
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
Ἡ γαλλίδα συγγραφέας καὶ φιλόσοφος Σιμὸν ντὲ Μποβουάρ, μιὰ ἀπὸ τὶς κυριώτερες ἐκπροσώπους τοῦ κινήματος τοῦ φεμινισμοῦ στὸν 20ό αἰώνα, στὸ αὐτοβιογραφικό της ἔργο «Πῶς ἔγινα συγγραφέας» μεταξὺ ἄλλων ἐξομολογεῖται:
«Πέρασα πολὺ εὐτυχισμένα παιδικὰ χρόνια.Κοινωνοῦσα, ἐξομολογιόμουν, ἤμουν πολὺ εὐσεβής. Ἤθελα νὰ ἀρέσω στὸν καλὸ Θεὸ καὶ νὰ ἔχω μιὰ κατάλευκη ἁγνὴ ψυχή… Μέχρι τὰ 12-13 μου ὅλα κυλοῦσαν ὑπέροχα γιὰ μένα. Τὰ πράγματα χάλασαν λίγο ὅταν μπῆκα στὴν ἐφηβεία. Ἔγινα ἄτακτη, ἀνάποδη καὶ χοντροκέφαλη – εἶχα ἀποκτήσει κακὲς συνήθειες καὶ τρωγόμουν μὲ τὰ ροῦχα μου. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ὅμως, ἀναπτυσσόταν τὸ κριτικό μου πνεῦμα καὶ ὅταν ἡ μητέρα ἔλεγε «μὴ ἐκεῖνο, μὴ τὸ ἄλλο»…, δὲν τὴν ὑπάκουα ποτὲ μὲ τὴ θέλησή μου.
Καὶ τελικὰ σ’ ἕνα σημαντικὸ θέμα πῆρα τὴν ἀπόφαση νὰ μὴν ὑπακούω. Ἔλεγχαν μὲ ἄκρα αὐστηρότητα τὰ ἀναγνώσματά μου… Περνοῦσα τὶς διακοπές μου στὴ Λιμουζέν, σ’ ἕνα ἰδιόκτητο κτῆμα τοῦ παπποῦ, …καὶ στὴν ἐξοχὴ ξέμενα πάντα ἀπὸ ἀναγνώσματα. Ὑπῆρχαν στὴ βιβλιοθήκη κάποιες δεμένες συλλογές… Μοῦ ὑπέδειξαν τὰ κομμάτια ποὺ ἦταν «γιὰ μένα», … καὶ μοῦ ἐπέτρεψαν νὰ πάρω τὸν τόμο στὸ δάσος ὅπου κατασκήνωνα γιὰ νὰ διαβάσω. Μιὰ ὡραία ἡμέρα ἄρχισα νὰ διαβάζω τὰ κομμάτια ποὺ δὲν ἦταν γιὰ μένα… Καὶ ὅταν ἐπιστρέψαμε στὸ Παρίσι, καταβρόχθισα ὅλη τὴ βιβλιοθήκη τοῦ πατέρα μου, …ὁτιδήποτε ἔπεφτε στὰ χέρια μου.
Δὲν εἶχα καθόλου τὴν ἐντύπωση ὅτι ἔκανα κάτι κακό, δὲν περνοῦσε κἂν ἀπὸ τὸ μυαλό μου ὅτι προσέβαλλα τὸ Θεό. Πρέπει νὰ πῶ ὅτι εἶχα τακτοποιήσει -μὲ τὸν τρόπο μου- τὶς σχέσεις μαζί του… Ὡστόσο ἕνα βράδυ στὴ Λιμουζὲν ἔκανα μέσα μου μερικὲς ἐρωτήσεις… Εἶπα στὸν ἑαυτό μου: τὸ ὅτι δὲν ὑπακοῦς, τὸ ὅτι λὲς ψέματα, εἶναι κι αὐτὰ ἁμαρτίες. Καὶ τότε μοῦ ἔγινε μιὰ ἀποκάλυψη ἀπόλυτα ἐκθαμβωτική: ποτὲ δὲν ἀπαρνιόμουν πράγματα ποὺ μ’ εὐχαριστοῦσαν ἐπειδὴ δῆθεν ὁ Θεὸς τὰ ἀπαγόρευε. Ἄρα δὲν πίστευα πιὰ σ’ ἐκεῖνον!».
Ἐντυπωσιάζει πράγματι ἡ εὔστοχη καὶ εἰλικρινὴς διαπίστωση τῆς συγγραφέως! Ἀφοῦ ἔκανε αὐτὸ ποὺ τῆς ἄρεσε, δὲν εἶχε πλέον καμμιὰ σχέση μὲ τὸν Θεό.
Πόσο τὸ ἔχουμε συνειδητοποιήσει αὐτὸ οἱ Χριστιανοί; Ἔχουμε ἀντιληφθεῖ ὅτι τὸ δικό μας θέλημα καὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ εἶναι δυὸ διαφορετικὰ πράγματα καὶ νὰ μὴ συμπίπτουν πάντα μεταξύ τους; Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀπόστ. Παῦλος παρακινεῖ νὰ προσπαθοῦμε συνεχῶς νὰ βρίσκουμε ποιὸ εἶναι τὸ ἀγαθό, εὐάρεστο καὶ τέλειο θέλημα τοῦ Θεοῦ, πρὸς τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ προσαρμόζουμε κάθε δικό μας θέλημα, ὥστε νὰ μεταμορφώνουμε καὶ νὰ ἀνακαινίζουμε τὸν ἑαυτό μας, κάνοντάς τον ἔτσι θυσία ζωντανή, εὐάρεστη στὸν Θεὸ (Ρωμ. 12, 1-2). Ὅταν δίνουμε προτεραιότητα στὸ δικό μας θέλημα ποὺ δὲν συμπίπτει μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀκόμα κι ἂν δεχόμαστε θεωρητικὰ τὸν Θεό, οὐσιαστικὰ τὸν ἀπορρίπτουμε. Δὲν πιστεύουμε πιὰ σ’ αὐτόν. Δὲν ρυθμίζει Ἐκεῖνος τὴ ζωή μας. Εἶναι ἕνας ξένος γιὰ μᾶς. Θεός μας εἶναι ὁ ἑαυτός μας μὲ ὅσα τοῦ ἀρέσουν καὶ τὸν ἐξυμνοῦν.
Αὐτή τὴν αὐτοθέωση πόθησε μάταια ὁ Ἀδάμ, ἀπορρίπτοντας τὸν δρόμο ποὺ τοῦ ὑπέδειξε ὁ Θεός. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ Χριστός, ἀπέφυγε συστηματικὰ τὸ ἴδιο λάθος. Δὲν ζήτησε τίποτε δικό του, ἀλλὰ «ἑαυτὸν ἐκένωσε» (Φιλ. 2, 7), γιὰ νὰ γίνει ἀπόλυτα ὑπάκουος στὸν Θεὸ-Πατέρα. Γι’ αὐτὸ καὶ κάθε Χριστιανὸς ποὺ σκέπτεται μὲ «νοῦν Χριστοῦ» (Α΄ Κορ. 2, 16) καὶ δὲν θέλει διαζύγιο ἀπ’ τὸν Θεό, προσπαθεῖ νὰ ὑποτάξει ἐντελῶς τὸ δικό του θέλημα στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Νὰ πεθάνει γιὰ τὸν κόσμο. Νὰ ζήσει γιὰ τὸν Θεό.
Πῶς θὰ τὸ πετύχουμε αὐτό, ἂν δὲν ἀπαρνηθοῦμε ἑκούσια τὸν ἑαυτό μας, κάθε τὶ ποὺ θέλουμε; Κι ἂν δὲν γίνει αὐτό, πῶς θὰ ἀκολουθήσουμε τὸν Χριστό; (Μάρκ. 8, 34).
(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 375, Ὀκτώβριος 2014)
Πηγή: Ενωμένη Ρωμηοσύνη
Στὶς 16 τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοὺ Ματθαίου. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ τὸ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα ποὺ θὰ ἀκούσουμε στὴν λατρευτική μας σύναξη, ἀναφέρεται στὴν κλήση τοῦ Ματθαίου, ὅπως αὐτὴ καταγράφεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Εὐαγγελιστή.
Ἡ ἀμεσότητα μὲ τὴν ὁποία ὁ τελώνης Λευὶς (αὐτὸ ἦταν τὸ ὄνομά του πρὶν τὸν καλέσει ὁ Χριστός), ἀποκρίνεται στὴν πρόσκληση τοῦ Ἰησοῦ, συγκινεῖ ὅσους μελετοῦν τὸ ἱερὸ κείμενο. «Καὶ παράγων ὁ Ἰησοῦς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄνθρωπον καθήμενον ἐπὶ τὸ τελώνιον, Ματθαῖον λεγόμενον, καὶ λέγει αὐτῶ, ἀκολούθει μοι. Καὶ ἀναστᾶς ἠκολούθησεν αὐτῶ» (Μάτθ. θ΄9). Δηλ. Προχωρώντας πιὸ πέρα ὁ Ἰησοῦς, εἶδε νὰ κάθεται στὸ τελωνεῖο ἕνας ἄνθρωπος ποὺ τὸν ἔλεγαν Ματθαῖο, καὶ τοῦ λέει: “Ἀκολούθησέ με”. Κι ἐκεῖνος σηκώθηκε καὶ τὸν ἀκολούθησε.
Ἀπὸ ἐκείνη τὴν εὐλογημένη στιγμή, ὁ Τελώνης ἐγκαταλείπει τὰ πάντα καὶ ἡ Χάρις τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τὸν μεταβάλλει σὲ ὅ,τι ἀνώτερο καὶ πολυτιμότερο θὰ μποροῦσε νὰ δεχθεῖ ὁ ἄνθρωπος, ἀφοῦ τώρα ὡς καινούργια ὕπαρξη λαμβάνει καὶ νέο ὄνομα μὲ τὸ ὁποῖο θὰ εἶναι γιὰ πάντα γνωστός. Ἔτσι λοιπὸν ὁ Ματθαῖος ἀναδεικνύεται σὲ Ἀπόστολο. Ἐπιπλέον δὲ λαμβάνει τὸ προνόμιο νὰ γίνει Εὐαγγελιστής, τοῦ ὁποίου τὸ ἱερὸ κείμενο ἡ Ἐκκλησία μας...
τὸ τοποθετεῖ πρῶτο στὸν Κανόνα τῆς Καινῆς Διαθήκης.
Τὸ Εὐαγγελικὸ αὐτὸ κείμενο ὁ Ἀπόστολος Ματθαῖος τὸ ἔγραψε ἀρχικὰ στὴν Ἑβραϊκὴ (Ἀραμαϊκὴ) γλώσσα, λόγω τοῦ ὅτι ἀπευθυνόταν πρὸς τοὺς συμπατριῶτες του Ἑβραίους. Τὸ μετέφρασε ὅμως στὴν Ἑλληνικὴ ὁ ἴδιος ἢ ἄλλος Ἀποστολικὸς ἄνδρας, ἐπειδὴ τὸ θεόπνευστο κείμενο, μέσω τῆς Ἑλληνικῆς ἔπρεπε νὰ καταστεῖ γνωστὸ σὲ ὅλο τὸν κόσμο ποὺ κοινὴ γλώσσα εἶχε τὴν Ἑλληνική.
Εἶναι ἀπὸ τὰ πρῶτα κείμενα τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀφοῦ γράφτηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 60-66 μ.Χ. Ἀλλὰ λόγω τῆς ἑορτῆς, μᾶς δίνεται σήμερα ἡ εὐκαιρία νὰ γνωρίσουμε περισσότερο τὴν ἀποστολικὴ αὐτὴ προσωπικότητα ποὺ τόσα πρόσφερε στὴν Ἐκκλησία μας καὶ τελικῶς θυσιάστηκε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν δόξα τῆς Ἐκκλησίας Του.
Καταγόταν ἀπὸ τὴν Καπερναούμ, στὴν ὁποία καὶ ἀσκοῦσε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ Τελώνου. Ἐπειδὴ δὲ ἡ περιοχὴ αὐτὴ ὑπαγόταν στὴ δικαιοδοσία τοῦ Ἡρώδου τοῦ Ἀντίπα, ἦταν αὐτοῦ ὑπάλληλος γιὰ τὴν εἴσπραξη τῶν φόρων καὶ ὄχι τῆς Ρώμης.
Δὲν εἶχε κληθεῖ εὐθὺς ἐξαρχῆς ἀπὸ τὸν Κύριο. Πάντως Τὸν εἶχε ἀκούσει διδάσκοντα, εἶχε δεῖ τὰ καταπληκτικά Του θαύματα καὶ ἡ καλοπροαίρετη καρδιὰ του εἶχε ἑλκυσθεῖ ἀπὸ Αὐτόν. Ἄλλωστε ὅπως γνωρίζουμε ὁ Ματθαῖος ἦταν εὐσεβὴς καὶ περίμενε μὲ πόθο τὸν Μεσσία καὶ μάλιστα παρὰ τὴν οἰκονομική του ἄνεση, λόγω τοῦ ἐπαγγέλματός του, βίωνε ζωὴ ἀσκητική.
Ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεὺς ἀναφέρει ὅτι ἔτρωγε καρποὺς καὶ λάχανα, οὐδέποτε δὲ κρέας : «Ματθαῖος μὲν οὒν ὁ Ἀπόστολος, σπερμάτων καὶ ἀκροδρύων καὶ λαχάνων ἄνευ κρεὼν μετελάμβανεν»!
Φαίνεται λοιπὸν καὶ ἀπὸ τὴν περίπτωση αὐτὴ τοῦ Εὐαγγελιστοῦ ὅτι ἐὰν ὁ ἄνθρωπος εἶναι καλοπροαίρετος καὶ ἐὰν βεβαίως ἀγωνίζεται νὰ βιώνει τὸν ὀρθὸ τρόπο ζωῆς, ὅπου κι ἂν εὑρίσκεται, τελικῶς ἡ Χάρις θὰ τὸν σαγηνεύσει. Γι' αὐτὸ καὶ βλέπουμε στὸ ἱερὸ κείμενο ὅτι τὴν ἡμέρα τῆς κλήσεώς του τὴν θεωροῦσε ἐπίσημη καὶ μεγάλη γιὰ τὸν ἑαυτό του, παραθέτοντας γεῦμα στοὺς φίλους, τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς γνωστούς. Στὸ γεῦμα μάλιστα αὐτὸ παρεκάθησε καὶ ὁ Κύριος μὲ τοὺς ἄλλους μαθητές, ὅπως ἐπίσης «πολλοὶ τελῶναι καὶ ἁμαρτωλοὶ ἐλθόντες συνανέκειντο τῷ Ἰησοῦ καὶ τοῖς μαθηταῖς Αὐτοῦ» (Ματθ., θ΄ 10).
Τὸ γεῦμα ἐκεῖνο εἶχε διπλὸ σκοπό. Ἔφερε τὸν χαρακτήρα τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸν σκοπὸ μήπως κάποιος ἀπὸ τοὺς συνδαιτυμόνες παραδειγματισθεῖ γιὰ νὰ ἀκολουθήσει τὸν Χριστό, ὅπως ἔπραξε καὶ ὁ ἴδιος, ἢ ἔστω κινηθεῖ κανεὶς σὲ μετάνοια καὶ διόρθωση τῆς ζωῆς του.
Ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα ὁ Ματθαῖος ἐντάσσεται στὸν ἀποστολικὸ χορὸ καὶ ἀποστέλλεται κι αὐτὸς μὲ τοὺς ἄλλους συμμαθητές του « πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραὴλ» γιὰ νὰ κηρύξει «ὅτι ἤγγικεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» ἐνεργώντας θαύματα μεγάλα καὶ πρωτόγνωρα, ὥστε δὶ' αὐτῶν νὰ ἐπικυροῦται ἡ ἀλήθεια τοῦ κηρύγματος.
Μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ὁ Ματθαῖος ἀναφέρεται στὸν κατάλογο τῶν δώδεκα μαθητῶν οἱ ὁποῖοι «πάντες ἤσαν προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν τὴ προσευχὴ καὶ τὴ δεήσει » (Πραξ., α΄13-14), ἀναμένοντας τὴν ἐκπλήρωση τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Χριστοῦ περὶ τοῦ Παρακλήτου. Ἔτσι, τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς καὶ ὁ Ματθαῖος λαμβάνει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καὶ ξεκινᾶ, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι, γιὰ τὸ κήρυγμα τῆς Ἀναστάσεως καὶ τὴν ἵδρυση τῶν κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν.
Ἐπίσης ἔλαβε μέρος στὴν Ἀποστολικὴ Σύνοδο τὸ 49 μ.Χ. στὰ Ἱεροσόλυμα, καὶ ἔδρασε ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς Παλαιστίνης, περνώντας σὲ ἄλλα ἔθνη ὅπως Αἰθιοπία, Συρία, Περσία, Παρθία, ἀλλὰ καὶ στὴ Μηδία. Στὴν χώρα δήλ. τῶν ἀνθρωποφάγων. Ἀκόμα παράδοση, τὴν ὁποία διέσωσε ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος, ἀναφέρει ὅτι ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος ὑπέστη θάνατο μαρτυρικὸ διὰ πυρός, κατὰ διαταγὴ τοῦ Φουλβιανοῦ, βασιλέως τῶν ἀνθρωποφάγων.
Ὅπως λοιπὸν κατανοοῦμε, πρόκειται περὶ μορφῆς πρώτου μεγέθους καὶ στύλο στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἰδίως στὰ θεόπνευστα Εὐαγγελικὰ κείμενα. Αὐτὸς δὲ εἶναι καὶ ὁ λόγος γιὰ τὸ ὅτι ἡ ἁγιογράφησίς του ἐκτὸς ἀπὸ ἄλλα σημεῖα τοῦ ναοῦ, φέρεται σὲ ὅλες τὶς Ὀρθόδοξες ἐκκλησίες σὲ μία ἀπὸ τὶς τέσσερις μεγάλες κόγχες ποὺ δημιουργοῦνται στὴ βάση τῶν τεσσάρων τόξων ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ὁ τροῦλος τῶν ναῶν, πράγμα ποὺ συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς ἄλλους τρεῖς Εὐαγγελιστές, Μάρκο, Λουκᾶ καὶ Ἰωάννη.
Βεβαίως, λόγω τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἐκτάσεως τοῦ κειμένου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπεκταθοῦμε σὲ ὅλα τὰ θαυμαστὰ ποὺ περιγράφουν οἱ ἱεροὶ Συναξαριστὲς τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ἀποδεικνύουν τόσο τὴν ἔκταση τοῦ ἔργου, ὅσο καὶ τὴν ἔνθερμη ἀγάπη τοῦ Εὐαγγελιστοῦ πρὸς τὸν Χριστό. Αὐτὰ μπορεῖ ἀλλὰ καὶ πρέπει νὰ τὰ μελετήσει ὁ καθένας κατ' ἰδίαν «εἰς τὸ ταμεῖον του», βλέποντας τὸ ξεκίνημα τῆς Ἐκκλησίας μας, τὴν δύναμη τῆς Πίστεως, ἀλλὰ καὶ τὰ θεόπνευστα κείμενα ποὺ κατέχει ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία μας.
Ἐπιβάλλεται ὅμως, κλείνοντας τὴν μικρή μας ἀναφορὰ στὸν Εὐαγγελιστὴ Ματθαῖο νὰ γίνει εἰδικὸς λόγος στὸ Εὐαγγέλιο καὶ γενικώτερα στὴν Ἁγία Γραφή. Ὁ Ἀπόστολος Ματθαῖος συνέγραψε τὸ ἱερὸ Εὐαγγελικό του κείμενο, μετὰ τὴν Πεντηκοστὴ ὡς Εὐαγγελιστής, ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ τὴν λειτουργικὴ χρήση καὶ τὶς κατηχητικὲς ἀνάγκες τῆς Ἐκκλησίας. Ἔρχεται μάλιστα τὸ ἴδιο τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ περιλαμβάνει ἐντός του Κανόνος τῶν Βιβλίων τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Τοῦτο σημαίνει πὼς ἡ Ἁγία Γραφὴ ἀπὸ μόνη της δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ ἐκτός της Ἐκκλησίας καὶ ὅτι ἀπευθύνεται στοὺς ἀνθρώπους ποὺ κατέχουν τὴν ἐμπειρία τῆς Πίστεως καὶ σ' ὅσους καθοδηγοῦνται ὑπεύθυνα ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας ὥστε νὰ ἐνταχθοῦν διὰ τοῦ Βαπτίσματος ὀργανικὰ στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Σὲ αὐτοὺς ποὺ γνωρίζουν διὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας νὰ μελετοῦν καὶ φυσικὰ νὰ ἑρμηνεύουν αὐτὸ ποὺ διαφυλάσσεται ἐντός του Λειτουργικοῦ Σώματος.
Ἐννοεῖται δὲ ὅτι οἱ κατέχοντες τὴν ἀλήθεια τῆς Πίστεως, οἱ φωτισμένοι δηλ. καὶ οἱ θεούμενοι γνωρίζουν καὶ κατέχουν τὴν αὐθεντικότητα ὄχι μόνο ὅσων εἶναι καταγεγραμμένα στὸ σύνολο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀλλὰ καὶ ὅσα βιώνονται ἀκαταπαύστως μέσω τῆς ἐμπειρίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γνωρίζουν δήλ. ὅσα κατέχει ἡ Ἐκκλησία μᾶς τόσο μέσω τῆς “γραπτής” (Ἁγία Γραφή), ὅσο καὶ τῆς “προφορικής”, Ἱερᾶς Παραδόσεως.
Ἔτσι λοιπὸν καταλήγουμε ὅτι ἡ μελέτη καὶ φυσικὰ ἡ ὀρθὴ ἑρμηνεία τῶν Βιβλίων τῆς Ἁγίας Γραφῆς, δὲν εἶναι ὑπόθεση τοῦ καθενός, πολὺ ὀλιγότερο ὅσων βρίσκονται ἐκτὸς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ αὐτοῦ του Ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος.
Ἐκτὸς Ἐκκλησίας δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ ἡ Γραφή. Ἐπιπλέον, ἐκτός τοῦ Λειτουργικοῦ Σώματος ἀπουσιάζουν οἱ Ἅγιοι. Οἱ φωτισμένοι καὶ οἱ θεούμενοι οἱ ὁποῖοι κατανοοῦν καὶ ἑρμηνεύουν αὐθεντικὰ τὰ κείμενα τῶν θεοπνεύστων Ἁγίων Ἀποστόλων, ἀφοῦ κατέχουν τὴν ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς.
Ἄρα δὲν ἀρκεῖ νὰ λέμε ὅτι θὰ τιμήσουμε τὸν Ἀπόστολο καὶ Εὐαγγελιστὴ Ματθαῖο ἐὰν ἁπλῶς διαβάσουμε τὸ Εὐαγγελικό του κείμενο, ἀλλὰ ὅταν ἀγωνιστοῦμε νὰ βιώσουμε στὴ σωστὴ βάση τὴν Ἀποστολικὴ Πίστη, παραλαμβάνοντας ὡς συνειδητοὶ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ διὰ τῆς μετανοίας καὶ τῶν ὀρθῶν δογμάτων τὴν αὐθεντικὴ ἐμπειρία τῆς Πίστεως. Τὴν ἐμπειρία ποὺ κατέχουμε μέσω τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως καὶ τῆς ζωῆς τῶν Ἁγίων. Ὅλα δὲ αὐτὰ ἐντὸς καὶ μόνο ἐντός της Ὀρθοδοξίας.
Ἀμήν.
Ἀρχιμ. Ἰωὴλ Κωνστάνταρος
Email: ioil.konitsa@gmail.com
Κόνιτσα
Πηγή: Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
Τὸ ἀποκορύφωμα τῆς θείας Λειτουργίας εἶναι ἡ θεία Κοινωνία. Ὅταν ἡ θεία Κοινωνία τελειώνει, ὅλα μέσα στὸ Ναὸ εἶναι φωτεινὰ καὶ γεμάτα γαλήνη.
Δὲν ἦταν μικρὸ τὸ δῶρο ποὺ λάβαμε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Κυρίου. Μᾶς ἀξίωσε τῆς μεγίστης τιμῆς νὰ Τὸν κοινωνήσουμε, νὰ Τὸν βάλουμε ἐντός μας, νὰ Τὸν ἔχουμε «κατοικοῦντα ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν». Μᾶς χάρισε διὰ τῆς θείας Κοινωνίας τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, μᾶς ἔδωσε τὴν ἐγγύηση γιὰ τὴν κληρονομία τῶν αἰωνίων Του ἀγαθῶν, μᾶς ἔκανε χριστοφόρους, θεοφόρους.
Χρέος μας νὰ Τὸν εὐχαριστήσουμε μὲ ὅλη μας τὴ δύναμη καὶ μὲ ἐγκάρδια εὐγνωμοσύνη.
Ὁ λειτουργὸς ἱερέας ἀπευθύνει θερμὴ δέηση στὸ Θεό: «Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαόν Σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου». Σῶσε, Κύριε καὶ Θεέ μας, τὸν λαό Σου καὶ εὐλόγησε αὐτοὺς ποὺ σὰν κλῆρο ξεχώρισες ἀπὸ τὸν κόσμο γιὰ νὰ εἶναι δικοί Σου.
Καὶ οἱ δικοί Του, ὁ πιστὸς λαός, σὲ ὕφος πανηγυρικὸ καὶ χαρμόσυνο ψέλνει: «Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες, αὕτη γὰρ ἡμᾶς ἔσωσεν».
Εἶναι ἄξια πολλῆς προσοχῆς αὐτὴ ἡ ἀπάντησή μας, ἡ ἀπάντηση τοῦ πιστοῦ λαοῦ, τοῦ φωτισμένου καὶ ἁγιασμένου διὰ τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Κοινωνίας.
Βεβαιώνουμε μὲ τὴ λαμπρὴ ὁμολογία μας ὅτι εἴδαμε διὰ τῆς πίστεως τὸν Χριστό, ποὺ εἶναι τὸ ἀληθινὸ φῶς. Τὸν εἴδαμε νὰ μᾶς διδάσκει κατὰ τὴν ὥρα «τῆς ἀκροάσεως τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου», καὶ μὲ τὰ θεϊκά Του λόγια φωτίσθηκαν οἱ καρδιές μας καὶ ὁ νοῦς μας.
Κατεξοχὴν ὅμως μὲ τὴ θεία Κοινωνία δεχθήκαμε μέσα μας τὸ φῶς τὸ ἀληθινό, τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Ἡ ψυχή μας ἑνώθηκε μὲ τὸν Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ νοῦς μας περιλάμπεται ἀπὸ τὸ θεῖο φῶς. Ὁ Χριστὸς ποὺ κοινωνήσαμε ἔγινε φῶς, εἰρήνη, χαρά, ζωή, τροφή μας. Αὐτὸ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ διαλύει τὰ σκοτάδια τοῦ κόσμου, τῆς ἁμαρτίας μέσα μας. Ἀνοίγει τοὺς οὐρανούς, μᾶς δείχνει τὸν χῶρο τῆς ἐπουράνιας Βασιλείας, ἐκεῖ «ὅπου ἐπισκοπεῖ τὸ φῶς» τοῦ Χριστοῦ.
Ψάλλοντας τὸ «εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν» βεβαιώνουμε ἀκόμη ὅτι ἐλάβαμε διὰ τῆς θείας Κοινωνίας Πνεῦμα ἐπουράνιο, ὅτι βρήκαμε τὴν ἀληθινὴ πίστη, μὲ τὸ νὰ προσκυνοῦμε τὸν ἐν Τριάδι Θεό μας, διότι αὐτὴ ἡ πίστη στὴν Ἁγία Τριάδα μᾶς ἔσωσε.
Αὐτὸ σημαίνει πὼς μὲ τὸ ὕψιστο αὐτὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας ἐρχόμαστε σὲ κοινωνία καὶ ἕνωση μὲ ὅλη τὴν Ἁγία Τριάδα, γινόμαστε «θείας κοινωνοὶ φύσεως» (Β΄ Πέτρ. α΄ 4). Ἡ θεία Μετάληψη ἐκεῖνον ποὺ μετέχει σωστὰ τὸν ἑνώνει μὲ τὸν ἐν Τριάδι Θεό.
Ἔτσι, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς γίνεται ὁ συνεκτικὸς δεσμός, διὰ τοῦ Ὁποίου ὁ ἀπρόσιτος ἐν Τριάδι Θεὸς ἔρχεται σὲ κοινωνία καὶ σχέση μὲ τὴν πεπερασμένη καὶ ἀσθενικὴ ἀνθρώπινη φύση μας καὶ τὴ μεταβάλλει σὲ ἔμψυχο ναὸ καὶ κατοικητήριό Του. Τὸ βεβαίωσε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, λέγοντας ὅτι ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος Τὸν ἀγαπᾶ καὶ τηρεῖ τὶς ἐντολές Του, θὰ τὸν ἀγαπήσει ὁ ἐπουράνιος Πατέρας Του, καὶ ὁ ἐν Τριάδι Θεὸς θὰ κατοικήσει μέσα του: «πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν» (Ἰω. ιδ΄ 23).
***
Ἕνας ὕμνος! Πόσες σπουδαῖες καὶ βαθιὲς ἔννοιες περιέχει! Πόσες φορὲς τὸν εὐχαριστήριο αὐτὸν ὕμνο τὸν ἔψαλαν τὰ χείλη μας, συγκινήθηκαν οἱ ψυχές μας καὶ μὲ θέρμη τὸν ἀπευθύναμε στὸν Τριαδικὸ Θεό!
Μακάρι καὶ ἡ ζωή μας, τὸ φωτεινὸ παράδειγμά μας νὰ βεβαιώνει τὶς ἀλήθειες τοῦ ὕμνου αὐτοῦ κάθε φορὰ ποὺ τελειώνει ἡ θεία Λειτουργία καὶ ἀποσυρόμαστε ὁ καθένας μας στὸ χῶρο καὶ στὰ ἔργα του.
Πηγή: Ο Σωτήρ
Το έτος 2007 ονομάστηκε έτος Άγ.Ιωάννου του Χρυσοστόμου, διότι με αυτό συμπληρώθηκαν 1600 έτη από τη μαρτυρική κοίμηση του μεγαλυτέρου Πατρός και οικουμενικού διδασκάλου της Εκκλησίας μας. Επί τη έπετείω αυτή διοργανώθηκαν πολλές εκδηλώσεις, εκφωνήθηκαν πολλές ομιλίες και πλέχτηκαν για τον άγιο πολλά εγκώμια. Το κυριότερο όμως πράγμα δεν έγινε. Ποίο είναι αυτό; Ή μίμησις του αγίου και μάλιστα από τούς σημερινούς διαδόχους του, τους επισκόπους. «Τιμή αγίου, μιμήσις αγίου» μάς λέγουν στα κηρύγματα τους, δίχως όμως να είναι διατεθειμένοι νά εφαρμόσουν αυτοί πρώτοι αυτό πού κηρύττουν.
“Ας αναφέρομε μερικά παραδείγματα:
Και κάτι ακόμη, πού άφορα στην αρχιεπισκοπική διαδοχολογία των ήμερων μας. Ό Ι. Χρυσόστομος με μεγάλο δισταγμό δέχθηκε να χειροτονηθεί πρεσβύτερος στην Αντιόχεια. Θεωρούσε εαυτόν ανάξιο για το αξίωμα της ιεροσύνης. Το ίδιο συνέβη και με την εις επίσκοπο χειροτονία του. Με δόλιο τρόπο και βιαίως τον απήγαγε ο έπαρχος της Αντιοχείας, κατ’ έντολήν του αύτοκράτορος, και τον παρέδωσε στους στρατιώτες, οι όποιοι τον μετέφεραν χωρίς τη θέλησή του στην Κωνσταντινούπολη για νά τον χειροτονήσουν αρχιεπίσκοπο! Άλλοι δε μεγάλοι άγιοι τής Εκκλησίας μας εγκατέλειψαν την πόλη τους και κατέφυγαν στην έρημο για ν’ αποφύγουν το αξίωμα. Ενώ σήμερα… Σήμερα δεν προσπαθούν νά αποφύγουν το αξίωμα, άλλά το επιδιώκουν, το διεκδικούν, το λαχταρούν και μιμούνται όχι τους Πατέρας, άλλά τούς υποψηφίους βουλευτές στην προσπάθεια τους, με θεμιτά ή αθέμιτα μέσα, νά το αποκτήσουν!
‘Αλλ’ ας μη άπογοητευώμεθα. Ό Θεός δεν πρόκειται νά εγκατάλειψη την Εκκλησία του.
Και αν στις χαλεπές αυτές ήμερες απουσιάζουν οι εν ενεργεία μιμηται του άγιου, ζει ακόμη και διανύει το 101 έτος της ηλικίας του (το 2008) ο «εν αποστρατεία» ευρισκόμενος αναντιρρήτως άξιος μιμητής του Χρυσοστόμου, ο φλογερός Μητροπολίτης πρ. Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης. Ή πολυτάραχη ζωή του δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μία συνεχής μίμηση του Χρυσοστόμου. Είναι βεβαίως σήμερα παροπλισμένος λόγω του βαθύτατου γήρατος του. Υπάρχουν όμως τα σοφά συγγράμματα του και οι μαγνητοφωνημένες πύρινες ομιλίες του, πού μας εμπνέουν, καθοδηγούν και μας προτρέπουν όλους, κληρικούς και λαϊκούς, νά γίνωμε μικροί μιμηταί του μεγάλου Χρυσοστόμου. Και ναι μεν δεν είναι εις θέσιν πλέον νά δίνη μάχες υπέρ της Ορθοδοξίας, συνεχίζει όμως νά ρίπτει την αιωνόβια σκιά του επάνω στα εκκλησιαστικά μας πράγματα και νά μας δίνη ελπίδα. Οι Ιουδαίοι ήλπιζαν, ότι ή σκιά του Πέτρου θα έπεφτε επάνω στους ασθενείς τους και θα τούς θεράπευε. Εμείς ελπίζουμε, ότι και ή σκιά ακόμη του π. Αυγουστίνου, εάν θέλει ο Θεός, μπορεί νά βοηθήσει, ώστε ή Εκκλησία μας νά ανορθωθεί, νά αναλάμψει και νά γίνει, όπως την ώραματίζετο ο νέος αυτός Χρυσόστομος τής συγχρόνου Ελλάδος, ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΚΑΙ ΖΩΣΑ.
(Από τον “ΣΤΑΥΡΟ”2008)
Καινή Διαθήκη ονομάζεται από το χρόνο και τη φύση των γεγονότων που συνέβηκαν σ’ αυτή, γιατί όλα ανακαινίστηκαν, και πρώτα ο άνθρωπος, για τον οποίο έγιναν τα πάντα. Για να μη λέγει λοιπόν κανείς ‘Ο ουρανός είναι ο ίδιος, όπως και η γη, και το σπουδαιότερο απ’ όλα ο άνθρωπος είναι ο ίδιος’, δόθηκε νέος νόμος, νέες εντολές, είναι νέα η χάρη που δίνεται με το βάπτισμα, νέος ο άνθρωπος, νέες οι υποσχέσεις. Γιατί δεν είναι πια γη και τα προερχόμενα από τη γη, αλλά ουρανός και τα συμβαίνοντα στους ουρανούς. Νέα τα μυστήρια. Δεν είναι πια εκείνα τα υλικά, δηλαδή πρόβατο και αίμα και κνίσσα και ακαθαρσία, αλλ’ η λογική και ενάρετη λατρεία, οι εντολές νέες, ο σταυρός που ανεβάζει στους ουρανούς και κάνει υψηλούς τους ανθρώπους. Ο σκοπός λοιπόν και από τις δύο Διαθήκες είναι ένας, η διόρθωση του ανθρώπου.
Και γιατί πρέπει να θαυμάζουμε για την αγία Γραφή, αφού και η ωφέλεια της ίδιας της δημιουργίας είναι για τον άνθρωπο; Γιατί έκανε γι’ αυτόν και ουρανό μεγάλο και γη το ίδιο και θάλασσα παραπάνω από την ανάγκη του, για να οδηγηθούν στη θεογνωσία οι άνθρωποι, αφού θαυμάσουν το Δημιουργό από το μέγεθος αυτών που έγιναν. Και αυτά λοιπόν έγιναν για τον άνθρωπο.
Επειδή λοιπόν ένας είναι ο σκοπός της Παλαιάς και τη Καινής Διαθήκης, θεώρησε ο Μωυσής ότι είναι αναγκαίο να γράψει και τις παλιές ιστορίες, όχι κατά τον τρόπο των άλλων ιστορικών, γιατί αυτοί γράψαν απλά τις ιστορίες, διηγούμενοι τα γεγονότα και παρουσιάζοντας τους πολέμους και τις μάχες, για να κερδίσουν τη δόξα από τα συγγράμματα.
Ο νομοθέτης όμως δεν κάνει έτσι, αλλά πάντοτε γράφει ιστορίες μεγάλων ανδρών που είχαν κάνει κατορθώματα, ώστε η διήγηση εκείνων, που είχαν πράξει αυτοί, να γίνει θεμέλιο αγαθής διδασκαλίας στους μεταγενέστερους. Γι’ αυτό ακριβώς δεν παρουσιάζει μόνο αυτούς που κατόρθωσαν την αρετή, αλλά και τους αμαρτωλούς, για να μιμηθούμε τους πρώτους και ν’ αποφύγουμε τους δεύτερους, και να κατορθωθεί και από τις δύο μεριές η αρετή και η φροντίδα γι’ αυτήν.
Ας μην νομίζει λοιπόν κάποιος πως είναι άσχετο προς τον νομοθέτη το να διηγείται παλιές ιστορίες και να γράφει νόμους. Γιατί τη δύναμη που έχει ο νόμος, την έχει και η διήγηση του βίου των αγίων.
Το ένα μέρος λοιπόν της Παλαιάς Διαθήκης είναι ιστορικό, όπως η Οκτάτευχος. Η Γένεση διηγείται τα σχετικά με τη δημιουργία του κόσμου και με τη ζωή αυτών που ήταν ευάρεστοι στο Θεό. Η Έξοδος αναφέρει την απελευθέρωση των Ιουδαίων από την Αίγυπτο, εκείνη τη θαυμαστή, τη διαμονή τους στην έρημο, και τη χορήγηση του νόμου. Το Λευιτικό πραγματεύεται τα σχετικά με τις θυσίες και τις ιερουργίες. Γιατί η φυλή του Λευί ήταν αυτή που με κλήρο έλαβε την ιερωσύνη και από το όνομα της φυλής πήρε την ονομασία το βιβλίο. Ύστερα απ’ αυτό οι Αριθμοί. Γιατί μετά την έξοδο από την Αίγυπτο, διέταξε ο Θεός ν’ αριθμηθεί ο λαός των Ιουδαίων, και βρέθηκαν εξακόσιες χιλιάδες που έγιναν από έναν άνθρωπο, δήλαδη τον Αβραάμ. Έπειτα απ’ αυτό είναι το Δευτερονόμιο, γιατί για δεύτερη φορά τους ερμήνεψε το νόμο ο Μωυσής. Ύστερα είναι ο Ιησούς του Ναυή. Αυτός αφού έγινε αρχηγός των Ιουδαίων μετά τον Μωυσή, τους οδήγησε στη γη της επαγγελίας και μοίρασε τη γη με κλήρους στις δώδεκα φυλές. Μετά είναι οι Κριτές. Γιατί όταν πέθανε ο Ιησούς, το πολίτευμα των Ιουδαίων έγινε αριστοκρατικό και κυβερνούσαν οι φυλές. Έπειτα είναι το μικρό βιβλίο της Ρουθ, που περιέχει την ιστορία μιας ξένης γυναίκας, η οποία παντρεύτηκε κάποιον Ιουδαίο.
Ύστερα από αυτό είναι τα τέσσερα βιβλία των Βασιλειών, στα οποία περιέχεται η ιστορία του Σαούλ, του Δαυίδ του Σολομώντα, του Ηλία και του Ελισσαίου, καθώς και τα γεγονότα μέχρι την αιχμαλωσία στη Βαβυλώνα. Μετά τα βιβλία των Βασιλειών είναι ο Εσδράς. Αφού λοιπόν οδηγήθηκαν στη Βαβυλώνα, επειδή αμάρτησαν και έμειναν εκεί δούλοι εβδομήκοντα χρόνια, ο Θεός έγινε τελευταία ευμενής σ’ αυτούς και έκαμε τον Κύρο, τον τότε βασιλιά των Περσών, τον Κύρο που την παιδεία του έγραψε ο Ξενοφώντας, ν’ αφήσει τους αιχαμλώτους. Και όταν τους άφησε επέστρεψαν με αρχηγό τον Εσδρά, τον Νεεμία και τον Ζοροβάβελ. Και την επιστροφή αυτή γράφει ο Εσδράς. Μόλις επέστρεψαν έχτισαν για δεύτερη φορά τον ναό και ανοικοδόμησαν την πόλη. Και όταν πέρασαν εκατό χρόνια, πάλι τους βρήκε ο πόλεμος των Μακεδόνων. Έπειτα συνέβηκαν τα γεγονότα του Αντιόχου του Επιφανή, οπότε, αφού πολιορκήθηκαν τρία χρόνια και μισό και υπέφεραν τα πάντα, πάλι απαλλάχθηκαν από τα κακά που ακολούθησαν. Και ύστερα από αυτό, όταν πέρασε λίγος καιρός, έρχεται ο Χριστός και τελειώνει η Παλαιά Διαθήκη.
(μετ. Σπ. Μουστάκα, ΕΠΕ τ. 1 σσ. 391-3)
(απόσπασμα από την Σύνοψις της Παλαιάς τε και Καινής Διαθήκης, ως εν τάξει υπομνηστικού, του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου)
Πηγή: Η Άλλη Όψη
Ἡ στάση ἔναντί της πίστεως φανερώνει τὸ ἐπίπεδο ὅλων των ἀνθρώπων. Τῶν ἀνθρώπων ποὺ πιστεύουν καὶ ἀποδέχονται τὸν Χριστὸ ὡς Σωτήρα καὶ Θεό, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν ποὺ ἀρνοῦνται τὴν ἀγάπη Του, τὴν εὐλογία Του καὶ τὸ ἀπολυτρωτικό του ἔργο. Στὴν συγκλονιστικὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς ἀναστάσεως τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου, μεταξύ των ἄλλων φαίνεται καὶ τὸ κατάντημα τῆς συμπεριφορᾶς ὅσων δὲν πιστεύουν αὐτὰ ποὺ τοὺς λέει ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς. Ἀλλ' ἃς δοῦμε τὸ περιστατικὸ ὅπως τὸ καταγράφει ὁ Ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς.
Ὁ ἄρχων τῆς συναγωγῆς Ἰάειρος ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ προσέλθει στὸ σπίτι του γιὰ νὰ θεραπεύσει τὴ μοναχοκόρη του, μόλις δώδεκα ἐτῶν, ἡ ὁποία “ἀπέθνησκεν”. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως λαμβάνει χώρα ἡ θεραπεία μιᾶς γυναίκας ἡ ὁποία ἐπὶ δώδεκα ἔτη, καὶ ἐνῶ εἶχε δαπανήσει ὁλόκληρη τὴν περιουσία της στοὺς ἰατρούς, ἦταν ἀδύνατον νὰ....
θεραπευθεῖ ἀπὸ τὴν “ρύσιν τοῦ αἵματος”. Αὐτὴ τώρα ἡ γυναίκα, γεμάτη πίστη πρὸς τὸν Ἰησοῦ “προσελθοῦσα ὄπισθεν ἤψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ρύσις τοῦ αἵματος αὐτής”.
Αὐτὸ ἦταν, ὁ Ἰησοῦς κατόπιν τῶν ἐρωτήσεων γιὰ τὸ ποιὸς τὸν ἄγγιξε, τὴν ἐπαινεῖ δημοσίως: “θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε• πορεύου εἰς εἰρήνην”.
Ὅμως, καὶ ἐνῶ ὅλοι ἐθαύμαζαν, ἔρχεται ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ ἀρχισυναγώγου καὶ τοῦ παραγγέλει νὰ μὴν κάμει τὸν κόπο ὁ Ἰησοῦς “ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου• μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον”. Αὐτὴ ὅμως εἶναι ἡ στιγμὴ γιὰ νὰ δείξει ὁ Ἰησοῦς τὴν παντοδυναμία του ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ φανερωθοῦν τὰ κρυπτὰ καὶ ἡ ἀπιστία τῶν ἀνθρώπων. “Μη φοβοῦ• μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται”. Τὸ κατάντημα ὅμως τῶν ἀνθρώπων εἶναι φοβερό, ἀφοῦ στὴν προτροπὴ τοῦ Χριστοῦ “μὴ κλαίετε• οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει”, αὐτοὶ “κατεγέλων αὐτοῦ”! Ἀλλὰ ποιοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ περιγελοῦν τὸν Κύριο. Εἶναι τὸ ἀνώνυμο πλῆθος. Ὁ “ὄχλος ὁ θορυβούμενος” ὅπως καταγράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος. Ἄνθρωποι δηλαδὴ οἱ ὁποῖοι ἐλυποῦντο μέν, ἀλλ' ἐπὶ τῆς οὐσίας δὲν εἶχαν ἰδέα περὶ τοῦ μυστηρίου τοῦ θανάτου. Ἄνθρωποι ποὺ σὲ κάθε ἐποχὴ ἀντιμετωπίζουν τὶς περιστάσεις καὶ μάλιστα τὰ συγκλονιστικὰ γεγονότα ἐντελῶς ἐπιφανειακὰ καὶ κυρίως πρόσωπα ποὺ οὐδεμία σχέση ἔχουν μὲ τὸν Ἰησοῦ, ἀφοῦ τοὺς λείπει ἡ ζωντανὴ πίστη. Εἶναι ὅλοι αὐτοὶ ποὺ ἀρνοῦνται τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ ποὺ στὴν πράξη παρὰ τὶς ἐξωτερικὲς ἐκδηλώσεις, δὲν εἶναι παρὰ ἄπιστοι, ἀγνωστικιστὲς καὶ εἰδωλολάτρες, καὶ στὴν καλυτέρα των περιπτώσεων ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν ἁπλῶς ἕνα ἐπίχρισμα πίστεως καὶ μὲ τὴν ὅλη τους στάση δὲν ἐπιδεικνύουν παρὰ τὴν ρηχότητα στὴν πνευματικὴ ζωή.
Βεβαίως ἡ συνέχεια τῶν γεγονότων, τὸ θαῦμα δηλ. τῆς ἀναστάσεως τῆς θυγατρὸς ποὺ ὅλοι θὰ βιώσουν, θὰ τοὺς ἐξευτελίσει καὶ θὰ ἀποδείξει ὅτι ὄχι ἡ πίστις στὸν Χριστό, ἀλλ' αὐτοὶ οἱ ἴδιοι καταντοῦν καταγέλαστοι.
Ὅμως, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐμβαθύνουμε λίγο στὴν ἀπαράδεκτη ἀλλὰ καὶ ἀνόητη αὐτὴ νοοτροπία ποὺ δυστυχῶς ὑφίσταται σὲ κάθε ἐποχή. Δυστυχῶς, ὑπάρχουν καὶ αὐτοὶ ποὺ εἰρωνεύονται τὸν Χριστό, τὴν ἀποκαλυπτική του διδασκαλία καὶ βεβαίως τοὺς ὀπαδούς του, δηλαδὴ τοὺς πιστοὺς Χριστιανούς. Ὅσο δὲ συνειδητότερο μέλος τοῦ Σώματός Του εἶναι κανείς, τόσο καὶ περισσότερο κατὰ καιροὺς αἰσθάνεται τὰ πικρὰ βέλη τῆς εἰρωνείας, τουτέστιν αὐτοῦ τοῦ “καταγελασμού”. Καὶ ἐνῶ προσπαθοῦν νὰ ἑρμηνεύσουν μὲ δῆθεν ψυχικὲς ἀναλύσεις τὴν ἀγάπη ποὺ τρέφουν οἱ πιστοὶ στὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία Του, οἱ δικές τους ἐνέργειες καὶ οἱ ξεπερασμένες καὶ ξεπεσμένες πλέον ἀθεϊστικὲς θεωρίες, ἀποδεικνύουν κατ' ἀρχὰς πρόσωπα μὲ ταραγμένη συνείδηση. Ἄνθρωπους ποὺ δὲν μποροῦν νὰ ἀνεχθοῦν δίπλα τους εἰρηνικὰ καὶ ἐνάρετα πρόσωπα, ἀκριβῶς διότι μὲ τὸν προσεγμένο καὶ εὐλογημένο τοὺς βίο ἐλέγχουν τὴν ἀλλοπρόσαλλη ζωὴ ὅλων αὐτῶν ποὺ ἀρνοῦνται νὰ ὑπακούσουν στὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ γι' αὐτὸ “καταγελοῦν Αὐτού”. Προσπαθοῦν δὲ νὰ ἀνακαλύψουν λάθη μικρότερα ἢ μεγαλύτερά των ἀνθρώπων ποὺ ἀγαποῦν τὸν Χριστὸ καὶ συμμετέχουν στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ μεγενθύνουν καὶ τὰ χλευάζουν μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ δικαιολογήσουν τὴν δική τους ἀποστασία. Ἐννοεῖται δὲ ὅτι κάθε ἀρετὴ ποὺ παρουσιάζουν οἱ Ἅγιοι καὶ οἱ ἀγωνιστές, ὡς πνεύμονες χάριτος ποὺ ὑφίστανται μέσα στὴν κοινωνία, αὐτὲς οἱ μπερδεμένες προσωπικότητες τῶν ἀπίστων, προσπαθοῦν ἀνεπιτυχῶς βεβαίως νὰ χτυπήσουν μὲ τὴν ἀντίθετη κακία καὶ νὰ ἀπομυθοποιήσουν τὰ ἀντίστοιχα πάθη ποὺ αὐτοὶ ἔχουν καὶ ἐξαχρειώνουν τὸν ἄνθρωπο. Φιλάργυροι καὶ πλεονέκτες οἱ ἴδιοι, ἀντιπαθοῦν τοὺς ἐλεήμονες. Αἰσχροὶ καὶ σαρκολάτρες, βόσκοντας μέσα στὸν βόρβορο τῆς διαφθορᾶς, λοιδοροῦν καὶ ἐμπαίζουν τοὺς σώφρονες καὶ τοὺς ἁγνούς, ἀφοῦ οἱ τελευταῖοι ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ ἁμαρτία καὶ δὴ ἡ σαρκικὴ δὲν ἀποτελεῖ κάτι τὸ “φυσιολογικὸ” γιὰ τὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καθαρῶς μιὰ παρὰ φύσιν κατάστασιν. Ἕνα τρόπο ζωῆς ποὺ ὁ ἄνθρωπος διὰ τῆς πίστεως καὶ τῆς ὑπακοῆς στὸ πανάγιο θέλημα τοῦ Χριστοῦ ἐπιβάλλεται νὰ ἀρνηθεῖ καὶ διὰ τοῦ ἀγῶνος ἀπὸ τὴν κατὰ φύση κατάσταση νὰ ἀνέλθει στὴν ὑπὲρ φύση κατάσταση τῆς χάριτος καὶ τοῦ ἁγιαστικοῦ ἐπιπέδου.
Ὄντως, ἡ πνευματικὴ κατάσταση ὅλων αὐτῶν ποὺ ἀντιγράφουν ὅσους “κατεγέλων αὐτοὺ” τοῦ Χριστοῦ, δείχνει ἀνισορροπία, κατάσταση ἁμαρτωλότητος καὶ ἀποστασία.
Ὁ ἡγεμόνας νοῦς ἔχει σκοτισθεῖ μὲ ἀποτέλεσμα νὰ καταντᾶ, ἀλλοίμονο, εἴτε σὲ κτηνώδη, εἴτε σὲ δαιμονιώδη κατάσταση. Ἔτσι ἡ ἐνέργεια τοῦ νοὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιστρέψει στὴν οὐσία του ὥστε ὁ ἄνθρωπος νὰ ἠρεμήσει, νὰ δεῖ τὴν πραγματικότητα, νὰ μετανοήσει καὶ ἔτσι νὰ ἀκολουθήσει τὸν δρόμο τῆς μετανοίας καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ. Ἀποτέλεσμα δὲ τούτου εἶναι καὶ ὅτι ἀρνοῦνται, ἐὰν καμμιὰ φορᾶ ὑφίσταται καὶ διὰ τῆς ἀμβλύνσεως δὲν ἔχει πωρωθεῖ, νὰ ἀκούσουν τὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεως ἡ ὁποία ὅσο ἰσχνόφωνη καὶ ἂν καταντᾶ, ἐπιτέλους δίνει τὸ στίγμα τῆς μέσα στὴν ὕπαρξη καὶ ἀποτελεῖ ἔστω καὶ ἕναν ὁδοδείκτη πρὸς τὴν πορεία τῆς ὀρθῆς βιοτῆς.
Ἀλλὰ τὸ κακὸ μὲ τὶς περιπτώσεις τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν γίνεται ἀκόμη μεγαλύτερο. Καὶ καθίσταται μεγαλύτερο ὅταν ἀρνοῦνται νὰ διδαχθοῦν ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἱστορικὴ πραγματικότητα. Ὅταν δηλαδὴ κλείνουν ἐρμητικῶς τοὺς ὀφθαλμούς τους καὶ δὲν θέλουν νὰ δοῦν τὸν διαχρονικὸ ἐξευτελισμὸ καὶ τὸ κατάντημα ὅλων αὐτῶν οἱ ὁποῖοι ἐβάδισαν τὸν δρόμο τὸν ὁποῖο οἱ ἴδιοι τώρα ἀκολουθοῦν καὶ κατὰ τρόπο μιμητικὸ ἀντιγράφουν τὴ ζωή τους.
Κάποτε ἕνας ἀπὸ τὴν ταλαίπωρη ὁμάδα τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ποὺ λοιδωροῦν τὴν πίστη, ἀρνοῦνται τὴ σωτηρία ποὺ παρέχει ὁ Χριστὸς καὶ ἐμπαίζουν τοὺς πιστούς, σὲ στιγμὴ συνειδησιακῆς κρίσεως ἐξέφρασε τὰ ἑξῆς ἀξιοσημείωτα ποὺ φωτίζουν ἀρκετὰ τὴν προβληματική τους συμπεριφορά: “Δὲν χωνεύω νὰ βλέπω ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἐφαρμόζουν τὸ εὐαγγέλιο”. Στὴν δὲ ἐρώτηση “Μὰ τί σὲ πειράζουν ἐσένα οἱ ἄνθρωποι αὐτοί;”, ἔδωσε τὴν ἑξῆς ἀπάντηση: “Κατὰ βάθος τοὺς ἐκτιμῶ, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ τὸ παραδεχθῶ. Ὁ τρόπος ζωῆς τους δὲν ξέρω πῶς καὶ γιατί, ἀλλὰ συνεχῶς μὲ ἐλέγχει καὶ δὲν μὲ ἀφήνει νὰ ἠσυχάσω”.
Ναί, αὐτὸ ἀπάντησε ἡ ταλαίπωρη ἐκείνη ὕπαρξη γιὰ ν' ἀποδείξει ὅτι τελικῶς ὁ ἄνθρωπος εἴτε διὰ τῆς ὁλοκληρωτικῆς ὑπακοῆς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ θὰ ζεῖ εἰρηνικὸς καὶ γεμάτος χάρη καὶ χαρά, εἴτε διὰ τῆς παρακοῆς, ποὺ ὡς δηλητηριῶδες ἀγκάθι φυτρώνει καὶ ἀναπτύσσεται ἐπάνω στὴν κοπριὰ τοῦ ἐγωισμοῦ, τελικῶς θὰ ζεῖ ἕνα βίο ἀβίωτο, γεμάτο ἄγχος καὶ ταραχή. Ἕνα δράμα ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀνισορροπία τῆς ὅλης ψυχοσωματικῆς ὑπάρξεως.
Τί νὰ κάνουμε φίλοι μου; Φαίνεται πὼς κάποιοι ἀρέσκονται στὴν διαστροφὴ τοῦ μαζοχισμοῦ.
Καὶ αὐτὰ μὲν γιὰ τὰ ταλαίπωρα θύματα τοῦ ἐχθροῦ ποὺ ἑκουσίως τοῦ κάνουν ὑπακοή.
Γιὰ τοὺς πιστοὺς ὅμως τὰ πράγματα εἶναι ἐντελῶς διαφορετικά, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὄχι μόνο δὲν ταράσσεται ἀπὸ τὶς ξεπεσμένες συμπεριφορὲς ποὺ περιγράψαμε, ἀλλ' ἀντιθέτως θεωρεῖ εὐλογία καὶ δοκιμάζει ἀνείπωτη χαρὰ ὅταν πάσχει γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ λόγος τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ : “μακάριοι ἐστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ρῆμα καθ' ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοὺ” (Ματθ. Ε' 11), τὸν ἐνθουσιάζει καὶ τὸν κάνει νὰ συνεχίζει τὸν ἀγώνα του ἔστω κι ἂν ὅλος ὁ κόσμος ἀποστατήσει. Ἔστω κι ἂν ὅλοι πέσουν ἐπάνω του γιὰ νὰ κάμψουν τὸν ζῆλο του καὶ τὸ ὀρθόδοξο χριστιανικό του θάρρος. Καὶ τοῦτο διότι “ὑμὶν ἐχαρίσθη τὸ ὑπὲρ Χριστοῦ, οὐ μόνον τὸ εἰς αὐτὸν πιστεύειν, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπὲρ αὐτοῦ πάσχειν” (Φιλιπ. Α' 29). Καὶ ὁπωσδήποτε τούτη τὴν ἀλήθεια ποτὲ ὅσοι ἀξιωθήκαμε τῆς ἀγάπης τοῦ Ἰησοῦ δὲν θὰ πρέπει νὰ τὴ λησμονοῦμε.
Ἃς ἔχει λοιπὸν δόξα ὁ Θεὸς καὶ ἃς συνεχίζουμε συνειδητά, ἐν ταπεινώσει καὶ βεβαίως μὲ ἱερὸ ἐνθουσιασμὸ τὸν ἀγώνα μας.
Ἀμήν.
Πηγή: Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
Ο θαυματουργός Πανορμίτης της Σύμης. Τώρα θα χτυπηθή το κακό της απιστίας από Αρχαγγελικό χέρι. Βορειοδυτικά της Ρόδου, δεκαέξι μίλλια μακρυά, δυόμιση περίπου ώρες με το καράβι, βρίσκεται ένας μικρός παράδεισος τού Αιγαίου, το όμορφο δηλαδή νησί της Σύμης με τους πολλούς κόλπους και όρμους και λιμάνια και ακρωτήρια. Κλίμα υγιεινό. Ζωή γεμάτη ηρεμία, γαλήνη και απλότητα ανάμεσα σε καλόκαρδους ψαράδες και σφουγγαράδες. Και παντού μία ατμόσφαιρα πατροπαράδοτης ευσέβειας.
Στα νότια τού νησιού, στον μυχό ενός γραφικού λιμανιού προβάλλει χτισμένο επάνω σε βράχους το ιστορικό Μοναστήρι τού Πανορμίτη, δηλαδή τού Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Εκεί φυλάσσεται η θαυματουργή εικόνα τού Αρχαγγέλου.
Ο Ταξιάρχης Μιχαήλ θεωρείται πατέρας, οδηγός, φρουρός και προστάτης τού Συμιακού λαού. Είναι το καμάρι τους, η δόξα τους, η κορώνα τους. Το καταφύγιο τους σ' όλες τις θλίψεις που τους προξενεί η θάλασσα και η κάθε δυσκολία της ζωής. Τον ευλαβούνται στο έπακρο. Τού έχουν αφιερώσει πολυάριθμους Ναούς και Μοναστήρια. Παίρνουν το όνομά του: Μιχάλης, Ταξιάρχης,
Πανορμίτης, Παερμιώτης, Μιχαλία, Μιχαλάκενα. Μάλιστα τα παιδιά που γεννήθηκαν ύστερα από θαύμα του, οπωσδήποτε — σύμφωνα και με το τάμα των γονέων τους— παίρνουν το όνομά του.
Το Μοναστήρι τού Πανορμίτη δεν είναι μόνο Συμιακό προσκύνημα, αλλά πανδωδεκανησιακό, για να μη πούμε πανελλήνιο. Κυρίως προσκύνημα των ναυτικών. Όλο τον χρόνο καταφθάνουν εκεί χιλιάδες προσκυνητές, προβαίνουν στην εξής παράδοξη ενέργεια. Βάζουν σ' ένα ξύλινο κιβώτιο κερί, λιβάνι, λάδι, χρήματα, χαρτί με ονόματα, τάματα, το κλείνουν καλά, πλησιάζουν στην άκρη τού πλοίου και με προσευχές, με ψαλμωδίες — « Των ουρανίων στρατιών Αρχιστράτηγε...» — και θρησκευτική κατάνυξι το πετούν στην θάλασσα, για να το παραλαβή αυτή και να το οδηγήση στο Μοναστήρι τού Πανορμίτη.
Μετά από λίγες ημέρες ή εβδομάδες παίρνουν την απάντησι: «Ελάβαμε τα αφιερώματά σας. Προσευχηθήκαμε για σας. Η ευχή τού Αρχαγγέλου να είναι πάντοτε μαζί σας ». Ή «Ελάβαμε το αφιέρωμα σας, ήτοι τους τρεις μύλους, το κερί, τον ξυλαλά (=μοσχολίβανο), το λιβάνι, το λάδι και τ’ ασημένια μάτια. Η ευχή τού Αρχαγγέλου μαζί σας».
Συζητώντας κανείς με ναυτικούς μαθαίνει πολλά για τον περίεργο πλουν προς τον Πανορμίτη.
Πρόσφατα γνωρισθήκαμε με κάποιον συνταξιούχο πλοίαρχο και γενομένης συζητήσεως μας διηγήθηκε τα επόμενα:
«Το 1947 ως υποπλοίαρχος ταξείδευα με το φορτηγό «Αργολικός» τού Εμπειρίκου. Αφήσαμε πίσω μας την Αλεξάνδρεια και κατευθυνόμασταν για την Κωνσταντινούπολη όπου θα παίρναμε μετάλλευμα για την Αμερική. Προσπερνώντας την Ρόδο ο Συμιακός τιμονιέρης τού πλοίου μου λέει: «Καπετάνιε, εκεί μακρυά στο βάθος βρίσκεται η Σύμη με τον Πανορμίτη. Αν πετάξουμε ένα μπουκάλι στην θάλασσα, πηγαίνει μόνο του ». Υιοθέτησα την πρότασί του, και μαζί με τον πλοίαρχο βάλαμε μέσα ονόματα, διευθύνσεις, ένα γράμμα, δέκα δολλάρια, το κλείσαμε καλά και το ρίξαμε στα νερά. Μετά από δύο εβδομάδες η σύζυγος μου στην Αθήνα έλαβε επιστολή από το Μοναστήρι. Σχετικά με το πως έφθασε το αποσταλέν στον προορισμό του ήταν γραμμένα τα εξής: «Ένας βαρκάρης έπλεε σε μικρή απόστασι από το Μοναστήρι. Είδε το μπουκάλι να κατευθύνεται προς τα εδώ. Σκέφθηκε πως κάποιοι ευσεβείς το έρριξαν από μακρυά. Σκύβει, το παίρνει και μας το παραδίδει».
Αν δεν βρισκόταν μία Συμιακή γειτόνισσά της δεν μπορούσε να καταλάβη τίποτε από την υπόθεσι. «Αφού πρόκειται ο σύζυγός σας — έγραφαν μεταξύ των άλλων οι Επίτροποι της Μονής — να πάη στην Αμερική, τον παρακαλούμε να μας στείλη μία γραφομηχανή, γιατί την έχουμε ανάγκη ». Πληροφορήθηκα το καθέκαστα γεμάτος συγκίνησι. Ανταποκρίθηκα πρόθυμα και στο αίτημα τους. Από τότε κάθε χρόνο πηγαίνω στην χάρι του. Ο Ηγούμενος μου λέει χαμογελώντας πως η γραφομηχανή υπάρχει ακόμη και μου την δείχνει. Κάποτε που αρρώστησα βαρεία και επρόκειτο να υποβληθώ και σε εγχείρησι είδα στον ύπνο μου τον Αρχάγγελο. Με επεσκέφθηκε για να μου προαναγγείλη την επιτυχία της εγχειρήσεως».
Δηλαδή εκείνο που θα πέση στην θάλασσα, κατά τρόπο ανεξιχνίαστο, μυστηριώδη, θαυματουργικό αράζει στο λιμάνι τού Πανορμίτη. Είναι συνηθισμένο το φαινόμενο να βλέπη κανείς σ' αυτό το λιμάνι να επιπλέουν κουτιά, μικρά καραβάκια με λιβάνι, ξύλινα μπαούλα, μπουκάλια με λάδι κλπ. που εστάλησαν όχι μόνο από το Κρητικό πέλαγος ή το Αιγαίο ή το Ιόνιο ή την Δυτική Μεσόγειο, αλλά ακόμη και από τον Ατλαντικό ωκεανό.
Αυτός είναι ο Μεγαλόχαρος της Σύμης! Αιώνες τώρα επιτελείται η παράδοξη αυτή θαυματουργία. Κάποτε μάλιστα που η Μονή είχε οικοδομικές ανάγκες, στο λιμάνι τού Πανορμίτη, ήρθαν — ποιος ξέρει από πόσο μακρυά; — όσες σανίδες χρειάζονταν. Αυτή είναι η πίστις η Χριστιανική. Κι' όποιος θέλει να την ενισχύση περισσότερο, ας επιχείρηση ένα ταξείδι στην Σύμη. Έτσι θα βεβαίωση αυτοπροσώπως «τού λόγου το ασφαλές».
Πηγή: Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον
ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, 8 Νοεμβρίου, ἡ ἁγία μας Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν ἑορτὴ τῶν ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, ἰδιαιτέρως δὲ τιμᾷ τοὺς ἀρχιστρατήγους τοῦ οὐρανίου κόσμου Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ. Ποιοί εἶνε οἱ ἄγγελοι καὶ ποιό εἶνε τὸ ἔργο τους είπαμε ἄλλοτε. Τώρα θὰ δώσουμε ἀπάντησι στὸ ἐρώτημα· Οἱ ἄγγελοι, ὡς ἐλεύθερα πρόσωπα ποὺ ἦταν, ἔμειναν πιστοὶ στὸ Θεό; Τί διδάσκει ἡ Ἐκκλησία ἐπ᾿ αὐτοῦ;
Οἱ ἄγγελοι ἀποτελοῦσαν στοὺς οὐρανοὺς ἐννέα τάγματα. Καθένα ἀπὸ αὐτὰ εἶχε καὶ ἰδιαίτερο ὄνομα. Ἀλλὰ δυστυχῶς ὅλοι οἱ ἄγγελοι δὲν ἔμειναν πιστοὶ στὸ Θεό. Ἕνας ἀπὸ αὐτούς, ἀρχάγγελος, ποὺ ἔλαμπε στὸν οὐρανὸ σὰν τὸ ἄστρο τῆς αὐγῆς, ὁ Ἑωσφόρος, αὐτὸς ποὺ ἦτο παραπάνω καὶ ἀπὸ τὸν Μιχαὴλ καὶ τὸν Γαβριήλ, αὐτὸς ὁ ἄγγελος ἔπεσε, ἁμάρτησε. Ποιό ἦταν τὸ ἁμάρτημά του; Μοιχεία; πορνεία;… Τέτοιο ἁμάρτημα δὲ᾿ μποροῦσε νὰ κάνῃ ἄγγελος, διότι εἶνε ἄσαρκος καὶ ἀσώματος· τέτοια ἁμαρτήματα δὲν προσιδιάζουν στὴν ἀσώματο φύσι τῶν ἀγγέλων. Τὸ ἁμάρτημά του ἦτο ἄλλο· ἦτο ἡ ὑπερηφάνεια! Ὑπερηφανεύθηκε. Εἶπε στὸν ἑαυτό του, ὅπως λέει ὁ Ἠσαΐας· «Θ᾿ ἀνεβῶ στὸν οὐρανό, θὰ στήσω τὸ θρόνο μου πάνω ἀπὸ τὰ ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ,… θ᾿ ἀνεβῶ πάνω ἀπὸ τὰ σύννεφα, θὰ γίνω ὅμοιος μὲ τὸν Ὕψιστο» (Ἠσ. 14,13-14). Αὐτὴ ἦτο ἡ ὑπερήφανη σκέψι ποὺ ἐκυοφορήθη μέσα στὴ διάνοια τοῦ Ἑωσφόρου. Καὶ μόλις τὸ σκέφθηκε αὐτό, ἔπεσε ἀπὸ τὸ ὕψος ἐκεῖνο. Ἔπεσε καὶ συνετρίβη. Καὶ ἔκτοτε, ἀντὶ νὰ ὀνομάζεται Ἑωσφόρος, ὠνομάσθηκε σατανᾶς.
Τὴ στιγμὴ ποὺ συνέβαινε ἡ πτῶσις τοῦ Ἑωσφόρου στὸν οὐράνιο κόσμο, οἱ ἄγγελοι πέρασαν ἀπὸ μία κρίσι πνευματική, ἐὰν καὶ κατὰ πόσο πρέπει καὶ αὐτοὶ νὰ μένουν πιστοὶ στὸ Θεό· διότι ἡ θέσι τοῦ Ἑωσφόρου ἦτο ἐξαιρετική. Κλονίστηκαν ἀρκετοί, καὶ τὸ ἕνα τρίτο τῶν ἀγγέλων ἔπεσαν μαζί του.
Ἀλλὰ τὴν ὥρα ποὺ οἱ ἄγγελοι ἔπεφταν, τὴν ὥρα ποὺ συνέβαινε τὸ τραγικὸ αὐτὸ δυστύχημα, τότε ἕνας ἄλλος ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, ὁ ἀρχιστράτηγος Μιχαήλ, ἐσάλπισε στὸν οὐράνιο κόσμο καὶ εἶπε ἐκεῖνο ποὺ ἀκοῦμε στὴν ἐκκλησία κάθε Κυριακὴ μετὰ τὸ «Πιστεύω…», ὅταν ἀρχίζει πλέον ἡ θυσία, τὸ κυριώτερο μέρος τῆς θείας λειτουργίας. Τότε ὁ διάκονος ἢ ὁ ἱερεὺς λέει· «Στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετὰ φόβου…». Αὐτὸ τὸ «Στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετὰ φόβου» τὸ εἶπε γιὰ πρώτη φορὰ ὁ ἀρχάγγελος Μιχαὴλ ὅταν ἔπεφτε ὁ Ἑωσφόρος καὶ οἱ ἄγγελοι ποὺ τὸν ἀκολούθησαν. Ἔτσι τότε συγκρατήθηκε ὁ ἀγγελικὸς κόσμος καὶ ἔμεινε πλέον σταθερὸς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Ἔπεσε ὁ σατανᾶς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ ἔγινε σκοτεινός, ἀπαισία ὕπαρξις. Αὐτὴ τὴν πτῶσι ἐννοεῖ ὁ Χριστὸς σήμερα ὅταν λέει· «Ἐθεώρουν τὸν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα» (Λουκ. 10,18). Εἶδα, λέει, τὸ σατανᾶ νὰ πέφτῃ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ σὰν ἀστραπή.
Ἀλλὰ δὲν εἶνε μόνο ἡ πτῶσις αὐτή. Ἔχει καὶ ἄλλη πτῶσι ὁ σατανᾶς. Διότι, ἐνῷ ἔπεσε ἀπὸ τὸν οὐρανό, δὲν ἔπαυσε ἐδῶ στὴ γῆ νὰ ἐνοχλῇ τοὺς ἀνθρώπους, νὰ εἶνε ὁ ὑποβολεὺς καὶ ἠθικὸς αὐτουργὸς ὅλων τῶν ἐγκλημάτων ποὺ διαπράττονται πάνω στὴ γῆ. Αὐτὸ πιστεύει ἡ Ἐκκλησία μας. Αὐτὸς ἔβγαλε ἀπὸ τὸν παράδεισο τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα· αὐτὸς παρακίνησε καὶ παρακινεῖ τοὺς ἀνθρώπους νὰ πέφτουν στὴν πορνεία ἢ στὴ μοιχεία, καὶ ἄλλοι νὰ κλέβουν, νὰ ἀδικοῦν, νὰ βάφουν τὰ χέρια τους μὲ αἷμα… Αὐτὸς εἶνε ὁ πρωτεργάτης τῆς ἁμαρτίας.
Γιὰ ἀρκετὸ διάστημα ὁ σατανᾶς ἦτο κυρίαρχος στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ ―εὐλογητὸς ὁ Θεός― ἦρθε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο. Ἦρθε, ὅπως λέει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, «γιὰ νὰ καταλύσῃ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου» (Α΄ Ἰωάν. 3,8), γιὰ νὰ γκρεμίσῃ τὸ κάστρο τοῦ σατανᾶ. Ἦρθε καὶ νίκησε τὸν διάβολο. Ἡ πρώτη νίκη τοῦ Χριστοῦ ἐναντίον του, ἦταν στὴν ἔρημο τῶν πειρασμῶν (βλ. Ματθ. 4,1-11)· ἐκεῖ ὁ Χριστὸς τὸν ἐνίκησε, καὶ ὁ σατανᾶς ἔφυγε ἀπὸ κοντά του.
Ἀλλὰ τὸ τελικὸ χτύπημα καὶ ἡ τελικὴ νίκη, τὸ Βατερλὼ οὕτως εἰπεῖν τοῦ σατανᾶ, ὑπῆρξε ὁ Γολγοθᾶς. Ἐκεῖ ὁ σατανᾶς συγκέντρωσε γραμματεῖς, φαρισαίους, ὅλες τὶς δυνάμεις καὶ τὰ ὄργανά του. Καὶ ἐκεῖ, πάνω στὸ σταυρό, ὁ Ἐσταυρωμένος ἀντὶ νὰ νικηθῇ νίκησε! Ὁ Γολγοθᾶς καὶ ἡ Ἀνάστασις ἔγινε ἡ μεγάλη ἧττα τοῦ σατανᾶ. Γι᾿ αὐτὸ τὴ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως ἑορτάζουμε τὸ θρίαμβο τοῦ Χριστοῦ ἐναντίον τοῦ σατανικοῦ κόσμου καὶ διαβάζεται ἡ ὑπέροχη ἐκείνη ὁμιλία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου ποὺ λέει· «Ἀνέστη Χριστὸς καὶ πεπτώκασι δαίμονες», ἀνεστήθη ὁ Χριστὸς καὶ ἔπεσαν οἱ δαίμονες.
Ἰδού λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ποιό νόημα ἔχει ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ μας, ὅτι εἶδε τὸ σατανᾶ νὰ πέφτῃ σὰν ἀστραπή. Τὸν εἶδε γιὰ πρώτη φορὰ ὅταν ἔπεσε ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἀπὸ Ἑωσφόρος ἔγινε σατανᾶς. Τὸν εἶδε καὶ ὅταν ἔπεσε κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Σταυρώσεως, τὴ Μεγάλη Παρασκευή, καὶ τὴν ἡμέρα τῆς ἐνδόξου Ἀναστάσεώς του.
Ἔκτοτε ὁ σατανᾶς εἶνε ὁ μεγάλος ἡττημένος. Ὁ Χριστὸς ὄχι μόνο ὁ διος τὸν ἐνίκησε, ἀλλὰ δίνει τὴ νίκη αὐτὴ καὶ σὲ ἄλλους. Σὲ ποιούς; Σ᾿ ἐκείνους ποὺ πιστεύουν στὸ Χριστό, πιστεύουν ἀκραδάντως ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ Θεός, αὐτὸς ποὺ συνέτριψε τὸ κράτος τοῦ διαβόλου. Τὸ λέει ὁ ίδιος· Θὰ δώσω δύναμι σ᾿ αὐτοὺς ποὺ πιστεύουν νὰ πατοῦν ἐπάνω σὲ φίδια καὶ σκορπιούς· «ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ» (Λουκ. 10,19). Μεταφορικὴ εἶνε ἐδῶ ἡ γλῶσσα τοῦ Χριστοῦ. Ποιοί εἶνε οἱ ὄφεις; Εἶνε ἐκεῖνοι ποὺ μὲ τὸ φαρμάκι τῆς γλώσσας τους προσβάλλουν, ὑβρίζουν καὶ βλασφημοῦν τὸ Χριστὸ καὶ τοὺς ἁγίους. Καὶ ποιοί εἶνε οἱ σκορπιοί; Εἶνε οἱ ὕπουλοι. Ὅπως ὁ σκορπιὸς κρύβεται κάτω ἀπὸ τὶς πέτρες καὶ δαγκώνει ξαφνικὰ τὸν ἄνθρωπο, ἔτσι ὑπάρχουν καὶ πρόσωπα ὕπουλα καὶ μοχθηρά, ποὺ μισοῦν τὸ χριστιανισμὸ καὶ προσπαθοῦν νὰ πλήξουν τὴ χριστιανική μας πίστι καὶ ἠθική. Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς εἶπε σ᾿ ἐμᾶς τοὺς Χριστιανούς· Ὅσο λίγοι καὶ ἂν ἦστε ἐπὶ τῆς γῆς, μὴ φοβᾶστε (Λουκ. 12,32). Ἐγὼ νίκησα τὸν διάβολο· ἔπεσε ὁ διάβολος. Οὔτε σατανᾶς, οὔτε δαίμονες, οὔτε μάγοι μποροῦν νὰ σᾶς βλάψουν. Καὶ ὅλοι οἱ δαίμονες νὰ βγοῦνε ἀπὸ τὴν κόλασι ―καὶ θά ᾿ρθῃ ἡ ὥρα ποὺ θὰ βγοῦν― μὲ ὅλα τὰ τάγματα ταξιαρχίες καὶ μεραρχίες τους, καὶ ἕνας ἀκόμη νὰ μείνῃς, μὴ φοβᾶσαι, Χριστιανέ· θὰ νικήσῃς τὸ σατανᾶ. Μπροστὰ στὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ δὲν ἰσχύει τίποτε ἀπολύτως.
Μᾶς δίνει λοιπὸν μεγάλο θάρρος ὁ Χριστός. Μᾶς λέει, ὅτι ἡ στρατιά του εἶνε ἀήττητη, ὅτι κάθε Χριστιανὸς κοντά του, ὅσο ἀγράμματος καὶ ἀδύνατος καὶ νὰ εἶνε, εἶνε ἰσχυρὸς ἐν Χριστῷ, εἶνε δυνατός, εἶνε ἱκανὸς νὰ συντρίψῃ «τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ».
Μέσα στοὺς χίλιους ἀνθρώπους σήμερα πόσοι πιστεύουν; Πρὶν λίγα χρόνια πίστευε ἕνας στοὺς ἑκατό. Σήμερα πιστεύει ἕνας στοὺς χίλιους. Καὶ ὅσο προχωροῦν οἱ αἰῶνες, θὰ πιστεύῃ ἕνας στοὺς δέκα χιλιάδες. Θὰ ἔρθῃ μέρα ποὺ οἱ πιστοὶ θὰ εἶνε τόσο σπάνιοι ὅσο καὶ τὰ διαμάντια.
Ὅσοι πιστοί, λοιπόν, ὅσοι πιστεύουμε εἰλικρινὰ στὸν Κύριο, παίρνουμε θάρρος ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ. Μὴ φοβούμεθα. Σαλπίζει ὁ ἀρχάγγελος σήμερα· «Στῶμεν καλῶς», ἂς σταθοῦμε ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων, ἐπὶ τῶν ἱερῶν παραδόσεων. Ὅσο ἰσχυροὶ κι ἂν εἶνε οἱ ἐχθροί μας, ὁρατοὶ καὶ ἀόρατοι, ὅσο καὶ ἂν πολεμοῦν τὸ εὐαγγέλιο καὶ τὴν Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία εἶνε ἀήττητος. Αὐτοί θὰ νικηθοῦν. Ὅποιος τὰ βάζει μὲ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, αὐτός θὰ γίνῃ στάχτη.
Ἐμπρός, πιστοί, μὴ φοβᾶστε! Ἂς πολεμάῃ ὁ διάβολος, ἂς ἀφρίζουν τὰ τάγματά του, ἂς μένωνται οἱ ἄπιστοι. Ἐμπρός! ἡ νίκη θὰ εἶνε δική μας. Δὲ᾿ θὰ νικήσῃ ὁ σατανᾶς· ὁ σατανᾶς νικήθηκε. Ἐμπρός, πιστοί, μὲ θάρρος! Μὲ τὴ βοήθεια τῶν ἁγίων ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων προχωροῦμε, γράφουμε τὴν ἱστορία. Οἱ δὲ ἀρχιστράτηγοι Μιχαὴλ καὶ Γαβριὴλ ἂς εἶνε πάντοτε προστάται ὅλου τοῦ κόσμου, ἰδιαιτέρως δὲ τῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι στὸν αἰῶνα αὐτὸ τῆς διαφθορᾶς δίνουν τὴ μάχη ἐναντίον τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων. Ἀμήν.
Ἡ ἐπιθυμία τοῦ καλοῦ δὲν εἶναι καθόλου δύσκολη, γιατί δὲν ἀπαιτεῖ προσπάθεια. Ἡ ἀπόκτηση ὅμως καὶ ἡ διαφύλαξή του ἀπαιτοῦν κόπο καὶ ἄρα ἰδιαίτερη ἐπιμέλεια καὶ συστηματικὴ ἐργασία. Πῶς λοιπὸν θὰ θελήσουμε νὰ ἀναλάβουμε τὸν ἀγώνα γιὰ τὸ καλό, ὅταν δύσκολα προτιμοῦμε τὸν κόπο; Ὁ πόθος γιὰ ὅ,τι θέλουμε νὰ κερδίσουμε εἶναι τὸ κίνητρο γιὰ κάθε ἀγώνα. Αὐτὸς γλυκαίνει ἀκόμη καὶ τοὺς πιὸ ὀδυνηροὺς πόνους. Καὶ τὸν πόθο γιὰ τὸ καλὸ δὲν τὸν ἀνάβει τίποτε ἄλλο παρὰ ἥ προσήλωση σὲ αὐτὸ καὶ ἡ γνώση τοῦ κάλλους του.
Αὐτὸ εἶναι τὸ πῦρ ποὺ ἄναψε στὴν ψυχὴ τοῦ Προφήτου ἀπὸ τὴν μελέτη τοῦ Θεοῦ. «Καὶ ἐν τῇ μελέτῃ μου, λέει, ἐκκαυθήσεται πῦρ» 1. Ὁ ἴδιος, ἐξηγώντας ἀλλοῦ ποιό εἶναι τὸ ἀντικείμενο τῆς μελέτης αὐτῆς καὶ τίνος ἀνθρώπου ἔργο εἶναι, λέει ὅτι ὁ «μακάριος ἄνθρωπος» ἀφοσιώνεται στὴν μελέτη αὐτή, καὶ τὸ ἀντικείμενο τῆς μελέτης του εἶναι ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ. «Ὁ μακάριος άνήρ, λέει, ἠμέρας καὶ νυκτὸς ἐν τῷ νόμῳ τοῦ Θεοῦ μελετήσει»2.
Ἄν ὅμως ἡ μελέτη τοῦ γραπτοῦ νόμου μπορῆ νὰ ἀνάψη τέτοιο πῦρ, τί πρέπει νὰ σκεφθοῦμε γιὰ τὸν νόμο τοῦ Πνεύματος; Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐνέπνευσε στοὺς ἀνθρώπους τὸν ἀληθινὸ ἔρωτα γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ἄναψε μέσα τους πυρκαγιὰ θείου πόθου ποὺ τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ τὴν σβήση, οὔτε εὐχάριστο οὔτε δυσάρεστο «οὔτε κάτι ἀπὸ τὰ παρόντα οὔτε κάτι ἀπὸ τὰ μέλλοντα»3. Γι’ αὐτό, νομίζω, καὶ ἐμφανίσθηκε «ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν» 4, ὅταν εἰσῆλθε στὸν κόσμο· ἐπειδὴ ἔφερε τὴν ἀγάπη, ἡ ὁποία σὰν τὴν φωτιὰ τολμᾶ τὰ πάντα. Καὶ τὸν Ἴδιο τὸν Νομοθέτη ἡ ἀγάπη πρῶτα ἀπὸ ὅλα Τὸν ἔφερε στὴν γῆ, καὶ τὸ Σῶμα Του εἶναι καρπὸς φιλανθρωπίας. Καὶ ὅλος γενικὰ ὁ νόμος συνέχεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη.
Τὴν ἀγάπη ἐκδηλώνει ὁ Θεὸς μὲ κάθε τρόπο, τὴν ἀγάπη φέρνει, μὲ τὴν ἀγάπη προσπαθεῖ νὰ κερδίση τὴν ἀγάπη μας καὶ, ἄν τὴν λάβη, τὴν θεωρεῖ ἀντάξιο ἀντίδωρο γιὰ ὅσα μᾶς ἔδωσε. Δὲν μᾶς προστάζει σὰν δούλους ὀφειλέτες, ἀλλά, μόλις Τὸν πλησιάσουμε, μᾶς καλεῖ ἀμέσως νὰ γίνουμε μέτοχοι στὰ ἀγαθά Του, σὰν νὰ προηγήθηκαν πολλοὶ κόποι ἀπὸ μέρους μας καὶ σὰν νὰ ἔχη δημιουργηθῆ μεγάλη οἰκειότητα καὶ ἀγάπη μεταξύ μας. «Ἐγώ, λέει, ἀγωνίσθηκα γιὰ τὴν Βασιλεία καὶ μὲ πολλοὺς κόπους ἔπλεξα τὸ βασιλικὸ στεφάνι. Ἐσεῖς δεχθῆτε το χωρὶς νὰ κοπιάσετε. Τίποτε ἄλλο δὲν σᾶς ζητῶ παρὰ μόνο νὰ μὲ ἀγαπᾶτε».
Ὤ ἀνέκφραστη ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ! Ὄχι μόνο μᾶς ἀγαπᾶ τόσο πολύ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀγάπη μας τόσο πολύτιμη τὴν θεωρεῖ, ὥστε τὰ πάντα ἐπιχειρεῖ, γιὰ νὰ τὴν κερδίση! Γιὰ ποιόν λόγο ἔκτισε τὸν οὐρανὸ καὶ τὴν γῆ, τὸν ἥλιο καὶ ὅλον τὸν ὁρατὸ κόσμο καὶ τὴν ἀσύλληπτη ὀμορφιὰ τοῦ ἀοράτου καὶ ὅλα αὐτὰ «νεύματι μόνῳ» ; Καὶ γιατί μᾶς διδάσκει μὲ αὐτὰ ὅλη Του τὴν σοφία, ἄν ὄχι γιὰ νὰ μᾶς ἐπαναφέρη κοντά Του καὶ νὰ μᾶς κάνη νὰ Τὸν ἀγαπᾶμε; Κάνει ὅ,τι καὶ ἕνας θερμὸς ἐραστής· μᾶς δείχνει τὴν σοφία, τὴν ἀγαθότητα καὶ τὴν τέχνη Του, γιὰ νὰ βάλη μέσα μας τὸν ἔρωτα γι’ Αὐτόν. Καὶ τόσο σημαντική καὶ πολύτιμη θεωρεῖ τὴν ἀγάπη μας, ὥστε, ἐνῶ ἔκανε ὅλα ὅσα ταίριαζαν στὴν θεία Του φύση, δὲν ἀρκέστηκε σὲ αὐτό, ἀλλὰ στράφηκε καὶ σὲ ἄλλη φύση, τὴν ἀνθρώπινη, γιὰ νὰ τὴν χρησιμοποιήση καὶ αὐτὴν γιὰ τὸν ἴδιο σκοπό: Γιὰ ὅσα δὲν μποροῦσε νὰ μᾶς πείση ὄντας Θεός, νὰ μᾶς πείση γενόμενος ἄνθρωπος καὶ νὰ μπορέση μὲ αὐτὰ τὰ δύο – μὲ ἐκεῖνα δηλαδὴ ποὺ ἔφερε ὡς Θεὸς καὶ μὲ ὅσα προσέλαβε ὡς ἄνθρωπος – νὰ ἐλκύση κοντά Του τὸν ἀγαπημένο Του ἄνθρωπο.
Ὁ νόμος λοιπὸν τοῦ Πνεύματος εἶναι νόμος ἀγάπης καὶ καλλιεργεῖ μέσα μας τὴν εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Θεό. Στὸν νόμο αὐτὸν πρέπει νὰ ἔχουμε στραμμένο τὸν νοῦ μας.
Ἡ μελέτη τοῦ Θεοῦ δὲν ἀπαιτεῖ οὔτε ἱδρώτα οὔτε κόπο οὔτε χρήματα. Οὔτε θὰ ἀτιμασθοῦμε οὔτε θὰ ντροπιασθοῦμε οὔτε θὰ ζημιωθοῦμε σὲ κάτι ἄλλο. Ἀντιθέτως, καὶ τὸ ἐπάγγελμά μας μποροῦμε νὰ ἐξασκοῦμε καὶ κανένα ἐμπόδιο δὲν ἔχουμε γιὰ ὁποιαδήποτε ἀσχολία. Καὶ ὁ στρατηγὸς μπορεῖ νὰ συνεχίση νὰ εἶναι στρατηγὸς καὶ ὁ γεωργὸς νὰ καλλιεργῆ τὴν γῆ καὶ κάθε τεχνίτης νὰ ἀσκῆ τὴν τέχνη του καὶ γενικά, δὲν χρειάζεται νὰ ἐγκαταλείψη κανεὶς τὸ ἐπάγγελμά του, γιὰ νὰ στραφῆ στὴν μελέτη αὐτή. Γιατὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη οὔτε νὰ καταφύγη κανεὶς στὴν ἔρημο οὔτε νὰ τραφῆ μὲ ἄλλου εἴδους τροφὴ οὔτε νὰ ἀλλάξη ἐνδυμασία οὔτε νὰ χάση τὴν ὑγεία του οὔτε νἀ τολμήση κάτι ἄλλο· ἀλλὰ καὶ μένοντας στὸ σπίτι του καὶ χωρὶς νὰ χάση τίποτε ἀπὸ ὅσα ἔχει, μπορεῖ νὰ ζῆ ἔχοντας διαρκῶς τὸν νοῦ του στὸν Χριστό.
Τί μᾶς ἐμποδίζει λοιπὸν ἀπὸ τὴν μελέτη τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὴν ὁποία θὰ ἄξιζε καὶ νὰ κοπιάσουμε; Ἄν ὡς ἄνθρωποι προικισμένοι μὲ νοῦ εἶναι φυσικὸ νὰ σκεπτώμαστε πάντοτε κάτι, γιατί νὰ μὴ σκεπτώμαστε τὰ ἀνώτερα; Καὶ ἄν οἱ μάταιοι καὶ κακοὶ καὶ ἄνώφελοι λογισμοὶ δὲν θεωρήθηκαν ποτὲ ἱκανοὶ νὰ βλάψουν τὴν ζωὴ ἤ τὴν ἐργασία ἤ τὴν περιουσία ἑνὸς ἀνθρώπου ἤ κάτι ἄλλο ἀπὸ τὰ βιοτικά, πολὺ περισσότερο δὲν θὰ μεμφθοῦμε γιὰ κάτι τέτοιο τοὺς καλοὺς λογισμοὺς καὶ δὲν θὰ κατηγορήσουμε τὸ ἀγαθὸ ὡς αἰτία κακοῦ.
1 Ψαλμ. 38, 4.
2 Βλ. Ψαλμ. 1, 1-2.
3 Βλ. Ρωμ . 8, 38.
4 Βλ. Πράξ. 2, 3.
* ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗΣ Λόγοι ἑπτὰ , Ἱερόν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος» Σουρωτή Θεσσαλονίκης, 32012, σ. 329, 331, 333.
Πηγή: Τομέας Νεότητας Ε.ΡΩ. Έδεσσας, Ενωμένη Ρωμηοσύνη
«Ως έμψυχω Θεού κιβωτώ, ψαυέτω μηδαμώς χειρ αμύητων», ψάλλουμε στην ενάτη ωδή πολλών Θεομητορικών εορτών. Πράγματι το μυστήριο περί του προσώπου και της ζωής της Θεοτόκου αποτελεί βιβλίο «κατεσφραγισμένον σφραγίσιν επτά» 1 για τους αμύητους, τους μη έχοντας την αποκάλυψη, την θεία Χάρη. Μυστήριο αληθινό και τολμηρό, θείο και ανθρώπινο· ανέγγικτο από τον χοϊκό άνθρωπο. Πώς μπορεί κάποιος να νοήσει τα υψηλότερα, τα περί της Θεοτόκου, αφού δεν έχει πείρα ούτε των κατωτέρων; Πώς μπορεί ο άνθρωπος που δεν έχει καθαρισθεί από τα πάθη να ομιλεί με αυθεντία περί θεώσεως;
Στα ευαγγέλια αποσιωπάται η ζωή της Παναγίας Παρθένου και μόνο λίγα μας αποκαλύπτονται. Πολλά όμως άλλα, όπως και την σημασία και έννοια των ευαγγελικών αναφορών, τα διδάσκει το Άγιο Πνεύμα με την Παράδοση της Εκκλησίας μας· τα αποκαλύπτει πολλές φορές η ίδια η Θεοτόκος στους πιστούς δούλους Της, στους Πατέρες της Εκκλησίας.
Θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σας, αλλά και να ζητήσω τις προσευχές σας, για να προχωρήσουμε με την Χάρη του Θεού στην ανάπτυξη του τόσο λεπτού και σημαντικού αυτού θέματος, πού άπτεται του προσώπου της Παναγίας μας, άλλα έχει σχέση και με την δική μας πνευματική ζωή.
Εξαρχής η Εκκλησία δεν επιχείρησε να διατυπώσει ιδιαίτερα δόγματα για την Παναγία. Δόγματα διατύπωσε μόνο για τον Τριαδικό Θεό (Τριαδικό δόγμα) και τον ενανθρωπήσαντα Λόγο (Χριστολογικό δόγμα). Η δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας για την Παναγία διατυπώθηκε βαθμηδόν σε άμεση σχέση με την Χριστολογία. Μόνο η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία διατύπωσε ιδιαίτερα δόγματα για την Παναγία (ασπόρου συλλήψεως, ενσωμάτου μεταστάσεως). Έτσι ο Μέγας Βασίλειος μέσα στην προοπτική της αρχαίας Πατερικής Παραδόσεως, απευθυνόμενος προς αυτούς πού αμφισβητούσαν την μετά τόκον παρθενία της Θεοτόκου, μετατόπιζε την σπουδαιότητα του θέματος στην παρθενική Γέννηση του Χριστού, και έλεγε ότι η παρθενία ήταν αναγκαία ως την ενανθρώπηση, για το ύστερα ας μην είμαστε περίεργοι λόγω του μυστηρίου πού περικλείεται 2.
Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας πού η διδασκαλία του για τον όρο «Θεοτόκος» θεμελιώθηκε από την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο 3 και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός αποτελούν δύο βασικούς σταθμούς στην ανάπτυξη της δογματικής διδασκαλίας για την Παναγία. Γενικά μπορούμε να πούμε ότι από την Γ’ Οικουμενική Σύνοδο και ύστερα η αφομοίωση της δογματικής διδασκαλίας για την Θεοτόκο ήταν πολύ αργή.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς τον 14ο αιώνα, πού χαρακτηρίστηκε ως αιώνας του χριστιανικού ανθρωπισμού για το Βυζάντιο, σε αντίθεση με τους προγενεστέρους Πατέρες ήταν ίσως ό πρώτος, πού τόνισε την ανθρωπολογική σπουδαιότητα του προσώπου της Θεοτόκου, χωρίς βέβαια να αγνοεί την Χριστολογική σπουδαιότητα της ή να παύει να την προϋποθέτει. Μίλησε εκτενώς για το πρόσωπο και την ασκητική ζωή της Παρθένου! Την παρουσίασε ως ησυχάστρια μέσα στα Άγια των Αγίων και την πρόβαλε ως πρότυπο πνευματικής τελειώσεως 4. Αυτός απέδειξε ότι πρώτη η Παναγία είδε τον αναστάντα Χριστό. Κατά τον άγιο Γρηγόριο αύτη ήταν η μόνη «κυρίως φερωνύμως παρθένος»· είχε αποκτήσει την τελεία αγνεία, ήταν παρθένος στο σώμα και την ψυχή και δεν μπορούσε να αγγίξει κάποιος μολυσμός ούτε τις αισθήσεις του σώματος της ούτε τις δυνάμεις της ψυχής της 5.
Την γραμμή αυτήν του Παλαμά ακολούθησε και ο σχεδόν σύγχρονος του άγιος Νικόλαος Καβάσιλας. Αυτός γράφει ότι «προξενεί έκπληξη όχι μόνο στους ανθρώπους, αλλά και σε αυτούς τους αγγέλους, το πώς, ενώ η Παρθένος ήταν μόνο άνθρωπος και δεν είχε τίποτε περισσότερο από τους άλλους ανθρώπους, μπόρεσε να διαφύγει, μόνη αύτη, την κοινή αρρώστια (δηλ. την αμαρτία)» 6. Αύτη ήταν η «πρώτη και μόνη της αμαρτίας καθάπαξ απηλλαγμένη» 7.
Ακολουθεί ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης, ο όποιος κάνοντας μία συνθετική θεολογία με βάση όλους τους προγενέστερους Πατέρες διακηρύττει: «Αν καθ’ υπόθεσιν όλοι οι άνθρωποι, και τα λοιπά κτίσματα ήθελον γείνη κακά, μόνη η Κυρία Θεοτόκος ήτον ικανή να ευχαρίστηση τον Θεόν» και ότι «όλος ο νοητός και αισθητός κόσμος έγεινε δια το τέλος τούτο, ήτοι δια την Κυρίαν Θεοτόκον, και πάλιν η Κυρία Θεοτόκος, έγεινε δια τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν» 8. Στην δε ερμηνεία του Εις την θ’ ωδήν της Θεοτόκου Μαρίας γράφει ότι «η Θεοτόκος ήταν ανωτέρα κάθε προαιρετικού αμαρτήματος συγγνωστού τε και θανάσιμου, μέχρι και προσβολής αυτής πονηρού λογισμού» 9.
Τελευταίο σταθμό αποτελεί ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, πού μαρτυρεί εν Πνεύματι Αγίω ότι «η Θεομήτωρ ουδέποτε ήμαρτεν, ουδέ δια σκέψεως» 10.
Ο Χριστός δεν αμάρτησε, γιατί ως θεία Υπόσταση δεν μπορούσε να αμαρτήσει. Είχε την απόλυτη και κατά φύση αναμαρτησία. Το «ουδείς αναμάρτητος, ει μη ο Θεός» 11 αναφέρεται σε αυτήν την κατά φύση αναμαρτησία της Αγίας Τριάδος, και φυσικά του Χριστού ως δευτέρου προσώπου Της. Η Θεοτόκος δεν αμάρτησε, αν και μπορούσε να αμαρτήσει. Δεν ήταν αναμάρτητη κατά φύση αλλά κατά θέληση.
Η Παναγία είχε πραγματική, τελεία και όχι σχετική 12 αναμαρτησία στα έργα, στους λόγους και στους λογισμούς της. Ούτε «βρισκόταν σε ύφεση η αμαρτία στην Θεοτόκο» 13, ούτε η απαλλαγή της από την αμαρτία έγινε μετά την Πεντηκοστή ή έστω μετά τον Ευαγγελισμό 14. Επιπλέον δεν αρκεί να ομολογεί κάποιος ότι η αμαρτία υπήρχε σε Αυτήν δυνάμει και όχι ενεργεία, χωρίς να επεξηγείται αυτό το «δυνάμει» ως ανενέργητο στις πράξεις, τους λόγου και τους λογισμούς.15 Ακόμη και αυτή η «κατά Χάριν αναμαρτησία» 16 είναι αποδεκτή με την προϋπόθεση ότι με την συνεργεία της θείας Χάριτος η Θεοτόκος παρέμεινε αναμάρτητη από την γέννηση της ως και την κοίμηση της, και όχι ότι «η ακαταγώνιστος (irresistibilis) Χάρις» επέβαλλε την αναμαρτησία μετά τον Ευαγγελισμό. Αυτά προβάλλουν πολλοί σύγχρονοι «ημέτεροι» θεολόγοι πού απαντούν στις Ρωμαιοκαθολικές δοξασίες για την Θεοτόκο με προτεσταντίζουσα θεολογία. Αν οι παλαιοί αλλά και οι σύγχρονοι αιρετικοί αμφισβητούν την αναμαρτησία του Χριστού 17, πόσο μάλλον της Θεοτόκου;
Δεν μπορεί με την αντίρρηση και την διανοητική θεολόγηση να ανατραπεί κάποια αιρετική δοξασία, αλλά μόνο με την εμπειρική γνώση της ορθόδοξης Πατερικής θεολογίας. Ακραιφνής εκφραστής των δογμάτων της Εκκλησίας είναι αυτός πού έχει αναπτυγμένη στο έπακρο την νοερά και την λογική του ενέργεια 18, αυτός πού έχει αποκτήσει δογματική συνείδηση. Αυτή κατά τον μακάριο Γέροντα Σωφρόνιο «είναι καταστάλαγμα μακροχρονίου πείρας της Χάριτος, ουχί δε διανοητικής εργασίας» 19. «Είναι η βαθεία ζωή του πνεύματος, και ουχί η αφηρημένη γνώσις», πού αφομοιώνεται μετά από παρέλευση πολλών ετών εναλλαγής πνευματικών καταστάσεων επισκέψεως και άρσεως της Χάριτος 20.
Η Υπεραγία Θεοτόκος σύμφωνα με την διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι «αειπάρθενος». Δηλαδή παρθένος προ του τόκου, εν τω τόκω και μετά τον τόκον. Αυτή η παρθενία δεν έγκειται μόνο στην σωματική της καθαρότητα, αλλά κυρίως στην ψυχική. Διότι «η παρθενία ως απλή βιολογική κατάσταση δεν έχει καμμία θεολογική ή σωτηριολογική σπουδαιότητα» 21. Δηλαδή το «αειπάρθενον» της Θεοτόκου ταυτίζεται με την τελεία καθαρότητα, την αναμαρτησία 22. Αναμαρτησία προ του τόκου, εν τω τόκω και μετά τον τόκον. Η αναμαρτησία της δεν προέρχεται από άσπιλη σύλληψη της (Conceptio Immaculata) 23, όπως κακώς δογμάτισε η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία με τον πάπα Πίο Θ’ το 1854, αλλά από την ελεύθερη προσωπική της αποστροφή προς την αμαρτία.
Η Παρθένος συνελήφθη «σωφρόνως εν τη νηδύι της Άννας εξ Ιωακείμ». Το ότι συνελήφθη σωφρόνως σημαίνει ότι ο τρόπος της συλλήψεως ήταν αγνός και ανήδονος. Για να είχε όμως η Παρθένος άσπιλη σύλληψη, έπρεπε να είχε γεννηθεί παρθενικώς όπως και ο Χριστός 24. Η Πανάμωμος Παρθένος είναι η μόνη από το ανθρώπινο γένος που διατήρησε αμόλυντο και φωτεινό το «κατ’ εικόνα». Με την αγαθή προαίρεση και την άσκηση Της εργαζόταν εν ελευθερία όλες τις θεοειδείς αρετές σε μέγιστο βαθμό. Μόνο στην Παρθένο έχουμε πλήρη αρμονία φύσεως και υποστάσεως. Έχουμε ένωση της γνώμης, της προαιρέσεως με τον λόγο της φύσεως, οπότε κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή γίνεται «η του Θεού προς την φύσιν καταλλαγή» 25. Το θέλημα της ταυτιζόταν εντελώς με το θέλημα του Θεού. Είχε δώσει όλη την προαίρεση της στον Θεό.
Γι’ αυτό μπορούσε να πει με μεγαλειώδη ταπείνωση στον Ευαγγελισμό της: «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου» 26. Όταν της εξηγήθηκε ότι η σύλληψη θα γίνει εν Πνεύματι Αγίω στην παρθενική μήτρα της, τότε συμφώνησε, αποδέχτηκε την άρρητη οικονομία του Θεού. Μόνο κάποιος πού θα είχε πραγματοποιήσει βίο πανάμωμο και αμόλυντο, μόνο κάποιος πού θα είχε δείξει ιδιαίτερη, ξεχωριστή και μεγαλειώδη έφεση προς τον Θεό, πού θα είχε αποκτήσει τέτοιο θείο ερωτά, όσο κανένα άλλο δημιούργημα, θα μπορούσε να δεχθεί αυτήν την ακατάληπτη οικονομία του Θεού χωρίς αμφιβολίες. Η αγία Παρθένος δέχτηκε με ταπείνωση και απλότητα τον έπαινο του Γαβριήλ και το μήνυμα της θείας ενανθρωπήσεως, γιατί ήταν αύτη η μόνη πρόσφορη για την υψηλή τιμή και αποστολή πού της έδινε ό Θεός 27.
Εδώ ακριβώς έγκειται ο κεντρικός και ενεργητικός ρόλος της στο μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Θεού και της σωτηρίας του ανθρώπου. Προετοίμασε τον εαυτό της με τον πανάγιο βίο της έτσι ώστε να ελκύσει τον Θεό από τον ουρανό στην γη. Η Αειπάρθενος Μαρία δεν ήταν η καλύτερη γυναίκα στην γη, ούτε άπλα η καλύτερη γυναίκα όλων των εποχών, αλλά ήταν η μοναδική πού θα κατέβαζε τον ουρανό στην γη, θα έκανε τον Θεό άνθρωπο. «Μόνη γαρ Θεού και παντός ανθρωπείου γένους στάσα μεταξύ, τον μεν Θεόν εποίησεν υιόν ανθρώπου, υιούς δε Θεού τους ανθρώπους απειργάσατο, την γην ουρανώσασα και το γένος θεώσασα» 28.
Αν είχε διαπράξει αμαρτίες -έστω και μόνο με τον λογισμό- η Παρθένος πριν από τον Ευαγγελισμό, πώς θα μπορούσε να έλθει, να σαρκωθεί, να ενωθεί ο Αγαθός, ο Άγιος Θεός με κάτι πού δεν θα ήταν αγαθό και άγιο, άλλα θα είχε πείρα της αμαρτίας; Η θεοχώρητος Παρθένος έζησε επί γης σαν να μην είχε σχέση με την αμαρτία πού είχε διαπραχθεί στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας την παρομοιάζει με την κιβωτό του Νώε, πού έλαβε μέρος και μάλιστα σωστικό κατά τον Κατακλυσμό, αλλά δεν είχε καμμία σχέση με τους ανθρώπους της εποχής του Νώε 29.
Η Παρθένος γεννημένη από ανθρώπους -τον Ιωακείμ και την Άννα- ήταν κληρονόμος και φορέας του προπατορικού αμαρτήματος, στις συνέπειες του, την θνητότητα, τα αδιάβλητα πάθη 30· παίρνοντας από τον Θεό τόση βοήθεια, όση έδωσε ο Θεός και σε όλους τους άλλους ανθρώπους έζησε αναμάρτητα, προ του τόκου. Από αυτό το αναμάρτητο σώμα και την αναμάρτητη ψυχή, τον ενιαίο δηλαδή αναμάρτητο άνθρωπο, πήρε ό Υιός και Λόγος του Θεού αναμάρτητο σώμα και αναμάρτητη ψυχή και έγινε άνθρωπος, μόνος Αυτός με άσπιλη σύλληψη.
Ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο «φύσει αναμάρτητον και θελήσει αυτεξούσιον» 31. Λόγω κακής χρήσεως του αυτεξουσίου εισήλθε η αμαρτία στον άνθρωπο και τον κυρίευσε. Κατά τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα ο Κύριος γνώριζε ότι ο άνθρωπος μπορεί να του προσφέρει καθαρή και αγνή την ανθρώπινη φύση -όπως τότε πού την πρωτοδημιούργησε- για να πάρει από αυτήν την Μητέρα Του 32. Ο Θεός περίμενε να δημιουργηθεί «η μόνη Αγνή και Άχραντος Παρθένος», για να εκπληρώσει την προ καταβολής κόσμου οικονομία Του. Δεν μεταβάλλει τα σχέδια Του, δεν αναιρεί τα δημιουργήματα Του, γιατί αυτό θα έδειχνε ότι κάτι δεν «εποίησε λίαν καλά» 33.
Βέβαια και ο τοκετός της Θεοτόκου ήταν αναμάρτητος, αφού ήταν υπερφυσικός, «άνευ ωδίνων». Άλλα και μετά τον τόκο της έζησε αναμάρτητα, αφού μάλιστα ενοίκησε σε αυτήν «πάν το πλήρωμα της Θεότητος σωματικώς» 34. Από την στιγμή της «επισκιάσεως της δυνάμεως του Υψίστου» 35, δηλαδή του Αγίου Πνεύματος, κατά τον Ευαγγελισμό, η Παναγία Παρθένος λαμβάνει μία συνεχή αύξηση αγιασμού, η οποία δεν σταματά, δεν διακόπτεται. Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς γράφει: «Αγία μεν γαρ ει συ, φησί, και κεχαριτωμένη, Παρθένε· Πνεύμα δε πάλιν Άγιον επελεύσεται επί σε δι’ αγιασμού προσθήκης υψηλοτέρας ετοίμαζον και προκατάρτιζον την εν σοι θεουργίαν» 36. Στοιχώντας στον Παλαμά ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ θεωρεί ότι κατά την στιγμή του Ευαγγελισμού έχουμε για την Παρθένο «πρόωρη Πεντηκοστή». Κατά τον Ευαγγελισμό δηλαδή συμβαίνει στην Παρθένο η κάθαρση πού λέγουν οι Πατέρες 38, όχι κάθαρση από προσωπικά αμαρτήματα πού δεν υπήρχαν, αλλά «προσθήκη χαρίτων 39.
Όσοι δεν αποδέχονται την αναμαρτησία της Θεοτόκου προσπαθούν να στηρίξουν την άποψη τους σε ορισμένα αγιογραφικά χωρία και περιστατικά, πού δυστυχώς τα παρερμηνεύουν. Έτσι κατά τον γάμο στην Κανά της Γαλιλαίας 40 υποστηρίζουν ότι η Θεοτόκος «εκινήθη “εκ της ασθενείας της κενοδοξίας”», επειδή «ηνώχλησεν ακαίρως τον Κύριον όταν αρχικά αρνήθηκε ο Χριστός να κάνει το θαύμα καθώς τον προέτρεπε η Μητέρα Του» 41. Άλλα νομίζουμε ότι εδώ ακριβώς φανερώνεται το μέγεθος της παρρησίας της Θεοτόκου, γιατί ο Χριστός παρά την αρχική Του άρνηση υπήκουσε στην Παναγία και έκανε το θαύμα 42. Κάτι παρόμοιο συνέβη στο σχετικό θαύμα με μία από τις επτά θαυματουργές εικόνες πού φυλάσσονται στην Μονή μας, την Παναγία την Παραμυθία 43. Για την περίπτωση κατά την οποία ο Χριστός μιλούσε στα πλήθη, ενώ η Μητέρα Του και οι νομιζόμενοι αδελφοί Του ήθελαν να του μιλήσουν και είπε ο Χριστός, ότι «όστις αν ποίηση το θέλημα του πατρός μου του εν ουρανοίς, αυτός μου αδελφός και αδελφή και μήτηρ εστίν» 44, υποστηρίχθηκε ότι με την απάντηση του ο Κύριος «κατήσχυνεν ήρεμα τον φιλόδοξον αυτής σκοπόν και το τυραννικόν πάθος της κενοδοξίας απήλασεν» 45. Ο Χριστός όμως εδώ, όπως και σε όλες τις δημόσιες εμφανίσεις Του, δεν δείχνει οποιαδήποτε συναισθηματική προσκόλληση προς την Μητέρα Του, γι’ αυτό εξάλλου και στα ευαγγέλια δεν φαίνεται ποτέ να την αποκάλεσε «Μητέρα». Γιατί, οποίος δεν έχει βιώσει την εν Πνεύματι Αγίω αγάπη, μπορεί να παρερμηνεύσει αυτήν ως συναισθηματική. Υπάρχει όμως τεράστια διαφορά μεταξύ των δύο ειδών αγάπης· όση η διαφορά μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Επίσης ο Χριστός δεν ήθελε να έχει ως μαρτυρία για το έργο Του, την Μητέρα Του, γιατί, αφού απευθυνόταν κυρίως στους απίστους και σκληροτράχηλους Ιουδαίους, η μαρτυρία της θα ήταν ύποπτη. Κάτι τέτοιο προβάλλει και ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, όταν εξηγεί, γιατί οι ευαγγελιστές δεν ανέφεραν ρητώς ότι ο αναστάς Χριστός εμφανίσθηκε πρώτα στην Παναγία Μητέρα Του 46.
Ισχυρίζονται ακόμη κατά την σταύρωση του Χρίστου ότι «η ρομφαία πού διήλθε»47 την καρδία της Θεοτόκου οφειλόταν στην απιστία της και ότι σκανδαλίσθηκε και κλονίσθηκε με τον ατιμωτικό θάνατο του Χριστού 48. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης όμως γράφει: «Ημείς δεν φθάνομεν εις το πλήρωμα της αγάπης της Θεοτόκου, και δια τούτο δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν πλήρως το βάθος της θλίψεως αυτής. Η αγάπη αυτής ήτο τελεία. Ηγάπα απείρως τον Θεόν και Υιόν αυτής, άλλ’ ηγάπα και τον λαόν αγάπη μεγάλη. Και τί ησθάνετο αρά γε, ότε εκείνοι, τους οποίους αύτη τοσούτον ήγάπα και των οποίων την σωτηρίαν έπόθει έως τέλους, εσταύρουν τον ηγαπημένον Υιόν αυτής; Δεν δυνάμεθα να συλλάβωμεν τούτο, διότι ολίγη είναι η αγάπη ημών δια τον Θεόν και τους ανθρώπους» 49.
Βέβαια για να φανεί ότι η Θεοτόκος ήταν άνθρωπος και όχι θεά, γιατί ο Νεστόριος και άλλοι αιρετικοί έλεγαν, «υπό ανθρώπου δε Θεόν τεχθήναι αδύνατον» 50, ο ευαγγελιστής Λουκάς μας διέσωσε το περιστατικό κατά το όποιο η Παναγία, όταν επέστρεφε από την Ιερουσαλήμ, δεν γνώριζε πού ήταν το παιδί της, ο Χριστός, και τον έψαχνε μαζί με τον Ιωσήφ τον μνήστορα επί τρεις ήμερες 51. Τούτο όμως φανερώνει ένα αναμάρτητο σφάλμα και ότι δεν είχε την επί γης παγγνωσία, αφού ήταν άνθρωπος”.
Η Θεοτόκος δεν είχε ούτε συγγνωστά αμαρτήματα. Είχε τέλεια αναμαρτησία σε ό,τι άφορα τα έργα, τους λόγους και την κατά διάνοια αμαρτία 53. Αυτό πραγματοποιήθηκε, γιατί από την γέννηση ως την κοίμηση της είχε αδιάλειπτη και αισθητή κοινωνία με την θεία Χάρη. «Ολόκληρη η ζωή της υπήρξε μία αδιάκοπη υπέρβαση της κλίσεως προς το κακό, μία διαρκής πορεία ανόδου και προόδου στην αρετή. Η Παναγία με τον άγιο βίο της υπερέβη το στάδιο της ασκήσεως και της καθάρσεως» 54. Ο άγιος Σιλουανός γράφει αποκαλυπτικά: «Η Θεομήτωρ ουδέποτε απώλεσε την Χάριν», γι’ αυτό «ουδέποτε ημάρτησεν, ουδέ δια λογισμού» 55.
Ο τρόπος θεωρήσεως του άνθρωπου, η μαρτυρία και η ομολογία του για το πρόσωπο και την αναμαρτησία της Κυρίας Θεοτόκου φανερώνουν και την εσωτερική πνευματική του κατάσταση. Βέβαια οι Προτεστάντες και οι Ρωμαιοκαθολικοί στέκουν στα δύο άκρα της υποτιμήσεως και υπερτιμήσεως του προσώπου της Παναγίας αντίστοιχα. Όμως και μέσα στον χώρο της Ορθοδοξίας οι ηθικιστές από την μια και οι νοησιαρχικοί από την άλλη έχουν σίγουρα λανθασμένη αντίληψη για την Υπεραγία Θεοτόκο, γιατί δεν στηρίζονται στην εμπειρική, υπαρξιακή κοινωνία μαζί της 56. Οι ηθικιστές αποδέχονται την σωματική παρθενία της Θεοτόκου, όχι όμως και την πνευματική, γιατί πάντοτε μένουν στα «έξωθεν του ποτηριού» 57. Οι νοησιαρχικοί δεν πιστεύουν στην αναμαρτησία της Παναγίας, γιατί δεν μπορεί να το αποδεχθεί αυτό η ευφυέστατη μεν και οξυδερκής, πεπερασμένη δε και αφώτιστη διάνοια τους. Ο μακάριος Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ, αυτός ο εμπειρικός θεολόγος, θεόπτης και κατ’ εμέ ο μεγαλύτερος θεολόγος του 20ου αιώνα, ομολογεί: «Ουδείς των ανθρώπων υπήρξεν άνευ αμαρτίας, εκτός της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας»”8, «δι’ αυτής δε και χάριν αυτής η ιστορία του κόσμου εισήλθεν εις νέαν τροχιάν, ασυγκρίτως μεγαλειωδεστέραν παντός ό,τι υπήρχε προς αυτής»59. Αν κάποιος θεωρεί ότι η θέωση του ανθρώπου είναι ένα ηθικό γεγονός60 και όχι μία οντολογική κατάσταση πώς μπορεί να διεισδύσει, να εμβαθύνει στο μυστήριο της Θεοτόκου;
Βέβαια «η βαθύτερη εμπειρία της Μητέρας του Κυρίου είναι κρυμμένη από εμάς και κανείς ποτέ δεν είναι δυνατόν να συμμερισθεί αυτήν την μοναδική εμπειρία»61. Δεν μπορούσε και ούτε μπορεί κάποιο δημιούργημα να γίνει τελειότερο από αυτήν, ούτε η ίδια μπορούσε να γίνει τελειότερη απ’ ότι είναι. Κατά τον άγιο Αυγουστίνο «τρία δεν ηδυνήθη να κάμη τελειότερα ο Θεός, παρά πάσαν την παντοδυναμίαν Του. Την Σάρκωσιν, την Παρθένον και την μακαριότητα των δικαίων εν τη μελλούση ζωή»62.
Η Παναγία μας μέσα στην ορθόδοξη Λατρεία για το «θεότευκτο, πνευματικό κάλλος της, το αμήχανο και απερίγραπτο»63 την παναγιότητα, την αναμαρτησία της μεγαλύνεται με υπέροχους και θεολογικωτάτους ύμνους64, εγκωμιάζεται με υψηλούς, αποκαλυπτικούς και δυσπρόσιτους στην κοινή ανθρώπινη διάνοια λόγους65. Σε Αυτήν απευθύνονται πύρινες προσευχές66. Δεν αποδίδουμε την οφειλόμενη τιμή προς την Κυρία Θεοτόκο, αν ομολογούμε ότι ήταν άπλα ενάρετη και έζησε με ταπείνωση και υπακοή και δεν ομολογούμε το ανώτερο· ότι έζησε αναμάρτητα. Δεν ζηλοτυπεί ο Χριστός, δεν υποβιβάζουμε το πρόσωπο Του ως μοναδικό Δημιουργό και Σωτήρα του κόσμου67 αν ομολογούμε ότι η Παναγία Μητέρα Του είναι αναμάρτητη, όχι βέβαια κατά φύση άλλα κατά προαίρεση. Χρειάζεται να αποβληθεί η φοβία πού προέρχεται από προτεσταντίζουσα επιχειρηματολογία, ότι τιμώντας το πρόσωπο της Παναγίας την διαχωρίζουμε από τον Χριστό, από το μυστήριο της ενανθρωπήσεως. Τιμή και προσκύνηση προς την Παναγία δεν σημαίνει αποδοχή της Ρωμαιοκαθολικής Μαριολατρίας68. Η ορθόδοξη διδασκαλία για την Θεοτόκο ομιλεί και ερμηνεύει την ορθή θέση της μέσα στην Εκκλησία.
Ο πανάγιος βίος, η αναμαρτησία της Παρθένου, πού έγινε αφορμή για να γίνει Θεοτόκος πα! Θεομήτωρ εξηγούν αυτήν την ιδιαίτερη θέση Της, πού ομολογούμε ότι έχει μετά τον Θεό και πάνω από τους αγγέλους και τους αγίους. Με την υποστατική ένωση της θείας και ανθρωπινής φύσεως στο πρόσωπο του Χριστού και την δημιουργία της θεανθρωπίνης οικογενείας και κοινωνίας, η Παναγία γίνεται η Μητέρα της καινής κτίσεως.
Η Παναγία μας είναι το «μεθόριον μεταξύ κτιστής και ακτίστου φύσεως», η «μετά Θεόν θεός, η τα δευτερεία της Τριάδος έχουσα», η «τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξότερα ασύγκριτος των Σεραφείμ», η «αγία αγίων μείζων», αυτή πού «δύναται πάντα όσα θέλει» και μόνο σε αυτήν οφείλουμε «δουλική προσκύνηση, λατρευτική βέβαια προς τον Θεό και τιμητική προς τους αγίους»69. Γι’ αυτό, νομίζω, δεν θα είμαστε έκτος του πνεύματος των αγίων Πατέρων μας, αν απευθύνουμε το εφύμνιο προς την Παναγία μας: «Χαίρε, αναμάρτητε Θεόνυμφε Δέσποινα». Αμήν.
Υποσημειώσεις:
1. Άποκ. 5,1.
2. «Μέχρι γαρ της κατά την οικονομίαν υπηρεσίας αναγκαία η παρθενία, το δ’ εφεξής απολυπραγμόνητον τω λόγον του μυστηρίου». Μεγάλου Βασιλείου, Εις την αγίαν τον Χρίστου γέννησιν 5, ΡΟ31, 1468ΑΒ.
3. Βλ. Χρυσοστόμου Σταμούλη, Θεοτόκος και ορθόδοξο δόγμα. Σπονδή στη διδασκαλία τον αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Θεσσαλονίκη 1996.
4. Ενώ οι Πατέρες του 4ου αιώνα πρόβαλαν ως πρότυπο τελειώσεως τον προφήτη Μωυση (βλ. αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Περί τον βίου Μωυσέως του νομοθέτου, η περί της κατ’ αρετήν τελειότητας, ΡG44, 297-429), ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς θέτει την Παρθένο ως πρότυπο τελειώσεως και παράδειγμα προς μίμηση για τους πιστούς στις ομιλίες του και ιδιαίτερα στην Ομιλία 53, Γρηγορίου Παλαμά Όμιλίαι ΚΒ’, εκδ. Σοφ. Οικονόμου, Αθήνησι 1861, σ. 131-180.
5. Βλ. αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία 14, ΡG 151, 172ΒC.
6. Βλ. αγίου Νικολάου Καβάσιλα, Η Θεομήτωρ, Εις την Γέννησιν 6, έκδ. Π. Νέλλα, Αθήνα 41995, σ. 69.
7. Αγίου Νικολάου Καβάσιλα, Η Θεομήτωρ, Εις την Κοίμησιν 8, o.π., σ. 196.
8. Αγίου Νικόδημου Αγιορείτου, Συμβουλευτικόν εγχειρίδιον, έκδ. «Ο άγιος Νικόδημος», Αθήναι χ.χρ, σ. 224. Πρβλ. αγίου Νικόδημου Αγιορείτου, Αόρατος Πόλεμος, έκδ. «Ο άγιος Νικόδημος», Αθήναι χ.χρ, κεφ. μθ’, σ. 165-166.
9. Αγίου Νικόδημου Αγιορείτου, Κήπος Χαρίτων, έκδ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 41992, σ. 200.
10. Άρχιμ. Σωφρονίου, Ο άγιος Σιλουανός ο Άθωνίτης, Εσσεξ Αγγλίας 1999, σ. 492.
11. Αγίου Ιωάννου Δαμάσκηνου, Ιερά Παράλληλα, Τίτλ. ΙΓ’, ΡG 95, 1172ΑΒ.
12. Ενδεικτικά βλ. στην Δογματική του Π. Τρεμπέλα, όπου γράφει: «Ως προς δε την αναμαρτησίαν, την οποίαν η Δυτική Εκκλησία στηριζομένη ένθεν μεν επί του χαιρετισμού του αγγέλου, εν τω οποίω η Θεοτόκος χαρακτηρίζεται ως κεχαριτωμένη, ένθεν επί της ιδέας, ότι εάν δεχθώμεν, ότι αυτή εγένετο ένοχος αμαρτίας, τούτο θα επεσκίαζε την τιμήν του υιού της, δεχόμεθα ταύτην μόνον ως σχετικήν, ύφ’ ην έννοιαν ο μεν Παύλος λέγει περί εαυτού ότι «κατά δικαιοσύνην την εν νόμω εγένετο άμεμπτος». Τί υπονοεί εδώ ο μακαριστός καθηγητής με τον όρο «σχετική»; Αν είχε αμαρτήματα η Θεοτόκος ή όχι, δεν φαίνεται καθαρά. Πιο κάτω όμως αναφέρει ότι «μόνος ο ιερός Αυγουστίνος εκδέχεται την Θεοτόκον ως τελείως απηλλαγμένην προσωπικών αμαρτιών». Και συνεχίζει- «πολλοί όμως εκ των λοιπών Πατέρων και συγγραφέων αποδίδουσιν εις την Παρθένον όχι μόνον την δυνατότητα, όπως αμάρτη άλλα και ότι δεν ήτο απηλλαγμένη αδυναμιών και ατελειών τίνων (δηλ. παθών)». Κατόπιν φέρνει μεμονωμένα χωρία Πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων (Ωριγένη, Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ζιγαβηνού), χωρίς όμως να εξετάζει τον λόγο, την αιτία πού έγραψαν κάτι τέτοιο, ούτε να τα συνδέει με την όλη διδασκαλία τους για την Θεοτόκο, όπου την «αποδεικνύει» εμπαθή! Βλ. Π. Τρεμπέλα, Δογματική, τόμ. Β’, έκδ. Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήναι 21979, σ. 213-215. Επίσης βλ. δ.π., σ. 215-216, τον προτεσταντίζοντα τρόπο με τον όποιο θέλει να ανατρέψει τις καινοτομίες της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας για την Θεοτόκο, όπου μάλιστα παραξενεύεται, όταν ο L. Ott γράφει ότι «ουδεμία Χάρις μεταδίδεται εις τους ανθρώπους άνευ της ενεργού μεσιτείας αυτής». Δεν γνώριζε απ’ ότι φαίνεται ο κ. καθηγητής ότι με αυτό το σκεπτικό κατηγορείται και ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, που γράφει τα έξης αποκαλυπτικά: «Ουκούν αυτή μεθόριόν εστί κτίστης και ακτίστου φύσεως, και ουδείς αν έλθοι προς Θεόν, ει μη δι’ αυτής τε και του εξ αυτής τεχθέντος μεσίτου· και ουδέν αν εκ του Θεού των δωρημάτων, ειμή δια ταύτης, γένοιτο και αγγέλοις και ανθρώποις». Ομιλία 53, 23, Γρηγορίον Παλαμά Όμιλίαι ΚΒ’, έκδ. Σοφ. Οικονόμου, Αθήνησι 1861, σ. 159. 13. Βλ. Αμαλίας Σπουρλάκου-Εύτυχιάδου, Η Παναγία Θεοτόκος τύπος χριστιανικής αγιότητας, Αθήνα 1990, σ. 57 ύποσημ. 1. Δηλαδή η Παναγία δεν είχε πολλές αμαρτίες, ήταν μειωμένες! Η διατριβή αυτή γράφτηκε, όπως φαίνεται και από τον επεξηγηματικό υπότιτλο της, ως «Συμβολή εις την ορθόδοξον τοποθέτησιν έναντι της ρωμαιοκαθολικής Ασπίλου Συλλήψεως και των συναφών ταύτη δογμάτων». Η κα Σπουρλάκου στην προσπάθεια της να ανατρέψει το ρωμαιοκαθολικό δόγμα χρησιμοποιεί σε γενικές γραμμές προτεσταντίζουσα επιχειρηματολογία, σε πολλά σημεία φάσκει και αντιφάσκει χρησιμοποιώντας αστόχως πλήθος Πατερικών και μη χωρίων, κάνοντας έτσι όλη την μελέτη κάπως «φλύαρη» (σύνολο σελίδων 646). Ως προς το θέμα της αναμαρτησίας της Παναγίας δεν είναι ξεκάθαρη η θέση της. Για παράδειγμα, έκτος το «της αμαρτίας εν υφέσει», πού αναφερθήκαμε παραπάνω, στην αρχή της σελίδας 53, ενώ γράφει ότι η Παναγία «έλαβε την χάριν του μη αμαρτάνειν», στην ίδια σελίδα λίγο πιο κάτω γράφει ότι είχε ατέλειες και συγγνωστά ελαττώματα. Το συγγνωστό όμως ελάττωμα αμάρτημα είναι ουσιαστικά η συγκατάθεση στην κατά διάνοια αμαρτία. Επίσης βλ. σ. 628, όπου η αναμαρτησία της Θεοτόκου παρομοιάζεται (υποβιβάζεται ουσιαστικά) με αυτήν των δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης και ότι η αγιότητα της Θεοτόκου «είναι εφικτή παντί τω έχοντι την αυτήν δεκτικότητα». Πρβλ. σ. 55, όπου γράφει «περι εξομοιώσεως και ταυτίσεως εκάστου χριστιανού μετά της (αγιότητας) της Θεομήτορος». Βέβαια δεν έχουμε την δυνατότητα να κάνουμε λεπτομερή κριτική της διατριβής της κας Σπουρλάκου, αλλά νομίζουμε (και πιστεύουμε ότι δίχως την θέληση της) στην μελέτη αυτή υποβιβάζεται το πρόσωπο της Θεοτόκου. Ποιος μπορεί να φθάσει την αγιότητα της Υπεραγίας Θεοτόκου; Ή μήπως και αυτή θα κριθεί, όπως λέγουν οι Πεντηκοστιανοί; Διαφορετικό είναι να λέμε ότι η Θεοτόκος αποτελεί πρότυπο βίου για τον χριστιανό και άλλο είναι να θεωρούμε ότι μπορούμε να εξομοιωθούμε με αυτήν, να έχουμε την ίδια δεκτικότητα αγιότητος.
14. Βλ. Ιωάννου Καλογήρου, «Μαρία», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 8, Αθήναι 1966, σ. 675, όπου ο κατά τα άλλα εμβριθής και πρωτοπόρος στις μελέτες του για την Θεοτόκο κ. καθηγητής (αυτόν ακολουθεί ο Π. Τρεμπέλας, σχεδόν αντιγράφει η Άμ. Σπουρλάκου) φοβούμενος ότι η τελεία αναμαρτησία της Παναγίας (όχι βέβαια κατά φύση αλλά κατά θέληση, κατά προαίρεση) προέρχεται από την άσπιλη σύλληψη πού προσβάλλει το αναμάρτητο του Κυρίου, μεταθέτει την αναμαρτησία της είτε μετά τον Ευαγγελισμό, είτε μετά την Ανάσταση, είτε μετά την Πεντηκοστή. Η φοβία του αυτή είναι αισθητή και στην μελέτη του Μαρία, η Αειπάρθενος Θεοτόκος κατά την ορθόδοξον πίστιν, Θεσσαλονίκη 1957, όπου στο κεφ. «Το αναμάρτητον της Θεοτόκου εξ επόψεως Ορθοδόξου», σ. 78 κ.έ. προβάλλει Σύρους και μονοφυσίτες θεολόγους ως υποστηρικτές του αγνοώντας την μετά τον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό Πατερική Παράδοση. Ενώ θεωρεί ότι ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας γράφει περί καθαρότητας κα! αναμαρτησίας της Θεοτόκου «υπό λατινικήν σχολαστικήν επίδρασιν διατελών», βλ. o.π., σ. 86.
15. Βλ. Αμαλίας Σπουρλάκου-Ευτυχιάδου, Παναγία Θεοτόκος τύπος χριστιανικής αγιότητος, Αθήνα 1990, σ. 57. Έξαλλου και ο ορθόδοξος χριστιανός μόλις βαπτισθεί δεν είναι μόνο δυνάμει αλλά και ενεργείς αναμάρτητος.
16. Βλ. Αμαλίας Σπουρλάκου, ο.π., σ. 53. Πρβλ. Ιωάννου Καλογήρου, «Μαρία», υ.π., σ. 675.
17. Βλ. Χρήστου Ανδρούτσου, Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, Αθήναι, 21956, σ. 191-193. Επίσης και ημέτεροι θεολόγοι, παρερμηνεύουν την αναμαρτησία του Χρίστου. Για παράδειγμα βλ. Ανδρέου Θεοδώρου, Η περί Τριάδος και Χρίστου διδασκαλία της Παρακλητικής, εν Αθήναις 1962, σ. 32, οπού ο Χριστός παρουσιάζεται θελήσει αναμάρτητος και όχι φύσει.
18. Βλ. εισήγηση μας, «Η χρήση λογικής και νοεράς ενέργειας του ανθρώπου κατά τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά», Πρακτικά Διεθνών Επιστημονικών Συνεδρίων Αθηνών και Λεμεσού, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στην ιστορία και το παρόν, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου 2000, σ. 776.
19. Άρχιμ. Σωφρονίου, Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Έσσεξ Αγγλίας 81999, σ. 247.
20. Βλ. ό.π., σ. 250. Πρβλ. το όραμα πού είδε ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς με την μεταβολή του γάλακτος σε οίνο, όπου ο ηθικός λόγος του ανυψώθηκε σε δογματικό μετά από 18 έτη μοναχικής ασκήσεως. Φιλόθεου Κωνσταντινουπόλεως, Λόγος εγκωμιαστικός εις Γρηγόριον Παλαμά», ΡΟ 151, 580ΑΒ.
21. Γεωργίου Μαντζαρίδη, «Η Παρθένος Μαρία, μητέρα της καινής κτίσεως». Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου εις τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας (15-17 Νοεμβρίου 1989), Θεσσαλονίκη 1991, σ. 274.
22. «Η πνευματική παρθενία είναι αναμαρτησία». Πρωτοπρεσβ. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, «Η Αειπάρθενος Μητέρα του Θεού», Θέματα ορθοδόξου θεολογίας, Αθήναι 1973, σ. 136.
23. Το δόγμα αυτό της Παπικής Εκκλησίας έφερε ως λογικό επακόλουθο ένα άλλο δόγμα, αυτό της ενσώματης μεταστάσεως της Θεοτόκου (Αssumptio) πού διατυπώθηκε από τον πάπα Πιο ΙΒ’ το 1954. Αν οι Ρωμαιοκαθολικοί ομιλούσαν ρητώς για φυσικό θάνατο της Παναγίας, θα συμφωνούσαν και οι Ορθόδοξοι, αφού κατά την Παράδοση μετά την κοίμηση η Παναγία αναλήφθηκε εν σώματι στους ουρανούς και τεκμήριο της μεταστάσεως της αποτελεί η Αγία Ζώνη πού παραδόθηκε στον απόστολο Θωμά. Ο καθηγητής Μέγας Φαράντος, προτεσταντίζων και αυτός στην διδασκαλία του περί της Θεοτόκου, δεν αποδέχεται την ενσώματη μετάσταση, βλ. Μέγα Φαράντου, Δογματικά και ηθικά Ι, Αθήναι 1983, σ. 270-271. Και φυσικά θεωρεί σχετική την αναμαρτησία της Παναγίας, βλ. ο.π., σ. 268-269.
24. Βλ. και την μαρτυρία του μακαρίου Γέροντος Παίσιου για την ανήδονη σύλληψη της Θεοτόκου, στο Ιερομόναχου Ισαάκ, Βίος τον Γέροντος Παϊσίον τον Αγιορείτου, Άγιον Όρος 2004, σ. 171-172.
25. Βλ. αγίου Μαξίμου Ομολογητού, Ερμηνεία εις το Πάτερ ημών, ΡG 90, 901CD. Πρβλ. άρχιμ. Σωφρονίου, Άσκησις και θεωρία, Έσσεξ Αγγλίας 1996, σ. 130.
26. Λουκ. 1,38.
27. «Μόνη η Παρθένος Μαρία ήτο ο αντάξιος της θείας ενανθρωπήσεως ναός! Ο Θεός Λόγος απέβλεψεν εις την έκπαγλον ωραιότητα της Ψυχής της, ώστε να δανεισθή εκ των τιμίων αιμάτων της την ανθρωπίνην αυτού φύσιν. Μήτηρ ανταξία του Δεσπότου και Υιού της»! Ανδρέου Θεοδώρου, Η περί Τριάδος και Χρίστου διδασκαλία της Παρακλητικής, εν Αθήναις 1962, σ. 33.
28. Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία 37, Εις την Κοίμησιν, ΡG 151, 465Β. Δεν συμφωνούμε με την σχολαστική άποψη ότι η Παναγία θα μπορούσε να είχε έγγαμο βίο και να υπηρετούσε ανεμπόδιστα στο σχέδιο της θείας ενανθρωπήσεως. Άν αυτό ήταν προτιμότερο από τον παρθενικό βίο, τότε γιατί δεν το πραγματοποίησε ο Θεός;
29. Βλ. αγίου Νικολάου Καβάσιλα, II θεομήτωρ, Εις τον Ευαγγελισμόν 3, έκδ. Π. Νέλλα, Αθήνα 41995, σ. 126.
30. Ο άνθρωπος μετά την πτώση δεν κληρονομεί συμμετέχει στην ενοχή της αμαρτίας των προπατόρων Αδάμ και Εύας, άλλα δέχεται τις συνέπειες της ασθενούσης πλέον ανθρωπινής φύσεως, την φθορά, τα αδιάβλητα πάθη, τον θάνατο. Το να αισθάνεται κάποιος ότι είναι ένοχος για την προπατορική αμαρτία και ότι γι’ αυτό τιμωρείται από τον Θεό μαρτυρεί επίδραση από την δυτική δικανική διδασκαλία περί πτώσεως. Βλ. π. Ιωάννου Ρωμανίδου, Το προπατορικόν αμάρτημα, Αθήνα Ί992, σ. 154 και σ. 160-161. Δεν αμαρτήσαμε εμείς στο πρόσωπο του Αδάμ, ούτε έγιναν όλοι αμαρτωλοί εξαιτίας του Αδάμ. Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας ερμηνεύοντας το χωρίο του αποστόλου Παύλου, «ώσπερ γαρ δια της παρακοής του ενός ανθρώπου (Αδάμ) αμαρτωλοί κατεστάθησαν οι πολλοί» (Ρωμ. 5,19), γράφει: «Ούτως αμαρτωλοί κατεστάθησαν οι πολλοί, ουχ ως τω Αδάμ συμπαραβεβηκότες, ου γαρ ήσαν πώποτε, άλλ’ ως της εκείνου φύσεως όντες της υπό νόμον πεσούσης τον της αμαρτίας… ηρρώστησεν η ανθρώπου φύσις εν Αδάμ δια της παρακοής την φθοράν, εισέδυ τε ούτω αυτήν τα πάθη», ΡΟ74, 789Β.
31. Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκθεσις πίστεως 26, ΡG94, 924ΑΒ.
32. «Αλλά τούτο ζητών εποίησεν, ίνα, γεννηθήναι δεήσαν, την μητέρα παρ’ αυτής λαβή». Αγίου Νικολάου Καβάσιλα, Η θεομήτωρ, Εις τον Ευαγγελισμόν 8, έκδ. Π. Νέλλα, δ.π., σ. 150.
33. Γεν. 1,31.
34. Κολασ. 2,9.
35. Βλ. Λουκ. 1,35.
36. Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία 14, ΡG151, 176.
37. Βλ. π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, «Η Αειπάρθενος Μητέρα του Θεού», Θέματα ορθοδόξου θεολογίας, Αθήναι 1973, σ. 130.
38. «Μετά ούν συγκατάθεσιν της αγίας Παρθένου, Πνεύμα άγιον επήλθεν έπ’ αυτήν κατά τον Κυρίου λόγον, ον είπεν ο άγγελος, καθαίρον αυτήν». Αγίου Ιωάννου Δαμάσκηνου, Εκδοσις ορθοδόξου πίστεως 46, ΡΟ94, 985Β.
39. «Ει δε προκεκαθάρθαι τω Πνεύματι την Παρθένον εισίν οι φασι των Ιερών διδασκάλων, αλλά την κάθαρσιν προσθήκην χαρίτων αυτοίς βούλεσθαι χρή νομίζειν, οι και τους αγγέλους τον τρόπον τούτον φασι καθαίρεσθαι, παρ’ οίς ουδέν πονηρόν». Άγιου Νικολάου Καβάσιλα, Η Θεομήτωρ, Εις την Γέννησιν, 10, έκδ. Π. Νέλλα, o.π., σ. 84.
40. Βλ. Ίω. 2,1-10.
41. Βλ. Π. Τρεμπέλα, Δογματική, ο.π., σ. 214. Ο Τρεμπέλας στηρίζει την επιχειρηματολογία του στην 21η ομιλία του αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις τον ευαγγελιστών Ιωάννην, όπου όμως το επίκεντρο της ομιλίας του Χρυσοστόμου είναι όχι το πρόσωπο της Θεοτόκου αλλά η ηθική διδασκαλία «μη τοίνυν μέγα φρονώμεν επί ευγένεια τη κατά σάρκα, αλλά καν μύριους έχωμεν προγόνους θαυμαστούς, αυτοί σπουδάσωμεν υπερβαλέσθαι τας εκείνων αρετάς», Εις τον ευαγγελιστήν Ιωάννην, Όμιλία 21, ΡG59, 132. Όποτε ο Χρυσόστομος με την ρητορική δεινότητα του αναπτύσσει αυτήν την ιδέα σε όλη την ομιλία και όχι βέβαια προς υποτίμηση της Μητέρας του Χριστού, αφού ο Χριστός «σφόδρα αυτήν ετίμα», o.π., ΡΟ59, 131.
42. «Η Παναγία κατάλαβε ότι ο λόγος του Χριστού δεν ήταν άρνηση να εκπληρώσει την παράκληση της», ίερομ. Γρηγορίου, Η Υπεραγία Θεοτόκος, Άγιον Όρος 1994, σ. 39. Οι λόγοι της Παναγίας, «ό,τι αν λέγη υμίν ποιήσατε» (Ιω. 2,5) αποτελούν την Διαθήκη της Θεοτόκου, ως ο μοναδικός λόγος της πού αναφέρεται στον Χριστό και ταυτόχρονα ο τελευταίος θεομητορικός λόγος που κατέγραψαν οι Ευαγγελιστές. Βλ. ίερομ. Γρηγορίου, ο.π., σ. 38-42.
43. Βλ. Γεωργίου Μαντζαρίδη, «Θαυματουργές εικόνες και άγια λείψανα», Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίον, Παράδοση-Ιστορία-Τέχνη, τόμ. Α’, Άγιον Όρος 1996, σ. 118.
44. Βλ. Ματθ. 12,46-48. Πρβλ. Λουκ. 8, 19-21.
45. Βλ. Π. Τρεμπέλα, o.π., σ. 215. Η δε Άμ. Σπουρλάκου αναγράφει το χωρίο Λουκ. 8,21 στο εξώφυλλο του βιβλίου της. Και οι δυο παραθέτουν τον άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο (Εις το κατά Ματθαίον, Ομιλία 44, ΡΟ 57, 463-472) για να θεμελιώσουν την άποψη τους ότι η Παναγία δεν ήταν αναμάρτητη, είχε μάλιστα και πάθη. Όμως παρερμηνεύουν τον Χρυσόστομο αφού δεν κατανοούν τις προϋποθέσεις της συγκεκριμένης ομιλίας του. Ο άγιος ήθελε σε αυτήν την ομιλία να τονίσει την αξία της αρετής, που δεν έγκειται σε συγγένεια αλλά σε προαίρεση, γι’ αυτό τονίζει στην ίδια ομιλία: «μήτε επί παισιν ευδοκίμοις μέγα φρονώμεν, αν μη την αρετήν αυτών έχωμεν μήτε επί πατράσι γενναίοις, εάν μη ώμεν αυτοίς ομότροποι», ΡG57, 466.
46. «Καν οι ευαγγελισταί ταύτα πάντα φανερώς ου λέγουσι, μη θέλοντες την Μητέρα προφέρειν εις μαρτυρίαν, ίνα μη τοις απίστοις υποψίας αφορμήν δώσιν». Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία 18, ΡG 151, 237D.
Επίσης πολλοί ερμηνευτές, όπως ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, θεωρούν ότι με αυτήν την παρομοίωση ο Χριστός έθεσε την Μητέρα Του ως πρότυπο και κορυφή αγιότητας. Βλ. αγίου Νικολάου Καβάσιλα, Η Θεομήτωρ, Εις την Γέννησιν 10, έκδ. Π. Νέλλα, Αθήνα 41995, σ. 86. Πρβλ. Ίερομ. Γρηγορίου, Η Υπεραγία Θεοτόκος, o.π., σ. 41.
47. Βλ. Λουκ. 2,35.
48. Βλ. Ιωάννου Καλογήρου, Μαρία, η Αειπάρθενος Θεοτόκος κατά την ορθόδοξον πίστιν, Θεσσαλονίκη 1957, σ. 96 κ.έ.
49. Αρχιμ. Σωφρονίου, Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Έσσεξ Αγγλίας 1999, σ. 490-491.
50. Βλ. Ιω. Καρμίρη, Τα. Δογματικά και Συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. 1, εν Αθήναις 1952, σ. 138.
51. Βλ. Λουκ. 2,44-46.
52. Βλ. και άρχιμ. Σωφρονίου, Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, ο.π., σ. 492.
53. Αυτήν την «τριχώς αναμαρτησία» της Παναγίας ομολογεί και ο πατριάρχης Κύριλλος Α’ Λούκαρις σε ομιλία του για την Κοίμηση της Θεοτόκου. Βλ. Ί. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου και, Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. 2, εν Αθήναις 1953, σ. 711.
54. Ευτυχίας Γιούλτση, II Παναγία πρότυπο πνευματικής τελειώσεως, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 87. Η κα Γιούλτση ως προς την αναμαρτησία της Παναγίας γράφει σαφέστατα ότι «με τον πανάγιο βίο της η ίδια απέφυγε παντελώς την αμαρτία, και είναι η μόνη μεταξύ των ανθρώπων άνευ αμαρτίας», ο.π., σ. 89. Επίσης και ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν στο άρθρο του «Εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία», περιοδικό Επίγνωση, τχ. 86, Φθινόπωρο 2003, σ. 13, είναι σαφής ως προς την αναμαρτησία της Παναγίας όταν γράψει ότι, «κανένα ανθρώπινο όν δεν είναι αναμάρτητο, με εξαίρεση την Υπεραγία Θεοτόκο, τη Μητέρα του Κυρίου».
55. Άρχιμ. Σωφρονίου, Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, ο.π., σ. 490.
56. Η εμπειρική αυτή κοινωνία δημιουργείται μέσω της προσευχής, κυρίως όμως μέσα στο σώμα του Χριστού. «Το σώμα του Χριστού είναι ενιαίο και αδιαίρετο. Είναι το σώμα πού γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία. Είναι το σώμα πού κοινωνούν οι πιστοί στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Αυτό το σώμα δημιουργεί την καινή κτίση. Αυτό είναι η χώρα των ζώντων, πού φανέρωσε στον κόσμο η χώρα του αχώρητου, η Παρθένος Μαρία, η μητέρα της καινής κτίσεως». Γεωργίου Μαντζαρίδη, «Η Παρθένος Μαρία, μητέρα της καινής κτίσεως», Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου εις τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκον και Αειπαρθένου Μαρίας (15-17 Νοεμβρίου 1989), Θεσσαλονίκη 1991, σ. 277. Υπό αυτήν την έννοια, μέσα στο σώμα του Χριστού, βλέπει και ο μακάριος Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, αυτός ο Θεοτοκόφιλος Αγιορείτης, «την υπερφυεστάτην συγγένειαν όπου από την Παναγία και γλυκεία μας Μανούλα ελάβομεν». Γέροντος Ιωσήφ, Θείας Χάριτος εμπειρίες, Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, Επιστολή 13, έκδ. Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου 2005, σ. 172. Έτσι εξηγείται και ο υπερβολικός ίσως χαρακτηρισμός του μακαρίου Γέροντος Αθανασίου Ίβηρίτη «σκύλοι!» σε όσους δεν σέβονταν την Παναγία. Βλ. Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιακού, Ιερομόναχος Αθανάσιος Ιβηρίτης, Ο θερμός λάτρης της Πορταίτισσας (1885-1973), Αθήνα 22002, σ. 40.
57. Ματθ. 23,25.
58. Άρχιμ. Σωφρονίου, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστίν, Έσσεξ Αγγλίας 1996, σ. 240.
59. Άρχιμ. Σωφρονίου, ο.π., σ. 342.
60. «Η θέωσις, βεβαίως, αυτή δεν νοείται, ει. μη εν ηθική έννοια». Αμαλίας Σπουρλάκου-Ευτυχιάδου, ΊΙ Παναγία Θεοτόκος τύπος χριστιανικής αγιότητας, Αθήνα 1990, σ. 433.
61. Πρωτοπρεσβ. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, «Η Αειπάρθενος Μητέρα του Θεού», Θέματα ορθοδόξου θεολογίας, Αθήναι 1973, σ. 134.
62. Το χωρίο το δανεισθήκαμε παρά του Μονάχου Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ιερομόναχος Αθανάσιος Ιβηρίτης, Ο θερμός λάτρης της Πορταΐτισσας (1885-1973), Αθήνα 22002, σ. 41.
63. Θεοκλήτου Μονάχου Διονυσιάτου, Η Παναγία Σουμελά, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 39.
64. Ή υμνολογία της Εκκλησίας δεν είναι υπερβολική, άλλα θεολογική και σωτηριολογική. Ο καθηγητής της Δογματικής κ. Δ. Τσελεγγίδης αποφαίνεται: «Η διδασκαλία της Εκκλησίας για την Θεοτόκο, όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από την υμνογραφία των θεομητορικών εορτών, δεν διαφοροποιείται από τις δογματικές αποφάνσεις των Οικουμενικών Συνόδων, που ασχολήθηκαν με την μητέρα του Θεανθρώπου». Δ. Τσελεγγίδη. «Η θεοτοκολογία στην υμνολογία των θεομητορικών εορτών», Ορθόδοξη θεολογία και ζωή. Θεσσαλονίκη 2005. σ. 48. Δεν συμφωνούμε με τον κ. Καλογήρου όταν μιλά για «ποιητικές και ρητορικές εξάρσεις και υπερεξάρσεις» σε τροπάρια για την Θεοτόκο (βλ. Ίω. Καλογήρου, Μαρία η Αειπάρθενος, ό.π., σ. 108-109) ή όταν προσπαθεί να αντιταχθεί στον Γέροντα Θεόκλητο Διονυσιάτη σχετικά με τον ύμνο «Χαίροις μετά Θεόν ή θεός…» (βλ. Ίω. Καλογήρου, «Η ορθόδοξος συμβολή εις την σύγχρονον επιδίωξιν, κοινής χριστιανικής εκφράσεως της περί της Θεοτόκου Μαρίας αληθείας και της προς αυτήν τιμής», Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου εις τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας (15-17 Νοεμβρίου 1989), Θεσσαλονίκη 1991, σ. 693-694. Ούτε συμφωνούμε με τον Ίω. Καρμίρη όταν γράφει: «Τα ούτω μεταφορικώς και ποιητική αδεία λεγόμενα και αδόμενα εν τη καθόλου Λατρεία δεν πρέπει να λαμβάνονται κατά γράμμα, ως μη ανήκοντα εις την ουσίαν των ορθοδόξων δογμάτων», Ίω. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. 1, εν Αθήναις 1952, σ. 245-246, υποσημ. 4. Ο μακάριος Γέροντας Πορφύριος αγίασε μελετώντας και εντρυφώντας στους ύμνους της Παρακλητικής, Μηναίων κ.ά. (βλ. Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, βίος και Λόγοι, Ι.Μ. Χρυσοπηγής, Χανιά 2003, σ. 176-177). Και ο μακάριος Γέροντας Ιάκωβος Τσαλικης δεν είχε την δυνατότητα μελέτης πατερικών κειμένων, αλλά εντρυφούσε στα λειτουργικά βιβλία (βλ. Στυλ. Παπαδόπουλου, Ο μακαριστός Ιάκωβος Τσαλίκης, Αθήνα 21995, σ. 72-73.
65. Ενδεικτικά βλ. τους λόγους των αγίων, Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία 53 (Εις τα Είσόδια)· Νικολάου Καβάσιλα, Εις τον Εναγγελισμόν Ανδρέου Κρήτης, Εις το Γενέσιον Ιωάννου Δαμασκηνού, Εις την Κοίμησιν.
66. Οι άγιοι Πατέρες μας έχουν αφήσει γραπτά δείγματα των εμπύρων και εντόνως ικετευτικών προσευχών τους προς την Παναγία. Ο όσιος Κάλλιστος με πνεύμα συντετριμμένο και τεταπεινωμένο αλλά και φλεγόμενο από θείο έρωτα προσεύχεται: «Διό μη με παρίδης, Πανάχραντε- πάντες γαρ παρείδον και παρήλθόν με, ορώντές μου το ανίατον, Προφήται, Απόστολοι, Δίκαιοι, θείοι Πατέρες, και υπελείφθην μόνος… (γι’ αυτό βοά προς την πανύμνητο Θεοτόκο) την πάντα δυναμένην, την πάντα ανύουσαν», Ά.Δ. Σιμωνώφ, Μέγα Προσενχητάριον, έκδ. Πελεκάνος, Αθήνα, χ.χρ., σ. 329.
67. Βλ. την σχολαστική θεώρηση και σύνδεση αναμαρτησία και Σωτήρ, που διαπνέει τον Μητροφάνη Κριτόπουλο και αποδέχεται ο Ιωάννης Καλογήρου. Ο συλλογισμός έχει ως έξης: Ο Χριστός είναι Σωτήρ. Ο Χριστός είναι αναμάρτητος. Η Θεοτόκος δεν είναι Σωτήρ. Άρα η Θεοτόκος δεν μπορεί να είναι αναμάρτητη. Με την ίδια λογική όμως μπορούμε να διερωτηθούμε: Οι άγγελοι είναι αναμάρτητοι, μήπως είναι και Σωτήρες; Βλ. Ιωάννου Καλογήρου, Μαρία, η Αειπάρθενος Θεοτόκος κατά την ορθόδοξον πίστιν. Θεσσαλονίκη 1957, σ. 93.
68. Αυτή η αντιρωμαιοκαθολική πολεμική επηρέασε ακόμη και ενάρετους ανθρώπους, όπως τον άγιο Ιωάννη Μαξίμοβιτς, ο όποιος αφενός ανατραφείς στην Δύση και μη έχοντας πρόσβαση στα κείμενα των Πατέρων (Ιδιαίτερα Γρηγορίου Παλαμά και Νικολάου Καβάσιλα) αφετέρου μη έχοντας την ικανότητα και το χάρισμα της θεολογίας, παρόλη την έκδηλη αγιότητα του με το διορατικό και ιαματικό χάρισμα που κατείχε, έπεσε στο σφάλμα να γράψει ότι η Θεοτόκος δεν ήταν απαλλαγμένη από προσωπικές αμαρτίες. Βλ. αγίου Ιωάννη Μαξίμοβιτς, Η τιμή της Θεοτόκου στην Ορθόδοξη Εκκλησία, Αθήνα 2005, σ. 66 κ.έ. Βέβαια στο τέλος της μελέτης του ο Μαξίμοβιτς γράφει ότι η Παρθένος «απώθησε κάθε παρόρμηση προς αμαρτία», (ο.π., σ. 86), ίσως για να μετριάσει αυτά που έγραψε προηγουμένως. Πάντως στο βιβλίο αυτό δίνει μία συγκεχυμένη άποψη για την αναμαρτησία της Παναγίας.
69. Βλ. Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Μαρία η Μητέρα τον Θεού, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 59.
Από το βιβλίο του «Αθωνικός λόγος»,
Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2010
Εισήγηση στο Θεομητορικό Συνέδριο «Παναγία η Πάντων Χαρά»,
Χανιά, 19-20 Νοεμβρίου 2005
Πηγή: Πεμπτουσία
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...