Κακώς, κάκιστα έγινε η αλλαγή του Ημερολογίου. Αλλά από το σημείο αυτό μέχρι το σημείο να δούμε τα ημερολόγια ως...Δόγματα πίστεως και να εξαρτήσουμε από αυτά το κύρος των Μυστηρίων και την επίτευξη της σωτηρίας, η απόσταση είναι αβυσσαλέα.
Ας κρατούσαν οι Παλαιοημερολογίτες το παλιό ημερολόγιο, αλλά ας διατηρούσαν την κοινωνία προς την Εκκλησία. Τότε δεν θα υπήρχε κανένας κίνδυνος. Αυτοί όμως έφτασαν στο σημείο να αποκοπούν από την Εκκλησία, για να μη...χάσουν την Χάρη και τη σωτηρία!... δεν αγνοώ ότι υπάρχουν Παλαιοημερολογίτες, που δεν δέχονται αυτές τις βλασφημίες, αλλά ποιο το όφελος, εφόσον υπάρχουν άλλοι › και μάλιστα η ηγεσία τους › που υποστηρίζουν αυτές τις αιρετικές θέσεις;
Άκου έναν διάλογο που είχα πριν από καιρό με κάποιον εκλεκτό νέο, ο οποίος προσχώρησε στους Παλαιοημερολογίτες:
› Γιατί έφυγες από την Ελλαδική Εκκλησία;› Για να μην κοινωνώ με τους αιρετικούς οικουμενιστές.
› Όλοι οι Επίσκοποι της Ελλάδας είναι οικουμενιστές;
› Όχι, όχι! Αλλά κοινωνούν με τον οικουμενιστή Πατριάρχη. Δεν θέλω λοιπόν να έχω κοινωνία με πρόσωπα που κοινωνούν με τους αιρετικούς οικουμενιστές.
› Πιστεύεις ότι το ημερολόγιο είναι Δόγμα πίστεως και ότι οι Νεοημερολογίτες βρίσκονται εκτός Χάριτος και χρειάζεται, σαν αυτούς που επιστρέφουν από τις αιρέσεις, να τους ξαναχρίσουμε με μύρο;
› Θεός φυλάξοι! Εγώ καθόλου δεν πιστεύω τις ανοησίες των Παλαιοημερολογιτών. Εγώ προσχώρησα σ' αυτούς μόνο και μόνο για να αποφύγω την - έμμεση έστω - κοινωνία με τους αιρετικούς οικουμενιστές.
› Καθόλου όμως δεν απέφυγες την κοινωνία με άλλη αίρεση. Ο ισχυρισμός των Παλαιοημερολογιτών ότι η αλλαγή του ημερολογίου στέρησε την Εκκλησία από την Χάρη, δεν είναι απλή ανοησία, όπως την χαρακτήρισες πιο πριν. Είναι βαρύτατη βλασφημία και αίρεση.
› Αλλά εγώ δεν πιστεύω αυτά τα πράγματα.
› Κοινωνείς όμως με εκείνους, οι οποίοι τα πιστεύουν.
› Τι να κάνω; Αναγκάζομαι να τους ανέχομαι κατ' οικονομίαν.
› Και τότε γιατί δεν ανεχόσουν, κατ' οικονομίαν έστω, τους Επισκόπους της Ελλάδας, οι οποίοι κοινωνούσαν με τον Πατριάρχη;
› Εκείνος:..................
› Εγώ: βλέπεις λοιπόν σε ποια αντινομία οδηγήθηκες; Αναγνωρίζεις ότι οι περισσότεροι Επίσκοποι της Ελλάδας είναι Ορθόδοξοι. Αρνείσαι όμως την κοινωνία μαζί τους, επειδή αυτοί κοινωνούν με τον Πατριάρχη. Έτσι δεν δέχεσαι ούτε έμμεση καν κοινωνία με οικουμενιστές. Δέχεσαι όμως άμεση, αμεσότατη κοινωνία με πρόσωπα που κηρύττουν άλλου είδους αίρεση. Ότι η σωτηρία εξαρτάται από το ημερολόγιο!! Ποιο το κέρδος σου;; αλλά και πάλι μη νομίζεις ότι απέφυγες την έμμεση κοινωνία με τους οικουμενιστές.
› Εκείνος: πώς συμβαίνει αυτό;
› Εγώ: άκουσε, ταλαιπωρημένο θύμα επιτήδειων προπαγανδιστών: οι Παλαιοημερολογίτες κραυγάζουν μέχρι να σπάσουν τα πνευμόνια τους ότι και μόνη η συμπροσευχή μας με τον Πατριάρχη και τους άλλους ομόφρονες μ' αυτόν μας καθιστά όμοιους με αυτούς, έστω κι αν δεν πιστεύουμε όσα κηρύσσουν αυτοί. Να ήταν τουλάχιστον συνεπείς μ' αυτή τους τη θέση! Αλλά πού συνέπεια!... πήγαινε, φίλε μου, σε μερικά Ησυχαστήρια των Παλαιοημερολογιτών, ιδιαίτερα στη Λυκόβρυση Αττικής και θα δεις ολόκληρα αυτοκίνητα να αποβιβάζουν Νεοημερολογίτες, για να εκκλησιαστούν εκεί εν ώρα Λειτουργίας! (έχω ακούσει ότι οι Νεοημερολογίτες που εκκλησιάζονται εκεί την Κυριακή είναι πολύ περισσότεροι από τους Παλαιοημερολογίτες!). το Περιοδικό μάλιστα του εν λόγω Ησυχαστηρίου κάνει κατά καιρούς εκκλήσεις προς τους «προσκυνητές» που θέλουν να εκκλησιαστούν σε αυτό να προσέρχονται σεμνά ντυμένοι, τόσο οι άντρες, όσο και οι γυναίκες και τα παιδιά. Δεν λέει να μην προσέρχονται καθόλου οι Νεοημερολογίτες. Όχι! Το μόνο το οποίο τονίζει και στο οποίο αρκείται, είναι η αποφυγή της απρεπούς ενδυμασίας. Αν υπάρχει αυτή, τίποτα άλλο δεν εξετάζεται. Αν υπάρχει αυτή, οι Νεοημερολογίτες είναι λίαν ευπρόσδεκτοι για συνεκκλησιασμό και συμπροσευχή. Και γνωρίζω αρκετές περιπτώσεις Παλαιοημερολογιτών Ιερέων που δέχονται άνευ όρων Νεοημερολογίτες στα Μυστήρια της εξομολόγησης, ακόμη και της Θ. Κοινωνίας. Έχουμε δηλαδή προσφορά Μυστηρίων σε πρόσωπα, τα οποία σε άλλες στιγμές χαρακτηρίζονται από τους ίδιους τους ηγέτες των Παλαιοημερολογιτών ότι βρίσκονται μακριά από την αλήθεια και τη σωτηρία, επειδή βρίσκονται στην Εκκλησία της Ελλάδας, η οποία κοινωνεί με τον Πατριάρχη. Δηλαδή, κυκεώνας και τραγέλαφος! Λοιπόν, αφού οι ομόφρονές σου συμπροσεύχονται και κοινωνούν με μας που συμπροσευχόμαστε και κοινωνούμε με τον Πατριάρχη, εσύ έχεις πάλι έμμεση κοινωνία με τον Πατριάρχη! Τι κέρδισες λοιπόν; Και την έμμεση κοινωνία με τους οικουμενιστές δεν απέφυγες, και σε άμεση κοινωνία με πρόσωπα που κηρύσσουν άλλου είδους αίρεση οδηγήθηκες!...
Αυτά ειπώθηκαν τότε με εκείνον τον νέο. Τα αντιγράφω αυτά για να βγάλεις, αγαπητέ π. Νικόδημε, ορισμένα συμπεράσματα.
Και ορίστε κάποιες σύντομες απαντήσεις στα ερωτήματά σου:
1. Υπήρξε μεγάλη «γκάφα» του Φιλάρετου η αναγνώριση των Παλαιοημερολογιτών στην Ελλάδα. Μάλλον έπεσε θύμα κακών εισηγήσεων. Έφτασε στα αυτιά μου κάποια πληροφορία ότι εκ των υστέρων, αφού γνώρισε τους Παλαιοημερολογίτες της Ελλάδας, έχει μεταμελήσει για ό,τι έκανε. Ο καιρός όμως θα δείξει. Πιστεύω ότι θα σημειωθούν εξελίξεις... Για μένα πάντως που πιστεύω ότι η Εκκλησία της Ελλάδας είναι κάθε άλλο παρά αιρετική, η απόφαση της Συνόδου του Φιλάρετου όχι μόνο δεν έχει κανένα κύρος, αλλά και, καθώς αποτελεί επέμβαση στα εσωτερικά άλλης ομόδοξης Εκκλησίας αντίθετη με τους Κανόνες, δημιουργεί ευθύνες σχετικά με τους Κανόνες για την εν λόγω Σύνοδο.
2. Αν ο Φιλάρετος πίστευε ότι η Εκκλησία της Ελλάδας έχει πέσει σε αίρεση, τότε θα μπορούσε να παρέμβει σ' αυτή. Όφειλε όμως, όχι να αναγνωρίσει τους Παλαιοημερολογίτες, οι οποίοι δεν είναι μεν οικουμενιστές, αλλά και αυτοί κηρύσσουν άλλου είδους αίρεση, όπως είπα πιο πάνω (ότι η σωτηρία εξαρτάται από τα...ημερολόγια και τα εορτολόγια), αλλά να χειροτονήσει απ' την αρχή Ιερείς (ή και Επισκόπους) για το πλήρωμα της Ελλαδικής Εκκλησίας. Οι εν λόγω Ιερείς θα μπορούσαν να ακολουθούν το παλιό ημερολόγιο, δε θα κήρυσσαν όμως το παραπάνω αιρετικό φρόνημα και θα δέχονταν σε κοινωνία και πιστούς που θα ακολουθούσαν το νέο ημερολόγιο, όπως ακριβώς κάνει και ο Φιλάρετος.
3. Η παρούσα κατάσταση (συμπροσευχές, νεωτερισμοί κ.τ.τ.) δεν δικαιολογεί το «υπερόριον». Μόνο η πτώση κάποιας Εκκλησίας σε αίρεση δίνει το δικαίωμα σε υπερόριους Επισκόπους να παρέμβουν.
4. Αν μια Ορθόδοξη Σύνοδος καταδικάσει κάποιον, δεν μπορεί Σύνοδος άλλης τοπικής Εκκλησίας να τον αθωώσει. Κι αν συμβεί αυτό, η δεύτερη απόφαση είναι άκυρη. Δηλαδή: αν Κληρικός της Εκκλησίας της Ελλάδας καταδικαστεί από αυτήν και προσφύγει σε άλλη Εκκλησία, π.χ. στην Εκκλησία της Σερβίας, και ζητήσει να κριθεί από αυτήν, η Εκκλησία της Σερβίας θα απορρίψει αυτήν την αξίωσή του, δηλώνοντας ότι αυτή είναι τελείως αναρμόδια, ενώ την αρμοδιότητα έχει μόνο η Εκκλησία της Ελλάδας.
Αν τυχόν όμως, δεχτεί το αίτημα η Εκκλησία της Σερβίας και κρίνει αυτή τον εν λόγω Κληρικό, η απόφασή της, καθώς θα έχει εκδοθεί σε αντίθεση με τους Κανόνες , είναι εντελώς άκυρη, και δημιουργεί ευθύνες σχετικά με τους Κανόνες. Αν τα παραπτώματα αυτού του Κληρικού δεν είναι κωλυτικά της Ιεροσύνης και αργότερα μετανοήσει για αυτά, τότε η μόνη που μπορεί να τον αποκαταστήσει είναι πάλι η Εκκλησία της Ελλάδας. Ουδέποτε επιτρέπεται επέμβαση μιας Ορθόδοξης Εκκλησίας στα εσωτερικά μιας άλλης. Αλλιώς, εννοείται, έχει το πράγμα, αν μια Τοπική Ορθόδοξη Εκκλησία ζητήσει από άλλη ή από άλλες τη βοήθειά τους για τη λύση ενός εσωτερικού της ζητήματος. Τότε δεν πρόκειται για αυθαίρετη επέμβαση, αλλά για αδελφική συμπαράσταση.
Μόνο Οικουμενική Σύνοδος, σαν υπέρτατη Αρχή, μπορεί να παρέμβει στα εσωτερικά Τοπικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και να τα ρυθμίσει κατά την κρίση της. Μπορεί π.χ. Κληρικός μιας Τοπικής Εκκλησίας (και μάλιστα Προκαθήμενος αυτής), θεωρώντας ότι καταδικάστηκε από την Εκκλησία του εντελώς άδικα και σε αντίθεση με τους Κανόνες, να καταφύγει με έκκληση σε άλλες Τοπικές Εκκλησίες και διεκτραγωδώντας την άδικη περιπέτειά του, να ζητήσει απόδοση δικαιοσύνης. Αν οι άλλες Εκκλησίες βρουν βάσιμα τα παράπονά του, μπορούν να φτάσουν μέχρι τη σύγκληση Μεγάλης Συνόδου, της οποίας η απόφαση θα είναι υποχρεωτική για όλους. Μονομερής παρέμβαση μιας Τοπικής Εκκλησίας στα εσωτερικά άλλης είναι απαράδεκτη. Όλα αυτά, εννοείται, προκειμένου για Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες και όχι αιρετικές.
5. Η λέξη «άκυρο», όταν πρόκειται για Μυστήρια, άλλοτε χαρακτηρίζει τα τελείως ανυπόστατα (δηλαδή ανύπαρκτα) Μυστήρια και άλλοτε τα υποστατά μεν, αλλά που τελέστηκαν αντικανονικά. Εξαρτάται από την έννοια, την οποία κάθε φορά δίνουμε στη λέξη «άκυρο».
6. «Ζηλωτής» που επιστρέφει μπορεί επιεικώς να γίνει δεκτός και με απλή Εξομολόγηση ενώπιον του Πνευματικού. Αν είναι Κληρικός, θα ζητήσει από τον Επίσκοπο την αποκατάστασή του μέσα από την κανονική διαδικασία. Η αλλαγή Παρατάξεων κάθε τόσο δείχνει προφανώς αστάθεια. Δυστυχώς αυτό είναι συνηθισμένο στους Παλαιοημερολογίτες.
7. αναμφίβολα δεν μπορεί κάποιος να είναι «και με τους μεν και με τους δε». Άλλο ζήτημα, αν, κατ' οικονομία, ανέχεται τους δε, ελπίζοντας να τους φέρει τελικά στον ίσιο δρόμο.
8. Αν κάποιος είναι τόσο απλοϊκός, ώστε να μην αντιλαμβάνεται κάποια πράγματα και δεν επιμένει στις εσφαλμένες θέσεις του από οίηση, πείσμα κ.τ.τ., αλλά από απλοϊκότητα, είναι δυνατό να έχει πλούσια τη Χάρη του Κυρίου. Τα κρίματα του Θεού είναι ανεξερεύνητα. Υπήρξαν και περιπτώσεις κατά τις οποίες σοφοί άνθρωποι της Εκκλησίας περιέπεσαν σε πλάνες. Ο Θεός όμως που βλέπει στην καρδιά και όχι στο πρόσωπο, δεν τους έκρινε ανάξιους για την εύνοιά Του.
Ο Μέγας Γρηγόριος, ο Επίσκοπος Νύσσης, δεν ήταν απαλλαγμένος από δογματικές πλάνες. Και όμως είναι άγιος και Πατέρας της Εκκλησίας. Επίσης και ο θείος Διονύσιος Αλεξανδρείας, θεολογώντας περί Υιού, δεν εκφράστηκε με δογματική ακριβολογία, γι' αυτό και έδωσε άθελά του πολλά επιχειρήματα στους Αρειανούς, οι οποίοι και τον επικαλούνταν. Γι' αυτό και αναγκάστηκε ο Μ. Αθανάσιος να γράψει ολόκληρη πραγματεία για τον άγιο Διονύσιο, για να δικαιολογήσει τις άστοχες δογματικά εκφράσεις του.
9. Καλές σχέσεις με «ζηλωτές» μπορούμε να έχουμε. Μυστήρια όμως από αυτούς δεν επιτρέπεται να λαμβάνουμε. Αν έχουν αυτοί, όπως γράφεις, κοινωνία με την Εκκλησία μας, τότε αλλάζει η κατάσταση. Υπάρχουν όμως «ζηλωτές» που κοινωνούν με την Εκκλησία μας;
10. Δυστυχώς δεν είναι εύκολη η επαναφορά του παλιού ημερολογίου στην Εκκλησία της Ελλάδας. Ίσως δεν είναι καν δυνατή. Αλλά και αν ήταν, μη φανταστείς ποτέ ότι οι Παλαιοημερολογίτες θα υποτάσσονταν όλοι στην Εκκλησία. Οι περισσότεροι Παλαιοημερολογίτες Κληρικοί επιθυμούν ασυδοσία και ποτέ δε θα δέχονταν να τεθούν κάτω από ζυγό και έλεγχο. Θα έβρισκαν χίλια επτά «επιχειρήματα» για να δικαιολογήσουν την εμμονή τους στην ανταρσία (θα έλεγαν π.χ. ότι είναι Μασόνοι οι Επίσκοποι και τα τοιαύτα). Γνωρίζω καλά πολλούς Παλαιοημερολογίτες Κληρικούς...Κάποιος ηγέτης των Παλαιοημερολογιτών μου έλεγε προ ετών: «Δεν τολμώ να βάλω ούτε δέκα μέρες αργία σε κληρικό μου. Θα πάνε στους άλλους, μου λένε» (δηλαδή στην άλλη Παράταξη). Από αυτό καταλαβαίνεις ποια διάθεση πειθαρχίας στους Κανόνες υπάρχει στους Κληρικούς των Παλιοημερολογιτών, εκτός από κάποιες εξαιρέσεις...
11. Οι θέσεις της «Επιστολιμαίας Διατριβής» ισχύουν εφόσον η Εκκλησία μας είναι Ορθόδοξη και όχι αιρετική. Το να «υγιαίνει» έχει πολλή ευρύτητα. Απόλυτη υγεία (για τους Κανόνες, τη διοίκηση, την ηθική κλπ) δε μπορούμε να ζητάμε από την Εκκλησία, αφού αυτή συγκροτείται από ατελείς και αμαρτωλούς ανθρώπους. Ευχή θα ήταν να υγιαίνει σε όλα. Αλλά είναι αυτό δυνατόν; Αρκεί λοιπόν να είναι Εκκλησία Ορθόδοξη και όχι αιρετική. Κι εγώ απέχω πολύ από το να χαρακτηρίσω την Εκκλησία της Ελλάδας...αιρετική!!! Αν άλλοι αναλαμβάνουν εύκολα τέτοιες τρομακτικές ευθύνες (να χαρακτηρίζουν δηλαδή αιρετική μια Ορθόδοξη Τοπική Εκκλησία), ας προχωρήσουν...
12-13. Οι Ορθόδοξοι αναμφίβολα δεν πρέπει να συμπροσεύχονται ή με άλλον τρόπο να έχουν θρησκευτική κοινωνία με τους αιρετικούς (Παπικούς, Διαμαρτυρόμενους κλπ). (Το ίδιο ισχύει και για τους σχισματικούς). Αν όμως κάποιος συμπροσεύχεται (ή κοινωνεί κάπως αλλιώς) με αιρετικούς, είναι μεν παραβάτης των ιερών κανόνων και άξιος εκκλησιαστικών ποινών, δεν είναι όμως και αυτομάτως αιρετικός. Ενδέχεται να πιστεύει με τον ορθόδοξο τρόπο, να αποδοκιμάζει κάθε άλλη διδασκαλία, αλλά να μη θεωρεί κακό τις θρησκευτικές επαφές με ετερόδοξους. Αυτός είναι, επαναλαμβάνω, δεινός παραβάτης των ιερών Κανόνων, αλλά δεν είναι αιρετικός.
Αν όμως δεν αρκείται σε αυτό, αλλά και κηρύσσει αιρετικά φρονήματα, τότε έχει αλλιώς το πράγμα. Τότε είναι αιρετικός. Αιρετικός είναι, εφόσον κηρύσσει αιρετικά φρονήματα, έστω κι αν δεν έχει καμία κοινωνία με άλλους αιρετικούς.
Αλλά οι αιρετικοί είναι δύο ειδών: εκείνοι τους οποίους η Εκκλησία δίκασε και καταδίκασε και τους απέκοψε από το Σώμα της, και εκείνοι οι οποίοι ούτε καταδικάστηκαν ακόμα από την Εκκλησία. Ούτε αυτοβούλως έφυγαν από αυτήν, αλλά βρίσκονται ακόμα εντός της Εκκλησίας. Μια τέτοια περίπτωση είναι η περίπτωση του Πατριάρχη. Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας έχει κηρύξει αιρετικά φρονήματα. Ούτε καταδικάστηκε όμως ως τώρα από την Εκκλησία, ούτε αυτός αποκήρυξε την Εκκλησία και έφυγε απ' αυτήν. Παραμένει και ενεργεί εντός της Εκκλησίας. Συνεπώς είναι ακόμα αγωγός Χάριτος. Τελεί Μυστήρια. Εμείς τι μπορούμε να κάνουμε;
α) Να προσευχόμαστε για την ανάνηψη και τη μετάνοιά του.
β) Να διαμαρτυρόμαστε εναντίον του και να αγωνιζόμαστε.
Και αν η συνείδηση κάποιου δεν ανέχεται να μνημονεύει το όνομά του, έχει το δικαίωμα, προχωρώντας ακόμα παραπέρα, να παύσει το μνημόσυνό του, σύμφωνα με τον ΙΕ' Κανόνα της Πρωτοδεύτερης Συνόδου. Αυτό όμως είναι το έσχατο βήμα, στο οποίο μπορεί να προχωρήσει, αν θέλει να μη βρεθεί σε σχίσματα και ανταρσίες. Παύοντας δηλαδή το μνημόσυνο, δε θα μνημονεύει άλλον Επίσκοπο (εκτός αν πιστεύει ότι όλη η Εκκλησία μας έπεσε σε αίρεση!), αλλά θα περιμένει, όπως έγραψα πιο πριν, στην «Επιστολιμαία Διατριβή» μου, με ήρεμη συνείδηση την απόφαση Συνόδου.
Άλλο πρόβλημα: αυτοί που παύουν το μνημόσυνο, πώς θα φέρονται προς αυτούς που κοινωνούν με τον Πατριάρχη; Αυτοί που κοινωνούν με τον Πατριάρχη είναι δύο κατηγοριών: α) Οι ομόφρονές του (όπως ο Αμερικής Ιάκωβος, ο Χαλκηδόνος Μελίτων κλπ) και β) αυτοί που δεν συμφωνούν μαζί του (όπως όλοι σχεδόν οι Αρχιερείς της Εκκλησίας της Ελλάδας). Απέναντι στους πρώτους θα φέρονται όπως και απέναντι στον Πατριάρχη. Απέναντι όμως στους δεύτερους, έστω κι αν αυτοί κοινωνούν με τον Πατριάρχη ή τους άλλους, δε μπορούν να φέρονται το ίδιο. Δεν μπορούν δηλαδή να φτάσουν μέχρι την παύση του μνημοσύνου τους. Δεν επιτρέπεται, κατά τους ιερούς Κανόνες, αποφυγή της κοινωνίας με αυτούς. Οι ιεροί Κανόνες παρέχουν δικαίωμα παύσεως μνημοσύνου του Επισκόπου ή Πατριάρχη που κηρύσσει αιρετικές διδασκαλίες. Δεν παρέχουν όμως δικαίωμα παύσεως μνημοσύνου και εκείνων, οι οποίοι, αν και είναι Ορθόδοξοι, τον ανέχονται.
Μεγάλη προσοχή σε αυτό το σημείο! Οφείλουμε να διακρίνουμε μεταξύ των δύο καταστάσεων: άλλο αυτός που κηρύσσει αιρετικά φρονήματα, και άλλο αυτός που φρονεί και διδάσκει με ορθόδοξο τρόπο, αλλά, κατ' οικονομία, ανέχεται τον πρώτο και κοινωνεί με αυτόν.
Επίσης: άλλο αυτός που κηρύσσει μεν αιρετικά φρονήματα, αλλά χωρίς να φύγει από την Εκκλησία, ούτε να αποκοπεί από αυτήν, και άλλο αυτός που αυτόβουλα έφυγε από την Εκκλησία (και ίδρυσε δικιά του «Εκκλησία» ή προσχώρησε σε άλλη παρόμοια, αιρετική ή σχισματική), ή αποκόπηκε από την Εκκλησία κατόπιν δίκης και καταδίκης. Με τον δεύτερο κάθε Ορθόδοξος οφείλει να μην έχει καμία κοινωνία. Η κοινωνία όμως με τον πρώτο (μέχρι την καταδίκη του) αφήνεται από τους ιερούς Κανόνες στην ελεύθερη κρίση κάθε Ορθόδοξου πιστού.
Έχουμε δηλαδή δικαίωμα, που μας το παρέχουν οι ιεροί Κανόνες, να παύσουμε το μνημόσυνό του, δεν είμαστε όμως υποχρεωμένοι να το κάνουμε. Κατά συνέπεια, αν κάποιος, χρησιμοποιώντας το δικαίωμα αυτό, παύσει το μνημόσυνο, καλά κάνει και δεν πρέπει να ελέγχεται από τους άλλους. Αν κάποιος άλλος, σταθμίζοντας διάφορους παράγοντες, κρίνει ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιήσει το δικαίωμα που του δίνουν οι Κανόνες, αλλά να περιμένει τη «Συνοδική διάγνωση», δεν είναι αξιόμεμπτος, ούτε - πολύ περισσότερο - άξιος ακοινωνησίας! Στο σημείο αυτό μπορεί κανείς να εφαρμόσει, κάπως παραλλαγμένους, τους λόγους του Παύλου: «Ο μνημονεύων τον μη μνημονεύοντα μη εξουθενείτω και ο μη μνημονεύων τον μνημονεύοντα μη κρινέτω» (βλ. Ρωμ. ιδ' 3).
Τότε, θα πεις, ποιο το κέρδος μας, αν αποφύγουμε το μνημόσυνο του Πατριάρχη, αφού θα έχουμε κοινωνία με τον Επίσκοπο Δρυϊνουπόλεως π.χ., ο οποίος μνημονεύει τον Πατριάρχη; Δε μολυνόμαστε έτσι, κοινωνώντας έμμεσα με αυτόν που κηρύσσει αιρετικά φρονήματα;
Αλλά η διακοπή του μνημοσύνου, «πριν από Συνοδική διάγνωση» και καταδίκη, δεν έχει την έννοια της αποφυγής μολυσμού από την κηρυσσόμενη αίρεση! Όχι, αδελφέ μου! Αν είχε αυτή την έννοια, τότε οι Κανόνες δεν θα παρείχαν απλά το δικαίωμα παύσης του μνημοσύνου για αίρεση «πριν από Συνοδική διάγνωση», αλλά θα θέσπιζαν ρητή και σαφή υποχρέωση με απειλή βαρύτατων ποινών σε αντίθετη περίπτωση.
Η διακοπή μνημοσύνου για αίρεση «πριν από Συνοδική διάγνωση» έχει άλλη έννοια. Αποτελεί έντονη, αλλά κι έσχατη διαμαρτυρία της Ορθόδοξης συνείδησης, παρέχει μια διέξοδο σε αυτούς που σκανδαλίζονται, και ταυτόχρονα αποσκοπεί και στη δημιουργία αναταραχής, ώστε η Εκκλησία να βιαστεί να ξεκαθαρίσει την κατάσταση.
Δεν υπάρχει κίνδυνος να...μολυνθούμε, ούτε μνημονεύντας τον Πατριάρχη (εφόσον ακόμα δεν καταδικάστηκε), ούτε, πολύ περισσότερο, αν δεχόμαστε σε κοινωνία αυτούς που τον μνημονεύουν. Όσα αντίθετα λέγονται, είναι ανόητοι «ζηλωτισμοί».
Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων δε μολύνθηκε, αν και έλαβε Επισκοπική χειροτονία από τον Μητροπολίτη Καισαρείας Ακάκιο, ο οποίος ήταν μεν δηλωμένος αρειανός (και μάλιστα αρχηγός μιας μερίδας αρειανών), αλλά ακόμη βρισκόταν και ενεργούσε εντός της Εκκλησίας. Ο άγιος Ανατόλιος χειροτονήθηκε κι αυτός Επίσκοπος (και μάλιστα Πατριάρχης Κων/πόλεως) από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Διόσκορο, ο οποίος ήταν μεν μονοφυσίτης και μεγάλος προστάτης του αιρεσιάρχη Ευτυχή, αλλά δεν είχε ακόμη καταδικαστεί από την Δ' Οικουμενική Σύνοδο. Αν λοιπόν δεν μολύνει ούτε αυτή η χειροτονία από Επισκόπους που κηρύσσουν μεν αιρετικά φρονήματα, αλλά ακόμα δεν καταδικάστηκαν από Σύνοδο και παραμένουν εντός της Εκκλησίας, πολύ περισσότερο δε μολύνει το μνημόσυνό τους και ακόμα περισσότερο δε μολύνει η κοινωνία με πρόσωπα που ανέχονται κατ' οικονομία αυτούς και διατηρούν το μνημόσυνό τους.
Οι Παλαιοημερολογίτες, «μη νοούντες μήτε α λέγουσι μήτε περί τίνων διαβεβαιούνται», ισχυρίζονται τα εντελώς αντίθετα (βλέπε και το βιβλίο του Θεοδωρήτου Μαύρου). Αλλά τότε και αυτοί οι ταλαίπωροι είναι μολυσμένοι. Γιατί; Διότι, όπως προείπα, και αυτοί, παρά τις θεωρητικές διακηρύξεις τους, ή μάλλον, σε κραυγαλέα και τραγική αντίθεση με αυτές, δέχονται στην πράξη σε κοινωνία (συμπροσευχή και παροχή Μυστηρίων) πρόσωπα που ανήκουν στην Εκκλησία της Ελλάδας, η οποία έχει κοινωνία με τον Πατριάρχη! Οπότε;;;
Αν ήθελαν να είναι συνεπείς, έπρεπε να μη δέχονται ούτε ένα (αριθμός 1) μέλος της Ελλαδικής Εκκλησίας να εκκλησιαστεί (ή, πολύ περισσότερο, να εξομολογηθεί ή να κοινωνήσει) μαζί τους, αν προηγουμένως δεν δήλωνε ότι αποχωρεί από την Εκκλησία της Ελλάδας και προσχωρεί εν μετανοία σε αυτούς. Αυτοί όμως, χωρίς φόβο και δισταγμό, συνεκκλησιάζονται, συμπροσεύχονται και συμμετέχουν στα Μυστήρια με πλήθος Νεοημερολογίτες στους Ναούς των Παλαιοημερολογιτών και μάλιστα σε μερικά Ησυχαστήρια.
Είναι αυτά πράγματα ηθικής συνέπειας; Είναι πράγματα που επιτρέπονται ηθικά; Είναι πράγματα αποδεκτά από τους Κανόνες; Είναι, τέλος πάντων, πράγματα τίμια; Θα πουν ίσως ότι το κάνουν κατ' οικονομία. Αλλά τότε γιατί να δημιουργούμε σχίσματα και διαιρέσεις και κατατμήσεις και πληγές στο Σώμα της Εκκλησίας; Αν πρόκειται μεταβαίνοντας κάποιος στους Παλαιοημερολογίτες, να συμπροσεύχεται και πάλι με αυτούς που κοινωνούν με τον Πατριάρχη, γιατί να μη μείνει στην Εκκλησία της Ελλάδας και να ανέχεται κατ' οικονομία τον Πατριάρχη και τους ομόφρονές του; Έτσι μάλιστα θα ανέχεται κατ' οικονομία μία αίρεση: τον Οικουμενισμό. Ενώ, μεταβαίνοντας στους Παλαιοημερολογίτες, θα ανέχεται δύο: τον οικουμενισμό (εφόσον οι Παλαιοημερολογίτες συμπροσεύχονται με Νεοημερολογίτες, που κοινωνούν με τον οικουμενιστή Πατριάρχη) και τον Ελληνικό Παλαιοημερολογιτισμό, που κηρύσσει την αίρεση ότι τα ημερολόγια και τα εορτολόγια είναι όροι σωτηρίας!...
Λέω «Ελληνικό Παλαιοημερολογιτισμό», διότι δεν προτίθεμαι να καταδικάσω το παλιό ημερολόγιο, το οποίο ακολουθούν τόσες Ορθόδοξες Εκκλησίες, αλλά τις αιρετικές υπερβολές στις οποίες απερίσκεπτα κατάντησαν οι Έλληνες Παλαιοημερολογίτες. Και γι' αυτό, εκτός από άλλους λόγους, φοβάμαι και τρέμω για τις ανταρσίες και τα σχίσματα. Ο κλήρος των περισσοτέρων είναι:
Τελικά καταντούν στην υποστήριξη θέσεων πραγματικά αιρετικών! Αυτά, πολυφίλητε π. Νικόδημε, τα είχα γράψει σε σένα και στην ιερή και θεοφιλή Συνοδεία σου. Και έγραψα «εκ πολλής θλίψεως και συνοχής καρδίας» (Β' Κορ. β' 4). Η όλη κατάσταση της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι σήμερα πολύ θλιβερή. Ίσως τελικά δεν θα αποτραπούν μεγάλες περιπέτειες.
Πρόσχωμεν! Εν ταπεινώσει, εν προσευχή, εν νηστεία, εν κατανύξει, ας ζητήσουμε από τον Κύριο να μας φωτίσει για το πώς πρέπει να πορευτούμε σε αυτά που έρχονται. Διπλός ο κίνδυνος της Εκκλησίας: από τη μία ο σατανοκίνητος Οικουμενισμός και από την άλλη ο Φανατισμός που φθείρει τις ψυχές και οδηγεί τελικά σε φρικαλέες βλασφημίες και αιρέσεις και κρύβει την αλήθεια. Και τα δύο να τα φοβηθούμε και να τα αποφύγουμε. Δεν θα παρεκκλίνουμε ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Θα πορευτούμε τη μέση και βασιλική οδό. Αυτή είναι η οδός της αμόλυντης Ορθοδοξίας, η οποία γνωρίζει και να προστατεύει την ακρίβεια και δεν αγνοεί την επίδειξη οικονομίας.
Χαίρε, αδελφέ. Και πάλι θα πω, χαίρε! Χαίρε, εν μέσω πά¬σης θλίψεως και πάσης οδύνης. Ιησούς γάρ «παρεδόθη δια τας αμαρτίας ημών και ηγέρθη δια την δικαίωσιν ημών» (Ρωμ. δ' 25).
Δεήθητε δε πάντες εκτενώς και υπέρ της εμής αθλιότητος, ότι εν ποικίλω αγώνί ειμί. Εν παντί θλίβομαι. «Έξωθεν μάχαι, έσωθεν φόβοι» (Β' Κορ. ζ 5. Ιδέ ερμηνείαν Π. Τρεμπέλα).
Πρόθυμος πάντα για κάθε εξυπηρέτηση και επικαλούμενος τις ευχές όλων σας, διατελώ μετά βαθείας εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών αγάπης και τιμής.
Πηγή: Από το βιβλίο «ΤΑ ΔΥΟ ΑΚΡΑ › ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΖΗΛΩΤΙΣΜΟΣ», Επιφανίου Ι. Θεοδωροπούλου, Έκδοσις Ιερού Ησυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζήνος, Απόδοση στα Νέα Ελληνικά: Τέζας Γεώργιος, Φιλόλογος.
(Το βιβλίο Οικουμενισμός και Ζηλωτισμός μπορεί να προμηθευτεί κανείς από το Ιερό Ησυχαστήριο Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζήνος, τηλ. 22 980 35 320 και χριστιανικά βιβλιοπωλεία)
Σχόλιο Τ.Ι.: Είναι γνωστή η ιστορία του Λατινόφρονος Αυτοκράτορος Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου και του Πατριάρχου Ιωάννου Βέκκου (1260-1282). Αυτοί για να αποκτήσουν υλικά αγαθά και για να συνάψουν «συμμαχίες» με τα Λατινικά Κράτη της Δύσεως «παρέδωσαν» την Ορθοδοξία, «αντί πινακίου φακής», στον αντίχριστο Πάπα της Ρώμης, κατά τον Άγιον Κοσμά τον Αιτωλόν! Μόλις χτες (5 Δεκεμβρίου) εορτάσαμε τη μνήμη του Αγίου Κοσμά του Πρώτου του Βατοπαιδινού του Οσιομάρτυρος και των συν αυτώ Οσιομαρτύρων του Αγίου Όρους (που είναι μερικοί από τους Αγίους που μαρτύρησαν από λατινόφρονες). Εκείνο που δεν είναι ευρέως γνωστό είναι ότι όσοι τόλμησαν να συλλειτουργήσουν στο Άγιον Όρος μετά του Λατινόφρονος Βέκκου ο μεν ιεροδιάκονος Λαυριώτης καταλήφθηκε από θεήλατο οργή και έλιωσε σαν το κερί αφού άρπαξε φωτιά, οι δε 7 (κατ' άλλους 11) ιερομόναχοι που έλαβαν μέρος στο συλλείτουργο βρέθηκαν άλιωτοι και τυμπανιαίοι (Γαβριήλ Ιερομόναχος, πνευματικός εκ του Ιβηριτικού Κελλίου «Γενέσιον του Τιμίου Προδρόμου»). Μάλιστα τα αφορισμένα πτώματα τους ήταν σε κοινή θέα στον νάρθηκα του κοιμητηρίου οι Άγιοι Απόστολοι μέχρι τέλους του 19ου αιώνος. Τα μόνα λόγια που μπορούν να έρθουν στο νου όταν συλλογούμαστε αυτά που μας ετοιμάζουν (και τα βλέπουμε να έρχονται) είναι λίγοι στίχοι από τον Προφητικό Λόγο του Εθνικού μας ποιητή Κωστή Παλαμά στο Δωδεκάλογο του Γύφτου:
«Ο δικέφαλος αητός σου να! μακριά
μακριά πέταξε με τ’ άξια και με τ’ άγια
και θα ισκιώσουν τα τετράπλατα φτερά
λαούς άλλους, κορφές άλλες, άλλα πλάγια.
Προς τη Δύση και προς το Βοριά
την κορώνα φέρνει, και κρατά
-και τα νύχια του είν’ αρπάγια-
και τη δόξα και τη δύναμη κρατά·
και το γέλιο, και το ψέμα το Βασίλειο
που γεννήθηκε από σένα μες στον ήλιο,
κοίτα, Θεέ! θα σέρνεται μπροστά
σα μπαλσαμωμένη κουκουβάγια.
Μ’ όλα σου θα ζει τα χαμηλά,
με καμιά σου δε θα ζει μεγαλοσύνη,
κι οι προφήτες που θα προσκυνά,
νάνοι κι αρλεκίνοι.
Και σοφοί του και κριτάδες
του άδειου λόγου οι τροπαιούχοι,
και διαφεντευτάδες
κυβερνήτες του οι ευνούχοι.
Και θα φύγεις κι απ’ το σάπιο το κορμί,
ω Ψυχή παραδαρμένη απ’ το κρίμα,
και δε θά ‘βρει το κορμί μια σπιθαμή
μες στη γη για να την κάμει μνήμα,
κι άθαφτο θα μείνει το ψοφίμι,
να το φάνε τα σκυλιά και τα ερπετά,
κι ο Καιρός μέσα στους γύρους του τη μνήμη
κάποιου σκέλεθρου πανάθλιου θα βαστά.
Όσο να σε λυπηθεί
της αγάπης ο Θεός,
και να ξημερώσει μιαν αυγή,
και να σε καλέσει ο λυτρωμός,
ω Ψυχή παραδαρμένη απ’ το κρίμα!
Και θ’ ακούσεις τη φωνή του λυτρωτή,
θα γδυθείς της αμαρτίας το ντύμα,
και ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή,
θα σαλέψεις σαν τη χλόη, σαν το πουλί,
σαν τον κόρφο το γυναίκειο, σαν το κύμα,
και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου κακού τη σκάλα, –
για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
τα φτερά,
τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!»
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο «τίμησε» τον ιδρυτή του Άγιο Απόστολο Ανδρέα τον Πρωτόκλητο
Σε πανηγυρική ατμόσφαιρα το Οικουμενικό Πατριαρχείο τίμησε τη μνήμη του ιδρυτού του, Αγίου Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου. Την Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου, τελέστηκε Πατριαρχική και Συνοδική Θεία Λειτουργία στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος χειροτόνησε στο βαθμό του Πρεσβυτέρου και χειροθέτησε σε Μέγα Πρωτοσύγκελλο τον π.Ανδρέα Σοφιανόπουλο.
Στην ομιλία του, πριν από τη χειροτονία του νέου Πρεσβυτέρου, ο Οικουμενικός Πατριάρχης αναφέρθηκε στο εκκλησιαστικό ήθος, την αφοσίωση, την αποτελεσματικότητα και το πνεύμα αυτοθυσίας που επέδειξε ο π.Ανδρέας. «Εις την διακονίαν σου εξετιμήθη η σεμνότης, η σιωπή, η εχεμύθεια, η σοβαρότης και η υπομονή εις τας δυσκόλους περιστάσεις, διότι πάντες γνωρίζομεν ότι η διακονία εις την Εκκλησίαν, και δη εις το καθ᾽ ημάς Οικουμενικόν Πατριαρχείον, είναι οδός στενή και ανηφορική. Αλλ᾽ η χάρις του Θεού πάντα ευλογεί και ενδυναμοί τον βαδίζοντα, μέχρι να φθάση εις τον τελικόν προορισμόν, εις το πλήρωμα της χάριτος».
Απευθύνοντάς του πατρικούς λόγους και νουθεσίες ο Πατριάρχης τόνισε: «Εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν τα πάντα είναι χάρις και αποστολή. Οφείλεις λοιπόν να αναζωπυροίς την εκκλησιαστικήν σου υπόστασιν εις το μυστήριον της χάριτος, όπερ σημαίνει να επανευρίσκης και να αναγεννάς ολόκληρον τον εαυτόν σου, την κλήσιν σου, την ζωήν σου, την υψηλήν διακονίαν σου εντός της καινής πραγματικότητος της Βασιλείας του Θεού, όπως αύτη ενσαρκούται εν τη Εκκλησία διά της κενώσεως και της αγάπης· της εν επιγνώσει και αληθευούσης αγάπης, της οποίας «ο νόμος και προς τα υπέρ δύναμιν εκβιάζει» (Ιωάννης Σιναίτης, Κλίμαξ, Λόγος Γ´). Αυτή είναι η απάντησις της Ορθοδόξου Εκκλησίας γενικώς, και δη του καθ᾽ ημάς πανιέρου και αειφεγγούς Φαναρίου, εις την αγχώδη και αγωνιώδη προσπάθειαν ωρισμένων όπως καταστήσουν τα πάντα εν τη Εκκλησία νόμον. Εάν ο νόμος της Εκκλησίας εφαρμόζεται άνευ αγάπης, τότε ομιλούμεν διά μίαν θρησκείαν εκ των πολλών του κόσμου τούτου, αλλ᾽ ασφαλώς όχι διά την Εκκλησίαν του Χριστού, ήτις εθεμελιώθη επί της θυσίας Του, επί του Σταυρού και επί του εκχυθέντος αίματός Του «υπέρ της κόσμου ζωής και σωτηρίας» […] Η αγάπη θα σε καταστήση σύγχρονον του Θεού και συνεργάτην των επαγγελιών Του. Εάν ο κληρικός δεν αγαπά τον Θεόν εις το πρόσωπον του πλησίον και τον πλησίον εις το πρόσωπον του Θεού, τότε δεν θα δυνηθή να αγαπήση τον ίδιον τον άνθρωπον, αλλά τα περί τον άνθρωπον, ελκυόμενος από επιπλάστους ιδιότητας ή αξιώματα, τα οποία καλύπτουν το προσωπικόν χάρισμα. Το χάρισμα του Μεγάλου Πρωτοσυγκέλλου είναι να διακρίνη τα χαρίσματα των άλλων και μάλιστα να τα αναδεικνύη και ουχί να τα αποκρύπτη, να αξιοποιή την κλήσιν του κάθε ανθρώπου διά το καλόν και την πρόοδον της Μεγάλης Εκκλησίας».
Κατά την Θεία Λειτουργία παρέστη αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ρώμης υπό τον Καρδινάλιο Κουρτ Κοχ, Πρόεδρο του Ποντιφικού Συμβουλίου για την Χριστιανική Ενότητα. Συμπροσευχήθηκαν Ιεράρχες του Θρόνου και άλλων Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, Κληρικοί, Μοναχοί και Μοναχές από την Πόλη και την Ελλάδα.
Επίσης, εκκλησιάστηκαν, ο Υφυπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας κ. Ιωάννης Αμανατίδης, εκπρόσωπος της Ελληνικής Κυβερνήσεως, οι εν Αγκύρα Πρέσβεις της Ελλάδος, κ. Πέτρος Μαυροειδής και της Ουκρανίας, κ. Andrii Sybiha, οι Γενικοί Πρόξενοι της Ελλάδος, Πρέσβης κ. Ευάγγελος Σέκερης, της Ουκρανίας, κ. Oleksander Gaman, της Γεωργίας, κυρία Inga Kikvadze, διπλωμάτες, Άρχοντες Οφφικιάλιοι της Μεγάλης Εκκλησίας του Χριστού και πλήθος πιστών.
Μετά την απόλυση ο Οικουμενικός Πατριάρχης χειροθέτησε το νέο Πρεσβύτερο π.Ανδρέα σε Μέγα Πρωτοσύγκελλο και ακολούθως προσφώνησε την επίσημη Αντιπροσωπεία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Αναφερόμενος στην πορεία του θεολογικού διαλόγου μεταξύ των δύο Εκκλησιών, ο οποίος ξεκίνησε πριν από περίπου σαράντα χρόνια, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος τόνισε ότι στο επίκεντρό του βρέθηκαν όσα μας ενώνουν. «Φαίνεται όμως ότι έφθασεν η ώρα να ασχοληθώμεν επιμελώς και με τα εμπόδια εις την αποκατάστασιν της πλήρους κοινωνίας των Εκκλησιών ημών, όχι διά να επιστρέψωμεν εις τας αγόνους αντιπαραθέσεις του παρελθόντος, αλλά διά να αναλύσωμεν ομού τα ζητήματα αυτά και να οδηγηθώμεν εις λύσεις, αποδεκτάς εκατέρωθεν».
«Η Εκκλησία ήτο επί χιλιετίαν όλην ηνωμένη εν τη πίστει, εν τω Αγίω Ποτηρίω της Ευχαριστίας, εν τη ευσεβεία, εν τη αγιότητι του βίου και εν τη διακονία. Αυτήν την ενότητα αγωνιζόμεθα να επανεύρωμεν διά του διαλόγου της αληθείας εν αγάπη, ο οποίος ήρξατο, ευλογημένη πρωτοβουλία των αοιδίμων Προκατόχων ημών, εκαρποφόρησεν ήδη ποικιλοτρόπως και συνεχίζεται εν πνεύματι αμοιβαίας εμπιστοσύνης, χωρίς οικουμενιστικάς εξάρσεις, αι οποίαι δεν υπηρετούν το έργον της ενότητος», τόνισε ο Πατριάρχης σε άλλο σημείο της ομιλίας του και υπενθύμισε ότι η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία πραγματοποιήθηκε στην Κρήτη το 2016, υπογράμμισε την αναγκαιότητα του διαχριστιανικού θεολογικού διαλόγου: «Ο διάλογος αυτός πρέπει να συνοδεύηται πάντοτε «υπό της εν τω κόσμω μαρτυρίας διά πράξεων αμοιβαίας κατανοήσεως και αγάπης», καθώς και από την προσπάθειαν, «όλοι οι χριστιανοί, εμπνεόμενοι υπό των κοινών θεμελιωδών αρχών του Ευαγγελίου … να δώσωμεν εις τα ακανθώδη προβλήματα του συγχρόνου κόσμου, μίαν ολοπρόθυμον και αλληλέγγυον απάντησιν, βασιζομένην εις το πρότυπον του εν Χριστώ καινού ανθρώπου» (ο. π., § 23). Η κοινή μαρτυρία και αι κοιναί πρωτοβουλίαι, έναντι των πολλών προκλήσεων του συγχρόνου κόσμου, είναι πάντοτε παρέμβασις υπέρ του ανθρώπου και της ειρήνης του κόσμου του, και ενισχύουν την πορείαν ημών προς την ενότητα».
Στη συνέχεια ο Καρδινάλιος Κουρτ Κοχ ανέγνωσε μήνυμα του Πάπα Ρώμης Φραγκίσκου με το οποίο εξέφρασε τις θερμές ευχές του προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο για την εορτή του προστάτη του, Αγίου Αποστόλου Ανδρέα, ενώ αναφέρθηκε και στη σημασία προώθησης του διαλόγου μεταξύ των δύο Εκκλησιών. «Θα ήθελα να ενθαρρύνω εκ νέου αυτόν τον θεολογικό διάλογο. Η συναίνεση που επετεύχθη από τους Καθολικούς και τους Ορθοδόξους επί ορισμένων θεμελιωδών θεολογικών αρχών που ρυθμίζουν τη σχέση ανάμεσα στο πρωτείο και τη συνοδικότητα στη ζωή της Εκκλησίας κατά την πρώτη χιλιετία μπορεί να χρησιμεύσει στην αξιολόγηση, ακόμη και κριτικά, ορισμένων θεολογικών κατηγοριών και πρακτικών που εξελίχθηκαν κατά τη διάρκεια της δεύτερης χιλιετίας σύμφωνα με αυτές τις αρχές. Αυτή η συναίνεση μπορεί να μας επιτρέψει να εξετάσουμε έναν κοινό τρόπο κατανόησης της άσκησης της διακονίας του Επισκόπου της Ρώμης, στο πλαίσιο της συνοδικότητας και στην υπηρεσία της κοινωνίας της Εκκλησίας στη σημερινή πραγματικότητα. Αυτό το ευαίσθητο έργο πρέπει να επιδιώκεται σε μια ατμόσφαιρα αμοιβαίας ανοιχτότητας και, πάνω απ’ όλα, υπακούοντας στις απαιτήσεις που το Άγιο Πνεύμα έχει από την Εκκλησία»*.
Ακολούθως στην Αίθουσα του Θρόνου του Πατριαρχικού Οίκου πραγματοποιήθηκε η αντιφώνηση του νεοχειροτονηθέντος Μεγάλου Πρωτοσυγκέλλου, π. Ανδρεά. «Εις την αφοσίωσιν ενός κληρικού προς τον Προεστώτα, προς τον Ηγούμενον, προς τον Δεσπότην και Αυθέντην, αναπαύεται ο Κύριος του ελέους, ο, δι’ άκραν υπακοήν προς τον Πατέρα, σάρκα λαβών. Διότι εις την εν τη Πατριαρχική Αυλή διακονίαν, ως κατενόησα βιωματικώς καθ’ όλον τον διαρρεύσαντα χρόνον, το μεγαλύτερον εφόδιον διά την, από Θεού, ευλογίαν και υπομονήν και συνέχισιν του αγώνος είναι η απόλυτος, η αναντικατάστατος, η άνευ λογισμών και γογγυσμών και κυρίως η αγαπητική αφοσίωσις προς τον Πατριάρχην. Αυτήν την αφοσίωσιν, μου εκαλλιέργησαν από νεαράς ηλικίας πνευματικοί Πατέρες καλοί καγαθοί οι οποίοι, ελθόντες μακρόθεν, σήμερον συνευφραίνονται εν τη χαρμοσύνω διά την ελαχιστότητά μου ημέρα. Αυτήν την αφοσίωσιν ενστερνισθείς εξ όλης της ψυχής και διανοίας, κατέλιπον την ζωήν μου εις τας χείρας του ζώντος Θεού. Με αυτήν την αφοσίωσιν και περισσότερον αυτής επιθυμώ να αξιοποιήσω τον χρόνον της παρ’ Υμίν διακονίας μου», είπε, μεταξύ άλλων, ο νέος Μέγας Πρωτοσύγκελλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
*Σημείωση: Ανεπίσημη μετάφραση αποσπάσματος του μηνύματος του Πάπα Φραγκίσκου.
Πηγή: Ακτίνες, tricalavoice.gr
Γιά μιά χρονιά ἀκόμη, ἀνήμερα τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου, ὁ Ἱερός Ναός τοῦ Σεπτοῦ μας Πατριαρχείου ξαναμαγαρίστηκε: Μέσα στήν Θεία Λειτουργία, ἐπισήμως προσκεκλημένοι, παρέστησαν ἕνα σωρό καρδινάλιοι, ὡς ἐκπρόσωποι τοῦ ἀρχιαιρεσιάρχη τοῦ πάπα.
Τί μαχαιριά καί τούτη στίς καρδιές τῶν Ὀρθοδόξων, ὅσων ἀκόμα κρατᾶνε κάπως ζωντανή τήν ἐκκλησιολογική τους συνείδηση!
Τό φωτογραφικό ὑλικό, πού φτάνει στά χέρια μας διά μέσου τοῦ διαδικτύου, εἶναι τό ὀλιγότερον σκανδαλῶδες: Περνᾶνε τά Ἅγια τῶν Ἁγίων στήν Μεγάλη Εἴσοδο μπροστά ἀπό τούς αἱρετικούς καί δέν διαμαρτύρεται οὔτε ἕνας ἀπό τούς παρευρισκομένους Ὀρθοδόξους ἱερεῖς καί ἐπισκόπους! Βγαίνει ὁ Πατριάρχης μας στήν Ὡραία Πύλη εὐλογῶντας ἀδιακρίτως Ὀρθοδόξους καί αἱρετικούς μαζί, λές καί δέν ἀκούστηκε τό ‘’τάς θύρας, τάς θύρας ἐν σοφίᾳ πρόσχωμεν’’!
Ἔχουμε ἤ δέν ἔχουμε ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας μας, πού ἀπαγορεύουν ρητῶς τίς συμπροσευχές μέ αἱρετικούς;
Ἔχουμε ἤ δέν ἔχουμε Ἱερούς Κανόνες (ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν Συνόδων), πού ἀπαγορεύουν αὐστηρῶς τήν εἴσοδο καί τήν παραμονή τῶν αἱρετικῶν μέσα στούς Ἱερούς μας Ναούς;
Μᾶς δίδαξαν ἤ δέν μᾶς δίδαξαν παλαιοί καί νεοφανεῖς Ἅγιοι γιά τό πῶς ὀφείλουμε νά φερόμαστε ἀπέναντι στούς αἱρετικούς;
Καί μή πεῖ κανείς, ὅτι οἱ παπικοί δέν εἶναι αἱρετικοί, ἄρα τί σᾶς πειράζει πού προσευχόμαστε καί λειτουργούμαστε παρέα μαζί τους, διότι θά βρεθεῖ γυμνός καί ἀναπολόγητος ἐνώπιον ἁπάσης τῆς Ἐκκλησίας, καί προπαντός ἐνώπιον τῆς θριαμβευούσης.
Θά βρεθεῖ πρῶτα ἀπ’ ὅλα μπροστά στήν ἀποστομωτική γραφίδα τοῦ ἀειμνήστου Γέροντος Γαβριήλ τοῦ Διονυσιάτου(*): ‘’Καί μή εἴπῃ τις, ὅτι οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, ἵσως, δέν εἶναι αἱρετικοί. Εἶναι δι’ ἡμᾶς τούς Ὀρθοδόξους αἱρετικοί. Ἔχομεν ἀποφάσεις καί ἀποφάνσεις τῆς Ἐκκλησίας μας ἐπ’ αὐτοῦ’’.
Θά βρεθεῖ ἐπίσης μπροστά στόν Χρυσορρήμονα Ἰωάννη(**), ὁ ὁποῖος σέ ἀνάλογη περίπτωση ἔλεγε: ‘’Εἰ τόν Ἰουδαϊσμόν νομίζετε ἀλήθειαν εἶναι, τίνος ἔνεκεν ἐνοχλεῖτε τῇ Ἐκκλησίᾳ; Εἰ δέ ὁ Χριστιανισμός ἐστίν ἀληθής, ὡσπεροῦν καί ἔστι, μένετε καί πορεύεσθε ὀπίσω αὐτοῦ’’. Ἐάν, μέ ἄλλα λόγια, παραδέχεστε ὅτι ἡ Ἀλήθεια βρίσκεται στόν παπισμό καί ὅχι στήν Ὀρθοδοξία, τότε γιά ποιόν λόγο παριστάνοντας τούς Ὀρθοδόξους σκανδαλίζετε τίς συνειδήσεις τῶν πιστῶν; Ἐάν, ὅμως, ὄντως πιστεύετε ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή Πίστη -ὅπως καί εἶναι- ἀφῆστε κατά μέρος τίς ψευτοαγάπες μέ τούς αἱρετικούς καί ἀκολουθῆστε την (τήν Ὀρθοδοξία) σταθερά καί ἀνόθευτα.
Οἱ παπικοί ἐξακολουθοῦν, δυστυχῶς, μέχρι καί σήμερα νά παραμένουν δαιμονικῶς ἀμετανόητοι. Καί ὡς ἀμετανόητοι αἱρετικοί δέν ἔχουν τό διακαίωμα ὄχι μονάχα παρουσίας σέ ὥρα Θείας λειτουργίας, ἀλλά ἀκόμα καί τῆς ἁπλῆς εἰσόδου σέ Ναό τῶν Ὀρθοδόξων. Πάνω στό θέμα αὐτό, οἱ Ἱ. Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι σαφεῖς: «Μή συγχωρεῖν τοῖς αἱρετικοῖς εἰσιέναι εἰς τόν Οἶκον τοῦ Θεοῦ ἐπιμένοντας τῇ αἱρέσει» (τῆς ἐν Λαοδ. ΣΤ’).
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, καυτηριάζοντας τούς ‘’συνεορτασμούς’’ αὐτούς τῶν Ἁγίων μας (παρέα μέ τούς ἐχθρούς τῆς Ὀρθοδοξίας μας: παπικούς, προτεστάντες, μονοφυσίτες κ.α.), γράφει: ‘’Τῶν μυστηρίων κοινωνεῖς, εἰπέ μοι, τόν Χριστόν προσκυνεῖς ὡς Χριστιανός, παρ’ ἐκείνου τά ἀγαθά αἰτεῖς, καί μετά τῶν ἐχθρῶν ἑορτάζεις τῶν ἐκείνου; Καί ποίᾳ γνώμῃ εἰς τήν Ἐκκλησίαν ἀπαντᾷς λοιπόν’’;
Δηλαδή, γιά πές μου: Ὡς Ὀρθόδοξος Χριστιανός πού εἶσαι, κοινωνεῖς τῶν Μυστηρίων, προσκυνεῖς τόν Χριστό, ζητᾶς ἀπό Αὐτόν τά ἀγαθά, καί συγχρόνως γιορτάζεις μαζί μέ τούς ἐχθρούς τῆς Ὀρθοδοξίας;
Τότε, ποιά ἡ Πίστις, μέ τήν ὁποία ἔρχεσαι στήν ἐκκλησία;
(*) Ἀνοιχτή ἐπιστολή πού συνέγραψε τό 1970 ὁ Ἡγούμενος τῆς Ἱ.Μ. Διονυσίου Ἁγίου Ὄρους, Γέρων Γαβριήλ. (Ἀπό τό βιβλίο τοῦ π. Θεοκλήτου Διονυσιάτη ‘’Ὁ Γέροντάς μου, Γαβριήλ Διονυσιάτης’’, ἐκδόσεις Παπαδημητρίου 1987)
(**) Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (Ε.Π.Ε. 34,204)
Μελετώντας κανείς τα κείμενα της Αγίας Γραφής και των Πατέρων, διαπιστώνει ότι η βάση της ορθόδοξης θεολογίας είναι η αποκάλυψη του Θεού που δόθηκε στους Προφήτες, τους Αποστόλους και τους Πατέρες δια μέσου των αιώνων. Είναι χαρακτηριστική η αρχή της προς Εβραίους Επιστολής: «Πολυμερώς και πολυτρόπως πάλαι ο Θεός λαλήσας τοις πατράσιν εν τοις προφήταις, επ' εσχάτου των ημερών τούτων ελάλησεν ημίν εν υιώ» (Εβρ. α , 1).
Έτσι, οι Άγιοι είναι οι θεόπνευστοι θεολόγοι, οι οποίοι διατυπώνουν την εμπειρία τους σε όρους για να την διαφυλάξουν από την αίρεση και την διαστρέβλωση. Οπότε, οι όροι-δόγματα είναι σημαντικό στοιχείο της παραδόσεώς μας και δεν μπορεί κανείς να τα κλονίση χωρίς να χάση τον δρόμο προς την σωτηρία του.
Είναι σημαντική η φράση της ησυχαστικής Συνόδου του 14ου αιώνος, όπως εκφράζεται στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας, ότι πορευόμαστε «κατά τας των αγίων θεοπνεύστους θεολογίας και το της Εκκλησίας ευσεβές φρόνημα». Οι Άγιοι δεν εκφράζουν δική τους θεολογία, αλλά διατυπώνουν, με τα ιδιαίτερα χαρίσματά τους, την αποκάλυψη την οποία βίωσαν εν Αγίω Πνεύματι. Έξω από αυτήν την προοπτική όχι μόνον δεν υπάρχει ορθόδοξη θεολογία, αλλά κλονίζεται σοβαρώς το θεμέλιο της σωτηρίας.
Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ερμηνεύοντας τα όσα λέγει ο Απόστολος Παύλος για την αρπαγή του στον Παράδεισο, όπου «ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώποις λαλήσαι» (Β Κορ. ιβ , 1-4), λέγει ότι αυτά τα ρήματα είναι οι ελλάμψεις της ακτίστου δόξης του Θεού, οι οποίες λέγονται άρρητες, γιατί δεν μπορούν να εκφρασθούν τελείως από αυτούς που δέχονται την εμπειρία της αποκαλύψεως, επειδή είναι υπέρ το μέτρο της ανθρωπίνης φύσεως και δυνάμεως.
Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης μιλώντας για το θέμα αυτό λέγει ότι η αποκάλυψη δίνεται στους Αγίους με άρρητα ρήματα και οι Άγιοι την εκφράζουν, όσο είναι δυνατόν, με κτιστά ρήματα, νοήματα και εικονίσματα για να διδάξουν τους ανθρώπους, προκειμένου να βαδίσουν τον δρόμο της σωτηρίας τους.
Γίνεται φανερόν ότι η αποκάλυψη του Θεού μεταφέρεται με όρους κάθε εποχής, από τους φορείς της Αποκαλύψεως, τους πραγματικούς θεολόγους, σύμφωνα με τον ορισμό που δίνει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ότι «ου παντός, ω ούτοι, το περί Θεού φιλοσοφείν... ου πάντων μεν, ότι των εξητασμένων και διαβεβηκότων εν θεωρία και προ τούτων και ψυχήν και σώμα κεκαθαρμένων ή καθαιρομένων, το μετριώτατον».
Οι θεολόγοι αυτοί –οι θεούμενοι– γνωρίζουν εκ πείρας τον Θεό, αναγνωρίζουν και σέβονται τους προγενεστέρους θεόπτες και αποδέχονται τους όρους που εκείνοι χρησιμοποίησαν.
Επομένως, εκείνοι που μπορούν να κάνουν, αν χρειασθή, μερικές εξωτερικές αλλαγές είναι οι ακραιφνείς εμπειρικοί θεολόγοι, οι οποίοι έχουν την ίδια παράδοση με τους προγενεστέρους Πατέρες. Εμείς οι άλλοι οφείλουμε υπακοή σε αυτούς τους «πείρα μεμυημένους» και καθοδήγηση από αυτούς.
Στον «Αγιορειτικό Τόμο», που είναι έργο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, γράφεται ότι τα δόγματα τα γνωρίζουν «οι αυτή τη πείρα μεμυημένοι», οι οποίοι απαρνήθηκαν τα χρήματα, την δόξα των ανθρώπων και τις κακές ηδονές του σώματος, για χάρη της ευαγγελικής ζωής· βεβαίωσαν αυτήν την αποταγή με την υποταγή τους σε εκείνους που έχουν προχωρήσει στην κατά Χριστόν ηλικία, και αφού έζησαν τον ιερό ησυχασμό με προσευχή, ενώθηκαν με τον Θεό με μυστική ένωση μαζί Του και έτσι «τα υπέρ νουν εμυήθησαν». Αυτοί είναι οι πραγματικοί θεολόγοι της Εκκλησίας που έχουν τις δυνατότητες να διατυπώσουν την θεολογία. Εκτός από αυτούς υπάρχουν και εκείνοι που ενώνονται με τους πρώτους «τη προς τους τοιούτους αιδοί και πίστει και στοργή».
Άλλος τρόπος θεολογίας δεν υπάρχει μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, γιατί έξω από αυτήν την θεολογία υπάρχει ο στοχασμός, η συνθηματολογία και ο λαϊκισμός. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, όταν βλέπη «την νυν γλωσσαλγίαν και τους αυθημερινούς σοφούς και τους χειροτονητούς θεολόγους», οι οποίοι αρκούνται μόνον στο να θέλουν να είναι σοφοί, λέγει: «ποθώ την ανωτάτην φιλοσοφίαν και σταθμόν έσχατον ζητώ, κατά τον Ιερεμίαν, και εμαυτώ μόνω συγγενέσθαι βούλομαι». Πράγματι, σήμερα μας καταλαμβάνει θλίψη, γιατί η εποχή μας γέμισε από «αυτοχειροτονήτους θεολόγους» που διδάσκουν Κληρικούς και λαϊκούς και δημιουργούν σύγχυση στον λαό.
Αυτά τα εισαγωγικά είναι απαραίτητα για να κατανοηθούν όσα θα ακολουθήσουν.
1. «Παλαμική» και «νεοπαλαμική» θεολογία
Ο 14ος αιώνας ήταν πολύ σημαντικός για την Εκκλησία, γιατί για πρώτη φορά συναντήθηκε η ορθόδοξη θεολογία με την δυτική σχολαστική θεολογία στα πρόσωπα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του Βαρλαάμ. Στον διάλογο αυτό φάνηκε ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ήταν φορεύς και εκφραστής ολοκλήρου της θεολογίας της Εκκλησίας, από την πρώτη περίοδο του Χριστιανισμού μέχρι την εποχή του, αφού εξέφρασε την διδασκαλία των Αποστόλων, των Αποστολικών Πατέρων, των μεγάλων Πατέρων του 4ου αιώνος, του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου κ.α. Σε όλη αυτήν την περίοδο η θεολογία της Εκκλησίας είναι ενιαία, απλώς σε μερικά σημεία αλλάζει η εξωτερική διατύπωσή της από διάφορες ανάγκες. Γι' αυτό ο άγιος Γρηγόριος χαρακτηρίσθηκε και παραδοσιακός και νέος θεολόγος.
Έτσι η διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά δεν μπορεί να θεωρηθή ως «παλαμική» θεολογία, αλλά ως θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας που εκφράσθηκε από αυτόν. Το ίδιο παρατηρούμε και με την διδασκαλία όλων των Αγίων. Συνήθως, οι απόψεις των αιρετικών λάμβαναν την ονομασία από το πρόσωπό τους, όπως αρειανισμός, νεστοριανισμός, παυλικιανισμός κλπ. Οπότε, θεωρείται αστοχία να ονομάζεται η διδασκαλία του Μεγάλου Βασιλείου ως «βασιλειανή», του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου ως «γρηγοριανή», του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου ως «χρυσοστομική» κλπ. Το ίδιο και θεωρείται αστοχία να ονομάζεται η διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά ως «παλαμική» θεολογία.
Όμως, κάποια στιγμή η διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά χαρακτηρίσθηκε από μερικούς ως «παλαμική». Νομίζω δε ότι τις περισσότερες φορές αυτό γίνεται με έναν σκωπτικό χαρακτήρα, για να υποτιμηθή και να θεωρηθή ως κάποια οθνεία διδασκαλία, διαφορετική από την θεολογία της Εκκλησίας. Υπήρχαν δε και θεολόγοι οι οποίοι στο παρελθόν έγραψαν υποτιμητικά για την όλη ησυχαστική παράδοση που εξέφρασε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.
Στην συνέχεια εμφανίσθηκε και ο όρος «νεοπαλαμική» θεολογία, ως μια προσπάθεια επαναδιατύπωσης και επανερμηνείας της θεολογίας του μεγάλου αυτού Πατρός της Εκκλησίας, στα σύγχρονα δεδομένα. Κι αυτό δημιουργεί έντονο προβληματισμό, γιατί νομίζω ότι έτσι επιχειρείται μια αλλοίωση της διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.
Για παράδειγμα, αναλύεται η διδασκαλία της Εκκλησίας που εκφράζεται από τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά για την σχέση και διαφορά μεταξύ ουσίας και ενεργείας, αλλά, συγχρόνως, απορρίπτεται η ησυχαστική παράδοση ως ευσεβιστική, η οποία είναι η οδός για την προσωπική μέθεξη της ακτίστου ενεργείας του Θεού. Και το ερώτημα που τίθεται είναι: πώς μπορεί να ομιλή κάποιος επιστήμονας για μια θεωρία, όταν απορρίπτη την πράξη, η οποία την επιβεβαιώνει; Αυτό είναι και αντιεπιστημονικό. Γι' αυτό κατά την «συνοδική διαγνώμη», αφορίζονται εκείνοι που δεν δέχονται την ησυχαστική παράδοση την οποία εκφράζει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και οι «αυτώ συνάδοντες μοναχοί».
Από πολλά χρόνια γνώριζα αυτήν την νοοτροπία, λόγω της ενασχολήσεώς μου με το έργο και την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Γι' αυτό, όταν θέλησα να αναλύσω την διδασκαλία του και να καταγράψω τα πολυχρόνια συμπεράσματά μου, το έκανα επί τη βάσει της ζωής των εξαγιασμένων αγιορειτών Πατέρων, οι οποίοι εξακολουθούν να ζουν την ίδια ησυχαστική παράδοση και εμπειρία που είχε γνωρίσει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και είχε βιώσει στο Άγιον Όρος. Έτσι το έργο το οποίο συνέγραψα έχει τον τίτλο: Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ως Αγιορείτης. Αυτό προκάλεσε την δυσαρέσκεια μερικών κύκλων που επέμεναν να ερμηνεύουν την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά με έναν στοχαστικό, σχολαστικό και φιλοσοφικό τρόπο. Δεν μπορεί, όμως, να δη κανείς την ησυχαστική διδασκαλία ανεξάρτητα από τον χώρο που βιώθηκε και είναι ζωντανή μέχρι σήμερα.
Επομένως, οι όροι «παλαμική» και «νεοπαλαμική» θεολογία κινούνται εκτός της Ορθοδόξου Παραδόσεως και είναι επικίνδυνοι για τα θεμέλια της ορθοδόξου θεολογίας.
2. Νεοπατερική και μεταπατερική «θεολογία»
Το προηγούμενο παράδειγμα δείχνει πως ενεργούν και συμπεριφέρονται σύγχρονοι θεολόγοι σχετικά με την Παράδοση της Εκκλησίας μας. Έχω συζητήσει με ορθόδοξο καθηγητή βιβλικής θεολογίας, ο οποίος διδάσκει σε Πανεπιστήμιο του Εξωτερικού και έχει επηρεασθή κατά πολύ από προτεσταντικές ιδέες, και ο οποίος υποστήριζε ότι, αφού ο Χριστός είναι ο ήλιος της δικαιοσύνης, οι Πατέρες είναι τα σύννεφα που καλύπτουν τον ήλιο, οπότε πρέπει να απομακρύνουμε τα σύννεφα για να φωτισθούμε απευθείας από τον Χριστό. Η άποψη αυτή είναι αντορθόδοξη.
Θεωρώ, λοιπόν, ότι μέσα σε αυτήν την προοπτική δημιουργήθηκαν οι όροι «νεοπατερική» και «μεταπατερική» θεολογία. Στην αρχή δειλά εμφανίσθηκε ο πρώτος όρος –νεοπατερική– με την έννοια ότι δεν πρέπει να επαναλαμβάνονται απλώς τα κείμενα των Πατέρων, αλλά να εντοπίζεται το «πνεύμα» τους και να μεταφέρεται στα δεδομένα της εποχής μας, να εξετάζεται, δηλαδή, πώς θα ομιλούσαν οι Πατέρες για σύγχρονα ζητήματα. Αυτό, παρά την αγαθή προαίρεση μερικών, είναι άκρως επικίνδυνο, γιατί στην πραγματικότητα υπονομεύεται όλη η πατερική θεολογία, όταν εμπαθείς άνθρωποι προσπαθούν να μεταφέρουν το «πνεύμα» των Πατέρων στην εποχή τους. Η αυθεντική μεταφορά προϋποθέτει ανθρώπους που έχουν την ίδια εμπειρική γνώση ή τουλάχιστον την προσεγγίζουν.
Στην συνέχεια παρουσιάσθηκε ο όρος, μεταπατερική θεολογία, αφού θεωρείται ότι δεν μας χρειάζονται πια οι Πατέρες, οι οποίοι έζησαν σε άλλες εποχές, γνώρισαν άλλα προβλήματα, συνάντησαν άλλα οντολογικά και κοσμολογικά ερωτήματα, «ένα τελείως διαφορετικό κοσμοείδωλο», και, επομένως, δεν μπορούν να μας βοηθήσουν στην εποχή μας.
Νομίζω ότι η νεοπατερική και μεταπατερική θεολογία υπενθυμίζει μια άποψη, σύμφωνα με την οποία η πατερική θεολογία είχε αξία για την εποχή της, ενώ αργότερα η δυτική σχολαστική θεολογία είναι ανώτερη από την πατερική θεολογία και η θεολογία των συγχρόνων θεολόγων υπερβαίνει και την πατερική και την σχολαστική θεολογία.
Τέτοιες απόψεις αποτελούν νάρκη στα θεμέλια της ορθοδόξου θεολογίας, γιατί χαρακτηρίζονται από την αιρετική άποψη περί προοδευτικής αποκαλύψεως της Αληθείας, δια μέσου των αιώνων, και ότι η Εκκλησία εμβαθύνει με την πάροδο του χρόνου στην Αποκάλυψη, ενώ η ορθόδοξη διδασκαλία τονίζει εμφανώς ότι η «πάσα αλήθεια» αποκαλύφθηκε εφ' άπαξ την ημέρα της Πεντηκοστής. Οπότε, δεν υπάρχει εμβάθυνση στην αλήθεια με την πάροδο του χρόνου, ούτε υφίσταται προοδευτική φανέρωση της Αληθείας, αλλά η Εκκλησία την «άπαξ» φανερωθείσα αλήθεια την διατυπώνει ανάλογα με τα προβλήματα της εποχής.
Στην εμφάνιση της λεγομένης νεοπατερικής και μεταπατερικής θεολογίας συνετέλεσαν μερικοί θεολόγοι που εργάσθηκαν στον δυτικό χώρο, με κέντρο το Παρίσι. Ήλθαν σε διάλογο με την δυτική σκέψη και προσπάθησαν να απαντήσουν στα προβλήματα που συνάντησαν. Χρεωστούμε πολλά σε αυτούς τους θεολόγους, όπως για παράδειγμα τον Βλαδίμηρο Λόσκυ, που έγραψαν θεολογικά έργα, χρησιμοποιώντας τους Πατέρες της Εκκλησίας και μάλιστα τους λεγομένους νηπτικούς.
Αλλ' όμως μεταξύ αυτών των θεολόγων υπάρχουν και μερικοί που εξέφρασαν απόψεις νεοπατερικής, μεταπατερικής και συναφειακής θεολογίας. Θα μνημονευθούν συνοπτικά μερικές τέτοιες ιδέες.
Γίνεται λόγος για έναν οικουμενισμό που «θα έπρεπε να εγκαταλείψει τις λεκτικές διαμάχες για να θεμελιωθεί πάνω σε έναν πειραματικό ρεαλισμό της σωτηρίας: ξαναβυθίζοντας συστήματα και έννοιες, που τελικά δεν είναι παρά ίχνη, μέσα στο σφαιρικό βίωμα της Εκκλησίας, μέσα σε ό,τι καλύτερο έχει η εμπειρία της».
Συνδέεται ο φανατισμός με την «ομολογιακή ταυτότητα», η οποία «αποτελεί αν όχι το σπέρμα του, τουλάχιστον το χώμα όπου καλλιεργείται» και γι' αυτό γίνεται λόγος για ανοικοδόμηση μιας οικίας «με τις πόρτες ανοιχτές, τη νέα Ιερουσαλήμ, τη Βασιλεία», μέσα στην οποία θα χωρούν όλοι. Και όσοι δεν θέλουν να εργασθούν για την κατασκευή μιας τέτοιας οικίας, θα πρέπει να απομακρυνθούν, ενώ το «κλειδί» της οικίας είναι ό,τι καλύτερο έχει ο άλλος και εκείνα που μας ενώνουν.
Επίσης, εντοπίζονται κοινά σημεία «συναφειακά» του Χριστιανισμού με τον Ιουδαϊσμό, τον Ισλαμισμό και τον Ινδουϊσμό-Βουδισμό. Μέσα σε αυτήν την προοπτική πρέπει να επιχειρηθή «μια καινούργια πολιτισμική μετάλλαξη», καθώς επίσης, όπως τονίζεται, «εμείς οι χριστιανοί, οφείλουμε να εργασθούμε πολύ με την προοπτική αυτής της συνάντησης. Αυτό είναι περισσότερο ενδιαφέρον παρά να φιλονικούμε μεταξύ μας».
Τέτοιες «μεταπατερικές και συναφειακές» ιδέες μεταφέρονται κατά τρόπο «μεταπρατικό» στην Ελλάδα και τίθενται είτε σε αντιπαράθεση προς τους Πατέρες που θεωρούνται «μουσεία» του παρελθόντος, είτε με αυτές παρερμηνεύονται τα πατερικά χωρία για να ενταχθούν στην νέα νοοτροπία.
Γίνεται φανερός ο προσδιορισμός και η προοπτική της μεταπατερικής και συναφειακής θεολογίας, που είναι πολύ επικίνδυνη για την Ορθόδοξη Εκκλησία και οδηγεί σε έναν συγκρητισμό, όχι μόνον στον τρόπο ζωής, αλλά και στην έκφραση της πίστεως. Αμφισβητείται με αυτό στην πραγματικότητα η οριοθέτηση της πίστεως, την οποία έκαναν οι άγιοι Πατέρες, δηλαδή αποδομείται ολόκληρη η θεολογία των Οικουμενικών Συνόδων. Πρόκειται για ένα σοβαρό πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπισθή εκκλησιαστικά.
3. Οι όροι των Οικουμενικών Συνόδων και οι ζωντανοί οργανισμοί
Όλοι μας πρέπει να αποδεχθούμε την βασική θέση ότι η Εκκλησία είναι μια ζωντανή πραγματικότητα, είναι το Σώμα του Χριστού και η κοινωνία θεώσεως και, επομένως, η Εκκλησία γεννά Πατέρες και όχι οι Πατέρες την Εκκλησία. Αυτό σημαίνει ότι κάθε εποχή είναι πατερική εποχή και σε κάθε περίοδο εμφανίζονται Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι είναι «ζωντανοί οργανισμοί».
Όμως, «οι ζωντανοί αυτοί οργανισμοί» δεν διαφοροποιούνται καθόλου από τους προγενεστέρους Πατέρες. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, που έζησε τον 8ο αιώνα, μιλώντας για την Θεοτόκο και επαναλαμβάνοντας τον λόγο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, «ει τις ου Θεοτόκον ομολογεί την αγίαν Παρθένον, χωρίς εστι της θεότητος», γράφει: «Ουκ εμός ο λόγος, και εμός ο λόγος· κλήρον γαρ τούτον εκ θεολόγου πατρός Γρηγορίου θεολογικωτάτου δέδεγμαι». Δηλαδή, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός δεν θεωρεί δικό του τον λόγο, αφού τον παρέλαβε από τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, που έζησε τέσσερεις αιώνες πριν από αυτόν, αλλά, συγχρόνως, θεωρεί ότι είναι και δικός του λόγος, επειδή πρόκειται για κληρονομιά –«κλήρον θεολογικώτατον»– την οποία παρέλαβε «εκ θεολόγου πατρός» και την επαλήθευσε. Όσοι θέλουν να είναι θεολόγοι, αναγνωρίζουν τους πραγματικούς θεολόγους, αποδέχονται την διδασκαλία τους, τους καθιστούν πατέρες τους και κληρονομούν δια της πνευματικής γεννήσεως και τον λόγο και τον τρόπο της ενθέου ζωής τους.
Με αυτόν τον τρόπο μεταδίδεται η πνευματική ζωή από το παρελθόν σε κάθε εποχή. Όπως η βιολογική ζωή μεταδίδεται από γενιά σε γενιά από ζωντανούς και όχι νεκρούς γονείς, έτσι και η εν Χάριτι πνευματική ζωή, η αληθινή θεολογία, μεταδίδεται από ζωντανούς και όχι νεκρούς πνευματικούς οργανισμούς.
Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος αναφερόμενος στην έλλαμψη των άνω αγγελικών δυνάμεων από τον Θεό «κατά τάξιν», δηλαδή από «της πρώτης ταξιαρχίας επί την δευτέραν και από ταύτης επί την ετέραν και καθεξής», λέγει ότι το ίδιο γίνεται και με τους Αγίους. «Από γαρ των προλαβόντων αγίων οι κατά γενεάν και γενεάν δια της των εντολών του Θεού εργασίας ερχόμενοι άγιοι, τούτοις κολλούμενοι, ομοίως εκείνοις ελλάμπονται». Κολλά κανείς στους προηγηθέντες Αγίους με την εργασία των εντολών του Θεού και ελλάμπεται όπως εκείνοι. Έτσι δημιουργείται μια διαχρονική αλυσίδα και κάθε κόμβος συνδέεται με τους άλλους με την πίστη, τα έργα και την αγάπη.
Με αυτήν την πατερική διδασκαλία ερμηνεύεται ο λόγος του Αποστόλου Παύλου στους Κορινθίους: «Εάν γαρ μυρίους παιδαγωγούς έχητε εν Χριστώ, αλλ' ου πολλούς πατέρας. εν γαρ Χριστώ Ιησού δια του Ευαγγελίου εγώ υμάς εγέννησα» (Α Κορ. 4/δ: 15). Υφίσταται διαφορά μεταξύ παιδαγωγών εν Χριστώ και Πατέρων εν Χριστώ. Οι Πνευματικοί Πατέρες γεννούν πνευματικά τέκνα δια του Ευαγγελίου, δηλαδή δια της εφαρμογής των εντολών του Χριστού, ενώ οι παιδαγωγοί απλώς διδάσκουν.
Όποιος ζη την ίδια παράδοση, εφαρμόζει τις ευαγγελικές εντολές στην ζωή του, αγωνίζεται εναντίον των παθών του για να αποκτήση μέθεξη του Θεού, αυτός αποκτά κοινωνία και με τους άλλους Αγίους που έζησαν πριν από αυτόν και ανήκει στην ίδια παράδοση. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος των Πατέρων που υπέγραψαν τον Αγιορειτικό Τόμο: «Ταύτα υπό των Γραφών εδιδάχθημεν· ταύτα παρά των ημετέρων Πατέρων παρελάβομεν· ταύτα δια της μικράς έγνωμεν πείρας».
Στην βιβλικοπατερική παράδοση υπάρχει διαφορά μεταξύ Προφητών-θεοπτών-θεολόγων και στοχαστών, ανάλογα με την διαφορά που υπάρχει μεταξύ προφητείας και στοχασμού. Ο Προφήτης Ησαΐας διαλαλεί: «Ιδού δη ο δεσπότης Κύριος σαβαώθ αφελεί από της Ιουδαίας και από Ιερουσαλήμ ισχύοντα και ισχύουσαν ... και προφήτην και στοχαστήν» (Ησ. γ , 1-2).
Ερμηνεύοντας ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αυτό το χωρίο κάνει την διάκριση μεταξύ στοχαστού και προφήτου. «Ενταύθά μοι δοκεί λέγειν στοχαστήν τον από συνέσεως πολλής των μελλόντων στοχάζεσθαι, και απ' αυτής των πραγμάτων της πείρας», ενώ η προφητεία είναι έμπνευση του Αγίου Πνεύματος στους Προφήτες. «Έτερον μεν γαρ στοχασμός, και προφητεία άλλο· ο μεν γαρ Πνεύματι θείω φθέγγεται, ουδέν οίκοθεν εισφέρων, ο δε τας αφορμάς από των ήδη γεγενημένων λαμβάνων, και την οικείαν σύνεσιν διεγείρων, πολλά των μελλόντων προορά, ως εικός άνθρωπον όντα συνετόν προϊδείν». Και συμπεραίνει: «Αλλά πολύ το μέσον τούτου κακείνου, και τοσούτον, όσον συνέσεως ανθρωπίνης και θείας χάριτος το διάφορον». Και για να τεκμηριώση αυτήν την διάκριση χρησιμοποιεί την διαφορά μεταξύ του βασιλέως Σολομώντος και του Προφήτου Ελισσαίου.
Ο Χριστός διακήρυξε στους συγχρόνους Του: «ουκ ανέγνωτε το ρηθέν υμίν υπό του Θεού λέγοντος, εγώ ειμι ο Θεός Αβραάμ και ο Θεός Ισαάκ και ο Θεός Ιακώβ; ουκ έστιν ο Θεός Θεός νεκρών, αλλά ζώντων» (Ματθ. κβ , 31-32). Ο Θεός για μας τους Ορθοδόξους δεν είναι μια αφηρημένη έννοια ούτε μια ιδεολογία, αλλά Αυτός που αναπαύεται σε ζώντας οργανισμούς, στους Αγίους, κατά την λειτουργική προσευχή: «Ο Θεός ο άγιος, ο εν αγίοις αναπαυόμενος...» και κατά τον ύμνο «ο Θεός των Πατέρων ημών». Επομένως, ο Θεός μας δεν είναι Θεός των στοχαστών και φιλοσόφων, αλλά ο Θεός των Πατέρων (όχι των μεταπατέρων), ο Θεός των ζωντανών οργανισμών που υπάρχουν σε κάθε εποχή.
Κατά τον π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ η Εκκλησία είναι αποστολική επειδή είναι πατερική. Γράφει: «Η Εκκλησία είναι πράγματι "αποστολική", αλλά είναι επίσης και "πατερική". Ουσιαστικώς είναι "η Εκκλησία των αγίων Πατέρων". Δεν είναι δυνατόν να διαχωρισθούν οι δύο χαρακτηρισμοί. Επειδή η Εκκλησία είναι "πατερική", είναι αληθώς και "αποστολική"».
Ο ίδιος επισημαίνει ότι στην εποχή μας ύστερα από τόσες μελέτες «είμεθα διατεθειμένοι να παραδεχθώμεν το αιώνιον κύρος των "Πατέρων"», καθώς επίσης ότι η Εκκλησία δεν είναι «μουσείον νεκρών αποθεμάτων ούτε όμως εταιρεία ερευνών". Τα αποθέματα είναι ζωντανά –depositum juvenescens, κατά τον άγιον Ειρηναίον. Η πίστις δεν είναι κειμήλιον του παρελθόντος, αλλά μάλλον "η μάχαιρα του Πνεύματος"». Ομολογεί δε ότι η ερμηνεία της Αγίας Γραφής γίνεται από την θεολογία την οποία εκφράζουν οι Άγιοι κάθε εποχής. «Η Γραφή έχει ανάγκην ερμηνείας. Αποκαλύπτεται εις την θεολογίαν. Αυτό είναι δυνατόν μόνον δια του φορέως της ζώσης εμπειρίας της Εκκλησίας».
Έτσι, για να είμαστε ορθόδοξοι και να έχουμε την βεβαιότητα της σωτηρίας μας δεν μας χρειάζεται καμμιά νεοπατερική, μεταπατερική και συναφειακή θεολογία. Μας χρειάζονται δύο πράγματα: Το πρώτο, να μείνουμε σταθεροί, όπως έχουμε καθήκον, στην ορολογία των Πατέρων των Οικουμενικών Συνόδων, γιατί αυτή η ορολογία αποτελεί σημαντικό μέρος της Ορθοδόξου Παραδόσεως, το αληθινό και αυθεντικό consensus patrum, αλλά να μείνουμε εδραίοι και στην αποκεκαλυμμένη αλήθεια που δόθηκε στους Πατέρες. Και το δεύτερο, να αναζητήσουμε «ζωντανούς οργανισμούς», οι οποίοι ζουν μέσα στο «πνεύμα» του Ευαγγελίου και των Οικουμενικών Συνόδων, δηλαδή βιώνουν τις ορθόδοξες προϋποθέσεις των δογμάτων για να μας καθοδηγήσουν σωστά στην βίωση του δόγματος.
Δυστυχώς, μερικοί που ομιλούν για νεοπατερική, μεταπατερική και συναφειακή θεολογία έχουν πρόβλημα και με τις δύο αυτές προϋποθέσεις, δηλαδή και με τους όρους των Οικουμενικών Συνόδων και με τους «ζωντανούς οργανισμούς» της εκκλησιαστικής ζωής.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ενοχλούνται από την θεολογία την οποία εξέφρασε ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, γιατί ο μεγάλος αυτός διδάσκαλος συνέδεσε την γνήσια ορθόδοξη θεολογία των Οικουμενικών Συνόδων με την σύγχρονη ησυχαστική παράδοση, δηλαδή συνέδεσε την θεολογία με την εμπειρία, την καθηγητική έδρα με το ησυχαστήριο. Αν η θεολογία δεν εκφρασθή εμπειρικώς, γίνεται στοχασμός και κουράζει τους ανθρώπους, και αν η εμπειρία δεν στηριχθή στην θεολογία των Οικουμενικών Συνόδων είναι μια ατομική ευσέβεια, η οποία μπορεί να έχη «συναφειακά» στοιχεία με όλες τις άλλες ανατολικές παραδόσεις. Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης φαίνεται ενοχλητικός για τους στοχαστικούς, φιλοσοφούντες θεολόγους που διακατέχονται από την «στοχαστική αναλογία», κατά την έκφραση του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.
Ακόμη, αυτός είναι ο λόγος, κατά την γνώμη μου, που αμφισβητούνται από μερικούς σύγχρονες, σημαντικές αγιορειτικές μορφές, όπως ο π. Πορφύριος, ο π. Παΐσιος, ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, ο Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ κλπ. Ενοχλεί την σύγχρονη συγκρητιστική θεολογία ο βίος και η διδασκαλία των συγχρόνων «ζωντανών οργανισμών» της εκκλησιαστικής ζωής.
Σε μια εισήγησή μου που έγινε στο παρελθόν προκειμένου να τεκμηριώσω την θεωρητική διδασκαλία της Εκκλησίας χρησιμοποίησα κείμενα του π. Πορφυρίου, ενός εξαγιασμένου Ιερομονάχου της εποχής μας. Αισθάνθηκα βαθύτατη έκπληξη όταν ορθόδοξοι θεολόγοι και Κληρικοί, που ήταν παρόντες, διαφώνησαν με την αναφορά μου σε λόγους του π. Πορφυρίου, διότι σύμφωνα με την άποψή τους, με τον τρόπο αυτό «ιδεολογοποιείται» η ορθόδοξη πίστη.
Η έκπληξή μου ήταν βαθύτατη διότι ακόμη και στην επιστήμη η αναφορά σε ανθρώπους, που παράγουν ένα καλλιτεχνικό ή φιλοσοφικό έργο είναι τεκμήριο γνησιότητος, ενώ για μερικούς συγχρόνους θεολόγους η αναφορά σε ανθρώπους που ζουν την πραγματική ορθόδοξη θεολογία θεωρείται ιδεολογοποίηση. Έχω απομαγνητοφωνήσει όλη αυτήν την συζήτηση και εάν κάποτε δημοσιευθή, τότε θα αποκαλυφθούν «εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί».
Αυτός είναι ο λόγος, κατά την γνώμη μου, για τον οποίο επιδιώκεται η μετάφραση της θείας Λειτουργίας και άλλων λειτουργικών κειμένων και στην πραγματικότητα επιχειρείται «η απομυθοποίηση» της λειτουργικής και βιβλικοπατερικής γλώσσας.
Δεν εξηγείται διαφορετικά η προσωπική επίθεση μερικών εναντίον εκείνων που με θεολογικό λόγο εκφράζουν τον σεβασμό τους στο γλωσσικό ιδίωμα της θείας Λειτουργίας. Αν η λειτουργική γλώσσα απωλέση τον πατερικό και θεολογικό λόγο, τότε γίνεται μια «συναφειακή», «μεταπατερική» λειτουργική γλώσσα, που μπορεί να χωρέση σε όλους τους σύγχρονους συγκρητισμούς.
Άλλωστε οι περισσότεροι από αυτούς, που υπεραμύνονται της μεταφράσεως των λειτουργικών κειμένων και επιτίθενται με εμπάθεια και απρέπεια εναντίον εκείνων που εκφράζουν μια άλλη σκέψη, ανήκουν σε αυτό το κλίμα της «μεταπατερικής» και «συναφειακής» θεολογίας. Το ίδιο συμβαίνει και με αυτούς που αρνούνται την ισχύ των πατερικών λόγων για την εποχή μας. Θέλουν να αφήσουν ελεύθερο τον χώρο για κάθε στοχασμό και συγκρητισμό.
Συμπερασματικά, θεωρώ ότι η μοντέρνα θεολογία που αποδεσμεύεται από τους Πατέρες και εκφράζεται με βαρύγδουπους όρους, δήθεν από αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο, είναι επικίνδυνη για την Εκκλησία και την θεολογία της. Είναι πραγματικά ένας στοχαστικός τρόπος θεολογίας, ένας λαϊκισμός που εξασκείται από «χειροτονητούς θεολόγους», λόγω μιας κακής ερμηνείας του «βασιλείου ιερατεύματος».–
Πηγή: Παρέμβασις
Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος Τσαλίκης, πιστὸς στὴν ἐκ Θεοῦ θεία παράδοσι τῆς Ὀρθοδοξίας, αὐτῆς τῆς μίας ἁγίας καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, καὶ συνάμα, ὡς ἑπόμενος τῶν ἁγίων Ἀποστόλων και τῶν ἁγίων και θεοφόρων Πατέρων, ἀντιμάχετο τὴν συμπροσευχή μετὰ τῶν ἀκαθάρτων αἱρετικῶν, εἰς πανορθόδοξον κήρυξιν τοῦ βαπτίσματος τῶν αἱρετικῶν ὡς δαιμονικοῦ λουτροῦ.
Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἐπιζητεῖ τὴν σωτηρία διά τοῦ βαπτίσματος εὶς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος.
Οἱ Ὁρθόδοξοι συνομολογοῦν μετὰ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ τοὺς λατίνους ὡς ἀθέως πολύθεους,
«Ἀλλ᾿ ἡμεῖς τούτους τε κἀκείνους ὡς ὄντας ἀθέους τε καί πολυθέους ἀποβαλλόμεθα καί τοῦ πληρώματος τῶν εὐσεβούντων, ὡς καί ἡ ἁγία τοῦ Χριστοῦ καθολική καί ἀποστολική ἐκκλησία διά τοῦ Συνοδικοῦ καί Ἁγιορειτικοῦ τόμου, τελέως ἐκκόπτομεν, πιστεύοντες εἰς μίαν θεότητα τρισυπόστατον καί παντοδύναμον, οὐδαμῶς τοῦ ἑνιαίου καί τῆς ἁπλότητος ἐκπίπτουσαν διά τάς δυνάμεις ἤ τάς ὑποστάσεις»[1]
ἀρνητᾶς τοῦ ἐνός τρισυποστάτου Θεοῦ,
«Τοιγαροῦν κατ᾿ αὐτούς ὑποστατικῶς ἔχει τό δημιουργεῖν καί ἁγιάζειν ὁ Υἱός˙ ἀμέσως γάρ καί οὐχ ὡς ὁ Πατήρ ἐμμέσως˙ καί οὕτω κατ᾿ αὐτούς τά φυσικά τῶν ὑποστατικῶν διενήνοχεν οὐδέν˙ οὐκοῦν καί ἡ φύσις τῆς ὑποστάσεως, ὡς μή τρισυπόστατον ἤ τριφυᾶ κατ᾿ αὐτούς εἶναι τόν Θεόν.»[2]
καὶ ἐπομένως ὡς ἀβαπτίστους ἀκάθαρτους εἰδωλολάτρας. Ὁ ἅγιος Μάρκος Ἐφέσου θεολογεῖ οὔτως
«οὔτε οὖν τὴν πρὸ τοῦ σχίσματος ἀγάπην ὑμᾶς προβάλλεσθαι χρὴ , οὔτε τὴν μετὰ τὸ σχίσμα, μενούσης τῆς αἰτίας τοῦ σχίσματος»[3]
περἰ τῆς ἀρνησιχρίστως προβαλλομένης ἀγάπης ὑπό τῶν ἐξ Ὁρθοδοξίας κοινωνούντων μετά τῆς λατινικῆς εἰδωλολατρικῆς λύμης,
«Να αγαπηθούμε! Και τι γίνεται σήμερα; Πνεύμα μέγα αγάπης εξαπλώνεται υπέρ τους Χριστιανούς Ανατολής και Δύσεως. Ήδη αγαπώμεθα. Ο Πάπας το είπε: απέκτησα έναν αδελφόν και του λέγω σ᾽ αγαπώ! Το είπα και εγώ: Απέκτησα έναν αδελφό και του είπα σ᾽ αγαπώ!»[4]
Ἡ ἐν Ὀρθοδοξία ἄρνησις βαπτίσεως τῶν ἀθέως πολύθεων λατίνων, συνιστᾶ ἄρνησιν Χριστοῦ καὶ πραγμάτωσι ἐσφωρικοῦ μίσους πρὸς ἀποστέρησι τῆς ἐν Χριστῶ τῶ Θεῶ σωτηρίας ἐκ κοιλίας ἄδου.
Οἱ αἰρετικοί ὁρθοδόξως ὁρίζονται ὡς ἀκάθαρτοι ὑπό τοῦ Ἀποστόλου Παύλου,
«πάντα μὲν καθαρὰ τοῖς καθαροῖς· τοῖς δὲ μεμιαμμένοις καὶ ἀπίστοις οὐδὲν καθαρόν, ἀλλὰ μεμίανται αὐτῶν καὶ ὁ νοῦς καὶ ἡ συνείδησις. Θεὸν ὁμολογοῦσιν εἰδέναι, τοῖς δὲ ἔργοις ἀρνοῦνται, βδελυκτοὶ ὄντες καὶ ἀπειθεῖς καὶ πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἀδόκιμοι.»[5]
καὶ οἱ πιστοί ἔχουν τὴν ἐντολή τοῦ Θεοῦ πρὸς χωρισμόν ἐκ τῶν ἀκαθάρτων,
«διὸ ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ»[6]
«Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν, μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν καὶ στραφέτες ῥήξωσιν ὑμᾶς»[7]
Ἡ ἀποδοχή τοῦ δαιμονικοῦ λουτροῦ τῶν αἰρετικῶν ὡς τοῦ ἁγίου βαπτίσματος τῆς μιᾶς ἁγίας καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας , ὅπως καὶ ἡ συμπροσευχή μεθ’ αὐτῶν, ἐπιφέρει τὴν ἐνοχή, τῆς ὁμονύμου πρὸς τὸν Χριστιανισμόν εἰδωλολατρείας ἐπί τῶν ἐξ Ὀρθοδοξίας καταφρονούντων τὴν δι’ Υἱοῦ ἄκτιστον παράδοσιν τῶν ρημάτων τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὡς θεολογεῖ ὁ μεταστᾶς ἡγήτωρ τῶν θεολόγων, ὁ θεῖος Ἰωάννης ὁ εὐαγγελιστής,
«πᾶς ὁ παραβαίνων καὶ μὴ μένων ἐν τῇ διδαχῇ τοῦ Χριστοῦ Θεὸν οὐκ ἔχει· ὁ μένων ἐν τῇ διδαχῇ τοῦ Χριστοῦ, οὗτος καὶ τὸν πατέρα καὶ τὸν υἱὸν ἔχει. εἴ τις ἔρχεται πρὸς ὑμᾶς καὶ ταύτην τὴν διδαχὴν οὐ φέρει, μὴ λαμβάνετε αὐτὸν εἰς οἰκίαν, καὶ χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε· ὁ γὰρ λέγων αὐτῷ χαίρειν κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς.»[8]
Ὁ με΄ἰερός κανῶν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ὁρίζει τὸν ἀφορισμόν ὅσων, εἴτε συμπροσεύχονται , εἴτε ἐπιτρέπουν τὴν ἀποδοχή αἰρετικῆς ἰεροπραξίας,
«Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον, ἀφοριζέσθω· εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς ὡς κληρικοῖς ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω.»
Ὁ μς΄ ἰερός κανῶν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων ὁρίζει την καθαίρεσιν τῶν κληρικῶν ἐκείνων οἱ ὀποίοι δέχονται τὸ βάπτισμα τῶν αἰρετικῶν,
«Ἐπίσκοπον, ἢ πρεσβύτερον, αἱρετικῶν δεξαμένους βάπτισμα ἢ θυσίαν, καθαιρεῖσθαι προστάττομεν. Τίς γὰρ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαρ; ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου;»
Ἀπὸ τοῦ κειμένου τοῦ π. Ἰωάννη Κωστώφ, ἔχουμε τὴν μαρτυρία τῆς μὴ συμπροσευχῆς τοῦ ἁγίου Ἰακώβου Τσαλίκη μὲ προτεστάντη, ὡς καί τὴν βάπτιση λατινικῶς καταβαπτισμένης, ὁμοπίστως τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ εἰς ὑπακοήν τοῦ ὅρου πίστεως τῆς συνόδου τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς τοῦ 1755,
«Καὶ τοὺς ἐξ αὐτῶν ἡμῖν προσερχομένους ὡς ἀνιέρους καὶ ἀβαπτίστους δεχόμεθα, ἑπόμενοι τῷ Κυρίω ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῷ, τῷ τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ἐντειλαμένω βαπτίζειν «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»[9]
εἰς εὐθείαν κατάκρισιν τοῦ ἀπό Φαναρίου και Βατικανοῦ κειμένου τοῦ Balamand,
13 […], «On each side it is recognized that what Christ has entrusted to His Church—profession of apostolic faith, participation in the same sacraments, above all the one priesthood celebrating the one sacrifice of Christ, the apostolic succession of bishops—cannot be considered the exclusive property of one of our Churches. In this context it is clear that rebaptism must be avoided.»[10]
«῾Εκατέρωθεν ἀναγνωρίζεται ὅτι ὅσα ἐνεπιστεύθη ὁ Χριστός εἰς τήν᾿Εκκλησίαν του-ὁμολογία τῆς ἀποστολικῆς πίστεως, μετοχή εἰς τά αὐτά μυστήρια, κυρίως εἰς τήν μίαν ἱερωσύνην τήντελοῦσαντήν μίαν θυσίαν τοῦ Χριστοῦ, ἀποστολικήν διαδοχήν τῶν ἐπισκόπων- δέν δύνανται νά θεωρηθοῦν ὡςἀποκλειστική ἰδιοκτησία μιᾶς τῶν ἡμετέρων᾿Εκκλησιῶν. Εἶναι σαφέςὅτι ἐντός τοῦ πλαισίου τούτου ἀποκλείεται πᾶς ἀναβαπτισμός» («῾Η Οὐνία ὡς μέθοδος ἑνώσεως κατά τό παρελθόν καί σημερινή ἀναζήτησις τῆς πλήρους κοινωνίας», ᾿Εφ. «Καθολική» φ. 2705/20-7-1993).
τὸ ὁποίο ἀρνησιχρίστως ἀπαγωρεύει τὴν βάπτιση τῶν ἀκαθάρτως μεμιασμένων ἀθέως πολυθέων λατίνων.
Ὠσαύτως ὡς περὶ Λατίνων, τὸ Φανάριον ἀρνησιχρίστως ἀπαγωρεύει τὴν βάπτιση τῶν ἀκαθάρτως μεμιασμένων Λουθηρανῶν.
Ἡ ὁρθόδοξως ὁρθοπραξία τοῦ ἁγίου Ἰακώβου Τσαλίκη, ἀσφαλῶς δεικνύει τὴν εὐθείαν κατάκρισιν τοῦ ἐκείνου κειμένου, τοῦ ἀπό Φαναρίου καὶ Βυρτεμβέργης συνομολογοῦντος τήν ἀπαγώρευσιν τῆς βαπτίσεως τῶν ἀκαθάρτως μεμιασμένων Λουθηρανῶν,
13.[..], «Together, Lutherans and Orthodox echo this declaration and mutually reject proselytism toward each other.»
«Μαζί, οι Λουθηρανοί και οι Ορθόδοξοι συνομολογολυν αυτή τη δήλωση και αρνούνται αμοιβαία τον προσηλυτισμό ο ένας προς τον άλλον»
14. […] «We oppose proselytism, which sows division within existing churches and is counterproductive to Christian unity»[11]
«Αντιτιθέμεθα τον προσηλυτισμό, ο οποίος σπέρνει τη διαίρεση μέσα στις υπάρχουσες εκκλησίες και είναι αντιπαραγωγικός στη χριστιανική ενότητα»
Ἐκ τοῦ βιβλίου τοῦ π. Ἰωάννου Κωστώφ[12]:
Διηγείται ο Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης:
Κάποτε επισκέφθηκε το Μοναστήρι μας ένας Προτεστάντης πάστορας.
Όταν με ενημέρωσαν ότι αυτός ο κύριος είναι ιερέας των Προτεσταντών, τον πλησιάσαμε και τον ξεναγήσαμε στο Μοναστήρι μας. Μετά, είπα να ετοιμάσουν για τον άνθρωπο φαγητό...
Εγώ δεν κάθησα μαζί του στο τραπέζι, αλλά αποσύρθηκα στο κελί μου.
Διότι αυτό απαιτεί η τάξις.
Οι Πατέρες απαγορεύουν τη συμπροσευχή που προηγείται της κοινής τραπέζης...
Σε άλλη περίπτωση επισκέφθηκαν το Μοναστήρι δύο αγιορείτες ιερομόναχοι και μια ηλικιωμένη κυρία Καθολική, ρωσικής καταγωγής, που είχε αποφασίσει να γίνει Ορθόδοξη.
Όταν στο Γέροντα αναφέρθηκε ότι, κατόπιν αποφάσεως της Ιεράς Συνόδου, στα άτομα αυτά είναι αρκετό το μυστήριο του Χρίσματος, χωρίς το Βάπτισμα, ο Γέροντας είπε:
Δεν γνωρίζω τι αποφάσισε η Ιερά Σύνοδος. Εκείνο που γνωρίζω είναι ότι το Ευαγγέλιο λέει: «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται».
Γι’ αυτό πρέπει να γίνεται κανονικά το μυστήριο του Βαπτίσματος και του Χρίσματος. Και σε ένα τρίτο περιστατικό ενός Καθολικού, που θέλησε να βαπτισθεί, αφού ο Γέροντας τον προέτρεψε να επισκεφθεί τον επίσκοπο της περιοχής του, απ’ όπου επέστρεψε με τη σύσταση ότι δεν χρειάζεται βάπτισμα άλλα μόνο χρίσμα...
Χωρίς να σχολιάσει την παραπάνω αντιμετώπιση, έφερε μία μεγάλη κολυμβήθρα στο Μοναστήρι και, βοηθούμενος από ένα αρχιμανδρίτη, πνευματικό του τέκνο, βάπτισε κανονικά τον εν λόγω άνθρωπο στο παρεκκλήσι του Αγίου Χαραλάμπη.
[1] ΕΠΕ 63, 448
[2] ΕΠΕ 51, 108
[3] MANSI 31, 516E
[4]«Αι Πνευματικαι υποθηκαι του Αθηναγορου του Α΄ » Ορθοδοξος Τυπος (365) 13 Ιουλιου 1979, σελ 4
[5]Τιτ. Α΄13-16
[6] Β΄ Κορ. Στ΄.17
[7] Ματθ. Ζ΄.6
[8] Β΄ Ιω. α΄, 9-11
[9] Ιωάννου Ν. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμος ΙΙ, Εν Αθήναις 1953, σ. 989-991
[10]The Balamand Agreement, http://www.ewtn.com/v/experts/showmessage_print.asp?number=309141&language=en
[11]COMMON STATEMENT OF THE 15TH PLENARY SESSION OF THE LUTHERAN - ORTHODOX JOINT COMMISSION Lutherstadt Wittenberg, Germany, 31 May - 7 June 2011
https://www.patriarchate.org/el/-/common-statement-of-the-15th-plenary-session-of-the-lutheran-orthodox-joint-commission-lutherstadt-wittenberg-germany-31-may-7-june-2011
[12] Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ νέο βιβλίο τοῦ π. Ἰωάννη Κωστώφ,«ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΑ ΕΦΟΔΙΑ, ὄχι νὰ ἐκτρέφουμε, ἀλλὰ νὰ ἐκτρέπουμε τὴν αἵρεσι», Σταμάτα 2013, σελ 55
Πηγή: Ακτίνες
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...