Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
03 Απριλίου 2025

panorthoksh synodos 04


Εμφανώς συγκρατημένος για τη σύγκληση της ονομαζόμενης Μεγάλης Συνόδου εμφανίζεται πλέον και ο ίδιος ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος.
Σε Χαιρετισμό του για την πρώτη του έτους αναφέρθηκε στην προετοιμασία για τη σύγκληση της Συνόδου, δεν λησμόνησε όμως να επαναλάβει την αναφορά που υπάρχει στο κείμενο της Σύναξης των Προκαθημένων των ορθοδόξων εκκλησιών το 2014, ότι η Σύνοδος θα γίνει «ἄνευ τινὸς ἀπροόπτου» δηλ. εκτός απροόπτου. Εξάλλου σε συνέντευξή του ο επί των εξωτερικών σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ Ιλαρίων δεν παρέλειψε να υπενθυμίσει την ίδια διευκρίνιση κάνοντας περαιτέρω λόγο για αμφιβολίες ως προς το ενδεχόμενο σύγκλησης της Συνόδου. Τέλος πολλοί από τους επισκόπους της εκκλησίας της Ελλάδος και άλλων ορθοδόξων εκκλησιών εκφράζουν σοβαρές αμφιβολίες για το τι τελικά θα συμβεί. Όλα τούτα γιατί παραμένουν ανοιχτά πολλά ζητήματα όχι μόνο από αυτά που αρχικά είχε σχεδιαστεί να επιλυθούν από τη Μεγάλη Σύνοδο αλλά και άλλα που αφορούν σε διαφορές μεταξύ ορθοδόξων εκκλησιών με σημαντικότερες ίσως τη διαφορά μεταξύ των Πατριαρχείων Αντιοχείας και Ιεροσολύμων για το Κατάρ και το ζήτημα της Εκκλησίας της Ουκρανίας. Ζητήματα που φαντάζει μάλλον αδύνατο να επιλυθούν μέχρι τον εορτασμό της φετινής Πεντηκοστής οπότε σχεδιάζεται η σύγκληση της Συνόδου. Οπωσδήποτε η εντός του Ιανουαρίου Σύναξη των Ορθοδόξων Προκαθημένων, πιθανότατα τελικά στη Γενεύη, θα αποδείξει εάν και κατά πόσο είναι εφικτή η σύγκληση Μεγάλης Συνόδου.
Επειδή πολλοί Φαναριώτες και φίλοι του Φαναρίου άρχισαν να διαβλέπουν ότι οι σχεδιασμοί του Πατριάρχη Βαρθολομαίου είναι πιθανόν να ματαιωθούν ήδη προσπαθούν να αμβλύνουν τις εντυπώσεις μιας τέτοιας ματαίωσης και να μετακυλήσουν το βάρος μιας αποτυχίας σύγκλησης σε άλλους. Σε κάθε περίπτωση τα θέματα επί των οποίων έχει υπάρξει ήδη συμφωνία και τα οποία μόνο αυτά μπορούν να εγκριθούν από μια Μεγάλη Σύνοδο είναι τέτοια ώστε, σε πρώτη μεν ανάγνωση, να θεωρείται τουλάχιστον υπερβολική η σύγκληση μιας Μεγάλης Συνόδου για την επίλυσή τέτοιου είδους ζητημάτων. Ακόμη χειρότερα διαφαίνεται ότι οι οικουμενιστές μέσω της Μεγάλης Σύνοδου επιδιώκουν άμβλυνση και επανακαθορισμό πατερικών και κανονικών προβλέψεων για ζητήματα όπως η νηστεία και κυριότερα οι σχέσεις των ορθοδόξων με τους ετερόδοξους, ώστε τελικά η ματαίωση της να θεωρείται από τον πιστό κλήρο και λαό πραγματικό θείο δώρο. Εάν για κάποιους οικουμενιστές και άλλους εκκοσμικευμένους κληρικούς και πιστούς η σύγκληση της Μεγάλης Συνόδου από μόνη της αποτελεί μέγιστο γεγονός, για όσους γνωρίζουν ποιοι πρωταγωνιστούν στην προετοιμασία της, ποιοι επεξεργάστηκαν τα κείμενά τους, γιατί ακολουθήθηκε η οδός της μυστικοπάθειας κατά τις προσυνοδικές εργασίες, κυρίως δε επειδή η λαίλαπα του οικουμενισμού κατατρέχει πλείστα όσα μέλη των Συνόδων των εκκλησιών, είδηση σημαντική θα πρέπει να θεωρείται η ματαίωση της Συνόδου και όχι η σύγκλησή της. Μπορεί κάποιοι κινούμενοι από φιλοδοξία να επιδιώκουν την εγγραφή του ονόματός τους στις σελίδες της εκκλησιαστικής ιστορίας επειδή εκείνοι συγκάλεσαν ή συμμετείχαν στη Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδοξίας. Ξεχνούν όμως ότι « εὰν μὴ Κύριος οἰκοδομήσῃ οἶκον, εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες» (Ψαλ. 126,1).
Είναι βέβαιο ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης μέχρι την τελευταία στιγμή θα προσπαθήσει να ξεπεράσει όλα τα προσκόμματα που εμποδίζουν τη σύγκληση της Μεγάλης Συνόδου. Δεν έχει ετοιμάσει λύσεις για τα προβλήματα που υπάρχουν ούτε πολύ περισσότερο διαθέτει πειστικούς τρόπους για να τις επιβάλλει στις άλλες ορθόδοξες εκκλησίες. Ακόμη κι αν υιοθετήσει την τακτική της αποσιώπησης των ζητημάτων προκειμένου φαινομενικά να διατρανωθεί προς όλους η ενότητα της Ορθοδοξίας μέσω της Συνόδου είναι αμφίβολο ότι θα πετύχει τον πολυπόθητο στόχο του. Η εκκλησιαστική ιστορία διδάσκει ότι το απρόοπτο που μπορεί να ματαιώσει τη σύγκληση της Συνόδου μπορεί να προκύψει οποιαδήποτε στιγμή και από οποιαδήποτε πλευρά. Πολύ δε περισσότερο στις μέρες μας που οι ισορροπίες μεταξύ των κατά τόπους εκκλησιών είναι πολύ λεπτές αφού εν πολλοίς επικράτησε αντί της πατερικής σοφίας και αγιότητας η εκκοσμικευμένη νοοτροπία, η φιλοπρωτία, η φιλοδοξία, η οικουμενιστική σύγχυση, η «εκκλησιαστική διπλωματία», ο ανθρώπινος εγωισμός και η κενοδοξία.
Μεγάλες Σύνοδοι συγκαλούνται από μεγάλους επισκόπους, όπως οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Υπάρχουν όμως σήμερα αληθινά μεγάλοι επίσκοποι; Κι αν ναι, βρίσκονται στα χέρια τους τα ηνία της διοίκησης των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών ή τον πρώτο λόγο έχουν επίσκοποι που παραπατούν βηματίζοντας έξω από την οδό των αγίων Πατέρων;

 

Πηγή: (Ορθόδοξος Τύπος, 15/1/2016), Θρησκευτικά

panorthoksh synodos 04


Το νέο έτος 2016, βρίσκει το πλήρωμα της Εκκλησίας να αγωνιά για την έκβαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.  Τα κατά καιρούς ποικίλα οικουμενιστικά ολισθήματα, και οι λανθασμένες εκκλησιολογικές ερμηνείες, αυξάνουν τα ερωτηματικά.   Μη Ορθόδοξες εκκλησιολογικές  θέσεις οι οποίες εδράζονται στη θέση ότι υπάρχει μια άλλη παράλληλη εκκλησία ως μέλος της καθ’ όλου Εκκλησίας, με αιρετικές  θέσεις και με δικούς της ‘’αγίους’’ μετά το Σχίσμα του 1054, αυξάνουν την έγνοια για την έκβαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. 
 
Αλήθεια είναι δυνατό να φρονούμε ότι υπάρχει άλλη εκκλησία παράλληλη, ένας άλλος ‘’πνεύμονας’’, ως μέρος της καθ’ όλου Εκκλησίας, κατά το οικουμενιστικόν άτοπον;  Εδώ και χίλια χρόνια ο ένας ‘’πνεύμονας’’ (κατά την οικουμενιστική αντίληψη) αποφασίζει ερήμην του άλλου;   Είναι αυτή  Ορθόδοξη εκκλησιολογία;
Παρενθετικά να αναφέρομε ότι αποτέλεσμα της μη Ορθόδοξης  εκκλησιολογικής  θέσης, της εν παραλλήλω εκκλησίας και της θεωρίας των δύο πνευμόνων, είναι και ο δισταγμός για σύγκλιση Οικουμενικής Συνόδου. Δυστυχώς ούτε η συμβολικότητα της αρχικής σκέψης για επιλογή του Ιερού Ναού της Ειρήνης στην Κωνσταντινούπολη, καθότι σε αυτόν τον Ναό είχε συγκληθεί Οικουμενική Σύνοδος, έγινε αιτία για σύγκλιση Οικουμενικής Συνόδου.
Πεισματικά αγνοούν οι ολισθαίνοντες σε μη Ορθόδοξες εκκλησιολογικές  θέσεις, τον λόγο του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς ότι «η Ορθόδοξος Εκκλησία κατέχει την ακεραίαν διδασκαλίαν του Θεανθρώπου Χριστού, διότι ίσταται άνευ υποχωρήσεων εις την θεανθρωπίνην μεθοδολογίαν των Αγίων Αποστόλων και των Οικουμενικών Συνόδων».  
Γιατί περιμένουν τους  κακόδοξους Παπικούς, για να συγκληθεί Οικουμενική Σύνοδος;  Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αναφέρει : ‘’Το μεν γαρ ομόγνωμον και ομόθρονον, το δε αντίδοξον και αντίθρονον· και η μεν προσηγορίαν, η δε αλήθειαν έχει διαδοχής». Το αντίδοξο των κακοδόξων Παπικών, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας. 
Τα κατά καιρούς ποικίλα οικουμενιστικά ολισθήματα, επαυξάνουν την αγωνία στο πλήρωμα της Εκκλησίας, για την έκβαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.  Η αγωνία είναι δικαιολογημένη όχι όμως και η ακρότης της απελπισίας.


Η επιστολή του Οσίου Παϊσίου προς τον Αρχιμανδρίτη  Χαράλαμπο Βασιλόπουλο, αναφορικά με τις οικουμενιστικές και  φιλενωτικές ενέργειες του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι  «Είναι ολίγοι οι εκλεκτοί.  Όμως δεν είναι ανησυχητικόν.  Η Εκκλησία είναι Εκκλησία του Χριστού και Αυτός την κυβερνάει», αποκλείοντας κάθε εκτροπή στην ακρότητα της απελπισίας, για το τι μέλλει γενέσθαι στην Εκκλησία.

 

Πηγή: Ακτίνες

mhtropolh peiraiws logo 01

Στις πολλές πυρετώδεις προετοιμασίες για την σύγκληση της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου», η οποία ορίστηκε για τον ερχόμενο Ιούνιο, (Πεντηκοστή του 2016), προστέθηκε και πρόσφατο Συμπόσιο, όπως δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο «Θεολογικά Δρώμενα».

mhtropolh peiraiws header 01

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 21η Δεκεμβρίου 2015 

ΟΙ ΕΠΕΙΓΟΥΣΕΣ «ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΕΣ» ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ.

(Σχόλιο σε εισήγηση Καθηγητού)

Στις πολλές πυρετώδεις προετοιμασίες για την σύγκληση της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου», η οποία ορίστηκε για τον ερχόμενο Ιούνιο, (Πεντηκοστή του 2016), προστέθηκε και πρόσφατο Συμπόσιο, όπως δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο «Θεολογικά Δρώμενα». Σύμφωνα με το ιστολόγιο: «Επιστημονικό Συμπόσιο με τίτλο “Προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο”, με αφορμή την προγραμματισθείσα για το έτος 2016 Αγία και Μεγάλη Σύνοδο διοργανώνεται από το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών στην Ιερά Μονή Βλατάδων κατά το χρονικό διάστημα 3-5 Δεκεμβρίου 2015. Σύμφωνα με την οργανωτική επιτροπή του συμποσίου στις εργασίες του θα παρουσιαστούν και θα αναλυθούν τα θέματα που έχει αποφασισθεί να συζητηθούν στις εργασίες της Συνόδου» (http://blogs.auth.gr/moschosg ). Από τις πολλές εισηγήσεις του Συμποσίου περιοριζόμαστε να σχολιάσουμε μία, αυτή του ομοτίμου Καθηγητού του Α.Π.Θ. κ.  Γεωργίου Μαρτζέλου,  με τίτλο «Η αναγκαιότητα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδοξίας για την αντιμετώπιση των σύγχρονων προκλήσεων», αφήνοντας τον σχολιασμό των άλλων σε άλλα αρμόδια πρόσωπα.

Ο ως άνω καθηγητής θεωρεί ότι «η σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου είναι απολύτως αναγκαία, για να μπορέσει η Ορθοδοξία να ανταποκριθεί στα αιτήματα των καιρών, δίνοντας μια δυναμική μαρτυρία της θεανθρώπινης παρουσίας της μέσα στον παραπαίοντα πνευματικά, ηθικά και κοινωνικά σύγχρονο κόσμο», αφού κατά τους ισχυρισμούς του “για πρώτη φορά ύστερα από μία χιλιετία και πλέον εκπρόσωποι όλων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών θα συνέλθουν να συζητήσουν και να λάβουν από κοινού αποφάσεις για σημαντικότατα θέματα που απασχολούν εδώ και δεκαετίες το Ορθόδοξο πλήρωμα, αλλά και τη σημερινή ανθρωπότητα….”». Στη συνέχεια απαριθμεί τα άκρως αναγκαία και επείγοντα αυτά θέματα που χρήζουν συνοδικής επιλύσεως και αντιμετωπίσεως. Είναι « “η βία που ασκείται πολλές φορές εν ονόματι της θρησκείας”, η  “ραγδαία εκκοσμίκευση των χριστιανικών κοινωνιών”, η  “ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας”, η “ραγδαία ανάπτυξη της βιοτεχνολογίας”, η “καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος”, η  “οικονομική κρίση και η κοινωνική αδικία”». Πέραν αυτών επιτακτική είναι η ανάγκη «η Ορθόδοξη Εκκλησία να διατρανώσει την ενότητά της και να εκφραστεί με ενιαίο λόγο στο σύγχρονο κόσμο». Αναφερόμενος παρά κάτω στη θεματολογία της Συνόδου, θεωρεί ότι αυτή «ανταποκρίνεται πλήρως στα ανωτέρω προβλήματα και τις προκλήσεις της εποχής μας», επειδή «όλα τα θέματα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου αναφέρονται σε σύγχρονα ζητήματα σχετιζόμενα είτε με την οργάνωση και τη θεσμική έκφραση της ενότητας της Ορθοδοξίας (Διασπορά, Αυτοκέφαλο, Αυτόνομο, Δίπτυχα), είτε με τη διασφάλιση της ορθόδοξης πνευματικότητας σε συνδυασμό με τις σύγχρονες ανάγκες του ορθοδόξου πληρώματος (Ημερολόγιο, Κωλύματα γάμου, Νηστεία), είτε με τις διαχριστιανικές σχέσεις, (διμερείς και πολυμερείς), είτε με την αξιόπιστη μαρτυρία της Ορθοδοξίας στο σύγχρονο κόσμο (με βάση βέβαια τα χριστιανικά ιδεώδη της ειρήνης, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, της αδελφοσύνης και της αγάπης μεταξύ των λαών)». 

Κατ’ αρχήν η εισήγηση του κ. καθηγητού παρουσιάζει βασικά κενά και ελλείψεις. Αποσιωπά άλλες «αναγκαιότητες», πολύ πιο ουσιαστικές και επείγουσες, οι οποίες θα έπρεπε να είχαν την πρώτη προτεραιότητα σε σχέση με αυτές που αναφέρει.  Αναφέρουμε μερικές:  Πρώτη επιτακτική «αναγκαιότητα» είναι η ανάγκη να αποτελεί η μέλλουσα να συνέλθει Σύνοδος συνέχεια των προγενεστέρων Οικουμενικών Συνόδων. Έτσι όπως θέτει και διαπραγματεύεται το θέμα ο κ. καθηγητής, η μέλλουσα Σύνοδος παρουσιάζεται ξεκάρφωτη και μετέωρη και όχι ως μία οργανική συνέχεια των προγενεστέρων, ως ο τελευταίος κρίκος μιας αλυσίδας επτά, η ορθότερα εννέα Οικουμενικών Συνόδων. Η παράλειψη αυτή αποτελεί σοβαρότατο λάθος που δεν δικαιολογείται για έναν καθηγητή της Δογματικής της περιωπής του κ. Μαρτζέλου. Όπως γνωρίζουμε από την εκκλησιαστική ιστορία και την Κανονική Παράδοση της Εκκλησίας μας, κάθε επόμενη Οικουμενική Σύνοδος επικύρωνε τους δογματικούς όρους και τις κανονιστικές αποφάσεις των προγενεστέρων. Ουδέποτε δε διενοούντο οι άγιοι Πατέρες των εν λόγω Συνόδων να παραχαράξουν, η να αλλοιώσουν κάτι, έστω και στο ελάχιστο, από όσα εδογμάτισαν οι προγενέστεροι Πατέρες. Επομένως και  η μέλλουσα Σύνοδος μόνον τότε θα αποτελέσει πραγματική συνέχεια των προγενεστέρων, όταν επικυρώσει τους δογματικούς όρους των προγενεστέρων (συμπεριλαμβανομένων της Η  και Θ  Οικουμενικής) και δεν προχωρήσει σε θέσπιση νέων Κανόνων, οι οποίοι θα έρχονται σε αντίθεση και θα ακυρώνουν παλαιοτέρους Ιερούς Κανόνες.

Μια άλλη επιτακτική «αναγκαιότητα» είναι η ανάγκη οι ιεράρχες που θα συγκροτήσουν την Σύνοδο να είναι θεοφόροι, η τουλάχιστον να έχουν ορθόδοξο φρόνημα και να βαδίσουν πάνω στα χνάρια των αγίων Πατέρων. Τότε μόνον η Σύνοδος αυτή θα είναι όντως Σύνοδος γνησία και αυθεντική και όχι ψευδοσύνοδος. Σύνοδος κατά την οποία τα συνοδικά μέλη θα μελωδήσουν «μέλος εναρμόνιον θεολογίας». Και επομένως θα γίνει αποδεκτή από το εκκλησιαστικό πλήρωμα. Περιττό βέβαια να λεχθεί ότι εφ’ όσον οι ιεράρχες-μέλη της Συνόδου θα έχουν ορθόδοξο φρόνημα, κατ’ ανάγκη δεν θα έχουν οικουμενιστικό φρόνημα. Γιατί αν η Πανορθόδοξος Σύνοδος συγκληθεί για να αναγνωριστεί «κατ’ οκικονομίαν» το βάπτισμα των αιρετικών χωρίς προηγουμένη απόπτυση των αιρέσεων τους και η αναγνώριση εκκλησιαστικότητος σε κατεγνωσμένους αιρετικούς που εξισούται προς intercommunion, καλλίτερα να μη γίνει ποτέ.  

Μία άλλη επιτακτική «αναγκαιότητα» είναι η ανάγκη τα μέλη της Συνόδου να οριοθετήσουν την ορθόδοξη πίστη και να καταδικάσουν όλες τις σύγχρονες αιρέσεις της εποχής μας με επικεφαλής τον επάρατο Οικουμενισμό. Μια πολύ βασική διαπίστωση, σχετικά με το περιεχόμενο της θεματολογίας του τελικού καταλόγου των θεμάτων  είναι η παντελής απουσία φλεγόντων ζητημάτων δογματικής φύσεως και η  παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος και μερίμνης για την καταπολέμηση των ποικίλων συγχρόνων αιρέσεων, που μαστίζουν την Εκκλησία. Στις αρχαίες Οικουμενικές Συνόδους, βασική μέριμνα των αγίων Πατέρων, που συγκροτούσαν τις Συνόδους, ήταν κατά πρώτο λόγο η καταπολέμηση και εξουδετέρωση των αιρέσεων, που εμφανιζόταν στην εποχή τους, και κατά δεύτερο λόγο η ρύθμιση των άλλων εκκλησιαστικών ζητημάτων. Συνεπώς και στην εποχή μας, η πρώτη και βασική μέριμνα των πρωτεργατών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου θα έπρεπε να είναι η καταπολέμηση των ποικίλων συγχρόνων αιρέσεων, όπως είναι ο Παπισμός, ο οποίος παρά τους Διαλόγους εξακολουθεί μέχρι σήμερα να εμμένει στην πλάνη  και να ασκεί δόλιο προσηλυτισμό εις βάρος της Ορθοδοξίας, αλλά και ο Προτεσταντισμός, ο Χιλιασμός, ο Μαρξισμός και η λοιπή Αθεΐα,  όπως είναι ο Νεοπαγανισμός, η Μασονία, ο Διεθνής Σιωνισμός, η Θεοσοφία και η Νέα Εποχή, το Ισλάμ, οι Σέκτες, οι Καταστροφικές Λατρείες, ο Νεοσατανισμός, αλλά και η παναίρεση του Οικουμενισμού και οι άλλες πλάνες της «κενής απάτης» αυτού του κόσμου. Η προρρηθείσα Σύνοδος, καθ’ όσον δεν προτάσσει και δεν προτίθεται να ασχοληθεί με τα μνημονευθέντα θέματα πίστεως και αιρέσεων, επ’ ουδενί μπορεί να θεωρηθεί αληθής Ορθόδοξος Σύνοδος και συνέχεια των αρχαίων μεγάλων Οικουμενικών Συνόδων, με συνέπεια να απορριφθεί ως Ψευδοσύνοδος από το πλήρωμα της Εκκλησίας.

Μία άλλη επιτακτική «αναγκαιότητα» είναι η ανάγκη τα μέλη της Συνόδου να επισημάνουν την χρεοκοπία των μέχρι τώρα γενομένων διαλόγων και να τους τερματίσουν όχι μόνο ως αλυσιτελείς, αλλά και ως πηγή και αιτία φθοράς και διαβρώσεως του ορθοδόξου φρονήματος του πιστού λαού του Θεού. Την χρεοκοπία αυτή την ομολογούν και οι ίδιοι οι πρωτεργάτες των Διαλόγων, φάνηκε δε ξεκάθαρα και από τις εισηγήσεις των ομιλητών κατά την Σύναξη των ιεραρχών του οικουμενικού θρόνου (τέλη Αυγούστου, αρχές Σεπτεμβρίου 2015), με τις οποίες εδόθη στους ιεράρχες ενημέρωση περί της πορείας των Διαλόγων.  Η πείρα απέδειξε ότι η μακροχρόνια παραμονή μας στους κόλπους του Π.Σ.Ε., αλλά και ο μακροχρόνιος διάλογος με τους Ρωμαιοκαθολικούς οδήγησε αναπόφευκτα σε συμβιβασμούς και ανεπίτρεπτες υποχωρήσεις στο δόγμα και στην εκκλησιαστική μας αυτοσυνειδησία. Φθάσαμε στο τραγικό φαινόμενο να διατυπώνονται από Ορθοδόξους εκπροσώπους και πατριάρχες, αντορθόδοξες και βλάσφημες δηλώσεις και να υπογράφονται κοινά κείμενα με τους αιρετικούς, ξένα προς την παράδοση και την δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Κραυγαλέα παραδείγματα οι αποφάσεις του Balamand του Λιβάνου, (1993), του Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας (2006), και του Πουσάν της Νοτίου Κορέας, (2014). Το δήθεν επιχείρημα ότι προβάλλεται δια των διαλόγων η Ορθοδοξία συντρίβεται από τη χειροτονία των γυναικών και την αναγνώριση του γάμου των ομοφυλοφίλων που υιοθέτησαν οι συνδιαλεγόμενοι με την Ορθοδοξία (!!!) και το αμετακίνητο του παπισμού.

Μία άλλη επιτακτική «αναγκαιότητα» είναι η ανάγκη να συμμετάσχουν ως μέλη της Συνόδου όλοι οι εν ενεργεία επίσκοποι των κατά τόπους εκκλησιών. Είναι θλιβερό το  γεγονός, ότι ακόμη και στη μέλλουσα να συγκληθεί Αγία και Μεγάλη Σύνοδο δεν θα συμμετάσχουν όλοι οι εν ενεργεία επίσκοποι των κατά τόπους Εκκλησιών, αλλά μόνο ένας μικρός αριθμός αντιπροσώπων από  κάθε τοπική Εκκλησία. Η τελική απόφαση της Συνάξεως των Προκαθημένων (6-9 Μαρτίου 2014), να εκπροσωπηθεί η κάθε τοπική Εκκλησία με ένα πολύ περιορισμένο αριθμό μελών, (24 μέλη), και η κάθε τοπική Εκκλησία να έχει δικαίωμα μόνο μιας ψήφου, αποτελεί πρωτοφανή καινοτομία, ξένη προς την αρχαία παράδοση της Εκκλησίας μας. Πότε στην ιστορία της Εκκλησίας αποκλείσθηκαν κανονικοί επίσκοποι από Τοπική, ή Οικουμενική Σύνοδο; Αν στην αρχαία Εκκλησία εφαρμοζόταν το σύστημα των αντιπροσωπειών των τοπικών Εκκλησιών, τότε οι αιρετικοί αρχιεπίσκοποι θα έστελναν ως αντιπροσώπους τους ομόφρονές τους επισκόπους και θα επικρατούσε η πλάνη. Αλλά και με ποιά κριτήρια θα επιλεγούν οι αντιπρόσωποι; Θα ψηφισθούν από τις κατά τόπους Συνόδους, η θα ορισθούν με κριτήριο την ενδοτικότητα σε θέματα πίστεως; Η προβαλλόμενη δικαιολογία, ότι δήθεν είναι πρακτικώς αδύνατη η επί το αυτό σύναξη πολλών εκατοντάδων, η και χιλιάδων αρχιερέων δεν ευσταθεί, διότι σήμερα οι μετακινήσεις με τα σημερινά συγκοινωνιακά μέσα είναι πολύ πιο εύκολη, γρήγορη και άνετη σε σύγκριση με τα μέσα της βυζαντινής περιόδου. Επίσης σήμερα σ’ όλες τις μεγάλες πόλεις διατίθενται τεράστια σύγχρονα συνεδριακά κέντρα, άριστα εξοπλισμένα με συστήματα ταυτόχρονης μεταφράσεως σε πολλές γλώσσες, όπου μπορούν να λάβουν μέρος χιλιάδες σύνεδροι.

Μία άλλη επιτακτική «αναγκαιότητα», είναι η μέλλουσα να συνέλθει σύνοδος να λάβει θέση και να αναγνωρίσει την οικουμενικότητα των θεωρουμένων ως Η΄ και Θ΄  Οικουμενικών Συνόδων των συνελθουσών επί μεγάλου Φωτίου το 879/80 και 1351 αντίστοιχα. Αμφότερες οι Σύνοδοι αυτές έχουν όλα εκείνα τα στοιχεία και τις προϋποθέσεις, που απαιτούνται, για να θεωρηθούν ως Οικουμενικές, όπως κατέδειξαν σχετικές μελέτες των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών Πειραιώς κ. Σεραφείμ, Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου και Γόρτυνος κ. Ιερεμίου. Σχετικό αίτημα των παρά πάνω ιεραρχών για Συνοδική εξέταση του θέματος από τη Σύνοδο της Ιεραρχίας, με βάση τις εισηγήσεις των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου και Γόρτυνος κ. Ιερεμίου, τελικά απερρίφθη και δεν συζητήθηκε, με την πρόφαση, ότι η τοπική Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι αναρμοδία να εισηγηθεί τη συμπερίληψη στην ημερησία διάταξη της Πανορθοδόξου Συνόδου τέτοιου θέματος. Η πραγματική όμως αιτία είναι άλλη· όπως σημειώνει σε σχετικό άρθρο του ο Σεβασμιώτατος κ. Σεραφείμ: «Είναι προφανές και πρόδηλο ότι η μη τυπική αναγνώριση γίνεται για να μη “λυπηθούν” οι αντιθέως και δαιμονιωδώς καθυβρίζοντες τους Αγίους προεξάρχοντας των δύο Οικουμενικών Συνόδων Ιερό και Μέγα Φώτιο και Άγιο Γρηγόριο Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης τον Παλαμά ως δήθεν αιρεσιάρχας, όπως αυταποδείκτως προκύπτει από την “Δογματική διδασκαλία” της Ρωμαιοκαθολικής παρασυναγωγής».

Επισημαίνει επίσης ο κ. Καθηγητής την απόλυτη αναγκαιότητα η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος «να διατρανώσει την ενότητά της και να εκφραστεί με ενιαίο λόγο στο σύγχρονο κόσμο». Αδυνατεί ωστόσο να υποπτευθεί, πόσα και ποίων διαστάσεων νέα σχίσματα θα προέλθουν στο σώμα της εκκλησίας από την μέλλουσα να συνέλθει Σύνοδο, η οποία, όπως δείχνουν τα πράγματα, δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά μια νέα ψευδοσύνοδος τύπου Φεράρρας-Φλωρεντίας.  Όλα δείχνουν ότι η μέλλουσα να συνέλθει Σύνοδος δεν έχει δυστυχώς τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να είναι όντως ορθόδοξη. Όπως αποδείξαμε σε σχετική πρόσφατη μελέτη μας με τίτλο  «Η προετοιμαζόμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος πιστή διάκονος του παναιρετικού Οικουμενισμού», η από πολλών δεκαετιών  προετοιμαζόμενη αυτή Σύνοδος διαποτίστηκε έντονα από την αιρετική ιδεολογία και πρακτική του Διαχριστιανικού και Διαθρησκειακού Οικουμενισμού. Στηρίχθηκε σε σχέδια και καινοτομίες ξένες προς την Ορθόδοξη Παράδοση και τους ιερούς Κανόνες. Προωθήθηκε από πρόσωπα, που υπήρξαν θερμοί θιασώτες της παναίρεσης του Οικουμενισμού, ορισμένα δε εξ αυτών, όπως οι Οικουμενικοί Πατριάρχες Μελέτιος (Μεταξάκης) και Αθηναγόρας (Σπύρου), υπήρξαν φημολογούμενα μέλη της σατανοκίνητης Μασονίας, γεγονός που προκαλεί φρίκη και μόνο στο άκουσμα!

Πέραν αυτών, ποίου είδους «ενότητα» θα «διατρανώσει» η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, όταν τα κατά τόπους Πατριαρχεία και οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι σήμερα ερίζουν και φιλονικούν μεταξύ τους για πρωτεία και προβαδίσματα, ώστε να αδυνατούν να επιλύσουν το περιβόητο ζήτημα των Διπτύχων, την ιεραρχική δηλαδή σειρά μνημονεύσεώς των κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας, αλλά και όταν μάχονται μεταξύ τους για εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες; Με ποιά παρρησία η πρωτόθρονη Εκκλησία του Οικουμενικού Πατριαρχείου θα αρθρώσει λόγο περί «ενότητος», καθ’ ον χρόνον διεκδικεί πλήρη εκκλησιαστική κυριαρχία στις Ιερές Μητροπόλεις των λεγομένων «Νέων χωρών», έτσι ώστε να παρουσιάζεται το τραγελαφικό φαινόμενο οι ιεράρχες των «Νέων χωρών» να ανήκουν ταυτόχρονα σε δύο τοπικές ιεραρχίες και σε δύο εκκλησιαστικά σώματα; Με ποια παρρησία η πρωτόθρονη Εκκλησία θα αρθρώσει λόγο περί «ενότητος» καθ’ ον χρόνον βαρύνεται με το βαρύτατο αμάρτημα του παλαιοημερολογητικού σχίσματος; Το ζήτημα του ημερολογίου εξακολουθεί να παραμένει μέχρι σήμερα μια ανοικτή πληγή στο σώμα της Εκκλησίας, που προκλήθηκε  από την όλως άκριτη, επιπόλαιη και βεβιασμένη ενέργεια του Οικουμενικού Πατριαρχείου να υιοθετήσει το νέο ημερολόγιο, συμπαρασύροντας και ορισμένες τοπικές Εκκλησίες, χωρίς την ομόφωνη γνώμη όλων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει το εν λόγω σχίσμα.

Είναι πολύ λυπηρό το γεγονός ότι ένας καθηγητής και μάλιστα ομότιμος, που διακόνησε επί δεκαετίες την ακαδημαϊκή Θεολογία, αγνοεί, η προσπερνά όλες τις παραπάνω επείγουσες αναγκαιότητες και προτάσσει άλλες, κατά πολύ δευτερεύουσες. Οι ορθόδοξοι καθηγητές θα πρέπει να είναι ως εκ της θέσεως και της επιστημονικής γνώσεώς των οι οφθαλμοί του εκκλησιαστικού σώματος, οι ακριβείς φύλακες των δογμάτων της πίστεως και των Ιερών Κανόνων της Εκκλησίας μας.

 

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών

 


Πηγή: Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου

mhtropolh peiraiws logo 01

Ἔργο τῶν προσφάτων Προσυνοδικῶν Διασκέψεων, πού πραγματοποιήθηκαν στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης, ἦταν ἡ ἀναθεώρηση, ἡ ἐπαναδιατύπωση καί ἡ ἐπικαιροποίηση τῶν κειμένων τῶν προγενεστέρων Προσυνοδικῶν Διασκέψεων, πού ἀποτελοῦν την θεματολογία τῆς μελλούσης Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τοῦ 2016. Γιατί, ὅμως, τά ἤδη ἀπό ἐτῶν ἕτοιμα καί ὡς ἐπί τό πλεῖστον ὀρθόδοξα κείμενα χρειάστηκαν ἀναθεώρηση, ἐπαναδιατύπωση καί ἐπικαιροποίηση, καί μάλιστα ἀπό τούς σημερινούς οἰκουμενιστές;

mhtropolh peiraiws header 01


ΠΡΟΔΙΑΓΕΓΡΑΜΕΝΗ Η ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΛΟΓΩ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ

Ἐν Πειραιεῖ  15-12-2015 

πρωτοπρεσβ. π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος  ἐφημ. Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Νέας Καλλιπόλεως Πειραιῶς

 

Ἡ ἀναθεώρηση, ἐπαναδιατύπωση καί ἐπικαιροποίηση τῶν κειμένων

Ἔργο τῶν προσφάτων Προσυνοδικῶν Διασκέψεων, πού πραγματοποιήθηκαν στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης, ἦταν ἡ ἀναθεώρηση, ἡ ἐπαναδιατύπωση καί ἡ ἐπικαιροποίηση τῶν κειμένων τῶν προγενεστέρων Προσυνοδικῶν Διασκέψεων, πού ἀποτελοῦν την θεματολογία τῆς μελλούσης Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τοῦ 2016. Γιατί, ὅμως, τά ἤδη ἀπό ἐτῶν ἕτοιμα καί ὡς ἐπί τό πλεῖστον ὀρθόδοξα κείμενα χρειάστηκαν ἀναθεώρηση, ἐπαναδιατύπωση καί ἐπικαιροποίηση, καί μάλιστα ἀπό τούς σημερινούς οἰκουμενιστές; Τί σημαίνει στήν πραγματικότητα ἀναθεώρηση, ἐπαναδιατύπωση καί ἐπικαιροποίηση τῶν κειμένων; Καθίσταται πλέον ἐμφανές ἀπό τήν εἰσήγηση τοῦ Σεβ. Μητρ. Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου, μέ θέμα «Αἱ σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τάς λοιπάς Χριστιανικάς Ἐκκλησίας καί Ὁμολογίας ἐπί τῇ βάσει τῶν Πανορθοδόξων Ἀποφάσεων»[1] , πού ἐξεφώνησε στό συνέδριο, πού ἔγινε στήν Ἱερά Μονή Βλατάδων, ἀπό 3 ἕως 5 Δεκεμβρίου 2015, μέ θέμα «Πρός τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο»[2], ὅτι οἱ οἰκουμενιστές ἀνέλαβαν τήν ἐργολαβία τῆς ἀναθεωρήσεως, ἐπαναδιατυπώσεως καί ἐπικαιροποιήσεως τῶν κειμένων ἐπί τό οἰκουμενιστικώτερον, δηλ. μετέβαλαν τό ἐν πολλοῖς ὀρθόδοξο περιεχόμενο τῶν κειμένων σέ οἰκουμενιστικό, ἀφαιρώντας καί σβήνοντας ὀρθόδοξες παραγράφους καί προσθέττοντας ἄλλες οἰκουμενιστικές. Αὐτό ἀκριβῶς ἔγινε καί γιά τά δύο κείμενα μέ θέμα α) ʺΣχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμονʺ, καί β) ʺὈρθοδοξία καί Οἰκουμενική Κίνησιςʺ, τά ὁποῖα ἔγιναν ἕνα ἑνιαῖο πλέον κείμενο μέ τόν γενικό τίτλο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον», καί τό ὁποῖο θά δοθεῖ στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο γιά ὁμόφωνη ἐπικύρωση.

Λέγει ὁ Μεσσηνίας : «Γ. Εἰς τό Ὀρθόδοξον Κέντρον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐν Chambésy τῆς Γενεύης, ἐπραγματοποιήθη ἀπό 29ης Σεπτεμβρίου ἕως 4ης Ὀκτωβρίου 2014, ἡ Α΄ Συνάντησις τῆς Εἰδικῆς Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς διά τήν Ἀναθεώρησιν τῶν Κειμένων τῶν Προσυνοδικῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων, ἡ ὁποία ἠσχολήθη μέ τήν ἐπικαιροποίησιν (revision) τῶν ἀνωτέρω δύο  Κειμένων. Εἰς τά πλαίσια τῆς ἐπικαιροποιήσεως τῶν ἀπόψεων καί θέσεων ἐθεωρήθη ὀρθότερον ἡ ἑνοποίηση τῶν δύο Κειμένων, ἐνῶ δέν ἐτέθησαν παράγραφοι τῶν δύο προηγουμένων Κειμένων, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονταν εἰς τάς δράσεις καί εἰς τάς ἐνεργείας ἑνίων ὀργάνων, κυρίως τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, ὡς καί εἰς τήν περιγραφικήν πορείαν τῶν διαφόρων Διμερῶν Θεολογικῶν Διαλόγων. Ἡ ἀπάλειψις αὕτη ἐγένετο διότι ἐθεωρήθησαν πλέον αἱ συγκεκριμέναι παράγραφοι ὡς ἁπλαί καί μόνον ἱστορικαί ἀναφοραί, αἱ ὁποῖαι δέν προσέφερον τι τό σημαντικόν ὡς πρός τήν μελλοντικήν θεώρησιν καί ἀξιοποίησιν πανορθοδόξως τοῦ νέου Κειμένου».

Γιατί νά ἀπαλειφθοῦν οἱ παράγραφοι, πού περιγράφουν τήν πορεία τῶν διαφόρων Διμερῶν Θεολογικῶν Διαλόγων; Μήπως γιά νά μήν καταδειχθεῖ τό ἀδιέξοδο, τό ναυάγιο, τό βατερλώ, τό ἄκαρπον καί τό ἀλυσιτελές αὐτῶν;

Ἡ οἰκουμενιστική καί αἱρετική θεωρία τῆς «βαπτισματικῆς θεολογίας»

Στό νέο ἑνοποιημένο Κείμενο, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Μεσσηνίας, «β) Ἐτέθησαν τά κανονικά κριτήρια (καν. 7ος τῆς Β΄ καί  95ος τῆς Πενθέκτης) ὡς πρός τήν προοπτικήν τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μετά τῶν λοιπῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν (§ 20). Διά τῆς παρούσης παραγράφου προσδιορίσθησαν πανορθοδόξως τά ὅρια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔναντι τῶν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν, δέν ἀμφισβητήθη ἡ ὕπαρξις αὐτῶν καί «κατ’ οἰκονομίαν» ἀνεγνωρίσθη, τό συμφώνως πρός τήν κανονικήν παράδοσιν, ὑποστατόν καί ἔγκυρον τοῦ βαπτίσματος. Οὕτως ἐνισχύεται ἡ ἀρχή τῆς ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας, ὡς ἔκφρασις φιλανθρώπου διαθέσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔναντι τῶν λοιπῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν ἐνῶ ἀτονεῖ ἡ ἀρχή τῆς ἀκριβείας».

Ἐδῶ εἶναι ἐμφανές ὅτι γίνεται λόγος γιά τήν οἰκουμενιστική καί αἱρετική θεωρία τῆς «βαπτισματικῆς θεολογίας», ἡ ὁποία σύμφωνα μέ τόν Σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεο[3] , «ἐρευνᾶ τό Βάπτισμα τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν ἑτεροδόξων, γιά νά βρεθοῦν τά κοινά σημεῖα μεταξύ τους. Οἱ οἰκουμενιστές προσπαθοῦν νά προσδιορίσουν τήν ἑνότητα μεταξύ τοῦ Χριστιανισμοῦ μέσα ἀπό τήν προοπτική τῆς «βαπτισματικῆς θεολογίας», πού σημαίνει ὅτι θέτουν ὡς βάση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας τό Βάπτισμα. Οὐσιαστικά, αὐτό εἶναι «ἡ ἀρχή τῆς περιεκτικότητας», γιατί προσπαθοῦν νά δοῦν τά κοινά σημεῖα τῆς ἑνότητας μεταξύ τῶν αἱρέσεων καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Μ' αὐτόν τόν τρόπο δέν θέτουν ὡς βάση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας τήν πίστη, συνδυασμένη μέ τά Μυστήρια, ἀλλά θέτουν ὡς βάση τό Βάπτισμα, τό ὁποῖο ἀποδεσμεύουν ἀπό τήν ἀποκεκαλυμμένη πίστη καί ἀπό τά ἄλλα Μυστήρια, ἰδιαίτερα τό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας.

Τό γεγονός ὅτι τό Βάπτισμα θεωρεῖται ὡς στοιχεῖο ἑνότητος μεταξύ τῶν Χριστιανῶν, παρ'ὅλο πού διαφέρουν ὡς πρός τήν πίστη, σημαίνει ὅτι ἀλλάζουν τά πατερικά κριτήρια γιά τήν ἀναγνώριση τῆς Ἐκκλησίας. Ὁπότε, κατά τήν «βαπτισματική θεολογία», τό αἱρετικό βάπτισμα εἶναι τό ἕνα Βάπτισμα, δηλ. ἡ μυστηριακή ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας δέν ἐντοπίζεται πλέον σέ μιά ταυτότητα, βασισμένη στήν ἑνότητα τῆς πίστεως, ἀποστολικῆς διαδοχῆς, ἱερωσύνης καί μυστηρίων. Ὁπότε, μπορεῖ κάποιος, λόγῳ τοῦ βαπτίσματος, πού γίνεται ἀπό αἱρετικούς, σχισματικούς, ἀκόμη καί μή βαπτισμένους, νά εἶναι μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν πίστη, τήν ἀποστολική διαδοχή καί τά Μυστήρια, πράγμα πού ἀντιβαίνει στήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία, ἡ ὁποία συνδέει στενά τήν Ὀρθοδοξία μέ τήν Ἐκκλησία καί τήν θεία Εὐχαριστία. Ἑπομένως, διακρίνεται «ὁ Χριστός τῶν Μυστηρίων» (τοῦ Βαπτίσματος) ἀπό «τόν Χριστό τῆς δογματικῆς ἀληθείας».

Αὐτό σημαίνει ὅτι ὑφίσταται σοβαρό θεολογικό ζήτημα, ἀφοῦ, ὅπου δέν ὑπάρχει πίστη-δόγμα, δέν μπορεῖ νά γίνεται λόγος γιά Μυστήρια. Τό δόγμα δέν χωρίζεται ἀπό τήν «πνευματικότητα». Ἡ ἐκκλησιαστική αὐθεντικότητα ἔχει σχέση μέ τό ὀρθόδοξο δόγμα καί τά Μυστήρια, πού βρίσκονται ἐντός τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπάρχει σαφέστατη ἑνότητα μεταξύ τοῦ Βαπτίσματος καί τῆς ἑνότητας τῆς πίστεως, καί δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει διάσπαση μεταξύ «τοῦ Χριστοῦ τῶν Μυστηρίων καί τοῦ Χριστοῦ τῆς δογματικῆς Ἀλήθειας». Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, κατά τους Πατέρες, συνίσταται ἀπό τά κοινά Μυστήρια, τήν κοινή πίστη καί τόν Ἐπίσκοπο.

Τό ψεῦδος τῆς «βαπτισματικῆς ἑνότητας» συνιστᾶ μιά ἐκδοχή τῆς προτεσταντικῆς «θεωρίας τῶν κλάδων», γι'αὐτό καί εἶναι ἀσύμβατη μέ τήν ἐκκλησιολογία τῶν Ἁγίων Πατέρων».

Ἡ οἰκουμενιστική καί αἱρετική θεωρία τῆς «εὐχαριστιακῆς ἐκκλησιολογίας»

Πιό κάτω ἀναφέρει ὁ Μεσσηνίας : «Εἰς τό σημεῖον τοῦτον ἐπιγραμματικῶς καί μόνον θά ἤθελον νά ἀναφέρω ὁρισμένας ἐκ τῶν γενομένων ἀναθεωρήσεων. …Ἡ υἱοθέτησις τῆς εὐχαριστιακῆς ἐκκλησιολογίας, ὡς βάσεως διά τήν θεολογικήν καί ἐκκλησιολογικήν κατανόησιν τῶν θεμάτων εἰς τόν Διάλογον μετά τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν (Κείμενο Μονάχου, Νέου Βαλάμου καί Ραβέννας)…».

Ἡ καινοφανής αἱρετική διδασκαλία περί «εὐχαριστιακῆς ἐκκλησιολογίας» ἔχει ὡς πηγή τήν σκέψη τοῦ Νικολάου Ἀφανάσιεφ[4] . Ὁ Ρῶσος πρεσβύτερος Νικόλαος Afanassieff στίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰώνα καθιέρωσε πρῶτος τόν αἱρετικό ὄρο «εὐχαριστιακή ἐκκλησιολογία» καί τήν καινοφανή περί αὐτῆς διδασκαλία. Ὑποστήριζε ὅτι ὅλες οἱ ἐκκλησίες, πού ἔχουν ἀποστολική διαδοχή (ἄρα καί οἱ αἱρετικοί παπικοί!) καί τελοῦν τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἔχουν τήν πληρότητα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, καί ὅτι εἶναι ἑνωμένες μεταξύ τους μέ τήν ἀγάπη, τήν ἀγάπη ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν γιά τήν κάθε τοπική καί τῆς κάθε τοπικῆς γιά ὅλες τίς ἄλλες. Τή θεωρία αὐτή τήν ἐπεξέτεινε ὁ γνωστός Ἀλέξανδρος Σμέμαν, ὁ ὁποῖος προσπάθησε νά ἀναδείξει τή λειτουργική κρίση στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας καί τούς τρόπους μέ τούς ὁποίους αὐτή μπορεῖ νά ἀντιμετωπιστεῖ.

Ἡ «εὐχαριστιακή ἐκκλησιολογία», ἑπομένως, ἐρχόταν νά δώσει λύση στό ἀκανθῶδες πρόβλημα τῶν θεολογικῶν δογμάτων, πού ὁδήγησαν στό Σχίσμα τοῦ 1054, καί πού δέν θά ἦταν ποτέ δυνατόν νά γίνουν δεκτά ἀπό καμμία πλευρά. Ἡ θεωρία αὐτή συμβίβασε τά ἀσυμβίβαστα, καί ἔδωσε ἔτσι τήν εὐκαιρία στόν μεγάλο οἰκουμενιστή Πατριάρχη κυρό Ἀθηναγόρα νά δηλώνει προκλητικά τή δεκαετία τοῦ ’60, ὅτι πρέπει παραμεριστοῦν τά δόγματα πρός χάριν τοῦ «διαλόγου τῆς ἀγάπης»[5] . Τό ἐντυπωσιακό στήν ὅλη ὑπόθεση εἶναι πώς, δεκαετίες πρίν τόν κυρό Ἀθηναγόρα, τήν ἴδια ἐκτίμηση ἔκανε καί ὁ Νικόλαος Afanassieff, ὁ ὁποῖος ἐφηῦρε τό στοιχεῖο τῆς ἑνότητας μέσα ἀπό τήν Θεία Εὐχαριστία, μέ τήν κάθε Ἐκκλησία νά κρατάει τά δόγματα γιά τόν ἑαυτό της. Ἄρα, ἀπώτερος σκοπός τῆς ἐμπνεύσεως τοῦ Afanassieff ἦταν νά διευκολυνθεῖ –κατ' αὐτόν τόν ἀντιπαραδοσιακό τρόπο- ἡ «ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν»!

Ἡ συμβολή τοῦ οἰκουμενιστοῦ Μητροπολίτου Ζηζιούλα ἔγκειται στό γεγονός ὅτι ἔρχεται σέ μιά κρίσιμη καμπή, ἀμέσως μετά τήν ἀποδοχή τῆς θεωρίας ἀπό τή Β΄ Βατικανή Σύνοδο, νά ὁλοκληρώσει αὐτό, πού ξεκίνησε ὁ Afanassieff, πρός τήν κατεύθυνση, πού ἐπιθυμεῖ τό Βατικανό. Δηλαδή στό κενό, πού ἄφησε ἡ θεωρία τοῦ Afanassieff καί ἀφοροῦσε τό (παγκόσμιο) πρωτεῖο τοῦ Πάπα, τήν ἐργολαβική διεκπεραίωση τοῦ ὁποίου ἀνέλαβε προθύμως ὁ Ζηζιούλας! Κι αὐτό φαίνεται ἰδιαιτέρως στό ἐπαίσχυντο καί ἀνορθὀδοξο «Κείμενο τῆς Ραβέννας» (2007), τό ὁποῖο μπορεῖ νά ἔχει ὡς βάση του τή θεωρία τοῦ Afanassieff, ἡ τελική διαμόρφωσή του, ὅμως, ὀφείλεται στόν Περγάμου, πού μέ τή σειρά του, μέ μιά μεταπατερική ἤ μᾶλλον μετά-ἀποστολική μαεστρία καί μέ ἕνα ἐντελῶς αὐθαίρετο τρόπο, μεταβάλλει τή διάταξη τοῦ 34ου Ἀποστολικοῦ Κανόνα, πού κάνει λόγο γιά «πρῶτο τῆ τάξει σέ ἐπαρχιακό (τοπικό) ἐπίπεδο», καί τήν ἐπεκτείνει σέ διοίκηση «παγκοσμίου ἐπιπέδου»[6] !

Οἱ αἱρετικές, ὅμως, ἐκτροπές στό συγκεκριμένο θέμα τοῦ Ζηζιούλα δέν περιορίζονται μόνο στούς διμερεῖς θεολογικούς διαλόγους μέ τούς αἱρετικούς Παπικούς, ἀλλά προεκτείνονται καί στούς πολυμερεῖς θεολογικούς διαλόγους μέ τούς αἱρετικούς Προτεστάντες τοῦ Π.Σ.Ε. γιά παράδειγμα. Ἡ θέση του πώς, ὅπου τελεῖται τό μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας καί γίνεται ἐπίκληση τῆς ἐνεργοῦ παρουσίας τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, ἐκεῖ ὑπάρχει Ἐκκλησία, δέν ἐξαιρεῖ γιά τόν ἴδιο οὔτε τούς κατακερματισμένους Προτεστάντες!

Ἀπό τα ἀνωτέρω γίνεται κατανοητό καί τό γεγονός ὅτι γιά τόν Περγάμου δέν ἔχει καμμία σημασία τό τυπικό, μέ τό ὁποῖο τελεῖται τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἄν γιά παράδειγμα οἱ Λατίνοι χρησιμοποιοῦν ἄζυμα ἤ οἱ Προτεστάντες χυμό ἀντί γιά κρασί! Ὅλα αὐτά τά «τεχνικά στοιχεῖα» ἐντάσσονται στίς «ποικίλες κοινωνικές καί πολιτισμικές διαφορές», πού ὑπερβαίνονται πανεύκολα, ἀρκεῖ νά δηλώνεται πώς τελεῖται ἡ «θεία εὐχαριστία» καί ὅτι γίνεται ἐπίκληση στό ὄνομα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τό ὅτι τό σύνολο τῶν Ἁγίων Πατέρων ἔδωσε μεγάλες μάχες μέ τούς Λατίνους γιά τό θέμα τῶν «ἀζύμων», ἀλλά καί γιά ὅλες τίς ὑπόλοιπες δογματικές διαφορές, οἱ ὁποῖες κρίνουν, κατά τούς ἁγίους Πατέρες τήν σωτηριολογική πορεία τοῦ ἀνθρώπου, γιά τόν Ζηζιούλα, ὅπως καί γιά τούς περισσότερους Οἰκουμενιστές, εἶναι ἐμφανές πώς ἀποτελεῖ ἕνα πεδίο παρωχημένο καί ἀδιάφορο. Τό ὅτι οἱ Ὁσιόαθλοι Πατέρες τῆς ἐν Καντάρα τῆς Κύπρου Μονῆς ἐκάησαν ζῶντες, δέν ἔχει καμμιά σημασία.

Πρέπει νά σημειωθεῖ πώς ὅλοι οἱ σύγχρονοι «θεολόγοι τοῦ γραφείου» στίς ἀναφορές, πού κάνουν γιά την «εὐχαριστιακή ἐκκλησιολογία», δέν παραπέμπουν φυσικά στούς Ἁγίους Πατέρες, ἀλλά παραπέμπουν κυρίως στόν μέντορά τους, Ζηζιούλα. Εἶναι μάλιστα χαρακτηριστικό, πώς ὅσο καί νά ψάξει ἕνας ἐρευνητής στούς Ἁγίους Πατέρες, σέ κανέναν ἀπό αὐτούς δέν θά συναντήσει αὐτό τόν (μεταπατερικό) ὄρο! Οἱ μόνες παραπομπές, πού κάνουν στούς Ἁγίους Πατέρες εἶναι κάποιες ἀποσπασματικές ἐκφράσεις, πού χρησιμοποιοῦν οἱ Ἅγιοι, γιά νά τονίσουν τή σπουδαιότητα τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Τίς ὑπέροχες ἐκφράσεις τοῦ Ἁγίου Μάξιμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, τοῦ Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα κ.ἄ. σπουδαίων Πατέρων, οἱ μεταπατερικοί θεολόγοι τοῦ καιροῦ μας τίς ἀκρωτηριάζουν ἀπό τή συνολική συνάφεια ἑνός κειμένου, καί ἐν συνεχεία τίς προσαρμόζουν καί τίς χρησιμοποιοῦν ὡς «πατερική κάλυψη» στίς εἰσηγήσεις τους, εἰς τρόπον ὥστε νά μπερδεύουν ἄλλους Ἐπισκόπους καί θεολόγους, πού διατηροῦν κάποιες ἐπιφυλάξεις, ἤ τούς ἁπλούς πιστούς, πού συνήθως δέν ἀντιλαμβάνονται τήν πονηρία τοῦ πράγματος.

Τό μεῖζον ζήτημα τῆς «εὐχαριστιακῆς ἐκκλησιολογίας» εἶναι ἕνα ζήτημα, πού ὡς «δούρειος ἵππος» καταλαμβάνει τήν νεώτερη ὀρθόδοξη θεολογική σκέψη, ἀκριβῶς λόγω τῆς εὔηχης ὀρολογίας του. Ἀποτελεῖ μία ἄγνωστη στούς περισσοτέρους πτυχή τοῦ διαλόγου. Τό ζήτημα αὐτό εἶναι καί τό σημαντικότερο, γιατί ἐκφράζει ἀκριβῶς τή φιλοσοφία τοῦ Ζηζιούλα, τήν ὁποία ἀκολουθεῖ ἡ πλειοψηφία τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν σήμερα, ὅπως καί ἕνα τμῆμα «φιλοπατριαρχικό» τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Σέ μιά κατεξοχήν ἀ-δογματική ἐποχή, ἡ θεωρία τῆς «εὐχαριστιακῆς ἐκκλησιολογίας», πού ἐκφράζει ὁ Ζηζιούλας, ἔρχεται μέ ἕνα …δογματικό τρόπο νά διαλύσει εἰς πλάτος καί εἰς βάθος ὅ,τι ἔχει ἀπομείνει ὄρθιο μέχρι σήμερα!

Στό σημεῖο αὐτό ὀφείλουμε νά τονίσουμε τήν μέγιστη διαφορά, πού ὑπάρχει μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικῆς εὐχαριστίας καί τῆς αἱρετικῆς «εὐχαριστιακῆς ἐκκλησιολογίας». Ἡ ἐκκλησιαστική εὐχαριστία ἐρείδεται στό χωρίο ἀπό τό κατά Ματθαῖον ἅγιον Εὐαγγέλιον «οὖ γάρ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμί ἐν μέσω αὐτῶν»[7] , δηλ. «ὅπου δύο ἤ τρεῖς ἄνθρωποι (ὀρθόδοξοι, ὄχι αἱρετικοί ἤ ἀλλόθρησκοι) εἶναι συγκεντρωμένοι στό ὄνομά Μου καί γιά σκοπό σύμφωνο μέ τό θέλημά Μου, ἐκεῖ εἶμαι κι Ἐγώ στό μέσο τους, γιά νά τούς φωτίζω, νά τούς εὐλογῶ καί νά τούς ἐνισχύω». Ἐνῶ ἡ εὐχαριστιακή ἐκκλησιολογία πρεσβεύει ἐντελῶς τό ἀντίθετο, ὅτι δηλ. οἱ πάσης φύσεως αἱρετικοί καί ἀλλόδοξοι μποροῦν νά εἶναι συνηγμένοι μαζί μέ τούς Ὀρθοδόξους στή Θεία Εὐχαριστία. Τό «Κείμενο τῆς Ραβέννας» ἀποτελεῖ τό ἀποκορύφωμα τῆς ἐκκλησιολογίας τοῦ Ζηζιούλα, ἡ ὁποία εἶναι προβληματική, γιατί εἶναι δομημένη μέ τρόπο ἀντιπατερικό, σέ ἕνα εἶδος «πρωτείου», γιά τό ὁποῖο οὐδέποτε μίλησε ὁ Χριστός καί οἱ μαθητές του. Οὐσιαστικά πρόκειται γιά μιά ἐκκλησιολογία, πού σταδιακά ἐκβάλλει τόν Χριστό, καί σταδιακά εἰσάγει τόν ἄρχοντα-ἐξουσιαστή τοῦ κόσμου τούτου, τόν Ἀντίχριστο (πού θά ἔχει ὄντως «παγκόσμιο πρωτεῖο!)!

Ἀρκεῖ μονάχα ἕνα σημεῖο, γιά νά καταδειχθεῖ ὁ οἰκουμενιστικός καί ἀντορθόδοξος χαρακτήρας τοῦ «Κειμένου τῆς Ραβέννας». Λέγει τό κείμενο ὅτι «ὁ καθορισμός καί ἡ διευκρίνιση ὅτι μέ τούς ὄρους «Ἐκκλησία», «ἡ ἀνά τόν κόσμον Ἐκκλησία», «ἡ ἀδιαίρετος Ἐκκλησία» καί «τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ» δέν ὑπονομεύεται ἀπό τή Μικτή Θεολογική Ἐπιτροπή ἡ πεποίθηση ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀνήκει εἰς τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ὅπως αὐτή ἐκφράζεται στό Σύμβολο Νικαίας - Κωνσταντινουπόλεως. (ὑποσ. 1)». Ὁ ἰσχυρισμός βεβαίως αὐτός τοῦ κειμένου εἶναι ἐπιεικῶς ἀπαράδεκτος. Δηλ. γιά τούς συντάξαντας τό κείμενο, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν εἶναι αὐτή καί μόνη ἀποκλειστικά ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἀλλά «ἀνήκει εἰς τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία». Δηλ. ἄλλη εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί ἄλλη ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἡ ὁποία δέν ταυτίζεται μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλά ἀποτελεῖ μέρος αὐτῆς, μαζί μέ ἄλλες «ἐκκλησίες» (παπισμό, προτεσταντισμό, μονοφυσιτισμό). Αὐτό εἶναι τό ἐκκλησιολογικό πιστεύω τοῦ κειμένου τῆς Ραβέννας, τό ὁποῖο ταυτίζεται μέ τή νέα ἐκκλησιολογία τοῦ Παπισμοῦ, καί τό ὁποῖο ἀποτελεῖ, βεβαίως, φοβερή ἀλλοίωση, διαστρέβλωση καί προδοσία τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας, ὅπως αὐτή ἐκφράζεται στό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Πολύ καλύτερο καί ὀρθοδοξότατο εἶναι τό κείμενο τῆς Γ´ Πανορθοδόξου Προσυνοδικῆς Διασκέψεως (1986) γιὰ τὸ θέμα «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις», ὅπου ἐκφράζεται, στὴν ἀρχὴ μάλιστα, ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας : «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἐν τῇ βαθείᾳ πεποιθήσει καὶ ἐκκλησιαστικῇ αὐτοσυνειδησίᾳ, ὅτι ἀποτελεῖ τὸν φορέα καὶ δίδει τὴν μαρτυρίαν τῆς πίστεως καὶ τῆς Παραδόσεως τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἀκραδάντως πιστεύει ὅτι κατέχει κεντρικὴν θέσιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς προωθήσεως τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν ἐντὸς τοῦ συγχρόνου κόσμου». Γιατί νά ἀντικατασταθεῖ τό κείμενο αὐτό ἀπό τό «Κείμενο τῆς Ραβέννας»;

Σύμφωνα μέ τόν Σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου κ. Ἱεροθεο, «ἡ λεγομένη «εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία» εἶναι μεταπατερικὴ διδασκαλία . Βεβαίως, κανεὶς δὲν ἀρνεῖται τὴν μεγάλη ἀξία τῆς θείας Εὐχαριστίας, κατὰ τὴν ὁποία κοινωνοῦμε τοῦ Σώματος καὶ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, πρὸς τὴν ὁποία κατευθύνονται ὅλα τὰ Μυστήρια καὶ ὅλη ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωή, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ θεία Εὐχαριστία νὰ ἀνεξαρτητοποιηθῆ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν ὅλη ἐκκλησιαστικὴ ζωή.

Κατ' ἀρχς, πάρχει στενή  σχέση μεταξ κκλησίας, ρθοδοξίας κα Εχαριστίας, πως τ βλέπουμε στν γιο Ερηναο, πίσκοπο Λυνος. Δὲν φίσταται κκλησία χωρὶς Ὀρθοδοξία κα Εχαριστία, οὔτε Ὀρθοδοξία χωρὶς Ἐκκλησία κα θεία Εχαριστία, ἀλλ καὶ δὲν φίσταται θεία Εχαριστία ἔξω π τν κκλησία κα τν ρθοδοξία. Ἡ θεία Εχαριστία δν μπορε ν θεωρηθ ρθόδοξη ξω π τν κανονικ δομ τς κκλησίας κα τς παραίτητες προϋποθέσεις μετοχς σ ατήν. Οἱ Πατέρες τῆς κκλησίας κα οἱ Κανόνες τῶν Τοπικν κα Οκουμενικν Συνόδων καταγράφουν τὶς προϋποθέσεις μετοχῆς τοῦ νθρώπου στν θεία Εχαριστία κα τν θεία Κοινωνία, πο εναι ἡ ἄσκηση καὶ ὁ ἡσυχαστικς τρόπος ζως. Ἡ θεία Εχαριστία δν μπορε ν ποκαταστήση τν κάθαρση τν φωτισμ κα τήν θέωση, οὔτε, βεβαίως, κα τ ντίστροφο. σχύει κα δ τὸ συναμφότερο.

κόμη, κτς τς θείας Εχαριστίας, βασικ κέντρα τς κκλησιαστικς ζως εναι ἡ Ἁγία Γραφή, τὸ δόγμα καὶ ἡ προσευχή, τὰ ποα προϋποθέτει θεία Εχαριστία. πάρχει βαθύτατος συνδυασμὸς μεταξ lex credendi (νόμος πίστεως) κα lex orandi (νόμος προσευχς). πίσκοπος εναι Προεστς τς Εχαριστιακς Συνάξεως, λλ ταυτοχρόνως (πρέπει νὰ) εναι κα Προφήτης, πο κηρύττει προφητικ λόγο στος κκλησιαζόμενους, ο ποοι πιθυμον ν πορευθοῦν π τ κατ' εκόνα στ καθ' μοίωση. Βεβαίως, μέσα στν κκλησία κα στν θεία Εχαριστία πάρχουν διάφορες πνευματικς λικίες, κα τ γιον Πνεμα νεργε καταλλήλως σ λους. πειτα, Χάρη το Θεο στ Μυστήρια νεργε νεξάρτητα π τν κατάσταση τῶν κανονικν Κληρικν κα τν λαϊκν, μως σοι κοινωνον τν χραντων Μυστηρίων δν φελονται, ἐὰν δν συμμετέχουν στν καθαρτική, φωτιστικ κα θεοποι νέργεια το Θεο. 

λα ατ καναν τν π. ωάννη Ρωμανίδη ν λέγη τι δὲν εναι Εχαριστία, πο κάνει τν κκλησία ν εναι ντως κκλησία, ἀλλὰ  κκλησία εναι ατὴ, πο κάνει τν Εχαριστία ν εναι ντως Εὐχαριστία. Μὲ λλα λόγια, τ «λογο» (δόγμα-Κανόνες) προηγεται το «κάρου» κα χι τ ντιστροφο. λλωστε, πως εναι γνωστόν, ξω π τν ρθόδοξη κκλησία, μ τ δόγματα κα τος ερος Κανόνες, δν φίσταται Εὐχαριστία, μ τν ρθόδοξη σημασία τς λέξεως. πότε μπορομε ν κάνουμε λόγο γιὰ κκλησιαστική Εχαριστία καὶ χι γιὰ «εὐχαριστιακ κκλησιολογία» »[8] .

Ἡ οἰκουμενιστική μεθοδολογία τῶν διαλόγων

Γιατί, ὅμως, στό νέο ἑνοποιημένο κείμενο υἱοθετοῦνται οἱ καινοφανεῖς καί κακόδοξες θεωρίες τῆς «βαπτισματικῆς θεολογίας» καί τῆς «εὐχαριστιακῆς ἐκκλησιολογίας»; Μά, γιατί ἄλλο; Γιά νά συντηρηθεῖ ὁ παραπαίων σύγχρονος οἰκουμενιστικός διάλογος μέ τούς αἱρετικούς. Ἀντί, λοιπόν, νά ἐφαρμοστεῖ ἡ βασική παύλεια ἀρχή τοῦ διαλόγου «αἱρετικόν ἄνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ»[9] , ἐφαρμόζεται ἡ παραπάνω οἰκουμενιστική μεθοδολογία. Αὐτό γίνεται φανερό   ἀπό τό δεύτερο Κείμενο μέ θέμα «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον», στό ὁποῖο, σύμφωνα μέ τόν Μεσσηνίας, τονίζεται, ὅτι «ἡ κατά τήν διεξαγωγήν τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων ἀκολουθουμένη μεθοδολογία ἀποσκοπεῖ εἴς τε τήν λύσιν τῶν παραδεδομένων θεολογικῶν διαφορῶν ἤ τῶν τυχόν νέων διαφοροποιήσεων καί εἰς τήν ἀναζήτησιν τῶν κοινῶν στοιχείων τῆς χριστιανικῆς πίστεως, προϋποθέτει δέ τήν σχετικήν πληροφόρησιν τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας ἐπί τῶν διαφόρων ἐξελίξεων τῶν Διαλόγων. Ἐν περιπτώσει ἀδυναμίας ὑπερβάσεως συγκεκριμένης τινός θεολογικῆς διαφορᾶς ὁ Θεολογικός Διάλογος συνεχίζεται, καταγραφομένης τῆς διαπιστωθείσης ἐπί τοῦ συγκεκριμένου θέματος θεολογικῆς διαφωνίας καί ἀνακοινουμένης τῆς διαφωνίας ταύτης πρός πάσας τάς κατά τόπους Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας διά τά ἐφεξῆς δέοντα γενέσθαι», ἐνῷ ἐπισημαίνεται ὅτι, ὅταν τυγχάνει ἀναγκαῖον, ἐξ  αἰτίας τῆς ἑτερότητος τῶν θεολογικῶν προβλημάτων ἐφ’ ἑνός ἑκάστου διμεροῦς Διαλόγου, εἶναι δυνατή καί ἡ ἀλλαγή τῆς ἀντιστοίχου μεθοδολογίας. Εἶναι εὐνόητον λοιπόν ὅτι κατά τήν διεξαγωγήν τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων, κοινός πάντων σκοπός εἶναι ἡ τελική ἀποκατάστασις τῆς ἐν τῇ ὀρθῇ πίστει καί τῇ ἀγάπῃ ἑνότητος. Ὁπωσδήποτε ὅμως αἱ ὑφιστάμεναι θεολογικαί καί ἐκκλησιολογικαί διαφοραί ἐπιτρέπουν ποιάν τινα ἱεράρχησιν ὡς πρός τάς ὑφισταμένας δυσχερείας διά τήν πραγμάτωσιν τοῦ πανορθοδόξως τεθειμένου σκοποῦ. Ἡ ἑτερότης τῶν προβλημάτων ἑκάστου διμεροῦς Διαλόγου προϋποθέτει διαφοροποίησιν μέν τῆς τηρηθησομένης ἐν αὐτῷ μεθοδολογίας, ἀλλ’ οὐχί καί διαφοροποίησιν σκοποῦ, διότι ὁ σκοπός εἶναι ἑνιαῖος εἰς πάντας τούς Διαλόγους».

Στό ἑνιαῖο Κείμενο, σύμφωνα μέ τόν Μεσσηνίας, «α) Καθωρίσθη οὐχί μόνον ὁ τρόπος ἀποχωρήσεως μιᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας μεμονωμένης ἔκ τινος συγκεκριμένου Διαλόγου, ἀλλά καί ἡ δυνατότης διακοπῆς αὐτοῦ, ὡς καί ἡ ἀλλαγή τῆς μεθοδολογίας αὐτοῦ ἤ ἡ ἐπαναξιολόγησις αὐτοῦ, ἐφ’ ὅσον τυγχάνει ἀναγκαῖον διά λόγους σοβαρούς ἐκκλησιολογικούς, κανονικούς, ποιμαντικούς ἤ ἠθικῆς φύσεως. Αὕτη περιγράφεται ὡς μία διαδικασία πανορθοδόξου ἀποφάσεως, ἐκκινοῦσα μέ τήν πρωτοβουλίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί κατόπιν «ὁμοφώνου συναινέσεως» τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν (§ 10)». Εἶναι ἐμφανές ὅτι ἐπιχειρεῖται νά παρεμποδιστεῖ ἡ μεμονομένη ἀποχώρηση μιᾶς Τοπικῆς Ἐκκλησίας ἀπό κάποιο Διάλογο. Αὐτό πρέπει νά γίνεται μέ Πανορθόδοξη ἀπόφαση, μέ πρωτοβουλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί μέ συναίνεση τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν. Θά δεχθοῦν οἱ Τοπικές Ἐκκλησίες αὐτά τά δεσμά στήν αἰχμαλωσία τοῦ Οἰκουμενισμοῦ;

Οἱ συμπροσευχές

Σύμφωνα μέ τόν Μεσσηνίας, τά desiderata τῆς Σόφιας (1981) καί τά κείμενα τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς (Special Commission) (2002), στά ὁποῖα διαλαμβάνονται οἱ «ἀξιώσεις» τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἔναντι τοῦ «Π.Σ.Ε.» καί τῆς συμμετοχῆς τους σ’αὐτό, καί τά ὁποία τυγχάνουν πανορθοδόξου ἀναγνωρίσεως καί ὁμοθύμου ἀποδοχῆς, τονίζουν μεταξύ ἄλλων καί τήν ἀνάγκη ἀποφυγῆς κάθε μορφῆς συμπροσευχῆς. Ἡ πρακτική, ὅμως, πού ἐφαρμόζεται σήμερα στό «Π.Σ.Ε.», καταπατᾶ τήν παραπάνω θέση, διότι οἱ συμπροσευχές ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν στό «Π.Σ.Ε.» ἔχουν γίνει πλέον κανόνας καί καθημερινή ρουτῖνα, ἀπό τίς προκλητικές συμπροσευχές Πατριάρχου καί Πάπα στό Φανάρι καί στή Ρώμη καί πολλῶν ἄλλων Προκαθημένων καί Ἐπισκόπων ἀπανταχοῦ τῆς γῆς. 

Προσπάθεια ἐπιβολῆς τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνόδου

Στό νέο ἑνοποιημένο κείμενο, κατά τά λεγόμενα τοῦ Μεσσηνίας, «γ) Ἐτονίσθη, ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θεωρεῖ καταδικαστέαν πᾶσαν διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, ὑπό ἀτόμων ἤ ὁμάδων, ἐπί προφάσει τηρήσεως ἤ δῆθεν προασπίσεως τῆς γνησίας Ὀρθοδοξίας», διότι θεωρεῖ ὅτι «ἡ διατήρησις τῆς γνησίας ὀρθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον διά τοῦ συνοδικοῦ συστήματος, τό ὁποῖον ἀνέκαθεν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀποτελεῖ τόν ἁρμόδιον καί ἔσχατον κριτήν περί τῶν θεμάτων πίστεως» (§ 22). Θέσις ἡ ὁποία ἀπορρέει ἐκ τῆς κανονικῆς παραδόσεως (καν. 6ος Β΄ Οἰκ. Συνόδου) καί τῆς πατερικῆς διδασκαλίας (πρβλ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἐπιστολαί LXXII, PG 77, 344D-345B)». Λίγο πιό κάτω ὁ Μεσσηνίας ἀναφέρει : «Εἰς τό σημεῖον αὐτό εἶναι ἀναγκαῖον νά τονίσωμεν ὅτι ἡ «Ὀρθοδοξία» ὡς ἰδιότης τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ὑπόθεσις μεμονωμένων ἀτόμων οὔτε τοποθετεῖται ἐκτός καί ὑπεράνω τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ρυθμιστικός κανών τῆς ζωῆς καί τῆς σκέψεώς Της, ἀλλά ταυτίζεται μέ τήν Ἐκκλησίαν, ἀποτελοῦσα συστατικόν τῆς ταυτότητός Της, διό καί βιοῦται μόνον ἐν κοινωνίᾳ μέ τήν Ἐκκλησίαν, γεγονός τό ὁποῖον σημαίνει ἐν προκειμένῳ πλήρη ἀποδοχήν τῶν πανορθοδόξως εἰλημένων ἀποφάσεων ἐκ μέρους τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν, ἄλλως ἐμφωλεύει ὁ κίνδυνος ἀταξίας καί σχισμάτων ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, γεγονότα τά ὁποῖα τραυματίζουν θανασίμως τήν ἑνότητά Της».

Λησμονεῖται, ὅμως, ὅπως χαρακτηριστικά σημειώνει ὁ Σεβ. Μητρ. Πειραιῶς κ. Σεραφείμ, ὅτι « λήθεια δέν εναι δεοληψία ποκειμενική προσέγγιση ζήτημα ριθμητικς περοχς, λλά νσαρκος πραγματικότητα, πού ντοποιεται στό πρόσωπο το τελείου Θεο καί τελείου νθρώπου ησο Χριστο καί πομένως καθίσταται αταπόδεικτο τό γεγονός τι λήθεια-πρόσωπο ησος Χριστός καί ες ποτελον τήν πλειοψηφία, στω καί ν πέναντι βρίσκονται πολυεκατομμύρια λλων. πίσης, ν Συνόδ βρισκόμαστε μόνο ντός τς ρθοδόξου κκλησίας, κοινωνώντας μέ τό πρόσωπο το Χριστο, διότι « ζωή καί δός Χριστός», πως ψάλλει ρθόδοξος κκλησία, καί πως διος διεσάλπισε «γώ εμί δός καί λήθεια καί ζωή»[10] . πομένως, ν τ δ βρισκόμαστε μόνο κοινωνώντας μέ τήν λήθεια, πού εναι Χριστός, καί χι μέ τήν αρεση καί τόν Οἰκουμενισμό, πού εναι διάβολος»[11]. Σύμφωνα δέ μέ τή διακήρυξη τῶν τεσσάρων Πατριαρχῶν τό 1848, «παρ΄μν οτε Πατριάρχαι οτε Σύνοδοι δυνήθησάν ποτέ εσαγαγεν νέα, διότι περασπιστής τς θρησκείας στίν ατό τό σμα τς κκλησίας, τοι ατός λαός, στις θέλει τό θρήσκευμα ατο αωνίως μετάβλητον καί μοειδές τ τν Πατέρων ατο»[12].

Ἐπιζήμια γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ Σύνοδος

Μετά ἀπό τά παρατεθέντα, εὔκολα μπορεῖ νά συμπαιράνει κανείς τήν προδιαγραφομένη ἀποτυχία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τοῦ 2016. Μέ τίς ἀνωτέρω οἰκουμενιστικές προδιαγραφές, ἡ σύγκληση μιᾶς τέτοιας Συνόδου ὄχι μόνο δέν εἶναι ἀναγκαία, ἀλλά θά ἀποβεῖ εἰς μεγάλην ζημίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, παρά τά λεγόμενα τοῦ οἰκουμενιστοῦ καθηγητοῦ κ. Γεωργίου Μαρτζέλου για την δῆθεν ἀναγκαιότητα αὐτῆς[13] . Ὅπως πολύ ὀρθά ἀναφέρει τό ἐξαίρετο ἀνακοινωθέν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γλυφάδας[14] , «ὁ Ἅγιος Ἰουστίνος ὁ Πόποβιτς ἔγραφε τό 1971, πρός τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Σερβικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μεταξύ ἄλλων, καί τά ἑξῆς : «...Εἰς τήν Ἐκκλησίαν, διά τήν ὁποίαν ὁ Θεάνθρωπος εἶναι τό πᾶν καί τά πάντα, οὐδέν ἐπιτρέπεται νά ρυθμίζεται “κατά ἀνθρωπον”, “κατά τήν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, κατά τά στοιχεῖα τοῦ κόσμου καί οὐ κατά Χριστόν”... Ἐάν καί τά σύγχρονα προβλήματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δέν λύωνται μέ τόν Θεάνθρωπον καί κατά τόν θεανθρώπινον, ἀποστολικόν, ἁγιοπατερικόν τρόπον, εἶναι ἀδύνατον νά λυθοῦν ὀρθοδόξως καί θεαρέστως... Προσωπικῶς δέν βλέπω, ὅτι κατά τάς σημερινάς περιστάσεις ὑπάρχει πράγματι ἀναπόφευκτος ἀνάγκη διά τήν σύγκλησιν τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἐάν ὅμως ὑπάρχη, ἡ παροῦσα στιγμή εἶναι ἡ πλέον ἀκατάλληλος εἰς τήν ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας μας... Πάσα νέα Οἰκουμενική Σύνοδος δέν θά εἶναι οὔτε Ἁγία, οὔτε Οἰκουμενική, οὔτε Ὀγδόη, ἐάν πρωτίστως δέν δεχθῆ τάς προγενεστέρας οἰκουμενικάς καί ἀσαλεύτους ἀποφάσεις των»[15]. Ἐπίσης, ὁ ὅσιος Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος ἐτόνιζε : «Ὥστε ὅλως περιττή νομίζομεν ὅτι εἶναι ἡ σύγκλησις Οἰκουμενικῆς Συνόδου περί ζητημάτων, εἰς τά ὁποῖα ἔχουν ἀποφανθεῖ διά τῶν Ἱερῶν Κανόνων οἱ Θεῖοι Ἀπόστολοι καί θεόσοφοι Πατέρες καί Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας»[16]. Πράγματι, στή θεματολογία τῶν πολυετῶν Διασκέψεων τῶν Προσυνοδικῶν ἐπιτροπῶν συναντοῦμε κάποια θέματα τά ὁποῖα εἶναι «ἥσσονος σημασίας ἤ ἔχουν ἤδη λυθεῖ ἀπό τήν Παράδοσή μας, γιά τά ὁποῖα ὅμως, ὡς μή ὤφειλε, ἔχουν ἀναλωθεῖ πολλές ὧρες συζητήσεων καί διορθόδοξης συνεργασίας»[17].

Δεν ὑπάρχει, λοιπόν, καμμία βιασύνη, ὥστε ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος νά «συνέλθῃ τό ταχύτερον δυνατόν» καί «αὕτη νά εἶναι βραχείας διαρκείας καί ἀσχοληθῇ μέ περιορισμένον ἀριθμόν θεμάτων», διότι σύμφωνα μέ τόν μακαριστό ἀρχιμ. π. Ἀθανάσιο Μυτιληναῖο[18] , «μία τέτοια Σύνοδο, δὲν τὴν κινεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Τὴν κινοῦν οἱ σκοτεινὲς δυνάμεις, μὲ ἐπικεφαλῆς τὴν Μασονία», διότι οἱ Ἐπίσκοποι, πού σχεδιάζουν τήν σύγκληση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου «ἔχουν ἁλωθεῖ καὶ ἀπὸ τὴν Μασονία καὶ ἀπὸ τὸν Οἰκουμενισμό. Οἱ σκοτεινὲς δυνάμεις ἔχουν ἤδη χαλκεύσει καὶ ἔχουν ἤδη πείσει αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἔχουνε οἰκουμενικὲς θέσεις… Λοιπόν, στὸ σχέδιο τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων, ποὺ ἔχουν ἐγκλωβίσει ἤδη τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὑπάρχει τὸ ἑξῆς σχέδιο : Νὰ ἐπέλθει μετὰ ἡ «ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν». Ὀρθοδοξίας, Ρωμαιοκαθολικισμοῦ καὶ Προτεσταντισμοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη φάση. Ἀλλὰ δὲν σταματάει τὸ κακὸ ἐκεῖ. Ἔχουμε ἀκόμα μία φάση. Εἶναι ἡ φάση ἑνώσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ μὲ τὰ τρία αὐτὰ (Ὀρθοδοξία, Ρωμαιοκαθολικισμὸς καὶ Προτεσταντισμὸς) μὲ τὶς ἄλλες θρησκεῖες. Ὅλα αὐτὰ ἤδη ἔχουνε μπεῖ σὲ δοκιμασία… Εἶναι ἡ ἕνωση ὅλων τῶν θρησκειῶν».



[3] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ κ. ΙΕΡΟΘΕΟΣ, Σχόλια ἐπί μιᾶς διατριβῆς πού ἀξίζει να διαβαστεῖ, Η Β' Βατικανή Σύνοδος και η νέα θεολογία και η νέα εκκλησιολογία της, 3-12-2014,http://www.dogma.gr/default.php?pname=Article&art_id=7201&catid=20

[4] Ὁ Μητροπολίτης Περγάμου καί ἡ αἱρετική διδασκαλία περί ‘εὐχαριστιακῆς ἐκκλησιολογίας’,http://katanixis.blogspot.gr/2014/03/blog-post_676.html

[5] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. Γ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ, Οἱ διάλογοι χωρίς προσωπεῖον, σ. 5

[6] ΑΓΑΠΙΟΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ -  ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ, Ἱερόν Πηδάλιον, ΛΔ΄ Ἀποστολικός Κανών, σ. 42

[7] Ματθ. 18, 20.

[8] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ κ. ΙΕΡΟΘΕΟΣ, «Μεταπατερικὴ Θεολογία καὶ Ἐκκλησιαστικὴ Πατερικὴ Ἐμπειρία», ἐκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας) 2012.

[9] Τίτ. 3, 10.

[10] Ἰω. 14, 6.

[11] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, νακοινωθέν γιά τήν μερίδα γιά τήν Β΄ Βατικανή Σύνοδο (5-11-2013),http://www.impantokratoros.gr/BC5632ED.el.aspx .

[12] ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Τά δογματικά καί Συμβολικά Μνημεα τς ρθοδόξου Καθολικς κκλησίας, τ. ΙΙ, Graz-Austria 1968, σ. 920 [1000].

[13] ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΡΤΖΕΛΟΣ, Ἡ ἀναγκαιότητα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδοξίας γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν σύγχρονων προκλήσεων, http://www.amen.gr/article/omilies-kai-fotografies-apo-to-epistimoniko-sybosio-to- patriarxiko-idryma-tis-monis-vlatadon-gia-tin-agia-kai-megali-synodo

[14] ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΓΛΥΦΑΔΑΣ, Ἐνδεικτικές ἐρωτήσεις καί ἐπισημάνσεις περί τῆς προετοιμαζομένης Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου,http://www.imglyfadas.gr/portal/gr/details.asp?cdPro={BE02A976-67DD-4443-9A50-9704BCA20CFF}

[15] ΟΣΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, «Περί τήν μελετωμένην “Μεγάλην Συνοδον” τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὑπόμνημα πρός τήν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Σερβικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας».

[16] Βλ. Ὁ Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος (Ὁ οὐρανοδρόμος ὁδοιπόρος), τόμ. Β´, ἔκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1988, σσ. 43-49 καί ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, Ὁ Ὅσιος Φιλόθεος Ζερβάκος ὡς ἀγωνιστής καί ὁμολογητής τῆς Ὀρθοδοξίας. Μέ ἀναφορές στήν ἐπικαιρότητα, ἐκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/κη 2014, σ. 101 κ.ἐξ.

[17] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΓΚΟΤΣΟΠΟΥΛΟΣ, Ἁπλές σκέψεις πόνου καί ἀγωνίας, Ὀκτώβριος 2015.

[18] ΑΡΧΙΜ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ, Ὁμιλία μέ θέμα : Ἡ ἐτοιμαζομένη Πανορθόδοξη Σύνοδος, ὁ Πατριάρχης, ὁ Οἰκουμενισμός, ὁ Ἀντίχριστος (1991), Ἡ Πανορθόδοξη Σύνοδος κατά τούς Οικουμενιστές καθηγητές καί κατά τόν π. Ἀθανάσιο Μυτιληναίο! http://katanixis.blogspot.gr/2015/12/blog-post_76.html

 

Πηγή: Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου

panorthoksh synodos 02


Ἡ προετοιμαζόμενη Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος, ἡ ὁποία ἀναμένεται νά συγκληθεῖ τό 2016, ἔχει χαρακτηρισθεῖ ὡς Πανορθόδοξη, ἀλλά κάποιοι μελετητές ὑποστηρίζουν ὅτι θά ἔπρεπε νά χαρακτηρισθεῖ Οἰκουμενική. Παρακάμπτοντας αὐτή τήν ὑφιστάμενη διαφορά στή θεολογική θεώρηση, θά θέλαμε νά θέσουμε κάποια ἐρωτήματα.
 
1. Ἡ πρώτη καίρια ἐρώτηση εἶναι: πόσο σκόπιμη καί ἀναγκαία εἶναι σήμερα ἡ σύγκληση μιᾶς τέτοιας συνόδου; Ὁ Ἅγιος Ἰουστίνος ὁ Πόποβιτς ἔγραφε τό 1971, πρός τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Σερβικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μεταξύ ἄλλων, καί τά ἑξῆς: «...Εἰς τήν Ἐκκλησίαν, διά τήν ὁποίαν ὁ Θεάνθρωπος εἶναι τό πᾶν καί τά πάντα, οὐδέν ἐπιτρέπεται νά ρυθμίζεται “κατά ἀνθρωπον”, “κατά τήν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, κατά τά στοιχεῖα τοῦ κόσμου καί οὐ κατά Χριστόν”... Ἐάν καί τά σύγχρονα προβλήματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δέν λύωνται μέ τόν Θεάνθρωπον καί κατά τόν θεανθρώπινον, ἀποστολικόν, ἁγιοπατερικόν τρόπον, εἶναι ἀδύνατον νά λυθοῦν ὀρθοδόξως καί θεαρέστως... Προσωπικῶς δέν βλέπω, ὅτι κατά τάς σημερινάς περιστάσεις ὑπάρχει πράγματι ἀναπόφευκτος ἀνάγκη διά τήν σύγκλησιν τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἐάν ὅμως ὑπάρχη, ἡ παροῦσα στιγμή εἶναι ἡ πλέον ἀκατάλληλος εἰς τήν ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας μας... Πάσα νέα Οἰκουμενική Σύνοδος δέν θά εἶναι...
οὔτε Ἁγία, οὔτε Οἰκουμενική, οὔτε Ὀγδόη, ἐάν πρωτίστως δέν δεχθῆ τάς προγενεστέρας οἰκουμενικάς καί ἀσαλεύτους ἀποφάσεις των»[1]. Ἐπίσης, ὁ ὅσιος Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος ἐτόνιζε: «Ὥστε ὅλως περιττή νομίζομεν ὅτι εἶναι ἡ σύγκλησις Οἰκουμενικῆς Συνόδου περί ζητημάτων, εἰς τά ὁποῖα ἔχουν ἀποφανθεῖ διά τῶν Ἱερῶν Κανόνων οἱ Θεῖοι Ἀπόστολοι καί θεόσοφοι Πατέρες καί Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας»[2]. Πράγματι, στή θεματολογία τῶν πολυετῶν Διασκέψεων τῶν Προσυνοδικῶν ἐπιτροπῶν συναντοῦμε κάποια θέματα τά ὁποῖα εἶναι «ἥσσονος σημασίας ἤ ἔχουν ἤδη λυθεῖ ἀπό τήν Παράδοσή μας, γιά τά ὁποῖα ὅμως, ὡς μή ὤφειλε, ἔχουν ἀναλωθεῖ πολλές ὧρες συζητήσεων καί διορθόδοξης συνεργασίας»[3].
 
2. Ἡ δεύτερη καίρια ἐρώτηση εἶναι: θά ὑπάρξει στή μέλλουσα νά συνέλθει Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο ὁριοθέτηση τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως ἔναντι τῶν ποικίλων αἱρέσεων καί πλανῶν; Μέχρι στιγμῆς δέν διαφαίνεται κάτι τέτοιο, ἐκτός καί ἄν υἱοθετηθεῖ ἡ ὁμόφωνη συνοδική πρόταση τοῦ Πατριαρχείου τῆς Σερβίας, τό ὁποῖο ζητᾶ τήν τυπική ἀναγνώριση τῶν δύο σημαντικῶν, ἀντιπαπικῶν Συνόδων, δηλαδή τῶν Η´ καί Θ´ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οἱ ὁποῖες δικαίωσαν τόν Μέγα Φώτιο καί τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά ἀντίστοιχα. «Τυχόν ρητή καί ἄμεση ἀπόρριψη τοῦ αἰτήματος αὐτοῦ ἤ ἔμμεση ἀπόρριψή του μέ τήν παραπομπή σέ "συνοδικές" καλένδες τοῦ μέλλοντος (ἀπωτέρου ἤ μᾶλλον ἀπωτάτου) θά κλονίσει τή θεολογική ἀξιοπιστία καί Ὀρθοδοξία τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου!»[4].
 
3. Ἡ τρίτη καίρια ἐρώτηση εἶναι: πῶς θά προσεγγιστεῖ τό θέμα -ἕνα ἐκ τῶν τριῶν- στό ὁποῖο κατέληξαν οἱ Προσυνοδικές Διασκέψεις, «Οἱ σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν ὑπόλοιπο χριστιανικό κόσμο»; Θά γίνει ὀρθή ὁριοθέτηση ἤ θά ἐπιβεβαιωθοῦν οἱ φόβοι ἔγκριτων θεολόγων, ὅπως ὁ π. Μεταλληνός; «Ἑτοιμάζεται αὐτή ἡ Σύνοδος, γιά νά μᾶς ὁδηγήσει, ὅπως διαβάζουμε καί ὅπως βλέπουμε, στήν ἀποδοχή τοῦ Παπισμοῦ καί τοῦ Προτεσταντισμοῦ ὡς αὐθεντικῶν χριστιανισμῶν. Αὐτό εἶναι τό τραγικό. Εὔχομαι νά μήν γίνει ποτέ. Ἀλλά ἐκεῖ ὁδηγοῦνται τά πράγματα. Ἐάν λοιπόν συνέλθει ἡ Πανορθόδοξος Σύνοδος, πού θά ἔχει τόν χαρακτήρα γιά μᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐάν συνέλθει καί δέν δεχθεῖ μεταξύ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τήν Η΄ καί τήν Θ΄, θά εἶναι ψευδοσύνοδος... Ἡ μέλλουσα νά συνέλθει λοιπόν Πανορθόδοξος Σύνοδος θά κριθεῖ σ᾿ αὐτό τό σημεῖο. Ἐάν παρακάμψει αὐτές τίς δύο Συνόδους, πού τοποθετοῦν τήν Ὀρθοδοξία ἀπέναντι στόν Δυτικό Χριστιανισμό»[5].
 
4. Ἡ τέταρτη καίρια ἐρώτηση εἶναι: θά καταδικάσει ἡ προετοιμαζόμενη Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος «τίς ἀνιστόρητες, πρωτοφανεῖς καί καινοφανεῖς οἰκουμενιστικές πράξεις καί ἐνέργειες, ὅπως ἡ urbi et orbi υἱοθέτηση καί ἐφαρμογή τῶν κακοδόξων θεωριῶν περί “τοῦ διαχριστιανικοῦ καί διαθρησκειακοῦ δογματικοῦ συγκρητισμοῦ, τῆς Μιᾶς καί συγχρόνως Διηρημένης Ἐκκλησίας, τῆς Διευρημένης Ἐκκλησίας, τῶν ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν, τῆς βαπτισματικῆς θεολογίας, τῆς Παγκοσμίου ἀοράτου Ἐκκλησίας, τῶν κλάδων, τῶν δύο πνευμόνων, τοῦ δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ καί μαξιμαλισμοῦ, τῆς μεταπατερικῆς, νεοπατερικῆς καί συναφειακῆς αἱρέσεως, τῆς εὐχαριστηριακῆς θεολογίας, τῆς μετασυνοδικῆς θεολογίας, τῶν ἐλλειμματικῶν καί μή πλήρων «Ἐκκλησιῶν», τῆς περιεκτικότητος, τῆς ἐλλειμματικῆς καί μή πλήρους μυστηριολογίας, τῆς μετατροπῆς τῆς οἰκονομίας σέ ἀκρίβεια καί δόγμα”»[6]; Οἱ ἀνωτέρω κακόδοξες θεωρίες «βεβαίως, τυγχάνουν ξένες καί ἀλλότριες τῆς Ὀρθοδόξου Δογματικῆς διδασκαλίας καί θεολογίας»[7].
 
5. Ἡ πέμπτη καίρια ἐρώτηση εἶναι: ἀληθεύει ὅτι ἐπροτάθη νά εἶναι παρόντες στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο -ὡς παρατηρητές- παπικοί, προτεστάντες, ἀντιχαλκηδόνιοι μονοφυσίτες; - «δηλαδή καταδικασμένοι αἱρετικοί ἀπό τήν ἐκκλησιαστική συνείδηση, ἀπό Πατέρες καί Οἰκουμενικές Συνόδους. Οὐδέποτε [ὅμως] στή δισχιλιόχρονη ζωή τῆς Ἐκκλησίας, στίς τοπικές ἤ σέ Οἰκουμενικές Συνόδους, ὑπῆρχαν “παρατηρητές”. Μόνο στίς δύο παπικές συνόδους τοῦ Βατικανοῦ ἐμφανίστηκε τό καθεστώς τῶν “παρατηρητῶν”! Ἡ Πανορθόδοξη ὅμως Σύνοδος δέν μπορεῖ νά ἔχει ὡς πρότυπο τίς παπικές πρακτικές, μεθόδους καί μεθοδεύσεις. Ἐπίσης, ἡ Πανορθόδοξη Σύνοδος ἀποτελεῖ, πρέπει νά ἀποτελεῖ, τήν ὕψιστη φανέρωση καί ἔκφραση τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί δέν μπορεῖ νά ἐκπέσει σέ συνέδριο ἀνταλλαγῆς ἀπόψεων, οὔτε σέ μιά ἁπλή πανηγυρική ἐκδήλωση-συνάντηση μέ κριτήρια καί στοχεύσεις "ἐκ τοῦ κόσμου τούτου"...»[8].
 
6. Ἡ ἕκτη ἀπορία εἶναι: γιά ποιό λόγο ἀποφασίστηκε ὅτι κάθε Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία θά ἐκπροσωπεῖται μέ 24 ἐπισκόπους τό πολύ, σύν τόν Προκαθήμενό Της καί ὅτι κάθε Ἐκκλησία θά διαθέτει μόνο μία ψῆφο; «Σύμφωνα μέ τήν Ἱερά Παράδοση καί τά διαχρονικά πρότυπα τῶν Ὀρθοδόξων Συνόδων, ἡ συμμετοχή ἁπάντων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων θεωρεῖται ἀπολύτως ἀδήριτη ἀνάγκη γιά τήν σύγκληση μιᾶς Πανορθοδόξου, Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου καί ὄχι μόνον ἡ ἐπιλογή 24 ἐπισκόπων τό πολύ σύν τόν Προκαθήμενο. Παρέλκει βεβαίως νά τονισθεῖ τό γεγονός ὅτι στίς Ὀρθόδοξες Συνόδους ἐκτός τῶν Ἐπισκόπων συμμετεῖχαν καί κληρικοί κατωτέρων βαθμίδων, ὅπως Καθηγούμενοι, Ἀρχιμανδρίτες, Ἱερεῖς, Μοναχοί, καθώς ἐπίσης καί ὁ πιστός λαός. Μέ ποιά κριτήρια, ἄραγε, θά γίνει ἡ ἐπιλογή τῶν 24 αὐτῶν ἐπισκόπων κάθε Τοπικῆς Ἐκκλησίας; ... [Ἐπίσης] εἶναι παντελῶς ἀμάρτυρη στήν Ὀρθόδοξη παράδοση καί γι᾿ αὐτό ἀπαράδεκτη ἡ ἄποψη ὅτι κάθε Ἐκκλησία διαθέτει μία ψῆφο. Τό ὀρθόν εἶναι ὅτι κάθε ἐπίσκοπος διαθέτει μία ψῆφο καί ὄχι κάθε Τοπική Ἐκκλησία»[9].
 
7. Τελευταία ἀπορία: γιά ποιό λόγο δέν ὑπῆρξε ἐνημέρωση τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, πολύ δέ μᾶλλον τῶν περισσοτέρων Ἐπισκόπων καί Συνόδων τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, γιά τίς σημαντικές διεργασίες τῆς μελλούσης νά συνέλθει Συνόδου; Ἀκόμα καί διακεκριμένοι Ἐπίσκοποι τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, δέν ἔχουν τή στοιχειώδη ἐνημέρωση γιά τά τεκταινόμενα. Αὐτό δέν ἀποτελεῖ ἐκκλησιολογικό ἔλλειμμα;
 
Μέ βάση τά προαναφερθέντα, θά θέλαμε νά καλέσουμε τόν πιστό λαό σέ διαρκῆ ἐγρήγορση καί προσευχή, ὥστε νά ἀποφευχθοῦν τυχόν ἀστοχίες, σύγχυση καί σχίσματα. Ἐπισημαίνουμε ὅτι ἄν ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἀποδειχθεῖ ὄντως Σύνοδος Ἁγίων Πατέρων, θά τήν ἀποδεχθοῦμε, ἄν ὅμως ἐπιχειρηθεῖ ἀναίρεση ἤ «διόρθωση» ἀποφάσεων προηγούμενων Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἤ Τοπικῶν Συνόδων καί Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες ἔλαβαν οἰκουμενικό κύρος, τότε ἡ μόνη ἐπιλογή μας θά εἶναι νά τήν ἀπορρίψουμε.
 
 
[1]. Ὁσίου Ἰουστίνου Πόποβιτς, «Περί τήν μελετωμένην “Μεγάλην Συνοδον” τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὑπόμνημα πρός τήν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Σερβικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας».
[2]. Βλ. Ὁ Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος (Ὁ οὐρανοδρόμος ὁδοιπόρος), τόμ. Β´, ἔκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1988, σέλ. 43-49 καί Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, Ὁ Ὅσιος Φιλόθεος Ζερβάκος ὡς ἀγωνιστής καί ὁμολογητής τῆς Ὀρθοδοξίας. Μέ ἀναφορές στήν ἐπικαιρότητα, ἐκδόσεις «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 2014, σέλ. 101 κ.ἐξ.
[3]. Πρωτοπρεσβ. Ἀναστάσιου Γκοτσόπουλου, Ἁπλές σκέψεις πόνου καί ἀγωνίας, Ὀκτώβριος 2015.
[4]. ἔνθ. ἀνωτ.
[5]. Πρωτ. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, Ὁμ. Καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν, Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς Πατέρας τῆς Θ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Ἱερά Μονή Μεγάλου Μετεώρου, 2009, σέλ. 28-29.
[6]. Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιῶς, Ἀνακοινωθέν 27-3-2014.
[7]. ἔνθ. ἀνωτ.
[8]. Πρωτοπρεσβ. Ἀναστάσιου Γκοτσόπουλου, Ἁπλές σκέψεις πόνου καί ἀγωνίας, Ὀκτώβριος 2015.
[9]. Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιῶς, Ἀνακοινωθέν 27-3-2014.
 

Δεν ξεχνώ

ΦΑΚΕΛΟΣ ΕΚΤΡΩΣΕΙΣ [1986 - 2016]: 30 Χρόνια από τήν ψήφιση…

Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017

Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...

ΕΛΛΗΝΕΣ και ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ μποϊκοτάρετε τα προϊόντα εταιρειών που αφαιρούν…

Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017

Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...

Σύμφωνο Διαστροφικής Συμβίωσης

TIDEON 21-12-2015

Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...

ΚΑΡΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ: Δεν θα γίνω ευκολόπιστο θύμα!

Tideon 14-12-2015

Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...

Η καταιγίδα των αντιδράσεων για το «αντιρατσιστικό»

TIDEON 27-08-2014

  Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...

Δεν θα γίνω «δωρητής» οργάνων χωρίς να το θέλω! …

tideon.org 02-05-2013

  Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...

Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές...

Tideon 31-12-2012

Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...

Όχι, δεν θα φύγω

Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012

Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...

ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων…

tideon 07-11-2011

  ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...

ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ...;

ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011

   Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου;    Για να...

Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου…

ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010

Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...