
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
Περί ζήλου αγαθού
Ζήλος είναι η θέρμη της ψυχής, που εκδηλώνεται σαν ορμή ή σαν πάθος και επιθυμία. Ζήλο λίγο-πολύ διακρίνουμε και στους καλούς και στους κακούς ανθρώπους. Ο ζήλος είναι αγαθός όταν η όρμή του κινείται και εργάζεται προς το καλό. Όταν όμως εκδηλώνεται προς τα χυδαία και τα τιποτένια, είναι πονηρός. Ο αγαθός ζήλος ζητά την επικράτηση της βασιλείας του Θεού πάνω στη γη. Ζητά την τελειότητα της αρετής, μιμείται το καλό και ποθεί η ψυχή του το αγαθό. Ο αγαθός ζήλος γεννιέται μέσα στην αγαθή ψυχή σαν καλή επιθυμία, χωρίς ίχνος ζήλιας· είναι εκδήλωση της αγάπης προς το αγαθό και εκφράζει τη διάθεση για πρόοδο. Ο αγαθός ζήλος επιθυμεί πάντοτε τα ανώτερα.
Περί του κατ’ επίγνωση ζηλωτή
Ο χαρακτήρας του κατ’ επίγνωση ζηλωτή είναι αυτός που λατρεύει, γεμάτος ενθουσιασμό για την πίστη του, τον Θεό. Πράγματι είναι ολοκληρωτικά αφοσιωμένος στον Θεό και φυλάει με αυστηρότητα τον νόμο Του. Ακολουθεί ευλαβικά τις πατρικές παραδόσεις και εργάζεται με πολλή θέρμη για τη δόξα του ονόματός Του. Είναι εραστής των έργων που αξίζουν τον έπαινο και γεμάτος πόθο βιάζεται να μιμηθεί τα καλά. Βαδίζει με πολλή προθυμία τον δρόμο της αρετής και επιδιώκει με ζήλο τις άριστες των ασχολιών. Ο κατ’ επίγνωση ζηλωτής είναι φίλος κάθε καλού, αγαπάει και ποθεί όλες τις αρετές. Διακαίεται από τον πόθο να διαδώσει τον θείο λόγο, με σκοπό τη στερέωση της πίστης, την ευόδωση του έργου της Εκκλησίας, τη μεγαλύτερη επίδοση του θείου κηρύγματος, την αποκατάσταση της βασιλείας του Θεού πάνω στη γη. Ο κατ’ επίγνωση ζηλωτής πάντοτε εργάζεται, πάντοτε κινείται, πάντοτε βρίσκεται σε δράση. Ο ζήλος του τόσο περισσότερο φλέγεται και αναζωπυρώνεται, όσο περισσότερο πασχίζει για το αγαθό, όσο περισσότερο αγαπάει τον Θεό. Ο ζηλωτής αυτός, ενώ κοπιάζει, δεν αποθαρρύνεται· ενώ εργάζεται, δεν αποκάμνει· ενώ πονάει, δεν αισθάνεται την κούραση· ενώ δαπανάται, δεν εξαντλείται και δεν γκρινιάζει, αλλά πάντα ακμαίος και ζωηρός, εύθυμος και θαρραλέος, εξορμά προς νέα εργασία. Φλεγόμενος από τον ένθεο ζήλο του, ζητά να επεκτείνει τις ενέργειές του σε όλη την ανθρωπότητα. Ο κατ’ επίγνωση ζηλωτής, ορμώμενος από την αγάπη του προς τον Θεό και τον πλησίον, ό,τι κάνει, το κάνει με αγάπη και αυταπάρνηση. Δεν κάνει τίποτα που να μπορεί να επιφέρει θλίψη στον πλησίον του. Ο ζήλος του ενέχει φωτισμό και επίγνωση. Τίποτα δεν τον εξωθεί σε παρεκτροπή.
Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του κατ’ επίγνωση ζηλωτή είναι η θερμή αγάπη του προς τον Θεό και τον πλησίον, η πραότητα, η ανεξιθρησκία, η ανεξικακία, η διάθεση για ευεργεσία και η ευγένεια των τρόπων. Ο κατ’ επίγνωση ζηλωτής είναι ο τύπος του αληθινού χριστιανού.
Χαρακτήρας του μη κατ’ επίγνωση ζηλωτή
Αυτός που δεν είναι κατ’ επίγνωση ζηλωτής, έχει μεν ζήλο, αλλά δεν έχει επίγνωση. Ξεγελιέται μέσα στις σκέψεις και τις ενέργειές του, δήθεν εργαζόμενος για τη δόξα του Θεού, ενώ παραβαίνει τον νόμο που θέλει να αγαπάει τον συνάνθρωπο. Ο μη κατ’ επίγνωση ζηλωτής, πάνω στη θέρμη του ζήλου του πράττει τα αντίθετα απ’ αυτά που λέει ο θείος νόμος και το θείο θέλημα. Διαπράττει ακόμη και το κακό, αν νομίζει ότι απ’ αυτό θα έλθει ό,τι εκείνος θεωρεί καλό και αγαθό. Ο ζήλος του μη κατ’ επίγνωση ζηλωτή είναι φωτιά που καταστρέφει, «πυρ καταναλίσκον». Μπροστά πηγαίνει η καταστροφή και πίσω του έρχεται η ερήμωση. Ο μη κατ’ επίγνωση ζηλωτής εύχεται στον Θεό να ρίξει φωτιά και να κατακάψει όλους όσους δεν δέχονται τις αρχές και τις πεποιθήσεις του. Τέτοιου είδους ανθρώπους τους χαρακτηρίζει μίσος προς τους ετερόθρησκους ή ετερόδοξους, η ζήλια και ο επίμονος θυμός, η εμπαθής αντίσταση προς το αληθινό νόημα του θείου νόμου, η παράνομη επιμονή, προκειμένου να υπερασπισθεί τα δικά του φρονήματα, ο παράφορος ζήλος να ντροπιάσει τους πάντες, η φιλοδοξία, η φιλονικία, η έριδα, το φιλοτάραχο. Ο μη κατ’ επίγνωση ζηλωτής είναι άνθρωπος ολέθριος.
Περί κακού ζήλου και του χαρακτήρα αυτού που έχει κακό ζήλο
Ο κακός ζήλος είναι βρασμός μοχθηρής ψυχής και εκδηλώνεται σαν ζηλοτυπία, σαν φθόνος, σαν μίσος προς αυτούς που έχουν κάτι λαμπρό. Ο κακός ζήλος παρακινείται από τα χυδαία και τα πονηρά και ματιάζει τα καλά. Αυτός που έχει κακό ζήλο, ο ζηλήμονας, ζητά να αμαυρώσει καθετί που είναι φωτεινό στην όψη και φθονεί τον κάτοχό του. Μισεί αυτούς που ευτυχούν και ποθεί τη δυστυχία τους. Χαίρεται με την καταστροφή τους και ευχαριστιέται στις συμφορές τους. Κανέναν δεν μπορεί να ανεχθεί να επαινούν ή να μακαρίζουν. Διαβάλλει και συκοφαντεί αυτούς που διακρίθηκαν σε δόξα και τιμή. Βρίσκει ελαττώματα στα καλά και διασείρει τα άξια. Καμιά χάρη δεν αναγνωρίζουν τα μάτια του. Η γλώσσα του κινείται για να κοροϊδέψει. Το στόμα του εκβράζει βλαστήμια. Η καρδιά του εχθρεύεται αυτούς που προοδεύουν και όσους τον ξεπερνούν τους αποστρέφεται. Μισεί την πρόοδο και μηχανεύεται τρόπους για να την ανακόψει. Αυτός που ζηλεύει είναι εγωιστής και ανόητος, γιατί μόνο τον εαυτό του θεωρεί άξιο τιμής και δόξας που άλλοι κατέκτησαν και θεωρεί τον εαυτό του πάντοτε αδικημένο. Αυτός που ζηλεύει είναι κακός και μελετάει το κακό. Στην καρδιά του συσσωρεύονται τα κακά· δυσφορεί και θλίβεται όταν ζει άδοξα και λιώνει από τη ζήλια του. Ο ζηλιάρης είναι άθλιος και ελεεινός άνθρωπος.
Πηγή: («Το γνώθι σαυτόν ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ», ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘΩΣ) Άλλη Όψις
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 28η Σεπτεμβρίου 2017
ΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΙΑΘΡΗΣΚΕΙΑΚΟΥΣ ΔΙΑΛΟΓΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΚΟΥ ΟΡΑΜΑΤΟΣ
Έχουμε ήδη και άλλες φορές στο παρελθόν ασχοληθεί με τους Διαθρησκειακούς Διαλόγους και Συνέδρια σε άρθρα και μελέτες μας, όπου τονίσαμε ότι η διοργάνωση των εν λόγω Συνεδρίων και Διαλόγων, εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο του Διαθρησκειακού Οικουμενισμού. Επισημάναμε ακόμη ότι ο Διαχριστιανικός και Διαθρησκειακός Οικουμενισμός αποτελεί το ένα από τα τρία σκέλη ενός γενικότερου παγκοσμίου κινήματος, που έχει σαν μοναδικό σκοπό την δημιουργία μιας Νέας Τάξεως Πραγμάτων, δηλαδή την πολιτική, οικονομική, πολιτισμική και θρησκευτική ενοποίηση όλων των λαών της γης με τελικό στόχο την απόλυτη κυριαρχία του πάνω σ’ όλο τον πλανήτη, σ’ όλη την οικουμένη. Η όλη διαδικασία αυτής της σταδιακής μεταβολής λέγεται και παγκοσμιοποίηση. Στην επίτευξη των στόχων που αφορούν την θρησκευτική ενοποίηση της ανθρωπότητας εντάσσονται, παράλληλα με τα Συνέδρια και τις Συναντήσεις, και η ίδρυση και λειτουργία ενός πλήθους άλλων θρησκευτικών ομοσπονδιών και φόρουμ, όπως το «Παγκόσμιο Κοινοβούλιο Θρησκειών του κόσμου», το «Παγκόσμιο Βήμα Θρησκειών και Πολιτισμών», κ.α.
Τα εν λόγω Συνέδρια προωθούνται από πολιτικούς και θρησκευτικούς ηγέτες, διότι θεωρούνται ως δήθεν αναγκαιότητα για την αντιμετώπιση όχι μόνον του θρησκευτικού και ιδιαίτερα του ισλαμικού φανατισμού, αλλά και άλλων ποικίλων κοινωνικών προβλημάτων που μαστίζουν την ανθρωπότητα, για την προώθηση της παγκόσμιας ειρήνης, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και της αδελφοσύνης μεταξύ των λαών. Στην πραγματικότητα όμως εξυπηρετούν και προωθούν τα σκοτεινά σχέδια της «Νέας Εποχής» , την ομογενοποίηση όλων των θρησκειών και την διαμόρφωση μιας νέας παγκόσμιας θρησκευτικής συνειδήσεως, η οποία οφείλει να γίνει κτήμα όλων των λαών της γης, προκειμένου έτσι να οικοδομηθεί ένα νέο θρησκευτικό μόρφωμα: Η πανθρησκεία του Αντιχρίστου. Αυτή δε η Πανθρησκεία παρουσιάζει δύο βασικά χαρακτηριστικά που αποτελούν και την ουσία της: α) Πλήρης αμφισβήτηση της μοναδικότητας και αποκλειστικότητας του Ιησού Χριστού στη σωτηρία μας, και β) Οραματισμό ενός νέου «Μεσσία», που θα φέρει καινούργια παγκόσμια γνώση και ευτυχία, καταργώντας κάθε αποκλειστικότητα πίστεως.
Στα συνέδρια αυτά καλλιεργείται επίσης η αντίληψη, ότι όλες οι θρησκείες πιστεύουν στον ίδιο Θεό, με διαφορετικά ονόματα. Παράλληλα, για να γίνει ακόμη πιο αισθητή και χειροπιαστή, σε λαϊκό επίπεδο, η κυοφορούμενη νέα παγκόσμια θρησκευτική συνείδηση, άρχισαν να ανοικοδομούνται σε διάφορες χώρες της γης διαθρησκειακοί ναοί, όπως αυτός του Βερολίνου, ο οποίος διαθέτει «διαμερίσματα» για προσευχή, Χριστιανών, Μουσουλμάνων και Ιουδαίων!
Το τραγικό σ’ όλη αυτή την ιστορία είναι το γεγονός, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία μας θεωρείται ως θρησκευτικό και πολιτιστικό μέγεθος, ως μια από τις πολλές θρησκείες του κόσμου. Θεωρείται συνυπεύθυνη για το φαινόμενο της θρησκευτικής βίας και επιστρατεύεται μαζί με τις άλλες θρησκείες για να συμμετάσχει σε Διαθρησκειακούς Διαλόγους και Συνέδρια, με σκοπό να υπηρετήσει εγκόσμιους ρόλους, να συμβάλλει και αυτή στην καταστολή του θρησκευτικού φανατισμού, στην ειρηνική συνύπαρξη των λαών και εν τέλει, ουσιαστικά, στην πραγματοποίηση του πανθρησκειακού οράματος.
Παράλληλα οι πρωτοπόροι των Διαλόγων προωθούν την διοργάνωση Συνδιασκέψεων, στις οποίες προσπαθούν να διερευνήσουν τη φύση και την ιστορία των Διαθρησκειακών Συναντήσεων. Μια τέτοια διεθνής Συνδιάσκεψη πραγματοποιήθηκε στην «Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου» στις 15-16 Σεπτεμβρίου 2017. Σύμφωνα με την ειδησεογραφία:
«Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου σε συνεργασία με το Τμήμα Θεολογίας και Θρησκευτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Exeter (Ηνωμένο Βασίλειο) διοργανώνουν στις 15-16 Σεπτεμβρίου 2017 διεθνή συνδιάσκεψη με θέμα ‘Ορθοδοξία και διαθρησκειακός διάλογος στην εποχή της εκκοσμίκευσης’. Η συνδιάσκεψη θα διερευνήσει τη φύση και την ιστορία των διαθρησκειακών συναντήσεων από ορθόδοξη χριστιανική προοπτική. Επίσης, θα εξετάσει τις ποικίλες χριστιανικές θεολογίες για τις θρησκείες, (συμπεριλαμβανομένου και του σχετικά νέου κλάδου της ‘συγκριτικής θεολογίας’), καθώς και τις επί μέρους πρακτικές του διαθρησκειακού διαλόγου, με ιδιαίτερη έμφαση στη θέση του τελευταίου στη δημόσια σφαίρα κατά την περίοδο μετά την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, (Κρήτη, Ιούνιος 2016)»
(Ιστ. http://acadimia.org/index.php/nea-anakoinoseis/deltia-typou/466orthodoksia-kai-diathriskeiakos-dialogos-stin-epoxi-tis-ekkosmikefsis).
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η συνέχεια της ανακοίνωσης:
«Ένα κλασικό ερώτημα που απασχολεί τους χριστιανούς όλων των παραδόσεων είναι, εάν οι πιστοί των άλλων θρησκειών δύνανται να ‘σωθούν’ ή, γενικότερα, αν υπάρχουν άλλες θρησκευτικές παραδόσεις που θα μπορούσαν να προσφέρουν απολύτρωση πέρα από την πίστη στον Ιησού Χριστό. Η συνδιάσκεψη έχει σκοπό να προσπελάσει με κριτικό πνεύμα και από μια ορθόδοξη σκοπιά, με έμφαση στην πατερική διδασκαλία, όλα τα κυρίαρχα ‘μοντέλα’ θεολογίας των θρησκειών, τα οποία συζητούν τη λύτρωση στο πλαίσιο των άλλων θρησκειών, όπως λ.χ. το μοντέλο του αποκλεισμού, το περιληπτικό, του πλουραλισμού, κ.ά., τις μεταφιλελεύθερες κριτικές των μοντέλων αυτών, όπως και τη σύγχρονη στροφή προς τη ‘συγκριτική θεολογία’, μακριά από τα αφηρημένα θέματα της σωτηριολογίας, προς μια προσεκτική μελέτη, από την πλευρά των χριστιανών θεολόγων, των κειμένων και των τελετουργιών των άλλων θρησκευτικών παραδόσεων».
Από τη μελέτη της ιστορίας των μέχρι σήμερα Διαθρησκειακών Συναντήσεων και Διαλόγων, διαπιστώνουμε πως η Ορθόδοξη Εκκλησία δέχθηκε δυστυχώς να συμμετάσχει σ’ αυτούς, ωσάν και αυτή να αποτελεί μια θρησκεία όπως όλες οι άλλες θρησκείες του κόσμου. Δεν γνωρίζουμε, αν η επισήμανσή μας αυτή, την οποία θεωρούμε πολύ ουσιαστική, ειπώθηκε στη συνδιάσκεψη, διότι δεν έχουν δημοσιευθεί οι σχετικές εισηγήσεις και τα πορίσματα. Πιστεύουμε ακράδαντα, ότι η Εκκλησία μας είναι ανεπίτρεπτο και απαράδεκτο να συμφύρεται και να εξομοιώνεται με τις άλλες θρησκείες και να επιστρατεύεται, για να υπηρετήσει εγκόσμιες σκοπιμότητες, διότι δεν είναι καν θρησκεία αλλά καινή κτίσις:«Ει τις εν Χριστώ καινή κτίσις» (Β΄Κορ.5,17). Είναι το Σώμα του Χριστού, όπως τονίζει ο Απόστολος Παύλος: «Υμείς δε εστε Σώμα Χριστού και μέλη εκ μέρους» (Α΄Κορ.12,27) και όχι θρησκεία, ανάλογη με εκείνες του κόσμου.
Πέραν τούτου, προκύπτει επίσης και ένα άλλο μεγάλο και ουσιαστικό ζήτημα: Επιτρέπεται ορθόδοξοι ακαδημαϊκοί διδάσκαλοι και καθηγητές Θεολογικών Σχολών, να προβληματίζονται ως προς το ερώτημα: «εάν οι πιστοί των άλλων θρησκειών δύνανται να ‘σωθούν’ ή, γενικότερα, αν υπάρχουν άλλες θρησκευτικές παραδόσεις που θα μπορούσαν να προσφέρουν απολύτρωση πέρα από την πίστη στον Ιησού Χριστό»; Είναι δυνατόν να τίθεται προς συζήτηση το παρά πάνω ερώτημα σε ορθόδοξο επιστημονικό συνέδριο, του οποίου η απάντηση έχει δοθεί άπαξ διά παντός μέσα από τον θεόπνευστο λόγο της αγίας Γραφής; Δε διάβασαν ποτέ τον λόγο του Κυρίου: «εγώ ειμι η θύρα· δι εμού εάν τις εισέλθῃ, σωθήσεται» (Ιω.10,9); Δεν είπε ο Χριστός: «εγώ ειμί η οδὸς καὶ η αλήθεια καὶ η ζωή· ουδεὶς έρχεται πρὸς τὸν πατέρα ειμή δι᾿εμού» (Ιω. 14,6); Δε διάβασαν ποτέ τον θεόπνευστο λόγο του αποστόλου Πέτρου, απολογουμένου ενώπιον των Ιουδαίων, ότι: «ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία ούτε γαρ όνομα εστίν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ω δει σωθήναι ημάς» (Πραξ.4,12); Μπορούμε να συζητούμε θέματα, στα οποία δεν χωράει συζήτηση; Αν οι θρησκείες του κόσμου προσφέρουν σωτηρία, τότε δεν θα ήταν περιττή η ενανθρώπηση του Θεού Λόγου; Πως είναι δυνατόν να σωθεί ένας οπαδός οποιασδήποτε θρησκείας, χωρίς να αναγεννηθεί «δι’ ύδατος και πνεύματος» (Ιωάν.3,7) και χωρίς την ένωσή του με το Χριστό; Πως είναι δυνατόν να σωθεί κάποιος, που δεν κοινωνεί το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, αφού, κατά την διαβεβαίωσή Του: «αμήν, αμήν λέγω υμίν, εάν μη φάγητε την σάρκα του υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς. Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον, και εγώ αναστήσω αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα» (Ιωάν.6,53-54); Αφήνει ο Χριστός κανένα περιθώριο σωτηρίας έξω από τα όρια της Εκκλησίας Του και χωρίς την ένωση μαζί Του, μέσω του παναγίου Σώματος και Αίματός Του; Ασφαλώς όχι!
Βέβαια στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμίσουμε, ότι δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός, ότι πολλοί σύγχρονοι θεολόγοι και ακαδημαϊκοί διδάσκαλοι κάθονται και προβληματίζονται πάνω σε ερωτήματα, στα οποία η Εκκλησία μας έχει δώσει οριστική και τελεσίδικη απάντηση εδώ και 20 αιώνες. Δεν χρειάζεται να προβληματίζονται τα μέλη της Συνδιασκέψεως του Βόλου να δώσουν απάντηση, διότι την απάντηση την έχουν δώσει ήδη σήμερα κορυφαίοι εκκλησιαστικοί Ηγέτες και Πατριάρχες. Και ξέρετε ποια είναι η απάντησή τους; Δεν είναι η απάντηση, που μας δίνει η Εκκλησία με τον θεόπνευστο λόγο της, αλλά η ακριβώς αντίθετη. Σήμερα υπάρχουν δυστυχώς Προκαθήμενοι Εκκλησιών και Πατριάρχες, οι οποίοι έφθασαν στο σημείο να διακηρύσσουν δημοσίως, ότι υπάρχει σωτηρία και στις άλλες θρησκείες και αυτό ακριβώς είναι το όντως εκπληκτικό, αλλά συγχρόνως και το εξόχως τραγικό. Τρανταχτό παράδειγμα ο Παν. Οικουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαίος, ο οποίος για λόγους πολιτικής, διεκήρυξε ότι «Όλες οι θρησκείες είναι οδοί σωτηρίας»[1] και ότι «Το Κοράνιο, [που αντιγράφει τον Άρειο κηρύσσοντα, ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός έγινε από λάσπη, (!!!), όπως; Ο Αδάμ, (Σούρα 18, στ.65)], (και οι Γραφές των άλλων θρησκειών) είναι ‘ίσο με την Αγία Γραφή και ιερό όπως αυτή’»;[2] Το δε ακόμη τραγικότερο ξέρετε ποιο είναι; Το γεγονός ότι σήμερα έχει, σε τέτοιο βαθμό, αδρανήσει και παραλύσει το Συνοδικό Σύστημα της Εκκλησίας μας, σε παγκόσμιο επίπεδο, ώστε να μην υπάρχει η δυνατότητα να συγκροτηθεί ούτε μία Τοπική, έστω, Σύνοδος, η οποία να καταδικάσει όλες αυτές τις αιρετίζουσες και βλάσφημες διακηρύξεις!
Ορισμένοι θεολόγοι, προκειμένου να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους, ότι υπάρχει σωτηρία και εκτός της Εκκλησίας, στους αιρετικούς και στους αλλοθρήσκους, έπλασαν μια καινοφανή θεωρία, εντελώς αμάρτυρη και αστήρικτη στην Εκκλησία, την λεγομένη «Οικονομία του Αγίου Πνεύματος» . Σύμφωνα μ’ αυτήν το άγιο Πνεύμα δεν δεσμεύεται να σώσει τον άνθρωπο και εκτός της Εκκλησίας. Δικαιολογούν αυτό τον ισχυρισμό τους επικαλούμενοι τον λόγο του Κυρίου «το πνεύμα όπου θέλει πνει», (Ιω.3,8), τον οποίο όμως διαστρέφουν, διότι εδώ ο Κύριος σαφέστατα δεν ομιλεί περί του Αγίου Πνεύματος, αλλά περί του ανέμου! Το Άγιο Πνεύμα ενεργεί στους εκτός της Εκκλησίας όχι ερήμην του απολυτρωτικού έργου του Χριστού, αλλά με σκοπό να τους οδηγήσει στην πίστη στο Χριστό και να τους καταστήσει μέλη της Εκκλησίας, αφού όπως μας βεβαιώνει ο Κύριος, ομιλώντας περί του Παρακλήτου: «εκείνος, [ο Παράκλητος] εμὲ δοξάσει, ότι εκ τού εμού λήψεται και αναγγελεί υμίν» (Ιω.16,14). Κλασικό παράδειγμα η περίπτωση του εθνικού Κορνηλίου, (βλ. Πράξεις κεφ. 10), ο οποίος κατηχούμενος από τον απόστολο Πέτρο, λαμβάνει το Πνεύμα το άγιο και στη συνέχεια βαπτίζεται και γίνεται μέλος της Εκκλησίας.
Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας θεολογούν επί τη βάσει της θείας Αποκαλύψεως και μας βεβαιώνουν, ότι μόνον εν Χριστώ και διά της Εκκλησίας υπάρχει σωτηρία. Τώρα, το τι θα κάνει ο Θεός με όσους δεν μπόρεσαν, για αντικειμενικούς λόγους και παρά την θέλησή τους, να γίνουν μέλη της Εκκλησίας, διά του αγίου Βαπτίσματος, αυτό είναι ένα μυστήριο, το οποίο δεν μας αποκάλυψε ο Θεός. Μεγάλοι δογματολόγοι της Εκκλησίας μας, όπως, ο μακαριστός Π. Τρεμπέλας, ο αείμνηστος π. Ι. Ρωμανίδης κ.α. αναφέρουν, ότι η σωτηρία των εκτός της Εκκλησίας είναι ένα ερώτημα, στο οποίο δεν μας απαντά ο θεόπνευστος λόγος της αγίας Γραφής. Οι άγιοι Πατέρες τρομάζουν ακόμα και μπροστά στο θάνατο των αβαπτίστων νηπίων, τέκνα πιστών γονέων της Εκκλησίας, για την μετά θάνατον τύχη τους, πόσο μάλλον για τους οπαδούς των διαφόρων θρησκειών! Δεν θα πρέπει επομένως να πολυπραγμονούμε και να επιχειρούμε να δώσουμε δικές μας απαντήσεις πάνω σε θέματα, στα οποία ο λόγος του Θεού σιωπά.
Περαίνοντας, εκφράζουμε την πικρία και την ανησυχία μας για την εισβολή στο χώρο της σύγχρονης ορθόδοξης διανόησης των πλέον ακραίων σχολαστικών σχημάτων της δυτικής «χριστιανοσύνης». Οι ενασχολήσεις και το χειρότερο η διατύπωση νεοφανών «θεολογικών» δοξασιών, όπως η «σωτηρία των εκτός της Εκκλησίας», αποτελούν μια λίαν επικίνδυνη κατάσταση στο χώρο της Ορθοδόξου πίστεώς μας. Στόχος των δοξασιών αυτών είναι να «απαλύνουν» τις κραυγαλέες πλάνες των αιρετικών και αλλοθρήσκων και να «γεφυρώσουν» το απύθμενο χάσμα που υπάρχει μεταξύ της Εκκλησίας του Χριστού και των θρησκειών του κόσμου, με απώτερο στόχο την συνένωση των θρησκειών και τη δημιουργία της Πανθρησκείας. Να αμβλύνουν το Ορθόδοξο αισθητήριο, το οποίο βάζει στεγανά πλαίσια στη σχέση μας με τους αιρετικούς και τους αλλοθρήσκους. Καλούμε λοιπόν τους πιστούς μας, να μην δίνουν προσοχή στα μηνύματα που θέλουν να «περάσουν» σ’ αυτούς οι Διαθρησκειακές Συναντήσεις, με τα ωραιοποιημένα συνθήματα της ειρήνης, της συναδέλφωσης των ανθρώπων και της αλληλεγγύης. Την πραγματική και μόνιμη ειρήνη και συναδέλφωση των ανθρώπων και των λαών τη δίνει μόνον ο Χριστός, η ένσαρκη ειρήνη και αγάπη και όχι τα ετερόκλητα θρησκευτικά σχήματα του πτωτικού κόσμου!
Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών
[1] Ἐπίσκεψις 603, 15 καί 523 (Γενεύη 1995) 12 και 511 (30-11-1994) και 494 (Γενεύη 1994) 23, Ὀρθόδοξος Τύπος 11-9-2009, Ἀδέσμευτος Τύπος (Μήτση) 21-9-2004.
[2] Ἀντιφώνηση πρὸς τὸν πρόεδρο τοῦ Ἰρὰν Mohamend Khatami στὶς 13-1-2002. Ἐπισκεψις 606, 2 , Ὀρθόδοξος Τύπος 15-3-2002.
Τό Συνοδικό σύστημα εἶναι ὁ τρόπος διοικήσεως καί λειτουργίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας, τό χαρακτηριστικό καί διακριτικό της γνώρισμα ἀπό τίς κοινότητες τῶν ἑτεροδόξων χριστιανῶν. Ἡ Σύνοδος τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων μιᾶς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, ὑπό τήν Προεδρία τοῦ Προκαθημένου της, διοικεῖ μέ τό Συνοδικό σύστημα τήν Αὐτοκέφαλη, Αὐτόνομη ἤ Ἡμιαυτόνομη Ἐκκλησία, κατά τό ἀρχέγονο μητροπολιτικό καί ἐν συνεχείᾳ τό ἀρχιεπισκοπικό ἤ πατριαρχικό σύστημα.
Μετά τήν Ἀποστολική Σύνοδο τῶν Ἱεροσολύμων (48μ.Χ.), καί ἀφοῦ σέ διάφορες πόλεις καί περιοχές τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας (Ἱεροσόλυμα, Ἀλεξάνδρεια, Ἀντιόχεια, Κύπρο, Μικρά Ἀσία, Φιλίππους, Θεσσαλονίκη,Βέροια, Ἀθῆνα, Κόρινθο, Πάτρα, Κρήτη, Ρώμη κ.ἀ.), ἱδρύθησαν Ἀποστολικές Ἐκκλησίες, μέ τήν χειροτονία Ἐπισκόπων, Πρεσβυτέρων καί Διακόνων, σύν τῷ χρόνῳ, ἐνῷ ἐπλήθαιναν οἱ Ἐπισκοπές, συγκροτήθηκαν Ἐπαρχιακές καί Τοπικές Σύνοδοι μέ τήν εὐθύνη καί πρωτοβουλία τοῦ ἑκασταχοῦ Μητροπολίτου.
Ἀπό τόν 4ο καί μέχρι τόν 8ο αἰῶνα, μέ βασιλικές διαταγές Βυζαντινῶν Αὐτοκρατόρων, συνεκλήθησαν ἑπτά (7) Ἅγιες Οἰκουμενικές Σύνοδοι σέ διάφορα κέντρα τῆς Αὐτοκρατορίας (Νίκαια, Κωνσταντινούπολι, Ἔφεσο, Χαλκηδόνα) μέ τήν παρουσία ἤ τήν ἐκπροσώπησι τῶν πέντε (5) Πατριαρχῶν (Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων) καί τήν συμμετοχή «τῆς ὁλότητος τῶν ἐν ἐνεργείᾳ Ἐπισκόπων» [1].
Σ’αὐτές ἡ γρηγοροῦσα ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική συνείδησις συγκαταριθμεῖ καί δυό ἄλλες Συνόδους, τίς ὁποῖες καί ἀποδέχεται ὡς Οἰκουμενικές, παρότι δέν ἔχουν μέχρι σήμερα ἀναγνωρισθῆ μέ τήν καθιερωμένη κανονική ἐκκλησιαστική διαδικασία. Πρόκειται γιά τίς Συνόδους τῶν ἐτῶν 879-880 μ.Χ. ἐπί Μεγάλου Φωτίου καί τοῦ 1351 μ.Χ. ἐπί ἁγίου Γρηγορίου Ἀρχιεπιισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ.
Μέ τίς διάφορες αὐτές μορφές ἐκκλησιαστικῶν Συνόδων, πού ἐλειτούργησαν διαχρονικά καί λειτουργοῦν στόν ὀρθόδοξο χῶρο, καλλιεργήθηκε καί ἀναπτύχθηκε τό πνεῦμα τῆς Συνοδικότητας, τό ὁποῖο, ὅταν κυριαρχῆ καί διαποτίζη τό ἱερό Συνοδικό Σῶμα, σκιρτοῦν καί ἀγάλλονται τά ἐπίγεια καί τά ἐπουράνια, ἡ ἐν οὐρανοῖς θριαμβεύουσα καί ἐπί γῆς στρατευομένη Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, γιατί ἐπικρατεῖ καί θριαμβεύει τό «ἀγαθόν καί εὐάρεστον καί τέλειον θέλημα» [2] τοῦ ἐν Τριάδι προσκυνουμένου Τρισαγίου Θεοῦ˙ τό Πανάγιο Πνεῦμα, τό ὁποῖο φωτίζει, στηρίζει καί ἁγιάζει τούς πιστούς «ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας» [3] καί «ὁμόνοια γίνεται τῶν πιστῶν θεοβράβευτος» [4].
Τό πανεύοσμο ἄνθος τῆς Συνοδικότητας, τό ἀνεκτίμητο αὐτό θεῖο δῶρο καί συνάμα ὁ ἡδύτατος αγιοπνευματικός καρπός, τό εὑρίσκουμε στήν εὐλογημένη ἐκείνη πρωτοχριστιανική, τήν Ἀποστολική ἐποχή. Οἱ ἕνδεκα Ἀπόστολοι καί οἱ πρῶτοι χριστιανοί, κατά προτροπήν τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ἐπρότειναν ὡς ὑποψηφίους δύο γιά τήν συμπλήρωσι τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 12 Ἁποστόλων, μετά τήν προδοσία τοῦ Ἰούδα, τόν Ἰωσήφ πού ἐκαλεῖτο Βαρσαββᾶς καί ἔλαβε τό προσωνύμιο Ἰοῦστος, καί τόν Ματθία. Διαβάζουμε στό πρῶτο κεφάλαιο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων: «Καί προσευξάμενοι εἶπον˙ σύ Κύριε, καρδιογνῶστα πάντων, ἀνάδειξον ὅν ἐξελέξω ἐκ τούτων τῶν δύο ἕνα… Καί ἔδωκαν κλήρους αὐτῶν, καί ἔπεσεν ὁ κλῆρος ἐπί Ματθίαν, καί συγκατεψηφίσθη μετά τῶν ἕνδεκα Ἀποστόλων» [5].
«Κλῆρον ὀνομάζει ὅλη τήν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ καί φανερώνει τήν Θεία ἐκλογή» (Οἰκουμένιος). «Γιατί αὐτό εἶναι ὁ κλῆρος, ὄχι ὅποιον θέλει ὁ ἄνθρωπος, ἀλλ’ αὐτόν πού δίνει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ» (Θεοφύλακτος). Καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος σχολιάζοντας τήν φράσι «καί προσευξάμενοι εἶπον˙ σύ Κύριε, καρδιογνῶστα πάντων, ἀνάδειξον …» λέγει τά ἑξῆς. «Ἀπό κοινοῦ προσεύχονται ὅλοι…Σύ Κύριε ἀνάδειξε τόν ἐκλεκτό σου, ὄχι ἐμεῖς…».«Εὐκαίρως τόν ἀποκαλοῦν καρδιογνώστη, γιατί ἀπό Ἐκεῖνον ἔπρεπε νά προκριθῆ, ὄχι ἀπό τούς ἐξωτερικούς…. Δέν θεωροῦσαν ἀκόμη ἀξίους τούς ἑαυτούς των νά ἐκλέξουν (τόν νέο Ἀπόστολο), γι’αὐτό καί ζητοῦν νά μάθουν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ μέ κάποιο σημεῖο».
Τό 48 μ.Χ., ὡς ἐλέχθη, συνήχθη ἡ Ἀποστολική Σύνοδος εἰς τά Ἱεροσόλυμα γιά τήν διευθέτησι πνευματικῶν ζητημάτων, ὅπως ἦταν τό θέμα τῆς ἰουδαϊκῆς περιτομῆς, τήν ὁποία ἤθελαν ὡρισμένοι νά ἐπιβάλουν καί στούς ἐξἐθνῶν χριστιανούς. Θαυμάζει κανείς τήν Συνοδικότητα τῆς ἀνεπανάληπτης ἐκείνης Ἀποστολικῆς ἐποχῆς, διαβάζοντας στό βιβλίο τῶν Πράξεων τά ἀκόλουθα: «Τότε ἔδοξε τοῖς Ἀποστόλοις καί τοῖς πρεσβυτέροις σύν ὅλῃ τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐκλεξαμένους ἄνδρας ἐξ αὐτῶν…»˙[7] «ἔδοξεν ἡμῖν γενομένοις ὁμοθυμαδόν, ἐκλεξαμένους ἄνδρας…» [8] καί πιό κάτω «ἔδοξε γάρ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν…» [9].
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἀναφερόμενος σ’αὐτήν τήν χρυσῆ Ἀποστολική περίοδο, γράφει τά ἀκόλουθα (τά παραθέτουμε σέ ἁπλῆ γλῶσσα): «Πρόσεξε τί συνέβαινε στά χρόνια τῶν Ἀποστόλων. Ἐλαμβάνετο ὑπ’ὄψιν ἡ γνώμη ὅλου τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Διότι ἔτσι πρέπει νά διοικῆται ἡ Ἐκκλησία, σάν ἕνα σπίτι, σάν ἕνα σῶμα» [10]. Ὁ ἀείμνηστος Καθηγητής τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τοῦ ΕΚΠΑ Ἁμίλκας Ἀλιβιζᾶτος ἔγραψε τά ἑξῆς περισπούδαστα γιά τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας καί τό Συνοδικό της σύστημα: «Τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας διεμορφώθη εὐθύς ἐξ ἀρχῆς ἅμα τῇ ἱδρύσει αὐτῆς καί δή κατά διάφορον τρόπον εἰς τά διάφορα τμήματα αὐτῆς, Ἀνατολήν καί Δύσιν, καί κατά τάς διαφόρους ἐποχάς. Οὕτως ἐν μέν τῇ Ἀνατολῇ ἀνεπτύχθη τό δημοκρατικόν πολίτευμα, καθ’ ὅ τήν Ἐκκλησίαν διοικεῖ οὐχί εἷς, ἀλλ΄ ἡ ὁλότης τῶν Ἐπισκόπων, κατά ἴσα πρός ἀλλήλους δικαιώματα, πλήν τῆς ἁπλῆς τιμητικῆς διακρίσεως τοῦ πρώτου, ἐν δέ τῇ Δύσει τό μοναρχικόν, καθ’ὅ ἐπί τῇ βάσει τοῦ ὑποθετικοῦ πρωτείου τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου καί τοῦ ἀπαιτητοῦ τοῦ διαδόχου αὐτοῦ πάπα τῆς Ρώμης, οὗτος διοικεῖ τήν Ἐκκλησίαν κατ’ αὐστηρόν καί ἀποκλειστικῶς μοναρχικόν σύστημα, ἐπί ἀνατροπῇ τῆς ὑπό τοῦ Χριστοῦ τεθείσης καί ὑπό τῶν Ἀποστόλων ἀναπτυχθείσης δημοκρατικῆς ἀρχῆς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ὀργανισμοῦ.
Εἰς τάς διαφόρους ἔπειτα προτεσταντικάς ἐκκλησίας, ἐπί τῇ βάσει τῆς καταργήσεως τῆς ἀξίας τῆς παραδόσεως καί τῆς καθιερώσεως, κατά πλήρη παρανόησιν τῆς ἐννοίας του, τοῦ «βασιλείου ἱερατεύματος», ἀνεπτύχθησαν διάφορα συστήματα πολιτεύματος βάσιν ἔχοντα τήν λαϊκοποίησιν τῆς Ἐκκλησίας, διά τῆς καταργήσεως τοῦ θείῳ δικαίῳ κατεστημένου ἐν αὐτῇ κλήρου, ὡς τῆς διοικούσης ἐν αὐτῇ τάξεως.
Οὕτως ἡ Ἐκκλησία ἐν Ἀνατολῇ, ἀναπτυχθεῖσα διοικητικῶς ἐπί τῇ βάσει τῆς δημοκρατικῆς ἀρχῆς, καθιέρωσε ὡς διοικητικόν αὐτῆς σύστημα τό συνοδικόν, βασιζόμενον ἐπί τοῦ περιφήμου χωρίου τῶν Πράξεων ιε’ 22 «ἔδοξε τοῖς Ἁποστόλοις καί τοῖς πρεσβυτέροις σύν ὅλῃ τῇ Ἐκκλησίᾳ», δι’ οὗ παρέχεται τό δικαίωμα τῆς συμμετοχῆς εἰς τήν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας καί τῷ λαϊκῷ ἀκόμη στοιχείῳ, διετηρήθη δέ ζηλοτύπως μέχρι σήμερον. Ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ἐκκλησίᾳ ἐνῷ τό κυρίως διοικοῦν ταύτην σῶμα εἶναι τό σῶμα κληρικῶν καί δή τό τῶν Ἐπισκόπων, δέν ἀποκλείεται τό λαϊκόν σῶμα ἐκ τῆς διοικήσεως, διά τῆς καί ἐκ μέρους του δι’ ἐκλογῆς ἀναδείξεως τῶν κληρικῶν, καί διά τῆς ἀπαραιτήτου του συνεργασίας εἰς τόν σχηματισμόν τῆς «συνειδήσεως τῆς Ἐκκλησίας», τῆς ὑπερτάτης ταύτης ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ αὐθεντίας.
Ἐπί τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς ταύτης, ἡ ἀνωτάτη διοικητική βαθμίς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας καί διοικήσεως εἶναι ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος, ἡ συγκροτουμένη κυρίως ἐκ τῆς ὁλότητος τῶν ἐν ἐνεργείᾳ Ἐπισκόπων καί τῆς ὁποίας αἱ ἀποφάσεις ὁριστικῶς γινόμεναι ὑπό τῆς συνειδήσεως τῆς Ἑκκλησίας ἀποδεκταί, ἀποτελοῦν τήν ὑψίστην ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ αὐθεντίαν» [11].
Ποιά εἶναι τά γνωρίσματα
τῆς Συνοδικότητας καί
ἡ πρακτική ἐφαρμογή της
στήν Ἁγία μας Ἐκκλησία
Ὅταν λειτουργῆ θεάρεστα καί θεοφώτιστα τό Συνοδικό σύστημα, τότε πνέει ἡ αὔρα τοῦ Παρακλήτου στίς συνεδριάσεις καί τίς ἀποφάσεις τοῦ ἱεροῦ Συνοδικοῦ Σώματος˙«οὗ δέ τό Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία» [12]. Ἐπικρατεῖ ὁ ἀπόλυτος σεβασμός στό Θεῖο Νόμο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, στίς Ἀποφάσεις τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, στούς θείους καί ἱερούς Κανόνας καί γενικότερα στήν ἱερή ἐκκλησιαστική μας Παράδοσι. Ὑπάρχει ὁ ἐπιβαλλόμενος σεβασμός στήν Ἀνώτατη αὐτή Ἐκκλησιαστική Ἀρχή, τόν ἱερό θεσμό καί τίς Συνοδικές Ἀποφάσεις. Ὅλα τά Μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου συνδέονται «τῷ συνδέσμῳ τῆς ἀγάπης» [13], ὡς οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καί ἀπονέμεται ὁ ἀλληλοσεβασμός. Ἀκόμη ὑπάρχει ἡ συναίσθησις τῶν ὑψηλῶν καί βαρειῶν εὐθυνῶν τῆς Συνοδικῆς Διακονίας καί ὁ ἔνθεος ζῆλος τῆς ἀνταποκρίσεως στά πολυεπίπεδα ἱεροσυνοδικά καθήκοντα καί τίς προκλήσεις καί ἀπαιτήσεις τῶν καιρῶν ἀπό πνευματικῆς σκοπιᾶς.
Ὁ 34ος Ἀποστολικός Κανόνας θέτει τίς ἀσφαλεῖς βάσεις τῆς Συνοδικότητας, διακελεύοντας τά ἑξῆς: «Τούς Ἐπισκόπους ἑκάστου Ἔθνους, εἰδέναι χρή τόν ἐν αὐτῆς πρῶτον (Προκαθήμενον), καί ἡγεῖσθαι αὐτόν ὡς κεφαλήν, καί μηδέν τι πράττειν περιττόν ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης˙ μόνα δέ πράττειν ἕκαστον, ὅσα τῇ αὐτοῦ παροικίᾳ ἐπιβάλλει, καί ταῖς ὑπ’αὐτήν χώραις. Ἀλλά μηδέ ἐκεῖνος(ὁ Πρῶτος) ἄνευ τῆς πάντων γνώμης ποιείτω τι. Οὕτω γάρ ὁμόνοια ἔσται, καί δοξασθήσεται ὁ Θεός, διά Κυρίου ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ὁ Πατήρ, καί ὁ Υἱός, καί τό ἅγιον Πνεῦμα» [14].
Στήν Ἑλλαδική μας Ἐκκλησία οἱ 12 Μόνιμες Συνοδικές Ἐπιτρο πές (ἐμπνευστής των ἦταν ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Ἱερώνυμος ὁ Α’) καί οἱ 15 Εἰδικές Συνοδικές Ἐπιτροπές, κινούμενες ἀπό τό πνεῦμα τῆς Συνοδι κότητας, ἠμποροῦν νά ἀγκαλιάσουν ὅλο τό φάσμα τῶν πνευματικῶν, ποιμαντικῶν, κοινωνικῶν καί φιλανθρωπικῶν δραστηριοτήτων, συνεπικρούμενες τό ἔργον τῆς Δ.Ι.Σ. καί τῆς Ι.Σ.Ι.
Στίς συνεδριάσεις τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου καί τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅταν κυριαρχῇ τό πνεῦμα τῆς Συνοδικότητας, τό Ἀποστολικό˙ «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν»καί τό Ἱεροκανονικό˙ «ἑπόμενοι τοῖς Ἁγίοις Πατράσι», γίνονται μέ τήν Χάριν τοῦ Κυρίου μας θαύματα. Οἱ ἀρχιερατικές ἐκλογές, ὅταν διενεργοῦνται θείᾳ νεύσει, θεοκινήτως, ἀμερολήπτως καί ἀξιοκρατικῶς, χωρίς κάποια ἐπιβολή ἤ πίεσι, τότε θριαμβεύει ἡ Συνοδικότητα. Ἀλλά καί στίς αἴθουσες τῶν ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων, ὅταν ἀφήνωνται ἀνεπηρέαστοι καί ἀδέσμευτοι οἱ Συνοδικοί καί λοιποί ἐκκλησιαστικοί λειτουργοί, τότε καί ἐδῶ κατισχύει τό Συνοδικό σύστημα, ἡ ἄριστη ἀρχή τῆς Συνοδικότητας˙ «ἡ ψῆφος τῶν πλειόνων κρατείτω» [15]. Ὑπεράνω ὅλων, ὅμως, ἀπαιτεῖται ἡ ἀρχή τῆς Συνοδικότητας, ὅταν σέ μία Ἱερά Σύνοδο, ὅπως εἶναι ἡ μελετωμένη νά συνέλθη τόν προσεχῆ Ἰούνιο «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος», ἀντιμετωπίζονται σοβαρά ἐκκλησιολογικά – δογματικά καί ἱεροκανονικά θέματα, ὁπότε ἀπαιτεῖται ἀπόλυτος σεβασμός καί προσήλωσις στήν ἁγιογραφική, ἁγιοπατερική, δογματική καί κανονική διδασκαλία καί Παράδοσι τῆς Ἁγιωτάτης μας Ἐκκλησίας.
Εὐχαριστῶ πολύ γιά τήν φιλοξενία στίς στῆλες τοῦ ἐγκρίτου περιοδικοῦ «Ἐρῶ» τῆς Ἐνωμένης Ρωμηοσύνης.
1. Ἁμίλκα Ἀλιβιζάτου (†) Καθηγητοῦ τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ Ἀθηνῶν, Οἱ Ἱεροί κανόνες, ἐκδ. Τρίτη,1997, Ἀποστολική Διακονία, σελ.20.
2. Ρωμ. ιβ΄2.
3. Πεντηκοστάριον, Κυριακή τῆς Πεντηκοστῆς, γ΄ ἰδιόμελο τῶν Ἑσπερίων.
4. Πρβλ.Τριῴδιον, Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, γ΄ προσόμοιο τῶν Αἴνων.
5. Πραξ. α΄ , 24-26.
6. Π.Ν.Τρεμπέλα (†), Ὑπόμνημα εἰς τάς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, Ἀδελφ. Θεολόγων «Ο ΣΩΤΗΡ», σελ. 72-73.
7. Πραξ. ιε΄ , 22.
8. Πραξ. ιε΄ , 25.
9. Πραξ. ιε΄ , 28.
10. Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ε.Π.Ε 19,488.
11. Ἁμίλκα Ἀλιβιζάτου (†) Καθηγητοῦ τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ Ἀθηνῶν, Οἱ Ἱεροί κανόνες, τμῆμα Α΄Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, σελ. 19-20.
12. Β΄ Κορ.γ,17.
13. Τριῴδιον, Κανών Ὄρθρου Μεγ.Πέμπτης, ῴδή ε’, εἱρμός ε’ σελ.877, ἐκδ.Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθῆναι 1994.
14. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου καί Ἀγαπίου Ἱερομονάχου, Πηδάλιον τῆς Νοητῆς Νηός τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, Κανών ΛΔ’ Ἁγ.Ἀποστόλων, ἐκδ.Β’, ἐν Ἀθήναις 1841, σελ.21.
15. Ἔνθ’ἀνωτ. Κανών ΣΤ΄ , Α΄ Οἰκουμ. Συνόδου, σελ.72.
Πηγή: Ενωμένη Ρωμηοσύνη
Ένα φρικτό δίλημμα
Η μεταστροφή μου στην Ορθοδοξία άρχισε μια μέρα, που διόρθωνα τους καταλόγους της βιβλιοθήκης του μοναστηριού στο οποίο ανήκα. Το μοναστήρι αυτό είναι του Τάγματος του Αγίου Φραγκίσκου και βρίσκεται στην πατρίδα μου την Ισπανία.
Ενώ ταξινομούσα διάφορα παλαιά έγγραφα σχετικά με την Ιερά Εξέτασι, έπεσε στα χέρια μου ένα έγγραφο αληθινά καταπληκτικό, χρονολογούμενο από το έτος 1647. Στο έγγραφο αυτό αναφερόταν μια απόφασις της Ιεράς Εξετάσεως, που αναθεμάτιζε ως αιρετικό κάθε χριστιανό ο οποίος θα τολμούσε να πιστεύση, να παραδεχθή και να μεταδώση σε άλλους το ότι ο Απόστολος Παύλος στηριζόταν στο αποστολικό κύρος του.
Επρόκειτο για ένα εύρημα φρικτό, που δε μπορούσε να χωρέση ο νούς μου. Σκέφθηκα αμέσως, για να καθησυχάσω την ψυχή μου, ότι ίσως επρόκειτο για τυπογραφικό λάθος ή για μια πλαστογράφησι, πράγμα που άλλωστε ήταν συνηθισμένο στην Δυτική Εκκλησία εκείνης της εποχής, στην οποία αναφερόταν το κείμενο. Αλλά η ταραχή και η έκπληξίς μου έγινε μεγαλύτερη όταν ερεύνησα και διεπίστωσα ότι εκείνη η απόφασις της Ιεράς Εξετάσεως που αναφερόταν στο έγγραφο ήταν αυθεντική. Πράγματι, ήδη σε δύο περιπτώσεις προγενέστερες, δηλαδή στα 1327 και 1351, οι Πάπαι Ιωάννης ΚΒ' και Κλήμης ΣΤ' διαδοχικώς είχαν καταδικάσει και αναθεματίσει κάθε έναν που θα τολμούσε να αρνηθή ότι ο απόστολος Παύλος, καθ, όλη τη διάρκεια του αποστολικού του βίου, είχε απολύτως υποταχθή στην μοναρχική εκκλησιαστική αυθεντία του πρώτου Πάπα και Βασιλέως της Εκκλησίας, δηλαδή του αποστόλου Πέτρου. Και πολύ αργότερα, ο Πίος Ι' στα 1907 και ο Βενέδικτος ΙΕ' στα 1920 είχαν επαναλάβει τα ίδια αναθέματα και τις ίδιες καταδίκες.
Έπρεπε λοιπόν να αποκλείσω κάθε πιθανότητα αβλεψίας ή πλαστογραφήσεως. Κι έτσι αντιμετώπισα αμέσως ένα σοβαρό πρόβλημα συνειδήσεως.
Προσωπικά, μου ήταν αδύνατο να παραδεχθώ ότι ο απόστολος Παύλος διατελούσε κάτω από οιοδήποτε Παπικό πρόσταγμα. Η ανεξαρτησία του αποστολικού του έργου ανάμεσα στα έθνη απέναντι εκείνης που χαρακτήριζε την αποστολή του Πέτρου ανάμεσα στους περιτετμημένους ήταν για μένα ένα ατράνταχτο γεγονός που το φώναζε η Αγία Γραφή.
Το πράγμα ήταν για μένα καταφάνερο, αφού οι εξηγητικές εργασίες των Πατέρων σ' αυτό το σημείο δεν αφήνουν τόπο στην παραμικρά αμφιβολία. «Ο Παύλος- γράφει ο ιερός Χρυσόστομος- διακηρύσσει την ισότητά του με τους άλλους αποστόλους και θέλει να συγκριθή, όχι μονάχα με όλους τους άλλους, αλλά και με τον πρώτο απ' αυτούς, για ν' αποδείξη ότι ο καθένας τους είχε το ίδιο κύρος». Πράγματι, ομοθυμαδόν όλοι οι Πατέρες παραδέχονται ότι «όλοι οι λοιποί απόστολοι ήσαν το ίδιο που ήταν ο Πέτρος, δηλαδή ήσαν περιβεβλημένοι την ίδια τιμή κι' εξουσία». Είναι αδύνατο οποιοσδήποτε απ' αυτούς να ασκούσε εξουσία ανώτερη στους άλλους, διότι ο αποστολικός τίτλος που είχε ο καθένας τους ήταν «η μεγαλύτερη αυθεντία, η κορυφή όλων των εξουσιών». «Όλοι ήσαν ποιμένες, ενώ τι ποίμνιο ήταν ένα. Και το ποίμνιο αυτό ποιμαινόταν από τους αποστόλους με ομόθυμη όλων συγκατάνευσι».
Το ζήτημα ήταν, λοιπόν, κατακάθαρο. Κι όμως, η ρωμαϊκή διδασκαλία εδώ ήταν αντίθετη από τα πράγματα. Έτσι εισήλθα για πρώτη φορά στη ζωή μου σ' ένα τρομακτικό δίλημμα. Τι θα διάλεγα: Από το ένα μέρος το Ευαγγέλιο και την Ιερά Παράδοσι, ή τη διδασκαλία της Εκκλησίας μου από το άλλο μέρος; Σύμφωνα με τη ρωμαϊκή θεολογία είναι απαραίτητο για τη σωτηρία να πιστεύουμε ότι η Εκκλησία είναι καθαρή μοναρχία, της οποίας μονάρχης είναι ο Πάπας. Έτσι, η σύνοδος του Βατικανού, συνοψίζοντας όλες τις προγενέστερες καταδίκες, διεκήρυξε επίσημα ότι «εάν κανείς πη...ότι ο Πέτρος (θεωρούμενος ως ο πρώτος Πάπας) δεν διωρίσθηκε από τον Χριστό ως αρχηγός των Αποστόλων και Κεφαλή ορατή όλης της Εκκλησίας...είναι υπό ανάθεμα».
Απευθύνομαι στο εξομολόγο μου
Μέσα σ' αυτό το ψυχικό κλονισμό, απευθύνθηκα στον πνευματικό μου και του εξέθεσα με αφέλεια το ζήτημα. Ήταν ένας από τους πιο ξακουστούς ιερείς του μοναστηριού μας. Με άκουσε με στενοχώρια, καταλαβαίνοντας ότι επρόκειτο για πολύ δύσκολο πρόβλημα. Αφού σκέφθηκε μερικές στιγμές, αναζητώντας ματαίως μια ικανοποιητική λύσι, μου είπε τέλος τα εξής, που ομολογώ δεν τα περίμενα:
› Η Γραφή και οι Πατέρες σας έκαμαν κακό, τέκνο μου. Βάλτε κι αυτή κι εκείνους κατά μέρος και περιορισθήτε στο να ακολουθήτε πιστά τις αλάθητες διδασκαλίες της Εκκλησίας μας (?!) και μην αφήνετε τον εαυτό σας να γίνεται λεία τέτοιων σκέψεων. Μην επιτρέψετε ποτέ να σκανδαλίζουν την πίστη σας στο Θεό και την Εκκλησία πλάσματα του Θεού, οποιαδήποτε κι αν είναι αυτά.
Αυτή η απάντησις που εδόθη με πολλή φυσικότητα, συνετέλεσε ώστε η σύγχυσίς μου να μεγαλώση. Πάντοτε παραδεχόμουν ότι ακριβώς ο Λόγος του Θεού είναι το μόνο πράγμα που δεν μπορεί κανείς να παραμερίση. Χωρίς να μου δώση καιρό να προβάλω καμμιά ένστασι, ο πνευματικός μου πρόσθεσε:
› Για αντάλλαγμα, θα σας δώσω ένα κατάλογο διακεκριμένων συγγραφέων, στα έργα των οποίων θα αναπαυθή και θα στηριχθή η πίστις σας. Διότι σ' αυτά θα βρήτε τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας χωρίς αγκάθια.
Και ρωτώντας με αν είχα κάτι άλλο «πιο ενδιαφέρον» να του εκθέσω, έθεσε τέρμα στη συνομιλία μας. Μερικές μέρες αργότερα, ο πνευματικός μου ανεχώρησε από το μοναστήρι σε μία περιοδεία κηρυγμάτων που θα έκανε σε διάφορες εκκλησίες του Τάγματος. Μου άφησε τον πίνακα των συγγραφέων, συνιστώντας μου να τους διαβάσω. Και με παρεκάλεσε να του κάνω γνωστές τις προόδους μου σ' αυτό το διάβασμα με γράμματα που θα του έστελνα. Αν και τα λόγια του δεν με είχαν πείσει καθόλου, μάζεψα αυτά τα βιβλία και άρχισα να τα διαβάζω με όλη τη δυνατή αντικειμενικότητα και προσοχή. Τα περισσότερα από τα βιβλία αυτά ήσαν θεολογικά κείμενα και εγχειρίδια παπικών αποφάσεων, καθώς και «οικουμενικών» συνόδων. Ρίχθηκα στη μελέτη τους με ειλικρινές ενδιαφέρων, έχοντας ως μόνο οδηγό μου την Αγία Γραφή, «λύχνον τοις ποσί μου και φως εις τας τρίβους μου».
Καθώς προχωρούσα στο διάβασμα των βιβλίων εκείνων, καταλάβαινα ολοένα και καλύτερα, ότι ως τότε αγνοούσα αρκετά τη φύσι της Εκκλησίας μου. Έχοντας προσηλυτισθή στον Χριστιανισμό και βαπτισθή μόλις τελείωσα τις εγκύκλιες σπουδές μου, ακολούθησα κατόπιν φιλοσοφικές σπουδές και τότε που σας μιλώ βρισκόμουν μόλις στις αρχές των θεολογικών μελετών. Επρόκειτο για μιά επιστήμη ολότελα νέα για μένα. Μέχρις εκείνη την ώρα Χριστιανισμός και Ρωμαϊκή Εκκλησία ήταν για μένα ένα αμάλγαμα, κάτι το αξεχώριστο απολύτως, Στη μοναστική μου ζωή με απασχολούσε μονάχα η καθαρώς υπερφυσική τους όψις και δεν μου είχε δοθή ακόμη η ευκαιρία να εξετάσω κατά βάθος τις βάσεις και τους λόγους της οργανικής συστάσεως της Εκκλησίας μου.
Η τερατώδης διδασκαλία περί Πάπα
Ακριβώς, λοιπόν, μέσα σ' εκείνη την ανθοδέσμη κειμένων που σοφά είχε συνθέσει ο πνευματικός μου προϊστάμενος άρχισε να μου αποκαλύπτεται στην πραγματική φύσι του ο παράξενος αυτός μοναρχικός θρησκευτικός οργανισμός, που λέγεται Ρωμαϊκή Εκκλησία. Υποθέτω, ότι μια σύνοψις των χαρακτηριστικών της δεν είναι εδώ περιττή.
Πρώτα-πρώτα, για τον ρωμαϊκό καθολικισμό η χριστιανική Εκκλησία «δεν είναι παρά μια απόλυτη μοναρχία», της οποίας μονάρχης είναι ο Πάπας, ενεργώντας σε κάθε τομέα ως τέτοιος. Στην παπική αυτή μοναρχία «υφίσταται όλη η δύναμις και η στερεότης της Εκκλησίας», η οποία «αλλοιώς δεν θα υφίστατο». Ο ίδιος ο Χριστιανισμός στηρίζεται εξ ολοκλήρου στην παπωσύνη. Κάτι πιο πολύ ακόμη. «Η παπωσύνη είναι το πιο σπουδαίο στοιχείο του Χριστιανισμού», «η αποκορύφωσίς του και η ουσία του».
Η μοναρχική αυθεντία του Πάπα ως Αρχηγού υπερτάτου και ως κεφαλής ορατής της Εκκλησίας, Ακρογωνιαίου λίθου, Παγκοσμίου Αλάθητου Διδασκάλου της Πίστεως, Αντιπροσώπου του Θεού πάνω στη Γη, Ποιμένος των Ποιμένων και Άκρου Αρχιερέως, είναι πλήρως δυναμική και εξουσιαστική και αγκαλιάζει όλα τα διδασκαλικά και νομοθετικά δικαιώματα που έχει η Εκκλησία. Εκτείνεται «Θείω δικαίω» πάνω σε όλους και χωριστά πάνω σε καθένα βαπτισμένο άνθρωπο σ΄ όλον τον κόσμο. Αυτή η δικτατορική εξουσία μπορεί όθεν οποτεδήποτε να ασκηθή απ' ευθείας σε οποιονδήποτε χριστιανό, είτε λαϊκός είναι αυτός είτε κληρικός, και σε οποιαδήποτε Εκκλησία οποιουδήποτε λειτουργικού τύπου και γλώσσης κι' αν είναι, δεδομένου ότι ο Πάπας είναι ο υπερεπίσκοπος σε κάθε εκκλησιαστική επισκοπή του κόσμου.
Όσοι αρνούνται να του αναγνωρίσουν όλη αυτή την εξουσία και δεν υποτάσσονται σ' αυτή τυφλά είναι σχισματικοί, αιρετικοί, ασεβείς και ιερόσυλοι και οι ψυχές τους είναι από τώρα προωρισμένες για την αιωνία καταδίκη, διότι είναι απαραίτητο για τη σωτηρία μας να πιστεύουμε στο θείο καθίδρυμα της παπωσύνης και να υποτασσόμαστε σ' αυτή και στους εκπροσώπους της. Ο Πάπας έτσι ενσαρκώνει εκείνον τον φανταστικό Άρχοντα, που ο Κικέρων προφήτεψε, γράφοντας ότι θα πρέπει όλοι να τον αναγνωρίσουν για να σωθούν.
Πάντα κατά την ρωμαϊκή διδασκαλία, «δεδομένου ότι ο Πάπας έχει το δικαίωμα να επεμβαίνη και να κρίνη όλα τα πνευματικά ζητήματα όλων και καθ' ενός ξεχωριστά των χριστιανών, πολύ περισσότερο έχει το δικαίωμα να κάνη το ίδιο και στις κοσμικές υποθέσεις τους. Δεν μπορεί να περιορισθή μόνο στο να δικάζη με πνευματικές ποινές, στερώντας την αιωνία σωτηρία σ' εκείνους που δεν του υποτάσσονται, αλλά έχει επίσης και το δικαίωμα να ασκή και κοσμική εξουσία πάνω στους πιστούς. Διότι και η Εκκλησία έχει δύο μάχαιρες, σύμβολο της πνευματικής και της κοσμικής δυνάμεως. Η πρώτη απ' αυτές είναι στο χέρι του κλήρου, η άλλη στο χέρι των βασιλέων και των στρατιωτών, οι οποίοι όμως είναι και αυτοί κάτω από τη θέλησι και στην υπηρεσία του κλήρου».
Ο Πάπας, ισχυριζόμενος ότι είναι στη γη αντιπρόσωπος Εκείνου του οποίου «η βασιλεία ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου», Εκείνου που απαγόρευσε στους Αποστόλους να μιμούνται τους βασιλείς της γης οι οποίοι «κυριεύουσι των εθνών», αυτοτιτλοφορείται και κοσμικός βασιλεύς, συνεχίζοντας έτσι την ιμπεριαλιστική παράδοση της Ρώμης. Κατά διαφόρους καιρούς έγινε πράγματι κύριος μεγάλων εδαφικών εκτάσεων, έκαμε αιματηρούς πολέμους εναντίων άλλων Χριστιανών βασιλέων για την απόκτησι και άλλων εδαφών, ή απλώς διψώντας κι' άλλα πλούτη και εξουσίες. Είχε μυριάδες σκλάβους. Έπαιζε ουσιαστικό ρόλο και πολλές φορές αποφασιστικό στην πολιτική ιστορία. Το καθήκον των χριστιανών αρχόντων είναι να υποχωρούν μπροστά στον «θείω δικαίω βασιλέα» παραχωρώντας του αυτό το βασίλειο κι αυτόν τον θρόνο τον πολιτικο-εκκλησιαστικό, «που έγινε για να εξευγενίση και να στερεώση όλους τους άλλους θρόνους του κόσμου». Σήμερα το κοσμικό βασίλειο του Πάπα είναι περιορισμένο στην πόλι του Βατικανού. Πρόκειται για κράτος αυτόνομο με διπλωματικούς εκπροσώπους στις κυβερνήσεις και των δύο ημισφαιρίων, με στρατό, όπλα, αστυνομία, φυλακές, νόμισμα κ.λ.π.
Και ως κορώνα και κορυφή της παντοδυναμίας του ο Πάπας κατέχει ακόμη ένα τρομερό προνόμιο, μοναδικό στον κόσμο. Ένα τερατώδες και εξωτικό προνόμιο, που ούτε οι πιο ποταπές ειδωλολατρείες δεν είχαν τη φαντασία να το συλλάβουν: είναι αλάθητος θείω δικαίω, σύμφωνα με δογματικό όρο της Συνόδου του Βατικανού, που έγινε στα 1870. Από τότε και πέρα «σ' αυτόν η ανθρωπότης οφείλει να αποτείνη τους λόγους που προηγουμένως απέτεινε στον Κύριο: Ρήματα ζωής αιωνίου έχεις» (!?). Από εδώ και πέρα δεν υπάρχει ανάγκη του Αγίου Πνεύματος, για να οδηγή την Εκκλησία «εις πάσαν την αλήθειαν». Δεν υπάρχει ανάγκη της Αγίας Γραφής ούτε της Ιεράς Παραδόσεως, διότι είνε πλέον ένας θεός πάνω στη γη, με εξουσία να αχρηστεύη και να διακηρύσση ως πλανερές τις διδασκαλίες του Ουρανίου Θεού.
Με βάσι αυτό το αλάθητο, ο Πάπας είναι ο μόνος κανόνας της Πίστεως και μπορεί να εκφράση, ακόμη και αντίθετα προς το κριτήριο όλης της Εκκλησίας, καινούργια δόγματα, τα οποία όλοι οι πιστοί οφείλουν να τα παραδεχθούν για να μην αποκοπούν από τη σωτηρία. «Εξαρτάται μόνο από τη θέλησί του και τη διάθεσή του να θεωρή ό,τι αυτός θέλει ως ιερό ή ως άγιο μέσα σ' ολόκληρη την Εκκλησία» και οι δεκρετάλιες επιστολές του πρέπει να θεωρούνται, να πιστεύωνται και να υπακούωνται «ως κανονικές επιστολές». Αφού είναι αλάθητος ο Πάπας, πρέπει να απολαβαίνη τυφλή υπακοή. Ο καρδινάλιος Βελλαρμίνος, που ανακηρύχθηκε «άγιος» από τη Ρωμαϊκή Εκκλησία, λέγει τα εξής με φυσικώτατο ύφος: «Αν ο Πάπας καμμιά μέρα επιβάλη αμαρτίες και απαγορεύση αρετές , η Εκκλησία είναι υποχρεωμένη να πιστεύση ότι οι αμαρτίες αυτές είναι καλές και ότι οι αρετές εκείνες είναι κακές».
Η απάντησις του εξομολόγου μου
Αφού διάβασα όλα εκείνα τα βιβλία, αισθανόμουν τον εαυτό μου σαν ξένο μέσα στην Εκκλησία μου, της οποίας η οργανική σύστασις δεν είχε σχέσι, με την Εκκλησία που ίδρυσε ο Κύριος που ωργάνωσαν οι Απόστολοι και οι διάδοχοί τους και που οι Άγιοι Πατέρες εννοούσαν. Κάτω απ' αυτήν την πεποίθησι έγραψα το πρώτο μου γράμμα στον πνευματικό μου:
› Διάβασα τα βιβλία σας. Δεν θα παραβώ ποτέ τα θεία εντάλματα, για να δώσω πίστι σε ανθρώπινες διδασκαλίες, που δεν έχουν την παραμικρή βάσι στην Αγία Γραφή. Τέτοιες διδασκαλίες είναι η σειρά των ανοησιών για την παπωσύνη. Με δεδομένα από την Αγία Γραφή μπορούμε να εννοήσουμε τη φύσι της Εκκλησίας κι' όχι μ' αποφάσεις και θεωρίες ανθρώπινες. Η αλήθεια της πίστεως δεν πηγάζει παρά από την Αγία Γραφή και από την Παράδοσι της συνόλου Εκκλησίας.
Η απάντησις ήλθε γρήγορα:
› Δεν ακολουθήσατε τη συμβουλή μου, παραπονιόταν ο πνευματικός μου, -κι' αφήσατε την ψυχή σας έκθετη στην επικίνδυνη επίδρασι της Αγίας Γραφής, η οποία, όπως και η φωτιά, κατακαίει και μαυρίζει όταν δεν φωτίζει. Για κάτι τέτοιες περιπτώσεις σαν την δική σας οι Πάπαι έχουν αποφανθή ότι «είναι σκανδαλώδης πλάνη να πιστεύη κανείς ότι όλοι οι χριστιανοί μπορούν να διαβάζουν την Αγία Γραφή» και οι θεολόγοι μας βεβαιώνουν ότι η Αγία Γραφή «είναι ένα σκοτεινό σύννεφο». «Το να πιστεύη κανείς στη φωτεινότητα και τη σαφήνεια της Γραφής είναι δόγμα ετερόδοξο», λέγουν οι αλάθητοι Αρχηγοί μας. Όσο για την Παράδοσι, δεν θεωρώ αναγκαίο να σας υπενθυμίσω ότι πρέπει «να ακολουθούμε πρωτίστως τον Πάπα όταν πρόκειται για ζητήματα πίστεως. Ο Πάπας αξίζει σ' αυτή την περίπτωσι όσο δεν αξίζουν μυριάδες Αυγουστίνοι, Ιερώνυμοι, Γρηγόριοι, Χρυσόστομοι».
Το γράμμα αυτό ενίσχυσε αντί να γκρεμίση την πεποίθησί μου. Μου ήταν αδύνατο να θέσω σε δεύτερη μοίρα από τον Πάπα την Αγία Γραφή. Χτυπώντας την Γραφή, η Εκκλησία μου έχανε κάθε αξιοπιστία μπροστά μου, γινόταν ένα με τους αιρετικούς, οι οποίοι, «ελεγχόμενοι από την Γραφή, στρέφονται εναντίον της».
Ήταν η τελευταία επαφή που είχα με τον πνευματικό μου.
Ο Πάπας είναι το παν και η Εκκλησία δεν είναι τίποτε
Αλλά δεν σταμάτησα εκεί. Είχα ήδη αρχίσει να «εκτροχιάζομαι από τον εκτροχιασμό» της Εκκλησίας μου. Είχα πάρει ένα δρόμο όπου δεν έπρεπε να σταθώ έως ότου βρω μια θετική λύσι. Το δράμα μου εκείνων των ημερών ήταν ότι είχα αποξενωθή από τον Παπισμό, αλλά δεν πλησίαζα καμμιά άλλη εκκλησιαστική πραγματικότητα. Ορθοδοξία και Προτεσταντισμός ήσαν για μένα τότε ιδέες συγκεχυμένες και δεν είχα φθάσει ακόμη στην ώρα και στην ευκαιρία να διαπιστώσω ότι μπορούσαν να προσφέρουν κάτι στην αγωνία μου. Παρ' όλα αυτά εξακολουθούσα να αγαπώ την Εκκλησία μου που με είχε κάνει χριστιανό και που φορούσα το σχήμα της. Μου χρειαζόταν ακόμη πολλή εμβάθυνσις και σκέψις για να φθάσω σιγά-σιγά, με κόπο και οδύνη, στο συμπέρασμα ότι η Εκκλησία που αγαπούσα δεν υφίστατο μέσα στο παπικό σύστημα.
Πράγματι, απέναντι της μονοκρατορικής εξουσίας του Πάπα, η αυθεντία της Εκκλησίας και του επισκοπικού σώματος δεν υφίσταται ουσιαστικά εκεί. Διότι σύμφωνα με τη ρωμαϊκή θεολογία «η αυθεντία της Εκκλησίας υπάρχει τότε μόνο, όταν χαρακτηρίζεται και εναρμονίζεται με τη θέλησι του Πάπα. Σε αντίθετη περίπτωσι, εκμηδενίζεται». Έτσι, είναι το ίδιο πράγμα ο Πάπας με την Εκκλησία και ο Πάπας χωρίς την Εκκλησία, δηλαδή ο Πάπας είναι το παν και η Εκκλησία δεν είναι τίποτε. Πολύ σωστά έγραψε ο επίσκοπος Μαρέν΄ «Θα ήταν πιο ακριβείς οι ρωμαιοκαθολικοί, αν εκφωνώντας το ‘Πιστεύω' έλεγαν: ‘Και εις ένα Πάπαν' παρά να λένε: ‘Και εις μίαν...Εκκλησίαν'».
Η σημασία και ο ρόλος των επισκόπων μέσα στη ρωμαϊκή Εκκλησία δεν είναι παρά απλή εκπροσώπησις της παπικής εξουσίας, στην οποία και οι ίδιοι οι επίσκοποι υποτάσσονται όπως οι απλοί πιστοί. Αυτό το καθεστώς προσπαθούν να το στηρίξουν στο κβ' κεφάλαιο του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, όπου σύμφωνα με τη ρωμαϊκή ερμηνεία, «ο Κύριος εμπιστεύεται στο απόστολο Πέτρο, τον πρώτο Πάπα, την ποίμανση των αρνίων του και των προβάτων του, δηλαδή του αναθέτει το έργο υπερτάτου Ποιμένος με αποκλειστικά δικαιώματα σε όλους τους πιστούς, που είναι τα αρνία, και σε όλους τους άλλους Αποστόλους και επισκόπους, που είναι τα πρόβατα».
Αλλά οι επίσκοποι δεν είναι στη ρωμαϊκή Εκκλησία ούτε κάν διάδοχοι των Αποστόλων, διότι όπως δογματίζει η Εκκλησία αυτή «η αποστολική εξουσία εξέλιπε με τους Αποστόλους και δεν μετεδόθη στους διαδόχους της επισκόπους. Μονάχα η παπική εξουσία του Πέτρου, υπό την οποία βρίσκονταν όλοι οι άλλοι, μετεδόθη στους διαδόχους του Πέτρου, δηλαδή στους Πάπες». Οι επίσκοποι, λοιπόν, μη έχοντας κληρονομήσει καμμιά αποστολική εξουσία, δεν έχουν άλλη εξουσία παρά εκείνη που τους παραχωρήθηκε, όχι απ' ευθείας από τον Θεό, αλλά από τον Άκρο Ποντίφηκα της Ρώμης.
Και οι Οικουμενικές Σύνοδοι επίσης δεν έχουν άλλη αξία παρά εκείνη που τους παραχωρεί ο επίσκοπος της Ρώμης, διότι «δεν είναι ούτε μπορούν να είναι άλλο πράγμα παρά συνέδρια του Χριστιανισμού, που συγκαλούνται υπό την αυθεντία και την εξουσία και την προεδρία του Πάπα». Αρκεί ο Πάπας να βγή από την αίθουσα της Συνόδου λέγοντας: «Δεν βρίσκομαι πλέον εκεί μέσα», για να παύση από εκείνη τη στιγμή η Οικουμενική Σύνοδος να έχη κύρος. Οι όροι της Συνόδου επίσης δεν έχουν καμμιά αξία, αν δεν εγκριθούν και δεν επικυρωθούν από το Πάπα, ο οποίος και θα τους επιβάλη με την αυθεντία του στους πιστούς.
Η φοβερή απάντησις ενός Ιησουΐτη
Είχα καθ' όλο εκείνο το διάστημα σχεδόν παρατήσει τις μελέτες μου, επωφελούμενος όλες τις ώρες που ο κανονισμός του Τάγματος επέτρεπε να αποτραβηχθώ στο κελλί μου, όπου δεν σκεπτόμουν τίποτε άλλο παρά το μεγάλο μου πρόβλημα. Επί μήνες ολόκληρους μελετούσα την σύσταση και την οργάνωσι της αρχαίας Εκκλησίας, απ' ευθείας από τις αποστολικές και πατερικές πηγές. Αλλά όλη αυτή η εργασία δεν γινόταν εξ ολοκλήρου μυστικά. Και η εξωτερική μου ζωή φαινόταν ισχυρά επηρεασμένη απ' αυτή τη μεγάλη μέριμνα, που είχε απορροφήσει όλο μου το ενδιαφέρον και συγκεντρώσει όλες μου τις δυνάμεις. Δεν έχανα ευκαιρία να ζητώ έξω από το μοναστήρι κάθε τι που θα συντελούσε κάπως στο να φωτισθώ πλήρως. Έτσι άρχισα να συζητώ το θέμα με γνωστές μου εκκλησιαστικές προσωπικότητες, ανάλογα με την εμπιστοσύνη που είχα στην ειλικρίνεια και την καρδιά τους. Μ' αυτό τον τρόπο δεχόμουν διαρκώς εντυπώσεις και απόψεις πάνω στο θέμα, οι οποίες ήσαν για μένα πάντα ενδιαφέρουσες και σημαντικές.
Βρήκα τους περισσότερους απ' αυτούς τους κληρικούς πιο φανατικούς απ' ότι περίμενα. Παρ' όλο ότι ανεγνώριζαν κατά βάθος την παράλογη βάσι της διδασκαλίας περί Πάπα, κολλούσαν απεγνωσμένα στην ιδέα ότι «η οφειλομένη στον Πάπα υποταγή απαιτεί μια τυφλή συγκατάθεσι της αντιλήψεώς μας», καθώς και σ' εκείνο το άλλο απόφθεγμα του ιδρυτού των Ιησουϊτών κατά το οποίο «για να έχουμε την αλήθεια, για να μην πέσουμε στην πλάνη, οφείλουμε πάντα να στηριζόμαστε στο βασικό και αμετάθετο αξίωμα ότι αυτό που βλέπουμε ως άσπρο είναι στην πραγματικότητα μαύρο, αν μας λέγει ότι είναι μαύρο η ιεραρχία της Εκκλησίας». Μ' αυτή τη φανατική προκατάληψι ένας ιερεύς του Τάγματος του Ιησού μου εμπιστεύθηκε την εξής σκέψι του:
› Αυτά που μου λέτε, αναγνωρίζω ότι είναι λογικώτατα και ξάστερα και αληθινά. Αλλά εμείς οι Ιησουΐτες, εκτός από τις τρείς συνηθισμένες υποσχέσεις, δίνουμε και μια τέταρτη, κατά την ημέρα της κουράς μας. Η τέταρτη αυτή υπόσχεσις είναι πιο ουσιώδης από την υπόσχεσι της αγνότητος, της υπακοής και της ακτημοσύνης. Είναι η υπόσχεσις ότι θα υποτασσόμαστε απόλυτα στον Πάπα. Έτσι, προτιμώ να πάω στην κόλασι μαζί με τον Πάπα, παρά στον Παράδεισο μ' όλες σας τις αλήθειες (!?).
«Εδώ και λίγους αιώνες θα σας έκαιαν στην πυρά της Ιεράς Εξετάσεως»
Κατά τη γνώμη των περισσοτέρων απ' αυτούς ήμουν ένας αιρετικός. Ιδού τι μου έγραφε ένας επίσκοπος: «Εδώ και λίγους αιώνες, οι ιδέες που έχετε θα ήσαν αρκετές για να σας οδηγήσουν στην πυρά της Ιεράς Εξετάσεως».
Είχα πάντως, παρ' όλα αυτά, τη διάθεσι να μείνω στο μοναστήρι και ν' αφοσιωθώ στην καθαρώς πνευματική ζωή, αφήνοντας στην ιεραρχία την ευθύνη της πλάνης της και την υποχρέωσι διορθώσεώς της. Αλλά τα ενδιαφέροντα της ψυχής μου θα μπορούσαν να είναι ασφαλή σ' ένα δρόμο υπερφυσικής ζωής, όπου η αυθαιρεσία του Πάπα θα μπορούσε να σωρεύση καινούργια δόγματα και ψευδείς διδασκαλίες σχετικές με την ευσεβή ζωή και τα μυστήρια της Εκκλησίας; Επί πλέον, αφού η καθαρότης της διδασκαλίας είχε σπιλωθή με την κακοδοξία περί Πάπα, ποιος με βεβαίωνε ότι η κηλίδα αυτή δεν θα απλωνόταν και σε άλλες όψεις της ευαγγελικής πίστεως;
Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου παράξενο αν άγιοι άνθρωποι μέσα στη Ρωμαϊκή Εκκλησία αρχίζουν να σημαίνουν συναγερμό με φράσεις σαν τις ακόλουθες:
› «Ποιος ξέρει αν τα "μικρά μέσα σωτηρίας" που μας κατακλύζουν δεν μας κάνουν να ξεχάσουμε τον μοναδικό Σωτήρα, τον Ιησού;...».
› «Σήμερα η πνευματική μας ζωή μάς παρουσιάζεται σαν ένα πολύκλαδο και πολύφυλλο δένδρο, όπου οι ψυχές δεν ξέρουν πλέον που είναι ο κορμός που στηρίζει το παν και που είναι οι ρίζες που το τροφοδοτούν».
› «Με τέτοιο τρόπο στολίσαμε και παραφορτώσαμε τη θρησκευτικότητά μας, ώστε η μορφή Εκείνου ο Οποίος είναι το «έν ού εστι χρεία» χάθηκε μέσα στα στολίδια».
Πεπεισμένος, λοιπόν, ότι και η πνευματική ζωή μέσα στους κόλπους της παπικής Εκκλησίας θα με έθετε σε κινδύνους, κατέληξα να κάμω το αποφασιστικό βήμα. Εγκατέλειψα το μοναστήρι και ύστερα από λίγο καιρό εδήλωσα ότι δεν ανήκα πλέον στη Ρωμαϊκή Εκκλησία. Μερικοί άλλοι είχαν φανή διατεθειμένοι μέχρι τότε να με ακολουθήσουν, αλλά την τελευταία στιγμή κανένας δεν δείχθηκε αποφασισμένος να θυσιάση τόσο ριζικά τη θέση του μέσα στην Εκκλησία, την τιμή και την υπόληψι που απολάβαινε. Έτσι εγκατέλειψα την Ρωμαϊκή Εκκλησία, της οποίας ο αρχηγός, ξεχνώντας ότι η βασιλεία του Υιού του Θεού «ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου» και ότι «εκείνος που καλείται στην επισκοπή δεν καλείται σε καμμιά αρχή και εξουσία, αλλά στη διακονία όλης της Εκκλησίας», μιμούμενος εκείνον που «ποθώντας μέσα στην υπερηφάνειά του να είναι σαν θεός, έχασε την αληθινή δόξα για να ντυθή ψεύτικη», «εκάθισεν εις τον ναόν του Θεού ως θεός». Πολύ σωστά έγραφε στον Πάπα ο Βερνάρδος ντε Κλαραβάλ: «Κανένα φρικτότερο δηλητήριο για σένα, κανένα σπαθί πιο επικίνδυνο, από τη δίψα και το πάθος της κυριαρχίας». Βγαίνοντας από τον Παπισμό, υπάκουσα στη φωνή της συνειδήσεώς μου, που ήταν η ίδια η φωνή του Θεού. Και η φωνή αυτή μου έλεγε: «Έξελθε εξ αυτής...,ίνα μη συγκοινωνήσης ταις αμαρτίαις αυτής, και ίνα εκ των πληγών αυτής μη λάβης». Πώς, μετά την έξοδό μου αυτή, έπεσα στην αγκαλιά της Ορθοδοξίας, στο φως της απόλυτης και άσπιλης Αλήθειας, αυτό θα το διηγηθώ σε άλλη ευκαιρία.
Β'
Όσο η απομάκρυνσίς μου από τον Παπισμό γινόταν ευρύτερα γνωστή στους Εκκλησιαστικούς κύκλους και εύρισκε ενθουσιώδη απήχησι στους κόλπους των ισπανών και γάλλων προτεσταντών, τόσο η θέσις μου απέβαινε πιο λεπτή. Στην αλληλογραφία που έπαιρνα αφθονούσαν τα απειλητικά και τα ανώνυμα υβριστικά γράμματα. Με κατηγορούσαν ότι δημιουργούσα ένα αντιπαπικό ρεύμα γύρω μου και ότι ωδηγούσα με το παράδειγμά μου προς την «αποστασία» ρωμαιοκαθολικούς κληρικούς «ασθενείς δογματικά», που είχαν εκφράσει σχεδόν δημοσία ένα αίσθημα συμπαθείας για την περίπτωσί μου.
Το γεγονός αυτό με έκαμε να φύγω από τη Βαρκελώνη και να μεταβώ στη Μαδρίτη, όπου με φιλοξένησαν - χωρίς να το επιδιώξω ο ίδιος - οι αγγλικανοί και μέσω αυτών ήλθα σε σχέσεις με το Οικουμενικό Συμβούλιο των Εκκλησιών. Ούτε όμως και εκεί κατώρθωσα να περάσω απαρατήρητος. Ύστερα από κάθε κήρυγμά μου σε διαφόρους ναούς της Αγγλικανικής Εκκλησίας, ένας αριθμός, κάθε φορά μεγαλύτερος, των ακροατών μου εξεδήλωνε την επιθυμία να με γνωρίση και να συζητήση εμπιστευτικά μαζί μου πάνω στο εκκλησιολογικό θέμα. Χωρίς, λοιπόν, να το επιζητήσω, άρχισε να σχηματίζεται γύρω μου ένας ολοένα και πιο πολυάριθμος κύκλος προσώπων, τα περισσότερα από τα οποία ήσαν αντιπαπικοί. Αυτό μ' εξέθετε ενώπιον των αρχών, διότι στις εμπιστευτικές αυτές επισκέψεις που δεχόμουν, άρχισαν να παρουσιάζονται και μερικοί ρωμαιοκαθολικοί κληρικοί, που ήσαν γενικώς γνωστοί «για την ελλιπή και χωλαίνουσα πίστι τους σχετικά με το πρωτείο και το αλάθητο του Άκρου Αρχιερέως της Ρώμης».
Τη φανατική μνησικακία που έτρεφαν ήδη προς το πρόσωπό μου λίγοι παπικοί την είδα να ολοκληρώνεται και να παίρνη την αποκορύφωσή της την ημέρα που απάντησα δημοσία σε μία εμπεριστατωμένη εκκλησιολογική πραγματεία, που μου είχαν στείλει ως ύστατο διάβημα για να με βγάλουν από την «παγίδα της αιρέσεως», όπου είχα πέσει. Το έργο εκείνο, απολογητικού χαρακτήρος, είχε τον εκφραστικό τίτλο: «Ο Πάπας, αντιπρόσωπος του Κυρίου ημών επί της γης» και το σύνθημα στο οποίο κατέληγαν τα επιχειρήματα του βιβλίου ήταν το εξής: «Χάρις στο αλάθητο του Πάπα οι ρωμαιοκαθολικοί είναι σήμερα οι μόνοι χριστιανοί που μπορούν να είναι βέβαιοι για ο,τι πιστεύουν».
Από τις στήλες μιας πορτογαλλικής επιθεωρήσεως βιβλιοκρισίας τους απάντησα: «Η πραγματικότης είναι ότι εξ αιτίας του αλαθήτου είστε οι μόνοι χριστιανοί που δεν μπορείτε να είστε σήμερα βέβαιοι για ό,τι θα σας επιβάλουν να πιστεύετε αύριο». Το άρθρο μου τελείωνε με την εξής φράσι: «Λίγο ακόμη, στον δρόμο που βαδίζετε, και θα αποκαλέσετε τον Κύριό μας αντιπρόσωπο του Πάπα στον ουρανό». Λίγο αργότερα εξέδωσα στο Μπουένος Άϊρες μία τρίπτυχη μελέτη μου, με την οποία έλαβαν πέρας οι διαξιφισμοί μου με τους παπικούς. Στη μελέτη εκείνη είχα συλλέξει όλα τα εδάφια από την πατερική γραμματεία των τεσσάρων πρώτων αιώνων, τα οποία αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα στα λεγόμενα «χωρία περί πρωτείων» των ευαγγελίων (Ματθ. ιστ' 18-19, Ιω. κα' 15-17, Λουκ. κβ' 31-32). Απεδείκνυα ότι η περί πάπα διδασκαλία είναι απολύτως ξένη και αντίθετη προς την ερμηνεία που δίνουν οι πατέρες σ' αυτά τα κείμενα. Και η ερμηνεία των πατέρων είναι ακριβώς ο κανόνας πάνω στον οποίον εννοούμε την Αγία Γραφή.
Εκείνη την περίοδο, αν και από αιτίες άσχετες τελείως με τα γεγονότα, συνέβηκε να έλθω για πρώτη φορά σε άμεση επαφή με την Ορθοδοξία.
Πριν προχωρήσω σε εξιστόρησι των γεγονότων, οφείλω να ομολογήσω εδώ ότι οι ιδέες μου για την Ορθοδοξία είχαν υποστή μία αξιοσημείωτη εξέλιξι από την αρχή της πνευματικής μου οδυσείας. Ωρισμένες συζητήσεις που είχα κάνει σε θέματα εκκλησιολογικά με έναν όμιλο πολωνών ορθοδόξων, που πέρασαν από την πατρίδα μου, και οι πληροφορίες που έπαιρνα από τα έντυπα του Οικουμενικού Συμβουλίου σχετικά με την ύπαρξι και τη ζωή των ορθοδόξων κύκλων της Δύσεως, μου είχαν προκαλέσει το ειλικρινές ενδιαφέρον. Επί πλέον άρχισα να παίρνω διάφορα βιβλία και περιοδικά ρώσων και ελλήνων από το Λονδίνο και το Βερολίνο, καθώς και μερικά από τα πολύτιμα βιβλία, που εκδίδει στη Νεάπολη της Ιταλίας ο αρχιμανδρίτης π. Βενέδικτος Κατσανεβάκης. Έτσι η συμπάθειά μου για την Ορθοδοξία μεγάλωνε.
Σιγά-σιγά, κατ' αυτόν τον τρόπο, χάνονταν από μέσα μου οι προκαταλήψεις απέναντι της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Οι προκαταλήψεις αυτές παρουσιάζουν την Ορθοδοξία ως σχισματική, χωρίς πνευματική ζωή, και αποξηραμένη ομάδα μικρών Εκκλησιών, που δεν έχουν τα χαρακτηριστικά της αληθινής Εκκλησίας του Χριστού. Και το σχίσμα που την απέκοψε «είχε πατέρα τον διάβολο και μητέρα την υπερηφάνεια του πατριάρχου Φωτίου». Έτσι, όταν άνοιξα αλληλογραφία με ένα σεβαστό μέλος της ορθοδόξου ιεραρχίας στη Δύσι - που το όνομά του δεν νομίζω ότι είμαι εξουσιοδοτημένος να δημοσιεύσω χάρι στο προσωπικό μου κριτήριο που οφειλόταν στις γενετικές εκείνες πληροφορίες, ήμουν πλέον απολύτως ελεύθερος από κάθε προκατάληψι σχετικά με την Ορθοδοξία και μπορούσα αντικειμενικά να την ατενίσω. Διαπίστωσα, λοιπόν, γρήγορα και μάλιστα με ευχάριστη έκπληξι ότι συνέπιπτε απολύτως η αρνητική θέσις που είχα πάρει έναντι του Παπισμού με την εκκλησιολογική διδασκαλία της Ορθοδοξίας. Ο σεβαστός ιεράρχης στα γράμματά του παραδέχθηκε αυτή τη σύμπτωσι, αλλά δεν αφέθηκε να εκφρασθή πλατύτερα, διότι έλαβε υπ' όψιν του ότι διέμενα σε περιβάλλον προτεσταντικό.
Οι ορθόδοξοι στη Δύσι δεν είναι καθόλου επιρρεπείς στον προσηλυτισμό. Μονάχα όταν η αλληλογραφία μας προχώρησε αρκετά, ο ορθόδοξος επίσκοπος μου υπέδειξε να μελετήσω το υπέροχο βιβλίο του Σεργίου Βουλγακώφ «Η Ορθοδοξία» και την όχι λιγότερο βαθυστόχαστη πραγματεία υπό τον ίδιο τίτλο του μητροπολίτου Σεραφείμ. Στο μεταξύ είχα γράψει σχετικά και στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Σ' αυτά τα βιβλία βρήκα τον εαυτό μου. Δεν υπήρχε ούτε μία παράγραφος που να μην εύρισκε απόλυτα σύμφωνη τη συνείδησί μου. Τόσο σ' αυτά τα έργα όσο και σε άλλα που μου στέλλονταν συνοδευόμενα από ενθαρρυντικές επιστολές - τώρα πλέον και από την Ελλάδα - έβλεπα καθαρά πόσο η ορθόδοξος διδασκαλία ήταν βαθειά και αγνά ευαγγελική και ότι οι ορθόδοξοι είναι οι μόνοι οι χριστιανοί που πιστεύουν όπως πίστευαν οι χριστιανοί των κατακομβών και του χρυσού αιώνος των μεγάλων πατέρων της Εκκλησίας, οι μόνοι που μπορούν να επαναλαμβάνουν με ιερή καύχησι τον πατερικό λόγο: «Πιστεύουμε σε ό,τι παραλάβαμε από τους Αποστόλους».
Εκείνη την περίοδο έγραψα δύο βιβλία, το ένα με τον τίτλο «Η έννοια της Εκκλησίας κατά τους δυτικούς πατέρες» και το άλλο με τον τίτλο « Ο Θεός σας, ο Θεός μας και ο Θεός». Τα βιβλία αυτά επρόκειτο να κυκλοφορήσουν στη Νότιο Αμερική, αλλά δεν πραγματοποίησα την έκδοσί τους για να μη δώσω εύκολη και επικίνδυνη λαβή στην προτεσταντική προπαγάνδα. Από την ορθόδοξο πλευρά με συμβούλεψαν να εγκαταλείψω την απλώς αρνητική απέναντι του Παπισμού θέσι μου, μέσα στην οποία είχα λασπώσει, και να διαμορφώσω το προσωπικό μου «πιστεύω», από το οποίο θα μπορούσαν να κρίνουν σε τι απόστασι βρισκόμουν από την Αγγλικανική Εκκλησία και από την Ορθόδοξο. Ήταν μία δύσκολη εργασία, που τη συνόψισα στις εξής φράσεις: «Πιστεύω σε όλα όσα περιέχονται στα κανονικά βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, σύμφωνα με την ερμηνεία της εκκλησιαστικής παραδόσεως, δηλαδή των Οικουμενικών Συνόδων που ήσαν πράγματι οικουμενικές και της ομοφώνου διδασκαλίας των Αγίων Πατέρων που αναγνωρίζονται καθολικά ως τέτοιοι». Από εκείνη τη στιγμή άρχισα να καταλαβαίνω ότι η συμπάθεια των προτεσταντών απέναντί μου κρύωνε, εκτός από τους αγγλικανούς που διέπονται από κάποιο ουσιώδη συντηρητισμό. Και μονάχα τώρα το ενδιαφέρον των ορθοδόξων, αν και αργά, πάντα, άρχισε να εκδηλώνεται και να με φέρη κοντά στην ορθοδοξία ως ένα «πιθανό κατηχούμενο».
Τα επιχειρήματα ενός πολωνού πανεπιστημιακού καθηγητού, που γνώρισα τότε, μου στερέωσαν την πεποίθησι ότι η Ορθοδοξία είναι στηριγμένη στις ουσιώδεις αλήθειες του Χριστιανισμού. Κατάλαβα ότι κάθε χριστιανός άλλης ομολογίας είναι υποχρεωμένος να θυσιάση κάποιο σημαντικό τμήμα της πίστεώς του για να φθάση στην πλήρη δογματική καθαρότητα και ότι μονάχα ο ορθόδοξος χριστιανός δεν έχει τέτοια υποχρέωσι. Διότι αυτός μονάχα ζη και παραμένει στην ουσία του Χριστιανισμού και την αποκεκαλυμμένη και αναλλοίωτη αλήθεια. Έτσι δεν αισθανόμουν πλέον τον εαυτό μου μόνον απέναντι του παντοδυνάμου Ρωμαιοκαθολικισμού και της ψυχρότητος που μου έδειχναν οι Διαμαρτυρόμενοι. Υπήρχαν στην Ανατολή και διάσπαρτοι σε όλη την οικουμένη 280 εκατομμύρια χριστιανοί που απήρτιζαν την Ορθόδοξο Εκκλησία και με τους οποίους αισθανόμουν ότι βρίσκομαι σε κοινωνία πίστεως. Η κατηγορία περί θεολογικής μομιοποιήσεως της Ορθοδοξίας δεν είχε για μένα καμμία αξία, διότι είχα εννοήσει τώρα ότι αυτή η παγία και σταθερή εμμονή της ορθοδόξου διδασκαλίας στην αλήθεια δεν ήταν πνευματικό πέτρωμα, αλλά αείζωη ροή, όπως το ρεύμα του καταρράχτη, που φαίνεται ότι μένει πάντα το ίδιο ενώ τα νερά του διαρκώς αλλάζουν.
Σιγά - σιγά οι ορθόδοξοι άρχισαν να με θεωρούν ως δικό τους. «Το να μιλάμε σ' αυτόν τον ισπανό για την Ορθοδοξία - έγραφε ένας ονομαστός αρχιμανδρίτης - δεν είναι προσηλυτισμός». Και εκείνοι κι΄ εγώ είχαμε αντιληφθή, ότι βρισκόμουν ήδη πλησίστιος στο λιμάνι της Ορθοδοξίας, ότι ανέπνεα πλέον στην αγκαλιά της Μητρός Εκκλησίας. Στο διάστημα αυτό ήμουν πλέον ορθόδοξος χωρίς να το γνωρίζω και, όπως οι μαθηταί που βάδιζαν προς Εμμαούς πλάι στον Θείο Διδάσκαλο, είχα διανύσει μια πορεία πλάι στην Ορθοδοξία χωρίς να αναγνωρίσω οριστικά την Αλήθεια παρά στο τέλος. Όταν πείσθηκα για την πραγματικότητα αυτή, έγραψα μια μακρά έκθεσι της περιπτώσεώς μου στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και στην Α.Μ. τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών μέσω της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Και μην έχοντας πλέον να κάμω τίποτε στην Ισπανία - όπου σήμερα δεν υφίσταται ορθόδοξος παροικία - εγκατέλειψα την πατρίδα μου και πήγα στην Γαλλία, όπου ζήτησα να γίνω μέλος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αφού προηγουμένως άφησα να περάση λίγος καιρός ακόμη ώσπου να ωριμάση ολότελα ο καρπός της μεταστροφής μου.
Κατά το διάστημα εκείνο ενεβάθυνα περισσότερο στη γνώσι της Ορθοδοξίας και δυνάμωσα τις σχέσεις μου με την ιεραρχία της. Όταν βεβαιώθηκα πλήρως για τον εαυτό μου, έκαμα το αποφασιστικό βήμα και έγινα δεκτός επισήμως στην αληθινή Εκκλησία του Χριστού ως μέλος της. Προτίμησα να πραγματοποιηθή αυτό το μεγάλο γεγονός στην Ελλάδα, την κατ' εξοχήν χώρα της Ορθοδοξίας, όπου ήλθα για να σπουδάσω Θεολογία. Ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών με δέχθηκε πατρικά. Η αγάπη του και το ενδιαφέρον του ξεπέρασαν τους πόθους μου. Το ίδιο πρέπει να πω και για τον τότε πρωτοσύγκελλο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής και τώρα επίσκοπο Ρωγών κ. Διονύσιο, που μου έδειξε πατρική αγάπη. Περιττό να προσθέτω ότι μέσα σε τέτοια ατμόσφαιρα αγάπης και στοργής η Ιερά Σύνοδος δεν άργησε ν' αποφασίση την κανονική αποδοχή μου στους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Κατά την κατανυκτική εκείνη ιερά τελετή τιμήθηκα με το όνομα του Αποστόλου των Εθνών και ακολούθως έγινα δεκτός ως μοναχός στην Ιερά Μονή Πεντέλης. Λίγο αργότερα χειροτονήθηκα διάκονος από τον Άγιο Επίσκοπο Ρωγών.
Από τότε ζω μέσα στην αγάπη, τη συμπάθεια και την κατανόησι της Ελληνικής Εκκλησίας και όλων των μελών της. Ζητώ όλων τις προσευχές και την πνευματική συμπαράστασι για να σταθώ πάντα άξιος της Χάριτος, που μου δόθηκε από τον Κύριο.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ
Το άρθρο αυτό του τότε ιεροδιακόνου π. Παύλου Μπάλλεστερ - Κονβαλιέρ δημοσιεύθηκε σε δύο συνέχειες στο περιοδικό «Κιβωτός», Ιούλιος 1953, σελ. 285 - 291 και Δεκέμβριος 1953, σελ. 483 - 485. Ο μεταστραφείς στην Ορθοδοξία πρώην Φραγκισκανός μοναχός προήχθη σε τιτουλάριο επίσκοπο Ναζιανζού της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Βορείου και Νοτίου Αμερικής με έδρα το Μεξικό. Εκεί είχε μαρτυρικό τέλος ο ομολογητής αυτός της Ορθοδόξου πίστεως. Την είδηση της δολοφονίας του ανέγραψε στην πρώτη σελίδα η εφημερίς «Καθημερινή» (Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 1984) δια των εξής : «ΔΟΛΟΦΟΝΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΜΕΞΙΚΟ Ο ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΑΥΛΟΣ. Όπως έγινε γνωστό από την πόλη του Μεξικού πέθανε προχθές ο επίσκοπος Ναζιανζού Παύλος Ντι Μπάλλεστερ της ελληνικής αρχιεπισκοπής Βορείου και Νοτίου Αμερικής. Ο θάνατος προήλθε από δολοφονική ενέργεια ατόμου ηλικίας 70 ετών, Μεξικανού πρώην στρατιωτικού και πάσχοντος από ψυχασθένεια. Στην κηδεία του επισκόπου πήγε ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιάκωβος, ο οποίος και εξήρε το έργο του δραστήριου επισκόπου. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο επίσκοπος Παύλος είναι ισπανικής καταγωγής, ασπάσθηκε ενήλικος την ορθοδοξία και διέπρεψε ως ποιμένας και συγγραφέας. Οι αρχές του Μεξικού δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο ο δράστης να κατέχεται από ιδιάζουσα θρησκομανία».
Πηγή: (Εκ του περιοδικού "ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ" Τεύχος 1, Ιανουάριος - Μάρτιος 2006) Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
Συνολική ἀπάντηση στίς ἐνστάσεις γιά τήν βιβλιοκριτική στήν "Ασκητική τῆς Ἀγάπης" (Γαβριηλίας πρώην μοναχῆς)
Ἐπειδή πολλοί εἶναι αὐτοί πού ἔκαναν τόν κόπο νά διαβάσουν τή βιβλιοκριτική μας περί τῆς "Ἀσκητικῆς τῆς Ἀγάπης" ἀλλά καί νά τοποθετηθοῦν εἴτε θετικά, ἐπιδοκιμάζοντας τίς θέσεις μας, εἴτε ἀρνητικά, ἀποδοκιμάζοντας τή στάση μας, ὀφείλουμε νά κάνουμε κάποιες ἀπαραίτητες ἐπεξηγήσεις.
Κατ' ἀρχήν θέλουμε νά ἐκφράσουμε τή λύπη μας γιά τό γεγονός ὅτι πολλοί ἀπ' ὅσους διαφώνησαν μέ τή στάση μας καί οἱ ὁποῖοι θεωροῦν ὅτι μέ τό βιβλίο αὐτό μαθήτευσαν στήν ἀγάπη, κάθε ἄλλο παρά ἀγάπη μᾶς ἔδειξαν. Ἐπιτέθηκαν μέ σφοδρότητα καί ἐμπάθεια, ὄχι στίς θέσεις μας, ἀλλά πρός τά πρόσωπά μας καί μᾶς προσῆψαν ἀπίθανες καί φανταστικές κατηγορίες.
Ἕνα ἄλλο γεγονός πού ἀφάνταστα μᾶς λυπεῖ, ὡς ποιμένες τῶν ἐσχάτων καί χαλεπῶν αὐτῶν καιρῶν τῆς γενικῆς σχεδόν ἀποστασίας, εἶναι τό γεγονός ὅτι ἡ μεγαλύτερη πλειοψηφία τῶν ἀντιδρώντων δέν ἔκανε τόν κόπο νά μελετήσει, νά ἐπεξεργαστεῖ καί νά περάσει ἀπό κρίση τίς θέσεις καί τά ἐπιχειρήματά μας ἀλλά μᾶς κατηγορεῖ, κινουμένη προφανῶς ἀπό ἄκρατη προσωπολατρεία, ἁπλῶς διότι τολμήσαμε νά κρίνουμε τή γερόντισσα Γαβριηλία. Τό ἐπιχείρημα τῶν περισσοτέρων ἀπό τούς ἀνθρώπους αὐτούς πού ἀντιπαρατίθενται στά ἀμέτρητα δικά μας ἐπιχειρήματα - σωστά ἤ ἐσφαλμένα δέν ἔχει σημασία- εἶναι ἕνα καί μοναδικό: δέν δικαιοῦσθε ἐσεῖς οἱ ἁμαρτωλοί, οἱ φανατικοί, οἱ ἄγευστοι τῆς Θείας Χάριτος (αὐτοί εἶναι οἱ χαρακτηρισμοί πού, ἐπιτυχημένα ὁμολογοῦμε, μᾶς προσδίδουν) νά κρίνετε τήν ἁγία γερόντισσα Γαβριηλία.
Ἀπαντώντας λοιπόν πρός αὐτούς ἀλλά καί πρός τό ἀνυπόστατο ἐπιχείρημά τους θά θέλαμε νά τούς συστήσουμε νά διαβάσουν τή μελέτη προσεκτικά καί κυρίως ἀπροκατάληπτα, χωρίς νά θίγονται ἀπό τό γεγονός ὅτι κρίνεται ἡ ἀγαπημένη τους γερόντισσα. Ὡς Ὀρθόδοξοι ὀφείλουμε νά δείχνουμε ταπείνωση, νά εἴμαστε ἕτοιμοι νά ἀναγνωρίσουμε τά σφάλματά μας, ἀλλά νά ἔχουμε καί κρίση, ἑτοιμότητα καί νήψη ἡ ὁποία καί μόνο θά μᾶς διασώσει στούς ἐσχάτους καιρούς καί θά μᾶς βοηθήσει νά ἀναγνωρίσουμε τά σημεῖα τοῦ Ἀντιχρίστου ὥστε νά μήν τόν προσκυνήσουμε.
Διαβάζοντας, λοιπόν, κανείς προσεκτικά καί ἀπροκατάληπτα τή μελέτη μας θά διαπιστώσει ὅτι καί ἀπό αὐτήν ἀκόμα τήν ἐπικεφαλίδα τονίζεται τό γεγονός ὅτι ἡ κριτική ἀπευθύνεται πρός τό βιβλίο "Ἀσκητική τῆς Ἀγάπης" καί ὄχι πρός τό πρόσωπο τῆς γερόντισσας Γαβριηλίας τήν ὁποία δέν γνωρίσαμε οἱ ἴδιοι καί ἴσως αὐτό νά μᾶς βοηθάει στό νά κρίνουμε πιό ἀντικειμενικά τά γραφόμενα. Συνεπῶς τό ἐπιχείρημα ὅτι ἡ γερόντισσα Γαβριηλία ἦταν ἁγία δεν ἀναιρεῖ τόν ἰσχυρισμό μας ὅτι τό ἐν λόγῳ βιβλίο εἶναι ἐπιβλαβές ἀφοῦ τά δύο αὐτά - ἡ γερόντισσα καί τό βιβλίο- μπορεῖ νά εἶναι καί ἄσχετα μεταξύ τους.
Ἐξακολουθώντας, λοιπόν, νά ἔχουμε τήν ἴδια πεποίθηση γιά τήν ἀξία τοῦ βιβλίου αὐτοῦ, ἡ ὁποία ὁμολογοῦμε πώς ἐνισχύεται ἀπό τά κρούσματα προσωπολατρείας καί φανατισμοῦ τῶν ἀναγνωστῶν του, ἐξηγοῦμε, αὐτή τή φορά συνοπτικά, τούς λόγους γιά τούς ὁποίους θεωροῦμε τό βιβλίο ξένο πρός τήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα, συγκρητιστικό, προπαγανδιστικό τῆς Νέας Ἐποχῆς καί ἄρα καί ἐπιζήμιο καί καταστροφικό.
Κάτ' ἀρχήν ἔχει γιά ἐμᾶς πολύ μεγάλη σημασία τό γεγονός ὅτι τό βιβλίο προέρχεται ἀπό τήν γραφίδα μιᾶς ἀποσχηματισμένης μοναχῆς, μιᾶς μοναχῆς δηλαδή, ἡ ὁποία ἀρνήθηκε τίς ὑποσχέσεις τίς ὁποῖες ἔδωσε ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων. Ἄς μήν ἐκλειφθεῖ αὐτό ὡς κατάκριση διότι ἡ γυναῖκα αὐτή αὔριο μπορεῖ νά μετανοήσει καί νά ἁγιάσει. Ὅμως πῶς μπορεῖ ἕνας ὀρθόδοξος Χριστιανός νά ἐμπιστευθεῖ τό κριτήριο καί τά βιώματα ἑνός τέτοιου ἀνθρώπου; "Τυφλός τυφλόν ἐάν ὁδηγεῖ, ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται" Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού πρέπει νά ἐμπιστευόμαστε ὅσους ἀποδεδειγμένα κατάφεραν νά φθάσουν πρῶτα στό σημεῖο πού καί ἐμεῖς ἐπιθυμοῦμε, τή θέωση, καί μόνο αὐτούς, τούς ἁγίους δηλαδή, νά ἔχουμε ὡς ὁδηγούς. Δέν εἶναι λοιπόν ἐπιζήμιο ἕνα βιβλίο ὅταν ὁ συγγραφέας του, ἀποδεδειγμένα πλέον, δέν κατέχει τό θέμα μέ τό ὁποῖο ἀσχολεῖται;
Ἡ συγγραφέας λοιπόν τοῦ βιβλίου, πιστεύοντας στήν ἁγιότητα τοῦ βίου τῆς γερόντισσας Γαβριηλίας, μᾶς προβάλλει τή γερόντισσα ὡς πρότυπο γιά τήν πνευματική ζωή. Τό περίεργο ὅμως εἶναι ὅτι τό "πρότυπο αὐτό", τοὐλάχιστον σύμφωνα με το βιβλίο, πάσχει σοβαρά. Πῶς γιά παράδειγμα νά θεωρήσουμε ἁγία κάποια γιά τήν ὁποῖα πουθενά δέν ἀναφέρεται ὅτι εἶχε οὐσιαστική καί πραγματική ἐπικοινωνία μέ ἕναν πνευματικό, κάποια ἡ ὁποία ἄν καί ἔφερε τό μοναχικό ἔνδυμα δέν ἀναφέρεται πουθενά νά ὑποτάχθηκε σέ κάποια γερόντισσα ἀλλά ἀκολουθοῦσε πάντα τό ἴδιον θέλημα αὐτοανακηρυχθεῖσα ἡ ἴδια ὡς γερόντισσα καί κατευθύνοντας ἄλλους ἐνῷ κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο "καθαρθῆναι δεῖ πρῶτον καί εἶτα καθάραι", κάποια πού ἄν κά ἔφερε τό σχῆμα δέν ἀναφέρεται πουθενά νά εἶχε ἰδιαίτερη σχέση μέ τίς ἱερές ἀκολουθίες καί τά ἅγια μυστήρια μέσῳ τῶν ὁποίων δίδεται ἡ Θεία Χάρις, ἡ Κάθαρση ὁ Φωτισμός καί ἡ Θέωση;
Πῶς νά θέσουμε ὡς πρότυπο μιά ὀρθόδοξη μοναχή ἡ ὁποία, σύμφωνα πάντοτε μέ τό βιβλίο:
· ἔμενε σέ ἰνδουϊστικά μοναστήρια καί ἑόρταζε σ' αὐτά τίς μεγάλες Χριστιανικές ἑορτές.
· Συναναστρεφόταν ἀπροϋπόθετα καί συμπροσευχόταν μέ ὅλους, ἑτεροδόξους ἀλλά καί ἑτεροθρήσκους, χωρίς νά τονίζει τις τρομερές διαφορές, ὑπογραμμίζοντας ἀντιθέτως κάποιες ὁμοιότητες εἴτε διογκωμένες εἴτε ἀνύπαρκτες καί κατασκευασμένες.
· Δίδασκε σέ ὁπαδούς τῆς αἱρέσεως τῶν Κουακέρων, γιά τούς ὁποίους ἐπιμελῶς ἀποκρύπτεται ὅτι εἶναι αἱρετικοί, ἑρμηνεία τοῦ Εὐαγγελίου.
· Τηροῦσε αὐστηρά τούς κανόνες τῆς χορτοφαγίας, μιᾶς χορτοφαγίας μάλιστα οὔτε τυχαίας οὔτε "ὑγιεινῆς" ἀλλά μιᾶς, ἰνδουιστικῆς προελεύσεως χορτοφαγίας, - αὐτό ἀποδεικνύεται στή μελέτη μας (προσκλήσεις σέ συνέδρια Χορτοφαγίας, κατηγορίες γιά ὅσους τρῶνε ἀκρίδες, ψάρια ἤ βακαλάο καί ταραμάδες, ταύτιση τοῦ Θεοῦ μέ τό σύμπαν κ.ο.κ).
· Μετεῖχε σέ εἰδωλολατρικές ἀκόμα τελετές, στίς ὁποῖες λατρευόταν ὁ γκουροῦ, ἀρνουμένη τό ἅγιο βάπτισμά της καί λατρεύουσα δαιμόνια.
· Διάβαζε μανιωδῶς καί ἐξίσωνε τά γκουρουϊστικά βιβλία μέ τό ἅγιο Εὐαγγέλιο καί ὁδηγοῦσε τούς ἀνθρώπους σέ γκουροῦ τούς ὁποίους προέβαλλε ὡς ἁγιασμένα γεροντάκια.
· Πίστευε ὅτι ὑπάρχει στό σύμπαν μιά ἐνέργεια πού παίρνει ὁ ἄνθρωπος μέσα ἀπό τά δέντρα καί τή χάνει ἄν ἡ σάρκα του ἔρχεται σέ ἐπαφή μέ ὑφάσματα μαύρου χρώματος; Αὐτή ἡ ἄποψη πηγάζει ἀπό τήν ὁλιστική θεώρηση τοῦ κόσμου πού ἀποδέχονται πλήρως ὅλες οἱ ἀνατολικές θρησκεῖες.
· Θεράπευε στά πλαίσια ἐπίσης τῆς θεωρίας αὐτῆς μέ τά χέρια σέ διάφορες στάσεις καί ἀσκοῦσε ἕνα εἶδος φυσιοθεραπείας ἐντελῶς ἄσχετο μέ τήν κλασική ἰατρική (θεράπευε πρίν ἀποκτήσει τό πτυχίο της, θεράπευε "χαρισματικά" ὅταν κοκκίνιζαν τά χέρια της κ.α.).
· Εἶχε συνεχῶς πειρασμικά καί δαιμονικά ὁράματα καί ὁράσεις, μηνύματα καί ἀγγελοφάνειες καί τίς ὁποῖες ἄκριτα δεχόταν ὡς θεϊκές παραγνωρίζοντας τό γεγονός ὅτι ὁ Σατανᾶς εὔκολα μετασχηματίζεται σέ ἄγγελο Φωτός καί ὅτι κατά τή διδασκαλία τῆς Γραφῆς καί τῶν Πατέρων "τά ἐνύπνια πολλούς ἐπλάνησαν".
Ὅλα λοιπόν τά παραπάνω κανένας λογικός καί σοβαρός ἄνθρωπος δέ μπορεῖ νά τά χαρακτηρίσει ὡς γνήσια ὀρθόδοξη πνευματικότητα. Μιᾶ τέτοια μοναχή καμμιά ἀπολύτως σχέση δέν ἔχει μέ τήν ὀρθόδοξη πίστη καί ζωή, ἀλλά τοὐναντίον πολεμάει καί καταρρίπτει κάθε τί τό ὀρθόδοξο. Ἀκυρώνει τήν ἀνάγκη τῆς προσευχῆς καί τῆς ἀνελλιποῦς μετοχῆς στή Θεία Λατρεία, ἀκυρώνει τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περί τῆς πλάνης καί τῆς ἀποφυγῆς αὐτῆς μέσῳ τῆς ὑπακοῆς, τῆς ταπείνωσης καί τῆς νήψεως, ἀκυρώνει τούς ἱερούς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας καί προβάλλει τόν ἰνδουϊσμό, τήν Πανθρησκεία, καί τόν συγκρητισμό. Μέ λίγα λόγια ἀντιστρέφει τό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου καί διδάσκει ὅτι ὁ Χριστός δέν εἶναι τελικῶς ὁ μόνος πού σώζει· ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἁγιάζουν καί γίνονται πραγματικοί Χριστιανοί ἀρκεῖ νά προσφέρουν κοινωνικό καί φιλανθρωπικό ἔργο.
Καί ἐρωτοῦμε ὅλους καί ἰδιαιτέρως ὅσους γνώρισαν τη γερόντισσα:
Εἶναι ὅλα αὐτά ἀληθινά; Ἄν ναί τότε τί εἴδους ἁγία ἤ ἀκόμα καί ὀρθόδοξη μπορεῖ νά χαρακτηριστεῖ ἡ γερόντισσα καί πῶς τίθεται ὡς πρότυπο στήν πνευματική ζωή; Σέ τί ἀπό αὐτά ἤ ὁτιδήποτε ἄλλο πού ἀναφέρεται στό βιβλίο καλούμαστε νά τήν μιμηθοῦμε, ἐκτός φυσικά ἀπό τήν ἀξιόλογη κοινωνική της προσφορά; Πόσο μοιάζει ὁ βίος τῆς γερόντισσας μέ τά συναξάρια τῶν ἁγίων ἀλλά καί τῶν συγχρόνων γεροντάδων; Πόσο συμφωνεῖ καί συμβαδίζει ἡ θεωρία της καί ἡ πράξη της μέ τό Εὐαγγέλιο καί τήν ἀσκητική καί νηπτική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας;
Ἄν ὄχι, ἄν δηλαδή δέν ἀληθεύουν ὅλα αὐτά ἀλλά εἶναι φαντασίες τῆς συγγραφέως τότε, γιατί οἱ ἐνστάσεις καί οἱ ἐπιθέσεις ἀκόμα, στρέφονται πρός ἐμᾶς καί ὄχι πρός τήν συκοφάντρια συγγραφέα; Γιατί ἀντί νά συμπαραστέκεστε στήν προσπάθειά μας νά ἀποκατασταθεῖ ἡ ἀλήθεια μᾶς πολεμεῖτε; Γιατί ἀπορεῖτε πού θέλουμε νά προστατεύσουμε τό ποίμνιο μας ἀπό ψευδῆ καί ἐπικίνδυνα πρότυπα;
Πάντως ἔχουμε τό παράπονο ὅτι κανείς ἀπό τούς διαφωνοῦντες δέν μπῆκε στή διαδικασία νά μελετήσει τή κριτική μας ἁπλῶς καί μόνο διότι, ὅλοι οἱ διαφωνοῦντες σοκαρισμένοι ἀπό τό τόλμημα καί μόνο τῆς κριτικῆς, δέν κατάλαβαν ὅτι αὐτή ἀπευθυνόταν πρός τό βιβλίο. Γι’ αὐτό θέλουμε ταπεινά νά συστήσουμε νά ξαναδιαβασθεῖ ἡ μελέτη μας πιό προσεκτικά καί νά περάσει ἀπό αὐστηρή κρίση ( ὄχι κατάκριση ἀπευθείας καί ἄνευ κρίσεως) ἀπό ἀντιπαράθεση δηλαδή τῶν στοιχείων καί τῶν ἐπιχειρημάτων σέ σύγκριση μέ ὅσα ἡ Γραφή ἀναφέρει καί οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας διδάσκουν · διότι μόνο αὐτοί εἶναι ὁ ἀσφαλής ὁδηγός καί ὄχι ἡ δική μας ὑποκειμενικότητα, τό δικό μας προσωπικό καί ἐγωϊστικό κριτήριο καί ὁ συναισθηματισμός μας.
Τά ἐπιχειρήματα ὅμως πού τότε χρησιμοποιήσαμε φρονοῦμε ὅτι ἐνισχύονται καί ἀπό τήν πορεία τῆς συγγραφέως ἀλλά καί ἀπό ἄλλα στοιχεῖα πού ἔγιναν ἀργότερα γνωστά. Συγκεκριμένα παραπέμπουμε στήν ἐφημερίδα Εspresso 21.2. 2002, ὅπου σέ συνέντευξή του ὁ ἐπισήμως ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλαδός καταδικασθείς Περικλής Χάρος ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος καί ἐπεξηγεῖ πῶς καί ἐκεῖνος πῆρε τό χάρισμά του ἀπό τή γερόντισσα Γαβριηλία. Σημειωτέον ὅτι ὁ κος Χάρος θεραπεύει μέ ἰνδουϊστικές μεθόδους καίτοι παρουσιάζεται ὡς κληρικός, καί χρησιμοποιεῖ ὡς θεραπευτήριό του ἕναν ναΐσκο. Ἐπίσης ὁ κος Χάρος ἔχει "βῆμα" σέ κανάλι καί παραπλανεῖ πολύ κόσμο ὁδηγώντας ἐκτός Ἐκκλησίας.
Εἶναι τέλος φρονοῦμε ἀπαραίτητο νά διευκρινήσουμε πώς ἀπό ἐδῶ καί στό ἐξῆς δέ θά ἀπαντοῦμε σέ ἀφηρημένες ἐνστάσεις ἤ ἀντιρρήσεις πού ἀποτελοῦν ἁπλῶς ξεχύλισμα τοῦ συναισθηματισμοῦ, ἤ σέ ὑβριστικές ἐπιστολές γεμάτες "ἀγάπη" πού πολλοί, ὅπως πιστεύουν, διδάχθηκαν ἀπό τό βιβλίο αὐτό, ἀλλά μόνο σέ συγκεκριμένες ἐνστάσεις πού γίνονται πάνω σέ συγκεκριμένες θέσεις μας καί εἶναι αἰτιολογημένες, σέ ὅσους δηλαδή ἔχουν καλή προαίρεση καί ἀγαθές διαθέσεις διότι μόνο ἀπό αὐτούς μποροῦμε νά ὠφεληθοῦμε, καί γιατί ὄχι, νά ὡφελήσουμε.
Πηγή: Η άλλη όψη
Ἡ αἰώνια καλλονή: Τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας
Πρόσφατα αἰσθάνθηκα μιά μεγάλη ἔκπληξη, ὅταν μέ ἐπισκέφθηκε στό γραφεῖο μου ἕνας Ἰταλός Ρωμαιοκαθολικός θεολόγος, ὁ Ἀντόνιο Ραντσολίν, ὁ ὁποῖος μέ ἐνημέρωσε ὅτι μετέφρασε, χωρίς νά τό γνωρίζω, στήν ἰταλική γλώσσα τό βιβλίο μου πού ἐξεδόθη τό 1990 σέ πρώτη ἔκδοση μέ τίτλο «Ἐκκλησία καί ἐκκλησιαστικό φρόνημα». Μοῦ εἶπε ὅτι τό διάβασε, ἐντυπωσιάσθηκε, τό μετέφρασε καί μοῦ ζήτησε τήν ἄδεια νά τό ἐκδώση.
Τό βιβλίο αὐτό ἀποτελέσθηκε ἀπό ὁμιλίες πού ἔκανα στό Σεμινάριο τῶν Κατηχητῶν τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, κατά τό ἔτος 1989-1990, ὡς Ἱεροκήρυκας καί Διευθυντής Νεότητος αὐτῆς. Φυσικά ἐξεδόθη πρίν 27 χρόνια, πρίν ἐκλεγῶ Μητροπολίτης, καί ἀπό τότε δέν ἔχω διαφοροποιηθῆ στίς ἐκκλησιολογικές θέσεις μου.
Ἁπλῶς νά ἀναφερθοῦν τά κεφάλαια τοῦ βιβλίου, γιά νά κατανοηθῆ στήν συνέχεια ὁ πρόλογος τόν ὁποῖο ἔγραψε ὁ Ἰταλός μεταφραστής.
Τά κεφάλαια εἶναι: «Προέλευση καί ἀποκάλυψη τῆς Ἐκκλησίας», «Ὁρισμός καί ἰδιότητες τῆς Ἐκκλησίας», «Ἡ Ὀρθοδοξία κατά τούς ἁγίους Πατέρας», «Ἡ Ἐκκλησία καί ἡ θεία Εὐχαριστία, κατά τόν ἅγιον Μάξιμο τόν Ὁμολογητή», «Ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικό φρόνημα», «Ὁ καθολικός τρόπος ζωῆς», «Ὀρθοδοξία καί νομικισμός», «Ἡ ἐκκοσμίκευση στήν Ἐκκλησία, τήν θεολογία καί τήν ποιμαντική», «Τό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας».
Ὁ Ρωμαιοκαθολικός αὐτός θεολόγος στό περιεχόμενο τοῦ βιβλίου εἶδε τήν καλλονή τῆς Ἐκκλησίας, τήν αἰώνια δόξα της. Προφανῶς εἶχε διάφορα προβλήματα μέ τήν σχολαστική θεολογία καί τήν πρακτική πού χαρακτηρίζει τόν Ρωμαιοκαθολικισμό, γι’ αὐτό ἀφ' ἑνός μέν τό μετέφρασε στήν Ἰταλική γλώσσα, ἀφ' ἑτέρου δέ ἄλλαξε τόν τίτλο –γιά τήν ὁποία ἀλλαγή συμφώνησα– καί τό τιτλοφόρησε «Ἡ αἰώνια καλλονή», ἐμπνευσμένος ἀπό τό βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης Ἆσμα Ἀσμάτων, θέττοντας ὡς ὑπότιτλο «Τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας».
Τίς ἐντυπώσεις του ἀπό τήν μελέτη τοῦ βιβλίου τίς κατέγραψε στόν πρόλογο, πού εἶναι πολύ σημαντικός, καί δείχνει πῶς αἰσθάνθηκε τήν Ἐκκλησία μέσα ἀπό τίς σελίδες τοῦ βιβλίου πού μετέφρασε, σέ ἀντιπαραβολή μέ τό πῶς βιώνει τήν δική του Ρωμαιοκαθολική παράδοση.
Παρατίθεται ὁ πρόλογος:
* * *
Ὁ πρόλογος τοῦ Ρωμαιοκαθολικοῦ θεολόγου στήν ἰταλική ἔκδοση
«Τί μπορεῖ νά πῆ σέ ἕναν καθολικό ἀναγνώστη –καί ἑπομένως στήν πλειοψηφία τῶν ἰταλῶν ἀναγνωστῶν του– ἕνα βιβλίο γιά τήν Ἐκκλησία γραμμένο ἀπό ἕναν Ὀρθόδοξο;
Θά προσπαθήσω νά ἐκφράσω αὐτό πού εἶπε σέ μένα, τόν μεταφραστή του. Θά προσπαθήσω νά ἐπισημάνω μερικά σημεῖα αὐτοῦ τοῦ βιβλίου, πού μέ βοήθησαν νά «ἐπανεστιάσω» –ἐπιτρέψτε μου τόν ὅρο– στόν στόχο σέ σχέση μέ ὁρισμένες ἀσυνέπειες ἀπό τίς ὁποῖες μοῦ φαίνεται μερικές φορές ὅτι ὑποφέρει ὁ καθολικισμός μου…
Ἕνα πρῶτο ἐπαναβεβαιωμένο κέντρο: Νά μιλᾶς καί νά ζῆς τήν Ἐκκλησία ἐκκινώντας ἀπό τόν Χριστό. Ὄχι νά ξεκινᾶς ἀπό ἕναν πάπα, ἀπό ἕναν πατριάρχη, ἀπό ἕναν ἐπίσκοπο∙ ὅσο σημαντικός κι ἂν εἶναι αὐτός (ὁ πάπας, ὁ πατριάρχης, ὁ ἐπίσκοπος), ὅσο εὐαγγελικός κι ἂν εἶναι. Γιατί ὅσο ἀκούγεται ὁ ἡγέτης, τόσο γίνεται καί ἠθική αὐθεντία. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι πάντα καί μόνο χριστοκεντρική (ὄχι παποκεντρική, ὄχι πατριαρχοκεντρική, ὄχι ἐπισκοποκεντρική). Χριστοκεντρική εἶναι ἡ Ἐκκλησία∙ καί γι’ αὐτό Πνευματοκεντρική. Μέ τά χαρίσματα καί τά ὑπουργήματα τοῦ Πνεύματος πού θέτουν, μέσα στήν ἱεραρχικά καθορισμένη κιβωτό της, ὅλους στήν ὑπηρεσία ὅλων, σέ μία ἐκπληκτική καθολικότητα καί συμφωνία τῶν ἐκφράσεων. Μέ τά χαρίσματα καί τά ὑπουργήματα τοῦ Πνεύματος, πού ἀποτυπώνουν στό σῶμα της τήν ἐσταυρωμένη καί πασχάλια ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, σῶμα πού γίνεται ἔτσι σῶμα φωτός, παρηγοριᾶς καί ἐλπίδας γιά ὁλόκληρο τόν κόσμο. Σῶμα ἅγιο, ἡ Ἐκκλησία, μέ τόν Χριστό στό κέντρο, ἤτοι μέ τό Πνεῦμα.
Ἕνα δεύτερο ἐπαναβεβαιωμένο κέντρο: Ἡ Ἐκκλησία εἶναι γιά τόν ἄνθρωπο, γιατί ὁ Χριστός εἶναι γιά τόν ἄνθρωπο. Καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι οὐσιαστικά ἕνας ἀσθενής: ἡ νόσος του εἶναι τά πάθη του. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἑπομένως ἰατρεῖο, νοσοκομεῖο∙ δέν εἶναι δικαστήριο. Εἰσέρχεσαι καί ἡ Μητέρα Ἐκκλησία σέ περιθάλπει. Μέ τό Λόγο, τοῦ ὁποίου εἶναι φύλακας. Μέ τά μυστήρια τῆς ἄκτιστης Χάρης. Καί στηρίζοντάς σε, ἐφόσον θέλεις καί τό ἀναζητᾶς, μέ ἕναν πνευματικό πατέρα, ἕναν ἰατρό, πού συμπαραστέκεται στούς ἀγῶνες σου, πού σέ ὁδηγεῖ ἀπό τό χέρι σέ μιά θεραπευτική πορεία μέσω ἀναβαθμῶν: Ἀρχικά ἡ ἐπίπονη καί μακρά κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ἔπειτα ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ, καί τέλος, ἐάν καί ὅταν ὁ Θεός εὐδοκήση, ἡ ἐκστατική ἁρπαγή τῆς θεώσεως. Ἡ Ἐκκλησία θέλει νά σέ κάνη θεό! Νά ἐκτείνη στό ἄπειρο τίς δυνατότητές σου, τίς θεῖες δυνατότητες τῆς ἀγάπης. Ἡ Ἐκκλησία θέλει νά νεκρωθοῦν μέσα σου τά ἀφύσικα, θανατηφόρα πάθη σου, γιά νά ζήση ἐντός σου τό μοναδικό, ἅγιο, θεῖο καί ζωοποιό πάθος: ἡ ἀγάπη. Γιατί ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη…
Ἕνα τρίτο ἐπαναβεβαιωμένο κέντρο: Ἡ ἁμαρτία δέν εἶναι τόσο ἡ παράβαση ἑνός νόμου. Δέν εἶναι μιά προσβολή στό Θεό, πού ἀπαιτεῖ τιμωρίες καί ἀποζημιώσεις… Πόσες ἀνακρίβειες, στό θέμα αὐτό, ἂν ὄχι πραγματικές βλασφημίες, σέ τόσες προσευχές: «Ἁμάρτησα καί ἀξίζω τίς κολάσεις σου καί… σέ προσέβαλα… Ὑπόσχομαι μέ τήν βοήθειά Σου νά μήν σέ ξαναπροσβάλω πιά». Τά ἁμαρτήματά μας δέν προσβάλλουν τό Θεό, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἄπειρη ἀγάπη. Προσβάλλουν ἐμᾶς: διαστρέφουν τήν φύση μας, τήν πλασμένη κατ’ εἰκόνα Του… τήν ἀρρωσταίνουν, δέν ἀφήνουν νά διαλάμψη τό πρωταρχικό φῶς τοῦ Λόγου, πού περιέχει. Ἐμεῖς ὅμως θεωροῦμε τά πάθη «φυσικά», ἐνῶ πρόκειται μόνον γιά παθολογία. Ἡ Ἐκκλησία, … πάντα μᾶς κηρύσσει καί πάντα κοινωνεῖ σέ μᾶς τήν φυσιολογία. Μᾶς βαπτίζει στήν φυσιολογία, μᾶς τρέφει μέ τήν φυσιολογία. Δηλαδή μᾶς βαπτίζει στόν Χριστό καί τρέφει μέ τόν Χριστό, πάντα.
Ἕνα τέταρτο ἐπαναβεβαιωμένο κέντρο: Ἡ Ἀλήθεια δέν εἶναι ἀδιάφορη. Δέν εἶναι τό ἴδιο πράγμα νά πιστεύης σέ ἕναν Θεό τρισυπόστατο ἢ σέ ἕναν Θεό μονοϋπόστατο, σέ ἕναν Υἱό γεννηθέντα ἢ σέ ἕναν Υἱό ποιηθέντα, σέ μιά ἀληθῆ σάρκα τοῦ Λόγου, ἀληθῶς προσληφθεῖσα, παθοῦσα, ἀναστᾶσα καί ἀναληφθεῖσα, ἢ ἁπλῶς σέ μία σάρκα φαινομενική, φανταστική, κατά δόκηση, καί οὕτω καθ’ ἑξῆς. Καί τοῦτο γιατί ἡ πίστη εἶναι ζωή. Καί ἀπό μία διαφορετική πίστη προέρχεται, κατά τρόπο φυσικό, μιά διαφορετική ζωή, μέ διαφορετικές ἐκφράσεις καί πραγματώσεις καί διαφορετικά σημεῖα ἀναφορᾶς. Αὐτό τό βιβλίο θέτει τόν ἀναγνώστη ἐνώπιον τῆς ὀρθοδοξίας τῆς πίστεως μέ τόν ἀναλλοίωτο χαρακτήρα της, γιά τήν ὁποία ἔγραψαν οἱ ἅγιοι Πατέρες, γιά τήν ὁποία ἀγωνίστηκαν, γιά τήν ὁποία πολλοί ἐξ αὐτῶν γεύτηκαν τήν πικρία τῶν βασανιστηρίων, τῆς φυλακῆς, τῆς ἐξορίας καί τοῦ θανάτου. Σέ ἕνα γενικό κλίμα πού σχετικοποιεῖ τά πάντα, πού ὑποβαθμίζει τά πάντα, καθίσταται ὅσο ποτέ ἄλλοτε ὑγιές καί ἐπεῖγον νά ἀναστοχαστοῦμε πάνω στό δόγμα καί τήν οὐσιώδη ἀξία του∙ καί αὐτό μπορεῖ νά γίνη στήν σχολή ἐκείνων πού ἀπέκτησαν ἐμπειρία τοῦ δόγματος, δηλ. τῶν θεουμένων. Εἶναι αὐτοί πού «θεώρησαν» («ἐθεάσαντο») τό δόγμα πρόσωπον πρός πρόσωπο: Στό Φῶς πού εἶναι τό Πνεῦμα, εἶδαν τό Φῶς πού εἶναι ὁ Υἱός, καί μέσῳ τοῦ Υἱοῦ, εἶδαν τό Φῶς πού εἶναι ὁ Πατήρ. Τό δόγμα μᾶς ὁδηγεῖ στήν γνώση ἀπό τό τριαδικό πῦρ τοῦ Ἠγαπημένου.
Ἕνα πέμπτο ἐπαναβεβαιωμένο κέντρο: Ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι, λοιπόν, μιά συνάντηση. Δέν εἶναι ὀρθολογικός ἢ «ἐπιστημονικός» στοχασμός ἐπί τοῦ δεδομένου τῆς ἀποκαλύψεως (πού ἀκόμα κι ἕνας ἄθεος –ἔτσι λέγεται σέ κάποια περιβάλλοντα- θά μποροῦσε νά πραγματοποιήση). Θεολόγοι δέν εἶναι ἐκεῖνοι πού «ξέρουν» θεολογία, ἀλλά ἐκεῖνοι πού ἔχουν συναντηθεῖ μέ τόν Ἀναστάντα τῆς θεολογίας καί ἔτσι μποροῦν ἐκ πείρας νά μιλήσουν γιά τόν Θεό. Ἢ καλύτερα νά ψελλίσουν κάτι γιά τόν ἄρρητο Ἠγαπημένο. Καί ἐδῶ νά ἐπανεστιάσω σέ στρεβλώσεις… Ἂν συναντήσης τόν Θεό, ἀναβλύζεις θεολογία, χωρίς νά ἔχης μελετήσει τούς διάσημους Ἀθηναίους σοφούς. Ἡ Ἐκκλησία δέν κάνει τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά σέ προετοιμάζη γιά τήν συνάντηση. Ὑπάρχει μόνο γι’ αὐτό. Μέ τήν χάρη καί τήν ἄσκηση σέ ὁδηγεῖ –ἂν τήν ἀκολουθήσης πιστά, ἂν εἰσέλθης στούς ἀγῶνες πού σου προτείνει– μέχρι τήν Πεντηκοστή. Φτάνοντας στό ὑπερῶο τό πῦρ τοῦ Πνεύματος θά ἐπιφοιτήση καί σέ σένα καί τοῦτο τό πῦρ θά σέ ὁδηγήση ἔσω τοῦ Μυστηρίου. Θά εἶσαι ὅπως ὁ Πέτρος, ὁ Ἰωάννης καί ὁ Παῦλος: Ἡ θεολογία «σου» θά συμπίπτη μέ τήν δική τους, ἐπειδή ἡ δική «σου» ἐμπειρία θά ὁμοιάζη μέ τήν δική τους. Τίποτε περισσότερα, ἀλλά καί τίποτα λιγότερο.
Ἕνα ἕκτο ἐπαναβεβαιωμένο κέντρο: Ὅταν λέμε Ἐκκλησία, ἐννοοῦμε μιά σχέση ἀξεδιάλυτη μέ τήν πίστη, μέ τήν ὀρθή πίστη, ἀλλά ὁμοίως σχέση ἀξεδιάλυτη μέ τήν Εὐχαριστία, ἡ ὁποία εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχήν ἐκκλησιαστική πράξη. Ἐδῶ ἀνακεφαλαιώνονται τά πάντα: ἀπό τήν δημιουργία μέχρι τό τέλος τοῦ κόσμου, ἀπό τήν πρωτολογία στήν ἐσχατολογία, ὅλα ἐμπεριέχονται σέ τοῦτο τό Ποτήριον καί τόν Ἄρτον. Τά πάντα: ὅλα τά ὄντα καί τό νόημά τους, ὅλη ἡ ἱστορία καί τό νόημά της. Γιατί ὁ Σαρκωμένος Λόγος, ὁ σταυρωθεῖς καί ἀναστάς, εἶναι καρδιά καί τό νόημα κάθε ὄντος∙ ἡ καρδιά καί τό νόημα τῆς ἱστορίας. Ἐκεῖ στό θυσιαστήριο τῆς Ἐκκλησίας… Ἐκκλησία, ὀρθοδοξία τῆς πίστης, Εὐχαριστία: Τρία στοιχεῖα σέ περιχώρηση, πού ἀγκαλιάζονται ἀμοιβαία, συνυπάρχουν καί μαζί δίνουν ἀμοιβαίως μαρτυρία. Ἀκόμα καί ὁ τόπος ὅπου ἡ Ἐκκλησία τελεῖ τήν κλάση τοῦ ἄρτου τῆς Εὐχαριστίας γίνεται καί αὐτός ἀποκάλυψη: τοῦ Θεοῦ, τοῦ κόσμου, τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλά καί τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι ἡ ἑνότητα μεταξύ τοῦ Θεοῦ, τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου. Δι’ αὐτῆς εἰσέρχεσαι στό Ναό στίς μύτες τῶν ποδιῶν, ἀφαιρεῖς τά ὑποδήματα, γιά νά συναντηθῆς μέ τήν βάτο τήν καιομένη καί μή καταφλεγομένη, τήν βάτο πού βυθίζει τίς ρίζες της στήν ἁγία γῆ τοῦ ἱεροῦ θυσιαστηρίου.
Αὐτά εἶναι μόνον μερικά ἀπό τά στοιχεῖα πού τό μεταφρασμένο κείμενο ἄφησε στήν καρδιά τοῦ μεταφραστῆ. Στοιχεῖα –πιστεύω– ἀποφασιστικά γιά νά ζήσουμε –καί κατά τρόπο πιό «στοχευμένο»– τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας.
Ἔγινα κι ἐγώ μαθητής, ὅπως οἱ κατηχητές τῶν Ἀθηνῶν τῶν ἐτῶν 1989-90, πού ἄκουγαν τόν τότε ἀρχιμανδρίτη καί νῦν μητροπολίτη Ἱερόθεο∙ ἄκουσα κι ἐγώ τούς λόγους του∙ τούς μετέφρασα (ἀναζητώντας, μεταξύ ἄλλων, καί βρίσκοντας σχεδόν πάντα τίς ἀκριβεῖς πηγές τῶν Πατέρων πού παρατίθενται καί σημειώνοντάς τις στίς ὑποσημειώσεις)∙ καί τώρα τούς παραδίδω στόν ἀναγνώστη –Ρωμαιοκαθολικό, Ὀρθόδοξο, Προτεστάντη… Γιατί νά ἀντιπαρατεθῆ μέ αὐτούς τούς λόγους, νά ἀρχίση ὁ διάλογός του μέ αὐτούς, νά διασταυρωθῆ ἡ ζωή του. Ἕνα καινούριο βιβλίο σηματοδοτεῖ πάντα τήν ἀρχή ἑνός κομματιοῦ κοινῆς ἱστορίας ἀνάμεσα στόν συγγραφέα καί τόν ἀναγνώστη.
Ὁ μεταφραστής
Ἀντόνιο Ραντσολίν»
* * *
Θά μοῦ ἐπιτραπῆ ἕνας ἀκροτελεύτιος λόγος.
Ὁ Ἰταλός μεταφραστής τοῦ βιβλίου αὐτοῦ ἦλθε στήν Ναύπακτο στό διάστημα μετά τήν «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο» τῆς Κρήτης, γιά νά μέ γνωρίση καί νά συζητήση μαζί μου διάφορα μεταφραστικά προβλήματα καί ἀμέσως μετά μοῦ ἔστειλε τόν Πρόλογό του.
Διαβάζοντας τόν πρόλογο αὐτό, αἰσθάνθηκα βαθειά ἔκπληξη, συγκινήθηκα πολύ καί δοξολόγησα ἐκ καρδίας τόν Θεό γιά τό δῶρο αὐτό πού μοῦ χάρισε.
Σέ μιά ἐποχή πού ἀκόμη καί μεγάλοι φαινομενικά θεολόγοι ἀγωνίζονται νά μᾶς πείσουν ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ξεπερασμένοι ἀπό τήν σχολαστική καί ρωσική θεολογία –πού εἶναι ἡ λεγομένη μεταπατερική θεολογία καί κυριαρχεῖται ἀπό τόν σχετικισμό∙ ὅτι ἡ σύγχρονη θεολογία πρέπει νά εἶναι «συναφειακή», νά βλέπη τά κοινά σημεῖα ὅλων τῶν Χριστιανικῶν θεολογικῶν παραδόσεων∙ ὅτι πρέπει νά συμβιβαστοῦμε μέ τόν σχολαστικισμό∙ ὅτι πέρα ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὑπάρχουν καί ἄλλες Ἐκκλησίες∙ ὅτι τά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας δέν προσδιορίζονται ἀπό τήν μετάληψη τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ (Μυστήριο θείας Εὐχαριστίας), ἀλλά ἀπό τό ὕδωρ τοῦ Βαπτίσματος∙ ὅτι ὅλες οἱ Ἐκκλησίες εἶναι «ἀδελφές Ἐκκλησίες» καί ὑπάρχει συναγωνισμός ἀναγνωρίσεως τῶν «ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν», ἔρχεται ἕνας Ἰταλός Ρωμαιοκαθολικός θεολόγος νά ἐξυμνήση τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως ἐκφράζεται ἀπό τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας καί νά κρίνη μέ ὡραῖο τρόπο τήν χριστιανική παράδοση μέσα στήν ὁποία μεγάλωσε καί ζῆ.
Φαίνεται καθαρά ὅτι, ἐνῶ πολλοί σύγχρονοι θεολόγοι καί Κληρικοί προσπαθοῦν νά κινηθοῦν μέ μεταπατερικό, συναφειακό, σχετικιστικό καί κοσμικό τρόπο, ὅσοι ἀπό τόν λαό ἀναζητοῦν τήν ἀλήθεια καί ὑποψιάζονται τήν «αἰώνια καλλονή» τῆς Ἐκκλησίας, τήν προσλαμβάνουν, τήν ἀγαποῦν καί τήν ἐκφράζουν. Τελικά, «μεγάλη ἡ ἀλήθεια καί ὑπερισχύει» (Ἔσδρας Α', δ', 41).
Φαίνεται ὅτι ἐκεῖνο πού τελικά θά ἐπικρατήση θά εἶναι «ἡ δογματική συνείδηση» τῶν θεουμένων Πατέρων καί ὄχι οἱ θεσμοποιημένες ἀρχές, ἀπό ὁποιονδήποτε καί ἄν προέρχονται. Οἱ κατά Χάριν θεούμενοι εἶναι οἱ ἐγγυητές τῆς ἀληθείας καί σέ αὐτούς ἀναπαύεται ὁ Θεός. Μακάριοι ὅσοι ζοῦν στό ἔκπαγλο Μυστήριο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς «αἰωνίας αὐτῆς καλλονῆς».–
Πηγή: Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση
Ἡ ἐκκοσμίκευση τῆς Ἐκκλησίας
Σήμερα ἔχουμε να ἀντιμετωπίσουμε μία ἄλλη Εἰκονομαχία, τὴν πίεση πού ἀσκεῖ ἡ ἐκκοσμικευμένη κοινωνία στὴν Ἐκκλησία νὰ προσαρμοστεῖ στὰ ἰδικὰ της μέτρα καὶ ἰδεώδη, ὥστε καὶ ἡ Ἐκκλησία νὰ ἐκκοσμικευθεῖ.
Ὁ κίνδυνος γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν ἐκκοσμίκευση εἶναι μεγάλος. Ἀντὶ ἡ Ἐκκλησία νὰ βοηθεῖ τὸν κόσμο νὰ ἐκκλησιοποιηθεῖ, ὁ κόσμος προσπαθεῖ νὰ ἐπηρεάσει τὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ τὴ μεταβάλλει σὲ κόσμο.
Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία θὰ κρατεῖ τὰ τυπικά της, ἀλλὰ θὰ χάσει τὴν πίστη της.
Θὰ πάθει ὅ,τι ἔπαθε ὁ Παπισμός, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἔγραφε:
«Διὰ τοῦ δόγματος τοῦ ἀλαθήτου ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία ἀπώλεσε τὴν πνευματικήν... της ἐλευθερίαν, ἀπώλεσε τὸν στολισμὸν αὐτῆς, ἐκλονίσθη ἐκ βάθρων, ἐστερήθη τοῦ πλούτου τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ· ἀπὸ πνεύματος δὲ καὶ ψυχῆς κατέστη ἄναυδον σῶμα».
Ἡ οὐσία τῆς ἐκκοσμικεύσεως εἶναι ὁ ἀνθρωποκεντρισμός. Ἀντιθέτως, ἡ οὐσία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Θεανθρωποκεντρισμός. Ἐὰν ἡ Ἐκκλησία χάσει ἢ ἐλαττώσει τὸ θεανθρωποκεντρικὸ της χαρακτήρα, ἐκπίπτει σὲ ἕνα θρησκευτικὸ ἵδρυμα ἢ σὲ μία ἀπὸ τὶς θρησκεῖες τοῦ κόσμου.
Ὁ ἐκκοσμικευμένος ἄνθρωπος δέχεται τὴν Ἐκκλησία ὡς μία ἀπὸ τὶς θρησκεῖες τοῦ κόσμου, ἀλλὰ ὄχι ὡς τὴ μόνη Ἀλήθεια πού σώζει τὸν ἄνθρωπο ἐν Χριστῷ.
Πρὸς τὸ σκοπὸ αὐτὸ προσπαθεῖ νὰ ἐξισώσει καὶ τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία μας μὲ τὶς ἄλλες θρησκεῖες. Ὁδηγεῖ πρὸς μία πανθρησκεία διὰ τῆς συνεργασίας ὅλων τῶν θρησκειῶν.
Σκοπὸς δὲν εἶναι ἡ Ἀλήθεια πού σώζει, ἀλλὰ ἡ ἐνδοκόσμια εἰρήνη. Φυσικά, αὐτὴ ἡ ἐπιδίωξη συμφέρει τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ αἰῶνος τούτου, πού θέλουν τοὺς λαοὺς ὑποταγμένους στὴν κυριαρχία τους καὶ διὰ τῆς συνεργασίας τῶν θρησκειῶν εἰρηνικοὺς (κατεσταλμένους).
Χάριν τῆς εἰρηνικῆς συνυπάρξεως, οἱ Ὀρθόδοξοι στὶς διαθρησκευτικὲς συναντήσεις δὲν ὁμολογοῦν τὸ Χριστό. Ἀνέχονται, ἔτσι, νὰ κατατάσσεται ἡ Ἐκκλησία στὶς μονοθεϊστικὲς θρησκεῖες μαζὶ μὲ τὸν Ἰουδαϊσμὸ καὶ τὸ Μωαμεθανισμό. Ἀλλὰ εἶναι θεμελιώδης διδασκαλία τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων ὅτι εἶναι ἄθεος ὁ μὴ πιστεύων εἰς Θεὸν Τρισυπόστατον καὶ εἰς τὸν σαρκωθέντα Λόγον τοῦ Θεοῦ.
«Ὁ μὴ τιμῶν τοῦ υἱὸν οὐ τιμᾶ τὸν πατέρα τὸν πέμψαντα αὐτόν». «Ὁ δὲ ἀπειθῶν τῷ υἱῶ οὐκ ὄψεται ζωήν, ἀλλὰ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ μένει ἒπ αὐτόν». Κατὰ δὲ τὸ Μέγα Βασίλειο: «οὐ πιστεύει δὲ εἰς Πατέρα ὁ μὴ πιστεύσας τῷ Υἱῶ».
Πηγή: Ρωμαίϊκο Οδοιπορικό
Μοναδικός φύλακας και ερμηνευτής των αληθειών της πίστεώς μας είναι η Μια, Αγία, Καθολική και Αποστολική Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Όσοι δεν δέχονται ή παρερμηνεύουν τις αλήθειες της πίστεώς μας αυτοί ονομάστηκαν και είναι αιρετικοί. Αίρεση είναι η πλάνη στην πίστη. Τις αιρέσεις η Εκκλησία μας τις αντιμετώπισε με τις Συνόδους. Την περασμένη Κυριακή τιμήσαμε τους 630 θεοφόρους πατέρες που συγκρότησαν την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο το 451 μ. Χ. στη Χαλκηδόνα. Η Σύνοδος αυτή διακήρυξε ότι ο Χριστός είναι Τέλειος Θεός και Τέλειος Άνθρωπος∙
έχει δυο φύσεις, την θεία και την ανθρώπινη, οι οποίες είναι ενωμένες ασυγχύτως, ατρέπτως,αδιαιρέτως, αχωρίστως σε μια υπόσταση.
Όσοι υποστήριξαν ότι η θεία φύση απορρόφησε την ανθρώπινη ονομάστηκαν Μονοφυσίτες. Αρχηγοί αυτών ο Ευτυχής, ο Διόσκορος και ο Σεβήρος. Αυτούς τους καταδίκασε η Εκκλησία με την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Η απόφαση της Συνόδου επικυρώθηκε και με το θαύμα που έγινε στο ιερό λείψανο της Αγίας Ευφυμίας. Όταν ολοκληρώθηκε η Σύνοδος οι Ορθόδοξοι Πατέρες συνέταξαν Τόμο που περιείχε την Ορθόδοξη διδασκαλία και οι Μονοφυσίτες συνέταξαν δικό τους Τόμο που περιείχε τις αιρετικές κακοδοξίες τους. Τους Τόμους αυτούς τοποθέτησαν στη λειψανοθήκη της Αγίας Ευφυμίας και αφού την σφράγισαν προσευχήθηκαν για ένα χρονικό διάστημα.
Όταν άνοιξαν την λειψανοθήκη είδαν το θαυμαστό γεγονός: Ο Τόμος των Ορθοδόξων να βρίσκεται στα χέρια της Αγίας, ενώ ο Τόμος των Μονοφυσιτών αιρετικών ήταν στα πόδια της. Μ’ αυτό το θαύμα η Αγία επικύρωσε την αλήθεια για το Χριστολογικό δόγμα, γι’ αυτό καθιερώθηκε να γιορτάζεται η μνήμη των θεοφόρων Πατέρων που συγκρότησαν την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο μετά το θαύμα της Αγίας Ευφυμίας. Οι θεοφόροι Πατέρες αγωνίστηκαν για να φυλάξουν την Ορθοδοξία ανόθευτη. Και με ανύστακτο ποιμαντικό ενδιαφέρον προστάτεψαν τους πιστούς από τις κακοδοξίες των αιρετικών. Αυτό επιβεβαιώνει και η ανύστακτη ποιμαντική φροντίδα του Πατριάρχη Αντιοχείας Εφραιμίου που ως καλός ποιμένας νουθέτησε και μετέστρεψε στην Ορθόδοξη Πίστη έναν Σεβηριανό μοναχό. Παραθέτουμε το περιστατικό της μεταστροφής από το «Λειμωνάριον» του Μόσχου.
Η μεταστροφή κάποιου Σεβηριανού μοναχού από τον Πατριάρχη Αντιοχείας Εφραίμιο
«Μας διηγήθηκε κάποιος από τους πατέρες για τον μακάριο Εφραίμιο, πατριάρχη Αντιοχείας, ότι είχε πολύ ζήλο και θέρμη για την ορθόδοξη πίστη. Όταν λοιπόν άκουσε κάποτε για κάποιο στυλίτη στα μέρη της Ιεραπόλεως ότι ανήκει στους αιρετικούς Σεβηριανούς και Ακεφάλους, οι οποίοι είχαν αποκοπεί από την Εκκλησία, πήγε προς αυτόν με σκοπό να τον μεταστρέψει. Μόλις λοιπόν έφτασε κοντά του, άρχισε ο θείος Εφραίμιος να παρακαλεί και να νουθετεί το στυλίτη να προστρέξει στον αποστολικό θρόνο και να έρθει σε μυστηριακή κοινωνία με την αγία καθολική και αποστολική Εκκλησία. Του αποκρίθηκε ο στυλίτης και είπε:
› Εγώ δεν θα δεχτώ τη σύνοδο στην τύχη.
Του λέει ο θείος Εφραίμιος:
› Και με τι τρόπο θέλεις να σε θεραπεύσω πλήρως και να σου αποδείξω ότι, με τη χάρη του Χριστού Ιησού και Κυρίου Θεού μας, είναι ελεύθερη η αγία Εκκλησία από κάθε ακαθαρσία αιρετικής διδασκαλίας;.
Του λέει ο στυλίτης:
› Ν' ανάψουμε φωτιά, κύριε πατριάρχη, και να μπούμε μέσα εγώ και εσείς κι όποιος βγει αβλαβής, αυτός είναι ορθόδοξος κι αυτόν οφείλουμε να ακολουθήσουμε.
Το είπε αυτό, για να τρομάξει τον πατριάρχη. Τότε ο θείος Εφραίμιος αποκρίνεται στο στυλίτη:
› Έπρεπε, παιδί μου, να μ' ακούσεις σαν πατέρα και τίποτε περισσότερο να μη ζητήσεις από μας. Επειδή όμως ζήτησες πράγμα που ξεπερνά την αθλιότητα μου, θαρρώ στους οικτιρμούς του Υιού του Θεού ότι για την σωτηρία της ψυχής σου κάνω κι αυτό.
Τότε λέγει ο θείος Εφραίμιος στους παρευρισκομένους:
› Ευλογητός Κύριος, φέρτε εδώ μερικά ξύλα.
Κι ήρθαν τα ξύλα. Τα άναψε λοιπόν ο πατριάρχης μπροστά στο στύλο και λέει στο στυλίτη:
› Κατέβα κι ας μπούμε κι οι δύο, κατά την απόφασή σου.
Επειδή όμως ο στυλίτης έμεινε έκπληκτος από την πίστη του πατριάρχη στο Θεό και δεν ήθελε να κατέβει του λέει ο πατριάρχης:
› Δεν πρότεινες εσύ να γίνει αυτό; και πώς τώρα δεν θέλεις να το κάνεις;
Τότε έβγαλε ο αρχιεπίσκοπος το ωμοφόριο που φορούσε, ήρθε κοντά στη φωτιά και προσευχήθηκε και είπε:
› Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός μας, ο οποίος καταξίωσες να σαρκωθείς αληθινά για μας από τη Δέσποινα μας, την αγία Θεοτόκο και αειπάρθενο Μαρία, δείξε μας την αλήθεια.
Κι όταν τελείωσε την ευχή, τίναξε το ωμοφόριο του στη μέση της φωτιάς. Αφού λοιπόν η φωτιά κράτησε τρεις ώρες και κατάφαγε τα ξύλα, πήραν το ωμοφόριο σώο, αβλαβές και ακέραιο, χωρίς να βρεθεί σ' αυτό ίχνος καψίματος. Τότε ο στυλίτης, είδε το γεγονός, πληροφορήθηκε, αναθεμάτισε το Σεβήρο και την αίρεση του, προσήλθε στην αγία Εκκλησία, κοινώνησε από τα χέρια του μακάριου Εφραίμιου και δόξασε το Θεό.»
Πηγή: (Ιωάννου Μόσχου, Λειμωνάριον, εκδ. Ιερά Μονή Σταυρονικήτα, Άγιον Όρος, 1986 σ.41-43) Θρησκευτικά
Ἐν Πειραιεῖ 4-10-2017
Τί λέγει ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης
Ἡ γενική στάση τῶν ἐν τῷ κόσμῳ καί τῶν Ἁγιορειτῶν μοναχῶν ἔναντι τῶν αἱρέσεων καί δή ἔναντι τῆς παναιρέσεως τοῦ διαχριστιανικοῦ καί διαθρησκειακοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἕως τίς προηγούμενες δεκαετίες ὑπῆρξε ὑποδειγματική καί καθοδηγητική. Ἐν τούτοις, συναντᾶται ταυτόχρονα καί ἡ ἀπευκταία, ἀρνητική στάση τῶν μοναχῶν.
Ὑπῆρξαν καί ὑπάρχουν περιπτώσεις μοναχῶν, πού ἀποδείχθηκαν καί ἀποδεικνύονται εἰσηγητές, ἔξαρχοι ἤ ἔνθερμοι ὑποστηρικτές τῶν αἱρέσεων καί τοῦ ἐπαράτου Οἰκουμενισμοῦ. Πολλοί μοναχοί, ἐπίσης, παρασύρθηκαν καί παρασύρονται ἀπό τούς αἱρετικούς καί τούς Οἰκουμενιστές, μέ ἀποτέλεσμα τήν προσωρινή ἤ καί παντοτινή ἀποκοπή τους ἀπό τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική, Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἄλλοι, ἄν καί εἶχαν ἤ ἔχουν Ὀρθόδοξο φρόνημα, ἐνέδιδαν ἤ ἐνδίδουν στίς ποικίλες προκλήσεις τῶν αἱρετικῶν καί τῶν Οἰκουμενιστῶν, πρᾶγμα τό ὁποῖο ἔχει ὡς συνέπεια τήν ἐντελῶς ἀντίθετη ἀπ’ὅ,τι προστάζει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία συμπεριφορά τους πρός τούς αἱρετικούς καί τούς Οἰκουμενιστές. Ὑπῆρξαν καί ὑπάρχουν, τέλος, περιπτώσεις μοναχῶν, οἱ ὁποίοι νόμιζαν ἤ νομίζουν ὅτι εἶναι προσηλωμένοι στήν ἀκριβῆ τήρηση τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί Παραδόσεων, ἀλλά ἀπό ἀδιακρισία, ἐμπάθεια, φιλοδοξία καί ἐγωϊσμό δημιούργησαν ἤ δημιουργοῦν σχίσματα, τά ὁποία φυσικά εἶναι καταδικαστέα ἀπό τήν Ἐκκλησία.
Εἶναι βέβαια ἀπορίας ἄξιον τό ὅτι ἀρκετοί αἱρεσιάρχες προῆλθαν καί ἀπό τούς κόλπους τῶν μοναχῶν καί τῶν αὐστηρῶν ἀσκητῶν. Σύμφωνα μέ τόν Ὅσιο καί Θεοφόρο Πατέρα Βαρσανούφιο, οἱ μοναχοί, πού πίστευαν ἤ δίδασκαν αἱρετικά δόγματα δέν ἔκαναν δέηση καί προσευχή στόν Θεό, γιά νά τούς δείξει, ἄν αὐτά εἶναι ἀληθινά. Γι’αὐτό καί ὁ Θεός τούς ἄφησε στήν δική τους προσωπική γνώση[1]. Ὁ δέ Ὅσιος καί Θεοφόρος Πατήρ ἡμῶν Μᾶρκος ὁ ἀσκητής, ἀπαντώντας στήν ἐρώτηση, γιατί πίπτουν οἱ μοναχοί καί οἱ πνευματικοί ἄνδρες, λέγει : «Δέν πίπτουν αὐτοί, πού κρατᾶνε τόν νόμο, ἀλλά αὐτοί, πού τόν ἐγκαταλείπουν καί ἀμελοῦν τά καίρια σημεῖα του, δηλ. τήν προσευχή καί τήν ταπεινοφροσύνη, ἐπειδή ἔχουν κλαπεῖ ἀπό τήν βιοτική μέριμνα καί τήν κενοδοξία»[2].
Σέ διάφορες περιόδους καί ἰδιαίτερα στήν σημερινή συναντᾶται ἡ ἀδυναμία ἀρκετῶν μοναχῶν στό νά ἀντιμετωπίσουν μέ κατάλληλο τρόπο τούς αἱρετικούς. Κατά τίς περιόδους τῶν διαφόρων αἱρέσεων, ἀλλά καί τήν σημερινή περίοδο τοῦ σιωνιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὑπῆρξαν καί ὑπάρχουν ἡγούμενοι Μονῶν, ἐντός καί ἐκτός Ἁγίου Ὄρους, οἱ ὁποῖοι, γιά λόγους δῆθεν οἰκονομίας, μᾶλλον δειλίας, ὑποχωροῦσαν ἤ ὑποχωροῦν στίς πιέσεις τῶν αἱρετικῶν καί τῶν Οἰκουμενιστῶν καί ἐπικοινωνοῦσαν ἤ ἐπικοινωνοῦν ἐκκλησιαστικά μαζί τους μέ διαφόρους τρόπους.
Μέ ἄφατη καρδιακή θλίψη καί πόνο διαπιστώνει κανείς ὅτι, ὅσον ἀφορᾶ τό Ἅγιον Ὄρος, ἡ ὀρθόδοξη δογματική καθίζηση καί παράδοση στόν σατανοκίνητο Οἰκουμενισμό φανερώθηκε ἀποροκάλυπτα ἀπό τήν ἐπιεικῶς ἀπαράδεκτη στάση τῆς Ἱερᾶς Κονότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί τῶν Πανοσιολογιωτάτων Καθηγουμένων τῶν εἴκοσι Ἱερῶν Ἁγιορειτικῶν Μονῶν ἔναντι τῆς ληστρικῆς, αἱρετικῆς, οὐνιτικῆς καί οἰκουμενιστικῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης (Ἰούνιος 2016). Συμμετεῖχαν στήν ψευδοσύνοδο μέ ἐκπρόσωπό τους τόν Καθηγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυρονικητα π. Τύχωνα, ὁ ὁποῖος, ὡς μέλος-σύμβουλος τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου[3], ὄχι μόνο δέν εἴχε δικαίωμα λόγου καί ψήφου κατά τή διάρκεια τῆς ψευδοσυνόδου, ἀλλά μέ τήν παρουσία του σ’αὐτή καί τό ἐπακολουθῆσαν ἐξυμνητικό τῆς ψευδοσυνόδου κείμενό του[4], ἀποδέχθηκε καί ἐπεκύρωσε τήν ψευδοσύνοδο, μή ἐφαρμόζοντας προηγούμενες ὁδηγίες, πού κινοῦνταν πρός τήν ὀρθόδοξη κατεύθυνση, τῆς Ἱεροκοινοτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπί τῶν δογματικῶν θεμάτων[5]. Τό τραγικώτερο ἦταν ἡ ἔκδοση τοῦ καθησυχαστικοῦ μηνύματος τῆς Ἔκτακτης Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως τοῦ Ἁγίου Ὄρους (30-6-2017)[6], στό ὁποῖο ἰσχυρίζονταν ἡγούμενοι καί ἀντιπρόσωποι ὅτι δέν ὑπάρχει λόγος ταραχῆς καί οὐσιαστικά ἀπάλλασσαν καί ἀθώωναν τήν ψευδοσύνοδο ἀπό τά σοβαρά δογματικά ἀτοπήματά της. Εἶναι, βεβαίως, γνωστόν ὅτι τά ἀνωτέρω δέν ἔχουν γίνει ἀποδεκτά ἀπό τό σύνολο σχεδόν τῶν ἁγιορειτῶν μοναχῶν, κελλιωτῶν καί ἀσκητῶν καί ὅτι ὑπάρχουν σοβαρές ἀντιδράσεις καί ὀρθόδοξες φωνές, τίς ὁποῖες οἱ φιλοοικουμενιστές ἡγούμενοι προσπαθοῦν νά καταστείλουν μέ κάθε θεμιτό καί ἀθέμιτο μέσον. Ἡ κύρια καί βασική εὐθύνη, ὅμως, βαραίνει τούς ὤμους καί τίς πλάτες τῶν Πανοσιολογιωτάτων Καθηγουμένων, πού ἐν πολλοῖς συμπορεύονται μέ τήν ὁλέθρια γιά τήν Ἐκκλησία μας γραμμή τοῦ προεστῶτος τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ στόν Ὀρθόδοξο χῶρο Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου.
Ἄς ἀφήσουμε, ὅμως, τόν μεγάλο Ὁμολογητή καί μοναχό Ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, νά ἀπαντήσει στούς ἀνωτέρω ἡγουμένους θαυμάσια, ἀποκαλυπτικά, ἐλεγκτικά καί ἰδιαίτερα διδακτικά.
Λέγει ὁ Ὅσιος ὅτι σέ περιόδους αἱρέσεως:
«χρέος νά ἀγωνίζεται, νά ὁμιλεῖ καί νά διδάσκει τόν λόγο τῆς Ὀρθοδοξίας ἔχει, ὄχι μόνο αὐτός, πού ὑπερέχει σέ βαθμό καί γνώση, ἀλλά ἀντιθέτως, ἀκόμη κι αὐτός, πού κατέχει τήν θέση τοῦ μαθητῆ, ὀφείλει νά διακηρύττει τήν ἀλήθεια καί νά ὁμιλεῖ ἐλεύθερα. Τά λόγια αὐτά δέν εἶναι ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἀλλά τοῦ θείου Χρυσοστόμου καί ἄλλων Πατέρων. Οἱ ἡγούμενοι, ὅμως, πού συνελήφθησαν ἀπό τόν βασιλιά, δέν ἔπραξαν ὅσα προανέφερα, ἄν καί ἦταν ἀνώτεροι σέ ἀξίωμα καί γνώση ἀπό ὅλους τούς ἡγουμένους αὐτῆς τῆς χώρας, ἀλλά ἀπεναντίας μᾶλλον σιώπησαν˙ καί δέν ἔπραξαν μόνο αὐτό, τό ὁποῖο ἄλλωστε ἦταν τρομερό, ἀλλά ὑπέγραψαν καί ἔγγραφη βεβαίωση ὅτι δέν θά συνεδριάζουν μεταξύ τους, οὔτε θά διδάσκουν. Ἡ πράξη τους αὐτή εἶναι προδοσία τῆς ἀληθείας, ἄρνηση τοῦ ἀξιώματός τους καί καταστροφή, ὄχι μόνο τῶν ὑποτακτικῶν τους, ἀλλά καί τῶν ἰσοτίμων τους».
Οἱ Ἀπόστολοι, ὅταν ἔλαβαν διαταγή ἀπό τούς Ἰουδαίους νά μήν διδάσκουν στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, εἶπαν τά ἐξῆς : «Σκεφθεῖτε καί κρίνετε μόνοι σας, ἐάν εἶναι ὀρθό καί δίκαιο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, νά ὑπακούουμε περισσότερο σ’ἐσᾶς, παρά στόν Θεό»[7]. Καί πάλι: «Πρέπει νά ὑπακούουμε στόν Θεό περισσότερο καί ὄχι στούς ἀνθρώπους»[8].
Τέτοια καί παρόμοια θά ἔπρεπε οἱ ἡγούμενοι νά ποῦν σ’αὐτούς, γιά νά δοξασθεῖ ὁ Θεός δι’αὐτῶν, γιά νά οἰκοδομήσουν τούς Ὀρθοδόξους, γιά νά στηρίξουν τά μοναστήρια, γιά νά ἐνισχύσουν αὐτούς, πού πάσχουν στίς ἐξορίες. Ἀλλά, γιατί προτιμᾶμε τά μοναστήρια περισσότερο ἀπό τόν Θεό, καθώς καί τήν ἀνάπαυση, πού αὐτά μᾶς παρέχουν ἀπό τήν κακοπάθεια τῆς ὁμολογίας; Ποῦ εἶναι τό «Μιλοῦσα μπροστά στούς βασιλεῖς καί δέν ντρεπόμουν»[9]; Ποῦ εἶναι τό «Νά, δέν θά ἐμποδίσω τά χείλη μου, ὥστε νά διακηρύξουν τίς χάριτές Σου˙ Κύριε, Ἐσύ τό γνωρίζεις αὐτό»[10]; Ποῦ εἶναι ἡ δόξα καί ἡ ἰσχύς τοῦ μοναχικοῦ μας τάγματος; Πῶς οἱ μακάριοι Σάββας καί Θεοδόσιος, ὅταν ὁ τότε βασιλεύς Ἀναστάσιος θέλησε νά ἀσεβήσει, ἀντέδρασαν μέ σθένος καί ὑπερασπίσθηκαν τήν πίστη, ἀναθεματίζοντας ἀφ’ἑνός μαζί μέ τούς μοναχούς τους μέσα στήν Ἐκκλησία τούς κακοδόξους, ἀφ’ἑτέρου δέ στέλνοντας τήν ἐπιστολή τους στόν βασιλέα, διά τῆς ὁποίας διεκήρυξαν ὅτι θά προτιμήσουν τόν θάνατο ἀπό τό νά ἀνεχθοῦν ὁποιαδήποτε ἀλλοίωση τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως;
Ἀλλά, ἀποκρίνονται, καθώς λέγουν, οἱ κύριοι ἡγούμενοι: «Καί ποιοί εἴμαστε ἐμεῖς, γιά νά διαμαρτυρηθοῦμε»; Πρῶτον, εἶναι Χριστιανοί οἱ ὁποῖοι ὀφείλουν αὐτή τήν στιγμή ὁπωσδήποτε νά μιλήσουν˙ ἔπειτα εἶναι μοναχοί, οἱ ὁποῖοι δέν παρασύρονται τόσο εὔκολα, ἐπειδή εἶναι ἐλεύθεροι καί ἀδέσμευτοι ἀπό τά πράγματα τοῦ κόσμου˙ κατόπιν ἡγούμενοι, οἱ ὁποῖοι διορθώνουν καί τίς ἀτέλειες τῶν ἄλλων καί ἔχουν χρέος νά μή δίνουν σέ κανένα αἰτία σκανδάλου, «γιά νά μή γίνει κατά κανένα τρόπο θέμα μομφῆς καί ἐμπαιγμοῦ ἡ διακονία, πού τούς ἀνέθεσε ὁ Κύριος»[11], καθώς λέγει ὁ θεῖος Παῦλος.
Εἶναι δέ ἀναγκαῖο νά χαρακτηρίσω τό μέγεθος τοῦ σκανδάλου καί τῆς μομφῆς ἤ μᾶλλον τῆς συγκαταθέσεως, πού προκάλεσαν διά τοῦ γράμματος, πού ὑπέγραψαν ἰδιοχείρως; Διότι, ἐάν ἡ σιωπή εἶναι μέρος τῆς συγκαταθέσεως, πόσο ἀκόμη πιό φοβερό εἶναι ἡ ἔγγραφη ἐπικύρωση ἐνώπιον ὅλης τῆς Ἐκκλησίας τῆς συγκαταθέσεως καί τῆς συμφωνίας τους αὐτῆς[12];
Σέ ἄλλη του ἐπιστολή ὁ μέγας Θεόδωρος κατακρίνει τόν ἡγούμενο Θεόφιλο, πού εἶχε καταδεχθεῖ νά κοινωνήσει μέ τούς εἰκονομάχους:
«Ὤ τῆς πωρώσεως! Ὤ τῆς θεομαχίας! Μέ τήν περιφρόνηση τῆς εἰκόνος Του, ἔχει γίνει ἄρνηση τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τῆς Θεοτόκου καί ὁποιουδήποτε Ἁγίου. Ἐξ αἰτίας τῶν ἁγίων εἰκόνων ὁ ἀρχιεπίσκοπος (ἅγιος Νικηφόρος) ἐκδιώχθηκε, ἐπίσκοποι ἐξωρίσθηκαν, ἐνῶ ἡγούμενοι ὑπέστησαν τά ἴδια δεινά μαζί μέ μοναχούς, μοναχές, λαϊκούς καί λαϊκές. Ἄλλοι δέρνονται, ἄλλοι φυλακίζονται, μερικοί πεθαίνουν ἀπό τήν πεῖνα, ἄλλοι βασανίζονται, μερικοί φεύγουν διά θαλάσσης καί ἄλλοι στίς ἐρήμους. Οἱ ἐρημιές καί τά σπήλαια ἔχουν γεμίσει˙ γεμάτα εἶναι τά ὄρη καί οἱ λαγκαδιές. Σάρκες κατακόβονται, αἵματα τρέχουν, ὅλη ἡ χώρα μας συνταράσσεται ἀπό τόν διωγμό. Ὅλη ἡ ὑφήλιος, θά ἔλεγα, θρηνεῖ καί ὀδύρεται.
Καί σύ, ὤ τρισάθλιε, ἐνῶ ἐνέδωσες στήν θανάσιμη κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς καί διαμένεις στό «ὀλετήρι», γιά νά τό πῶ ἔτσι, καί ὄχι στό μοναστήρι, λέγεις ὅτι ὅλα πᾶνε καλά, κοροϊδεύοντας μέ ἰουδαϊκό τρόπο τούς χριστοφόρους - ἤ μᾶλλον τόν ἴδιο τόν Χριστό - γιά τόν Ὁποῖο καί πάσχουν; Καί ποιό ναό διέσωσες, ἐσύ πού μόλυνες τόν ναό τοῦ Θεοῦ, δηλαδή τόν ἑαυτό σου; Ποιούς ἀδελφούς προφύλαξες; Ἐκείνους, πού καταστράφηκαν ἀπό τήν συγκοινωνία σου μέ τούς αἰρετικούς, ἔστω καί μέ ἁπλή συνεστίαση; Ἔγινες σκάνδαλο τοῦ κόσμου, παράδειγμα ἀρνήσεως, προτροπή ἀπωλείας, σάρκα καί ὄχι πνεῦμα, «σκοτήρ» καί ὄχι φωστήρ. Αὐτά φωνάζει ἡ ἴδια ἡ ἀλήθεια πρός ἐκείνους, πού ἀσεβοῦν μέ αὐτό τόν τρόπο, τούς ὁποίους, ἐάν δέν μετανοήσουν γιά τίς ἄθεες ἐπιλογές τους, δέν πρέπει νά τούς θεωροῦμε Χριστιανούς»[13].
Σέ ἄλλη του δέ ἐπιστολή πρός τόν ἡγούμενο Εὐστράτιο, ὁ σοφός Πατήρ λέγει τά ἑξῆς χαρακτηριστικά:
«Δέν φαίνεται ἀνεύθυνο τό ὅτι, ἐνῶ συνελήφθηκες ἀπό ἄνθρωπο τοῦ βασιλέως, ἐν τούτοις ἔμεινες ἀβλαβής, δηλαδή σέ ἄφησαν ἐλεύθερο. Διότι, αὐτό συνοδεύει τά ὅσα διαδίδονται γιά τό πρόσωπό σου. Ἄλλωστε, εἶναι πανθομολογούμενο ὅτι κανείς ἀπό ὅσους ἔχουν ὁμολογήσει μέ θάρρος τήν Ὀρθόδοξη πίστη δέν μένει χωρίς φυλάκιση ἤ τουλάχιστον ἐξορία, δηλαδή φυγάδευση. Ἀντιθέτως δέ, ὅσοι διαφεύγουν αὐτές τίς τιμωρίες, σημαίνει ὅτι ἐξαπατήθηκαν ἀπό τούς αἱρετικούς, γιά νά μή μιλήσω σκληρότερα καί σέ λυπήσω.
Ἤ μήπως δέν διέκρινες, ἐσύ ὁ τόσο διορατικός, τόν φοβερό διωγμό τοῦ θηριωνύμου Λέοντος, τοῦ ὁποίου τό ἐγκληματικό χέρι συνέλαβε ἀκόμη καί τούς ἀλλοεθνεῖς Εἰκονοφίλους καί τούς σκότωσε καί τούς ἀφάνισε, ἤ - στήν πιό φιλάνθρωπη περίπτωση - τούς ἔθεσε ὑπό φρούρηση, ἔπειτα ἀπό σκληρή μαστίγωση, ἐκτός φυσικά ἀπό ὅσους ἔδειξαν ὑποταγή. Ἐφόσον, λοιπόν, ἐσύ δέν ὑπέστης, μετά τήν σύλληψή σου, τίποτε ἀπό αὐτά, συγχώρησέ με, ἀλλά ὑποχώρησες ὁσιώτατε. Καί μή ἰσχυρίζεσαι ὅτι διατηρεῖς ἀσφαλεῖς τίς Ἐκκλησίες σου καί ἀπείραχτες τίς ἁγιογραφίες τους, καθώς καί τό μνημόσυνο τοῦ ἁγιωτάτου πατριάρχου μας (Νικηφόρου)˙ διότι, τέτοιου εἴδους φλυαρίες λέγουν καί ἄλλοι, πού παρασύρθηκαν καί ὑπέκυψαν στούς εἰκονομάχους. Δέν θά ἦταν δυνατόν νά διατηρηθοῦν αὐτά, παρά μόνο ἐάν πραγματοποιήθηκε προδοσία τῆς Ὀρθοδόξου ὁμολογίας.
Διότι, ποιό εἶναι τό ὄφελος ἀπό τό νά περιποιούμαστε ἀψύχους ναούς, τήν στιγμή κατά τήν ὁποία ἐμεῖς καταστραφήκαμε, πού εἴμαστε καί ὀνομαζόμαστε ναός τοῦ Θεοῦ; Οὔτε ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, οὔτε τῆς Θεοτόκου, οὔτε κανενός Ἁγίου κινδυνεύουν νά πάθουν τίποτε, διότι διαμένουν μέσα σ’αὐτές ὡς πρωτότυπα. Ἀντιθέτως, καταστρέφονται ψυχικά ὅσοι νομίζουν ὅτι τίς ἀφανίζουν, ἀλλά καί ὅσοι - γιά νά φυλάξουν δῆθεν τίς εἰκόνες - ἀποφεύγουν τήν ὁμολογία καί τήν ἐπακόλουθη κακοπάθεια. Ἀλοίμονο! Ἄλλοι πεθαίνουν, ἄλλοι ἐξορίζονται, ἄλλοι μαστιγώνονται, ἄλλοι φυλακίζονται, τά ὄρη, οἱ ἔρημοι, τά βράχια καί τά σπήλαια φιλοξενοῦν τούς μακαρίους διωγμένους, καί ἐμεῖς, μένοντας στά μοναστήρια μας, νά νομίζουμε ὅτι δέν θά πάθουμε κανένα κακό; Καθόλου»[14]!
Τέλος, σέ ἐπιστολή του πρός πρεσβύτερο, πού ὑπέγραψε, ὁ ἱερός Πατήρ λέγει : «Ἄν ἰσχυρίζεσαι ὅτι, ὑπογράφοντας, ἔκραζες ὅτι προσκυνᾶς τίς ἅγιες εἰκόνες, συγχώρησέ με, ἀδελφέ, ἀλλά καί ὁ Πιλάτος, ἀθωώνοντας μέ τό στόμα τόν ἑαυτό του ἀπό τήν σφαγή τοῦ Χριστοῦ, μέ τόν κάλαμο κύρωσε τόν θάνατο»[15].
Εὐχή καί προσευχή μας εἶναι οἱ Πανοσιολογιώτατοι Καθηγούμενοι νά ἀκούσουν, ὄχι τά δικά μας λόγια, ἀλλά τά λόγια τοῦ Ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου˙ νά συνειδητοποιήσουν τό μέγα πλῆγμα, πού ἀτυχῶς ἐπέφεραν στό Σῶμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας καί δή στό Περιβόλι τῆς Παναγίας, τό Ἁγιώνυμο Ὄρος˙ νά μετανοήσουν ἐμπράκτως˙ νά ἀνακαλέσουν τήν συγκατάθεσή τους˙ νά ἀποσύρουν τό ἁγιορείτικο μήνυμα τῆς 30ης Ἰουνίου 2017˙ νά προβοῦν στήν σύνταξη καί κυκλοφόρηση ἑνός ὄντως ὀρθοδόξου καί ὁμολογιακοῦ κειμένου, ὅπου θά δηλώνεται ἡ πλήρης ἀντίθεσή τους στόν Οἰκουμενισμό καί τήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης˙ καί τέλος, νά ἐφαρμόσουν τό ἱεροκανονικό δικαίωμα, πού παρέχεται ἀπό τόν 15ο Ἱερό Κανόνα τῆς ΑΒ΄ Συνόδου[16], τῆς παύσεως τῆς μνημονεύσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου τους, τοῦ αἱρετίζοντος Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, μιμούμενοι τούς παλαιοῦς Ἁγιορεῖτες Πατέρες, πού διέκοψαν τήν μνημόνευση τοῦ μεγάλου οἰκουμενιστοῦ καί μασόνου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρα. Μόνο μέ τίς ἀνωτέρω τολμηρές καί θεάρεστες ἀποφάσεις θά κατορθώσουν, μέ τήν χάρη τῆς Κυρίας Θεοτόκου, νά ἐπαναφέρουν καί νά ἐξυψώσουν καί πάλι τό κῦρος καί τήν αἴγλη τοῦ Ἁγιωνύμου Ἄθω.
[1] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Βίβλος Βαρσανουφίου καί Ἰωάννου, ἀπόκρισις χδ΄, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 1997, σ. 287.
[2] ΟΣΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ, Ἀντιβολή πρός σχολαστικόν, P.G. 65, 1076B.
[3] Ὁ Ἠγούμενος τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα Τύχων στήν ἀντιπροσωπεία τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου στήν Πανορθόδοξη Σύνοδο, http://www.amen.gr/article/o-igoumenos-tis-monis-stavronikita-tyxon-stin-adiprosopeia-tou-oikpatriarxeiou-stin-panorthodoksi-synodo
[4] Ἠγούμενος Ἱ. Μ. Σταυρονικήτα : Ναί στούς θεολογικούς διαλόγους, ἀλλά…., 3-8-2017, http://www.katanixis.gr/2017/08/blog-post_73.html
[5] Ἡ εἰσήγηση τῆς Ἱεροκοινοτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἐπί τῶν τελικῶν κειμένων τῆς Μεγάλης Συνόδου, 26-11-2016, http://thriskeftika.blogspot.gr/2017/01/blog-post_23.html
[6] Ἅγιον Ὄρος γιά Μεγάλη Σύνοδο : ''Δέν ὑπάρχει λόγος ταραχῆς'', 30-6-2017, http://www.romfea.gr/agioritika-nea/15666-agion-oros-gia-megali-sunodo-den-uparxei-logos-taraxis
[7] Πράξ. 4, 19.
[8] Πράξ. 5, 29.
[9] Ψαλμ. 118, 46.
[10] Ψαλμ. 39, 10.
[11] Β΄ Κορ. 6, 3.
[12] ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ, Ἐπιστολή β΄, βιβλίο β΄, PG 99, 1120B-1121A.
[13] Τοῦ ἰδίου, Ἐπιστολή πθ΄, βιβλίο β΄, PG 99, 1337A-C.
[14] Τοῦ ἰδίου, Ἐπιστολή ρστ΄, βιβλίο β΄, PG 99, 1364D-1364B.
[15] Τοῦ ἰδίου, Ἐπιστολή στ΄, βιβλίο β΄, PG 99, 1128D. Σχ. βλ. Οἱ ἀγῶνες τῶν μοναχῶν ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἔκδ. Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 2003, σσ. 343, 345, 347-350.
[16] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σσ. 358.
Πηγή: Ακτίνες
Ο Οικουμενισμός είναι κοινόν όνομα δια τους ψευδοχριστιανισμούς, δια τας ψευδοεκκλησίας της Δυτικής Ευρώπης. Μέσα του ευρίσκεται η καρδία όλων των ευρωπαϊκών ουμανισμών (ανθρωπισμών), με επί κεφαλής τον Παπισμόν. Όλοι δε αυτοί οι ψευδοχριστιανισμοί, όλαι οι ψευδοεκκλησίαι, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία αίρεσις παραπλεύρως εις την άλλην αίρεσιν. Το κοινόν ευαγγελικό όνομά των είναι η παναίρεσις. Διατί; Διότι στο διάστημα της ιστορίας οι διάφορες αιρέσεις ηρνούντο ή παραμορφώνουν ιδιώματα τινά του Θεανθρώπου και Κυρίου Ιησού, οι δε ευρωπαϊκές αυτές αιρέσεις απομακρύνουν ολόκληρο τον Θεάνθρωπο και στην θέση του τοποθετούν τον Ευρωπαίον άνθρωπον. Εδώ δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ του Παπισμού, Προτεσταντισμού, Οικουμενισμού και άλλων αιρέσεων, ων το όνομα «λεγεών».
Το ορθόδοξο δόγμα, μάλλον το πανδόγμα περί της Εκκλησίας, απερρίφθη και αντικατεστάθη δια του λατινικού αιρετικού παν-δόγματος περί του πρωτείου και του αλάθητου του πάπα, δηλαδή του ανθρώπου. Εξ αυτής δε της παναιρέσεως γεννήθηκαν και γεννώνται συνεχώς άλλες αιρέσεις: το Filioque, η αποβολή της Επικλήσεως, τα άζυμα, η εισαγωγή της κτιστής χάριτος, το καθαρτήριον πυρ, το θησαυροφυλάκιο των περισσών έργων, η μηχανοποιημένη διδασκαλία περί της σωτηρίας και ως εκ τούτου μηχανοποιημένη διδασκαλία περί της ζωής, ο παποκαισαρισμός, η Ιερά Εξέτασις, τα συγχωροχάρτια, ο φόνος του αμαρτωλού δια την αμαρτία, ο ιησουϊτισμός, η σχολαστική, η καζουιστική, ο μοναρχισμός, ο κοινωνικός ατομικισμός διαφόρων ειδών…
Ο Προτεσταντισμός; Είναι το πλέον πιστό τέκνο του Παπισμού, το οποίον δια της ορθολογιστικής σχολαστικής του πίπτει δια μέσου των αιώνων από την μίαν αίρεσιν στην άλλην αίρεσιν και πνίγεται συνεχώς στα διάφορα δηλητήρια των αιρετικών πλανών του. Προς τούτοις, η παπιστική υψηλοφροσύνη και η «αλάθητος» αφροσύνη βασιλεύει απολυταρχικός και ερημώνει τας ψυχάς των πιστών του. Κατ’ αρχήν έκαστος Προτεστάντης είναι ένας ανεξάρτητος πάπας εις όλα τα ζητήματα της πίστεως. Τούτο δε πάντοτε οδηγεί από τον ένα πνευματικόν θάνατον στον άλλον΄ τέλος αυτού του «αποθνήσκειν» δεν υπάρχει, καθ’ ότι ο αριθμός των πνευματικών θανάτων του ανθρώπου είναι αναρίθμητος.
Αφού ούτως έχουν τα πράγματα, τότε δια τον παπιστικόν-προτεσταντικόν Οικουμενισμόν με την ψευδοεκκλησίαν του και τον ψευδοχριστιανισμό του δεν υπάρχει διέξοδος από το αδιέξοδόν του, άνευ ολοψύχου μετανοίας ενώπιον του Θεανθρώπου Χριστού και της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας Του. Η μετάνοια είναι το φάρμακο δι’ εκάστην αμαρτίαν, φάρμακο δοθέν στον άνθρωπον από τον μόνον Φιλάνθρωπο.
Άνευ της μετανοίας και εισδοχής στην Αληθινή Εκκλησία του Χριστού είναι αφύσικο και αδιανόητο να ομιλή τις περί της ενώσεως «των Εκκλησιών», περί του διαλόγου της αγάπης, περί της intercommunio (δηλ. διακοινωνίας). Το σπουδαιότερο όλων είναι να γίνη τις «σύσσωμος» το Θεανθρωπίνου σώματος της Εκκλησίας του Χριστού και δια τούτου κοινωνός της ψυχής της Εκκλησίας, του Άγιου Πνεύματος, και κληρονόμος όλων των αιωνίων αγαθών του Θεανθρώπου.
1. Ο σύγχρονος «διάλογος της αγάπης», ο οποίος τελείται υπό τη μορφή γυμνού συναισθηματισμού, είναι στην πραγματικότητα ολιγόπιστη άρνηση του σωτηριώδους αγιασμού του Πνεύματος και της πίστεως της Αλήθειας (Β’ Θεσ. 2, 13), δηλαδή της μοναδικής σωτηριώδους «αγάπης της αληθείας» (Β’ Θεσ. 2, 10). Η ουσία της αγάπης είναι η αλήθεια΄ η αγάπη ζει και υπάρχει αληθεύουσα. Η αλήθεια είναι η καρδιά κάθε θεανθρώπινης αρετής, επομένως και της αγάπης. Και κάθε μία από αυτές κηρύττει και ευαγγελίζεται τον Θεάνθρωπο Κύριο Ιησού ως τον μόνο ο οποίος είναι η σάρκωση και η εικόνα της Θείας Αλήθειας, δηλαδή της Παναλήθειας. Εάν τυχόν υπήρχε περίπτωση να είναι η αλήθεια οτιδήποτε άλλο και όχι ο Θεάνθρωπος Χριστός, τότε αυτή θα ήταν μικρή, ανεπαρκής, πεπερασμένη, θνητή. Τέτοια θα ήταν η αλήθεια, εάν ήταν νόημα, ιδέα, θεωρία, νους, επιστήμη, φιλοσοφία, κουλτούρα, ο άνθρωπος, η ανθρωπότητα, ο κόσμος ή όλοι οι κόσμοι, ή οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε ή όλα αυτά μαζί. Η αλήθεια όμως είναι Πρόσωπο και μάλιστα το πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού, του δεύτερου προσώπου της Αγίας Τριάδος, και ως εκ τούτου είναι αθάνατη και μη πεπερασμένη, αιώνια. Διότι στον Κύριο Ιησού η Αλήθεια και η Ζωή είναι ομοούσιες: η Αλήθεια η αιώνια και η Ζωή η αιώνια (πρβλ. Ιω. 14, 6′ 1, 4.17). Εκείνος ο οποίος πιστεύει στον Κύριο Ιησού αυξάνει ακαταπαύστως δια της Αληθείας Του στις θείες της απεραντοσύνες. Αυξάνει με όλο το είναι του, με όλη τη διάνοιά του, με όλη την καρδιά και την ψυχή του. Εν Χριστώ οι άνθρωποι ζούμε «αληθεύοντες εν αγάπη», διότι μόνον έτσι μπορούμε να «αυξήσωμεν εις Αυτόν τα πάντα, ος εστίν η κεφαλή, ο Χριστός» (Εφ. 4, 15). Αυτό πραγματοποιείται πάντοτε «συν πάσι τοις αγίοις» (Εφ. 3, 18), πάντοτε μέσα στην Εκκλησία και δια της Εκκλησίας, διότι αλλιώς δεν μπορεί ο άνθρωπος να αυξάνει σ’ Εκείνον, «ος εστίν η κεφαλή» του σώματος της Εκκλησίας, δηλαδή στον Χριστόν.
Ας μην απατούμε τον εαυτό μας. Υπάρχει και ο «διάλογος του ψεύδους», όταν οι διαλεγόμενοι συνειδητά ή ασυνείδητα ψεύδονται ο ένας στον άλλο. Τέτοιος διάλογος είναι οικείος στον «πατέρα του ψεύδους», τον διάβολο, «ότι ψεύστης εστί και ο πατήρ αυτού» (Ιω. 8, 44). Οικείος είναι και σ’ όλους τους εκούσιους ή ακούσιους συνεργάτες του, όταν αυτοί θελήσουν να πραγματοποιήσουν το «καλό» τους δια του κακού, να φθάσουν στην «αλήθεια» τους με τη βοήθεια του ψεύδους. Δεν υπάρχει «διάλογος της αγάπης» χωρίς τον διάλογο της αλήθειας. Διαφορετικά τέτοιος διάλογος είναι αφύσικος και ψευδής. Γι’ αυτό και η εντολή του Αποστόλου ζητεί να είναι «η αγάπη ανυπόκριτος» (Ρωμ. 12, 9).
Ο αιρετικο-ουμανιστικός χωρισμός και η διαίρεση της αγάπης και της αλήθειας είναι σημάδι ελλείψεως της θεανθρώπινης πίστεως και της απολεσθείσης πνευματικής θεανθρώπινης ισορροπίας και ορθοφροσύνης. Εν πάση περιπτώσει τούτο δεν ήταν ποτέ ούτε είναι η οδός των Πατέρων. Μόνο οι Ορθόδοξοι, ριζωμένοι και θεμελιωμένοι «συν πάσι τοις αγίοις» στην αλήθεια και στην αγάπη, έχουν και αναγγέλλουν, από την εποχή των Αποστόλων μέχρι σήμερα, αυτή τη θεανθρώπινη σωτηριώδη αγάπη προς τον κόσμο και προς όλα τα κτίσματα του Θεού. Ο γυμνός ηθικιστικός μινιμαλισμός [=μειωμένη χριστιανική ηθική] και ο ανθρωπιστικός ειρηνισμός του σύγχρονου Οικουμενισμού πράττουν μόνο ένα πράγμα: φέρνουν στο φως τις φυματικές ουμανιστικές ρίζες τους, δηλαδή την αρρωστημένη φιλοσοφία τους και την ανθρώπινη, «κατά την παράδοσιν των ανθρώπων» (Κολ. 2, 8), ανίσχυρη ηθική τους. Φανερώνουν επί πλέον την κρίση της ανθρωπιστικής πίστεώς τους στην αλήθεια και την δοκητιστική [=μη πραγματική αντίληψη] αναισθησία τους για την ιστορία της Εκκλησίας, δηλαδή για την αποστολική και καθολική συνέχειά της, στην αλήθεια και στη χάρη. Ενώ ο αποστολικός αγιοπατερικός θεονούς και η ορθοφροσύνη ευαγγελίζονται με το στόμα του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού την εξής αλήθεια της πίστεως: «Η πίστη είναι η βάση των αρετών που ακολουθούν, εννοώ της ελπίδας και της αγάπης, θέτοντας έτσι σαν βάση την αλήθεια με τρόπο ασφαλή» (Ρ.G. 90, c. 1189Α).
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το αγιοπατερικό μέτρο της αγάπης προς τους ανθρώπους και της σχέσεως προς τους αιρετικούς, που κληρονομήθηκε από τους Αποστόλους, έχει oλοτελώς θεανθρώπινο χαρακτήρα. Τούτο εκφράζουν θεοπνεύστως οι εξής λόγοι του ίδιου Αγίου: «Και δεν τα γράφω αυτά, μη γένοιτο, επειδή θέλω να θλίβονται οι αιρετικοί, ούτε νοιώθοντας χαρά για την κακοποίησή τους, αλλά περισσότερο γιατί χαίρομαι και αγάλλομαι μαζί τους για την επιστροφή τους. Γιατί τί είναι πιο ευχάριστο για τους πιστούς από το να βλέπουν τα διασκορπισμένα παιδιά του Θεού να μαζεύονται όλα μαζί; Ούτε τα γράφω αυτά παρακινώντας σας να δείξετε τη σκληρότητα του Φιλάνθρωπου. Όχι τέτοια μανία! Αλλά τα γράφω αυτά για να σας παρακαλέσω να εκτελείτε και να εφαρμόζετε, με προσοχή και μετά από εξέταση, τα καλά σε όλους τους ανθρώπους και να γίνεσθε τα πάντα σε όλους, ανάλογα με το τι χρειάζεται καθένας τους από εσάς. Και θέλω και εύχομαι να είστε απόλυτα σκληροί και αμείλικτοι μόνο στο να μη συμπράξετε με τους αιρετικούς στη σύσταση και συγκρότηση της φρενοβλαβούς (αιρετικής) δοξασίας τους. Και τούτο διότι εγώ ορίζω ως μισανθρωπία και ως χωρισμό από τη θεία αγάπη την προσπάθεια ενισχύσεως της πλάνης (της αιρέσεως), που έχει ως συνέπεια την ακόμη μεγαλύτερη φθορά εκείνων που έχουν ήδη πέσει σ’ αυτήν» (Ρ.G. 91, c. 465C).
2. Η διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Θεανθρώπου Χριστού, που διατυπώθηκε από τους αγίους Αποστόλους, από τους αγίους Πατέρες, από τις αγίες Συνόδους, γύρω από το θέμα των αιρετικών είναι η εξής: οι αιρέσεις δεν είναι Εκκλησία, ούτε μπορούν να είναι Εκκλησία. Γι’ αυτό δεν μπορούν οι αιρέσεις να έχουν τα αγία Μυστήρια, ιδιαίτερα το Μυστήριο της Ευχαριστίας, αυτό το Μυστήριο των Μυστηρίων. Γιατί ακριβώς η θεία Ευχαριστία είναι το παν και τα πάντα στην Εκκλησία: δηλαδή είναι και ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς και η ίδια η Εκκλησία και γενικά κάθε τι που ανήκει στον Θεάνθρωπο.
Η «intercommunio», δηλαδή η διακοινωνία με τους αιρετικούς στα αγία Μυστήρια, ιδιαιτέρως στη θεία Ευχαριστία, είναι η πλέον αναίσχυντη προδοσία του Κυρίου Ιησού Χριστού, η προδοσία του Ιούδα. Πρόκειται μάλιστα περί προδοσίας ολόκληρης της Εκκλησίας του Χριστού, της Εκκλησίας του Θεανθρώπου, της Εκκλησίας της Αποστολικής, της Εκκλησίας της Αγιοπατερικής, της Εκκλησίας της Αγιοπαραδοσιακής, της Εκκλησίας της Μιας και μοναδικής. Εδώ θα πρέπει να σταματήσει κάποιος τον χριστοποιημένο νου του και τη συνείδηση μπροστά σε μερικά άγια γεγονότα, άγια μηνύματα και άγιες εντολές.
Πρώτον, πρέπει να διερωτηθούμε σε πια εκκλησιολογία και σε πια θεολογία με θέμα την Εκκλησία θεμελιώνεται η λεγόμενη «intercommunio»; Γιατί ολόκληρη η Ορθόδοξη Θεολογία της Εκκλησίας γύρω από το θέμα της Εκκλησίας βασίζεται και θεμελιώνεται όχι στην inter-communio (δια-κοινωνία), αλλά στη θεανθρώπινη πραγματικότητα της communio δηλαδή στη θεανθρώπινη Κοινωνία (πρβλ. Α΄ Κορ. 1, 9. 10, 16-17. Β΄ Κορ. 13, 13. Εβρ. 2, 14. 3, 14. Α΄ Ιω. 1, 3), ενώ η έννοια inter-communio, δια-κοινωνία, είναι καθ’ εαυτήν αντιφατική και ολότελα αδιανόητη για την Ορθόδοξη καθολική συνείδηση.
Το δεύτερο γεγονός, και μάλιστα ιερό γεγονός της Ορθοδόξου πίστεως, είναι το εξής: Στην Ορθόδοξη διδασκαλία για το θέμα της Εκκλησίας και των αγίων Μυστηρίων, το μόνο και το μοναδικό μυστήριο είναι η ίδια η Εκκλησία, το Σώμα του Θεανθρώπου Χριστού, ούτως ώστε αυτή να είναι και η μόνη πηγή και το περιεχόμενο όλων των θείων Μυστηρίων. Έξω από αυτό το θεανθρώπινο και παμπεριεκτικό Μυστήριο της Εκκλησίας, το Παν-μυστήριο, δεν υπάρχουν ούτε μπορούν να υπάρχουν «μυστήρια»΄ επομένως, και ουδεμία «δια-κοινωνία» (inter-communio) υπάρχει στα Μυστήρια. Ως εκ τούτου μόνο μέσα στην Εκκλησία, στο μοναδικό τούτο Παμμυστήριο του Χριστού, μπορεί να γίνει λόγος για τα Μυστήρια. Γιατί η Εκκλησία η Ορθόδοξη, καθώς είναι το Σώμα του Χριστού, είναι η πηγή και το κριτήριο των Μυστηρίων και όχι το αντίθετο. Τα Μυστήρια δεν μπορούν να αναβιβάζονται πάνω από την Εκκλησία, ούτε να θεωρούνται έξω από το Σώμα της Εκκλησίας.
Ένεκα τούτου, σύμφωνα με το φρόνημα της Καθολικής του Χριστού Εκκλησίας και σύμφωνα με ολόκληρη την Ορθόδοξη Παράδοση, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν παραδέχεται την ύπαρξη άλλων μυστηρίων έξω απ’ αυτήν, ούτε τα θεωρεί ως μυστήρια, μέχρις ότου προσέλθει κάποιος με μετάνοια από την αιρετική «εκκλησία», δηλαδή ψευδοεκκλησία, στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού. Μέχρι τότε που μένει κάποιος έξω από την Εκκλησία, χωρίς να έχει ενωθεί μαζί της δια της μετανοίας, μέχρι τότε αυτός είναι για την Εκκλησία αιρετικός και αναπόφευκτα βρίσκεται έξω από τη σωτηριώδη Κοινωνία = communio. Γιατί «τίς μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; τίς δε κοινωνία φωτί προς σκότος;» (Β’ Κορ. 6, 14).
Ο πρωτοκορυφαίος Απόστολος, με την εξουσία που έλαβε από τον Θεάνθρωπο, δίνει εντολή: «Αιρετικόν ανθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού» (Τίτ. 3, 10). Εκείνος, λοιπόν, ο οποίος, όχι μόνο δεν παραιτείται από τον «αιρετικόν άνθρωπον» αλλά δίνει σ’ αυτόν και τον ίδιο τον Κύριο την θεία Ευχαριστία, αυτός βρίσκεται στην αποστολική και θεανθρώπινη αγία πίστη; Επί πλέον ο αγαπημένος Μαθητής του Κυρίου Ιησού, Απόστολος της αγάπης, δίνει εντολή: άνθρωπος ο οποίος δεν πιστεύει στη σάρκωση του Χριστού και δεν παραδέχεται την ευαγγελική γι’ Αυτόν διδασκαλία ως Θεανθρώπου «μη λαμβάνετε αυτόν εις οικίαν» (Β’ Ιω. 1, 10).
Ο Κανόνας ΜΕ’ των αγίων Αποστόλων βροντοφωνεί: «Επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος, αιρετικοίς συνευξάμενος μόνον, αφοριζέσθω΄ ει δε επέτρεψεν αυτοίς, ως κληρικοίς ενεργήσαί τι, καθαιρείσθω» (Πρβλ. Κανόνα ΛΓ’ της εν Λαοδικεία Συνόδου). Η εντολή αυτή είναι σαφής, ακόμη και για τη συνείδηση του κουνουπιού. Δεν είναι έτσι;
Ο Κανόνας ΞΔ’ των αγίων Αποστόλων διατάζει: «Ει τις κληρικός, ή λαϊκός, εισέλθη εις συναγωγήν Ιουδαίων, ή αιρετικών, προσεύξασθαι, και καθαιρείσθω, και αφοριζέσθω». Και τούτο είναι σαφέστατο και για την πλέον πρωτόγονη συνείδηση.
Ο Κανόνας Μς’ των αγίων Αποστόλων:«Επίσκοπον ή πρεσβύτερον αιρετικών δεξαμένους βάπτισμα ή θυσίαν καθαιρείσθαι προστάττομεν. Τίς γαρ συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ; ή τίς μερίς πιστώ μετά απίστου;». Είναι οφθαλμοφανές και για τους αόμματους ότι η εντολή αυτή ορίζει κατηγορηματικά ότι δεν πρέπει να αναγνωρίζουμε στους αιρετικούς κανένα άγιο Μυστήριο και ότι αυτά πρέπει να τα θεωρούμε ως άκυρα και χωρίς θεία Χάρη.
Ο θεόπνευστος φορέας της αποστολικής και αγιοπατερικής καθολικής Παραδόσεως της Εκκλησίας του Χριστού, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ευαγγελίζεται από την καρδιά όλων των αγίων Πατέρων, όλων των αγίων Αποστόλων, όλων των αγίων Συνόδων της Εκκλησίας την εξής θεανθρώπινη αλήθεια: «Ο άρτος και ο οίνος δεν είναι τύπος του Σώματος και Αίματος του Χριστού (μη γένοιτο), αλλά το ίδιο το Σώμα του Κυρίου θεωμένο… Δια μέσου αυτού καθοριζόμενοι ενωνόμαστε με το Σώμα του Κυρίου και με το Πνεύμα Του και γινόμαστε Σώμα Χριστού (=η Εκκλησία)… Και ονομάζεται μετάληψη΄ γιατί δια μέσου αυτής μεταλαμβάνουμε την Θεότητα του Ιησού. Κοινωνία δε ονομάζεται και είναι αληθινά, επειδή δια μέσου αυτής κοινωνούμε με τον Χριστό και μετέχουμε τη σάρκα Του και τη Θεότητά Του. Δια μέσου αυτής κοινωνούμε και ενωνόμαστε μεταξύ μας. Γιατί επειδή μεταλαμβάνουμε από έναν άρτο, όλοι είμαστε ένα Σώμα Χριστού και ένα Αίμα, και γινόμαστε μέλη ο ένας του άλλου, αποτελώντας ένα σώμα (σύσσωμοι) του Χριστού.
Γι’ αυτό λοιπόν, ας φυλαχτούμε με κάθε τρόπο να μην παίρνουμε μετάληψη αιρετικών, ούτε να τους δίνουμε. Μη δίνετε τα άγια στους σκύλους, λέγει ο Κύριος, ούτε να ρίχνετε τα μαργαριτάρια σας μπροστά στους χοίρους (Ματθ. 7, 6), για να μη γίνουμε συμμέτοχοι στην (αιρετική) κακοδοξία και συνεπώς και στην καταδίκη τους. Γιατί εάν βέβαια η θεία μετάληψη είναι ένωση με τον Χριστό και μεταξύ μας, τότε οπωσδήποτε ενωνόμαστε με τη θέληση μας και με όλους που μεταλαμβάνουν μαζί μας. Γιατί αυτή η ένωση γίνεται με τη θέλησή μας και όχι χωρίς τη γνώμη μας. Γιατί όλοι ένα σώμα είμαστε, επειδή μεταλαμβάνουμε από τον ένα άρτο, όπως λέγει ο θείος Απόστολος» (Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδ. Ορθ. πίστεως 4,13, PG 94, c. 1149. 1152.1153. Πρεβ. Α΄ Κορ. 10, 17).
Ο ατρόμητος ομολογητής των θεανθρωπίνων ορθοδόξων αληθειών (άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης) αναγγέλλει σ’ όλους τους ανθρώπους όλων των κόσμων: «Το να κοινωνεί κανείς από αιρετικό ή ολοφάνερα διαβεβλημένο ως προς τον βίο του, τον αποξενώνει από τον Θεό και τον εξοικειώνει με τον διάβολο» (Ρ.G. 99, c. 1668C). Σύμφωνα με τον ίδιο ο άρτος των αιρετικών δεν είναι «σώμα Χριστού» (Ρ.G. 99, c. 1597Α). Γι’ αυτό, «Όπως λοιπόν o θείος άρτος, όταν μετέχουν σ’ αυτόν οι Ορθόδοξοι, όλους όσους μετέχουν τους κάνει να αποτελούν ένα σώμα’ έτσι ακριβώς και o αιρετικός (άρτος), καθιστώντας μεταξύ τους κοινωνούς αυτούς που μετέχουν απ’ αυτόν, τους εμφανίζει ένα σώμα αντίθετο στον Χριστό» (Ρ.G. 99, c. 1480CD).
Επί πλέον «Η κοινωνία που δίνεται από τους αιρετικούς, δεν είναι κοινός άρτος, αλλά φαρμάκι (=δηλητήριο), που δεν βλάπτει το σώμα αλλά που μαυρίζει και σκοτίζει την ψυχή».
Πηγή: (Από το βιβλίο «Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενισμός», Εκδόσεις ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ, 1974, σελ. 224-233) Ορθόδοξος άμβωνας, Θεογνωσία
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...