
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
Σχόλιο Τ.Ι.: Πριν από τα κείμενα του Καθηγητή κ. Φαράντου και του μοναχού Δαμασκηνού, παραθέτουμε απομαγνητοφωνημένο απόσπασμα κατά το οποίο έγινε ανάγνωση από το υπό κρίση βιβλίο του Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ζηζιούλα «Η Κτίση ως Ευχαριστία», σε εκπομπή του Δημήτρη Κοσμόπουλου (εδώ). Πρόκειται για ένα από τα πλέον βλάσφημα και αιρετίζοντα θεολογικά αναγνώσματα, σε βαθμό που θα μπορούσε κάποιος να το χαρακτηρίσει ως νέο-ειδωλολατρική ομολογία. Αλλά και από επιστημονική-φιλοσοφική σκοπιά να το δει κανείς, η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρημάτων και των "διαπιστώσεων" του φιλοσόφου Ζηζιούλα, κινούνται ανάμεσα στη σοφιστία και την παραεπιστήμη. Από τη μεριά της Πίστης μας, είναι λυπηρό (για πολλούς σκανδαλιστικό) το φαινόμενο (σίγουρα σημείο των καιρών) πως τέτοιου περιεχομένου κείμενα μπορούν να φέρουν το μανδύα και την επίφαση “πονήματος Ορθοδόξου θεολογικής σκέψης”, και να μην έχουν ήδη καταδικαστεί για τον αντίχριστο χαρακτήρα τους. Από τη μεριά της Επιστήμης είναι απορίας άξιο πως θεωρητικά επιστημονικά σχήματα (Δαρβινισμός) και υφιστάμενα και καθιερωμένα επιστημονικά πεδία (Κβαντομηχανική, Σχετικιστική Φυσική, κ.λ.π.) μπορούν να έχουν τόσο διαβρωτική επίδραση στη φιλοσοφική σκέψη ώστε εν τέλει αυτή να οδηγείται στην πλάνη και την παρακμή.
«... Όλα όσα είπαμε, τονίζει ο μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης στο βιβλίο του η «ΚΤΙΣΗ ΩΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ: Θεολογική προσέγγιση στο πρόβλημα της Οικολογίας», περιγράφουν την κατάσταση που αφορά τους πρώτους 2 ή 3 αιώνες της Χριστιανικής περιόδου. Τα πράγματα όμως φαίνεται να αλλάζουν βαθμιαία και η Εκκλησία σιγά-σιγά οδηγήθηκε σε μια σοβαρή αλλαγή συνείδησεως σε ότι αφορά τις σχέσεις ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση. Τα αποφασιστικά βήματα σε αυτή την εξέλιξη μπορούν να περιγραφούν πολύ περιληπτικά ως εξής:
Πρώτον: η ισχυρή επίδραση του Πλατωνικού και του γνωστικού τρόπου σκέψεως κατά το δεύτερο και τρίτο αιώνα, είχε σαν αποτέλεσμα να υποτιμηθεί η σημασία του υλικού κόσμου και να θεωρηθεί στην καλύτερη περίπτωση ‘σαν χωρίς σημασία’ και στη χειρότερη σαν ‘κακός’. Οι Χριστιανοί γνωστικοί της Αλεξάνδρειας, πάνω από όλα η ισχυρή επιρροή του Ωριγένη, είναι κλασσικό παράδειγμα αυτής της εξελίξεως. Ο Ωριγένης του οποίου τα γραπτά διαβάζονταν πολύ από τους μοναχούς της Αιγύπτου, επηρέασε ένα αρκετά σημαντικό μέρος του Ανατολικού μοναχισμού, ο οποίος τελικά, ευτυχώς, διασώθηκε από την επηρροή αυτή χάρη σε δυνάμεις του Ορθοδόξου μοναχισμού όπως οι Άγιοι Μακάριος ο Αιγύπτιος και Μάξιμος ο Ομολογητής.
Δεύτερον: Στη Δύση παρόμοιες εξελίξεις έτειναν στο να διχοτομήσουν τον άνθρωπο από τη φύση, με το να θεωρούν τον άνθρωπο ανώτερο από τη φύση και κέντρο των πάντων. Ως τυπικά παραδείγματα αυτής της εξελίξεως μπορούμε να αναφέρουμε τον ιερό Αυγουστίνο και τον Βοήθιο, οι οποίοι όρισαν το ανθρώπινο ον, ακόμη και το θείο ον, με τη χρήση των εννοιών του λόγου και του νου, και εισήγαγαν τη συνείδηση και την ενδοστρέφεια σαν τα ύψιστα στοιχεία του ανθρώπου, ακόμα και του Θεού. Έτσι το ανθρώπινο ον ξεχώρισε από την όλη φύση όχι μόνο σαν όν ανώτερο από τα άλλα όντα αλλά πραγματικά σαν το μόνο ον που είχε σημασία για την αιωνιότητα, εκτός βέβαια από τους αγγέλους, οι οποίοι χάρις την πνευματική και άυλη υπόστασή τους ήταν ακόμη ανώτερης αξίας και από τις ανθρώπινες ψυχές. Η Βασιλεία του Θεού κατά την αντίληψη του ιερού Αυγουστίνου απαρτίζεται μόνο από σεσωσμένα πνευματικά όντα, από αθάνατες ψυχές.
Η Εκκλησία έχανε έτσι βαθμιαία τη συναίσθηση της σπουδαιότητας και της αιώνιας αξίας του υλικού κόσμου και αυτό ήταν ιδιαίτερα φανερό στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε τα ιερά μυστήρια και ιδιαίτερα τη Θεία Ευχαριστία. Αντί να είναι η Ευχαριστία μια ευλογία του υλικού κόσμου, των καρπών της φύσεως, και μια αναφορά όλων αυτών με ευγνωμοσύνη και ευλάβεια στο Δημιουργό, η Ευχαριστία πολύ γρήγορα έγινε βασικά μια τελετή αναμνήσεως της θυσίας του Χριστού και ένα μέσο χάριτος για την πνευματική τροφή της ψυχής. Η διάσταση του κόσμου χάθηκε γρήγορα από τη μυστηριακή Θεολογία στη Δύση, δίνοντας τη θέση της σε μια πνευματοκεντρική, ή ψυχοκεντρική αντίληψη του κόσμου.
Τρίτον: Η εποχή του μεσαίωνα και της Αναγεννήσεως ελάχιστα συνετέλεσε στην αλλαγή αυτής της καταστάσεως έχοντας στην πραγματικότητα εμπνευστεί από το σχολαστικισμό με την ιδέα ότι το κατ’ εικόνα Θεού αφορά στο λογικό του ανθρὠπου. Τα μυστήρια παρέμειναν ακόμη σε μεγάλο βαθμό στη Δύση άσχετα με τον υλικό κόσμο και έτσι το χάσμα ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση μεγάλωσε περισσότερο . Ο Καρτέσιος ακολουθώντας την Αυγουστίνεια παράδοση έκανε τη σκέψη κέντρο των πάντων:
«Σκέπτομαι άρα υπάρχω.»
Ενώ ο Διαφωτισμός ενίσχυσε ακόμα περισσότερο την άποψη ότι το σκεπτόμενο λογικά ον είναι αυτό που κυρίως ενδιαφέρει σε όλη τη Δημιουργία. Ο Ρομαντισμός, ενώ δίνει σημασία στη φύση, ενίσχυσε τη διχοτόμηση ανάμεσα στον σκεπτόμενο ενσυνείδητο υποκείμενο και στη μη σκεπτόμενη ασυνείδητη φύση (!?) δίνοντας εμφανώς προτεραιότητα στο πρώτο και επιτρέποντας στο τελευταίο να έχει αξία μόνο στο μέτρο που περικλείει μέσα του το πρώτο. Ο Πιετισμός, ο ευσεβισμός δηλαδή, ο Μυστικισμός και άλλες θρησκευτικές και θεολογικές κινήσεις, λειτουργούσαν επίσης χωρίς αναφορά στη φύση. Ενώ ο Πουριτανισμός και η δεσπόζουσα τάση του Καλβινισμού εκμεταλλευόμενοι στο έπακρο τους στίχους της Γεννέσεως «… αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν καὶ κατακυριεύσατε αὐτῆς.» (Γένεση, 9:1), συνετέλεσαν στην άνοδο του καπιταλισμού και τελικά στην τεχνολογία και στον πολιτισμό των ημερών μας (!?).
Σ’ αυτήν την ανθρωποκεντρική και λογικοκρατούμενη αντίληψη του κόσμου, στην οποία η Χριστιανική θεολογία συνέβαλεν αποφασιστικά, ο σύγχρονος Δυτικός κόσμος μας κατάφερε να παρουσιάσει δυό αντισώματα προς τα οποία όμως η Θεολογία και η Εκκλησία παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό εχθρικές.
Πρώτο ήταν ο Δαρβινισμός. Ο Δαρβινισμός τόνισε ότι το ανθρώπινο ον δεν είναι διόλου το μόνο διανοούμενο όν της Δημιουργίας, πράγμα που ήταν ράπισμα στη σχολαστική άποψη ότι η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο είναι η λογική του και η νοημοσύνη του, και ότι τη συνείδηση, ακόμα και την αυτοσυνειδησία, μπορούμε να τη συναντήσουμε και στα ζώα (!?). Η διαφορά ανάμεσα στα ζώα και στον άνθρωπο είναι διαφορά βαθμού και όχι είδους. Έτσι ο άνθρωπος επανήλθε στην οργανική του θέση στη φύση και το ερώτημα ως προς τη διαφορά του από τα ζώα παρέμεινε ανοικτό δεδομένου ότι η λογική δεν είναι πια η ειδοποιός διαφορά(!?).
Η Δυτική Εκκλησία υπερασπιζόμενη γενικά τη λογοκεντρική δομή του πολιτισμού μας απέτυχε να αντιδράσει δημιουργικά στην πρόκληση του Δαρβινισμού και προτίμησε η ίδια είτε να εμπλακεί σε μια ανταγωνιστική διαμάχη μαζί του είτε να υποκύψει δεχόμενη αυτήν την κατωφερή ανθρωπολογία, και όλα αυτά γιατί αρνήθηκε να αναζητήσει σε άλλες περιοχές εκτός της λογικής(!?) τη διαφορά των ανθρωπίνων όντων από τα ζώα . Αλλά ο Δαρβινισμός έχοντας ουσιαστικά κερδίσει την επιστήμη της Βιολογίας είναι ακόμη στο προσκήνιο και η Θεολογία πρέπει να κάνει την καλύτερη δυνατή χρήση του θετικά και αρνητικά στο θέμα της αντιμετώπισης της οικολογικής κρίσεως(!?).
Δεύτερον από τα αντισώματα σ’ αυτόν τον ανθρωποκεντρικό και λογικοκρατούμενο πολιτισμό που κληρονόμησεν η εποχή μας, ήρθε από την περιοχή της Φυσικής φιλοσοφίας μέσα από τον Αινστάιν και τη σχολή της σύγχρονης Κβαντικής Φυσικής που τον διαδέχτηκε. Εδώ το χτύπημα ήταν διαφορετικό και ίσως βαθύτερο.
Ως πρώτη συνέπεια, η Φυσική επιστήμη σήμερα έρχεται να υπογραμμίσει το τέλος της διχοτομήσεως ανάμεσα στη φύση, ή την ουσία, και στο γεγονός (?!). Κάθε τι που είναι ταυτόχρονα συμβαίνει. Χώρος και χρόνος αλληλοπεριχωρούνται. Ο Κόσμος ο ίδιος είναι ένα γεγονός και δε μπορεί να γίνει αντιληπτός ξέχωρα από μια πράξη, θα μπορούσαμε να πούμε από μια τελετή η οποία συνεχώς πραγματοποιείται. Επιπρόσθετα έχουμε το χτύπημα στη δομή του υποκειμένου και του αντικειμένου, που έρχεται από την Κβαντική Μηχανική (?!). Ο παρατηρητής και το παρατηρούμενο αποτελούν μιαν αδιάσπαστη ενότητα στην οποία η μια πλευρά επηρεάζει την άλλη. Το σύμπαν ολόκληρο, μέχρι τα πιο ασήμαντα στοιχεία του είναι παρόν και στο πιο απλό και μικρό μέρος του. Ακόμα και αυτό που από μια συγκεκριμένη σχολή Φυσικής φιλοσοφίας ονομάζεται Ανθρωπική Αρχή, παρά τον ανθρωποκεντρισμό του δεν μπορεί να έχει εφαρμογή σε μια θεώρηση του κόσμου στην οποία ο άνθρωπος είναι απομονωμένος από το υπόλοιπον σύμπαν(?!).
Η επιστήμη της Φυσικής όπως και της Βιολογίας ασκεί πίεση στη σύγχρονη Θεολογία, ζητώντας αναθεώρηση της παραδοσιακής μας Θεολογίας (?!). Πιστεύω ότι αυτή την πίεση μπορεί να την χρησιμοποιήσουμε ως αποφασιστηκά ωφέλιμη για την Εκκλησία στις προσπάθειές της να αντιμετωπίσει το οικολογικό πρόβλημα(?!). Αυτό, φυσικά, προϋποθέτει μια δημιουργική χρήση από τη Θεολογία όλων αυτών των νέων εξελίξεων της Βιολογίας και της Φυσικής, σε συνδυασμό με όσα η Χριστιανική παράδοση μπορεί να προσφέρει για τον ίδιο σκοπό. Τέτοια στοιχεία από τη Χριστιανική παράδοση μπορούμε να αντλήσουμε από τις περιοχές της Πατερικής Θεολογίας, ειδικά δε από το χώρο της σκέψεως των Πατέρων της Εκκλησίας(?!).
Από τη λειτουργική εμπειρία της αρχαίας Εκκλησίας θα πρέπει να υπογραμμίσουμε τα ακόλουθα. Όλες οι αρχαίες λειτουργίες ιδιαίτερα στην Ανατολή περιλαμβάνουν καθαγιασμό της ύλης και του χώρου. Δεν υπάρχουν σε αυτές τις λειτουργίες τάσεις που να ωθούν την ανθρώπινη ψυχή σε στάσεις ενδοστρέφειας και αυτοσυνειδησίας(?!). Όλα στις λειτουργίες αυτές αποβλέπουν στη συμμετοχή του προσευχομένου στο γεγονός κοινωνίας με τα άλλα μέλη της λατρευτικής κοινότητας και με το υλικό πλαίσιο της λειτουργίας (?!). Εκτός από τον άρτο και τον οίνο που είναι σαφώς μέρος του υλικού κόσμου, η αρχαία λειτουργία προσπαθούσε να απευθυνθεί σε όλες τις αισθήσεις του ανθρώπου μέσα από το λειτουργικό γεγονός: στην όραση με τις εικόνες και τα άμφια, στην ακοή με τους ύμνους και τις ψαλμωδίες, στην όσφρηση με την οσμή του λιβανιού, κλ.π., και επιπλέον οι προσευχές ‘υπέρ ευκρασίας αέρων’, ‘εφορίας των καρπών της γης’, τοποθετούν τη λειτουργία στην καρδιά της Δημιουργίας.
Δεύτερον, όλες οι αρχαίες λειτουργίες φαίνεται να μην έχουν ως κέντρο τους τόσο τον καθαγιασμό των δώρων, και ακόμα λιγότερο την ψυχολογική ανάμνηση του Σταυρού του Χριστού (!?), όσο την αναφορά των δώρων του άρτου και του οίνου στο Δημιουργό-Πατέρα (!?), αυτό δηλαδή που σε όλες τις αρχαίες Ελληνικές λειτουργίες είναι γνωστό ως ‘Αναφορά’ . Οι λειτουργιολόγοι σήμερα τείνουν στο να τονίσουν αυτή την ξεχασμένη λεπτομέρεια, η οποία όντως μπορεί να έχει ξεχωριστή σημασία για μια Θεολογία της Δημιουργίας (!?), και ετούτο γιατί η λεπτομέρεια αυτή επικεντρώνει εξίσου την προσοχή στην πράξη του ανθρώπου ως ιερέως της Δημιουργίας (?!) καθώς και στην πράξη του Θεού, ο οποίος στέλνει το Άγιο Πνεύμα για να μεταβάλλει τα προσφερόμενα δώρα σε σώμα και αίμα Χριστού. Αυτό το ξεχασμένο στοιχείο είναι τόσο κεντρικό στη συνείδηδη της αρχαίας Εκκλησίας ώστε προσφέρει και αυτή ακόμα την ορολογία(?!) για να δηλωθεί η ταυτότητα και το όνομα της Ευχαριστιακής Ακολουθίας. Στην αρχαία Εκκλησία η ακολουθία αυτή ονομαζόταν, όχι χωρίς ιδιαίτερη σημασία, καθαρά και απλά Αναφορά, ή Ευχαριστία. Και οι δύο αυτοί όροι έχουν σχέση με την ιερατική πράξη του ανθρώπου ως εκπροσώπου όλης της Δημιουργίας. Σε σχέση με όλα αυτά θα πρέπει επίσης να υπογραμμίσουμε ότι η αρχαία ευχαριστιακή λειτουργία άρχιζε την ευχαριστιακή ευχή, ή τον Κανόνα, με ευχαριστία για τη Δημιουργία πριν απ’ όλα και ύστερα για τη λύτρωση δια του Ιησού Χριστού. Σε ορισμένες περιπτώσεις όπως είναι η ευχαριστιακή λειτουργία η οποία σχολιάζεται από τον Άγιο Κύριλλο των Ιεροσολύμων στις «Μυσταγωγικές Κατηχήσεις» του, η ευχαριστία για τη Δημιουργία φαίνεται να είναι το μόνο περιεχόμενο του ευχαριστιακού κανόνα, χωρίς να αναφέρεται καθόλου η θυσία του Χριστού (?!). Βέβαια, αυτός δεν ήταν συνηθισμένος τύπος αλλά μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε(?!) για να τονίσουμε το πόσο κεντρική θέση είχε η αναφορά της κτίσεως στην αρχαία λειτουργία .
Το ιερατικό στοιχείο της Ευχαριστίας, και αυτό αξίζει να το τονίσουμε, δεν ήταν η θυσία όπως συνέβαινε το μεσαίωνα, αλλά η αναφορά στο Θεό της δικής του Δημιουργίας(?!). Είναι κρίμα πραγματικά γιατί η θυσία έφτασε να καλύψει για αιώνες το νόημα της Ιερωσύνης. Είναι κρίμα , όχι τοσο γιατί αυτό έδωσε αφορμή για ατέλειωτες αντιθέσεις ανάμεσα στους Ρωμαιοκαθολικούς και τους Προτεστάντες εμποδίζοντάς τους να φτάσουν σε μια κοινή αντίληψη της Ευχαριστίας ακόμα και σήμερα, αλλά κυρίως γιατί αυτό σήμαινε ότι χάθηκε η διάσταση της Δημιουργίας από την έννοια της Ιερωσύνης (?!). Επομένως, είναι πολύ σημαντικό να αποκαλύψουμε και να αποκαταστήσουμε αυτή τη διάσταση με σκοπό να αντιμετωπίσουμε το Οικολογικό πρόβλημα (!?).»
(Πηγή: «Ακούστε το Βιβλίο "Κτίση ως Ευχαριστία"», ο Δημητρης Κοσμόπουλος διαβάζει από το βιβλίο του μητροπολίτη Περγάμου Iωάννη Ζηζιούλα, Αντίφωνο )
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ Ή ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ;
Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΙΩ. ΖΗΖΙΟΥΛΑ
ΜΕΓΑ Λ. ΦΑΡΑΝΤΟΥ
Εις τα επόμενα ασχολούμαι με την παρουσίαση και την κριτική θεώρηση των θεολογικών ιδεών και απόψεων του Μητροπολίτου Περγάμου και καθηγητού κ. Ιωάννου Ζηζιούλα , όπως αυτές εκτίθενται εις το προσφάτως δημοσιευθέν βιβλίο του: «Η κτίση ως ευχαριστία, θεολογική προσέγγιση στο πρόβλημα της Οικολογίας», Αθήνα 1992.
Έναντι του θεοκεντρικού χαρακτήρος της «παραδοσιακής» ορθοδόξου δογματικής θεολογίας, ήτις θεολογεί με αφετηρία και βάση την εν Ιησού Χριστώ θεία αποκάλυψη, όπως αυτή βιώνεται και διδάσκεται υπό της Ορθόδοξου Εκκλησίας, παρουσιάζει η εις το ως άνω βιβλίο του θεολογία του κ. Ζηζιούλα (εφεξής : κ. Ζ.) εμφανή την απόκλιση προς ένα ανθρωποκεντρισμό.
Ενταύθα πρόκειται ουχί περί επί μέρους επιδράσεων εκ της δυτικής θεολογίας, τις οποίες συναποκομίζει πας ορθόδοξος θεολόγος, θητεύσας εις τας θεολογικάς σχολάς της Δύσεως, αλλά περί ενός νέου τρόπου του θεολογείν στο χώρο της ορθοδόξου δογματικής θεολογίας, με ισχυρά τη ροπή προς την φυσική, τ.έ. την φιλοσοφική, θεολογία, όστις, εκρίθη σκόπιμο να καταστεί γνωστός ευρύτερο, προς θεολογική συζήτησιν, αντιπαράθεση και αξιολόγηση, και ένταξη εκεί, ένθα ανήκει, δεδομένου ότι απηχεί απόψεις ενός ουχί τυχαίου Έλληνος ορθοδόξου θεολόγου και επισκόπου.
Οι εντός παρενθέσεως αριθμοί παραπέμπουν εις το ως άνω βιβλίο του κ. Ζ., για δε τις υπογραμμίσεις, επειδή δεν κατέστη δυνατόν να τηρηθεί η δέουσα τάξη, παρακαλώ τον αναγνώστη, όπως ανατρέχει στο κείμενο προς επαλήθευση. Οι τίτλοι των περιεχομένων της δικής μου εργασίας έχουν ως ακολούθως:
4o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
«...δεν υπάρχει... υπερφυσικό»
1. Η θεολογία του κ. Ζηζιούλα απομακρύνεται εκ της «παραδοσιακής» ορθοδόξου θεολογίας, ήτις κατανοεί το έργον της ως λειτουργίαν εντός της Εκκλησίας προς υποβοήθησιν του σωτηριώδους έργου Αυτής προς τους πιστούς της. Η θεολογία τον κ. Ζ. απευθύνεται προς «το σύγχρονο άνθρωπο», με τον οποίον επιδιώκει να διαλεχθεί και να πείσει, επιζητούσα «μια έντιμη, συνεπή συνομιλία με την επιστημονική ή φιλοσοφική σκέψη», και «με τους φυσικούς επιστήμονες» (88. 89).
Ποίος είναι «ο σύγχρονος άνθρωπος» εις την εικόνα του κ. Ζ.;
- Είναι εκείνος, πού «αποτινάζει με αγανάκτηση τους ηθικούς κανόνες» της χριστιανικής παραδόσεως(32), που δεν πείθεται με «τα δογματικά κηρύγματα»(33), πού «δεν συλλαμβάνει πλέον το υπερφυσικό»(25). Και εδώ παρατηρείται κάτι το εκπληκτικόν, ουχί μόνον δι' ορθόδοξον, αλλά και δι' οιονδήποτε άλλον θεολόγον επιστήμονα: Ο κ. Ζ. αποδέχεται ανεπιφυλάκτως -και μάλιστα υπερθεματίζει- την πολεμικήν ταύτην «του συγχρόνου ανθρώπου», δια της οποίας απορρίπτει ούτος σύνολον την χριστιανικήν - ορθόδοξον παράδοσιν, διότι «δεν την συλλαμβάνει πλέον» . Χωρίς την άσκησιν οιασδήποτε κριτικής προς «τον σύγχρονον άνθρωπον», όστις είναι πλήρης προλήψεων, δεισιδαιμονιών, αιρέσεων, ανηθικότητος, εγκληματικότητος κλπ., επιρρίπτει ούτος όλα τα βάρη «της κρίσεως του συγχρόνου ανθρώπου στη σχέση του με το Χριστό» εις την Εκκλησίαν και εις την θεολογίαν της, δια τον λόγον και μόνον, ότι διδάσκει αυτή, ο,τι απορρίπτει ούτος. Και δια να μην επανέρχομαι: «Και μέσα στην Εκκλησία», κατά τον κ. Ζ., το άτομον δεν σώζεται, αλλά κακοποιείται και αλλοτριούται(29) !
Ειδικώτερον, ως προς την περί Θεού διδασκαλίαν, όπως κατανοεί ταύτην ο κ. Ζ., αξία σημειώσεως είναι τα ακόλουθα: Ο κ. Ζ. εις τον περί Θεού λόγον του απαξιοί, σχεδόν, να «εργασθεί» με χριστιανικάς εννοίας, όπως: Πατήρ, Υιός, Άγιον Πνεύμα, ενέργειαι του Θεού κλπ. Ακόμη δε και την λέξιν «Θεός» χρησιμοποιεί κατά συγκατάβασιν: «...σε κάποιο "επέκεινα" - στο Θεό, αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτή την παραδοσιακή ορολογία»(45)! Αντί δε τούτων επιδεικνύει προτίμησιν ούτος προς τους φιλοσοφικούς όρους: «υπερφυσικό», «υπερβατικό», «επέκεινα» κλπ., οίτινες υπεμφαίνουν το ουδέτερον, το απρόσωπον, το ανενέργητον «επέκεινα», καθώς και προς μίαν «απόλυτα μονοθεϊστική έννοια περί Θεού»(103), ακατανόητον δια τα ορθόδοξα θεολογικά δεδομένα.
Ωσαύτως ασκείται υπό του κ. Ζ. δριμύτατη πολεμική κατά της «παραδοσιακής» ορθοδόξου περί Θεού διδασκαλίας, με μόνον κριτήριον «τον σύγχρονο άνθρωπο». Ο κ. Ζ. δηλ. δεν ερωτά θεολογικώς, εάν η «παραδοσιακή» περί Θεού διδασκαλία αντιστοιχεί ή όχι προς το περιεχόμενον της εν Ιησού Χριστώ θείας αποκαλύψεως, και εκείθεν να κρίνει ή και να απορρίψει ταύτην, αλλά θέτει ως κριτήριον του περί Θεού λόγου της ορθοδόξου θεολογίας «το σύγχρονο άνθρωπο».
Έπονται τα ακόλουθα «σχιζοφρενικά» : Εδώ έχομεν θεολογικήν ασυδοσίαν. Ουδείς ποτέ σοβαρός θεολόγος απέρριψε θεολογικάς προτάσεις με εξω-θεολογικά κριτήρια.
1. Δια την υπό «του συγχρόνου άνθρωπου» απόρριψιν του Θεού ευθύνεται η θεολογία, «εφ' όσον η θεολογία του Τον τοποθέτησε σε μια σφαίρα πού δεν μπορεί πια να κατανοήσει»(26), ήτοι «τοποθέτησε» «το σύγχρονο άνθρωπο» «σε σχήματα δυαλιστικά»(36). Τί είναι «τα δυαλιστικά» ταύτα «σχήματα»; Απλούστατα: Ο υπό της θεολογίας «διαχωρισμός ανάμεσα στο φυσικό και το υπερφυσικό»(25).
2. «Η θεολογική παράδοση», με την περί Θεού και κόσμου «δυαλιστική» διδασκαλία της, έβλαψε «το σύγχρονο άνθρωπο»: «τον διχοτόμησε και τον έκανε σχιζοφρενικό»(36). Και εδώ, λοιπόν, η μαρξιστική - φροϋδική κριτική της αλλοτριώσεως του ανθρώπου δια της εις Θεόν πίστεως!
3. Και τέλος, η αντίφασις: «Ο σύγχρονος άνθρωπος...» «... το Υπερφυσικό... δεν το συλλαμβάνει πλέον»(25).
Διατί, λοιπόν, ευθύνεται η παραδοσιακή θεολογία δια την υπό «του συγχρόνου ανθρώπου» απόρριψιν του Θεού, αφού ούτος «δεν συλλαμβάνει πλέον το υπερφυσικό»; Και πως θα πρέπει, άραγε, να ομιλήσει η θεολογία περί του Θεού «στο σύγχρονο άνθρωπο», δια «να μπορέσει να τον κατανοήσει»; Ο κ. Ζ. δίδει την απάντησιν: Να απορρίψει το «υπερφυσικό», να ταυτίσει αυτό με «το φυσικό», να διακηρύξει μία, «ενιαία πραγματικότητα». Εν τη απορρίψει δηλ. «του υπερφυσικού», «ο σύγχρονος άνθρωπος» θα «συλλάβει» και θα «κατανοήσει» αυτό . Παρακολουθούμε, πώς ο κ. Ζ. διατυπώνει τον θεολογικόν του Μονισμόν:
«... δεν υπάρχει φυσικό και υπερφυσικό... Υπάρχει συνάντηση πλήρης, μέχρι ταυτισμού, (η υπογράμμισις είναι του κειμένου), της ουράνιας με την επίγεια πραγματικότητα,.., μια συνάντηση, στην οποία και αυτός ο Θεός παύει να νοείται ως "επέκεινα" της φύσεως» (25 - 26).
Ο κ. Ζ. εις άλλα, νεώτερα, κείμενα του αυτού βιβλίου του εκφράζεται συμφώνως προς την «παραδοσιακήν» περί Θεού διδασκαλίαν, όταν αναφέρει: δεν υπάρχει «φυσική συγγένεια ανάμεσα στο Θεό και στη δημιουργία» (93), αλλά «φυσική ετερότητα του Θεού και της δημιουργίας»(90) κ.ά. Τι συμβαίνει εδώ: κραυγαλέα αντίφασις ή θεολογική σκοπιμότης;
Εν τούτοις εν παραμένει βέβαιον: Ο κ. Ζ. πρεσβεύει ένα θεολογικόν Μονισμόν, όστις απαγορεύει «την διχοτόμηση μεταξύ φυσικού και υπερφυσικού» και αποδέχεται «την ταύτισιν» Θεού και κόσμου. Απόδειξις τούτου το γεγονός, ότι προσπαθεί να κατοχυρώσει τούτον και με επιχειρήματα, τα οποία συνοψίζονται εις τα ακόλουθα:
1. Αναφέρει ο κ. Ζ.:
«Αυτή η θεώρηση τον κόσμου μέσα στην Ευχαριστία δεν αφήνει περιθώρια για διχοτόμηση μεταξύ φυσικού και υπερφυσικού»(25).
Επί της θέσεως ταύτης αι ακόλουθοι ενστάσεις: Καταργεί, άραγε, η θεία Ευχαριστία το χριστολογικόν δόγμα της Οικουμενικής συνόδου της Χαλκηδόνος, ήτοι το: «ασυγχύτως, ατρέπτως - αδιαιρέτως, αχωρίστως»; Το «ασυγχύτως, ατρέπτως» δεν διασώζει τας «δυο φύσεις» του Ιησού Χριστού, την άπειρον, ποιοτικήν, διαφοράν ακτίστου και κτιστού, την «διαίρεσιν» «ανάμεσα στο φυσικό και το υπερφυσικό»; Το δε «μέχρι ταυτισμού» (25) δεν οδηγεί, άραγε, εις «ταύτισιν» των δύο -«φυσικού και υπερφυσικού»- με όλας τας ακολουθίας: σύγχυσιν, μονοφυσιτισμόν, μονισμόν, θεολογίαν του θανάτου του Θεού κλπ.;
Η υπό του κ. Ζ. αποδοχή «ενιαίας πραγματικότητος», «μέχρι ταυτισμού... φυσικού και υπερφυσικού», φαίνεται να έχει ως αιτίαν και την συγκεχυμένην ορολογίαν, την οποίαν χρησιμοποιεί προκειμένου να αποδώσει το Μυστήριον της θείας Ευχαριστίας, όταν λέγει: «Η Ευχαριστία είναι... αυτός ο ίδιος ο Χριστός, ο όλος Χριστός», «το όλο μυστήριο του Χριστού»(20, 21), κλπ. Τοιαύτας εκφράσεις χρησιμοποιούν όλαι αι χριστιανικαί «εκκλησίαι» δια και κατά την τέλεσιν της Ευχαριστίας των, προκειμένου να δηλώσουν την «παρουσίαν» του Χριστού «εν τω μέσω» της κοινότητος των.
Δεν αμφισβητώ την αλήθειαν των εκφράσεων τούτων, επισημαίνω, όμως, ότι εις την δογματικήν γλώσσαν της ορθοδόξου θεολογίας η «παρουσία του Χριστού» εις το Μυστήριον της θείας Ευχαριστίας προσδιορίζεται μόνον δια της φράσεως: « σώμα και αίμα Χριστού» , και δι' ουδεμιάς περαιτέρω. Η ορολογία αυτή έχει μεγάλην σημασίαν δια την ορθόδοξον θεολογίαν των «ενώσεων» και των «διακρίσεων», ήτις δεν γνωρίζει ορολογίαν των «ταυτίσεων» και «συμβολισμών».
2. Ο κ. Ζ. αποδίδει «την κρίση του συγχρόνου άνθρωπου στη σχέση του με το Χριστό... στη θεολογική παράδοση», η οποία, διδάσκουσα εις τον περί Θεού λόγον της την «διχοτόμηση μεταξύ φυσικού και υπερφυσικού», «τον τοποθέτησε σε σχήματα δυαλιστικά» και έτσι «τον διχοτόμησε και τον έκανε σχιζοφρενικό»(36, 25). Εις το βιβλίον του, λοιπόν, ο κ. Ζ, παρουσιάζει, εκτός των θεολογικών του ιδεών, και «το πρότυπο» του συγχρόνου ορθοδόξου «δογματολόγου», κατά την ιδικήν του ορολογίαν, όστις διαπρέπει εις γνώσεις ουχί μόνον των δογματικών αληθειών της χριστιανικής πίστεως, αλλά και σχεδόν όλων των «συγχρόνων» κοσμικών επιστημών, όπως π.χ. της Φυσικής, της Βιολογίας, του Δαρβινισμού κλπ.
Εν προκειμένω δε, προβάλλει ούτος τας επί της Ψυχολογίας και της Ψυχαναλύσεως γνώσεις του, υιοθετών ανοποδείκτους θεωρίας περί «νευρώσεων», προκαλουμένων δια της εις Θεόν πίστεως, και διαπιστώνων «φροϋδικά» πλέγματα, τα οποία προεκάλεσε «στο σύγχρονο άνθρωπο» «η θεολογική παράδοση», ήτις «τον τοποθέτησε σε σχήματα δυαλιστικά ή σε ασφυκτικά ηθικά κατασκευάσματα» και, έτσι, «τον διχοτόμησε και τον έκανε σχιζοφρενικό». Δια να αρθεί, λοιπόν, «η κατάσταση της σχιζοφρένειας», θα πρέπει η θεολογία να αποδεχθεί μίαν πραγματικότητα, υπό την έννοιαν: «δεν υπάρχει φυσικό και υπερφυσικό»(25), συμφώνως και προς την αρχήν: «πονάει δόντι, βγάζει δόντι»!
Το ερώτημα, πού προκύπτει είναι, εάν, τώρα, πού «ο σύγχρονος άνθρωπος» απέρριψε «το υπερφυσικό», διότι «δεν το συλλαμβάνει πλέον», έπαυσε να ζει «σε μια κατάσταση σχιζοφρενείας»(25)! Ο,τι εκπλήσσει εις την προκειμένην περίπτωσιν, είναι ότι ο κ. Ζ. χρησιμοποιεί ουχί θεολογικά, αλλά εξωθεολογικά κριτήρια και επιχειρήματα προς απόρριψιν δογματικών και ηθικών διδασκαλιών της χριστιανικής πίστεως. Επαναλαμβάνω : Ουδείς σοβαρός θεολόγος επί διαχριστιανικού επιπέδου θεολογεί με τοιούτου είδους επιχειρηματολογίαν. Το αίτημα, όμως, περί άρσεως της «διχοτομήσεως» της χριστιανικής ζωής, εγείρει και θεολογικά προβλήματα, αφού η ύπαρξις και η ζωή του κατά Χριστόν ζώντος πιστού και θεολόγου είναι «διαλεκτική», ήτοι ζει ούτος διαρκώς εις μίαν κατάστασιν «διχασμού».
Ακούομεν, πως εκφράζεται ο απόστολος Παύλος: «ως αποθνήσκοντες και ιδού ζώμεν,... ως λυπούμενοι αεί δε χαίροντες,... ως μηδέν έχοντες και πάντα κατέχοντες» (Β' Κορ. 6, 9 - 10), ή: «Ει ουν συνηγέρθητε τω Χριστώ, τα άνω ζητήτε,... τα άνω φρονείτε, μη τα επί της γης. Απεθάνετε γαρ, και η ζωή υμών κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ... Νεκρώσατε ουν τα μέλη υμών τα επί της γης...» (Κολοσ. 3, 1 εξ.), ή το: «εκ του κόσμου τούτου ουκ εστέ» (Ιω. 15, 19); Τι δηλούν τα χωρία ταύτα και το πλήθος των παρομοίων: άραγε ουχί το παράδοξον, το μυστήριον της ζωής των Χριστιανών, οίτινες, ζώντες «επί της γης», καλούνται εις το φρονείν «τα άνω, μη τα επί της γης»; Ο τρόπος ούτος του ζειν, δεν είναι, «διχασμός» της υπάρξεως, εκφραζόμενος κατά τρόπον ανεπανάληπτον με τας φράσεις: «Απεθάνετε γαρ, και η ζωή υμών κέκρυπται, νεκρώσατε τα μέλη υμών» κλπ., και αντιστοιχών προς την εν Ιησού Χριστώ «αποκάλυψιν μυστηρίου χρόνοις αιώνιοις σεσιγημένον, φανερωθέντος δε νυν» (Ρωμ. 14, 24 - 25);
Κατανοεί, λοιπόν, «ο σύγχρονος άνθρωπος» την «εσωτερικήν ταύτην γλώσσαν» ή το «εσωτερικό τούτο γκέτο»(112, 88) των κατά Χριστόν «σαλών» δια να προσαρμόσουν ούτοι την χριστιανικήν πίστιν εις τα δικά του μέτρα και κριτήρια; Ιδού, τί αναφέρει σχετικώς Μακάριος ο Αιγύπτιος: «Αι γλώσσαι του κόσμου τούτου διάφοροι εισι... Οι δε Χριστιανοί μίαν καινήν γλώσσαν μανθάνουσι,... ου του κόσμου τούτου ούτε του αιώνος του παρερχομένου». Η θεολογία καλείται, άραγε, να προσαρμόζεται εις τα κριτήρια «του συγχρόνου ανθρώπου», ή να προσαρμόζει τον κόσμο» προς τα περιεχόμενα του χριστιανικού Ευαγγελίου;
3. Δια την «μέχρι ταυτισμού της ουράνιας με την επίγεια πραγματικότητα», μέχρι σημείου, που «και αυτός ο Θεός παύει να νοείται ως "επέκεινα" της φύσεως»(25, 26) θεωρίαν του, και προς στήριξιν του θεολογικού του Μονισμού, προσάγει ο κ. Ζ. εν ακόμη εξωθεολογικόν, δηλ. «επιστημονικόν», επιχείρημα: «Ο σύγχρονος άνθρωπος... το υπερφυσικό, ως κάτι το ‘'επέκεινα'' της φύσεως, λόγω των νεωτέρων επιστημονικών και φιλοσοφικών εξελίξεων δεν το συλλαμβάνει πλέον»(25). Η συνέπεια δε τούτου είναι: Η θεολογία θα πρέπει να απορρίψει «το υπερφυσικό», προκειμένου να έλθει εις «διάλογον» με «το σύγχρονο άνθρωπο» και ενδεχομένως να «κερδίσει» αυτόν.
Το θέμα «των φιλοσοφικών εξελίξεων» αφήνω κατά μέρος, αφού η Φιλοσοφία είναι μεν επιστήμη ουχί όμως «ακριβής», ήτοι «αντικειμενική», όπως η Φυσική, εκφράζουσα υποκειμενικόν, και, εν πολλοίς, αυθαίρετον στοχασμόν. Δια «τας νεωτέρας επιστημονικάς εξελίξεις», όμως, έχω να αναφέρω τα ακόλουθα: Ακόμη και αν η επιστήμη απεφαίνετο: «δεν υπάρχει υπερφυσικό» (25), θα έπρεπε, άραγε, να απορρίψει ο Χριστιανισμός την πίστιν εις τον υπερβατικόν Θεόν; Τι είναι η Εκκλησία: «φούρνος του Χότζα», δια να την μετακινούμεν διαρκώς και προς κάθε κατεύθυνσιν, συμφώνως προς τας επιθυμίας και τας υποδείξεις του εκάστοτε «περαστικού»; Μπορεί η επιστήμη να καταργήσει την εις Θεόν πίστιν, χωρίς και να αυτοκαταργηθεί; Μπορεί, π.χ. να αποφανθεί: «δεν υπάρχει υπερφυσικό», χωρίς συγχρόνως να αυτοκαταργηθεί, ένεκα υπερτάσεως των επιστημονικών της ορίων και προϋποθέσεων; Εάν κάποιος επιστήμων απορρίπτει την εις Θεόν πίστιν, τούτο αποτελεί ουχί επιστημονικών πόρισμα, αλλά προσωπικόν «πιστεύω»: πίστιν ως αθεΐαν.
Ο κ. Ζ. επαίρεται, ότι είναι εις θέσιν να διεξάγει διάλογον «μέ τους φυσικούς επιστήμονες»(89). Δεν αναφέρει, λοιπόν, συγκεκριμένως δια ποίων εκ «των νεωτέρων επιστημονικών εξελίξεων» απορρίπεται «το υπερφυσικό, ως κάτι το "επέκεινα" της φύσεως» (25); Σήμερον, ούτε αρχάριοι φοιτηταί εκφέρουν τοιαύτας απόψεις, εις μίαν εποχήν δηλ., καθ' ην με επιστημονικά δεδομένα., «απεδείχθη πλέον, ότι και αυτή η πραγματικότης της καθημερινής μας ζωής αποτελεί αντικείμενον πίστεως» (H.Ditfurth,Wir sind nicht nur von dieser Welt, 1981, 166).
Επαναλαμβάνω: Η επιστήμη ουδέποτε δύναται να αποδείξει επιστημονικώς ως πλάνην την πίστιν εις το «υπερφυσικό», εις τον Θεόν. Μόνον την δεισιδαιμονίαν καταρρίπτει η επιστήμη, ήτοι δοξασίας τύπου μαγείας, αστρολογίας, θεοσοφίας κλπ., αι οποίαι προσκρούουν εις θεμελιώδεις λογικάς κατηγορίας και εις εγνωσμένα επιστημονικά δεδομένα. Η θεμελιώδης και αδιαμφισβήτητος θέσις της συγχρόνου επιστήμης και ειδικώτερον της Φυσικής περί της «υπερφυσικής» πραγματικότητος έχει ως εξής: «η υπερφυσική πραγματικότης κατ' ουδένα τρόπον δύναται να απορριφθεί λογικώς ή επιστημονικώς» (H.Ditfurth, 214).
Ουχί μόνον δε τούτο, αλλά η επιστήμη της Φυσικής του Αιώνος μας ανεκάλυψεν εκ νέου: «το μυστήριον της ζωής και της θαυμαστής δομής του κόσμου, αποτελούσης εκδήλωσιν του εν ούτω αποκαλυπτομένου Λόγου» (A.Einstein), το «απροσδιόριστον» της κοσμικής πραγματικότητος (W.Heisenberg), και το συγκλονιστικώτερον: κατέληξεν εις το τελεσίδικον -μη επιδεχόμενον αναθεώρησιν- πόρισμα, ότι και εντός του κόσμου υπάρχει «υπερβατικότης» , ουχί εν τη έννοια του - μη - εισέτι - γνωσθέντος, δυναμένου όμως να γνωσθεί υπό του ανθρώπου, αλλ' εν τη εννοία του παντελώς απροσίτον καί ακατάληπτου: του τελείου μυστηρίου (πρβλ. H.Ditfurth, 157 εξ.). Ο Ρ. Jordan θα εκφράσει το νέον αίσθημα «πίστεως» της συγχρόνου Φυσικής με την φράσιν: «Βαδίζομεν επάνω σ' ένα λεπτό στρώμα πάγου μιας λίμνης, με άγνωστα τα βάθη της κάτω από μάς». Ο δε sir James Jeans αναφέρει και επικυρώνει την περίφημον εικόνα του Πλάτωνος (Πολιτ. Ζ') περί των δέσμιων εις «το σπήλαιον»:
«Παραμένομεν ακόμη έγκλειστοι εις το σπήλαιον ημών, με τα νώτα μας εστραμμένα προς το φως, και δυνάμεθα να παρατηρώμεν μόνον τας σκιάς εις τον τοίχον»!
Τοιαύτα και ανάλογα πορίσματα της συγχρόνου Φυσικής, αλλά και άλλων επιστημών, όταν αγνοούν οι επαιρόμενοι δι' επιστημοσύνην και της θύραθεν σοφίας θεολόγοι, μεταβάλλονται εις ψευδοαποστόλους της χριστιανικής πίστεως και της αληθείας του ευαγγελίου του Ιησού Χριστού.
(Πηγή: «ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡ.ΖΗΖΙΟΥΛΑ: “...δεν υπάρχει... υπερφυσικό”», Πατερικός )
Ο ΔΑΡΒΙΝΙΣΜΟΣ ΕΔΩΣΕ ΕΝΑ ΧΤΥΠΗΜΑ ΣΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ!
Επίσης, ισχυρίζεται, ότι ο Δαρβινισμός έδωσε ένα ράπισμα στη Σχολαστική άποψη ότι η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο είναι η λογική του και η νοημοσύνη του(56). Και ακόμη: Αποδίδει στον Ιερό Αυγουστίνο και το Βοήθιο, οι οποίοι «όρισαν το ανθρώπινο ον, ακόμη και το θείο Ον, με τη χρήση των εννοιών του λόγου και του νου»(54). Δεν νομίζει, λοιπόν, ότι υποτιμά την νοημοσύνην των θεολόγων, όταν υποστηρίζει παρόμοιας θεωρίας, όταν δηλ., ό,τι εκείνος απορρίπτει, το φορτώνει ως κακόν εις τον Μεσαίωνα και εις τον Σχολαστικισμόν προς ιδίαν κάλυψιν; Δεν είναι, λοιπόν, ο Θεός Νους και Λόγος; Τι είναι, άραγε, ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο Θείος Λόγος; Είναι δε ο Θεός άλογος Οντότης; Θα απορρίψομεν, λοιπόν, τον Λόγον του Θεού, αντί να αναζητήσομεν υφισταμένας, κατά περιεχόμενον, διαφοράς μεταξύ του Ελληνικού λόγου και του Λόγου της θείας Αποκαλύψεως; Ισχύει, λοιπόν, ή όχι το Ιωάννειον: «Εν αρχή ην ο Λόγος,… και Θεός ην ο Λόγος» ;
Αλλά και ο ποιηθείς κατ’ εικόνα Θεού άνθρωπος, δεν είναι, λοιπόν, ο λόγος του Λόγου; Η μήπως δεν είναι αύτη η ενιαία και ομόφωνος δισχιλιετής ελληνοχριστιανική παράδοσις; Χρειάζεται να αναφέρομεν συγγραφείς και χωρία; Υπήρξε ποτέ θεολόγος της Εκκλησίας, όστις να απέρριψε το λογικόν εκ του κατ’ εικόνα ή να μην ανεφέρθη εις αυτό, έστω και ευκαιριακώς;
Η θεολογία του κ. Ζηζιούλα είναι πρωτίστως παλαιοδιαθηκική: Ούτος εργάζεται με δύο κυρίως δόγματα, σχεδόν αγνοούμενα υπό της θεολογίας της καινής κτίσεως, ήτις θεωρεί τον άνθρωπον υπό το φως της ζωής και του έργου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και του εν Αγίω Πνεύματι εν τη Εκκλησία και προς τον κόσμον επιτελουμένου λυτρωτικού έργου, ήτοι με τα δόγματα της εκ του μηδενός δημιουργίας και του κατ’ εικόνα Θεού ποιηθέντος ανθρώπου. Και είναι τούτο ευνόητον, αφού το θεολογείν του κ. Ζ. προσδιορίζει ουχί το καινόν της εν Ιησού Χριστώ θείας αποκαλύψεως, αλλά το παλαιόν, το πανανθρώπινον. Στόχος του είναι μια θεολογία της δημιουργίας(60), με ιερέα τον άνθρωπον, τον κάθε άνθρωπον, ως φορέα του κατ’ εικόνα, και ουχί τον καινόν κατά Χριστόν άνθρωπον.
Εις τους θεολογικούς στοχασμούς του ασχολείται ιδιαιτέρως ο κ. Ζ. με το κατ’ εικόνα Θεού εις τον άνθρωπον, εις το οποίον εισάγει μίαν άγνωστον μέχρι τούδε θεολογικήν καινοτομίαν: απορρίπτει εξ αυτού τον λόγον και τον νουν , ήτοι την λογικότητα(54, 101), με την αποφθεγματικήν φράσιν: το ιδιάζον χαρακτηριστικό του ανθρώπου δεν είναι η λογικότητα, αποδίδει δε στο Σχολαστικισμό την ιδέα ότι το κατ’ εικόνα Θεού αφορά στο λογικό του ανθρώπου (55).
Ο λόγος δε της απορρίψεως ταύτης του λογικού εκ του κατ’ εικόνα δεν είναι θεολογικός, όπως θα ανεμένετο, αλλά επιστημονικός, αυτήν την φοράν όχι η επιστήμη της Φυσικής, αλλά της Βιολογίας, η ορθότερον: ο Δαρβινισμός. Ο Δαρβινισμός έδωκεν εν ράπισμα στη Σχολαστική(!) άποψη ότι η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο είναι η λογική του και η νοημοσύνη του… Η διαφορά ανάμεσα στα ζώα και τον άνθρωπο είναι διαφορά βαθμού και όχι είδους. Έτσι ο άνθρωπος επανήλθε στην οργανική τον θέση στη φύση… δεδομένου ότι η λογική δεν είναι πια η ειδοποιός διαφορά(57)· η διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο και το ζώο συνιστά διαφορά του βαθμού της λογικής(100). Ο άνθρωπος είναι επίσης ένα ζώον, όπως μας υπενθυμίζει ο Δαρβίνος (111). Και εν σ. 98:
«... Ο Δαρβίνος έδωσε ένα χτύπημα σ’ αυτή τη λογοκροπική αντίληψη για την ειδοποιό διαφορά του ανθρώπου. Η ιδιαίτερη ταυτότητα του ανθρώπου σε σχέση με τα άλλα ζώα δεν βρίσκεται στη λογική, εφ’ όσον και τα κατώτερα ζώα έχουν κάποια λογική και κάποια συνείδηση, έστω και σε χαμηλότερο βαθμό(98).»
Εδώ συμβαίνει κάτι το εκπληκτικόν: Ο κ. Ζ. υιοθετεί ανεπιφυλάκτως και άνευ ουδεμιάς διακρίσεως τον Δαρβινισμόν, όστις ισχυρίζεται, ότι ο άνθρωπος εις το σύνολον του, ήτοι και ως σώμα και ως πνεύμα (λογικόν), είναι προϊόν της ιστορικής εξελίξεως των ειδών!Η διαφορά ανάμεσα στα ζώα και τον άνθρωπο είναι διαφορά βαθμού και όχι είδους , (η υπογράμμισις ανήκει εις το κείμενον), ο άνθρωπος επανήλθε στην οργανική του θέση στη φύση, ο άνθρωπος είναι επίσης ένα ζώο, διαφορά δηλ. ποσοτική, και όχι ποιοτική, και τούτο όχι μόνον ως προς το σώμα, το σωματικόν μέρος, αλλά πρωτίστως ως προς τον νουν, το νοερόν, το λογικόν: τα ζώα κατέχουν την αυτήν λογικήν, αλλά μόνον σε χαμηλότερο δασμό(98). Η άποψις αυτή αποτελεί θέσιν της υλιστικής αθεΐας, καθ’ ην το πνευματικόν στοιχείον του ανθρώπου είναι προϊόν της ύλης και συνεξελίσσεται μετ’ αυτής, ότι διαφέρει κατά βαθμόν μόνον έναντι του λογικού των άλλων ζώων, ότι ο άνθρωπος είναι απλώς ζώον όπως π.χ. τι σώζεται μετά τον θάνατον του ανθρώπου, υπάρχει ψυχή;
(Πηγή: «μητρ. Ι.Ζηζιούλας: Ο Δαρβινισμός κέρδισε την επιστήμη της βιολογίας !!!», Ενοριακό ιστο-Λόγιο )
ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ ΕΙΣ ΤΟ ΑΡΘΡΟΝ ΤΟΥ Κ. ΜΕΓΑ ΦΑΡΑΝΤΟΥ ΜΕ ΤΙΤΛΟΝ «ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ Ή ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ;
Η ΚΡΙΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝ. ΖΗΖΙΟΥΛΑ»
ΚΑΙ
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΕΩΣ, ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Εἰς τὸ ὡς ἄνω ἄρθρον του, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη εἰς τὸ φύλλον τῆς 6ης Αὐγούστου 2010 τοῦ Ὀρθοδόξου Τύπου, ὁ καθηγητὴς κ. Μέγας Φαράντος εὐστόχως ἐπιχειρεῖ θεολογικὴν κριτικὴν εἰς τὰς κενοφανεῖς θεολογικὰς θέσεις τοῦ καθηγητοῦ κ. Ἰωάννου Ζηζιούλα, ὅπως αὐτὲς ἐξετέθησαν εἰς τὸ βιβλίον τοῦ τελευταίου μὲ τίτλον «Ἡ κτίση ὡς εὐχαριστία-Θεολογικὴ προσέγγιση στὸ πρόβλημα τῆς Οἰκολογίας».
Ὁ κ. Φαράντος συμπεραίνει, ὅτι ὁ κ. Ζηζιούλας πρεσβεύει καὶ εἰσηγεῖται ἕναν «θεολογικὸν Μονισμόν», ὁ ὁποῖος «ἀπαγορεύει 'τὴν διχοτόμηση μεταξὺ φυσικοῦ καὶ ὑπερφυσικοῦ καὶ ἀποδέχεται την ταύτιση Θεοῦ καὶ κόσμου». Καὶ πρὸς στήριξιν αὐτοῦ τοῦ συμπεράσματος, προβάλλει, ἐν συνεχείᾳ, τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Ζηζιούλα καὶ ταυτοχρόνως ἐπιχειρεῖ κριτικὴν ἐπὶ τούτων, εἰς τρία κύρια σημεῖα.
Εἰς τὸ ὑπ’ ἀρ. (3) σημεῖον, ὁ κ. Φαράντος ἀναφέρεται καὶ εἰς ἓν ἐξωθεολογικόν, δηλ. «ἐπιστημονικὸν» ἐπιχείρημα τοῦ κ. Ζηζιούλα, ὁ ὁποῖος τὸ προβάλλει πρὸς στήριξιν τοῦ θεολογικοῦ του Μονισμοῦ ὡς καὶ τῆς θεωρίας του περὶ «ταυτισμοῦ τῆς οὐράνιας μὲ τὴν ἐπίγεια πραγματικότητα», μέχρι τοῦ σημείου, ποὺ «καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς παύει νὰ νοεῖται ὡς "ἐπέκεινα" τῆς φύσεως». Τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ τοῦ κ. Ζηζιούλα εἶναι τὸ ἑξῆς:
«Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, δὲν συλλαμβάνει πλέον τὸ ὑπερφυσικὸ ὡς κάτι τὸ "ἐπέκεινα" τῆς φύσεως, λόγω τῶν νεωτέρων ἐπιστημονικῶν καὶ φιλοσοφικῶν ἐξελίξεων.»
Ἡ συνέπεια δὲ τούτου εἶναι, κατὰ τὸν κ. Ζηζιούλα, ὅτι: «Ἡ θεολογία θὰ πρέπει νὰ ἀπορρίψει τὸ «ὑπερφυσικό», προκειμένου νὰ ἔλθη εἰς «διάλογον» μὲ τὸν «σύγχρονο ἄνθρωπο» καὶ ἐνδεχομένως νὰ «κερδίσει» αὐτόν.
Ἀπαντῶντας εἰς τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ, ὁ κ. Φαράντος, ἀπορρίπτει εὐθέως τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Ζηζιούλα, ὅτι οἱ νεώτερες φιλοσοφικὲς ἐξελίξεις ἀποτελοῦν ἐμπόδιον εἰς τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον νὰ συλλάβη τὸ ὑπερφυσικὸ ὡς κάτι τὸ "ἐπέκεινα" τῆς φύσεως, μὲ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι 'ἡ Φιλοσοφία εἶναι μὲν ἐπιστήμη, οὐχὶ ὅμως «ἀκριβής», ἤτοι «ἀντικειμενική», ὅπως ἡ Φυσική, ὡς ἐκφράζουσα ὑποκειμενικὸν καὶ ἐν πολλοῖς αὐθαίρετον στοχασμόν.
Ἐδῶ, θὰ ἤθελα νὰ κάνω μία παρέμβασι. Κατ' ἀρχήν, μὲ τὸν ὅρον «σύγχρονος ἄνθρωπος», ὁ κ. Ζηζιούλας, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν ἐννοεῖ μόνον ἐκεῖνον «ποὺ ἀποτινάζει μὲ ἀγανάκτηση τοὺς ἠθικοὺς κανόνες» τῆς χριστιανικῆς παραδόσεως, ἢ ἐκεῖνον ποὺ «δὲν πείθεται μὲ τὰ δογματικὰ κηρύγματα», ἢ ἐκεῖνον ποὺ «δὲν συλλαμβάνει πλέον τὸ ὑπερφυσικό», δηλ. τὸν ἄθεον, ἀλλά, ἐπίσης, ἐκεῖνον (τὸν «Χριστιανόν», λαϊκὸν ἢ ρασοφόρον), τὸν «παραμορφωμένον», ἄθεον εἰς τὴν οὐσίαν, ποὺ, προσπαθῶντας νὰ κατανοήση τὴν Ὀρθόδοξη Θεολογία καὶ Ἐκκλησιολογία, ὄχι μὲ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ μὲ τὴν διάνοια, ὄχι μόνον κάνει φιλοσοφία ἐπάνω στὴν θεολογία καὶ τὴν ἐκκλησιολογία καὶ δημιουργεῖ π.χ. τὴν θεωρία τῶν Κλάδων στὴν θεολογία, ἢ τὴν Βαπτισματικὴ θεολογία στὴν ἐκκλησιολογία, ἀλλά, ἐπίσης, ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὴν σύγχρονη Ἐπιστήμη καὶ δὴ τὴν θεωρίαν τῆς Ἐξελίξεως τῶν εἰδῶν, ἀπορρίπτει συλλήβδην τὴν Ὀρθόδοξη παραδοσιακὴ Θεολογία, ὡς ἀντικειμένην εἰς τὴν θεωρίαν τῆς Ἐξελίξεως καὶ τὶς νεώτερες ἐπιστημονικὲς ἀνακαλύψεις.
Π.χ., ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία λέει ὅτι ὑπῆρξε «πτῶσις». Ὁ «Χριστιανὸς» αὐτὸς λέει «ὄχι, δὲν ὑπῆρξε «πτῶσις», διότι ἡ Ἐπιστήμη δὲν ἔχει ἀνιχνεύσει κάποια χρονικὴ περίοδο κατὰ τὴν ὁποία «δὲν ὑπῆρχε φθορὰ καὶ θάνατος».
Ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία λέει ὅτι ὑπάρχει Θεὸς Δημιουργὸς τοῦ σύμπαντος. Ὁ «Χριστιανὸς» αὐτὸς λέει «ὄχι, δὲν ὑπάρχει Θεὸς Δημιουργὸς τοῦ σύμπαντος γιατὶ ὅλα ὅσα ὑπάρχουν στὸν κόσμο εἶναι συνέπεια τυχαίων γεγονότων».
Ἡ θεωρία τῆς Ἐξελίξεως, ἐκ πρώτης ὄψεως, φαίνεται ὅτι εἶναι μία φυσικὴ θεωρία, βασισμένη σὲ ἐπιστημονικὲς ἐνδείξεις, ὅπως καὶ κάθε ἄλλη ἐπιστημονικὴ θεωρία, εἰς τὴν πραγματικότητα ὅμως, σήμερα, εἶναι ἡ ἐπικρατοῦσα φιλοσοφικὴ θεωρία εἰς τὸν χῶρο τῆς Ἐπιστήμης καί, διὰ μέσου αὐτῆς, ἡ Ἐξέλιξις τῶν εἰδῶν, ἐνῶ εἶναι ὑπόθεσις, παρουσιάζεται σὰν γεγονός, λόγῳ δῆθεν τῆς πληθώρας τῶν ἐνδείξεων ποὺ συνηγοροῦν ὑπὲρ αὐτῆς.
Ἄρα, δὲν εἶναι ἀτυχὴς ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Ζηζιούλα, ὅτι οἱ νεώτερες φιλοσοφικὲς ἐξελίξεις ἀποτελοῦν ἐμπόδιο εἰς τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον νὰ συλλάβη τὸ ὑπερφυσικόν. Ὅμως, ἀντὶ ὁ κ. Ζηζιούλας νὰ προσπαθήση νὰ ἁλιεύση τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο εὐαγγελικῶς, κατὰ τὴν προτροπὴν τοῦ κ. Φαράντου, ἀντιθέτως, τάσσεται μὲ τὸ μέρος του, καί, θέλοντας ὁ κ. Ζηζιούλας νὰ διακονήση τὸν «σύγχρονο μετανεωτερικὸ ἄνθρωπο», δημιουργεῖ, τὴν ἰδική του αἱρετικὴ μετανεωτερικὴ θεολογία καὶ ἐκκλησιολογία (βαπτισματική, οἰκουμενιστική, οἰκολογικὴ καὶ ὅποια ἄλλη). Δηλ., πρῶτα ὁ ἴδιος θέτει τὸν ἑαυτόν του ἐκτὸς Ἐκκλησίας, διότι ἀποδέχεται καὶ διδάσκει αἱρετικὲς δοξασίες, καί, στὴν συνέχεια, προσπαθῶντας νὰ διακονήση λανθασμένα τὸν «σύγχρονο ἄνθρωπο», τὸν παρασύρει σὲ βαθύτερο γκρεμό .
Ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, ὁ χωρὶς Θεὸ ἄνθρωπος, ἔχει πρόβλημα, κατὰ τὸν κ. Ζηζιούλα, καὶ λόγῳ τῶν νεωτέρων ἐπιστημονικῶν ἐξελίξεων, λόγῳ τῶν ὁποίων δὲν μπορεῖ νὰ συλλάβη τὸ ὑπερφυσικὸ ὡς κάτι τὸ "ἐπέκεινα" τῆς φύσεως. Αὐτὸ εἶναι ἐπίσης σωστό, κατὰ τὴν γνώμη μας. Ἐδῶ, διερωτᾶται, ὅμως, ὁ κ. Φαράντος «διὰ ποίων, ἐκ τῶν νεωτέρων ἐπιστημονικῶν ἐξελίξεων, ἀπορρίπτεται τὸ ὑπερφυσικὸ ὡς κάτι τὸ "ἐπέκεινα" τῆς φύσεως;».
Ἂς μᾶς ἐπιτρέψη, ἐδῶ, νὰ καταθέσωμε τὴν ἰδική μας ἐξήγηση.
Δὲν εἶναι, κατὰ τὴν γνώμη μας, οἱ νεώτερες ἐπιστημονικὲς ἐξελίξεις, ἤ, καλύτερα, ἀνακαλύψεις, καθ' ἑαυτές, ἐκεῖνες ποὺ δημιουργοῦν τὸ πρόβλημα στὸν σύγχρονο ἄνθρωπο, ἀλλὰ ἡ χρῆσις τους πρὸς ὑποστήριξι τῆς θεωρίας τῆς Ἐξελίξεως. Ὅλες οἱ σημερινὲς ἀνακαλύψεις στὴν Αστρονομία, Φυσική, Βιολογία, Βιοχημεία, Ἰατρική, ὅλες ἀνεξαιρέτως, διακονοῦν τὴν θεωρία τῆς Ἐξελίξεως καὶ ἑρμηνεύονται ἔτσι ὥστε νὰ τὴν ὑποστηρίζουν. Αὐτό, δὲν εἶναι τυχαῖο. Ἡ θεωρία αὐτή, ἐνῶ ξεκίνησε σὰν ἀμιγὴς ἐπιστημονικὴ θεωρία στὴν βιολογία, στηριζομένη σὲ ἐπιστημονικὲς ἐνδείξεις, ὅπως ὅλες οἱ ἐπιστημονικὲς θεωρίες ποὺ διαμορφώνονται, μέχρις ὅτου καταρριφθοῦν καὶ ἀντικατασταθοῦν ἀπὸ ἄλλες θεωρίες λόγῳ νέων δεδομένων ποὺ ἐν τῷ μεταξὺ προκύπτουν, ἐπειδὴ διδάσκει ὅτι ἡ ἐξέλιξις τῶν εἰδῶν στὸν ἔμβιο κόσμο εἶναι ἀποτέλεσμα τυχαίων γεγονότων, καὶ ἐπειδὴ σὲ ἄλλες ἐπιστῆμες, π.χ. στὴν Ἀστροφυσική, παρετηρήθη ὅτι συμβαίνει τὸ ἴδιο, τυχαῖα δηλ, συμβαίνει εἰς τὸ σύμπαν ὅ,τι συμβαίνει, βόλεψε στὸ νὰ υἱοθετηθῆ γενικὰ στὴν ἐπιστημονικὴ κοινότητα σὰν ἡ θεωρία ποὺ ἑρμηνεύει τὴν λειτουργία τοῦ μακροκόσμου καὶ τοῦ μικροκόσμου χωρὶς τὴν ὕπαρξι ἢ παρέμβασι ἑνὸς Θεοῦ Δημιουργοῦ. Αὐτὴ ἡ θεωρία τῆς Ἐξελίξεως διδάσκεται σήμερα σὲ ὅλα τὰ ἐπιστημονικὰ ἱδρύματα τοῦ κόσμου στοὺς χώρους τῆς φυσικῆς Ἐπιστήμης, καὶ αὐτὴ προβάλλεται στὰ μαζικὰ μέσα ἐνημερώσεως παγκοσμίως, σὰν τὴν θεωρία ποὺ ἑρμηνεύει τὴν ὕπαρξι τοῦ κόσμου, τὴν γένεσι τῶν φυσικῶν φαινομένων, τὴν γένεσι τῆς ζωῆς καὶ τὴν λειτουργία τῶν ζώντων ὀργανισμῶν. Βάσει αὐτῆς, ὅλα συνέβησαν τυχαῖα καὶ ἐξελίσσονται τυχαῖα, χωρὶς σκοπό, χωρὶς νόημα.
Ὅμως, ὁ φυσικὸς κόσμος λειτουργεῖ βάσει φυσικῶν νόμων. Ὑπάρχουν, στὴν Ἐπιστήμη, ὡρισμένες σταθερὲς παράμετροι (π.χ. ἡ ταχύτητα τοῦ φωτός, τὸ φορτίο τοῦ ἠλεκτρονίου, κλπ.), καὶ οἱ σταθερὲς τῶν φυσικῶν νόμων (ὅπως τὸ g, ἡ ἐπιτάχυνσις τῆς βαρύτητος, κλπ.), ποὺ ἔχουν σταθερὲς τιμές, συγκεκριμένες. Ὅλες αὐτὲς οἱ φυσικὲς σταθερὲς ἔχουν τέτοιες τιμὲς ὥστε νὰ ἐξυπηρετῆται ἡ ἐμφάνισις τῆς ζωῆς καὶ ἡ λεγομένη «ἀνθρωπικὴ ἀρχή», δηλ. ἡ ἐμφάνισις τοῦ ἀνθρώπου στὴν γῆ. Οἱ φυσικοὶ νόμοι, καὶ οἱ συγκεκριμένες τιμὲς τῶν φυσικῶν αὐτῶν σταθερῶν μπορεῖ, νὰ εἶναι ἀποτέλεσμα τυχαίων γεγονότων; Ὄχι, βέβαια.
Ἡ θεωρία αὐτὴ ἀσχολεῖται καὶ μιλάει μόνο γιὰ ὅ,τι ὑλικὸ ὑπάρχει. Δὲν ἀσχολεῖται μὲ ὅ,τι δὲν μπορεῖ νὰ ἀνιχνευθῆ μὲ ἐπιστημονικὰ ὄργανα. Δηλ., δὲν ἀσχολεῖται μὲ τὴν ὕπαρξι Θεοῦ, ἀγγέλων, πονηρῶν πνευμάτων, ἀνθρώπινης ψυχῆς. Τὴν ὕπαρξι αὐτῶν δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ἀνιχνεύση. Αὐτό, ὅμως, δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχουν.
Ἀλλά, ποιὰ εἶναι τὰ κύρια σημεῖα αὐτῆς τῆς φιλοσοφικῆς, στὴν οὐσία, θεωρίας;
Εἶναι τὰ ἑξῆς:
Α) Ὅτι ἔγινε μία μεγάλη ἔκρηξις (τὸ Big Bang) πρὶν ἀπὸ 13,7 δισεκατομμύρια χρόνια, ἀπὸ τὴν ὁποία παρήχθη ἕνας τεράστιος ἀριθμὸς ἀτόμων ὑδρογόνου. Ἀπὸ αὐτὰ δημιουργήθηκαν τὰ νεφελώματα, οἱ γαλαξίες καὶ τὰ ἀστέρια.
Β) Πρὶν ἀπὸ 4 δισεκατομμύρια χρόνια ἐμφανίσθηκε αὐτόματα ἡ ζωὴ στὴν γῆ.
Γ) Ἀπὸ τότε, ἡ ζωὴ ἐξελίσσεται τυχαῖα ἀπὸ εἶδος σὲ εἶδος.
Δ) Πρὶν 6 ἑκατομμύρια χρόνια ἐμφανίσθηκε στὴν γῆ ὁ κοινὸς πρόγονος τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πιθήκου.
Ε) Ἡ ἡλικία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι περίπου 2 ἑκατομμύρια χρόνια ἐνῶ τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου τοῦ homo sapiens μερικὲς δεκάδες χιλιάδες χρόνια.
ΣΤ) Ὁ ἄνθρωπος ζεῖ, πεθαίνει καὶ ἐξαφανίζεται στὴν ἀνυπαρξία ὅπως τὰ ζῶα.
Ἡ θεωρία αὐτὴ ἔχει πολλὰ τρωτὰ σημεῖα, τὸ πρῶτο ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι ὅτι εἶναι μία θεωρία, δηλ. μία ὑπόθεσις. Καὶ εἶναι μία θεωρία ἡ ὁποία βολεύει τὴν Νέα Ἐποχὴ στὸ γκρέμισμα τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ ἀφίνει ἀπ' ἔξω τὴν ὕπαρξι ἑνὸς Θεοῦ Δημιουργοῦ. Γι' αὐτό, προσχεδιασμένα καὶ συστηματικά, σήμερα, προβάλλεται φιλοσοφία περὶ τῆς ζωῆς. Θέλει τὸν ἄνθρωπο νὰ ζῆ χωρὶς Θεό, νὰ μὴν ἀσχολῆται μὲ τὸν Θεό. Καὶ, ἐνῶ ἡ γένεσις τῆς Μεγάλης Ἐκρήξεως, ποὺ ἔχει ἀνιχνευθῆ ὅτι συνέβη πρὶν 13. 7 δισεκατομμύρια χρόνια, εἶναι δηλ. ἕνα γεγονός, δὲν ἔχει ἀκόμη ἑρμηνευθῆ, οὔτε τὸ ποιὸς τὴν προκάλεσε, οὔτε τὸ πῶς συνέβη, οὔτε τὸ ποιὸ ἦταν τὸ ἀρχικὸ ὑλικό της. Καὶ, γιὰ νὰ μὴν ταπεινωθοῦν οἱ ἐπιστήμονες καὶ παραδεχθοῦν ὅτι κάποιο ὑπερφυσικὸ αἴτιο τὴν προκάλεσε, καταφεύγουν σὲ ἄλλες θεωρίες, ὅπως εἰς τὴν θεωρία τῶν Χορδῶν, τῶν ἀναδιπλουμένων συμπάντων, κλπ., τὶς ὁποῖες προσπαθοῦν νὰ στηρίξουν μὲ ἐπιστημονικὰ πειράματα, ὅπως ἐκεῖνο ποὺ σχεδιάζεται στὸ CERN γιὰ νὰ κατοχυρώση τὴν ὕπαρξι τοῦ σωματιδίου Higgs καὶ κατ' ἐπέκτασιν τὴν μὴ ἀναγκαιότητα ἑνὸς Θεοῦ Δημιουργοῦ. Ὅλα αὐτά, γιὰ νὰ ἀποφύγουν νὰ μιλήσουν γιὰ Θεὸ Δημιουργό. Ὅμως, πάλι τὸ ἐρώτημα ὑπάρχει ἀναπάντητο ἀπὸ αὐτούς: Πῶς ξεκίνησαν ὅλα αὐτά; Τὶ ὑπῆρχε στὸν χρόνο μηδέν;
Ἡ ὕπαρξις, ἢ ἡ μὴ ὕπαρξις, Θεοῦ Δημιουργοῦ δὲν ἀποδεικνύεται ἐπιστημονικά
Ἡ ὕπαρξις Θεοῦ Δημιουργοῦ, ὅμως, εἶναι ἕνα ἀδιαμφισβήτητο γεγονός. Ἐμεῖς γνωρίζομε ὅτι Θεὸς Δημιουργὸς ὑπάρχει, εἶναι προσωπικὸς Θεός, διαλέγεται δηλ. μαζί μας, καὶ ὅτι αὐτὸς ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸ σύμπαν. Ἀλλά, πῶς εἴμαστε σίγουροι γι' αὐτό; Ἐπειδὴ τὸ λέει ἡ Ἁγία Γραφή; Ὄχι. Ἁπλᾶ, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἔχει ἀποκαλυφθῆ πάρα πολλὲς φορὲς στοὺς ἀνθρώπους μέσα στὴν ἱστορία καὶ συνεχίζει νὰ ἀποκαλύπτεται. Ἀποκαλύπτεται καὶ τὸν βλέπουν. Ὑπάρχουν ἑκατοντάδες μαρτυρίες γιὰ τὴν ἀποκάλυψι τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους. Ἱστορικές, ἀδιαμφισβήτητες μαρτυρίες. Ὁ Θεὸς γνωρίζεται μόνον ὅταν ἀποκαλύπτεται. Καὶ ὁ λόγος ποὺ ἀποκαλύπτεται εἶναι ἐπειδὴ δὲν ζεῖ μέσα στὸ σύμπαν. Εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ σύμπαν. Ὄχι σὲ ἄλλο σύμπαν, ἀλλὰ στὸν δικό Του χῶρο, ποὺ δὲν ἔχει καμμία σχέση καὶ ὁμοιότητα μὲ τὸν δικό μας. Ὁ Θεός, λοιπόν, ἔχει ἀποκαλυφθῆ στοὺς ἀνθρώπους, καὶ ἔχει μιλήσει μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Ἔκανε, μάλιστα, καὶ κάτι καταπληκτικό, περίεργο καὶ ἀναπάντεχο γιὰ ἕναν παντοδύναμο Θεό. Σὲ ἕναν ταπεινὸ πλανήτη τοῦ σύμπαντος, τὴν Γῆ, μπῆκε στὴν κοιλιὰ μιᾶς Παρθένου καὶ ἔγινε ἄνθρωπος! Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Θεός! Πῶς τὸ ξέρομε αὐτό; Ὅποιος δεῖ τὸν Χριστὸν τώρα, βλέπει ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Θεός, ὁ Δημιουργὸς τοῦ σύμπαντος. Καὶ τὸν ἔχουν δεῖ πάρα πολλοί. Καί, ἐπίσης, τὶ ἄλλο βλέπει ἀκόμα; Ὅτι ὁ Χριστὸς ἐδημιούργησε τὰ φυτά, τὰ ζῶα καὶ τὸν ἄνθρωπο, ὄχι ὅπως θέλει ἡ ἐξέλιξις, ἀλλὰ ὅπως περιγράφει, μὲ τὴν ἁπλῆ γλῶσσα τῆς ἐποχῆς του ὁ Προφήτης Μωϋςῆς στὴν Γένεσι. Αὐτά, βέβαια, εἶναι ἀπλησίαστα γιὰ τὸν «σύγχρονο ἄνθρωπο».
Ἡ θεωρία τῆς Ἐξελίξεως μιλᾶ γιὰ αὐτόματη γένεσι τῆς ζωῆς ἀπὸ μία χημικὴ σούπα. Ὅταν, ὅμως, κάποιος βλέπη τὸν Θεόν, ὁ Θεὸς τοῦ δείχνει, ὅπως εἴπαμε, ὅτι Ἐκεῖνος ἐδημιούργησε, ὄχι μόνο τὸν κόσμο, ἀλλὰ καὶ τὰ φυτὰ καὶ τὰ ζῶα. Καί, τελευταῖο, ἐδημιούργησε τὸν ἄνθρωπο. Τοῦ δείχνει, ἐπίσης, ὅτι τὸν ἄνθρωπο δὲν τὸν ἐδημιούργησε παίρνοντας ἕναν πίθηκο καὶ κάνοντάς τον ἄνθρωπο, ἀλλὰ παίρνοντας χῶμα. Ὅπως θὰ πάρη, στὴν Μέλλουσα Ἀνάστασι, χῶμα καὶ θὰ ἀναστήση τοὺς νεκρούς, ποὺ ἔχουν γίνει χῶμα, ἔτσι καὶ τότε, στὴν Δημιουργία, πῆρε χῶμα καὶ ἔκανε τὸν ἄνθρωπο. Δὲν πῆρε ὁ Θεὸς ἕναν πίθηκο καὶ τοῦ ἔδωσε ψυχὴ καὶ τὸν ἔκανε ἄνθρωπο, ὅπως ἐσφαλμένως ὑποστηρίζουν σήμερα πολλοὶ «Ὀρθόδοξοι» θεολόγοι.
Ὁ πίθηκος δὲν ἔχει αὐθυπόστατη ψυχή, ποὺ νὰ μένη καὶ νὰ ζῆ καὶ μετὰ τὸν βιολογικὸ θάνατο τοῦ πιθήκου. Ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, ἔχει αὐθυπόστατη καὶ ἀθάνατη ψυχή. Πῶς τὸ γνωρίζομε αὐτό; Τὸ γνωρίζομε ἀπὸ τὸ ὅτι πολλὲς ψυχὲς νεκρῶν ἀνθρώπων (τῶν Ἁγίων) ἐμφανίζονται σὲ ζωντανούς. Ψυχὴ ζώου δὲν ἔχει ἐμφανισθῆ ποτὲ στὴν ἱστορία. Ἄρα, ἂν προερχόταν ὁ ἄνθρωπος ἐξελικτικὰ ἀπὸ πιθηκοειδές, δὲν θὰ εἶχε αὐθυπόστατη καὶ αἰώνια ψυχή. Τὸ ὅτι συμβαίνει νὰ ἔχη αὐθυπόστατη ψυχὴ σημαίνει, ἁπλούστατα, ὅτι δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸν πίθηκο. Ἡ Ἐπιστήμη, ὅμως, ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἀνιχνεύση τὴν ἄϋλη ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, δὲν δέχεται ὕπαρξι αὐθυπόστατης ψυχῆς εἰς τὸν ἄνθρωπο. Τὴν ὕπαρξι τῶν ψυχικῶν φαινομένων τὴν ἑρμηνεύει ὡς ἀπόρροια τῶν νευρικῶν διεργασιῶν τοῦ ἐγκεφάλου. Περισσότερα ἐπάνω σ' αὐτὸ θὰ λεχθοῦν στὴν συνέχεια.
Ἡ ἐπιστημονικὴ κοινότητα, τώρα, ἡ ὁποία εἶναι κατευθυνόμενη, γιὰ νὰ στηρίξη καὶ προπαγανδίση τὴν θεωρία τῆς Ἐξελίξεως, ἔχει παράγει σειρὰ ἐπιστημονικῶν ταινιῶν (ντοκυμαντέρ, βίντεος, κλπ.) πρὸς τὸν σκοπὸ αὐτό. Χαρακτηριστικὴ σειρὰ εἶναι ἡ σειρὰ COSMOS ποὺ παρουσίασε ὁ ἀστροφυσικὸς Carl Sagan. Σ' αὐτὴν τὴν σειρά, φαίνεται καθαρὰ τὸ πνεῦμα τῆς Νέας Ἐποχῆς ποὺ εἶναι κρυμμένο πίσω της. Ὁ Χριστιανισμὸς παρουσιάζεται σὰν δεισιδαιμονία, ἡ ἀνυπαρξία ἑνὸς Θεοῦ Δημιουργοῦ ὑποστηρίζεται ἐμμέσως πλὴν σαφῶς καὶ ἐξάγεται συμπερασματικά, ἡ ὕπαρξις λογικῶν ὄντων σὲ ἄλλους πλανῆτες βλακωδῶς ὑποστηρίζεται, ἡ φιλοσοφία περὶ τῆς ζωῆς εἶναι καθαρὰ μηδενιστική, καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀνύπαρκτος.
Ἐπιθυμῶν, λοιπόν, ὁ κ. Ζηζιούλας νὰ διακονήση αὐτὸν τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ταυτισθῆ μὲ τὸ πνεῦμα τῆς Νέας Ἐποχῆς, μὲ ἀποτέλεσμα, παρὰ τὸ ὅτι δὲν ὁμολογεῖ εὐθέως ὅτι δὲν πιστεύει κἂν σὲ Θεὸ Δημιουργὸ ὅπως τὸν διδάσκει ἡ παραδοσιακὴ Ὀρθόδοξη Θεολογία, νὰ συμφωνῆ μὲ τὰ διακηρυττόμενα ἀπὸ τοὺς ἐξελικτικοὺς περὶ τοῦ ἀνθρώπου. Προσπαθῶντας νὰ ἀναπαύση τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο ποὺ πιστεύει στὴν ἐξέλιξη τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ πιθηκοειδῆ (ἢ ἀνθρωποειδῆ, τὸ ἴδιο εἶναι) ἀνήκει στὴν ὁμάδα ἐκείνη τῶν «Χριστιανῶν» ποὺ φθάνουν νὰ ὑποστηρίζουν ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (Μέγας Βαςίλειος, κλπ.) πίστευαν καὶ υἱοθετοῦσαν τὴν Ἐξέλιξι τῶν εἰδῶν σὰν τὸν τρόπο τῆς γενέσεως καὶ ἐμφανίσεως τῶν διαφόρων φυτικῶν καὶ ζωικῶν εἰδῶν. Παντρεύουν δηλ., αὐθαίρετα, τὴν Ἐξέλιξι μὲ τὴν Ἀποκάλυψη! Χαρακτηριστικά, ἔχει πῆ, ὁ κ. Ζηζιούλαςιούλας, ποὺ εἶναι ὁ ἡγέτης στὸν χῶρο τῶν συγχρόνων Ὀρθοδόξων θεολόγων ποὺ εἰσηγοῦνται κενοφανεῖς θεολογικὲς θέσεις, καὶ τὰ ἑξῆς:
«....(Κατὰ τὸ παρελθόν), ἡ θρησκεία καὶ ἡ ἐπιστήμη ἐναντιώθηκαν, ἡ μία στὴν ἄλλη, μὲ πολλοὺς τρόπους, ἀλλὰ, φαίνεται, πώς συνέπραξαν σὲ μεγάλο βαθμό, ἂν καὶ ἀσυνειδήτως, στὴν καταστροφὴ τῆς κτίσεως τοῦ Θεοῦ...
Στὴν ἐποχὴ μας, ...ὁλόκληρη ἡ φιλοσοφία τῆς ἐξειδικευμένης γνώσεως ἀμφισβητεῖται, τόσο στὴν ἐπιστήμη, ὅσο καὶ στὴν θεολογία, καὶ ἰδιαιτέρως στὴν πρώτη. Παραδείγματος χάριν, καθίσταται ὁλοένα καὶ σαφέστερο στοὺς ἐπιστήμονες, ὅτι ἡ ζωολογία καὶ ἡ βοτανολογία δὲν εἶναι σαφῶς διαφορετικοὶ ἐπιστημονικοὶ τομεῖς, ὅσο ἐθεωροῦντο παραδοσιακῶς ὅτι εἶναι. Δὲν μπορεῖς νὰ κατανοήσης τὴν μέλισσα χωρὶς νὰ μελετήσης τὰ ἄνθη ποὺ καθορίζουν τὴν ζωή της(?!), τὴν ὅλη της ὕπαρξη καὶ τὴν φύση της. Αὐτὴ ἡ περιβαλλοντικὴ ἀλληλεπίδραση καὶ ἀλληλεξάρτηση μπορεῖ νὰ ἐπεκταθῆ ἐπ' ἄπειρον: Τὸ κάθε τὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ κάτι ἄλλο.
Αὐτὴ ἡ νἐα ὁλιστικὴ προσέγγιση στὴν γνώση μπορεῖ νὰ ἔχη σημαντικὲς περιβαλλοντικὲς συνέπειες, τόσο γιὰ τὴν ἐπιστήμη, ὅσο καὶ γιὰ τὴν θρησκεία. Ἡ ἐξαφάνισις ἑνὸς ὡρισμένου εἴδους ἐπηρεάζει τὰ ὑπόλοιπα εἰδη. Ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος ἐπηρεάζεται ἀποφασιστικὰ ἀπὸ κάθε ἀλλαγὴ στὸ φυσικὸ περιβάλλον.
Ἂν ἡ ἐπιστήμη κινηθῆ μὲ συνέπεια ἀπὸ τὸν παραδοσιακὸ κατακερματισμὸ τῆς γνώσεως πρὸς μία ὁλιστικὴ προσέγγιση, ἡ θρησκεία (καί, ἰδιαιτέρως, ἡ Χριστιανικὴ θεολογία) πρέπει νὰ ἀναθεωρήση τὶς ἀπόψεις της γιὰ τὸ ἀνθρώπινο ὂν καὶ νὰ δεχθῆ, ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀδιανόητοι χωρὶς τὴν ὀργανική τους σχέση μὲ τὴν ὑπόλοιπη δημιουργία(?!). Ἡ Χριστιανικὴ θεολογία θὰ πρέπη νὰ δεχθῆ τοὺς βασικοὺς ισχυρισμοὺς τῶν ἐξελικτικῶν ἰδεῶν τῆς βιολογίας, καὶ νὰ κατανοήση τὸν Ἄνθρωπο ὡς ὀργανικὸ μέρος τῆς οἰκογένειας τῶν ζώων(?!).
Δὲν ὑπάρχει οὐσιαστικὴ ἀπειλὴ γιὰ τὴν Χριστιανικὴ πίστη μὲ τὴν ἀποδοχὴ τῆς Ἐξελικτικῆς θεωρίας στὴν βασική της ἀρχή, δηλαδή, τῆς ἰδέας, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀντιπροσωπεύει τὸ τελικὸ σημεῖο σὲ μία βιολογικὴ διαδικασία, ἂν καὶ δὲν ὑπάρχη ἀνάγκη νὰ δεχθῆ τὸν Δαρβινισμὸ στὴν λεπτομερῆ του περιγραφὴ αὐτῆς τῆς ἐξελίξεως. Ἡ ἴδια ἡ Ἁγία Γραφὴ μιλάει γιὰ τὴν δημιουργία τοῦ Ανθρώπου τὴν τελευταία ἡμέρα τῆς Δημιουργίας ἀπὸ φυσικὰ στοιχεῖα ποὺ ὑπῆρχαν ἤδη(?!).
Μία τέτοια ὁλιστικὴ προσέγγιση θὰ ἀσκοῦσε εὐεργετικὴ ἐπίδραση στὴν στάση τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸ περιβάλλον, ἀλλά, αὐτό, μπορεῖ νὰ εἶναι ἀποτελεσματικὸ μόνο ἂν ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ θρησκεία συμπέσουν, ὡς πρὸς τὶς ἀπόψεις τους σχετικὰ μὲ τὸν κόσμο καὶ τὴν θέση τοῦ ἀνθρώπου σὲ αὐτόν...
Καθίσταται ὁλοένα καὶ σαφέστερο, τόσο στὴν ἐπιστήμη, ὅσο καὶ στὴν θεολογία, ὅτι, ὄχι μόνο ὁ Ἄνθρωπος ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη δημιουργία γιὰ τὴν ὕπαρξή του, ἀλλὰ ὅτι καὶ τὸ ἀντίστροφο εἶναι ἐξ ἴσου ἀλήθεια, δηλαδὴ ὅτι ἡ ὑπόλοιπη δημιουργία ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο ὂν γιὰ τὴν πραγμάτωση καὶ ἐκπλήρωση τῆς ὑπάρξεώς της. Οἱ περιβαλλοντολόγοι χρειάζεται νὰ ἀναθεωρήσουν τὴν διαδεδομένη ὑπόθεσή τους, ὅτι ὁ Ἄνθρωπος χρειάζεται τὴν ὑπόλοιπη δημιουργία, ἐνῶ ἡ ὑπόλοιπη δημιουργία δὲν χρειάζεται τὸν Ἄνθρωπο.
Ἡ θρησκεία - σίγουρα ἡ Χριστιανικὴ θεολογία - εἶναι ἀνθρωποκεντρική, στὴν κοσμολογία της, καὶ θὰ ἐπέμενε, ὅτι τὸ ἀνθρώπινο ὂν εἶναι ἀπαραίτητο στὴν δημιουργία (?!). Ὑπάρχουν σημάδια, σήμερα, ὅτι ἡ ἐπιστήμη κινεῖται πρὸς τὴν ἴδια κατεύθυνση, τὴν ἀνθρωποκεντρική, ἡ ὁποία δηλώνει, ὅτι τὸ σύμπαν εἶναι φτιαγμένο μὲ τέτοιον τρόπο, ὥστε νὰ ἔχη νόημα μόνο μὲ τὴν προϋπόθεση τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρωπίνου ὄντος. Ναί, εἶναι ἀλήθεια, ὅτι ὁ ἄνθρωπος χρειάζεται τὸν ὀργανικό του δεσμὸ μὲ τὴν ὑπόλοιπη δημιουργία, ἀλλὰ καὶ ἡ τελευταία, ἐπίσης, χρειάζεται τὸν Ἄνθρωπο γιὰ νὰ πραγματωθῆ.
Ἂν ἡ Ἀνθρωπικὴ Αρχὴ γίνη δεκτὴ ἀπὸ τοὺς ἐπιστήμονες -καὶ ὑπάρχουν ἐνδείξεις, ὅτι, ἡ συζήτηση ποὺ προκάλεσε, κινεῖται πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνση-, τότε μία ὑγιὴς καὶ δημιουργικὴ συμφιλίωση θὰ λάβη χώρα μεταξὺ θρησκείας καὶ ἐπιστήμης, ποὺ θὰ ἔχη σημαντικὲς συνέπειες γιὰ τὴν οἰκολογικὴ σκέψη...
Εἶναι ἀξιοσημείωτο, ὅτι, ἀπὸ τότε ποὺ ἡ θεωρία τῆς Σχετικότητας κέρδισε τὴν μάχη στὴν ἐπιστήμη(?!), κατέστη δύσκολο νὰ ἐξαλειφθῆ τὸ ἀνθρώπινο ὂν ἀπὸ τὴν διαδικασία τῆς ἐπιστημονικῆς «ἀλήθειας». Ὁ παρατηρητής, ὅπως μᾶς λένε τώρα, ἐπηρεάζει τὴν πραγματικότητα, κατὰ τὴν διαδικασία τοῦ πειράματος(?!). Τὶ ἀπομένει, λοιπόν, ἀπὸ τὴν παραδοσιακὴ διχοτόμηση "ὑποκείμενο-ἀντικείμενο";
Ἂν δὲν ὑπάρχη (πλέον) καθαρὸ "ἀντικείμενο" στὴν ἐπιστήμη, δὲν εἶναι πλέον δυνατὸ νὰ λειτουργῆ κανεὶς στὴν ἐπιστημονικὴ ἔρευνα χωρὶς νὰ περιλαμβάνη σὲ αὐτὴ καὶ τὸ πρόσωπο. Αὐτὴ ἡ ἔννοια τοῦ προσώπου, ποὺ συνήθως θεωρεῖται σὰν κάτι ποὺ ἀφορᾶ στὴν κοινωνιολογία, τὴν ψυχολογία καὶ τὴν θεολογία, γίνεται τώρα ζωτικῆς σημασίας καὶ γιὰ τὴν ἐπιστήμη. Ἡ ἐπιστήμη πρέπει νὰ ἀνοίξη τὰ σύνορά της γιὰ νὰ συναντηθῆ μὲ τὴν θεολογία καὶ τὶς ἐπιστῆμες τοῦ ἀνθρώπου, ἂν θέλη νὰ κατανοήση σωστὰ τὴν ἴδια της τὴν φύση...
Τὸ κίνητρο τοῦ ἐπιστήμονα καὶ ἐκεῖνο τοῦ θεολόγου συναντῶνται στὸ σημεῖο τῆς κατανοήσεως τοῦ κόσμου ὡς μιᾶς ἀδιάσπαστης ὀργανικῆς ἑνότητας(?!), τῆς ὁποίας ἡ ἀκεραιότητα πρέπει νὰ θεωρηθῆ ὡς δεδομένη καὶ νὰ εἶναι σεβαστή, γιὰ νὰ ἀληθεύη ὁποιαδήποτε πλευρὰ ἢ ἀπόσπασμα τῶν γνώσεών της. Ἔτσι, τόσο ἡ θρησκεία, ὅσο καὶ ἡ ἐπιστήμη, ἂν θέλουν νὰ εἶναι συνεπεῖς πρὸς τὸν ἑαυτό τους, δέχονται, ὅτι, κάθε ἀποκάλυψη τῆς πραγματικότητας, θρησκευτικὴ ἢ ἐπιστημονική, μπορεῖ νὰ ἔχη νόημα μόνον ἂν ὁ κόσμος γίνεται σεβαστὸς στὴν μυστηριώδη ὁλότητά του[1](??!!).»
Ὑποστηρίζει δηλ. ὁ κ. Ζηζιούλας, μεταξὺ ἄλλων, ὅτι ἡ Ἐπιστήμη μπορεῖ νὰ συναντηθῆ μὲ τὴν Ὀρθόδοξη θεολογία καὶ τὸ ἀντίθετο. Τοῦτο, βέβαια, εἶναι ἀναληθές. Γιατί; Διότι, τὰ ὅρια τῆς Ἐπιστήμης καὶ τὰ ὅρια τῆς θεολογίας δὲν συναντῶνται. Ὁ Θεὸς βρίσκεται ἐκεῖ ποὺ ἡ Ἐπιστήμη δὲν μπορεῖ νὰ Τὸν προσεγγίση. Ἀλλά, ἡ Ἐπιστήμη δὲν μπορεῖ νὰ προσεγγίση οὔτε τὴν Ὀρθόδοξη Ἀνθρωπολογία, ὅπως θὰ καταδειχθῆ εἰς τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ τὸ ἄρθρο αὐτό. Σχετικά, ἔχει πῆ ὁ Π . Γεώργιος Μεταλληνὸς τὰ ἑξῆς, ἀναφερόμενος εἰς τὴν θύραθεν γνῶσι καὶ τὴν ἄνωθεν κατερχομένη:
«…Οἱ δύο αυτὲς γνώσεις ἀπαιτοῦν καὶ δύο γνωστικὲς μεθόδους. Μέθοδος τῆς ἐνδοκοσμικῆς σοφίας-γνώσεως εἶναι ἡ ἐπιστήμη, ἡ ὁποία λειτουργεῖ μὲ τὴν ἄσκηση τῆς διανοητικῆς/λογικῆς δυνάμεως τοῦ ἀνθρώπου...
Ἡ καταγραφὴ τῆς γνώσεως - καὶ στὶς δύο περιπτώσεις - προϋποθέτει τὴν ἐμπειρικὴ γνώση τοῦ φαινομένου...
Ἡ Ὀρθοδοξία, κάνοντας διάκριση τῶν δύο γνώσεων (σοφιῶν), τῶν μεθόδων καὶ τ ῶν ὀργάνων τους, ἀποφεύγει κάθε σύγχυση μεταξὺ τους, ἀλλὰ καὶ κάθε σύγκρουση...
"Ἑκάστη γνῶσις τελεῖ τὰ ἑαυτῆς", κινουμένη "ἐν τοῖς ἰδίοις αὐτῆς ὅροις τε καὶ λόγοις". Κάθε γνώση δηλ. μένει καὶ κινεῖται στὰ ὅριά της. Τίθεται δηλ. πρόβλημα ὁρίων γιὰ κάθε γνώση. Ἡ ὑπέρβαση τῶν ὁρίων αὐτῶν ὁδηγεῖ στὴν σύγχυση τῶν λειτουργιῶν τους καὶ τελικὰ στὴν σύγκρουσή τους...
Μόνο ἐκεῖ ὅπου ἔχουν χαθεῖ οἱ προϋποθέσεις καὶ ἡ οὐσία τοῦ Χριστιανισμοῦ, μένει ἀνοικτὸς ὁ δρόμος πρὸς τὴν σύγχυση καὶ τὴν σύγκρουση...
Τὴν διάκριση καὶ ἱεράρχηση συγχρόνως τῶν δύο γνώσεων ἔχει ἐπισημάνει ὁ Μ. Βασίλειος:
"Πίστις ἡγείσθω τῶν περὶ Θεοῦ λόγων· πίστις καὶ μὴ ἀπόδειξις. Πίστις, ἡ ὑπὲρ τὰς λογικὰς μεθόδους τὴν ψυχὴν εἰς συγκατάθεσιν ἕλκουσα· πίστις, οὐχ ἡ γεωμετρικαῖς ἀνάγκαις, ἀλλ' ἡ ταῖς τοῦ Πνεύματος ἐνεργείαις ἐγγινομένη...
Καὶ ὅλως, εἰ ἡ πίστις ἐλπιζομένων ἐστὶν ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων, μὴ φιλονείκει ἰδεῖν ἤδη τὰ μακρὰν ἀποκείμενα, μηδὲ τὰ ἐλπιζόμενα ἀμφίβολα καταστήσῃς, διὰ τὸ μήπως αὐτῶν δύνασθαι κατὰ τὴν γνῶσιν ἐξάπτεσθαι" (PG 30,104 Β/105Β).
Ὁ ἴδιος, ὁ Μέγας Βασίλειος, δίνει, στὴν «Ἑξαήμερό» του (PG 29, 3-208), ἕνα κλασσικὸ παράδειγμα Ὀρθόδοξης χρήσης τῶν ἐπιστημονικῶν γνώσεων. Ἀποκρούει τὶς κοσμολογικὲς θεωρίες τῶν φιλοσόφων (περὶ αἰωνιότητας καὶ αὐθύπαρκτου τοῦ κόσμου), καὶ προχωρεῖ στὴν σύνθεση τῶν βιβλικῶν καὶ ἐπιστημονικῶν δεδομένων μέσω μιᾶς συνεχοῦς ὑπέρβασης τῆς ἐπιστήμης. Ἀναιρῶντας δὲ τὶς ὑλιστικὲς θεωρίες καὶ τὶς αἱρετικὲς διδασκαλίες, περνᾶ στὴν θεολογικὴ (ἀλλ' ὄχι μεταφυσικὴ) ἑρμηνεία. Κεντρικὸ μήνυμα τοῦ ἔργου του εἶναι, ὅτι εἶναι ἀδύνατη ἡ λογικὴ στήριξη τοῦ δόγματος (ἐπιστημοφάνεια). Τὸ δόγμα ἀνήκει σὲ ἄλλη σφαίρα· εἶναι ὑπέρλογο, "ἐπιστημονικό", στὰ ὅρια μιᾶς ἄλλης γνώσης. Ἡ χρήση τοῦ "δόγματος" στὴν ἐνδοκοσμικὴ γνώση ὁδηγεῖ στὴν μεταβολὴ τῆς ἐπιστήμης σὲ μεταφυσική, ἐνῶ ἡ χρήση τῆς λογικῆς στὸν χῶρο τῆς πίστης ἀποδεικνύει τὴν ἀδυναμία καὶ σχετικότητά της. Δὲν ὑπάρχει συνεπῶς κανένα "πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα" στὴν Ὀρθόδοξη γνωσιολογία, ἀλλὰ κάθε γνωστικὸς χῶρος ἐρευνᾶται μὲ τὶς δικές του - ἐπιστημονικὲς καὶ στὶς δύο περιπτώσεις - προϋποθέσεις.
Ἡ τραγικότερη ἔκφραση τῆς ἀλλοτριωμένης Χριστιανοσύνης εἶναι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀντιμετώπιση, στὴν Δύση, τοῦ Γαλιλαίου. Θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηρισθεῖ ἡ περίπτωσή του ὡς ὑπέρβαση ὁρίων δικαιοδοσίας, ἂν δὲν ἦταν κάτι σοβαρότερο: σύγχυση τῶν ὁρίων τῶν γνώσεων καὶ σύγκρουσή τους. Γεγονός, ὅμως, εἶναι, ὅτι ἡ ἀπώλεια τῆς "ἄνω" σοφίας, στὴν Δύση, καὶ τοῦ τρόπου ἀπόκτησής της, μετέβαλε τὴν διάνοια σὲ ὄργανο θείας καὶ ἀνθρώπινης σοφίας. Χρησιμοποιούμενη μὲν ἡ διάνοια στὸν χῶρο τῆς ἐπιστήμης, ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὴν ἀπόρριψη τοῦ ὑπερφυσικοῦ, ὡς ἀκατανόητου, ἡ χρήση της δὲ στὸν χῶρο τῆς "πίστης" εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπορρίψει τὴν ἐπιστήμη, ὅταν θεωρεῖται ἀντίθετη πρὸς τὴν "πίστη". Τὴν ἴδια νοοτροπία, βέβαια, προδίδει ἡ ἀπόρριψη τοῦ Κοπερνίκειου συστήματος στὴν "καθ' ἡμᾶς Ἀνατολὴ" (1794-1821) καὶ τὴν ἴδια ἀπώλεια τῶν κριτηρίων...
Τὴν ρεβὰνς τῆς καταδίκης τοῦ Γαλιλαίου θὰ πάρει (πῆρε) ἡ ἐπιστήμη στὸ πρόσωπο τοῦ Δαρβίνου μὲ τὴν θεωρία τῆς Ἐξελίξεως...
Μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Διαφωτισμοῦ στὴν Δύση, κλονίσθηκαν τὰ θεμέλια τοῦ "ἀμετάβλητου" στὴν μεταφυσικὴ ὀντολογία. Διότι, ἡ ἐπιστήμη βεβαίωσε ὅτι αὐτὸ τὸ "ἀμετάβλητο" δὲν ὑπάρχει...
Ἡ ἐπιστημονικὴ ἐπανάσταση τοῦ 17ου αἰῶνα στὴν Δυτικὴ Εὐρώπη συνέβαλε στὴν διάσταση τῶν χώρων πίστης καὶ γνώσης, μὲ ἀπόληξη τὴν ἀκόλουθη ἀξιωματικὴ ἀρχή: Ἀπὸ τὴν νἐα φιλοσοφία (θετικὴ) γίνονται δεκτὲς μόνο οἱ ἀλήθειες, ποὺ ἐπιβεβαιώνονται ἀπὸ τὸν ὀρθὸ λόγο, τὴν ἀπολυτοποιημένη πιὰ αὐθεντία τῆς Δυτικῆς σκέψης (νοησιαρχία)...
Τὰ ἐκκλησιαστικὰ δόγματα (π.χ. τριαδικότητα Θεοῦ, ἐνσάρκωση, "ἐν Χριστῷ" σωτηρία κ.τ.ὁ.) ἀπορρίπτονται λογικά. Ὅποιος τὰ δέχεται λογικά, ἤ, προσπαθεῖ νὰ τὰ ἐπιβάλλη λογικά, αὐτὸς ἀνήκει στὸν χῶρο τῆς "φυσικῆς" (λογικῆς) θρησκείας (τοῦ "θεϊστικοῦ διαφωτισμοῦ"), ποὺ, ἀπὸ πλευρᾶς (Ὀρθοδόξου) πατερικότητας, ὄχι μόνο δὲν διαφέρει ἀπὸ τὴν ἀθεΐα, ἀλλ' εἶναι ἡ χειρότερη μορφή της. Ἡ ἀπόρριψη τῆς "πίστης" εἶναι λιγώτερο ἐπικίνδυνη ἀπὸ τὴν διαστρέβλωσή της...
Στὴν Ὀρθοδοξία, αὐθεντία εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς μετοχῆς στὸ Ἄκτιστο, ὡς θέα τοῦ Ἀκτίστου (ἡ θέωση, ὁ δοξασμός), καὶ ὄχι τὰ κείμενα, οἱ Γραφές. Τὸ δόγμα "sola scriptura" εἶναι Προτεσταντικό, δηλ., δυτικό. Ἡ πρόταξη τῶν κειμένων –δεῖγμα θρησκειοποίησης τῆς πίστης – ὁδηγεῖ στὴν ἰδεολογικοποίησή τους, καὶ, κατ' οὐσίαν, στὴν εἰδωλοποίηση τῶν κειμένων, δηλ. στὴν ἀπολυτοποίησή τους (fundamentalismus), μὲ ὅλες τὶς εὐνόητες συνέπειες …
Ὁ ἱερὸς Αὐγουστίνος (+430), ἀγνοῶντας τὴν Γραφικὴ καὶ Πατερικὴ γνωσιολογία, καὶ, Νεοπλατωνικὸς στὴν οὐσία, μὲ τὸ ἀξίωμά του "credo, ut intelligam" (πιστεύω, γιὰ νὰ κατανοήσω), ἔθεσε τὴν ἀρχή, ὅτι μὲ τὴν πίστη ὁδηγεῖται ὁ ἄνθρωπος στὴν λογικὴ σύλληψη τῆς Ἀποκάλυψης. Ἔτσι, ὅμως, δίνεται προτεραιότητα στὴν διάνοια, ποὺ ἐκλαμβάνεται ὡς γνωστικὸ ὄργανο, τόσο στὴν φυσική, ὅσο καὶ στὴν ὑπερφυσικὴ γνώση. Ὁ Θεὸς νοεῖται ὡς "ἀντικείμενο" γνωστικό, ποὺ "συλλαμβάνεται" ἀπὸ τὴν διάνοια τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως συλλαμβάνεται τὸ φυσικὸ γνωστικὸ ἀντικείμενό της.
Μετὰ τὸν Αὐγουστίνο, τὸ ἑπόμενο βῆμα (μὲ τὴν παρέμβαση τοῦ Θωμᾶ Ἀκινάτη, + 1274) θὰ κάνει ὁ Καρτέσιος (+1650) μὲ τὸ δικό του ἀξίωμα: "cogito, ergo sum" (σκέπτομαι, ἄρα ὑπάρχω), μὲ τὸ ὁποῖο διακηρύσσεται ἡ διάνοια ὡς κύριο συστατικὸ τῆς ὕπαρξης.
Ἡ Πατερική, ὅμως, Ὀρθοδοξία εἶναι ἀντιμεταφυσική, διότι ἀναζητεῖ συνεχῶς τὴν ἐμπειρικὴ "βεβαιότητα", μὲ τὴν χρήση τῆς Ἡσυχαστικῆς μεθόδου. Γι' αὐτὸ, καὶ ὁ Ἡσυχασμὸς τῶν Κολλυβάδων εἶναι ἐμπειρικὸς-ἐπιστημονικός. Ὀρθὸς λόγος, γιὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, εἶναι ὁ ἐμπειρικὸς λόγος. Δὲν πρέπει, γι' αὐτό, νὰ παραπλανᾶ ἡ ἀπολογητικὴ μέθοδός τους, ποὺ ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς τους καὶ ἐμφανίζει τὰ μειονεκτήματα τοῦ μεταφυσικοῦ φονταμενταλισμοῦ.
Τὸ «Συμβουλευτικὸ Ἐγχειρίδιο» τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, ὅπως καὶ τὰ κηρυγματικὰ κείμενα τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου, μὲ κορύφωση τὴν «Φιλοκαλία»... φανερώνουν τὴν ἡσυχαστικὴ φιλοκαλικὴ συνείδησή τους καὶ τὴν ἀσκητικὴ βιωτή τους. Οἱ προϋποθέσεις αὐτὲς τῶν Κολλυβάδων-ἡσυχαστῶν τοῦ 18ου αἰῶνα εἶναι ἐμφανεῖς στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο δέχονται τὴν ἐπιστημονικὴ πρόοδο τῆς Δύσης. Ὁ Εὐγένιος Βούλγαρις εἶναι μὲν κριτικός, ἀλλὰ γενικὰ ἀνοικτὸς στὴν ἐπιστήμη καὶ θετικός, μὲ Πατερικὴ διάθεση. Οἱ Κολλυβάδες ἀποδέχονται ἐπιστημονικὲς θέσεις (π.χ., τὶς νεώτερες θεωρίες περὶ λειτουργίας τῆς καρδιᾶς, ὁ ἅγιος Νικόδημος, στὸ «Συμβουλευτικό του Ἐγχειρίδιο»). Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος δὲν πολεμεῖ τὴν ἐπιστήμη καθ' ἑαυτή, ἀλλὰ τὴν χρήση της ἀπὸ τοὺς δυτικόπληκτους διαφωτιστὲς τοῦ Ἑλλαδικοῦ χώρου. Τὴν ἐπιστήμη θεωροῦν ἔργο τοῦ Θεοῦ καὶ προσφορὰ πρὸς τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴν διευκόλυνση τῆς ζωῆς του.
Τὸ πρόβλημα τῆς σύγκρουσης πίστης καὶ ἐπιστήμης, πέρα ἀπὸ τὴν σύγχυση τῶν γνώσεων, ἔχει ὡς αἰτία καὶ τὴν ἰδεολογικοποίηση τῶν δύο ὄψεων τῆς γνώσης. Χριστιανικά, προέκυψε, ἔτσι, μιὰ νοσηρὴ ἀπολογητικὴ (Ἕλληνας καθηγητὴς τῆς Ἀπολογητικῆς προέτεινε, πρὶν ἀπὸ χρόνια, "μαθηματικὴ ἀπόδειξη περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ"!). Κάποτε, λησμονεῖται ὁ ἀξιωματικὸς λόγος, ὅτι ἡ ἐπιστήμη εἶναι ἐγκλωβισμένη στὰ ὅρια τῆς φθορᾶς, καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπερβεῖ τὴν λογικὴ τῆς φθορᾶς… Τίποτε δὲν ἀποκλείει τὴν συνύπαρξη πίστης καὶ ἐπιστήμης, ὅταν ἡ πίστη δὲν εἶναι φαντασιώδης μεταφυσική, καὶ ἡ ἐπιστήμη δὲν νοθεύει τὸν θετικό της χαρακτήρα μὲ τὴν χρήση τῆς μεταφυσικῆς...
Ἡ ἀναγνώριση τῶν ὁρίων τῶν δύο γνώσεων (κτιστοῦ καὶ Ἀκτίστου) καὶ ἡ χρήση τοῦ κατάλληλου γιὰ τὴν κάθε μία ἀπὸ αὐτὲς ὀργάνου, εἶναι στοιχεῖο τῆς Πατερικῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ὁποία ἱεραρχεῖ τὴν "κάτω" ἢ "ἔξω" σοφία στὴν "ἄνω" ἢ "θεία" γνώση. Ἀντίθετα, ἡ σύγχυσή τους διαιωνίζει τὶς ἑκατέρωθεν παρερμηνεῖες καὶ συντηρεῖ τὴν σύκρουσή τους.
Μία "Ἐκκλησία", ποὺ ἐπιμένει στὴν μεταφυσικὴ θεολόγηση, θὰ ἀναγκάζεται νὰ ἀποκαθιστᾶ συνεχῶς κάποιο Γαλιλαῖο· ἀλλὰ, καὶ μία Ἐπιστήμη, ποὺ ἀγνοεῖ τὰ ὅριά της, θὰ ἀλλοτριώνεται σὲ μεταφυσική, καὶ θὰ ἀσχολεῖται μὲ τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, ἡ τὴν ἀπόρριψή Του - ἐμφανῶς ἢ σιωπηρῶς.
...(Ἔτσι) ἡ ἀντίθεση, καί, κατὰ συνέπεια, ἡ σύγκρουση πίστης καὶ ἐπιστήμης συνιστᾶ πρόβλημα μὲν γιὰ τὴν Δυτικὴ (Φραγκολατινικὴ) σκέψη, καὶ ψευδοπρόβλημα γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Πατερικὴ παράδοση. Ἡ ἐπισήμανση αὐτὴ θεμελιώνεται στὰ ἱστορικὰ δεδομένα τῶν δύο χώρων[2].»
Ὅλα, λοιπόν, τὰ ἀνωτέρω, δείχνουν ὅτι ὁ κ. Ζηζιούλας βρίσκεται σὲ λάθος δρόμο...
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
(ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΧΑΣΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ)
Α. Περὶ τοῦ Θεοῦ
Εἰς τὸ Δοξαστικὸ τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς, τὸ ὁποῖον περιέχει καὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Τρισαγίου, ἀναφέρεται τὸ ἑξῆς περὶ τοῦ Θεοῦ Πατρός, τοῦ πρώτου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος: «...Ἅγιος ὁ Θεὸς (Πατήρ), ὁ τὰ πάντα δημιουργήσας δι’ Υἱοῦ, συνεργία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος...». Δηλ., ἅγιος, κατὰ φύσιν καὶ κυριολεξίαν, εἶναι ὁ Θεὸς Πατήρ, ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησε τὰ πάντα, δηλ. τὸν κόσμον, διὰ τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου Του μὲ τὴν συνεργίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐδῶ, βλέπομε δύο πράγματα: Πρῶτον, ὅτι δηλώνεται κατηγορηματικὰ ὅτι ὑπάρχει Θεὸς Δημιουργός, ὁ ὁποῖος εἶναι πρόσωπο καὶ δημιουργὸς τοῦ κόσμου. Δὲν εἶναι δηλ. ὁ κόσμος, τὸ σύμπαν, προϊὸν τυχαίων γεγονότων, ὅπως διδάσκουν οἱ ἐξελικτικοί. Καὶ, δεύτερον, ὅτι καὶ τὰ τρία Πρόσωπα τοῦ Θεοῦ, ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, συνεργοῦν εἰς τὴν δημιουργίαν τοῦ κόσμου. Τὸ κάθε Πρόσωπο ἔχει ἰδιάζοντα καὶ ξεχωριστὸ ρόλο. Ὁ Πατὴρ βούλεται, δηλ. ἀποφασίζει νὰ δημιουργήση τὸν κόσμον, ὁ Υἱὸς δίνει τὴν ἐντολὴν νὰ δημιουργηθῆ ὁ κόσμος, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον φέρει εἰς πέρας καὶ πραγματοποιεῖ τὴν βουλὴν τοῦ Πατρὸς καὶ ὑλοποιεῖ τὴν ἐντολὴν τοῦ Υἱοῦ. «Καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς (Λόγος), λέγει ἡ Γραφὴ, γενηθήτω φῶς' καὶ ἐγένετο φῶς (τῇ συνεργίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος)». Ὁ Θεὸς εἶναι τρία Πρόσωπα: Πατήρ, Υἱός, Ἅγιον Πνεῦμα. Τὰ τρία Πρόσωπα τοῦ Θεοῦ ἔχουν κοινὴν φύσιν, ἐνέργειαν καὶ θέλημα, ἀλλὰ διαφορετικὸν ρόλον, διαφορετικὸν ἔργον, εἰς τὴν δημιουργίαν καὶ συντήρησιν καὶ ὕπαρξιν τοῦ κόσμου.
Καὶ συνεχίζει τὸ Δοξαστικόν: «Ἅγιος ἰσχυρός (ὁ Υἱός), δι’ οὗ τὸν πατέρα ἐγνώκαμεν καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐπεδήμησεν ἐν κόσμῳ». Δηλ., ἅγιος, κατὰ φύσιν καὶ κυριολεξίαν, εἶναι καὶ ὁ Υἱός, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγνωρίσαμε τὸν Πατέρα, ἐγνωρίσαμε δηλ. ὅτι ὑπάρχει Θεὸς Πατήρ. Ἀλλά, καὶ διὰ τοῦ Υἱοῦ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐπεδήμησεν εἰς τὸν κόσμον, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς, καὶ ἔκτοτε μένει μεθ' ἡμῶν εἰς τὸν αἰῶνα. Πῶς, ὅμως, διὰ τοῦ Υἱοῦ ἐγνωρίσαμε τὸν Πατέρα; Ὁ Υἱὸς ἀπεκάλυψε εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὸν Πατέρα, ὅτι ὑπάρχει Πατήρ. Εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἀπεκαλύπτετο, ὡμιλοῦσε καὶ ἔλεγε εἰς τοὺς Προφήτας: «Τάδε λέγει Κύριος (ὁ Πατήρ), κλπ.» καὶ ἀπεκάλυπτε εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὴν βουλὴν τοῦ Πατρός. Δηλ., «αὐτὰ ποὺ σᾶς λέγω θέλει νὰ μεταφέρετε εἰς τοὺς ἀνθρώπους ὁ Κύριος (ὁ Θεὸς Πατήρ)...».
Εἰς δὲ τὴν Καινὴν Διαθήκην, μετὰ δηλ. τὴν Ἐνσάρκωσιν τοῦ Θεοῦ Λόγου εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ, ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρός, μᾶς ἀπεκάλυπτε ἐπανειλημμένως τὸν Πατέρα. Πότε; Κατὰ τὴν Βάπτισίν Του, κατὰ τὴν Μεταμόρφωσίν Του, κατὰ τὴν διδασκαλίαν Του, κατὰ τὸ Μυστικὸν Δεῖπνον, κλπ., καὶ τελικά, κατὰ τὴν Ἁγίαν Πεντηκοστήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Χριστὸς ἀπεκάλυψε τὴν Ἁγία Τριάδα πλήρως, εἰς τὴν πληρότητά Της, εἰς τοὺς Ἀποστόλους. Ἐκεῖ, οἱ Ἀπόστολοι "εἶδαν", ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, τὴν Ἁγίαν Τριάδα "καθώς ἐστι". Εἶδαν τὸν Πατέρα, ποὺ εἶναι Φῶς, καὶ ποὺ εἶναι ἡ πηγή, ἡ ὁποία γεννᾶ ἀεννάως τὸν Λόγον καὶ ἐκπορεύει ἀεννάως τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Εἶδαν τὸν Υἱόν, ποὺ εἶναι ἐπίσης Φῶς, ἀλλὰ σαρκωμένον, ἔχον περίγραμμα ἀνθρώπου, τοῦ Χριστοῦ, καὶ εἶδαν καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ποὺ εἶναι καὶ αὐτὸ Φῶς. Ὁ Θεὸς δηλ., τὶ εἶναι; Τρία Φῶτα, ἀλληλοπεριχωρούμενα, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἕνα, μετὰ τὴν Ἐνσάρκωσιν, εἶναι ὁ Χριστός. Ἕνας εἶναι ὁ Θεός: Πατήρ, Υἱός, Ἅγιον Πνεῦμα. Καὶ εἶναι τρία Πρόσωπα ἰσότιμα, ποὺ τὸ καθένα ἔχει τὸν ἰδικό Του ρόλον. Ὅμως, αὐτὰ τὰ τρία διαφορετικὰ Πρόσωπα εἰς τὸν Θεὸν εἶναι ἕνα κατὰ τὴν φύσιν, τὸ θέλημα καὶ τὴν ἐνέργειαν. Πηγὴ ὑπάρξεως τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ὁ Πατήρ. Ὁ Υἱὸς γεννᾶται ἐκ τοῦ Πατρός. Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἐπίσης ἐκ τοῦ Πατρός. Ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἔχουν ὅμως διαφορετικὸν τρόπον ὑπάρξεως. Ὁ Υἱὸς γεννᾶται, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται. Ὁ Πατήρ γεννᾶ ἀεννάως τὸν Υἱὸν καὶ ἐκπορεύει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.
Αὐτὰ, ἀπεκάλυψε τότε ἡ ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς εἰς τοὺς Ἀποστόλους καὶ συνεχίζει διαχρονικὰ νὰ τὰ ἀποκαλύπτη, πάλι ἡ ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς, εἰς τοὺς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς ἐπαναλαμβάνεται εἰς τοὺς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας τῆς κάθε ἐποχῆς, ἀκριβῶς ὅπως συνέβη τότε καὶ μὲ τὸν ἀπ. Παῦλο. Αὐτὴ ἡ ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς, ποὺ ἐπαναλαμβάνεται διαχρονικὰ μέσα εἰς τὴν Ἐκκλησία, συντηρεῖ, μέσα εἰς τὴν Ἐκκλησία, τὴν μαρτυρία περὶ τῆς ὑπάρξεως καὶ φύσεως τοῦ Θεοῦ.
Καὶ καταλήγει τὸ Δοξαστικό, ἀναφερόμενο τώρα εἰς τὸ τρίτο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, εἰς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα: «Ἅγιος ἀθάνατος, τὸ Παράκλητον Πνεῦμα, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον καὶ ἐν Υἱῷ ἀναπαυόμενον, Τριὰς Ἁγία δόξα σοι» . Γιατὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ὀνομάζεται ἐδῶ "Παράκλητον Πνεῦμα"; Ὁ Χριστὸς εἶπε τὸ ἑξῆς εἰς τὴν ἀρχιερατική Του προσευχή, κατὰ τὸ Μυστικὸ Δεῖπνο, ἐπειδὴ ἐλυπήθησαν οἱ Μαθηταὶ ὅταν τοὺς εἶπε ὅτι θὰ ὑπάγη εἰς τὸν Πατέρα, δηλ. θὰ ἀναληφθῆ μετὰ τὴν Ἀνάστασιν:
«Κἀγὼ ἐρωτήσω τὸν πατέρα καὶ ἄλλον παράκλητον δώσει «ὑμῖν, ἵνα μεθ' ὑμῶν εἰς τὸν αἰῶνα ᾖ» (Ἰωάν., 14, 16)
Δηλαδή, «μετὰ τὴν Ἀνάληψί μου, θὰ παρακαλέσω τὸν Πατέρα νὰ σᾶς στείλη ἄλλον Παράκλητον, Παρηγορητήν, ὁ ὁποῖος θὰ μείνη γιὰ πάντα μαζί σας».
Ἔτσι, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὁ ἄλλος Παράκλητος, ποὺ κατῆλθε ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, παραμένει, ἔκτοτε, μετὰ τὴν Πεντηκοστήν, εἰς τὴν Ἐκκλησία καὶ μᾶς παρακαλεῖ (παρηγορεῖ) μὲ τὴν Χάρι Του, τὴν στιγμὴ ποὺ δὲν ἔχομε τώρα τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ νὰ τὸν βλέπωμε καὶ νὰ παρηγορούμεθα. Δηλ., τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι γιὰ μᾶς ὁ Παράκλητος, ὁ Παρηγορητής. Καὶ, συνεχίζει τὸ Δοξαστικόν: «Τὸ Παράκλητον Πνεῦμα, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον» . Ἐδῶ, βλέπομε, ὅτι ρητὰ ἀναφέρεται ὅτι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρός. Οἱ Λατῖνοι ἔχουν εἰσαγάγει τὴν βλασφημία, ὅτι ἐκπορεύεται "καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ" (filioque), πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἦταν ἡ ἀρχὴ σειρᾶς αἱρετικῶν δοξασιῶν τους, οἱ ὁποῖες ἀκολούθησαν. Καὶ συνεχίζει τὸ Δοξαστικόν: «Καὶ ἐν Υἱῷ ἀναπαυόμενον». Δηλ., τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ναὶ μὲν ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα, ποὺ εἶναι ἡ πηγή Του, ὅμως ἀναπαύεται εἰς τὸν Υἱὸ καὶ ἀποστέλλεται εἰς τὸν κόσμον διὰ τοῦ Υἱοῦ. Πῶς τὸ γνωρίζομε αὐτό; Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς τὸ εἶπε:
«...Συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω· ἐὰν γὰρ μὴ ἀπέλθω, ὁ παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρὸς ὑμᾶς· ἐὰν δὲ πορευθῶ, πέμψω αὐτὸν πρὸς ὑμᾶς» (Ίωάν., 16, 7)
Δηλαδή, ...θὰ σᾶς στείλω Αὐτὸν, τὸν Παράκλητο (ποὺ θὰ παραμείνη γιὰ πάντα μαζί σας).
Αὐτὸς, λοιπόν, ε ἶναι ὁ Θεὸς. Ὁ ἄναρχος, ἀθάνατος καὶ ἀτελεύτητος, ὁ πανάγαθος, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν, ὁ μὴ ἔχων ὁμοιότητα μὲ τίποτε εἰς τὸν κόσμον καὶ τοῦ ὁποίου τὸ δεύτερο Πρόσωπο, ὁ Υἱός, προσέλαβε τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς, ποὺ ἔχει δύο φύσεις, θεία καὶ ἀνθρωπίνη, ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως καὶ ἀναλλοιώτως ἑνωμένες, δὲν εἶναι ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ εἶναι Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, θεάνθρωπος. Ὄχι ὑπεράνθρωπος, ποὺ λέγουν οἱ αἱρετικοί. Καὶ ἐπειδὴ εἶναι καὶ τέλειος ἄνθρωπος, ἀπεικονίζεται εἰς τὶς εἰκόνες, λόγῳ τῆς περιγραπτῆς ἀνθρωπίνης Του φύσεως, καὶ προσκυνεῖται λατρευτικῶς, ὡς Θεὸς Λόγος. Ὁ Πατὴρ καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα δὲν ἀπεικονίζονται, διότι δὲν μοιάζουν μὲ τίποτε ἀπὸ ὅσα ὑπάρχουν εἰς τὸν κόσμον. Εἶναι Φῶτα ἄκτιστα, δηλ. ὄχι τοῦ κόσμου τούτου, ποὺ σημαίνει ὅτι οὔτε ὡς φῶς πρέπει νὰ ἀπεικονίζωνται, διότι τὸ φῶς τοῦ κόσμου τούτου, ὡς κτιστόν, δὲν ἔχει καμμίαν ὁμοιότητα μὲ τὸ ἄκτιστον Φῶς τοῦ Θεοῦ. Πῶς, λοιπόν, προσκυνεῖται καὶ λατρεύεται ὁ Θεὸς; Νοερῶς, ὡς ἄκτιστον Πνεῦμα, καὶ διὰ τῆς εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ, τοῦ σαρκωμένου Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ.
Β. Περὶ τοῦ ἀνθρώπου
Ὁ Χριστὸς, ὁ σαρκωμένος Λόγος, εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν κόσμον, ὁ δὲ ἄνθρωπος εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ πρωτότυπον τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Ἀδὰμ ἐπλάσθη κατὰ τὸ μεταγενέστερον χρονικὰ πρωτότυπόν του, ποὺ εἶναι ὁ Χριστὸς. Ὁ Ἅγιος γίνεται ὅμοιος μὲ τὸν Χριστόν, κατὰ τὴν καθαρότητα καὶ τὴν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ Ἅγιος γίνεται κατὰ Χάριν αὐτὸ ποὺ εἶναι ὁ Χριστὸς κατὰ φύσιν, ἐφ' ὅσον φθάση εἰς τὸ μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ. Ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἅγιος εἶναι καθαρὴ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἁμαρτωλός, εἶναι ἀμαυρωμένη εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ καλεῖται, διὰ τῆς μετανοίας, νὰ γίνη καθαρὴ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, δηλ. ἅγιος. Ὁ ἄνθρωπος, λοιπόν, ἐπλάσθηκε ἀπὸ τὴν Ἁγία Τριάδα «κατ' εἰκόνα» τοῦ Θεοῦ. Τὶ σημαίνει, ὅμως, αὐτό; Σημαίνει τὸ ἑξῆς:
Ὁ Θεὸς εἶναι Πατήρ, Υἱός, Ἅγιον Πνεῦμα. Νοῦς (Πατήρ), Λόγος (Υἱός), Πνεῦμα (Ἅγιον Πνεῦμα). Ἀλλά, καὶ ἡ κατὰ προσέγγισιν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος, ἔχει νοῦν, λόγον καὶ πνεῦμα. Ἡ διαφορά, ὅμως, ποιὰ εἶναι; Ὁ Θεὸς, ποὺ εἶναι Νοῦς, Λόγος, Πνεῦμα, ἔχει τρεῖς Ὑποστάσεις. Ὁ Νοῦς εἶναι ὑπόστασις (ὁ Πατήρ), ὁ Λόγος εἶναι ὑπόστασις (ὁ Υἱός), τὸ Πνεῦμα εἶναι ὑπόστασις (τὸ Ἅγιον Πνεῦμα). Ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, ἂν καὶ ἔχη, ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, νοῦν, λόγον καὶ πνεῦμα, εἶναι μία ὑπόστασις. Κάθε ἄνθρωπος εἶναι μία ὑπόστασις. Ὁ Θεὸς ὅμως εἶναι Τρεῖς Ὑποστάσεις. Ἄρα, ὁ ἄνθρωπος εἶναι μία κατὰ προσέγγισιν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ὅμως, εἶναι ἀκριβής εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου καλεῖται νὰ ὁμοιάση.
Καὶ, ὅπως ὁ Θεὸς ἔχει Νοῦν, ποὺ βούλεται καὶ ἀποφασίζει, Λόγον, ποὺ ἀποκαλύπτει τὴν βουλὴν καὶ ἀπόφασιν τοῦ Νοῦ καὶ ἐντέλλεται, καὶ Πνεῦμα, ποὺ φέρει εἰς πέρας καὶ πραγματοποιεῖ τὴν βουλὴν τοῦ Νοῦ διὰ τοῦ Λόγου, τὸ ἴδιο ἔχει καὶ ὁ ἄνθρωπος: Νοῦν, ποὺ βούλεται καὶ ἀποφασίζει, λόγον, ποὺ ἀποκαλύπτει καὶ ἐκφράζει (ἐνδιαθέτως, προφορικῶς ἢ γραπτῶς) τὴν βουλήν, τὴν ἐπιλογήν, τὴν ἀπόφασιν καὶ τὸ θέλημα τοῦ νοῦ, καὶ πνεῦμα (δύναμιν), τὸ ὁποῖον πραγματοποιεῖ τὴν ἐκπεφρασμένην διὰ τοῦ λόγου βουλὴν τοῦ νοῦ. Παράδειγμα: Ἀποφασίζει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου νὰ πάη ὁ ἄνθρωπος ἕνα ταξείδι. Ὁ λόγος τοῦ ἀνθρώπου ἀποκαλύπτει, ἐκφράζει τὴν βούλησιν καὶ ἀπόφασιν τοῦ νοῦ καὶ ἐπεξεργάζεται λογικὰ τὴν βουλὴν τοῦ νοῦ. Δηλ., κρίνει ὁ λόγος τὴν βουλὴν τοῦ νοῦ καὶ, ἂν τὴν ἐγκρίνη ὡς ἐπιθυμητή, χρήσιμη καὶ πραγματοποιήσιμη, ἐξαγγέλει ὁ ἄνθρωπος, διὰ τοῦ λόγου, τὴν ἀπόφασίν του νὰ πάη αὐτὸ τὸ ταξείδι. Γιὰ νὰ τὸ πραγματοποιήση, ὅμως, αὐτὸ τὸ ταξείδι, ἀναλαμβάνει τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου νὰ κινήση τὸ σῶμα, ὥστε νὰ φέρη εἰς πέρας τὴν ἐγκεκριμένην ὑπὸ τοῦ λόγου βουλὴν τοῦ νοῦ. Τότε, τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου κινεῖ τὸ σῶμα, ὥστε νὰ σηκωθῆ τὸ χέρι καὶ νὰ τηλεφωνήση εἰς τὸ πρακτορεῖο ταξειδίων, ἢ νὰ περιπατήση ὁ ἄνθρωπος μέχρι τὸ πρακτορεῖο ἐκδόσεως εἰσητηρίων, κλπ. Δηλ., ἡ πηγὴ τῶν πάντων εἰς τὸν ἄνθρωπον εἶναι ὁ νοῦς του. Ἀπὸ αὐτὸν ξεκινοῦν ὅλα. Εἶναι ἡ κατὰ φύσιν πηγὴ τῶν σκέψεων καὶ τῶν λογισμῶν του.
Τὶ ἀκριβῶς, ὅμως, ἐννοοῦμεν ὅταν λέγωμεν "νοῦν"; Τὶ εἶναι ὁ "νοῦς" τοῦ ἀνθρώπου; Εἰς τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ὁ ἴδιος ὅρος, "νοῦς", χρησιμοποιεῖται καὶ γιὰ τὸ κέντρο, τὸ μάτι, τῆς ψυχῆς, καὶ γιὰ τὴν διάνοια, ποὺ εἶναι μία δύναμις τῆς ψυχῆς. "Νοῦς", γιὰ τὸν ἐπιστήμονα, σημαίνει διάνοια (mind), ὄχι τὸν ὀφθαλμὸ τῆς ψυχῆς. "Νοῦς", γιὰ τὸν πιστό, μπορεῖ νὰ σημαίνη διάνοια, ὅταν μιλᾶ γιὰ τὴν δύναμι τῆς ψυχῆς ποὺ κινεῖ τὸν ἐγκέφαλο, ἀλλὰ μπορεῖ νὰ σημαίνη καὶ τὸν ὀφθαλμό, τὸν πυρῆνα τῆς ψυχῆς, τὴν πηγὴ τῶν σκέψεων καὶ τῶν λογισμῶν, ὅταν μιλᾶ γιὰ τὴν ψυχή. Ἡ διάνοια εἶναι τὸ ὄργανο τοῦ λόγου, τὸ «λογισμικὸ» τοῦ ἐγκεφάλου, ὄχι ἡ πηγὴ τοῦ λόγου. Καὶ ἑδράζεται εἰς τὸν ἐγκέφαλον. Ὁ ἐγκέφαλος εἶναι ὁ ἐπεξεργαστής τοῦ λόγου, τὸ ὑλικὸ εἰς τὸ ὁποῖο «ἐγκαθίσταται» τὸ λογισμικό, δηλ. ἡ διάνοια. Ἡ διάνοια λειτουργεῖ καὶ ἀποκαλύπτεται ὅτι λειτουργεῖ διὰ τοῦ ἐγκεφάλου. Ἕνας κατεστραμμένος ἐγκέφαλος δὲν μπορεῖ νὰ κάνη μία πρόσθεση, ἐπειδὴ δὲν λειτουργεῖ ἡ διάνοια. Ἐμᾶς, ὅμως, δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ διάνοια, ποὺ εἶναι τὸ λογισμικὸ τοῦ ἐγκεφάλου. Μᾶς ἐνδιαφέρει νὰ γνωρίσωμε ποιὰ εἶναι ἡ πηγὴ τοῦ λόγου, ἡ πηγὴ τῶν σκέψεων καὶ τῶν λογισμῶν. Αὐτὴ ἡ πηγὴ εἶναι ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου; Ὄχι. Εἶναι ὁ ἐγκέφαλος τοῦ ἀνθρώπου; Ὄχι, βέβαια. Ὁ ἐγκέφαλος εἶναι ἁπλὰ ὁ ἐπεξεργαστὴς τῶν σκέψεων τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἐγκέφαλος εἶναι ὁ ἠλεκτρονικὸς ὑπολογιστὴς τοῦ ἀνθρώπου. Ποιός, ὅμως, κινεῖ τὸν ἐγκέφαλο; Ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ διάνοια ἡ πηγὴ τῶν σκέψεων. Καὶ, τὴν διάνοια τοῦ ἀνθρώπου ποιὸς τὴν κινεῖ; Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς, δηλ. ἡ ψυχή. Αὐτὴ εἶναι ἡ πηγὴ τῶν σκέψεων τοῦ ἀνθρώπου, καὶ συγκεκριμένα ὁ πυρῆνας της, ποὺ εἶναι ὁ νοῦς. Τὴν δὲ ψυχὴ ποιὸς τὴν κινεῖ; Ὁ Θεός, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον.
Ἡ διάνοια εἶναι ἁπλὰ μία ἀπὸ τὶς δυνάμεις τοῦ νοῦ, τῆς ψυχῆς. Ὁ νοῦς, ὁ πυρῆνας τῆς ψυχῆς, γεννᾶ τὸν λόγον, τὴν σκέψιν, ἢ ἀποδέχεται τὴν σκέψιν, τὸν λογισμόν, ποὺ τοῦ ὑποβάλλει ὁ Θεός, ἢ ὁ διάβολος. Ἡ διάνοια ἐπεξεργάζεται, διὰ τοῦ ἐγκεφάλου καὶ τῆς λογικῆς, τὴν σκέψιν, καὶ, ἐὰν ὁ νοῦς τὴν ἐγκρίνη καὶ τὴν ἀποδεχθῆ, ἐὰν δηλ. κάνη συγκατάθεσιν εἰς ἐκεῖνο ποὺ τοῦ ὑποδεικνύει ἡ σκέψις, ὁ λογισμός, τότε δίδει ἐντολὴν εἰς τὴν διάνοιαν νὰ κάνη πρᾶξιν τὴν σκέψιν. Καὶ ἡ διάνοια κινεῖ τὸν ἐγκέφαλον, ὁ δὲ ἐγκέφαλος τὸ σῶμα, ποὺ πραγματοποιεῖ, φέρει εἰς πέρας, ἐκεῖνο ποὺ προέτεινε ἡ σκέψις. Ἔτσι κινεῖται ὁ ἄνθρωπος. Ὅπως, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος χειρίζεται τὸν ἠλεκτρονικὸ ὑπολογιστή του, διὰ τῆς διανοίας του, ἔτσι καὶ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ πυρῆνας τῆς ψυχῆς του, χειρίζεται, διὰ τῆς διανοίας, τὸν ἐγκέφαλο τοῦ ἀνθρώπου.
Κάθε, ὅμως, σκέψις ἢ λογισμὸς ποὺ γεννᾶται ε ἰς τὸν ἄνθρωπον προέρχεται πάντα ἀπὸ τὴν φυσικήν του πηγήν, ποὺ εἶναι ὁ νοῦς του; Ὄχι πάντα. Διότι, σκέψεις ἢ λογισμοὶ ὑποβάλλονται εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ ἀπὸ δύο ἄλλες ὀντότητες: Ἀπὸ τὸν Θεόν, ἢ ἀπὸ τὸν διάβολον. Δηλ., μία σκέψις ποὺ γεννᾶται εἰς τὸν νοῦν τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νὰ προέρχεται, εἴτε ἀπὸ τὸν νοῦν τοῦ ἀνθρώπου, τὴν φυσικήν του πηγήν, εἴτε ἀπὸ τὸν ὑπέρτατον Νοῦν, τὸν Θεόν, ποὺ θέλει νὰ σώση καὶ βοηθήση τὸν ἄνθρωπον, εἴτε ἀπὸ τὸν διάβολον, ποὺ θέλει νὰ πλανήση καὶ καταστρέψη τὸν ἄνθρωπον. Ὁ νοῦς, λοιπόν, τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ πηγὴ τῶν σκέψεών του, ἐὰν αὐτὲς δὲν προέρχονται ἀπὸ τὸν Θεὸν ἢ τὸν διάβολον. Καὶ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ πυρῆνας τῆς ψυχῆς του, εἶναι ἐκεῖνος ποὺ γεννᾶ τὸν λόγον, κινεῖ τὴν διάνοιαν καὶ τὸν ἐγκέφαλον καὶ εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὶς πράξεις τοῦ ἀνθρώπου.
Συμβαίνει, ὅμως, ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, νοουμένου ὡς ἡ πηγὴ τῶν σκέψεων καὶ τῶν λογισμῶν του, ποὺ εἶναι ὁ ὀφθαλμός, ὁ πυρῆνας, τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, δηλ. ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, νὰ εἶναι ἕνα αύθυπόστατον κτίσμα, νὰ ἔχη δηλ. ἰδικήν του ὑπόστασιν, ξεχωριστὴν ἀπὸ ἐκείνην τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ὁποῖον παραμένει ζωντανὸ καὶ ἀθάνατο καὶ μετὰ τὸν βιολογικὸ θάνατο τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι δηλ. μία ὀντότητα ξεχωριστὴ ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ζεῖ καὶ μετὰ τὸν βιολογικό του θάνατο, κάτι ποὺ δὲν συμβαίνει εἰς τὰ ζῶα. Τὰ ζῶα, καὶ δὴ ὁ χιμπαντζής, ποὺ λέγουν οἱ ἐξελικτικοὶ ὅτι εἶναι τὸ πλησιέστερο πρὸς τὸν ἄνθρωπο, ἐξελικτικά, ζῶο, δὲν ἔχουν ψυχὴ ὡς αὐθυπόστατη ὀντότητα. Ἡ ψυχὴ τῶν ζώων πεθαίνει μαζὶ μὲ τὸν βιολογικὸ θάνατο τοῦ σώματός τους. Καὶ, ἐπειδὴ δὲν ἔχουν ψυχὴ ὅμοια μὲ τοῦ ἀνθρώπου, δηλ. ποὺ νὰ εἶναι αὐθύπαρκτο κτίσμα καὶ νὰ συνίσταται ἀπὸ νοῦν, λόγον καὶ πνεῦμα, γι' αὐτὸ καὶ τὰ ζῶα δὲν ἔχουν λόγον. Ἔχουν φωνήν, ἀλλὰ δὲν ἔχουν λόγον. Ἔχουν ὑποτυπώδη λογικήν, ἀλλὰ δὲν ἔχουν λόγον. Γιατὶ δὲν ἔχουν λόγον; Ἐπειδὴ δὲν ἔχουν νοῦν, ψυχήν, ζῶσαν πέραν τοῦ τάφου, ποὺ εἶναι, ὅπως εἴπαμε, αὐθύπαρκτον κτίσμα καὶ ἡ πηγὴ τοῦ λόγου. Οὔτε αὐτεξούσιον ἔχουν, ἀλλὰ κινοῦνται νομοτελειακά. Δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ἕνα ζῶο ποὺ πεινάει νὰ μὴ προσεγγίση τὴν τροφήν, ὅταν αὐτὴ τοῦ προσφερθῆ. Ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, μπορεῖ νὰ τὴν ἁρνηθῆ, ἐπειδὴ ἔχει αὐτεξούσιον. Ἐξ ἄλλου, ποτὲ εἰς τὴν ἀνθρωπίνην ἱστορίαν δὲν ἔχει καταγραφῆ περιστατικόν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἕνα ζῶον νὰ ἐμφανίσθηκε εἰς ἕναν ζῶντα ἄνθρωπον μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ζώου αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο, διότι ἁπλούστατα τὰ ζῶα δὲν ἔχουν ψυχὴν ποὺ νὰ ζῆ μετὰ τὸν βιολογικό τους θάνατο. Ὑπάρχουν, ὅμως, καταγεγραμμένες χιλιάδες μαρτυρίες ἐμφανίσεως νεκρῶν ἀνθρώπων, ἁγίων καὶ μὴ, εἰς ἄλλους ἀνθρώπους ποὺ ζοῦν. Τὶ εμφανίζεται εἰς τοὺς ζῶντας; Ἡ ψυχὴ τοῦ νεκροῦ, ἡ ὁποία ζεῖ καὶ μετὰ τὸν βιολογικό του θάνατο.
Ἐδῶ, τώρα, συναντοῦμε καὶ τὸ μέγα χάσμα ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τῆς Ἐπιστήμης καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνθρωπολογίας εἰς τὸ ἀνθρωπολογικὸ ζήτημα. Διότι, ἡ μὲν Ο.Α. (Ὀρθόδοξη Ἀνθρωπολογία) διδάσκει ὅλα τὰ ἀνωτέρω, ἐπειδὴ γνωρίζει, ἐξ ἀποκαλύψεως, τὴν φύσιν τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ δὲ Ε. (Ἐπιστήμη) διδάσκει καὶ αὐτὴ περὶ τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου, βασισμένη ὅμως εἰς τὴν παρατήρησιν, τὸ πείραμα, εἰς τὴν φαινομενολογία καὶ εἰς τὴν Ἐξελικτικὴ Θεωρία, ποὺ εἶναι ἡ φιλοσοφία της.
Καί, τὶ διδάσκει ἡ Ε.; Ὅτι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου - μὲ αὐτὸν τὸν ὅρον, "νοῦν", ἡ Ε. ἐννοεῖ μόνον τὴν διάνοιαν (mind) τοῦ ἀνθρώπου - εἶναι μία ψυχικὴ ἐνέργεια, μία ψυχικὴ δύναμις, τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ Ε. δὲν ὁμιλεῖ , δὲν ἀσχολεῖται, δὲν γνωρίζει, ὅτι ὑπάρχει, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν διάνοια, καὶ ἕνας ἄλλος "νοῦς", ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ὀφθαλμός, ὁ πυρῆνας τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν γνωρίζει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ σῶμα του, ἔχει καὶ αὐθυπόστατην ψυχήν, ἡ ὁποία τὸ ζωοποιεῖ καὶ τῆς ὁποίας ὁ πυρῆνας εἶναι αὐτὸς ὁ ἄλλος νοῦς. Δὲν γνωρίζει, ὅτι τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου τὴν ζωοποιεῖ ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δὲν γνωρίζει, ὅτι αὐτὸς ὁ ἄλλος "νοῦς", καὶ κατ' ἐπέκτασιν ἡ ψυχή, ὑφίσταται, ὑπάρχει, καὶ μετὰ τὸν βιολογικὸ θάνατο τοῦ ἀνθρώπου, πάλι σὰν αὐθυπόστατη ὀντότητα. Ἡ Ε., ἐπειδὴ δὲν κατέχει τὴν γνῶσι ἐξ ἀποκαλύψεως, ὑποστηρίζει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐπιστρέφει εἰς τὴν ἀνυπαρξία μετὰ τὸν βιολογικό του θάνατο, ὅπως τὰ ζῶα. Ὅτι, δηλ., πέραν τοῦ τάφου δὲν ὑπάρχει τίποτε ἁπολύτως. Τοῦτο τὸ συμπέρασμα, βεβαίως, δὲν εἶναι ἄσχετο μὲ τὸ ὅτι ἡ Ε. δὲν ἀποδέχεται ὕπαρξιν Θεοῦ Δημιουργοῦ, ἀφοῦ ἀδυνατεῖ νὰ Τὸν ἀνιχνεύση μὲ ἐπιστημονικὰ ὄργανα, δεχομένη ὅτι ὅλα τὰ ὑλικὰ ὄντα εἶναι ἀποτέλεσμα τυχαίων γεγονότων.
Κατὰ τὴν Ο.Α., ὅμως, ὅπως εἴπαμε, ὁ "νοῦς" τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ ὀφθαλμός, τὸ κέντρο, ὁ πυρῆνας τῆς ψυχῆς του ἀνθρώπου. Αὐτὸς ὁ "νοῦς" τοῦ ἀνθρώπου ταυτίζεται μὲ τὴν "καρδιὰ" τοῦ ἀνθρώπου, τὸ πνευματικὸ δηλ. κέντρο τοῦ ἀνθρώπου, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἐκπορεύονται, κατὰ τὸν Κύριο, οἱ πονηροὶ διαλογισμοὶ τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ κέντρο ὑπάρξεως, δηλ. τὸν "νοῦν", τὴν "καρδίαν", δὲν ἐκπορεύονται μόνον οἱ πονηροὶ λογισμοί, ἀλλὰ ὅλοι οἱ λογισμοί, οἱ σκέψεις, τοῦ ἀνθρώπου, εἴτε αὐτὲς πηγάζουν ἀπὸ τὸν ἴδιο, εἴτε ὑποβάλλονται εἰς αὐτὸν ἀπὸ τὸν Θεὸν ἢ ἀπὸ τὸν διάβολον. Καὶ, αὐτὸ τὸ κέντρο τῶν λογισμῶν τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ εἶναι καὶ ἡ πηγὴ τοῦ λόγου τοῦ ἀνθρώπου, δηλ. ὁ νοῦς του, πού, ὅπως εἴπαμε, εἶναι ὁ ὀφθαλμός, τὸ κέντρο, τὸ βάθος τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἑδράζεται, ὄχι εἰς τὸν ἐγκέφαλο τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ εἰς τὸν χῶρο τῆς φυσικῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ χῶρος τῆς φυσικῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ τόπος, ἡ ἕδρα, τῆς πνευματικῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἕδρα τοῦ νοῦ, διότι ὁ νοῦς ταυτίζεται μὲ τὴν πνευματικὴ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ εἶναι τὸ κέντρο ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου κατανέμεται, διαχέεται, εἰς ὅλο τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου καὶ ζωοποιεῖ τὸ σῶμα. Ἡ ψυχὴ περικλείει, συνέχει τὸ σῶμα. Ἔχει, ὅμως, τὸ φυσικό της κέντρο, ποὺ εἶναι, ὅπως εἴπαμε, ὁ χῶρος τῆς φυσικῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Ἐκεῖ ἑδράζεται ὁ "νοῦς" (ὄχι ἡ διάνοια), ἡ πνευματικὴ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, τὸ κέντρο, ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς. Εἰς αὐτὸ τὸ κέντρο, εἰς τὴν πνευματικὴ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὸν χῶρο τῆς φυσικῆς του καρδιᾶς, ἔρχεται καὶ ἐνεργεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι δεκτικὸς τῆς Χάριτος, κράζον «ἀββᾶ ὁ πατήρ», κατὰ τὸν Ἀπὸστολον, καὶ ποεῖ τὸν ἄνθρωπον πνευματικόν, δηλ. υἱὸν Θεοῦ. Εἰς τὰ ζῶα δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ δυνατότης, ἐπειδὴ τὰ ζῶα δὲν ἔχουν νοῦν, ποὺ νὰ δέχεται τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, οὔτε νοῦν ὁ ὁποῖος νὰ εἶναι πηγὴ λόγου καὶ γι' αὐτὸ δὲν ἔχουν οὔτε λόγον. Πῶς, λοιπόν, εἶναι δυνατὸν ποτὲ ὁ ἄνθρωπος νὰ προέρχεται, ἐξελικτικά, ἀπὸ τὰ ζῶα;
Ἡ διάνοια, ποὺ εἶναι μία ἀπὸ τὶς δυνάμεις τοῦ νοῦ, ἑδράζεται εἰς τὸν ἐγκέφαλο τοῦ ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖο ἡ διάνοια χρησιμοποιεῖ, ὥστε ὁ ἐγκέφαλος νὰ κινήση τὸ σῶμα καὶ νὰ φέρη εἰς πέρας, νὰ ἐκτελέση, ἐκεῖνο ποὺ τὸν διατάσσει ἡ διάνοια. Ἡ δὲ διάνοια, ὅπως εἴπαμε, κατὰ τὴν Ο. Α., παίρνει ἐντολὲς ἀπὸ τὸν νοῦν, τὸ κέντρο, τὸ μάτι τῆς ψυχῆς. Ἄν, τώρα, ἐρωτήσωμε ἕναν ἐπιστήμονα «ἔχεις νοῦν;», θὰ μᾶς ἀπαντήση «ναὶ» ἐννοῶντας τὴν διάνοιά του, ἡ ὁποία κινεῖ τὸν ἐγκέφαλό του. Καί, ἂν πάλι τὸν ἐρωτήσωμε «πῶς ξέρεις ὅτι ἔχεις νοῦν (διάνοιαν), ἀφοῦ δὲν τὸν βλέπης;», θὰ μᾶς ἀπαντήση «ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος, ἀφοῦ λειτουργῆ λογικὰ ὁ ἐγκέφαλός μου». Δὲν τὸν βλέπει τὸν νοῦν του, τὴν διάνοιά του, ὁ ἐπιστήμων, ὅμως συμπεραίνει ὅτι ἔχει διάνοια ἐπειδὴ σκέπτεται, ἐπειδὴ λειτουργεῖ ὁ ἐγκέφαλός του, ἐπειδὴ γνωρίζει ὅτι ἡ κινητήρια δύναμις τοῦ ἐγκεφάλου του εἶναι ἡ διάνοια. Δὲν γνωρίζει, ὅμως, ὅτι ἡ κινητήρια δύναμις τῆς διανοίας εἶναι ἡ ψυχή, ὁ νοῦς, ὡς ὁ πυρῆνας τῆς ψυχῆς. Οὔτε γνωρίζει, ὅτι ἡ κινητήρια δύναμις τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ, κατ' ἐπέκτασιν, δὲν γνωρίζει ὅτι ἡ κινητήρια δύναμις τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἡ Ε., λοιπόν, δὲν δέχεται ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι διττός, δηλ. ὅτι συνίσταται ἀπὸ σῶμα καὶ ψυχή, ἡ ὁποία ζωοποιεῖ τὸ σῶμα καὶ ζεῖ σὰν αὐθύπαρκτη ὀντότητα μετὰ τὸν βιολογικὸ θάνατο τοῦ σώματος, ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ἀνιχνεύση, οὔτε δέχεται ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει καὶ κάτι ἄλλο πέραν τοῦ ἐξελιγμένου ἐγκεφάλου του, ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῶν σκέψεών του καὶ τὸ ὄργανο ποὺ ἐνεργεῖ εἰς τὸν ἄνθρωπον τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, δηλ. ὁ νοῦς, ἡ πνευματική του καρδιά, ποὺ εἶναι ὁ πυρῆνας, τὸ μάτι τῆς ψυχῆς του. Ἡ Ε. δέχεται μόνον, ὅτι οἱ σκέψεις τοῦ ἀνθρώπου πηγάζουν ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὸν ἐγκέφαλό του, ὁ ὁποῖος, λέγουν, ὅτι εἶναι ἡ ἕδρα ὄχι μόνο τῶν σκέψεων, ἀλλὰ καὶ τῶν συναισθημάτων καὶ τοῦ αὐτεξουσίου (τὸ ὁποῖο κατ' αὐτοὺς εἶναι ἀνελεύθερο ὡς ἐπηρεαζόμενο ἀπὸ τὴν κληρονομικότητα, τὸ DNA, καὶ ὡς ἀποτέλεσμα χημικῶν διεργασιῶν). Ἡ Ε. δέχεται, ἔτσι, ὅτι ὁ ἄνθρωπος λειτουργεῖ λίγο-πολὺ νομοτελειακά, ὅπως τὰ ζῶα, ἡ δὲ ἐλευθερία ἐπιλογῆς ποὺ ἔχει εἶναι προϊὸν τοῦ ἐξελιγμένου ἐγκεφάλου του, ὁ ὁποῖος τοῦ παρέχει καὶ μία πιὸ ἐξελιγμένη λογική. Ὅμως, εἰς τὴν πραγματικότητα, ἡ διαφορὰ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ ζῶα εἶναι τεράστια, ὅπως ἀνεφέρθη παραπάνω. Καὶ, αὐτή, γιὰ μᾶς, εἶναι μία ἐπὶ πλέον ἀπόδειξις ὅτι δὲν προερχόμεθα ἀπὸ τὰ ζῶα.
Ἀποτέλεσμα, τώρα, αὐτῆς τῆς ὡς ἄνω θεωρήσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν Ε. εἶναι νὰ καταβάλλεται σήμερα προσπάθεια ἀπὸ τὴν Ε. νὰ χαρτογραφηθῆ ὁ ἀνθρώπινος ἐγκέφαλος γιὰ νὰ ἀνιχνευθοῦν καὶ ἐντοπισθοῦν τὰ κέντρα τοῦ αὐτεξουσίου, τῶν συναισθημάτων, τῆς μνήμης, τῶν σκέψεων, τοῦ λόγου, κλπ., τὰ ὁποῖα, βέβαια, δὲν πρόκειται νὰ εὑρεθοῦν εἰς τὸν ἐγκέφαλον, ἁπλούστατα διότι δὲν εὑρίσκονται εἰς τὸν ἐγκέφαλον, ἀλλὰ εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπόδειξις τούτου, εἶναι τὸ ὅτι, μετὰ τὸν βιολογικὸ θάνατο τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ψυχή του διατηρεῖ τὰ πάντα, ὅλα ὅσα εἶχε ὁ ἄνθρωπος πρὸ τοῦ θανάτου του. Μετὰ θάνατον, ὁ ἄνθρωπος διατηρεῖ καὶ τὴν προσωπικότητά του, καὶ τὴν μνήμη του, πλήρως, καὶ τὰ συναισθήματά του. Αὐτὸ τὸ γνωρίζομε ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν μαρτυρία τῆς ψυχῆς, μετὰ θάνατον, κατὰ τὴν κοινὴ μαρτυρία ὅλων ὅσων ἐνεφανίσθησαν μετὰ θάνατον εἰς τοὺς ζῶντες καὶ ἀπεκάλυψαν τὴν κατάστασιν τῆς ψυχῆς των πέραν τοῦ τάφου. Πῶς ἐμφανίζονται εἰς τοὺς ζῶντες ἀνθρώπους οἱ κεκοιμημένοι Ἅγιοι καὶ διαλέγονται μαζί τους; Ποιὸς ὁμιλεῖ, ἀφοῦ τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου εἶναι εἰς τὸν τάφον; Ἀσφαλῶς, ἡ ψυχὴ τοῦ Ἁγίου. Ἀλλά, τὸ γνωρίζομε καὶ ἀπὸ μαρτυρίες ζώντων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι, κατὰ παραχώρησιν Θεοῦ, εἶχαν ἐξωσωματικὴ ἐμπειρία περὶ τῆς ὑπάρξεως τῆς ψυχῆς τους. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ βγῆκαν πρὸς στιγμὴν ἀπὸ τὸ σῶμα τους, ποὺ πέθαναν δηλ. γιὰ λίγο, καὶ εἶδαν τὸ σῶμα τους νεκρό, ὅπως τὸ ἔβλεπαν καὶ οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι γύρω τους. Καὶ, μετὰ ἀπὸ λίγο, ἐπανῆλθαν εἰς τὸ σῶμα τους, τὸ ὁποῖο ἔκειτο νεκρό, καὶ συνέχισαν νὰ ζοῦν. Πῶς ἀνεστήθη τὸ σῶμα τους καὶ ζωοποιήθηκε, ἀφοῦ πρὶν λίγο ἔκειτο νεκρό; Ἀσφαλῶς, μὲ τὴν ζωοποιὸ δύναμι τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία πῆρε ἐντολὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ εἰσέλθη πάλιν εἰς τὸ σῶμα. Καὶ, ὅταν ἡ ψυχή τους εἶχε χωρισθῆ ἀπὸ τὸ σῶμα τους, μὲ ποιὸ ὄργανο ἔβλεπαν τὸ σῶμα τους; Ἀσφαλῶς μὲ τὸν νοῦν, τὴν ψυχή τους.
Εἰς τὴν Παράδοσι τῆς Έκκλησίας ἔχουν καταγραφῆ μαρτυρίες ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι "εἶδαν" τὸν Παράδεισο καὶ τὴν Κόλαση. Τέτοιοι ἄνθρωποι ὑπάρχουν καὶ σήμερα, ζῶντες. Καὶ ἐδῶ, πάλι πρόκειται γιὰ ἐξωσωματικὴ ἐμπειρία, κατὰ τὴν ὁποία ὅμως παίρνει ὁ ἄγγελος τοῦ ἀνθρώπου τὴν ψυχή του, τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος κοιμᾶται, καὶ τὴν πηγαίνει εἰς τὸν τόπον τοῦ Παραδείσου ἢ τῆς Κολάσεως, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀποκτήση ἐμπειρία περὶ τῆς ἀληθείας τῶν καταστάσεων αὐτῶν. Μετά, ὁ ἄγγελος ἐπαναφέρει εἰς τὸ σῶμα τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, καὶ, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ξυπνήση, διηγεῖται πράγματα ὄχι τοῦ κόσμου τούτου. Εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου δὲν πεθαίνει, ἂν καὶ βγῆκε ἡ ψυχή του, ἀλλὰ συντηρεῖται εἰς τὴν ζωὴν, ὡς εἰς κῶμα, ἀπὸ τὴν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἡ Ε., λοιπόν, ἐφ' ὅσον δὲν δέχεται ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀθάνατη ψυχή, ἡ ὁποία ζεῖ σὰν αὐθυπόστατο κτίσμα καὶ μετὰ τὸν βιολογικὸ θάνατο τοῦ σώματος, δὲν μπορεῖ νὰ δεχθῆ σὰν πηγὴ τῶν σκέψεων καὶ τῶν λογισμῶν τοῦ ἀνθρώπου κάτι ἄλλο ἔξω ἀπὸ τὸν ἐγκέφαλο τοῦ ἀνθρώπου . Ἡ Ε. νομίζει ὅτι ἡ πηγὴ τῶν σκέψεων τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ ἐγκέφαλος, ὅπως νομίζει ὅτι καὶ ἡ πηγὴ τῶν συναισθημάτων ε ἶναι ὁ ἐγκέφαλος. Ἐμεῖς, λέμε, ὅτι ἡ πηγὴ τῶν σκέψεων καὶ τῶν συναισθημάτων τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, καί, συγκεκριμένα, τὸ κέντρο τῆς ψυχῆς του, ὁ νοῦς, καὶ ὄχι ὁ ἐγκέφαλος τοῦ ἀνθρώπου. Γιὰ τὴν Ο. Α. τὸ κέντρο τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου εἶναι, ὅπως εἴπαμε, ὁ χῶρος τῆς φυσικῆς καρδιᾶς. Γιὰ τὴν Ε. αὐτὸ τὸ κέντρο εἶναι ὁ χῶρος τοῦ ἐγκεφάλου. Αὐτὸ διδάσκουν ἡ Ψυχολογία καὶ ἡ Ιατρική. Καὶ ἐδῶ εὑρίσκεται τὸ ἄλλο μέγα χάσμα μεταξὺ τῆς Ε. καὶ τῆς Ο. Α.
Ἡ Ε., λοιπόν, μιλᾶ γιὰ ψυχή, ἀλλὰ ἐννοεῖ τὴν ψυχικὴ ἐνέργεια τοῦ ἐγκεφάλου, ἡ ὁποία, φυσικά, παύει μὲ τὸν βιολογικὸ θάνατο τοῦ ἀνθρώπου. Γι' αὐτό, καὶ ἡ Ε. δὲν δέχεται ὕπαρξι ψυχῆς, ὡς αὐθυποστάτου ὀντότητος, μετὰ τὸν βιολογικὸ θάνατο τοῦ ἀνθρώπου, ὄχι μόνο ἐπειδὴ ἡ ἐνέργεια τοῦ ἐγκεφάλου παύει νὰ ὑπάρχη μετὰ τὸν βιολογικὸ θάνατο τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ ἡ Ε. δὲν μπορεῖ νὰ ἀνιχνεύση, μὲ ἐπιστημονικὰ ὄργανα, τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, εἴτε πρὶν τὸν βιολογικό του θάνατο, εἴτε μετά. Εἶναι ἔτσι καταδικασμένη νὰ ἔχη ἐσφαλμένη εἰκόνα καὶ ἀντίληψι περὶ τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου.
Ἐμεῖς, πιστεύομε, ἐπειδὴ γνωρίζει ἡ Έκκλησία, ὅτι ὁ Θεὸς κτίζει, δημιουργεῖ, τὴν ψυχὴ τοῦ κάθε ἀνθρώπου κατὰ τὴν στιγμὴ τῆς συλλήψεως τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν μήτρα τῆς μητέρας του, ἀγνώστως καὶ ἀρρήτως, ἐπειδὴ ἐνεργεῖ ἡ ἄκτιστη δύναμις τοῦ Θεοῦ, καὶ ὅτι αὐτὴ ἡ ψυχὴ εἶναι ἄρρηκτα δεμένη μὲ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ὁποῖο καὶ ζωοποιεῖ . Ὁ βιολογικὸς θάνατος, κατὰ ταὸν ὁποῖο συμβαίνει βίαιος χωρισμὸς ψυχῆς καὶ σώματος, εἶναι μία ἀφύσικη κατάστασις γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Γι' αὐτό, καὶ ὁ Θεὸς θὰ ξαναδώση τὸ σῶμα εἰς τοὺς νεκροὺς κατὰ τὴν μέλλουσαν κοινὴν Ανάστασιν τῶν σωμάτων τῶν νεκρῶν.
Ἡ ζωὴ εἰς τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου όφείλεται εἰς τὴν ὕπαρξι τῆς ψυχῆς του. Ἐὰν ἡ ψυχὴ ἀποχωρισθῆ ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, πρᾶγμα ποὺ συμβαίνει κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ βιολογικοῦ θανάτου, τότε τὸ σῶμα νεκροῦται, πεθαίνει. Ὅταν ὁ Χριστὸς ἀνέστησε ἄνθρωπο, ἐπανέφερε τὴν ψυχὴ εἰς τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου καὶ τὸ σῶμα ἀνεστήθη. Ἡ Ε. δὲν μπορεῖ νὰ ἑρμηνεύση πῶς γίνεται μία ἀνάστασις ἑνὸς νεκροὺ σώματος, ἀφοῦ δὲν δέχεται ὕπαρξι ψυχῆς εἰς τὸν ἄνθρωπο. Ἀναστάσεις, ὅμως, νεκρῶν σωμάτων εἶναι ἕνα ἀδιαμφισβήτητο γεγονὸς μέσα εἰς τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ψυχή, λοιπόν, ζωοποιεῖ καὶ συντηρεῖ ζωντανὸ τὸ σῶμα τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Ἡ ἴδια ἡ ψυχὴ ζωοποιεῖται ἀπὸ τὴν Χάρη, τὴν ἐνέργεια, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δηλ., ζωὴ τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ζωὴ τοῦ σώματος εἶναι ἡ ψυχή. Φεύγει ἡ Χάρις ἀπὸ τὴν ψυχή; Ἀρρωσταίνει ἡ ψυχὴ καὶ νεκρώνεται. Φεύγει ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα; Τὸ σῶμα πεθαίνει. Αὐτὰ συμβαίνουν εἰς τὸν ἄνθρωπο.
Δαμασκηνὸς μοναχὸς Ἁγιορείτης
[1] Σεβ. Ἱωάννου Ζηζιούλα: "Ἐπιστήμη καὶ περιβάλλον: Μία θεολογικὴ προσέγγισις", περιοδ. ΤΟΛΜΗ, Ὀκτώβριος 2001, σελ. 23-27 (ἀνάτυπον ἀπὸ τὴν ἔκδοση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου 'Θρησκεία, Ἐπιστήμη καὶ Περιβάλλον - Ἡ Μαύρη θάλασσα σὲ Κίνδυνο', 1998).
[2] Π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, ἔνθ' ἀνωτ., σελ. 173-187.
(Πηγή: «ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΕΩΣ, ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ», Θεοδρομία )
Πηγή: Αντίφωνο , Πατερικός , Ενοριακό ιστο-Λόγιο , Θεοδρομία
Ὁμολογιακό κήρυγμα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μπαντσέν κ. Λογγίνου
(ἐπί τῇ ἑορτῇ τῆς Ἁγίας Σκέπης, 1/14 Ὀκτωβρίου 2016)
Μετάφραση (ἐκ τοῦ ἀγγλικοῦ, μερική ἐπιβεβαίωση ἐκ τοῦ ρωσσικοῦ)
& ἐπιμέλεια: Μοναχοῦ Σεραφείμ (Ζήση)
Δημοσιεύουμε ἕνα παλαιότερο, ἀλλά πάντοτε ἐπίκαιρο, ὁμολογιακό κήρυγμα τοῦ Σεβ. Ἀρχιεπισκόπου Μπαντσέν κ. Λογγίνου, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνακηρυχθεῖ «ἥρως τῆς Οὐκρανίας» γιά τό σπουδαῖο φιλανθρωπικό του ἔργο (τό 2008) [1], ἀλλά διέκοψε, κατά τούς ἱερούς Κανόνας, τό μνημόσυνο τῆς προϊσταμένης του ἀρχῆς [2], τοῦ Πατριάρχου Μόσχας καί πασῶν τῶν Ρωσσιῶν κ. Κυρίλλου, τόν Μάρτιο τοῦ 2016, γιά λόγους ἀθετήσεως τῆς Πίστεως, κατά τήν «Κοινή Δήλωση τῆς Ἁβάνας» (12 Φεβ 2016) μεταξύ τοῦ Πατριάρχου τῆς Ρωσσίας καί τοῦ Πάπα Ρώμης Φραγκίσκου.
Ἀπό τούς λόγους τοῦ Σεβ. κ. Λογγίνου ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ Σεβασμιώτατος ἀποδίδει τήν δέουσα προτεραιότητα στήν προάσπιση τῶν ἱερῶν δογμάτων, ὁμιλῶν μετά παρρησίας ἡ ὁποία πηγάζει ἐκ τῆς πίστεως, ἐπικρίνοντας καθηκόντως καί ὅλες τίς σχετικές καινοτομίες πού συνοδεύουν πάντοτε ὡς «ἀπαραίτητα» συμπτώματα ὅσους ἔχουν μολύνει τήν ψυχή τους μέσῳ τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἡ μαγνητοφώνηση τοῦ κηρύγματος δέν ἐκκίνησε ἐξ ἀρχῆς, καί ἔτσι τό κείμενο αὐτό παρουσιάζεται ἐδῶ νοηματικῶς «ἀκέφαλο» (ἄνευ εἰσαγωγῆς)· τά ἐντός ἀγκυλῶν εἶναι ἐπεξηγήσεις προστεθειμένες κατά τήν ἀπομαγνητοφώνηση.
«Γιατί ζοῦμε; Γιατί εὑρισκόμαστε, ἀδελφοί καί ἀδελφές, ἐπάνω σέ αὐτήν τήν γῆ; Μέ σκοπό νά κάνουμε κακό; Νά σκοτώνουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο; Ὄχι ! «Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται» [3]. Διαδῶστε τό καλό. Ἀγαπῆστε καί συγχωρεῖστε. Ἡ ζωή εἶναι μικρή καί μᾶς ἐπισκιάζουν οἱ ἔσχατοι καιροί. Ὁ Κύριος θά ἔλθει νά κρίνει αὐτόν τόν κόσμο. Ὅπως θά μᾶς βρεῖ Αὐτός, ἔτσι θά ἔλθει ἐπάνω μας ἡ Κρίση τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός τούς συγχώρησε ὅλους. Οὐδείς ἁμαρτωλός ἀφίεται ἐπί γῆς, ὁ ὁποῖος νά μή μπορεῖ νά βρεῖ συγχώρηση. Εἶπε «Ἦλθα γιά νά συγχωρήσω» [4]. Αὐτό ἦταν τό θέλημα τοῦ Κυρίου – νά συγχωρήσει ὅλους τούς ἁμαρτωλούς, καί νά μᾶς παραλάβει ὅλους ἐντός τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Ἀλλά σήμερα οἱ ἄνθρωποι δέν θέλουν νά ὑπηρετήσουν τόν Θεό. Γι΄ αὐτόν τόν λόγο σᾶς εἶπα ὅτι ἤδη ἔχουν φθάσει οἱ δυσχερεῖς καιροί. Οἱ Ὀρθόδοξοι ἄνθρωποι ἐξαπατῶνται ἀπό Πατριάρχες, Ἐπισκόπους, Ἱερεῖς, πού θέλουν νά δείξουν ἕναν διαφορετικό δρόμο πρός τήν αἰώνια ζωή, καί ὄχι τόν δρόμο πού ὁ Κύριος μᾶς ἔχει παραδώσει. Τί νομίζετε, ἀδελφοί καί ἀδελφές, ὅτι οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας θά μποροῦσαν νά συγκεντρώσουν μαζί Ὀρθοδόξους, Καθολικούς, Προτεστάντες, Βαπτιστές, Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, καί νά ποῦν: «Εἴμαστε ἀδελφοί καί ἀδελφές ἐν Χριστῷ;!». Ὄχι! Ὁ Κύριος διεχώρισε τήν αἵρεση ἀπό τήν ἀλήθεια [5]. Καί ἐκεῖνοι [δηλ. οἱ αἱρετικοί] εἶναι ἐχθροί τοῦ Θεοῦ, ἐχθροί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, ἐχθροί τῆς Μητρός τοῦ Θεοῦ. Δέν ἔχω τίποτε ἐναντίον ἑνός ἀνθρώπου [δηλ. ἐναντίον ἑνός αἱρετικοῦ προσωπικῶς], ἀλλά, ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν διδασκαλιῶν· δέν πρέπει νά ἐπιτρέψουμε αὐτήν τήν ἀνταρσία ἐντός τῆς Ἐκκλησίας μας, διότι γιά τήν Ὀρθόδοξο Πίστη μας αὐτά τά πράγματα εἶναι βλασφημία.
Σήμερα προσευχόμαστε μαζί σας, κλαίοντες, καί ζητήσαμε τό Μυστήριο τοῦ Σώματος καί Αἵματος τοῦ Σωτῆρος. Ἀλλά, ἐρχόμαστε μέσα στήν Ἐκκλησία καί χορεύουμε, ὅπως ἕνας Κοζᾶκος, ὅπως κάνουν στήν Ἐκκλησία στή Μόσχα [6]; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δέν θά ἦταν ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ! Ἀλλά, θά ἦταν ἐξ ἀντιθέτου ἡ συναγωγή τοῦ σατανᾶ [7]. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ἔχουν χάσει κάποια αἴσθηση τοῦ τί σημαίνει νά εἶσαι Χριστιανός. Πῶς μποροῦμε νά χορεύουμε ἐνώπιον τοῦ Ἱεροῦ;! Πῶς μποροῦμε νά ποῦμε, ἀδελφοί καί ἀδελφές, ὅτι θά ἔπρεπε νά ἔχουμε διαφορετικές πίστεις καί διδασκαλίες στήν Ἐκκλησία μας; Μή τό πιστεύετε αὐτό! Αὐτοί εἶναι ἄνθρωποι πού προετοιμάζουν τόν δρόμο γιά τόν Ἀντίχριστο. Εἶναι ἀποστάτες καί προδότες τῆς ἁγίας Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας.
Ἀδελφοί καί ἀδελφές, ζητοῦμε ἀπό ὅλους σας, νά ἵστασθε στήν Ἀλήθεια, καί στήν Ὀρθή Ὁδό. Οἱ ἅγιοι Πατέρες εἶπαν ὅτι θά ἔλθει ἕνας τέτοιος καιρός, ὅπως αὐτός, καί θά σᾶς προδώσουν, καί θά κάνουν αὐτή τήν Σύνοδο [καθώς φαίνεται, τήν ληστρική Σύνοδο τῆς Κρήτης, σημ.], τήν Ψευδο-σύνοδο, τήν Σύνοδο τοῦ διαβόλου, τοῦ Ἀντιχρίστου, καί θά προδώσουν τήν Ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, καί θά σᾶς καταδιώξουν[8]. Εἴχαμε σκεφθεῖ ὅτι δέν θά ἦταν τώρα, ἀλλά ἀργότερα· ὅμως, ἀδελφοί καί ἀδελφές, τούς βλέπουμε νά λαμβάνουν τά ἱερά λείψανα τοῦ Πατρός μας Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ καί νά τά δίνουν, αὐτά τά ἱερά λείψανα, στόν αἱρετικό Ἰησουΐτη Πάπα [9]!
Αὐτή ἡ ἁμαρτία δέν μπορεῖ νά συγχωρηθεῖ, ὅταν οἱ Ἐπίσκοποι καί Μητροπολῖτες μας μεταθέτουν τόν Θρόνο [τήν ἁγία Τράπεζα] στό κέντρο τῆς Ἐκκλησίας [10], ὥστε οἱ ἄνθρωποι νά βλέπουν τήν Λειτουργία ἐντός τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι στό Ἱερό, ὄπισθεν τοῦ Τέμπλου – αὐτό εἶναι αἵρεση! Λατινική αἵρεση [11]! Καί δέν φοβοῦνται τίποτε!
Ὡστόσο, εἶναι ὁ καιρός. Ἔχει ἔλθει ὁ καιρός, ἀδελφοί καί ἀδελφές, νά προσευχηθοῦμε, νά ζητήσουμε ἀπό τόν Κύριο νά σταματήσει αὐτούς καί τό βδέλυγμα αὐτό. Ἀλλά οἱ ἅγιοι Πατέρες εἶπαν, ὅτι ἔτσι θά εἶναι τό βδέλυγμα αὐτό! Θά ἔλθει! Δέν μπορῶ κἄν νά βρῶ τίς λέξεις νά μιλήσω γιά αὐτά τά αἴσχιστα πράγματα πού ἔχουν εἰσέλθει μέσα στόν πλέον Ἱερό Τόπο: στό Ἱερό, στό Ἱερό! Ἔπειτα, χόρεψαν στή Μόσχα [δηλ. ἔμπροσθεν τοῦ Ἱεροῦ]!
Δηλαδή, ὁ Πατριάρχης δέν εἶδε πῶς χόρευαν μπροστά στό Ἱερό, καί χόρευαν σάν Κοζᾶκοι καί τραγουδοῦσαν αἱρετικά τραγούδια; Προδότες, ἀποστάτες, ὑπηρέτες τοῦ σατανᾶ! Δέν γνωρίζω πόσος χρόνος ἔχει ἀπομείνει, ὅμως σᾶς παρακαλῶ, ἄς μετανοήσουμε καί προσέλθουμε στόν Κύριο καί Θεό.
Ἐπιθυμῶ νά ἔχετε τήν εἰρήνην τοῦ νοός. Ἐπιθυμῶ νά εἶμαι μαζί μέ τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους Του. Δέν πρόκειται νά σᾶς ἀποκρύψω τίποτε. Πάντοτε θά λέγω τήν ἀλήθεια. Ὅταν κατακλείσαμε τήν Σύνοδο [Σύνοδο τοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας τόν Φεβρουάριο τοῦ 2016] ἐλέχθη ὅτι «κανείς δέν πρέπει νά μάθει τί γίνεται ἐδῶ». Γιατί δέν θά ἔπρεπε νά γνωρίζει ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ; Γιατί συμβαίνει ἄνθρωποι πού ἔχουν κτίσει Ἐκκλησίες καί Μοναστήρια νά μή πρέπει νά γνωρίζουν τήν ἀλήθεια; Καί γιατί μᾶς χρειάζεστε, ἀδελφοί καί ἀδελφές; Ὥστε νά μᾶς τρέφετε, νά μᾶς ντύνετε, νά κτίζετε γιά μᾶς Ἐκκλησίες, καί μετά ἀντί τούτων ἐμεῖς νά σᾶς ἀποστέλλουμε στήν ἄβυσσο, στήν αἰωνία βάσανο; Αἶσχος! Αἶσχος! Μετανοεῖστε, Ὀρθόδοξοι! Συνέλθετε! Εἶναι καιρός γιά ὁμολογία! Δέν πρέπει νά φοβεῖσθε! Μή φοβεῖσθε τίποτε! Νά εἶσθε ἀληθινοί πρός Κύριον τόν Θεό, τούς Κανόνες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ἀκοῦστε τούς Ἁγίους Πατέρες, πού ὅλοι ἔγραψαν καί μᾶς εἶπαν τί καιροί θά ἔλθουν, καί μᾶς εἶπαν τί θά πρέπει νά κάνουμε.
Δόξα τῷ Θεῷ, πού δέν μεταβήκαμε στή Σύνοδο αὐτή [τήν Σύνοδο τῆς Κρήτης, σημ.], ἀλλά στίς 2-3 Φεβρουαρίου [Σύνοδο Πατριαρχείου Μόσχας, 2016 - σημ.] κατετέθη ἕνα κείμενο, ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτή [Σύνοδος τῆς Κρήτης–σημ.], ἦταν «καλή» καί δέν παραβιάζει τά δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας [12], καί ὅτι ἐμεῖς, οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Ρωσσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, «ὅλοι συμφωνοῦμε μέ αὐτό! Γιατί τώρα νά διαφωνήσουμε;». Εἶναι ἀπαραίτητο νά συγκληθεῖ ἄλλη Σύνοδος [Ἐπισκοπική Σύνοδος–σημ.], γιά νά ἀποσύρει τό κείμενο αὐτό. Αὐτό εἶναι κείμενο ὑπέρ τοῦ Ἀντιχρίστου, διαβολικό· ἐπειδή κανείς δέν μᾶς ἄκουσε ἐκεῖ, καί σέ ὅλους εἶπαν: «Κάθησε κάτω· ἔχει ἤδη ὑπερψηφισθεῖ · εἶναι ὅλα ἐντάξει!».
Δέν θά πράξουμε καθώς μᾶς λένε, διότι αὐτός εἶναι ὁ δρόμος πρός τήν αἰώνια ἀπώλεια. Εἴμαστε ἐλεύθεροι ἄνθρωποι. Πιστεύω στόν Θεό, ὄχι ἐπειδή κάποιος μέ ἐξεβίασε νά πιστεύσω, ἀλλά πιστεύω σέ Αὐτόν, ἐπειδή δέν μπορῶ νά ζήσω χωρίς Αὐτόν. Ἡ ζωή μου ὑπῆρξε πολύ δύσκολη. Ἀπό τήν παιδική μου ἡλικία ἕως τώρα. Καί ἔχω πάντοτε αἰσθανθεῖ τήν χεῖρα τοῦ Θεοῦ καί τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Καί πάντοτε ὁ Κύριος μοῦ ὑπέδειξε τί πρέπει νά κάνω. Δέν ἦλθα στό Μοναστήρι ἤ τήν ὑπηρεσία πρός τόν Θεό, γιά νά ἔχω ἔπαινο ἤ νά ἔχω ἄλλους νά μέ προσκυνοῦν. Ἔρχομαι μαζί σας, γιά νά ὑπηρετήσω τόν Κύριο. Αὐτός εἶναι τά πάντα γιά μᾶς, ἐμεῖς δέν εἴμαστε τίποτε.
Γιά τόν λόγο αὐτό, σᾶς ζητῶ μέ ὅλη μου τήν καρδιά, σᾶς ἱκετεύω: φρoντίστε τήν Ὀρθόδοξη Πίστη! Προστατεῦστε τήν Ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ! Θά εἴμαστε λίγοι, ἀλλά ὁ Κύριος δέν θά μᾶς ἐγκαταλείψει!
Ἀγαπητοί ἀδελφοί καί ἀδελφές, συμπανηγυρίζω μαζί μέ ὅλους σας γιά τήν ἅγια Ἑορτή τῆς Σκέπης τῆς Εὐλογημένης Παρθένου Μαρίας. Καί αἰτοῦμαι τό μητρικό ἔλεος, τήν μητρική φροντίδα Της γιά μᾶς τούς ἁμαρτωλούς, καί νά καλύψει Αὐτή ὅλους τούς πιστούς καί ὅλους τούς ἀνθρώπους ἐπί τῆς γῆς αὐτῆς, μέ τό ἱερό Της μαφόριο.
Μή ἀπογοητεύεσθε! Μή φοβεῖσθε, ἀδελφοί καί ἀδελφές! Ὅλα θά ἐκπληρωθοῦν, οἱ καιροί ἔχουν ἤδη φθάσει.
Βαρύς πόλεμος θά γίνει! Πόσο αἱματηρή μάχη! Ἑκατοντάδες ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων θά πεθάνουν. Ἀλλά μή φοβεῖσθε τίποτε, ἄν εἴμαστε μέ τόν Θεό, ἄν πορευόμαστε μέ τόν Θεό, ἄν παραμένουμε μέ τόν Θεό ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Ὅλοι λένε ὅτι εἶναι μέ τόν Θεό καί ἑνώνονται χάριν τῆς ἀγάπης, ἀνεξαρτήτως τοῦ τί πιστεύουν. Αἱρετικά τά λόγια τοῦ Πατριάρχη μας, ὅταν λέει ὅτι ὁ Θεός εἶναι σάν τόν ἥλιο, καί ὅτι οἱ ἀκτῖνες πού ὁδηγοῦν στόν ἥλιο, εἶναι ὅλες οἱ αἱρέσεις, ὅλες οἱ ἐπί γῆς θρησκεῖες καί ὅλες ὁδηγοῦν στόν ἕνα Θεό [13]! Δέν μᾶς λέγεται αὐτό πουθενά στούς Πατέρες, δέν εἶναι πουθενά γραμμένο! Τό λέει αὐτό, ἐπειδή ὁ διδάσκαλός του, ὁ Μητροπολίτης Νικόδημος Ροτόβ, πέθανε σάν σκύλος στά πόδια τοῦ Πάπα [14]. Τοῦ εἶχε προλεχθεῖ νά μήν πάει ἐκεῖ, καί ὅτι θά πέθαινε. Ὅταν φίλησε τήν παντόφλα τοῦ Πάπα, πέθανε ἐκεῖ, στά πόδια του.
Γιατί δέν σταματήσαμε, ὅταν τό θαῦμα αὐτό φανερώθηκε; Γιατί προχωρήσαμε μέ τυφλότητα καί φαντασθήκαμε ἄλλην ὁδό, ἀπό τήν Μία Ὁδό τῆς Σωτηρίας, πού ὁ Κύριος μᾶς ἔχει ἀφήσει, τήν στενή ὁδό [15]; Ὁ Κύριος μᾶς κατέλιπε Μία Ἐκκλησία καί εἶπε ὅτι «πύλαι ᾍδου οὐ κατισχύσουσι» [16] τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς δέν μίλησε γιά «ἐκκλησίες», γιά «ἀδελφές ἐκκλησίες»· εἶπε, «οἰκοδομήσω μου τήν Ἐκκλησίαν» [17] καί ὅτι « Ἐγώ εἰμι ἡ Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας ταύτης» [18], ὄχι ὁ Πάπας, ὄχι ὁ Πατριάρχης, οὔτε ἐγώ, ἕνας ἁμαρτωλός. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς εἶναι ἡ Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας. Ἔχετε ἔλθει σήμερα γιά χάρη μου, γιά νά προσευχηθεῖτε σέ ἐμένα; Ποιός εἶμαι ἐγώ; Εἴμαστε μαζί ἀνάξιοι καί ἁμαρτωλοί· ἤλθαμε νά ἱκετεύσουμε τόν Κύριο. Ἐντρέπομαι νά ἀτενίσω πρός τόν Θεό, ἐπειδή οἱ ἁμαρτίες μου εἶναι πολλές, καί πρέπει νά μιλήσω διαρκούσης τῆς Λειτουργίας καί νά πῶ, καθώς λειτουργοῦμε: «Κύριε ἐλεῆμον, ἔγειρον ἡμᾶς! Κύριε, συγχώρησον ἡμῖν, ὁ Θεός!». Ἔτσι προσεγγίζω πρός τόν Θεό, καί ἔτσι πρέπει νά προσέρχεσθε στόν Κύριο καί Θεό. Διότι δέν εἴμαστε τίποτε.
Ἀδελφοί καί ἀδελφές, συγχωρεῖστε με. Σᾶς ἀγαπῶ. Χαίρω πού εἶμαι μαζί σας. Ἀλλά θέλω νά παραμείνω στήν Ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, ἐπειδή ὁ Κύριος λέει: «Πᾶσα ἁμαρτία ἀφεθήσεται, τήν δέ κατά τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου ἁμαρτίαν οὐ δυνατόν ἀφεθῆναι, οὔτε ἐν τῷ νῦν αἰῶνι οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι» [19]. Ἡ αἵρεση – αὐτή εἶναι ἡ ἁμαρτία κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Διότι ὅλες οἱ αἱρέσεις θά εἶναι κατά τοῦ Θεοῦ. Ἔχετε βρεῖ ἄνθρωπο ἐπί γῆς χωρίς ἁμαρτία; Γνωρίζω ὅτι μόνον ὁ Θεός εἶναι χωρίς ἁμαρτία [20]. Ἐμεῖς οἱ λοιποί εἴμαστε ὅλοι ἁμαρτωλοί. Καί πῶς, λοιπόν, μπορεῖ ὁ Πάπας νά εἶναι χωρίς ἁμαρτία; Ὁ Θεός δέν χρειάζεται ἀντικαταστάτη - ὁ Πάπας στράφηκε ἐναντίον τοῦ Εὐαγγελίου.
Καί μπορεῖτε νά δεῖτε αὐτόν τόν ὑπηρέτη τοῦ Ἀντιχρίστου, τόν Μητροπολίτη Ἱλαρίωνα [Ἀλφέγιεφ] [21], νά λέει, ὅτι πρέπει νά ἀλλάξουμε τήν Ἁγία Γραφή! Ἡ Ἁγία Γραφή τώρα εἶναι κακή! [δηλ. Ὁ Μητρ. Ἱλαρίων θέλει μιά μετάφραση στήν μοντέρνα ρωσσική γλώσσα] [22]. Πῶς, λοιπόν, σῴζονταν οἱ ἄνθρωποι μέχρι σήμερα; Λένε ὅτι εἶναι ἀναγκαῖο νά ἀλλάξουμε τήν Λειτουργία, ἐπειδή οἱ ἄνθρωποι δέν καταλαβαίνουν [δηλ. ἡ ἐπιθυμία νά στραφοῦν ἀπό τήν ἐκκλησιαστική σλαβονική στήν σύγχρονη ρωσσική γλῶσσα] [23]. Νομίζουν ὅτι ὅλοι εἶναι ἀνόητοι, καί μόνοι αὐτοί εἶναι ἔξυπνοι. Κύριε, δίδαξέ μας! Καί ἴσθι ἐλεήμων πρός τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ καί τόν λαό.
Σᾶς ἐναγκαλίζομαι ὅλους. Αἰτοῦμαι τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ γιά σᾶς. Ὁ Κύριος νά εἶναι πάντοτε μαζί σας. Καί ἐμεῖς δέν εἴμαστε τίποτε.»
Μετάφραση (ἐκ τοῦ ἀγγλικοῦ, μέ μερική ἐπιβεβαίωση ἐκ τοῦ ρωσσικοῦ) & ἐπιμέλεια: Μοναχοῦ Σεραφείμ (Ζήση)
• Βίντεο τοῦ κηρύγματος (ρωσσιστί): https://www.youtube.com/watch?time_continue=3&v=CKFjgiAvsLc
• Πηγή ρωσσικοῦ κειμένου (δι’ ἀπομαγνητοφωνήσεως): http://www.logoslovo.ru/forum/all/topic_15222/
• Πηγή ἀγγλικῆς μεταφράσεως: http://nftu.net/non-commemorating-mp-bishop-longinus-metropolitan-hilarion-alfeyev-a-servant-of-antichrist/
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΕΛΟΥΣ
[1] Σύμφωνα καί μέ τήν ἐπίσημη ἀνάρτηση τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας περί τοῦ ἐγκαινισμοῦ τοῦ Καθολικοῦ τῆς Ἁγίας Τριάδος τό 2011 (19 Σεπ/2 Ὀκτ) στήν Μονή στό Μπαντσέν, «Ὁ Προκαθήμενος τῆς Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας ἐγκαινίασε τό Καθολικό τῆς Ἁγίας Τριάδος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀναλήψεως τοῦ Χριστοῦ στό χωριό Μπαντσένυ τῆς Οὐκρανίας» (https://mospat.ru/gr/2011/10/02/news48823/).
[2] Ἡ εἴδηση τῆς διακοπῆς μνημονεύσεως τοῦ Μόσχας κ. Κυρίλλου ὑπό τοῦ Σεβ. Λογγίνου, καί ἐδῶ: http://nftu.net/moscow-patriarchate-bishop-in-ukraine-ceases-commemoration-of-patriarch-kirill/. Ὁ Μητροπολίτης Οὐκρανίας κ. Ὀνούφριος, ἄμεσος Προϊστάμενος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου κ. Λογγίνου, εἶναι μόνιμο μέλος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας (https://en.wikipedia.org/wiki/Holy_Synod_of_the_Russian_Orthodox_Church).
[3] Ματθ. 5, 9.
[4] Ματθ. 9, 13· «οὐ γὰρ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν» καί Μάρκ. 2, 17. Πρβλ. Ἰω. 10, 10· «ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσι» καὶ 12, 47: «οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σώσω τὸν κόσμον» καί Α΄ Ἰω. 3, 5.
[5] Πρβλ. Ματθ. 15, 13.14· «Πᾶσα φυτεία ἣν οὐκ ἐφύτευσεν ὁ πατήρ μου ὁ οὐράνιος ἐκριζωθήσεται. Ἄφετε αὐτούς· ὁδηγοί εἰσι τυφλοὶ τυφλῶν. Τυφλὸς δὲ τυφλὸν ἐὰν ὁδηγῇ, ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται» καὶ 10, 14: «Καὶ ὃς ἂν μὴ δέξηται ὑμᾶς μηδὲ ἀκούσῃ τοὺς λόγους ὑμῶν, ἐξερχόμενοι ἔξω τῆς οἰκίας ἢ τῆς πόλεως ἐκείνης ἐκτινάξατε τὸν κονιορτὸν τῶν ποδῶν ὑμῶν». Ἐπίσης, Τίτ. 3, 10 «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ» καὶ Γαλ. 1, 8 «Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ’ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω».
[6] Ἀναφέρεται σέ μουσική ἐκδήλωση μέ τραγούδια, ἀλλά καί κάποιες χορευτικές κινήσεις, πού πραγματοποιήθηκε τήν Κυριακή 25 Ἀπρ/8 Μαϊ τοῦ 2016 στήν περιφέρεια τῆς Μόσχας, στήν περιοχή Ναρο-Φόμισκ, στόν Ναό τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ τῆς Ἀπρέλεφκα. Ἐκεῖ ἡ χορωδία «Γκαούντα» μέ εὐθύνη τοῦ Ἱερέως Ἀντωνίου Σουγκαλέι ἐκτέλεσε μουσικά προτεσταντικά κομμάτια, καί μέ χορευτικές κινήσεις, ἐνώπιον τοῦ Τέμπλου καί τῆς Ὡραίας Πύλης (βλ. βίντεο https://www.youtube.com/watch?v=13KbXMCM1iE, ἰδίως ἀπό τό 1΄58΄΄ κ.ἑ.). Ὑπῆρξαν σχετικά ἐπικριτικά δημοσιεύματα· σέ ἕνα ἐξ αὐτῶν (http://hram-pohvala.moseparh.ru/2016/10/08/o-koshhunstvennyx-plyaskax-na-amvone-pravoslavnogo-xrama-v-g-aprelevka/) ὁ Διάκονος Ἠλίας Μασλώφ ἀναφέρει ὅτι, συμφώνως πρός ἔγγραφες καταγγελίες ἐνοριτῶν πρός τήν ἐκκλησιαστική διοίκηση, ὁ ἐν λόγῳ Ἱερεύς εἰσήγαγε καί ἄλλους νεωτερισμούς, ὅπως τήν ἐπιτέλεση τῆς Θ. Λειτουργίας μέ τήν Ὡραία Πύλη ἀνοικτή, τήν εἰς ἐπήκοον πάντων ἐκφώνηση τῶν ἱερῶν μυστικῶν εὐχῶν, τήν ἐγκατάλειψη τοῦ καλύμματος τῆς κεφαλῆς τῶν γυναικῶν, τήν περιστασιακή ἀπαμφίεση τοῦ ράσου, τήν ἀπαρέσκεια πρός τήν ἐπίκληση «Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς», καθώς καί γενική παραθεώρηση τῶν ἐκκλησιαστικῶν νηστειῶν καί τῆς παραδοσιακῆς εὐσεβείας, τήν «μετα-πατερικότητα», τήν ἀμφισβήτηση τῶν θαυμάτων στά Συναξάρια κ.ἄ. Βλ. καί ἄλλο σχετικό video μέ διάφορες χορευτικές ἐκδηλώσεις ἐντός ρωσσικῶν Ναῶν καί σύγκρισή τους μέ τά ἀνάλογα προτεσταντικά events https://www.youtube.com/watch?v=9VndOFTPuxI, ὅπως καί τό ἀκόλουθο, παρόμοιο, ἀκόμη δέ χειρότερο: (https://www.youtube.com/watch?v=6xPVz6eGadQ).
[7] Ἀποκ. 2, 9· «... καὶ τὴν βλασφημίαν ἐκ τῶν λεγόντων Ἰουδαίους εἶναι ἑαυτούς͵ καὶ οὐκ εἰσίν, ἀλλὰ συναγωγὴ τοῦ σατανᾶ».
[8] Εἶναι γνωστές οἱ προφητεῖες περί ἐπικρατήσεως τῶν αἱρέσεων στούς ἐσχάτους καιρούς, ὅπως ἐκείνη τοῦ Ὁσίου Μωϋσέως τοῦ Αἰθίοπος (4ου μ.Χ. αἰ.): «Μετά ταῦτα εἶδεν ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Μωϋσῆς ὅτι νέφος καί λαῖλαψ, ὀμίχλη σκοτεινή πειρασμῶν φοβεροτάτων ἔπεσεν εἰς τούς Μοναχούς ἀπό τό μέρος τῆς ἄρκτου, καί ὅτι ἐδιώκοντο οἱ Μοναχοί καί τό μοναχικόν σχῆμα ἀπό ὄλεθρον αἱρέσεων, ἠναγκάζοντο δέ οἱ πολλοί ρίπτοντες τό σχῆμα νά ὑπανδρεύονται» (Περί συντελείας, ἀντιχρίστου καί Β΄Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1991, σ. 132)· ἐπίσης, τοῦ Ὁσίου Ἀνατολίου (†1927), τελευταίου Στάρετς τῆς Σκήτης Ὄπτινα (ἐδῶ) «... Οἱ αἱρετικοί θά πάρουν τήν ἐξουσίαν ἐπί τῆς Ἐκκλησίας καί θά τοποθετήσουν ἰδικούς των ὑπηρέτας παντοῦ, οἱ δέ πιστοί θά καταφρονῶνται». Ἀλλά καί ὁ ἡμέτερος Ὁμολογητής Κοσμᾶς Φλαμιᾶτος (1786-1852) ἔχει γράψει: «[Τῆς ἁλωθείσης ὑπό τῶν ἀποδομητῶν Σχολῆς τῆς Χάλκης] σκοπός πρός τοῖς ἄλλοις πολλοῖς ὑπάρχει, ἵνα νοθεύσῃ κατά τό πνεῦμα τῆς διαφθορᾶς καί τῆς πλάνης, καί κατά τόν προσηλυτισμόν τῆς Ἀγγλίας, ὅλους τούς ἐσομένους Πατριάρχας, καί ὅλην ἐν γένει τήν Ἱεραρχίαν τῆς Ἀνατολῆς, ὅπως μίαν ἡμέραν νομοθετηθῇ διά Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἡ κατάργησις τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἡ ἀντεισαγωγή τῆς Λουθηρο-Καλβινικῆς αἱρέσεως ... » (Ἅπαντα, ἐν Ἀθήναις 1910, σ.99ἑ.).
[9] Σέ ἐπίσημη ἐπίσκεψη στό Βατικανό τοῦ Μητροπολίτου Βολοκολάμσκ κ. Ἱλαρίωνος (2/15 Σεπτεμβρίου 2016), ὅπου ὁ Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ παρέδωσε «τεμάχιο ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Ὁσίου Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ σέ λειψανοθήκη σέ μορφή πασχαλινοῦ αὐγοῦ», ὅπως φαίνεται καί ἐδῶ: (https://mospat.ru/gr/2016/09/15/news135747/).
[10] Ὅπως ἔγινε στόν ἑορτασμό τῆς Ἁγίας Ἰσαποστόλου Ὄλγας (11/24 Ἰουλίου 2016) στόν Ναό τῆς Παναγίας «Πάντων Θλιβομένων ἡ Χαρά» στήν Μπολσάγια Ὀρντύνκα τῆς Μόσχας (βλ. τήν φωτογραφία ἐδῶ: https://mospat.ru/wp-content/uploads/2016/07/ECR_9036.jpg καί τήν εἰδησεογραφική κάλυψη τοῦ γεγονότος ἐδῶ: https://mospat.ru/gr/2016/07/24/news134168/).
[11] Βλ. καί τήν σχετική κριτική γιά ἀνάλογα δικά μας φαινόμενα, ἐπί Ἀρχιεπισκοπίας τοῦ κυροῦ Χριστοδούλου τοῦ ἀπό Δημητριάδος, λ.χ. Ἱερομ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΜΠΑΡΟΥΣΗΣ, «Λειτουργική ἀναγέννησις ἤ οἰκουμενιστική ὁμοιομορφία;», Θεοδρομία 3 (Ἰουλ.-Σεπ. 1999) 59ἑ.: «Ὡς ἦταν φυσικόν, ἐπροχώρησαν καί σέ μία δευτέρα καινοτομία, τελοῦντες τήν Θεία Λειτουργία “κατ’ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ”, ὡσάν νά εἶναι ὑποχρεωμένοι νά συμμορφωθοῦν στίς ἀποφάσεις τῆς Β΄ Βατικανείου συνόδου. Διερωτᾶται κανείς, πῶς ἀγνοήθηκε καί πάλιν ἡ Ἀποστολική Παράδοσις, ἀλλά καί οἱ ἐπιστημονικές μελέτες, (ὅπως τοῦ K. GAMBER: “TOURNES VERS LE SEIGNUR” - ἡ μετάφρασις ὑπό δημοσίευσιν), πού ἀπέδειξαν ἀνιστόρητη τήν σχετική ἀπόφασι τῆς Β΄ Βατικανείου συνόδου;».
[12] Ὅπως φαίνεται σέ καθησυχαστική ἀνακοίνωση (2 Φεβ 2016) μέ τίτλο: «Πατριάρχης Κύριλλος: δέν ὑπῆρξε θέμα οὐδεμιᾶς ἑνώσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ μή Ὀρθοδόξους» (https://mospat.ru/en/2016/02/02/news127683/).
[13] Ἐννοεῖται ἴσως ἡ δήλωση τοῦ Πατριάρχου Κυρίλλου τήν Κυριακή 02/15 Νοεμβρίου 2015 στό Καλίνινγκραντ, ὅπως καταγράφεται στό πρακτορείο εἰδήσεων Interfax, ὑπό τόν τίτλο «Ὁ Πατριάρχης Κύριλλος ἀποκαλεῖ τήν τρομοκρατία παραφροσύνη καί τήν μάχη ἐναντίον τῆς ὡς καθῆκον καθενός κατοίκου τοῦ πλανήτη» (http://www.interfax-religion.ru/?act=news&div=60953)· ἐκεῖ ὁ Πατριάρχης Μόσχας καί πασῶν τῶν Ρωσσιῶν δήλωσε ὅτι πρός καταπολέμηση τῆς τρομοκρατίας « ... ἡ Ἐκκλησία ἔχει μία μόνον ἀπάντηση: κοιτάξτε βαθειά στίς καρδιές σας, μετανοεῖστε καί στραφεῖτε στόν Θεό. Ἡ παγκόσμια προσευχή μας σέ διαφορετικές γλῶσσες, μέ διαφορετικούς τρόπους καί ἀκόμη μέσῳ διαφορετικῶν θρησκευτικῶν παραδόσεων, θά κατευθυνθεῖ πρός τόν Θεό Δημιουργό, ὥστε νά δείξει συγκαταβατικῶς τό ἔλεός του στήν ἀνθρώπινη φυλή καί νά μᾶς λυτρώσει ἀπό τήν φοβερή αἰχμαλωσία τῆς ἐμμονῆς».
[14] Ὁ Μητροπολίτης Λένιγκραντ Νικόδημος (κατά κόσμον Μπόρις Γεωργίεβιτς Ροτόβ, 1929 – 1978) ὑπῆρξε ἰσχυρότατο πρόσωπο τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας καί μέγας οἰκουμενιστής· στίς 5 Σεπτεμβρίου τοῦ 1978 ξεψύχησε, σέ ἡλικία 49 ἐτῶν, στά χέρια του Πάπα Ρώμης Ἰωάννου Παύλου Α΄ (ἐπίσης «μελλοθανάτου») κατά τήν διάρκεια τῶν ἐκδηλώσεων ἐνθρονίσεώς του. Βλ. τό σχετικό καί πολύ ἐνδιαφέρον δημοσίευμα: Μητρ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ & ΑΓ. ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ, «Πάπας Ἰωάννης Παῦλος Α΄Luciani: Τό μυστικό» (19 Ἰαν 2015) (http://parembasis.gr/index.php/el/menu-teyxos-131/2031-2007-131-11).
[15] Ματθ. 7, 13.14 καί Λουκ. 13, 24.
[16] Ματθ. 16, 18.
[17] Ματθ. 16, 18.
[18] Ἐφ. 4, 15. 5, 23 Κολ. 1, 18. Πρβλ. Ἰω. 15, 4-7.
[19] Βλ. Ματθ. 12, 31.32 καί Λουκ. 12, 10.
[20] Ἰακ. 1, 17, Β΄ Κορ. 6, 14.15. Βλ. καί Ἰω. 8, 46 καί Ἑβρ. 4, 15 καί Α΄ Ἰω. 3, 5.
[21] Ὁ Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ κ. Ἱλαρίων (Ἀλφέγιεφ, 1966 - ), δρ. Θεολογίας καί μουσικός, πολύγλωσσος, εἶναι Πρόεδρος τοῦ Τμήματος τῶν Ἐξωτερικῶν Ἐκκλησιαστικῶν Σχέσεων τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, καθώς καί τῆς Συνοδικῆς Βιβλικῆς – Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς καί μόνιμο μέλος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
[22] Χαρακτηριστική τῆς τάσεως αὐτῆς εἶναι πολυσέλιδη ἀνακοίνωση, σέ σχετικό Συνέδριο τοῦ 2013, τοῦ Μητροπολίτου Βολοκολάμσκ Ἱλαρίωνος (Προέδρου, ἄλλωστε, τῆς Συνοδικῆς Βιβλικῆς – Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς), μέ τίτλο «Μεταφράσεις τῆς Βίβλου: Ἱστορία καί Νεωτερικότητα», ὅπου ὁ κ. Ἱλαρίων διαπιστώνει ἀναληθῶς (μᾶλλον ψευδῶς, διότι ἄγνοια δέν δικαιολογεῖται σέ τέτοια θέση καί ἐπί τοιούτων ζητημάτων), ὅτι ἀρχαιόθεν δέν ὑφίσταται γιά τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία μία γενικῶς ἀποδεκτή μορφή κειμένου τῆς Ἁγίας Γραφῆς (... «Единого общепринятого текста Библии в православной традиции нет»)!. Ἐν συνόλῳ τό κείμενό του διαπνέεται ἀπό ὑπερβολική ἐπιστοσύνη στήν βιβλική ἔρευνα τῶν αἱρετικῶν θεολόγων καί ἀπό παντελῆ ἀπαξίωση πρός τήν ἑρμηνευτική ἐπιστήμη τῶν ἁγίων Πατέρων, τήν ὁποία σχεδόν (δι’ ἐπιδεικτικῆς ἀγνοήσεως) ἀπαξιοῖ (https://mospat.ru/ru/2013/11/26/news94805/).
[23] Ὅπως φαίνεται καί σέ δημοσίευμα (ἐδῶ: http://dsnmp.ru/mitropolit-ilarion-alfeev-predlagaet-otkryivat-hramyi-s-bogosluzheniem-na-russkom-yazyike/) μέ τίτλο: «Ὁ Μητροπολίτης Ἱλαρίων (Ἀλφέγιεβ) προτείνει νά ἀνοίξουν Ἐκκλησίες πού νά λειτουργοῦν στά ρωσσικά» (26 Ἰαν 2015), καί ὄχι δηλαδή στήν τρέχουσα λειτουργική γλῶσσα, τήν ἐκκλησιαστική σλαβονική.
Πηγή: Ακτίνες
Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Θεολόγου, Συγγραφέως (και Ιατρού),
Διευθυντού του Γραφείου Αιρέσεων καί Παραθρησκειών τῆς Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς.
Εν Πειραιεί τη 28η Απριλίου 2018
Εισήγηση με θέμα: «ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ»
που δόθηκε σε Αντιαιρετική Ημερίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς την 26η Απριλίου 2018
στην Αίθουσα του «Πειραϊκού Συνδέσμου Πειραιώς» με γενικό θέμα «ΠΤΥΧΕΣ ΤΟΥ ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ»
Σεβασμιώτατε ποιμενάρχα μας, σεβαστοί πατέρες, κυρίες και κύριοι. Πριν να ξεκινήσω θα ήθελα να εκφράσω τις θερμές ευχαριστίες μου προς τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας κ.κ. Σεραφείμ για την τιμή της αναθέσεως της παρούσης ομιλίας, στα πλαίσια της παρούσης Ημερίδος με γενικό θέμα «Πτυχές του Αποκρυφισμού της Νέας Εποχής». Το θέμα μου έχει τίτλο: «Νέα Εποχή και Οικουμενισμός» και περιλαμβάνει μια σύντομη εισαγωγή, μια συνοπτική παρουσίαση των δύο σπουδαιοτέρων σκοτεινών και αντιχρίστων κινημάτων της εποχής μας, της λεγόμενης Νέας Εποχής και του Οικουμενισμού, την διαλεκτική σχέση μεταξύ Νέας Εποχής και Οικουμενισμού και τέλος κάποια συμπεράσματα.
Εισαγωγικά
Οι αιρέσεις και γενικότερα τα ποικίλα συστήματα των σκοτεινών και αντιχρίστων δυνάμεων πάντοτε υπήρξαν ο μεγαλύτερος εχθρός στη ζωή της Εκκλησίας, το πιο επικίνδυνο όπλο του προαιωνίου αντιδίκου και αντιπάλου της σωτηρίας μας, του διαβόλου. Η αγία μας Εκκλησία κατά την μακραίωνα δισχιλιετή ιστορική πορεία της κλήθηκε να αντιμετωπίσει μια πλειάδα αιρέσεων και παραθρησκευτικών ομάδων, οι οποίες επιχειρούσαν με πολλούς και ποικίλους τρόπους και μεθόδους προσηλυτισμού, να προσελκύσουν τα θύματά τους στην πλάνη και εν τέλει στην απώλεια. Διά των αγίων Πατέρων και με την συγκρότηση Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων αντιμετώπισε με επιτυχία, συνεργούσης της Χάριτος, όλες αυτές τις αιρέσεις. Σήμερα η Εκκλησία μας καλείται κυρίως να αντιμετωπίσει δύο νέες ύπουλες και επικίνδυνες αιρέσεις, δύο πολυκέφαλα θηρία, δύο σκοτεινά, δαιμονικά και αντίχριστα κινήματα παγκοσμίων διαστάσεων, τη λεγόμενη Νέα Εποχή και τον Οικουμενισμό. Τα δύο αυτά κινήματα αποτελούν την μεγαλύτερη απειλή στη ζωή της Εκκλησίας, διότι κινούνται ευέλικτα και παραπλανητικά σε πολλά επίπεδα συγχρόνως, γι’ αυτό και είναι πολύ δύσκολο να προσδιορίσει ο ερευνητής τα όριά τους και να αξιολογήσει πλήρως την διαβρωτική τους δράση.
Νέα Εποχή
Έχει ήδη αναφερθεί προηγουμένως στην εισήγησή του ο π. Κυριακός σχετικά με τον όρο Αποκρυφισμός και το νοηματικό περιεχόμενο του κινήματος της Νέας Εποχής και επομένως, θα είμαι πολύ περιληπτικός στο κεφάλαιο που αναφέρεται στη Νέα Εποχή. Κατ’ αρχήν η Νέα Εποχή είναι ένα παγκόσμιο κίνημα, αντίχριστο ως προς τον χαρακτήρα, αποκρυφιστικό ως προς την προέλευση και πολυσύνθετο ως προς την διάρθρωση. Ο όρος είναι παρμένος από την αστρολογία, σύμφωνα με την οποία, κατά την αντίληψη των αποκρυφιστών και θεοσοφιστών, ο ήλιος γυρίζει γύρω από ένα κεντρικό άξονα και η περιστροφή του διαρκεί χιλιάδες χρόνια. Η τροχιά του διαιρείται σε 12 μέρη και αποτελεί τον ζωδιακό κύκλο. Για να περάσει από το ένα ζώδιο στο άλλο, χρειάζεται γύρω στα δύο χιλιάδες χρόνια. Αυτές είναι οι εποχές. Σε κάθε εποχή κυριαρχεί ένας νέος διδάσκαλος, ένας «αβατάρ»-Μεσσίας, που φέρνει νέες αλήθειες στη γη. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, η εποχή του Χριστιανισμού, η εποχή των Ιχθύων, πέρασε και μπήκαμε σε μια νέα εποχή, την εποχή του Υδροχόου.
Σύμφωνα με την ιδεολογία των οπαδών της Νέας Εποχής, περιμένουμε ένα νέο Μεσσία, τον Μεσσία της Νέας Εποχής, ο οποίος θα είναι συγχρόνως, ένας παγκόσμιος πολιτικός ηγέτης, που θα κυβερνήσει την ανθρωπότητα, αλλά και θρησκευτικός, που θα ενώσει όλες τις θρησκείες. Θα εγκαταστήσει μια νέα τάξη πραγμάτων, τόσο σε πολιτικοοικονομικό επίπεδο όσο και σε θρησκευτικό. Αυτοί είναι οι δύο κεντρικοί στόχοι της Νέας Εποχής. Στο κίνημα αυτό συστεγάζονται και αλληλοπεριχωρούνται η θεοσοφία και ο αποκρυφισμός με μια ποικιλία εκδηλώσεών του, η μασονία, ο διεθνής σιωνισμός, ο νεογνωστικισμός, και πολλές άλλες αντίχριστες οργανώσεις. Οι ίδιοι οι εκφραστές του κινήματος της Νέας Εποχής αυτοπροσδιορίζονται, σύμφωνα με ένα ελληνικό νεοεποχίτικο περιοδικό[1] ως «ένα δυναμικό ρεύμα πνευματικής αναζήτησης, που αναπροσανατολίζει την ανθρώπινη συνείδηση σε νέες πηγές αληθείας», και που ως γνώρισμα έχει την «πύρινη αγάπη», την «πνευματικότητα» και «την καθολική ελευθερία μέσα στην αναδυόμενη παγκόσμια κοινότητα πέρα από διακρίσεις φυλετικές, θρησκευτικές, πολιτικές, ή ιδεολογικές».
Οι παρά πάνω θέσεις και απόψεις, φαίνονται βέβαια πολύ ελκυστικές, εντυπωσιάζουν, και γίνονται εύκολα αποδεκτές. Κατά βάθος όμως δεν αποτελούν τίποτε άλλο, παρά το προσωπείο της Νέας Εποχής, στην προσπάθειά της να παραπλανήσει και να διαβρώσει τις συνειδήσεις των ανθρώπων. Πίσω από το προσωπείο κρύβεται μια άλλη σκοτεινή και εφιαλτική πραγματικότητα. Διότι τίποτε από όσα επαγγέλλεται και διακηρύσσει η Νέα Εποχή, δεν είναι νέο. Απολύτως τίποτα. Αντιθέτως η Ορθόδοξη Εκκλησία, το μόνο αληθινά νέο και καινό το οποίο βιώνει και ομολογεί από καταβολής κόσμου είναι η ενσάρκωση του Θεού Λόγου, όπως παρατηρεί ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: Με την ενσάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού, «επιτελείται το πάντων καινών καινότατον, το μόνον καινόν υπό τον ήλιον»[2].
Ιστορική αναδρομή
Ένας μεγάλος αριθμός ερευνητών του φαινομένου της Νέας Εποχής τοποθετούν τις απαρχές της εμφανίσεως και εξαπλώσεως του κινήματος στα τέλη του 19ου αιώνα. Όπως παρατηρεί σύγχρονος ερευνητής ο πρωτοπρ. π. Βασίλειος Γεωργόπουλος, ως όρος αλλά και ως κίνημα, κυοφορήθηκε και ανδρώθηκε μέσα στους κόλπους της Θεοσοφίας και του Αποκρυφισμού, έτσι ώστε να μπορούμε να βεβαιώσουμε με σιγουριά, ότι η Θεοσοφία και ο Αποκρυφισμός είναι ο χώρος που γέννησε και τρέφει τη Νέα Εποχή, ή αν θέλετε, η πνευματική μήτρα της Νέας Εποχής. Τούτο αποδεικνύεται πέραν των άλλων και από το γεγονός, ότι οι επιφανέστεροι διεθνώς γνωστοί εκφραστές του κινήματος της Νέας Εποχής, είχαν όλοι τους κάτι κοινό μεταξύ τους. Ήταν όλοι τους βαθιά διαποτισμένοι από την ιδεολογία και τα δόγματα της Θεοσοφίας και του Αποκρυφισμού.
Ήδη έγινε προηγουμένως λόγος για την πρώτη διάσημη θεοσοφίστρια, την ρωσικής καταγωγής Έλενα Πέτροβνα Μπλαβάτσκυ, και επομένως δεν θα επεκταθώ στο πρόσωπο και τη δράση της. Το έργο της Μπλαβάτσκυ συνέχισαν οι Henry Olcott, η Annie Besant, και η Αλίκη Μπέϋλη, μεγάλοι θεοσοφιστές του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνος. Το γεγονός επίσης ότι τόσο ο Olcott, όσο και η Annie Besant ήταν μασόνοι, μαρτυρεί τη βαθιά ιδεολογική συγγένεια μεταξύ Θεοσοφίας και Μασονίας. Μάλιστα η Annie Besant αργότερα έγινε αρχηγός της γυναικείας Μασονίας στην Αγγλία και στις χώρες που εξηρτώντο από αυτήν, όπως μας πληροφορεί ο π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος, στο έργο του «Ο αποκρυφισμός στο φως της Ορθοδοξίας»[3]. Από τους διασημότερους θεοσοφιστές του 20ου αιώνος μνημονεύουμε τον αμερικανό αποκρυφιστή Λήβι Ντόουλιγκ, τον Γάλλο Πολ λε κουρ, τον Πέτερ Κάντυ και τη σύζυγό του Έϊλιν, την ηθοποιό Σίρλεϋ Μακλέϊν, τον Δαυϊδ Σπάνγκλερ, συγγραφέα και εκδότη πολλών νεοεποχίτικων βιβλίων, τον Άγγλο γεωπόνο Τζωρτζ Τρεβαλιάν, μεγάλο θιασώτη και θεωρητικό της Νέας Εποχής, την διάσημη Μάριλιν Γκράσσο Φέρκουσον, πασίγνωστη για το βιβλίο της με τίτλο «Η συνομωσία του Υδροχόου» και θεωρουμένη ως προφήτιδα της Νέας Εποχής κ.α.
Βασικές θεοσοφικές διδασκαλίες
Οι βασικές θεοσοφικές αντιλήψεις της Μπλαβάτσκυ και των διαδόχων της περί Θεού, κόσμου και ανθρώπου είναι ουσιαστικά ένα συνοθύλευμα γνωστικισμού, πνευματισμού, μεντιουμισμού, ινδουϊσμού, και βουδισμού, ενώ παράλληλα διαφαίνεται στα έργα της, στα οποία αναλύει τις βασικές διδασκαλίες της Θεοσοφίας:
α) το φοβερό μίσος της κατά του Χριστιανισμού, και,
β) η φανερή και δεδηλωμένη προσήλωσή της στην αξία και στις πρακτικές της σατανολατρείας.
Πρώτη βασική αρχή, η αν θέλετε, βασικό δόγμα της Θεοσοφίας είναι ότι δεν υπάρχει θρησκεία ανώτερη από την αλήθεια. Όλες οι θρησκείες, μαζί και ο Χριστιανισμός, έχουν μέρος μόνον της αλήθειας, οπότε όλες θα πρέπει να συνεισφέρουν το μερίδιό τους, ώστε η κάθε μια να εμπλουτίσει τις άλλες και να εμπλουτιστεί από τις άλλες. Ο αληθινός ερευνητής της αλήθειας οφείλει να χάσει τελείως από τα μάτια του όλες τις δογματικές πίστεις και όλες τις θρησκείες. Συμφιλιώνει όλες τις θρησκείες, αποφλοιώνει την κάθε μια τους από τα εξωτερικά ανθρώπινα ενδύματα και αποκαλύπτει ότι η ρίζα της κάθε μιας ταυτίζεται με τη ρίζα κάθε άλλης μεγάλης θρησκείας. Έχοντας λοιπόν χάσει από τα μάτια του τις πίστεις και τις θρησκείες είναι πλέον οπαδός της παν-ιδεολογίας, της θεοσοφικής, η νεοεποχίτικης πανθρησκείας. Η θεοσοφική διδασκαλία, ισχυρίζεται η Μπλαβάτσκυ:
«... είναι η αποθήκη από όλες τις αλήθειες, που κήρυξαν όλοι οι μύστες και προφήτες των ιστορικών και προϊστορικών χρόνων… Είναι πάνω στη γη ό,τι το λευκό φως για το ηλιακό φάσμα. Κάθε θρησκεία είναι ένα από τα επτά χρώματα του φάσματος. Κάθε χρωματιστή ακτίνα αγνοεί όλες τις άλλες και τις θεωρεί ψεύτικες, απατηλές. Η ανθρωπότητα δεν θα βασανίζεται στο μέλλον απ’ την κατάρα του χωρισμού της τεχνητής πόλωσης, αλλά θα βυθιστεί μες το αγνό χωρίς απόχρωση λευκό φως της αιώνιας αλήθειας.»[4]
Περαιτέρω και σαν συνέπεια των προηγουμένων η Μπλαβάτσκυ προτείνει τη συναδέλφωση όλων των λαών, πέρα από διαφορές θρησκείας, χρώματος και φυλής και προβλέπει λαμπρό το μέλλον της Θεοσοφίας. Έτσι θέτει τις βάσεις για την ανοικοδόμηση της πανθρησκείας και τη διάβρωση του χριστιανικού κόσμου.
Μια άλλη βασική αρχή της θεοσοφίας που αποτελεί γνήσια έκφραση του θρησκευτικού συγκρητισμού, είναι ο λεγόμενος δογματικός πλουραλισμός, η συνύπαρξη δηλαδή και η αποδοχή διαφορετικών δογμάτων και πίστεων. Σύμφωνα με την αρχή αυτή όλες οι θρησκείες και όλες οι πίστεις αποτελούν νόμιμες εκφάνσεις του θρησκευτικού φαινομένου και είναι δρόμοι που οδηγούν στον ίδιο θεό και κατ’ επέκταση όλες οι θρησκείες προσφέρουν λύτρωση και σωτηρία. Επομένως μπορεί κανείς να πιστεύει σε όποια θρησκεία θέλει, αρκεί να μην είναι αποκλειστικός. Για τη Θεοσοφία και τη Νέα Εποχή κάθε αντίληψη περί μοναδικότητος του ευαγγελίου, κάθε αντίληψη που δεν κατανοεί ισοπεδωτικά και εξισωτικά όλες τις πίστεις και τις θρησκείες θεωρείται φανατισμός και μισαλλοδοξία. Το πνεύμα της συγκρητιστικής πανθρησκείας εκφράστηκε άριστα στο «Α΄ Κοινοβούλιο των Θρησκειών του κόσμου», που πραγματοποιήθηκε το 1893 στο Σικάγο στην ομιλία του ινδού Γκουρού Βιβεκανάντα:
«…Οι χριστιανοί δεν πρέπει να γίνουν ινδουϊστές, ούτε βουδιστές, ούτε και αυτοί να γίνουν χριστιανοί. Αλλά κάθε θρησκεία θα πρέπει να αφομοιώσει το πνεύμα των άλλων θρησκειών, διατηρώντας ωστόσο τις ιδιαιτερότητές της…»[5]
Επιγραμματικά μόνον μνημονεύουμε ορισμένες ακόμη βασικές διδασκαλίες της θεοσοφίας και της Νέας Εποχής, στις οποίες δεν θα επεκταθούμε λόγω ελλείψεως χρόνου: Την πίστη στη μετενσάρκωση και το κάρμα, την πίστη σε απρόσωπο θεό, την δυνατότητα μετεξελίξεως του ανθρώπου σε κατ’ ουσίαν θεό με τις δικές του μόνο δυνάμεις, κ.α.
Θα κλείσουμε το κεφάλαιο αυτό παραθέτοντας μερικά στοιχεία από την «Χριστολογία» της Νέας Εποχής. Όταν ομιλούμε για «Χριστολογία» της Νέας Εποχής βασικά εννοούμε:
α) ποιος είναι ο Ιησούς Χριστός κατά την Νέα Εποχή, και,
β) ποιος είναι ο Χριστός της Νέας Εποχής.
Όπως αναλύει σε σχετική μελέτη του[6] ο πρωτ. π. Κυριακός Τσουρός Γραμματέας της Σ.Ε. επί των αιρέσεων:
«... ο υδροχοϊκός Χριστός της Νέας Εποχής δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τον Χριστό των ευαγγελίων και της αγίας Γραφής γενικότερα. Κατά τη θεοσοφία ο Ιησούς Χριστός είναι ο «Χριστός» της εποχής των ιχθύων… Είναι μια ακόμη ενσάρκωση της θείας ουσίας, ένας αβατάρ, όπως πολλοί άλλοι προ αυτού (Ώρος, Βούδας, Κρίσνα, Ιμάμ Μάχντι κ.α.). Ήταν ένας από μια μακρά συνέχεια τελείων θείων ανθρώπων.»[7]
Ως προς το δεύτερο ερώτημα: ποιος είναι ο Χριστός της Νέας Εποχής, αναφέρουμε ότι υπάρχει μια πληθώρα «Χριστών», αφού οι πολυάριθμες ομάδες της Νέας Εποχής διεκδικούν η κάθε μια για τον εαυτό της την αυθεντία και ένα δικό της τύπο «Χριστού». Όπως παρατηρεί ο π. Κυριακός:
«... δεν συμφωνεί φερ’ ειπείν ο Χριστός της Θεοσοφίας με τον Χριστό του Υδροχόου, ή ο Χριστός της Ενωτικής Εκκλησίας του Μουν με τον Χριστό του Σάϊ Μπάμπα. Εξ’ άλλου κατά καιρούς εμφανίστηκαν πολλοί ψευδόχριστοι και ψευδομεσσίες, ιδιαίτερα τα τελευταία έτη της δεύτερης μ. Χ. χιλιετίας.»[8]
Για παράδειγμα η θεοσοφίστρια Αλίκη Μπέϋλυ μας δίδει την εξής εικόνα περί του Χριστού σε ένα βιβλίο της με τίτλο «Η επανεμφάνισις του Χριστού», το οποίο δημοσίευσε στην Αγγλία το 1948:
«Ο Χριστός της Νέας Εποχής έχει να επιτελέσει, κατά την Θεοσοφία, ένα πολύ σημαντικό έργο…Οραματιζόμεθα μιαν νέαν και ζωτικήν παγκόσμιον θρησκείαν… Αυτή η ιδέα μιας παγκόσμιας θρησκείας… βραδέως σήμερον γίνεται ευρέως επιθυμητή και εργασία συντελείται δια την πραγματοποίησίν της. Η συγχώνευσις των πίστεων αποτελεί τώρα έδαφος συζητήσεων. Της νέας παγκοσμίου θρησκείας τα βάθρα θα τα καθορίζουν όσοι εργάζονται εις τον τομέα της θρησκείας.»[9]
Ωστόσο προς το παρόν κατά την Μπέϋλυ υπάρχουν εμπόδια για την επανεμφάνιση του Χριστού της Νέας Εποχής και κατά συνέπεια για την εγκαθίδρυση της νέας παγκόσμιας θρησκείας. Και το πρώτο και μεγαλύτερο εμπόδιο είναι ο ίδιος ο Χριστιανισμός.
Οικουμενισμός
Ερχόμαστε τώρα στο δεύτερο σκέλος της εισηγήσεως μας, που αφορά τον Οικουμενισμό και στα σύντομα χρονικά περιθώρια που έχουμε θα προσπαθήσουμε να δώσουμε τα σπουδαιότερα βασικά γνωρίσματά του, για να δούμε στη συνέχεια, πως τα δύο αυτά μεγέθη, Νέα Εποχή και Οικουμενισμός, συγκλίνουν μεταξύ τους και τελικά υπηρετούν ένα κοινό στόχο, την σταδιακή πολιτική, οικονομική, πολιτισμική και θρησκευτική ενοποίηση της ανθρωπότητος, την πραγματοποίηση και εγκαθίδρυση μιας παγκόσμιας θρησκείας. Κατ’ αρχήν ο Οικουμενισμός είναι ένα παγκόσμιο κίνημα, που έχει σαν μοναδικό σκοπό την δημιουργία μιας νέας τάξεως πραγμάτων, δηλαδή την πολιτική, οικονομική, πολιτισμική και θρησκευτική κυριαρχία του πάνω σ’ όλο τον πλανήτη, σ’ όλη την οικουμένη. Η όλη διαδικασία αυτής της σταδιακής μεταβολής της ανθρωπότητος λέγεται και παγκοσμιοποίηση.
Το κίνημα αυτό, όπως φάνηκε και από τον ορισμό που δώσαμε, κινείται και δραστηριοποιείται σε τέσσερα κυρίως επίπεδα, (κατ’ επέκταση όμως επηρεάζει όλους τους τομείς της ανθρωπίνης δραστηριότητος): Στο πολιτικό, το οικονομικό, το πολιτισμικό και τέλος το θρησκευτικό. Και στο μεν πολιτικό επίπεδο προωθούνται όλες εκείνες οι διεργασίες, που είναι απαραίτητες για την δημιουργία όλων εκείνων των προϋποθέσεων και υποδομών, που απαιτούνται για την ανάδειξη μιας παγκόσμιας κυβερνήσεως με ένα παγκόσμιο ηγέτη. Η ιδέα ενός πλανητάρχη, ενός παγκόσμιου ηγέτη που θα λύσει όλα τα προβλήματα της ανθρωπότητος, ήδη καλλιεργείται εδώ και πολλά χρόνια και προωθείται από διεθνή σιωνιστικά και μασονικά κέντρα. Η προϊούσα καταστροφή του περιβάλλοντος σε παγκόσμιο επίπεδο, οι πόλεμοι, οι φυσικές καταστροφές, οι άνωθεν κατευθυνόμενες και προγραμματιζόμενες οικονομικές κρίσεις, οι αθρόες μεταναστεύσεις των λαών κ.λ.π. θα δημιουργήσουν το πρόσφορο εκείνο κλίμα που απαιτείται για να φθάσει κάποτε η ανθρωπότης, ταλαιπωρημένη από τα δεινά και την εξαθλίωση, να αναζητήσει ένα παγκόσμιο κυβερνήτη, ένα σωτήρα, που θα την λυτρώσει από όλα τα κακά. Αυτός ο ηγέτης –πλανητάρχης, όμως όπως γνωρίζουμε από την αγία Γραφή δεν θα είναι άλλος από τον Αντίχριστο. Θα είναι για μεν τους οπαδούς της Νέας Εποχής ο νέος Χριστός –Αβατάρ της εποχής του Υδροχόου, για δε τους Εβραίους Σιωνιστές ο «Μεσσίας», που διακαώς περιμένουν επί αιώνες τώρα, αφού γι’ αυτούς ο Μεσσίας δεν ήταν ο Χριστός, τον οποίο αρνήθηκαν και εσταύρωσαν. Ο αναμενόμενος Μεσσίας των Εβραίων θα είναι ένας επίγειος παγκόσμιος κυβερνήτης με έκτακτα υπερφυσικά χαρίσματα, ο άνθρωπος που θα δεχθή μέσα του όλη την ενέργεια του σατανά, και ο οποίος θα υπόσχεται ότι θα χαρίσει ευημερία και ειρήνη σ’ όλους τους λαούς της γης.
Στο οικονομικό επίπεδο προωθούνται όλες εκείνες οι διεργασίες που απαιτούνται για τη ανοικοδόμηση και καθιέρωση ενός παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, μιας παγκόσμιας οικονομίας. Την διαδικασία αυτή προωθούν εκ του αφανούς τα διεθνή σιωνιστικά κέντρα με την συγκέντρωση του παγκόσμιου πλούτου στα χέρια ολίγων οικογενειών, ως επί το πλείστον Εβραίων στην καταγωγή, της λεγομένης ελίτ των μεγαλοκεφαλαιούχων του χρήματος, οι οποίοι σήμερα κατέχουν στα χέρια τους το 90% και πλέον του παγκοσμίου κεφαλαίου, με την δύναμη του οποίου κατορθώνουν να ασκούν στις κυβερνήσεις των λαών ισχυρότατες πιέσεις, ώστε να κατορθώνουν τελικά να επιβάλλουν την θέλησή τους. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μετατοπίζεται η εξουσία από τις κυβερνήσεις στους ισχυρούς του χρήματος, ενώ οι δημοκρατικοί θεσμοί εξασθενούν σταδιακά. Η εξουσία ασκείται τυπικά μόνον από τους ηγέτες των χωρών, οι οποίοι έχουν μετατραπεί σε απλούς υπαλλήλους αυτών, που ελέγχουν το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Το χρήμα ανυψώνεται πλέον σε υπέρτατη αξία, γίνεται ο κυρίαρχος προσδιοριστικός παράγων που καθορίζει και διαμορφώνει όλους τους επί μέρους θεσμούς και κρατικές λειτουργίες, όπως η παιδεία, η οικογένεια, η κοινωνική δικαιοσύνη, η εθνική άμυνα, η εξωτερική πολιτική της χώρας, τα ΜΜΕ, μέσω των οποίων επιδιώκεται η χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Παράλληλα με κριτήρια καθαρά οικονομικά, με στόχο την ελεύθερη διακίνηση προϊόντων και κεφαλαίων, όπως γνωρίζουμε προωθήθηκε η ίδρυση της Ε.Ε., της Βορειοαμερικανικής Ενώσεως κ.λ.π., ενώ σταδιακά καταργούνται τα εθνικά κράτη, τα οποία παραχωρούν την εξουσία των σε ομοσπονδίες χωρών, οι οποίες όμως ελέγχονται και από τους αριστοκράτες του χρήματος.
Σε πολιτιστικό επίπεδο καλλιεργείται και προωθείται η ιδεολογία της πολυπολιτισμικότητος. Της διαμορφώσεως δηλαδή και της επιβολής ενός ανανεωμένου Δυτικοευρωπαϊκού-Αμερικανικού πολιτισμού, ο οποίος θα κατασκευάζει πολίτες με μια παγκόσμια πλανητική συνείδηση. Προς επίτευξη του στόχου αυτού καταβάλλεται συντονισμένη προσπάθεια, κυρίως μέσω της παιδείας και των ΜΜΕ, για την αποδυνάμωση της εθνικής αυτοσυνειδησίας των λαών και την ισοπέδωση των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων των επί μέρους εθνών. Μέσα στα πλαίσια αυτά οι τοπικές παραδόσεις προσβάλλονται ως οπισθοδρομικές, τα ήθη και τα έθιμα των λαών γελοιοποιούνται και συκοφαντούνται ως απηρχαιωμένα, τα ιστορικά γεγονότα διαστρεβλώνονται και παραποιούνται, κάθε έννοια υγιούς φιλοπατρίας διαβάλλεται και υβρίζεται ως ρατσισμός και μισαλοδοξία, τα δικαιώματα των μειονοτήτων και των αλλοδαπών πληθυσμών αποκτούν προνομιακή θέση και προστασία έναντι του υπολοίπου πληθυσμού. Τέλος σε θρησκευτικό επίπεδο προωθείται μέσω της παναιρέσεως του Διαχριστιανικού και Διαθρησκειακού Οικουμενισμού η ανοικοδόμηση μιας παγκόσμιας θρησκείας.
Ιστορική αναδρομή
Ας έλθουμε τώρα να δούμε ειδικότερα τον σύγχρονο Οικουμενισμό σε θρησκευτικό επίπεδο και ας κάνουμε πρώτα μια σύντομη ιστορική αναδρομή. Ο θρησκευτικός Οικουμενισμός δεν είναι τίποτε άλλο παρά η παγκοσμιοποίηση σε θρησκευτικό επίπεδο. Η προσπάθεια δηλαδή δημιουργίας μιας παγκόσμιας θρησκείας, η πανθρησκείας, που θα είναι αποτέλεσμα της ομογενοποιήσεως και ισοπεδώσεως όλων των θρησκειών. Χαρακτηρίζεται έντονα από το στοιχείο του θρησκευτικού συγκρητισμού και διακρίνεται:
α) στον Διαχριστιανικό Οικουμενισμό, και,
β) στον Διαθρησκειακό Οικουμενισμό.
Αν δούμε τον Οικουμενισμό από καθαρά εκκλησιολογική άποψη θα τον χαρακτηρίσουμε ασφαλώς ως αίρεση και μάλιστα ως μια από τις φοβερότερες αιρέσεις όλων των αιώνων. Είναι μια «παναίρεση», όπως την χαρακτήρισε μία μεγάλη οσιακή μορφή της εποχής μας ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, η οποία έχει αναπτύξει μέσα στους κόλπους της συγκεκριμένες αιρετικές θεωρίες, οι οποίες, βέβαια είναι τελείως ξένες προς την Ορθόδοξη πίστη και παράδοση.
Διαχριστιανικός Οικουμενισμός
Ως προς το πρώτο σκέλος του Οικουμενισμού τον Διαχριστιανικό Οικουμενισμό πολύ σύντομα αναφέρουμε ότι εμφανίστηκε κατά τα τέλη του 19ου αιώνα σαν ένα κίνημα μέσα στους κόλπους του Προτεσταντισμού στην εναγώνια προσπάθειά του να ξαναβρεί την ενότητά του μέσα στη διάσπασή του, μετά την συνειδητοποίηση του συνεχώς αυξανόμενου πολυκατακερματισμού του, αλλά και σαν μία αναγκαιότητα των τότε πολιτικών ανακατατάξεων της Ευρώπης. Το 1948 ιδρύεται το γνωστό Π.Σ.Ε., το οποίο αποτέλεσε τον κύριο φορέα και όργανο του Οικουμενισμού για την προώθηση και πραγματοποίηση των σκοπών του. Τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία και οι κατά τόπους Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, προσκληθέντα να συμμετάσχουν ως μέλη του Π.Σ.Ε., έδειξαν στην αρχή μεγάλη επιφυλακτικότητα. Στην πρώτη Γενική Συνέλευση του Π.Σ.Ε. στο Άμστερνταμ το 1948 εκπροσωπήθηκαν μόνο το Οικουμενικό Πατριαρχείο και οι Εκκλησίες της Κύπρου και της Ελλάδος.
Στον Ορθόδοξο χώρο ο Οικουμενισμός κάνει την εμφάνισή του στις αρχές του 20ου αιώνος με τις γνωστές πατριαρχικές εγκυκλίους του 1902, 1904 και 1920 που εξέδωσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο προς όλα τα Πατριαρχεία και τις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, τις οποίες προσκαλεί σε διάλογο και προσέγγιση με τις άλλες χριστιανικές ομολογίες. Είναι άξιον προσοχής, ότι στην Εγκύκλιο του 1920 για πρώτη φορά χαρακτηρίζονται επισήμως οι αιρετικοί, (Παπικοί και Προτεστάντες), ως Εκκλησίες, που δεν είναι αποξενωμένες από την (Ορθόδοξη), Εκκλησία, αλλά «συγκληρονόμοι» των υποσχέσεων του Θεού εν Χριστώ. Είναι γεγονός ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αρνείται, ούτε φοβάται τον διάλογο προς πάντας, είτε ετεροδόξους είτε ετεροθρήσκους, ακολουθώντας τον θεόπνευστο λόγο του απ. Πέτρου «έτοιμοι προς απολογίαν παντί τω αιτούντι…». Ωστόσο από την εμπειρία των μέχρι σήμερα γενομένων διαλόγων, (με τους προτεστάντες επί 70 χρόνια ενώ με τους Ρωμαιοκαθολικούς επί 38), διαπιστώθηκε το αμετακίνητο της γνώμης και η πεισματώδης επιμονή τους στις ποικίλες αιρετικές διδασκαλίες τους. Γι’ αυτό όπως ήταν αναμενόμενο οι διάλογοι έφθασαν σε αδιέξοδο.
Το δε πλέον τραγικό είναι το γεγονός, ότι όχι μόνο δεν κατορθώσαμε μέσω των διαλόγων να επαναφέρουμε τους ετεροδόξους στην Ορθοδοξία, αλλά τελικά έγινε το ακριβώς αντίθετο. Φθάσαμε στο σημείο, μετά από αλλεπάλληλες υποχωρήσεις και συμβιβασμούς, να αναγνωρίσουμε τους ετεροδόξους ως Εκκλησίες. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα πλέον πρώτον μεν από τα κείμενα κοινής αποδοχής, τα οποία υπέγραψαν Ορθόδοξοι και ετερόδοξοι στα παγκόσμια συνέδρια και στις μικτές θεολογικές επιτροπές επί των θεολογικών διαλόγων, όπως για παράδειγμα του Πόρτο Αλέγκρε, του Μπουσάν, του Μπαλαμάντ και της Ραβέννας. Και δεύτερον από τις επίσημες συνοδικές αποφάσεις της ψευδοσυνόδου της Κρήτης, (Ιούνιος 2016). Γνήσια έκφραση του θρησκευτικού συγκρητιστικού πνεύματος, που κυριαρχεί στον Οικουμενισμό αποτελούν οι αιρετικές θεωρίες, τις οποίες ανέπτυξε. Αναφέρουμε επιγραμματικά τις κυριώτερες από αυτές, χωρίς να προχωρούμε σε αναλύσεις, διότι δεν μας παίρνει ο χρόνος. Την θεωρία των κλάδων, του δογματικού μινιμαλισμού, της περιεκτικότητος, της βαπτισματικής ενότητος, των αδελφών Εκκλησιών, των δύο πνευμόνων, της μεταπατερικής θεολογίας κ.α.
Διαθρησκειακός Οικουμενισμός
Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, ο Οικουμενισμός δεν περιορίστηκε μόνο σε διαχριστιανικό επίπεδο, αλλά σύντομα επεκτάθηκε, όπως ήταν αναμενόμενο, και σε διαθρησκειακό. Το πρώτο επίσημο άνοιγμα προς τις άλλες θρησκείες πραγματοποιεί ο Παπισμός κατά την Β΄ Βατικάνειο Σύνοδο, (1962-1965), με την γνωστή Συνοδική Εγκύκλιο Nostra Aetate, όπου διακηρύσσεται:
«Με εκτίμηση ατενίζει η Εκκλησία και τους Μουσουλμάνους, οι οποίοι λατρεύουν τον ένα και μοναδικό Θεό τον ζώντα… τον εύσπλαγχνο και παντοδύναμο, τον δημιουργό ουρανού και γης, που μίλησε στους ανθρώπους.»[10]
Προς τον σκοπό αυτό μάλιστα διοργάνωσε Διαθρησκειακές Συναντήσεις στην Ασσίζη (1986, 1994, 2002, 2011 κ.α.) και Διαθρηκειακές Συνελεύσεις στη Ρώμη, όπως αυτή που έγινε στο Βατικανό τον Οκτώβριο του 1999, με εκπροσώπους όλων των θρησκειών. Ο διάλογος και η προσέγγιση κατ’ αρχήν με τις δύο άλλες μονοθεϊστικές θρησκείες, τον Ιουδαϊσμό και το Ισλάμ, (για τις οποίες έγινε γενικά παραδεκτό, ότι πιστεύουν στον ίδιο Θεό), θεωρήθηκε ως έκφραση αγάπης, ως «αγαπητική έξοδος» προς τον πλησίον προς μετάδοση του μηνύματος της χριστιανικής πίστεως. Θεωρήθηκε ακόμη ως μία αναγκαιότητα για την αντιμετώπιση του θρησκευτικού και ιδιαίτερα του ισλαμικού φανατισμού, την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, των ποικίλων κοινωνικών προβλημάτων που μαστίζουν την ανθρωπότητα, την ειρηνική συνύπαρξη και συνεργασία των θρησκειών στις σύγχρονες πολυθρησκευτικές κοινωνίες και την προώθηση της παγκόσμιας ειρήνης, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και της αδελφοσύνης μεταξύ των λαών. Στην πραγματικότητα όμως εξυπηρετεί και προωθεί τα σκοτεινά σχέδια του Διεθνούς Σιωνισμού και της Νέας Εποχής, την ομογενοποίηση όλων των θρησκειών, προκειμένου έτσι να οικοδομηθεί το νέο θρησκευτικό μοντέλο της πανθρησκείας του Αντιχρίστου.
Το παράδειγμα του Βατικανού ακολούθησε στη συνέχεια το Π.Σ.Ε. και η Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία στην Α΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη (Σαμπεζύ 1976):
«... εκφράζουσα την επιθυμίαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας να συμβάλη εις την διαθρησκειακήν συννενόησιν και συνεργασίαν, δι’ αυτής δε εις την απάλειψιν του φανατισμού από πάσης πλευράς και τοιουτοτρόπως εις την συμφιλίωσιν των λαών και επικράτησιν των ιδεωδών της ελευθερίας και της ειρήνης εις τον κόσμον προς εξυπηρέτησιν του συγχρόνου ανθρώπου, ανεξαρτήτως φυλής και θρησκεύματος, απεφάσισεν, όπως η Ορθόδοξος Εκκλησία συνεργασθή προς τούτο μετά των άλλων, εκτός του Χριστιανισμού θρησκευμάτων.»[11]
Την ίδια αυτή απόφαση επανέλαβε και η Γ΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη στο Σαμπεζύ το 1986[12]. Με βάση τις προαναφερθείσες Πανορθόδοξες Διασκέψεις το Οικουμενικό Πατριαρχείο διοργάνωσε αφ’ ενός μεν διμερείς Ακαδημαϊκές Διασκέψεις με τον Ιουδαϊσμό και το Ισλάμ και αφ’ ετέρου Διαθρησκειακά Συνέδρια και Συναντήσεις ηγετών και εκπροσώπων των τριών μονοθεϊστικών θρησκειών, όπως το Συνέδριο στις Βρυξέλλες το 2001, στη Θεσσαλονίκη το 2003, στην Αθήνα το 2004 κ.α. Σ’ όλα αυτά τα Διαθρησκειακά Συνέδρια και Διαλόγους έγινε προσπάθεια να ευρεθούν κοινά σημεία πίστεως με τις άλλες θρησκείες, διακηρύχθηκε μάλιστα, ότι και οι άλλες μονοθεϊστικές θρησκείες πιστεύουν στον ίδιο Θεό (κατά το παράδειγμα της Β΄ Βατικανής Συνόδου) και επομένως και σ’ αυτές υπάρχει σωτηρία.
Νέα Εποχή και Οικουμενισμός
Όπως τονίσαμε και προηγουμένως η Νέα Εποχή και ο Οικουμενισμός, οι δύο αυτές σκοτεινές και αντίχριστες δυνάμεις αλληλοπεριχωρούνται, συγκλίνουν μεταξύ τους και τελικά υπηρετούν ένα κοινό στόχο, τη σταδιακή πολιτική, οικονομική, πολιτισμική και θρησκευτική ενοποίηση της ανθρωπότητος και την πραγματοποίηση και εγκαθίδρυση μιας παγκόσμιας θρησκείας. Πιο συγκεκριμένα μεταξύ του Οικουμενισμού και της «Νέας Εποχής» υπάρχει μια πολύ βαθιά και στενή ιδεολογική συγγένεια και μία αιτιώδης σχέση.
Αναφέραμε προηγουμένως ότι βασική αρχή της Θεοσοφίας και της Νέας Εποχής είναι ο λεγόμενος δογματικός πλουραλισμός. Την ίδια όμως αυτή αντίληψη και αρχή, την ομολογούν επίσης πολλοί εκπρόσωποι του Οικουμενισμού. Αναφέρουμε αποκαλυπτικές δηλώσεις ορισμένων εξ’ αυτών:
α) του Μητροπολίτου πρώην Ελβετίας Δαμασκηνού:
«Όλες οι θρησκείες θεωρούνται ηθελημέναι οδοί από τον Θεόν για την δόξαν του Θεού και την σωτηρίαν των πιστών τους.»[13]
«Κατά βάθος μία εκκλησία, η ένα τέμενος αποβλέπουν στην ίδια πνευματική καταξίωση του ανθρώπου.»[14]
«Η ουσιαστική ανεξιθρησκεία δεν περιορίζεται σε απλή ανοχή, αλλά συνίσταται πέραν αυτής και σε μια θετική αναγνώριση μιας ξένης θρησκείας ως γνησίας δυνατότητος συναντήσεως με το ιερό.»[15]
β) του πρώην Πατριάρχου Αλεξανδρείας κυρού Παρθενίου:
«Για μένα το θέμα της γνώσεως αν το Ισλάμ είναι, ή δεν είναι μια εμπνευσμένη θρησκεία δεν τίθεται: Είναι βεβαίως εμπνευσμένη… Ο Μωάμεθ είναι άνθρωπος του Θεού, ο οποίος έκαμε τους Άραβας της ερήμου να πιστεύουν στον ένα Θεόν, ικανούς να νηστεύουν, να προσεύχονται, να αγαπούν τους γείτονές τους και να εργάζονται για το καλό. Και αυτό είναι καλό πράγμα.»[16]
γ) του καθηγητού κ. Σάβα Αγουρίδη:
«Ο Ιουδαϊσμός και το Ισλάμ πρέπει να γίνουν αποδεκτοί από τους Ορθοδόξους ως ίσοι και όμοιοι με την Ορθοδοξία, και ο Βουδισμός, όπως προφανώς και άλλες θρησκείες αποτελούν θρησκευτικά φαινόμενα όπως η Ορθοδοξία.»[17]
Επίσης όπως αναφέραμε παρά πάνω κύριος στόχος της Νέας Εποχής είναι ομογενοποίηση και ο συγκερασμός όλων των θρησκειών του κόσμου και η συναδέλφωση όλων των λαών, πέρα από διαφορές θρησκείας, χρώματος και φυλής. Αυτήν όμως την ανάγκη συναδελφώσεως και περαιτέρω συνεργασίας όλων των λαών και θρησκειών διακήρυξε, όπως είδαμε παρά πάνω η Α΄ και η Γ΄ Προσυνοδικές Πανορθόδοξες Διασκέψεις. Τα Διαθρησκειακά Συνέδρια και Συναντήσεις που διοργανώθηκαν στη συνέχεια μεταξύ της Ορθοδοξίας και των άλλων θρησκευμάτων, βάδισαν με συνέπεια και πιστότητα πάνω στη γραμμή αυτή που χάραξε η Α΄ και η Γ΄ Προσυνοδική. Καλλιέργησαν την ιδέα ότι η προσέγγιση και ο διάλογος με τις άλλες θρησκείες, αποτελεί μία αναγκαιότητα προκειμένου έτσι να συστρατευθούν από κοινού σε μια κοινή μαρτυρία για το καλό του κόσμου. Για να καταπολεμίσουν, όπως ισχυρίζονται, τα ποικίλα κοινωνικά προβλήματα που μαστίζουν την ανθρωπότητα, όπως ο πόλεμος, η μόλυνση του περιβάλλοντος, η φτώχεια, κ.λ.π. Για να προωθήσουν την παγκόσμια ειρήνη, την ειρηνική συνύπαρξη και συνεργασία των θρησκειών στις σύγχρονες πολυθρησκευτικές κοινωνίες, την δικαιοσύνη, την ελευθερία και την αδελφοσύνη μεταξύ των λαών. Είναι αποκαλυπτικές οι δηλώσεις ορισμένων κυρίων εκπρόσωπων του Οικουμενισμού, που εκφράζουν ακριβώς αυτή την ιδεολογία:
α) του πρώην Αρχιεπισκόπου Βορείου και Νοτίου Αμερικής κυρού Ιακώβου, ο οποίος διετέλεσε για ένα διάστημα συμπρόεδρος του Π.Σ.Ε.:
«… Το Π.Σ.Ε. προχωρεί προς πραγματοποίηση του σκοπού του δια του συγκερασμού πολιτισμών, θρησκειών και λαών.»[18]
β) Ορθοδόξου Πατριάρχου ο οποίος στην Παγκόσμια Διάσκεψη Θρησκείας και Ειρήνης στην Riva delGarda της Ιταλίας στις 4 Νοεμβρίου 1994 διεκήρυξε ότι:
«… Ρωμαιοκαθολικοί και Ορθόδοξοι, Προτεστάντες και Εβραίοι, Μουσουλμάνοι και Ινδοί, Βουδιστές και Κομφουκιανοί, ήλθε ο καιρός όχι απλώς για προσέγγιση, αλλά για μια συμμαχία και συλλογική προσπάθεια προς τον σκοπόν της καθοδηγήσεως του κόσμου, μακράν των ψευδοπροφητών του εξτρεμισμού και της μισαλλοδοξίας.»[19]
Συμπεράσματα
Με βάση τα όσα παρά πάνω ελέχθησαν, το πρώτο που θα πρέπει να τονίσουμε, σαν γενικό συμπέρασμα, είναι ότι η ανθρωπότητα σήμερα βιώνει μια πρωτοφανή πνευματική σύγχυση, που δεν έχει προηγούμενο στην ανθρώπινη ιστορία. Ζούμε σε μια εποχή που έχει όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των εσχάτων χρόνων, όπως αυτά έχουν προφητευθεί από το αδιάψευστο στόμα του Κυρίου μας, από τους ιερούς συγγραφείς της Αγίας Γραφής και από αγίους και χαρισματούχους Γέροντες, που ομίλησαν προφητικά για τα έσχατα. Κυρίαρχο και πρωταγωνιστικό ρόλο σ’ αυτή την πρωτοφανή αποστασία των ημερών μας παίζουν τα δύο πολυκέφαλα θηρία της πλάνης, η Νέα Εποχή και ο Οικουμενισμός. Και τα δύο εργάζονται παράλληλα, υπηρετούν με συνέπεια το πανθρησκειακό όραμα και προετοιμάζουν με γοργούς ρυθμούς την εφιαλτική πανθρησκεία, η οποία θα στρώσει το χαλί για την έλευση του αντιχρίστου.
Ο κλήρος και ο πιστός λαός του Θεού βρίσκεται ήδη αναπόφευκτα αντιμέτωπος με τα δύο αυτά πολυκέφαλα θηρία, τα οποία αποτελούν την μεγαλύτερη απειλή και τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την ζωή της Εκκλησίας. Απέναντι στην διπλή αυτή απειλή καλείται να θωρακιστεί με την παντοδύναμο Χάρη του Θεού, με την πνευματική εκείνη πανοπλία, για την οποία κάνει λόγο ο απόστολος Παύλος στην προς Εφεσίους Επιστολή του, (6,10-17). Προ πάντων καλείται σήμερα η Εκκλησία δια του κλήρου και του πιστού λαού της, να επαγρυπνεί και να διακρίνει τα «σημεία των καιρών» (Ματθ.16,3). Να υπερασπιστεί την ακεραιότητα του δόγματός της και να διακηρύξει την σταθερή και αταλάντευτη πεποίθησή της, ότι αυτή μόνη παραμένει η Εκκλησία των αγίων αποστόλων και των θεοφόρων Πατέρων, η Μία, Αγία, Καθολική, και Αποστολική Εκκλησία, εντός της οποίας και μόνον ο άνθρωπος πραγματοποιεί την σωτηρία και την θέωσή του.
Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας.
[1] «Δώρα για τη ζωή», τευχ.13, Σεπτ.-Οκτ. 2004, εξώφυλλο
[2] Έκδοσις Ακριβής Ορθοδόξου Πίστεως, Γ΄1, PG. 94,984.
[3] Ο αποκρυφισμός στο φως της Ορθοδοξίας, Αθήνα 1996, τομ, Ε΄, σελ.113.
[4] The Secret Doctrine, Έκδοση- ανατύπωση του 1974, από το Theosophical University Press, Pasadena Kalifornia, σελ. ΧΧ.
[5] Βλ. περιοδ. «Διάλογος» του «Διορθοδόξου Συνδέσμου πρωτοβουλιών Γονέων», τευχ. 1, σελ.16.
[6] «Ο Χριστός της Νέας Εποχής», στο συλλογικό τόμο με τίτλο «Πτυχές της Νέας Εποχής. Απειλή αλλοιώσεως του Ορθοδόξου φρονήματος από το πνεύμα της Νέας Εποχής», Πρακτικά ΙΖ΄ Πανορθοδόξου Συνδιασκέψεως Εντεταλμένων Ορθοδόξων Εκκλησιών και Ιερών Μητροπόλεων για θέματα Αιρέσεων και Παραθρησκείας, Κλάδος Εκδόσεων της Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 2007, σελ. 163-198.
[7] Από τη βηθλεέμ στο Γολγοθά, σελ. 211.
[8] Ο.π. σελ. 177.
[9] Αλίκη Μπέϊλυ, Η επανεμφάνιση του Χριστού, σελ. 169.
[10] Βλ. Διάταγμα Β΄ Συνόδου του Βατικανού, τευχ. 7, Εκδ. «Γραφείου Καλού Τύπου, Αθήνα, σελ. 43-44.
[11] Μητροπολίτου πρώην Ἑλβετίας Δαμασκηνοῦ, Πρὸς τὴν Ἁγίαν καὶ Μεγάλην Σύνοδον, Προβλήματα καὶ προοπτικαί, Ἀθῆναι 1990, σελ. 29.
[12] Βλ. Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, «Η προετοιμαζόμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος πιστή διάκονος του παναιρετικού Οικουμενισμού, Πειραιεύς 2015, σελ. 22.
[13] Μητρ. Ελβετίας Δαμασκηνού Λόγος Διαλόγου, σελ. 16.
[14] Μητρ. Ελβετίας Δαμασκηνού, εν «Ορθοδοξία και Ισλάμ», εκδ. Ι. Μονής Οσίου Γρηγορίου, 1997, σελ.17.
[15] Μητρ. Ελβετίας Δαμασκηνού, εν περιοδ. «Επίσκεψις», αριθ. 426/1.10.1989, σελ. 6.
[16] Πατρ. Αλεξανδρείας Παρθενίου, στο «You Shall Be My Witnesses», Επιμέλεια Γεωρ. Λαιμοπούλου, Εκδ. «Τέρτιος», Κατερίνη 1991, σελ. 19.
[17] Π. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου, « Διαλογισμός και Προσευχή, Ορθόδοξη θεώρηση», Αθήναι 1993, σελ. 236.
[18] Πρωτ. Γεωρ. Μεταλληνού , Ομότιμου Καθ. Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, «Οι διάλογοι χωρίς προσωπείο», Διαδικτυακός τόπος Ορθόδοξος Λόγος, www.orthodox.net.gr, σ. 4-5.
[19] Περιοδ. «Επίσκεψις», αρ.511/30.11.1994, σελ. 28.
Πηγή: Ακτίνες
Στὶς 19 καὶ 20 Ἀπριλίου 2018 διεξήχθη στὸ Α΄ Ἀμφιθέατρο τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Διεθνὲς Συνέδριο. Τὸ θέμα του ἦταν: «Ἀθηναγόρας καὶ Οἰκουμένη: 70 χρόνια ἀπὸ τὴν ἐκλογὴ τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα στὸν Οἰκουμενικὸ Θρόνο καὶ ἀπὸ τὴν ἵδρυση τοῦ Π.Σ.Ε.».
Τραγικὴ κατάπτωση μιᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς ποὺ παλαιότερα ἐκαυχᾶτο ὡς παραδοσιακὴ καὶ πιστὴ στὴν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας.
Σὲ μᾶς δὲν προξένησε ἔκπληξη ἡ διοργάνωση τέτοιου Συνεδρίου γιὰ νὰ τιμηθεῖ ὁ Ἀθηναγόρας. Γνωρίζουμε πολὺ καλὰ ποῦ ὁδηγεῖται ἡ Ἐκκλησία στοὺς καιρούς μας. Τὸ πλανεμένο πνεῦμα τοῦ Ἀθηναγόρα ἔχουν ἐνστερνισθεῖ πολλοὶ σημερινοὶ ποιμένες μας, αὐτὸ ἐξυμνοῦν καὶ μὲ αὐτὸ ὠθοῦν τὴν Ὀρθοδοξία στοὺς γκρεμοὺς τῆς οἰκουμενιστικῆς καὶ πανθρησκειακῆς ἐκτροπῆς.
Θλιβόμαστε καὶ πονοῦμε γι᾿ αὐτό. Μνημονεύουμε τὰ κρυστάλλινα λόγια τῶν ἁγίων μας «ζώντων καὶ τετελειωμένων» καὶ μὲ σεβασμὸ ὑψώνουμε φωνὴ υἱικὴ πρὸς τοὺς θαυμαστὲς τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα καὶ τοὺς παρακαλοῦμε: Μὴ ρίχνετε ἄλλη φωτιὰ στὸν τάφο τοῦ ἐκτραπέντος Πατριάρχη! Ἀφῆστε τον στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Ἀκοῦστε τὸν διάπυρο λόγο τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους τότε ποὺ ἐπαινοῦσε τὴ διακοπὴ τοῦ μνημοσύνου του.
Ἀκοῦστε τὴν πονεμένη κραυγὴ τοῦ ἁγίου Παϊσίου ποὺ ἔγραφε: «Τὰ γραφόμενά μου δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνας βαθύς μου πόνος διὰ τὴν γραμμὴν καὶ κοσμικὴν ἀγάπην, δυστυχῶς, τοῦ πατέρα μας κ. Ἀθηναγόρα. Ὅπως φαίνεται, ἀγάπησε μίαν ἄλλην γυναίκα μοντέρνα, ποὺ λέγεται Παπικὴ Ἐκκλησία, διότι ἡ Ὀρθόδοξος Μητέρα μας δὲν τοῦ κάμνει καμμίαν ἐντύπωσι, ἐπειδὴ εἶναι πολὺ σεμνή…».
Ἀκοῦστε τὴ δραματικὴ κραυγὴ τοῦ μεγάλου ὁσίου πατρὸς Ἰουστίνου Πόποβιτς: «Ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας; Αὐτὸς μὲ τὴν νεοπαπιστικὴν συμπεριφοράν του εἰς τοὺς λόγους καὶ εἰς τὰς πράξεις σκανδαλίζει ἐπὶ μίαν ἤδη δεκαετίαν τὰς ὀρθοδόξους συνειδήσεις, ἀρνούμενος τὴν μοναδικὴν καὶ πανσωστικὴν Ἀλήθειαν τῆς Πίστεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀναγνωρίζων τὰς Ρωμαϊκὰς καὶ ἄλλας αἱρέσεις ὡς ἰσοτίμους μὲ τὴν Ἀλήθειαν, ἀναγνωρίζων τὸν Ρωμαῖον Ἄκρον Ποντίφηκα μὲ ὅλην τὴν δαιμονικὴν ἀντιεκκλησιαστικὴν ὑπερηφάνειάν του. Καὶ προετοιμάζει μὲ αὐτοκτονικὴν ταχύτητα καὶ ἐπιπολαιότητα, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Βατικανοῦ, αὐτὴν τὴν ἰδικήν του λεγομένην ‘‘Μεγάλην Πανορθόδοξον Σύνοδον’’… Τὸν τελευταῖον καιρὸν αὐτὸς ἔχει γίνει πηγὴ ἀναρχισμοῦ καὶ μηδενισμοῦ εἰς τὸν ὀρθόδοξον κόσμον».
Ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι πνευματικοὶ ὁδηγοὶ τῆς ἐποχῆς τὸν ἐπέκριναν δριμύτατα: ὁ π. Φιλόθεος Ζερβάκος, ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος, ὁ π. Θεόκλητος Διονυσιάτης, ὁ Φώτης Κόντογλου, οἱ καθηγητὲς Παναγιώτης Τρεμπέλας, Ἀνδρέας Θεοδώρου, Κωνσταντίνος Μουρατίδης.
Γι᾿ αὐτὸ γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ φωνάζουμε: Μὴ ρίχνετε ἄλλη φωτιὰ στὸν τάφο του!
Πηγή: Ο Σωτήρ
ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ: Τί φρονοῦσε γιά τόν Μασόνο Πατριάρχη Ἀθηναγόρα
ὁ ἀδίκως ἐκθρονισθείς προκάτοχός του κλεινός Μάξιμος ὁ Ε΄
μεταγραφή: Μον. Σεραφείμ (Ζήσης)
Ἐξ αἰτίας τῆς ἐπικαιρότητος τοῦ πράγματος δημοσιεύω ἐπειγόντως, ἄνευ τοῦ λοιποῦ συνήθους μοι ὑπομνηματισμοῦ, ἐπιστολή τοῦ μακαριστοῦ Πατριάρχου κυροῦ Μαξίμου Ε΄ (1897-1971) πρός κάποιον ἔμπιστό του Κληρικό, τήν ὁποίαν ἐδῶ καί πολλά χρόνια ἔχω μεταγράψει ἀπό τό ἀρχεῖο τοῦ «Ὀρθοδόξου Τύπου» (τ. 191-192, 1 & 15 Αὐγ 1973). Τόν πρέποντα σχολιασμό θά τόν συμπληρώσω ἐν καιρῷ τῷ δέοντι μέ ἐπάρκεια ἱστορικῶν τεκμηρίων, πού ἔγιναν γνωστά τά τελευταῖα ἔτη. Ἡ πρώτη σελίδα τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς τοῦ Πατριάρχου Μαξίμου ἀπό τό 1962 δημοσιεύεται αὐτούσια (φωτογραφικῶς) στό πρωτοσέλιδο τοῦ ὡς ἄνω φύλλου τοῦ «Ὀ.Τ.».
Ὁ ἴδιος ὁ ἐκθρονισθείς ἀπό τήν συνωμοσία τοῦ ΝΑΤΟ, τῆς Μασονίας καί τῶν Οἰκουμενιστῶν, λαμπρός Πατριάρχης Μάξιμος Ε΄, κατηγορεῖ τόν Ἀθηναγόρα γιά τά αἱρετικά του φρονήματα, τήν φιλοδοξία του, τήν ἐνδεχόμενη τεκτονική του ἰδιότητα καί τινα ἄλλα. Ἡ φωνή τοῦ Μαξίμου τοῦ Ε΄ εἶναι ἡ φωνή τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου, τοῦ καταληφθέντος ἀπό τούς μασονοκινήτους καί ἀμερικανοκινήτους Οἰκουμενιστές, ὅπως ἔπαυσεν αὐτό νά ὑπάρχει ὡς Φάρος τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό τῆς ἐποχῆς τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου καί ἐφεξῆς.
† ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΜΑΞΙΜΟΣ
Ἐμπιστευτική – Προσωπική 25/5/1962
Σεβάσμιε καί λίαν μοι ἀγαπητέ ἀδελφέ,
Συνεκινήθην βαθύτατα ἐκ τοῦ προφρόνως ἀπό 18ης ὑπερμεσοῦντος μηνός Μαΐου διαβιβασθέντος ἀδελφικοῦ Σας γράμματος.
Ἡ εὐχή τῆς Ἁγιωσύνης Σας νά μέ παρακολουθῆ καί ἐφεξῆς ὁλόθυμος, ἵνα ὁ Κύριος γένηται ἵλεως καί τερματίσῃ τό εἰς ὅ ἀναιτίως κατεδικάσθην φρικτόν πολυετές μαρτύριον, ἀναπαύων με ἐν εἰρήνῃ. Εὔχομαι νά ἐπιζήσετε, διά νά ἀναγνώσητε τήν ἐκδοθησομένην μετά τόν θάνατόν μου βιογραφικήν μου μελέτην, ἥν ἀνέλαβον ἁρμόδιοι καί ἁγνοί αὐτόθι Κληρικοί καί λαϊκοί, ὅτε καί θά παρακολουθήσητε τάς φρικώδεις λεπτομερείας τοῦ δράματος τῆς ἀσθενείας μου, τῆς παραιτήσεως καί τῆς μετ' αὐτήν μαρτυρικῆς ζωῆς μου, ἅς ἐσκηνοθέτησεν ὁ εὐκλεής διάδοχός μου ἐν συνεργασίᾳ μετά τῶν τότε διεπόντων τά τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, οὐδόλως διστάσαντες, οἱ ἀθεόφοβοι, νά μετέλθουν δόλον πρωτοφανῆ καί ἀπάτην καί νά προέλθουν εἰς ἐνεργείας τοῦτ' αὐτό προδοτικάς.
Τήν ἀρτίως καί σοφῶς καταρτισθεῖσαν μελέτην περί τῆς Ἀρμενικῆς Ἐκκλησίας, ἥν ἐν τῇ μεγάλῃ Σας πρός ἐμέ καλωσύνῃ καί τῇ ἀκραιφνεῖ ἀδελφικῇ ἀγάπῃ πάνυ προφρόνως μοι διεβιβάσατε, τήν ἐζήτησα διά τόν ἐξῆς λόγον. Τόν κρίμασιν οἷς οἶδε Κύριος Προκαθήμενον τοῦ Πανσέπτου Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτόν ἐπιπολαιότητι καί τῇ μανίᾳ τῆς ἐπιδείξεως, κατέλαβεν ἑνωτική παραφροσύνη, ὐφ' ἧς οἰστρηλατούμενος, προέρχεται εἰς ἀναριθμήτους πρός πάσας τάς κατευθύνσεις ἐνεργείας ἀντιβαινούσας, ἀντικανονικάς καί ἀντορθοδόξους, μεταξύ δέ τούτων συγκαταλέγονται ἀκροβασίαι καί ἅλματα εἰς τό ζήτημα τῶν σχέσεων πρός τήν Ἀρμενικήν Ἐκκλησίαν. Εἶνε γνωστόν ὅτι αἱ σχέσεις αὗται ὑφίσταντο ἀνέκαθεν μεταξύ τῶν ἐνταῦθα δύο Πατριαρχείων, τοῦ ἠμετέρου καί τοῦ Ἀρμενικοῦ, σχέσεις ὅμως καθαρῶς τυπικαί, περιοριζόμεναι εἰς ἀνταλλαγήν ἐπισκέψεων ἐπί ταῖς μεγάλαις ἑορταῖς τῆς Χριστιανωσύνης, Πάσχα καί Χριστουγέννων. Μή περιορισθείς εἰς ταύτας ὁ ἡμέτερος Προκαθήμενος καθιέρωσεν ἐφέτος τήν ἀνόητον καί ἄνευ λόγου ἀνταλλαγήν μετά τῶν Ἀρμενίων λειτουργικῶν ἐπισκέψεων καί ἀντεπισκέψεων οὕτως εἰπεῖν, τελεσθείσης Ὀρθοδόξου λειτουργίας ἐν τῷ ἐν Σταυροδρομίῳ Ἀρμενικῷ Ναῷ ὑπό ἡμετέρων Κληρικῶν καί Ἱεροψαλτῶν καί Ἀρμενικῆς λειτουργίας ἐν τῷ ἐν ἐκεῖ Ὀρθοδόξῳ Ναῷ τῆς Ἁγίας Τριάδος ὑπό Ἀρμενίων, παρόντων κατ' ἀμφοτέρας καί συμπροσευχομένων τῶν δύο Πατριαρχῶν. Εἶνε γνωστόν ὅτι τοιαῦται λειτουργίαι τελοῦνται εἰς μέρη, ὅπου δέν ὑπάρχει Ναός τοῦ δόγματος ἐκείνου, κατ' οἰκονομίαν, διά τούς ἐκεῖ, τυχόν, εὑρισκομένους οἰκείους χριστιανούς, διά τοῦτο δέ καί ἐχαρακτήρισα ἀνωτέρω τάς λειτουργίας ταύτας, ἄν μή τι ἄλλο, ὡς ἀνοήτους καί ἄνευ λόγου γενομένας. Δέν ἠρκέσθη ὅμως εἰς μόνας ταύτας ὁ ἡμέτερος Προκαθήμενος, ἀλλά μετέβη μετά τοῦ Ἀρμενίου Πατριάρχου εἰς τήν ἐν Χάλκῃ Ἱ. Θεολογικήν Σχολήν, εἰς τά προπύλαια τῆς ὁποίας ἐνέδυσαν τόν πρός στιγμήν διστάσαντα Ἀρμένιον Πατριάρχην Μανδύαν, Ἐπιτραχήλιον καί Ὠμοφόριον μετά ποιμαντορικῆς ράβδου καί ἐν ψαλμοῖς καί ὕμνοις ὡδήγησαν εἰς τό Ναΐδριον τῆς Σχολῆς, προηγουμένων ἐνδεδυμένων τά ἄμφια αὐτῶν Ἱερέων καί Διακόνων μετά Δικηροτρικήρων καί θυμιατηρίων, μετά δέ τήν εὐλογίαν, ἐν τῷ σωλέᾳ ἐνεκαθίδρυσαν εἰς τόν Ἀρχιερατικόν Θρόνον, ὅπου ὁ Ἀρμένιος ἔβαλεν εὐλογητόν καί προεξῆρχε τῆς τελετῆς τῆς δοξολογίας. Τοῦτο δὲν εἶναι μόνον συμπροσευχή· προέστη ὁ Ἀρμένιος Πατριάρχης μετ' Ὀρθοδόξων Κληρικῶν Ὀρθοδόξου τελετῆς ἐν Ὀρθοδόξῳ Ναῷ. Δοθέντος δέ ὅτι οἱ Ἀρμένιοι εἶναι αἱρετικοί ἐμπίπτει, ἐρωτῶ, ὁ ταῦτα διατάξας εἰς τόν ΜΕ΄ Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν ἄλλων συναφῶν Ἱ. Κανόνων τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδων;
Δυστυχῶς ὅσα λέγει καί πράττει ὁ ἡμέτερος Προκαθήμενος ἀντικανονικά καί ὀρθοδόξως παράβολα θεᾶται καί ἀκούει ἀπαθής καί ἀνάλγητος ἡ ἁπανταχοῦ καί δή ἡ ἡμετέρα ἐνταῦθά τε καί αὐτόθι Ὀρθόδοξος Ἱεραρχία καί ἐπί τῶν εὐκλεῶν ἡμερῶν αὐτοῦ τό Πάνσεπτον Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἀπό Κέντρου καί Ἀρείου Πάγου τῆς Ὀρθοδοξίας μεταβάλλεται εἰς κέντρον καί πηγήν πάσης ἀντικανονικῆς καί αἱρετικῆς δοξασίας καί ἐνεργείας. Ἴσως εἰς ἐμέ, ἐφ' ὅσον ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογί τῶν φρικωδῶν παθημάτων μου δέν πίπτει λόγος, ἀλλ' ἐξεγείρεται ἠ συνείδησίς μου ἐπί τοῖς τελουμένοις καί λαλουμένοις ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις. Εἶνε μία τοιαύτη κατάστασις ἀνεκτή; Ἐπισυνάπτω ἀπόκομμα Ἀραβικοῦ Ὀρθοδόξου Περιοδικοῦ, ὅπου παπιστικαί δηλώσεις αὐτοῦ, μή διαψευσθεῖσαι. Εἰς τήν ἐπισκεφθεῖσαν αὐτόν τῇ 9ῃ ὁδεύοντος Μαΐου νέαν Ἐφορείαν τοῦ ἐνταῦθα Ζαππείου Παρθεναγωγείου ἐδήλωσεν ἀπροκλήτως καί ἀνερυθριάστως: «Ἐγώ δέν εἶμαι θεολόγος. Οἱ θεολόγοι εἶναι κακοί. Τούς θεολόγους τούς ἀπεχθάνομαι, διότι αὐτοί, λόγῳ τῶν δογματικῶν των ἀπόψεων, εἰς ἅς ἐπιμένουν, ἐνσπείρουν τήν διχόνοιαν καί ἐμποδίζουν τήν ἕνωσιν τῶν Ἐκκλησιῶν»!!!
Ἐδημοσίευσεν ὁ «Κόσμος» τῶν Παρισίων τήν καί εἰς τόν ἐνταῦθα ἐκδιδόμενον «Χρόνον» μετενεχθεῖσαν πληροφορίαν ὄτι δύο Ἐκκλησιαστικαί Κορυφαί, ὁ Καντουαρίας καί ὁ Ἁθηναγόρας, εἶναι Μασσῶνοι καί δέν διέψευσε μέχρι τοῦδε τήν πληροφορίαν. Διατί ἆραγε; Ἐσχάτως μᾶς ἀπεδόθη ὁ Ὀρθόδοξος Ναός τοῦ ἐν Σιολῇ Τουρκικοῦ Πτωχοκομείου καί μετά τήν Πατριαρχικήν ἐν αὐτῷ χοροστασίαν εἰς τήν γενομένην δεξίωσιν μεταξύ πολλῶν ἄλλων ἀσυναρτησιῶν ἐδήλωσε καί τά ἀκόλουθα, ἀναγραφέντα ἐν ἐκδιδομένῃ ἐνταῦθα ἐφημερίδι καί μή διαψευσθέντα: «Ἡμεῖς εἰς τό χωριό μας, εἰς τό πατρικό μας σπίτι, εἴχομεν δύο, τόν παπᾶν καί τόν δερβίσην, τόν δερβίς Κιαμήλ. Ἐξωμολογούμεθα δέ καί ἐλέγομεν τά μυστικά μας εἰς τόν δερβίς Κιαμήλ, διότι εἰς τόν παπᾶν δέν εἴχομεν ἐμπιστοσύνην»!!! Δέν εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος εἰς τόν ἐνθρονιστήριόν του λόγον ἀφιέρωσεν ἰδιαιτέραν παράγραφον, ἐκθειάζων τήν Μουσουλμανικήν Θρησκείαν (Βλ. «Ὀρθοδοξίαν» Ἰαν. 1949) καί δέν εἶναι αὐτός ὅστις ἀθεοφόβως ἐθεάθη προσευχόμενος εἰς τό ἐνταῦθα τέμενος τοῦ Ἐγιούπ καί εἰς τό ἐν Ἱεροσολύμοις τοῦ Ὁμάρ;
Ὑπάρχουν, ἀγαπητέ μοι, ... καί ἄλλα ἠθικῆς φύσεως, ὅλα μεμαρτυρημένα γεγονότα, πού δέν γράφονται. Ψεῦδος, δόλος, ἀπάτη, κακοήθεια καί ἐνωτική μανία μετ' ἐκδηλώσεων καί ἐνεργειῶν, κακοδόξων. Μισεῖται θανασίμως ὑπό τοῦ ἐνταῦθα ὀρθοδόξου πληρώματος. Ποῦ θά φθάσῃ ἡ κατάστασις αὐτή; Ἦλθε νά ρίψη τήν χαριστικήν βολήν κατά τῆς Ἐκκλησίας τῶν τοῦ Χριστοῦ πενήτων.
Εὐχηθῆτε ὑπέρ τῆς οὔτω δεινῶς χειμαζομένης Μ. τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας.
Μέ ἄπειρον ἀγάπην
† Ὁ πρ. Κων/πόλεως ΜΑΞΙΜΟΣ
Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἀθηναγόρας εἰς μίαν τῶν συνεντεύξεών του μετά τινος ξένου μεταξύ ἄλλων εἶπε τά ἑξῆς, ἅτινα ἐδημοσίευσε τό Περιοδικόν «Ἀλ Μασσάρα» τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας:
Ἡ φιλονικεία, ἐβεβαίωσεν ἡ Α.Θ.Π. μετά τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, δέν ὠφελεῖ καθόλου: «Μήπως θέλομεν, εἶπε, νά θέσωμεν ὅρους εἰς τήν θείαν δύναμιν, ὅταν λέγωμεν, ὅτι ἡ μετουσίωσις ἐν τῇ Θείᾳ Εὐχαριστίᾳ γίνεται μόνον δι΄ ἐνζύμου ἤ ἀζύμου ἄρτου; Ἤ ὅταν λέγωμεν ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦμα δέν ἐκπορεύεται καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ; Μάλιστα, εἶπε, ἐκπορεύεται καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ!!! Καί τό ἀλάθητον τοῦ Πάπα ἐπίσης ἐξήγησε μέ μορφήν πρακτικήν.» [Ἀντουάν Βαῖγνερ (Περιοδικόν «Ἀλ Μασσάρα», ἀριθ. 472, Φεβρουάριος 1961, σελ. 97)]
Πηγή: Κατάνυξις
ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ - 70 χρόνια από την εκλογή στον Οικουμενικό Θρόνο:
Επέτειος χαράς ή οδύνης;
Σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας κάθε κεκοιμημένος, δίκαιος ή άδικος, παραδίδεται στη φιλάνθρωπη κρίση και το έλεος του Κυρίου μας.
Για το λόγο αυτό και η Εκκλησία μας κηδεύει όλους και μετά θάνατον δεν αναφέρεται πλέον στα αμαρτωλά πεπραγμένα και φυσικά δεν καταδικάζει κανένα μετά θάνατον. Η πάγια αυτή πράξη της Εκκλησίας μας έχει μόνο μία εξαίρεση: τους αιρετικούς!
Και αυτό, διότι, ενώ κάθε άνθρωπος με το θάνατό του σταματά να βλάπτει τους άλλους, δεν συμβαίνει το ίδιο με τον αιρετικό. Ο αιρετικός συνεχίζει να βλάπτει ψυχές ανθρώπων, διότι το αιρετικό και πλανεμένο φρόνημά του επιζεί και μετά το θάνατό του.
Έτσι, ως Χριστιανοί οφείλουμε να σιωπούμε και να μην ασχολούμαστε με τα αμαρτήματα των κεκοιμημένων, αλλά όταν όμως πρόκειται για ζητήματα πλανεμένου ήθους και αιρέσεως, αναλόγως της θέσεως που έχουμε στην Εκκλησία και των ψυχικών και πνευματικών μας χαρισμάτων υποχρεούμαστε να ενεργούμε, ώστε το αιρετικό και πλανεμένο φρόνημα να μη συνεχίζει το ψυχοφθόρο έργο του στα μέλη της Εκκλησίας μας.
Αφορμή για το φυλλάδιο αυτό μας έδωσε η διοργάνωση διεθνούς συνεδρίου από τη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με θέμα:
«Αθηναγόρας και Οικουμένη: 70 Χρόνια από την εκλογή του Πατριάρχη Αθηναγόρα στον Οικουμενικό Θρόνο και από την ίδρυση του Π.Σ.Ε.» , Θεσσαλονίκη 19-20.4.2018.
Θα περιμέναμε από τους διοργανωτές του συνεδρίου αλλά και τους πνευματικούς επιγόνους του Αθηναγόρα να πάρουν σαφή και κατηγορηματική θέση σε κρίσιμα θέματα τα οποία, δεκαετίες τώρα, σκανδαλίζουν τις ψυχές των Χριστιανών και να προστατεύσουν έτσι τη μνήμη του Πατριάρχου Αθηναγόρα. Δυστυχώς όμως από το δημοσιευθέν πρόγραμμα δεν φαίνεται να υπάρχει τέτοια πρόθεση των διοργανωτών του συνεδρίου.
Στό σύντομο αὐτό φυλλάδιο, μέ ἀφορμή το διεθνές συνέδριο, θέτουμε πολύ ἐπιγραμματικά καίρια ερωτήματα στα οποία, δυστυχώς, οι υπεύθυνοι ποιμένες σιωπούν προκλητικά επιτείνοντας έτι πλέον τον σκανδαλισμό του λαού.
Παρακαλούμε το φυλλάδιο να εκληφθεί ως πρόσκληση-πρόκληση στους αρμοδίους να κάνουν το χρέος τους απένατι στον κεκοιμημένο πνευματικό τους Πατέρα, αλλά και στο εκκλησιαστικό Σώμα, το οποίο απεχθάνεται την ανθρωπαρέσκεια και αναμένει ειλικρίνεια και ευθύτητα από τους υπευθύνους της Εκκλησίας και της θεολογίας.
Θεσσαλονίκη 19-20 Απριλίου 2018
Προς τους διοργανωτές του Διεθνούς Συνεδρίου: «Αθηναγόρας και Οικουμένη:
70 χρόνια από την εκλογή του Πατριάρχη Αθηναγόρα στον Οικουμενικό Θρόνο και από την ίδρυση του Π.Σ.Ε.»,
Θεσσαλονίκη 19-20.4.2018.
Σεβασμιώτατοι, αξιότιμοι Κύριοι,
Είναι γνωστό ότι ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα που αφορούν στο πρόσωπο του Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρα και παρά το γεγονός ότι έχουν παρέλθει περισσότερα από 45 χρόνια από το θάνατό του, απασχολεί ιδιαίτερα έντονα την εκκλησιαστική συνείδηση είναι το ερώτημα αν ο Αθηναγόρας ήταν τέκτονας και μάλιστα του ανώτατου 33ου βαθμού και κατά συνέπεια κατά πόσο υπηρέτησε τους μασονικούς σχεδιασμούς.
Και ενώ οι μασόνοι και τα μασονικά και θεοσοφικά έντυπα είναι απολύτως κατηγορηματικοί από την πρώτη στιγμή του θανάτου του (7.7.1972), ότι Ο ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ ΗΤΑΝ ΜΑΣΩΝΟΣ 33ου ΒΑΘΜΟY , εν τούτοις οι κατά τα άλλα λαλίστατοι συνεργάτες και πνευματικοί επίγονοι του κεκοιμημένου πατριάρχη τηρούν επ’ αυτού απόλυτη σιγή... Περιορίζονται μόνο σε ανοίκειους χαρακτηρισμούς που συχνά εξελίσσονται σε βίαιους λεκτικούς προπηλακισμούς σε όσους Ορθοδόξους Χριστιανούς τολμούν και θέτουν το ζήτημα αυτό. Αντίθετα ποτέ δεν έχουν στραφεί εναντίον του τεκτονισμού και των εντύπων του.
Όπως γνωρίζετε η τεκτονική ιδιότητα είναι εντελώς ασυμβίβαστη με αυτή του Ορθοδόξου Χριστιανού, πολλώ μάλλον του Ορθοδόξου Κληρικού και ιδιατέρως του Πατριάρχου. Επίσης, είναι γνωστός ο ρόλος της μασονίας και της θεοσοφίας στην προώθηση του συγκρητιστικού - διαχριστιανικού και διαθρησκειακού - Οικουμενισμού.
Συνεπώς, το ζήτημα της μασονικής ή μη ιδιότητος του Αθηναγόρα ως Πρώτου τη τάξει των Ορθοδόξων Πατριαρχών και πρωτεργάτου της Οικουμενικής Κινήσεως δεν είναι ούτε παρονυχίδα ούτε θέμα προσωπικής επιλογής του αλλά καίριο ζήτημα που άπτεται σοβαρών εκκλησιαστικών, διορθοδόξων ζητημάτων και επιλογών.
Κατά συνέπεια, ελπίζουμε και ευχόμαστε πως το Συνέδριό σας, στο οποίο συμμετέχουν ως ομιλητές πρόσωπα που γνώρισαν από κοντά τον Αθηναγόρα καθώς και πνευματικοί του επίγονοι δεν θα παραβλέψει αυτή τη διάσταση του προβληματισμού κάποιων μελών της Εκκλησίας μας, έστω «μικρών» και «ασθενών τη πίστει», θα πάρει σαφή θέση και θα αποτελέσει την απαρχή ξεκαθαρισμού του τόσο ομιχλώδους πεδίου γύρω από το τόσο ευαίσθητο ζήτημα της τεκτονικής ιδιότητας του Αθηναγόρα. Και το πεδίο θα ξεκαθαριστεί όχι με “άσφαιρες” και ατελέσφορες προφορικές δηλώσεις κάποιων υπευθύνων ή ανευθύνων, αλλά μόνο όταν αναγκασθούν με κάθε νόμιμο τρόπο – ακόμα και με προσφυγή στην Ελληνική Δικαιοσύνη – οι μασόνοι να αποκαταστήσουν τη συκοφαντική προσβολή που έχουν, δεκαετίες τώρα, προσάψει στον Αθηναγόρα ότι ήταν μασόνος του 33ου βαθμού.
Αν, παρ’ όλα αυτά, κρίνετε ως ανάξιο σοβαρότητας το ζήτημα αυτό και το παρακάμψετε τελείως, θα μας επιτρέψετε να υποθέσουμε δύο τινά:
Αν ο Πατριάρχης Αθηναγόρας δεν ήταν μασόνος , και όσα γράφουν οι μασόνοι είναι ψευδή και συκοφαντικά, αλλά δεν αναγκαστούν οι ίδιοι να αποκαταστήσουν τη συκοφαντία και έτσι συνεχίζει να παραμένει το ομιχλώδες τοπίο, τότε… όσα συνέδρια και αν κάνετε, όσα λόγια επαινετικά και αν πείτε, όσους διθυράμβους και αν εκφωνήσετε για τον Αθηναγόρα, δεν έχουν απολύτως καμία αξία. Αντίθετα, δίνουν την αίσθηση ότι λειτουργούν ως προπέτασμα καπνού για να κρύψετε την ατολμία σας να τα βάλετε με τη μασονία και να αποκαταστήσετε την τρωθείσα από τους τέκτονες μνήμη του. Σε τελική ανάλυση δεν σέβεστε τη μνήμη του Αθηναγόρα, παρά τα όσα λέτε γι’ αυτόν…
Αν όμως…
Αν ο Πατριάρχης Αθηναγόρας ήταν πράγματι μασόνος 33ου βαθμού;
Tότε… Ω! Θεέ μου…
Πώς τολμάτε να διοργανώνετε τιμητικά συνέδρια για ένα τέτοιο αξιολύπητο πρόσωπο;
Πώς τολμάτε να εξυφαίνετε ύμνους και επαίνους για ένα μασόνο;
Τι και αν έκανε “πολλά” και “σπουδαία” έργα;
Εφόσον πέθανε ως μέλος της αντίχριστης μασονίας χωρίς να την αρνηθεί μέχρι το τέλος της ζωής του, πώς ανέχεται η ψυχή σας να τον εξυμνείτε και να τον εξυψώνετε;
Τελικά, ούτε το Θεό φοβάστε, ούτε ανθρώπους ντρέπεστε, ούτε την Εκκλησία σέβεστε;
Και ασφαλώς, τον ταλαίπωρο Αθηναγόρα δεν τον αγαπάτε, αλλά τον χρησιμοποιείτε για να πετύχετε τη δική σας προβολή!
Γιατί, αν τον αγαπούσατε, μόνο «Κύριε ελέησον την ψυχή του» θα λέγατε και δεν θα διοργανώνατε συνέδρια δήθεν τιμής, αλλά ουσιαστικά προσβολής της μνήμης του.
Τάδε έφη… Πατριάρχης Αθηναγόρας!
Μικρό απάνθισμα απίστευτης αθηναγόρειας “θεολογίας”…
ΜΝΗΜΟΝΕΥΕΙ ΤΟΝ ΠΑΠΑ ΣΤΗΝ ΑΓIA ΑΝΑΦΟΡΑ!:
«Ἐν τῆ κοινωνία ταύτη ἱερουργοῦντες μετά τῆς χορείας τῶν περί ἡμᾶς ἱερωτάτων Μητροπολιτῶν καί ὑπερτίμων, μνησθησόμεθα ἀπό τῶν διπτύχων τῆς καρδίας ἡμῶν τοῦ τιμίου ὀνόματός Σου, ἀδελφέ , Ἁγιώτατε τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης Ἐπίσκοπε, ἐνώπιον τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς αὐτοῦ τούτου τοῦ τιμίου Σώματος καί αὐτοῦ τούτου τοῦ τιμίου Αἵματος τοῦ Σωτῆρος ἐν τῆ θεία τοῦ ἁγιωτάτου προκατόχου ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου λειτουργία. Καί ἐροῦμεν τῆ ἁγία ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων ἐνώπιον τοῦ ἁγίου θυσιαστηρίου καί λέγομέν σοι: τῆς Ἀρχιερωσύνης σου μνησθείη Κύριος ὁ Θεός, πάντοτε νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων»(σημ. 1).
ΠΡΟΤΙΘΕΤΑΙ ΝΑ ΚΟΙΝΩΝΗΣΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΘΕΙ ΣΕ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΗ!:
Σε δήλωσή του πρός τόν προτεστάντην πάστορα τῆς «Μεταρρυθμιστικῆς ἐκκλησίας» (Ρεφορμισταί) τῆς Ἑλβετίας Ρότζε Σούλτζ είπε:
«Ἐπιθυμῶ νά σᾶς κάμω μίαν ὁμολογίαν: εἶσθε ἱερεύς, θά ἠδυνάμην νά λάβω ἐκ τῶν χειρῶν σας τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ». Καί τήν ἑπομένην προσέθεσε πρός τόν ἴδιον πάστορα, λέγων: «Θά ἠδυνάμην νά ἐξομολογηθῶ εἰς ὑμᾶς»(σημ. 2).
ΚΑΙ INTERCOΜΜUNION;!
«Ἤδη εἰς τήν Ἀμερικήν μεταλαμβάνετε πολλούς ἀπό τό Ἅγιον Ποτήριον καί καλά κάνετε! Καί ἐγώ ἐδῶ, ὅταν ἔρχονται Καθολικοί ἡ Προτεστάνται καί ζητοῦν νά μεταλάβουν, τούς προσφέρω τό Ἅγιον Ποτήριον! Καί εἰς τήν Ρώμην τό ἴδιο γίνεται καί εἰς τήν Ἀγγλίαν καί εἰς τήν Γαλλίαν»(σημ. 3).
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΟΥΤΕ ΥΓΙΗΣ ΟΥΤΕ ΚΑΘΟΛΙΚΗ!:
«Ὅ,τι καί νά λέγωμεν, τό γεγονός παραμένει ὅτι ὡς διηρημένη ἡ Ἐκκλησία δεν εἶναι δυνατόν νά εἶναι ὑγιής, ἀλλά πληγωμένη, καί τό μέρος οὐδέποτε εἶναι δυνατόν νά διεκδικήση ἐν ἀληθείᾳ τό ὅλον»(σημ. 4).
ΘΑ ΕΠΑΝΙΔΡΥΣΕΙ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ!:
«Εἰς τήν κίνησιν πρός τήν ἕνωσιν, δέν πρόκειται ἡ μία Ἐκκλησία νά βαδίση πρός τήν ἄλλην, ἀλλ' ὅλαι ὁμοῦ νά ἐπανιδρύσωμεν τήν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, ἐν συνυπάρξει εἰς τήν Ἀνατολήν καί τήν Δύσιν, ὅπως ἐζῶμεν μέχρι τοῦ 1054, παρά καί τάς τότε ὑφιστάμενας Θεολογικάς διαφοράς»(σημ. 5, σ. 87).
Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ = «ΒΟΥΛΑΙ και ΕΠΙΝΟΙΑΙ ΑΝΘΡΩΠΩΝ»!:
«Γνωρίζω τήν διδασκαλίαν τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τάς θέσεις τῶν νεωτέρων θεολόγων τῆς Ἀνατολῆς, ἀλλά ταῦτα εἶναι βουλαί καί ἐπίνοιαι ἀνθρώπων»(σημ. 4).
ΑΘΗΝΑΓΟΡΕΙΟΣ ΑΠΑΞΙΩΣΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ!:
α) «Τά δόγματα εἶναι ἡ δύναμις τῆς Ἐκκλησίας, ὁ πλοῦτος της, διά τοῦτο τόν κρατοῦμεν εἰς τό θησαυροφυλάκιον. Τοῦτο, ὅμως, οὐδόλως μᾶς ἐμποδίζει νά κόψωμεν ἕνα κοινόν νόμισμα μετά τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν.»(σημ. 6),
β) «Μά ἔχουμε καί πολλές διαφορές, μᾶς λένε. Ποιές; Τό Φιλιόκβε; Ἀπό τόν 7ο αἰώνα ὑπῆρχε καί οἱ Ἐκκλησίες δέν εἶχαν χωρισθῆ. Τό πρωτεῖο καί τό ἀλάθητο; Τί μᾶς ἐνδιαφέρει; Κάθε Ἐκκλησία θά κρατήση τά δικά της ἔθιμα. Ἄν τό θέλη ἡ Καθολική Ἐκκλησία, ἄς τό κρατήση. Ἀλλά σᾶς ἐρωτῶ: Ποῦ εἶναι τό ἀλάθητο σήμερα, ὅταν ὁ πάπας ἔχη στήν Ρώμη μόνιμο 15μελή Σύνοδο, ἡ ὁποία ἀποφασίζει; Ἄλλωστε, ὅλοι θεωροῦμε τόν ἑαυτό μας ἀλάνθαστο. Στή δουλειά μας, στίς σκέψεις μας, σέ ὅλα. Σέ ρωτᾶ ἡ γυναίκα σου πόσο ἁλάτι θά βάλη στό φαγητό; Ὄχι ἀσφαλῶς. Ἔχει τό ἀλάθητό της. Ἄς τό ἔχη καί ὁ πάπας, ἅμα τό θέλη. Ἐμεῖς δέν ζητᾶμε νά τό ἔχουμε.»(σημ. 7),
γ) «Ἅγιε Ἀδελφέ, τό Σχίσμα δέν ἔγινε ἀπό τά ἔνζυμα καί τά ἄζυμα. Ἄν τό Ἅγιο Πνεῦμα πνεῖ στά ἔνζυμα, κατά τόν ἴδιο τρόπο πνεῖ καί στά ἄζυμα. Ἡ ἀντίθεσις δέν ἦταν θεολογική, ἀλλά μόνο πολιτική. Ἦταν ἡ ἀντίθεσις τῆς Ρώμης μέ τήν Ἀθήνα. Σεῖς ἐκπροσωπούσατε τήν Ρώμη κι ἐμεῖς τότε τήν Ἀθήνα.»(σημ. 8, σ. 93),
δ) «Εις και ο ίδιος Ιησούς Χριστός, η ιδία Παναγία Παρθένος, το ίδιον Ευαγγέλιον, το ίδιον Βάπτισμα, η ιδία Πίστις εν Χριστώ, το ίδιον Άγιον Ποτήριον, η ιδία Εκκλησία, η αυτή ζωή, ενταύθα και εν τη αιωνιότητι. Ιδού ο ύμνος των Αγγέλων της Γεννήσεως του Χριστού, ψαλλόμενος σήμερον από κοινού, εν τη Δύση και τη Ανατολή. Ιδού η υψίστη Θεολογία. Ἐάν ὑφίστανται εἰσέτι καί τινες τινες θεολογικαί διαφοραί, ὁ ἥλιος τῆς ἀγάπης ἀποχρωματίζει αὐτάς καί πλησιστίους φέρει ἡμᾶς εἰς τήν ἀρχαίαν πίστιν ὅτι ἀνήκομεν εἰς τήν αὐτήν θρησκείαν καί Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ.»(σημ. 5, σ. 87),
ε) «Ἡμεῖς οὐδέν βλέπομεν πρόσκομμα εἰς τήν ὁδόν τῆς ἑνώσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης μέ τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἀνατολῆς… Δέν βλέπομεν πρόσκομμα διά τόν ἁπλούστατον λόγον ὅτι τοιαῦτα προσκόμματα δέν ὑφίστανται.» (σημ. 10).
ΥΠΕΡΜΑΧΟΣ ή ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΤΙΚΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ;
α) «Ὁ Θεολογικός διάλογος δέν θά ἀποδώση. Δέν εἴμεθα ἕτοιμοι καί θά χρειασθοῦν αἰῶνες. Μόνον ἕνας διάλογος εἶναι ἐφικτός: Ὁ διάλογος τῆς ἀγάπης. Αὐτός θά διευκολύνη τόν διάλογον τῶν διαφορῶν.»(σημ. 7),
β) «Επειδή δέν ἔχω πολλές ἐλπίδες ἀπό τόν θεολογικόν διάλογον... δι' αὐτό ἐγώ προτιμῶ τόν διάλογο τῆς ἀγάπης. Νά ἀγαπηθοῦμε! Καί τί γίνεται σήμερα; Πνεῦμα μέγα ἀγάπης ἐξαπλώνεται ὑπέρ τούς Χριστιανούς Ἀνατολῆς καί Δύσεως. Ἤδη ἀγαπώμεθα. Ὁ Πάπας τό εἶπε: ἀπέκτησα ἕναν ἀδελφόν καί τοῦ λέγω σ' ἀγαπῶ! Τό εἶπα καί ἐγώ: Ἀπέκτησα ἕναν ἀδελφό καί τοῦ εἶπα σ' ἀγαπῶ!»(σημ. 3),
γ) «Κατά τά 900 χρόνια, πού ἐπέρασαν ἀπό τό 1054, φθάσαμε οἱ δύο κόσμοι Ἀνατολῆς καί Δύσεως νά νομίζωμε ὅτι ἀνήκομε σέ διαφορετικές Ἐκκλησίες καί σέ διαφορετικές θρησκεῖες. Καί ἑπομένως γίνεται πρόδηλος ὁ σκοπός τῶν Διαλόγων. Νά προπαρασκευάσουν ψυχολογικῶς τούς λαούς μας ὅτι πρόκειται γιά μία Ἐκκλησία καί μία Θρησκεία, ὅτι πιστεύομε ὅλοι τόν ἴδιον Θεόν, τόν Σωτήρα Χριστόν»(σημ. 5, σ. 53).
Ο ΠΑΠΑΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ…ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ:
α) «Ὑμεῖς εἶσθε ὁ δεύτερος Πρόδρομος, ὁ ἐπιφορτισμένος παρά τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἐντολήν εὐθείας νά ποιήσητε τάς τρίβους Αὐτοῦ»(σημ. 8, σ. 94),
β) Εἶσθε «φορεύς ἀποστολικῆς χάριτος καί διάδοχος πλειάδος ἁγίων ἀνδρῶν… Πάπας ἐξαιρέτου πνευματικῆς περιωπῆς καί χρστιανικῆς πνοῆς, κτησάμενος ἐν τῆ ταπεινώσει τά ὑψηλά.»(σημ. 11, σ. 225, 227).
Η ΠΑΠΟΚΕΝΤΡΙΚΗ Β΄ ΒΑΤΙΚΑΝΗ είναι «ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ Θ. ΠΡΟΝΟΙΑΣ»!:
«Θεωροῦμεν ὡς ἐκδήλωσιν τῆς Θείας Προνοίας τήν Σύνοδον τοῦ Βατικανοῦ τῆς Σεβαστῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, πρός τήν ὁποίαν ἐξεφράσαμεν ὅλην μας τήν ἐκτίμησιν»(σημ. 11, σ. 108).
ΑΙΣΘΗΜΑ ΜΕΙΟΝΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗ ΔΥΣΗ:
Αθηναγόρας προς Αμερικής Ιάκωβο: «Ἀπό αὐτή τήν κατάθλιψη, στήν ὁποία ζοῦμε ἐδῶ ἐπί αἰῶνες, δέν εἶναι δυνατόν νά μᾶς βγάλει κανείς. Πρέπει νά βγάλουμε ἐμεῖς τόν ἑαυτό μας, κοιτάζοντας πρός τήν Δύση, πρός τήν Εὐρώπη γενικά καί τίς Ἐκκλησίες τῆς Δύσεως.»(σημ. 9).
ΕΞΙΣΩΣΗ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ:
«Ἀπατώμεθα και ἁμαρτάνομεν, ἐάν νομίζωμεν ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος πίστις κατῆλθεν ἐξ οὐρανοῦ καί ὅτι τά ἄλλα δόγματα εἶναι ἀνάξια. Τριακόσια ἑκατομμύρια ἀνθρώπων ἐξέλεξαν τόν Μουσουλμανισμόν διά νά φθάσουν εἰς τον Θεόν των καί ἄλλαι ἑκατοντάδες ἑκατομμυρίων εἶναι Διαμαρτυρόμενοι, Καθολικοί, Βουδισταί. Σκοπός κάθε θρησκείας εἶναι να βελτιώσῃ τόν ἄνθρωπον.»(σημ. 12).
ΓΑΜΟΣ ΜΕΤΑ ΤΗ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ!:
«Εἶμαι σαφῶς κεκηρυγμένος ὑπέρ τοῦ γάμου τῶν κληρικῶν καί ἀφοῦ χειροτονηθοῦν. Δέν εἶναι κώλυμα γάμου ἡ χειροτονία. Θά εἴχαμε πολλούς ἀποφοίτους Θεολογικῶν Σχολῶν ἱερεῖς, ἐάν ἤξεραν ὅτι μποροῦν νά νυμφευθοῦν, ὅταν εὕρουν τήν σύντροφο τῆς ζωῆς των καί ὄχι βιαστικά, ἐπειδή τό ἐπιβάλλει ὁ τύπος. Εἰς μίαν κληρικολαϊκήν συνεδρίασιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀμερικῆς τό εἴχαμε ἀποφασίσει καί θά τό εἶχα λύσει τό θέμα αὐτό, ἀλλά δέν πρόφθασα. Ἐκλήθην ἐδῶ.»(σημ. 7).
ΚΟΙΝΟ ΠΑΣΧΑ!:
«Καί αὖθις ἐπαναλαμβάνομεν εἰς ὅλον τόν χριστιανικόν κόσμον ὡς ἡμέραν κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, τήν δευτέραν Κυριακήν τοῦ Ἀπριλίου, ἐλπίζοντες ὅτι ὁ κοινός οὖτος ἑορτασμός, ὁ σταθερός, θά ἀποτελέση ὄχι μόνον ἕν σύμβολον, ἀλλά καί μίαν θετικήν συμβολήν εἰς τήν τελείωσιν τῆς χριστιανικῆς ἑνότητας.» (σημ. 12).
«ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΚΛΑΔΩΝ»!:
«Ἤδη ἀπεκτήσαμεν τήν ἑνότητα μέ τόν Προτεσταντισμόν, διά τῆς ὁποίας πραγματοποιοῦμεν ὁμοσπονδιακήν δύναμιν 350 ἑκατομμυρίων ἀτόμων ἐπί καθαρῶς ἐκκλησιαστικῶν θεμάτων. Ὅσον ἀφορᾶ τήν Καθολικήν Ἐκκλησίαν ἔγιναν πολλαί ἐπαφαί, αὗται δέ συνεχίζονται διά νά ἐπιτύχωμεν τήν ὁμοσπονδίαν τῶν χριστιανικῶν κλάδων, ἡ ὁποία θά συμπεριλάβη πληθυσμόν 1.000.000.000 ἀτόμων. Μέ τούς Παλαιοκαθολικούς οὐδεμίαν ἔχομεν διαφοράν. Μέ τούς Νεοκαθολικούς, καί ἰδία μετά τό 1870, ἔχομεν μικράς διαφοράς, αἱ ὁποῖαι ἡμπορεῖ καί πρέπει νά ἐξομαλυνθοῦν.»(σημ. 13).
και… ΡΑΒΒΙΝΟΣ!:
«Στην Κέρκυρα, όπου έζησα κάποτε, λειτούργησα αρκετές φορές ως Ραββίνος για τους Εβραίους φίλους μου.» (Δήλωση Αθηναγόρα στην Εβραϊκή Συναγωγή Ν. Υόρκης, 24.11.1940) (σημ. 14).
Σημειώσεις-παραπομπές:
1. Ἀθηναγόρας πρός πάπα Παῦλο ΣΤ΄, Δεκέμβριος 1968, Τόμος Αγάπης, σ. 525-530.
2. Le Monde 21.3.1970.
3. πρωτ. Γ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ, «Ἡ προσλαλιά τοῦ Ἀθηναγόρου», Οἱ διάλογοι χωρίς προσωπεῖον, Ἀνάτυπο Παρακαταθήκη, σ. 5.
4. πρωτ. Θ. ΖΗΣΗΣ, «Γένεση και εξέλιξη της πατρομαχικής μεταπατερικότητας», Θεοδρομία 14( 2012), τ.1, σ. 43-44.
5. Αρχιμ. Αθαν. Βασιλόπουλος, μετέπ. Μητρ. Ηλείας, Ἀπό τήν πορεία τῆς ἀγάπης, Ἀθῆναι 1968.
6. Ἔθνος, 18-1-1964.
7. Ἔθνος, 20-3-1970.
8. Δ. ΤΣΑΚΩΝΑΣ, Ἀθηναγόρας ὁ Οἰκουμενικός τῶν Νέων Ἰδεῶν, Ἀθῆναι 1976.
9. Γ. Π. ΜΑΛΟΥΧΟΣ, Ἐγώ ὁ Ἰάκωβος, ἐκδ. ΣΚΑΪ, Ἀθήνα 2002, σ. 189-190.
10. Αρχιμ. Σπ. Μπιλάλης, Ὀρθοδοξία και Παπισμός, τ. Β΄, Ἀθῆναι 1969, σ. 470, 510.
11. Αρ. Πανώτη, Ειρηνοποιοί, Παύλος ΣΤ' – Αθηναγόρας Α', Ίδρυμα Ευρώπης ΔΡΑΓΑΝ, Αθήναι 1971.
12. «Καθολική» 1635/18.6.1969, σ. 3, 13. «Καθολική» 1289/ 18.4.1962, 14. Έφημερίδα NEW YORK TIMES 25.11.1940, μεταφρ. ΧΡΟΝΙΚΑ 29 (2006), 4, στο (https://kis.gr/files/chronika-205.pdf).
Προς τους Σεβ. Μητροπολίτες και Αξιοτίμους Καθηγητές του Διεθνούς Συνεδρίου:
1) Θα χειροτονούσατε ή θα δίνατε πτυχίο σε κάποιον που έλεγε τέτοιες ασέβειες;
2) Τις ανωτέρω απόψεις του Αθηναγόρα θα τις επικροτούσαν οι Άγιοι της Εκκλησίας μας ή οι Μασώνοι και οι θεοσοφιστές;
3) Τελικά, με πόσο ήρεμη συνείδηση τιμάτε τον Αθηναγόρα και τον παρουσιάζετε ως πρότυπο Πρωθιεράρχου;
Οι Άγιοι και χαριτωμένα μέλη της Εκκλησίας καταγγέλλουν τον Πατριάρχη Αθηναγόρα…
1. ΑΓ. ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ:
Στην από 23.1.1969 επιστολή του γράφει για
«... την κοσμικήν ἀγάπην δυστυχῶς τοῦ πατέρα μας κ. Ἀθηναγόρα. Ὅπως φαίνεται, ἀγάπησε μίαν ἄλλην γυναίκα μοντέρνα, πού λέγεται Παπική Ἐκκλησία, διότι ἡ Ὀρθόδοξος Μητέρα μας δέν τοῦ κάμνει καμμίαν ἐντύπωσι, ἐπειδή εἶναι πολύ σεμνή … Μέ μία τέτοια περίπου κοσμική ἀγάπη καί ὁ Πατριάρχης μας φθάνει στή Ρώμη... Τό ἀποτέλεσμα ἦταν νά ἀναπαύσῃ μέν ὅλα τά κοσμικά παιδιά, πού ἀγαποῦν τόν κόσμον καί ἔχουν τήν κοσμικήν αὐτήν ἀγάπην, νά κατασκανδαλίσῃ, ὅμως, ὅλους ἐμᾶς, τά τέκνα τῆς Ὀρθοδοξίας, μικρά καί μεγάλα, πού ἔχουν φόβο Θεοῦ. Μετά λύπης μου, ἀπό ὅσους φιλενωτικούς ἔχω γνωρίσει, δέν εἶδα νά ἔχουν οὔτε ψίχα πνευματική οὔτε φλοιό. Ξέρουν, ὅμως, νά ὁμιλοῦν γιά ἀγάπη καί ἑνότητα, ἐνῶ οἱ ἴδιοι δέν εἶναι ἑνωμένοι μέ τόν Θεόν, διότι δέν Τόν ἔχουν ἀγαπήσει… οἱ φιλενωτικοί δίνουν τό πρῶτο πλῆγμα στήν Ἐκκλησία.» (σημ. 1).
2. ΑΓ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ (Καθηγητής Δογματικής):
«Με τη νεοπαπιστικήν συμπεριφοράν του εις τους λόγους και εις τας πράξεις, σκανδαλίζει επί μίαν ήδη δεκαετίαν τας ορθοδόξους συνειδήσεις, αρνούμενος την μοναδικήν και πανσωστικήν αλήθειαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας και Πίστεως, αναγνωρίζων τας ρωμαϊκάς και άλλας αιρέσεις ως ισοτίμους με την αλήθειαν, αναγνωρίζων τον Ρωμαίον άκρον Ποντίφηκα με όλην την δαιμονικήν αντιεκκλησιαστικήν υπερηφάνειάν του… Τον τελευταίον καιρόν αυτός έχει γίνει πηγή αναρχισμού και μηδενισμού εις τον Ορθόδοξον κόσμον. Οι Αγιορείται δικαίως τον ονομάζουν αιρετικόν και αποστάτην.» (σημ. 2).
3. ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ:
Σύσσωμος ὁ ἁγιορειτικός μοναχισμός (Μονές, Σκῆτες καί Κελιά) ἀκολουθώντας τή μακραίωνη ἐκκλησιαστική καί κανονική παράδοση (σημ. 3) ἔπαψαν νά ἀναγνωρίζουν τόν Αθηναγόρα ὡς Ὀρθόδοξο καί διέκοψαν τή μνημόνευση τοῦ ὀνόματός του (ἀπό τό 1970 μέχρι τό θάνατό του (7.7.1972) σέ ἔνδειξη διαμαρτυρίας γιά τήν οἰκουμενιστική του πολιτική.
«Ἡ διακοπή τοῦ Μνημοσύνου ἀποτελεῖ ἄρνησιν καί πράξιν ἀντιστάσεως, ἐν ὄψει διαγραφομένου κινδύνου» , τόνιζε προφητικά ἡ Ἱ. Κοινότητα σέ ἔγγραφό της (σημ. 4). Από την εποχή του λατινόφρονα Πατριάρχου Βέκκου (+1297) το Άγ. Όρος είχε να διακόψει τη μνημόνευση του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, εξισώνοντας ουσιαστικά τον Αθηναγόρα με τον Βέκκο! Ακολουθώντας το Άγ. Όρος τρεις Μητροπολίτες της Β. Ελλάδος (Φλωρίνης Αυγουστίνος, Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος και Παραμυθίας Παύλος) διέκοψαν και αυτοί το μνημόσυνο καταγγέλλοντας τον Αθηναγόρα ως αιρετικό!
4. Στην από 21.11.1968 κοινή επιστολή τους ο Καθηγούμενος Ι. Μ. Σταυρονικήτα, αρχιμ. Βασίλειος (Γοντικάκης), ο Άγ. Παΐσιος και ο ιερομ. Γρηγόριος χαρακτήρισαν τά λεχθέντα καί πραχθέντα ὑπό τοῦ Ἀθηναγόρα ὡς «ἀκατανόητα καί δυστυχῶς βλάσφημα διά τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν» καί σημείωσαν: «ἡ ἂρνησι πρός τόν Πατριάρχη δέν εἶναι ἂρνησι πρός τήν ἀγάπην οὒτε πρός τήν ἑνότητα. Εἶναι “ὂχι” πρός τό ψεῦδος καί “ναί” πρός τήν Ἀλήθεια» (σημ. 5)!
5. ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Β΄:
«Ὁ Ἀθηναγόρας Α´ οὐδέν πρεσβεύει, εἰς οὐδέν πιστεύει, εἰ μή μόνῳ ἑαυτῷ δουλεύει καί τήν ἀπαθανάτισιν τοῦ ὀνόματός του ἐπιδιώκει, ἔστω, κατά Ἡρόστρατον, διά τῆς καταστροφῆς τῆς Ἐκκλησίας.»(σημ. 6, σ. 197).
«Τά τελεσθέντα εἶναι κανονικῶς κολάσιμα, ὡς γενόμενα ἐπί καταφρονήσει τῶν ἁγίων καί Ἱερῶν Κανόνων καί ἐπί ἀνατροπῇ τῆς ἐν Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ αἰωνοβίου τάξεως, καί πρός σοβαρόν σκανδαλισμόν τῆς Ὀρθοδόξου Εκκλησίας, δός δ᾽ εἰπεῖν, καί διαιρέσεως αὐτῶν, καί πρός προφανῆ ἐξευτελισμόν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ... Τά περί τούτου λαβόντα χώραν γεγονότα, ἄκρως δυσάρεστα καί διασύροντα αὐτό τοῦτο τό κῦρος τῆς Ὀρθοδοξίας.»(σημ. 6, σ. 40-41).
6. ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ:
«Πόθεν ο Πατριάρχης εκπέπτωκεν εις τοιούτον όλισθον ώστε εκουσίως να αγωνίζεται να παραδώση το ποίμνιό του εις τους λύκους να το κατασπαράξουν; Η αιτία είναι η υπερηφάνεια…. Μίαν πατρικήν συμβουλήν δίδω τω Οικουμενικώ Πατριάρχη...: Να ταπεινωθή, να μετανοήση και να ζητήση συγχώρησιν από τον Θεόν και από το ποίμνιό του, το οποίον εσκανδάλισεν.»(σημ. 7, τ. Β΄ σ. 109, 112).
«Και εις τι συνετελέσατε με τους θεαματικούς και εξηζητημένους ασπασμούς και γλοιώδεις εναγκαλισμούς και την παρά τους ιερούς κανόνας ανταλλαγήν των δώρων; Ακριβώς εις το να... αμβλυνθή εις την ψυχήν των πιστών η συνείδησις ότι οι Παπικοί είναι αιρετικοί… Μη κολακεύετε αυτούς [τους Παπικούς], διότι τους βλάπτετε… Μηδέ στηρίζεσθε εις την πονηράν αλώπεκα, το Βατικανόν, και ελπίζετέ τι παρά της Δυτικής οφρύος… Ομολογουμένως φοβούμαι πώς διά το ατυχές Οικουμενικόν Πατριαρχείον … επαναλαμβάνεται το Γραφικόν “οι ιερείς ηθέτησαν νόμον μου και εβεβήλωσαν τα άγιά μου. Αναμέσον αγίου και βεβήλου, ου διέστειλαν”… “Μνημόνευε πόθεν πέπτωκας, και μετανόησον”… Οποία έκπτωσις! Οποία συμφορά! … Θερμώς παρακαλούμεν Υμάς. θέσατε τέρμα εις τον σκανδαλισμόν.»(σημ. 7, τ. Α΄σελ. 295, 298).
7. ΑΡΧΙΜ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ:
«Μυριάκις προτιμότερον νά ἐκριζωθῆ ὁ ἱστορικός τῆς Κων/λεως Θρόνος… ἀκόμη δέ καί νά καταποντισθῆ εἰς τά βάθη τοῦ Βοσπόρου, ἢ νά ἐπιχειρηθῆ ἔστω καί ἡ ἐλαχίστη παρέκκλισις ἀπό τῆς χρυσῆς τῶν Πατέρων γραμμῆς… Ὁ Οἰκουμενικός Θρόνος ἔχει ἀξίαν καί χρησιμότητα μόνον καί μόνον, ὅταν ἐκπέμπη ἁπανταχοῦ τῆς γῆς τό γλυκύ καί ἀνέσπερον τῆς Ὀρθοδοξίας Φῶς. … Προυχωρήσατε ἤδη πολύ. Οἱ πόδες Ὑμῶν ψαύουσι πλέον τά ρεῖθρα τοῦ Ρουβίκωνος. Ἡ ὑπομονή χιλιάδων εὐσεβῶν ψυχῶν, Κληρικῶν καί λαϊκῶν, συνεχῶς ἐξαντλεῖται. Διά τήν ἀγάπην τοῦ Κυρίου, ὀπισθοχωρήσατε! Μή θέλετε νά δημιουργήσητε ἐν τῆ Ἐκκλησία σχίσματα καί διαιρέσεις.»(σημ. 8).
ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ: Ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
που έχει καταγγελθεί ως αιρετικός από συγχρόνους Αγίους και πρόσωπα
που η εκκλησιαστική συνείδηση τα αναγνωρίζει ως χαριτωμένα από το Θεό.
Τι σημαίνει αυτό;
Παραπομπές-σημειώσεις:
1. Αναλυτικότερα, π. Αναστ. Γκοτσοπούλου, Άγ. Παΐσιος Αγιορείτης, Σύγχρονος ομολογητής της Ορθοδόξου Πίστεως, Πάτρα 2015, στο (https://www.impantokratoros.gr/dat/storage/dat/8176E8F8 /agios_paisios_kai_oikoumenismos.pdf).
2. Θεοδρομία, 18(2016), τ.1-2, σ. 16.
3. Ἐξαιρετικά στοιχεῖα γιά τή στάση τοῦ Ἁγ. Ὄρους ἔναντι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ βλ. «Ἅγιον Ὂρος, Διαχρονική μαρτυρία στούς ἀγῶνες ὑπέρ τῆς Πίστεως», Ἃγ. Ὅρος 20142.
4. Ὀρθόδοξος Τύπος 127/10.10.1970.
5. Ὀρθόδοξος Τύπος, 98/1.3.1969 καί 1680/9.3.2007.
6. Αρχιεπίσκοπου Αθηνών Χρυσοστόμου Β΄, Πεπραγμένα, τ. Β΄, Αθήναι 1964.
7. Ο Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1988.
8. Αρχιμ. Επ. Θεοδωρόπουλος, Ἄρθρα-Μελέται-Ἐπιστολαί, τ. Α΄, Ἀθήναι 1981, σ. 152-153.
Οι μασόνοι, οι θεοσοφιστές και οι πνευματιστές επαινούν τον Πατριάρχη Αθηναγόρα (σημ. 1)…
ΤΕΚΤΟΝΕΣ: Η ηγεσία της μασονίας είναι κατηγορηματική για τη τεκτονική ιδιότητα του Πατριάρχου Αθηναγόρα, στον ύπατο 33ο βαθμό! Ενδεικτικά αναφέρουμε:
1. Επίσημη ιστοσελίδα της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος: στην ενότητα «Διακεκριμένοι Έλληνες Τέκτονες» υπάρχει εκτενές βιογραφικό του Αθηναγόρα και ιδιαίτερα επαινετική αναφορά στην οικουμενιστική του δραστηριότητα (http://www.grandlodge.gr/athinagoras-w-57864.html).
2. Επίσημη ιστοσελίδα της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος του Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου (http://www.aasr.gr/index.php/tektones/ellines-tektones).
3. Τά ἐπίσημα μασονικά περιοδικά κατ' ἐπανάληψη ἔχουν δημοσιεύσει ὅτι ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἦταν Μασόνος [τόν χαρακτηρίζουν: «μέγα» (Πυθαγόρας 1977, τ. 5, σ. 5), «ἐνσυνείδητο μασόνο» (Πυθαγόρας, 1997, τ. 58-59, σ. 49), «τοῦ Ὑπάτου 33ου βαθμοῦ… μεγάλο ὁραματιστή πού προώθησε τήν ἰδέα τῆς ἑνώσεως τῶν Χριστιανῶν» (Ἰλισός, 1973, τ. 97, σ. 41)].
4. Στη Στοά «Αρμονία», στις 12.10.1972 τελέστηκε μασονικό «μνημόσυνο». Μίλησε τέκτονας από την Κωνσταντινούπολη,συνεργάτης του Αθηναγόρα και έπλεξε το εγκώμιό του επαινώντας ιδιαίτερα τη πρωτοπορία του στην Οικουμενική Κίνηση. Μετά την ομίλια:
«… οι αδελφοί, καλούμενοι, εγείρονται και εις σιγήν κατανύξεως, αποδίδουν τον φόρον τιμής εις μνήμην της Α. Θ. Παναγιότητος, ενώ χορός εξ αδελφών της Στοάς ψάλλει τον εξόδιον ύμνον.» (Τεκτονικό Δελτίο, 1972, τ. 104, σ. 232-236).
ΘΕΟΣΟΦΙΣΤΕΣ: Ο Αθηναγόρας είναι ο πλέον αγαπημένος Πατριάρχης των εν Ελλάδι Θεοσοφιστών! Δεκάδες είναι τα άρθρα που τον εξυμνούν στο θεοσοφικό περιοδικό «Ιλισός». Ενδεικτικά:
1. Ιλισός, 1968, τ. 55-56, σ. 68: Μήνυμα Χριστουγέννων,
2. 1969, τ. 69-70, σ. 137: Σχόλιο στην 20ετία στον Πατριαρχικό Θρόνο,
3. 1969, τ. 73-74, σ. 250: Πρόταση του Αθηναγόρα για Κοινό εορτασμό του Πάσχα,
4. 1972, τ. 91, σ. 5-9: Αφιέρωμα με τίτλο: «Επέτειος αναρρήσεως στον Οικουμενικό Θρόνο, Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας και η ανακαίνισις του Χριστιανισμού»,
5. 1972, τ. 92, σ. 125-126: Άρθρο του Αθηναγόρα,
6. 1972, τ. 94, σ. 243-245: Άρθρο με τίτλο: «Πένθος της Χριστιανοσύνης, Το Κληροδότημα του Αθηναγόρα»,
7. 1972, τ. 96, σ. 484: «Εις μνήμην του Πατριάρχου Αθηναγόρα»,
8. 1973, τ. 97, σ. 41: Ο Αθηναγόρας «μετέστη εις την Αιωνίαν Ανατολήν». Σύντομο βιογραφικό αναφέρει ότι ήταν τέκτων 33ου βαθμού, μυηθείς στην Αμερική.
Αλλά η αγάπη και η εκτίμηση των θεοσοφιστών προς τον Αθηναγόρα ήταν αμοιβαία! Και ο Αθηναγόρας τους εκτιμούσε πολύ, όπως προκύπτει από επιστολή του προς τον δεδηλωμένο μασόνο, θεοσοφιστή και εωσφοριστή Κ. Μελισσαρόπουλο (Αναλυτικότερα για την απαράδεκτη αυτή επιστολή και για το ποιος ήταν ο Κ. Μελισσαρόπουλος βλ. Αν. Γκοτσοπούλου, Αθηναγόρας-Μελισσαρόπουλος Α΄, Β΄, Γ΄, στο http://anastasiosk.blogspot.gr /2015/10/blog-post74.html και https://www.impantokratoros.gr/ 9B1FCB4.el.aspx).
Γράφει ο Αθηναγόρας τα εξής αδιανόητα σε εωσφοριστή:
«… πολλήν εδοκιμάσαμεν ψυχικήν χαράν κομισάμενοι το σύγγραμμα της ημετέρας λίαν ημίν αγαπητής Εντιμότητας… μελετούμεν αυτό εν μυστική μεθ υμών ψυχική επικοινωνια και αγαλλιάσει, ότι πλουτιζομεθα εκ των υψηλών σκέψεων της ημετέρας Εντιμότητας. Ταύτα δε πάντα συγκροτούσι και την προσωπικήν Βιβλιοθήκην την οποιαν καταρτίζομεν εν τη ψυχή ημών και διατηρούμεν ανεξάντλητον.... έχουσι τοποθετήσει την υμετέραν Εντιμότητα εις την γενναίαν και τετιμημενην παρεμβολήν των συμμετόχων και συνεργατών της Μητρός Εκκλησίας εν τη προσπάθεια αυτής εις προώθησιν της ενότητος των Χριστιανών.»
ΠΝΕΥΜΑΤΙΣΤΕΣ (ΜΕΝΤΙΟΥΜ): Και με τους πνευματιστές τα πήγαινε καλά ο Αθηναγόρας(;!)
1. Ν. Α. Αντωνακέας: «Δύναμαι να σας διαβεβαιώσω ότι…ο εκ των πλέον διανοουμένων και φιλοσοφημένων ανδρών της εποχής μας, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας, του οποίου αι συντεταγμέναι αρχίζουν εκ της γης, επεκτείνονται εντός του δονητικού βάθους και φθάνουν εις τον Ουρανόν, εκεί όπου είναι κεχαραγμένον το όνομά του, ου μόνο παραδέχεται την ορθότητα και αναγκαιότητα του Πνευματισμού, αλλά και ενυπογράγως διακηρύσσει τας περί πνευματισμού ιδέας του» (στο Κ. Ν. Αντωνακέας, Κοσμικοί Κύκλοι, Θέματα Μεταψυχικής, Αθήναι 1967, σ. 23).
2. Κ. Ν. Αντωνακέας: «Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Αθηναγόρας,… υπήρξε κατά τους νεωτέρους χρόνους πρωτοπόρος του Πνευματισμού» (Κ. Ν. Αντωνακέας, αυτόθι).
3. Ηλ. Σκριβάνου-Βασιλειάδου: «Κεφαλές της Εκκλησίας ήλλαξαν “στάσιν” και έγιναν ένθερμοι υποστηρικτές Πνευματοφρόνων [Πνευματιστικών] Σωματείων…Υπεράνω όλων αυτών η κορυφή της Ορθοδοξίας, ο μεταστάς Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας, ο οποίος δι' επιστολών του συγχαίρει Πνευματοφρόνους πνευματιστές συγγραφείς» (Ηλ. Σκριβάνου-Βασιλειάδου, Πνευματόφρονα Νάματα Ενώσεως Ερευνητών Μεταψυχικών Φαινομένων “O Άγ. Νεκτάριος”, εκδ. δ΄, Αθήναι).
Συγχαρητήριες επιστολές στις οποίες «… απονέμει ολόθερμον την πατρικήν και πατριαρχικήν ευλογίαν… όπως ο Ύψιστος ενισχύη υμάς προς συνέχισιν της τόσο γονίμου πνευματικής υμών εργασίας», έχει αποστείλει ο Αθηναγόρας μεταξύ άλλων στους πνευματιστές-μέντιουμ Νικόλαο Αντωνάκεα, Ηλέκτρα Σκριβάνου-Βασιλειάδου και Βασίλειο Τσινούκα, οι οποίοι στα συγγράμματά του υβρίζουν σκαιότατα τα Χριστιανικά δόγματα!
ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ: Ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
που έχει αποσπάσει τόσο πολλούς επαίνους και κολακευτικές κρίσεις
από μασόνους, θεοσοφιστές και πνευματιστές!
Τι σημαίνει αυτό;
Σημειώσεις-Παραπομπές:
1. Τά στοιχεῖα τῆς παραγράφου αὐτῆς μᾶς τά παρέσχε ἡ ἐρευνητική ἐργασία τοῦ Μοναχοῦ Ἀβερκίου, τόν ὁποῖο καί θερμῶς εὐχαριστοῦμε. Μικρό μέρος τῆς ἐργασίας αὐτῆς δημοσιεύεται στήν ἐφημερίδα Ὀρθόδοξος Τύπος μέ τίτλο: «Ποιός θά ὑπερασπιστεῖ δραστικά τούς κατά καιρούς φερομένους ὡς “θαυμαστές” Σκοτεινῶν Ὀργανώσεων Κληρικούς μας;» Α΄-Z΄, στό Ὀρθόδοξος Τύπος τ. 2202/2.3.18 ἓως τ. 2208/13.4.18. Βλέπε καί Μοναχοῦ Σεραφείμ (Ζήση), «Ἡ μασονική προώθηση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», στό (www.impantokratoros.gr/741CE610.el.aspx), και του ιδίου, «Στοιχεῖα ἐπιδράσεως τῆς Μασονίας στόν πρώιμο ἑλληνικό Οἰκουμενισμό», ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ 19 (2017) 4, 568-589, και (https://www.scribd.com/document/36807 0179 /Στοιχεία-Επιδράσεως-της-Μασονίας-στον-πρώιμο-Ελληνικό-Οικουμενισμό).
Οἰκουμενισμός: Ἡ “παναίρεση” τῆς ἐποχῆς μας,
στήν ὑπηρεσία τοῦ τεκτονισμοῦ καί τῆς θεοσοφίας
Οἱ οἰκουμενιστές ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός ἐμπνέεται ἀπό τό αἴτημα τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἐπιθυμία τοῦ Κυρίου γιά ἑνότητα ὅλων τῶν πιστῶν Του καί γεννήθηκε μέ τίς Πατριαρχικές Ἐγκυκλίους 1902, 1904 καί 1920. Δυστυχῶς, ὅμως ἡ ἀλήθεια εἶναι διαφορετική καί πολύ τραγική: ὅπως ἀποκαλύπτει ἡ μελέτη ἀπορρήτων μασoνικῶν κειμένων, ἡ ἑνότητα τῶν χριστιανῶν, ὅπως σχεδιάστηκε καί προωθεῖται ἀπό τό διαχριστιανικό Οἰκουμενισμό (μέ παπικούς καί προτεστάντες), ἐντάσσεται στά εὑρύτερα πλαίσια τοῦ διαθρησκευτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, πού ἀποβλέπει στήν ἑνοποίηση ὅλων τῶν θρησκειῶν (σημ. 1)!
Οἱ μασόνοι εἶναι ἀπολύτως σαφεῖς:
«Ὁ Τεκτονισμός … προώρισται αὐτός νά ὑποδείξῃ βραδύτερον τήν βάσιν, ἐπί τῆς ὁποίας θά ἑδρασθῇ ἡ παγκόσμιος θρησκεία τοῦ μέλλοντος, ἥτις θά περισυναγάγῃ τήν Οἰκουμένην ἅπασαν εἰς μίαν ποίμνην ὑπό ἕνα ποιμένα.» (σημ. 2)
Τό ἔργο αὐτό τό ἔχουν ἀναλάβει τά ἀνώτατα κλιμάκια τῆς μασονίας:
«Ἡ ἕκτη τάξις [30oς-33ος μασονικοί βαθμοί] καθιερώθη διά τήν ἵδρυσιν θρησκείας παγκοσμίου.»(σημ. 3)
Ἀσφαλῶς στό ἔργο τοῦ τέκτονα ἐντάσσεται ἡ κατάργηση τῶν θρησκειῶν μέ τή σημερινή τους μορφή:
«Ὁ τέκτων ὃτε μεν εἶναι δημοτικός [δημοκρατικός], ὃτε μεν ἀριστοκρατικός, καί ἄλλοτε καταρρίπτει τούς βωμούς τῶν ναῶν, ἄλλοτε κατακρημνίζει τούς θρόνους τῶν βασιλέων.»(σημ. 4)
Μέσῳ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τά χριστιανικά δόγματα, ἀρχικά, καί στή συνέχεια ὅλες οἱ θρησκεῖες θά παραμερίσουν καί θά διαγράψουν τίς διδασκαλίες πού τίς διαφοροποιοῦν καί θά κρατήσουν μόνο τά στοιχεῖα πού τίς ἑνώνουν! Αὐτό εἶναι τό «Βασιλικό Μυστικό» (σημ. 5) τοῦ Τεκτονισμοῦ, ὅπως ἐκτίθεται στήν τελετή μυήσεως τοῦ «Ὑπερτάτου Πρίγκηπος τοῦ Βασιλικοῦ Μυστικοῦ» (32ος μασονικός βαθμός):
«Νά ἐλευθερωθοῦν οἱ θρησκεῖες τοῦ κόσμου, παραμερίζοντας πολλά πράγματα ἐξ ἐκείνων τά ὁποία τιμοῦν ἤ κηρύσσουν εἰς τάς ἰνδικάς παγόδας, τούς βουδιστικούς ναούς, τά μωαμεθανικά τεμένη καί τάς χριστιανικάς ἐκκλησίας, νά ἀναζητήσουν κάτι τό ἁγνότερον, καί νά προχωρήσουν πρός μίαν αἰωνίαν ἀλήθειαν, ἔτσι ὥστε νά προκύψῃ ἡ Ἐκκλησία τοῦ μέλλοντος, ὁ νέος ναός τόν ὁποῖον θέλομεν νά οἰκοδομήσωμεν μίας πράγματι καθολικῆς θρησκείας, τότε θά ἀρχίσῃ νά ἀναφαίνεται τό ἀληθές Βασίλειον τῆς Ἐλευθερίας, δεδομένου ὅτι οἱ διδασκαλίες τῶν διαφόρων θρησκειῶν ἔχουν ἀξιοσημείωτον σύμπτωσιν καί συμφωνίαν … αὐτοί εἶναι οἱ Ἅγιοι Τόποι τούς ὁποίους θέλομεν νά κατακτήσωμεν, αὐτός εἶναι ὁ Ναός τόν ὁποῖον θέλομεν νά οἰκοδομήσωμεν, εἰς αὐτό συνίσταται τό Βασιλικόν Μυστικόν.»
Ἡ σοβαρότητα τοῦ «Βασιλικοῦ Μυστικοῦ» καταδεικνύεται ἀπό τό ὅτι σέ αὐτό μυοῦνται μόνο οἱ «Ὑπέρτατοι Πρίγκηπες», οἱ ἡγέτες τῆς μασονίας (32ος βαθμός) καί δίνουν ὅρκο νά μήν ἀποκαλύψουν σέ κανένα τό «ἀπόρρητο ἔργο» γιά τήν πραγμάτωσή του:
«… ὁρκίζομαι ὅτι δέν θά ἀποκαλύψω εἰς οἱονδήποτε, μή δικαιούμενον νά μάθῃ τοῦτο, οἱονδήποτε τμῆμα τοῦ ἀπορρήτου ἔργου τοῦ βαθμοῦ τούτου (τοῦ 32ου μασονικοῦ βαθμοῦ).»(σημ. 6)
Ἐπιπλέον δε, οἱ ἲδιοι οἱ μασόνοι ὁμολογοῦν κυνικά:
«Τό εἰρηνοπολιτικόν σωτήριον κήρυγμα τῆς Ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν ὑπέκρυπτε τήν καθαίρεσιν τῆς Ὀρθοδοξίας» («Πυθαγόρας», ἔτος 1930, τ. 1, σ. 17)!
Εἶναι λοιπόν σαφές ὅτι ἡ Οἰκουμενική Κίνηση, ὃπως τήν ζοῦμε, εἶναι πνευματικός καρπός τοῦ τεκτονισμοῦ καί τῆς θεοσοφίας καί αὐτῶν τά ἄνομα καί ἀνήθικα σχέδια καλεῖται νά ὑλοποιήσει. Ἄρχισε νά ἐφαρμόζεται, τόν 19ο αἰ, ἀρχικά στόν προτεσταντικό χῶρο (σημ. 7) μέ καθαρά προτεσταντικές ἐκκλησιολογικές προϋποθέσεις (θεωρία κλάδων-ἀναδενδράδων) καί στοχεύσεις (ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητας τοῦ κατακερματισμένου προτεσταντισμοῦ) καί μέ πρωτοπόρους Προτεστάντες. Ἀργότερα, στίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰ., στήν Οἰκουμενική Κίνηση προσχώρησε τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως (δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι, σύμφωνα μέ μασονικά περιοδικά, οἱ Πατριάρχες ΚΠόλεως Ἰωακείμ Γ΄, Μελέτιος Μεταξάκης καί Ἀθηναγόρας - πρωτεργάτες τοῦ Οἰκουμενισμοῦ - ἦσαν μασόνοι! ). Ὁ παπισμός, ἀρχικά ἦταν ἀντίθετος στόν Οἰκουμενισμό, καί στή συνέχεια, ὅταν ‘‘συμφιλιώθηκε’’ μέ τήν μασονία μέ τή Β΄ Βατικανή Σύνοδο (1962-65)(σημ. 8), παρέσχε στόν Οἰκουμενισμό τή “θεολογική” κάλυψη (βαπτισματική θεολογία, ὅρια Ἐκκλησίας) καί πρότεινε συγκεκριμένες πρακτικές γιά τήν ὑλοποίησή του, τίς ὁποῖες ἔκτοτε ἀκολουθεῖ κατά γράμμα ἡ Οἰκουμενική Κίνηση.
Ὡς Ὀρθόδοξοι θλιβόμαστε ὅταν διαπιστώνουμε ὅτι οἱ Ἐκκλησιαστικοί μας Ταγοί πορεύονται καί ἐνεργοῦν στά πλαίσια τοῦ Οἰκουμενισμοῦ βάσει τῆς θεολογίας καί τῶν ἀποφάσεων καί πρακτικῶν ἐπιταγῶν τῆς παπικῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου μέ τελική στόχευση τούς σκοπούς τῆς μασονίας γιά ἑνοποίηση καί συγχώνευση ὅλων τῶν θρησκειῶν!
Εἶναι προφανές ὅτι μία τέτοια προσπάθεια μέ τίς προϋποθέσεις τῆς προτεσταντικῆς καί παπικῆς ἐκκλησιολογίας καί κατά βάθος τῆς θεοσοφίας καί τοῦ τεκτονισμοῦ, εἶναι ἐντελῶς ξένη στήν ἐκκλησιαστική καί πατερική παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας. Γι’ αὐτό καί ὁ Καθηγητής τῆς Δογματικῆς καί σύγχρονος Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, χαρακτήρισε τόν Οἰκουμενισμό ὡς «Παναίρεση» καί συνακόλουθα:
ΚΑΤΗΓΟΡΗΜΑΤΙΚΑ ΑΝΤΙΘΕΤΟΙ ΣΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ
ΕΙΝΑΙ ΟΛΟΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ.
Σημειώσεις-Παραπομπές:
[1] Ἡ παρούσα παράγραφος δημοσιεύθηκε στό π. Ἀναστ. Γκοτσόπουλος, Ἅγιος Παΐσιος, Σύγχρονος Ὁμολογητής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Πάτρα 2015, στό (https://www.impantokratoros.gr/dat/storage/dat/8176E8F8/agios_paisios_kai_oikoumenismos.pdf). Τά στοιχεῖα τῆς παραγράφου αὐτῆς τά ἒχουμε ἀντλήσει ἀπό τά ἀποκαλυπτικά ἄρθρα τοῦ Μοναχοῦ Ἀβερκίου, «Παγκόσμια θρησκεία και Τεκτονισμός» Α΄-Ε΄, στό Ὀρθόδοξος Τύπος τ. 2077/10.7.15 έως 2081/7.8.15. Βλ. καί Μοναχοῦ Σεραφείμ, «Ἡ μασονική προώθηση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», στό (http://www.impantokratoros.gr/741CE610.el.aspx).
[2] (Μασονικό περιοδικό) «Ἀθηνᾶ», ἔτος 1894, τευχ. 3, σ. 55-56 και τευχ. 2, σ. 26-27.
[3] (Μασονικό) «Τυπικόν τοῦ μυστικοῦ Συνεδρίου [30ου βαθμοῦ] τῶν Μεγάλων Ἐκλεκτῶν Ἱπποτῶν Καδός [“Ἁγίων”]», 1905, σ. 27.
[4] (Μασονικό περιοδικό) Πυθαγόρας, ἔτος 1882, τ. 10, σ. 291.
[5] Ἀναλυτικότερα στά ἄρθρα τοῦ Μοναχοῦ Ἀβερκίου, «Παγκόσμια θρησκεία και Τεκτονισμός» Α΄-Ε΄, βλ. ὑποσημ. 1.
[6] «Ὕπατον Συμβούλιον τοῦ 33ο τῆς Ἑλλάδος, ΤΥΠΙΚΟΝ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ τοῦ 32 βαθμοῦ τοῦ ἀρχαίου καί ἀποδεδεγμένου Σκωτικοῦ Τύπου», ἐν Ἀθήναις, 1975.
[7] Ἀναλυτικά βλ. π. Π. Heers, «Οἱ ἱεραποστολικές καταβολές τοῦ συγχρόνου οἰκουμενισμοῦ, Ὁρόσημα στήν πρό τοῦ 1920 πορεία του», στό (http://www.impantokratoros.gr/1FD9FFD7.print.el.aspx).
[8] (Μασονικό περιοδικό) Ο Κλειδόλιθος, ἔτος 1983, τ. 15, σ. 36.
Οἰκουμενισμός: Ἡ “παναίρεση” τῆς ἐποχῆς μας,
Ο ΜΕΓΑΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΥΡΟΣ ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ
Πρωτοπρεσβ. π. Άγγελος Αγγελακόπουλος εφημέριος Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως Πειραιώς
Ἐν Πειραιεῖ 19-4-2018
Αὐτές τίς ἡμέρες, 19 καί 20 Ἀπριλίου 2018, διεξάγεται στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Α.Π.Θ. διεθνές οἰκουμενιστικό συνέδριο μέ θέμα: «Ἀθηναγόρας καί Οἰκουμένη: 70 Χρόνια ἀπό τήν ἐκλογή τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα στόν Οἰκουμενικό Θρόνο καί ἀπό τήν ἴδρυση τοῦ Π.Σ.Ε.»[1]. Σ’ αὐτό συμμετέχουν γνωστοί βετεράνοι καί νέοι οἰκουμενιστές κληρικοί καί λαϊκοί, ὅπως ὁ Σεβ. Μητρ. Ἀμορίου κ. Νικηφόρος, ὁ π. Γεώργιος Τσέτσης, ὁ Ἀριστείδης Πανώτης, ὁ Σεβ. Μητρ. Προύσης κ. Ἐλπιδοφόρος, ὁ κ. Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, ὁ Σεβ. Μητρ. Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος, ὁ κ. Γρηγόριος Λαρεντζάκης, ὁ κ. Γεώργιος Λαιμόπουλος, ὁ Σεβ. Μητρ. Νέας Κρήνης καί Καλαμαριᾶς κ. Ἰουστῖνος, ἡ κ. Βασιλική Σταθοκώστα, ὁ κ. Στυλιανός Τσομπανίδης, ὁ κ. Διονύσιος Βαλαής, ὁ κ. Κωνσταντίνος Χρήστου, ὁ Σεβ. Μητρ. Νεαπόλεως καί Σταυρουπόλεως κ. Βαρνάβας, ὁ κ. Γεώργιος-Σπυρίδων Μάμαλος, ὁ κ. Βασίλειος Κουκουσᾶς καί ὁ κ. Παῦλος Σεραφείμ.
Ἐπειδή θεωροῦμε ὅτι στό ἀνωτέρω οἰκουμενιστικό συνέδριο θά κυριαρχήσει ἡ παραπληροφόρηση, ἡ στρέβλωση τῆς ἀληθείας, ἡ ἀπήχηση διαχριστιανικῶν οἰκουμενιστικῶν θέσεων, σά νά ἔχει λησμονηθεῖ καί ἀπαληφθεί ἡ πραγματική ἱστορία, σά νά ἔχει γίνει ἱστορική κάθαρση καί γενοκτονία τῆς μνήμης, μέ ἀποτέλεσμα νά δίδεται μιά μεροληπτική εἰκόνα τῶν πραγμάτων καί τῶν γεγονότων περί κυροῦ Ἀθηναγόρα, γιά τόν λόγο αὐτόν προβαίνουμε στήν ἐπανέκδοση καί ἐπαναδημοσίευση παλαιοτέρου κειμένου μας μέ ὁμώνυμο τίτλο, μέ μοναδικό σκοπό τήν φανέρωση καί ἀποκάλυψη τῆς πλήρους ἀληθείας.
Τά σχετικά μέ τόν Πατριάρχη κυρό Ἀθηναγόρα τά δανειζόμαστε ἀπό τό ἐξαίρετο, θαυμάσιο καί πολύ ἐμπεριστατωμένο κείμενο τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Ἰωάσαφ Μακρῆ «Ἱστορική ἀναδρομή τῆς προσεγγίσεως Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν κατά τόν 20ο αἰώνα»[2].
Α) Ἡ ἐκλογή τοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρα
Κορυφαία ὅσο καί καθοριστική ἐκδήλωση τοῦ ἐνεργοῦ ἐνδιαφέροντος καί ἐνασχολήσεως τῆς ἀμερικανικῆς πολιτικῆς μέ τίς ὑποθέσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου εἶναι ἡ ἐπιλογή καί ἐπιβολή τό 1948 στόν θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ μέχρι τότε Ἀρχιεπισκόπου Ἀμερικῆς κυροῦ Ἀθηναγόρα. Εἶναι ὁ μοναδικός Πατριάρχης, πού ἐκλέχθηκε στόν Οἰκουμενικό Θρόνο, χωρίς νά ἔχει τήν τουρκική ὑπηκοότητα, ὅπως προβλέπεται ἀπό τήν Συνθήκη τῆς Λωζάνης. Εἶχε προηγηθεῖ ὁ ἐξαναγκασμός σέ παραίτηση τοῦ Πατριάρχου κυροῦ Μαξίμου τοῦ Ε΄ καί ἡ διαγραφή ἀπό τήν τουρκική κυβέρνηση ὅλων τῶν Ἱεραρχῶν τῆς ἐνδημούσης συνόδου ἀπό τόν κατάλογο ὑποψηφίων.
Ἡ ἀναγκαστική παραίτηση τοῦ Πατριάρχου κυροῦ Μαξίμου τοῦ Ε΄, πού ἐπισήμως ἀποδόθηκε σέ λόγους ὑγείας, ὀφειλόταν σέ ἀμερικανική ἀπόφαση γιά ἀναχαίτιση τῶν πρωτοβουλιῶν τοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας καί τῶν Σοβιετικῶν μέ τήν θεωρουμένη ἀνοχή τοῦ Πατριάρχου.
«Τό 1945 τό Πατριαρχεῖο Μόσχας συνεκάλεσε μία Πανορθόδοξη Διάσκεψη, στήν ὁποία συμμετεῖχαν καί οἱ Πατριάρχες Ἀλεξανδρείας κυρός Χριστοφόρος καί Ἀντιοχείας κυρός Ἀλέξανδρος. Ἐκεῖ τέθηκαν οἱ νέες βάσεις γιά τήν Πανορθόδοξη ἑνότητα καί μαρτυρία. Ὅλα ἔγιναν ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί τοῦ Προκαθημένου της. Τό γεγονός θορύβησε τίς Ἡνωμένες Πολιτεῖες, καθώς ὁ Ψυχρός Πόλεμος βρισκόταν στήν ἀρχή καί πολλοί ἔβλεπαν ὅτι οἱ Σοβιετικοί τροπαιοῦχοι ἀπό τόν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σκόπευαν νά χρησιμοποιήσουν τό Πατριαρχεῖο στήν προσπάθεια διείσδυσης σέ νέες σφαῖρες ἐπιρροῆς. Οἱ ἀπόψεις αὐτές ἐνισχύθηκαν ἕνα χρόνο ἀργότερα, ὅταν, κατά τή διάρκεια τῆς ἐνθρόνισής του, ὁ Πατριάρχης κυρόε Μάξιμος ὁ Ε΄ τίμησε μέ ἐξαιρετικό τρόπο τόν Σοβιετικό πρέσβυ, τόν ὁποῖο ὑποδέχθηκε ὡς ἐκπρόσωπο τῆς Τσαρικῆς Ρωσίας, ἐνῶ ὑπάρχουν καί πληροφορίες ὅτι κάποια στιγμή ταξίδεψε μαζί μέ τόν Ρῶσο διπλωμάτη στό αὐτοκίνητό του. Ἔτσι οἱ ΗΠΑ ἀποφάσισαν νά λάβουν μέτρα: ἡ ἐκλογή τοῦ κυροῦ Ἀθηναγόρα, ἡ ἄφιξή του μέ το ἀεροσκάφος τοῦ Ἀμερικανοῦ Προέδρου Χάρι Τρούμαν, ἡ παραχώρηση τῆς τουρκικῆς ὑπηκοότητας μέ τό σκεπτικό ὅτι, ὅταν γεννήθηκε, τό χωριό του στήν Ἑλλάδα ἀποτελοῦσε μέρος τῆς Ὀθωμανικῆς ἐπικράτειας, ἦταν μερικές μόνον ἀπό τίς κινήσεις, πού δρομολόγησε ἡ Οὐάσιγκτον[3].»
Οἱ λεπτομέρειες τῆς ἐκλογῆς τοῦ κυροῦ Ἀθηναγόρα ἔχουν ὡς ἑξῆς:
«Ἐνῶ στήν ἐκλογή τοῦ κυροῦ Μαξίμου ὁ νομάρχης Κωνσταντινουπόλεως εἶχε δηλώσει στήν πατριαρχική ἀντιπροσωπεία, πού τόν ἐπισκέφθηκε, ὅτι οἱ ἀρχιερεῖς τοῦ Φαναρίου μποροῦσαν νά ἐκλέξουν ὅποιον θέλουν, στήν ἐκλογή τοῦ κυροῦ Ἀθηναγόρα ἔθεσε θέμα ἀποκλεισμοῦ ἀπ' αὐτήν ὅλων τῶν ἀρχιερέων, λέγοντας τό περίφημο «οὐδείς ἐξ ὑμῶν». Κι αὐτό, γιατί γιά τήν Τουρκική κυβέρνηση, συμφωνουσῶν καί τῆς ἑλληνικῆς καί τῆς ἀμερικανικῆς, μοναδικός ὑποψήφιος ἦταν ὁ Ἀμερικῆς κυρός Ἀθηναγόρας.
Ἡ ὑποψηφιότητα τοῦ κυροῦ Ἀθηναγόρα προκάλεσε ἀντιδράσεις τόσο στήν Σύνοδο τοῦ Πατριαρχείου, ὅσο καί στήν Ἱεραρχία τῶν Νέων Χωρῶν στήν Ἑλλάδα. Τότε ἐκδηλώθηκε ἀνοικτή ὑποστήριξη πρός τόν ὑποψήφιο τόσο ἀπό τήν ἑλληνική, ὅσο καί κυρίως ἀπό τήν τουρκική κυβέρνηση. Παράλληλα ἄρχισαν οἱ πιέσεις ἀπό τόν νομάρχη Κωνσταντινουπόλεως πρός ὅσους ἀντιδροῦσαν. Ἀκόμη ἡ ὑποψηφιότητά του παραβίαζε τόν τεσκερέ τοῦ 1923, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο οἱ Οἰκουμενικοί Πατριάρχες ἔπρεπε νά εἶναι Τοῦρκοι πολίτες. Παρά ταῦτα ὄχι μόνο ἔγινε δεκτός, ἀλλά μετά τήν ἐκλογή του, τοῦ δόθηκε ἡ τουρκική ὑπηκοότητα καί, ὅταν ἔφτασε στήν Κωνσταντινούπολη, ὁ νομάρχης τοῦ παρέδωσε τήν ταυτότητα.
Μέ τόν τρόπο αὐτό ἄρχισε ἡ πατριαρχία τοῦ κυροῦ Ἀθηναγόρα, πού κράτησε 24 χρόνια. Μιά πατριαρχία, πού παρουσίασε ἱκανό ἔργο στόν διορθόδοξο καί διαχριστιανικό χῶρο, καί ἀνέδειξε τό Φανάρι διεθνῶς. Χαρακτηριστικά γιά τήν πληθωρική προσωπικότητα τοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρα εἶναι τά ἀνεπίτρεπτα ἀνοίγματά του πρός τίς αἱρέσεις τοῦ Παπισμοῦ καί τοῦ Προτεσταντισμοῦ, πού μετέτρεψαν τό ἀπομονωμένο Πατριαρχεῖο σέ κέντρο τοῦ παγκόσμιου ἐνδιαφέροντος[4].»
Β) Ἡ πατριαρχία τοῦ κυροῦ Ἀθηναγόρα
Ἡ πολύχρονη πατριαρχία τοῦ κυροῦ Ἀθηναγόρα στάθηκε κατά κοινή ὁμολογία παράτολμη καί ἀνατρεπτική. Εἴτε τήν κρίνει κανείς μέ τά ἐπιχειρήματα τῶν ἐπικριτῶν εἴτε μέ τά ἀντίστοιχα τῶν ὑμνητῶν του καταλήγει στό ἴδιο πάντα συμπέρασμα˙ ὅτι οἱ τομές, πού ἐπέφερε, καί οἱ πρωτοβουλίες, πού ἀνέλαβε, ἰδιαίτερα στό θέμα τοῦ διαλόγου μέ τούς ἑτεροδόξους, ὑπῆρξαν ἐξαιρετικά καινοτόμες καί ρηξικέλευθες. Ἡ ἀποδοχή, λοιπόν, τῶν ἐπιχειρημάτων τῆς μιᾶς ἤ τῆς ἄλλης πλευρᾶς ἐξαρτᾶται κατά κύριο λόγο ἀπό τά κριτήρια, πού θέτει κανείς, γιά νά ἀποτιμήσει τήν συνολική παρουσία του στόν Οἰκουμενικό Θρόνο καί τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Ἄν ὡς κριτήριό μας θέσουμε τήν διεθνή ἀκτινοβολία καί ἀναγνώριση, τήν κοινωνική καί πολιτική καταξίωση, τήν διπλωματική δεινότητα καί εὐστροφία, τήν πρόσδοση κύρους καί προβολῆς στό Φανάρι καί ἄλλα ἀνάλογα κριτήρια, τά ὁποία ἀποδέχονται οἱ Οἰκουμενιστές, τότε ναί ἦταν μιά «μεγαλειώδης πατριαρχία» αὐτή τοῦ «Μεγάλου» Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρα.
Ἄν, ὅμως, ὡς κριτήριο θέσουμε τήν Ὀρθόδοξη πίστη, τήν Ἱερά Παράδοση, τήν Ἁγία Γραφή, τό Ἱερό Εὐαγγέλιο, τίς Ἅγιες Οἰκουμενικές καί Τοπικές Συνόδους, τούς Ἱερούς Κανόνες καί τούς Ἁγίους Πατέρες, κριτήρια τά ὁποία ἀποδεχόμαστε οἱ Ὀρθόδοξοι, τότε ἡ πατριαρχία τοῦ κυροῦ Ἀθηναγόρα ἦταν μία καταστρεπτική, προδοτική, ἐκδυτιστική καί ἐκλατινιστική πατριαρχία. Ἦταν μία παταγώδης ἀποτυχία. Ὁ Κύριος λέει:
«Ἐκ τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς. Μήτι συλλέγουσιν ἀπό ἀκανθῶν σταφυλήν ἤ ἀπό τριβόλων σύκα; Οὕτω πᾶν δένδρον ἀγαθόν, καρπούς καλούς ποιεῖ. Τό δέ σαπρόν δένδρον, καρπούς πονηρούς ποεῖ. Οὐ δύναται δένδρον σαπρόν, καρπούς καλούς ποεῖν. Πᾶν δένδρον, μή ποιοῦν καρπόν καλόν, ἐκκόπτεται καί εἰς πῦρ βάλλεται. Ἄρα γε ἀπό τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς[5].»
Ποιοί οἱ καρποί καί τά ἀποτελέσματα τῆς πατριαρχίας τοῦ κυροῦ Ἀθηναγόρα;
α) Τό 300.000 ὀρθοδόξων πιστῶν ποίμνιο, αὐτός κατάφερε νά τό συρρικνώσει στίς 3.000, καί,
β) κατά τή διάρκεια τῆς πατριαρχίας του δέν σημειώθηκε καμμία μεταστροφή αἱρετικοῦ ἤ ἑτεροδόξου στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ὁ καθένας παρέμεινε στήν αἵρεση καί ἑτεροδοξία του.
Γιά τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἡ ἐπιλογή ἦταν δεδομένη καί τήν εἶχε ἐκμυστηρευτεῖ ἀποκαλυπτικά στόν τότε Ἀρχιεπίσκοπο Ἀμερικῆς κυρό Ἰάκωβο ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης κυρός Ἀθηναγόρας:
«Ἀπό αὐτή τήν κατάθλιψη, στήν ὁποία ζοῦμε ἐδῶ ἐπί αἰῶνες, δέν εἶναι δυνατόν νά μᾶς βγάλει κανείς. Πρέπει νά βγάλουμε ἐμεῖς τόν ἑαυτό μας, κοιτάζοντας πρός τήν Δύση, πρός τήν Εὐρώπη γενικά καί τίς Ἐκκλησίες τῆς Δύσεως.[6]»
Σέ ὅ,τι ἀφορᾶ, ὅμως, στά θέματα τῆς πίστεως, τά παραπάνω κριτήρια δέν ἔχουν καμμία θέση στήν ἀξιολόγηση τῶν ἐπιλογῶν. Τοὐναντίον μάλιστα ἀποτελοῦν τροχοπέδη γιά τήν διατήρηση τῆς ἀκριβείας καί τῆς ἀληθείας της. Δυστυχῶς, ἡ ταύτιση τῶν συμφερόντων (τῶν καλῶς ἔστω νοουμένων) τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μέ τίς ἐπιλογές του σέ ζητήματα πίστεως στάθηκε ὀλέθρια καί δέν ἔπαψε μέχρι καί σήμερα νά μᾶς ἀποπροσανατολίζει, νά μᾶς παραπλανᾶ καί νά μᾶς παγιδεύει στό διχαστικό, ὅσο καί τεχνητό, δίλημμα: ἤ τά οἰκουμενιστικά ἀνοίγματα ἤ ἡ παρακμή καί ἡ ἀπώλεια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.
Ἔτσι, ἡ ὑποστήριξη τῶν ἑκάστοτε πρωτοβουλιῶν τοῦ Φαναρίου ἔγινε ταυτόσημη μέ τήν ὑποστήριξη τοῦ ἴδιου τοῦ θεσμοῦ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἀλλά καί ἀντίστροφα, κάθε κριτική πρός τίς ἐνέργειες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐκλαμβάνεται ὡς πολεμική καί ἀπαξίωση τοῦ ἴδιου τοῦ θεσμοῦ. Αὐτός ὁ διχασμός ἔλαβε τήν μορφή καί τήν ἰσχύ ἀξιώματος. Ἔγινε πάγια τακτική τοῦ Φαναρίου, δόγμα τῆς ἐξωτερικῆς του πολιτικῆς, κοινός τόπος στήν ἀκαδημαϊκή θεολογία, κατευθυντήρια γραμμή στόν τύπο καί ὅλα τά ΜΜΕ, μόνιμο σύνθημα ὅλων τῶν Οἰκουμενιστῶν.
Γ) Ἡ καλλιέργεια σχέσεων μέ τό Βατικανό
Ἀπό τό ξεκίνημα τῆς πατριαρχίας του:
«... ὁ προκαθήμενος τῆς Ὀρθοδοξίας ἐνηγκαλίσθη μετά παροιμιώδους ζωτικότητος τό ζήτημα τῆς ἀναθερμάνσεως τῶν ἐπαφῶν μέ τήν Ρώμην, τήν ὁποίαν ἐν τῷ ἐνθρονιστηρίῳ ἤδη λόγῳ του ἀσπάζεται μετ' ἀπεράντου σεβασμοῦ ἀδελφικῶς ἐν Χριστῷ[7].»
Τό ἄνοιγμα καί οἱ στενές σχέσεις τοῦ Πατριάρχου κυρού Ἀθηναγόρα μέ τό Βατικανό ἦταν κάτι τό ἀναμενόμενο καί προγραμματισμένο, καθώς:
«... ἀπό Μητροπολίτης Κερκύρας εἶχε καλλιεργήσει στενές σχέσεις μέ τόν Παπισμό, πού ὡς ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς τίς ἀξιοποίησε περισσότερο. Ὅταν μάλιστα ὡς Οἰκουμενικός Πατριάρχης διήρχετο μέ τό προσωπικό ἀεροπλάνο τοῦ Τρούμαν ἀπό τό ἰταλικό ἔδαφος, παρακάλεσε τόν πιλότο νά πετάξη πάνω ἀπό τήν "Ἁγία Ἔδρα", ἀνταποκρινόμενος κατ' αὐτόν τόν τρόπο στήν ἐπιθυμία πολλῶν φίλων του τῆς Ἀμερικῆς νά συνδεθῆ στενότερα μέ τόν Παπισμό[8].»
Ὁ πρῶτος ἐπίσημος ἀπεσταλμένος τοῦ Φαναρίου στό Βατικανό ἦταν ὁ μόλις ἐκλεγμένος τότε Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς κυρόε Ἰάκωβος, ὁ πρῶτος ὀρθόδοξος Ἱεράρχης, πού συναντήθηκε μέ τόν αἱρεσιάρχη Πάπα Ρώμης μετά ἀπό αἰῶνες. Στήν συνάντηση, πού εἶχε μέ τόν αἱρεσιάρχη Πάπα Ἰωάννη ΚΓ΄ κατά τό ἔτος 1959, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς τοῦ μετέφερε προσωπικό μήνυμα τοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρα:
«... Ἁγιώτατε. Ἡ Α. Θ. Παναγιότης ὁ Πατριάρχης μοι ἀνέθεσε τήν ὑψίστην τιμήν νά ἐπιδώσω πρός τήν Ὑμετέραν Ἁγιότητα, ὄχι ἐν γράμμασιν ἀλλ' ἐν τῇ ζώσῃ, τό ἑξῆς μήνυμα:
«ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρά Θεοῦ, ὄνομα αὐτῷ Ἰωάννης. Διότι πιστεύει ὅτι Ὑμεῖς εἶσθε ὁ δεύτερος Πρόδρομος, ὁ ἐπιφορτισμένος παρά τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἐντολήν εὐθείας νά ποιήσητε τάς τρίβους Αὐτοῦ[9]».
Στήν ἀπάντησή του ὁ αἱρεσιάρχης Πάπας ἀποκάλυψε τίς προθέσεις τοῦ Βατικανοῦ ἐν ὄψει τῆς Β΄ Βατικανῆς ψευδοσυνόδου, πού ἐπρόκειτο νά ξεκινήσει τίς ἐργασίες της:
«Σκοπός τῆς νέας Συνόδου εἶναι ἡ ἐπανένωσις τῆς Ἐκκλησίας»,
δηλώνει στόν Ἀρχιεπίσκοπο, καί συμφωνοῦν ἀπό κοινοῦ ὅτι:
«ἡ «ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν» πρέπει νά στηριχθεῖ στίς ἀρχές τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως»[10].
«Ἐάν δέν ἐπικρατήση τό σύνθημα τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως: ἐλευθερία, ἰσότης, ἀδελφότης, οὔτε εἰρήνη θά ὑπάρξει μεταξύ τῶν ἐθνῶν, οὔτε ἕνωσις μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν[11].»... »
Τέλος, ὁ αἱρεσιάρχης Πάπας ὅρισε τίς βασικές ἀρχές αὐτῆς τῆς «ἑνώσεως»:
«Ἡ ἕνωσις θά εἶναι ἕνωσις καρδιῶν. Ἕνωσις προσευχῆς. Ἕνωσις - καρπός ἀναζητήσεως τοῦ ἑνός ὑπό τοῦ ἄλλου»[12],
δήλωσε στόν Ἀρχιεπίσκοπο κυρό Ἰάκωβο καί σηματοδότησε, ἔτσι, τή νέα οἰκουμενική πολιτική τοῦ Βατικανοῦ ἔναντι τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἡ νέα αὐτή πολιτική, πού ἔλαβε τήν ἐπίσημη μορφή της μέ τίς ἀποφάσεις τῆς Β΄ Βατικανῆς ψευδοσυνόδου (1963-1965) καί τό «Διάταγμα περί Οἰκουμενισμοῦ», ἐπεβλήθη στό ἑξῆς στόν διάλογο μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν, ἀφοῦ ἔγινε δεκτή καί ἐκ μέρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.
Πρόκειται γιά τήν γνωστή οὐνιτικοῦ τύπου «ἑνότητα», μέ τόν «ἀμοιβαῖο ἐμπλουτισμό τῶν δύο παραδόσεων», τήν «ἑνότητα ἐν τῇ ποικιλίᾳ», ἡ ὁποία προπαγανδίζεται κατά κόρον καί στίς μέρες μας. Ἑνότητα δηλ., ὄχι στήν Ὀρθόδοξη πίστη καί τήν Ἀλήθεια, πού εἶναι ὁ Χριστός, ἀλλά μία συγκρητιστικοῦ τύπου συγχώνευση, μία ἀπορρόφηση, οὐσιαστικά, τῆς Ὀρθοδοξίας στήν αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ, χωρίς αὐτός νά ἀποβάλει καμμία ἀπό τίς αἱρέσεις του.
Στό σημεῖο, ὅμως, αὐτό τίθενται ἀμείλικτα ἐρωτήματα πρός τούς Οἰκουμενιστές:
1. Ποιά «πανορθόδοξη ἀπόφαση» ἀθώωσε τόν Δούρειο Ἵππο τοῦ Παπισμοῦ, τήν ἐπάρατη Οὐνία καί τῆς ἔδωσε ἐκκλησιαστική ἀναγνώριση;
2. Δέν ἔχει καταδικαστεῖ ἡ Οὐνία ἀπερίφραστα σέ «συνοδικές ἀποφάσεις πασῶν ἀνεξαιρέτως τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὡς εἶναι ἡ ὁμόφωνη ἀπόφαση τῆς Γ΄ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως (1986)», ἀλλά καί στό Freising τοῦ Μονάχου τό 1990 μέ τίς ὑπογραφές μάλιστα καί παπικῶν θεολόγων[13];
3. Γιατί περιφρονοῦνται ἔτσι ὠμά οἱ ὁμόφωνες Πανορθόδοξες ἀποφάσεις, πού ρητά καταδικάζουν τήν Οὐνία;
Στήν ὑπηρεσία αὐτῆς τῆς νέας οἰκουμενιστικῆς πολιτικῆς ξεκίνησε μία κοινή ἐκστρατεία «ψυχολογικῆς προετοιμασίας» γιά τήν ἀποδοχή τῶν οἰκουμενιστικῶν ἀνοιγμάτων, πού πραγματοποιήθηκαν. Ἡ ἐκστρατεία αὐτή κινήθηκε σέ δύο κυρίως ἄξονες. Ἀπό τήν μία πλευρά ἐπεχειρισε νά ἀμβλύνει, ἀκόμη καί νά ἐκμηδενίσει, τίς δογματικές διαφορές μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί Παπισμοῦ, ἀποδίδοντας τό μεταξύ τους χάσμα σέ προκαταλήψεις καί κατάλοιπα τοῦ παρελθόντος, πού ἔχουν πλέον ξεπεραστεῖ καί ἐκλείψει. Ἀπό την ἄλλη δέ ἐπένδυσε συστηματικά στήν ἀδήριτη δυναμική τῆς ἐπικοινωνιακῆς τακτικῆς, τῆς προβολῆς καί της ἐπιβολῆς μέσῳ τῆς ἐπαναλήψεως, στόν νόμο δηλαδή τῆς συνήθειας.
Χαρακτηριστικός ὅσο καί ἄκρως ἀποκαλυπτικός αὐτῆς τῆς ἐπιχειριθείσης ἀνατροπῆς καί ἀντιστροφῆς τῶν παραδεδομένων ἀρχῶν καί τῆς ἀληθείας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας μας εἶναι ὁ διάλογος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρα μέ τόν Καρδινάλιο Βίλλεμπρανς (Willebrans), πρόεδρο τοῦ Παπικοῦ Συμβουλίου γιά τήν χριστιανική ἑνότητα, στό Φανάρι. Τό ἴδιο, βεβαίως, χαρακτηριστικός καί ἀποκαλυπτικός εἶναι καί ὁ σχολιασμός καί ἡ ἑρμηνεία τοῦ διαλόγου αὐτοῦ ἀπό τόν καθηγητή Δ. Τσάκωνα, ἑνός ἀπό τούς κορυφαίους θαυμαστές καί ὑμνητές τοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρα, στό βιβλίο του «Ἀθηναγόρας: ὁ Οἰκουμενικός τῶν Νέων Ἰδεῶν»:
«...› Ἀπό τί προῆλθε τό Σχίσμα; ρώτησε ὁ Πατριάρχης τόν Βίλλεμπρανς.
Ὁ Καρδινάλιος προσπάθησε μ' εὐγένεια ν' ἀναφέρει τίς δογματικές διαφορές τῶν «δύο ἐκκλησιῶν». Ὁ κυρός Ἀθηναγόρας - ὅπως ἀργότερα μου διηγήθηκε - τόλμησε νά πεῖ ὁλόκληρη τήν ἀλήθεια στόν ἔκπληκτο Ὁλλανδό Καρδινάλιο.
› Ἅγιε Ἀδελφέ, τό Σχίσμα δέν ἔγινε ἀπό τά ἔνζυμα καί τά ἄζυμα. Ἄν τό Ἅγιο Πνεῦμα πνεῖ στά ἔνζυμα, κατά τόν ἴδιο τρόπο πνεῖ καί στά ἄζυμα. Ἡ ἀντίθεσις δέν ἦταν θεολογική, ἀλλά μόνο πολιτική. Ἦταν ἡ ἀντίθεσις τῆς Ρώμης μέ τήν Ἀθήνα. Σεῖς ἐκπροσωπούσατε τήν Ρώμη κι ἐμεῖς τότε τήν Ἀθήνα.
Ὁ καρδινάλιος κοκκίνισε ἀπό ντροπή. Ἐναντίον τοῦ κατεστημένου, ὁ κυρός Ἀθηναγόρας δέν ἐδίστασε νά διατυπώσει ὁλόκληρη τήν ἀλήθεια, ἀντίθετα μέ τήν ἐπίσημη διδασκαλία καί τῶν «δύο ἐκκλησιῶν». Δέν τοῦ ἄρεσε νά ἐξαπατᾶ τά ἑκατομμύρια τῶν πιστῶν του μέ ἱστορικά ψεύδη... Θεωροῦσε πιό τίμιο νά μήν ἀλλαξοπιστεῖ κανείς, ἀλλά μέσα στό κάστρο τῆς Ἐκκλησίας του νά πολεμᾶ γιά οἰκουμενικότητα, ἀδελφοποιΐα καί διεύρυνσι[14].»
Τίς βασικές ἀρχές τῆς νέας οἰκουμενικῆς τακτικῆς διετύπωσε πολύ εὔστοχα καί συνοπτικά τό 1962 ὁ γνωστός παπικός θεολόγος Ἰωάννης Ντανιελοῦ:
«Ὁ λατινικός καί ὁ βυζαντινός κόσμος, μέ τά συμφέροντά τους, ἔχουν ἀπό καιρό ἐκλείψει. Τό δόγμα εἶναι σχεδόν κοινό. Ἡ παράδοσις ἐπίσης. Τά μυστήρια κοινά. Καί κοινοί οἱ σημερινοί ἀντίπαλοι. Οἱ αἰῶνες, πού ἐπέρασαν, ἐσώρευσαν διάφορες προκαταλήψεις, πού πρέπει σιγά-σιγά νά ἐκμηδενισθοῦν. Ὡς πρῶτο στάδιο βλέπω την ψυχολογική προετοιμασία[15].»
Γι’ αὐτή τήν «ψυχολογική προετοιμασία» ξεκίνησαν καί συνεχίζονται μέχρι τίς μέρες μας μία σειρά ἀπό κινήσεις καί πρωτοβουλίες κορυφαίου συμβολικοῦ χαρακτήρα ἐκ μέρους τοῦ Βατικανοῦ καί τῶν ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστῶν, μέ σκοπό τήν σταδιακή ἄμβλυνση τῆς συνειδήσεως καί τήν ἐξασθένιση τοῦ αἰσθητηρίου τοῦ ὀρθοδόξου πληρώματος.
Δ) Ἡ συνάντηση τῶν Ἱεροσολύμων
Μέ τήν ἀναρρίχησή του στόν Θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὁ Πατριάρχης κυρός Ἀθηναγόρας ξεκίνησε ἐπίσημες καί μυστικές ἐπαφές μέ τό Βατικανό:
«Ὁ Ἀθηναγόρας ἐπί συνεχῆ ἔτη διαπραγματεύεται παρασκηνιακῶς μέ τό Βατικανό τήν συνάντηση του μέ τόν Πάπα. Διαμεσολαβητής εἶναι ὁ Ρουμάνος Ἀρχιμανδρίτης Σκρίμα, διαπρεπής θεολόγος, καί διάφορες προσωπικότητες τοῦ παπικοῦ κόσμου[16].»
Ἡ συνάντηση αὐτή πραγματοποιήθηκε τελικά τόν Ἰανουάριο τοῦ 1964 στά Ἱεροσόλυμα. Ὁ αἱρεσιάρχης Πάπας Παῦλος ΣΤ΄, κατά τήν διάρκεια τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Β΄ Βατικανῆς ψευδοσυνόδου, προανήγγειλε τήν προσκυνηματική του ἐπίσκεψη στά Ἱεροσόλυμα. Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κυρός Ἀθηναγόρας ἔσπευσε νά δηλώσει ὅτι θά πάει καί ὁ ἴδιος στά Ἱεροσόλυμα μέ σκοπό νά συναντήσει τόν αἱρεσιάρχη Πάπα. Ἐπιθυμοῦσε δέ στήν συνάντηση αὐτή νά συμμετάσχουν καί οἱ αἱρεσιάρχες τοῦ Προτεσταντισμοῦ, μέ σκοπό μιά παγχριστιανική προσέγγιση, πού θά ὁδηγοῦσε στήν ἕνωση:
«Δέν ἠρκέσθη δέ μόνον εἰς τοῦτο. Ἐπρότεινε ταυτοχρόνως, ἵνα καί οἱ Πατριάρχαι καί Πρόεδροι τῶν ἐκασταχοῦ Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πορευθῶσιν ὅλοι ὁμοῦ εἰς Ἱεροσόλυμα, συναντηθῶσι μετά τοῦ Πάπα καί διεξαγάγωσι μετά τούτου συζήτησιν περί τῆς ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν[17]», σχολιάζει ὁ τότε Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κυρός Χρυσόστομος Β΄.
Πρόκειται γιά πρωτόγνωρες πραγματικά ἀποφάσεις, πού ἀνέτρεψαν μέσα σέ μιά στιγμή κάθε δεδομένο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Ἱερούς Κανόνες, Συνοδικότητα, Ἁγιοπατερική Παράδοση, δογματική καί ἐκκλησιαστική συνείδηση καί τόσα ἄλλα. Καί νά σκεφτεῖ κανείς πώς πρόκειται γιά ἀποφάσεις ἑνός καί μόνο ἀνδρός, χωρίς καμμία προηγούμενη πανορθόδοξη ἀπόφαση οὔτε κἄν ἐνημέρωση ἐπ' αὐτῶν!
«Αἱ ἄνω ἀπόψεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου... ἐδημιούργησαν παρά τοῖς Ὀρθοδόξοις ἀλγεινήν ἐντύπωσιν... Τό ἀποφασιστικόν τοῦτο καί ἀπρόοπτον βῆμα τοῦ Πατριαρχείου, ἔδει νά καταστῆ ἀντικείμενον κοινῆς συσκέψεως καί ἀποφάσεως τῶν κατά τόπους ἁγίων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν[18]», παρατηρεῖ μέ ἀπογοήτευση ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κυρός Χρυσόστομος Β΄.
Ἡ συνάντηση Πάπα - Πατριάρχη στάθηκε μία ὑποδειγματική ἐφαρμογή της προαποφασισμένης οἰκουμενιστικῆς τακτικῆς, πού προαναφέραμε. Ἐπένδυσε συστηματικά στήν δύναμη τῆς εἰκόνας, τοῦ συμβολισμοῦ καί τῶν ἐντυπώσεων. Ὁ Πατριάρχης κυρός Ἀθηναγόρας, ἄλλωστε, διέθετε ἰδιαίτερη εὐχέρεια στήν ἐπικοινωνιακή τακτική καί μέ τίς δηλώσεις του κέρδισε ἀμέσως τόν δημοσιογραφικό κόσμο:
«Τέτοιες κουβέντες ἤθελαν οἱ δημοσιογράφοι κι ἔτρεξαν ποιός πρῶτος θά προλάβει νά στείλει τό τηλεγράφημά του. Οἱ ἄλλοι, οἱ πολλοί, πού ἀκολούθησαν τόν Πάπα, πού δέν ἦταν καθόλου προσιτός καί πού δέν εἶπε οὔτε λέξη, ἄρχισαν κι αὐτοί νά τρέχουν πίσω ἀπό τόν Ἀθηναγόρα[19].»
Ἐπικοινωνιακή τακτική, πολύκροτες δηλώσεις καί μιά ἀκατάσχετη ἀγαπολογία κυριάρχησε στήν πολύκροτη συνάντηση, ἔτσι ὅπως μᾶς τήν περιγράφει ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης:
«Κι ὅταν εἶδε ὁ ἕνας τόν ἄλλο, αἱ χεῖρες μας ἤνοιξαν αὐτομάτως. Ὁ ἕνας ἐρρίφθη εἰς τήν ἀγκάλην τοῦ ἄλλου. Ὅταν μᾶς ἠρώτησαν πῶς ἐφιληθήκαμεν, ἀδελφοί, ὕστερα ἀπό 900 χρόνια - Ἐρωτᾶς πῶς; Ἐπήγαμε οἱ δύο μας χέρι μέ χέρι εἰς τό δωμάτιόν του, καί εἴχαμεν μίαν μυστικήν ὁμιλίαν οἱ δύο μας. Τί εἶπαμεν; Ποιός ξέρει τί λέγουν δύο ψυχές, ὅταν ὁμιλοῦν! Ποιός ξέρει τί λέγουν δύο καρδίαι, ὅταν ἀνταλλάσσουν αἰσθήματα[20]!»
Τό μυστικό περιεχόμενο, βεβαίως, τῆς «συνομιλίας τῶν ψυχῶν» Πάπα - Πατριάρχη καί τῶν αἰσθημάτων, πού ἀντήλλαξαν, δέν ἀνακοινώθηκε ποτέ οὔτε στίς Συνόδους τῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν οὔτε στό ὀρθόδοξο πλήρωμα. Τό πληροφορούμαστε, ὅμως, σταδιακά ἀπό τότε, καθώς παρακολουθοῦμε τήν προδιαγεγραμμένη καί προαποφασισμένη ἀπό τότε οἰκουμενιστική πορεία πρός τήν «ἕνωση»:
«Τί εἶπαμεν; Ἐκάμαμε κοινόν πρόγραμμα, μέ ἰσοτιμίαν ἀπόλυτον, ὄχι μέ διαφοράν[21].»
Αὐτό τό «κοινό πρόγραμμα», πού καταρτίστηκε σέ μία μυστική συνάντηση δύο ἀνδρῶν, ἦταν, ὅπως προκύπτει ἀπό τίς ἀρχικές δηλώσεις καί ἀναφορές, πολύ πιό προχωρημένο ἀπό αὐτό, πού τελικά παρουσιάστηκε. Ἐπρόκειτο γιά σαφή συμφωνία γιά «ἕνωση στό κοινό ποτήριο», ἀφοῦ ἐκ τῶν πραγμάτων ἀποκαλύπτεται ὅτι αὐτή ἦταν ἡ ἀρχική ἐπιθυμία τῶν δύο μερῶν:
«Καί εἶπαμεν ὅτι ἤδη εὑρισκόμεθα εἰς τήν ὁδόν εἰς Ἐμμαούς», συνέχισε ὁ Πατριάρχης κυρός Ἀθηναγόρας,
«... καί πηγαίνομεν νά μᾶς συναντήση ὁ Κύριος ἐν τῷ κοινῷ ἁγίῳ Ποτηρίῳ. Ὁ Πάπας ἀπαντῶν μοῦ προσέφερε Ἅγιον Ποτήριον. Δέν ἤξευρεν ὅτι ἐγώ θά μιλοῦσα δι' Ἅγιον Ποτήριον, οὔτε ἤξερα ὅτι θά μοῦ προσέφερεν Ἅγιον Ποτήριον! Τί εἶναι; Συμβολισμός τοῦ μέλλοντος[22].»
Σχετικά μέ τήν διαμυστηριακή κοινωνία (intercommunion) θά πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι ἡ ἑνότητα στή Θεία Λατρεία μεταξύ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί αἱρετικῶν σημαίνει, κατά τήν Ὀρθόδοξη θεώρηση, ἔκφραση ἑνότητας τῆς ὅλης Ἐκκλησίας. Μάλιστα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προϋποθέτει τήν ἑνότητα τῆς πίστεως πρίν ἀπό τήν εὐχαριστιακή πράξη. Χωρίς αὐτή τήν ἑνότητα στήν πίστη καί τήν εὐχαριστιακή κοινωνία, ἡ ἑνότητα μεταξύ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί αἱρετικῶν ἔχει μόνο ἠθικό καί κοινωνικό χαρακτήρα. Ἀντίθετα, οἱ αἱρετικές παρασυναγωγές στό σύνολό τους ἐνδιαφέρονται περισσότερο γιά τήν διαμυστηριακή κοινωνία καί μάλιστα πρίν τήν ἐπίτευξη ἑνότητας στήν πίστη, πράγμα πού ἀπορρίπτει σαφῶς ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γιά τούς παραπάνω λόγους[23].
Ὁ πατήρ Δημήτριος Στανιλοάε, κορυφαῖος ὀρθόδοξος Ρουμάνος θεολόγος, λέει ὅτι θά πρέπει νά ἐφαρμόσουμε ὀρθόδοξες θεολογικές προϋποθέσεις στούς διαλόγους, πού διεξάγει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μέ τίς αἱρέσεις καί τίς θρησκεῖες. Οἱ προϋποθέσεις αὐτές εἶναι οἱ ἑξῆς. Νά ἐπιτευχθεῖ:
α) ἑνότητα στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας˙ δηλ. νά ἀποδεχθοῦν οἱ αἱρετικοί καί ἀλλόθρησκοι τό συνοδικό σύστημα διοικήσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
β) ἑνότητα στήν Ὀρθόδοξη πίστη καί ζωή, ὅπως αὐτές ἐκφράζονται στήν ἁγία παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας, στήν Ἁγία Γραφή, στίς ἀποφάσεις τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων, στούς Ἱερούς Κανόνες καί στά συγγράμματα τῶν Ἁγίων Πατέρων καί θεολόγων τῆς Ὀρθοδοξίας, καί
γ) ἑνότητα στή θεία λατρεία τῆς Ὀρθοδοξίας[24].
Παραλλήλως, ὁ κορυφαῖος ὀρθόδοξος Ρώσσος θεολόγος τοῦ 20ου αἰ., πατήρ Γεώργιος Φλωρόφσκυ, ἐπισημαίνει:
«Σάν μέλος καί ἱερεύς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πιστεύω ὅτι ἡ Ἐκκλησία, μέσα στήν ὁποία βαπτίσθηκα καί ἀνατράφηκα, εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ἀληθινή Ἐκκλησία, ἡ μόνη ἀληθινή Ἐκκλησία. Καί τό πιστεύω αὐτό γιά πολλούς λόγους: Ἕνεκα τῆς προσωπικῆς πεποιθήσεως καί ἕνεκα τῆς ἐσωτάτης βεβαιώσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού πνέει στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, καί ἕνεκα τῶν ὅσων εἶναι δυνατόν νά γνωρίζω ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί ἀπό τήν καθολική (ὀρθόδοξη) παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, λοιπόν, νά θεωρῶ ὅλες τίς ὑπόλοιπες χριστιανικές «ἐκκλησίες» ὡς ἐλαττωματικές καί σέ πολλές περιπτώσεις μπορῶ νά προσδιορίσω αὐτές τίς ἐλλείψεις τῶν ἄλλων «ἐκκλησιῶν» μέ ἀπόλυτη ἀκρίβεια. Γι'αὐτό, λοιπόν, ἡ ἕνωσις τῶν Χριστιανῶν, γιά μένα, σημαίνει ἀκριβῶς τήν παγκόσμια ἐπιστροφή στήν Ὀρθοδοξία. Δέν ἔχω καμμία ἀπολύτως ὁμολογιακή πεποίθηση˙ ἡ πεποίθησίς μου ἀνήκει ἀποκλειστικά στήν Una Sancta, στή «Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν, Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν», τήν Ὀρθοδοξίαν[25].»
Ε) Ἡ ἄρση τῶν ἀναθεμάτων
Αὐτή ἡ «ἕνωση στό κοινό Ποτήριο» ἐπιχειρήθηκε μέ τήν «ἄρση τῶν ἀναθεμάτων» μεταξύ Βατικανοῦ καί Φαναρίου, πού πραγματοποιήθηκε στά τέλη τοῦ 1965, μέ μονομερή ἀπόφαση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Χαρακτηριστική ἦταν ἡ ἀντίδραση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία «μέ πολλήν δυσμένειαν ἐπληροφορήθη τήν πρωτοβουλίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ἀθηναγόρα. Οὐδείς ἔχει τό δικαίωμα νά προβαίνη εἰς παρομοίας πράξεις. Τό δικαίωμα ἔχει μόνον ὁλόκληρος ἡ Ὀρθοδοξία»[26], καθώς δήλωσε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κυρός Χρυσόστομος Β΄.
Ἄς μᾶς ἀπαντήσουν οἱ Οἰκουμενιστές:
1. Ποιός ἐξουσιοδότησε τόν Πατριάρχη κυρό Ἀθηναγόρα νά ἄρει τά ἀναθέματα τό 1965 στά Ἱεροσόλυμα;
2. Ποιά Πανορθόδοξη Σύνοδος ἀποφάσισε τήν ἄρση τῶν ἀναθεμάτων;
Δέν ἔγινε καμμία Πανορθόδοξη Σύνοδος, παρά μόνο τοπική στή Κωνσταντινούπολη. Ἡ ἄρση τῶν ἀναθεμάτων ἦταν ἀντικανονική. Μέ τήν ἄρση τῶν ἀναθεμάτων οἱ δύο πλευρές ἐννοοῦσαν τήν ἄρση τοῦ Σχίσματος. Ὁ τότε Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς κυρός Ἰάκωβος, ἐπίσημος ἀπεσταλμένος ἐκείνη τήν περίοδο τοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρα πρός τούς Παπικούς, ἀποκαλύπτει τό περιεχόμενο τῶν μηνυμάτων, πού ἀντάλλαξαν Φανάρι καί Βατικανό,
«... μέχρι τοῦ τολμηροῦ ἐπίσης μηνύματος, πού μοῦ ἀνέθεσε ὁ Πατριάρχης νά μεταβιβάσω στόν πρόεδρο τῆς Ἐπιτροπῆς Σχέσεων Δύσης καί Ἀνατολῆς, πού ἦταν ἕνας Γερμανός σεβάσμιος καρδινάλιος, ὁ Αὐγουστίνος Μπέα».
Καί συνεχίζει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος:
«Λίγο καιρό μετά, ἐπισκέπτομαι τόν Μπέα στή Νέα Ὑόρκη. Τόν ρώτησα:
› Τί λέτε, σεβασμιώτατε, μποροῦμε νά φέρουμε τίς Ἐκκλησίες μας πιό κοντά μέ τήν ἄρση τοῦ Σχίσματος;
Μοῦ λέει:
› Καλή ἰδέα, δέν ξέρω πῶς θά τή δεχτοῦν στή Ρώμη, ἀλλά ἐγώ νομίζω ὅτι πρέπει νά γίνει ἡ ἄρση τοῦ Σχίσματος. Ἔτσι, δέν θά ἔχουμε λόγο κανέναν νά μήν πλησιάσουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο.
Ἐρώτηση Γ. Μαλούχου:
› Τήν ἄρση τοῦ Σχίσματος ἤ τοῦ ἀναθέματος;
Ἀπάντηση Ἀρχιεπισκόπου:
› Καί τά δύο αὐτά μαζί πηγαίνουνε, γιατί ὅταν κατέθεσαν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Πάπα τό ἀνάθεμα, τρόπον τινά, μέ τό ὁποῖο ἀναθεμάτιζε ὁ Πάπας Νικόλαος τόν Μιχαήλ Κηρουλάριο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ἦταν τό ὁριστικό Σχίσμα πιά. Δέν ἔγινε ἄλλη ἐπίσημος πρᾶξις, πού νά καθιερώσει τό Σχίσμα ὡς μία διαιρετική γραμμή μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως[27].»
Ἡ ἄρση τοῦ σχίσματος ἐντάσσεται, ἄλλωστε, καί στήν λογική τῶν ἀποφάσεων τῆς Β΄ Βατικανῆς ψευδοσυνόδου, πού πραγματοποιοῦνταν ἐκεῖνο τό διάστημα, γιά ἄρση τῆς ἀκοινωνησίας καί ἀναγνώριση τῶν μυστηρίων τῶν Ὀρθοδόξων. Στό λατινικό μάλιστα κείμενο τῆς «ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων» ὑπάρχει ὁ ὄρος excommunicatio = ἀκοινωνησία, ὁ ὁποῖος στήν ἐπίσημη μετάφραση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μεταφράζεται ὡς «ἀναθέματα»[28]. Τό κείμενο, δηλαδή μιλοῦσε γιά «ἄρση τῆς ἀκοινωνησίας».
«Οἱ New York Times μετέδωσαν τήν ἀπό κοινοῦ ἀγγελίαν τοῦ Βατικανοῦ καί τοῦ Φαναρίου τῆς 7ης Δεκεμβρίου 1965 διά τήν ἄρσιν τοῦ excommunicatio (τῆς ἀκοινωνησίας τοῦ Λατινικοῦ κειμένου) εἰς τήν πρώτην σελίδα, ὡς τό τέλος τοῦ σχίσματος τοῦ 1054 καί ὡς τήν ἐπανέναρξιν τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας, πού εἶχε τότε δῆθεν διακοπεῖ. Φαίνεται πλέον σαφῶς ὅτι τό Ἑλληνικόν κείμενον, πού ἀναγγέλει τήν ἄρσιν τῶν ἀναθεμάτων, ἦτο τεχνηέντως παραπλανητικόν. Φαίνεται εἶχε σκοπόν νά ἀμβλύνη ἐνδεχομένας ἀρνητικάς ἀντιδράσεις τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν»[29], ἐπισημαίνει ὁ ἀείμνηστος π. Ἰωάννης Ρωμανίδης.
Χαρακτηριστικό, ἐπίσης, εἶναι ὅτι «ὁ Πάπας Ἰωάννης Παῦλος Β΄, πρίν ἐπισκεφθεῖ τό Φανάρι (30-11-1979)... ἐξέφρασε τή βεβαιότητά του ὅτι ἡ ἑνότητα ἔχει ἀποκατασταθεῖ στήν πράξη (In Tat war der wiederhesteung der Einheit der Christen)»[30], ὅπως ὑπογραμμίζει ὁ Ἀντώνιος Παπαδόπουλος.
Τό νέο οἰκουμενιστικό δόγμα, πού διαμορφώθηκε μεταξύ Βατικανοῦ καί Φαναρίου στά μέσα τοῦ 20ου αἰώνα, θεωρεῖ ἀμελητέες τίς δογματικές διαφορές μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί Παπισμοῦ, ἀποδίδει τό Σχίσμα καί τήν διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας σέ πολιτικούς λόγους καί τήν ἔλλειψη ἀγάπης ἑκατέρωθεν. Μέ βάση αὐτή τήν λογική, λοιπόν, αὐτό, πού χρειαζόταν, γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητος, ἦταν ἡ ἄρση τοῦ Σχίσματος καί «νά ἀγαπηθοῦμε», κατά τόν Πατριάρχη κυρό Ἀθηναγόρα, ἀφοῦ:
«... ἕως τό 1054 εἴχαμε πολλάς διαφοράς... ἀλλά ἠγαπώμεθα. Καί ὅταν ἀγαπῶνται οἱ ἄνθρωποι, διαφοραί δέν ὑπάρχουν. Ἀλλά τό 1054, πού ἐπαύσαμεν νά ἀγαπώμεθα, ἦλθαν ὅλες οἱ διαφορές. Ἠγαπώμεθα καί εἴχομεν τό ἴδιον μυστήριον. Τό ἴδιον βάπτισμα, τά ἴδια μυστήρια καί ἰδιαιτέρως τό ἴδιον Ἅγιον Ποτήριον. Τώρα πού ξαναγυρίσαμεν εἰς τό 1054, διατί δέν ξαναγυρίζομεν καί εἰς τό Ἅγιον Ποτήριον[31].»
Ὁ στόχος, λοιπόν, εἶναι δεδομένος: ἡ πλήρης «ἕνωση», τό κοινό Ποτήριο. Γιά τήν ἐπίτευξη αὐτοῦ τοῦ στόχου θά πρέπει νά ἀκολουθηθεῖ μία διαδικασία, μία κοινή πορεία. Γιά τόν Πατριάρχη κυρό Ἀθηναγόρα:
«... ὑπάρχουν δύο δρόμοι: Ὁ Θεολογικός διάλογος. Καί ἔχομεν τούς θεολόγους ἑκατέρωθεν, οἱ ὁποῖοι μελετοῦν τό ζήτημα τῆς ἐπανόδου εἰς τά παλαιά. Καί ἐπειδή δέν ἔχω πολλές ἐλπίδες ἀπό τόν θεολογικόν διάλογον... δι' αὐτό ἐγώ προτιμῶ τόν διάλογο τῆς ἀγάπης. Νά ἀγαπηθοῦμε! Καί τί γίνεται σήμερα; Πνεῦμα μέγα ἀγάπης ἐξαπλώνεται ὑπέρ τούς Χριστιανούς Ἀνατολῆς καί Δύσεως. Ἤδη ἀγαπώμεθα. Ὁ Πάπας τό εἶπε: ἀπέκτησα ἕναν ἀδελφόν καί τοῦ λέγω σ' ἀγαπῶ! Τό εἶπα καί ἐγώ: Ἀπέκτησα ἕναν ἀδελφό καί τοῦ εἶπα σ' ἀγαπῶ! Πότε θά ἔλθη αὐτό τό πράγμα; Ὁ Κύριος τό ξέρει. Δέν τό ξέρομε. Ἀλλά ἐκεῖνο, τό ὁποῖο ξεύρω, εἶναι ὅτι θά ἔλθει. Πιστεύω ὅτι θά ἔλθη. Διότι δέν εἶναι δυνατόν νά μήν ἔλθη, διότι ἤδη ἔρχεται. Διότι ἤδη εἰς τήν Ἀμερικήν μεταλαμβάνετε πολλούς ἀπό τό Ἅγιον Ποτήριον καί καλά κάνετε! Καί ἐγώ ἐδῶ, ὅταν ἔρχονται Καθολικοί ἤ Προτεστάνται καί ζητοῦν νά μεταλάβουν, τούς προσφέρω τό Ἅγιον Ποτήριον! Καί εἰς τήν Ρώμην τό ἴδιο γίνεται καί εἰς τήν Ἀγγλίαν καί εἰς τήν Γαλλίαν. Ἤδη ἔρχεται μοναχό του. Ἀλλά δέν κάνει νά ἔλθει ἀπό τούς λαϊκούς καί ἀπό τούς ἱερεῖς. Πρέπει νά εἶναι σύμφωνος καί ἡ Ἱεραρχία καί ἡ Θεολογία. Γι' αὐτό, λοιπόν, προσπαθοῦμε νά ἔχωμεν καί θεολόγους μαζί, διά νά ἔλθει αὐτό τό μεγάλο γεγονός τοῦ Παγχριστιανισμοῦ. Καί μαζί μέ αὐτό τό μεγάλο γεγονός, θά ἔλθει μίαν ἡμέραν τό ὄνειρόν μας τῆς Πανανθρωπότητος[32].»
ΣΤ) «Ἐπίθεση ἀγάπης» καί διγλωσσία τοῦ Βατικανοῦ
Αὐτή ἡ ἀκατάσχετη ἀγαπολογία θά κυριαρχήσει στόν «διάλογο» μέ τούς Παπικούς. Ἡ «ἐπίθεση τῆς ἀγάπης» εἶναι μία τακτική, πού ἐφαρμόζει συστηματικά καί τό Βατικανό. Ἀπό τά μέσα τοῦ 20ου αἰώνα τό Βατικανό ἐγκατέλειψε φαινομενικά τήν παλαιά τακτική του γιά ἀπαίτηση προσχωρήσεως στόν Παπισμό τῶν «αἱρετικῶν» ὀρθοδόξων
Οἱ νέες κοινωνικές καί πολιτικές συνθῆκες δέν προσφέρονται πλέον γιά ἐχθρικές ἀντιπαραθέσεις καί πολεμικό κλίμα καί τό Βατικανό σπεύδει νά προσαρμοστεῖ, παραλλάσσοντας τήν ἐπικοινωνιακή του πολιτική. Ξεκινᾶ, ἔτσι, τήν «ἐπίθεση στά νῶτα», κατά τόν μακαριστό π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, ἐπίδειξη φιλίας καί ἀγάπης, οἰκουμενικά ἀνοίγματα καί διάλογος, χωρίς καμμία οὐσιαστική ἀλλαγή στούς στόχους καί τίς μεθόδους.
Αὐτό ἐπιβεβαιώνεται καί ἀπό τό γεγονός ὅτι ταυτόχρονα μέ τό «Διάταγμα περί Οἰκουμενισμοῦ», πού τόσο ἔχει προπαγανδισθεῖ καί ἀπό παπικῆς καί ἀπό οἰκουμενιστικῆς Ὀρθοδόξου πλευρᾶς, ἡ Β΄ Βατικανή ψευδοσύνοδος ἐξέδωσε, ἐπίσης, τό ἀντίστοιχο «Διάταγμα γιά τίς Ἀνατολικές Καθολικές Ἐκκλησίες», τίς οὐνιτικές δηλαδή, τίς ὁποῖες ἀναγνωρίζει καί προασπίζεται μέ κάθε ἐπισημότητα.
Ἡ ἐπιμονή τοῦ Βατικανοῦ στήν Οὐνία, τήν πιό ἐπαίσχυντη δηλαδή μορφή προσηλυτισμοῦ καί πολεμικῆς κατά τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀποκαλύπτει τόσο τό ἀληθινό του πρόσωπο ὅσο καί τόν βαθμό τῆς διγλωσσίας, μέ τήν ὁποία δέν παύει νά συμπεριφέρεται ἔναντι τῶν Ὀρθοδόξων.
Ἀποκαλύπτει, ὅμως, καί τήν διγλωσσία τῶν ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων οἰκουμενιστῶν, πού ἐθελοτυφλοῦν μπροστά στήν πραγματικότητα, πού ἀντιλαμβάνονται ἐπιλεκτικά τίς διαθέσεις τοῦ Βατικανοῦ, πού ἐκλαμβάνουν κατά τό δοκοῦν τίς κινήσεις καί τίς ἀποφάσεις του. Τώρα κατανοεῖ κανείς πόσο μειωτική ἕως προδοτική τῆς πίστεως ἐνέργεια ὑπῆρξε ἡ ἐπίσκεψη (10/13-10-2012) τοῦ μεγάλου οἰκουμενιστοῦ καί αἱρετίζοντος Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου στό Βατικανό, γιά νά συμπροσευχηθεῖ, νά ἑορτάσει καί νά ὁμιλήσει γιά τά 50 χρόνια συμπληρώσεως τῆς Β΄ Βατικανῆς ψευδοσυνόδου. Οὐσιαστικά καί τυπικά ἀποδέχεται πλήρως τά διατάγματα περί Οἰκουμενισμοῦ, Ουνίας καί διαθρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ.
Ἐπειδή, ὅμως, κάποιοι ἀγνοοῦν σκοπίμως ἴσως τίς ἀποφάσεις τῆς Β΄ Βατικάνειας ψευδοσυνόδου καί πόσο σημαντική ὑπῆρξε αὐτή γιά τό μέλλον τῆς αἱρέσεως τοῦ Παπισμοῦ, ἀλλά καί τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, μεταφέρουμε ἐδῶ ἕνα μικρό μόνο ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Αἰδεσιμολογιωτάτου Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση «Διαθρησκειακές συναντήσεις, Ἄρνησις τοῦ Εὐαγγελίου καί προσβολή τῶν Ἁγίων Μαρτύρων». Στό απόσπασμα αὐτό μπορεῖ κανείς νά ἀντιληφθεῖ πόσο μεγάλη ὤθηση ἔδωσε ἡ Β΄ ψευδοσύνοδος τοῦ Βατικανοῦ στή διαθρηκειακή «κατανόηση» ἤ καλύτερα στήν πανθρησκειακή ἑνότητα καί ἑπομένως ποιό βαθύτερο νόημα εἶχε ἡ συμμετοχή τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου στούς ἑορτασμούς γιά τήν ψευδοσύνοδο αὐτή. Στό κεφάλαιο «ἔχουν οἱ θρησκεῖες τόν ἴδιο Θεό καί κοινές ἠθικές ἀξίες»; σημειώνει:
«Ἄς δοῦμε τώρα μία ἀπό τίς θεμελιακές θέσεις, πού προβάλλουν ὅσοι ὀργανώνουν, συμμετέχουν, καί ὑποστηρίζουν τίς διαθρησκειακές συναντήσεις καί τούς διαθρησκειακούς διάλογους. Σύμφωνα μέ αὐτή, σέ ὅλες τίς θρησκεῖες ὑπάρχουν θετικά στοιχεῖα. Οἱ τρεῖς μάλιστα δῆθεν «μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκεῖες»», ὁ Χριστιανισμός, ὁ Ἰουδαϊσμός καί τό Ἰσλάμ πιστεύουν στόν ἴδιο Θεό. Αὐτό διακηρύσσεται urbi et orbi. Ἄρχισε νά καλλιεργεῖται καί νά διδάσκεται ἀπό τή Β' Βατικάνειο ψευδοσύνοδο (1962-1965)
(γράφει ἡ ψευδοσύνοδος στή διακήρυξη Nostra Aetate, γιά τίς σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας πρός τίς μή χριστιανικές κοινότητες: «Μέ ἐκτίμηση ἀτενίζει ἡ Ἐκκλησία καί τούς Μουσουλμάνους, οἱ ὁποῖοι λατρεύουν τόν ἕνα καί μοναδικό Θεό, τόν ζῶντα..., τόν εὔσπλαχνο καί παντοδύναμο, τόν δημιουργό οὐρανοῦ καί γῆς, πού μίλησε στούς ἀνθρώπους. Αὐτοί προσπαθοῦν νά ὑποταχθοῦν μ' ὅλη τους τήν ψυχή ἀκόμη καί στίς κρυμμένες Του βουλές, ὅπως εἶχε ὑποταχθεῖ στό Θεό καί ὁ Ἀβραάμ, στόν ὁποῖο εὐχαρίστως ἀναφέρεται ἡ ἰσλαμική πίστη. Τόν Ἰησοῦ, μολονότι δέν τόν ἀναγνωρίζουν ὡς Θεό, τόν σέβονται ὡς προφήτη, καί τιμοῦν τήν μητέρα του Παρθένο Μαρία, τήν ὁποία καί ἐπικαλοῦνται κάποτε μέ εὐλάβεια. Ἐπιπλέον περιμένουν τήν ἡμέρα τῆς κρίσης, γιά τήν ὁποία ὁ Θεός θά ἀναστήσει ὅλους τούς ἀνθρώπους καί θά τούς ἀνταποδώσει. Γι' αὐτό ἀποδίδουν σημασία στήν ἠθική στάση ζωῆς καί ἐκφράζουν τόν σεβασμό τους στόν Θεό ἰδιαίτερα μέ προσευχή, ἐλεημοσύνη καί νηστεία»[33]),
νά προωθεῖται δέ καί νά ἐφαρμόζεται ἀπό τόν αἱρεσιάρχη Πάπα Ἰωάννη Παῦλο Β', ὁ ὁποῖος τόλμησε πρίν ἀπό τριάντα δύο χρόνια, στήν Ἀσίζη πάλι (1986), στήν Α' ἐν Ἀσίζῃ πανθρησκειακή ψευδοσύνοδο, νά συγκαλέσει τήν πρώτη πανθρησκειακή συνάντηση, ὅπου συμπροσευχήθηκαν στόν ἴδιο ψεύτικο Θεό ὅλοι οἱ ἐκεῖ συμπαραστάντες ἐτερόθρησκοι καί ἑτερόδοξοι.
Τό Βατικανό καί τόν Πάπα ἀκολούθησαν στή συνέχεια τό λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν»[34], δηλ. αἱρέσεων, καί ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων οἰκουμενιστές ἐκκλησιαστικοί ἡγέτες. Φθάσαμε στό σημεῖο νά ἐκδίδονται γραμματόσημα, πάνω στά ὁποία παρίστανται καθήμενοι, κατά τόν τύπο τῆς Ἁγίας Τριάδος στήν φιλοξενία τοῦ Ἀβραάμ, ἕνας Χριστιανός κληρικός, ἕνας Ἑβραῖος ραβίνος, καί ἕνας Μουσουλμάνος χότζας, ἡ νέα αὐτή βλάσφημη πανθρησκειακή τριάδα, ὅπως ἐπίσης καί στό νά προσφέρονται ὡς δῶρο σέ κοινή καλαίσθητα ἐκτυπωμένη κασετίνα τά τρία δῆθεν «ἱερά» βιβλία, ἡ ἑβραϊκή Βίβλος, τό Εὐαγγέλιο καί τό Κοράνιο.
Αὐτό ἀποτελεῖ μεῖξιν ἄμικτον, καί κοινωνία τοῦ φωτός πρός τό σκότος. Γιατί, ὄχι μόνον ὡς πρός τό Κοράνιο, ἄλλα καί ὡς πρός τήν ἑβραϊκή Βίβλο, ἄν αὐτή ἰδωθεῖ καί ἑρμηνευθεῖ χωρίς Χριστό, ὑπό τό φῶς ὄχι τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλά τῆς παραδόσεως τῶν Γραμματέων καί Φαρισαίων, πού σταύρωσαν τόν Χριστό, ἀνήκει κι αὐτή στό σκότος, ἐφαρμόζονται καί σ' αὐτήν τά αὐστηρά «οὐαί», πού εἶπε ὁ Χριστός πρός τούς Ἑβραίους νομοδιδασκάλους, οἱ ὁποῖοι, ἐνῶ πρός αὐτούς πρῶτα ἦλθε τό φῶς, ἐν τούτοις παρέμειναν στό σκοτάδι. «Εἰς τά ἴδια ἦλθε, καί οἱ ἴδιοι αὐτόν οὐ παρέλαβαν... καί τό φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καί ἡ σκοτία αὐτό οὐ κατέλαβεν»[35].»
Αὐτή, λοιπόν, ἡ διγλωσσία, ἀπό ὀρθοδόξου πλευρᾶς, παρακολουθεῖ κατά ἕνα παράδοξο τρόπο, ἀλλά μέ συνέπεια, τήν ἀνάλογη τοῦ Βατικανοῦ: αὐστηρή ὀρθόδοξη στάση στό «ἐσωτερικό» καί διαδοχικές ὑποχωρήσεις ἔναντι τῶν Παπικῶν.
Θά πρέπει νά γνωρίζουν οἱ ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων οἰκουμενιστές ὅτι γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν ὑπάρχουν πολλά μοντέλα καί σχήματα ἐπανενώσεως, οὔτε ἰσχύει ἡ ἕνωση τύπου Οὐνίας (οὐνιτική ἕνωση), πού θέλει νά ἐπιβάλλει ὁ Παπισμός, σύμφωνα μέ τήν ὁποία κάθε «ὁμολογία» θά κρατήσει τά ὅποια δικά της ἐκκλησιαστικά ἤθη καί ἔθιμα, δέν θά ἀλλάξει τίποτα, μόνο πού θά πρέπει νά ἀναγνωρίσει τό παγκόσμιο καί οἰκουμενικό πρωτεῖο ἐξουσίας τοῦ Πάπα καί νά τον μνημονεύει στά δίπτυχα καί τίς ἀκολουθίες. Γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὑφίσταται μονάχα ἕνα καί ἀποκλειστικό μοντέλο καί σχῆμα ἐπανενώσεως τῶν αἱρετικῶν μέ τήν Καθολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τό ὁποῖο δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τήν μετάνοια τῶν αἱρετικῶν, τήν ἐπίσημη ἀποκήρυξη τῶν αἱρέσεων καί τῶν πλανῶν τους, τήν δημόσια ὁμολογία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καθ'ὁλοκληρίαν καί τήν ἐπιστροφή τους, μέσω τῆς κατηχήσεως καί τοῦ βαπτίσματος, στήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Ζ) Ἡ ἔναρξη τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου
Οἱ ἐκ τῶν Ὀρθόδοξων οἰκουμενιστές παρασιωποῦν τίς μυστικές συμφωνίες Ρώμης - Φαναρίου γιά τήν ἐπίτευξη τῆς ψευδοενώσεως, παρά τίς ὑπάρχουσες δογματικές διαφορές, ὅπως αὐτές ἀπεκαλύφθησαν ἐκ τῶν ὑστέρων. Πρός τόν σκοπό αὐτόν ἐκπονήθηκε ἕνα καλά μελετημένο σχέδιο τοῦ Βατικανοῦ, τό ὁποῖο σταδιακά ἐφαρμόζεται σέ στενή συνεργασία μέ τούς οἰκουμενιστές τοῦ Φαναρίου, μέχρις ὅτου πραγματοποιηθεῖ ἡ τελεία ψευδοένωση Ὀρθοδοξίας καί Παπισμοῦ, ἡ ὁποία θά εἶναι κατά τά πρότυπα τῶν Οὐνιτικῶν Κοινοτήτων τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης. Τό σχέδιο αὐτό ἀπεκάλυψαν ἐκκλησιαστικές προσωπικότητες, πού ἔλαβαν μέρος σέ διαχριστιανικούς διαλόγους καί ἀσχολήθηκαν εἰς βάθος μέ αὐτούς. Ἕνας ἐξ αὐτῶν, ὁ μακαριστός καθηγητής Ἰωάννης Καρμίρης παρατήρησε:
«Ὁ Πάπας Παῦλος ὁ ΣΤ΄ καί οἱ περί αὐτόν Ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι ἐξεπόνησαν ἕν καλῶς μελετηθέν εὐρύτατον πρόγραμμα ρωμαιοκεντρικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, σύμφωνον πρός τήν Λατινικήν Ἐκκλησιολογίαν[36].»
Ὁ ὁμότιμος καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ ΑΠΘ Αἰδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης ἐπιβεβαιώνει τήν ἴδια πραγματικότητα:
«... Ἐκεῖνοι (οἱ Λατινόφρονες) «ἐσχεδίασαν καί ἐχάλκευσαν μέ κρυφές συμφωνίες τήν ἕνωση, χωρίς νά ἐνημερώνουν ὅλα τά μέλη τῆς ἀντιπροσωπείας, γιά νά μήν ὑπάρχουν ἀντιδράσεις, ὅπως δέν ἐνημερώνεται σήμερα ὁ πιστός λαός καί δέν ἀντιλαμβάνεται γι' αὐτό, ὅτι ἡ ἕνωση γίνεται ἤδη σταδιακά, ἔχει προχωρήσει οὐσιαστικά μέ συμπροσευχές, συλλείτουργα καί ἀμοιβαία ἐκκλησιαστική ἀναγνώριση, εἰς τρόπον ὥστε τό κοινό Ποτήριο, ὅταν ἔλθη ἐπισήμως, νά ἀποτελεῖ ἁπλῶς μία ἐπισφράγιση καί ἐπικύρωση τῆς γενομένης ἤδη ἑνώσεως[37].»
Ὁ ὁμότιμος καθηγητής της Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν Αἰδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Μεταλληνός σέ πλήρη συμφωνία μέ τούς παραπάνω παρατηρεῖ:
«Ἀπό τόν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, πεπεισμένο κήρυκα αὐτῆς τῆς πορείας, μέ τίς Πανορθόδοξες Διασκέψεις τῆς Ρόδου (1961 καί 1963) καί μιά σειρά προσωπικῶν του ἐνεργειῶν (ὅπως ἡ συνάντηση του μέ τόν Πάπα Παῦλο τόν ΣΤ΄ στά Ἱεροσόλυμα τό 1964) καί παρά τίς ἀντιδράσεις κυρίως τοῦ Ἀθηνῶν Χρυσοστόμου Β΄, τό καθορισμένο σέ συνεργασία μέ τό Βατικανό σχέδιο, προωθήθηκε καί ἐπεβλήθη, ὁδηγώντας στήν κατάσταση τῶν ἡμερῶν μας[38].»
Ὁ ἀγωνιστής καί μαχητικός ἱεράρχης ἀείμνηστος Μητροπολίτης Φλωρίνης κυρός Αὐγουστίνος Καντιώτης ἐπεσήμανε:
«Ἡ ἕνωσις, ἡ ψευδοένωσις, ἔχει ἀποφασισθῆ. Ἔχει ἀποφασισθῆ εἰς μυστικά διαβούλια Ἀνατολῆς καί Δύσεως, διαβούλια πολιτικῆς, οἰκονομικῆς καί θρησκευτικῆς φύσεως, ὧν ἐγκέφαλος ὁ Πάπας!...Συντελεῖται εἰς βάθος καί ἔκταση προδοσία, τήν ὁποίαν δέν δυνάμεθα νά φαντασθῶμεν[39]!»
Ὁ Σεβ. Μητρ. Περιστερίου κ. Χρυσόστομος ἐπισημαίνει ὅτι:
«... οἱ ἀδελφοί Ρωμαιοκαθολικοί ἐμμέσως ἤ ἀμέσως ἀφήνουσι νά ἐννοηθεῖ ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δύναται νά ἑνωθεῖ μετά τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς δι' ἑνός εἴδους ἑνώσεως ὁμοίου ἤ παραλλήλου πρός ἐκεῖνο, τό ὁποῖον ὑφίσταται μεταξύ αὐτῆς καί τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὁμάδων τῶν Οὐνιτῶν[40].»
Ἐάν λάβουμε ὑπ' ὄψιν μας τά ὅσα ὁ Πατριάρχης κυρός Ἀθηναγόρας ἀπεκάλυψε τόν Αὔγουστο τοῦ 1971: «... τό ’65 ἐσηκώσαμεν τό σχίσμα, εἰς τήν Ρώμην καί ἐδῶ, μέ ἀντιπροσώπους μας ἐκεῖ καί ἀντιπροσώπους ἐκεῖθεν ἐδῶ…[41]», ἀλλά καί τήν πλήρη εὐθυγράμμιση τῶν διαδόχων του, Δημητρίου καί Βαρθολομαίου, μέ τήν γραμμή, πού αὐτός χάραξε, συμπεραίνουμε ὅτι, τοὐλάχιστον γιά τό Φανάρι, σχίσμα πλέον δέν ὑφίσταται καί ἡ ψευδοένωση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τίς αἱρέσεις ἤδη ἔγινε, ἀλλά δέν εἶναι ἀκόμη «τελεία»[42].
Τελεία ἕνωση θά γίνει, ὅταν θά φθάσουμε πλέον στό κοινό Ποτήριο. Πρῶτο βῆμα πρός τήν ψευδοένωση αὐτή ὑπῆρξε ἡ ἄρση τῶν ἀναθεμάτων μεταξύ Ρώμης καί Φαναρίου τόν Δεκέμβριο τοῦ 1965. Ἐπακολούθησε ἡ πλήρης ἀμοιβαία ἐκκλησιαστική ἀναγνώριση Ὀρθοδοξίας καί Παπισμοῦ ὡς «Ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν» τό 1993 στό Balamand. Ἐκεῖνο τώρα πού ἀπομένει, εἶναι ἡ ἀποδοχή αὐτῆς τῆς συμφωνηθείσης ἑνώσεως ἀπό τόν πιστό λαό τοῦ Θεοῦ, ἐφ' ὅσον ἐπιλυθεῖ τό ἀκανθῶδες θέμα τοῦ Πρωτείου.
Ἡ καθιέρωση τοῦ «Διαλόγου τῆς Ἀγάπης», μιᾶς μακρᾶς δηλαδή περιόδου ἀπό τό 1965 ἕως τό 1980, πού προηγήθηκε τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου, ἐντάσσεται μέσα στό ἄριστα μελετημένο σχέδιο, πού ἐκπονήθηκε ἀπό τούς ἀρχιτέκτονες τῆς ψευδοενώσεως Πάπα Παῦλο τόν ΣΤ΄ καί Πατριάρχη κυρό Ἀθηναγόρα κατά τήν συνάντησή τους στά Ἱεροσόλυμα, τόν Δεκέμβριο του 1964. Ὁ «Διάλογος τῆς Ἀγάπης ἀποσκοποῦσε στήν κατάλληλη ψυχολογική προετοιμασία μέ τήν δημιουργία κλίματος καλῶν σχέσεων καί φιλίας. Ἐπινοήθηκε ἀκόμη ἡ παροχή οἰκονομικῶν ἐνισχύσεων πρός τούς Ὀρθοδόξους, μέ ὑπερτονισμό τῆς ἀγάπης καί παραμερισμό τῆς σημασίας τῶν δογματικῶν ἀληθειῶν τῆς πίστεως… ὥστε νά ἀποδυναμωθεῖ κάθε διάθεση μαρτυρίας καί ὁμολογίας. Ἐπινοήθηκαν ἐπίσης οἱ ἀνταλλαγές ἐπισκέψεων τῶν Προκαθημένων Ρώμης καί Φαναρίου, οἱ ἐπιστροφές ἁγίων λειψάνων ἀπό τήν πλευρά τοῦ Βατικανοῦ ὡς ἔνδειξη φιλίας πρός τούς Ὀρθοδόξους, οἱ συμπροσευχές καί κοινές διακηρύξεις περί «ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν», γιά τήν δημιουργία ψεύτικων ἐντυπώσεων καί τετελεσμένων γεγονότων»[43].
Μεθοδεύτηκε ἡ ἔναρξη τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου, ὄχι ἀπό τά διαιροῦντα, ἀλλά ἀπό τά ἑνοῦντα, κάτι ξένο πρός τήν Ὀρθόδοξη παράδοση, ἐνῶ παράλληλα καλλιεργήθηκε τό πνεῦμα τῆς «ἀμοιβαίας ἀναγνωρίσεως» γιά τήν δημιουργία ψευδαισθήσεων ἑνότητος καί ταυτότητος πίστεως. Τό πνεῦμα αὐτό μόλις διακρίνεται στά πρῶτα κείμενα τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς, γιά νά φανεῖ πλέον ξεκάθαρα καί μέ κάθε ἐπισημότητα στό κοινό κείμενο τῆς Ζ΄ Συνελεύσεως τοῦ Μπαλαμάντ (Balamand). Μέ τό κείμενο αὐτό Παπικοί καί Οἰκουμενιστές ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων, κάνοντας ἕνα θεαματικό ἅλμα καί παρακάμπτοντας πλῆθος αἱρετικῶν διδασκαλιῶν τοῦ Παπισμοῦ, ἔφθασαν ξαφνικά στό σημεῖο νά ἀναγνωρίσουν ἀλλήλους ὡς πλήρεις καί ἀληθεῖς «ἀδελφές Ἐκκλησίες», μέ ἔγκυρα μυστήρια, μέ ταυτότητα πίστεως, μέ ἀποστολική διαδοχή καί διά τοῦτο «ἀπό κοινοῦ ὑπευθύνους διά τήν τήρησιν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ πιστότητι πρός τήν θείαν οικονομίαν, ἰδιαίτατα ὡς πρός τήν ἑνότητα» (παράγρ. 13 και 14), πράγμα πού συνιστά πραγματική προδοσία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως[44].
Αὐτή ἡ τακτική τῶν ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων οἰκουμενιστῶν διατρέχει, ἀπό τό ξεκίνημα ἀκόμη, ὅλη τήν πορεία τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου μέ τούς Παπικούς, πού ἀρχίζει ἐπισήμως ἀπό τό 1980.
Ἀπό τίς ἀρχές ἀκόμη τῆς δεκαετίας τοῦ 1960 εἶχαν ξεκινήσει οἱ διεργασίες γιά τήν προετοιμασία καί τήν ἔναρξη αὐτοῦ τοῦ διαλόγου. Στήν φάση ἐκείνη ἐπελέγη ὡς προσφορότερος ὁ «διάλογος τῆς ἀγάπης», γιά νά προλειάνει τό ἔδαφος στήν ἐπίσημη προσέγγιση Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν. Ἡ μέθοδος, ἄλλωστε, τῆς «ψυχολογικῆς προετοιμασίας», πού προαναφέραμε, δέν ἐγκαταλείφθηκε ποτέ.
Τό 1961 ὁ Πατριάρχης κυρός Ἀθηναγόρας συνεκάλεσε στήν Ρόδο τήν Πρώτη Πανορθόδοξη Διάσκεψηκαί ἔθεσε μεταξύ τῶν θεμάτων της καί τήν ἔναρξη τοῦ ἐπισήμου Θεολογικοῦ διαλόγου μέ τούς Παπικούς. Ἡ Διάσκεψη πρότεινε τήν «καλλιέργειαν σχέσεων ἐν τῷ πνεύματι τῆς κατά Χριστόν ἀγάπης, λαμβανομένων ἰδία ὑπ' ὄψιν τῶν ὑπό τῆς πατριαρχικῆς ἐγκυκλίου τοῦ 1920 προβλεπομένων σημείων»[45]. Αὐτό, ὅμως, πού τονίζεται εἶναι ὅτι δέν θά πρέπει νά παραβλέπονται οἱ βασικές διαφορές στήν πίστη καί την διοίκηση. Ἐπίσης, μέ κατηγορηματικό τρόπο δηλωνόταν ἡ ἀνάγκη τερματισμοῦ τῆς θλιβερῆς τακτικῆς τοῦ προσηλυτισμοῦ καί τῆς Οὐνίας.
Ἡ ἐπιμονή τοῦ Βατικανοῦ στήν Οὐνία ἦταν καί ὁ λόγος πού ἡ Α΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη ἀποφάσισε νά μήν ἀποστείλει παρατηρητές στήν Β΄ Βατικανή ψευδοσύνοδο, πού θά ξεκινοῦσε λίγα χρόνια ἀργότερα τίς ἐργασίες της.
Η) Ἡ ἀνατροπή τῶν πανορθοδόξων ἀποφάσεων
Οἱ πανορθόδοξες αὐτές ἀποφάσεις ἔμελλε, πολύ σύντομα, νά ἀνατραποῦν μέ πρωτοβουλία τοῦ Φαναρίου καί τοῦ Βατικανοῦ. Χωρίς τήν παραμικρή ἀλλαγή στάσεως τοῦ Βατικανοῦ στό ζήτημα τῆς Οὐνίας, πού ἦταν καί ἡ αἰτία γιά τήν ἀπόφαση νά μήν ἀποσταλοῦν Ὀρθόδοξοι παρατηρητές στήν Β΄ Βατικανή ψευδοσύνοδο, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἐπεδίωξε παρά ταῦτα τήν ἀποστολή παρατηρητῶν στό Βατικανό καί τήν ἐπίσημη ἔναρξη τοῦ Θεολογικοῦ διαλόγου μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν. Συνεκάλεσε γιά τόν σκοπό αὐτό ἐσπευσμένα (στίς ἀρχές Σεπτεμβρίου 1963) τήν δεύτερη Πανορθόδοξη Διάσκεψη τῆς Ρόδου καί μάλιστα σέ διάστημα λίγων μόνο ἡμερῶν, χωρίς τήν ἐλάχιστη προετοιμασία, χωρίς τήν προηγούμενη ἐπιλογή τῆς θεματολογίας καί παραβιάζοντας κάθε σχετική κανονική διαδικασία. Ἐκτός ἀπό τίς παραπάνω ἀντικανονικές ἐνέργειες, ὁ Πατριάρχης κυρός Ἀθηναγόρας προέβη καί σέ ἄλλες βλάσφημες δηλώσεις, ὅπως:
Ο μακαριστός πανοσιολογιώτατος αρχιμανδρίτης π. Μάρκος Μανώλης καταθέτει τα εξής:
«Δυστυχῶς, ὑπῆρχε πολύ τό μεμπτό καί ἀπαγορευτικό, τό ἴδιο τό πρόσωπο τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, ὁ ὁποῖος ἤδη ὡς Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς καί μάλιστα ὡς Κωνσταντινουπόλεως εἶχε παραβῆ καί «ὑβρίσει» τούς Ἱ. Κανόνες, τά Ἱ. Δόγματα καί τις Ἱ. Παραδόσεις τῆς Ἁγίας Ὀρθοδοξίας μας! Καί αὐτά, ὄχι μόνο μέ δηλώσεις του, ἀλλά καί μέ συγκεκριμένες παραβατικές ἐνέργειές του. Τά εἶχε σχεδόν ἰσοπεδώσει ὅλα, πορευόμενος «ἀγαλλομένῳ ποδί» (=χοροπηδώντας!), ὡς ἀρχιοικουμενιστής, καί μάλιστα φιλοπαπικός καί φιλενωτικός μέ τόν Παπισμό καί τόν Προτεσταντισμό!
Ἐκτός ὅμως ἀπό τά οἰκουμενιστικά καί αἱρετικά του δρώμενα στην Ἀμερική, ἀλλά καί στήν Κωνσταντινούπολη (ἀπό τό 1948 ἕως τό 1965), τό 1965 μονομερῶς, μόνος του, ἐρήμην τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἔκαμε τήν λεγομένη «ἄρση τῶν Ἀναθεμάτων» τῆς Ὀρθοδοξίας κατά τοῦ Παπισμοῦ, χωρὶς ὁ Παπισμὸς νὰ ἀλλάξει καὶ διορθώσει τίποτε ἀπὸ τὸν ἑσμὸ καὶ ὁρμαθὸ τῶν αἱρέσεών του. Ἐνῶ μνημονεύοντας τόν Πάπα Παῦλο Α´ ἔκαμε μαζί του καί κοινή-«ἀδελφική» συνάντηση στα Ἱεροσόλυμα, γιά πρώτη φορά μετά τό Σχίσμα τοῦ 1054! Ἀλλά καί μόνο γιά τά πρίν ἀπό τήν ἀντικανονικότατη «ἄρση τῶν Ἀναθεμάτων…» τοῦ 1965 καί τή συνάντησή του μέ τόν Πάπα, ὁ ὄντως Ὀρθόδοξος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Χρυσόστομος Β´ (Χατζησταύρου) εἶχε δηλώσει καί ἔγραψε στά «Πεπραγμένα» του (τόμ. Β´, Ἀθῆναι 1964, σ. 197): «Ὁ Ἀθηναγόρας Α´ οὐδέν πρεσβεύει, εἰς οὐδέν πιστεύει, εἰ μή μόνῳ ἑαυτῷ δουλεύει καί τήν ἀπαθανάτισιν τοῦ ὀνόματός του ἐπιδιώκει, ἔστω, κατά Ἡρόστρατον, διά τῆς καταστροφῆς τῆς Ἐκκλησίας»[51]!»
Ὅταν μάλιστα ὁ Ἀθηναγόρας τό 1970 ἀποδέχθηκε ἀκόμη καί τό αἱρετικότατο Φιλιόκβε (Filioque= καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ…), ἀπαγορευμένη προσθήκη τοῦ Παπισμοῦ στό ἱερό Σύμβολο τῆς Πίστεως, ὡς δῆθεν «θεολογούμενο», δήλωση γιά τήν ὁποία οἱ περισσότερες Ἱ. Μονές τοῦ Ἁγίου Ὄρους διέκοψαν τό «μνημόσυνό» του (μάλιστα καί ὁ μακαρ. Γέροντας Παΐσιος στήν Ἱ. Μ. Σταυρονικήτα), καθώς καί τρείς Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὁ Φλωρίνης Αὐγουστίνος Καντιώτης, ὁ Παραμυθίας Παῦλος καί ὁ Ἐλευθερουπόλως Ἀμβρόσιος, ὁ μακαριστός π. Μᾶρκος Μανώλης ἔδινε μάχες διά μέσου τοῦ «Ὀρθοδόξου Τύπου». Ἐγνώριζε, ἀποδοκίμαζε καί ἐκαυτηρίαζε τά προηγούμενα ἀθηναγορικά… «ἀπόβλητα»[52].
Ὁ ὁμότιμος καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ ΑΠΘ, Αἰδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης ἐπισημαίνει:
«Ὁ πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἀναγνωρίζει πρωτεῖο στόν Πάπα Παῦλο τόν Β΄, χωρίς μετάνοια καί ἀποκήρυξη τῶν πλανῶν… Τόν κατατάσσει εὐθύς μετά τόν ὁμώνυμό του Ἀπόστολο Παῦλο καί ὡς ἕνα ἀπό τους μεγαλύτερους πάπες τῆς ἱστορίας. Ἡ αἵρεση τοῦ Filioque γιά τόν Ἀθηναγόρα δέν ἀποτελεῖ ἐμπόδιο γιά την ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν. Ἡ ἀντιρρητική θεολογία τῶν Ἁγίων Πατέρων δεν χρειάζεται στούς καιρούς μας. Ἐπί λέξει εἶπε: «Τί μελάνι χύθηκε καί τι μῖσος γιά τό Filioque! Ἦλθεν ἡ ἀγάπη καί ὅλα ὑποχωροῦν στό πέρασμά της».
Δύο ἀπό τούς πιό στενούς καί πιό ἀγαπητούς συνεργάτες του εἶπαν φοβερά πράγματα, καί ἀπορεῖ κανείς πώς οὔτε ἡ σύνοδος τοῦ Φαναρίου οὔτε καμμία ἄλλη ὀρθόδοξος σύνοδος ἀσχολήθηκε μέ αὐτούς. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Θυατείρων καί Μ. Βρεττανίας Ἀθηναγόρας (Κοκκινάκης) χαρακτήρισε τούς ἱερούς κανόνες τῶν Ἁγίων Πατέρων ὡς «ἀνθρώπινα ἐντάλματα καί σχήματα ἀνοησιῶν καί μίσους». Ὁ ἴδιος εἶπε: «Ποῖον τό κριτήριον, διά τοῦ ὁποίου θά ἀποδειχθῆ ἡ διεκδικουμένη ἀποκλειστικότης τῆς ἀληθείας; Ὅ,τι καί νά λέγωμεν, τό γεγονός παραμένει ὅτι ὡς διηρημένη ἡ Ἐκκλησία δεν εἶναι δυνατόν νά εἶναι ὑγιής, ἀλλά πληγωμένη, καί τό μέρος οὐδέποτε εἶναι δυνατόν νά διεκδικήση ἐν ἀληθείᾳ τό ὅλον. Μήτε ὁ πλοῦτος μήτε ἡ ἐπαναλαμβανομένη λόγοις καί ἐπιχειρήμασι ἀκεραιότης τῆς διδασκαλίας, μήτε τά σχήματα τῆς παραδοσιακῆς συντηρητικότητος ὠφελοῦν, μήτε καί ἐνδυναμώνουν τούς ἰσχυρισμούς τούς διεκδικοῦντας τήν ἀποκλειστικότητα. Γνωρίζω τήν διδασκαλίαν τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τάς θέσεις τῶν νεωτέρων θεολόγων τῆς Ἀνατολῆς, ἀλλά ταῦτα εἶναι βουλαί καί ἐπίνοιαι ἀνθρώπων[53].»
Τέλος, αλγεινὴ ἐντύπωση μᾶς κάνει ἕνα βίντεο, πού κυκλοφορεῖ εὐρέως στὸ διαδίκτυο καὶ τὸ ὁποῖο δείχνει τὸν Πατριάρχη κυρό Ἀθηναγόρα νὰ κάνει ἐπανειλημμένως τὸ σταυρὸ του, ἀκολουθώντας ἀνάστροφη πορεία, δηλ. ἀπὸ ἀριστερὰ πρὸς τὰ δεξιά, ὅμοια μὲ τὸν τρόπο ποὺ κάνουν τὸν σταυρὸ τους οἱ Παπικοί. Ἂν γινόταν μία φορὰ ἢ δύο θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ σύμπτωση, ὅμως ὅταν γίνεται κατ᾽ ἐπανάληψη καί μάλιστα ἀπό τήν κεφαλή τῆς Ὀρθοδοξίας, μόνο σύμπτωση δὲν μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ[54].
Αὐτή εἶναι ἡ πλήρης ἀλήθεια γιά τόν «Μεγάλο», κατά τούς Οἰκουμενιστές, Οἰκουμενικό Πατριάρχη κυρό Ἀθηναγόρα, τόν δῆθεν «πιστό τηρητή τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί παραδόσεως», τόν δῆθεν «ἀδικημένο καί συκοφαντημένο συνειδητά». Ἄς σημειώσουμε στό σημεῖο αὐτό ὅτι, ἐπειδή εἶναι ἄρρηκτη ἡ σχέση μεταξύ Σιωνισμοῦ, Τεκτονισμοῦ-Μασονίας καί Οἰκουμενισμοῦ, σάν τήν σχέση μητέρας καί παιδιοῦ, ὅσοι Πατριάρχες, Ἀρχιεπίσκοποι ἤ Ἐπίσκοποι ὀνομάζονται καί προβάλλονται ἀπό τούς Οἰκουμενιστές ὡς δῆθεν «Μεγάλοι», κατά κανόνα εἶναι τέκτονες, μασόνοι, κανόνας ὁ ὁποῖος βεβαίως ἐφαρμόζεται καί στόν Πατριάρχη κυρό Ἀθηναγόρα, ἀλλά καί σ'αὐτούς πού τόν ἐξυμνοῦν.
Θ) Ἡ ἀντίθεση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
Οἱ ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων οἰκουμενιστές ἀποσιωποῦν σκοπίμως στά ἄρθρα τους καί τίς ὁμιλίες τους τίς ἰσχυρές καί ἠχηρές ἀντιδράσεις τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στά καινοφανῆ οἰκουμενιστικά ἀνοίγματα τοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρα. Ἀξίζει ἐδῶ νά ἀναφέρουμε τήν κατηγορηματική καί μετά σθένους ἄρνηση τῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στήν πρόσκληση τοῦ Βατικανοῦ γιά ἀποστολή Ὀρθοδόξων παρατηρητῶν στήν Α΄ Βατικανή ψευδοσύνοδο, πού πραγματοποιήθηκε τό 1870.
Στήν σπουδή αὐτή τοῦ Πατριάρχπυ κυροῦ Ἀθηναγόρα καί τήν προσπάθειά του γιά ἐπιβολή τετελεσμένων στήν Πανορθόδοξη Διάσκεψη ἀντιτάχθηκε σθεναρά ἡ Ἐκκλησία της Ἑλλάδος καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπός της κυρός Χρυσόστομος Β΄ (Χατζησταύρου). Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος κυρός Χρυσόστομος ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τοές ἐπιφανέστερους Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὡς ἀρχιδιάκονος τοῦ τότε Μητροπολίτου Δράμας (Χρυσοστόμου Σμύρνης) ἔπαιξε ἀποφασιστικό ρόλο στήν ὀργάνωση τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα. Διετέλεσε Μητροπολίτης Τράλλεων, Φιλαδελφείας καί Ἐφέσου. Ἐπέστρεψε στήν Ἑλλάδα μετά τήν μικρασιατική καταστροφή καί ἐξελέγη Μητροπολίτης Καβάλας καί κατόπιν Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν.
Στήν μακρόβια ζωή του ὁ Ἀρχιεπίσκοπος «γνώρισε ἀπό κοντά τή σύμπραξη τοῦ Βατικανοῦ μέ τούς Κομιτατζῆδες στόν Μακεδονικό Ἀγώνα, τή βοήθεια πού προσέφερε τό Βατικανό στόν Κεμάλ Ἀτατούρκ καί τή δράση της Ουνίας»[55]. Ἔχοντας, λοιπόν, ἰδία ἀντίληψη γιά τίς τακτικές τοῦ Βατικανοῦ, δέν ἦταν διατεθειμένος νά ἀποδεχθεῖ καί νά συνθηκολογήσει μέ τίς νέες μεθοδείες του καί τήν «ἐπίθεση στά νῶτα». Στόν αἰφνιδιασμό τοῦ Πατριάρχου ἀπαντᾶ μέ σθένος καί ἀποφασιστικότητα. Στήν ἔκτακτη σύγκλησή της ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία:
«...ἠσχολήθη μέ τό καταθλίψαν τούς Ποιμένας αὐτῆς θέμα... κατεδίκασεν ὁμοφώνως τόν ἔξω πάσης Κανονικῆς δεοντολογίας τρόπον, δι' οὗ ἐπιδιώκεται ἡ συγκρότησις τοῦ περί οὗ πρόκειται Διορθοδόξου Συνεδρίου, κωλυομένη ἐκ τῶν Ἱ. Κανόνων νά ἀναγνωρίση μονοκρατορίαν, εἰς οἱονδήποτε τῶν Πρωτοκαθέδρων Ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας[56].»
Ἡ Ἱερά Σύνοδος, λαμβάνοντας ὑπ’όψιν τήν πάγια τακτική τοῦ Βατικανοῦ κατά τῆς Ὀρθοδοξίας, «διαχωρίσασα καθηκόντως τάς Ἑαυτῆς ἱστορικάς εὐθύνας», κατέληξε στήν ἀπόφαση νά μήν λάβει μέρος στήν Β΄ Πανορθόδοξη διάσκεψη τῆς Ρόδου. Τό σκεπτικό τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἦταν τό ἑξῆς:
«Ἐκτιμῶσα πρεπόντως (ἡ Ἱερά Σύνοδος), ἀφιλαδέλφους, ἀντευαγγελικάς καί κατακρίτους ἐνεργείας καί μηχανορραφίας, ἀπαραλλάκτως πάντοτε γινομένας ἐκ μέρους τοῦ Παπισμοῦ εἰς βάρος τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μή ἀποβαλόντος τοῦ Παπισμοῦ τόν παλαιόν ἄνθρωπον, οὐδέ τάς ἀνεντίμους μεθόδους τοῦ μέσῳ τῆς οἰκτρᾶς Ούνίας ἐπιδιωκομένου δολίου προσηλυτισμοῦ, ἀπέληξεν εἰς τήν ἀμετάτρεπτον ἀπόφασιν, ὅπως μή μετάσχῃ τῆς ὑπό τῆς Ὑμετέρας Παναγιότητος καί μόνον ἀποφασισθείσης Διορθοδόξου ταύτης Διασκέψεως, ἧς αἱ ἐπιπτώσεις θέλουν ἀσφαλῶς κατεργασθῆ τήν καταρράκωσιν τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας ἡμῶν. Εἰς τήν ἀπόφασίν της ταύτην ἡ Ἱερά Σύνοδος σύμμαχον ἔχει καί ἅπασαν τήν Γερασμίαν χορείαν τῶν Ἱεραρχῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σπεύσασαν τηλεγραφικῶς νά καταδικάσῃ τό περί οὗ πρόκειται ἀκαίρως καί ἐν σπουδῇ ἀποφασισθέν τοῦτο Συνέδριον[57].»
Τήν ἴδια σθεναρή στάση κράτησε ὁ μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί στήν περίπτωση τῆς συναντήσεως Πάπα - Πατριάρχη στά Ἱεροσόλυμα καί τῆς ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων μεταξύ Φαναρίου καί Βατικανοῦ, γεγονότα, πού γνώρισαν τήν κατακραυγή τοῦ ὀρθοδόξου πληρώματος στήν Ἑλλάδα. Ἡ ρήξη, λοιπόν, μεταξύ Φαναρίου καί Ἀθήνας ἦταν ἀναπόφευκτη, γεγονός πού ἔφερε σέ δύσκολη θέση τόν μακαριστό Ἀρχιεπίσκοπο στήν σχέση του μέ τήν Ἑλληνική Κυβέρνηση. Εἶναι ἡ περίοδος, πού:
«... οἱ κυβερνήσεις τῆς Εὐρώπης δέχονται συνεχεῖς πιέσεις ἀπό παράγοντες τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν καί τοῦ ΝΑΤΟ νά στηρίξουν τήν προσπάθεια γιά τήν «ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν», ἀφοῦ θεωροῦν ὅτι μόνο μέ αὐτό τόν τρόπο θά μπορέσει νά ἀντιμετωπιστεῖ ἡ Σοβιετική Ἕνωση καί τό Σύμφωνο τῆς Βαρσοβίας[58].»
Στίς 23 Ἰουνίου τοῦ 1966 σέ συνάντηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου κυροῦ Χρυσοστόμου μέ τόν τότε Ἀντιπρόεδρο τῆς Κυβερνήσεως κ. Γ. Ἀθανασιάδη-Νόβα καί τόν Ὑπουργό Παιδείας κ. Στ. Ἀλαμνῆ, ὁ Ὑπουργός δήλωσε στόν μακαριστό Ἀρχιεπίσκοπο ὅτι:
«... ἡ κυβέρνησις βαρέως φέρει τήν ἀντίθεσιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πρός τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην καί τό Πατριαρχεῖον, διότι ἡ ἀντίθεσις αὐτή ἐνθαρρύνει τάς Σλαυικάς Ἐκκλησίας ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί δέν πρέπει νά δίδεται ἡ ἀφορμή αὕτη ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.»
Καί ὁ μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος ἀπάντησε μέ παρρησία καί ἀποφασιστικότητα:
«Ὄχι. Δέν εἴμεθα διατεθειμένοι νά ἐγκαταλείψωμεν τήν Ὀρθοδοξίαν μας, ἡ ὁποία εἶναι ἀπ' αἰώνων συνυφασμένη μέ τήν Ἱστορίαν τοῦ Ἔθνους. Εἴμεθα πρόθυμοι νά ὑποστῶμεν καί θυσίαν χάριν τῆς ὀρθοδόξου πίστεώς μας. Εἰς τό Βιετνάμ θυσιάζονται εἰς τήν πυράν Βουδισταί μοναχοί χάριν τῆς πίστεώς των...[59].»
Ἡ «λύση» στό ζήτημα δόθηκε μόλις ἕνα χρόνο μετά ἀπό τό δικτατορικό καθεστώς, πού ἐκδίωξε τόν μακαριστό Χρυσόστομο Χατζησταύρου ἀπό τόν ἀρχιεπισκοπικό θρόνο, γιά νά ἀναβιβάσει τόν κυρό Ἱερώνυμο Κοτσώνη, πρωθιερέα ἕως τότε τῶν Ἀνακτόρων. Θά πρέπει ἐδῶ νά ἀναφέρουμε παρενθετικά ὅτι ἡ στάση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἦταν, σέ γενικές γραμμές, πάντοτε φειδωλή στίς οἰκουμενικές της ἐπαφές μέ τούς ἑτεροδόξους. Οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας μας στούς ἐπισήμους διαλόγους τηροῦσαν, κατά κανόνα, τήν ὀρθοδοξότερη στάση καί ἦταν αὐτοί, πού ἐπέφεραν τά μεγαλύτερα προσκόμματα καί ἐξέφραζαν τίς μεγαλύτερες ἀντιρρήσεις σέ συμφωνίες ἀπαράδεκτες ἀπό ὀρθοδόξου θεολογικῆς ἀπόψεως:
«Ἐπανειλημμένως οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στίς συναντήσεις μέ τούς Παπικούς ἐπεδείκνυαν σκληρή στάση... Πολλές φορές ὁ πρώην συμπρόεδρος τοῦ διαλόγου μεταξύ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί τοῦ Παπισμοῦ Ἀρχιεπίσκοπος Αὐστραλίας κ. Στυλιανός συγκρούστηκε μέ τούς ἱεράρχες καί τούς θεολόγους, πού ἐκπροσωποῦσαν τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος[60].»
Κλασική περίπτωση αὐτῆς τῆς στάσεως ἦταν ἡ σύγκληση τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου στό Μπάλαμαντ (Balamand) τοῦ Λιβάνου τό 1993, ὅπου ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μαζί μέ πολλές ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἀρνήθηκε νά συμμετάσχει, διαμαρτυρομένη γιά τήν κλιμάκωση τῆς Οὐνίας στίς χῶρες τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης. Ἄσκησε μάλιστα δριμεία κριτική στό κείμενο τοῦ Μπάλαμαντ, τό ὁποῖο δέν συνυπέγραψε καί ἡ εὐθύνη τοῦ ὁποίου βαρύνει τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Ἡ γραμμή αὐτή τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀνατράπηκε ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο κυρό Χριστόδουλο, πού μέ τά οἰκουμενιστικά του ἀνοίγματα (μέ κορυφαία τήν ἐπίσκεψη τοῦ αἱρεσιάρχου Πάπα Ρώμης Ἰωάννου-Παύλου Β΄στήν Ἀθήνα τόν Μάιο τοῦ 2001 καί τήν σύγκληση τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ λεγομένου «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν» δηλ. αἱρέσεων, στήν Ἀθήνα τόν Μάιο τοῦ 2005, τό ὁποῖο ἔλαβε προδοτικές ἀποφάσεις γιά τήν Ὀρθόδοξη πίστη, γεγονότα τά ὁποία μόλυναν πολλές συνειδήσεις ὀρθοδόξων) ἀνέτρεψε τήν ἐκκλησιαστική μας παράδοση, προσχωρώντας στήν τακτική τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.
Ἡ νέα αὐτή γραμμή, δυστυχῶς, ἀκολουθεῖται καί ἀπό τόν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερώνυμο Β΄, ἔτσι ὅπως διατυπώνεται σέ συνέντευξή του στήν ἐφημερίδα του Βατικανοῦ Avennire (14-4-2009), ὅπου θεωρεῖ τό Κείμενο τῆς Ραβέννας «ἕνα θετικό βῆμα, τό ὁποῖο περιμένει καί τήν συνέχεια του», συμπληρώνοντας ταυτόχρονα πώς ὁ δρόμος γιά τήν ἑνότητα εἶναι «ἕνας δρόμος χωρίς ἐπιστροφή». Ἐπίσης, ὁ Μακαριώτατος δέν ἔχει ἀποφύγει τίς ἀντικανονικές συμπροσευχές, συναντήθηκε μέ τόν αἱρεσιάρχη Πάπα Ρώμης Φραγκίσκο καί τόν οἰκουμενιστή Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο στήν Λέσβο τόν Ἀπρίλιο τοῦ 2016 καί ἔλαβε μέρος στήν ληστρική, αἱρετική, οἰκουμενιστική ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης τοῦ Ἰουνίου 2016, ὑπογράφοντας τά κακόδοξα κείμενά της.
Ὁ χορός των ἀντιδράσεων στά καινοφανή οἰκουμενιστικά ἀνοίγματα τοῦ Πατριάρχη κυροῦ Ἀθηναγόρα συνεχίστηκε. Τήν σκυτάλη πῆραν δύο ἁγιασμένες μορφές. Ὁ μακαριστός π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος καί ὁ ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης. Εἶναι πράγματι συγκλονιστική στήν τραγικότητά της καί στόν πόνο, πού προκαλεῖ, ἡ ἐκτίμηση καί ἡ ἔκκληση τοῦ ἀειμνήστου Γέροντος Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου σέ ἀνοικτή ἐπιστολή του πρός τόν Πατριάρχη κυρό Ἀθηναγόρα, ποῦ ἔστειλε τό 1965, μετά τήν συνάντηση τοῦ Πατριάρχου μέ τόν αἱρεσιάρχη Πάπα Παῦλο Στ' στά Ἱεροσόλυμα, τόν Ἰανουάριο τοῦ 1964, ἡ ὁποία πολύ περισσότερο ἰσχύει καί σήμερα, ἀπευθυνομένη στόν σημερινό Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο. Παραθέτουμε τό σχετικό ἀπόσπασμα:
«Παναγιώτατε:
Μυριάκις προτιμότερον νά ἐκριζωθῆ ὁ ἱστορικός τῆς Κων/λεως Θρόνος καί νά μεταφυτευθῆ εἴς τινα ἔρημον νησίδα τοῦ Πελάγους, ἀκόμη δέ καί νά καταποντισθῆ εἰς τά βάθη τοῦ Βοσπόρου, ἤ νά ἐπιχειρηθῆ ἔστω καί ἡ ἐλαχίστη παρέκκλισις ἀπό τῆς χρυσῆς τῶν Πατέρων γραμμῆς, ὁμοφώνως βοώντων:΄Οὐ χωρεῖ συγκατάβασις εἰς τά τῆς Πίστεως. Αἵ ἑπτά λυχνίαι τῆς Ἀποκαλύψεως, διά τάς ἁμαρτίας ἡμῶν, ἐσβέσθησαν πρό πολλοῦ. Ἑπτά Ἐκκλησίαι ἀποστολικαί, Ἐκκλησίαι σχοῦσαι τήν ὑψίστην τιμήν νά λάβωσιν, εἰδικῶς αὗται, Γράμματα ἐξ Οὐρανοῦ μέσω τοῦ θεοπνεύστου τῆς Πάτμου Ὀραματιστοῦ, ἐξέλιπον ἐκ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς καί ἐκεῖ, ἔνθα ἄλλοτε ἐτελεῖτο ἡ φρικωδεστάτη Θυσία καί ὁ Τριαδικός ἀνεμέλπετο Ὕμνος, σήμερον ἴσως κρώζουσι νυκτικόρακες ἤ ὀρχοῦνται ὀνοκένταυροι. Καί ὅμως ἡ Νύμφη τοῦ Κυρίου δέν ἀπέθανεν. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δέν ἐξηφανίσθη. Συνεχίζει, τετραυματισμένη καί καθημαγμένη ὡς ὁ Ἱδρυτής αὐτῆς, ἀλλ' ἀείζωος καί ἀκατάβλητος, τήν διά μέσου τῶν αἰώνων πορείαν αὐτῆς, φωτίζουσα, θάλπουσα, ζωογονοῦσα, σώζουσα.
Δέν θά ἀποθάνη, λοιπόν, αὐτή καί ἄν μετακινηθῆ ἤ καί ἀποθάνη ὁ Οἰκουμενικός Θρόνος. Οὐδείς Ὀρθόδοξος εὔχεται τήν μετακίνησιν ἤ τόν θάνατον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Μή γένοιτο!
Ἀλλά καί οὐδείς θά θυσιάση χάριν αὐτοῦ ἰῶτα ἕν ἤ μίαν κεραίαν ἐκ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Ἀγωνίσασθε ὑπέρ αὐτοῦ πάσῃ δυνάμει. Ὄχι ἁπλῶς ἔχετε δικαίωμα, ἄλλ' ὀφείλετε νά στηρίξητε αὐτόν, τό κάθ΄Ὑμᾶς. Θυσιάσατε χάτιν αὐτοῦ ὁ,τιδήποτε: χρήματα, κτήματα, τιμᾶς, δόξας, πολύτιμα κειμήλια, Διακόνους, Πρεσβυτέρους, Ἐπισκόπους ἀκόμη καί τόν Πατριάρχην Ἀθηναγόραν! Ἕν μόνον κρατήσατε, ἕν φυλάξατε, ἑνός φείσασθε, ἕν μή θυσιάσητε: τήν Ὀρθόδοξον Πίστιν!
Ὁ Οἰκουμενικός Θρόνος ἔχει ἀξίαν καί χρησιμότητα μόνον καί μόνον, ὅταν ἐκπέμπη ἁπανταχοῦ τῆς γῆς τό γλυκύ καί ἀνέσπερον τῆς Ὀρθοδοξίας Φῶς. Οἱ Φάροι εἶναι χρήσιμοι, ἐάν καί ἐφ’ὅσον φωτίζωσι τούς ναυτιλλομένους, ἵνα ἀποφεύγωσι τούς σκοπέλους. Ὅταν τό φῶς αὐτῶν σβεσθῆ, τότε δέν εἶναι μόνον ἄχρηστοι, ἀλλά καί ἐπιβλαβεῖς, διότι μεταβάλλονται καί αὐτοί εἰς σκοπέλους.
Παναγιώτατε:
Προυχωρήσατε ἤδη πολύ. Οἱ πόδες Ὑμῶν ψαύουσι πλέον τά ρεῖθρα τοῦ Ρουβίκωνος. Ἡ ὑπομονή χιλιάδων εὐσεβῶν ψυχῶν, Κληρικῶν καί λαϊκῶν, συνεχῶς ἐξαντλεῖται. Διά τήν ἀγάπην τοῦ Κυρίου, ὀπισθοχωρήσατε! Μή θέλετε νά δημιουργήσητε ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ σχίσματα καί διαιρέσεις. Πειράσθε νά ἐνώσητε τά διεστῶτα καί τό μόνον, ὅπερ θά κατορθώσητε, θά εἶναι νά διασπάσητε τά ἡνωμένα καί νά δημιουργήσητε ρήγματα εἰς ἐδάφη ἕως σήμερον στερεά καί συμπαγῆ. Σύνετε καί συνέλθετε!
Ἀλλά φεῦ! Διηνύσατε πολλήν ὁδόν. Ἤδη΄πρός ἑσπέραν ἐστί καί κέκλικεν ἡ ἡμέρα… Πῶς θά ἰδῆτε τάς χαινούσας ἀβύσσους, ἀφ΄ὧν θά διέλθη μετ’ὀλίγον ἡ ἀτραπός, ἥν ὁδεύετε; Εἴθε, εἴθε ὁ πάλαι ποτέ στήσας τόν ἥλιον κατά Γαβαῶν καί τήν σελήνην κατά φάραγγα Αἰλῶν, νά δευτερώση τό θαῦμα καί νά παρατείνη ἅπαξ ἔτι τό μῆκος τῆς ἡμέρας, νά ἐνισχύση ἔτι πλέον τό φῶς αὐτῆς καί νά διανοίξη τούς ὀφθαλμούς Ὑμῶν, ἴνα ἴδητε, κατανοήσητε, ἐπιστρέψητε. Ἀμήν[61].»
Ὁ ὅσιος Παΐσιος Ἁγιορείτης ἔγραψε ἐπιστολή, ὅταν μόναζε στήν Ἱ. Μ. Σταυρονικήτα Ἁγίου Ὄρους στίς 23-1-1969, στήν ὁποία γράφει:
«Ἐπειδή βλέπω τόν μεγάλο σάλο εἰς τήν Ἐκκλησίαν μας, ἐξ αἰτίας τῶν διαφόρων φιλενωτικῶν κινήσεων καί τῶν ἐπαφῶν τοῦ Πατριάρχου (Ἀθηναγόρα) μετά τοῦ Πάπα, ἐπόνεσα κι ἐγώ σάν τέκνον Της καί ἐθεώρησα καλόν, ἐκτός ἀπό τίς προσευχές μου, νά στείλω κι ἕνα μικρό κομματάκι κλωστή (πού ἔχω σάν φτωχός Μοναχός), διά νά χρησιμοποιηθεῖ κι αὐτό, ἔστω γιά μιά βελονιά, διά τό πολυκομματιασμένο φόρεμα τῆς Μητέρας μας...
Φαντάζομαι ὅτι θά μέ καταλάβουν ὅλοι, ὅτι τά γραφόμενά μου δέν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρά ἕνας βαθύς μου πόνος διά την γραμμήν καί κοσμικήν ἀγάπην δυστυχῶς τοῦ πατέρα μας κ. Ἀθηναγόρα. Ὅπως φαίνεται, ἀγάπησε μιάν ἄλλην γυναίκα μοντέρνα, πού λέγεται Παπική «Ἐκκλησία», διότι ἡ Ὀρθόδοξος Μητέρα μας δέν τοῦ κάμνει καμμίαν ἐντύπωσι, ἐπειδή εἶναι πολύ σεμνή. Αὐτή ἡ ἀγάπη, πού ἀκούσθηκε ἀπό τήν Πόλι, βρῆκε ἀπήχησι σέ πολλά παιδιά του, πού τήν ζοῦν εἰς τάς πόλεις. Ἄλλωστε αὐτό εἶναι καί τό πνεῦμα της ἐποχῆς μας: ἡ οἰκογένεια νά χάση τό ἱερό νόημά της, πού ὡς σκοπόν ἔχουν τήν διάλυσιν καί ὄχι τήν ἕνωσιν...
Μέ μιά τέτοια περίπου κοσμική ἀγάπη καί ὁ Πατριάρχης μας φθάνει στή Ρώμη. Ἐνῶ θά ἔπρεπε νά δείξη ἀγάπη πρῶτα σέ μᾶς τά παιδιά του καί στή Μητέρα μας Ἐκκλησία, αὐτός, δυστυχῶς, ἔστειλε τήν ἀγάπη του πολύ μακριά. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν νά ἀναπαύσει μέν ὅλα τά κοσμικά παιδιά, πού ἀγαποῦν τόν κόσμο καί ἔχουν τήν κοσμικήν αὐτήν ἀγάπην, νά κατασκανδαλίση, ὅμως, ὅλους ἐμᾶς, τά τέκνα τῆς Ὀρθοδοξίας, μικρά καί μεγάλα, πού ἔχουν φόβο Θεοῦ. Μετά λύπης μου, ἀπό ὅσους φιλενωτικούς ἔχω γνωρίσει, δέν εἶδα νά ἔχουν οὔτε ψίχα πνευματική οὔτε φλοιό. Ξέρουν, ὅμως, νά ὁμιλοῦν γιά ἀγάπη καί ἑνότητα, ἐνῶ οἱ ἴδιοι δέν εἶναι ἑνωμένοι μέ τόν Θεόν, διότι δέν Τόν ἔχουν ἀγαπήσει.
Θά ἤθελα νά παρακαλέσω θερμά ὅλους τούς φιλενωτικούς ἀδελφούς μας: Ἐπειδή τό θέμα τῆς ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν εἶναι κάτι τό πνευματικόν καί ἀνάγκην ἔχουμε πνευματικῆς ἀγάπης, ἄς τό ἀφήσουμε σέ αὐτούς, πού ἀγαπήσανε πολύ τόν Θεόν καί εἶναι θεολόγοι, σάν τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, καί ὄχι νομολόγοι, πού προσφέρανε καί προσφέρουν ὁλόκληρο τόν ἑαυτόν τους εἰς τήν διακονίαν τῆς Ἐκκλησίας (ἀντί μεγάλης λαμπάδας), τούς ὁποίους ἄναψε τό πῦρ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί ὄχι ὁ ἀναπτήρας τοῦ νεωκόρου. Ἄς γνωρίζομεν ὅτι δέν ὑπάρχουν μόνο φυσικοί νόμοι, ἀλλά καί πνευματικοί. Ἑπομένως ἡ μέλλουσα ὀργή τοῦ Θεοῦ δέν μπορεῖ νά ἀντιμετωπισθῆ μέ συνεταιρισμόν ἁμαρτωλῶν (διότι διπλήν ὀργήν θά λάβωμεν), ἀλλά μέ μετάνοιαν καί τήρησιν τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου.
Ἐπίσης ἄς γνωρίσωμεν καλά ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας δέν ἔχει καμμίαν ἔλλειψιν. Ἡ μόνη ἔλλειψις, πού παρουσιάζεται, εἶναι ἡ ἔλλειψις σοβαρῶν Ἱεραρχῶν καί Ποιμένων μέ πατερικές ἀρχές. Εἶναι ὀλίγοι οἱ ἐκλεκτοί˙ ὅμως δέν εἶναι ἀνησυχητικόν. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καί Αὐτός τήν κυβερνάει...
Ὁ Κύριος, ὅταν θά πρέπη, θά παρουσιάση τούς Μάρκους τούς Εὐγενικούς καί τούς Γρηγορίους Παλαμάδες, διά νά συγκεντρώσουν ὅλα τά κατασκανδαλισμένα ἀδέλφια μας, διά νά ὀμολογήσουν τήν Ὀρθόδοξον Πίστιν, νά στερεώσουν τήν Παράδοσιν καί νά δώσουν χαράν μεγάλην εἰς τήν Μητέρα μας.»
Πιό κάτω ὁ Ὅσιος Παΐσιος μιλᾶ γιά τόν ὀλέθριο κίνδυνο ἀποσχίσεως ἀπό τήν Ἐκκλησία καί ἱδρύσεως ἰδίας Ἐκκλησίας, ἐξαιτίας τῶν φιλενωτικῶν ἀνοιγμάτων. Λέγει, λοιπόν:
«Εἰς τούς καιρούς μας βλέπομεν ὅτι πολλά πιστά τέκνα τῆς Ἐκκλησίας μας, Μοναχοί καί λαϊκοί, ἔχουν δυστυχῶς ἀποσχισθῆ ἀπό αὐτήν ἐξ αἰτίας τῶν φιλενωτικῶν. Ἔχω τήν γνώμην ὅτι δέν εἶναι καθόλου καλόν νά ἀποχωριζόμεθα ἀπό τήν Ἐκκλησίαν κάθε φοράν πού θά πταίη ὁ Πατριάρχης˙ ἀλλά ἀπό μέσα, κοντά στήν Μητέρα Ἐκκλησία ἔχει καθῆκον ὁ καθένας ν' ἀγωνίζεται μέ τόν τρόπον του. Τό νά διακόψη τό μνημόσυνον τοῦ Πατριάρχου, νά ἀποσχισθῆ καί νά δημιουργήση ἰδικήν του Ἐκκλησίαν καί νά ἐξακολουθῆ νά ὁμιλῆ, ὑβρίζοντας τόν Πατριάρχην, αὐτό, νομίζω, εἶναι παράλογον.
Ἐάν διά τήν α' ἤ β' λοξοδρόμησι τῶν κατά καιρούς Πατριαρχῶν χωριζώμεθα καί κάνωμε δικές μας Ἐκκλησίες - Θεός φυλάξοι! -, θά ξεπεράσωμε καί τούς Προτεστάντες ἀκόμη. Εὔκολα χωρίζει κανείς καί δύσκολα ἐπιστρέφει. Δυστυχῶς, ἔχουμε πολλές «Ἐκκλησίες» στήν ἐποχή μας. Δημιουργήθηκαν εἴτε ἀπό μεγάλες ὁμάδες ἤ καί ἀπό ἕνα ἄτομο ἀκόμη...»
Καί καταλήγει ὁ Ὅσιος αὐτή τήν δεύτερή του ἐπιστολή ὡς ἑξῆς:
«Ἄς εὐχηθοῦμε νά δώση ὁ Θεός τόν φωτισμόν Του σέ ὅλους μας καί εἰς τόν Πατριάρχην μας κ. Ἀθηναγόραν, διά νά γίνει πρῶτον ἡ ἕνωσις αὐτῶν τῶν «ἐκκλησιῶν», νά πραγματοποιηθῆ ἡ γαλήνη ἀνάμεσα στό σκανδαλισμένο Ὀρθόδοξο πλήρωμα, ἡ εἰρήνη καί ἡ ἀγάπη μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν, καί κατόπιν ἄς γίνη σκέψις διά τήν ἕνωσιν μετά τῶν ἄλλων «Ὁμολογιῶν», ἐάν καί ἐφ' ὅσον εἰλικρινῶς ἐπιθυμοῦν ν' ἀσπασθοῦν τό Ὀρθόδοξον Δόγμα[62].»
Τελικά, ὅμως, ὁ ὅσιος Παΐσιος ἀπαίτησε καί ἐπέβαλε τήν διακοπή τοῦ πατριαρχικοῦ μνημοσύνου καί στήν Ἱ. Μ. Σταυρονικήτα. Αὐτή τή θέση καί στάση τήρησε ὁ Ὅσιος, μολονότι στήν ἀνωτέρω ἐπιστολή του δέν συνιστοῦσε στίς ἀρχές τοῦ 1969, τήν διακοπή μνημοσύνου, ἀλλά τόν ὀρθόδοξο ἀγώνα ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά μήν ἐπεκτείνονται τά ἤδη ζηλωτικά σχίσματα. Στό σημεῖο αὐτό διαπιστώνουμε ὅτι οὐδέποτε ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὑποστήριξε τήν αἱρετική καί βλάσφημη οἰκουμενιστική θεωρία ὅτι δῆθεν τά ἱερά Μυστήρια εἶναι «ἄκυρα» χωρίς τό ἐπισκοπικό μνημόσυνο, μάλιστα ὅταν ὁ Ἐπίσκοπος κηρύττει αἵρεση «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ». Ἀντίθετα, γνώριζε καί τό γράμμα καί τό πνεῦμα τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ὅπως τοῦ 31ου Ἀποστολικοῦ καί μάλιστα τοῦ 15ου τῆς ΑΒ΄ Συνόδου ἐπί Ἁγίου καί Μεγάλου Φωτίου. Ὅπως ἀκόμη γνώριζε καί τίς θέσεις, στάσεις καί πράξεις τῶν μεγάλων ἁγίων Πατέρων ἔναντι τῶν αἱρετικῶν. Πολύ ὀρθά ἔπραξαν τόσο ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὅσο καί ἄλλοι Ἁγιορεῖτες Πατέρες, οἱ ὁποῖοι διέκοψαν τήν μνημόνευση τοῦ μασώνου καί μεγάλου οἰκουμενιστοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρα τήν τριετία 1970-1973. Εἶχαν ἄλλωστε ὁδοδεῖκτες ὅλες τίς ἀντιπαπικές συνόδους, ἰδίως τήν Η΄ Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδο ἐπί Μ. Φωτίου καί τήν Θ΄ Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδο ἐπί ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, καί τόσους ἁγίους Πατέρες. Ἐκτός ἀπό τούς Ἁγιορεῖτες, τό πατριαρχικό μνημόσυνο διέκοψαν τότε καί τρεῖς Μητροπολίτες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος˙ ὁ Φλωρίνης Αὐγουστίνος Καντιώτης, ὁ Ἐλευθερουπόλεως Ἀμβρόσιος καί ὁ Παραμυθίας Παῦλος. Τό σημαντικό εἶναι ὅτι κανείς, ἀπ' ὅσους διέκοψαν καί ἔπαυσαν τήν μνημόνευση τοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρα, δέν ἀποκόπηκε εἴτε ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο εἴτε ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, οὔτε ἐπέβαλαν τήν διακοπή μνημοσύνου τοῦ Πατριάρχου στούς ἄλλους ἐπισκόπους, καταδικάζοντάς τους ὡς αἱρετικούς, οὔτε διακόπηκε ἡ ἐκκλησιαστική κοινωνία.
Ὁ Ὅσιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς λέγει γιά τόν κυρό Ἀθηναγόρα τά ἐξῆς:
«Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως; Αὐτὸς μὲ τὴν νεοπαπιστικὴν συμπεριφοράν του εἰς τοὺς λόγους καὶ εἰς τὰς πράξεις σκανδαλίζει ἐπὶ μίαν ἤδη δεκαετίαν τὰς ὀρθοδόξους συνειδήσεις, ἀρνούμενος τὴν μοναδικὴν καὶ πανσωστικὴν Ἀλήθειαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί Πίστεως, ἀναγνωρίζων τὰς ρωμαϊκὰς καὶ ἄλλας αἱρέσεις ὡς ἰσοτίμους μὲ τὴν ἀλήθειαν, ἀναγνωρίζων τὸν Ρωμαῖον ἄκρον Ποντίφηκα μὲ ὅλην τὴν δαιμονικὴν ἀντιεκκλησιαστικὴν ὑπερηφάνειάν του. Καὶ προετοιμάζει μὲ αὐτοκτονικὴν ταχύτητα καὶ ἐπιπολαιότητα, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Βατικανοῦ, αὐτὴν τὴν ἰδικήν του λεγομένην «Μεγάλην Πανορθόδοξον Σύνοδον», ὄχι ὅμως μέ τό βασικόν καί ἁγιοπαραδοσιακόν θέμα τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου, ἀλλά μὲ καθαρῶς σχολαστικο-προτεσταντικὴν θεματολογίαν. Τήν προετοιμάζει μάλιστα εἰς τόν Πύργον τῆς Βαβέλ (εἰς τήν Γενεύην) τοῦ συγχρόνου ἀναρχικοῦ καί μηδενιστικοῦ κόσμου, ἄνευ τῆς συμμετοχῆς τῶν πραγματικῶν Ὀρθοδόξων ὁμολογητῶν, φορέων τῆς ὀρθοδόξου Πίστεως, Θεολογίας, Παραδόσεως καί Ἐκκλησιαστικότητος. Τὸν τελευταῖον καιρὸν αὐτὸς ἔχει γίνει πηγὴ ἀναρχισμοῦ καὶ μηδενισμοῦ εἰς τὸν Ὀρθόδοξον κόσμον. Οἱ Ἁγιορεῖται δικαίως τὸν ὀνομάζουν αἱρετικὸν καὶ ἀποστάτην εἰς ἀνοικτὰς ἐπιστολάς των, τὰς ἀπευθυνομένας πρὸς αὐτόν διὰ τοῦ Τύπου»[63].
Ι) Οἱ συνεργάτες καί διάδοχοι τοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρα
Ἄς δοῦμε, τέλος, στό σημεῖο αὐτό ποιά εἶναι τά κυριώτερα λεχθέντα καί πραχθέντα τῶν συνεργατῶν καί διαδόχων τοῦ κυροῦ Ἀθηναγόρα, πού ἀόκνως καί ἀπερισπάστως πράττουν, γιά νά καταδειχθεῖ ὅτι ὄντως εἶναι ἄξιοι διάδοχοι τοῦ μέντορα, πάτρωνα καί προκατόχου τους.
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς κυρός Ἰάκωβος ἦταν ἐπίσημος ἀπεσταλμένος ἐκείνη τήν περίοδο τοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρα πρός τούς Παπικούς. Ἐξεστόμισε τήν παρακάτω μεγάλη βλασφημία, δηλ. νά καταργηθεῖ τό δόγμα περί Ἁγίας Τριάδος:
«Το νόημα τοῦ Θεοῦ εἶναι μία ἀφηρημένη ἑλληνική ἰδέα, τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος τῆς σήμερον καί τῆς αὔριον δέν ἀποδέχεται. Εἰδικῶς δέ ἡ ἀποδοκιμασία αὕτη ἀφορᾶ εἰς τό δόγμα τῆς Τριαδικότητος. Ἑπομένως, δέον ὅπως ἀπεκδυθῆ ἡ Θεολογία τῶν ἑλληνικῶν της ἐνδυμάτων, ἕν μεταξύ τῶν ὁποίων εἶναι τό δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος[64].»
Ὁ διάδοχος τοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρου, μέγας οἰκουμενιστής Οἰκουμενικός Πατριάρχης κυρός Δημήτριος συνέχισε κι αὐτός μέ τήν σειρά του τήν πολιτική τοῦ προκατόχου του. Ἡ Ἱ. Μ.Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους σέ ἀπαντητική ἐπιστολή τό 1972 ὅσον ἀφορᾶ τό μνημόνευση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου μεταξύ ἄλλων ἀναφέρει καί τά ἑξῆς:
«… ὁ νέος Οἰκουμενικός Πατριάρχης (Δημήτριος), ὄχι μόνον δέν ἐφάνη συντηρητικώτερος τοῦ προκατόχου του, ἀλλά, τοὐναντίον, ὑπερθεματίζει τούτου διά τήν οἰκουμενικήν κίνησιν.»
Στή συνέχεια παραθέτει ἕνα χαρακτηριστικό ἀπόσπασμα ἀπό τόν ἐνθρονιστήριο λόγο του[65]:
«… Καί διαδηλῶμεν τήν πρόθεσιν ἡμῶν, ὅπως ἐν πιστότητι πρός τήν ἄχρι τοῦδε γραμμήν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀκολουθήσωμεν τήν ἁγίαν καί μεγάλην γραμμήν τοῦ Μεγάλου Προκατόχου ἡμῶν, τοῦ ἀοιδίμου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου τοῦ Α’, διά τήν ἐν Πανορθοδόξῳ συμπνοίᾳ διαχριστιανικήν ἑνότητα. Οὐδόλως θά παραλείψωμεν τό ἐπιβαλλόμενον χρέος ὅπως συνάψωμεν διαλόγους, πρωτίστως μετά τοῦ Ἰσλάμ, ἔπειτα δέ καί μετά τῶν ἄλλων μειζόνων μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν…[66].»
Ἐπίσης, στήν κοινή διακήρυξη μέ τόν αἱρεσιάρχη Πάπα Ἰωάννη Παῦλο τόν Β΄ στίς 7-12-1987, ὑποστήριξε:
«Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ὁ Πάπας Ἰωάννης Παῦλος ὁ Β' καί ὁ Πατριάρχης Δημήτριος διευκρίνησαν ἀπό κοινοῦ: «Ἀποκρούομε κάθε μορφή προσηλυτισμοῦ, κάθε στάση πού θά ἦταν ἤ πού θά μποροῦσε νά θεωρηθῆ ὡς ἔλλειψη σεβασμοῦ τοῦ ἄλλου[67].»
Ὁ μέγας οἰκουμενιστής Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος ἀπό τήν ἐκλογή του στόν θρόνο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου συνέχισε τήν οἰκουμενιστική, ἰσοπεδωτική γιά τήν Ὀρθοδοξία γραμμή τῶν προκατόχων του Πατριαρχῶν κυρῶν Ἀθηναγόρου καί Δημητρίου. Ἀνεγνώρισε ἀμέσως τόν θεσμό τῶν διαθρησκειακῶν διασκέψεων τῆς Ἀσίζης (1986), τόν ὁποῖο ἵδρυσε τό Βατικανό. Τό 2012 τό ἀφιέρωσε στούς προκατόχους του κυρούς Ἰωακείμ τόν Γ΄ καί Ἀθηναγόρα ἐπειδή:
«... ἀμφότεροι οἱ προκάτοχοι ἡμῶν εἰργάσθησαν, σύν τοῖς ἄλλοις, διά τήν ἑνότητα τῶν χριστιανῶν, ὁ μέν ἐξαπολύσας τήν γνωστήν ἐγκύκλιον τοῦ 1902, ὁ δέ συμβαλῶν εἰς τήν ἄρσιν τῶν ἀναθεμάτων μεταξύ Ἀνατολικῆς καί Δυτικῆς Ἐκκλησίας καί εἰς τήν ἔναρξιν τοῦ διαλόγου τῆς ἀγάπης μετά τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας.»
Δηλαδή ἀφιέρωσε τό καινούριο ἔτος σέ αὐτούς, ποῦ ἔκαναν τά σημαντικότερα βήματα προσέγγισης μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν[68].
Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος δήλωσε, με ἀφορμή τήν συμπλήρωση σαράντα ἐτῶν ἀπό τήν κοίμηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυρού Ἀθηναγόρου ὅτι θὰ συνεχίσει τὸ ἔργο του στὸ ζήτημα τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων μετά τῶν Παπικῶν καί ἄλλων αἱρετικῶν χριστιανῶν. Ὑπεγράμμισε δέ πώς οἱ διάλογοι ἐπικρίνονται, «ἐν τούτοις θά πρέπει να καταστεῖ σαφές γιά ἀκόμη μία φορά πώς οὔτε κατά διάνοιαν προδίδεται ἡ Ἀποστολική και ἀμώμητος φιλτάτη Ὀρθοδοξία μας[69]».
Τό ἐγκώμιο τοῦ μεγάλου οἰκουμενιστοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρου ἔπλεξε ὁ μέγας οἰκουμενιστής Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος κατά τήν διάρκεια μνημοσύνου ἐπί τῇ ἐπετείῳ τεσσαράκοντα ἐτῶν ἀπό τήν ἐκδημίαν του πρός Κύριον. Τό ἐγκώμιο τό ἔπλεξε, διότι προέβη στήν ἄρσιν τῶν ἀναθεμάτων καί προσπάθησε, παραθεωρῶν τά δόγματα, τήν καταλλαγή καί τήν ψευδοένωση μετά τῶν Παπικῶν, τούς ὁποίους ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης χαρακτηρίζει «Ἐκκλησίαν», ὅταν καί ὁ τελευταῖος Ὀρθόδοξος πιστός γνωρίζει ὅτι ὁ Παπισμός οὐδεμία σχέση ἔχει μέ τήν Ἐκκλησία. Ἐν συνεχείᾳ ἀνεφέρθη ἀορίστως στίς προσπάθειες, τίς ὁποίες κατέβαλεν ὁ Πατριάρχης κυρός Ἀθηναγόρας γιά τήν ψευδοένωση καί οἱ ὁποῖες ἔχουν συναντήσει τήν δυναμική ἀντίδραση ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων θεολόγων, Μητροπολιτῶν, Καθηγουμένων Ἱερῶν Μονῶν, ἐντίμων Κληρικῶν καί προσωπικοτήτων ἀπό τό 1965 ἕως σήμερα. Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἀνεφέρθη καί στό ἔργο τοῦ κυροῦ Ἀθηναγόρου γιά τό ποίμνιό του στήν Τουρκία[70].
Μέ δεδομένη, λοιπόν, τήν συνέχιση τῆς οικουμενιστικής γραμμῆς τῶν κυρῶν Ἰωακείμ τοῦ Γ΄ καί Ἀθηναγόρου, ὁ κ. Βαρθολομαίος προέβη μεταξύ πολλῶν ἄλλων καί στίς παρακάτω δηλώσεις καί ἐνέργειες, γιά τίς ὁποῖες καυχάται ὅτι ξεπέρασε, ὑπερπήδησε καί ὑπερηκόντισε κατά πολύ τούς προκατόχους του σέ οἰκουμενιστικό ζήλο καί ότι δίδει πραγματικό οἰκουμενιστικό ρεσιτάλ.
Ὁ μέγας οἰκουμενιστής Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος ἔχει πεῖ κατά καιρούς τά παρακάτω:
Οἱ πεποιθήσεις αὐτές τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἔχουν ἐμπράκτως βεβαιωθεῖ μέ διάφορες παλαιότερες ἐκδηλώσεις τοῦ οἰκουμενιστικοῦ γίγνεσθαι, ἐπί παραδείγματι:
1. Mέ τήν παρουσία ἤ καί συμπροσευχή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου σέ ἑσπερινό τῆς Θρονικῆς Ἑορτῆς τῆς Ρώμης (Ἰούνιος 1995).
2. Στήν κηδεία τοῦ «Πάπα» Ἰωάννη Παύλου Β΄ (Ἀπρίλιος 2005), σέ παπική λειτουργία στό Βατικανό (Ἰούνιος 2008).
3. Σέ συνεδρία τῆς «Συνόδου τῶν Καθολικῶν Ἐπισκόπων» (Ὀκτώβριος 2008) καί στήν πρώτη ἐπίσημη «λειτουργία» τοῦ «Πάπα» Φραγκίσκου (Μάρτιος 2013).
4. Μέ τήν ἀπό κοινοῦ εὐλόγηση τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν ἀπό τόν κ. Βαρθολομαῖο καί τόν Καρδινάλιο Cassidy (Φανάρι, Θρονική Ἑορτή 1992).
5. Μέ τή συμμετοχή τοῦ «Πάπα» Βενεδίκτου ΙΣΤ΄ σέ Πατριαρχική Λειτουργία στό Φανάρι (Νοέμβριος 2006), ὅπου ὁ «Πάπας», φορώντας ὠμοφόριο, ἀπήγγειλε τό «Πάτερ ἡμῶν» καί τοῦ ἐψάλη Πολυχρόνιον.
6. Μέ τήν συμμετοχή τοῦ «Πάπα» Φραγκίσκου στήν θρονική ἑορτή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου (Νοέμβριος 2014).
7. Μέ τήν συμπροσευχή μετά τοῦ «Πάπα» Φραγκίσκου στήν Ἱερουσαλήμ, ἐνώπιον τοῦ Παναγίου Τάφου (Μάιος 2014).
8. Ἀκόμη, μέ τήν ἐπίδοση ἁγίου Ποτηρίου ὡς δώρου στόν νεο-εκλεγέντα τότε οὐνίτη (ἐν Ἀθήναις) ἐπίσκοπο «Καρκαβίας», Δημήτριο Σαλάχα (Μάιος 2008).
9. Μέ τή συμμετοχή τοῦ παπικοῦ «ἐπισκόπου» Louis Pelâtre στόν ἑσπερινό τῆς ἀγάπης στό Φανάρι τό Πάσχα τοῦ 2009, ἔθος πού συνεχίσθηκε καί τά ἑπόμενα ἔτη, μέ εἴσοδο τῶν ἑτεροδόξων στό ἱερό Βῆμα διά τῆς Ὡραίας Πύλης.
10. Μέ τή συμμετοχή τοῦ κ. Βαρθολομαίου στή «Σύνοδο» τῶν Ἀγγλικανῶν στό Labeth Palace (Νοέμβριος 1993) καί την ἐπίσημη ἐπίσκεψή του στόν Ἀγγλικανό «Ἀρχιεπίσκοπο» Καντερβουρίας Justin Welbi (Νοέμβριος 2015).
11. Μέ τή συνάντηση μέ τόν «Πάπα» Φραγκῖσκο στή Ρώμη τήν Κυριακή τῆς Πεντηκοστῆς τοῦ 2014, μέ σκοπό τήν συμπροσευχή γιά τήν εἰρήνευση τῆς Μέσης Ἀνατολῆς.
12. Μέ τή συνάντηση μέ τόν Μονοφυσίτη «Πατριάρχη» τῶν Ἀρμενίων κ. Ἀράμ στό Φανάρι (Σεπτέμβριος 2014).
13. Μέ τή συνάντηση «Πάπα»-Πατριάρχη-Ἀρχιεπισκόπου στή Λέσβο (Ἀπρίλιος 2016).
14. Μέ τήν σύγκληση καί διεξαγωγή τῆς ληστρικῆς, αἱρετικῆς καί οἰκουμενιστικῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης (Ἰούνιος 2016).
15. Μέ τή συμμετοχή στήν διαθρησκειακή συνάντηση τῆς Ἀσσίζης (Σεπτέμβριος 2016).
Ὅλα αὐτά καί πολλά ἄλλα, διανθίσθηκαν μέ συμπροσευχές, προσφωνήσεις ἤ καί κοινές ἐκκλησιολογικές δηλώσεις[89].
[1] (http://aktines.blogspot.gr/2018/04/19-20-2018.html), (http://www.katanixis.gr/2018/04/blog-post_707.html).
[2] ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΣΑΦ ΜΑΚΡΗΣ, «Ἱστορική ἀναδρομή τῆς προσεγγίσεως Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν κατά τόν 20ο αἰῶνα», Ἐν Συνειδήσει˙ Οἰκουμενισμός˙ ἱστορική καί κριτική προσέγγιση, ἐκδ. Ἱ. Μ. Μεγάλου Μετεώρου, Ἅγια Μετέωρα, Ἰούνιος 2009, σσ. 46-64.
[3] ΜΑΡΙΑ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ, Γιατί οἱ ΗΠΑ στηρίζουν το Φανάρι, (http://www.greeknewsonline.com/modules.php?-name=News&file=print&sid=2330).
[4] Γ. ΠΡΙΝΤΖΙΠΑΣ καί Γ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ, Ἐκκλησία καί Ἑλληνισμός ἀπό τό 1821 ἕως σήμερα, ἐκδ. Προσκήνιο-Ἄγγελος Σιδεράτος, 2005, σσ. 283-284.
[5] Ματθ. 7, 16-20.
[6] Γ. Π. ΜΑΛΟΥΧΟΣ, Έγώ ὁ Ἰάκωβος, ἐκδ. ΣΚΑΪ, ἐκδ. οἴκος Λιβάνη, Ἀθήνα 2002, σσ. 189-190.
[7] ΕΥ. ΒΑΡΕΛΛΑΣ, Διορθόδοξοι καί Οἰκουμενικαί σχέσεις τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως κατά τόν Κ΄ αιώνα, σ. 204.
[8] Δ. ΤΣΑΚΩΝΑΣ, Ἀθηναγόρας˙ ὁ Οἰκουμενικός τῶν Νέων Ιδεῶν, Ἀθήναι 1976, σ. 93.
[9] Ὅ. π., σ. 94.
[10] Γ. Π. ΜΑΛΟΥΧΟΣ, Ἐγώ ὁ Ιάκωβος…
[11] Δ. ΤΣΑΚΩΝΑΣ, Ἀθηναγόρας…, σ. 95.
[12] Ὅ. π., σ. 95.
[13] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, Οὐνία˙ ἡ καταδίκη καί ἡ ἀθώωση, ἐκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 2002.
[14] Δ. ΤΣΑΚΩΝΑΣ, Ἀθηναγόρας…, σ. 117.
[15] Ό. π.
[16] Δ. ΤΣΑΚΩΝΑΣ, Ἀθηναγόρας…, σ. 93.
[17] ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Β΄, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος, Τά Πεπραγμένα ἀπό 15-7-1963 μέχρι 15-7-1964, Ἀθήναι 1964, σ. 39.
[18] Ό. π., σ. 39.
[19] Δ. ΤΣΑΚΩΝΑΣ, ἔνθ’ἀνωτ., σ. 98.
[20] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. Γ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ, «Ἡ προσλαλιά τοῦ Αθηναγόρου», Οἱ διάλογοι χωρίς προσωπείον [Ἀνάτυπο ἐκ τοῦ περιοδικοῦ Παρακαταθήκη], σ. 4.
[21] Ο. π.
[22] Ό. π.
[23] ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ, Δυτική Θεολογία καί πνευματικότητα, ἐκδ. Ὑπηρεσία Δημοσιευμάτων Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη, σ. 49.
[24] π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΤΑΝΙΛΟΑΕ, Γιά ἕνα ὀρθόδοξο οἰκουμενισμό, ἐκδ. Ἄθως-Σταμούλης, Πειραιεύς-Ἀθήνα 1976.
[25] π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ, Θέματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ἐκδ. Ἄρτος Ζωῆς, Ἀθήνα 1989, σ. 219.
[26] ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Β΄, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος, «Δήλωση», Ὀρθόδοξος Τύπος (Νοέμβριος 1965).
[27] Γ. Π. ΜΑΛΟΥΧΟΣ, Ἐγώ ὁ Ἰάκωβος…, σσ. 196-197.
[28] Τόμος Ἀγάπης, Vatican - Phanar (1958-1970), Rome - Istanbul 1971, σσ. 286-287.
[29] π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ, Ὀρθόδοξος καί βατικάνειος συμφωνία περί Ουνίας (http://www.romanity.org/htm/rom.e.14.orthodoxi_kai_vatikania_sumfonia_peri_ounias.01.htm)
[30] ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Θεολογικός Διάλογος Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν (Ἱστορία-Κείμενα-Προβλήματα), ἐκδ. οἴκος ἀδελφῶν Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη-Ἀθήνα 1996, σ. 40. Σχ. βλ. ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ κ. ΙΕΡΟΘΕΟΣ, Διάλογος Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν, 10-9-2014, (http://parembasis.gr/index.php/el/menu-teyxos-217/471-2014-217-01).
[31] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ, «Ἡ προσλαλιά τοῦ Αθηναγόρου»…, σσ. 4-5.
[32] Ό. π., σ. 5.
[33] Διατάγματα Β' Συνόδου Βατικανού, τεύχος 7, έκδ. «Γραφείου Καλού Τύπου», Ἀθήνα, σσ. 43-44.
[34] Γ. ΛΑΙΜΟΠΟΥΛΟΣ, Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν καί διαθρησκειακός Διάλογος. Ἐνημερωτικό σημείωμα, μέ ἰδιαίτερη ἀναφορά στίς σχέσεις μέ τό Ἰσλάμ, «Καθ' Ὀδόν» 1992, Σεπτέμβριος - Δεκέμβριος, τεύχος 3, σσ. 43-57.
[35] Ἰω. 1,5 καί 1,11.
[36]ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Ὀρθοδοξία καί Ρωμαιοκαθολικισμός, τ. ΙΙ, Ἀθήναι 1965, σ. 170.
[37] Θεοδρομία (Σεπτέμβριος 2006) 460.
[38] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ, Οἱ διάλογοι χωρίς προσωπεῖον, σ. 1.
[39] Σπίθα (Μάϊος-Ιούνιος 1980).
[40] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ - ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΖΑΦΕΙΡΗΣ, «Ὀρθοδοξία καί Ρωμαιοκαθολικισμός. Ὁ ἀρξάμενος Θεολογικός διάλογος. Γεγονότα καί σκέψεις», Θεολογία 53 (1982) 77.
[41] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ, ἔνθ’ἀνωτ., σ. 4.
[42] Κατά τήν λατινική ἐκκλησιολογία ὑπάρχουν διάφοροι βαθμοί ἑνώσεως τῶν ἑτεροδόξων μέ τήν Παπική αἵρεση.
[43] ΑΡΧΙΜ. ΠΑΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Ἡ Ὀρθοδοξία μπροστά στή θύελλα τοῦ συγχρόνου Προτεσταντικοῦ καί Παπικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, Πειραιάς 2011, σ. 88.
[44] Ὅ. π., σσ. 88-89.
[45] ΕΥ. ΒΑΡΕΛΛΑΣ, Διορθόδοξοι…, σ. 205.
[46] ATHENAGORAS KOKKINAKIS, The Thyateira Confession, London, The Faith Press 1975, σ. 62 καί ΠΡΕΣΒ. ΠΕΤΡΟΣ HEERS, «Τό Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος καί ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας˙ ἡ ἰδέα τῆς «Βαπτισματικῆς Ἑνότητας» καί ἡ ἀποδοχή της ἀπό τούς Ὀρθοδόξους Οἰκουμενιστές», Ἐν Συνειδήσει˙ Οἰκουμενισμός˙ ἱστορική καί κριτική προσέγγιση, ἔκδ. Ι.Μ.Μεγ.Μετεώρου, Ἅγια Μετέωρα, Ἰούνιος 2009, σ. 116).
[47] Ἐκ δηλώσεών του, Ὀρθόδοξος Τύπος (φ. 94, Δεκέμβριος 1968).
[48] Ἐκ τοῦ μηνύματός του ἐπί τῇ ἑορτῇ τῶν Χριστουγέννων τοῦ 1967, Ἀπό τήν πορείαν τῆς ἀγάπης, σ. 87.
[49] Δήλωσίς του, Ἀκρόπολις, 29-6-1963.
[50] Ἐξ ὁμιλίας του εἰς τήν θεολογικήν Σχολήν Βελιγραδίου 12-7-1967, Ἔθνος (13-10-1967).
[51] Σχ.βλ. ἐφημερίδα «Ἐκκλησιαστικός Ἀγών» (τῆς Ἀδελφ. «ὁ Σταυρός»–Ζωοδ. Πηγῆς 44), φ. 48, Μάϊος 1970, σ. 3–4), μέ τίτλο: «Ὁμιλεῖ ὁ Ἀθηναγόρας. Αἱ κατά καιρούς Δηλώσεις, τά Μηνύματα καί αἱ ἐνέργειαι αὐτοῦ». (Πρόκειται για συλλογή σχετικῶν ἀναφορῶν ἀπό τά βιβλία τοῦ μακαρ. π. Σπυρ. Σ. Μπιλάλη, «Ὀρθοδοξία καί Παπισμός» τόμ. Α´ καί Β´, Ἀθῆναι 1969, Ἐκδόσεις «Ὀρθ. Τύπου». Ἔκτοτε ἔχουν πολλά γραφῆ, τά ὁποῖα «ὁ ζητῶν εὑρίσκει», Ματθ. 7, 8).
[52] «Αἱρετικός ὁ Ἀθηναγόρας ἐβροντοφώνησεν ὁ μακαριστός π. Μάρκος Μανώλης πρίν 42 χρόνια», Ὀρθόδοξος Τύπος (30-3-2012) 1, 7.
[53] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, «Γένεση καί ἐξέλιξη τῆς πατρομαχικῆς μεταπατερικότητας», Θεοδρομία ΙΔ1 (Ἰανουάριος-Μάρτιος 2012) 43-44.
[54] Ὀρθόδοξος Παρατηρητής, Ὀρθόδοξος Τύπος (20-7-2012) 4, (http://aktines.blogspot.gr/2012/07/blog-post_7738.html).
[55] «ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ», 12-9-1999.
[56] ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Β΄, Τά Πεπραγμένα…, σσ. 18-19.
[57] Ὅ. π., σσ. 19-20.
[58] ΜΑΡΙΑ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ, «Ἀπό τόν ἀφορισμό τοῦ 1054 στήν ἐπίσκεψη τοῦ 1999», ΤΟ ΒΗΜΑ (12/9/1999).
[59] Γ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ, Ἐκκλησία καί Κράτος, ἐκδ. Τό Ποντίκι, σ. 154.
[60] ΜΑΡΙΑ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ, «Ἡ ὑπέρβαση τοῦ κ. Χριστοδούλου», ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (10/12/2006).
[61] ΑΡΧΙΜ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ, Ἄρθρα-Μελέται-Ἐπιστολαί, τ. Α΄, Ἀθήναι 1981, σσ. 152-153 καί ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ, «Φορεῖς καί ἀχθοφόροι», Ὀρθόδοξος Τύπος (6-4-2012) 1.
[62] ΟΣΙΟΣ ΠΑÏΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, «Ἄγνωστη ἐπιστολή πόνου κατά οἰκουμενιστῶν καί φιλενωτικῶν», Ὀρθόδοξος Τύπος (9/16-3-2007) 1,5.
[63] ΟΣΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, «Ἔκθεσις ἐπί τοῦ θέματος τῆς «Πανορθοδόξου Συνόδου» ὑποβληθεῖσα πρός τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς ἐν Σερβίᾳ Ἐκκλησίας τό 1971», ἐν Α. Δ. ΔΕΛΗΜΠΑΣΗΣ, Πανορθόδοξος Σύνοδος. Σύνοδοι, Ἀντισύνοδοι καί ἡ «Πανορθόδοξος Σύνοδος», Ἀθήναι 1976, σσ. 116-117.
[64] «Αἱ θέσεις τῶν Ἱερῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους διά τό μνημόσυνον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου τό ἔτος 1972», ἐν Θεοδρομία ΙΑ1 (Ἰανουάριος-Μάρτιος 2009) 79.
[65] Ἐπίσκεψις 69 (25-7-1972).
[66]«Αἱ θέσεις τῶν Ἱερῶν Μονῶν…», σσ. 78 - 79.
[67] Κοινή διακήρυξη τοῦ Οἰκ. Πατριάρχου Δημητρίου Α' καί τοῦ πάπα Ἰωάννη Παύλου Β' (7-12-1987), Σύναξη Κληρικῶν καί Μοναχῶν, ««Οὐκ ἐσμέν τῶν Πατέρων σοφώτεροι»˙ ἀναίρεση τῆς ἐπιχειρηματολογίας τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μέ ἀφορμή τήν ὁμιλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου στή Μεγίστη Λαύρα», Φώτης Κόντογλου, ἔκδ. Σύναξη Ὀρθοδόξων Ρωμηῶν, Τρίκαλα, Χριστούγεννα 2011, σ. 65 καί Ὀρθόδοξος Τύπος (2-12-2011) 6 καί Θεοδρομία ΙΓ΄ (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2011) 622-3.
[68] Ὁμιλία 1η Ἰανουαρίου 2012, Ὀρθόδοξος Παρατηρητής, Ὀρθόδοξος Τύπος (13-1-2012) 4.
[69] ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΕΡΒΟΣ, «Ἄς ἀπαντήση ὁ Οἰκ. Πατριάρχης», Ὀρθόδοξος Τύπος (20-7-2012) 1.
[70] «Ὕμνοι διά τήν φιλοπαπικήν πορείαν τοῦ ἀοιδίμου Οἰκ. Πατριάρχου Ἀθηναγόρου», Ὀρθόδοξος Τύπος (20-7-2012) 8.
[71] Οἰκουμενικός Πατριάρχης πρός Πατριάρχη Ἱεροσολύμων: Ἀμφότεροι φυλάσσσομεν πνευματικάς καί κυριαρχικάς Θερμοπύλας», Amen.gr (24-5-2014) (http://www.amen.gr/article18151) - (§4).
[72] «Common Declaration Signed in the Vatican by Pope John Paul II and Patriarch Bartholomew I, June 29, 1995», EWTN Global Catholic Network, (http://www.ewtn.com/library/PAPALDOC/BARTHDEC.HTM). Βλ. καί Ἐπίσκεψις 520 (31-7-1995) 20.
[73] Προσφώνησις πρός τήν παπικήν ἀντιπροσωπείαν ὑπό τόν Καρδινάλιο William Keeler, κατά τήν Θρονική Ἑορτή τοῦ Πατριαρχείου ΚΠόλεως (1998), ἐν Ἐπίσκεψις 563 (31-11-1998).
[74] «Ὁμιλία ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἑξηκοστῆς ἐπετείου ἀπό τῆς ἱδρύσεως τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν», Καθεδρικός Ναός Ἁγίου Πέτρου Γενεύης, τήν 17ην Φεβρουαρίου 2008, ἐν (http://www.ec-patr.org/docdisplay.php?lang=gr&id=876&tla=gr).
[75] Ἐπίσκεψις 603, 15 καί 523 (Γενεύη 1995) 12 καί 511 (30-11-1994) καὶ 494 (Γενεύη 1994) 23, Ὀρθόδοξος Τύπος 11-9-2009, Ἀδέσμευτος Τύπος (Μήτση) 21-9-2004.
[76] Ἀντιφώνηση πρὸς τὸν πρόεδρο τοῦ Ἰρὰν Mohamend Khatami στὶς 13-1-2002. Ἐπισκεψις 606, 2, Ὀρθόδοξος Τύπος 15-3-2002.
[77] Ἐπίσκεψις 563, 21.5. (www.romfea.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=3117&Itemid=2), Ἐκκλ. Πρακτορεῖο Εἰδήσεων www.amen.gr, 20/1/2013.
[78] Ἀπογευματινή 21-9-2003.
[79] Νέα Ὑόρκη 28-10-2009. Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης παραλαμβάνει τὸ βραβεῖο «Μακκαβαίων», μὲ τὸ ὁποῖο τὸν «τίμησε» ἡ Ἑβραϊκὴ Συναγωγὴ τῆς πόλης.
[80] Ὁμιλία στὸ Μπαχρέϊν στὶς 25−9−2000. Ἐπίσκεψις 588, 16 καὶ ἀπὸ μήνυμα, ποὺ ἔστειλε στοὺς Μουσουλμάνους ὅλου τοῦ κόσμου μὲ τὴν εὐκαιρία τοῦ Ραμαζανίου. Ρεπορτὰζ τοῦ Νίκου Παπαδημητρίου στὸ “Flash” στὶς 16.12.2001.
[81] Ἐπίσκεψις 423 (15-7-1989) 6-7.
[82] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, «Γένεση καί ἐξέλιξη τῆς πατρομαχικῆς μεταπατερικότητας», Θεοδρομία ΙΔ1 (Ἰανουάριος-Μάρτιος 2012) 45-46.
[83] Ἐπίσκεψις 647 (30-4-2005) 2-3. «Καθολική» 22-7/-003, ἐπίσημη ἐφημερίδα τῶν ΡΚαθολικῶν στὴν Ἑλλάδα.
[84] «Ὁμιλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς 60ῆς ἐπετείου ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Π.Σ.Ε.», Θεοδρομία 1 (Ἰαν.–Μάρτιος 2008) σ. 145.
[85] Ἐπίσκεψις 563 (30.11.1998) 6. Προσφώνηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, κατά τή θρονική ἑορτή τοῦ Πατριαρχείου στίς 30.11.1998 πρός τήν παπική ἀντιπροσωπεία, ἐπικεφαλῆς τῆς ὁποίας ἦταν ὁ Καρδινάλιος William Η. Keeler. Τό πλῆρες κείμενο δημοσιεύεται στό περιοδικό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως «Ἐπίσκεψις» 563 (1998) 4-8.
[86] (www.patriarchate.org/multimedia/video καί www.augoustinos-kantiotis.gr)
[87] (www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=816)
[88] Ὑψηλή τιμητική διάκριση γιό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαῖο (ΦΩΤΟ) 27-10-2015, (http://www.amen.gr/article/ypsili-timitiki-diakrisi-ston-oikoumeniko-patriarxi-vartholomaio-foto), Ὁμιλία Πατριάρχου Βαρθολομαίου κατά τήν ἀναγόρευσή του σέ ἐπίτιμο διδάκτορα ἀπὸ τὸ Πανεπιστημιακὸ Ἰνστιτοῦτο "Σοφία", τοῦ παπικοῦ κινήματος «Focolari» τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2015.
[89] ΣΥΝΑΞΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΩΝ, Ἡ νέα ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, 26-11-2014, (http://www.theodromia.gr/A9455A79.el.aspx).
Πηγή: Ακτίνες
ΠΡΟΣ ΚΟΙΝΟ ΕΟΡΤΑΣΜΟ ΠΑΣΧΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΑΙ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΠΑΠΙΚΩΝ;
Μέ ἀφορμή συζήτηση μεταξύ «Πάπα» καί Πατριάρχη κατά τή συνάντησή τους στά Ἱεροσόλυμα
Ἐν Πειραιεῖ 2-6-2014
πρωτοπρεσβ. π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος ἐφημ. Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Ν. Καλλιπόλεως Πειραιῶς
Αἴσθηση προκάλεσε ἡ δήλωση τοῦ «πάπα» Φραγκίσκου σχετικά μέ τό Πάσχα στούς δημοσιογράφους, πού τόν ρώτησαν στό ἀεροπλάνο κατά τήν ἐπιστροφή του στή Ρώμη ἀπό τούς Ἁγίους Τόπους γιά τήν σχέση του μέ τούς Ὀρθοδόξους:
«Συζητήσαμε ὥστε νά γίνει κάτι καί γιά τό θέμα τοῦ Πάσχα. Εἶναι ἀστεῖο νά ρωτᾶς πές μου ὁ Χριστός σου πότε ἀνασταίνεται; Ὁ δικός μου τήν ἑπόμενη ἑβδομάδα. Ὁ δικός μου ἀντιθέτως ἀναστήθηκε τήν προηγούμενη ἑβδομάδα. Μέ τόν Βαρθολομαῖο συζητᾶμε σάν ἀδέλφια, ἔχουμε μιά σχέση ἀγάπης, λέει ὁ ἕνας στόν ἄλλο τίς δυσκολίες, πού ἀντιμετωπίζει σέ θέματα διοίκησης»[1].
Ἄς πάρουμε, ὅμως, τά πράγματα ἀπό τήν ἀρχή.
Ὁ κοινός ἄξονας Παπισμοῦ - ΠΣΕ - Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου
Τὸν κοινὸ ἑορτασμὸ προωθεῖ τὸ Βατικανὸν ἀπὸ τὸ 1960. Τὸν στόχο του αὐτὸν ἐπισημοποίησε κατὰ τὴν Β´ Βατικανὴ ψευδοσύνοδο καὶ τὸν ἀποδέχθηκε Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κυρὸς Ἀθηναγόρας, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἔνθερμος ὑποστηρικτὴς τῆς ἰδέας αὐτῆς. Γιὰ πολλὰ ἔτη ὑπῆρχε ἄκρα τοῦ «τάφου σιωπὴ», διότι ὅλοι φοβοῦνταν τίς ἀντιδράσεις κυρίως, τῶν Ὀρθοδόξων. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔτη, ὅμως, συζητούσαν μυστικῶς οἱ κεφαλές τοῦ Παπισμοῦ καί τῶν Ὀρθοδόξων μὲ σκοπὸ τὸν κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα. Ὅπως ἀποκαλύπτεται στή συνέχεια ἔχει συγκροτηθεῖ γιὰ τὸ θέμα κοινός ἄξονας μεταξὺ Παπισμοῦ, Παγκοσμίου Συμβουλίου «Ἐκκλησιῶν» (μᾶλλον Αἱρέσεων-ΠΣΕ) καὶ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου. Ὁ ἄξονας αὐτὸς προέβλεπε, μετὰ τὸ 2001, νὰ ἑορτάζεται ἀπὸ κοινοῦ τὸ Πάσχα μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ ἄλλων πλανεμένων Χριστιανῶν. Τὸν στόχο τὸν ἔθεσε τὸ Βατικανὸ καὶ τὸν προώθησε δυναμικῶς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο.
Ἡ Πατριαρχική Ἐγκύκλιος τοῦ 1995
Τὸ τελευταῖο μὲ τὴν ὑπ᾽ ἀριθ. 150 πρωτ. 420/26.5.1995 ἐγκύκλιόν του[2], ἡ ὁποία ἀναφερόταν:
«εἰς τὸν καθορισμὸν κοινῆς ἡμερομηνίας ἑορτασμοῦ ὑφ᾽ ἁπάντων τῶν χριστιανῶν τῆς Μεγάλης ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Πάσχα»,
ἔθεσε ἐπὶ τάπητος μία σειρὰν προβλημάτων ἱστορικοῦ, κανονικοῦ καὶ δογματικοῦ χαρακτῆρος.
«Ἡ ἀνακίνησις τοῦ ὅλου ζητήματος ἔδωσε τὴν εὐκαιρία νὰ κατανοηθῆ πλήρως ὅτι ὁ ἀπὸ κοινοῦ παγχριστιανικὸς ἑορτασμὸς τοῦ ῾Αγίου Πάσχα δὲν ἀπετέλεσε ποτὲ ἐσωτερικὸ ποιμαντικὸ πρόβλημα τῆς ῾Αγιωτάτης ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, ἀλλὰ προέκυψε σαφῶς ἀπὸ τὴν Οἰκουμενικὴ Κίνησι ἐντεῦθεν τοῦ 1920· αὐτὴ βλέπει, ὅτι - μέσῳ σταθερῶν πρακτικῶν βημάτων - ἐπιτυγχάνεται ἡ ἐξωτερικὴ (ὁμοσπονδιακὴ) ἑνότης τῶν διϊσταμένων Χριστιανῶν καὶ τοιουτοτρόπως προκαλεῖται στὸν κόσμο ἡ ψευδαίσθησις μιᾶς κοινῆς χριστιανικῆς μαρτυρίας, παρὰ τὶς ὑφιστάμενες ἀκόμη ἀγεφύρωτες δογματικὲς διαφορές»[3].
Δύο ἔτη μετὰ τὴν ἀνωτέρω ᾿Εγκύκλιο, ἕνα Δελτίο Τύπου τοῦ λεγομένου “Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν ᾿Εκκλησιῶν” (“Π.Σ.Ε.”) (24.3.1997), μὲ τίτλο «῾Η ἡμερομηνία τοῦ Πάσχα: ἡ ἐπιστήμη προσφέρει λύσι σὲ ἕνα ἀρχαῖο θρησκευτικὸ πρόβλημα», ὑπογραμμίζει τὴν ἡγετικὴ συμβολὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ αὐτοῦ ᾿Οργανισμοῦ τῆς Γενεύης, ἀλλὰ καὶ εὐρύτερα τῶν Οἰκουμενιστικῶν ᾿Οργανισμῶν, στὴν προώθησι τοῦ ζητήματος.
῾Η ὀργάνωσι μιᾶς παγχριστιανικῆς συσκέψεως, ὅπως ἀναφέρει τὸ Δελτίο Τύπου, στὸ Χαλέπιο τῆς Συρίας (5–10.3.1997) ἀπὸ τὸ “Π.Σ.Ε.” καὶ τὸ “Συμβούλιο ᾿Εκκλησιῶν Μέσης ᾿Ανατολῆς” (“Σ.Ε.Μ.Α.”) μὲ ἀντικείμενο τὸν κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα ἀπὸ τοῦ 2001 καὶ ἑξῆς, μᾶς δίδει τὴν εὐκαιρία νὰ προβοῦμε σὲ μία σύντομη ἱστορικὴ ἀναφορὰ σὲ μερικὲς πτυχὲς τοῦ ζητήματος.
1. Εἶναι γνωστό ὅτι μὲ τὸν πλέον ἐπίσημο τρόπο τὸ θέμα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα ἀπὸ ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς τέθηκε μὲ πρωτοβουλία τοῦ “Π.Σ.Ε.” καὶ τῆς Γραμματείας ἐπὶ τῆς ῾Ενότητος τῶν Χριστιανῶν τοῦ Βατικανοῦ, κατὰ τὸ ἔτος 1975 στὴν Ε´ Γενικὴ Συνέλευσι τοῦ “Π.Σ.Ε.” στὴν Ναϊρόμπι τῆς Κένυας (23.11-10.12.1975)[4].
2. Τὸν ᾿Απρίλιο τοῦ 1994, ἐκπρόσωποι τῆς “Συνελεύσεως Εὐρωπαϊκῶν ᾿Εκκλησιῶν” (“Σ.Ε.Ε.”/ “Κ.Ε.Κ.”) (συμμετείχαν ὀρθόδοξοι καὶ προτεστάντες τῆς Εὐρώπης) καὶ τοῦ “Συμβουλίου Καθολικῶν ᾿Επισκοπικῶν Συνόδων Εὐρώπης” (“Σ.Κ.Ε.Σ.Ε.”/“C.C.E.E.”) συνῆλθαν στὸ Λεανυφάλου τῆς Οὑγγαρίας, γιὰ τὴν προετοιμασία καὶ ὀργάνωσι τῆς “Β´ Οἰκουμενικῆς Συναντήσεως ᾿Εκκλησιῶν Εὐρώπης” στὸ Γκρὰτς τῆς Αὐστρίας τὸν ᾿Ιούνιο τοῦ 1997. ῾Η προπαρασκευαστικὴ Μικτὴ ᾿Επιτροπὴ ἀσχολήθηκε ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ μὲ τὸ ζήτημα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα μετὰ τὸ ἔτος 2001 καὶ ἔθεσε τοῦτο ὡς θέμα συζητήσεως στὴν “Οἰκουμενικὴ Συνάντησι” τοῦ Γκράτς[5].
3. Μετὰ ἀπὸ πέντε μῆνες (14.9.1994), πραγματοποιήθηκε στὸ Φανάρι ἡ “Β´ Σύναξις τῆς ἐν ἐνεργείᾳ ῾Ιεραρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου”. ῾Ο Ἀρχιεπίσκοπος Αὐστραλίας κ. Στυλιανὸς κατέκλεισε τὴν Εἰσήγησί του “Λειτουργικὰ προβλήματα ἐν τῇ Διασπορᾷ”, μὲ τὴν ἑξῆς χαρακτηριστικὴ ἀποστροφή:
«Κατακλείοντες, θὰ ἔπρεπεν ἴσως ἐκ τοῦ ὅλου κύκλου τῶν ἐν τῇ Διασπορᾷ λειτουργικῶν προβλημάτων, νὰ ὑπενθυμίσωμεν ἐνταῦθα ἰδιαιτέρως τὸ συνεχῶς μετὰ ηὐξημένου ἐνδιαφέροντος ἐπανατιθέμενον αἴτημα τῶν ἀποδήμων διὰ κοινὸν ἑορτασμὸν τοῦ Πάσχα μετὰ τῶν λοιπῶν Χριστιανῶν, ὅπερ διὰ τοῦτο καὶ ἀποβαίνει ἰδιαιτέρας ποιμαντικῆς ἀνάγκης ζήτημα. Τὸ κατ᾿ ἀρχὴν δικαιώτατον καὶ ἱερὸν τοῦτο αἴτημα, ἀπασχολεῖ ζωηρῶς τὸ πλῆθος καὶ τῶν ᾿Ορθοδόξων ἐν τῇ Διασπορᾷ πιστῶν, ὡς ἐκ τοῦ λόγου ὅτι, ζῶντες οὗτοι ὡς μειονότης ἐν μέσῳ πολυανθρώπων καὶ συμπαγῶν κοινωνιῶν ἑτεροδόξων χριστιανῶν, ἀπὸ κοινοῦ ἑορταζόντων τὸ Πάσχα, ὄχι μόνον αἰσθάνονται περιθωριοποιούμενοι ἤ καὶ πλήρως ἀποκεκομμένοι, ἀλλὰ καὶ ὑφίστανται ὀδυνηρὰς πολλάκις πρακτικὰς συνεπείας εἰς τὰς ἐπαγγελματικάς, κοινωνικὰς καὶ ἄλλας σχέσεις των ἐν γένει. Καὶ πρέπει νὰ λεχθῇ ἐνταῦθα ἀπεριφράστως ὅτι εἶναι αὐτόχρημα τραγελαφικὸν τὸ γεγονὸς ὅτι, τὴν μὲν Κυριακὴν ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος - ἥτις εἶναι τὸ ἐπαναλαμβανόμενον ἀντίγραφον τῆς μοναδικῆς ἡμέρας τῆς ᾿Αναστάσεως - δεχόμεθα νὰ ἑορτάζωμεν ἀπὸ κοινοῦ μετὰ πάντων τῶν ἑτεροδόξων, τῶν ἀλλοθρήσκων, ἀκόμη δὲ καὶ τῶν ἀθέων, αὐτὴν δὲ ταύτην τὴν ἡμέραν τῆς ᾿Αναστάσεως, ἥτις ἀποτελεῖ καὶ τὸ "πρωτότυπον", οὕτως εἰπεῖν, νὰ ἀρνούμεθα νὰ ἑορτάσωμεν ἀπὸ κοινοῦ[6].»
4. Τὸν ἴδιο μῆνα (14-19.9.1994), συνῆλθε στὸ Βουκουρέστι τῆς Ρουμανίας ἡ ᾿Εκτελεστικὴ ᾿Επιτροπὴ τοῦ “Π.Σ.Ε.”, ἡ ὁποία ἀποφάσισε, μεταξὺ ἄλλων, ὅπως τὸ Τμῆμα “Πίστις καὶ Τάξις” καὶ ἡ Γραμματεία ἐπὶ τῆς Λατρείας καὶ τῆς Πνευματικότητος «μελετήσουν ἐκ νέου τὸ θέμα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα», μάλιστα δὲ ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ “Π.Σ.Ε.” Δρ Κ. Ρέϊζερ πρότεινε ὅτι πρέπει νὰ σχεδιασθῆ μία σειρὰ
«... εὐκαιριῶν γιὰ κοινὴ μαρτυρία καὶ ἑορτασμό, ἐκκινώντας ἀπὸ τὴν ῾Εβδομάδα Προσευχῆς τὸν ᾿Ιανουάριο τοῦ 2000 καὶ διὰ τῆς Πεντηκοστῆς καὶ τῶν Χριστουγέννων νὰ φθάσωμε στὸν κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα τὸ ἔτος 2001[7].»
5. Μετὰ ἀπὸ δύο μῆνες (15-20.11.1994) συνῆλθε στὴν Λεμεσὸ τῆς Κύπρου ἡ ΣΤ´ Γενικὴ Συνέλευσις τοῦ “Συμβουλίου ᾿Εκκλησιῶν Μέσης ᾿Ανατολῆς” (“Σ.Ε.Μ.Α.”) καὶ στὰ πλαίσια τῶν δραστηριοτήτων τοῦ Τμήματος “Πίστις καὶ ῾Ενότης” συζητήθηκε τὸ θέμα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, τελικῶς δὲ ἐγκρίθηκε σχετικὸ μήνυμα τοῦ αἱρεσιάρχου Πάπα ᾿Ιωάννου Παύλου Β´. ᾿Εκ μέρους τοῦ Βατικανοῦ, ὁ Καρδινάλιος ᾿Εδουάρδος Κάσσιντυ, Πρόεδρος τοῦ Ποντιφικίου Συμβουλίου γιὰ τὴν προώθησι τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος,
«... πρότεινε συνάντηση τῶν Προκαθημένων τῶν ᾿Εκκλησιῶν κατὰ τὸ ἔτος 2000 μὲ σκοπὸ τὴ λήψη ἀποφάσεως γιὰ κοινὴ ἡμερομηνία ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα καὶ γιὰ ἐργασία γιὰ τὴ χριστιανικὴ ἑνότητα.»
᾿Επίσης, ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ “Π.Σ.Ε.” Δρ Κ. Ρέϊζερ ὡμίλησε σχετικῶς καὶ
«... ἐξέφρασε τὴν εὐχὴ τὸ ἔτος 2001 νὰ γίνει αἰτία ἐξευρέσεως κοινῆς ἡμερομηνίας ἑορτασμοῦ τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Κυρίου”[8].»
Εἶναι προφανές ὅτι ἡ σχετικὴ ᾿Εγκύκλιος τοῦ Φαναρίου (150/420/26.5.1995) δὲν ἔπεσε ὡς κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ, οὔτε ἔφερε στὸ φῶς ἕνα ἐνδο-ορθόδοξο ζήτημα, ἀλλὰ ἀποτελεῖ “ὁδηγία” τῶν διπλωματῶν Οἰκουμενιστῶν τῆς Γενεύης, τοῦ Βατικανοῦ καὶ τοῦ Φαναρίου, οἱ ὁποῖοι σύρουν τὴν ᾿Ορθοδοξία σὲ νέα σχίσματα καὶ τραγωδίες . Ἀκολούθησαν τά παρακάτω:
6. Κατά τήν τελέση τῆς πανευσήμου ἀκολουθίας τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Ἀγάπης τοῦ Πάσχα 2011 στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος καί ἡ περί αὐτόν Ἱερά Σύνοδος, ἀποδέχθηκαν ὅλως ἀντικανονικῶς τήν συμμετοχή μέ πλήρη ἐπίσημη λειτουργική ἀμφίεση κατεγνωσμένων αἱρετικῶν, δηλονότι ἑνός Παπικοῦ «ἱερέως» καί ἑνός Ἀρμενίου «διακόνου»[9].
7. Εἶναι γνωστή ἡ συμφωνία τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Γερμανίας κ. Αὐγουστίνου μέ τόν Παπικό «Ἐπίσκοπο» τῆς Γερμανίας γιὰ τὴν ἔναρξη συζητήσεων μὲ σκοπὸ τὸν κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα τῶν Ὀρθοδόξων μέ τούς Παπικούς. Ἡ Μικτή Ἐπιτροπή τῆς Διάσκεψης Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν Ἐπισκόπων στή Γερμανία, στίς 13-3-2012 ἀνακοίνωσε τήν ὁλοκλήρωση τῆς συνάντησής τους στό Johann Adam Mohler Οἰκουμενικό Ἰνστιτοῦτο στό Paderborn. Σέ κοινή ἀνακοίνωση, πού ἐκδόθηκε στό τέλος τῆς Διάσκεψης, καλοῦν γιά ἕνα κοινό ἑορτασμό τοῦ Πάσχα σάν μιά ἔνδειξη τῆς ἑνότητας τῶν Χριστιανῶν σέ ὅλο τόν κόσμο. Ἐπικεφαλῆς τῶν δύο ἀντιπροσωπειῶν ὑπῆρξαν ὁ Ὀρθόδοξος Σεβ. Μητροπολίτης Γερμανίας κ. Αὐγουστίνος καί ὁ Παπικός «ἐπίσκοπος» Γκέρχαρντ Λούντβιχ Μίλερ[10].
8. Στίς 4-11-2012 τά παπικά Μ.Μ.Ε., ἀνέφεραν:
«Ὡς χειρονομία ὑπέρ τῆς ἑνότητας καί τοῦ οἰκουμενισμοῦ, οἱ Παπικοί τῆς Ἱερουσαλήμ ἀπό τό 2013 θά ἑορτάζουν τό Πάσχα στούς Ἁγίους Τόπους μέ τούς Ὀρθοδόξους[11].»
9. Σχετικά μέ τό Πάσχα στή Σύρο, διαβάζουμε στήν ἐφημερίδα τό "ΒΗΜΑ" τῆς 25ης Ἀπριλίου 2013:
«Δέν ὑπάρχει σχίσμα στό συριανό Πάσχα. Μπορεῖ τό ἐφετινό Πάσχα τῶν καθολικῶν νά ἑορτάστηκε μέ κάθε λαμπρότητα στίς 31 Μαρτίου, στό νησί τῆς Σύρου ὅμως οἱ καθολικοί θά γιορτάσουν ξανά τήν Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ μαζί μέ τούς ὀρθοδόξους. Ἡ Ἐρμούπολη εἶναι ἀπό τά λίγα σημεῖα στόν κόσμο ὅπου ὀρθόδοξοι καί καθολικοί γιορτάζουν μέ κατάνυξη τό Πάσχα, παραμερίζοντας τίς ὅποιες σχισματικές διαφορές τῶν δύο ἐκκλησιῶν[12].»
10. Κατά τήν τελέση τῆς πανευσήμου ἀκολουθίας τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Ἀγάπης τοῦ Πάσχα 2014 στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος καί οἱ περί αὐτόν, ἀποδέχθηκαν ὅλως ἀντικανονικῶς τήν συμμετοχή μέ πλήρη ἐπίσημη λειτουργική ἀμφίεση κατεγνωσμένων αἱρετικῶν, δηλονότι ἑνός Παπικοῦ «ἱερέως» καί ἑνός Προτεστάντου πάστορος, οἱ ὁποῖοι διάβασαν τό Εὐαγγέλιο καθένας στή γλώσσα τους καί ἔπειτα εἰσῆλθαν εἰς τό Ἅγιον Βῆμα, διά τῆς Ὡραίας καί Βασιλικῆς Πύλης, συνοδεία κληρικοῦ τοῦ Πατριαρχείου[13].
Ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω προκύπτει ὅτι:
1ον) οἱ πρωτοβουλίες τοῦ Βατικανοῦ, ὅπως εἶναι οἱ ἡμέρες οἰκουμενιστικῆς προσευχῆς ὑπὲρ διαφόρων ζητημάτων, ἀποβλέπουν μακροπροθέσμως στὴν ἄμβλυνση τοῦ Ὀρθοδόξου φρονήματος, μὲ τὴν συμμετοχὴ Ἀρχιερέων καὶ Θεολόγων στις οἰκουμενιστικές αὐτές προσευχές, μὲ τελικὸ σκοπὸ τὴν ὑλοποίηση τῶν στόχων τῆς Β´ Βατικανῆς ψευδοσυνόδου. Καὶ ἕνας ἐξ αὐτῶν τῶν στόχων εἶναι ὁ κοινὸς ἑορτασμὸς τοῦ Πάσχα.
2ον) Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο φέρεται νά ὑλοποιεῖ τίς ἀποφάσεις τῆς Β´ Βατικανῆς ψευδοσυνόδου, ἀλλὰ καὶ τοῦ λεγομένου Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν ἢ μᾶλλον Αἱρέσεων. Σήμερα, διαπιστώνοντας τὴν παρακμὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τὴν μὴ ἐνασχόλησή του μὲ ἐκκλησιαστικὰ καὶ πνευματικὰ θέματα, ἐξ αἰτίας τῆς μεγάλης οἰκονομικῆς κρίσεως καὶ τῶν προβλημάτων, που προέρχονται ἀπ΄ αὐτήν, πιστεύει ὅτι εἶναι ἡ κατάλληλη εὐκαιρία, γιὰ νὰ προωθοῦν τὰ σχέδια Βατικανοῦ-ΠΣΕ-Φαναρίου γιὰ τὸν κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα μετὰ τῶν πλανεμένων Χριστιανῶν. Ἡ συμφωνία ἢ καλλύτερα τὸ προσύμφωνο τοῦ Σεβ. Γερμανίας μέ τόν τοπικό Παπικό «Ἐπίσκοπο», ἀποκαλύπτει τὰ «κρυφὰ σχέδια» τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐν μέσῳ βαθυτάτης οἰκονομικῆς, πολιτικῆς, κοινωνικῆς καὶ πολιτιστικῆς κρίσεως στὴν Ἑλλάδα[14].
Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης: Σχισματικοί οἱ Λατῖνοι, ἐπειδή ἐκαινοτόμησαν τό πασχάλιο καί τό καλαντάριο
Ἄς δοῦμε, ὅμως, στό σημεῖο αὐτό, ποιά εἶναι ἡ θέση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας γιά τούς Λατίνους ὅσον ἀφορᾶ τό Πάσχα, ὅπως μᾶς τήν παρουσιάζει ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης[15]. Σχολιάζοντας τόν ζ’ Ἀποστολικό Κανόνα, ὁ ὁποῖος ὁρίζει ὅτι:
«Εἴτις Ἐπίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος ἤ Διάκονος τήν ἁγίαν του Πάσχα ἡμέρα πρό της ἐαρινῆς ἰσημερίας μετά Ἰουδαίων ἐπιτελέσοι, καθαιρείσθω»,
ἀναφέρει ὅτι ὁ Ματθαίος Βλάσταρις λέει πώς ἡ Α΄ Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος συνεκρότησε καί ἐξέδωσε ἐξαίρετο καί τό καλύτερο Κανόνιο περί της εὑρέσεως του Πάσχα, κατά τόν α΄ Κανόνα τῆς ἐν Ἀντιοχεία τοπικῆς Συνόδου. Ὁ ἑορτασμός τοῦ Ἁγίου Πάσχα ἀποτελεῖ ὅρο τῆς Α΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί ἑπομένως εἶναι ὅρος πίστεως καί δέν μεταβάλλεται αἰωνίως. Γι’ αὐτό καί ἡ τυχόν ἀλλαγή τοῦ πασχαλίου κανόνος (ὅρα Ἐκκλησία τῆς Φιλανδίας) ἐνέχει τόν κίνδυνο καί νέων σχισμάτων καί ἐμπίπτει εἰς τόν ἀναθεματισμόν ὑπό τῶν Ἁγίων καί Θεοφόρων Πατέρων.
Στή συνέχεια ὁ Ὅσιος Νικόδημος ἀναφέρει ὅτι τέσσερεις εἶναι οἱ ἀναγκαῖες καί ἀπαραίτητες προϋποθέσεις γιά τόν ἑορτασμό τοῦ δικοῦ μας, τοῦ Ὀρθοδόξου Πάσχα. Πρῶτον, τό Πάσχα πρέπει νά γίνεται πάντοτε ὕστερα ἀπό τήν ἰσημερία τῆς ἀνοίξεως. Δεύτερον, τό Πάσχα δέν πρέπει νά γίνεται τήν ἴδια ἡμέρα μέ τό νομικό φάσκα των Ἰουδαίων (αὐτά τά δύο διορίζονται ἀπό τόν ζ΄ Ἀποστολικό Κανόνα). Τρίτον, τό Πάσχα νά μήν γίνεται ἁπλῶς καί ἀορίστως ὕστερα ἀπό τήν ἰσημερία, ἀλλά ὕστερα ἀπό τήν πρώτη πανσέληνο τοῦ Μαρτίου, πού θά τύχει μετά τήν ἰσημερία. Καί τέταρτον, τό Πάσχα νά γίνεται τήν πρώτη Κυριακή, πού θά τύχει ὕστερα ἀπό τήν πανσέληνο (αὐτά τά δύο τά ἔχουμε ἐκ παραδόσεως καί ὄχι ἀπό κανόνα). Γιά νά φυλάττονται καί οἱ τέσσερεις αὐτοί διορισμοί ἐξίσου σέ ὅλη τήν οἰκουμένη καί νά ἑορτάζουμε οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί τόν ἴδιο χρόνο καί τήν ἴδια ἡμέρα τό Ἅγιον Πάσχα καί νά μήν χρειαζόμαστε κάθε χρόνο ἀστρονόμους καί συνόδους, συνήρμοσαν οἱ θεόσοφοι Πατέρες τό κανόνιο περί τοῦ Πάσχα.
Στό σημεῖο αὐτό, σημειώνει ὁ Ὅσιος ὅτι, ἐξαιτίας τῆς ἀνωμαλίας τῆς κινήσεως τῆς σελήνης, δέν φυλάττεται πάντα ὁ τέταρτος διορισμός, ἀλλά κάποτε παραβαίνεται, ἐπειδή, κατά τόν Βλάσταρη, μετά ἀπό τριακόσια (300) ἔτη καί δύο (2) ἡμέρες μετά τήν πρώτη πανσέληνο, συμβαίνει νά γίνεται τό νομικό φάσκα τήν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς. Αὐτές οἱ δύο ἡμέρες, πού περισσεύουν ἀπό αὐτή τήν ἀνωμαλία, προστιθέμενες, ὑπερβαίνουν κάποτε τήν πρώτη Κυριακή, πού τυχαίνει ὕστερα ἀπό τήν πανσέληνο τοῦ Μαρτίου, κατά τήν ὁποία Κυριακή τότε ἑορτάζουμε τά Βάϊα καί κατά τήν ἐρχομένη κάνουμε Πάσχα. Ἀπό τήν λίγη αὐτή παράβαση, δέν ἀκολουθεῖ καμμία παρατροπή τῆς εὐσεβείας, οὔτε κάτι ἄτοπο ἤ ψυχικός κίνδυνος. Γι'αὐτό καί ὁ θεῖος Χρυσόστομος στόν λόγο του «εἰς τούς τά πρῶτα Πάσχα νηστεύοντας» λέει:
«Χρόνων ἀκρίβειαν καί ἡμερῶν παρατήρησιν δέν ἠξεύρει ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία. Ἐπειδή ὅσαις φοραῖς τρώγει τόν ζωοποιόν ἄρτον τοῦτον καί τό ποτήριον τοῦτο πίνει, καταγγέλλει τόν θάνατον τοῦ Κυρίου καί Πάσχα ἐπιτελεῖ· ἀλλ'ἐπειδή εἰς τήν πρώτην σύνοδον ἐσυνάχθησαν οἱ Πατέρες καί ἐδιώρισαν πότε νά γίνεται τό Πάσχα, τιμῶσα ἡ Ἐκκλησία πανταχοῦ τήν συμφωνίαν καί ἕνωσιν, ἐδέχθη τόν διορισμόν, ὁποῦ ἐκεῖνοι ἔκαμαν[16].»
Ἔπρεπε, λοιπόν, κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, νά προτιμήσουν καί οἱ Λατίνοι τήν συμφωνία καί ἕνωση τῆς Ἐκκλησίας, περισσότερο ἀπό τήν παρατήρηση τῶν χρόνων (τῆς ἰσημερίας δηλαδή, πού κατέβηκε τώρα στίς 11 Μαρτίου, ἐνῶ τόν καιρό τῆς Α΄ Συνόδου ἦταν στίς 21 Μαρτίου) καί νά ἑορτάζουν τό Πάσχα μ'ἐμᾶς τούς Γραικούς καί ὄχι νά ἀτιμάζουν τούς τριακοσίους δέκα καί ὀκτώ ἐκείνους θεοφόρους καί πνευματοφόρους Πατέρες, πού τό νομοθέτησαν, κατά θεῖο φωτισμό, νομίζοντάς τους ὡς ἀνοήτους καί ὑβρίζοντας τήν κοινή μητέρα ὅλων μας Ἐκκλησία, διότι (λέει ἀκολούθως ὁ χρυσούς ρήτωρ) ἄν καί ἡ Ἐκκλησία ἔσφαλλε, βέβαια δέν θά κατορθωνόταν τόσο μεγάλο κακό ἀπό αὐτή τήν ἀκριβή φύλαξη τοῦ καιροῦ, ὅσο μεγάλο κακό θά προξενοῦνταν ἀπό αὐτή τήν διαίρεση καί τό σχίσμα ἀπό τήν Καθολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἐπειδή λέει:
«... δέν φροντίζει ὁ Θεός καί ἡ Ἐκκλησία διά τοιαύτην παρατήρησιν τῶν χρόνων καί ἡμερῶν, πάρεξ διά μοναχήν τήν ὁμόνοιαν καί εἰρήνην.»
Κατά τα ἄλλα ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος σχεδιάζει συνάντηση μέ τόν ἀθετοῦντα τούς 318 ὁσίους καί θεοφόρους πατέρας αἱρεσιάρχη «Πάπα» Φραγκίσκο τό 2025 στήν Νίκαια, ὅπου συνεκλήθη ἡ Α' οἰκουμενική σύνοδος[17].
Μᾶς παροτρύνει ὁ Ὅσιος Νικόδημος νά προσέξουμε πώς ὁ θεῖος Χρυσόστομος ὀνομάζει σχισματικούς τούς Λατίνους, ἐπειδή ἐκαινοτόμησαν τό πασχάλιό τους καί Καλαντάριο, ὄχι ἐπειδή αὐτό δέν εἶναι ὀρθό, κατά τήν ἰσημερία – διότι βλέπουμε ὅτι ἡ ἰσημερία ἀληθῶς ἔμεινε πίσω 11 ἡμέρες – ἀλλά γιατί χωρίσθηκαν γι'αὐτό ἀπό ’μᾶς, τό ὁποῖο εἶναι ἔγκλημα ἀσυγχώρητο, κατά τόν ἴδιο ἅγιο. Γιατί, λέει στόν ἴδιο λόγο, ὅτι τό νά νηστεύσει κανείς καί τό νά κάνει Πάσχα σ'αὐτόν τόν καιρό ἤ σ'ἐκείνον, μετά τήν 21η Μαρτίου, ὑποθετικά, ὅπως κάνουμε ἐμεῖς οἱ Γραικοί, ἤ μετά τήν 11η Μαρτίου, ὅπως κάνουν οἱ Λατίνοι, αὐτό δέν εἶναι ἔγκλημα.
«Τό δέ νά σχίση τινάς τήν Ἐκκλησίαν καί νά ἀντιστέκηται φιλονείκως καί νά κάμνη διχοστασίας καί διαιρέσεις καί νά χωρίζη τόν ἑαυτό του πάντοτε ἀπό τήν κοινήν σύνοδον της Ἐκκλησίας, τοῦτο εἶναι ἁμάρτημα ἀσυγχώρητον καί κατηγορίας ἄξιον καί πολλήν ἔχει κόλασιν καί τιμωρίαν.»
Γιατί, ἅς γνωρίζουν οἱ Λατίνοι ὅτι καί οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι, πού ἔγιναν μετά τήν πρώτη, καί οἱ ὑπόλοιποι Πατέρες, ἔβλεπαν καί αὐτοί, ὡς σοφοί πού ἦταν, πώς κατέβηκε πολύ ἡ ἰσημερία· ἀλλ'ὅμως δέν θέλησαν νά τήν μεταθέσουν ἀπό τήν 21η Μαρτίου, πού τήν βρῆκε ἡ Α΄ Σύνοδος, προτιμώντας περισσότερο τήν συμφωνία καί ἕνωση τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τήν ἀκρίβεια τῆς ἰσημερίας, ἡ ὁποία δέν προξενεῖ, οὔτε στήν εὕρεση τοῦ δικοῦ μας Πάσχα καμμία σύγχυση, οὔτε βλάβη στήν εὐσέβεια, μάλιστα δέ προξενεῖ αὐτή ἡ ἀκρίβεια στούς Λατίνους δύο μεγάλες ἀτοπίες, τό νά ἑορτάζουν δηλαδή τό Πάσχα ἤ μαζί μέ τούς Ἰουδαίους, τό ὁποῖο εἶναι ἐναντίον στόν ζ΄ Ἀποστολικό Κανόνα, ἤ πρίν τούς Ἰουδαίους.
Θαύματα πού ἀποδεικνύουν ὅτι ὁ Ἅγιος Τριαδικός Θεός εὐαρεστεῖται εὐαρεστεῖται στήν τάξη τοῦ Ὀρθοδόξου καί ὄχι τοῦ Λατινικοῦ πασχαλίου - καλανταρίου
Τό ὅτι ὁ Θεός περισσότερο εὐαρεστεῖται στήν τάξη τοῦ πασχαλίου καί ἁπλῶς εἰπεῖν τοῦ καλανταρίου τοῦ δικοῦ μας, τοῦ Ὀρθοδόξου, παρά στήν ἀκρίβεια τοῦ πασχαλίου καί καλανταρίου τῶν Λατίνων, γίνεται φανερό ἀπό τά θαύματα, πού ἔδειξε καί δείχνει ἕως τώρα γι'αὐτό. Διότι:
α) στά μέρη τῆς Ἡλιουπόλεως τῆς Αἰγύπτου, ὅπου εἶναι οἱ δύο μεγάλες Πυραμίδες, ἐνεργεῖ ὁ Θεός κάθε χρόνο αὐτό τό παράδοξο· δηλαδή κατά τό ἑσπέρας τῆς Μεγάλης Πέμπτης τῆς δικῆς μας (ὄχι τῶν Λατίνων), ξερνᾶ ἡ γῆ λείψανα καί κόκκαλα παλαιά ἀνθρώπινα, ἀπό τά ὁποία γεμίζει ἕνας εὐρύχωρος κάμπος, τά ὁποία στέκονται ἕως τήν Πέμπτη τῆς Ἀναλήψεως, καί τότε κρύβονται καί παντελῶς δέν φαίνονται, μέχρι νά ἔλθει πάλι ἡ Μεγάλη Πέμπτη.
Αὐτό δέν εἶναι κανένας μύθος, ἀλλά ἀληθινό καί βέβαιο, μαρτυρημένο ἀπό παλαιούς καί νέους ἱστορικούς, μάλιστα δέ ἀπό τόν Γεώργιο Κορέσσιο τόν Χίο καί ἀπό τόν ἀοίδιμο πατριάρχη Ἱεροσολύμων Νεκτάριο[18], ὁ ὁποῖος τό διηγεῖται στόν ἀραβικό χρονογράφο, πού ἔγραψε, καί φαίνεται, ἀπ'ὅσα λέει παρακάτω, ὅτι τό εἶδε μέ τά μάτια του· (τά ἀνθρώπινα αὐτά κόκκαλα προμηνύουν τήν μέλλουσα ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ὅπως τά εἶδε καί ὁ προφήτης Ἱεζεκιήλ).
β) Ἐπίσης, ὁ ρηθείς Κορέσσιος γράφει ὅτι ὁ Πασχασίνος ἔγραφε πρός τόν Λέοντα ὅτι, ὅταν ἑόρταζαν κάποτε τό Πάσχα οἱ μέν ἀνατολικοί τήν 22α Ἀπριλίου, οἱ δέ δυτικοί τήν 25η Μαρτίου, μιά βρύση, ἡ ὁποία προηγουμένως ἦταν ξηρά, γέμισε ἀπό νερό τήν 22α Ἀπριλίου, δηλαδή στό δικό μας Πάσχα καί ὄχι τῶν Λατίνων.
γ) Τέλος, ὁ Δοσίθεος Ἱεροσολύμων[19] στό ιβ΄ βιβλίο του περί τῶν ἐν Ἱεροσολύμοις πατριαρχευσάντων, διηγεῖται ὅτι, εὑρισκόμενος κάποτε ὁ Ἱεροσολύμων Παΐσιος στό Βελλιγράδι, ἀκολούθησε ἕνα θαῦμα, βεβαιωτικό μέν τοῦ δικοῦ μας καλανταρίου, ἀναιρετικό δέ τοῦ τῶν Λατίνων· δηλαδή ἡ ζύμη, πού ζυμώθηκε ἀπό κάποια Λατίνα κατά τήν ἡμέρα τοῦ προφήτου Ἠλιού, μεταβλήθηκε σέ πέτρα σκληρή, κίσσηρα[20].
Συνοδικός ἀναθεματισμός τοῦ Λατινικοῦ καλανταρίου ἀπό τή Σύνοδο τῆς Κων/λεως τοῦ 1593
Ὁ αὐτός Δοσίθεος ἀναφέρει ὅτι τόν Φεβρουάριο τοῦ 1593 συνεκλήθη Σύνοδος στήν Κων/λη στόν ναό τῆς Παμμακαρίστου, στήν ὁποία συμμετεῖχαν ὁ Κων/λεως Ἱερεμίας, ὁ Ἀλεξανδρείας Μελέτιος, ὁ ὁποῖος ἐπεῖχε καί τόν τόπο τοῦ Ἀντιοχείας Ἰωακείμ καί ὁ Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος, ἡ ὁποία καθόρισε νά γίνεται τό Πάσχα, ὅπως τό διόρισε ἡ Α΄ Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος, καί ἀναθεμάτισε τό νέο καλαντάριο, πού ἐπινοήθηκε ἀπό τούς Λατίνους[21].
Διαφορά πίστεως στόν Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση
Πέραν τῶν ἀνωτέρω δέν μπορεῖ ἐκ τῶν πραγμάτων νά ὑπάρξει κοινό Πάσχα Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν, διότι αὐτοί δέν πιστεύουν στό Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση, ὅπως διδάσκει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Ὑπάρχει μέγα χάσμα μεταξύ Παπισμοῦ καί Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σχετικά μέ τό Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση. Ὡς γνωστόν, οἱ αἱρετικοί Παπικοί ὑπερτονίζουν τή Σταύρωση καί ὑποτονίζουν τήν Ἀνάσταση. Κέντρο τους εἶναι ὁ Σταυρός καί ὄχι ἡ Ἀνάσταση. Τό γεγονός αὐτό, βεβαίως, ἔρχεται ὡς φυσικός ἀπότοκος καί ἀπόρροια τῆς κακόδοξης διδασκαλίας τους περί ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης, ἀλλά καί τῆς ἀπογυμνώσεως τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν Θεότητα, μέ ἀποτέλεσμα τόν οὐμανισμό, ἀνθρωπισμό. Γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅμως, κέντρο παραμένει, ὄχι ὁ Ἐσταυρωμένος, ἀλλά ὁ Ἀναστημένος Θεάνθρωπος, χωρίς βεβαίως νά παραγνωρίζεται καί νά παραγκωνίζεται ἡ σημασία τῆς Σταυρικῆς Θυσίας . Χαρακτηριστικό γνώρισμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι ὁ σταυροαναστάσιμος χαρακτήρας, ἡ χαρμολύπη. Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπου ἀσκούμασθε σταυρικά, λαμβάνουμε τήν πείρα τῆς Ἀναστάσεως. Ὅλα στήν Ἐκκλησία μας εἶναι ἀναστάσιμα, γιατί ὅλα εἶναι σταυρικά. Ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι Ἐκκλησία τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως. Χωρίς Σταυρό δέν ὑπάρχει Ἀνάσταση. Ἀλλά οὔτε καί Σταυρός ὑπάρχει, πού νά μήν ἀκολουθεῖται ἀπό τήν Ἀνάσταση. Γι’αὐτό οἱ Ὀρθόδοξοι ἑορτάζουμε καί τή Μ. Παρασκευή ἀναστάσιμα, ἐνῶ οἱ Δυτικοί καί τό Πάσχα σταυρώσιμο[22].
Ἐπίλογος
Ἐν κατακλεῖδι, μετά τά ἀνωτέρω, πιστεύουμε ὅτι ἀπαιτεῖται ἄμεσα ἀντίδραση, γιά νά ματαιωθοῦν τά σχέδια τοῦ Βατικανοῦ, τοῦ ΠΣΕ καί τοῦ Φαναρίου. Κοινός ἑορτασμός τοῦ Πάσχα δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει, ἐάν τό Βατικανό δέν ἀποκηρύξει τίς πλάνες του καί τίς αἱρέσεις του καί ἐάν ὁ Πάπας δέν ἀποκηρύξει τίς θέσεις του ὅτι εἶναι τοποτηρητής τοῦ Χριστοῦ στή γῆ, ἀλάθητος καί ἄρα ἡμίθεος κ.λπ. Ἐάν τό Βατικανό καί ὁ Παπισμός του δέν ἀποκηρύξει ὅλες τίς αἱρέσεις του, θά εἶναι σάν οἱ Ὀρθόδοξοι νά τίς νομιμοποιοῦν καί νά ἀποδέχονται τήν αἵρεση στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ κοινός ἑορτασμός τοῦ Πάσχα προϋποθέτει καί Συλλείτουργο μεταξύ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί Πάπα. Αὐτό σημαίνει ὅτι σέ μία τέτοια περίπτωση θά ἔχουμε καί κοινό ποτήριο, ἄνευ τῆς ἀποκηρύξεως ὑπό τοῦ παπισμοῦ τῶν αἱρέσεων, τῶν κακοδοξιῶν του καί τῆς διαστρεβλώσεως τοῦ Εὐαγγελίου καί τῶν διδαχῶν τῶν Ἀποστόλων, δηλ. ψευδοένωση μέ ἀπρόβλεπτες συνέπειες γιά την ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, γιά τίς ὁποῖες μοναδικοί ὑπαίτιοι καί ὑπεύθυνοι θά εἶναι πρωτίστως ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος καί οἱ συνοδοιποροῦντες αὐτῶ.
* * * * * *
[1] Ἐφημερίδα La Stampa 27-5-2014: http://www.amen.gr/article18180.
[2] «Συνεορτασμόν τοῦ Πάσχα μέ τούς ἑτεροδόξους ἀνακινεῖ τό Πατριαρχεῖον», Ὀρθόδοξος Τύπος (9-2-1996).
[3] Περιοδικὸ «Ὀρθόδοξος Ἐνημέρωσις», ἀρ. 23 (Ἰανουάριος - Μάρτιος 1977) σσ. 83-84.
[4] ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Θ. ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ, ῾Ιστορία τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, ἔκδ. β´, σσ. 213-14, 223-24, 365-66, Θεσσαλονίκη 1984.
[5] ἐφημ.. “Καθολική”, ἀριθ. 2744/ 21.6. 1994, σ. 1.
[6] Περιοδ. “᾿Εκκλησία”, ἀριθ. 2/1.2. 1995, σ. 76 καὶ περιοδ. “᾿Επίσκεψις”, ἀριθ. 509/30.9.1994, σσ. 3–12.
[7] Περιοδ. “᾿Ενημέρωσις”, Ι-1994/9, σ. 6 καὶ περιοδ. “MECC News – Report”, Νο 11-12/November – December 1994, p. 4.
[8] Περιοδ. “᾿Απόστολος Βαρνάβας” Κύπρου, Μάρτιος 1995, σσ. 120 –130, περιοδ. “᾿Ενημέρωσις”, Ι– 1994/11–12, σσ. 3–4, ἐφημερ. “Καθολική”, ἀριθ. 2765/17.1.1995, σ. 1, περιοδ. “Πάνταινος” ᾿Αλεξανδρείας, ᾿Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1994, σελ. 29, περιοδ. “MECC News - Report”, Νο 11-12/November – December 1994, p. 9, περιοδ. “Ecumenical News International” - Bulletin, Νο 6/21.11.1994, p. 15-17.
[9] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, «Συμμετοχή κατεγνωσμένων αἱρετικῶν στή θεία Λατρεία», Θεοδρομία ΙΓ΄ 2 (Ἀπρίλιος-Ἰούνιος 2011), 250-252.
[10] http://aktines.blogspot.gr/2012/03/blog-post_1650.html.
[11] http://aktines.blogspot.gr/2012/11/2013_30.html.
[12] http://katanixis.blogspot.gr/2013/04/blog-post_947.html.
[13] http://katanixis.blogspot.gr/2014/04/2-2014-2014.html.
[14] Γ. ΖΕΡΒΟΣ, «Νέαι ἀποκαλύψεις διά τόν κοινόν ἑορτασμόν τοῦ Πάσχα μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν», Ὀρθόδοξος Τύπος (9-11-2012): http://entoytwnika.blogspot.com/2012/11/blog-post_9.html#ixzz2QWv9E2qq
[15] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Ἐπιστολή πρός τήν Α.Θ.Π., τόν Ἀρχιεπίσκοπον Κωνσταντινουπόλεως καί Νέας Ρώμης καί Οἰκουμενικόν Πατριάρχην κ.κ. Βαρθολομαῖον, 27-6-2013.
[16] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Λόγος εἰς τούς τά πρώτα Πάσχα νηστεύοντας.
[17] http://www.agioritikovima.gr/oikpa/item/34148.
[18] ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Ἀραβικός χρονογράφος, σ. 266.
[19] ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Δωδεκάβιβλος· περί τῶν ἐν Ιεροσολύμοις πατριαρχευσάντων, βιβλίο 12ο, κεφ. 2ο, § β ΄, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 1983, σσ. 105-106.
[20] ἈΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ἈΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, σσ. 8-9.
[21]ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, ἔνθ' ἀνωτ, σσ. 231-232.
[22] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Ἐπιστολή πρός τήν Α.Θ.Π., τόν Ἀρχιεπίσκοπον Κωνσταντινουπόλεως καί Νέας Ρώμης καί Οἰκουμενικόν Πατριάρχην κ.κ. Βαρθολομαῖον, 27-6-2013 καί ΑΡΧΙΜ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΨΑΝΗΣ, Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ καί ἡ σημασία του στή ζωή μας, ἐκδ. Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 1993, σσ. 46-47.
(Πηγή: «π. Άγγελος Αγγελακόπουλος: Προς κοινό εορτασμό Πάσχα Ορθοδόξων και αιρετικών Παπικών;», πρωτοπρεσβ. π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος, Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου)
Ο ΚΟΙΝΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ
Ἐν Πειραιεῖ 18-6-2016
πρωτοπρεσβ. π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος ἐφημ. Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Νέας Καλλιπόλεως Πειραιῶς
Οἱ οἰκουμενιστές, σπεύδοντας ὅπως-ὅπως σέ μία πρόωρη καί ψευδῆ ἕνωση μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῆς αἱρέσεως τοῦ παπισμοῦ, καί μάλιστα ἐν ὄψει τῆς, ἐκτός ἀπροόπτου, συγκληθησομένης «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου» τοῦ 2016, εἶναι ἑπόμενο νά ἀνακινοῦν καί τό θέμα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα[1] μεταξύ Ὀρθοδόξων, παπικῶν καί προτεσταντῶν.
Μέσα σ’αὐτό τό πλαίσιο, ὁ αἱρεσιάρχης «πάπας» Φραγκίσκος, σύμφωνα μέ τό Ἀθηναϊκό Πρακτορεῖο, κατά τήν ὁμιλία του μέ τήν εὐκαιρία τῆς διεθνοῦς συνάντησης τῶν καθολικῶν κληρικῶν δήλωσε:
«Ἡ (Ρωμαιοκαθολική) Ἐκκλησία εἶναι διατεθειμένη νά ὁρίσει μιά σταθερή ἡμερομηνία γιά τό Πάσχα, ὥστε νά μπορεῖ νά γιορτάζεται τήν ἴδια ἡμέρα ἀπό ὅλους τούς χριστιανούς. Ἀπό τούς Καθολικούς, Ὀρθόδοξους καί Προτεστάντες.»
Σύμφωνα μέ τό τηλεγράφημα, ὁ «πάπας» πρόσθεσε ὅτι:
«... ἡ Καθολική Ἐκκλησία εἶναι διατεθειμένη νά σταματήσει νά ἀκολουθεῖ τήν καθορισμένη, ἕως τώρα, ἡμερομηνία, ἡ ὁποία ἀντιστοιχεῖ στήν πρώτη πανσέληνο μετά τήν ἐαρινή ἰσημερία[2].»
Ἡ δήλωση αὐτή ἔρχεται ὡς συνέχεια μιᾶς προηγουμένης δηλώσεως σχετικά μέ τό Πάσχα, πού εἶχε κάνει ὁ «πάπας» Φραγκῖσκος τόν Μάιο τοῦ 2014 στούς δημοσιογράφους, ὅταν τόν ρώτησαν στό ἀεροπλάνο, κατά τήν ἐπιστροφή του στή Ρώμη ἀπό τούς Ἁγίους Τόπους, ὅπου συναντήθηκε μέ τον οἰκουμενιστή Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο, γιά τήν σχέση του μέ τούς Ὀρθοδόξους. Εἶπε τότε:
«Συζητήσαμε ὥστε νά γίνει κάτι καί γιά τό θέμα τοῦ Πάσχα. Εἶναι ἀστεῖο νά ρωτᾶς: "πές μου ὁ Χριστός σου πότε ἀνασταίνεται; Ὁ δικός μου τήν ἑπόμενη ἑβδομάδα. Ὁ δικός μου ἀντιθέτως ἀναστήθηκε τήν προηγούμενη ἑβδομάδα". Μέ τόν Βαρθολομαῖο συζητᾶμε σάν ἀδέλφια, ἔχουμε μιά σχέση ἀγάπης, λέει ὁ ἕνας στόν ἄλλο τίς δυσκολίες, πού ἀντιμετωπίζει σέ θέματα διοίκησης[3].»
Πρώτη ἡ Β΄ Βατικανή ψευδοσύνοδος ἀνεκίνησε τό θέμα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα. Στίς 4-12-1963 δήλωσε:
«Ἡ Ἁγία Σύνοδος δέν ἐναντιοῦται εἰς τό νά ὁρισθῆ παγία Κυριακή διά τήν ἑορτήν τοῦ Πάσχα ἐν τῶ Γρηγοριανῶ Ἡμερολογίω, συγκατανευόντων ὅσων ἐνδιαφέρονται σχετικῶς, ἰδία δέ τῶν διϊσταμένων πρός τήν κοινωνίαν τῆς Ἀποστολικῆς Ἔδρας ἀδελφῶν…[4].»
Ὁ μέγας οἰκουμενιστής Οἰκουμενικός Πατριάρχης κυρός Ἀθηναγόρας, συστοιχούμενος στή δήλωση τῆς Β΄ Βατικανῆς, ἔγραψε:
«Καί αὔθις ἐπαναλαμβάνομεν εἰς ὅλον τόν χριστιανικόν κόσμον ὡς ἡμέραν κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα τήν δευτέραν Κυριακήν τοῦ Ἀπριλίου, ἐλπίζοντες ὅτι ὁ κοινός οὗτος ἑορτασμός, ὁ σταθερός, θά ἀποτελέση ὄχι μόνον ἕν σύμβολον, ἀλλά καί μίαν θετικήν συμβολήν εἰς τήν τελείωσιν τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος[5].»
Ὁ Οἰκ. Πατριάρχης κυρός Ἀθηναγόρας ἔβλεπε τόν κοινό ἑορτασμό ὡς μέσο ἑνώσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τήν αἵρεση τοῦ παπισμοῦ. Ἀλλοίμονο, ὅμως, ἐάν τό ἱερό θέμα τῆς ἑνώσεως ἀντιμετωπισθεῖ μέ μία πρώτη μεγάλη ὑποχώρηση τῶν Ὀρθοδόξων ἔναντι τοῦ κράτους τοῦ Βατικανοῦ στό θέμα τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα!
Σέ τί ἔβλαψε τήν ἑνότητα τῶν πρώτων χριστιανῶν τό γεγονός ὅτι ὁ ἅγιος Πολύκαρπος Ἐπίσκοπος Σμύρνης καί ὁ ἅγιος Ἀνίκητος Ἐπίσκοπος Ρώμης δέν συμφώνησαν ὡς πρός τήν ἡμέρα τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα; Ὡς γνωστόν, ἄλλη μέρα ἑόρταζαν τό Πάσχα οἱ Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς καί ἄλλη ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, κι ὅμως κανένα σχίσμα δέν προκλήθηκε, διότι ὑπῆρχε ἡ ἑνότητα τῆς πίστεως, τῆς λατρείας καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως. Εἶναι χαρακτηριστική ἐν προκειμένω ἡ μαρτυρία τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου:
«Οὔτε ὁ Ἀνίκητος μπόρεσε νά πείσει τόν Πολύκαρπο νά μήν τηρήσει αὐτά, τά ὁποία, μαζί μέ τόν Ἰωάννη, τόν μαθητή τοῦ Κυρίου μας, καί τούς ὑπολοίπους Ἀποστόλους, μέ τούς ὁποίους συναναστράφηκε, πάντοτε τηροῦσε· οὔτε καί ὁ Πολύκαρπος ἔπεισε τόν Ἀνίκητο νά τά τηρήσει, ἐπειδή ἔλεγε ὅτι ὀφείλει νά συνεχίσει τήν συνήθεια τῶν πρό αὐτοῦ πρεσβυτέρων. Ἔτσι ἐχόντων τῶν πραγμάτων, κοινώνησαν μεταξύ τους… καί μέ εἰρήνη χωρίσθηκαν, ἔχοντας ὅλη ἡ Ἐκκλησία εἰρήνη, καί αὐτοί, πού τηροῦσαν, καί αὐτοί, πού δέν τηροῦσαν[6].»
Σήμερα, ὅμως, ποιά τελείωση τῆς χριστιανικῆς ἑνότητας μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ μέσω τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, ὅταν παραμένει ἄθικτο τό μεσότοιχο τοῦ φραγμοῦ, τό ὁποῖο ὕψωσε ὁ παπισμός, μέσω τοῦ πρωτείου, τοῦ ἀλαθήτου, τῆς οὐνίας καί τοῦ ὀρμαθοῦ τῶν ὑπολοίπων παπικῶν πλανῶν σχετικά μέ τήν πίστη καί τήν λατρεία;
Εἶναι ἀληθές ὅτι, μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, ἡ ἀσυμφωνία γιά τόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα κορυφωνόταν μεταξύ κάποιων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Ἡ ἀσυμφωνία γινόταν ἀφορμή νά ἑορτάζεται συχνά δύο φορές τό Πάσχα μέσα στό ἴδιο ἔτος, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος Κύπρου[7]. Ἡ ἀσυμφωνία αὐτή ὀδηγοῦσε κάποιες Ἐκκλησίες καί στόν κοινό ἀκόμη ἑορτασμό μεταξύ Χριστιανικοῦ καί ἰουδαϊκοῦ Πάσχα! Ἡ ἐν Νικαία Α΄ Ἁγία καί Οἰκ. Σύν. συνεκλήθη, ἀκριβῶς γιά νά καταδικάσει τήν αἵρεση τοῦ Ἀρείου καί νά ὁρίσει ὅσα ἀφοροῦν τόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα, σύμφωνα μέ τόν Μ. Ἀθανάσιο[8]. Ὁ Κανών τῆς Α΄ Ἁγίας καί Οἰκ. Συν., πού θεσπίζει τά τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, δέν διασώθηκε. Ὅμως, στόν ἐν λόγω κανόνα, ἐκτός ἀπό τόν Μ. Ἀθανάσιο, ἀναφέρεται καί ἐπιστολή τοῦ Μ. Κων/νου[9]. Ἡ ἀπόφαση τῆς Συνόδου, ἐκτός τῶν ἄλλων, ἦρε καί τό ἄτοπο τοῦ συνεορτασμοῦ τοῦ Πάσχα μέ τούς Ἰουδαίους, τούς «Πατροκτόνους καί Κυριοκτόνους»[10]. Στόν περί τοῦ Πάσχα ἱερό Κανόνα τῆς Α΄ Ἁγίας καί Οἰκ. Συν. ἀναφέρεται καί ὁ ἱστορικός Σωκράτης, ὁ ὁποῖος διέσωσε σχετική ἐπιστολή τῆς Συνόδου[11]. Στόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα ἀναφέρονται ἐπίσης ὁ Ζ΄ Κανών τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων[12] καί οἱ Διαταγές τῶν Ἀποστόλων[13]. Ὁ Α΄ Κανών τῆς ἐν Ἀντιοχεία Συνόδου (341) ἀπαιτεῖ τήν τήρηση τῶν θεσπισθέντων ἀπό τήν Α΄ Ἁγία καί Οἰκ. Σύν. σχετικά μέ τόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα[14]. Στόν καθορισμό τῆς ἡμέρας τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἀναφέρεται ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος[15].
Οὔτε ἡ Α΄ Ἁγία καί Οἰκ. Σύν., οὔτε οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, πού ἀναφέρονται στόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα, κάνουν λόγο γιά «πάγια Κυριακή», κατά την ὁποία πρέπει νά ἑορτάζεται ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Ἡ Β΄ Βατικανή ψευδοσύνοδος καί ὁ μέγας οἰκουμενιστής Οἰκ. Πατριάρχης κυρός Ἀθηναγόρας, πού ἀκολουθοῦσε σέ ὅλα τόν αἱρεσιάρχη «πάπα» Παῦλο ΣΤ΄ - ὅπως καί σήμερα ὁ ἕτερος οἰκουμενιστής Οἰκ. Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος ἀκολουθεῖ τόν αἱρεσιάρχη «πάπα» Φραγκῖσκο - ἀνεκίνησαν θέμα «παγίας Κυριακῆς», ἐρχόμενοι σέ ἀντίθεση μέ τήν Α΄ Ἁγία καί Οἰκ. Σύνοδο. Οὔτε λίγο οὔτε πολύ οἱ οἰκουμενιστές θεωροῦν ὅτι ἡ μεταρρύθμιση τοῦ ἱεροῦ Κανόνος τῆς Α΄ Ἁγίας καί Οἰκ. Συν., σχετικά μέ τόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα, ἀποτελεῖ ἀπαρχή γενικότερης ἐκθεμελιώσεως τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί συνοδικῆς νομιμοποιήσεως τῆς μετακανονικῆς αἱρέσεως, ἡ ὁποία θά συντελεσθεῖ ἀπό τούς ψευδενωτικούς οἰκουμενιστές κατά τήν προσεχῆ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο . Καί μόνο αὐτή ἡ τοποθέτηση εἶναι ἰκανή νά χύσει ἄπλετο φῶς στούς σκοπούς, πού κρύβονται κάτω ἀπό τήν ἐπιθυμία τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα. Οὐσιαστικά, οἱ οἰκουμενιστές, θεωρώντας τόν ἱερό Κανόνα τῆς Α΄ Ἁγίας καί Οἰκ. Συν. σχετικά μέ τόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα, ὡς ἀπόφαση ἀνθρώπων, ὅπως ἐμεῖς, θέτουν τούς ἑαυτούς τους στό ἴδιο ἤ καί ἀνώτερο ἐπίπεδο μέ τούς ἁγίους θεοφόρους καί Οἰκουμενικούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας! Οἰ οἰκουμενιστές, χάριν τῶν ψευδενωτικῶν σχεδίων τους, θεωροῦν ὡς ξεπερασμένες παραδόσεις τούς Ἱερούς Κανόνες τῆς Α΄ Ἁγίας καί Οἰκ. Συνόδου.
Ὁ ἀποθανών καθηγητής Ἰωάννης Φουντούλης ἐξέφρασε ἐπιφυλάξεις ὡς πρός τίς σοβαρές ἀνωμαλίες, πού ἐνδέχεται νά προκαλέσει ὁ κοινός ἑορτασμός τοῦ Πάσχα στούς κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Εἶπε:
«Για κανένα λόγο, χάριν αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ (τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ), δέν μπορεῖ νά θυσιαστεῖ ἡ λειτουργική ἐν προκειμένω ἑνότητα τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Εἶναι προτιμότερο νά ἑορτάζουμε τό Πάσχα σέ ἄλλη ἀπό τίς ἄλλες Ἐκκλησίες ἡμέρα… ὅλοι ὅμως οἱ Ὀρθόδοξοι μαζί, παρά νά προκληθεῖ λειτουργική διάσπαση, νέες ἔριδες, σκάνδαλα καί σχίσματα στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας μας. Στήν ἑορτολογική διαίρεση τοῦ Ἰουλιανοῦ καί τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν τοῦ ἔτους καί στό σχίσμα τῶν (ζηλωτῶν) παλαιοημερολογιτῶν, δέν πρέπει νά προστεθεῖ διάσπαση καί ὡς πρός τόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα καί νέο σχίσμα Παλαιοπασχιτῶν[16].»
Ὁ Σεβ. Μητρ. Πρεβέζης κυρός Μελέτιος Καλαμαρᾶς, ἀναφερόμενος στό θέμα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα εἶχε δηλώσει:
«Τό θέμα εἶναι σοβαρό καί πολύπλοκο, ὥστε νά ἐπιβάλει σύνεση πρός ἀποφυγή νέων σκανδάλων στήν Ἐκκλησία»[17].
Ὁ Μακ. Ἀρχιεπ. Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κυρός Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ἀναφερόμενος στό θέμα τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, ἔγραψε:
«Κατά τόν 16ο αἰῶ., ἐπί πάπα Γρηγορίου ΙΓ΄, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, προβαίνοντας στήν διόρθωση τοῦ ἡμερολογίου, συμμετέβαλε καί τόν Πασχάλιο Κανόνα, μέ τρόπο πού ἀντιβαίνει στήν διάταξη τῆς Α΄ Οἰκ. Συν. Ἡ μεταβολή δέ αὐτή ἀποτελεῖ τό κυριότερο γνώρισμα τῆς Γρηγοριανῆς χρονολογήσεως ἀπό ἐκκλησιαστικῆς ἀπόψεως. Ἡ Α΄ Οἰκ. Σύν. θέλησε νά συνεορτάζουν ὅλοι μαζί οἱ χριστιανοί τήν ἴδια ἡμέρα τό Πάσχα καί μάλιστα μετά τό Ἰουδαϊκό Πάσχα. Ἀλλά, ἡ Γρηγοριανή μεταρρύθμιση παραβίασε αὐτούς τούς ὅρους. Γι’αὐτό ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία οὔτε τήν παραδέχθηκε, οὔτε μπορεῖ νά τήν παραδεχθεῖ…[18].»
Στήν παπική καινοτομία περί τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα ἔχει ἀναφερθεῖ καί ὁ Κ. Τσιρπανλῆς. Ἔγραψε:
«Ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία, ἐπειδή ἀποδέχθηκε καί ἐπεκύρωσε τό Γρηγοριανό Ἡμερολόγιο κατά τό ἔτος 1582, καινοτόμησε, ἀντίθετα μέ τήν ἀπόφαση τῆς Α΄ Οἰκ. Συν., πού ἀφορᾶ στόν προσδιορισμό τῆς ἡμερομηνίας τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Χριστιανικοῦ Πάσχα. Διότι, αὐτή ἔκτοτε ἔπαυσε νά παρακολουθεῖ τό Ἑβραϊκό Πάσχα, καί τελεῖ τό Πάσχα της, κάθε ἔτος, τήν πρώτη Κυριακή μετά τήν πρώτη πανσέληνο τῆς ἑαρινῆς ἰσημερίας, ἀνεξαρτήτως τοῦ γεγονότος, ἐάν τό Ἑβραϊκό ἔχει προηγουμένως τελεσθεῖ ἤ ὄχι… Ἡ Ἀνατολική Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἀντιθέτως, πιστός φύλακας τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐν Νικαία Συνόδου, ἐξακολουθεῖ μέχρι καί σήμερα νά τηρεῖ καί νά ἐφαρμόζει τόν Πασχάλιο Κανόνα, τόν ὁποῖο ὅλη ἡ Χριστιανοσύνη εἶχε ὁρίσει τότε…[19].»
Εἶναι ἄξιο ἰδιαίτερης προσοχῆς ὅτι ὁ Μακ. Ἀρχιεπ. Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κυρός Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, μολονότι εἰσηγήθηκε καί ἐπέβαλε τήν ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου, δέν τόλμησε νά μεταβάλει ὅσα ἀφοροῦσαν στόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα, κι αὐτό γιά νά μήν ἔρθει σέ ἀντίθεση μέ τήν διάταξη τῆς Α΄ Οἰκ. Συν. Στήν ἐγκύκλιο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τοῦ 1924, μέ τήν ὁποία ἐξήγγειλλε ὁ κυρός Χρυσόστομος τήν ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου, διεκήρυξε κατηγορηματικῶς γιά τόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα:
«Οἱ ἀκίνητες ἑορτές θά συμπίπτουν καί θά ἑορτάζονται κατά τίς ἀνέκαθεν ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καθορισμένες ἡμερομηνίες, οἱ δέ κινητές ἑορτές κατά τίς στό Πασχάλιο ἡμέρες, ὀνομαζόμενες ὅμως μέ τίς ἡμερομηνίες τοῦ διορθωμένου ἡμερολογίου… Ἀμετάβλητες μένουν καί ὅλες οἱ ἑορτές, πού ἐξαρτῶνται ἀπό τό Πάσχα, ἀριθμούμενες μόνο καί ὀνομαζόμενες κατά τή νέα χρονολόγηση τοῦ διορθωμένου Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου…[20].»
Κατά τούς χρόνους τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ὑπῆρχαν αὐτοί, πού ἀθετοῦσαν τήν διάταξη τῆς Α΄ Οἰκ. Συν. ὡς πρός τόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα. Ὁ ἱερός Πατήρ, στηλιτεύοντας κάθε ἀθέτηση τῶν θεσπισθέντων ἀπό τήν Ἁγία Σύνοδο, γράφει:
«Τριακόσιοι Πατέρες ἤ καί περισσότεροι, ἀφοῦ συνῆλθαν στήν χώρα τῶν Βιθυνῶν, νομοθέτησαν αὐτά· καί ἀτιμάζεις ὅλους ἐκείνους;… Ἐσύ δέν καταφρονεῖς μόνο ἐκείνους, ἀλλά καί ὅλη τήν οἰκουμένη, παρ’ ὅλο πού αὐτή ἐπαίνεσε τήν γνώμη τους[21].»
Σ’αὐτούς, πού ἀθετοῦν τήν Α΄ Οἰκ. Σύν., χάριν χρονολογικῆς ἀκριβείας στόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα, ἀπαντᾶ ὁ ἅγιος:
«Ἐσύ δέν προτιμᾶς τήν συμφωνία τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν χρόνο, καί, γιά νά φανεῖς ὅτι παρατηρεῖς τίς ἡμέρες, φαίρεσαι ἀπρεπῶς σάν μεθυσμένος στήν κοινή μητέρα ὅλων μας καί διασπᾶς τήν ἁγία σύνοδο. Καί πῶς θά ἦσουν ἄξιος συγνώμης, ἀφοῦ γιά μηδαμινό πρᾶγμα διαλέγεις νά ἁμαρτήσεις τόσο πολύ[22];»
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος προτιμᾶ ἀκόμη, χάριν τῆς πιστῆς τηρήσεως τῶν ἱερῶν Συνοδικῶν θεσπισμάτων, νά ἑορτάζουμε τό Πάσχα ἔστω καί μέ ἑσφαλμένη χρονολογία. Εἶναι προτιμότερος ὁ ἑορτασμός μέ ἐσφαλμένη χρονολογία ἀπό τήν ἀθέτηση τῆς Α΄ Οἰκ. Συν. καί ἀπό τά ἐπαπειλούμενα σχίσματα στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πού τυχόν προκύψουν ἀπό τήν ἀθέτηση. Γράφει:
«Παντοῦ ἀκολουθοῦμε τήν Ἐκκλησία μέ ἀκρίβεια, προτιμῶντας ἀπ’ὅλα τήν ἀγάπη καί τήν εἰρήνη. Γιατί, ἀκόμη καί ἄν ἔσφαλλε ἡ Ἐκκλησία, δέν θά ἦταν τόσο μεγάλο κατόρθωμα ἡ ἀκριβής τήρηση τῶν χρόνων, ὅσο μεγάλο ἔγκλημα εἶναι ἡ διαίρεση καί τό σχίσμα αὐτό… Γιατί, οὔτε ἡ Ἐκκλησία γνωρίζει τήν ἀκρίβεια τῶν χρόνων· ἀλλά, ἐπειδή στήν ἀρχή φάνηκε καλό σέ ὅλους τούς πατέρες, πού ἦσαν διηρημένοι, νά συνέλθουν μαζί καί νά ὁρίσουν αὐτήν τήν ἡμέρα τοῦ ἑορτασμοῦ, ἡ Ἐκκλησία, πού παντοῦ τιμᾶ τήν συμφωνία καί ἀγαπᾶ τήν ὁμόνοια, δέχθηκε τό ἀποφασισθέν[23].»
Οἱ σαφεῖς καί κατηγορηματικοί λόγοι τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου ἀποτελοῦν ἀπάντηση σέ ὅλους τούς ψευδενωτικούς οἰκουμενιστές τῆς ἐποχῆς μας, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν ξεπερασμένες παραδόσεις τούς Ἱερούς Κανόνες τῆς Α΄ Οἰκ. Συν., ἐν ὀνόματι τῆς χρονικῆς ἀκριβείας τῶν ἀστρονομικῶν ὑπολογισμῶν. Ἐπειδή δηλ. ἡ πάντοτε καινοτομοῦσα αἱρετική παρασυναγωγή τοῦ παπισμοῦ κατά τόν 16ο αἰῶ., ἐπί «πάπα» Γρηγορίου ΙΓ΄, μετέβαλε τόν Πασχάλιο Κανόνα, κατά τρόπο πού ἀντιβαίνει στήν διάταξη τῆς Α΄ Οἰκ. Συν.[24], εἶναι ὑποχρεωμένη καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία νά ἀθετήσει τήν Α΄ Οἰκ. Συν. καί νά εὐθυγραμμισθεῖ ἐν προκειμένω μέ τόν σχισματικό καί αἱρετικό παπισμό, χάριν μιᾶς ψευδοῦς ἑνώσεως;
Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἀναφερόμενος στόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα, ὑπογραμμίζει ἰδιαιτέρως τούς λόγους τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, οἱ ὁποῖοι θέτουν τήν τήρηση τῆς διατάξεως τῆς Α΄ Οἰκ. Συν. ὑπεράνω τῆς χρονικῆς ἀκριβείας, πού ζητεῖται ἀπό τούς ἀστρονόμους. Σ’αὐτούς, πού ἐπιθυμοῦν μεταρρύθμιση, χάριν μεγαλύτερης χρονολογικῆς ἀκριβείας, ὡς πρός τήν ἡμέρα τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, ἀπαντᾶ ὁ ἅγιος Νικόδημος:
«Γιατί, ἅς γνωρίζουν ὅτι καί οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι, πού ἔγιναν μετά τήν πρώτη, καί οἱ ὑπόλοιποι Πατέρες, ἔβλεπαν ναί καί αὐτοί, ὡς σοφοί πού ἦταν, πώς κατέβηκε πολύ ἡ ἰσημερία· ἀλλ'ὅμως δέν θέλησαν νά τήν μεταθέσουν ἀπό τήν 21η Μαρτίου, πού τήν βρῆκε ἡ Α΄ Σύνοδος, προτιμώντας περισσότερο τήν συμφωνία καί τήν ἕνωση τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τήν ἀκρίβεια τῆς ἰσημερίας, ἡ ὁποία δέν προξενεῖ, οὔτε στήν εὕρεση τοῦ δικοῦ μας Πάσχα καμμία σύγχυση, οὔτε βλάβη στήν εὐσέβεια, μάλιστα δέ καί προξενεῖ αὐτή ἡ ἀκρίβεια στούς Λατίνους δύο μεγάλες ἀτοπίες, τό νά ἑορτάζουν δηλ. τό Πάσχα ἤ μαζί μέ τούς Ἰουδαίους, τό ὁποῖο εἶναι ἐναντίον στόν ζ΄ Ἀποστολικό Κανόνα, ἤ πρίν τούς Ἰουδαίους[25].»
Ἄς σημειωθεῖ ὅτι ἡ Α΄ Οἰκ. Συν., κανονίζοντας τά τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, ἀπευθυνόταν στίς ἀρχαῖες τοπικές Ἐκκλησίες τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς, Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Οὐδέποτε Οἰκουμενική Σύνοδος θά ἀσχολοῦνταν μέ τόν κοινό ἑορτασμό τοῦ Πάσχα μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν αἱρετικῶν καί σχισματικῶν κοινοτήτων τοῦ παπισμοῦ καί τοῦ προτεσταντισμοῦ, ὅπως προτείνουν ὁ «πάπας» Φραγκῖσκος καί οἱ οἰκουμενιστές.
Συμπεραίνοντας, θά θέλαμε νά τονίσουμε γι’ἀκόμη μία φορά ὅτι κάθε ἀπόπειρα ἀπό μέρους τῶν οἰκουμενιστῶν γιά ἐπιβολή τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα μεταξύ Ὀρθοδόξων, παπικῶν, πού ἀθέτησαν τήν διάταξη τῆς Α΄ Οἰκ. Συν., καί προτεσταντῶν, στούς μέν κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας θά προκαλέσει ἀσφαλῶς καί νέο φοβερό σχίσμα Παλαιοπασχιτῶν, για το ὁποῖο μοναδικοί ὑπεύθυνοι θά εἶναι οἱ οἰκουμενιστές, ἀντί δέ τῆς προσεγγίσεως, θά δημιουργήσει μεγαλύτερο χάσμα μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως. Ἡ ἀληθής ἕνωση δέν ἐπιτυγχάνεται μέ τήν δουλική προσαρμογή τοῦ ὀρθοδόξου Πασχαλίου πρός τήν λατινική καινοτομία, ἀλλά μέ τήν ἐπιστροφή τῆς σχισματικῆς καί αἱρετικῆς παπικῆς παρασυναγωγῆς στούς κόλπους τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, μέσω τῆς ἀποκηρύξεως τῶν παπικῶν αἱρέσεων (ἰδίως τοῦ πρωτείου, τοῦ ἀλαθήτου και τῆς οὐνίας) καί τῆς τηρήσεως τῆς διατάξεως τῆς Α΄ Οἰκ. Συν. σχετικά μέ τόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα[26].
* * * * * *
[1] Σχ. βλ. ΑΡΧΙΜ. ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΜΠΙΛΑΛΗΣ, Ὀρθοδοξία καί Παπισμός· ἡ ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν, τ. Β΄, ἔκδ. Ὀρθόδοξος Τύπος καί σύλλογος ‘Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης’, Ἀθήνα 2014, σσ. 570-579 καί ΜΟΝΑΧΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΜΠΙΛΑΛΗΣ, «Οἰκουμενισμός καί ἀλλαγή Πασχαλίου», ἐν Οἰκουμενισμός· γένεση-προσδοκίες-διαψεύσεις, Πρακτικά διορθοδόξου ἐπιστημονικοῦ συνεδρίου, Αἴθουσα τελετῶν Α.Π.Θ. 20-24/9/2004, τ. Β΄, ἐκδ. Θεοδρομία, Θεσ/κη 2008, σσ. 915-959.
[2] 12-6-2015 Ὁ Πάπας Φραγκίσκος προτείνει κοινή ἡμερομηνία ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα γιά ὅλους τούς χριστιανούς: http://www.amen.gr/article/o-papas-fragiskos-proteinei-koini-imerominia-eortasmou-tou-pasxa-gia-olous-tous-xristianous
[3] Ἐφημερίδα La Stampa 27-5-2014, http://www.amen.gr/article18180, Βλ. καί ἡμέτερο κείμενο μέ τίτλο «Πρός κοινό ἑορτασμό Ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν Παπικῶν»; 2-6-2014: http://www.impantokratoros.gr/2DCD94B2.el.aspx
[4] Πολυγραφημένα Πρακτικά Β΄ Οἰκουμενικοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Συμποσίου, Ἀθῆναι, 11-6-1969.
[5] «Καθολική» 1635 (18-6-1969) 3.
[6] ΑΓΙΟΣ ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ, Fragmenta III, PG 7, 1229B καί ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Ε΄, 24, PG 20, 505AB, 508A.
[7] ΑΓΙΟΣ ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ, Κατά αἱρέσεων III, 9, PG 42, 356AB.
[8] Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Ἐπιστολή περί τῶν γενομένων ἐν Ἀριμίνω τῆς Ἰταλίας καί ἐν Σελευκεία τῆς Ἰσαυρίας συνόδων, 5, PG 26, 688.
[9] ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΣ ΚΥΡΟΥ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Θ΄, PG 82, 936, 937.
[10] Ὅ. π., 936 καί ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Εἰς τόν βίον Κων/νου τοῦ βασιλέως, Γ΄ 19, PG 20, 1077CD.
[11] ΣΩΚΡΑΤΗΣ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, Θ΄, PG 67, 81C, 84A.
[12] «Εἴτις Ἐπίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος ἤ Διάκονος τήν ἁγίαν τοῦ Πάσχα ἡμέρα πρό της ἐαρινῆς ἰσημερίας μετά Ἰουδαίων ἐπιτελέσοι, καθαιρείσθω» ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σσ. 8-11.
[13] ΔΙΑΤΑΓΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ, Ε΄ 17, ΒΕΠΕΣ 2, 89.
[14] Ὅ. π., σσ. 406-407.
[15] ΑΓΙΟΣ ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ, Κατά αἱρέσεων II, 9, PG 41, 888BC.
[16] Πολυγραφημένα…
[17] «Καθολική» 1635 (18-6-1969) 3.
[18] «Ἐκκλησία» 41 (8-3-1924) 372.
[19] «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς» 611 (Μάιος - Ἰούνιος 1969) 276-277.
[20] «Ἐκκλησία» 41 (8-3-1924) 373.
[21] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Εἰς τούς τά πρῶτα Πάσχα νηστεύοντας, 3, Κατά Ίουδαίων 3, 3, PG 48, 865:
«Τριακόσιοι Πατέρες, ἤ καί πλείους, εἰς τήν Βιθυνῶν χώραν συνελθόντες ταῦτα ἐνομοθέτησαν· καί πάντας ἀτιμάζεις ἐκείνους;… Σύ δέ οὐ μόνον ἐκείνων καταγινώσκεις, ἀλλά καί τῆς Οἰκουμένης ἁπάσης, ἤ καί τήν ἐκείνων γνώμην ἐπήνεσεν.»
[22] Ὅ. π., 5, PG 48, 869:
«Σύ δέ οὐ προτιμᾶς τοῦ χρόνου τῆς Ἐκκλησίας τήν συμφωνίαν, ἄλλ’ἵνα δόξης ἡμέρας παρατηρεῖν, εἰς τήν κοινήν ἁπάντων ἡμῶν ἐμπαροινεῖς μητέρα καί τήν ἁγίαν διατέμνεις σύνοδον; Πῶς ἄν ἄξιος εἴης συγγνώμης, ὑπέρ τοῦ μηδενός τοσαῦτα ἁμαρτάνειν αἱρούμενος;»
[23] Ὅ. π., PG 48, 870-872:
«Πανταχοῦ τῆ Ἐκκλησία μετ’ἀκριβείας ἑπώμεθα, τήν ἀγάπην καί τήν εἰρήνην προτιμῶντες ἁπάντων. Εἰ γάρ καί ἐσφάλλετο ἡ Ἐκκλησία, οὐ τοσοῦτον κατόρθωμα ἀπό τῆς τῶν χρόνων ἀκριβείας ἦν, ὅσον ἔγκλημα ἀπό τῆς διαιρέσεως καί τοῦ σχίσματος τούτου… Οὐδέ γάρ ἡ Ἐκκλησία χρόνων ἀκρίβειαν οἶδεν· ἀλλ’ἐπειδή παρά τήν ἀρχήν πᾶσιν ἔδοξε τοῖς πατράσι διηρημένοις ὁμοῦ συνελθεῖν καί ταύτην ὁρίσαι τήν ἡμέραν, τήν συμφωνίαν πανταχοῦ τιμῶσα καί τήν ὁμόνοιαν ἀγαπῶσα, κατεδείξατο τό ἐπιταχθέν.»
[24] «Ἐκκλησία» 41 (8-3-1924) 372.
[25] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, σσ. 8-9. Βλ. καί ἡμέτερο κείμενο μέ τίτλο «Πρός κοινό ἑορτασμό Ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν Παπικῶν»; 2-6-2014: http://www.impantokratoros.gr/2DCD94B2.el.aspx
[26] Σχ. βλ. «Ρωσική ἀπάντηση στόν Πάπα γιά τόν κοινό ἑορτασμό τοῦ Πάσχα» 16-6-2015: http://ekklisiaonline.gr/ekklisiaonline/item/2717-rosiki-apantisi-ston-papa-gia-ton-koino-eortasmo-tou-pasxa
(Πηγή: «Ο κοινός εορτασμός του Πάσχα», πρωτοπρεσβ. π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος, Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου)
Πηγή: Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου , Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 19η Μαρτίου 2018.
ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ «ΕΠΙΧΑΙΡΟΝΤΕΣ» ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟ
Όπως έχουμε κατ’ επανάληψη τονίσει, στους τραγικούς και αποκαλυπτικούς χρόνους που ζούμε, ο προαιώνιος αντίδικος και αντίπαλος της σωτηρίας μας, ο Εωσφόρος και Σατανάς, ο πλανών την οικουμένην, καθώς βλέπει να πλησιάζει η οριστική συντριβή του, «παίζει το τελευταίο του χαρτί». Εντείνει τις δυνάμεις του να παρασύρει στην απώλεια όσο το δυνατόν περισσότερες ψυχές, γνωρίζοντας «ότι χρόνος ουκέτι έσται», (Αποκ.10,6). Αφού πλέον συνειδητοποίησε, ότι είναι αδύνατον να συντρίψει την Εκκλησία μέσω των διωγμών, επινόησε τις ποικίλες αιρέσεις, ως το προσφορότερο μέσο για να επιτύχει τα καταχθόνια σχέδιά του. Όπως δείχνουν τα πράγματα «το τελευταίο χαρτί» του διαβόλου είναι η παναίρεση του Οικουμενισμού, το δαιμονικό αυτό κατασκεύασμα των εσχάτων χρόνων, αν λάβουμε υπ’ όψιν μας τον χαρακτηρισμό που έδωσε γι’ αυτόν ο αείμνηστος π. Αθανάσιος Μυτιληναίος, ο οποίος τον χαρακτήρισε ως τον τελευταίο πρόδρομο του Αντιχρίστου.
Μέσα στα πλαίσια αυτά εντάσσεται δημοσίευμα του Αρχιμ. π. Γερασίμου Φραγκουλάκη, κληρικού της Ιεράς Μητροπόλεως Γερμανίας, με τίτλο: «Προς τα ‘κλωνοποιημένα’ του ‘Αντιοικουμενισμού’ και ‘Αναθεμάτιστάς’», που δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο: http://fanarion.blogspot.gr/2018/03/blog-post27.html. Αφορμή για την δημοσίευσή του υπήρξε μια σκληρή κριτική που άσκησαν κάποια θρησκευτικά ιστολόγια, εξ’ αιτίας μουσικής συναυλίας, που πραγματοποιήθηκε σε ορθόδοξο ναό του Μονάχου. Στο δημοσίευμά του ο π. Γεράσιμος δεν αρκείται να στρέψει τα πυρά του εναντίον των συγκεκριμένων επικριτών για την μουσική συναυλία, αλλά επεκτείνεται και εναντίον των «αντιοικουμενιστών», όπως χαρακτηρίζει, εκείνους οι οποίοι αγωνίζονται, με την Χάρη του Θεού, να ξεσκεπάσουν την αίρεση, να αφυπνίσουν το λαό και να τον κινητοποιήσουν σε αντίσταση.
Επειδή στο άρθρο του ο εν λόγω κληρικός «φωτογραφίζει», επικρίνοντας τον Σεβασμιώτατο Ποιμενάρχη μας και στηλιτεύοντας κληρικούς της Ιεράς Μητροπόλεώς μας και επειδή το Γραφείο μας έχει σαφώς αντιοικουμενιστικό προσανατολισμό, ωθούμαστε να δώσουμε σύντομη απάντηση στο δημοσίευμά του.
Γράφει μεταξύ άλλων:
«Δεν ξέρω αν πρέπει να χαίρομαι ή να φοβούμαι που όλοι αυτοί οι λεγόμενοι "αντιοικουμενιστές" με βλέπουν συνέχεια μπροστά τους, η αλήθεια όμως είναι ότι το διασκεδάζω. Είναι πολύ ευφάνταστοι όλοι αυτοί οι αρθρογράφοι, όπως επίσης απίθανοι και με υψηλή αίσθηση του χιούμορ είναι και οι σχολιαστές τους, ασχέτως πως κάποιες φορές παρεκτρέπονται.»
Ο αρθρογράφος έχει προφανώς την απόλυτη πεποίθηση ότι αυτός και όσοι πρεσβεύουν τα ίδια, έχουν την αλήθεια, ενώ εμείς οι «αντιοικουμενιστές», έχουμε πλανηθεί, έχουμε πέσει θύματα του διαβόλου. Μάλιστα καθώς διαπιστώνει την «πλάνη» μας, «το διασκεδάζει», ενώ παράλληλα γελάει με τους σχολιαστές των σχετικών άρθρων, οι οποίοι με τα επιδοκιμαστικά τους σχόλια, είναι, κατ’ εκείνον, πραγματικά «απίθανοι και με υψηλή αίσθηση του χιούμορ»!
Ας υποθέσουμε προς στιγμήν ότι ο αρθρογράφος έχει δίκαιο και έτσι έχουν τα πράγματα. Ότι δηλαδή αυτός έχει την αλήθεια και εμείς είμαστε εκείνοι, που πλανηθήκαμε. Τι θα έπρεπε να κάνει μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση και ποια θα έπρεπε να είναι η στάση ενός κληρικού και μάλιστα αρχιμανδρίτου και μάλιστα όχι τυχαίου αρχιμανδρίτου, αλλά του Οικουμενικού Θρόνου, δηλαδή του πρώτου τη τάξει μεταξύ όλων των Πατριαρχείων της Εκκλησίας μας; Τι θα έκαναν οι άγιοι Πατέρες και ποια στάση θα έπαιρναν, αν ήταν στη θέση του, αν δηλαδή έπρεπε να αντιμετωπίσουν περιπτώσεις κληρικών και λαϊκών που έπεσαν στην πλάνη και έγιναν θύματα του διαβόλου; Θα «το διασκέδαζαν»; Θα γλεντούσαν με την πτώση και την απώλεια συνανθρώπων τους; Όχι βέβαια! Σίγουρα όχι. Όχι μόνον δεν θα «το διασκέδαζαν», αλλά και θα έκλαιγαν και θα πενθούσαν, σαν να ήταν δική τους η πτώση. Θα προσεύχονταν μετά δακρύων για την μετάνοια και επιστροφή των πεπλανημένων αδελφών τους. Θα έκαναν το παν για να τους φέρουν σε επίγνωση της αληθείας με θεολογικούς λόγους και αποδεικτικές μαρτυρίες από την αγία Γραφή και την Πατερική μας Παράδοση. Και τούτο διότι όπως λέγει το Πνεύμα το άγιο διά του αποστόλου Παύλου «είτε πάσχει εν μέλος, συμπάσχει πάντα τα μέλη», (Α΄Κορ.12,26). Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι στην προκειμένη περίπτωση ο εν λόγω κληρικός, είναι «εν Χριστώ», καθ’ όν χρόνον χαίρεται με την πτώση αδελφών του εν Χριστώ και «το διασκεδάζει»; Ποιά θεολογικά επιχειρήματα και ποιες μαρτυρίες από την αγία Γραφή και τους αγίους Πατέρες έχει να παρουσιάσει σε μας, που υποτίθεται ότι έχουμε πλανηθεί; Δυστυχώς, στο παρά πάνω άρθρο του, δεν έχει να παρουσιάσει καμιά αγιογραφική, ή πατερική μαρτυρία. Αρκείται μόνον να «το διασκεδάζει», να γελάει και να ειρωνεύεται!
Παρά κάτω γράφει:
«Δεν είναι λίγες οι φορές βέβαια που ξεφεύγουν εντελώς ξεπερνώντας κάθε όριο, όμως είναι δικαιολογημένοι. Δεν είναι δα και λίγο αλλιώς να έχεις υπολογίσει τα πράγματα και εντελώς διαφορετικά να σου βγαίνουν! Όλοι αυτοί οι φερόμενοι ως "αντιοικουμενιστές" ξεκίνησαν με όνειρα μεγάλα. Είδαν, με κλειστά τα μάτια φυσικά, χιλιάδες κόσμου να τους ακολουθεί. Την είδαν θρησκευτικοί ηγέτες, κατηχητές, ιεραπόστολοι, σωτήρες, αβάδες οι κληρικοί, απόστολοι, ευαγγελιστές και βάλε! Και τώρα που οι καημενούληδες διαπιστώνουν ότι όνειρα και πραγματικότητα δεν συμβαδίζουν, λύπη πλημμυρίζει την καρδιά τους καθότι "ώσπερ σης εν ιματίω και σκώληξ ξύλω, ούτως λύπη ανδρός (στην περίπτωση αυτή και γυναικός) βλάπτει καρδίαν" και θλίψη τους καταλαμβάνει με αποτέλεσμα να συμπεριφέρονται με τρόπο αλλόκοτο διότι "το γαρ πολύ της θλίψεως γεννά παραφροσύνη".»
Προφανώς αγνοεί ότι η αλήθεια της Εκκλησίας μας δεν ταυτίζεται, (ποτέ δεν ταυτίστηκε), με την πλειοψηφία, αλλά υπάρχει πάντοτε στη μειοψηφία του «μικρού ποιμνίου», στο «λείμμα». Μέσα στο χώρο της Εκκλησίας την πλειοψηφία κατέχει η Αυτοαλήθεια - Χριστός, συν ένας. Έχει την ψευδαίσθηση, (δεν γνωρίζουμε από πού την αντλεί), ότι οι οικουμενιστές έχουν μαζί τους την πλειοψηφία των πιστών, ενώ εμείς οι «αντιοικουμενιστές», την χάσαμε και γι’ αυτό «πλημμυρίζει λύπη την καρδιά μας»! Ωστόσο εθελοτυφλεί, και αποσιωπά το γεγονός ότι τα 2/3 περίπου των Ορθοδόξων επισκόπων, δεν συμμετείχαν στο μεγαλύτερο οικουμενιστικό γεγονός της εποχής μας, στην «Σύνοδο» της Κρήτης και τελικά απέρριψαν τις αποφάσεις της. Αλλά και στο υπόλοιπο 1/3 των Εκκλησιών, που συμμετείχαν, πολλοί αρχιερείς δεν υπέγραψαν, παρατηρήθηκαν παρασκηνιακά ανεπίτρεπτες ενέργειες που καταρράκωσαν το κύρος της Συνόδου, ενώ μέσα στους κόλπους των εν λόγω Εκκλησιών σημειώθηκαν πρωτοφανείς αντιδράσεις και αποτειχίσεις από τον υπόλοιπο κλήρο και τον πιστό λαό του Θεού, οι οποίες κλόνισαν την ενότητα της Εκκλησίας. Ισχυρίζεται ότι «λύπη πλημμυρίζει την καρδιά» μας. Ναι, όντως, υπάρχει λύπη στην καρδιά μας. Όχι βέβαια για τις φθηνές και συκοφαντικές κατηγορίες που εκτοξεύει εναντίον μας, αλλά πρώτον μεν γι’ αυτόν τον ίδιο. Και δεύτερον για την κατάντια πολλών ποιμένων της εποχής μας, κληρικών όλων των βαθμίδων, οι οποίοι, στρατευμένοι στο άρμα του συγκρητισμού, οδηγούνται στο βάραθρο της καταστροφής και παρασύρουν στην απώλεια και άλλες ψυχές.
Παρά κάτω γράφει:
«Τους το είχαμε πει από την αρχή ότι σκιαμαχούν, ότι αντιμάχονται ένα "οικουμενισμό" που οι ίδιοι έχουν δημιουργήσει. Όμως αυτός ο αγώνας εναντίον του δικού τους "οικουμενισμού" φαίνεται πως αποτελεί το πρόσχημα. Στην ουσία ο πόλεμός τους είναι εναντίον του Σεπτού Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχη. Εύκολο να το διαπιστώσει οποιοσδήποτε διαβάζοντας τις αναρτήσεις τους που όπου κι αν αναφέρονται πάντα θα τα καταφέρουν να βάλουν στο στόχο Οικουμενικό Πατριαρχείο και Πατριάρχη!»
Τον Οικουμενισμό δεν τον δημιουργήσαμε υμείς, ούτε κάποιοι άλλοι «αντιοικουμενιστές», όπως δυστυχώς αφήνει να εννοηθεί ο αρθογράφος, δεν είναι μια επινόηση της φαντασίας μας, δεν είναι κάτι το ανύπαρκτο. Την παναίρεση αυτή επεσήμανε, πολύ πρωτύτερα από μας, μια πλειάδα αγίων Γερόντων και οσιακών μορφών της Εκκλησίας μας, που έζησαν τον 20 αιώνα και μέχρι σήμερα και αγωνίστηκαν εναντίον της, με πολλαπλάσιο ζήλο από εμάς τους ταπεινούς και ασήμαντους συνεχιστές τους. Αναφέρουμε ενδεικτικά μερικούς εξ’ αυτών: Τον άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς, τον άγιο Νικόλαο Αχρίδος (Βελιμίροβιτς), τον άγιο Παΐσιο τον αγιορείτη, τον άγιο Γέροντα π. Φιλόθεο Ζερβάκο, τον άγιο Γέροντα π. Εφραίμ Κατουνακιώτη, τους αείμνηστους Γέροντες π. Γεώργιο Καψάνη, π. Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο, π. Χαράλαμπο Βασιλόπουλο, π. Γαβριήλ Διονυσιάτη, π. Θεόκλητο Διονυσιάτη, τον εν ζωή άγιο Γέροντα Εφραίμ της Αριζόνας κ.α. Εμείς οι ελάχιστοι, τι περισσότερο, ή τι διαφορετικότερο διδάσκουμε, σε σχέση με όσα αυτοί εδίδαξαν περί Οικουμενισμού; Μπορεί να μας αποδείξει ότι αυτοί παρουσίασαν κάποιον άλλο Οικουμενισμό, ξένο προς αυτόν, τον οποίο εμείς παρουσιάζουμε;
Κάνει λόγο επίσης ο π. Γ. Φραγκουλάκης και για την ανάγνωση των αναθεμάτων την Κυριακή της Ορθοδοξίας, την οποία κατ’ αυτόν αποκαλεί «γελοία» πράξη. Γράφει:
«Γιατί πέρα από ανορθόδοξα και αντιεκκλησιαστικά αυτά που σκαρφίζονται και κάνουν (σ.σ. οι αντιοικουμενιστές), παρουσιάζοντάς τα ως κορυφαίες πράξεις αντίστασης δήθεν, είναι γελοία. Όπως τελευταία την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Όλοι γνωρίζουμε πως τα αναθέματα, όπως και τα υπόλοιπα κείμενα που περιέχονται στο Τριώδιο και αφορούν τις Άγιες Εικόνες είναι περικοπές του Συνοδικού της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Και όμως υπήρξαν ανίεροι αρχιερείς και ιερείς οι οποίοι ανέδειξαν εαυτούς ανωτέρους Οικουμενικής Συνόδου και απήγγειλαν αυτοσχέδιους αναθεματισμούς, χάρη εντυπωσιασμού και για να αποσπάσουν τα εύγε και τα χειροκροτήματα αυτών που αφιονίζουν στο όνομα δήθεν του "αντιοικουμενιστικού" αγώνα.»
Κατ’ αρχήν το Συνοδικό της Ορθοδοξίας δεν περιλαμβάνει μόνον αναθέματα εναντίον αιρετικών της περιόδου της εικονομαχίας, αλλά περιλαμβάνει και αναθέματα εναντίον πλήθους άλλων αιρετικών, όπως του Βαρλαάμ και του Ακινδύνου. Μάλιστα ένας από τους αναθεματισμούς συμπεριλαμβάνει όλους μαζί τους αιρετικούς: «Όλοις τοις αιρετικοίς ανάθεμα». Το γεγονός αυτό δεν είναι τυχαίο, αλλά δείχνει ακριβώς τον καθολικό χαρακτήρα που θέλησαν να δώσουν οι άγιοι Πατέρες στο μνημειώδες αυτό κείμενο της Ορθοδοξίας μας. Γιατί λοιπόν εξοργίζεται και αγανακτεί ο π. Γ. Φραγκουλάκης, επειδή ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας και κάποιοι κληρικοί της Μητροπόλεώς μας συμπεριέλαβαν μεταξύ των αιρέσεων και τον Οικουμενισμό; Γιατί θεώρησε ανεπίτρεπτη καινοτομία την προσθήκη στα αναθέματα και άλλων αιρέσεων; Μήπως ο Οικουμενισμός δεν είναι αίρεση; Δεν νομίζει ότι η μη δημόσια στηλίτευση της αίρεσης δημιουργεί προϋποθέσεις συμπάθειας των πιστών με τις πλάνες; Άραγε έπεσαν έξω όλοι οι παρά πάνω μνημονευθέντες άγιοι Γέροντες, που επεσήμαναν αυτή την αίρεση; Όχι. Αυτοί σίγουρα δεν έπεσαν έξω. Εκείνος που πέφτει έξω, σίγουρα είναι ο π. Γ. Φραγκουλάκης και οι όμοιοι μ’ αυτόν. Εδώ και αιώνες υπήρχε η ωραία συνήθεια να αναγιγνώσκονται τα αναθέματα την πανηγυρική αυτή ημέρα της Κυριακής της Ορθοδοξίας. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια, έπαυσαν να αναγιγνώσκονται, προφανώς κάτω από την επήρεια της οικουμενιστικής λαίλαπας, που κυριαρχεί στην εποχή μας. Πέραν αυτών γιατί να αποτελεί καινοτομία η προσθήκη αναθεμάτων και να μην αποτελεί καινοτομία η μη μνημόνευση των αναθεμάτων;
Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών
Ἀπό τήν διαφωτιστικήν καί ἀξιόλογον προσφοράν τοῦ ἀειμνήστου ἀγωνιστοῦ Κληρικοῦ πατρός Χαραλάμπους Βασιλοπούλου: «Ο Οἰκουμενισμός χωρίς μάσκα», βιβλίον ἰδιαίτερα ἐπίκαιρον εἰς τάς πονηράς ἠμέρας μας. Φιλοξενούμε μόνον τήν εἰσαγωγήν καί τό τελευταῖον Κεφάλαιον τοῦ βιβλίου πρός ἐνημέρωσιν καί ἀφύπνισιν καί τῶν εὐσεβῶν.
Ἡ ἐπαγρύπνηση χρέος ὅλων μας, κληρικῶν καί λαϊκῶν
«Από εμάς τους φρουρούς θα ζητήσει ο Θεός το αίμα των ψυχών όλων εκείνων, που σκοτώνει το θηρίο του Οικουμενισμού…»
Όλοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί της Γης, όλοι οι Επίσκοποι και Ποιμένες και Ιερείς και Θεολόγοι, όλος ο πιστός Λαός, σύσσωμη η Ορθοδοξία, είναι ανάγκη ν’ αντισταθούν γενναίως στα σχέδια του Οικουμενισμού.
Έχουμε ταχθεί όλοι, Κληρικοί και λαϊκοί, από τον Θεό, ακοίμητοι φρουροί και σκοποί άγρυπνοι για την φύλαξη του πολυτιμότερου θησαυρού της ανθρωπότητας: της Αλήθειας, την οποία έφερε στον κόσμο ο Θεός. Πρέπει ν’ αντισταθούμε για να μη χάσουμε τον θησαυρό της Ορθοδόξου Πίστεως, που μας ενεπιστεύθη ο Κύριος.
Έχουμε ταχθεί από τον Θεό να προφυλάξουμε αμόλυντη την Ορθοδοξία. Να την υπερασπίσουμε με πάσα θυσία από τον πολυμήχανο σκοτεινό Οικουμενισμό. Από εμάς άλλωστε τους φρουρούς θα ζητήσει ο Θεός το αίμα των ψυχών όλων εκείνων, που σκοτώνει το θηρίο του Οικουμενισμού.
Ο κάθε πιστός Ορθόδοξος είναι και ένας φρουρός της Ορθοδόξου Πίστεως και δεν πρέπει να την αφήσει να του την πάρουν από τα χέρια του οι εχθροί του Χριστού.
Γράφει ο Προφήτης Ιεζεκιήλ:
«Ο σκοπός εάν ίδη την ρομφαίαν ερχομένην και μη σημάνη τη σάλπιγγι και ο λαός μη φυλάξηται και ελθούσα η ρομφαία λάβη εξ αυτών ψυχήν… και το αίμα εκ χειρός του σκοπού εκζητήσω» (Ιεζεκ. Λγ΄ 6,7)
Δηλαδή, εάν ο φρουρός δει τον εχθρό να πλησιάζει με το ξίφος απειλητικό και δεν σαλπίσει συναγερμό, ώστε ο λαός να προφυλαχθεί και να λάβει τα μέτρα του και εάν φονεύσει ο εχθρός έναν…, το αίμα εκείνου του θύματος, δηλαδή την ευθύνη για το θάνατό του, θα την ζητήσω από τον φρουρό, παραγγέλλει ο Κύριος διά του Προφήτου Ιεζεκιήλ.
Ο κάθε Ορθόδοξος είναι ταγμένος φρουρός. Είναι σκοπός και πρέπει να επισημαίνει τον κίνδυνο, να σαλπίζει για να ξυπνήσει τον ανύποπτο λαό. Είναι έγκλημα μεγάλο να βλέπεις τον εχθρό να μπαίνει στον λαό τον Ορθόδοξο με το ξίφος της αιρέσεως, προτεταγμένο και να μη προειδοποιείς… Θα λογοδοτήσεις γι’ αυτό ενώπιον του Θεού.
Ας αναλογισθούμε όλοι τις ευθύνες μας. Οι εχθροί έχουν ήδη μπει στο στρατόπεδο του Χριστού και προσηλυτίζουν αλύπητα. Γίνονται σφαγιαστές ψυχών και οδηγούν, όχι μία ψυχή, αλλά πολλές στο άντρο του Αντιχρίστου, στην απώλεια…
Ας κηρύξουμε οι πάντες πνευματικό συναγερμό. Πανορθόδοξο αντίσταση, στα ύπουλα σχέδια του Οικουμενισμού, αλλά και γενική επαγρύπνηση, διότι ο εχθρός του καιρού μας, ο Οικουμενισμός, έχει ύπουλα κρυμμένο το δολοφονικό ξίφος και περνάει δίπλα μας με χαμόγελα και ψεύτικες εκδηλώσεις αγάπης.
Για να διατηρήσουμε σώα και αβλαβή την πίστη μας από την δολοφονική μάχαιρα των εχθρών του Χριστού πρέπει να απομαρυνόμεθα από κάθε ύπουλη ένωση…
Τί είναι Οίκουμενισμός
Καί τώρα θά έρωτήσης, άναγνώστα, τί είναι ό Οικουμενισμός; Ποιό είναι τό «πιστεύω» τού Οίκουμενισμού; Πού στηρίζεται; Ποίοι κρύβονται πίσω του; Τί έπιδιώκει καί τί μέσα χρησιμοποιεί;Στά σοβαρά αύτά έρωτήματα θά σού δοθή άπάντησις, διά τού παρόντος βιβλίου.
Θά πρέπει όμως, προηγουμένως καί άπό τήν άρχή, νά ξεκαθαρίσωμε κάπως τά πράγματα, ώστε νά γνωρίζης περί τίνος άκριβώς πρόκειται. Πρέπει νά βρίσκεσαι άπό τήν άρχή στό κέντρο Τού νοήματος τού μεγάλου τούτου ζητήματος, ώστε νά μπορέσης εύκολα νά παρακολουθήσης έπειτα, βήμα πρός βήμα, όλες τις συγκλονιστικές άποκαλύψεις τού όλεθρίου σκοπού, πού έπιδιώκει καί τών καταχθονίων καί σατανικών μέσων, πού χρησιμοποιεί ό Οίκουμενισμός.
‘Ο Οικουμενισμός είναι ένα Κίνημα παγκόσμιον τού Διεθνούς Σιωνισμού καί έχει ώς μοναδικόν σκοπόν τήν πολιτικήν Καί θρησκευτικήν Κατάκτησιν τής Οίκουμένης! Στά μάτια όμως τού Κόσμου φαίνεται, ότι ό Οίκουμενισμός είναι Κίνημα παγκόσμιον, διά τήν πολιτικήν, οίκονομικήν καί τήν θρησκευτικήν ένωσιν τής άνθρωπότητος.
‘Εκ πρώτης, βεβαίως, όψεως, διά τούς άγνοούντας τά πράγματα, ό σκοπός αύτός τής ένώσεως τής άνθρωπότητος φαίνεται καλός καί ώφέλιμος. Καί τούτο, διότι στόν Οίκουμενισμό έπιφανειακά κυριαρχεί τό σύνθημα τής ειρήνης, πού τό λαχταρούν όλοι. Κυριαρχεί τό σύνθημα τής ένότητος, Πού τό θέλουν οι πάντες.
Μιλούν άκόμη κατά κόρον γιά άγάπη. Καί Ποιός δέν τήν Θέλει τήν άγάπη! ‘Αλλά ή άγάπη τού Οίκουμενισμού είναι άπάτη. Δέν ξεκινά άπό τόν πόνο γιά τόν συνάνθρωπο, όπως τόν έδίδαξε ό Χριστός, άλλά άπό τό μϊσος, τήν ίποκρισία καί τό ψέμμα, διά τήν ύποταγήν τών πάντων.
Γι’ αύτό, ένώ άκοῦμε νά μιλούν γιά ένότητα, γιά εΙρήνη, γιά άγάπη, γιά συνεργασία οικονομική καί κοινό νόμισμα, έν τούτοις βλέπομε άπό τήν άλλη μεριά τήν έντασι, τήν όξυνσι, τήν καλλιέργεια διαφορών, διενέξεων καί μίσους. Παρατηρούμε διπλωματική δραστηριότητα γιά τήν καταβαράθρωσι καί έξαφάνισι τών μικρών καί άδυνάτων Κρατών.
‘Αλλά δέν θά έπεκταθούμε έδώ περισσότερο, γιά τήν σατανική άλυσίδα τών σκοτεινών δυνάμεων, πού προπαρασκευάζουν μυστικά τήν καταστροφή τών ‘Εθνών καί Ιδιαίτερα τών ‘Ορθοδόξων Χριστιανικών Κρατών. αύτό άς τό έξετάσουν άλλοι άρμοδιώτεροι καί άς λάβουν τά μέτρα τους. εμέϊς, έδώ, Θά σταθούμε μόνον στόν Θρησκευτικό Οίκουμενισμό.
Τί είναι ό σημερινός θρησκευτικός Οίκουμενισμός!
‘Ο θρησκευτικός Οίκουμενισμός τής σήμερον είναι Κίνησις, διά τήν ένωσιν τών αίρετικών Όμολογιών τής Δύσεως μετά τής ‘Ορθοδοξίας κατ’ άρχάς καί εΙς δεύτερον στάδιον διά τήν ένωσιν όλων τών θρησκειών εις ένα τερατώδες κατσκεύασμα, εΙς μίαν Πανθρησκείαν. Τελικόν όμως σκοπόν έχε νά έξαφανίση, μέσα σ’ αύτό τό χωνευτήρι, τόν Χριστιανισμόν καί ιδίως τήν Όρθοδοξίαν, πού κατέχει τήν Άλήθειαν. Σκοπεύει δέ εις τήν τελική φάσι τού σκοτεινού του σχεδίου νά άντικαταστήση τήν λατρεία τού ένός Θεού, μέ τήν λατρεία τού Σατανά!
Αύτό φαίνεται έκ πρώτης όψεως άπίστευτο. Καί όμως, αύτό κυρίως έπιδιώκει ό πολυδαίδαλος μηχανισμός τής Οικουμενικής Κινήσεως, διά τήν δραστηριότητα τής όποιας τόσον συχνά άκούμε στις ήμέρες μας νά γίνεται λόγος.‘Ο Οίκουμενισμός, όπως άποδεικνῦεται άπό στοιχεϊα σοβαρά καί άδιάσειστα, πού θά διαβάσης, άναγνώστα, στή συνέχεια, εΙναι ένα σατανικό κατασκεύασμα τών σκοτεινών Δυνάμεων. Είναι μιά μεγάλη, φοβερή καί τρομερή αίρεσις ή μάλλον παναίρεσις. Είναι μία σύνθεσις θρησκειών, φιλοσοφιών καί παραδόσεων σέ μιά τραγελαφική ένότητα.
Είναι μία δολία πλάνη, καταστρωμένη μέ σατανικό σχέδιο, ή δποία ύποστηρίζει, ότι πουθενά δέν ύπάρχει ή μοναδική, ή άπόλυτος, ή ένιαία ‘Αλήθεια. Ούτε καί στήν ‘Ορθοδοξία!
“Ετσι ό Οίκουμενισμός καταντά ένα τέρας, πού καταβροχθίζει τά πάντα. Καταντά ένα καμίνι, πού προσπαθέϊ νά χωνέψη καί συγκεράση όλες τίς θρησκεϊες. Είναι ένας νεώτερος αίρετικός Συγκρητισμός, πού ύπόσχεται νά λύση όλα Τά Προβλήματα! ‘Ο δέ Θεός γιά τόν Οίκουμενισμό, εΙναι ένας άόριστος Θεός, πού δέχεται έξ ίσου τήν λατρείαν όλων τών θρησκειών.
Γιά τόν Οίκουμενισμό δέν ύπάρχει προσωπικός Θεός. ‘Ο Οίκουμενισμός δέν πιστεύει τίποτε, άλλά καί τίποτε δέν άπορρίπτει στό άνακάτεμα καί στή νέα σύνθεσι τής θρησκείας, τήν όποίαν έπιδιώκει νά κατασκευάση. Δέν ύπάρχουν γιά τόν Οικουμενισμό Θρησκείες καί Πατρίδες. Μέ τρόπο έπιδέξιο καί δήθεν γιά λόγους ειρηνικής συνεργασίας προβάλλει έμμεσα τό σύνθημα: «Κάτω τά σύνορα!!».
“Ολα, λοιπόν συνθλίβονται, άφομοιώνονται καί έξαφανίζονται στό άβυσσαλέο στόμα τού Οίκουμενισμού.
‘Ο Οίκουμενισμός είναι μιά φοβερή λαίλαψ, πού προετοιμάζεται νά ξεθεμελιώση, όπως φαντάζεται, τήν «Μίαν, Άγίαν, Καθολικήν καί Άποστολικήν Έκκλησίαν» τού Χριστού. Είναι άγριος τυφών τών δυνάμεων τού σκότους, πού συγκεντρώνει τήν καταστροφική του μανία έναντίον κυρίως τής ‘Ορθοδοξίας, μέ τόν σκοτεινό του πόθο νά τήν έκμηδενίση καί νά τήν άφανίση.
Καί τούτο, διότι γνωρίζει, ότι μόνη ή ‘Ορθοδοξία κρατέϊ άνόθευτη τήν ‘Αλήθεια καί Μόνη αύτή μπορει νά σώση τόν άνθρωπο. «Τις πέτρες τίς πετούν στις καρυδιές, πού έχουν καρύδια», έλεγε παραστατικά ό Κολοκοτρώνης.
“Ετσι καί ό Οικουμενισμός χτυπα τήν ‘Ορθοδοξία, διότι αύτή έχει άξια, κατέχει τόν θησαυρόν τής ‘Αληθείας.
‘Αλλά, ένώ είναι τόσον τρομερά τά σχέδια τού Οίκουμενισμού, έν τούτοις τά κρύβει έπιμελέστατα κάτω άπό ένα άριστοτεχνικό μανδύα άθωότητος. “Ολα προχωρούν μέ μελέτη, μέ σύστημα, μέ όργάνωσι.
‘Ο Οίκουμενισμός, σήμερα, είναι ή έξέλιξις τού φοβερούσχεδίου τών όργάνων τού Σατανά στό πιό κρίσιμο σημείο.Μέ τόν Οίκουμενισμό, χτυπούν σήμερα, μέ ολας των τάς δυνάμεις, τήν ‘Εκκλησία τού Χριστού σί άσπονδοι καί δόλιοι έχθροί της. Σκοτεινές δυνάμεις καί άόρατα έπιτελεία έχουν συγκεντρώσει τά πυρά τους στό σκοπό αύτό. Πόλεμος γίνεται. Καί πόλεμος μεγάλος, πού δυστυχώς οί πολλοί δέν τόν έχουν κάν πάρει είδησι.
“Ολοι οί έχθροί τού Χριστού, ένωμένοι κάτω άπό ένα άόρατο έπιτελείο, πού κρύβεται Πίσω άπό ώραίες λέξεις, σοβαροφανείς όργανισμούς καί ένωτικά συνθήματα άπάτης, δουλεύουν ήμέρα καί νύχτα, γιά νά άφανίσουν τήν Άγίαν Του Έκκλησία, νά νοθεύσουν τήν ‘Αλήθεια, πού μάς άπεκάλυψε ό Θεάνθρωπος καί νά ματαιώσουν έτσι τήν σωτηρία τού άνθρώπου,νά βάλουν δέ στή θέσι τού Χριστού, ώς άρχηγό τού κόσμου,τόν διάβολο «ώστε ατόν εις τόν Ναόν τού Θεού ώς Θεόν καθίσαι άποδεικνύντα έαυτόν, ότι έστί Θεός» (Β’ Θεσ. β’ 4).
Αι δυνάμεις τού σκότους έθεσαν τελευταίως σέ ένέργεια όλα τά μέσα, γιά νά μπορέσουν νά ξεθεμελιώσουν τήν Έκκλησία τού Χριστού. Γενική, λοιπόν, έπίθεσι έπιχειρούν έναντίον τής ‘Εκκλησίας έφ’ όλων τών μετώπων κάτω άπό τήν άθώα έπωνυμία τού Οίκουμενισμού.
‘Ο Οίκουμενισμός, μέ λίγα λόγια, είναι ένα καταχθόνιον παγκόσμιον Κίνημα πολιτικόν καί θρησκευτικόν, μέ σκοπόν τήν υποταγήν τής άνθρωπότητος κάτω άπό μίαν παγκόσμιον Κυβέρνησιν... καί τήν ένωσιν όλων τών Θρησκειών εις μίαν Πανθρησκείαν, ώστε νά έξαφανισθή ό Χριστιανισμός, νά έξαφανισθή ή σώζουσα Όρθόδοξος πίστις καί νά λατρεύεται στό τέλος, άντί τού άληθινού Θεού, ό Σατανάς!
Τό καθήκον τών Έλλήνων
Τί πρέπει νά κάνωμε τώρα έμεϊς οΙ “Ελληνες έναντίον αύτών τών ζοφερών σχεδίων τού Οίκουμενισμού; Εχομε Ιερό καθήκον καί έπιτακτική ύποχρέωσι νά κρατήσωμε άκηλίδωτη τήν Όρθόδοξον Πίστιν μας άπό τούς πνιγηρούς άνέμους τών Οίκουμενιστών. ‘Εχομε Ιερό χρέος νά άγωνισθούμε ύπέρ τής ‘Εκκλησίας μας. Διότι δέν πρέπει ποτέ νά ξεχνάμε, ότι ή ‘Ορθοδοξία είναι τό κέντρον καί ή ούσία της δυνάμεως τού ‘Ελληνικού ‘Εθνους. ‘Η ‘Ορθοδοξία είναι ή Πανίσχυρη σπονδυλική στήλη τού Γένους μας.
Τό Έλληνικόν ‘Έθνος μέ τήν ‘Ορθοδοξία έμεγαλούργησε,έθριάμβευσε καί έφθασε στόν κολοφώνα τής δόξης. Μέ τήν πίστι στήν ‘Ορθόδοξο ‘Εκκλησία καί μέ τήν δύναμί της άποτίναξε βαρβαρικούς ζυγούς, συνέτριψε ύπερφιάλους, σκληρούς τυράννους καί άπέκτησε τόν ζείδωρο τής ‘Ελευθερίας άνεμο.
‘Ισχύς, δύναμις καί κραταίωμα τής Φυλής μας εΙναι ή Άγία μας ‘Εκκλησία. Μέ αύτήν ζή ό Λαός μας. Μέ αύτήν άναπνέει καί γιγαντούται. Δέν θά ύπήρχε σήμερα τό ‘Ελληνικό ‘Εθνος, έάν δέν ήταν βαθειά ριζωμένο στήν άσάλευτη Όρθοδοξία. ‘Εάν όμως άπομακρυνθή άπό τούς κρουνούς τής θείας δυνάμεώς της, θά άφανισθή...
Στόν άφανισμό αύτό μάς όδηγεί ό σημερινός Οίκουμενισμός, ό όποιος προσπαθει νά άποκόψη τις ρίζες τής Φυλής μας άπό τήν Ζωοδότειρα ‘Ορθοδοξία.
Τό πρώτο, λοιπόν, καθήκον ήμών τών ‘Ελλήνων είναι ν’ άντιτάξωμε πείσμονα άντίστασι στόν θανάσιμον τούτον έχθρόν. Καθήκον όλων μας είναι νά άρνηθούμε τήν είδωλολατρεία, πού εισάγει ό Οίκουμενισμός. Νά μήν έπιτρέψωμε στούς προσηλυτιστάς έχθρούς τής πίστεώς μας νά καταδολιεύουν τήν θρησκευτική καί έθνική μας ένότητα. Καθήκον μέγα καί εύθύνη μοναδική έχομε, νά διαδώσωμε παντού τήν Όρθοδοξία. Καλούμεθα, σήμερα, ν’ άναλάβωμε τήν έκπλήρωσι τής υψίστης άποστολής μας, πού είναι νά φέρωμε τό άληθές μήνυμα τής έν Χριστώ άπολυτρώσεως καί άποκαλύψεως στήν σύγχρονη άνθρωπότητα.
Νά γίνωμε φωτοδότες τού άνεσπέρου φωτός τού Κυρίου σ’ έκείνους πού.έχουν έγκλωβισθή στό έρεβος τής αίρέσεως καί σ’ όλους όσους δηλητηριάζει ή Λερναία “Υδρα τού Οίκουμενισμού.
Πρέπει, έμεϊς σί “Ελληνες, νά έχωμε πάντα στό νού μας, ότι ή Θεία Πρόνοια μάς διάλεξε γιά αύτήν τήν Οίκουμενική άποστολή, τής έπανόδου στήν ‘Ορθοδοξία τών άποσχισθέντων έξ Αυτής. Καί άλλοίμονό μας άν, άντί αύτού, αύτοκτονήσωμε μέσα στήν άθεία τού σημερινού Οικουμενισμού! Τό καθήκον τών ‘Ελλήνων είναι νά διαφυλάξουν τήν θεία, τήν μεγάλη, τήν ‘Ιερή Παρακαταθήκη τής Παραδόσεως, άμίαντη, άφθαρτη, άπαραχάρακτη. Κάθε Όρθόδοξος “Ελλην καλείται νά προτάξη τήν άδάμαστη καί άκαταγώνιστη δύναμι τής πίστεώς μας έναντίον τών ύπούλων έχθρών τής ‘Ορθοδοξίας, οι όποίοι μάχονται νά διαστρέψουν τήν ‘Αλήθεια τής Έκκλησίας μας. Κάθε “Ελλην καλείται νά προασπίση τήν πίστιν του, άγωνιζόμενος έναντίον έκείνων, Πού έπιδιώκουν τήν κατάλυσι καί τήν κατάργησι τής ‘Ιεράς Παραδόσεως καί τού Δόγματος τής ‘Αγίας μας ‘Εκκλησίας, μέ αίτιολογικά δόλια καί πλημμυρισμένα άπό άμαρτία.
“Ολοι οι “Ελληνες καλούνται νά όρθώσουν άνάστημα έναντίον έκείνων, πού έπιδιώκουν τήν κατάργησι τών ‘Ιερών Κανόνων έν όνόματι μιάς άμαρτωλής άνακαινίσεως καί άναγεννήσεως τής ‘Εκκλησίας. Οι ‘Ορθόδοξοι Χριστιανοί τής Πατρίδος μας καλούνται νά βροντοφωνάζουν όχι! στούς δολιοφθορείς τής άγιας μας Πίστεως καί τής Πατρίδος, ώ όποίοι συνεργάζονται μέ τόν χριστιανομάχο Οίκουμενισμό. Καθήκον ήμών τών ‘Ελλήνων είναι νά ζούμε μέσα στήν ζωογόνο Πνοή τής ‘Ορθοδοξίας, σύμφωνα μέ τόν Νόμον τού Θεού, χωρίς νά ξεφεύγουμε, ούτε κεραία άπό τά άπαραχάρακτα όρια τής ‘Εκκλησίας. Νά καταγγέλωμε άκόμη τούς έχθρούς τής ‘Εκκλησίας. Νά έπισημαίνωμε τις φθοροποιές ξενοκίνητες δυνάμεις τού σκότους, άρνούμενοι διάλογο μέ τόν άθεο Οίκουμενισμό.
Καί όταν θά παλεύωμε γιά τήν πίστι μας έναντίον Σιωνιστών, Μασώνων, Χιλιαστών, Παπικών, Προτεσταντών, άθέων νά ένθυμούμεθα μέ Ιερό ρίγος, ότι τό “Αγιον καί Ίερόν Εύαγγέλιον έγράφη εις τήν ‘Ελληνική γλώσσα. Αι Οίκουμενικαί Σύνοδοι συνεκροτήθησαν όλες σέ έλληνικό έδαφος καί τά Δόγματα διετυπώθησαν Έλληνιστί.
Νά ένθυμούμεθα, ότι τό Έλληνικόν “Εθνος έδωσε γιγάντια άναστήματα πίστεως: “Ελληνες ήσαν οί μεγάλοι Πατέρες καί διδάσκαλοι τής Οίκουμένης. “Ελληνες ήσαν σί περισσότεροι “Αγιοι Μάρτυρες, ‘Οσιοι, ‘Ομολογηταί καί έγκρατευταί.
Ή ‘Ελλάς έκράτησε άνόθευτη τήν ‘Ιερά Παράδοσι καί τήν ‘Ορθοδοξία. Τό Έλληνικόν “Εθνος έστειλε τούς Ίεραποστόλους στήν ‘Ανατολή, στήν Δύσι, στό Νότο καί στό Βορρά καί διέδωσε τήν Πίστιν τού Χριστού στήν ‘Ασία, στήν Εύρώπη καί στήν ‘Αφρική. Μετελαμπάδευσε τό Φώς τού Χριστού στους Σλαύους τού Βορρά. Δέν ύπάρχει μεγαλυτέρα δύναμις, γιά τό ‘Ελληνικό “Εθνος, άπό τήν εύλογία αύτή τού Θεού.Διά τούτο πάς “Ελλην πρέπει νά έπαγρυπνή καί νά μάχεται μέ όλας του τάς δυνάμεις, γιά τήν ‘Ορθοδοξία. Νά κτυπά άνελέητα τις ύπουλες προπαγάνδες καί τίς αίρέσεις, πού φέκαρουν διαιρέσεις καί διχασμόν τού ‘Εθνους.
Προσοχή προπαντός άπό τούς καταχθονίους Οικουμενιόλια στάς. Οι Οικουμενισταί είναι έχθροί τής Πατρίδος, χειρότεροι άπό κάθε άλλον έχθρόν καί θά πρέπει νά τεθούν έκτός Νόμου τώρα, προτού, αύριον, νά είναι άργά. Διότι, τό τονίζομεν, χάνοντας τήν Άγίαν Όρθοδοξίαν μας δέν είναι δυνατόν νά ύπάρξωμε πλέον ούτε ώς “Εθνος Έλληνικόν, ούτε ώς Λαός ‘Ελληνικός.
Σύσσωμοι οι ‘Ορθόδοξοι Χριστιανοί διακηρύττομε τήν πίστι μας εΙς τήν Μίαν, Άγίαν, Καθολικήν καί Άποστολικήν Έκκλησίαν. Δηλούμεν δέ μέ ιερή συγκίνησι, ότι τήν άγιωτάτήν την τού Χριστού Έκκλησίαν μας θά κρατήσωμε άμετακίνητη καί τήν Όρθόδοξον Πίστι άπαραχάρακτη, όπως μάς τήν παρέδωσεν ό Κύριος καί οΙ ‘Απόστολοι. Θά μείνωμε μέχρι θανάτου σταθεροί στήν ‘Εκκλησία τού Χριστού, τής όποίας «καί πύλαι ‘Αδου ού κατισχύσουσιν» (Ματθ. ΙΣΤ’ 18). Δέν θά άφήσωμε τήν ‘Ορθοδοξία μας νά τήν βεβηλώση ό έπάρατος Οίκουμενισμός. Βροντοφωνούμε δέ πρός όλας τάς κατευθύνσεις, όιωνι- πως οι Πατέρες μας:
Αύτη η Πίστις τών ‘Αποστόλων.
Αῦτη ή Πίστις τών Πατέρων.
Αῦτη ή Πίστις τών ‘Ορθοδόξων.
Αύτη ή Πίστις τήν Οίκουμένην έστήριξεν.
Πηγή: (ἀπό τό βιβλίον «‘Ο Οίκουμενισμός χωρίς μάσκα», έκδοσις Ε’, ‘Αθήναι 1988), Ακτίνες
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...