
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
Στήν ἀρένα αὐτῆς τῆς πρόσκαιρης ζωῆς πού δέν εἶναι ἀνθόσπαρτος ἀλλά “κοιλάδα κλαυθμῶνος”, οἱ πιστοί τοῦ Χριστοῦ ἔχουν νά ἀγωνιστοῦν σκληρά καί νά ἀντιμετωπίσουν χιλιάδες πειρασμούς (ἐξωτερικούς κι ἐσωτερικούς), δοκιμασίες καί θλίψεις, καθώς καί ἀμέτρητους ἐχθρούς (ἐξόν ἀπό τά πάθη τους καί τόν κόσμο, τόν Διάβολο καί τήν πληθώρα τῶν δαιμόνων του).
“Τὸ λοιπόν, ἀδελφοί μου, ἐνδυναμοῦσθε ἐν Κυρίῳ καὶ ἐν τῷ κράτει τῆς ἰσχύος αὐτοῦ. ἐνδύσασθε τὴν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ δύνασθαι ὑμᾶς στῆναι πρὸς τὰς μεθοδείας τοῦ διαβόλου· ὅτι οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις” (Ἐφεσ. 6, 10-12).
Οἱ πειρασμοί στόν ἄνθρωπο, εἶναι σάν ἕνα ζευγάρι μάτια. Ὅπως τά μάτια μποροῦν νά περιστρέφονται κυκλικά καί νά ἀντιλαμβάνονται ὅ,τι ὑπάρχει σέ ὅλες τίς κατευθύνσεις, ἔτσι καί οἱ πειρασμοί μποροῦν νά περιστρέφονται καί νά ξεπροβάλλουν ἀπό ὅλες τίς κατευθύνσεις. Κι ὅπως τά μάτια εἶναι τό ἕνα δεξιά καί τό ἄλλο ἀριστερά, ἔτσι καί οἱ πειρασμοί προέρχονται ἄλλωτε ἐξ ἀριστερῶν καί ἄλλωτε ἐκ δεξιῶν. Κι ὅπως ἐμεῖς μέ τά μάτια βλέπουμε συνεχῶς πρός τόν κόσμο, ἔτσι καί οἱ πειρασμοί βλέπουν συνεχῶς πρός ἐμᾶς, ἐμεῖς εἴμαστε ὁ κόσμος τους. Κι ὄπως τά μάτια κάποτε κλείνουν γιά νά ξεκουραστοῦν ἤ νά παραδοθοῦν στόν Μορφέα κι ἔπειτα πάλι ἀνοίγουν, ἔτσι καί οἱ πειρασμοί. Κάποιες φορές “κοπάζουν”, “σιγοῦν”, ἀλλά καί πάλι ὁρμοῦν μέ δύναμη ἐναντίον μας καί κατά πάνω μας ἀνύστακτα. Κι οὔτε θά μᾶς ἀφήσουν ἀπολέμητους μέχρι τελευταίας πνοῆς. Νά μήν θρέφουμε λοιπόν φροῦδες ἐλπίδες ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀντιθέτως, νά εἴμαστε πάντοτε ξάγρυπνοι καί ἑτοιμοπόλεμοι στίς ἐπάλξεις.
“Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθετε εἰς πειρασμόν” (Ματθ. 26, 41).
Ἄς ὑποθέσουμε πώς ἡ ψυχή μας εἶναι μία θάλασσα.
Οἱ ἐξ ἀριστερῶν πειρασμοί εἶναι ἡ ἐπιφάνεια τῆς θαλάσσης. Προέρχονται ἀπό πάθη πού εἶναι πιό φανερῶς ἁμαρτωλά, διότι ἐκδηλώνονται ἀποκαλυπτικῶς πρός τά ἔξω: π.χ. πειρασμός γαστριμαργίας, πορνείας, ψεύδους, ὀργῆς κ.λ.π..
Οἱ ἐκ δεξιῶν πειρασμοί ἀντίθετα, εἶναι ὁ βυθός τῆς θαλάσσης.
Προέρχονται ἀπό πάθη πού εἶναι πιό κρυφῶς ἁμαρτωλά, στά ἰδιαίτερα τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς μας: π.χ. φιλαυτία, ἐγωισμός, ὑπερηφάνεια, ὐποκρισία κ.λ.π..
Καί ἄλλωτε ἐκδηλώνονται λόγῳ ἤ ἔργῳ, ἀλλά συνήθως κεκαλυμμένα κι ἐπιτηδευμένα ἀριστοτεχνικῶς, κι ἄλλωτε παραμένουν τελείως ἀθέατα πρός τούς ἔξω, ἀλλά εἶναι ὑπαρκτά καί ἐνεργοῦντα ὑποδορίως, σέ βαθύτερα στρώματα τοῦ πυθμένος τῆς ψυχῆς μας.
Ἡ μικρά αὐτή ἀνάλυσις ἔγινε, προκειμένου νά ἀντιληφθοῦμε σέ πρώτη φάση:
τό πόσο πιό δόλια λειτουργοῦν οἱ ἐκ δεξιῶν πειρασμοί σέ σχέση μέ τούς ἐξ ἀριστερῶν. Τόσο, πού ὄχι μόνο δέν ἀντιλαμβάνονται τήν πνευματική μας ἀρρώστεια οἱ γύρω μας (γιά νά προφυλαχθοῦν δεόντως καί νά μήν κολλήσουν τήν πνευματική μας ἴωση), ἀλλά καλά-καλά δέν τούς ἀντιλαμβάνεται καί αὐτός πού τούς ὑφίσταται στά ἔγκατα τῆς ψυχῆς του!
Καί σέ δεύτερη φάση:
γιά νά ἐπισημάνουμε πώς οἱ ἐκ δεξιῶν πειρασμοί, ἄν καί πιό ἀθέατοι, εἶναι ἐπικινδυνότεροι!Κι ὅπως ὁ καθένας μας ἔχει τήν σκιά του πού τόν ἀκολουθεῖ πάντα, ἀλλά δέν τῆς δίνει σημασία καί δέν τήν κυνηγᾶ, ἔτσι καί οἱ ἐκ δεξιῶν πειρασμοί. Μᾶς ἀκολουθοῦν σάν μία “ἀσήμαντη” σκιά πού δέν τήν κυνηγᾶμε εὐθύς ἀμέσως, ἀλλά σκοτεινιάζουν καί μαυρίζουν σημαντικά τήν ψυχή μας! Τόσο, πού μπορεῖ νά ἀντιστραφοῦν οἰ ὅροι καί αὐτή ἡ σκιά κάποτε νά καταπιεῖ τό πνευματικό μας σῶμα (τήν ψυχή μας δηλαδή), νά γίνει αὐτή τό σῶμα μας καί ἡ ψυχή μας ἀντίθετα, νά γίνει ἡ σκιά τῶν παθῶν μας! Μάλιστα, ὑπάρχει μία λαϊκή ρήση πού προέκυψε ἀπό μία τέτοια ὑπαρξιακή κατάσταση:”ἔγινε ἡ σκιά τοῦς ἑαυτοῦ του”, λέγεται λαϊκῶς, γιά κάποιον πού ἔχασε ἀπό κάποιο πάθος του τήν ὑγιή κατάσταση τῆς ψυχῆς του καί μαραζώνει σάν μαύρη σκιά ἀκόμη καί τό σῶμα του.
Τήν κατά πολύ ὑψηλότερα ἐπικινδυνότητα τῶν ἐκ δεξιῶν λογισμῶν, ἄν μελετήσουμε ἐν προσοχῇ, τήν ἐκφράζει καί ὁ Προφήτης Δαυΐδ στό Ψαλτήριον: “οὐ φοβηθήσῃ ἀπὸ φόβου νυκτερινοῦ, ἀπὸ βέλους πετομένου ἡμέρας(πειρασμός), ἀπὸ πράγματος ἐν σκότει διαπορευομένου, ἀπὸ συμπτώματος καὶ δαιμονίου μεσημβρινοῦ. πεσεῖται ἐκ τοῦ κλίτους σου χιλιὰς καὶ μυριὰς ἐκ δεξιῶν σου” (Ψαλμ. 90, 5-7).
Σύμφωνα μέ τά σοφά λόγια τοῦ Προφητάνακτος, ἄν χιλιάδες πειρασμοί μᾶς ἐπιτίθενται ἐξ ἀριστερῶν, μυριάδες μᾶς ἐπιτίθενται ἐκ δεξιῶν! Διότι ὁ ἐξ ἀριστερῶν πειρασμός, ἐπιτίθεται ἀνοιχτά καί μετωπικά, ὅπως ὁ φανερός ἐχθρός σέ ἕναν πόλεμο. Ἐνῶ ὁ ἐκ δεξιῶν πειρασμός, ἐπιτίθεται αἴφνης μέ σαμποτάζ καί καμουφλάζ, ὅπως ὁ κρυμμένος ἐχθρός σέ ἕναν πόλεμο. Ἄρα ὁ δεύτερος ἐχθρός εἶναι πιό ἐπικίνδυνος καί ἔχει περισσότερες πιθανότητες, λόγῳ αἰφνιδιασμοῦ, νά μᾶς κατατροπώσει!
Μέσα, λοιπόν, στούς κόλπους τῶν χριστιανικῶν ἐξομολογητηρίων, κατηχητικῶν, προσκυνημάτων, ἀδελφοτήτων, κοινοβίων, ἀκόμη καί Μοναστηριῶν, ἔχει προκύψει ἕνας καθόλου εὐκαταφρόνητος ἐκ δεξιῶν καμουφλαρισμένος-εὐσεβοφορούμενος πειρασμός, πού θέτει σέ κίνδυνο τήν πνευματική πορεία τῶν πιστῶν: ἡ “Γεροντολατρεία”!
Ἡ Γεροντολατρεία, εἶναι ἕνας ἀρρωστημένος ἑστιασμός τῆς πνευματικότητος τοῦ πιστοῦ, μία προσωπολατρεία-εἰδωλολατρεία πού ἔχει ὡς “ἀντικείμενο προσοχῆς-ἀγάπης καί λατρείας” τό πρόσωπο ἑνός Γέροντος (ἤ καί Γερόντισσας), ὑπέρ τό δέον καί ὄχι τοῦ Χριστοῦ. Λέγοντας “ὑπέρ τό δέον” σημαίνει, πώς αὐτό τό πρόσωπο (τοῦ Γέροντος) ἔχει ἀντικαταστήσει στήν ψυχή τοῦ πιστοῦ τό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί λατρεύεται στό κρυφό θυσιαστήριο τῆς καρδιᾶς του ὄχι ὡς “δείκτης πρός τόν Χριστό”, ἀλλά ὡς “Χριστός”. Ὄχι ὡς “ὁδηγός πρός τόν Χριστό”, ἀλλά ὡς “Ὁδός”. Ὄχι ὡς “θαυματουργό ὄργανο Χριστοῦ”, ἀλλά ὡς “Θαυματουργός”. Ἕνα εἶδος αὐθεντίας! Ἄνθρωποι σφῆκες δορυφοροῦν τσαλαβουντώντας ἀχόρταγα στό “μέλι” του γύρω ἀπό τό πρόσωπο ἑνός Γέροντος, τόν ὁποῖον ἔχουν μυθοποιήσει καί ὑπερυψώσει. Ὅλη μέρα τόν ἐκθειάζουν καθ’ ὑπερβολήν ὅπου βρεθοῦν καί ὅπου σταθοῦν. Τόν διαφημίζουν γιά ἀρετές καί κατορθώματα (ὑπαρκτά καί μή). Τόν συγκρίνουν μέ ὅλον τόν ὑπόλοιπο ρασοφόρο κόσμο καί τόν βγάζουν πρῶτο, ἀνεπανάληπτο καί μοναδικό!
Συμπεριφέρονται καί ἐκδηλώνονται ὑπερβολικά, ἀκόμη καί ἀρρωστημένα, ὅπως: τρέχουν νά εἶναι συνεχῶς δίπλα του σάν σκιά του, δέν τόν ἀφήνουν νά ἀναπνεύσει, τόν τραβοῦν κυριολεκτικά ἀπό τό ράσο, θέλουν νά πιοῦν ἀπό τό ποτήρι του νερό, νά φᾶνε ἀπό τό πιάτο του κανένα ἀπομεινάρι, νά “κλέψουν” ἤ νά ἀποσπάσουν ἕνα προσωπικό του ἀντικείμενο, νά κάνουν πολλά διακονήματα γιά νά τραβοῦν τήν πολύτιμη προσοχή καί “καλή γνώμη” του, ἀνταγωνίζονται-ζηλοφθονοῦνται μέ ἀδελφούς των πού εἴτε ἀγαπᾶ κι αὐτούς ὁ Γέρων (καί ἔτσι τούς τόν κλέβουν…), εἴτε πού τρέχουν μανιωδῶς κι αὐτοί σέ “ἀγῶνα δρόμου” πράττοντας παρόμοια, γιά τό ποιός θά φθάσει πρῶτος στήν καρδιά τοῦ Γέροντα καί ἄλλα πολλά πού θά ντρεπόταν κανείς νά πεῖ. Μέ ὅλα αὐτά, ὄχι μόνο καλό δέν τοῦ κάνουν αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου πού διατείνονται πώς ἀγαποῦν, ἀλλά μᾶλλον τόν παραδίδουν χειρότερα στά χέρια τῶν δαιμόνων, οἱ ὁποῖοι μέ τήν σειρά τους ἀκούγοντας καί βλέποντας ζηλόφθονα τά καλά λόγια καί τίς ὑπερχειλίζουσες συναισθηματικές ἐκδηλώσεις ἀντίστοιχα, δράμουν νά τόν ἐξοντώσουν πιό μεθοδευμένα…! Προσοχή! Ἡ ἄνωθι περιγραφή δέν σημαίνει πώς δέν θά ἀγαπᾶμε τόν Γέροντα (ἤ τήν γερόντισσα), πώς δέν θά ἐκφράζουμε μέ διάκριση καί λεπτότητα τήν ἀγάπη μας, τήν ἀφοσίωση καί τόν σεβασμό μας σέ αὐτά τά ἱερά πρόσωπα, ἤ δέν θά τούς διακονοῦμε ὄποτε τό καλοῦν οἰ περιστάσεις. Οὔτε σημαίνει πώς δέν λαμβάνεται σοβαρά ὑπόψιν τό αὐτεξούσιο καί ἡ ἐλευθερία τοῦ κάθε πιστοῦ, νά βρίσκει ἀνάπαυση κάπου περισσότερο ἀπό κάπου ἀλλοῦ. Ὅμως, ὄπως ἕνας ἀκροβάτης πολύ εὔκολα μπορεῖ νά γείρει ἀπό τήν μία πλευρά πρός τήν ἄλλη, νά χάσει τήν ἰσορροπία του καί νά γκρεμοτσακιστεῖ, γι’ αὐτό προσπαθεῖ νά ρίχνει τό κέντρο βάρους στήν μέση καί εὐθεία, ἔτσι συμβαίνει καί στόν πνευματικό ἀγῶνα, πού ἀποτελεῖ μία συνεχή ἀκροβασία. Πολύ εὔκολα, ἄν ἐκκλίνουμε τῆς “βασιλικῆς ὁδοῦ” (τῆς μεσαίας καί εὐθείας ὁδοῦ, τοῦ μέτρου), ὅλα τά παραπάνω θά γείρουν στήν ἄλλη πλευρά τῆς ὑπερβολῆς καί ἀρρωστημένης ἀγάπης, ὑποταγῆς καί πνευματικότητας, μέ ἀποτέλεσμα τήν πτώση!
Ὑπάρχει δέ ἕνα καίριο σημεῖο πού χρήζει ἰδιαιτέρας προσοχῆς. Αὐτό εἶναι πώς ὑπάρχουν πιστοί, οἱ ὁποῖοι δέν μποροῦν νά ἀναπαυθοῦν σέ κήρυγμα καί κατήχηση κανενός ἄλλου Γέροντος καί ἀκόμη χειρότερα, δέν μποροῦν νά ἀναπαυθοῦν καί νά ἐκκλησιαστοῦν σέ κανέναν ἄλλο Ναό, παρά μόνο ἐκεῖ πού κηρύττει καί λειτουργεῖ αὐτός ὁ Γέροντας-φαινόμενο, ἀπορρίπτοντας καί ἀκυρώνοντας ἔτσι (ἄν ὄχι στά λόγια, στήν πράξη τό κάνουν) τόσο τόν Λόγο, ὅσο καί τά Μυστήρια τοῦ Θεοῦ, ἀπό ὁποιονδήποτε ἄλλο ρασοφόρο! Μή γίνει σύγχυση ἐδῶ! Αὐτό τό σημεῖο θέλει προσοχή, ὄχι ὅταν κάνουμε ὑπακοή στόν Γέροντα πού μᾶς ὑποδεικνύει νά μήν πᾶμε κάπου (γιά νά μήν ζημιώσουμε γιά κάποιον λόγο ἤ γιά νά μᾶς κόψει τό θέλημα), ἀλλά ὅταν πιάνουμε ἐμεῖς στήν καρδιά μας νἀ μήν μπορεῖ νά ἀντέξει πνευματικῶς πουθενᾶ ἀλλοῦ (ἀδικαιολογήτως)! Καί αὐτό τό τελευταῖο σύμπτωμα εἰδικά, κρούει ἐντονώτερα τόν κώδωνα τοῦ συναγερμοῦ-κινδύνου πώς κυκλοφορεῖ μέσα μας μικρόβιο προσωπολατρείας!
Διότι στίς πρῶτες ἀναφερθεῖσες καταστάσεις-ἐνδείξεις, μπορεῖ νά ἀντιπαρέλθει κανείς τήν “ἀγάπη”, τήν “εὐσέβεια” καί τήν “ὑπακοή” πρός τό πρόσωπο τοῦ Γέροντος καί ἐπιπλέον νά τίς γαρνίρει καί ἁγιοπατερικῶς (μπορεῖ ὅμως καί δαιμονικῶς…). Γιατί αὐτές οἱ λέξεις, ἐνδύουν ἔννοιες χρήζουσες πολλῆς ἀνάλυσης καί παρατήρησης, τόσο στό πῶς δημιουργοῦνται, ὅσο καί στό πῶςἐκδηλώνονται, ὥστε νά εἶναι πράγματι καλές, κἀγαθές καί ἅγιες!… Στό τελευταῖο κροῦσμα ὅμως, τί νά ἀντιπαρέλθει κανείς; Πώς ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου περιορίστηκε στόν πλανήτη γῆ μόνο σέ ἕνα πνευματικό πρόσωπο; Καί τί θά γίνει γιά ὅλους αὐτούς τούς ἀνθρώπους, ἄν κάποτε αὐτός ὁ Γέρων κοιμηθεῖ, ἀποσυρθεῖ, φύγει, ὐποστεῖ βαρειά πτώση ἤ συμβεῖ ὁ,τιδήποτε ἄλλο πού θά τόν ἀπομακρύνει: εἴτε ἀπό τήν χάρη τοῦ Θεοῦ (μή γένοιτο βέβαια), εἴτε ἀπό τόν λαό πού μέχρι ἐκείνη τή στιγμή περιστρεφόταν ὑπερκολλητικῶς γύρω του; Ἤ τί θά γίνει ἄν αὐτοί ἀπομακρυνθοῦν γιατί ἀρρώστησαν, φεύγουν γιά λόγους ἀνωτέρας βίας σέ ἄλλο τόπο ἤ ὁ,τιδήποτε ἄλλο; Ὅλοι αὐτοί οἱ περιστρεφόμενοι δορυφόροι, θά ὑποστοῦν σόκ, θά χάσουν τόν Θεό (πού μᾶλλον δέν εἶχαν…), θά πάθουν κατάθλιψη, θά παρατήσουν τόν πνευματικό ἀγῶνα, θά βολοδέρνουν ἀπό δῶ κι ἀπό κεῖ; Τί ἄραγε;…Θεός φυλάξοι!
Οἱ πιστοί ὅταν δείχνουν τόν Γέροντα, αὐτός τούς δείχνει τόν Θεό!
Προσοχή! Ἡ ἀγάπη σέ κάποιον Γέροντα, ἡ πνευματική συναναστροφή μαζί του, ἡ ἀντικειμενική ἐκτίμηση-ἀναγνώριση τοῦ ἔργου του, τῆς προσφορᾶς του, ἀκόμη καί τῶν χαρισμάτων του, εἶναι καλά καί ἅγια, ἀλλά οὐδέποτε ἀποτελοῦν ἄλλοθι πού δικαιολογεῖ τήν κλοπή τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ καί τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀγάπης πρός Αὐτόν, ἡ ὁποία παρεμπιπτόντως εἶναι καί ἡ πρώτη ἐντολή!
Ἡ ἀνθρώπινη ἀδυναμία, ἡ κλονισμένη ψυχολογία, τά προβλήματα τῆς ζωῆς, μά προπάντων οἰ ἐμπάθειες, πολλές φορές προξενοῦν σέ ἕναν πιστό τήν ἔντονη ἀνάγκη νά ἀκουμπήσει κάπου, νά γλυκαίνει τόν πόνο του ἤ καί νά θρέφει κρυφίως τά πάθη του. Σέ αὐτό τό λεπτό σημεῖο, μπορεῖ νά γεννηθεῖ ἡ “Γεροντολατρεία”! Ἄν αὐτό τό ἀποκούμπι γίνει ἕνας Γέροντας (εἶναι καί τό σύνηθες λόγῳ τοῦ ὅτι δύναται ὡς ἄνδρας νά εἶναι καί Πνευματικός), ἤ μία Γερόντισσα καί ὄχι ὁ Χριστός δι’ αὐτῶν, τότε τό πρᾶγμα ὀλισθαίνει καί εἶναι ἀμφίβολο σέ ποιά πνευματικά ἀπόκρημνα μονοπάτια θά ὁδηγήσει τόν πιστό. “Πᾶν μέτρον ἄριστον” ἔλεγαν σοφά οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι. Γιά τήν “βασιλική ὁδό” (τήν μεσαία ὁδό τῆς σύνεσης καί ὄχι τῆς ὐπερβολῆς) κάνουν λόγο ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι οἱ θεοφόροι Πατέρες. Ἡ ὑπερβολή στίς συναναστροφές κι ἐκδηλώσεις, στήν παρρησία, στά λόγια, στόν μή εἰς Χριστόν πνευματικό ἑστιασμό, στόν συναισθηματισμό (προσοχή ἐδῶ, οἱ γυναῖκες κυρίως λόγῳ πιό εὐαίσθητης φύσεως…), στήν ἐκτίμηση καί στήν ἐξάρτηση μέ ἕναν Γέροντα, γίνονται τό στρωμένο χαλί τῆς Γεροντολατρείας.
Καί τότε, ὁ πιστός ἐκτρέπεται ἀπό τόν στόχο του πού εἶναι νά γνωρίσει καί νά ἀγαπήσει τόν Χριστό καί τόν ἀντικαθιστᾶ μέ τήν ἀνάγκη γνωριμίας καί ἀγαπήσεως ἑνός Γέροντος. Ἄλλον πᾶμε νά ἀρραβωνιασθοῦμε σέ αὐτήν τήν ζωή (δηλαδή τόν Νυμφίο Χριστό) καί νά δώσουμε σέ Αὐτόν ὑπόσχεση αἰωνίων γάμων γιά τήν ἄλλη ζωή, καί ἄλλον στήν πορεία αὐτῆς τῆς ἁγίας “γνωριμίας-σχέσεως” ἀκολουθοῦμε ἐσφαλμένα, ξεχνώντας καί δαχτυλίδια καί στέφανα καί δεσμεύσεις καί ὑποσχέσεις. Θά ἀκουσθεῖ σκληρό, ἀλλά πρόκειται γιά πνευματική μοιχεία καί πορνεία εἰς βάρος τοῦ μανιώδους ἐραστῆ μας (κατά τούς Ἁγίους Πατέρες) Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Γέρων ταΐζει τίς ψυχές μας μέ χάρη καί λόγο Θεοῦ, δέν εἶναι ὁ Θεός!
Ὁ Γέρων εἶναι τύπος Χριστοῦ, δέν εἶναι ὁ Χριστός!
Στίς μέρες μας, τό φαινόμενο τῆς Γεροντολατρείας βρίσκεται σέ ἔξαρση. Ἕχουν ἀναφερθεῖ ἀκόμη καί ὁλόκληρες ἀδελφότητες, πού ὁμαδικά ὑπέπεσαν στήν Γεροντολατρεία (ὑπερβολική ἀγάπη καί πειθώ) καί κατόπιν ὅλοι μαζί στήν πλάνη! Ὑπάρχουν βαρύγδουπα ὀνόματα Γερόντων, ἀκόμη καί στίς μέρες μας, πού βρίσκονται σέ αὐτήν τήν ὁμαδική λυπηρή κατάσταση, εὐτυχῶς λίγα. Ἡ Γεροντολατρεία εἶναι μία φρενήρης ψυχοβλαβής κατάστασις, πού θέλει πολύ ἀνάλυση στό κατά πόσο δημιουργεῖται καί ὑφίσταται μονόπλευρα (ἀπό τούς πιστούς μόνο δηλαδή), ἤ ἐνδεχομένως θρέφεται καί ἀπό τήν ἄλλη πλευρά (τόν Γέροντα) ἀπό ἐμπαθῆ ἤ ἄλλα αἴτια. Λυπηρόν.
Ἴσως τά περισσότερα προβλήματα κι ἀδιέξοδα, ἡ χλιαρότερη πίστη καί ἡ πνευματική ἀφροντισιά μας, οἱ μεγαλύτεροι καί δαιμονικότεροι πειρασμοί, ἡ ψυχολογική ἀνασφάλεια, ἡ συναισθηματική ἀνάγκη, μά κυρίως σέ πρώτη καί περίοπτη θέση πάντα τά πάθη μας, ὠθοῦν μερίδες καί μονάδες πιστῶν στήν εἰδωλοποίηση ἑνός Γέροντα-ἀντικαταστάτη μέ τήν θέση τοῦ ἀπόντος ἤ ἀνεπαρκοῦς φίλου, τοῦ “κακοῦ” συντρόφου, τοῦ ἀπόντος ἤ ἀνεπαρκοῦς γονέα, τοῦ παιδιοῦ κλπ, μά προπάντων μέ τήν θέση τοῦ Ζῶντος καί Ἀληθινοῦ Θεοῦ, τόν Ὁποῖον δέν κάνουν τόν κόπο νά βροῦν καί νά ἀγαπήσουν ἀνυποκρίτως ἐν ἀληθείᾳ.
Ὁ Θεός νά δώσει, σέ ὅλους ἐμᾶς τούς ἀδύναμους πιστούς καί στούς ἀγαπητούς Γέροντες (καί δι’ εὐχῶν τους), ὥστε νά καλλιεργοῦμε τήν ἁγιοπνευματική ὑγιή ἀγάπη πού πάντα δείχνει πρός τόν Θεό, τόσο μεταξύ μας, προπάντων δέ τήν ὁλοκληρωτική ἀγάπη μέ τόν ἴδιο τόν Θεό, ὧ ἡ δόξα, ἡ τιμή καί ἡ προσκύνησις, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
ΠΡΩΤΗ ΕΝΤΟΛΗ:
“ἐγώ εἰμί Κύριος ὁ Θεός σου, ὅστις ἐξήγαγόν σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ἐξ οἴκου δουλείας. οὐκ ἔσονταί σοι θεοί ἕτεροι πλήν ἐμοῦ. οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδέ παντός ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καί ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καί ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς. οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς, οὐδέ μή λατρεύσεις αὐτοῖς· ἐγώ γάρ εἰμί Κύριος ὁ Θεός σου, Θεός ζηλωτής, ἀποδιδούς ἁμαρτίας πατέρων ἐπί τέκνα, ἕως τρίτης καί τετάρτης γενεᾶς τοῖς μισούσί με καί ποιῶν ἔλεος εἰς χιλιάδας τοῖς ἀγαπῶσι με καί τοῖς φυλάσσουσι τά προστάγματά μου”
(Ἔξοδος, Παλαιά Διαθήκη)
Πηγή: Ενωμένη Ρωμηοσύνη
Ουδένα ίσως άλλο πάθος έχει τόση δύναμη και ουδένα άλλο ριζώνει τόσο βαθιά στην ψυχή τού ανθρώπου όσο το πάθος του πλουτισμού που τις περισσότερες φορές εμφανίζεται ως δίδυμο με αυτό της φιληδονίας.
Πρόκειται όντως περί ισχυροτάτου πειρασμού, αφού αρκετές φορές ο Χριστός και ολόκληρη η γραφή κάνουν λόγο για την αρνητική δύναμη και έλξη τού πλούτου. Την δύναμη που τελικώς οδηγεί τον άνθρωπο στην απώλεια. Αυτό δηλ. που βλέπουμε στην ευαγγελική περικοπή τής παραβολής του πλουσίου και του Λαζάρου. Μια παραβολή πολύ χαρακτηριστική την οποία όλοι μας έχουμε ακούσει αρκετές φορές, αλλά σε οποιαδήποτε οικονομική κατάσταση κι αν βρισκόμαστε αρνούμαστε να αποδεχθούμε την πραγματικότητα.
Την πραγματικότητα ότι ο πλούτος, η σπατάλη και η περιφρόνηση προς τις ανάγκες των αδελφών ευτελίζουν την ανθρωπίνη προσωπικότητα, αποσαθρώνουν τον κοινωνικό ιστό και τελικώς κάνουν τον άνθρωπο, ιδίως τον πλούσιο να χάνει τον προορισμό του.
Αλλά χρειάζεται να σταθούμε για λίγο. Να σταθούμε και να μελετήσουμε γιατί συμβαίνει αυτό. Γιατί δηλ. ο άνθρωπος σε οποιαδήποτε εποχή κι αν ζει και σε οποιοδήποτε γεωγραφικό στίγμα κι αν βρίσκεται, τελικώς κινδυνεύει να κολλήσει στον πλούτο με όλα του τα παρελκόμενα.
Τι είναι λοιπόν αυτό που κάνει τον άνθρωπο να προσκολλάται σε τέτοιο βαθμό επάνω στο άψυχο χρήμα και στην καλοπέραση; Δοθέντος ότι εάν λείπει το πρώτο, απουσιάζει θέλοντας και μη και το δεύτερο. Οι λόγοι είναι πολλοί και προσεγγίζουν τον καθένα. Και πρώτα απ' όλα. Από μόνος του και με τις πτωχές του δυνάμεις ο άνθρωπος αισθάνεται πάντοτε ένα φόβο. Φόβο, τόσο για το παρόν, όσο και για το μέλλον που ανοίγει ή που νομίζει ότι ανοίγει εμπρός του. Αυτός λοιπόν ο φόβος τον οδηγεί στην ανάγκη να πιαστεί από κάπου.
Από κάπου όπου θα εξασφαλίζει την σταθερότητα όντας το ίδιο σταθερό και αμετάπτωτο. Και απ' εδώ ξεκινά η αρχή της πλάνης. Από του σημείου αυτού η αράχνη τού πλούτου τυλίγει τον ιστό της γύρω από την ύπαρξη που μαγνητίστηκε και αυτοεγκλωβίστηκε στο λάγνο βλέμμα τής αισχρής χρηματικής περιουσίας.
Αλλά ενός κακού δοθέντος, μύρια έπονται. Επειδή η καρδιά είναι αδύνατον να ζει και να βιώνει τον κατακερματισμό μέσα από παράλληλες αγάπες, ο φόβος, που δίχως να το κατανοεί και ο ίδιος ο προσβαλλόμενος, προϊόντος του χρόνου μεταβάλλεται σε “αγάπη”, δηλ. σε “αλκοολίκι τού χρήματος” και του παράλογου πλουτισμού. Όμως, λόγω του ότι ο πλούτος ξεγλιστρά μέσα από τα χέρια τού κατέχοντος αυτόν, ευκολότερα απ' ότι διαφεύγει το χέλι, τώρα περνά ο άνθρωπος σ' ένα άλλο επίπεδο που τον ρίχνει σε σκοτεινότερο βάραθρο. Στον ταυτόχρονο φόβο και αγάπη τής περιουσίας του. Όσο περισσότερο αγκιστρώνεται επάνω της και την περιπτύσσει με την αγάπη του, τόσο περισσότερο βαθαίνει ο φόβος μέσα του μήπως και τυχόν χαθεί αυτός ο πλουτισμός. Αλλά το σημείο τούτο είναι που φέρει και τον πλήρη σκοτισμό τού νοός. Η δε καρδιά περνά σε μια παρά φύσιν αγάπη του φευγαλέου χρήματος και η βούληση σέρνει τον πλεγματικό άνθρωπο σε αντικρουόμενες καταστάσεις. Στο να καταπατά κάθε ιερό και όσιο για την αύξηση της περιουσίας σε κινητά και ακίνητα, ταυτοχρόνως δε τον προωθεί σε ακατάσχετη διασκέδαση και σε ακόρεστη απόλαυση αφού όπως βλέπει, ο χρόνος περνά (ο χρόνος είναι χρήμα) και φεύγει σαν το τρεχούμενο νερό. Επομένως, αφού δεν γνωρίζει εάν και αύριο θα ζει ώστε να “απολαύσει”, να οργιάσει και να αποκτήσει ακόμα περισσότερα, φαντάζεται κανείς, ή μάλλον είναι αδύνατον να φανταστεί το ψυχικό δράμα τού ανθρώπου αυτού.
Σε αυτή λοιπόν την κατάσταση, βρίσκεται και ο πλούσιος που μας περιγράφει η ευαγγελική παραβολή.
Βεβαίως, για τα θύματα αυτά του πλουτισμού δεν υπάρχει κάποιος φραγμός. Οι δυστυχισμένοι που όχι μόνο κείτονται “προς τον πυλώνα αυτού”, οι “Λάζαροι” δηλ. που “επιθυμούν χορτασθήναι από των ψιχίων τών πιπτόντων από της τραπέζης”, ίσως βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση από άλλους ταλαίπωρους. Από αυτά δηλ. τα πτώματα που ποδοπατήθηκαν για να ανέλθουν αυτοί οι “επιτυχημένοι”. Οι έχοντες “κοινωνική επιφάνεια” και αποθεματικά κεφάλαια, οι πλούσιοι και βεβαίως βεβαίως (οι κατά κόσμον) ευυπόληπτοι πολίτες.
Αλλά σε αυτή την κατάσταση όταν φθάσει ο πλούσιος “άνθρωπος”, εάν θέλει να είναι συνεπής θεράπων του χρήματος, δεν μπορεί να σταματήσει. Υποχρεωτικώς θα περάσει και σε άλλη “κλίμακα” οικονομικής στρατηγικής και ιδίως συμπεριφοράς. Αν ανοίξουμε έστω και για ελάχιστα τούτο το σκοτεινό παραπέτασμα, θα αντικρίσουμε αυτούς που στα χέρια τους κρατούν το παγκόσμιο κεφάλαιο. Μπροστά δε σε αυτούς που έχουν κατορθώσει να ξεριζώσουν την καρδιά τους και στην θέση της να μεταμοσχεύσουν τα διεθνή χρηματιστήρια, οι “πλούσιοι” της κάθε κοινωνικής ομάδας και της κάθε εποχής, δεν είναι παρά τα πειθήνια όργανα και οι μαριονέτες στα χέρια των μεγάλων κυρίων. Αναγκαία δε προϋπόθεση για να ανήκει κανείς στο club των πλουσίων είναι η ευπειθής συμπεριφορά προς τα μεγάλα αφεντικά, ό εστί μεθερμηνευόμενον η γλοιώδης συμπεριφορά με την ισόβια κάμψη τής σπονδυλικής στήλης (ως η συγκύπτουσα του ευαγγελίου) και φυσικά η υπακοή έως θανάτου, αφού... “υπάρχουν και τα ατυχήματα”...
Εδώ φυσικά δεν μπορεί να σταθεί ούτε πίστη στον Θεό, ούτε ιδανικά, ούτε καν ευρωπαϊκός ανθρωπισμός. Τίποτε απολύτως δεν συγκινούν τα χρηματιστηριακά σπλάχνα των ανθρώπων που ως υπηρέτες τού μαμωνά χρησιμοποιούν κάποιες φορές εκφράσεις περί πτωχείας και ανθρωπιστικών αναγκών που δε συγκινούν παρά μόνον τους αφελείς. Και αφελείς υπάρχουν σε όλους τους χώρους. Ίσως δε οι περισσότερο αφελείς να είναι αυτοί που στον χώρο της εκκλησίας πιστεύουν ότι είναι ποτέ δυνατόν να συνυπάρξουν Χριστός και μαμωνάς.
Όσον αφορά τώρα τις συναντήσεις και τις κομψές συζητήσεις των μεγιστάνων του πλούτου που διαθέτουν ακόμα και “τράπεζες του Αγίου Πνεύματος” με ψηφοθήρες ποικίλων αποχρώσεων, που ουδέποτε φυσικά αισθάνθηκαν την βάσανο της πείνας, συζητήσεις περί αγώνων “ενάντια στη φτώχεια”, περί “αξιοπρέπειας των ανθρώπων” και περί “δομικής αιτίας της φτώχειας, που είναι η άνιση διανομή τού εισοδήματος και η “ασυδοσία των χρηματοπιστωτικών αγορών”, αυτά δεν είναι παρά καλοστημένες θεατρικές παραστάσεις.
Παραστάσεις που επί της ουσίας αναπαράγουν σε διαφορετικά σκηνικά τα ίδια και απαράλλακτα κοινωνικά δράματα, αφού επιτέλους κανένας από τους συνομιλητές αυτούς δεν αποδέχεται τον Χριστό και άρα εκ των πραγμάτων αδυνατούν να βοηθήσουν τον άνθρωπο. Τον πτωχό Λάζαρο της εποχής μας, ο οποίος γεμάτος πληγές και φρικτά παραπεταμένος στέκει έξω από την πόρτα των θεσμοποιημένων αρχών και των πυλώνων της εξουσίας, προσμένοντας κάποια ψίχουλα ή την “μεγάλη παρηγοριά, την ανακούφιση του θανάτου”, όπως συγκλονιστικά καταγράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς και με κομμένη την ανάσα παρακολουθούμε.
“Οι κύνες ερχόμενοι απέλειχον τα έλκη αυτού”.
Αλλά υφίσταται και μεγαλύτερο δράμα. Ποιό είναι αυτό; Ότι οι άνθρωποι, πλούσιοι και πτωχοί δεν θέλουν να εννοήσουν ότι η πραγματικότητα δεν σταματά μπροστά στον θάνατο.
Η δεύτερη πράξη της παραβολής, που μας μεταφέρει στο “μετά ταύτα...”, αποκαλύπτει την όλη πραγματικότητα. Τόσο την θετική του Λαζάρου, όσο και την αρνητική τού άσπλαγχνου πλούσιου.
Βεβαίως, ο Λάζαρος δεν βρέθηκε “εις τον κόλπον του Αβραάμ” διότι απλώς ήταν πτωχός, αλλά διότι γνώριζε να “διαχειρίζεται” τη δυστυχία του, υπομένοντας και προσκαρτερώντας. Φαίνεται πως η συντροφιά που του κρατούσαν οι σκύλοι (για ν' αποδειχθεί ότι κάποιες φορές τα ζώα έχουν περισσότερο ανθρωπισμό από τα κτήνη – ανθρώπους), τον βοηθούσε ώστε να φιλοσοφήσει την αλήθεια και να δει την ζωή στις σωστές της διαστάσεις, καλλιεργώντας δια της υπομονής την ελπίδα. Αντιθέτως, ο πλούσιος μέσα στο πολύπλευρο άγχος του και στην τρέλα που τον περικύκλωνε, τόσο στο να μη χάσει αλλά και να αυξήσει τον άψυχο εραστή του, όσο και στο να απολαύσει τις ηδονές τής σαρκός, είχε ξεχάσει πως ήταν κι αυτός άνθρωπος ομοιοπαθής προς τους άλλους ανθρώπους. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να κλείνει ερμητικά τα αυτιά του στο κήρυγμα περί της άλλης ζωής που αναμένει τον καθένα μας. Και τούτο διότι ο ήχος τού χρυσού, η θέα τού ευρώ και των δολλαρίων αλλά και οποιασδήποτε άλλης χρηματικής μονάδας, εξουδετερώνει όχι μόνο τον ισχνόφωνο Μωυσή, αλλά φράσσει με το βουλοκέρι τού διαβόλου τα ώτα στα κηρύγματα των σαλπιστών του Πνεύματος. Στους προφήτες, στους αποστόλους και γενικώς στους αγίους και τους κήρυκες της κάθε εποχής και του κάθε τόπου, δοθέντος ότι ερχόμενος ο Χριστός στην ύπαρξη που αποδέχεται το κάλεσμά του, από τα πρώτα που φυγαδεύει είναι ο κερδώος Ερμής, μαζί με την πλανεύτρα Αφροδίτη.
Εάν όμως παρ' ελπίδα ο άνθρωπος αντί του Χριστού και της αγάπης των πτωχών αδελφών, επιμένει να συναυλίζεται στα κέντρα του μαμμωνά, ευφραινόμενος καθ' ημέραν λαμπρώς, τότε δεν έχει παρά να κάνει λίγη υπομονή. Λίγη υπομονή, και μετά βεβαιότητος θα έλθει η ώρα που θα διαπιστώσει την αξία όχι μόνο των χρηματιστηριακών, αλλά και των υπαρξιακών μετοχών στις οποίες είχε επενδύσει την όλη του ζωή.
Τότε όμως θα ακούσει την τελική φωνή που δυστυχώς παγιώνει και την κατάσταση στον χώρο της αιωνιότητος: “τέκνον, μνήσθητι ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου. Νυν δε οδυνάσαι”. Αμήν.
Πηγή: Θρησκευτικά
Ἄγχος. Πίεση. Ἔνταση. Ρυθμοὶ ἐξαντλητικοί. Καθημερινὸ κυνηγητὸ τοῦ χρόνου. Ὑποχρεώσεις ἀπανωτές, ποὺ νιώθεις κυριολεκτικὰ νὰ σὲ πνίγουν. Ὑποθέσεις ποικίλες, οἰκογενειακές, ἐπαγγελματικές, οἰκονομικές, μέριμνες συνεχόμενες, τέτοιες καὶ τόσες ποὺ νὰ μὴ σὲ ἀφήνουν νὰ ἀναπνεύσεις. «Πόσο ἀκόμα θὰ ἀντέξω;» ἀναρωτιέσαι.
Δὲν ἀποτελεῖ τὴν ἐξαίρεση ἡ κατάσταση ποὺ περιγράψαμε. Μᾶλλον τὸν κανόνα γιὰ τὸν ἄνθρωπο τῆς ἐποχῆς μας. Ποῦ νὰ βρεῖ λίγες στιγμὲς γιὰ ἠρεμία, χαλάρωση; Τὰ νεῦρα του συνεχῶς τὰ νιώθει τεντωμένα, τοὺς μῦς σφιγμένους. Κι ὅταν κάποτε, ἀργὰ τὰ μεσάνυχτα, κατακλιθεῖ γιὰ ὕπνο, πῶς νὰ κοιμηθεῖ μ’ αὐτὴν τὴν ἔνταση ποὺ ἔχει; Τὸ πρῶτο ποὺ φυγαδεύεται σ’ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις εἶναι ὁ ὕπνος. Γι’ αὐτὸ τόσοι ἄνθρωποι σήμερα ὑποφέρουν ἀπὸ ἀϋπνίες. Καὶ δὲν εἶναι μικρὸ τὸ βάσανο. Ὅλη τὴν ἡμέρα νὰ τρέχεις νὰ προλάβεις τὶς ὑποθέσεις σου, νὰ πνίγεσαι μέσα στὶς ὑποχρεώσεις, καὶ τὸ βράδυ ποὺ πέφτεις κατάκοπος λίγο νὰ ξεκουραστεῖς, νὰ μὴν μπορεῖς...
Πνίγονταν καὶ οἱ μαθητές!...
Ἦταν τὸ δειλινὸ ἐκεῖνο ποὺ ἀνέβηκαν μαζὶ μὲ τὸν Διδάσκαλό τους στὸ πλοιάριο γιὰ νὰ διασχίσουν τὴ θάλασσα τῆς Τιβεριάδος πρὸς τὸ ἀπέναντι μέρος. Δὲν πέρασε ὥρα πολλή, καὶ ἡ κοσμοχαλασιὰ ἄρχισε. Λαίλαπα ἀνέμου, σάλος κυμάτων, θύελλα τρομακτική, τρικυμία φοβερή, τέτοια ποὺ νὰ ἀπειλεῖ ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ νὰ καταποντίσει τὸ σκάφος. Τὰ κύματα νὰ εἰσορμοῦν μὲ μανία μέσα σ’ αὐτό, χτυπώντας το ἀπὸ κάθε πλευρά. Καὶ τὸ μικρὸ πλοιάριο νὰ στροβιλίζεται σὰν τσόφλι καρυδιοῦ μέσα σ’ αὐτὸν τὸν κλύδωνα!
Καὶ ὁ Κύριος;
Κοιμόταν!
Ναί, κοιμόταν. «Ἦν καθεύδων ἐπὶ τῇ πρύμνῃ ἐπὶ τὸ προσκεφάλαιον», μᾶς πληροφορεῖ τὸ ἱερὸ κείμενο (Μάρκ. δ΄ 38).
Γνωρίζουμε ἀπὸ τὶς περιγραφὲς τῶν ἱερῶν εὐαγγελιστῶν ὅτι ὅλη ἡ ἐπὶ γῆς ζωὴ τοῦ Κυρίου ἦταν μεστὴ κόπων καὶ ἀγρυπνιῶν, σὲ σημεῖο ποὺ νὰ παραμελεῖ καὶ αὐτὲς τὶς βασικὲς ἀνθρώπινες ἀνάγκες γιὰ συντήρηση στὴ ζωὴ καὶ ἀνάπαυση, προκειμένου νὰ ἐπιτελέσει τὸ ἔργο ποὺ Τοῦ εἶχε ἀνατεθεῖ ἀπὸ τὸν ἐν οὐρανοῖς Πατέρα Του. Τώρα Τὸν ἀντικρίζουμε νὰ κοιμᾶται κατάκοπος. Κι αὐτὸ μέσα στὸν σάλο, τὴν ὥρα ποὺ τὰ κύματα κόντευαν νὰ τοὺς πνίξουν!...
Αὐτὸν τὸν ὕπνο δὲν μπορεῖ ἄραγε νὰ τὸν χαρίσει καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ πλέουν μέσα στὸ πέλαγος τῆς ζωῆς, κι ὄχι σπάνια τὸ συναντοῦν τρικυμισμένο καὶ ἀπειλητικό;
Ὑπάρχει μία φράση στοὺς Ψαλμοὺς ποὺ δείχνει πόση μέριμνα λαμβάνει ὁ Κύριος γιὰ ἐκείνους ποὺ ἐμπιστεύονται τὴ ζωή τους σ’ Αὐτὸν καὶ γι’ αὐτὸ Τοῦ ἀνήκουν, εἶναι οἱ δικοί Του, οἱ ἀγαπητοί Του!
Ἀντιπαραβάλλει ὁ ἱερὸς Ψαλμωδὸς τοὺς ἀνθρώπους τῆς πολυπραγμοσύνης, τῆς ὑπεραπασχόλησης, τῶν συνεχῶν δραστηριοτήτων στὶς ὁποῖες ἐπιδίδονται γιὰ τὸ προσωπικό τους κέρδος, συχνὰ καὶ εἰς βάρος τῶν ἄλλων, τοὺς ἀντιπαραβάλλει μὲ τοὺς ἄλλους, τοὺς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ. Ἀπευθύνεται στοὺς πρώτους καὶ τοὺς λέει: Ἐσεῖς ποὺ δὲν ἔχετε τὸν Θεὸ βοηθὸ στὴ ζωή σας ξυπνᾶτε προτοῦ νὰ ξημερώσει γιὰ νὰ τρέξετε στὶς ἐπιχειρήσεις σας. Πᾶτε νὰ καθίσετε στὸ τραπέζι, πᾶτε νὰ ξαπλώσετε στὸ κρεβάτι, καὶ ἀμέσως σηκώνεστε. Οὔτε μιὰ μπουκιὰ γλυκὸ ψωμὶ δὲν μπορεῖτε νὰ φᾶτε ἀπὸ τὸ ἄγχος καὶ τὶς μέριμνες ποὺ σᾶς ἔχουν κατακλύσει. Κι ὅλα αὐτὰ γιὰ ποιὸ σκοπό; «Εἰς μάτην». Μάταια. Ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ ὁ Κύριος δίνει ὕπνο γλυκύ, βαθὺ στοὺς ἀγαπητούς Του. «Εἰς μάτην ὑμῖν ἐστι τὸ ὀρθρίζειν. ἐγείρεσθαι μετὰ τὸ καθῆσθαι, οἱ ἐσθίοντες ἄρτον ὀδύνης, ὅταν δῷ τοῖς ἀγαπητοῖς αὐτοῦ ὕπνον» (Ψαλμ. ρκϚ΄ [126] 2).
Ὕπνο στοὺς ἀγαπητούς Του!
Εἶναι αὐτοὶ ποὺ ὅλη τους τὴ μέριμνα τὴν ἔχουν ἐπιρρίψει στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ· ποὺ ὅλη τὴ ζωή τους τὴν ἔχουν ἐμπιστευθεῖ στὴν ἀγαθή Του πρόνοια καὶ πατρικὴ στοργή. Σὰν τὸ μικρὸ παιδί, ποὺ μέσα στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μητέρας του μπορεῖ νὰ κοιμᾶται ἥσυχο ἀκόμα καὶ στὴ μέση τοῦ πολέμου, τῆς βοῆς, τῆς ταραχῆς. Σὰν τὸν ἀπόστολο Πέτρο, ποὺ τὴν ἄλλη μέρα θὰ τὸν ὁδηγοῦσαν στὸ θάνατο, κι αὐτὸς τὴ νύχτα ἐκείνη μέσα στὴ φυλακή, δεμένος μεταξὺ δύο στρατιωτῶν, κοιμόταν βαθιά! (Πράξ. ιβ΄ 6).
Εἶναι οἱ ἀγαπητοί Του αὐτοί. Καὶ ὁ Κύριος, γιὰ νὰ τοὺς δείξει πόσο τοὺς ἀγαπᾶ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων τοὺς κάνει κι αὐτὸ τὸ δῶρο: Τοὺς δίνει ὕπνο! Ὕπνο βαθύ, ἀναζωογονητικό!
Ἂν θέλεις καὶ σύ, ἀδελφέ, νὰ ἐνταχθεῖς στὴ μερίδα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, τῶν ἀγαπητῶν τοῦ Κυρίου, ἕνα ἔχεις νὰ κάνεις. Σοῦ τὸ συμβουλεύει ὁ ἀπόστολος Πέτρος, αὐτὸς ποὺ κοιμόταν ἥσυχος... «Πᾶσαν τὴν μέριμναν ὑμῶν ἐπιρρίψατε ἐπ’ αὐτόν, ὅτι αὐτῷ μέλει περὶ ὑμῶν» (Α΄ Πέτρ. ε΄ 7). Ὅλη τὴ φροντίδα, τὴν ἀνησυχία σου ρίξ’ την ἐπάνω Του, διότι Αὐτὸς ἐνδιαφέρεται γιὰ σένα.
Καὶ τότε θὰ μπορεῖς νὰ κοιμᾶσαι ἥσυχος. Ἀκόμα κι ὅταν τὸ καράβι τῆς ὑπάρξεώς σου τὸ βλέπεις νὰ ἀπειλεῖται ἀπὸ τὰ μανιασμένα κύματα τῶν πολυειδῶν περιστάσεων τῆς ζωῆς...
Πηγη: Ο Σωτήρ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 16η Οκτωβρίου 2014
Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΗ ΑΛΗΘΙΝΗ ΚΑΙ ΣΩΖΟΥΣΑ ΠΙΣΤΗ
(Ανακοίνωση με την ευκαιρία της Εβδομάδος Αντιαιρετικού Αγώνος)
Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος όρισε με την υπ. αριθμ. 2958/2014 εγκύκλιό της την καθιέρωση Εβδομάδος Αντιαιρετικού Αγώνος, μεταξύ 11ης και 18ης Οκτωβρίου εκάστου έτους.
Με την ευκαιρία αυτή θέλουμε να επικοινωνήσουμε με τον φιλόχριστο και ευσεβή λαό της τοπικής μας Εκκλησίας με την παρούσα ανακοίνωσή μας και να επισημάνουμε τον μέγιστο και υπαρκτό κίνδυνο των ποικιλώνυμων αιρετικών, οι οποίοι δραστηριοποιούνται στην περιοχή μας και σε ολόκληρη τη χώρα μας και οι οποίοι ως προβατόσχημοι λύκοι ορμούν να κατασπαράξουν ανθρώπινες ψυχές, «υπέρ ων Χριστός απέθανεν» (Ρωμ.16,26). Να επισημάνουμε τη σημασία που έχει για μας τους Ορθοδόξους Χριστιανούς η διαφύλαξη της αγιογραφικής και αγιοπατερικής διδασκαλίας της Εκκλησίας μας.
Στους έσχατους σημερινούς καιρούς κυριαρχεί η πλέον δαιμονική δοξασία, ότι δήθεν δεν υπάρχει σε καμιά θρησκευτική πίστη, αφ’ ενός μεν η απόλυτη αλήθεια και αφ’ ετέρου το απόλυτο ψεύδος. Ότι δήθεν όλες οι θρησκευτικές πίστεις περιέχουν αλήθειες και ψεύδη και ότι η όντως αλήθεια βρίσκεται στη συνένωση των θρησκευτικών πίστεων. Άλλωστε αυτό είναι το βασικό δόγμα του συγχρόνου πνεύματος της «Νέας Εποχής του Υδροχόου», σύμφωνα με το οποίο, μπορούμε να πιστεύουμε ό, τι θέλουμε, αρκεί να μην απολυτοποιούμε την πίστη μας, δηλαδή να μην διεκδικούμε την απόλυτη αλήθεια, η οποία κατ’ αυτούς βρίσκεται σε όλες τις θρησκευτικές πίστεις.
Αυτό ονομάζεται θρησκευτικός συγκρητισμός και δυστυχώς η μακροχρόνια διαβρωτική δράση των αιρέσεων και η επικράτηση του οικουμενιστικού πνεύματος, προκάλεσαν σοβαρότατη αλλοίωση στο φρόνημα του Ορθοδόξου πληρώματος. Υπάρχουν δυστυχώς συνάνθρωποί μας, οι οποίοι δηλώνουν «Ορθόδοξοι χριστιανοί» και ταυτόχρονα υιοθετούν πίστεις αλλότριες της Ορθοδοξίας μας και πολλοί από αυτούς ασκούν πρακτικές του σύγχρονου αποκρυφιστικού πλέγματος της «Νέας Εποχής», το οποίο αντλεί στοιχεία από τα ανατολικά θρησκεύματα. Ενώ λ. χ. δηλώνουν «Ορθόδοξοι χριστιανοί» και εκτελούν κάποια από τα «θρησκευτικά τους καθήκοντα»,ταυτόχρονα ασκούνται στη γιόγκα και στον υπερβατικό διαλογισμό. Δηλώνουν πίστη στη μετενσάρκωση, στην αστρολογία, την πρακτική μαγεία, και σε άπειρους τρόπους μαντικής. Καταφεύγουν στην «ολιστική ιατρική», και τις άλλες «εναλλακτικές θεραπευτικές» μεθόδους, οι οποίες αποτελούν βασικά δομικά στοιχεία των ανατολικών θρησκευμάτων και της «Νέας Εποχής».
Ο θρησκευτικός συγκρητισμός υποσκάπτει δυστυχώς και έσωθεν την υγιή Ορθόδοξη πίστη μας, δια του οικουμενιστικού πνεύματος, το οποίο κυριαρχεί σε πολλά εκκλησιαστικά πρόσωπα, αρχιερέων κληρικών, μοναχών και λαϊκών θεολόγων. Πρόκειται για την λεγόμενη «οικουμενική κίνηση», που εφεύρε αρχικά η πανσπερμία των αιρετικών προτεσταντών, ως προσπάθεια ένωσης μεταξύ τους, η οποία επεκτάθηκε στον αιρετικό παπισμό και δυστυχώς στην Ορθοδοξία μας, ως μια πραγματικά επιδημική κατάσταση τα τελευταία χρόνια. Ο οικουμενισμός διδάσκει,ότι καμιά από τις χριστιανικές «εκκλησίες» δεν είναι η αληθινή Εκκλησία του Χριστού, μηδέ εξαιρουμένης και της Ορθοδοξίας μας, αλλά «κλάδοι» της. Η αληθινή Εκκλησία συνίσταται στη συνένωση των «κλάδων». Οι επιμέρους κακοδοξίες των αιρετικών «εκκλησιών» χαρακτηρίζονται ως δήθεν «διαφορετικές παραδόσεις», και ως «πλουραλιστικές διαφορετικότητες της χριστιανικής παραδόσεως». Η αίρεση για τον χριστιανικό Οικουμενισμό βρίσκεται πέρα από τον προτεσταντισμό!
Για την ορθόδοξη πίστη μας όμως δεν υπάρχουν πολλές «εκκλησίες» και πολλές αλήθειες. Υπάρχει η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού, η οποία δεν είναι άλλη από την Ορθοδοξία μας, διότι μόνη αυτή έχει όλα τα στοιχεία της αγιογραφικής και αγιοπατερικής Παραδόσεως. Μόνη αυτή δεν παρέκλινε από την αρχέγονη διδασκαλία της Αγίας Γραφής και των αγίων και θεοφόρων Πατέρων. Μόνη αυτή δεν πρόσθεσε και δεν αφαίρεσε το παραμικρό από την δισχιλιόχρονη πίστη της μιας Εκκλησίας του Χριστού. Πιστεύουμε ως Ορθόδοξοι, (πρέπει να πιστεύουμε), πως ό, τι αυτοχαρακτηρίζεται ως «εκκλησία» εκτός της αληθινής Εκκλησίας, της Ορθοδοξίας μας, είναι αίρεση και σχίσμα. Πιστεύουμε πως η Εκκλησία, ως σώμα Χριστού, δεν σφάλει και δεν διαιρείται. Πιστεύουμε επίσης πως η σωτηρία μας συντελείται εν Χριστώ και μόνο μέσα στην αληθινή Του Εκκλησία, ως αποκλειστική ταμειούχος της Θείας Χάριτος. Αντίθετα εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία, όπως ορθά δογμάτισε ο μεγάλος Πατέρας και διδάσκαλος της αρχαίας Εκκλησίας άγιος Κυπριανός.
Ως εκ τούτου, στις πολυποίκιλες και ποικιλώνυμες αιρέσεις του λεγομένου «χριστιανικού κόσμου», δεν υπάρχει σωτηρία, διότι δεν υπάρχει η σώζουσα άκτιστη Χάρη του Θεού. Πολλώ δε μάλλον δεν υπάρχει σωτηρία στα διάφορα θρησκεύματα του κόσμου.
Καλούμε λοιπόν τους ορθοδόξους πιστούς μας να κλείσουν ερμητικά τα αυτιά τους στους διαφόρους πλάνους, είτε αυτοί παρουσιάζονται με το μανδύα του χριστιανού, είτε του αλλόθρησκου. Κι αυτό διότι η εθελούσια αποκοπή μας από την πηγή της ζωής, την καθάρια και ανόθευτη ορθόδοξη αυτοσυνειδησία μας, θα έχει ολέθρια αποτελέσματα για την πνευματική μας πορεία και πολύ πιθανόν για αυτή την ίδια την βιολογική μας ύπαρξη. Διότι, είναι γνωστό, ότι στο χώρο της παραθρησκείας υπάρχουν δυστυχώς και οι λεγόμενες καταστροφικές λατρείες (σέκτες), οι οποίες έχουν δώσει πάμπολλα δείγματα ολέθρου και καταστροφής σε πλειάδα συνανθρώπων μας.«Στώμεν» επομένως «καλώς», διότι αυτό είναι το πραγματικό μας συμφέρον!
Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών
«…Ὡς δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκώς…» (Λουκ. 7,12)
ΥΠΑΡΧΕΙ, ἀγαπητοί μου, μία λέξις, ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἅμα τὴν ἀκούσῃ λυπᾶται καὶ μελαγχολεῖ· εἶνε ἡ λέξι θάνατος. Ὅταν ἤμουν ἱεροκήρυκας ―καὶ ἤμουν πολὺ εὐτυχής, διότι μ᾿ ἀξίωνε ὁ Θεὸς νὰ γυρίζω καὶ νὰ κηρύττω τὸ Εὐαγγέλιο―, εἶχα πάει σ᾿ ἕνα χωριό. Ἦταν βράδυ. Φιλοξενήθηκα σ᾿ ἕνα σπίτι. Προτοῦ νὰ κοιμηθοῦμε είχαμε μιὰ συζήτησι μὲ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ σπιτιοῦ. Ἐκεῖ ποὺ συζητούσαμε εἶπα τὴ λέξι «θάνατος». Μόλις ἄκουσε ὁ νοικοκύρης τὴ λέξι «θάνατος», τρόμαξε καὶ χτύπησε ξύλο. ―Γιατί χτυπᾷς ξύλο; τοῦ λέω. ―Ἐδῶ, λέει, ἔχουμε αὐτὴ τὴ συνήθεια· νομίζουμε ὅτι ἔτσι φεύγει ὁ θάνατος…
Ἂν ἔφευγε ὁ θάνατος ἔτσι εὔκολα!… Τὸ παράδειγμα αὐτὸ δείχνει πόσο τρόμο προξενεῖ καὶ τὸ ἄκουσμα τῆς λέξεως «θάνατος», πολὺ δὲ περισσότερο ὅταν ὁ θάνατος ἐπισκεφθῇ τὸ σπίτι μας καὶ πεθάνῃ κάποιος ἀπὸ τοὺς οἰκείους.
* * *
Ἦταν κάποτε ἐποχή, ποὺ ὁ θάνατος δὲν ὑπῆρχε. Περίεργο πρᾶγμα, δὲν ὑπῆρχε θάνατος; Ναί, δὲν ὑπῆρχε. Ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο ἀθάνατο. Ἀλλὰ ὑπὸ ἕνα ὅρο· νὰ ὑπακούῃ στὶς ἐντολές του. Τὸν προειδοποίησε μέσα στὸν κῆπο τοῦ παραδείσου, ὅτι ἂν παραβῇ τὴν ἐντολή του θὰ πεθάνῃ· «θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γέν. 2,17). Δυστυχῶς οἱ πρωτόπλαστοι δὲν ὑπήκουσαν στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Παρέβησαν τὴν ἐντολή του, ἁμάρτησαν, κι ἀπὸ τότε ὁ θάνατος μπῆκε στὴν ἀνθρωπότητα. Ἀθάνατος πρῶτα ὁ Ἀδάμ, θνητὸς κατόπιν. Θνητὸς ὁ Ἀδάμ, θνητὴ ἡ Εὔα, θνητοὶ ὅλοι ἐμεῖς, ἄντρες – γυναῖκες, ποὺ καταγόμεθα ἀπὸ ἐκείνους.
Κανένα ἄλλο πρᾶγμα δὲν εἶνε τόσο βέβαιο ὅσο ὁ θάνατος. Ὅλα τ᾿ ἄλλα μπορεῖ νὰ συμβοῦν – μπορεῖ νὰ μὴ συμβοῦν, ἔχουν κάποια πιθανότητα· ὁ θάνατος εἶνε τὸ πιὸ βέβαιο. Ἀλλ᾿ ἐνῷ εἶνε τὸ πιὸ βέβαιο, ἐν τούτοις εἶνε ἄγνωστη ἡ ὥρα του. Ὁ θάνατος ἔρχεται σὰν τὸν κλέφτη, «ὡς κλέπτης ἐν νυκτί» (πρβλ. Α΄ Θεσ. 5,2). Ὁ κλέφτης δὲν προειδοποιεῖ τὸ νοικοκύρη ποιά ὥρα θὰ ᾿ρθῇ· ἔρχεται αἰφνιδίως καὶ κλέβει. Ἔτσι κι ὁ θάνατος. Ἔρχεται πρωΐ, ἔρχεται μεσημέρι, ἔρχεται βράδυ· ἔρχεται στὸ δρόμο, ἔρχεται στὴν πλατεῖα, ἔρχεται στὸ χωράφι, ἔρχεται στὸ αὐτοκίνητο ποὺ ταξιδεύεις, ἔρχεται στὸ πλοῖο, ἔρχεται στὸ σιδηρόδρομο, ἔρχεται στὸ ἀεροπλάνο. Παντοῦ καὶ πάντοτε ἔρχεται. Ἀκόμα καὶ στὶς στιγμὲς τῆς χαρᾶς, ἀκόμα καὶ τὴν ὥρα τοῦ γάμου· ἔχουμε παραδείγματα πού, ἐνῷ πήγαιναν γιὰ τὰ στέφανα, πέθαναν ὁ γαμπρὸς ἢ ἡ νύφη καὶ ὁ γάμος ἔγινε κηδεία. Ὦ Θεέ μου! παντοῦ ὁ θάνατος.
Κ᾿ εἶνε κουφὸς ὁ χάρος, δὲν ἀκούει κλάματα· καὶ τυφλός, δὲ βλέπει δάκρυα. Ἔτσι τὸν ζωγραφίζουν οἱ ζωγράφοι· μὲ τὰ μάτια κλειστά. Προχωρεῖ· παίρνει τὸν ἀσπρομάλλη γέρο, παίρνει καὶ τὸ μικρὸ παιδὶ ἀπ᾿ τὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάνας· μπαίνει στὴν καλύβα κι ἁρπάζει τὸ φτωχό, μπαίνει καὶ στὰ παλάτια κι ἁρπάζει βασιλιᾶδες καὶ στρατηγούς. Δὲν κάνει καμμία διάκρισι. Καὶ Μέγας Ἀλέξανδρος νὰ γίνῃς, ὁ θάνατος θὰ σὲ νικήσῃ. Ὅταν γίνωνται πολιτικὲς ἐκλογές, οἱ νικηταὶ θριαμβολογοῦν καὶ διασκεδάζουν, οἱ ἡττημένοι κατεβάζουν τὸ κεφάλι καὶ κρύβονται. Ἀλλὰ τόσο οἱ μὲν ὅσο καὶ οἱ δὲ μετὰ ἀπὸ λίγα χρόνια ποῦ θὰ εἶνε; Νικητὰς καὶ ἡττημένους, ὅλους θὰ τοὺς δεχθῇ ὁ τάφος. Ποιός θυμᾶται πρὶν ἑκατὸ χρόνια ποιός ἦταν πρωθυπουργὸς ἢ ἀρχηγὸς τοῦ τάδε κόμματος; Ἕνας τάφος τὰ καλύπτει ὅλα. «Ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (Ἐκκλ. 1,2).
Ἦταν ἕνας βασιλιᾶς τῶν Περσῶν ποὺ τὸν ἔλεγαν Ξέρξη. Αὐτὸς ἐξεστράτευσε ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος τὸ 480 π.Χ.. Ἦρθε μὲ ἕνα ἑκατομμύριο στρατὸ στὶς Θερμοπύλες. Τὴν παραμονὴ τῆς μάχης παρέταξε ἐκεῖ τὶς δυνάμεις του. Καθὼς ὅμως τὰ στρατεύματα παρήλαυναν κι αὐτὸς πάνω ἀπ᾿ τὴν ἐξέδρα τὰ ἐπιθεωροῦσε, σὲ μιὰ στιγμὴ δάκρυα ἔφυγαν ἀπ᾿ τὰ μάτια του. Οἱ ὑπασπισταὶ τὸ παρατήρησαν· ―Γιατί κλαῖς; Εἶσαι ὁ ἐνδοξότερος βασιλεύς, μυριάδες στρατὸς πειθαρχεῖ στὴν προσταγή σου… ―Μοῦ πέρασε μία σκέψι, λέει ὁ Ξέρξης. ―Τί σκέψι; ―Σκέφτηκα, ὅτι ὕστερα ἀπὸ ἑκατὸ χρόνια ὅλοι αὐτοὶ θά ᾿χουν γίνει στάχτη· οὔτε ἕνας δὲ θὰ ὑπάρχῃ!… Φοβερὸς ὁ θάνατος, «πικρὸν τὸ μνημόσυνόν» του (Σ. Σειρ. 41,1), τρόμος καὶ φόβος τῆς ἀνθρωπότητος.
* * *
Ἀλλὰ ὅσοι τρέμουμε τὸ θάνατο, ὅσοι κλαῖμε ἐπάνω σὲ τάφους νεοσκαμμένους, ἂς ἀκούσουμε τώρα τὴν πιὸ εὐχάριστη είδησι. Ἡ πιὸ εὐχάριστη είδησις ποιά εἶνε; Δὲν εἶνε κάτι τετριμμένο, ὅτι λ.χ. νίκησε τὸ ἄλφα ἢ τὸ βῆτα κόμμα κ.τ.λ.. Εἶνε αὐτὸ ποὺ ἀκούγεται ἀπὸ τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο τοῦ Λουκᾶ. Εἶνε μιὰ φωνή, ἕνας νικητήριος παιάν, ποὺ σαλπίζει· Ὁ θάνατος νικήθηκε! Πῶς; ὁ κυρίαρχος καὶ ἀήττητος θάνατος νικήθηκε; Ναί. Ἐὰν εἶσαι Χριστιανός, θὰ τὸ πιστέψῃς· ἐὰν δὲν εἶσαι Χριστιανός, τότε μὴν τὸ πιστεύεις μήτε νά ᾿ρχεσαι στὴν ἐκκλησία. Αὐτὴ εἶνε ἡ μεγάλη είδησις, τὴν ὁποία μεταδίδει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ μας. Νικήθηκε ὁ θάνατος!
Ποιός τὸν νίκησε; Ἕνας τὸν νίκησε, ἕνας καὶ μόνο· ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ Κύριος τῶν κυριευόντων, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός! Τὸν νίκησε τέσσερις φορές.
Πρώτη φορὰ εἶνε αὐτὴ ποὺ ἀκούσαμε στὸ εὐαγγέλιο σήμερα. Καθὼς ὁ Χριστὸς πήγαινε σ᾿ ἕνα χωριό, λέει, πλησιάζοντας στὴν εσοδο εἶδε τὴν ὥρα ἐκείνη νὰ γίνεται κηδεία, νὰ βγάζουν ἕνα νεκρὸ καὶ νὰ πηγαίνουν νὰ τὸν θάψουν. Πίσω ἀπ᾿ τὸ φέρετρο μιὰ δυστυχισμένη μάνα ἔκλαιγε· ὁ νεκρὸς ἦταν τὸ μονάκριβο παιδί της, ποὺ τὸ εἶχε μόνη παρηγοριά της διότι ἦταν χήρα. Ἔκλαιγε ἐκείνη, ἔκλαιγε καὶ ὁ κόσμος ποὺ συμμετεῖχε στὸ πένθος της. Ὁ Χριστὸς τὴ σπλαχνίστηκε καὶ σταμάτησε. Ἀπευθύνεται στὴ μάνα καὶ τῆς λέει· «Μὴ κλαῖε» (Λουκ. 7,13), σπόγγισε τὰ δάκρυά σου. Περίεργος λόγος· πῶς νὰ μὴν κλαίῃ; Τότε ὁ Χριστὸς πλησίασε, ἄγγιξε τὸ νεκρὸ καὶ εἶπε δυὸ λέξεις· «Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι» (ἔ.ἀ. 7,14)· νέε, σήκω ἐπάνω. Καὶ μὲ ὅση εὐκολία ἡ μάνα λέει στὸ παιδί της «ξύπνα» καὶ τὸ ξυπνάει, μὲ τόση εὐκολία ὁ Χριστὸς ἀνέστησε τὸ παιδί. Ἄνοιξε τὰ μάτια του, ἀνακάθησε κι ἄρχισε νὰ μιλάῃ. Δὲν εἶνε ψέμα· τὸ εἶδαν ὅλοι, θαύμασαν καὶ εἶπαν· Μεγάλος προφήτης παρουσιάστηκε ἀνάμεσά μας· ὁ Θεὸς μᾶς ἐπισκέφθηκε, δὲ μᾶς ξέχασε. Ἔτσι νίκησε ὁ Χριστὸς τὸ θάνατο ἔξω ἀπὸ τὸ χωριὸ Ναΐν.
Πάλεψε ἐπίσης μὲ τὸ θάνατο, δεύτερη φορά, μέσα στὸ σπίτι τοῦ Ἰαείρου, ὅπου ἀνέστησε τὴ νεκρὰ κόρη του.
Πῆγε ἀκόμα στοὺς τάφους καὶ πάλεψε μὲ τὸ χάρο, τρίτη φορά, στὸ μνῆμα τοῦ Λαζάρου, ποὺ ἦταν τέσσερις μέρες νεκρὸς καὶ θαμμένος. Μ᾿ ἕνα του λόγο τὸν ἀνέστησε.
Ἀλλὰ ἡ πιὸ μεγάλη νίκη, ὁ πιὸ μεγάλος θρίαμβος πότε εἶνε· τὴν τέταρτη φορά, ὅταν ὁ διος, πάνω στὸν ἑαυτό του, νίκησε τὸ θάνατο. Κατέβηκε στὸν ᾅδη, πάλεψε μὲ τὸ χάρο, ἔσπασε τὶς χάλκινες πύλες τῆς φυλακῆς του, πῆρε τοὺς αἰχμαλώτους. Ἔτσι κατενίκησε τὸ θάνατο· καὶ τότε ὅλα, ἐπουράνια καὶ ἐπίγεια, ἄστρα, ποταμοί, θάλασσες, στεργιές, λαγκάδια, νεκροί, μνήματα, ὄρη καὶ πεδιάδες, ὅλα φώναζαν «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν».
Καὶ ἡ σημερινὴ ἡμέρα, ἡ Κυριακή, τί σημαίνει, ἀγαπητοί μου; Εἶνε νίκη. Ἑορτάζουμε τὴν ἀνάστασι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γι᾿ αὐτὸ στὰ παλιὰ χρόνια μνημόσυνα δὲ γίνονταν Κυριακή· τὸ Σάββατο γίνονταν μνημόσυνα. Καὶ στὸ Ἅγιο Ὄρος μνημόσυνα γίνονται μόνο τὸ Σάββατο, Κυριακὴ ὄχι. Διότι ἡ Κυριακὴ εἶνε ἡμέρα χαρᾶς καὶ θριάμβου· «αὕτη ἡ ἡμέρα, ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος· ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ» (Ψαλμ. 117,24· Κυρ. Πάσχα, ὄρθρ.).
* * *
Αὐτά, ἀγαπητοί. Τὰ πιστεύουμε; Μήπως εἶνε παραμύθια; Ἄ, ὄχι! Ὅλα εἶνε παραμύθια, ἕνα εἶνε γεγονός, ἑκατὸ τοῖς ἑκατὸ βέβαιο. Ὅσο βέβαιο εἶνε, ὅτι αὔριο ξημερώνει Δευτέρα, τόσο βέβαιο εἶνε, ὅτι θὰ ἔρθῃ μιὰ ἡμέρα ποὺ πάνω στὰ μνήματα θ᾿ ἀκουστῇ ἡ φωνὴ «Νεκροί, ἐγερθῆτε!», καὶ οἱ νεκροὶ θ᾿ ἀναστηθοῦν καὶ θὰ παρουσιαστοῦν ἐνώπιον τοῦ θείου κριτηρίου, ἄλλοι μὲν γιὰ ν᾿ ἀνέλθουν στὸν παράδεισο, ἄλλοι δὲ γιὰ νὰ κατέλθουν στὸν ᾅδη.
Αὐτὰ διδάσκει τὸ εὐαγγέλιο. Ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ «ἀρχηγὸς» καὶ «σωτήρας» μας (Πράξ. 5,31). Κανείς ἄλλος. Ὅποιος βάλῃ ἀρχηγὸ τὸν ἄλφα ἢ τὸν βῆτα ἄνθρωπο, εἶνε ἀνόητος· «Μὴ πεποίθατε ἐπ᾿ ἄρχοντας, ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία» (Ψαλμ. 145,3). Ἀρχηγός μας ὁ Χριστός. Αὐτὸς νίκησε τὸ θάνατο, τὸ χάρο· αὐτὸς νίκησε τὴν ἁμαρτία. Σ᾿ αὐτὸν νὰ πιστεύουμε, αὐτὸν νὰ λατρεύουμε. Αὐτῷ ἡ δόξα εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
… Ναι, και εγώ επίσης το πήρα απόφαση ότι το μυστήριο των διαπροσωπικών σχέσεων θα παραμείνει για μένα άλυτο ως το τέλος των ημερών μου, τέλος που ήδη πλησιάζει [1]. Έχει ενισχυθεί μέσα μου η συνείδηση ότι όλοι εμείς οι άνθρωποι στον ένα ή τον άλλο βαθμό είμαστε τυφλοί.
Βλέπουμε κάποιο μέρος της παγκόσμιας ζωής και βασιζόμαστε στις κρίσεις μας από τη «μερική» αυτή θεώρηση. Η μερική, ατομική αυτή θεώρηση κυριεύει τον άνθρωπο τόσο ισχυρά, ώστε να μην μπορεί να κρίνει διαφορετικά, παρά βασιζόμενος στη δική του αντίληψη ή, όπως είπα, θεώρηση των πραγμάτων.
Ως συνέπεια της χαρακτηριστικής σε όλους μας τυφλώσεως, όλοι ανεξαιρέτως, δεν κατανοούμε πότε πληγώνουμε τους άλλους, πότε καταστρέφουμε τη ζωή τους, πότε κρίνουμε γι’ αυτούς σύμφωνα με την αντίδραση εκείνη που αποδείχθηκε συνέπεια ίσως κάποιας δικής μας ενέργειας.
Γνωρίζουμε ότι στη βάση της προσωπικής μας συνείδησης βρίσκεται η επιθυμία του αγαθού, η αναζήτηση της τελειότητος, και κινούμενοι από τη βεβαιότητα για το δίκαιο της αναζητήσεώς μας τείνουμε αθεράπευτα να δικαιώνουμε τους ίδιους τους εαυτούς μας. Και αυτό αποτελεί κοινή αρρώστια όλων μας. Από αυτό προέρχονται οι άλυτες συγκρούσεις σε όλο τον κόσμο. Άλυτες, γιατί ο καθένας δικαιώνει τον εαυτό του απορρίπτοντας τη δικαιοσύνη του άλλου που στέκεται απέναντί του.
Δεν τα γράφω αυτά με σκοπό να σου καταλογίσω εκ νέου οτιδήποτε. Δεν γνωρίζω ποιος πρώτος με κάποια ορατή ή αόρατη κίνηση της ψυχής του προξένησε πληγή στην άλλη ψυχή. Γνωρίζω μόνο ότι δεν είναι δυνατό να σωθεί ο κόσμος διαφορετικά, παρά μόνο με το «άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών» (Ματθ. 6, 12).
Η δύναμη λοιπόν αυτή της συγχωρήσεως για τις πληγές που μας προξένησαν εκπορεύεται από το Πνεύμα το Άγιο. Αυτή ήταν φυσική στον άνθρωπο πριν από την πτώση του, αλλά τώρα είναι για μας υπερφυσική. Εμείς δεν μπορούμε να συγχωρήσουμε με δική μας δύναμη για τον πόνο που ζήσαμε.
Σου έγραψα ήδη, μου φαίνεται, ότι από πολύ παλιά άρχισα να βλέπω όλα όσα «συμβαίνουν» σε μένα, όχι μόνο ως προσωπικό μου δράμα ή ακόμη και τραγωδία, αλλά ως αποκάλυψη εκείνων που διαδραματίζονται στον ανθρώπινο ωκεανό, στην απεραντοσύνη της ζωής του κόσμου, που περνάει από μένα σαν θάλασσα από κάποιον «πορθμό». Ο πορθμός αυτός δεν είναι η ίδια η θάλασσα, αλλά το νερό μέσα σε αυτόν είναι το ίδιο με το νερό της θάλασσας. Και αυτό αποτελεί τον δρόμο για τη βαθύτερη κατανόηση των λόγων του Χριστού: «Πάντα ούν όσα αν θέλητε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς»[3] (Ματθ. 7, 12).
Συνεπώς αυτό είναι η μάθηση μας, το σχολείο μας· αυτό αποτελεί τον δρόμο προς την παγκόσμια γνώση, την οδό για την αφομοίωση της διδαχής του Χριστού, ως τότε ακατανόητης, παραμορφωμένης από τα πάθη και την «τύφλωση» μας.
Λοιπόν, αγαπητή μου Μαρία, ειρήνη σε σένα και χάρη Άνωθεν. Και μην φοβάσαι, δεν θα σε ανησυχήσω άλλο με τίποτε που θα μπορούσε να σου θυμίσει την πληγή σου.
Εγώ ο ίδιος είμαι τυφλός και δεν θυμάμαι καθόλου την πρώτη εκείνη χειρονομία μου, που εσύ κατανόησες με τον τρόπο που γράφεις γι’ αυτή. Συγχώρησέ με και δώσε μου την αγάπη σου…
Σημειώσεις:
[1] Η παράγραφος αυτή είναι απάντηση του Γέροντος Σωφρονίου στο γράμμα της Μαρίας της 2ας Ιουλίου 1968, όπου αυτή γράφει για κάποια παρεξήγηση στις σχέσεις με έναν κοινό γνωστό.
[2] Ματθ. 6,12.
[3] Ματθ. 7,12. Πρβλ. Λουκ. 6,31.
Πηγή: (Επιστολή 36 του Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ, 7 Ιουλίου 1968 - Αρχιμανδρίτη Σωφρονίου Σαχάρωφ, "Γράμματα στη Ρωσία", εκδ. Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ, Αγγλίας, 2009, σ. 114-115), Ζωντανό Ιστολόγιο, Η Άλλη Όψη
Ἡ ὀρθοδοξία ἀνέκαθεν ὑπῆρξε ἀρωγὸς καὶ συμπαραστάτης τοῦ ἀνθρώπου στοὺς ἀγῶνες γιὰ ἐλευθερία, ἰσότητα καὶ ἀξιοπρέπεια. Ως Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καλεῖ τοὺς ἀνθρώπους στὴν ὑπέρβαση τῆς πραγματικότητας τῆς φθορᾶς, στὴν ἐλευθερία, ποὺ παρέχει στὸν ἄνθρωπο ἡ Θεία Χάρη. Ἡ συμμετοχὴ στὰ μυστήρια καὶ στὴ ζωὴ τῆς ἐκκλησίας ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν πραγματικὴ ἐλευθερία, τὴν κατ’ εἰκόνα ἐλευθερία, «ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος, ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἶναι εἰκόνα τῆς θείας ἐλευθερίας»[1]. Ο ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος ἐπειδὴ γίνεται πρόσωπο, ἀποκτᾶ τὸν πολιτισμὸ τοῦ προσώπου μέσα στὴν ἐκκλησία. «Ὁ ΄πολιτισμὸς τοῦ προσώπου΄ εἶναι ἡ πρόταση ζωῆς τῆς Ὀρθοδοξίας».[2]
Ἀπὸ τὴ μελέτη τῆς ἱστορίας τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων γίνεται φανερό, ὅτι ὁ ἀρχικός τους σκοπὸς ἦταν νὰ ἐξασφαλίσουν τὰ προνόμια τῶν ἰσχυροποιημένων τάξεων (γαιοκτημόνων καὶ ἀστῶν) (MagnaCharta, ἀστικὲς ἐπαναστάσεις) καὶ φυσικὰ οὐδεὶς ἐκ τῶν ἐμπνευστῶν τους δὲν μποροῦσε νὰ φανταστεῖ τὴ σημερινή τους μορφὴ ὅπως δὲ θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ διανοηθεῖ τὴν καθολικὴ ἐπικράτηση τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Καὶ σήμερα ὑπάρχουν οἱ ἀμφισβητίες τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων στὸ δυτικὸ κόσμο γιὰ τοὺς ὁποίους ἡ κατάργησή τους καὶ....
ἡ ἀλλαγὴ τοῦ δημοκρατικοῦ συστήματος, ποὺ ὑπάρχει σήμερα στὸν κόσμο μὲ κάποιο ἄλλο αὐταρχικό, θὰ ἔφερνε τὴν ἀνθρωπότητα στὸν «ἴσιο δρόμο».
Στὴν πλευρὰ τῆς ἀμφισβήτησης τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων θὰ συναντήσουμε συχνὰ ἐκπροσώπους τῆς Ὀρθοδοξίας. Μὲ τὸν «ἀέρα» τοῦ κατόχου της ἀπόλυτης ἀλήθειας ἀπορρίπτουν κάθε διαφορετικὴ προσέγγιση τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς πέραν τῆς ὀρθόδοξης παράδοσης.
Ἡ Θεσμικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κατὰ τὸν 20ο αιώνα στὴ χώρα μας, στὴν οὐσία παραχάραξε τὴν ταυτότητά της, μὲ τὸν ἐναγκαλισμό της μὲ τὴν κρατικὴ ἐξουσία, καὶ ὁδήγησε στὴν «κατανόηση τῆς χριστιανικῆς ταυτότητας μὲ ὅρους φυλετικοὺς καὶ κολεκτιβιστικούς, πράγμα ποὺ φυσικὰ ἐκβάλλει σὲ ἐθνικισμό».[3] Ἀπὸ τὰ χείλη διαφόρων ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν ἡ Ὀρθοδοξία προβλήθηκε ὡς «στοιχεῖο τοῦ ἑλληνικού DNA» καὶ «πεπρωμένο τῆς ‘φυλῆς’», ἀντίληψη ἡ ὁποία «συνιστᾶ θηριώδη ἀντιστροφὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ». Ἡ πίστη ἀπὸ «ἄθλημα στὴν ἐλευθερία – προσωπικὴ ἐπιλογὴ» μετατρέπεται σὲ «στοιχεῖο ποὺ κληρονομεῖται ἀνεπίλεκτα».[4] Ἐνῶ ὁ Θεὸς καλεῖ τὸν Ἀβραὰμ νὰ ἐγκαταλείψει τὸν τόπο ποὺ ζεῖ καὶ τοὺς συγγενεῖς του καὶ νὰ ἐγκατασταθεῖ ἐκεῖ ποὺ θὰ τοῦ δείξει, νὰ γίνει δηλαδὴ μετανάστης καὶ ἀντίστοιχα τὸν Παῦλο νὰ μεταστραφεῖ[5] καὶ νὰ ἐγκαταλείψει ὅσα μέχρι τότε ἀποτελοῦσαν τὴν πίστη τῶν προγόνων του (Νόμος, Περιτομή), οἱ σημερινοὶ κήρυκες μᾶς καλοῦν νὰ ταυτοποιηθοῦμε μέσα ἀπὸ τὴν ἐθνικὴ καὶ θρησκευτική μας κληρονομιὰ καὶ μόνο, προβάλλοντας ἕνα θολὸ θεοκρατικὸ τοπίο ὡς τὴν ἐνδεδειγμένη ὀρθόδοξη χριστιανικὴ πολιτεία.
Ἡ «ἀναβάπτιση στὶς ρίζες μας», ἡ διατήρηση τῆς αὐθεντικότητας -«ἰθαγένειας», (θεολογικῆς καὶ πολιτισμικῆς) ἀποτελεῖ τὴν ἀπάντηση στὴν ἀπειλὴ νόθευσης τῆς ἑλληνορθόδοξης ταυτότητας ἀπὸ «ξενόφερτες ἐπιδράσεις».[6]
Ἡ στάση τῆς Θεσμικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἀπέναντι στὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα, εἶναι διφορούμενη, ὑποβάλλεται δὲ κάθε φορᾶ ἀπὸ τὸ «συμφέρον» της, τὸ ὁποῖο ταυτίζεται μὲ τὴ διατήρηση τῶν κεκτημένων ἔναντί των ἄλλων θρησκειῶν εὐνοϊκῶν νομοθετικῶν ρυθμίσεων, ποὺ τῆς προσδίδουν ἐξουσία καὶ κύρος στὰ ὅρια τοῦ κράτους. Ὁ φόβος ἀπώλειας τῆς ἐξουσίας καθιστᾶ τὴν ἐκκλησία ἐπιφυλακτικὴ ἀπέναντί σε κάθε καινοτόμο δράση, ἑπομένως καὶ στὰ κινήματα γιὰ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα. Ἡ φοβικὴ αὐτὴ στάση ἀποκαλύπτει περαιτέρω ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης τῆς ἐκκλησίας στὸ σκοπὸ τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου τὸν ὁποῖο ὑπηρετεῖ, ἀλλὰ καὶ αὐτοπεποίθησης, ὅταν ἐπιδιώκει μέσω τῆς κρατικῆς νομοθεσίας[7] νὰ διασφαλίσει τὴ συνοχὴ τοῦ ποιμνίου της. Ὡς ἔλλειψη αὐτοπεποίθησης θὰ μπορούσαμε ἐπίσης νὰ καταγράψουμε τὴν ἀποφυγὴ τῆς ἐκκλησίας νὰ ἀνακινήσει θέματα ποὺ ἀφοροῦν στὴ λατρεία (γλώσσα καὶ διάρκεια τῶν ἀκολουθιῶν) καὶ τὶς «παραδόσεις» (ἐνδυμασία καὶ κόμμωση τῶν κληρικῶν), ἀλλὰ καὶ στὴ διοίκηση τῶν μητροπόλεων (ὑπέργηροι μητροπολίτες, ἰσόβια ἀπόλυτη ἐξουσία –«δεσπότης»)[8].
Ἡ ἀναγνώριση τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων ὑπὸ ὅρους εἶναι τὸ ζητούμενο καὶ γιὰ τὴ Ρωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, στὴν ἐπίσημη ἰστοσελίδα τῆς ὁποίας εἶναι ἀναρτημένο κείμενο μὲ τίτλο «Οἱ ἀρχὲς τῆς διδασκαλίας τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας γιὰ τὴν ἀξιοπρέπεια, τὴν ἐλευθερία καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου». Ἀπὸ τὸ ἐν λόγω κείμενο τὸ ὁποῖο «ἐνεκρίθη ἀπὸ τὴ Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας»[9] ἀντιγράφουμε κάποιες κατὰ τὴν ἄποψή μας ἐνδιαφέρουσες καὶ διαφωτιστικὲς ἀναφορές. Στὴν εἰσαγωγὴ ἀναφέρεται ὅτι: «[…]διὰ τῆς ἐπικλήσεως τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων στὴν πραγματικότητα ἐφαρμόζονται πολλὲς φορὲς ἰδέες, οἱ ὁποῖες ριζικὰ ἀντίκεινται στὴ χριστιανικὴ διδασκαλία» καὶ στὴ συνέχεια ἐπισημαίνεται ὁ κίνδυνος γιὰ τοὺς χριστιανοὺς «κοινωνικοὶ καὶ κρατικοὶ παράγοντες […] νὰ τοὺς ἐξαναγκάζουν νὰ σκέφτονται καὶ νὰ πράττουν ἀντιθέτως πρὸς τὶς Θεῖες ἐντολές, πράγμα τὸ ὁποῖο ἐμποδίζει τὴν ἐπίτευξη τοῦ κυριότερου σκοποῦ τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, δηλαδὴ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν εὕρεση τῆς σωτηρίας». Θὰ σημειώσουμε μιὰ ἐνδιαφέρουσα θεολογικὴ προσέγγιση τῆς ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας: «στὴν χριστιανικὴ παράδοση τῆς Ἀνατολῆς ἡ ἔννοια τῆς ‘ἀξιοπρέπειας’ ἔχει πρωτίστως ἠθικὴ διάσταση ἐνῶ ἡ ἀντίληψη γιὰ τὸ τί εἶναι ἄξιο καὶ ἀνάξιο εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένο μὲ τὶς ἠθικὲς ἢ τὶς ἀνήθικες πράξεις τοῦ ἀνθρώπου καὶ μὲ τὴν ἐσωτερική του κατάσταση. Ἔχοντας ὑπόψη τὴν διεφθαρμένη λόγω τῆς ἁμαρτίας κατάσταση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως κρίνεται σημαντικὴ ἡ σαφῆ διάκριση μεταξύ του ἀξιοπρεποῦς καὶ τοῦ ἀναξιοπρεποῦς στὴν ἀνθρώπινη ζωή». Τέλος θὰ ἀναφέρουμε ὁρισμένες συμπερασματικὲς προτάσεις, ἀπὸ τὸ προαναφερθέν κείμενο, οἱ ὁποῖες θεωροῦμε ὅτι πρέπει νὰ μᾶς προβληματίσουν ἰδιαίτερα ὡς πρὸς τὶς προτεραιότητες ποὺ θέτουν καὶ τὸ πρίσμα ὑπὸ τὸ ὁποῖο θεωροῦν τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα. «Ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ὁ πολιτικὸς καὶ νομικὸς θεσμὸς τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων μπορεῖ νὰ ὑπηρετεῖ τοὺς καλοὺς σκοποὺς τῆς προστασίας τῆς ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας καὶ νὰ συμβάλλει στὴν πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ ἀνάπτυξη τοῦ προσώπου. Γιὰ αὐτὸν τὸ λόγο ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἀντίθετη μὲ τοὺς νομοθετημένους ἀπὸ τὸ Θεὸ ἠθικοὺς κανόνες καὶ τὴ στηριζόμενη σὲ αὐτοὺς παραδοσιακὴ ἠθική. Τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου δὲν μποροῦν νὰ ἀντιταχθοῦν στὶς ἀξίες καὶ στὰ συμφέροντα τῆς πατρίδας, τῆς κοινότητας καὶ τῆς οἰκογένειας.» Η ἀναγνώριση τῆς πολιτικής και νομικης διαστασής των ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων εἶναι κατὰ τὴν ἄποψή μας τὸ θετικὸ στοιχεῖο. Ἡ ἀπαίτηση γιὰ συμφωνία τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων μὲ τοὺς «νομοθετημένους ἀπὸ τὸ Θεὸ ἠθικοὺς κανόνες» καὶ τὴν «παραδοσιακὴ ἠθικὴ» θέτουν πρωτίστως θεολογικὰ ζητήματα ποὺ ἀφοροῦν στὴν ἠθική τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τὴν ὕπαρξη ἢ ὄχι θεολογικων κανόνων, ἀφενὸς καὶ τὴ σχέση τῆς παραδοσιακὴς ἠθικής με τὴν ἠθικὴ διδασκαλία τῶν Πατέρων καὶ τὴ σύγχρονη ὀρθόδοξη θεολογία ἀφετέρου. Τέλος ἡ πρόταξη των αξιῶν καὶ συμφερόντων τῆς πατρίδας τῆς κοινότητας[10] καὶ τῆς οἰκογένειας εναντί των ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, θεωροῦμε ὅτι βλάπτει σημαντικὰ τὴν οἰκουμενικότητα τόσο τῆς Ὀρθοδοξίας ὅσο καὶ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Τερέζης Χ. ό.π., σελ. 49
[2] Κωνσταντῖνος Δεληκωσταντής, «Παγκοσμιοποίηση καὶ Ὀρθοδοξία», σ.495
[3] Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, «Ποιὰ θρησκεία καὶ ποιὰ πολιτική;», Σύναξη 110 (2009), σ.92
[4] Ό.π.
[5] Ό.π. σ.92-93
[6] Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, «Ἡ κοινότητα ὡς βρόχος.» σ.339
[7] «φαινόμενα ποὺ χαρακτήρισαν τὸν νεοελληνικὸ βίο τὸν 20ο αιώνα, ὅπως ἡ νομοθέτηση τῆς ἱερολογίας ὡς μοναδικοῦ συστατικοῦ τύπου τοῦ γάμου, ἡ ποινικοποίηση τῆς ἑτεροδοξίας, ἡ ἀπαίτηση νὰ γνωμοδοτεῖ ὁ ἐπίσκοπος γιὰ τὴ λειτουργία εὐκτήριου οἴκου ἑτεροδόξων, ἡ πεποίθηση τῶν ἐπισκόπων ὅτι ἐκπροσωποῦν τὸ σύνολο τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ κ.λπ, ἀποτελοῦν παραχαράξεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ταυτότητας καὶ κουτοπόνηρη νόσφιση κρατικῆς πολιτικῆς» Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, «Ποιὰ θρησκεία καὶ ποιὰ πολιτική;»,σ.92
[8] Τὰ ζητήματα αὐτά, κατὰ τὴν ἄποψή μας, μποροῦν κάλλιστα νὰ ἀναφέρονται ἄμεσα ἢ ἔμμεσα στὸ σεβασμὸ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων μέσα στὴν Ἐκκλησία.
[9] https://mospat.ru/gr/documents/dignity-freedom-rights/v/ (ἀνάκτηση 22-8-2013)
[10] Γιὰ τὸ ζήτημα τῶν ἀξιῶν τῆς κοινότητας καὶ τὴν ὕπαρξη οἰκουμενικῶν ἀξιῶν βλέπε: Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, «Ἡ κοινότητα ὡς βρόχος», σ.335-339
Πηγή: Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
Μέρος Α'
π. Ἰωὴλ: Ἀγαπητοί ἀκροαταί, χαίρετε.
Σήμερα ἔχομε καί πάλι τήν χαρά καί τήν εὐλογία νά εὑρίσκεται εἰς τόν ραδιοφωνικό μας σταθμό - Ράδιο Δρυινούπολις - ὁ Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος, ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος.
Σέ ὅλους μας εἶναι γνωστός ὁ π. Ἀρσένιος, τόσο ἀπό τά κείμενά του, τίς ὁμιλίες του, πού δημοσιεύονται πολύ συχνά στά θρησκευτικά sites, στίς ἱστοσελίδες δηλαδή, ὅσο καί ἀπό τίς ὁμιλίες του πού μεταφέρομε, μέσῳ τοῦ ραδιοφωνικοῦ σταθμοῦ. Ἰδίως ὅμως ἀπό τήν συνέντευξι πού ἀκριβῶς πρίν ἕνα χρόνο μᾶς εἶχε παραχωρήσει στήν ἴδια αὐτή ἐκπομπή γιά τόν Γέροντα Παΐσιο καί τόν Γέροντά του, π. Ἰσαάκ τόν Λιβανέζο.
Σήμερα λοιπόν ἔχομε τήν εὐλογία καί τήν εὐκαιρία ὁ π. Ἀρσένιος νά εὐαρεστηθῆ ὥστε νά ἀγγίξωμε ἕνα μεγάλο θέμα πού ὀνομάζεται ''Ὑγιής καί νόθος πνευματικότης''.
Ἔτσι, ''ἐπί πτερύγων ἀνέμων'', οἱ ἀπαντήσεις του στίς ἐρωτήσεις πού θά τοῦ ὑποβάλωμε θά μεταφερθοῦν στά....
ὦτα τῶν εὐσεβῶν ἀκροατῶν, καί ὄχι μόνον.
Μέσα ἀπό αὐτήν τήν συνέντευξι εὐελπιστοῦμε ὅτι θά κατανοήσωμε ποιά εἶναι ἡ ὀρθή καί ὑγιής πνευματικότης πού θά πρέπη νά διέπη τήν ζωή μας καί πού θά πρέπη νά καλλιεργοῦμε καί ποιά ὄχι.
π. Ἀρσένιε, σᾶς καλωσορίζομε καί σᾶς παρακαλοῦμε, μέ κάθε ἄνεσι χρόνου, νά μᾶς πῆτε ὅ,τι ἀγαθόν ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας σας στό ἐπίμαχο αὐτό θέμα.
π. Ἰωὴλ - Πρώτη Ἐρώτησις: Μέ τόν ὅρο ''ὑγιής πνευματικότης'' ὑπονοεῖται ὅτι ὑπάρχει καί ἡ ἀρρωστημένη, πλανεμένη καί νοθευμένη πνευματικότης. Θά μπορούσατε νά μᾶς περιγράψετε καί νά μᾶς δώσετε, εἰ δυνατόν, τά ὅρια, τόσον τῆς ὑγιοῦς, ὅσον καί τῆς νοθευμένης πνευματικότητος;
π. Ἀρσένιος: Ἐν πρώτοις, σεβαστέ μου π. Ἰωήλ, αἰσθάνομαι τήν ἀνάγκη νά εὐχαριστήσω τὀν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Δρυινουπόλεως, Πωγωνιανῆς καί Κονίτσης κ. κ. Ἀνδρέαν γιά τήν εὐλογία πού μᾶς παρεῖχε γι᾽ αὐτήν τήν συνέντευξι καί μάλιστα γιά τήν πρόσκλησί του νά συμμετάσχω στίς ἐκδηλώσεις γιά τόν Γέροντα Παΐσιο ὡς ὁμιλητής. Οἴκοθεν ἐννοεῖται ὅτι ἐπικαλοῦμαι ἐκ τῆς θέσεως ταύτης τίς εὐχές του.
Ἐπειδή τό θέμα τῆς συζητήσεως εἶναι γενικό, καυτό, δύσκολο καί ἔχει πάρα πολλές ἀνεξάντλητες πτυχές, θἀ προσπαθήσωμε νά ἀπαντήσωμε σέ γενικό ἐπίπεδο, τό ὁποῖο θέλει προσοχή καί διάκρισι στήν ἐξατομικευμένη ἐφαρμογή.
Λοιπόν, ὅταν μᾶς τονίζη συνεχῶς ἡ Μία, Ἁγία Ὀρθόδοξος καί ὄντως Καθολική Ἐκκλησία μας ὅτι πρέπει νά γίνωμε πνευματικοί ἄνθρωποι, δέν ἐννοεῖ ἄλλο παρά τό ὅτι πρέπει νά ἀγωνισθοῦμε γιά νά λάβωμε στήν πνευματική μας καρδία τήν ἐνεργό καί δρῶσα Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Δέν πρέπει βεβαίως νά ξεχνᾶμε ὅτι ὁ ἔσχατος καί τελικός σκοπός τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου ἦτο ἡ ἐκ νέου ἀποστολή τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Γιά νά ἠμπορέση τώρα ὁ πιστός νά μετάσχη ὀντολογικά καί ὑπαρξιακά στήν Ὀρθόδοξη πνευματικότητα θά πρέπη νά διακατέχεται ἀπό Ὀρθοδοξία καί ὀρθοπραξία.
Ἀπαιτοῦνται ἡ ὀρθή πίστις στά δόγματα, πού εἶναι οἱ ἀποκεκαλυμμένες περί Θεοῦ ἀλήθειες, καί ἡ Ἐφηρμοσμένη Δογματική, πού εἶναι ἡ διά βίου ἀσκητική θεραπευτική ἀγωγή, σύμφωνα μέ τήν διαχρονική διδασκαλία τῶν Ἁγίων καί Θεοφόρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ὅσον ἀφορᾶ εἰς τά δόγματα πρέπει νά διασαφηνίσωμε ὅτι ὅταν προσβάλλεται καί διαστρέφεται κάποιο δόγμα, στήν οὐσία ὑβρίζεται ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἄλλα μᾶς ἀπεκάλυψε, καί ἐπί πλέον προσβάλλεται ἄμεσα καί ἡ ἰδία μας ἡ σωτηρία.
Γιά παράδειγμα, ἄν ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι κτιστή, τότε μοιραίως δέν ἠμπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά θεωθῆ, νά γίνη θεός κατά Χάριν καί νά ξεπεράση τίς συνέπειες τῆς κτιστότητος.
Ἄν τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ, τότε εἰσάγονται δύο ὀντολογικές ἀρχές στήν Ἁγία Τριάδα. Τότε θά εἴχαμε διθεΐα καί ὄχι μονοθεΐα. Βέβαια, γιά νά εἴμαστε πιό ἀκριβεῖς, στήν Δύσι δέν ὑπάρχει αὐτό τό πρόβλημα - διότι ἔχουν πολύ μεγαλύτερα - γιατί ἐσφαλμένως στούς Δυτικούς ἡ μονοθεΐα ''ἐξασφαλίζεται'' ἀπό τήν μία κοινή οὐσία τοῦ Θεοῦ. Ἐνῷ κατά τόν Μέγα Βασίλειο, καί ὄχι μόνο, «ἐκ τοῦ ὄντος ἡ οὐσία». Ἄν βγῆ ἀπό τήν μέση ἡ Τριάς, ὁ Θεός δέν ὑπάρχει.
Ἐπί πλέον, ἄν τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ, ὁ Υἱός καθίσταται καί αἴτιον καί αἰτιατόν - αἴτιον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί αἰτιατόν τοῦ Πατρός -, πρᾶγμα τό ὁποῖον εἶναι ἄτοπον. Ἀλλά καί γενικώτερα, ἡ ταύτισις οὐσίας καί ἐνεργείας στόν Θεό πού κάνει ἡ Δυτική ''ἐκκλησία'' διαστρέφει καί τό εἶναι τοῦ Θεοῦ. Καί φυσικά αὐτό ἔχει ἄμεσες σωτηριολογικές ἐπιπτώσεις. Ἀλλά, ἄς μήν ἐπεκταθοῦμε...
Μέ αὐτά τά λίγα θέλομε π. Ἰωήλ, νά καταδείξωμε γενικώτερα ὅτι οἱ ἑτερόδοξοι ἔχουν ''πλανεμένη'' πνευματικότητα a priori (ἐκ τῶν προτέρων), ἤγουν ἄχαρι, ἀπνευμάτιστη πνευματικότητα.
Γι᾽ αὐτό καί στά τροπάρια τῶν Ἁγίων Πατέρων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, μεταξύ τῶν ἄλλων, ψάλλομε καί τά ἑξῆς: «.... καί θυμόν κινήσαντες (οἱ Ἅγιοι Πατέρες) τόν δικαιότατον ἐνδικώτατα, τούς βαρεῖς ἥλασαν καί λοιμώδεις λύκους (τούς ἑτεροδόξους δηλαδή, κλπ.), τῇ σφενδόνῃ τῇ τοῦ πνεύματος ἐκσφενδονήσαντες...» Καί αὐτά τά τονίζωμε, διότι στίς ἡμέρες μας ὑπάρχει ὠμά πλέον ἡ τάσις καί ἡ προσπάθεια νά ἁπλοποιήσωμε τά δόγματα - ὅτι ὅλοι εἴμαστε τό ἴδιο δῆθεν, ἤ ποιός καταλαβαίνει τά δόγματα...
π. Ἰωὴλ: Δυστυχῶς, ἔτσι ἔχουν τά πράγματα.
π. Ἀρσένιος: Βέβαια, ἀναμφισβήτητα, κάποια δόγματα εἶναι εὐκολονόητα, κάποια δυσνόητα καί κάποια ἀκατανόητα, καθ᾽ ὅτι τό θεῖον «ἀκατάληπτόν ἐστι καί τοῦτο μόνον καταληπτόν, ἡ ἀκαταληψία αὐτοῦ». Μά, ἄν ὁ Θεός ἐκατανοῆτο, δέν θά ἦτο Θεός.
Ὅμως, ἐάν ὁ ἄνθρωπος ἐφαρμόση σωστά - ποιοτικά καί ποσοτικά - ὅλα τά προστάγματα τῆς Ἐκκλησίας μας, «τότε ποταμοί ρεύσουσι ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ὕδατος ζῶντος» (Ἰωάν. ζ´, 38). Αὐτό σημαίνει ὅτι, διά τῆς ἐμπειρίας του, μέ ὅλο του τό εἶναι ὁ ἄνθρωπος θά γνωρίζη ὁλοένα καί περισσότερο τά μυστήρια τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τῆς Ὀρθοδόξου πνευματικότητος.
Αὐτή ἡ κατάστασις θά τοῦ δημιουργῆ ἕναν συνεχῶς αὐξανόμενο ''ἀκόρεστο κορεσμό'', πού ἀπό τήν μία θά ἀπολαμβάνη τήν ἄκτιστη θεία ἡδονή καί τά σύν αὐτῇ, ἀπό τήν ἄλλη ὅμως δέν θά ἠμπορῆ νά ἑρμηνεύση μέ τόν νοῦ του ἐκεῖνα στά ὁποῖα μετέχει.
Ἔτσι, ὄχι μόνον ἐντελῶς ἐξοστρακίζεται ὁ ὄφις τοῦ ὀρθολογισμοῦ, ἀλλά φθάνει ὁ ἄνθρωπος νά μήν ἀπορῆ καθόλου τελικά μέ τά ἀκατανόητα δόγματα καί τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ, μέ τήν ἔννοια ὅτι αὐτά πού ζεῖ καί ἀπολαμβάνει - τά ὑπέρ πᾶσαν αἴσθησιν καί νόησιν - εἶναι τόσο ἰσχυρά πού πλέον δέν ἀπορεῖ γιά τά περί Θεοῦ ἀκατάληπτα.
Μάλιστα, τολμοῦμε νά ποῦμε ὅτι τά μυστήρια τῆς προσωπικῆς πνευματικῆς ζωῆς θά τοῦ προκαλοῦν μεγαλυτέραν ἔκπληξιν ἀπό τά ἐνδοθεϊκά, ''ἐξωθεϊκά'' καί σωτηριολογικά μυστήρια καί σχέδια τοῦ Θεοῦ.
Ὅλα αὐτά πού προαναφέραμε, πού εἶναι βέβαια ἰδιώματα μιᾶς ὑγιοῦς πνευματικότητος, ΜΟΝΟ στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μποροῦν νά βιωθοῦν νομοτελειακῶς.
Ἐδῶ, θά κάνωμε μία παρένθεσι. Βέβαια ὁ Θεός, παρά ταῦτα, ποτέ δέν δεσμεύεται καί εἶναι πάνω ἀπό τόν Νόμο πού ὁ Ἴδιος θεσπίζει. Περιπτώσεις Μεγάλου Κωνσταντίνου, Ἀποστόλου Παύλου, κλπ., πῶς τούς ἐκάλεσε ὁ Θεός; Αὐτές ὅμως εἶναι ἐξαιρέσεις, οἱ ὁποῖες τελικά ἐπιβεβαιώνουν τόν κανόνα. Γι᾽ αὐτό καί ἐμεῖς πού ἐγεννήθημεν Ὀρθόδοξοι πρέπει νά ὑπεραμυνώμεθα πάνω καί πέρα ἀπ᾽ ὅλα τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἡ εὐθύνη μας εἶναι μεγίστη. Ὄχι δέ ἐπειδή ὄντως ''πῦλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσι'' τῆς Ἐκκλησίας (Ματθ. ιστ´, 18), νά μήν ἀγωνιζώμεθα καί τό χειρότερο νά συμβιβαζώμεθα καί νά προδίδωμε τά τῆς πίστεως, εἴτε ἐπειδή δέν θέλομε νά πέσωμε σέ δυσμένεια, εἴτε ἐπειδή δέν θέλομε νά χάσωμε τό τάδε χρηματικό κονδύλι, κλπ.
Βέβαια, σαφῶς ἡ Ἐκκλησία δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἐμᾶς. Ἐμεῖς ἔχομε ἀνάγκη τήν Ἐκκλησία. Ὅμως, Η ΚΕΦΑΛΗ, τό ΕΓΩ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Χριστός, θά μᾶς πῆ περίπου τά ἑξῆς ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως - σύμφωνα μέ τό πνεῦμα τῆς Γραφῆς - ἐάν ἀμελήσωμε καί συσχηματιζώμεθα μέ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου: ''Γιατί αὐτό τό λίγο πού ἐξηρτᾶτο ἀπό ἐσένα δέν τό ἔκανες, δέν τό εἶπες, δέν τό ὑπερασπίσθηκες; Πονηρέ καί ὀκνηρέ δοῦλε...''! Καταλαβαίνετε...
Νά μέ συγχωρῆτε, π. Ἰωήλ, πού κάπως ἔτσι, ἴσως ἀπροσδόκητα, ἐσκέφθηκα νά ξεκινήσω τήν ἀπάντησι. Καί ἄν τό θέλετε, ὅλα τά προαναφερθέντα ἄς ἐκληφθοῦν ὡς μία γενική εἰσαγωγή γιά τό ἐξεταζόμενο θέμα μας.
π. Ἰωὴλ: Πολύ καλά κάνατε καί σᾶς εὐχαριστοῦμε.
π. Ἀρσένιος: Τώρα, γιά νά γίνω πιό σαφής καί πιό συγκεκριμένος, ἄς ἀσχοληθοῦμε περιληπτικά μέ τά ἐπί μέρους ἐρωτήματα τῆς πρώτης γενικῆς ἐρωτήσεώς σας καί στήν πορεία, ἐάν χρειασθῆ σέ κάποια σημεῖα, μποροῦμε καί νά ἐπεκταθοῦμε.
π. Ἰωὴλ: Μάλιστα, σᾶς ἀκοῦμε.
π. Ἀρσένιος: Ἡ ὑγιής πνευματικότης ἔχει ὡς σκοπό τήν ἀπόκτησι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτό γίνεται μόνο μέ τήν ἀπέκδυσι τοῦ παλαιοῦ μας ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἔχει ὡς σύμμαχο τόν Διάβολο καί τό ἐν γένει περιρρέον κοσμικό φρόνημα. Ἔτσι, ἀπαιτεῖται νά ''κτυπήσωμε'' τήν φιλαυτία μας σέ διανοητικό καί σαρκικό ἐπίπεδο καί νά θεραπεύσωμε τόν ἐγωκεντρισμό τοῦ πνεύματος καί τῆς σάρκας μας. Εἶναι ἀπαραίτητη ἡ πλήρης ἐφαρμογή ὅλων τῶν προσταγμάτων τῆς Ἐκκλησίας μας μέσῳ τῆς ὑπακοῆς σέ ἕναν διακριτικό καί ἔμπειρο πνευματικό. Πρέπει νά ἐφαρμόζωμε ὅλες τίς ἐντολές - ὄχι ἐπιλεκτικά, ὅ,τι, ὅσο καί ἐάν μᾶς ἀρέση - καί μάλιστα μέ τρόπο χριστοκεντρικό χωρίς προσμίξεις καί ἄλλες νοθευμένες καταστάσεις, αἰτίες, ἀφορμές καί σκοπούς.
Ἄς ἀναφέρωμε τώρα κάποια ἀρνητικά παραδείγματα πού ὁδηγοῦν σέ νοθευμένη πνευματικότητα.
Μπορεῖ νά εἴμαστε ''νύχτα-μέρα'' στήν ἐκκλησία καί ἄς ὑποθέσωμε ὅτι δέν κάνομε κανένα ''κακό'', στήν οὐσία ὅμως μπορεῖ νά ἐξυπηρετοῦμε μέ τήν α´ ἤ β´ μορφή τήν φιλαυτία μας χωρίς νά τό καταλαβαίνωμε. Ἄρα ὅλην τήν ἡμέρα ἁμαρτάνομε ἀδιαλείπτως. Ὅ,τι δέν εἶναι ἐκ Θεοῦ καί διά τόν Θεόν εἶναι τελικά ἁμαρτία. Ἀντί νά τρεφώμεθα ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, καταντᾶμε νά προσπαθοῦμε νά χορτάσωμε ἀπό τά ξυλοκέρατα τῆς ἀγάπης τοῦ ἐμπαθοῦς ἑαυτοῦ μας. Ἔτσι, λιμοκτονοῦμε καί τρωγόμεθα ἀπό τά ποικίλα πάθη μας.
Ἀσφαλῶς καί δυστυχῶς δέν ἔχομε τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἀπαριθμεῖ ὁ Ἀπόστολος καί, ἀντί γιά νηφάλια μανία καί ἀκόρεστο κορεσμό, βιώνομε τήν ἀνεπάρκεια τῆς ἁμαρτίας.
Ἔτσι, προσπαθοῦμε νά παρηγορηθοῦμε καί νά ἐπιβιώσωμε ὑπαρξιακά μέ λύσεις ἀπελπισίας-ἀστοχίας, δηλαδή περαιτέρω προσωπικῆς μας ἁμαρτίας, ἡ ὁποία μᾶς ὁδηγεῖ ὁλοταχῶς σέ μεγαλύτερο ὑπαρξιακό κενό μέ ὅλες τίς ἄμεσες ψυχοπνευματικοοργανικές συνέπειες καί παρενέργειες. Βλέπε αὐτοπροβολή, κατάκρισι, φθόνοι, συκοφαντίαι, δολοπλοκίαι, ἰδιοτέλεια, ἀπόκρυψις τοῦ καλοῦ τῶν ἄλλων, κρυφές ἁμαρτίες, ὑποκριτική συμπεριφορά, ἀναζήτησις ἤ προβολή νοθευμένων ἐμπειριῶν, πλᾶνες ἐπί πλανῶν, εἰδωλοποίησις τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἄγνοια τῆς τραγικότητός μας, παχεία καί διαρκής ὁμίχλη παθῶν πού μᾶς φαίνεται ὡς φυσική κατάστασις, ''χαλασμένα μυαλά'' κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, κλπ.
Σέ αὐτήν τήν περίπτωσι, ἀκόμη καί περί ἀρετῆς νά ὁμιλῆ ἤ νά ἀσχολῆται ὁ πνευματικά ἄρρωστος ἄνθρωπος, ἐμπαθῶς θά τό πράττη. Πολλῷ δέ μᾶλλον ὅταν συμβαίνη τό ἀντίθετο καί δέν ὁμιλῆ περί ἀρετῆς...
Ἄλλοι γενικοί πολύ συχνοί κίνδυνοι τῆς μεταλλαγμένης πνευματικότητος εἶναι ἡ ἐκκοσμίκευσις καί ὁ εὐσεβισμός.
Στήν πρώτη περίπτωσι τῆς ἐκκοσμικεύσεως, ὁ πιστός γίνεται ἐχθρός τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ. Αὐτός εἶναι ἕνας πολύ βασικός στόχος τῆς Νέας Ἐποχῆς. Ἐπειδή ὅμως δέν τούς συμφέρει ἡ κατά μέτωπον ἐπίθεσις, ἐπιδιώκουν οἱ Νεοεποχῖτες νά ὑπάρχουν μέν ἐκκλησίες γεμᾶτες Χριστιανούς, ἀλλά μέ ἀλλοιωμένο-κοσμικό φρόνημα.
Στήν δεύτερη περίπτωσι, τοῦ εὐσεβισμοῦ, ἡ πνευματικότητα καταντᾶ ''ξύλινη'', καθηκοντολογική καί ἀποσυνδεομένη ἀπό τά δόγματα, καθίσταται ἀσεβής. Σέ αὐτήν τήν περίπτωσι, δέν ἀποκαλύπτεται ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο, ἐφ᾽ ὅσον κατ᾽ οὐσίαν οἱ ἐντολές, ἀπό μέσον καθάρσεως καί ἁγιασμοῦ, γίνονται αὐτοσκοπός, αὐταρέσκεια, κλπ.
Τί λέγει ἡ Γραφή; «Μέγα ἐστί τό τῆς εὐσεβείας μυστήριον!» , ἀναφωνεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Α´ Τιμόθ. γ´, 16). Καί πιό κάτω, τί λέγει; Νά εἶστε ἁπλῶς καλοί ἄνθρωποι; Ὄχι. Ἀλλά: «Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ». Καί ἡ προσωπική θεοαποκάλυψις γίνεται μόνον ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ.
Ἄλλωστε, τό Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι Ἐκεῖνο πού μᾶς φανερώνει τόν Χριστόν, μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται. Γι᾽ αὐτό, ἄς μήν ἐπαναπαυώμεθα, οὔτε στίς κατά φαντασίαν ἀρετές μας, οὔτε στά καλά ἔργα μας, ἀλλά νά διερωτώμεθα ἄν ἔχωμε μέσα μας Ἅγιον Πνεῦμα.
Καί ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ Ἅγιον Πνεῦμα, ὅσο πιό πολύ τό ἀποκτᾶ, τόσο πιό πολύ ἔχει τήν ἱκανότητα νά βλέπη πόσον μακράν τοῦ Θεοῦ εὑρίσκεται. Ὧδε ἡ Ὀρθόδοξος πνευματικότης. Ὅπως προαναφέραμε ἡ ὑγιής πνευματικότης εἶναι ἕνα μυστήριο πού κανείς δέν τό ἐξηγεῖ μέ τό μυαλό του, ἀλλά τό ζεῖ, τό ἀπολαμβάνει, καί αὐτή ἡ ἐμπειρία εἶναι ἀνωτέρα πάσης γνώσεως καί κατανοήσεως. Καί ἐάν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διακατέχεται καί κολυμβᾶ μέσα στό ἀπέραντο πέλαγος τῆς ὑγιοῦς πνευματικότητος δέν ἠμπορεῖ νά τήν ἐξηγήση ὁ ἴδιος ὀρθολογιστικά, πόσῳ μᾶλλον ἀδυνατεῖ νά τήν ἐννοήση ὁ ἐκτός αὐτῆς εὑρισκόμενος.
Αὐτά τά ὀλίγα γιά τήν πρώτη γενική ἐρώτησί σας. Δέν ξέρω ἄν τελικά σέ κάτι διεφώτισα τούς ἀκροατές, ἤ τούς ἐμπέρδεψα περισσότερο. Πάντως, νά μή ξεχνᾶμε ὅτι ὅταν π.χ. γίνεται μία ἰατρική ἐγχείρησις, πρῶτα γίνεται ἡ τομή καί ὕστερα ἡ ἐπέμβασις... Ὅταν θέλωμε νά ἐπισκευάσωμε ἕνα αὐτοκίνητο ἤ ἕνα ὁποιοδήποτε μηχάνημα, πρῶτα στό σημεῖο τῆς βλάβης τό κάνομε ''βίδες'', κατά τό κοινῶς λεγόμενο, ὕστερα τό ἐπισκευάζομε καί στό τέλος τό ξανασυναρμολογοῦμε. Καί ἐμεῖς κάπως ἔτσι ἐνεργήσαμε....
Ὑποσχόμεθα ὅμως ὅτι στίς ἑπόμενες ἐρωτήσεις θά εἴμαστε πιό συγκεκριμένοι καί πρακτικοί γιά νά βγαίνη ἕνα πιό σαφές συμπέρασμα. Καί ἄν χρειασθῆ, θά βάλωμε τό μαχαίρι στό κόκκαλο...! Αὐτό βέβαια ἐξαρτᾶται καί ἀπό ἐσᾶς, π. Ἰωήλ.
π. Ἰωὴλ - Δεύτερη Ἐρώτησις: Χαίρω πού μέ διευκολύνετε, π. Ἀρσένιε, νά θέσω τήν ἑξῆς δεύτερη καυτή ἐρώτησι. Ὑπάρχει περίπτωσις κάποιος ὑπεύθυνος στά πνευματικά ζητήματα κληρικός, πνευματικός ἤ διάφοροι θεολόγοι ἐπισήμως νά δίνουν κατευθύνσεις τῆς πνευματικῆς ζωῆς σέ ἐντελῶς λανθασμένες βάσεις;
π. Ἀρσένιος: Δυστυχῶς, κάποιες φορές, καί ἐπισήμως καί ἀνεπισήμως μπορεῖ νά συμβῆ καί αὐτό, καί ἀπό κληρικούς καί ἀπό λαϊκούς.
Κατ᾽ ἀρχάς, νά κάνωμε μία ἀπαραίτητη διευκρίνησι καί νά διασαφηνίσωμε ὅτι τό νά θίξωμε καί νά ἐντοπίσωμε τά κακῶς κείμενα, μέ διακριτικό φυσικά τρόπο, ὄχι μόνον δέν εἶναι κατάκρισις ἤ ἱεροκατηγορία, ἀλλά εἶναι ἀπαραίτητη καί φυσική ἀπόρροια τῆς ποιμαντικῆς εὐθύνης πού ἔχομε ἐνώπιον τῶν λογικῶν προβάτων. Ὁ μόνος στόχος μας εἶναι νά ἑδραιωθῆ ἔτι καί ἔτι ἡ «ὑγιαίνουσα διδασκαλία» , κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο (Β´ Τιμόθ. δ´, 3), διότι αὐτή εἶναι ἡ μόνη σώζουσα καί θεώνουσα τόν ἄνθρωπο.
Ἀπαραίτητη δέ προϋπόθεσις αὐτοῦ εἶναι ἡ στηλίτευσις τῆς νοθευμένης-μεταλλαγμένης διδασκαλίας, ἡ ὁποία μέ τήν α´ ἤ β´ μορφή ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο σέ πνευματική ὀπισθοχώρησι, πού πολλές φορές φθάνει ἕως καί τήν αἰώνια ἀπώλεια, τῆς ὁποίας ἀπωλείας οὔκ ἐστι μέτρον. Αὐτό δέ καθ᾽ ὅτι ''πάτος'' ''πάτου'' διαφέρει ἐν ἀθλιότητι καί ὀδύνη ὀδύνης διαφέρει ἐν μεγέθει...
Γι᾽ αὐτό καί ὅλος ὁ τιτάνιος καί ὑπεράνθρωπος ἀγώνας ὅλων τῶν Ἁγίων Πατέρων, πού ἠγωνίσθησαν κατά τῶν αἱρετικῶν - πού πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἦσαν δυστυχῶς κληρικοί -, κατά τῆς πεπλανημένης πνευματικότητος καί ἐναντίον τῶν διαφόρων παρανομιῶν καί παραβάσεων, ἐλογίσθη εἰς ὅλους ἐκείνους τούς μακαρίους ἀγωνιστάς τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς ὀρθοπραξίας εἰς ἀρετήν-ἔπαινον καί ὡς σημαντική παράμετρος τῆς ἁγιότητός των.
π. Ἰωὴλ: Μάλιστα.
π. Ἀρσένιος: Ἁπλῶς, εἰς τιμήν καί μνήμην των, ἄς ἀναφέρωμε μόνον, ὀνομαστικά, κάποια ἐλάχιστα ὀνόματα ἀνάμεσα στά ἀμέτρητα πού ὑπάρχουν: Μέγας Ἀθανάσιος, Μέγας Βασίλειος, Ἱερός Χρυσόστομος, Ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητής, Ἅγιος Γρηγόριοα Παλαμᾶς, Ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης, κλπ. Μάρτυρες, Ἀπολογηταί, Ὁμολογηταί, Ὅσιοι Ἀσκηταί, Ἐρημῖται, κλπ.
Ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ἐπί παραδείγματι, δύο φορές ἄφησε γι᾽ αὐτόν τόν λόγο τό ἀσκητήριό του, τήν πρώτη φορά γιά νά ἀντιμετωπισθῆ ὁ ἐξωτερικός ἐχθρός, ἡ εἰδωλολατρεία, καί τήν δεύτερη ὁ ἐσωτερικός ἐχθρός, ὁ Ἀρειανισμός. Κάτι ἀνάλογο ἔπραξε καί ὁ Γέρων Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ ''Μέγας Ἀντώνιος'' τῆς ἐποχῆς μας...
Ἐπειδή ὅμως ἡ θέσις μας εἶναι λεπτή, ἡ διάκρισίς μας σχεδόν ἀνύπαρκτη, ἐπί πλέον δέ οἱ λογισμοί τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς μας εὐαίσθητοι, ἔτι δέ ὁ μέγας τεχνήτης Διάβολος μᾶς κοιμίζει μέ διαφόρους τρόπους, ἄς ἀνατρέξωμε στήν Ἁγία Γραφή ἀναφέροντας λίγα παραδείγματα, τά ὁποῖα ταυτοχρόνως θά ἀποτελέσουν μία πρώτη ἀδιαμφισβήτητη ἀπάντησι στό ἐρώτημά σας καί ἐπιβεβαίωσι τῶν λεγομένων μας.
π. Ἰωὴλ: Θά ἦταν ὅ,τι τό καλύτερο. Σᾶς ἀκοῦμε μέ ἐνδιαφέρον.
π. Ἀρσένιος: Τήν ὕπαρξι κακῶν γεωργῶν καί ἀναξίων ἐκπροσώπων στό γεώργιον τοῦ Θεοῦ ἐπισημαίνει πάνω καί πέρα ἀπ᾽ ὅλα ὁ ἴδιος ὁ Χριστός σέ πολλές συνάφειες καί περιστατικά, ὅπως στήν παραβολή τῶν κακῶν γεωργῶν (Κυριακή ΙΓ´ Ματθαίου), ἡ ὁποία διαβάζεται καί στόν ὄρθρο τῆς Μεγάλης Δευτέρας (Ματθ. κα´, 33-42).
Ἐπίσης, πόσες φορές ὁ Χριστός στηλιτεύει τούς Γραμματεῖς καί τούς Φαρισαίους μέ ἀποκορύφωμα τά φοβερά ὀκτώ ''οὐαί'' πού ἐξεστόμισε ἐναντίον τους; (Ματθ. κγ´, 1-39). Ἀκόμη καί γιά τούς ἐπισκόπους κάποιων πόλεων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας τί λέγει ἡ Ἀποκάλυψις στό Β´ καί Γ´ Κεφάλαιο; Μόνον ὁ ἐπίσκοπος Σμύρνης δέν ἐλέγχεται. Εἰς δέ τόν Λαοδικείας λέγει ἐκεῖνο τό φρικτό ''μέλλω σε ἐμμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου...'' - δηλαδή ''θά σέ ξεράσω γιατί εἶσαι χλιαρός'' (Ἀποκάλ., γ´, 16).
Ἄς ἀνατρέξωμε ὅμως δειγματοληπτικά καί στόν χῶρο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
Λέγει ὁ Προφήτης Ἱερεμίας ἐξ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ Λόγου: «Ποιμένες πολλοί διέφθειραν τόν ἀμπελῶνα μου, ἐμόλυναν τήν μερίδα μου...» (Ἱερεμ. ιβ´, 10). Δηλαδή, ὄχι λίγοι, ἀλλά πολλοί κακοί ποιμένες κατέστρεψαν τόν λαόν μου καί ἐμόλυναν τό ἐκλεκτό μερίδιό μου - φοβερός λόγος.
Ἀκόμη πιό συγκλονιστικό εἶναι τό ἑξῆς: Ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἀποκαλύπτει στόν Προφήτη Ἰεζεκιήλ ὅτι ἀνάμεσα στούς πρεσβυτέρους τῶν Ἰσραηλιτῶν ὑπῆρχαν κάποιοι πού εἰδωλολατροῦσαν. Μάλιστα δέ, ἀναφέρει συγκεκριμένα ἑβδομήντα ἄνδρες ἐκ τῶν πρεσβυτέρων καί ἰδιαίτερα ὀνοματίζει κάποιον Ἰεζωνίαν, υἱόν τοῦ Σαφάν.
Λέγει ὁ Θεός στόν Προφήτη Του (σέ ἐλεύθερη ἀπόδοσι): «Βλέπεις ἄνθρωπε τί κάνουν οἱ πρεσβύτεροι τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ, ἕκαστος ἐντός τοῦ ἀποκρύφου κοιτῶνος του;» Ἐνῷ δηλαδή στήν κοινή-φανερή λατρεία προσέφεραν κανονικώτατα θυσία στόν ἀληθινό Θεό, στήν προσωπική τους λατρεία - πού ἐτελεῖτο κρυφά καί ἀντικατώπτριζε τό βαθύ καί ἄγνωστο στούς ἔξω πιστεύω τους -, προσέφεραν θυσία στά εἴδωλα. Ὅλα αὐτά ἑπομένως ἐγίνοντο ἐκ προμελέτης, μετά πεποιθήσεως, ἐπιμελείας, σκοπιμότητος καί ἄκρατης ὑποκρισίας.
Σημειωτέον δέ ὅτι, κατά κάποιους ἑρμηνευτάς, αὐτή ἡ συγκλονιστικωτάτη ἀποκάλυψις τοῦ Θεοῦ στόν Προφήτη Ἰεζεκιήλ (ὄγδοο Κεφάλαιο), καί διά τοῦ Προφήτου αὐτοῦ στό διαχρονικό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, σύν τοῖς ἄλλοις ἀποτελεῖ καί προφητεία γιά τήν Μασονία...
Ἀκόμη, λέγει χαρακτηριστικά ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅτι τό Μυστήριον τῆς Ἀνομίας ἤδη ἐνεργεῖται (Β´ Θεσσαλ. β´, 6-7). Καί δέν λαμβάνει χώραν ἁπλῶς ἀπό τήν ἐποχή του, καθ᾽ ὅτι ἡ γενέθλιος ἡμέρα του εἶναι ἀπό τήν ἐποχή τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Κατόπιν ἔχομε τόν φόνο τοῦ Κάϊν ἐπί τοῦ δικαίου Ἄβελ καί συνεχίζει μέχρι σήμερα, ὅπως θά ἀναφερθοῦμε καί στήν συνέχεια, καί φθάνει μέχρι τήν ἐποχή τοῦ Ἀντιχρίστου, συνεχῶς αὐξανόμενο. Ἐνεργεῖται δέ καί ἀπ᾽ ἔξω καί ἀπό μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία.
Ἄς μή ξεχνᾶμε ὅτι ἕνας κύριος σταυρός καί μία κορυφαία ψυχική ὀδύνη τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἦτο ὅτι κάποιοι, σκοπίμως καί πλαστῶς, ἐχρησιμοποιοῦσαν τό ὄνομά του προκειμένου νά προωθήσουν αἱρετικές καί πλανεμένες διδασκαλίες. Ὅπως μέ πόνο ἀναφέρει, μεταξύ τῶν ἄλλων, χαρακτηριστικά ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος στήν Β´ Πρός Κορινθίους Ἐπιστολή του «... κινδύνοις ἐν ψευδαδέλφοις...» (Β´ Κορινθ. ια´, 26).
Ἐδῶ εἶναι ἀναγκαία μία παρένθεσις.
Πόσοι καί πόσοι, στίς ἡμέρες μας, ὄχι μόνον λαϊκοί, ἀλλά καί πνευματικοί-ἐξομολόγοι, ἱερομόναχοι καί μοναχοί, κυρίως μετά τήν κοίμησί των, δέν διαδίδουν φράσεις καί διδαχές πού δῆθεν τίς εἶχε πῆ ὁ Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης, ὁ Γέρων Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, κλπ.; Καί αὐτό τό κάνουν, εἴτε γιά νά δημιουργήσουν ἐντυπωσιασμούς, εἴτε, τό ἀκόμη χειρότερο, γιά νά ἑδραιώσουν καί νά διαδώσουν δικές τους ἀπαράδεκτες καί διεστραμμένες θέσεις. Ἐπί πλέον δέ ἀποκρύπτουν μετά πονηρᾶς ἐπιμελείας ρήσεις καί γεγονότα, ἐκ τῶν ὁποίων αὐτομάτως ἀπορρέουν οἱ καθαρῶς Ὀρθόδοξες καί πατερικές θέσεις τῶν συγχρόνων αὐτῶν ὁσίων Γεροντάδων.
π. Ἰωὴλ: Αὐτό κι ἄν εἶναι φοβερό καί ὀλέθριο!
π. Ἀρσένιος: Καί ὅμως...! Ἄν ἦτο π.χ. ποτέ δυνατόν ὁ ὀρθοδοξώτατος Ἅγιος Πορφύριος νά ἦτο οἰκουμενιστής ἤ φιλο-οικουμενιστής! Ὁ Ἅγιος αὐτός Γέροντας συνεχῶς ἀποκαλοῦσε τήν Ἐκκλησία ''ἄκτιστη'', μάλιστα παρώτρυνε νά ἀγωνισθοῦμε γιά νά εἰσέλθωμε ἀπό τώρα στήν Ἄκτιστη Ἐπίγεια Ἐκκλησία, πού καί μόνο μέ αὐτήν τήν φρᾶσι κατακεραυνώνει τούς Δυτικούς πού θεωροῦν τήν Χάρι κτιστή. Ἄλλωστε, ὁ Γέροντας αὐτός, κατά γενική ὁμολογία, κολυμποῦσε μέσα στό θεῖον Φῶς καί ἐγνώριζε ἐμπειρικά καί μετέδιδε, μέ τά ὑπερφυσικά του χαρίσματα, τίς θεῖες ἐνέργειες χωρίς κἄν μερικές φορές νά τό ἐπιδιώκη. Ἐγνώριζε τόν Θεό, δέν ἐπίστευε ἁπλῶς, γι᾽ αὐτό καί ὅ,τι ἔκανε ἤ ἔπραττε, ἄν εἶχε κάποιος στοιχειώδη πνευματική αἴσθησι καί δεκτικότητα, ὡδηγεῖτο στόν Θεό.
Ἔτσι ἐξηγεῖται καί σέ μᾶς προσωπικά, ἀλλά καί στά ἀναρίθμητα πλήθη τῶν πιστῶν τό γεγονός ὅτι ἔμεναν ἀξέχαστες οἱ προσωπικές ἐπισκέψεις καί ἐπαφές μέ τούς Γέροντες Πορφύριο, Ἰάκωβο Τσαλίκη, Ἐφραίμ Κατουνακιώτη, κλπ.
Κλείνοντας αὐτήν τήν παρένθεσι λέγομε ὅτι ὅλοι αὐτοί οἱ σύγχρονοι ἁγιασμένοι Γεροντάδες εἶναι ἡ ζωντανή, σύγχρονη καί διαχρονική φανέρωσις-ἀποκάλυψις τῆς ὑγιοῦς Ὀρθοδόξου Πνευματικότητος. Ἦσαν ἕνα ἀνοικτό βιβλίο. Μιᾶς πνευματικότητος γεμάτη θεῖο ἔρωτα καί ἀγάπη, ἀγάπη ἀνιδιοτελῆ πού φθάνει ἕως καί τούς ἐχθρούς, καῦσι καρδίας ὑπέρ ὅλης τῆς κτίσεως, εἰρήνη τήν πάντα νοῦν ὑπερέχουσα, ἔνθεη ταπείνωσι, γνῶσι τοῦ ἑαυτοῦ τους καί ἕνα σωρό ἄλλα χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτοί οἱ Γεροντάδες εἶχαν τό ἀκόμη ἀνώτερο, ἔβλεπαν τόν ἑαυτό τους κάτω ἀπό ὅλην τήν κτίσι.
Ἄς ξαναγυρίσωμε ὅμως στήν ἐξεταζομένη ἑνότητα καί ἄς ἐπιστρέψωμε στόν Ἀπόστολο Παῦλο πού ἀπό τήν Μίλητο λέγει, ἀπευθυνόμενος στούς πρεσβυτέρους τῆς Ἐφέσου:
«Ἐγώ γάρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετά τήν ἄφιξί μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μή φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου• καί ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τούς μαθητάς ὀπίσω αὐτῶν» (Πράξ. κ´, 29-30). Σέ μετάφρασι: «Ἐγώ γνωρίζω ὅτι μετά τήν ἀναχώρησί μου θά εἰσβάλουν σέ σᾶς λύκοι ἄγριοι πού δέν θά λυποῦνται τό ποίμνιο. Ἀκόμη καί ἀπό ἐσᾶς τούς ἰδίους θά βγοῦν πρόσωπα πού θά διδάσκουν πλᾶνες γιά νά παρασύρουν τούς πιστούς μέ τό μέρος τους».
Νομίζω π. Ἰωήλ, ὅτι τά συμπεράσματα πλέον εἶναι σαφῆ καί δέν ἐπιδέχονται καμμία ἀμφισβήτησι.
π. Ἰωὴλ: Ναί, δέν ἐπιδέχονται ἀμφισβήτησι. Δυστυχῶς, ἐνίοτε συμβαίνουν καί αὐτά πού ἀναφέρατε μέσα στήν Ἐκκλησία, τά ὁποῖα μοιραίως νοθεύουν τήν γνήσια Ὀρθόδοξη πνευματικότητα.
π. Ἀρσένιος: Καί ἐάν τότε εἴχαμε τέτοιου εἴδους κρούσματα, πολλῷ δέ μᾶλλον, μέ τό πέρασμα τῶν χρόνων, ἔχομε σέ αὐτήν τήν πονηρή ἐποχή πού ζοῦμε. Σύμφωνα μέ τό πνεῦμα τῆς Γραφῆς, ἤδη βιώνομε τό «ψυγήσεται ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν» (Ματθ. κδ´, 12), ὅπως μᾶς λέγει ξεκάθαρα ὁ Κύριος. Καί ἑνός κακοῦ γενομένου, μύρια ἕπονται.
Ὁπότε, τό συμπέρασμά μας εἶναι ὅτι δυστυχῶς πράγματι ὑπάρχει περίπτωσις κάποιος πνευματικά ὑπεύθυνος νά κινῆται σέ ἐντελῶς λανθασμένες βάσεις, καί σέ θέματα πίστεως καί δογμάτων, καί σέ θέματα Ὀρθοδόξου πνευματικότητος.
Τέτοιες ἀποκλίσεις σήμερα δυστυχῶς ἔχομε μέ τήν παραβίασι τοῦ πνεύματος τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Καί λέγομε ''τοῦ πνεύματος'', γιατί κατά τόν Γέροντα Παΐσιο, οἱ Ἱεροί Κανόνες δέν εἶναι ''κανόνια''. Τό Πηδάλιο λέγεται ''πηδάλιο'' γιατί κάποιες φορές χρειάζεται καί πρέπει νά τό στρίβης. Ἀλλά καί χωρίς πηδάλιο δέν μπορεῖ τό σκάφος νά προσαράξη στόν εὔδιο λιμένα. Δέν νοεῖται κἄν σκάφος, ἄνευ πηδαλίου. Ὡς ἐκ τούτου, τά συμπεράσματα εἶναι αὐτονόητα.
Ἄλλο καρκίνωμα τῶν ἡμερῶν μας εἶναι ἡ περιθωριοποίησις τῆς διδασκαλίας τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἡ Μεταπατερική Θεολογία, ἡ Βαπτισματική Θεολογία, ὅσον ἀφορᾶ στήν θεολογία καί στήν ἐκκλησιολογία.
Ἄλλες ἀπαράδεκτες ἀποκλίσεις ὅσον ἀφορᾶ στήν ζωή τῶν Χριστιανῶν, στίς ὁποῖες ἔχουν ἱκανό μερίδιο εὐθύνης, ἐκτός ἀπό τούς πιστούς, καί οἱ ὑπεύθυνοι-ποιμένες, εἴτε διότι τίς προωθοῦν ἄμεσα-ἔμμεσα, εἴτε διότι δέν ἀντιδροῦν, εἶναι οἱ προγαμιαῖες σχέσεις, ἡ ἀποφυγή τῆς τεκνογονίας, οἱ ἀμβλώσεις, ἡ ἐξωσωματική γονιμοποίησις, ἡ μελετωμένη εὐθανασία, ἡ ἐν γένει καταφυγή σέ ἀντορθόδοξες μεθόδους σέ θέματα βιοηθικῆς. Ἀκόμη δέ ἡ ἄσεμνη καί προκλητική ἐνδυμασία, ἡ νεοεποχήτικη ἐπιχειρούμενη βδελυρά προσπάθεια κατοχυρώσεως τοῦ λεγομένου ἀνυπάρκτου ''τρίτου φύλου'', ἡ ἐπιδιωκόμενη μείωσις καί κατάργησις τῶν νηστειῶν καί τῶν χριστιανικῶν ἑορτῶν καί τῆς ἀργίας τῆς Κυριακῆς, ἡ ἀποτέφρωσις τῶν νεκρῶν. Καί μέ μία φρᾶσι ἡ προώθησις καί παγίωσις ἑνός προτεσταντικοῦ, Ὀρθοδόξου κατά τά ἄλλα, τρόπου σκέψεως καί ζωῆς, ὅπου ὁ κάθε πιστός, ἀκόμη καί κάποιοι ρασοφόροι, γίνονται αὐθεντίες, μικροί πᾶπες. Ὀλέθριο ἀποτέλεσμα δέ ὅλων αὐτῶν εἶναι ἡ ἀμνήστευσις πολλῶν θανασίμων ἁμαρτημάτων, πρᾶγμα τό ὁποῖο δυστυχῶς καί μοιραίως ὁδηγεῖ στήν αἰωνία ἀπώλεια.
Αὐτά πρός τό παρόν ὡς πρός τήν ἐρώτησι αὐτή.
Μέρος Β'
π. Ἰωὴλ - Τρίτη Ἐρώτησις : Π. Ἀρσένιε, εἶσθε ἐπί σειράν ἐτῶν, πλήν τῶν ἄλλων, καί πνευματικός-ἐξομολόγος. Ἀπό τήν πολύχρονη ἐμπειρία σας, σέ ποιά σημεῖα ἐσεῖς διαβλέπετε ὅτι κινδυνεύει κάποιος νά διολισθήση καί νά ξεφύγη σέ περίεργα ἕως καί ἄκρως ἐπικίνδυνα μονοπάτια ὅσον ἀφορᾶ στήν πνευματική ζωή καί τήν Ὀρθόδοξη πνευματικότητα;
π. Ἀρσένιος: Μιᾶς καί ἀναφέρατε, π. Ἰωήλ, τήν λέξι ''ἐξομολόγος'', ἄς ἐπισημάνωμε κάποιες ἀποκλίνουσες πνευματικές συμπεριφορές στήν σχέσι πνευματικοῦ καί πνευματικοῦ τέκνου πού διασαλεύουν τήν ὑγιῆ πνευματικότητα.
Δυστυχῶς, κάποιες φορές ὑπεισέρχεται τό συναίσθημα, πού τό ἐκμεταλλεύεται ἐκ δεξιῶν ἤ ἐξ ἀριστερῶν ὁ Διάβολος καί ἀργά ἤ γρήγορα μέ τόν α´ ἤ β´ τρόπο κάνει τήν ὀλέθρια δουλειά του.
Ὅταν γιά παράδειγμα ὁ πνευματικός ὑποκαθιστᾶ τόν πατέρα, τήν μητέρα, τόν ἄνδρα ἤ τήν γυναῖκα καί γενικῶς εἰπεῖν κάποιο μέλος τῆς οἰκογενείας, αὐτό δέν εἶναι κατά Θεόν. Ἄλλο πρᾶγμα εἶναι νά στηρίζη, νά παρηγορῆ καί νά συντελῆ ὁ πνευματικός στήν διόρθωσι κάποιας διατεταραγμένης οἰκογενειακῆς σχέσεως, καί ἄλλο νά ὑποκαθιστᾶ ἕνα πρόσωπο τῆς οἰκογενείας. Αὐτό δέ διότι ὅταν ὁ ἴδιος τό ''ἀναπληρώνη'', στήν οὐσία ὄχι ἁπλῶς διαιωνίζει τό ὁποιοδήποτε ρῆγμα, ἀλλά κατά κάποιον τρόπο δείχνει σάν νά ἔχη συμβιβασθῆ καί ἔτσι...
τό παγιώνει καί τό διευρύνει.
π. Ἰωὴλ: Πολύ σημαντικό αὐτό πού μᾶς λέτε.
π. Ἀρσένιος: Μακάρι νά μήν ἦταν... Ἐπίσης, ἕνα ἄλλο θλιβερό φαινόμενο εἶναι ὅταν θέλουν τόν πνευματικό κυρίως μόνο γιά ψυχολογική στήριξι, κατά τρόπο δηλαδή ἀντορθόδοξο, ὁ ὁποῖος, ἀντί νά θεραπεύη τά πάθη, τά κοιμίζει καί τά ἀπωθεῖ ὥστε νά μή διακρίνωνται. Αὐτά ὅμως ἐπειδή ἀκριβῶς ὑπάρχουν, ἐνεργοῦν καί ''τρῶνε'' τελικά τόν ἄνθρωπο. Ἔτσι οἱ ἄνθρωποι δέν προσανατολίζονται στήν Ὀρθόδοξη χριστιανική καί μόνη θεραπεύουσα ἀντίληψι καί πνευματικότητα. Δέν δείχνουν τήν ἀπαιτουμένη ὑπομονή, ἀνεξικακία, στοργή, ταπείνωσι καί τά τοιαῦτα, ὥστε ὁ Θεός νά τούς ἐνισχύση, νά τούς φωτίση, νά τούς γλυκάνη καί νά τούς χαριτώση μέσα ἀπό τήν ἑκούσια ἀποδοχή τῶν ἀκουσίων θλίψεων.
Ἔλεγε ὁ π. Παΐσιος: «Ὁ ἄνθρωπος, ὅσο πιό πνευματικός εἶναι, τόσο λιγώτερα δικαιώματα ἔχει». Ἄς σχολιάσωμε λίγο τό βαθύτερο νόημα τῶν λόγων αὐτῶν τοῦ Γέροντα σέ συνδυασμό καί μέ ἄλλες σοφές ρήσεις του. Ὅσο λιγώτερα δικαιώματα τελικά ἀρέσκεται νά ἔχη ὁ ἄνθρωπος, καί ὅταν αὐτό γίνεται θεοπρεπῶς, τότε μέ τόν καιρό βγάζει πνευματικά φτερά. Συνέπεια αὐτοῦ εἶναι ὅτι ἀποκτᾶ τέτοια χαρά καί εἰρήνη στήν καρδιά του πού οὔτε ὁ καλύτερος καρδιολόγος δέν μπορεῖ νά τοῦ τήν δώση. Ἄν τοποθετηθῆ σωστά ὁ ἀγωνιστής στό ὁποιοδήποτε πρόβλημα, τότε αὐτό καθίσταται γιά τόν ἴδιο πνευματικό μέλι καί ἐνεργοποιεῖται ὁ πνευματικός του ζῆλος. Ἐνῷ ὅταν λείπη αὐτό τό μέλι, πέφτει σέ ἀ-μέλεια στά πνευματικά, δηλαδή τοῦ λείπουν ''μέλια''.
Ἄλλο τώρα πρόβλημα εἶναι ἡ δικαιολογία, ἡ ἐξειδανίκευσις τῶν παραπτωμάτων μας καί τό νά κατηγοροῦμε τούς ἄλλους, εἴτε ἄμεσα, εἴτε ἔμμεσα - πλαγίως μετ᾽ ἐπιστήμης. Ἔλεγε ἐπ᾽ αὐτοῦ ὁ π. Παΐσιος ὅτι ὅταν ρίχνωμε τό βάρος στόν ἄλλο, τελικά ἐμεῖς οἱ ἴδιοι μόνο ''βαραίνομε''.
Στήν πνευματική ζωή, αὐστηρῶς εἰπεῖν, δέν ὑπάρχει ''δίκιο'' καί ''σωστό''. Πραγματικά σωστό εἶναι μόνον ἐκεῖνο τό ὁποῖο συντελεῖ στήν ἐπίτευξι τοῦ θεαρέστου σκοποῦ μας. Ὁ,τιδήποτε βοηθεῖ καί συντελεῖ στήν πνευματική πρόοδο τοῦ ἑαυτοῦ μας καί τοῦ πλησίον εἶναι ἀρετή. Βέβαια, ἐπειδή πολλές φορές δέν ὑπάρχουν συνταγές, ὄχι σπάνια ἀλληλοσυγκρούονται τά σύν μέ τά πλήν κάποιων ἐνεργειῶν καί συμπεριφορῶν μας. Σέ αὐτές τίς περιπτώσεις ἀπαιτεῖται ἄμεσα ἡ ἐπέμβασις διακριτικοῦ πνευματικοῦ.
Κάποιες φορές, ἀκόμη καί τό παράλογο εἶναι καί τό πλέον σωστό, ὁπότε στήν πραγματικότητα αὐτό εἶναι ὑπέρλογο καί σωτήριο. Ὅταν δέν δεχώμεθα ἐπί παραδείγματι ἕναν δηκτικό λόγο τοῦ ἄλλου, τότε ἀποδεικνυόμεθα ''νᾶνοι'' καί νήπια καί αὐτομάτως δείχνομε τό πνευματικό μας ''ὕψος''-ἀνάστημα, δηλαδή τό πόσο νήπιοι πνευματικά τελικά εἴμεθα.
Ἄλλο θλιβερό φαινόμενο εἶναι ἡ προσωπολατρία κάποιων πιστῶν στό πρόσωπο τοῦ πνευματικοῦ τους, εἴτε καί γενικώτερα στά πρόσωπα κάποιων ἄλλων. Ἐδῶ χρειάζεται μεγάλη προσοχή καί ἐκ μέρους τῶν Γεροντάδων, ὥστε νά ὁδηγοῦν τά πνευματικά τους τέκνα μόνον στόν Χριστό καί ὄχι σέ ἄλλα ὑποκατάστατα.
Γιά περιπτώσεις βέβαια ''Γεροντισμοῦ'', πού κάποιοι ἀρέσκονται σ᾽ αὐτόν καί τόν προωθοῦν ἔστω καί καμουφλαρισμένα, ἀλλά καθώς καί γιά ἄλλες μεγαλύτερες παρεκτροπές, δέν θά ἠθέλαμε νά ὁμιλήσωμε ἀναλυτικά.
Ἐπιβάλλεται ὅμως νά ἀναφέρωμε κάποια χαρακτηριστικά ἁπλά παραδείγματα. Ἀπό αὐτά στήν συνέχεια μπορεῖ κάποιος νά ἀντιληφθῆ, ὅταν καί ἐάν χρειασθῆ, καί τά πιό σοβαρά καί σύνθετα.
Δέν πρέπει ὁ ἐξομολόγος νά ἐπεμβαίνη στίς προσωπικές ἐπιλογές τῶν πνευματικῶν του τέκνων, ὅταν αὐτές δέν ἔχουν καμμία πνευματική καί γενικώτερα ἄλλη ἐπίπτωσι.
Γιά παράδειγμα, τό νά ἐρωτοῦμε συνεχῶς μέ ποιόν θά κάνωμε παρέα, δέν ἔχει νόημα, ἀρκεῖ νά μή φθειρώμεθα, νά μή ἁμαρτάνωμε, κατά τό δυνατόν νά μή κουραζώμεθα ἀλλά τοὐναντίον νά ἀναπαυώμεθα καί τέλος νά ὠφελούμεθα ἀπό τήν συναναστροφή τοῦ ἄλλου. Ὅταν δέν ὑπάρχη κάποιος εἰδικός λόγος καί παρ᾽ ὅλα αὐτά ἐμεῖς ἐπικοινωνοῦμε μέ κάποιον συχνά, μέ τόν ὁποῖον μάλιστα δέν ταιριάζομε, αὐτό οὔτε ἀρετή εἶναι, οὔτε βγαίνει κάτι καλό.
π. Ἰωὴλ: Τό ἀντίθετο, ὄχι μόνον δέν βγαίνει κάτι καλό, ἀλλά μᾶς βλάπτει κι ὅλας.
π. Ἀρσένιος: Ἀσφαλῶς καί μᾶς βλάπτει καί προκύπτουν ἕνα σωρό παρενέργειες.
Στό σημεῖο αὐτό, ἄς προχωρήσωμε καί πιό πολύ.Ἐάν δεχώμεθα κάποιος νά μᾶς ἐκμεταλλεύεται, αὐτό, ὄχι μόνο δέν εἶναι καλό, ἀλλά ἔμμεσα ἔχομε καί ἐμεῖς μερίδιο εὐθύνης, διότι μέ τήν ὅλη στάσι μας ὑποβοηθοῦμε καί τρέφομε μία ἀρρωστημένη κατάστασι. Δηλαδή, πρέπει νά γνωρίζωμε ποῦ θά κάνωμε ὑπομονή, πόσο θά βοηθήσωμε, ἐάν πρέπη νά ἐμπλακοῦμε σέ κάποια κατάστασι, σέ ἕνα γεγονός, κλπ. Δέν ὑπακούομε στόν καθένα, δέν κάνομε τά χατήρια τῶν ἄλλων, ἀδιακρίτως.
Ἐπίσης, πρέπει σέ κάποια θέματα οἱ τελικές ἀποφάσεις νά εἶναι ἀκραιφνῶς ἰδικές μας. Νά παίρνωμε ἐμεῖς τήν εὐθύνη τῆς προσωπικῆς μας ἐπιλογῆς. Π.χ. ἐμεῖς οἱ ἴδιοι πρέπει νά ἀποφασίσωμε ποιόν/ποιάν θά παντρευθοῦμε, ἄν θά γίνωμε κληρικοί, ἤ μοναχοί, τί ἐπάγγελμα θά ἀκολουθήσωμε, κλπ. Φυσικά, πρέπει νά ζητήσωμε καί νά πάρωμε πρῶτα τίς κατάλληλες συμβουλές ἀπό τούς ἐπαΐοντες, ἀλλά παρά ταῦτα αὐτό δέν μᾶς ἀπαλλάσσει, τό ξανατονίζομε, ἀπό τήν εὐθύνη ἐκείνου πού θά ἐπιλέξωμε. Ἡ εὐθύνη καί ἡ ἀπόφασις θά εἶναι καί θά πρέπη νά εἶναι ἰδικές μας.
Διότι, ἐκτός τῶν ἄλλων, ὅ,τι καί νά ἐπιλέξωμε σέ ὁποιοδήποτε θέμα, τίς πιό πολλές φορές, ἀργά ἤ γρήγορα, θά ἔλθουν καί οἱ μπόρες καί οἱ δυσκολίες. Ἄν ἡ τελική ἀπόφασις εἶναι ἰδική μας, τότε πιό εὔκολα, δυναμικά καί ἀνώδυνα θά τίς ξεπερνᾶμε. Ἄν δέν εἶναι, τότε μοιραῖα θά ἐπιρρίπτωμε καί θά μεταθέτωμε τήν εὐθύνη στούς ἄλλους πού μᾶς ἐπηρέασαν, πού ἀπεφάσισαν γιά ἐμᾶς, ἤ πού μᾶς τό ἐπέβαλαν μέ τόν α´ ἤ β´ τρόπο, πείθοντάς μας π.χ. ὅτι δῆθεν αὐτό ἦταν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ γιά ἐμᾶς, κλπ.
Εἰς τό σημεῖο αὐτό πρέπει νά ἐπισημάνωμε ὅτι δέν πρέπει νά ψάχνωμε ἀρρωστημένα γιά προορατικούς Γεροντάδες, ἤ, τό ἀκόμη χειρότερο, κάποιες φράσεις Γερόντων, ἱερέων, μοναχῶν, κλπ., ἤ κάποιες συμπτώσεις ἤ διάφορες συγκυρίες νά τίς ἑρμηνεύωμε κατά τό δοκοῦν. Ἄν ἔχωμε τέτοια ἀρρωστημένη καί πεπλανημένη νοοτροπία, ἀργά ἤ γρήγορα θά πέσωμε σέ πολλές παγίδες. Τά παρατράγουδα-πλανοτράγουδα σέ τέτοιες περιπτώσεις εἶναι πάρα πολλά καί τά ἐν λόγῳ φανόμενα καταλήγουν νά εἶναι κωμικοτραγικά.
Νά ψάχνωμε γιά τούς καταλλήλους ἀνθρώπους πού μποροῦν νά μᾶς συμβουλεύσουν σωστά καί νά μᾶς βοηθήσουν στήν ἀπέκδυσι τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου πρωτίστως καί ἐπί πλέον νά ζητοῦμε ἀπό τόν Θεό νά μᾶς θεραπεύη ἀπό τά φανερά καί κρυφά πνευματικά μας τραύματα, καί τίποτε ἄλλο. Καί ἄν γίνωνται αὐτά, τότε θά ἔλθουν καί οἱ κατά Θεόν ὑγιεῖς πνευματικές χαρές καί μέσῳ κάποιων συγκυριῶν θά ἀνοίγωνται σέ ἐμᾶς νέοι πνευματικοί ὁρίζοντες, καί ὄχι μόνον.
Πρέπει ὁ πνευματικός μας ἀγῶνας νά εἶναι παθοκτόνος καί ὄχι ἀγῶνας ἀναζητήσεως ἐμπειριῶν. Ὅποιος κυνηγάει ἐμπειρίες, εὐωδίες, ἄκτιστα φῶτα, κλπ., καί ἀγωνίζεται μέ τέτοιον σκοπό, εὑρίσκεται ἤδη σέ λάθος δρόμο, στήν ἀρχή πλάνης. Πολλοί ἀπό ὅσους κατά καιρούς ἐπλανήθησαν καί ὁ Διάβολος τούς ἔκανε ἀκόμη καί ''προφῆτες'', δέν εἶχαν ἀρχίσει τόν πνευματικό τους ἀγῶνα μέ ταπείνωσι, μετάνοια, συντριβή, ὑπακοή σέ πνευματικό ὁδηγό, παρακολούθησι τοῦ ἑαυτοῦ τους καί τῶν πιό λεπτῶν λογισμῶν τους, αὐτογνωσία, κλπ. Αὐτοί, ὅπως ἐτόνιζε ὁ Γέροντας Παΐσιος, ἀναζητοῦσαν νά ἁγιάσουν χωρίς προηγουμένως νά θεραπευθοῦν ἀπό τά πάθη τους καί ἔκαναν νηστεῖες, μετάνοιες, ἀγρυπνίες, χαμαικοιτίες, κλπ., μόνο καί μόνο γιά ν᾽ ἁγιάσουν. Ἀλλά, ὅταν ἀγωνιζώμεθα ἔτσι καί μέσα μας ἐμφωλεύη ὁ νοητός ὄφις, ὁ Διάβολος, τότε δέν μᾶς φέρει ἐμπόδια, γιατί τόν συμφέρει νά μᾶς ρίξη σέ πλᾶνες καί σέ ἄλλες πτώσεις δι᾽ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, μέσα δηλαδή ἀπό ἕναν ἀσκητικό ἀγῶνα πού δέν ἔχει θεμέλιο τήν αὐτογνωσία καί τήν ταπείνωσι.
π. Ἰωὴλ: Θέλει πολλή προσοχή ἐδῶ.
π. Ἀρσένιος: Βεβαίως. Ἄλλες φορές, εἶναι λυπηρό, ὅταν γιά σοβαρά θέματα ὑγείας, ἐγχειρήσεων, κλπ., ἀντί νά ἀπευθυνθοῦμε σέ καλούς καί ἐντίμους ἰατρούς, καταφεύγομε καί βασιζόμεθα σέ ἱερεῖς καί πνευματικούς, οἱ ὁποῖοι ἐπ᾽ οὐδενί πρέπει νά ἐπεμβαίνουν σέ ξένα πρός τήν ἁρμοδιότητά τους ''χωράφια''. Φυσικά, ἐδῶ δέν ἐννοοῦμε τίς περιπτώσεις ἐκεῖνες ὅπου ἔχει ἰσχυρό, καταλυτικό λόγο ἡ ὑγιής Ὀρθόδοξη Ἀνθρωπολογία καί Βιοηθική (μεταμοσχεύσεις, εὐθανασία, ἀμβλώσεις, ἐξωσωματική γονιμοποίησις, βλαστικά κύτταρα, κλπ.).
Ἐπί πλέον, πρέπει ὁ ἀγώνας καί ἡ ἄσκησίς μας νά γίνωνται μέ διάκρισι, σύμφωνα μέ τήν ἀντοχή μας καί τά πνευματικά μας κυβικά. Ἄν ἐξαντλούμεθα ὑπέρμετρα, ἐνῷ δέν ἔχωμε, ἐκείνην τήν χρονική περίοδο, τήν ἀνάλογη πνευματική καί σωματική κατάστασι, αὐτό ἀναπόφευκτα θά μᾶς ὁδηγήση σέ παντός εἴδους φθορές καί βλάβες. Πρέπει νά ἀποφεύγεται, ἑπομένως, ὁ οὐ κατ᾽ ἐπίγνωσιν ζῆλος.
Γιά ὅλα αὐτά χρειάζεται σέ κάθε ἀγωνιζόμενο ἕνας ἔμπειρος πνευματικός ὁδηγός. Δέν γίνονται ὅλα αὐτά χωρίς ὁδηγό, οὔτε ἀπότομα. Τό σημαντικώτερο στό ἐν λόγῳ θέμα μας εἶναι ὅτι πρέπει στόν ἀγωνιζόμενο νά ὑπάρχη μία διαρκής πνευματική ἰσορροπία. Ὄχι τήν μία ἡμέρα νά ἀφιερώνωμε ὅλον μας τόν χρόνο στά πνευματικά καί τήν ἄλλη καθόλου. Ἀπαιτεῖται ἁρμονικό κτίσιμο τῶν ἀρετῶν καί μεθοδική καί ἔξυπνη καταπολέμησι τῶν παθῶν. Μάλιστα, πρέπει νά δίνωμε ἰδιαίτερη σημασία ἐκεῖ πού κυρίως χωλαίνομε. Νά ἑστιάζωμε τήν προσοχή μας στά ἀδύνατά μας σημεῖα.
Ἐδῶ, πολλά κρούσματα παρατηροῦνται. Συνηθίζει ὁ Διάβολος, ὅποια ἀρετή μᾶς ἀρέσει καί ἐκ φύσεως τήν ἔχομε πάρει ''μέ καλό μάτι'', ἐκείνην μόνον νά ἐργαζώμεθα, νά καλλιεργοῦμε καί νά αὐξάνωμε. Αὐτό τό κάνη ὅμως γιά νά μᾶς παραπλανήση καί, εἰ δυνατόν, νά μᾶς ἀποτρέψη ἐντελῶς ἀπό τοῦ νά ἀσχολούμεθα νά ἐντοπίσωμε καί νά ἀγωνιζώμεθα νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τά ὀλέθρια πνευματικά μας καρκινώματα, τά ὁποῖα εἶναι ἱκανά νά μᾶς ταλαιπωρήσουν καί νά μᾶς θανατώσουν αἰωνίως.
Ἄλλη πνευματική ἀπόκλισις εἶναι ὅτι κάποιοι Χριστιανοί σέ ὡρισμένα θέματα περιμένουν νά ἐπέμβη ὁ θεῖος παράγων χωρίς πρῶτα νά ἐξαντλοῦν σωστά καί πλήρως τόν ἀνθρώπινο παράγοντα. Αὐτή εἶναι μία ἐντελῶς λανθασμένη, ξένη καί ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως ἀντίληψις, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ σέ ὀδυνηρές καταστάσεις.
Ἄλλες περιπτώσεις, ἀκραῖες καί ἀποφευκταῖες, εἶναι ὅταν οἱ πιστοί ἀδολεσχοῦν καί ἀγωνίζονται γιά κάποια καυτά ἴσως θέματα, ὄχι ὅμως θεοπρεπῶς, ἀλλά ἰδιοεμπαθῶς, σύμφωνα δηλαδή μέ τό περιεχόμενο καί τίς ''συχνότητες'' τῶν διαφόρων παθῶν τους καί τῶν ἀρρωστημένων ἐμμονῶν τους. Τέτοια κρούσματα συμβαίνουν, ἐπί παραδείγματι, σέ θέματα ἐσχατολογικά, ἑρμηνείας ἀληθινῶν προφητειῶν, προβολῆς ἀληθοφανῶν καί ψευδῶν προφητειῶν, σέ θέματα περί τοῦ Ἀντιχρίστου, σέ θέματα οἰκουμενιστικά, ζηλωτικά, σέ θέματα σχέσιν ἔχοντα μέ σχισματικές ἀποκλίσεις, κλπ.
Σέ αὐτές τίς περιπτώσεις, ἀκόμη καί σωστά νά φρονοῦν οἱ πιστοί, συμβαίνει νά προκύπτουν αὐτομάτως καί ἀνεξελέγκτως πλεῖστες ὅσες τραγικές παρενέργειες, λόγῳ τῆς ἀδιακρίτου στάσεως καί τακτικῆς τους, ἀλλά καί τῆς ἐν γένει χωλαινούσης προσωπικῆς τους πνευματικῆς συγκροτήσεως.
Γιά νά ἀποφεύγωμε λοιπόν ὅλες αὐτές, ἀλλά καί πολλές ἄλλες πνευματικές ἐκκεντρότητες, ὥστε νά ἀποφευχθοῦν γιά λογαριασμό μας οἱ ἰδιορροπές ἀνατροπῆς μας, θά πρέπη νά κρατοῦμε καλά τίς πνευματικές μας ἰσορροπίες, νά ἔχωμε ὅσον τό δυνατόν χαμηλώτερο κέντρο βάρους. Δηλαδή ὅσο γίνεται περισσότερο ταπεινό φρόνημα. Ἐπίσης, ἀπαιτεῖται καλή, ὑγιής καί νηφάλια ἀνησυχία καί ἐγρήγορσις, μήπως σέ κάτι σφάλλωμε, καί συνεχής ἐξέτασις μόνον τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἔλεγε ὁ π. Παΐσιος ὅτι σήμερα ζοῦμε στήν ἐποχή τῆς παρακολουθήσεως τῶν ἄλλων καί ὄχι τοῦ ἑαυτοῦ μας. Πέραν δέ ἀπό τήν ἐξέτασι τοῦ ἑαυτοῦ μας, καθώς καί τῶν λογισμῶν καί τῶν βαθυτέρων κινήτρων μας, ἐπιβάλλεται καί ἡ σωστή τοποθέτησις τοῦ ἑαυτοῦ μας σέ ὅλα αὐτά τά θέματα καί γενικῶς νά χρησιμοποιοῦμε ὅλα τά διατειθέμενα ὅπλα ἀπό τό πλούσιο ὁπλοστάσιο τῆς Ἐκκλησίας μας, ὥστε νά προκόπτωμε κατά Χριστόν.
Νομίζω, π. Ἰωήλ, ὅτι ἀρκετά εἴπαμε σάν ἀπάντησι σέ αὐτήν τήν καυτή καί ὡραία ἐρώτησί σας, πού γιά νά μᾶς τήν θέσετε σημαίνει ὅτι κι ἐσεῖς, μέ τήν σειρά σας, ἔχετε κάνει ἀνάλογες διαπιστώσεις.
π. Ἰωὴλ: Ἀσφαλῶς ἔχω κάνει, π. Ἀρσένιε, καί δυστυχῶς κατά διαστήματα διαπιστώνομε τέτοια ἀνάλογα φαινόμενα, πρᾶγμα τό ὁποῖο σημαίνει ὅτι αὐτά τά φαινόμενα δέν εἶναι τοπικοῦ χαρακτῆρα, ἀλλά ὑπάρχουν, ἀναδύονται καί ἐμφανίζονται σέ ὁλόκληρο τό πανορθόδοξο πλήρωμα.
Ἀλλά, ἄς περάσωμε τώρα στήν τετάρτη ἐρώτησι.
Μέρος Γ'
π. Ἰωὴλ - Τέταρτη Ἐρώτησις: Πῶς εἶναι δυνατόν οἱ ἱερές Μονές μας νά ἀνακόψουν αὐτήν τήν πορεία τῆς νοθευμένης πνευματικότητος; Ἀσφαλῶς καί τό περιμένομε αὐτό ἀπό τά Μοναστήρια μας καί δέν θέλομε κἄν νά πιστέψωμε πώς εἶναι δυνατόν κάποιες φορές ἀκόμη καί ἐκεῖ νά παρεισφρύουν καταστάσεις πού δέν ἀνταποκρίνονται στήν ὑγιῆ πνευματικότητα.
π. Ἀρσένιος: Ὁ καλύτερος τρόπος ὥστε οἱ Μονές νά ἀνακόψουν τήν ἐπέκτασι τῆς νοθευμένης πνευματικότητος εἶναι νά διακατέχωνται οἱ μοναχοί καί οἱ μοναχές ἀπό τό γνήσιο Ὀρθόδοξο μοναχικό πνεῦμα καί νά βιώνουν τήν γνήσια μοναχική ζωή καί φιλοκαλική καί κολλυβαδική παράδοσι.
Ὅταν ὁ μοναχός κάνη θετική πνευματική ἐργασία στόν ἑαυτό του, ὅλα τά ὑπόλοιπα μπαίνουν σιγά-σιγά στήν θέσι τους. Γιά νά ἀποτελέση ὁ Μοναχισμός τό καλύτερο ἀνάχωμα στήν πλήμμυρα τῆς χωλαινούσης πνευματικότητος πρέπει ὁ μοναχός νά ἀγωνίζεται καί νά προοδεύη ὁλοένα καί περισσότερο ἐπάνω στόν ἄξονα ''κάθαρσις-φωτισμός-θέωσις''. Ἐπίσης, ὅταν φθάση νά εἶναι ἐνυπόστατη εἰκών τῶν ἐσχάτων, ὅταν δηλαδή διά τοῦ προσωπικοῦ του Σταυροῦ ἔχει ἀναστηθῆ ἐκ τοῦ τάφου τῶν παθῶν καί....
ἔχη λάβει γνωστῶς καί ἐνεργῶς τήν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τότε τό ἀνάχωμα γίνεται πιό ἰσχυρό.
Ὅταν δέ φθάση νά κατανοήση καί νά κραυγάζη σιωπηλῶς, στόν μεταπτωτικό κόσμο πού ζοῦμε, ὅτι ὄντως τό κατ᾽ εὐδοκίαν θέλημα τοῦ Θεοῦ ἦταν ἀπ᾽ ἀρχῆς ἡ παρθενία, ἡ ὁποία θά ἀναφανῆ εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ -ὄχι βέβαια ἡ ἀνέραστος παρθενία, ἀλλά ἡ τόν Θεόν ἐρωμένη-, ὅταν ὁ ἡσυχαστής φθάση νά εἶναι ὄντως κατά Θεόν ἡσυχαστής καί μέσα εἰς τήν ἡσυχία του, ''ταξειδεύοντας'', ἐπιτύχη τήν κατ᾽ ἄνθρωπον τέλεια θεοκοινωνία καί ἀνθρωποκοινωνία, ἐπί πλέον δέ ἡ κατά Θεόν ἀπραξία του εἶναι μείζων πάσης θεαρέστου δράσεως, ὅταν ὁ κοινοβιάτης, ὁ ὑποτακτικός, ὁ Γέροντας, κλπ., ἀνταποκρίνωνται σέ αὐτό πού ἐκλήθησαν καί ἀπεδέχθησαν νά εἶναι, τότε τό ἀνάχωμα γίνεται ἀπόρθητο. Ὁ πιό ὀρθόδοξος, ἀσφαλής, δραστικός καί ἀποτελεσματικός τρόπος λοιπόν εἶναι οἱ μοναχοί νά στέκωνται εἰς τό ὕψος τῶν ὑποσχέσεών των.
Γι᾽ αὐτό, γενικώτερα, ὅσο ἀξίζει μία ἁγιασμένη ψυχή δέν ἀξίζει ὁ κόσμος ὅλος, μέ τήν ἔννοια ὅτι εἶναι πολυτιμωτέρα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί ὠφελιμωτέρα τῶν ὑπολοίπων ἀνθρώπων. Ὅσα μπορεῖ νά κατορθώση μία τέτοια ψυχή μέ τήν προσευχή, τό παράδειγμα, τήν διδασκαλια, κλπ., δέν τό κατορθώνουν οἱ ὑπόλοιποι οἱ ὁποῖοι δέν εὑρίσκονται σέ αὐτά τά πνευματικά μέτρα, ὅσες προσπάθειες καί κόπους καί ἄν καταβάλουν καί ὅσες κατά Θεόν δραστηριότητες καί ἄν μετέλθουν. Λέγει ἐπ᾽ αὐτοῦ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Ἀρκεῖ εἷς ἄνθρωπος ζήλῳ πεπυρωμένος ὁλόκληρον διορθῶσαι δῆμον» .
Γι᾽ αὐτό, ἰδιαίτερα στήν ἐποχή μας, ἡ ἀξία τοῦ μοναχισμοῦ εἶναι ἰδιαζόντως σημαντική. Αὐτό ἔχει σάν ἄμεση συνέπεια οἱ Νεοεποχήτικες κρυφές καί φανερές δυνάμεις νά θέλουν νά πλήξουν μέ κάθε τρόπο τήν γνησιότητα τοῦ Μοναχισμοῦ. Καί τί δέν θά ἔκαναν καί τί δέν θά ἔδιδαν ὡς ἀνταλλάγματα προκειμένου νά τό ἐπιτύχουν (χρήματα, δελεαστικές ὑποσχέσεις ποικίλου περιεχομένου, πνευματοφανεῖς πλανεμένες διδασκαλίες, προτροπές καί τόσα ἄλλα...)
Γι᾽ αὐτό πρέπει οἱ μοναχοί νά κλείσουν σέ ὅλα αὐτά τά ὦτα τῆς ψυχῆς τους καί νά ἐνατενίζουν μόνον στίς ὑποσχέσεις τους καί στίς ἐπιταγές τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Ἔτσι οἱ μοναχοί μέ τήν προσευχή, τήν ἀσκητική ζωή, τήν μή ἐκκοσμίκευσι, κόντρα στόν στεῖρο εὐσεβισμό, ἐντοπίζοντας ὅλες τίς ἐκ δεξιῶν καί ἐξ ἀριστερῶν πλᾶνες πού καιροφυλακτοῦν στήν πνευματική ζωή τοῦ κάθε πιστοῦ, θά εἶναι εἰς θέσιν νά ἀνακόπτουν καί νά στηλιτεύουν ὅλες τίς παραφωνίες καί τά ''φάλτσα'' πού παραποιοῦν τήν ἁρμονία τῆς ὑγιοῦς πνευματικότητος, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ καί κατευθύνει τό τριμερές τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου σέ ἕναν τέλειο ἁγιοπνευματικό συντονισμό.
Φυσικά, ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία τοῦ Μοναχισμοῦ, ἀλλά καί ἀπό συγχρόνους ὁσίους Γεροντάδες διδασκόμεθα, ὅτι δέν ἀρκοῦν μόνον ἡ προσευχή, μόνον ἡ σιωπή, μόνον ἡ ἄσκησις καί ἡ ἀνοχή, ἀλλά ἀπαιτεῖται καί ὁ διακριτικός μέν, δυναμικός δέ, ἐντοπισμός, ἐπέμβασις καί στηλίτευσις τῶν κακῶς κειμένων, τῶν διαφόρων δηλαδή πνευματικῶν καρκινωμάτων.
Ἄς μήν ἀναφέρωμε παραδείγματα, π. Ἰωήλ, γιατί ''ἐπιλείψει με ὁ χρόνος διηγούμενον''...
π. Ἰωὴλ: Ἔχετε δίκιο, π. Ἀρσένιε, ἀλλά εἶμαι βέβαιος ὅτι οἱ ἐκλεκτοί ἀκροαταί τοῦ σταθμοῦ μας εἶναι εἰς θέσιν καί ἀπό μόνοι τους νά σκεφθοῦν ἱκανά τέτοια παραδείγματα ἀπό τήν παλαιοτέρα ἐποχή ἕως καί σήμερα.
π. Ἀρσένιος: Μέ τά λεγόμενά σας ἐνισχύετε καί τήν δική μου πεποίθησι. Ἄς ἀσχοληθοῦμε τώρα μέ ἐκεῖνο πού ὑπαινιχθήκατε, ὅτι δηλαδή εἶναι πιθανόν καί στά μοναστήρια νά ἐμφωλεύση καί ἀναπτυχθῆ νοθευμένη πνευματικότης.
Ὅπως σχεδόν ὅλοι οἱ κανόνες ἔχουν καί τίς ἐξαιρέσεις τους, ἔτσι καί στόν Μοναχισμό, τῇ συνεργείᾳ τοῦ Διαβόλου, πού τόν πολεμεῖ ὅσο τίποτε ἄλλο, δυστυχῶς ἐνίοτε ἠμποροῦν νά παρεισφρύσουν νόθες καταστάσεις. Αὐτό τό συμπέρασμα ἀπορρέει ἄλλωστε καί ἀπό τά καταγεγραμμένα στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία τοῦ Μοναχισμοῦ, ὅπου συναντοῦμε μοναχούς αἱρεσιάρχες-πλανεμένους, πού ἐδίδασκαν πράγματα ξένα πρός τήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία καί μοναχική παράδοσι. Ὅπως τότε, ἔτσι καί σήμερα ὑπάρχουν τέτοιοι κίνδυνοι καί παρεκτροπές ἀκόμη καί στό εὐλογημένο τάγμα τῶν Μοναχῶν, εἴτε σέ προσωπικό ἐπίπεδο, εἴτε σέ γενικώτερο ἐπίπεδο.
Δηλαδή, δέν ἀποκλείεται κάποιος ρασοφόρος νά διδάσκη, νά προωθῆ, νά καλύπτη, νά παροτρύνη, νά δικαιολογῆ, κλπ., διδασκαλίες πού δέν συνάδουν ἐπ᾽ οὐδενί σέ κάποια σημεῖα μέ τό Ὀρθόδοξο δόγμα καί ἦθος. Αὐτό, δυστυχῶς μπορεῖ νά συμβαίνη καί ὁμαδικώτερα, ὡς ''γραμμή'', ἀπό κάποιο μοναστήρι ἤ μοναστήρια, ὁπότε τά πράγματα καθίστανται πιό ἐπικίνδυνα. Τό πλέον δέ ἐπικίνδυνο εἶναι ὅταν οἱ προωθοῦντες ξένες, ὀθνεῖες ἑτεροδιδασκαλίες προέρχονται, ἀποτελοῦν ἤ καί ἀπαρτίζουν ὁλόκληρα μοναστηριακά συγκροτήματα, τά ὁποῖα ἔχουν κατά τά ἄλλα τήν ἔξωθεν καλήν μαρτυρίαν.
Αὐτό δέ διότι ὅταν εἰς τούς ὑπολοίπους ἄλλους τομεῖς τῆς ἀρετῆς καί τῆς πίστεως ὄντως ὀρθοτομοῦν καί ἀγωνίζονται ἐπαινετῶς, τότε πιό εὔκολα τό ἄδολο ἀλλά καί ἐπιρρεπές Ὀρθόδοξο πλήρωμα ἐπηρεάζεται, συγχίζεται καί τελικά βλάπτεται εἰς τά σημεῖα ὅπου δέν ἔχουν σωστές θέσεις.
Κάποιοι πιστοί λίγο-πολύ λέγουν «μά, τό τάδε μοναστήρι, ὁ τάδε μοναχός ἔχει ἀγάπη, ἔχει ἐλεημοσύνη, ἔχει ἄσκησι, ἔχει αὐταπάρνησι, ἔχει προσευχή, ἔχει τόσα καλά..., πῶς εἶναι δυνατόν νά σφάλλη; Μήπως, ἀπό κάποια ἔστω πλευρά, ἔχει κάποιο δίκιο; Μήπως ἐδῶ ἐπιβάλλεται νά κάνωμε οἰκονομία;» Ὅλα αὐτά ὅμως εἶναι ἀπαράδεκτη παρανομία καί μέγας ἐσωτερικός κίνδυνος τῆς Ἐκκλησίας, πιό ὕπουλος, πιό καταστρεπτικός ἀπό ἄλλους ἐξωτερικούς κινδύνους. Ἐπί πλέον δέ, κάποιες φορές γίνεται καί δευτερογενής πηγή ἄλλων ἀτελειώτων καί ἀνεξελέγκτων καινοτομιῶν καί καταστρεπτικῶν πνευματικῶν ὀλισθήσεων-πτώσεων. Ἐδῶ, στίς ἐν λόγῳ παρεκκλίσεις τῶν κύκλων αὐτῶν δέν θά πρέπη τό ὑπόλοιπον ὑγιές Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας νά διστάση νά ἐπέμβη δυναμικά καί διακριτικά, φοβούμενο καί δῆθεν σεβόμενο τήν πνευματική τους ἐπιρροή καί ἴσως τίς διάφορες συνέπειες πού θά ἔχη ἡ θεάρεστη καί διακριτική ἐπέμβασί του...
Πρίν περάσωμε, π. Ἰωήλ, καί συζητήσωμε γιά κάποιες ὀλέθριες πνευματικές ἀποκλίσεις πού φθάνουν ἀκόμη καί μέχρι τόν χῶρο τοῦ Μοναχισμοῦ, ἄς τονίσωμε ὅτι ὅλα τά ἀρνητικά φαινόμενα πού ἐθίξατε στήν προηγούμενη ἐρώτησί σας, τῆς προηγουμένης ἐκπομπῆς, μποροῦν, κατά τό περισσότερο ἤ ὀλιγώτερο, νά εἰσχωρήσουν καί στά ΛΟΚ τῆς Ἐκκλησίας πού πρέπει νά εἶναι οἱ μοναχοί.
Ἐπί πλέον δέ, δυστυχῶς, ἀξιομνημονευτέα εἶναι καί τά ἑξῆς ἀνεπιθύμητα φαινόμενα: Πρέπει τά μοναστήρια νά προσέχουν καί μέ τρόπο σωστό νά ἐλέγχουν τήν ἐνδυμασία τῶν προσκυνητῶν, πού δέν πρέπει νά ξεπερνᾶ κάποια προκλητικά ὅρια. Ἔτσι, ἐκτός τῶν ἄλλων, θά δίνουν τό διαρκές μήνυμα στίς ἐνορίες, ὅτι καί αὐτές θά πρέπη νά λαμβάνουν κάποια μέτρα ἐπί τοῦ θέματος.
Ἄς μή θεωρηθοῦν τά προαναφερθέντα ὅτι εἶναι εὐσεβισμός ἤ δευτερευούσης σημασίας. Δέν ἦταν εὐσεβιστής ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅταν ἔλεγε «ὡσαύτως καί τάς γυναίκας ἐν καταστολῇ κοσμίῳ μετά αἰδοῦς καί σωφροσύνης κοσμεῖν ἑαυτάς μή ἐν πλέγμασιν ἤ χρυσῷ ἤ μαργαρίταις ἤ ἱματισμῷ πολυτελεῖ, ἀλλ᾽ ὅ πρέπει γυναιξίν ἐπαγγελλομέναις θεοσέβειαν, δι᾽ ἔργων ἀγαθῶν» (Α´ Τιμόθ. β´, 9-10). Δηλαδή, οἱ γυναῖκες νά στολίζουν τούς ἑαυτούς τους μέ ἐνδυμασία σεμνή, μέ συστολή καί σοβαρότητα, ὄχι μέ ἐπιτηδευμένη κόμμωσι ἤ χρυσά κοσμήματα ἤ μαργαριτάρια ἤ πολυτελῆ ἐνδύματα, ἀλλά μέ ὅ,τι ἁρμόζει σέ γυναῖκες πού σέβονται τόν Θεόν, δηλαδή σέ γυναῖκες πού στολίζονται μέ καλά ἔργα.
Καί ἐνῶ αὐτά λέγη ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, τό κακόν ἔχει τόσο ἀπαράδεκτα προχωρήσει ἐντός τῶν ἱερῶν ναῶν, ἀλλά καί ἐντός πολλῶν ἱερῶν Μονῶν πού ''αἰσχρὀν ἐστι καί γράφειν''. Φυσικά, ἐν προκειμένῳ, ἡ εὐθύνη βαρύνει κυρίως τούς μοναχούς καί τίς μοναχές πού ἀνέχονται τέτοια θλιβερά φαινόμενα.
Τά αἴτια πού λαμβάνουν χώραν αὐτά τά ἀνεπίτρεπτα φαινόμενα εἶναι πολλά. Κάποιες φορές, οἱ ὑπεύθυνοι τῶν ἱερῶν Μονῶν τό ἐπιτρέπουν ἀπό ἀδιάκριτη ''διάκρισι''. Τί ἐννοοῦμε μέ αὐτό; Ἐνῶ οἱ ἴδιοι νομίζουν ὅτι εἶναι οἱ σοῦπερ διακριτικοί, στήν πρᾶξι ἀποδεικνύονται ἐντελῶς ἀδιάκριτοι, συμμετέχοντες στόν ἐξευτελισμό καί τήν πνευματική καθίζησι τῶν προσκυνητῶν τῆς ἱερᾶς τους Μονῆς. Μάταια θεωροῦν ὅτι ἔτσι δῆθεν θά βοηθήσουν τόν κόσμο. Ὁ κόσμος ἔχει ἀρκετή ἄγνοια καί πώρωσι καί δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό ''μαξιλαράκια'', ἀλλά ἀπό πνευματικά ''ξυπνητήρια'' γιά νά ἀνανίψη πνευματικά. Φυσικά, ὅλα αὐτά πρέπει νά γίνωνται διακριτικά, μέ καλό τρόπο, χωρίς νά πληγώνωμε καί νά προσβάλλωμε ψυχές.
Τώρα, ἐκτός ἀπό τήν προαναφερθεῖσα, ἄλλες αἰτίες ἀνοικονόμητης οἰκονομίας, πού δυστυχῶς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νά ἀναφέρωμε, εἶναι ὅτι οἱ ὑπεύθυνοι τῶν ἱερῶν Μονῶν ἐπιτρέπουν τήν ἄσεμνη ἐνδυμασία, εἴτε γιά νά γεμίζη τό Μοναστήρι τους μέ κόσμο, εἴτε γιά νά γεμίζουν τά παγκάρια, εἴτε γιά πλείστους ἄλλους λόγους, μή πνευματικούς φυσικά.
Ἀποτέλεσμα ὅλων αὐτῶν ὅμως εἶναι νά ἐπικρατῆ χάος καί ἀντί οἱ ψυχές νά ἐνδύωνται τόν Χριστόν κατά τό «Χριστόν ἐνεδύσασθε» νά ἀπεκδύωνται τήν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἔτσι, ἄλλοι μετατρέπουν τόν οἶκον τοῦ Κυρίου εἰς «οἶκον ἐμπορίου» καί ἄλλοι ἐμπαίζονται ὑπό τοῦ Διαβόλου νομίζοντες ματαίως ὅτι ἔτσι ''οἰκονομοῦν'' καί προσελκύουν ἀνθρώπους στήν Ἐκκλησία. Τραγικό ἀποτέλεσμα ὅλων τῶν προαναφερθέντων εἶναι, ἀντί ὁ κόσμος νά ἐκκλησιαστικοποιῆται, ἡ Ἐκκλησία νά κοσμικοποιῆται.
Βεβαίως, εὐτυχῶς ὑπάρχουν καί μοναχοί καί ἱερές Μονές πού μέ διάκρισι καί λεπτότητα προσέχουν αὐτά τά θέματα καί προβάλλοντας τήν ὑγιῆ πνευματικότητα στό θέμα αὐτό οἰκοδομοῦν ψυχές.
Φυσικά, ὁ ἀπώτερος σκοπός εἶναι οἱ ἄνθρωποι νά ἐνδύωνται σεμνά ὄχι μόνο στίς Ἐκκλησίες, ἀλλά καί ἐκτός αὐτῶν.
Βέβαια, νά τονίσωμε καί τό ἀντίστροφο, ὅτι ἡ ἐξωτερική σεμνότης κάποιες φορές δέν συμβαδίζει μέ τήν ἐσωτερική καί αὐτό εἶναι ἄλλο μεγάλο πρόβλημα ἐξ ἴσου σοβαρό. Πρέπει ἡ ἐξωτερική σεμνότης νά συντελῆ στήν χαρίτωσι - ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι - τοῦ ἀνθρώπου καί τότε, συναρτήσει τῆς προόδου του, θά γίνεται ὅλο καί πιό κατά Θεόν ἑλκυστικός, χωρίς φυσικά νά τό ἐπιδιώκη καί νά τό ἀναζητῆ. Θά ξεκουράζη, θά εἰρηνεύη, θά γοητεύη, θά χαροποιῆ, θά ἐλέγχη ἄνευ ἐλέγχου, θά διορθώνη, θά προβληματίζη, θά παρακινῆ τούς ἄλλους, κλπ. Καί ὅλα αὐτά πρός οἰκοδομήν.
Αὐτά ὡς πρός τήν ἐνδυμασία, π. Ἰωήλ. Καί ἀσφαλῶς θά ἐνθυμῆσθε τήν σχετική ταμπέλα πού εἶχε τοποθετήσει ὁ μακαριστός Γέρων Παΐσιος ὅταν ἀσκήτευε στό Στόμιο.
π. Ἰωὴλ: Βεβαίως καί τήν ἐνθυμοῦμαι, π. Ἀρσένιε. Ὡδηγοῦσε ἡ ταμπέλα τούς εὐσεβεῖς καί φιλοθέους πρός τήν Ἱερά Μονή Στομίου, ἐνῶ τούς ὑπολοίπους πρός τόν Ἀῶο ποταμό.
π. Ἀρσένιος: Ἄλλο πρόβλημα πού ἐνίοτε ὑπεισέρχεται στόν Μοναχισμό καί ἐπιδρᾶ ἀρνητικά καί στό ὑπόλοιπο πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ποικίλη ἐκκοσμίκευσις. Πρέπει ὁ μοναχισμός νά παραμείνη ἄκρως ἀσκητικός καί μία βασική παράμετρος τῆς ἀσκήσεως εἶναι ἡ κακοπάθεια.
Ἔλεγε ὁ π. Παΐσιος ὅτι πολλές φορές ὁ πολιτισμός μᾶς λύνει ἕνα πρόβλημα καί μᾶς προσθέτει δέκα. Φυσικά ὁ Γέροντας ἐννοοῦσε κυρίως τήν κακή χρῆσι τοῦ τεχνολογικοῦ πολιτισμοῦ. Βέβαια, τό θέμα εἶναι πολυδιάστατο καί ἔχει πολλές διαβαθμίσεις καί παραμέτρους κατά τόν ταπεινό λογισμό μας. Ἄλλωστε, ἄλλο ἐκσυγχρονισμός - ὅπου καί ὅταν κρίνεται ἀπαραίτητος - καί ἄλλο ἐκκοσμίκευσις.
Παράδειγμα ἐκσυγχρονισμοῦ εἶναι ἡ ὕπαρξις μικροφώνων καί ἠχείων στούς ναούς, πρᾶγμα τό ὁποῖο πολλές φορές προφανῶς καί κρίνεται ἀπαραίτητο, ἰδίως στούς μεγάλους ναούς ὅπου ἐκκλησιάζονται πολλοί πιστοί.
Γιά νά κλείνωμε σιγά-σιγά τό θέμα τῆς ἐκκοσμικεύσεως, τῆς πολυτελείας καί τῆς ἀνέσεως στό τάγμα τῶν μοναχῶν, ἄς ἀναφέρωμε τό ἑξῆς γενικό. Μπορεῖ ὁ μοναχός νά χρησιμοποιῆ κάποια ἀγαθά τοῦ πολιτισμοῦ ἀρκεῖ αὐτά νά μή τοῦ στεροῦν τήν ἀπαραίτητη προσωπική διακριτική ἔφεσι γιά κακοπάθεια καί γιά ἄσκησι, καί δεύτερον, νά μή τόν γεμίζουν μέ βλαβερές εἰκόνες καί παραστάσεις, νά μή τοῦ φέρουν κακούς λογισμούς καί νά μή τοῦ προξενοῦν περισπασμό τοῦ νοός, πού ὅλα αὐτά εἶναι ἀπό ἁπλῶς ἐνοχλητικά ἕως ἐνίοτε καί ἁμαρτωλά.
Ὅλα αὐτά προφανῶς εἶναι θέμα προσωπικῆς ἐπιλογῆς, προτιμήσεως ἤ ἀνάγκης, θέμα ὑπακοῆς, θέμα καί συνάρτησις τῆς πνευματικῆς καταστάσεως τοῦ καθενός, ποῦ ὁ καθένας θέτει τόν πνευματικό πῆχυ, τί εἴδους κλίσι ἔχει, κλπ. Μπορεῖ π.χ. δύο μοναχοί νά ἔχουν τήν ἴδια ἐνασχόλησι ἤ τό ἴδιο διακόνημα, πού νά ἔχη σχέσι μέ τήν τεχνολογία, κλπ., καί ὁ ἕνας νά βλάπτεται καί νά βλάπτη ἀκόμη καί τούς ἄλλους, ἐνῶ ὁ δεύτερος, μέσῳ τοῦ ἰδίου διακονήματος, νά οἰκοδομῆται καί νά οἰκοδομῆ.
Βέβαια, νά μή ξεχνᾶμε ὅτι ὁ Μοναχισμός εἶναι ἕνας ἀπέραντος κῆπος, στόν ὁποῖο εὐδοκιμοῦν πολλῶν εἰδῶν λουλούδια, ἀρκεῖ οἱ μοναχοί νά εἶναι ὄντως λουλούδια. Γι᾽ αὐτό νά μήν εἴμαστε ἀπόλυτοι γιά τήν μοναδικότητα τοῦ α´ ἤ β´ τυπικοῦ.
Γιά παράδειγμα, ὁ Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης ἐχρησιμοποιοῦσε τακτικά τό τηλέφωνο ἐνῶ ὁ π. Παΐσιος δέν ἐχρησιμοποιοῦσε τηλέφωνο. Καί οἱ δύο ὅμως ἦσαν μεγάλοι Ἅγιοι.
Κλείνοντας αὐτήν τήν μάστιγα τῆς ἐκκοσμικεύσεως ἄς ἀναφέρωμε ἐπιγραμματικά δύο παραδείγματα. Ἕνα θετικό καί ἕνα ἀρνητικό.
Κάποτε εἶχαν γράψει γράμμα στόν Γέροντα Παΐσιο κάποιες μοναχές καί τοῦ εἶχαν θέσει ἀρκετά ἐρωτήματα, τοῦ τύπου ''γιατί οἱ μοναχές νά μήν ἐπιτρέπεται νά κάνουν τό α´, τό β´, τό γ´, κ.ο.κ''. Τοῦ εἶχαν θέσει ἕνα ἐρωτηματολόγιο μέ ἐπάνω ἀπό δέκα θέματα, τά ὁποῖα ὅμως ἐκκοσμίκευαν, ἀπό λίγο ἕως πάρα πολύ τό μοναχικό ἰδεῶδες. Ὁ π. Παΐσιος, ὅπως μᾶς τό ἀνέφερε προσωπικά, ἀντί ἀπαντήσεως, ἔγραψε στίς μοναχές τήν ἑξῆς ἐρώτησι: «Νά μοῦ πῆτε κι ἐσεῖς ἐμένα γιατί γίνατε μοναχές;» Καταλαβαίνετε τό εὔστροφο καί εὔστοχο πνεῦμα του.
π. Ἰωὴλ: Πολύ ἔξυπνη καί ἑτοιμόλογη ἀπάντησι τοῦ Γέροντος, πρᾶγμα βέβαια πολύ σύνηθες γιά ἐκεῖνον.
π. Ἀρσένιος: Ἄς ἀναφέρωμε τώρα, π. Ἰωήλ, καί ἕνα εὐχάριστο. Ὁ Γέροντας Παΐσιος ἐπαινοῦσε καί ηὐλαβεῖτο πολύ ἕναν ἡσυχαστῆ μοναχό, τοῦ ὁποίου, ἐπειδή ἀκόμη ζεῖ, ἄς μήν ἀναφέρωμε τό ὄνομα. Τόν γνωρίζομε κι ἐμεῖς προσωπικά χρόνια πολλά γι᾽ αὐτό καί ἐπιφυλασσόμεθα, πρῶτα ὁ Θεός, γιά τό μέλλον, νά ἀναφερθοῦμε στήν χαριτωμένη προσωπικότητά του.
Ὁ ἐν λόγῳ Γέροντας, στό Ἅγιον Ὄρος, πρίν 26-28 χρόνια, ὅταν ἔμενε σέ κάποιο Κελλί, γιά νά ἔχη τό ἡμερήσιο πόσιμο νερό του, εἶχε μία πήλινη στάμνα, τήν ἔβαζε κάτω ἀπό μία πηγούλα πού ἔσταζε νερό καί περπατοῦσε ἀρκετή ἀπόστασι ἀπό τό Κελλί του κάθε ἀπόγευμα νά τήν πάρη γιά νά ἔχη τό πόσιμο νερό τῆς ἑπομένης ἡμέρας. Καί ἔλεγε ὁ Γέροντας Παΐσιος: «Ἐπί τέλους, κάπου-κάπου βλέπεις καί τέτοια παραδείγματα καί παρηγορεῖσαι» . Φυσικά, ὁ Γέροντας Παΐσιος τόν ηὐλαβεῖτο ὄχι μόνον γι᾽ αὐτό ἀλλά καί γιά πολλά ἄλλα...
Ἄλλες ἀλλοιώσεις στόν μοναχισμό εἶναι ὅταν τό γνήσιο-ὑγιές καί ἐλεύθερο πνεῦμα τῆς ὑπακοῆς ἀντικαθίσταται, εἴτε μέ τόν Γεροντισμό, εἴτε μέ τήν ἔλλειψι τῆς ὑπακοῆς. Ὅπου στραγγαλίζεται βιαίως ἡ ἐλευθερία, ὅπου ὑπάρχουν, ἀντί γιά μαθηταί καί ὑποτακτικοί, ὀπαδοί καί φατρίες, ἤ ἀντίθετα ὅπου δέν ὑπάρχει ἐκκοπή θελήματος, πνεῦμα ἀνιδιοτελείας καί χριστοκεντρικῆς ἀγωνιστικότητος, ἐκεῖ προκύπτουν πλεῖστες ὅσες παρενέργειες.
Νά μή ξεχνᾶμε, ὅτι ὁποιαδήποτε ἀρετή, ἐάν δέν γίνεται μέ σωστό τρόπο, τελικά δέν εἶναι ἀρετή. Ἑπομένως, εἴτε αὐτό λέγεται ὑπακοή, εἴτε νηστεία, εἴτε ἀγρυπνία, κλπ., ἐάν στό βαθύτερο εἶναι τοῦ μοναχοῦ - ἀλλά καί τοῦ κάθε Χριστιανοῦ - δέν ὑπάρχη σωστή πνευματική τοποθέτησι, τότε αὐτομάτως ἀναφύονται φανερά καί κρυφά ἰοβόλα πνευματικά μικρόβια, τά ὁποῖα προξενοῦν ἀρρωστημένες πνευματικές καταστάσεις, καί ἐκ δεξιῶν, καί ἐξ ἀριστερῶν, ἱεροκρυφίως ἤ φανερῶς.
Ἄλλες ἀλλοιώσεις στόν χῶρο τοῦ Μοναχισμοῦ εἶναι ἡ ἔλλειψις ὁμολογιακοῦ καί ἀγωνιστικοῦ πνεύματος ἐναντίον τῶν αἱρέσεων, ἑτεροδιδασκαλιῶν καί τῶν διαφόρων ἄλλων πνευματικῶν ἀλλοιώσεων. Τό ἀκόμη χειρότερο εἶναι ὅταν κάποιοι μοναχοί καί ρασοφόροι, γενικώτερα, εἶναι οἱ ἴδιοι φορεῖς τέτοιων ἀποκλίσεων. Τέτοια θέματα εἶναι ὁ ἐπάρατος Οἰκουμενισμός, ὁ ἀρρωστημένος ζηλωτισμός, θέματα βιοηθικῆς (ἐγκεφαλικός θάνατος, κλπ.) ποικίλα θέματα ποιμαντικῆς, ὅπως ἀποφυγή τεκνογονίας, προγαμιαῖες σχέσεις, θέματα σχέσεων συζύγων, οἰκογενείας, κλπ.
Ἄλλη μάστιγα εἶναι οἱ λανθασμένες πνευματικά ἑρμηνεῖες διαφόρων γεγονότων καί φαινομένων, οἱ ὁποῖες ἔχουν πολλές φορές οἰκτρές, ὀδυνηρές καί κωμικοτραγικές συνέπειες. Ἐπίσης, ὅταν ἔχωμε ἐσφαλμένη ἐντύπωσι περί διοράσεως, προοράσεως, ἐνεργείας θαυμάτων, κλπ.
Ἄλλος κίνδυνος γιά τόν Μοναχισμό εἶναι ὅταν διάφορες οἰκονομικές ἐπιχορηγήσεις ἤ ἐπιδοτήσεις κρύβουν διαφόρους κινδύνους ἐξαρτήσεως ἀπό ἀμφίβολα ἕως καί σκοτεινά κέντρα ἤ κυκλώματα, τά ὁποῖα ἄμεσα-ἔμμεσα ζητοῦν πονηρά καί ἀνεπίτρεπτα ἀνταλλάγματα. Ἀλλά καί πέραν τούτου, ποῦ εἶναι τό τοῦ Ψαλμωδοῦ «ἔλαιον δέ ἁμαρτωλοῦ μή λιπανάτω τήν κεφαλήν μου» ;
Ἄλλο μοναχικό καρκίνωμα εἶναι ὅταν κάποιοι ἀπαραδέκτως οἰκειοποιοῦνται, εἴτε χαριτωμένους Γεροντάδες, εἴτε Ἁγίους καί, ἀντί νά ἀσπασθοῦν τό φρόνημά τους, τελικά στήν πρᾶξι τό μόνο πού λίγο-πολύ κάνουν εἶναι νά ὑψώνουν ἑτερόφωτα καί νοθευμένα τούς ἑαυτούς των καί τά ἰδικά των Μοναστήρια λές καί οἱ Γεροντάδες καί οἱ Ἅγιοι ἀνήκουν στόν προσωπικό καί ἰδιωτικό τους τομέα καί ἐμβέλεια καί ὄχι στό σύνολο τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀναφέραμε, π. Ἰωήλ, κάποιες ἐκτροπές ἀπό τήν ὑγιᾶ πνευματικότητα μιᾶς καί ἐρωτηθήκαμε πού ἠμποροῦν νά εἰσχωρήσουν ἀκόμη καί εἰς τὀν χῶρο τοῦ Μοναχισμοῦ. Αὐτό δέ τό ἐκάναμε μέ βάσι ὅσα μᾶς ἔχουν πῆ καί οἱ Γεροντάδες μας, μόνο καί μόνο γιά νά συμβάλλωμε κατά τι ὥστε νά λαμπικαρισθῆ, νά διασφαλισθῆ καί νά περιχαρακωθῆ ὁ ὕψιστος καί θεοφιλέστατος ἐπί τῆς γῆς θεσμός τοῦ Μοναχισμοῦ. Διότι, ὅταν ὁ Μοναχισμός στήν πρᾶξι ὑγιαίνη, αὐτό εἶναι τό καλύτερο ἀλεξικέραυνο γιά ὅλην τήν Ἐκκλησία. Καί δόξα τῷ Θεῷ πού ὑπάρχουν πολλοί - καί νά εὐχώμεθα νά αὐξάνουν - μοναχοί καί μοναχές πού ἐπάξια ἐκπροσωποῦν τό ἀγγελικό τάγμα τῶν Μοναχῶν, γιατί, ὅπως διδασκώμεθα καί ἀπό τή ἐκκλησιαστική ἱστορία, αὐτοί θά ἀναπληρώσουν τό ὑστέρημα ἡμῶν τῶν ὑπολοίπων...!
Μέρος Δ'
π. Ἰωὴλ - Πέμπτη Ἐρώτησις: Π. Ἀρσένιε, τόσο ὁ Γέροντας Παΐσιος, ὅσο καί ὁ Γέροντάς σας Ἰσαάκ ὁ Ἁγιορείτης, ὁ ἐπονομαζόμενος ''Λιβανέζος'', σᾶς εἶχαν ἐπισημάνει κάτι τι ἐπάνω σέ αὐτό τό λεπτό θέμα τῆς ὑγιοῦς πνευματικότητος; Σᾶς εἶχαν ὑπογραμμίσει κάτι, τό ὁποῖο προϊόντος τοῦ χρόνου, θά ἐρχόταν στήν Ἐκκλησία σέ σχέσι μέ τήν ὑγιῆ πνευματικότητα, πού ἴσως ἀλλοιώνεται στίς πονηρές ἡμέρες πού ζοῦμε καί μία ἀπό τίς συνέπειες αὐτοῦ εἶναι τό νόθο πνευματικό βίωμα;
π. Ἀρσένιος: Τά πιό πολλά ἀπ᾽ ὅσα ἤδη ἀναφέραμε, π. Ἰωήλ, στήν οὐσία δέν ἦσαν ἄλλο παρά ἡ ἀπεσταγμένη διδασκαλία καί ἐμπειρία τῶν προαναφερθέντων Γερόντων. Μάλιστα δέ τά πρός ἀποφυγήν τά ἐκθέσαμε κατά τρόπον ἐπιεικέστερο γιά λόγους εὐνοήτους.
Τώρα, ὅσον ἀφορᾶ εἰς τόν Γέροντά μου Ἰσαάκ, πού ἦτο Λιβανέζος, μᾶς συγκινεῖ ὅλους ὅσοι τόν ἐγνωρίσαμε ἀπό πολύ κοντά, πόσο ἀγαποῦσε καί ηὐλαβεῖτο τήν Ἑλληνορθόδοξη παράδοσι. Ἄλλωστε, αὐτός ἦτο καί ἕνας ἀπό τούς λόγους πού ἔκανε μεταφράσεις Πατερικῶν βιβλίων ἀπό τά Ἑλληνικά στά Ἀραβικά. Μάλιστα δέ ἐπροτιμοῦσε βιβλία ὅπου κάποιος ἐκεῖ μέσα ἔβλεπε τήν ὑγιῆ Ὀρθόδοξη πνευματικότητα σέ....
ὅλες τίς διαστάσεις της (Φιλοκαλία, Ἅγιο Ἰωάννη Σιναΐτη, κλπ.).
Ὁ ἴδιος συνεχῶς ἐτόνιζε τήν διακριτική ἀσκητική σταυροαναστάσιμη βιοτή. Ἦτο ὁ ἴδιος ''ὅλος ἀγῶνα'' καί ὅλος θεϊκή φωτιά. Προφανῶς, ὅλες οἱ θέσεις τοῦ πνευματικοῦ καθοδηγητοῦ του, τοῦ Γέροντος Παϊσίου, ἦσαν αὐτομάτως καί ἀβιάστως καί ἰδικές του. Μοῦ ἔλεγε γιά τό θέμα αὐτό: «Πρέπει, παιδί μου, νά ἀναπνέωμε τόν Γέροντα» . Καί φυσικά, δέν ἐννοοῦσε μέ τρόπο πού ὁδηγεῖ σέ ἀρρωστημένες καταστάσεις, ἀλλά τόν πλέον ἀσφαλῆ καί ἀνώδυνο τρόπο γιά νά ἀποκτήση ὁ ἄνθρωπος, ὄχι ἁπλῶς ''νοῦν Γέροντα'', ἀλλά διά τοῦ Γέροντος ''νοῦν Χριστοῦ''.
Γιά τό θέμα τῶν εὐρωπαϊκῶν κονδυλίων, ἐνθυμοῦμαι, πρίν τριάντα χρόνια, ὅτι πολλές φορές σέ γενόμενες συζητήσεις, μέ πόνο καί ἱερή ἀγανάκτησι διαφωνοῦσε. Γιά μέν τήν Ἑλλάδα ἔλεγε ὅτι τά ἄνομα εὐρωπαϊκά χρήματα τελικό σκοπό ἔχουν νά κυριεύσουν τήν συνείδησι τῶν Ἑλλήνων. Ἐτόνιζε ὅτι οἱ Εὐρωπαῖοι δέν τό κάνουν γιά τήν ψυχή τους ἤ ἀπό ἀγάπη. ῎Εχουν πολύ πονηρά σχέδια. Ἰδιαίτερα γιά τό Ἅγιο Ὄρος, πού τό θεωροῦσε πατρίδα του, διετυμπάνιζε πρός κάθε κατέθυνσι ὅτι μέ τόν τρόπον αὐτόν ἀποσκοποῦν νά ἁλώσουν τό Ἅγιο Ὄρος καί νά καταργήσουν τήν μοναδικότητά του μέ ὅ,τι θλιβερές συνέπειες θά ἔχη αὐτό, ἄν καί ὅσο ἐπιτευχθῆ. Καί ἐάν αὐτά ὁ Γέροντας τά ἔλεγε γιά τήν Ἑλλάδα μας καί τό Ἁγιώνυμον Ὄρος, τότε πού ὅλοι ἀπελάμβαναν τήν ''βοήθεια'', σκεφθεῖτε τί θά ἔλεγε στίς ἡμέρες μας...!
Ἐννοεῖται ὅτι στό ἴδιο μῆκος κύματος, καί μάλιστα πιό σφοδρά ἐκινεῖτο καί ὁ Γέροντας Παΐσιος. Μάλιστα, τόσο βαθύ πόνο καί ἁγία κατά Θεόν ''ψύχωσι'', δηλαδή διορατική ἀνησυχία, τοῦ ἐπροξενοῦσαν ὅλα αὐτά, πού μία φορά, ὅταν ἤμαστε στό Καλύβι τοῦ Ὁσίου Χριστοδούλου - ἐκεῖ τότε ὑπῆρχε ἕνα πάρα πολύ μικρό φουρνάκι, ἔξω ἀπό τό Κελλί -, μόλις τό εἶδε ὁ Γέροντας, μέ χιοῦμορ καί ἀστειευόμενος, ἀλλά καί θλιβόμενος, εἶπε περίπου τά ἑξῆς - τά λέμε περιληπτικά: «Μήπως πήρατε χρήματα ἀπό τό ΚΕΔΑΚ (Κέντρο Διαφύλαξης Ἁγιορειτικῆς Κληρονομιᾶς); Μήπως αὐτό τό ἔφτιαξε τό ΚΕΔΑΚ;» Δηλαδή, ἐάν ὁ σοφός καί προορατικός Γέροντας δέν ἤθελε ξένη βοήθεια οὔτε γι᾽ αὐτό τό φουρνάκι - πού τέτοιο θέμα ἐν προκειμένῳ δέν ὑφίστατο τότε, οὔτε κατά διάνοιαν -, σκεφθεῖτε γιά τά ὑπόλοιπα....
Ὅλα αὐτά βέβαια εἶναι εὐκολονόητο τό πόσες ἄμεσες ἐπιπτώσεις ἔχουν στήν Ἁγιορειτική καί πανορθόδοξη πνευματικότητα. Ἔχουν ἀπό ἀρνητικές ἕως καί τραγικές συνέπειες...
Τώρα, ὁ π. Παΐσιος προφανῶς καί ἦτο μία ἀπύθμενη καί ἀνεξερεύνητη δεξαμενή ὑγιοῦς πνευματικότητος, ἡ ὑπερχείλισις τῆς ὁποίας, ἀναλόγως μέ τήν δεκτικότητα ἑνός ἑκάστου, μᾶς ἤρδευε ὅλους. Ὅ,τι ἔλεγε, ἐδίδασκε, ἔπραττε, ζοῦσε, ἦτο δείκτης ὑγιοῦς πνευματικῆς πορείας καί ἀτελέστου τελειότητος.
Φυσικά, τό θέμα ''Ὑγιής πνευματικότης καί Γέρων Παΐσιος'' εἶναι ἀπέραντο. Ὅσον ἀφορᾶ δέ στόν Γέροντα Ἰσαάκ γιά τό ἴδιο θέμα, ἐπιφυλάσσομαι νά μιλήσω ἐκτενέστερα στήν εἰδική συνέντευξι πού ἔχει προγραμματισθῆ γιά τό πρόσωπό του.
π. Ἰωὴλ: Βεβαίως, οἱ εὐλαβεῖς ἀκροαταί τοῦ σταθμοῦ μας θά ἔχουν, ὅπως ἤδη εἴπατε, καί αὐτήν τήν εὐλογία καί τήν εὐκαιρία νά ἀκούσουν περί τοῦ Γέροντός σας Ἰσαάκ.
π. Ἀρσένιος: Πρῶτα ὁ Θεός. Ἄς ἀναφέρωμε ὅμως ἐπιγραμματικά καί κάποιες λίγες διδαχές τοῦ Γέροντος Παϊσίου ἀπό τίς προσωπικές μου σημειώσεις, ὅσες εἶναι καί γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος καί ἔχουν σχέσι μέ τήν ὑγιῆ πνευματικότητα καθώς καί μέ τίς ἐκκεντρότητές της. Ἔλεγε:
-«Ἄν ὑπῆρχαν ἀρκετοί καλοί πνευματικοί, δέν θά χρειάζονταν τόσοι ψυχίατροι» . Καί ἀπό τά ὑπόλοιπα συμφραζόμενα τότε τοῦ Γέροντος (14/9/1988) ἔβγαινε τό συμπέρασμα ὅτι, ἐάν οἱ ἄνθρωποι προσέτρεχαν σέ πνευματικό καί ἐκεῖνος ἦτο ἔμπειρος, τότε στίς πλεῖστες ὅσες τῶν περιπτώσεων θά περίττευε ὁ ψυχίατρος.
-«Ὅσοι θέλουν νά πᾶνε γιά μοναχοί πρέπει νά ἑτοιμάζουν τούς γονεῖς τους μέ διάκρισι γιά νά ἀποφεύγωνται τά πολλαπλά καί περιττά προβλήματα. Ὄχι γιά παράδειγμα, νά τούς λένε ''θά πάω νά κλεισθῶ σέ ἕνα σπήλαιο, θά τρώω παξιμάδι'', κλπ. Πράγματα δηλαδή ἀπραγματοποίητα, τά ὁποῖα δικαιολογημένα θά σοκάρουν τούς γονεῖς».
Μοῦ ἔλεγε πώς ἀπό ἕνδεκα χρονῶν, πρᾶγμα πού εἶναι γνωστό βέβαια, ἐδιάβαζε βιβλία πνευματικά καί ἔκανε καί ἐκεῖνος τότε τίς πρῶτες παιδικές ὑπερβολές.
Ἔλεγε:
- «Ὁ καθένας, ἀνάλογα μέ τήν κατάστασι τοῦ νοῦ του, κρίνει, συμπεραίνει, σκέφτεται καί γιά τούς ἄλλους».
- «Τό ἐργόχειρο τοῦ Σατανᾶ εἶναι συνεχῶς νά μᾶς βάζη λογισμούς. Ἐκεῖ πρέπει νά ἔχωμε καλό κόσκινο. Στήν ἀρχή, προσπαθεῖ νά μᾶς βάζη λογισμούς ἐναντίον τῶν ἄλλων, ὕστερα ἐναντίον τοῦ πνευματικοῦ μας, μετά προχωράει στούς Ἁγίους καί φθάνει ἕως καί τόν Θεό. Τό καλύτερο ἀντίδοτο εἶναι ἡ περιφρόνησι. Σέ αὐτές τίς περιπτώσεις ἐκεῖνο πού θέλει ὁ Θεός ἀπό μᾶς εἶναι νά ζοῦμε πνευματικά, νά μή σκεφτώμαστε τίποτε καί νά μή βασιζώμαστε στήν κρίσι μας καί βγάζωμε διάφορα ἐσφαλμένα συμπεράσματα».
Ἕνας Καθολικός τοῦ εἶχε πῆ: «Γιατί, ὁ Θεός δέν εἶναι μέ ὅλον τόν κόσμο; Μόνον ἐσεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι κατέχετε τήν ἀλήθεια;» Καί ἀπήντησε ὁ π. Παΐσιος: «Ὁ Θεός εἶναι μέ ὅλον τόν κόσμο, ἀλλά ὅλοι οἱ ἄνθρωποι δέν εἶναι μέ τόν Θεό. Καί ὅλο γιά εἰρήνη μιλοῦν, ἀλλά ἀπό πίσω κατασκευάζουν ὅλο καί μεγαλύτερες βόμπες...»
Γενικῶς, ὁ Γέροντας ἦτο ἄκρως ἀντίθετος μέ τήν ''λογική τοῦ Οἰκουμενισμοῦ'', ὅπως τό ἔλεγε. Ἔλεγε ἐπ᾽ αὐτοῦ: «Οἱ παλαιοί ἄνθρωποι μέ τήν ἁπλότητά τους κατέληγαν στήν θεία Γνῶσι. Ἐνῷ σήμερα μορφώνωνται καί αὐτήν τήν γνῶσι τους τήν χρησιμοποιοῦν ἐκεῖ πού δέν ἁρμόζει. Βάζουν τήν λογική ἐκεῖ πού δέν μπαίνει καί στό τέλος δέν βγαίνει ἄκρη. Ἔτσι τελικά πέφτουν σέ πιό μεγάλη ἄγνοια καί πλάνη».
Μία φορά μᾶς ἔλεγε: «Ἀπό τούς 1000 πού μοῦ ἔρχονται ἐδῶ καί εἶναι σίγουροι ὅτι εἶναι δαιμονισμένοι, ζήτημα εἶναι νά εἶναι ἕνας, καί οὔτε...»!
Ἐπίσης, κατά τόν Γέροντα: «Ὁ δαιμονισμένος θεραπεύεται πρῶτα μέ τήν μετάνοια καί τήν ἐξομολόγησι καί μετά μέ ὅ,τι ἄλλο χρειασθῆ» .
Μᾶς ἔλεγε ὁ Γέροντας καί τήν ἑξῆς περίπτωσι: «Ἕνας δαίμονας πού ἦταν μέσα σέ ἕναν δαιμονισμένο, ἐπειδή ὑπέφερε ἀπό τήν ''εὐχή'' πού ἔλεγε ὁ δαιμονισμένος, ἤθελε νά πάη στό Πακιστάν - ἤθελε νά πάρη ''ἀπόσπασι'' δηλαδή... -, ἀλλά εἶχε ἐντολή ἀπό τούς ἀνωτέρους του δαίμονες νά παραμείνη μέσα στόν δαιμονισμένο» . Φυσικά, ὅσο ἐξηρτᾶτο ἀπό αὐτούς. Ἐδῶ βλέπομε ὅτι τά κατώτερα ταγκαλάκια (δαιμόνια) κάνουν ὑπακοή στούς ἀνωτέρους τους.
Μοῦ ἔλεγε γιά ἕναν παπᾶ πού ἐδιάβαζε μέ στόμφο τούς ἐξορκισμούς σέ ἕναν δαιμονισμένο. Ἔλεγε ὁ παπᾶς: '' Ἔξελθε! Φυγαδεύθητι!, κλπ.'' Ὁπότε, σέ μία στιγμή ἀπήντησε σαρκαστικά ὁ δαίμων, μέσῳ τοῦ δαιμονοκαταληφθέντος ἀνθρώπου: ''Ἐπειδή τό λές ἐσύ ρέ... ἐγώ δέν πρόκειται νά φύγω''! Καί συνέχισε ὁ Γέροντας λέγοντας ὅτι ὁ Διάβολος θέλει πάνω ἀπ᾽ ὅλα ταπείνωσι ἐκ μέρους μας γιά νά πολεμηθῆ.
Ἕλεγε: «Ὁ φυσικός νόμος τῆς βαρύτητας δέν ἔχει εὐσπλαγχνία. Ὁ πνευματικός ὅμως νόμος ἔχει, γιατί τότε ἔχει κανείς νά κάνη μέ τόν Πολυεύσπλαγχνο Θεό, πού σέ κατεβάζει μέ στοργή ὁμαλά καί σέ προσγειώνει» .
Ἔλεγε μία φορά: «Ὅταν ἐμφανίζεται ἕνας Ἅγιος σέ κάποιον, τότε ἕνας ἄλλος ἄνθρωπος πού βρίσκεται στόν ἴδιο χῶρο, ἄλλοτε τόν βλέπει κι ἐκεῖνος, ἄλλοτε μόνο ἀκούει τήν φωνή του, ἄλλοτε αἰσθάνεται μόνο τήν εὐωδία του, καί ἄλλοτε τίποτε. Δέν ὑπάρχει νόμος».
Ἔλεγε: «Ὁ Θεός θέλει πρό πάντων ἐμεῖς νά εἴμαστε χαρούμενοι ἐσωτερικά καί ἀναπαυμένοι μέ τίς κατά Θεόν ἐπιλογές μας, κλπ. Δέν εἶναι ὁ Θεός τύραννος νά μᾶς πιέζη, ἀλλά μᾶς ἀφήνει ἐλευθέρους» .
Μία φορά ἔλεγε σέ κάποιον πού εἶχε προβλήματα ὑγείας καί ἐθλίβετο γιά μία του ἀσθένεια: «Δέν σέ συμφέρει ὁ Θεός νά σοῦ τήν πάρη, γιατί θά τό ἐκμεταλλευθῆ ὁ πειρασμός» . Καί ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας ἔλεγε γιά τόν ἑαυτό του: «Ὅσο μέ ὠφέλησαν οἱ ἀρρώστειες δέν μέ ὠφέλησε ἡ ὑπόλοιπη ἄσκησι».
Ἔλεγε:
- «Ὁ λογισμός στόν ἄνθρωπο εἶναι τό πιό σπουδαῖο πρᾶγμα».
- «Ὁ Διάβολος εἶναι μέγας τεχνίτης. Τόν καθένα ξέρει ποῦ θά τόν πιάση».
- «Ἐξαρτᾶται μέ τί λογισμό κάνει κάποιος κάτι».
- «Πρίν πάρωμε μία ἀπόφασι, νά ζυγίζωμε πρῶτα τόν ἑαυτό μας πόσο ἀντέχει».
Ἔλεγε: «Ἄν θέλη ὁ ἄνθρωπος νά προκόψη, πάντα στούς ἄλλους νά βρίσκη ἐλαφρυντικά. Μόνον τόν ἑαυτό του νά μή δικαιολογῆ καί μεταθέτη τήν εὐθύνη. Ἀκόμη καί στόν Διάβολο νά βρίσκωμε ἐλαφρυντικά. Νά λέμε ''αὐτός, σάν Διάβολος, κάνει θαυμάσια τήν δουλειά του• ἐγώ τί κάνω;''»
Ἔλεγε: «Ὅταν κάνωμε μία μικρή ἤ μεγάλη ἁμαρτία, δέν σημαίνει ὅτι αὐτόματα δαιμονιζόμαστε. Ἄν ἦταν ἔτσι, δέν θά ἔφθαναν οἱ παπᾶδες μέ τίποτε».
Ἐτόνιζε: «Νά ἁπλουστεύωμε τήν ζωή μας μέ λιγώτερες ἀσχολίες γιά νά ἔχωμε χρόνο καί γιά τά πνευματικά». Αὐτό τό ἔλεγε μέ ἀφορμή τό ἑξῆς περιστατικό. Κάποιος ἱερέας πού εἶχε ἔλθει ἀπό τό ἐξωτερικό γιά νά κάνη τήν διδακτορική διατριβή του, ἐπειδή δέν τοῦ ἔμεινε οὔτε μία ἡμέρα κενή σέ διάστημα ἑνός μηνός παραμονῆς του στήν Ἑλλάδα, δέν μπόρεσε νά πάη στό Ἅγιον Ὄρος γιά νά δῆ τόν Γέροντα. Ἦταν πολύ γνωστός του. Ὡς ἐκ τούτου, τοῦ τό παρήγγειλε μέσῳ κάποιου ἄλλου. Καί ὁ π. Παΐσιος τοῦ ἔστειλε τήν ἑξῆς ἀπάντησι: «Αὐτό τό διδακτορικό τελικά εἶναι σκέτη δικτατορία...»!
Νά κλείσωμε αὐτήν τήν ἑνότητα μέ κάτι εὐχάριστο.
Κάποτε ὁ Γέροντας εὑρίσκετο στά Κατουνάκια καί ἔκανε κομβοσχοίνι ὅλην τήν νύχτα μέχρι τό μεσημέρι τῆς ἑπομένης. Κατά τήν διάρκεια τῆς προσευχῆς του ἔβλεπε, ἔνοιωθε ὅτι εὑρίσκετο μέσα σέ τέτοιο θεῖο Φῶς, πού μετά ἔλεγε: «Πόσο διαφέρει σέ λάμψι ὁ καυτός μεσημεριάτικος καλοκαιρινός ἥλιος ἀπό τήν λάμψι τοῦ φεγγαριοῦ τῆς νύχτας; Ἔ, τόσο καί ἀσύγκριτα περισσότερο διαφέρει σέ λάμψι τό θεϊκό Φῶς ἀπό τήν λάμψι τοῦ καλοκαιριάτικου ἥλιου».
Νομίζω, σχόλια δέν χρειάζονται, π. Ἰωήλ.
π. Ἰωὴλ: Φοβερές, ἄπιαστες ὄντως πνευματικές καταστάσεις ἐζοῦσε ὁ μακαριστός Γέροντας.
π. Ἀρσένιος: Τώρα, ὅσον ἀφορᾶ στήν ἐπερχομένη ἀλλοίωσι στό βίωμα καί στήν ὑγιᾶ πνευματικότητα, πολλά ἔλεγε ὁ Γέροντας. Εἶναι λεπτή ἡ θέσις μας στό ἄν πρέπη καί μέχρι ποιό βαθμό πρέπει νά ποῦμε κάποια πράγματα. Βέβαια, ἐν τῇ ρύμῃ τοῦ λόγου κάποια ἐξ αὐτῶν ἔχουν ἤδη ἐπισημανθῆ.
Γενικῶς, ὁ Γέροντας γιά πολλά ἀνησυχοῦσε. Πολλά ἐξ αὐτῶν εἶναι πασίγνωστα, ἀλλά καί ἐμεῖς ἔχομε ἀναφερθῆ ἄλλες φορές παλαιότερα.
Ἄς ποῦμε τώρα κάποια λίγα ἐπιπρόσθετα καί γιά περισσότερα πρῶτα ὁ Θεός ἴσως κάποια ἄλλη φορά.
Ὁ Γέροντας Παΐσιος ἐτόνιζε συνεχῶς καί ἐφοβεῖτο τήν συνεχῶς αὐξανομένη ''βλαμμένη εὐλάβεια'', ὅπως τήν ἐχαρακτήριζε, πού φυσικά ὑπῆρχε καί στήν ἐποχή του σέ μικρότερο ὅμως βαθμό.
Ἀνησυχοῦσε γιά τήν χλιαρότητα τῶν Χριστιανῶν καί κάποιων μοναχῶν, τήν ἐξάπλωσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τῆς ἐκκοσμικεύσεως καί τήν αὔξησι τῆς πνευματικῆς συγχύσεως.
Ἔλεγε: «Πολλοί γεμίζουν τίς βιβλιοθῆκες τους μέ πνευματικά καί πατερικά βιβλία. Τό ἀποτέλεσμα ὅμως εἶναι ὅτι πολλές φορές δέν ξέρουν τί τούς γίνεται καί πνευματικοί καρποί, μηδέν». Οἱ παλαιοί ἐδιάβαζαν ἕνα-δυό βιβλία, ἄκουγαν καί καμμιά κουβέντα ἀπό περιοδεύοντα ἱεροκήρυκα καί κάποιοι ἀπ᾽ αὐτούς ἔφθαναν σέ μεγάλα πνευματικά μέτρα.
π. Ἰωὴλ: Δέν λέγει ὀ Ἀπόστολος Παῦλος «ἔχοντες μόρφωσιν εὐσεβείας τήν δέ δύναμιν αὐτῆς ἠρνημένοι» ; (Β´ Τιμόθ. γ´, 5)
π. Ἀρσένιος: Ἀκριβῶς. Ἀλλά, ἄς συνεχίσωμε.
Μᾶς ἔλεγε ὅτι κάποιοι θά παρεξηγοῦν τήν φυσιολογική συμπεριφορά καί γενικῶς ὁ,τιδήποτε τό φυσιολογικό, ὅπως τό χαριτωμένο χιοῦμορ, διότι θά ἔχουν κριτήρια βάσει τῶν παθῶν τους. Θά μπερδεύουν τήν μετάνοια μέ τήν μελαγχολία καί θά νομίζουν ὅτι ἡ μελαγχολία εἶναι μετάνοια.
Ἐπίσης, θά θεωροῦν τήν ὑπευθυνότητα ὡς ἄγχος, τήν ἔλλειψι προνοητικότητος ὡς ἐμπιστοσύνη στήν Θεία Πρόνοια, τήν ἀνευθυνότητα ὡς κατά Θεόν ἠρεμία. Ἀκόμη, θά ἀποδίδουν τά διάφορα συμπτώματα λόγῳ προβλημάτων ὑγείας σέ καθαρά πειρασμικές ἐνέργειες, τήν ψυχοπάθεια γιά δαιμονισμό ἤ μαγεία, κλπ.
Ὁ Διάβολος, σύν τῷ χρόνῳ, δέν θά χρειάζεται νά ἐφαρμόζη τά δικά του τεχνάσματα. Καί αὐτό, διότι θά παίρνη μαθήματα ἀπό τούς ἀνθρώπους. Θά λέη: «Ἀπό ἐδῶ καί πέρα θά παίρνω μαθήματα ἀπό σᾶς», ἤ, ὅπως τό ἔλεγε ἀλλοιῶς ὁ προορατικός Γέροντας, «εἶναι κάποιοι πού κάνουν φροντιστήριο στόν Διάβολο».
Ἔλεγε: «Πολλοί θά πηγαίνουν στόν πνευματικό, ὄχι γιά ἐξομολόγησι, ἀλλά γιά κουβέντα, κλπ.».
Ὁ Γέροντας, ὅπως μᾶς ἔλεγε γιά τόν ἑαυτό του καί τούς ἐπισκέπτες στό Κελλί του, καταλάβαινε ποιοί ἔχουν ἀνάγκη καί καλή διάθεσι καί ποιοί ὄχι καθώς καί ποιούς τούς ἔστελνε ὁ πειρασμός. Βέβαια, αὐτά ὁ Γέροντας δέν τά ἐφανέρωνε στούς ἀνθρώπους.
Μᾶς ἔλεγε γιά τούς ἄλλους Γεροντᾶδες, ὅτι ἄλλοι ἐξ αὐτῶν ἔχουν καί τό ὄνομα καί τήν χάρι, ἄλλοι πιό πολύ ὄνομα καί λιγώτερο χάρι ἤ καί σοβαρές πνευματικές διαρροές ἀκόμη καί πλᾶνες, καί ἄλλοι λιγώτερο ὄνομα καί περισσότερο χάρι.
Μᾶς ἔλεγε καί γιά Γεροντᾶδες πού βγάζουν τήν ἀρετή τους ''στό σφυρί'', δηλαδή ἄμεσα ἤ ἔμμεσα συντελοῦν ἤ ἔστω δέν ἀποτρέπουν νά γνωστοποιοῦνται οἱ ἀρετές τους καί τά χαρίσματά τους, ὅταν καί ἄν αὐτά ὑπάρχουν... Ἔλεγε: «Ὅποιου Γέροντα ἔχει βγῆ ἡ ὁποιαδήποτε ἀρετή του στό σφυρί, ἐκεῖ θέλει πολλή προσοχή γιατί εἶναι ὕπουλη παγίδα».
Ἐτόνιζε ὅτι ὁ πνευματικός πρέπει, διά μέσου τοῦ ἑαυτοῦ του, νά ὁδηγῆ τούς ἀνθρώπους στόν Χριστό καί ὄχι διά τοῦ Χριστοῦ νά τούς ὁδηγῆ στόν ἑαυτό του.
Διέβλεπε καί προέβλεπε τίς αὐξανόμενες προλήψεις τῶν Χριστιανῶν, ὅπως πίστι στά ὄνειρα, ψευδοοράματα, κλπ. Ἔλεγε ὅτι θά ἀποδίδουν τίς διάφορες συμπτώσεις στήν δῆθεν διόρασι κάποιων Γεροντάδων, κλπ.
Οἱ ἄνθρωποι θά φθάσουν, χωρίς νά κάνουν τά ἀνθρώπινα, νά τά περιμένουν ὅλα ἀπό τόν Θεό.
Διαλαλοῦσε ὅτι οἱ ἑπόμενες γενεές θά φέρουν τούς Γερμανούς καί τούς ξένους γενικά νά μᾶς μάθουν τήν γλῶσσα μας καί τά παιδιά μας καί τά ἐγγόνια μας θά μᾶς φτύνουν....
Ἄς ἀναφέρωμε ἀκόμη ἕνα-δυό ἀπό τά ἀστείρευτα πού ἔλεγε.
π. Ἰωὴλ: Ὅσα θέλετε, π. Ἀρσένιε. Τόν Γέροντα Παΐσιο κανείς δέν τόν χορταίνει, ὅσο καί ἄν τόν ἀκούη.
π. Ἀρσένιος: Συμφωνῶ. Ὁ Γέροντας ἐτόνιζε ὅτι, ὅσο περνάει ὁ καιρός θά αὐξάνουν τά ψυχολογικά προβλήματα. Δυστυχῶς ὅμως οἱ πιό πολλοί πνευματικοί ἄνθρωποι θά τά ἀποδίδουν σέ μαγεία, δαιμονική ἐπήρεια καί τά τοιαῦτα. Θά συμβαίνη τό ἀντίθετο δηλαδή ἀπό ἐκεῖνο πού κάνουν πολλοί ψυχίατροι, πού ὅταν ὄντως ὑπάρχουν δαιμονικές ἐπιδράσεις, κλπ., στούς ἀνθρώπους, ἐκεῖνοι τά ἀποδίδουν ὅλα σέ δῆθεν ψυχολογικές διαταραχές. Ἐννοεῖται δέ ὅτι ὁ Γέροντας δέν συνιστοῦσε τούς ἐξορκισμούς παρά σέ ἐλάχιστες περιπτώσεις καί φυσικά ἀφοῦ θά εἶχε προηγηθῆ μετάνοια καί ἐξομολόγησις.
Ἔλεγε σχετικά: «Δέν βγαίνει τό δαιμόνιο μέ ἠλεκτροσόκ, οὔτε οἱ λογισμοί βλασφημίας μέ ψυχοφάρμακα».
π. Ἰωὴλ: Φοβερός λόγος.
π. Ἀρσένιος: Ἔλεγε ἐπίσης ὁ Γέροντας: «Ἐξορκισμούς δέν πρέπει νά διαβάζη ὁ ἱερέας σέ δαιμονισμένο πού ἔχει τά λογικά του. Ὁ δαιμονισμένος πού ἔχει τά λογικά του, γιά νά θεραπευθῆ, πρέπει πρῶτα νά μετανοήση. Μόνο σέ κάποιον δαιμονισμένο πού ἔχει χάσει τά λογικά του ἤ δέν καταλαβαίνει πρέπει ὁ ἱερέας νά διαβάζη ἐξορκισμούς γιά νά φύγη τό δαιμόνιο».
Αὐτά, π. Ἰωήλ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετά.
π. Ἰωὴλ: Π. Ἀρσένιε, γιά νά εἶμαι εἰλικρινής, ὅταν συνέτασσα τίς ἐρωτήσεις δέν ἐφαντάσθηκα ὅτι θά ἐχρειαζόταν τόσος χρόνος. Τώρα ὅμως πού βαίνομε πρός τό τέλος, διαπιστώνομε ἀμφότεροι πόσο ἀνεξάντλητο εἶναι αὐτό τό θέμα καί πόσα κενά μοιραίως ἔχομε ἀφήσει. Ἀλλά πιστεύω ὅτι ἀπό τά πολλά πού μᾶς εἴπατε καί ἀπό τά ὅσα θά μᾶς πῆτε ἀκόμη θά βροῦν τό πνευματικό ἐργαλεῖο οἱ ἀκροατές μας ὥστε νά ἐντοπίσουν καί ἀρκετές ἄλλες πτυχές τοῦ ἐν λόγῳ θέματος.
π. Ἀρσένιος: Εἶμαι σίγουρος γι᾽ αὐτό.
Μέρος Ε'
π. Ἰωὴλ - Έκτη Ἐρώτησις: Π. Ἀρσένιε, θά ἦταν δυνατόν νά μᾶς πῆτε ποιά πρέπει νά εἶναι ἡ στάσις τῶν πιστῶν ἔναντι κάποιων προσώπων πού φαίνονται ὡς ὑπεύθυνοι καθοδηγητές σέ ὁποιοδήποτε ἐπίπεδο τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας; Εἴτε αὐτοί εἶναι πατριάρχες, ἐπίσκοποι, ἱεροκήρυκες, πνευματικοί, καθηγούμενοι, μοναχοί, λαϊκοί θεολόγοι, κλπ. Ποιά κριτήρια δηλαδή πρέπει νά πληροῦν οἱ ἀνωτέρω, ὥστε οἱ πιστοί νά τούς ἐμπιστεύωνται καί νά ἀποδέχωνται τόν λόγο τους καθώς καί τί γενικῶς χρειάζεται νά προσέχουν οἱ πιστοί;
π. Ἀρσένιος: Ἄς ἀρχίσωμε, σεβαστέ μου π. Ἰωήλ, ἀπό τό τελευταῖο τμῆμα τῆς ἐρωτήσεώς σας. Τί γενικῶς πρέπει νά προσέχουν οἱ πιστοί. Θά πρέπη νά ἐξετάζουν ἐάν οἱ διάφοροι ἑκάστοτε καθοδηγητές ὀρθοτομοῦν καί ὀρθοπρακτοῦν τόν λόγον τῆς ἀληθείας σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Θά πρέπη νά ἀναζητοῦν διδασκάλους πού....
ἀποπνέουν τό ἄρωμα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί τῆς γνησίας Ὀρθοδόξου πνευματικότητος.
Εἰς τήν Κλίμακα τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, ἕνα βιβλίο τό ὁποῖο ἄντεξε στό διάβα τῶν αἰώνων διότι εἶναι ἕνα ἀσκητικό βιβλίο πού εἶναι γραμμένο ἀπό τήν ἐμπειρία τοῦ θεοσόφου Ἁγίου Ἰωάννου, ὑπάρχει ἕνας ἐξαίρετος λόγος ''Περί Ὑπακοῆς''. Εἶναι ὁ τέταρτος λόγος.
Ἐκεῖ ὁ ὅσιος πατήρ ἀφιερώνει πολλές παραγράφους γιά τό ἐν λόγῳ θέμα διότι αὐτήν τήν ἀρετή τήν θεωρεῖ θεμελιώδη. Ὅμως, ἐάν προσέξη κάποιος στήν παράγραφο ἑπτά στίς ἀρχές τοῦ ἐν προκειμένῳ λόγου, ἐκεῖ ὁ Ὅσιος θέτει μία ἀπαραίτητη προϋπόθεσι κάνοντας καί μία σημαντικωτάτη διευκρίνησι. Σᾶς τό διαβάζω σέ μετάφρασι:
«Ὅταν πρόκειται νά κλείνωμε τόν αὐχένα μας στόν Κύριο καί νά ἐμπιστευθοῦμε τόν ἑαυτό μας σέ ἄλλον, μέ λογισμό ταπεινοφροσύνης καί μέ κύριο σκοπό νά ἐξασφαλίσωμε τήν σωτηρία μας, πρίν ἀπό τήν εἴσοδό μας στήν ζωή τῆς ὑπακοῆς, ἄν τυχόν διαθέτωμε κάποια πονηρία καί σύνεσι, ἄς ἐξετάσωμε ἐρευνητικά καί - ἄς τό εἰπῶ ἔτσι - ἄς δοκιμάσωμε τόν κυβερνήτη. Καί τοῦτο γιά νά μή πέσωμε σέ ναύτη ἀντί σέ κυβερνήτη, σέ ἀσθενῆ ἀντί σέ ἰατρό, σέ ἐμπαθῆ ἀντί σέ ἀπαθῆ, σέ πέλαγος ἀντί σέ λιμάνι, καί ἔτσι νά προξενήσωμε στόν ἑαυτό μας βέβαιο ναυάγιο» . Στό τέλος τό κείμενο λέγει ''ἕτοιμον ἑαυτοῖς ναυάγιον προξενήσωμεν''.
Ἄρα, προαπαιτεῖται ἀπό τήν πλευρά μας, κατά τόν Ὅσιο Ἰωάννη, νά ''πειράσωμε μετά πονηρίας'', μετά κατά Θεόν ''λευκῆς'' δηλαδή πονηρίας νά δοκιμάσωμε τόν καθοδηγητή μας ἐάν εἶναι κυβερνήτης καί ὄχι ναύτης, ὅταν ψάχνωμε γιά Γέροντα, πνευματικό καθοδηγητή, κλπ.,
Ἄρα, ἀποτελεῖ πατερική διαχρονική θέσι αὐτή ἡ προσοχή ἀπό τήν πλευρά μας. Ἐπειδή δέ ἕνα ἀπό τά πιό σημαντικά θέματα γιά τούς πιστούς εἶναι ἡ ἐπιλογή τοῦ πνευματικοῦ, θά πρέπη οἱ Χριστιανοί νά ἐξετάσουν τά ἑξῆς βασικά θέματα:
Θά πρέπη ὁ πνευματικός νά ἔχη γνήσιο πατερικό φρόνημα, τό ὁποῖο ὅμως μετά διακρίσεως νά μπορῆ νά τό ἐξατομικεύη στήν κάθε ψυχή οὕτως ὥστε νά δημιουργῆται ἕνας προσωπικός ἀφυπνιστικός καθαρτικός συντονισμός.
Εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ ὁ πνευματικός νά διακατέχεται ἀπό ἀνιδιοτέλεια σέ ὅλα τά ἐπίπεδα καί τά θέματα.
Ὁ ἐνδιαφερόμενος πρῶτα ἀναζητεῖ τήν ἔξωθεν καλή μαρτυρία τοῦ πνευματικοῦ, κυρίως ἀπό ἀνθρώπους πού ἐμπιστεύεται. Πρέπει νά ἀναπαύεται σέ αὐτόν καί νά εἶναι ἀποφασισμένος, μετά τήν ἐλευθέρα ἐπιλογή του, νά πάη ''μέ τά νερά'' τοῦ Γέροντα. Αὐτήν τήν φρᾶσι τήν χρησιμοποιοῦσε ὁ Γέρων Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης. Βέβαια, αὐτό ἰσχύει πρωτίστως γιά τούς μοναχούς πού πρέπει νά ἀρνοῦνται, ἐκτός ἀπό τά ἁμαρτωλά τους θελήματα, πολλές φορές καί τά φυσικά τους θελήματα.
Βέβαια ἐδῶ πρέπει νά διασαφηνισθῆ ὅτι κάποιοι μέ καλή διάθεσι διατυμπανίζουν ὅτι ἀπαιτεῖται ''τυφλή ὑπακοή'' στόν πνευματικό ἀπό τά πνευματικά του παιδιά. Ὁ ὅρος ὅμως αὐτός κατά κυριολεξίαν δέν εἶναι σωστός. Αὐτό πού χρειάζεται εἶναι ''πλήρης ὑπακοή''.
Ἀλλά ἐπάνω καί πέρα ἀπ᾽ ὅλα χρειάζεται ἀπό τήν πλευρά μας λεβέντικη ἀπόφασι νά θεραπευθοῦμε καί νά κάνωμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ χωρίς συμβιβασμούς καί ἁμαρτωλές προσμίξεις.
Οἱ καρποί τῆς ὑπακοῆς εἶναι ἀνυπολόγιστοι καί μοναδικοί. Πλεῖστα ὅσα εἶναι τά παραδείγματα ἀπό τήν Πατερική Γραμματολογία. Ἡ ὑπακοή εἶναι ὁ πιό ἀσφαλής-ἀπλανής καί σχετικά εὔκολος δρόμος. Μπορεῖ ἡ ἐκκοπή τοῦ θελήματός μας νά εἶναι πολλές φορές ἀσήκωτο ψυχικό μαρτύριο, ὅμως τά ὀφέλη ἐξ αὐτοῦ εἶναι ἀσυγκρίτως μεγαλύτερα.
Ἀλλά ἄς τό ποῦμε καί διαφορετικά.
Ἄν γιά νά κάνωμε ὑπακοή ἀπαιτῆται α´ ψυχικός καί σωματικός κόπος, μέ τήν ἴδια α´ ψυχοσωματική ὀδύνη θά ἔχωμε, ἐκτός ὑπακοῆς, λιγώτερα πνευματικά θετικά ἀποτελέσματα. Μάλιστα δέ, κάποιες φορές, θά ἔχωμε ἐλάχιστα ἤ καί ἀρνητικά.
Αὐτός βέβαια εἶναι ἕνας γενικός πνευματικός κανόνας. Πρέπει δέ νά ξέρωμε ὅτι σέ κάθε κανόνα ὑπάρχουν καί ἐξαιρέσεις. Καί ἐάν καμμιά φορά ὁ λογισμός μᾶς ἐνοχλῆ ἔντονα μήπως ἀνήκωμε σέ ἐξαίρεσι ἤ ἄν γενικῶς κάτι δέν πάει πάη καλά στήν ὑπακοή, ἤ ἀπό ἐμᾶς, ἤ ἀπό τόν πνευματικό, τότε ὄχι μόνοι μας νά προσπαθήσωμε νά βροῦμε τήν ἄκρη, ἀλλά ἀπό ἕναν ἄλλον πολύ-πολύ ἔμπειρο πνευματικό ὁδηγό θά πρέπη νά ζητήσωμε συμβουλή. Ἄλλωστε ἡ πεῖρα εἶναι δεύτερη Χάρις.
Βέβαια, στό σημεῖο αὐτό, π. Ἰωήλ, ἐπειδή ἡ ἐρώτησίς σας ὑπαινίσσεται τό τί πρέπει νά προσέχουν οἱ πιστοί, εἶμαι ἐκ νέου ὑποχρεωμένος νά στρέψω τόν λόγο καί σέ κάποιες παραφωνίες πού γίνονται στόν εὐλογημένο θεσμό τῆς ὑπακοῆς.
π. Ἰωὴλ: Ἐπειδή σᾶς ἐμπιστευόμεθα, π. Ἀρσένιε, νά μᾶς συγχωρήσετε ἄν σᾶς φέρωμε σέ δύσκολη θέσι. Ἁπλᾶ τό κάνομε μόνο ἀπό ἀγάπη γιά τόν κόσμο καί βαθειά συναίσθησι τῆς ποιμαντικῆς εὐθύνης πού φέρομε, ἰδιαίτερα ἐμεῖς οἱ πνευματικοί καί ἱερωμένοι, γενικώτερα.
π. Ἀρσένιος: Ἐννοεῖται, ὅτι συμφωνῶ.
Ἔλεγε ὁ π. Παΐσιος κάτι ἀνάλογο μέ ἐκεῖνο πού εἴπαμε γιά τήν ''βλαμμένη εὐλάβεια'', ὅτι ὑπάρχει καί ''βλαμμένη ὑπακοή'', ἡ ἀρρωστημένη δηλαδή ὑπακοή. Αὐτό τό θέμα ἐξανλεῖται ἀνεξαντλήτως σέ ἀτελείωτες περιπτώσεις, ἀπό ἁπλές καί φαιδρές μέχρι πολύ ὀλέθριες καί σοβαρές.
Θά ἀναφέρω μία ἀπό κάθε περίπτωσι.
Ὅταν κάποιος θέλη νά γίνη μοναχός καί ψάχνη γιά μοναστήρι, κάποιες φορές εἶναι φυσικό νά κάνη κάποιες ἐπισκέψεις σέ διάφορα μοναστήρια γιά νά δῆ τί τοῦ ταιριάζει. Καί κάποιες φορές, ἰδιαίτερα μάλιστα ὅταν προηγηθοῦν κάποιες συγκυρίες ἤ συμπτώσεις, ἐντελῶς ἀνθρώπινες, ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ τοῦ λέγουν κάποιοι μοναχοί ἤ ὁ πορτάρης τοῦ α´ μοναστηριοῦ ''ἐδῶ σέ ἔφερε ὁ Ἅγιος ἄλφα'', κάποιοι μοναχοί τοῦ β´ μοναστηριοῦ ''ἐδῶ σέ ἔφερε ὁ Ἅγιος βήτα'', κλπ.
Αὐτό φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως ἀστεῖο. Ἔχουν ὅμως συμβῆ καί περιπτώσεις νά τυχαίνη δύο μοναστήρια νά τιμῶνται στόν ἴδιο Ἅγιο, ὁπότε ὁ ὐποψήφιος ἔτι καί ἔτι δικαιολογημένα ἀναρωτιέται καί ἀνησυχεῖ λέγοντας ''μά, πῶς εἶναι δυνατόν ὁ ἴδιος Ἅγιος νά θέλη νά πάω καί στό ἕνα μοναστήρι καί στό ἄλλο;'' Πράγματα δηλαδή κωμικοτραγικά, πού θέλομε νά πιστεύωμε ὅτι λέγονται μέ καλή μέν διάθεσι ἀλλά ὄχι μετά γνώσεως καί κατά Θεόν σοφίας. Μέ αὐτά βέβαια πού λέγομε δέν ἀποκλείομε - κάθε ἄλλο - περιπτώσεις πού ἡ Θεία Πρόνοια ἐξ ἀντικειμένου φέρει ἔτσι τά πράγματα γιά τό καλό μας.
Ἔχομε ὅμως καί πολλές ἐπαινετές ἀντίθετες περιπτώσεις. Σέ αὐτές διακριτικοί Γεροντάδες ὠθοῦν τούς ὑποψηφίους νά ψάξουν καί σέ ἄλλα μοναστήρια γιά νά δοῦν μή τυχόν ἀναπαύωνται καλύτερα.
Μία τέτοια λαμπρή περίπτωσι ἔχομε μέ τόν Γέροντα Μητροφάνη τόν Ἁγιοπαυλίτη πού ἐκοιμήθη τό 1995. Ὅταν ἐπῆγε στήν Ἱερά Μονή Ἁγίου Παύλου γιά νά γίνη μοναχός, κάποια στιγμή τοῦ εἶπε ὁ Γέροντας Παρθένιος, ὁ νῦν ἡγούμενος τῆς Μονῆς: «Πήγαινε, κάνε περιοδεία καί στά ὑπόλοιπα μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί μετά ἀποφασίζεις τί σοῦ ταιριάζει καλύτερα». Καί ἀπήντησε ὁ τότε Γεώργιος καί ἔπειτα Γέρων Μητροφάνης: «Ἔχω ἤδη πάει σέ ὅλα καί ἐδῶ μοῦ ἀρέσει περισσότερο». Αὐτός ὁ μοναχός ἔφθασε σέ ὕψιστα πνευματικά μέτρα καί ἦτο ὑπόδειγμα καί τύπος θεαρέστου καί πλήρους, ὑγιοῦς ὑπακοῆς.
Μοῦ ἔλεγε ὁ Γέρων Παρθένιος τά ἑξῆς περί αὐτοῦ τοῦ μοναχοῦ: «Ἦτο ὀλιγομίλητος, πολύ ἐπιμελής σέ ὅλα καί εἶχε μεγάλη ''ξενητεία''». Μία φορά πού ἔγινε ἀλλαγή διακονημάτων, ὅταν ἔμαθε τό νέο του διακόνημα, ἐσιώπησε περίπου γιά δέκα λεπτά. Προσευχήθηκε καί εἶπε μόνο ''Νἆναι εὐλογημένο''.
Αὐτός εἶχε καί πολλούς πειρασμούς. Ὑπέφερε πολύ ἀπό τούς δαίμονες. Τόν ἔθλιβε ὁ πειρασμός καί τοῦ ἔλεγε ὅτι δέν εἶχε κάνει καλή ἐξομολόγησι. Ὁπότε ἐζήτησε ἀπό τόν Γέροντα Παρθένιο νά τοῦ ἐπιτρέψη νά κάνη μία ἐξονυχιστική ἐξομολόγησι. Ἤθελε νά τά πῆ ὅλα καί μετά νά ἀκούση τίς συμβουλές τοῦ Γέροντος Παρθενίου. Ἡ ἐξαγόρευσίς του, ἄν καί ἦτο πολύ πυκνή, ἐκράτησε περισσότερο ἀπό δύο ὧρες. Τί τεράστιο πνευματικό μικροσκόπιο λοιπόν διέθετε καί εἶχε ἐντοπίσει καί τήν παραμικρή λεπτομέρεια!
Αὐτός ὁ μοναχός εἶχε ἀσύλληπτες πνευματικές χαρές, ἀλλά καί μεγάλες ὠδῖνες. Ὧδε ἡ πλήρης καί ὑγιής πνευματικότης πού σχολιάζομε. Μάλιστα, κάποιες φορές μοῦ εἶπε ὁ Γέρων Παρθένιος ὅτι ἐκοιμᾶτο μαζί μέ τόν πειρασμό. Ἄς μή ποῦμε πιό πολλά ἐπ᾽ αὐτοῦ καί ἄς κλείσωμε αὐτήν τήν ὠφέλιμη παρένθεσι λέγοντας ὅτι ἐκοιμήθη ὁσιακῶς, προσευχόμενος μέ τό κομβοσχοίνι του λέγοντας τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ. Μάλιστα, μετά τήν ἀναχώρησι τῆς ψυχῆς του δέν ἔπεσε τό κομβοσχοίνι ἀπό τό χέρι του, καί ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλά καί μετά τήν μακαρία κοίμησί του τό νύχι ἀπό τό δάκτυλό του ἦτο ἀνάμεσα στούς κόμβους πού μετροῦσε.
Ὁ Γέρων Παρθένιος, ὅταν τόν ἐρωτῶ γιά τόν Γέροντα Μητροφάνη, συχνά-πυκνά μοῦ λέγει τό ἑξῆς: «Τέτοιον καλόγηρο δέν ἔχω ξανασυναντήσει στήν ζωή μου». Καί στήν ἡλικία πού εὑρίσκεται ὁ Γέροντας Παρθένιος πόσους καί πόσους δέν ἔχει συναντήσει...
π. Ἰωὴλ: Πολύ συγκινητικά καί ὠφέλιμα τά τοῦ Γέροντος Μητροφάνους.
π. Ἀρσένιος: Πιό πολύ μέ ἀναπαύουν αὐτά τά θέματα, ἀλλά δυστυχῶς ἔχομε χρέος νά ἐντοπίζωμε καί τά πνευματικά καρκινώματα πρίν αὐτά κάνουν μεταστάσεις. Γι᾽ αὐτό, εὐθύς ἀμέσως ἄς περάσω καί στό ἄλλο παράδειγμα.
Ἡ τραγική περίπτωσις εἶναι ὅταν ὁ πνευματικός δέν ἀκολουθῆ τήν διαχρονική διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας σέ διάφορα ζωτικῆς σημασίας θέματα. Τέτοια παραδείγματα εἶναι ἡ ἐλαχιστοποίησις τῆς σοβαρότητος, πού φθάνει ἕως καί πλήρη ἀμνήστευσι, κάποιων θανασίμων ἁμαρτιῶν ἐκ μέρους τοῦ πνευματικοῦ. Φυσικά, αὐτό μπορεῖ νά γίνεται εἴτε σέ ἰδιωτικό προσωπικό ἐπίπεδο, εἴτε τό ἀκόμη χειρότερο, νά κηρύσσεται δημοσίᾳ, ὄχι μόνον ἀπό ''ἀπνευμάτιστους'' πνευματικούς, ἀλλά καί ἀπό θεολόγους ἤ ἱεροκήρυκες, πού καταντοῦν ''ἀεροκήρυκες'', πού ἐκπέμπουν μολυσμένο ἀέρα καί μολύνουν τήν περιρρέουσα πνευματική ἀτμόσφαιρα.
Πιό συγκεκριμένα, νά μή θεωροῦν ἁμαρτίες, καί μάλιστα βδελυκτή καί θανάσιμη, τίς προγαμιαῖες σχέσεις, τήν πορνεία καί τά σύν αὐτοῖς... Νά λέγη π.χ. ὁ πνευματικός ''ὅταν ὑπάρχη ἀγάπη ἤ σοβαρός σκοπός, κλπ., ἔ τότε δέν εἶναι ἁμαρτία. Ἁμαρτία εἶναι μόνον ὅταν γίνεται ἡ πορνεία ἐπί χρήμασι, κλπ.''!
Ἤθελα νά ἤξερα, ὅλοι αὐτοί οἱ ἀρνητικοί ''εἰδήμονες καί ἐπαΐοντες καί σύγχρονοι φωστῆρες'' τοῦ θεομάχου πνεύματος, ἀγνοοῦν τόσο πολύ τήν Ἁγία Γραφή καί τήν Πατερική Γραμματολογία; Δέν μπορῶ νά τό πιστεύσω καί νά τό καταλάβω! Τούς διαφεύγει ἀκόμη καί αὐτή ἡ πασίγνωστη εὐαγγελική περικοπή τῆς Σαμαρείτιδος; Ἀγνοοῦν τί λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν Α´ πρός Κορινθίους Ἐπιστολή του, ἕβδομο καί πέμπτο Κεφάλαια; «Δέδεσαι γυναικί; Μή ζήτει λύσιν. Λέλυσαι γυναικός; Μή ζήτει γυναῖκα. Ἐάν δέ καί γήμῃς, οὐχ ἥμαρτες» (Α´ Κορ. ζ´, 28-28). Ἐπίσης: «Ὅμως ἀκούεται ἐν ὑμῖν πορνεία καί τοιαύτη πορνεία, ἥτις οὐδέ ἐν τοῖς ἔθνεσιν ὀνομάζεται, ὥστε γυναῖκα τινά τοῦ πατρός ἔχειν» (Α´ Κορ. ε´, 1). Συζοῦσε δηλαδή ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος μέ τήν μητριά του...
Δέν θά τά ἀναλύσωμε διεξοδικά. Τό συμπέρασμα εἶναι ὅτι τό στόμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, μόνο μέσα στόν νόμιμο γάμο βλέπει σχέσι ἀναμάρτητη. Ἀλλά καί αὐτό φυσικά ἐννοεῖται ὑπό ὅρους, ὅπως τά ἐξηγοῦν ὅλοι οἱ θεοφόροι Πατέρες καί εἶναι κατατεθειμένα στίς ἀποφάσεις τῶν Συνόδων. Ὅταν δηλαδή ὅλα αὐτά εἶναι ἔξω ἀπό τό γνήσιο-διαχρονικό ἐκκλησιαστικό καί ἐκκλησιολογικό πλαίσιο.
Ἐπίσης, δέν κάνομε ὑποκοή σέ αἱρετικές, σχισματικές καί καθαρά θανάσιμες ἁμαρτωλές ἐπιταγές. Οὔτε κἄν πρέπει νά δεχώμεθα, ''ἐν ὀνόματι Κυρίου'', ἄρρωστες καί ἐμπαθεῖς μή πνευματικές ἐπιβολές.
Μία φορά, ὅταν ὁ Γέρων Παρθένιος κάπου εὑρίσκετο μέ ἕναν ζηλωτή καί ἐκάθισε νά φάη, ὅταν ἔκανε προσευχή ὁ Γέρων Παρθένιος, ὁ ζηλωτής ἐκτινάχθηκε μακρυά ''ἵνα μή μιανθῆ''! Καί ὅταν τόν ἐρώτησε ταπεινά ὁ Γέροντας γιατί τό ἔκανε αὐτό, ἐκεῖνος εἶπε ''τέτοια ἐντολή ἔχω ἀπό τόν πνευματικό μου καί κάνω ὑπακοή''. Καί τοῦ ἀπήντησε ὁ Γέροντας Παρθένιος: «Νά πῆς στόν πνευματικό σου ὅτι εἶσθε καί οἱ δύο πλανεμένοι». Σημειωτέον δέ ὅτι ὁ Γέροντας Παρθένιος εἶναι πολύ ἠπίων τόνων ἄνθρωπος μετά μακροθυμίας, διακρίσεως καί ταπεινοφροσύνης...
Μία φορά ἐξωμολόγησε μία ἐντελῶς κουφή, πού μόνο τήν ὥρα τοῦ Μυστηρίου τῆς ἐξομολογήσεως ἤρθη παντελῶς ἡ κουφότης της. Ἄκουσε ὅλα τά τοῦ Γέροντος. Μόλις πῆγε ἔξω, οἱ δικοί της διερωτῶντο τί εἴδους ἐξομολόγησι θά ἔκανε τήν στιγμή πού δέν μποροῦσε νά κάνη διάλογο καί νά πάρη συμβουλές, ἀφοῦ δέν μποροῦσε νά ἀκούση τόν πνευματικό. Ἀλλά ὅταν μετά τήν ἐξομολόγησι ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας τούς διεβεβαίωσε ὅτι ἔγινε τέλεια ἐξομολόγησις, δηλαδή ἡ παντελῶς κουφή τά ἄκουγε ὅλα, ἔμειναν ἔκθαμβοι...! Ὅταν ὁ Γέροντας μᾶς τό ἐδιηγῆτο δέν μποροῦσε νά σταματήση τά δάκρυά του. Δέν χρειάζονται περαιτέρω σχόλια.
π. Ἰωὴλ: Αὐτά εἶναι ὄντως γνήσια σύγχρονα θαύματα.
π. Ἀρσένιος: Πράγματι.
Τώρα νά ἀναφέρωμε καί τό ἑξῆς, διότι ὑπάρχει δυστυχῶς κάποιες φορές μεγάλη σύγχυσις, ἀφέλεια καί πολλή ἄγνοια.
Ὅταν κάποιος γνωρίζη τί ζητᾶ τό Εὐαγγέλιο σέ γενικές γραμμές, γνωρίζει τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί τό πνεῦμα τῶν Ἁγίων Πατέρων, πού μόνον ἐκεῖνοι ἑρμήνευσαν σωστά τό Εὐαγγέλιο, τότε, ἄν κάτι δέν πάη καλά μέ τόν πνευματικό του καί τούς ἐν γένει πνευματικούς καθοδηγητές του καί ἐπιμένη νά τούς ἀκολουθῆ, τότε δέν τόν καλύπτει ὁ Θεός.
Ὅταν, γιά νά τό ποῦμε πιό ξεκάθαρα, ξέρης π.χ. ὅτι τό τάδε θανάσιμο ἁμάρτημα (πορνεία, κλπ.) τό ἀπαγορεύει τό Εὐαγγέλιο, ἀκόμη καί νά σοῦ τό ἐπιτρέψη ὁ πνευματικός, ἄν τό κάνης, δέν σέ συγχωρεῖ ὁ Θεός. Ἄν ὅμως ὄντως, γιά τόν α´ ἤ β´ λόγο δέν ξέρης ὅτι κάτι δέν τό ἐπιτρέπει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τό κάνης μόνο λόγῳ ὑπακοῆς, τότε ἐπαφίεται τό θέμα στήν κρίσι τοῦ Θεοῦ. Εἶναι πολύ πιθανόν νά σέ καλύψη ὁ καλός Θεός, βλέποντας τήν ἁγνή πρόθεσί σου, τοὐλάχιστον ἕως ὅτου φέρη ἔτσι τίς συγκυρίες, ὥστε νά ξυπνήσης ἀπό τόν λήθαργο καί νά ἀναζητήσης ἄλλον ὁδηγό στόν ὁποῖο νά ἀναπαύεται τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.
Ἔχομε βέβαια καί περιπτώσεις πού ἄνθρωποι, λόγῳ ἁπλότητος καί ἀγνοίας, ἐπρόκοψαν ἀκόμη καί μέσα σέ ἀρρωστημένες πνευματικά καταστάσεις. Αὐτό ὅμως εἶναι ὄντως ἐπικίνδυνο καί πολλές φορές ἐπισφαλές.
Τό πιό σημαντικό ἴσως ἀπό ὅλα εἶναι τό τί πνευματική προθυμία ἔχομε. Ποῦ τελικά θέλομε νά θέσωμε τόν προσωπικό μας πνευματικό πῆχυ. Θέλομε μιά ζωή νά τρεφώμαστε μέ γάλα, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος - καί μάλιστα μέ γάλα σκόνη -, ἤ μέ στερεά τροφή; Μακροχρόνια ἄγνοια πνευματικοῦ νόμου δέν δικαιολογεῖται.
Ἐάν ψάχνωμε μετά ''βουλιμίας'' νά βρίσκωμε νόθους πνευματικούς καθοδηγητές, καί τό θεωροῦμε αὐτό ''ἐξυπνάδα'', ἀποδεικνυόμεθα ἀνοητότεροι τῶν ἀνοήτων, ἐφ᾽ ὅσον γινώμεθα οἱ ἴδιοι φονευταί τῆς πνευματικῆς μας προόδου. Ἐάν ἀναπαυώμεθα σέ διδασκάλους πού ἱκανοποιοῦν καί χαϊδεύουν τίς ἀδυναμίες μας, τότε δέρομε ἀέρα. Ἐάν ψάχνωμε γιά πνευματικούς μόνο γιά νά μᾶς ''νταντεύουν'' καί νά μᾶς ποτίζουν, καί ὄχι γιά νά μᾶς κλαδεύουν ὅταν χρειάζεται, τότε δέν θά καρπίσωμε ποτέ πνευματικά, δέν θά ἔχωμε πνευματικές χαρές. Ἐάν ζητᾶμε, καί οἱ πνευματικοί μᾶς δίνουν εὐλογία, γιά ποικίλου εἴδους κοσμικά πράγματα καί ἁμαρτίες, τότε ἔχει χαθῆ κάθε ἴχνος ὑγιοῦς πνευματικότητος. Αὐτές ὅμως οἱ ''ἐὐλογίες'' εἶναι ἀλογίες.
Πρέπει ἡ ὑπακοή σέ κάθε περίπτωσι νά ἐφαρμόζεται ἐντός τῶν στεγανῶν διαχρονικῶν πνευματικῶν πλαισίων ὅπως ἀκριβῶς τά διέσωσε ἡ Ὀρθόδοξος παράδοσις.
Τώρα, ἐάν αὐτά καί πολλά ἄλλα, πού δέν ἔχομε τόν χρόνο νά τά θίξωμε, ἰσχύουν γιά τήν στενώτερη σχέσι πνευματικοῦ τέκνου καί πνευματικοῦ πατρός, τότε κατά μείζονα λόγον θά ἰσχύουν καί γιά τήν εὐρύτερη σχέσι τοῦ κάθε πιστοῦ μέ τούς ὑπολοίπους ρασοφόρους, καί ὄχι μόνον, πού μέσα στήν Ἐκκλησία κατέχουν διάφορες θέσεις.
Δέν πρέπει νά ἀκοῦμε ὁμιλητάς καί ὁμιλίες ἀπό μή ἀκραιφνῶς Ὀρθοδόξους. Δέν πρέπει νά ἔχωμε στενές σχέσεις μέ ἀνθρώπους, διδασκάλους, ποιμένες, μέ ἀποκλίνουσες θέσεις στό δόγμα καί στό ἦθος τῆς Ὀρθοδοξίας.
Πρέπει φυσικά νά σεβώμεθα τούς θεσμούς, νά ἀποδίδωμε τήν πρέπουσα τιμή καί σεβασμό ἑνί ἑκάστῳ ἐξ αὐτῶν, ἀλλά ὅταν ὑπάρχη πνευματικό πρόβλημα νά διαχωρίζωμε τήν θέσι μας, νά κρατᾶμε ἀποστάσεις ἀσφαλείας, καί ὅταν χρειάζεται, νά ὀρθώνωμε λόγον Ὀρθόδοξον, ἀντιρρητικόν, χωρίς ὅμως ἀκρότητες, ἀδιακρισίες καί προσωπικές ἐμπάθειες.
Πρέπει πάντα νά οἰκοδομοῦμε.
Ὅ,τι πρέπει νά καλύψωμε νά τό καλύπτωμε, ἀλλά καί ὅ,τι πρέπει νά ἐπισημάνωμε νά τό ἐπισημαίνωμε μέ διάκρισι.
Ὅλοι μας ἔχομε μερίδιο εὐθύνης ὅταν τηροῦμε ἔνοχη σιωπή ἐκεῖ ὅπου πρέπει νά μιλήσωμε καί τό ἀκόμη χειρότερο, ὅταν προσφέρωμε ἄμεση ἤ ἔμμεση συγκατάθεσι στά κακῶς τεκταινόμενα ἤ σέ πράγματα πού σχεδιάζεται νά γίνουν καί εἶναι ἐνάντια στήν Ὀρθόδοξη παράδοσι, διδασκαλία καί ζωή.
Ἄς ἀρκεσθοῦμε σέ αὐτά π. Ἰωήλ.
π. Ἰωὴλ: Ὄντως, τά καυτά, λεπτά, ἀλλά καί πολύ ἐποικοδομητικά αὐτά θέματα εἶναι ἀνεξάντλητα. Σᾶς εὐαχιστοῦμε.
Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος, Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος
(Ἡ συνέντευξις ἐδόθη στόν πρωτοσύγγελο π. Ἰωήλ Κωνστάνταρο στόν ραδιοφωνικό σταθμό τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς & Κονίτσης τήν 15 – 07 – 2014)
Πηγή: Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό (Μέρος Α’ , Μέρος Β’ , Μέρος Γ’ , Μέρος Δ’ , Μέρος Ε’ )
ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ πρέπει νά ἀποδεχτοῦν ἀνεπιφύλακτα τή διαπίστωση τοῦ ἁγίου Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτη ὅτι «ὁ Χριστός εἶναι νέα ζωή. Ὁ Χριστός εἶναι τό πᾶν. Εἶναι ἡ χαρά, εἶναι ἡ ζωή, εἶναι τό φῶς, τό φῶς τό ἀληθινόν, πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά χαίρεται, νά πετάει, νά τά βλέπει ὅλα, νά τούς βλέπει ὅλους, νά πονάει γιά ὅλους, νά τούς θέλει ὅλους μαζί του, ὅλους κοντά στό Χριστό». Τότε θά εἶναι μακάριοι, γιατί θά ἔχουν βρεῖ τό μεγαλύτερο θησαυρό πού ὑπάρχει πάνω στή γῆ, ὁ ὁποῖος, χωρίς νά μειωθεῖ ἡ ἀξία του, μπορεῖ νά γίνει κτῆμα τοῦ καθενός.
Γιά νά φτάσει ὅμως κάποιος σέ αὐτή τήν κατάσταση χρειάζεται σταθερή ἀφοσίωση στό θέλημα τοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι δυνατόν νά μιλάει κανείς γιά τήν ἀγάπη καί νά εἶναι ἐμπαθής. Ὁ Χριστός κατακτᾶται μέ τήν ἀγάπη, ἀλλά ἡ ἀγάπη προϋποθέτει ἄσκηση, ταπείνωση καί ἀδιάκοπη πνευματική προσπάθεια. Ἡ ἐμπειρία τῆς πρός τόν Χριστόν ἀγάπης, ἡ ἐμπειρία τῆς ταπείνωσης καί ἡ ἐμπειρία τῆς ἄσκησης εἶναι αὐτές πού κάνουν τόν ἄνθρωπο ἱκανό νά ἐπαναλάβει τό λόγο τοῦ ἁγίου Πρφυρίου.
Αὐτό τό μυστικό βίωμα ὁ συνειδητός χριστιανός θέλει νά τό ἀνακοινώσει καί στούς ἀδελφούς του, γιά νά γευθοῦν κι ἐκεῖνοι τή γλυκύτητα τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ ἤ μέ ἄλλα λόγια νά ἀποκτήσουν τήν ἀγάπη πρός τό Χριστό. Νά πεισθοῦν ὅτι τά ὅσα διδάσκει ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἁπλές θεωρίες, ἀλλά συγκεκριμένες πράξεις, οἱ ὁποῖες ὁδηγοῦν στήν πρόγευση τῆς μακαριότητας τοῦ παραδείσου. Ὁ ἅγιος Πορφύριος τόνιζε ὅτι «ὁ χριστιανός, ὅταν βρεῖ τό Χριστό, ὅταν γνωρίσει τό Χριστό, ὅταν ὁ Χριστός ἐγκύψει μέσα στήν ψυχούλα του καί τόν αἰσθανθεῖ, θέλει νά φωνάζει καί νά τό λέει παντοῦ, θέλει νά λέει γιά τό Χριστό, τί εἶναι ὁ Χριστός. Ἀγαπήσατε τό Χριστό καί μηδέν προτιμήσατε τῆς ἀγάπης Αὐτοῦ. Ὁ Χριστός εἶναι τό πᾶν, εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς, εἶναι τό ἄκρον τῶν ἐφετῶν, εἶναι τό πᾶν. Ὅλα στό Χριστό ὑπάρχουν τά ὡραῖα».
Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά συναντήσει τό Χριστό παντοῦ. Δέν ὑπάρχει συγκεκριμένος καί μοναδικός τόπος. Ἁπλῶς σέ μερικά μέρη, πού ἔχουν ἐκκλησιαστική παράδοση καί ἔχουν ζήσει ἐκεῖ ἐνάρετοι ἄνθρωποι, ἡ πίστη μεγαλώνει καί οἱ ἀποφάσεις γιά πνευματική ζωή παίρνονται εὐκολότερα. Ἐκεῖ συνήθως ὑπάρχουν καί φωτισμένοι κληρικοί, πού βοηθοῦν καί στηρίζουν πνευματικά τούς ἀνθρώπους. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ὁ χριστιανός πρέπει νά βρίσκεται σέ διαρκῆ κίνηση, γιά νά ἐπισκέπτεται τά μέρη αὐτά. Ὅταν συναντήσει κάποιος τό Χριστό, δέν θέλει νά ἐνταχθεῖ στή διαδικασία τοῦ θρησκευτικοῦ τουρισμοῦ μέ τήν περιπλάνηση ἀπό περιοχή σέ περιοχή, ἀπό μοναστήρι σέ μοναστήρι καί ἀπό προσκύνημα σέ προσκύνημα. Μένει στόν τόπο του καί ἀγωνίζεται πνευματικά, ἀποφεύγοντας καθετί πού τόν ἀπομακρύνει ἀπό τή μυστική ἐπικοινωνία μέ τό Γλυκύτατο Ἰησοῦ Χριστό.
Ὁ ἀνικανοποίητος χριστιανός, πού δέν ἀναπαύεται σέ κάποια περιοχή, δέν ἔχει συναντηθεῖ μέ τό Χριστό. Δέν ἔνιωσε μέσα στήν ψυχή του τήν παρουσία του καί ψάχνει νά βρεῖ στήριγμα. Τοῦ λείπει προφανῶς ἡ πίστη καί ἡ ἀποφασιστικότητα. Ἐπίσης καταδυναστεύεται καί ἀπό τό κοσμικό φρόνημα, τό ὁποῖο τοῦ μειώνει τόν ὅποιο ζῆλο καί δέν μπορεῖ νά προοδεύσει πνευματικά.
Πηγή: Ορθόδοξος Τύπος, 3/10/2014, dtatsis.blogspot.gr
Ὑπάρχει φανερὴ ὑπερηφάνεια, ὑπάρχει καὶ κρυφὴ ὑπερηφάνεια. Τὴν κρυφὴ ὑπερηφάνεια ἐννοεῖ ὁ ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σῦρος, λέγοντας: «Ἡ ὑπερηφάνεια ἀναγκάζει ἐπινοεῖν καινοτομίας μὴ ἀνεχομένη τὸ ἀρχαῖον».
Αὐτὴ τὴν ὑποχθόνια ὑπερηφάνεια, ποὖναι κρυμμένη κάτω ἀπὸ τὴν ταπεινολογία καὶ τὴν ταπεινοφάνεια, ἔχουνε ὅσοι δὲν σέβουνται τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας στὴ λατρεία καὶ στὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, καὶ θέλουνε νὰ εἰσάξουνε σ᾿ αὐτὴ κάποιους νέους τρόπους ποὺ εἶναι ὁλότελα ξένοι πρὸς τὴν οὐσία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Ὄχι μοναχὰ ξένοι πρὸς τὸν πνευματικὸν χαρακτήρα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ ὁλότελα ἀντιορθόδοξοι.
Εἶδες τί λέγει ὁ ὅσιος Ἐφραὶμ γιὰ τὴν ὑπερηφάνεια ποὺ εἶναι ἡ αἰτία τῶν νεωτερισμῶν; Δὲν λέγει ἁπλῶς «κινεῖ» ἀλλὰ «ἀναγκάζει», βιάζει αὐτὸν ποὺ τὴν ἔχει τὴν ὑπερηφάνεια. Καὶ ἔπειτα λέγει «ἐπινοεῖν», νὰ ἐφεύρει, νὰ φτιάξει κάποια ψεύτικα πράγματα. Τὸ «ἐπινοεῖν» ἔχει μέσα του τὴν πονηρία. Καὶ παρακάτω λέγει ὁ ἅγιος: «μὴ ἀνεχομένη». Ἡ περιφάνεια, λέγει δὲν ἀνέχεται, δὲν χωνεύει, δὲν ὑποφέρει «τὸ ἀρχαῖον», δηλαδὴ «τὴν παράδοση», ἀλλὰ τὴν πολεμᾶ μὲ λύσσα. Πῶς νὰ τὴν ἀνεχθεῖ ἀφοῦ τὴ μποδίζει στοὺς νεωτερισμοὺς ποὺ ἐπιθυμᾶ νὰ ἐπιδίδεται. Ἡ ὑπερηφάνεια, λοιπόν, μισεῖ «τὸ ἀρχαῖον», δηλαδὴ τὸ ἔργον τῶν εὐσεβῶν ψυχῶν ποὺ μᾶς παραδώσανε τὸν ἐξωτερικὸ χαρακτῆρα τῆς Ὀρθοδοξίας μαζὶ μὲ τὸν ἐσωτερικό, γιὰ νὰ τὰ φυλάξουμε μὲ δέος καὶ μὲ ἀγάπη. Τὸ νὰ μισεῖ ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι φυσικὸ ἰδίωμά της. Ἀλλὰ τί μισεῖ; Μισεῖ «τὸ ἀρχαῖον», δηλαδὴ τὴν παράδοση. Μά, ἕνα πράγμα ποὺ τὸ μισεῖ ἡ ὑπερηφάνεια, τὸ σατανικὸ αὐτὸ πάθος, θὰ πεῖ πὼς αὐτὸ ποὺ μισεῖ πρέπει νὰ εἶναι κάποιο πράγμα ἁγιασμένο, ἱερώτατο, ποὺ κάνει τὴ διαβολικὴ ὑπερηφάνεια νὰ φρυάξει καταπάνω του.
Λοιπόν, ἐκεῖνοι ποὺ κάνουνε τοὺς νεωτερισμοὺς ὁποὺ παραμορφώνουνε τὸν χαρακτῆρα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἴτε στὴν ἐσωτερικὴ πνευματικὴ οὐσία της, εἴτε στὴν ἐξωτερικὴ μορφή της, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μὲ τὴν τελετουργία καὶ μὲ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, σπρώχνουνται σ᾿ αὐτὸ τὸ ἀνίερο ἔργο ἀπὸ τὸν σατανᾶ τῆς ὑπερηφάνειας καὶ τῆς ἀπιστίας. Ἀπ᾿ ἐναντίας, ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουνε μέσα τους τὴ βλογημένη ταπείνωση, νοιώθουνε τέτοια ἀγάπη πρὸς τὴν παράδοση, ποὺ ἡ χαρά τους εἶναι νὰ τῆς ὑποτάσσονται προθυμερά, ὅπως ὁ καλὸς δόκιμος ὑποτάσσεται στὸν πνευματικὸν πατέρα του, κι ὁ πόθος τους εἶναι νὰ συντηρηθεῖ αὐτὴ ἡ πολύτιμη κληρονομιὰ τῆς παράδοσης, κι ὄχι νὰ παραμορφωθεῖ καὶ νὰ καταστραφεῖ, ὅπως εὔχουνται οἱ ἀσεβεῖς νεωτεριστές.
Καὶ μὅλα ταῦτα, κάποιοι τέτοιοι νεωτεριστὲς παρουσιάζονται, οἱ ἀθεόφοβοι, σὰν ἀνακαινιστὲς τῆς ὀρθοδοξίας, καὶ γιορτάζουνε τὴ μεγάλη γιορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ εἶναι ἡ νίκη τῆς Ἐκκλησίας καταπάνω στοὺς ἴδιους αὐτοὺς νεωτεριστές. Ναί, γιορτάζουν μαζὶ μὲ κείνους ποὺ κρατοῦνε τὶς παραδόσεις σὰν ἀτίμητο θησαυρό.
Ἀλλά, τοῦτοι οἱ καταργητές, αὐτοὶ ποὺ μισοῦν τὴν ἱερὴ παράδοση, (ποὺ ὁ θρίαμβός της εἶναι ἡ γιορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας), θέλουν νὰ διδάξουν τί ἐστὶ Ὀρθοδοξία στὰ τέκνα τὰ γνήσια τῆς Ὀρθοδοξίας. Καὶ τοῦτοι οἱ πονηροὶ καθηγηταὶ εἶναι χειροτονημένοι ἀπὸ τοὺς ὀρθοδοξώτατους Προτεστάντες δασκάλους τους! Ἀπ᾿ αὐτοὺς διδαχθήκανε ποιά εἶναι ἡ ἀληθινὴ Ὀρθοδοξία, κι ὄχι ἡ πεπαλαιωμένη κείνη Ὀρθοδοξία ποὺ διδάξανε οἱ Πατέρες ποὺ μᾶς τὴν παραδώσανε, καὶ ποὺ βεβαιώσανε τὴ διδασκαλία τους μὲ τὴν ἁγιωσύνη τῆς ζωῆς τους.
Ἀπὸ τέτοιους καθηγητὲς περιμένει νὰ φωτισθεῖ ἡ Ἑλλάδα, ποὺ πήγανε νὰ μάθουνε τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς της, κι ἀπὸ κείνους ποὺ καταξεράνανε μὲ τὴν ἄπιστη σοφία τους τὸ δροσόφυλλο δέντρο τῆς θρησκείας τοῦ Χριστοῦ, ποὺ πήγανε στὸ ἔρεβος τοῦ Μέλανος θεολογικοῦ Δρυμοῦ, γιὰ νὰ φέρουνε τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου στὸν λαὸ ποὺ τὸ κήρυξε στὰ ἔθνη, αὐτοὶ ποὺ ἀφήσανε τὰ ἡφαίστεια τῆς Ὀρθοδοξίας ποὺ πυρπολήσανε τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, καὶ πήγανε στὰ παγόβουνα τοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ τῆς ἀπιστίας, γιὰ νὰ φέρουνε σ᾿ ἐμᾶς, ποὺ μᾶς ἔθρεψε ἐπὶ αἰῶνες τὸ μάνα τῆς παράδοσης, τὴν ψύχρα τῆς πονηρῆς γνώσης. Αὐτοὶ μιλοῦν γιὰ Ὀρθοδοξία ἐν ὀνόματι τῶν ἁγίων Πατέρων Χάρνακ, Στράους, Ρενὰν καὶ τῶν σὺν αὐτοῖς ἁγιασάντων!!
Τόσο ἀφιονισθήκανε, λοιπόν, οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὸ ἀφιόνι τῆς Δύσης, ὥστε νὰ γίνουνται μαθητὲς κι ἀκροατὲς σὲ τέτοιους δασκάλους, ποὺ διαφημίζουνε πὼς τοὺς φέρνουνε μιὰ Εὐρωπαϊκὴ Ὀρθοδοξία, μαζὶ μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ σπίτια, μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ προϊόντα καὶ μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ πλυντήρια;
Αὐτοὶ οἱ ἐπιστημονικοὶ θεολόγοι καὶ νεορθόδοξοι δὲν θὰ εἶναι παράξενο νὰ ὑποστηρίζουνε κάποτε, ἐπιστημονικῶς, πὼς κατὰ λάθος γράφηκε ὅτι οἱ Πατέρες ποὺ διδάξανε στὸν κόσμο τὸν Χριστιανισμὸ γεννηθήκανε ἐδῶ στὴν Ἀνατολή, καὶ πὼς κατόπιν τῶν νέων ἐρευνῶν τῆς ἐπιστήμης ἐβεβαιώθη ὅτι ὁ μὲν Βασίλειος γεννήθηκε στὴν σεπτὴν Φραγκφούρτη, ὁ Χρυσόστομος στὴν ἁγίαν πόλιν τοῦ Μονάχου, τὴν νέαν Σιών, ὁ Γρηγόριος στὸ ἱερὸν Ἀμβοῦργον, ὁ Ἀντώνιος πὼς ἀσκήτεψε παρὰ τὴν Βαλτικὴν θάλασσαν, κ.λπ.
Ὅσον γιὰ τὸν Ἐφραὶμ τὸν Σῦρο, ποὺ εἴπαμε παραπάνω, ποῦ νὰ καταδεχτοῦνε νὰ τὸν γράψουνε στὰ σοφὰ συγγράμματά τους, ἕναν ἄξεστον καὶ ἀπαίδευτον τουρκοκαλόγηρον, καθὼς καὶ τοὺς ἄλλους, μὲ τὴν περιορισμένη διάνοια, ὅπως εἶναι ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος, Βαρσανούφιος, Νεῖλος, Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, Νικήτας Στηθᾶτος, Γρηγόριος Σιναΐτης, κι οἱ ἄλλοι φανατικοὶ καὶ μισαλλόδοξοι ἀνατολίτες.
Ἡ σημερινὴ «θεολογικὴ ἐπιστήμη», λένε οἱ ἐξ Ἑσπερίας φωτοδόται, ἐσυγχρονίσθη εἰς τὰς πολιτισμένας χώρας, καὶ ὁδηγεῖται εἰς τὴν ἔρευνάν της ὑπὸ τῶν πορισμάτων τῶν ἄλλων ἐπιστημῶν, τῆς βιολογίας, γεωλογίας, τῆς ἀστρονομίας κ.λπ. Ζῶμεν εἰς τὸν αἰῶνα τῶν ἐπιστημονικῶν θαυμάτων, τῶν πυραύλων, τῶν σπούτνικ. Εἰς τὰ ἀγωνιώδη ἐρωτήματα τὰ ὁποῖα προβάλλουν οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι, τί εἶναι εἰς θέσιν ν᾿ ἀπαντήσουν οἱ ἀγαθοὶ καὶ ἁπλοϊκοὶ ἐκεῖνοι γέροντες τῆς ἐρήμου, οἱ ζήσαντες ἐν σπηλαίοις ὡς οἱ τρωγλοδῦται, καὶ εἰς μίαν ἐποχὴν καθ᾿ ἣν ἐβασίλευεν ἡ βαρβαρότης, ἡ ἀμάθεια καὶ ἡ νοσηρὰ δεισιδαιμονία;
Ποιὰ θρησκεία λοιπὸν παραμορφώθηκε σὲ τέτοιον ἀπίστευτον βαθμό; Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μᾶς ἔφερε τὴν ἀλήθεια, ἁπλή, καθαρὴ σὰν κρύσταλλο, καὶ ποὺ γλύτωσε τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ ἀπὸ τὴν πολύπλοκη καὶ μπερδεμένη ψευτιὰ τῆς γνώσης, αὐτὴ ἡ θρησκεία ἔπεσε πάλι στὰ πονηρὰ συστήματα ἐκείνων γιὰ τοὺς ὁποίους εἶπε ὁ Χριστὸς πὼς εἶναι κλέφτες καὶ ληστὲς ποὺ ληστεύουνε τὶς ψυχές.
Αὐτοὶ δὲν μπαίνουνε στὴν αὐλὴ τῶν προβάτων ἀπὸ τὴ θύρα, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, ὅπως εἶπε ὁ Χριστός, ἀλλὰ πηδᾶνε ἀπάνω ἀπὸ τὴ μάντρα, καὶ παρουσιάζουνται σὰν ποιμένες, ἐνῶ εἶναι ληστὲς καὶ κλέφτες.
Καὶ ποιοὶ εἶναι αὐτοί; Εἶναι τοῦτοι οἱ λαοπλάνοι, ποὺ ἔρχουνται ἀπὸ τὰ Πανεπιστήμια τῆς ἀπιστίας, βαστώντας στὰ χέρια τους διπλώματα καὶ πιστοποιητικὰ τῆς θεολογίας, σὰν νὰ εἶναι ἡ θεολογία γιατρικὴ ἢ χημεία, καὶ χαλᾶνε μὲ τὴν πονηρὴ διδασκαλία τους τὰ ἁπλοϊκὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ, λέγοντάς τους πὼς ἡ πίστη τους εἶναι δεισιδαιμονία καὶ τυπολατρεία, καὶ πὼς ἡ ἱερὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας τὴ μποδίζει νὰ συγχρονισθῆ, δηλαδὴ νὰ γίνει σὰν τὴ Χριστιανικὴ ἀθεΐα ποὺ λέγεται Προτεσταντισμός.
Ναί. Αὐτοὶ εἶναι οἱ κλέφτες κι οἱ ληστὲς ποὺ εἶπε ὁ Κύριος πὼς ἀνεβαίνουνε ἀπ᾿ ἀλλοῦ καὶ μπαίνουνε στὴν αὐλὴ τῶν προβάτων, δηλαδὴ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ δὲν μπαίνουνε ἀπὸ τὴ θύρα, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Καὶ θέλουνε νὰ ξεγελάσουνε τὰ ἀθῶα τὰ πρόβατα ποὺ ζοῦνε μὲ τὴν πατροπαράδοτη εὐσέβεια καὶ ποὺ γνωρίζουνε καλὰ τὸν Χριστό, καὶ Ἐκεῖνος τὰ γνωρίζει.
Μίλησα γιὰ τὶς ξένες χῶρες ποὺ σπουδάζουνε οἱ θεολόγοι μας. Αὐτοὶ οἱ λαοὶ εἶναι ἀγαθὴ γῆ καὶ καλοδεχτική, γιὰ νὰ φυτρώσει μέσα τους ὁ σπόρος τῆς ἀληθινῆς πίστης. Ἀλλὰ οἱ δικοί μας ποὺ πηγαίνουνε νὰ σπουδάσουνε ἐκεῖ ἀπὸ ματαιοδοξία, ἀντὶ νὰ μεταλαμπαδεύουνε τὴν Ὀρθοδοξία σὲ κεῖνες τὶς ψυχές, ποὺ τὶς ξέρανε ὁ λίβας τοῦ Προτεσταντικοῦ ὀρθολογισμοῦ, φέρνουν ἀπὸ κεῖ σὲ μᾶς, στὴ φυλὴ ποὺ κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο σ᾿ ὅλη τὴ γῆ, τὸν παραμορφωμένον ἐκεῖνον Χριστιανισμό, πιθηκίζοντας τὰ ξένα κι ἀποθεώνοντάς τα, ὅπως ὁ Παυσανίας ὁ Περιηγητὴς λέγει, πὼς κάνανε οἱ Ἕλληνες τῆς παρακμῆς στὸν καιρό του: «Ἕλληνες ἐν θαύματι τιθέασι τ᾿ ἀλλότρια, ἢ τὰ οἰκεῖα».
«Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· εἰς κρίμα ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι καὶ οἱ βλέποντες τυφλοὶ γένωνται. Καὶ ἤκουσαν ἐκ τῶν Φαρισαίων ταῦτα οἱ ὅντες μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ εἶπον αὐτῷ· μὴ καὶ ἡμεῖς τυφλοί ἐσμεν; Εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· εἰ τυφλοὶ ἦτε, οὐκ ἂν εἴχετε ἁμαρτίαν· νῦν δὲ λέγετε ὅτι βλέπομεν· ἡ οὖν ἁμαρτία ὑμῶν μένει» (Ἰωάν. Θ´, 39).
«Ἦλθα σὲ τοῦτον τὸν κόσμο, λέγει ὁ Χριστός, γιὰ νὰ δοῦνε τὸ φῶς ἐκεῖνοι ποὺ δὲν βλέπουνε, καὶ γιὰ νὰ τυφλωθοῦνε ὅσοι βλέπουνε».
«Ἐκεῖνοι ποὺ δὲν βλέπουνε» εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἔχουνε τὴν ὑπερήφανη ἰδέα πὼς εἶναι σοφοὶ στὰ τῆς θρησκείας, ὅπως ἡμεῖς ποὺ πιστεύουμε μὲ ἁπλότητα καὶ μὲ ἐμπιστοσύνη στὸ Εὐαγγέλιο καὶ σὲ ὅσα μᾶς παραδώσανε οἱ Πατέρες, διατηρώντας μὲ εὐλάβεια ὀλότελα ἀνάλλαχτον τὸν χαρακτήρα τῆς λατρείας, καὶ θεωρώντας πὼς εἶναι ἀσέβεια τὸ νὰ βάζουμε τὰ τῆς θρησκείας μας κάτω ἀπὸ τὴ δική μας κρίση. Ἤμαστε τὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ, κι ὅπως τὰ πρόβατα ἐμπιστεύουνται στὸν τσομπάνη, κι ἐμεῖς ἐμπιστευόμαστε στὸν ἀρχιποιμένα τὸν Χριστὸ καὶ στοὺς ποιμένας ποὺ διώρισε Ἐκεῖνος νὰ φροντίζουνε γιὰ τὴν αὐλὴ τῶν προβάτων, ἤγουν γιὰ τὴν Ἐκκλησία.
Καί «ἐκεῖνοι ποὺ βλέπουνε» εἶναι ὅσοι ἔχουνε τὴν περιφανῆ ἰδέα πὼς εἶναι σοφοὶ στὰ θρησκευτικὰ πράγματα, ἐπειδὴ σπουδάσανε σὲ κάποια μεγάλα σχολεῖα τῆς Εὐρώπης, ἐκεῖ ποὺ διδάσκουνε ἀνάμεσα στὶς ἄλλες ἐπιστῆμες καὶ τὴ θεολογία, σὰν νὰ εἶναι ἡ θεολογία μιὰ κοσμικὴ γνώση, ὅπως εἶναι ἡ γιατρική, ἡ μηχανικὴ κ.λπ.
Αὐτοὶ λοιπὸν «οἱ βλέποντες», ἐρευνοῦνε καὶ κρίνουνε τὰ τῆς θρησκείας, κι ἄλλα παραδέχουνται, ἄλλα δὲν τὰ παραδέχουνται, ἐπειδή, κατὰ τὴν κρίση τους, δὲν εἶναι σωστὰ ἀλλὰ εἶναι γεννήματα τῆς ἀμάθειας, κι ἔχουνε τὴν ἰδέα πὼς πρέπει ν᾿ ἀλλάξουνε, γιατὶ παληώσανε, μὴν πιστεύοντας πὼς εἶναι ἀνάλλαχτα κι αἰώνια, ἐπειδὴ δὲν πιστεύουνε πὼς προέρχουνται ἀπὸ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Τοῦτοι λοιπὸν «οἱ βλέποντες», ἤγουν «οἱ οἰόμενοι βλέπειν», τυφλώνουνται, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ, σὲ καιρὸ ποὺ κάνουνε τὸν καθηγητὴ καὶ τὸν ὁδηγό. Κι ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνειά τους, κοιτάζουνε «τοὺς μὴ βλέποντας», δηλαδὴ ἐκείνους ποὺ παραδίνουνται σὰν τὸν τυφλὸ νὰ τοὺς χειροκροτήσει ἡ ἀμετασάλευτη πίστη τους στὴν ἁγιασμένη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, τοὺς κοιτάζουνε λοιπὸν μὲ περιφρόνηση σὰν ἀμαθεῖς τυπολάτρες ποὺ ἔχουνε στενὴ ἀντίληψι τῆς θρησκείας.
Ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς ξενοσπουδασμένους θεολόγους, ἔβγαλε λόγο σὲ μιὰ ἐκκλησιά, κατὰ τὴ λειτουργία τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ γιορτὴ αὐτὴ γίνεται σὲ ἀνάμνησιν τῆς νίκης τῆς Ὀρθοδοξίας καταπάνω στοὺς νεωτεριστές. Φαντάσου λοιπόν, ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς νεωτεριστὲς νὰ γιορτάζει, πρῶτος καὶ καλίτερος, γιὰ τὴ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας καταπάνω στοὺς ὁμοίους του, καὶ νὰ βγάζει καὶ λόγο, γεραίροντας αὐτὸν τὸν θρίαμβο.
Ὁ θρίαμβος τῆς Ὀρθοδοξίας ἤτανε τότε κατὰ τῶν εἰκονομάχων, ἀλλὰ ἀπ᾿ ἀφορμὴ τῶν εἰκονομάχων, καταδικαστήκανε ὅλοι μαζὶ οἱ ἀνίεροι νεωτεριστές, ποὺ ἐπιχειρήσανε κι ἐπιχειροῦνε νὰ ξεσχίσουν τὸν ἄρραφο κι ἀκομμάτιαστον χιτώνα τῆς Ἐκκλησίας.
Ὡστόσο, ὁ καλόβουλος αὐτὸς θεολόγος, ποὺ εἶναι κι ἱερωμένος, συμβίβασε τὴν Ὀρθοδοξία με τοὺς νεωτερισμούς. Στὴν ἐκκλησία ποὺ λειτούργησε καὶ κήρυξε ὁ νεωτεριστὴς Ὀρθόδοξος, οἱ εἰκόνες κι ἡ μουσικὴ ἤτανε εὐρωπαϊκές, ἀντιορθόδοξες. Κι ἡ λειτουργία, σὲ πολλὰ παραμορφωμένη ἐπὶ τὸ νεωτεριστικώτερο, τὸ ὕφος δυτικό, ἡ ἀτμόσφαιρα χωρὶς τίποτα σχεδὸν Ἑλληνικὸ καὶ Ὀρθόδοξο.
Ἀλλὰ κι ὁ ἴδιος, πρόθυμα, θὰ ἔβγαζε πολλὰ περιττὰ ἀπὸ τὴ λειτουργία, θὰ ἔκοβε τὰ γένειά του, θὰ ἄλλαζε τὰ ἄμφιά του μὲ πολιτικὰ ροῦχα, θὰ καταργοῦσε τὰ κεριά, τὸ λιβάνι, τὰ καντήλια, τὰ πάντα, «ὡς ἐπουσιώδη», ὅπως συμπεραίνει κανεὶς ἀπὸ τὸν λόγο του.
Κατὰ βάθος ἴσως νὰ ἐλεεινολογοῦσε μάλιστα καὶ τοὺς Πατέρας ποὺ θεσπίσανε τὴν ἑορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ θὰ τὄλεγε, ἂν δὲν φοβότανε τὸν «ὄχλο». Γιατὶ, κατὰ τὴ γνώμη του, ἡ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἤτανε ἡ νίκη τῆς τυπολατρείας καὶ τῆς δεισιδαιμονίας κατὰ τῆς ὑψηλῆς καὶ εὐρείας ἀντιλήψεως τῆς θρησκείας, ἡ ὁποία, κατ᾿ αὐτόν, εὑρίσκεται μέσα στὰ κεφάλια τῶν καθηγητῶν ποὺ εἶχε στὴν Εὐρώπη.
Γι᾿ αὐτὸν καὶ γιὰ τοὺς ὅμοιούς του δὲν ἔχει καμμιὰ σημασία τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς μακάριζε τὶς ἁπλὲς ψυχές, λέγοντας στοὺς Ἀποστόλους πὼς εἶναι μακάριοι γιατὶ ἀξιωθήκανε, αὐτοὶ οἱ ψαράδες, νὰ δοῦνε καὶ νὰ νοιώσουνε τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ ποὺ θελήσανε νὰ τὰ δοῦνε σοφοὶ καὶ σπουδαῖοι ἄνθρωποι, καὶ δὲν μπορέσανε γιατὶ τὰ ἔκρυψε ἀπ᾿ αὐτοὺς ὁ Θεός. Ναί, τὰ ἔκρυψε, γιατὶ δὲν ἤτανε ἄξιοι νὰ τὰ δοῦνε, τυφλωμένοι ἀπὸ τὴν ψεύτικη σοφία τους.
Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ἐκκλησία τῶν ἁπλῶν ψυχῶν κι ὄχι τῶν σοφῶν καὶ τῶν ἐπιστημόνων, δηλ. ἐκκλησία ὅπως τὴ θέλησε ὁ Χριστός. Ὁ Ὀρθόδοξος λαός μας δὲν χρειάζεται σπουδασμένους θεολόγους, ἀλλὰ ἱερεῖς ποὺ νὰ ὑπηρετοῦνε τὸν Θεὸ «ἐν ἀφελότητι καρδίας». Πρὶν ἀπὸ χρόνια ἔγραφα σ᾿ ἕνα βιβλίο μου τὰ παρακάτω λόγια: «Τοῦτο τὸ γραΐδιο ποὺ κάνει τὸν σταυρό του καὶ στέκεται σὰν κουρούνα μπροστὰ στὰ εἰκονίσματα, εἶναι ψυχὴ χιλιάδων χρονῶν καὶ ξέρει ἀπὸ ποῦ βαστᾶ καὶ ποῦ πάει, καλίτερα ἀπὸ τὸν κάθε λιμοκοντόρο ποὺ σπουδάζει στὰ Παρίσια» (Ταξίδια, ΜΗΛΟΣ). Ὁ εὐσεβὴς λαός μας διψᾶ γιὰ ἁγιότητα, κι ὄχι γιὰ ἐπιστημονικὲς θεολογίες.
Ἡ Ὀρθοδοξία ἔζησε πάντα μέσα στὴν ἁπλότητα ποὺ δίδαξε ὁ Χριστός, ἐνῶ οἱ εὐρωπαϊκὲς ὀργανώσεις ποὺ λέγουνται Ἐκκλησίες, ξεπέσανε στὰ πολύπλοκα συστήματα τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς ἐπιστήμης. Ἰδοὺ τί ἔγραφε γιὰ τοὺς παπιστὲς ἕνας Πατριάρχης, ποὺ σκοτώθηκε ἀπὸ τοὺς κακούργους δυτικούς: «Ἂν δὲν ἔχομεν σοφίαν ἐξωτέραν (δηλαδὴ κοσμική, θύραθεν), ἔχομεν, χάριτι Χριστοῦ, σοφίαν ἐσωτέραν καὶ πνευματικήν, ἡ ὁποία στολίζει τὴν Ὀρθόδοξόν μας πίστιν, καὶ εἰς τοῦτο πάντοτε εἴμεσθεν ἀνώτεροι ἀπὸ τοὺς λατίνους, εἰς τοὺς κόπους, εἰς τὰς σκληραγωγίας καὶ εἰς τὸ νὰ σηκώνωμεν τὸν σταυρόν μας καὶ νὰ χύνωμεν τὸ αἷμα μας διὰ τὴν πίστιν καὶ ἀγάπην, τὴν πρὸς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν.
Ἂν εἶχε βασιλεύση ὁ Τοῦρκος εἰς τὴν Φραγκίαν δέκα χρόνους, χριστιανοὺς ἐκεῖ δὲν εὕρισκες. Καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα τώρα τριακόσιους χρόνους εὑρίσκεται, καὶ κακοπαθοῦσιν οἱ ἄνθρωποι καὶ βασανίζονται διὰ νὰ στέκουν εἰς τὴν πίστιν των, καὶ λάμπει ἡ πίστις τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ μυστήριον τῆς εὐσεβείας, καὶ ἐσεῖς μοῦ λέγετε ὅτι δὲν ἔχομεν σοφίαν; Τὴν σοφίαν σου δὲν ἐθέλω ὀμπρὸς εἰς τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ».
Ἄκοῦς θεολόγε ξενοσπουδασμένε, τί λέγει ὁ Πατριάρχης στοὺς δασκάλους σου τοὺς πολύξερους; «Τὴν σοφία σου δὲν τὴν θέλω, ἐμπρὸς εἰς τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ».
Τέτοιοι εἶναι οἱ Ὀρθοδοξοι Χριστιανοί. Τέτοιοι εἶναι οἱ λέοντες τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔχουνε μέσα στὴν καρδιά τους τὴ μωρία τοῦ Εὐαγγελίου. Αὐτοὶ εἶναι ποὺ τοὺς ὀνομάζεις ἐσὺ κι οἱ ὅμοιοί σου τυπολάτρες καὶ στενοκέφαλους. Αὐτοὺς λοιπόν, ποὺ δὲν εἶναι σὰν κι ἐσένα «μαθόντες» στὰ Πανεπιστήμια, ἀλλὰ ποὺ εἶναι «παθόντες τὰ θεῖα», κατὰ τὸν θεωρητικότατον ἅγιον Διονύσιον, αὐτοὺς ποὺ δὲν χωρίζουνε τὸ πνεῦμα ἀπὸ τὸν τῦπο τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ τὴν ζοῦνε σὰν ἕνα πράγμα ἀτόφιο, αὐτοὺς ἔρχεσαι νὰ διδάξεις, ἀντὶ νὰ διδαχθεῖς ἐσὺ ἀπ᾿ αὐτούς;
Πλέκεις ἕνα ρητορικὸ ἐγκώμιο τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ ἐκεῖνο τὸ τυποποιημένο ὕφος ποὺ ἔχουνε οἱ παρόμοιες ὁμιλίες, καὶ ἐξυμνεῖς «τὰ χρυσορρήμονα στόματα», «τὴν ζωοποιὸν δύναμιν τοῦ λαοῦ μας», «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λατρείας». Ἀλλά, μαζὶ μ᾿ αὐτὰ ρίχνεις καὶ τὸ ὕπουλο καὶ φαρμακερὸ σύνθημα, λέγοντας: «Προσοχὴ ὅμως! Δὲν πρέπει νὰ παρεξηγήσωμεν τὸ περιεχόμενο τῆς Ὀρθοδοξίας οὔτε νὰ ὑποβαθμίσωμεν τὴν ἀξίαν Της. Ὁ θησαυρὸς τῆς Ὀρθοδοξίας μας δὲν ταυτίζεται οὔτε μὲ συνδυασμοὺς χρωμάτων μιᾶς στενῆς καθορισμένης τεχνοτροπίας, οὔτε μὲ τὴν ποικιλίαν καὶ τὴν ποιότητα μουσικῶν ἤχων, μιᾶς εἰδικῆς ὡρισμένης ἐποχῆς».
Μὲ ἄλλα λόγια θέλεις νὰ πεῖς πὼς τὸ περιεχόμενο τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἄσχετο μὲ τὰ ἔργα τῆς λειτουργικῆς μουσικῆς καὶ τῆς ἁγιογραφίας, μὲ τὰ ὁποῖα ἐκφράζεται ἐπὶ αἰῶνες. Πὼς αὐτὰ εἶναι κάποια συμβατικὰ στολίδια τῆς Ὀρθοδοξίας ποὺ πρέπει νὰ τ᾿ ἀλλάξουμε, δηλαδὴ κάποιο φόρεμα ποὺ πάλιωσε, καὶ πὼς πρέπει νὰ τῆς φορέσουμε ἄλλο, καινούργιο.
Ἀληθινά, μοναχὰ ἕνας «ἐπιστημονικός» θεολόγος μπορεῖ νὰ ἔχει τόσο λίγη εὐαισθησία καὶ τόση ψυχικὴ ἀμορφοσιά, μ᾿ ὅλα τὰ πτυχία τῆς Εὐρώπης, γιὰ νὰ λέγει τέτοια ἀσύστατα πράγματα! Μοναχὰ μιὰ ψυχὴ ποὺ λείπει ἀπὸ μέσα της ἡ θερμὴ αἴσθηση τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ ποὺ τὴν ἔχει ξεράνει ὁ χιονιᾶς τοῦ ὀρθολογισμοῦ, ψυχὴ ποὺ τὴν στέγνωσε ἡ πρακτικὴ βορεινὴ μεθοδολογία, καὶ γιὰ νὰ πῶ μ᾿ ἕναν σύντομο λόγο, ποὺ λείπει ἀπὸ μέσα της ὁλότελα ἡ βλογημένη καὶ δροσερὴ πνοὴ ποὺ λέγεται ποίηση τῆς Ὀρθοδοξίας, κι ἡ κατάνυξη ποὺ τὴν μεθᾶ μὲ τὸν οὐράνιον οἶνον, μιὰ τέτοια ψυχὴ μοναχὰ μπορεῖ νὰ πεῖ καὶ νὰ γράψει παρόμοια λόγια.
Ἀλλά, πρῶτα-πρῶτα, τί γνωρίζεις Πανοσιολογιώτατε, ἀπὸ τέχνη, καὶ μιλᾶς μὲ τέτοια κατηγορηματικότητα γιὰ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ γιὰ τὰ ἔργα της; Ξέρουμε πὼς ἐσὺ καὶ οἱ ὅμοιοί σου δὲν ἤσαστε σὲ θέση νὰ νοιώσετε παραπάνω ἀπὸ τὶς λιθογραφίες ποὺ κρέμουνται στὰ κορνιζοπωλεῖα τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ, κι ἀπὸ τὶς ἐλεεινὲς χαλκομανίες... Μὲ ἄλλα λόγια, πὼς βρισκόσαστε στὸ νηπιαγωγεῖο τῆς ζωγραφικῆς.
Τὸ ἴδιο καὶ στὴ μουσική. Μ᾿ ὅλο ποὺ κάνετε τοὺς μοντέρνους καὶ τοὺς συγχρονισμένους, δὲν ἤσαστε σὲ θέση νὰ νοιώσετε παραπάνω ἀπὸ τὶς ζακυνθινὲς βαρκαρόλες καὶ τὰ πρίμα-σεγκόντα τῆς Πλάκας. Τὸ πολὺ-πολύ, νὰ ἐνθουσιασθῆτε ἀπὸ τὴν αἰσθηματικὴ γεροντοκόρη Νόρμα τοῦ Μπελλίνι.
Μ᾿ αὐτὰ λοιπὸν τὰ σπουδαῖα ἐφόδια, δηλαδὴ μ᾿ αὐτὴ τὴν παιδαριώδη καὶ οἰκτρὴ αἰσθηματολογία, ἐπιχειρεῖς νὰ κρίνεις τὰ ἔργα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὀρθόδοξης παράδοσης, ποὺ ἔχουνε καταπλήξει σήμερα τὸν κόσμο; Κι ἡ τεχνικὴ κατάρτισή σου εἶναι τόσο μεγάλη, ποὺ νὰ μιλᾶς τόσο ἄπρεπα γι᾿ αὐτά; λέγοντάς τα «συνδυασμοὺς χρωμάτων μιᾶς στενῶς καθορισμένης τεχνοτροπίας;».
Ὡστόσο, αὐτὰ τὰ εἰκονίσματα προσκυνούσανε ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Χρυσόστομος, ὁ Φώτιος, ὁ Παλαμᾶς, κι ἀπ᾿ αὐτὰ φούντωνε μέσα τους ἡ φλόγα τῆς πίστης. Αὐτὰ τὰ ἔργα κάνανε τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Νύσσης, τὸν ἄξιο ἀδελφὸ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, νὰ χύνει δάκρυα κατανύξεως, καὶ τὸν Χρυσόστομο νὰ μὴ μπορεῖ νὰ ζήσει καὶ νὰ προσευχηθῆ, χωρὶς νὰ ἔχει κρεμασμένο στὸ κελλί του τὸ εἰκόνισμα τοῦ Ἁγίου Παύλου, ποὺ τὸ ἀσπαζότανε κι ἔκλαιγε. Αὐτὰ τὰ ἔργα ἔβλεπε ὁ Μέγας Φώτιος νὰ καταστολίζουνε τὴν Ἁγία Σοφία, καὶ σκιρτοῦσε ἀπὸ θεῖον οἶστρο, καὶ τὰ ἐγκωμίαζε στὶς ὁμιλίες του. Ναί, αὐτὰ τὰ ἔργα μᾶς παραδώσανε, μαζὶ μὲ τὴν Ὀρθόδοξο πίστη, οἱ μεγάλοι Πατέρες, γιὰ νὰ τὰ προσκυνοῦμε στὸν αἰῶνα, ὅσο θὰ ἔχουμε τὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Γιατὶ δὲν εἶναι ἕνα φόρεμα φθαρτό, ποὺ τῆς τὸ φορέσαμε μιὰ φορὰ καὶ ποὺ πάλιωσε, καὶ ποὺ θέλετε ἐσεῖς οἱ νεωτεριστὲς νὰ τ᾿ ἀλλάξετε, ἀλλὰ εἶναι στολὴ ἄφθαρτη, ποὺ μ᾿ αὐτὴ θὰ ὑπάρχει στολισμένη στὴν αἰωνιότητα. Εἶναι περισσότερο ἀπὸ στολὴ ἄφθαρτη. Εἶναι τὸ ἴδιο τὸ ἁγιασμένο σῶμα της, ποὺ τὸ φόρεσε, ὅπως ὁ Χριστὸς τὸ δικό του, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ τὴ δοῦμε «ὡς ἐν ἐσόπτρῳ» με τὰ σαρκικὰ μάτια μας, καὶ ν᾿ ἀκούσουμε τὴ φωνή της μὲ τὰ σαρκικὰ αὐτιά μας.
Κι ἐσύ, ὁ ἱερεύς, ἀντὶ νὰ σκύψεις καὶ νὰ προσκυνήσεις τὶς ἅγιες εἰκόνες τῆς Ὀρθοδοξίας, σήμερα ποὺ γιορτάζει ἡ Ἐκκλησία τὴν ἀναστήλωσή τους, καὶ νὰ παρακινήσεις καὶ τοὺς ἄλλους, σὰν ἱερωμένος, νὰ τὶς ἀσπασθοῦνε, σήμερα, αὐτὴ τὴ μέρα ποὺ σείσθηκε ὅλη ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κι ἔκλαψε ἀπὸ χαρὰ γιατὶ οἱ περιπόθητες εἰκόνες ρίξανε πάλι τὴ λάμψη τους στὶς καρδιὲς τῶν Ὀρθοδοξων, σήμερα βρῆκες τὴν εὐκαιρία νὰ ρίξεις τὸ δηλητήριο, λέγοντας πὼς αὐτὰ περάσανε, πὼς αὐτὰ τὰ ἱερὰ ἔργα εἶναι «μιᾶς ὡρισμένης ἐποχῆς», πὼς πρέπει δηλ. νὰ τὰ κατεβάσουμε, (σήμερα, ποὺ γιορτάζουμε τὴν ἀναστήλωσή τους!), καὶ νὰ βάλουμε στὴ θέση τους ἄλλα, μοντέρνα, φράγκικα, τῆς ἀρεσκείας σου.
Ἀλλά, καλίτερα νὰ ἔλεγες νὰ μὴ βάλουμε τίποτα. Τουλάχιστον θὰ ἤσουνα ἕνας ἀπὸ τοὺς εἰκονομάχους, μ᾿ ὅλον ποὺ θὰ ἤσουνα ὁ χειρότερος, γιατὶ διάλεξες τὴν Κυριακή της Ἀναστηλώσεως τῶν εἰκόνων γιὰ νὰ κάνεις τὸ ὕπουλο κήρυγμα τῆς νέας εἰκονομαχίας. Αὐτὸ ποὺ κάνεις εἶναι χειρότερο ἀπὸ τὴν εἰκονομαχία. Εἶναι εἰκονομαχία κρυμμένη κάτω ἀπὸ τη ψεύτικη εἰκονολατρευτικὴ προσωπίδα.
Σ᾿ ἕνα ἐξαίσιο βιβλίο ποὺ ἔγραψε γιὰ τὴ σημασία τῆς Εἰκόνας ὁ ὀρθοδοξώτατος καὶ εὐσεβέστατος Λεωνίδας Οὐσπένσκης, καθηγητὴς τῆς εἰκονογραφίας στὸ Ὀρθόδοξο Ρωσσικὸ Ἰνστιτοῦτο τῆς Γαλλίας (τέτοιοι καθηγητὲς εἶναι σεβαστοί, γιατὶ εἶναι ἐχθροὶ τῶν ὑπόπτων νεωτεριστῶν), λέγει τὰ παρακάτω λόγια: «Τὸν καιρὸ τῶν εἰκονομάχων, κατὰ τὸν η´ καὶ θ´ αἰῶνα, μέσα στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν ἴδια τὴν ὕπαρξή της, ἡ Ἐκκλησία ὑπερασπίσθηκε τὸ δόγμα τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ «Θεὸς γέγονεν ἄνθρωπος». Σήμερα κινδυνεύει ὁ σκοπὸς τῆς Ἐνσαρκώσεως τοῦ Θεοῦ «ἵνα ὁ ἄνθρωπος γένηται Θεός». Ἡ σημερινὴ εἰκονομαχία, ποὺ δὲν τὴν ὑποπτεύουνται οὔτε ἐκεῖνοι ποὺ τὴν κάνουν, δὲν εἶναι τόσο ἡ ἄρνηση τῆς Εἰκόνας, ἀλλὰ περισσότερο ἡ παραμόρφωσή της, μάλιστα ἡ παραφθορά της, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ ὅτι οἱ ἄνθρωποι δὲν καταλαβαίνουνε πιὰ τὴ δογματικὴ καὶ διδακτικὴ σημασία της. Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, τὴν Εἰκόνα τὴν θεωροῦνε σὰν κάποιο πράγμα δευτερεῦον. Μοναχὰ ὁ λόγος, τὸ κήρυγμα, κρίνεται πὼς εἶναι ἀρκετὸ ὅπως κάνουνε οἱ Προτεστάντες. Ξεχνᾶνε πὼς ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι μοναχὰ ὁ Λόγος τοῦ Πατρός, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ ἡ Εἰκὼν τοῦ Πατρός... Ἡ Εἰκόνα, γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους, δὲν εἶναι ἕνα ἀντικείμενο ποὺ μᾶς δίνει μιὰ αἰσθητικὴ ἀπόλαυση ἢ μᾶς κινεῖ τὴν ἐπιστημονικὴ περιέργεια, ἀλλὰ ἔχει μιὰ θεολογικὴ ἔννοια. Ὅπως ἡ κοσμικὴ τέχνη παριστάνει τὴν πραγματικότητα τοῦ κόσμου τῶν αἰσθήσεων καὶ τῶν αἰσθημάτων, κατὰ τὸν τρόπο ποὺ τὴν βλέπει κάθε τεχνίτης, ἡ Εἰκόνα παριστάνει τὴν πραγματικότητα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν».
Βλέπει λοιπὸν κανείς, ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος, πόσα πράγματα σχετικὰ μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ τέχνη γνωρίζουν ἐκεῖνοι ποὺ προσεγγίζουν μὲ βαθειὰ εὐλάβεια καὶ μὲ δέος τὰ ἔργα της, καὶ μὲ πόσον ζῆλο ἀγωνίζονται γιὰ τὴ συντήρηση τῆς ἱερῆς παράδοσης, κι ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος πόση ἀμάθεια, σ᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα, ποὺ εἶναι τόσο σημαντικὰ γιὰ τὴν Ἐκκλησία, ἔχουνε κάποιοι, ποὺ μὲ ἐλαφρὴ κι ἀνύποπτη συνείδηση, ἀποφθέγγονται γι᾿ αὐτά, ὡς ἀπὸ τρίποδος, καὶ μολονότι εἶναι θεόγυμνοι ἀπὸ κάθε ἰδέα τέχνης, καὶ βρίσκουνται σὲ πρωτόγονη κατάσταση, ἔχουνε τὸ θράσος, συνεργούσης καὶ τῆς ἀσέβειας καὶ τῆς πνευματικῆς ὑποταγῆς στὰ θεότυφλα Πανεπιστήμια ποὺ τοὺς δώσανε τὰ διπλώματα, ἔχουνε λοιπὸν τὸ θράσος νὰ δογματίζουν, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, γιὰ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, ἐν ὀνόματι τῆς προόδου καὶ τῆς «ἐπιστημονικῆς θεολογίας», καὶ νὰ ὑποδεικνύουν μὲ τί ἔργα πρέπει νὰ στολισθοῦν οἱ ναοί μας, γιὰ νὰ εἶναι συγχρονισμένοι, γιὰ νὰ μοιάζουνε δηλαδὴ μὲ τὰ ἀρχοντοχωριάτικα σπίτια τους, ποὺ φανερώνουνε τὴν πιὸ φρικτὴ ἀκαλαισθησία. Ἀφοῦ δὲν ἔχουν, οἱ δυστυχεῖς, μήτε τὴν συνηθισμένη εὐαισθησία, στὰ σπίτια τους, στὰ γραφεῖα τους, στὰ βιβλία τους, σὲ ὅλα τους, ποὺ βασιλεύει ἐπιδεικτικὰ ἡ πιὸ ἀηδιαστικὴ ἀκαλαισθησία, θέλουνε νὰ γίνουνε οἱ ὁδηγοὶ στὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες, ποὺ εἶναι ἄβυσσοι μυστηρίου κι οἱ πιὸ ἀποκαλυπτικοὶ τρόποι μὲ τοὺς ὁποίους ἀξιώθηκε ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐκφράσει τὸ ἀνέκφραστο. Καὶ μάλιστα, αὐτοὶ ποὺ ἰκανοποιοῦνται μὲ τὶς κοκκινοπράσινες λιθογραφίες καὶ μὲ τὰ ἰταλικὰ ναπολιτάνικα τραγούδια, ξεστομίζουν πὼς εἶναι ἄτεχνες καὶ κατώτερες ἀπὸ τὶς πνευματικὲς ἀπαιτήσεις των (!!) οἱ βυζαντινὲς εἰκόνες μὲ τὴν βαθύτατη ἱερατικότητα, καθὼς καὶ τὰ ἀριστουργήματα τῆς μυστικῆς μουσικῆς, ποὺ κάνουν ν᾿ ἀπορήσουν ὅσους ἔχουν πνευματικὲς κεραῖες γιὰ νὰ τ᾿ ἀντιληφθοῦν. Ἐπειδὴ ἐκεῖνοι, γιὰ τοὺς ὁποίους γράφουνται αὐτὰ ποὺ γράφω, ἐκτιμοῦν ὑπὲρ πᾶν ἄλλο τὴ γνώμη τῶν Εὐρωπαίων γιὰ τὰ δικά μας πράγματα, ἀναφέρω πὼς ὁ μέγας μουσικὸς SΑΙΝΤ SΑΕΝS κι ὁ διάσημος συγγραφεὺς Ἀλέξανδρος Δουμᾶς, ἐγκωμιάσανε τὴ βυζαντινὴ μουσική μας.
Ἀλλά, τί νὰ νοιώσει ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει αὐτὲς τὶς κεραῖες, ποὺ δὲν ἔχει δηλαδὴ τὴν παντογνωστικὴ δύναμη ποὺ χαρίζει στὸν ἄνθρωπο ἡ πνευματικὴ ἐγρήγορση, κι ἡ βλογημένη ταπείνωση, ἡ ὁποία δὲν θέλει νὰ στήσει τὸ θέλημά της ἀπάνω ἀπὸ τὴν τάξη τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὴν παράδοση; Πῶς νὰ ὑψωθεῖ στὴν ὑπερούσια γνώση, ἐκεῖνος ποὺ δὲν ταπεινώθηκε ἀληθινά; Πῶς νὰ ἀξιωθεῖ νὰ εἰσέλθει στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ νὰ ἰδεῖ τὰ μυστήρια της, ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀρνήθηκε, μαζὶ μὲ τὰ αἰσθητὰ ἀγαθά, καὶ τὴν ἁμαρτωλὴ γνώση, «τὸν νοῦν τῆς σαρκὸς αὐτοῦ», μαζὶ μὲ τὴν οἴηση ποὺ φέρνει αὐτὴ ἡ γνώση, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει ὁ ἄνθρωπος; «Τὰ γὰρ μυστήρια τοῖς ταπεινόφροσιν ἀποκαλύπτεται». Ἀλλά, ἂς κρίνουμε τὰ γραφόμενα τοῦ ἱερωμένου ποὺ ἔγραψε κι εἶπε αὐτὴ τὴν ὁμιλία μὲ τὸν παραπλανητικὸ τίτλο «Θεματοφύλακες τοῦ Θριάμβου», ἂς κρίνουμε λοιπὸν τὰ λεγόμενα αὐτοῦ τοῦ «θεματοφύλακος» ποὺ ἐκτιμᾶ τόσο λίγο αὐτὰ ποὺ λέγει πὼς φυλάγει, ἂς τὸν κρίνουμε μὲ κάποια μέτρα ποὺ εἶναι πιὸ χεροπιαστὰ καὶ ποὺ τὰ νοιώθει ὁ καθένας:
Ἐνῶ, ὅπως εἴπαμε, πλέκει τὸν ὕμνο τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἐγκωμιάζει «τὴν κληρονομίαν τὴν ἄφθαρτον καὶ ἀμίαντον καὶ ἀμάραντον» (Α´ Πέτρ. α´, 4), μὲ τὴν ὁποίαν «ἐγαλουχήθησαν αἱ γενεαὶ τῶν Πατέρων μας», καθὼς καὶ «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λατρείας» (τῆς Ὀρθοδοξίας), μαζὶ μ᾿ αὐτά, τὴν ἴδια στιγμή, λέγει πὼς κάποια ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λατρείας εἶναι μαραμένα καὶ ξερά, ἐννοώντας τὴ θεοδώρητη λειτουργικὴ εἰκονογραφία γιὰ τὴν ὁποία λέγει πὼς εἶναι «συνδυασμὸς χρωμάτων μιᾶς στενῶς καθορισμένης τεχνοτροπίας», καθὼς καὶ γιὰ τὰ ἐξαίσια ἔργα τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς μας, ποὺ γι᾿ αὐτὸν καὶ γιὰ τοὺς ὁμοίους του ἄξεστους φραγκολάτρες εἶναι: «ποικιλία καὶ ποιότης μουσικῶν ἤχων μιᾶς εἰδικῆς ὡρισμένης ἐποχῆς». Μὲ ἄλλα λόγια, κατὰ τὴ γνώμη του, ἡ κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη παράδοση εἰκονογραφία καὶ μουσικὴ δὲν τὸν ἱκανοποιοῦν, γιατὶ τὰ ἔργα τους εἶναι βάναυσα κι ἀνυπόφορα γιὰ ἀνθρώπους σοφοὺς κι εὐρωπαϊσμένους, ποὺ ἔχουνε γιὰ ἀριστουργήματα τὰ παιδιακίσια κάρτ-ποστάλ, ποὺ τὰ λένε οἱ Γάλλοι SAINT SULPICE, (ἐπειδὴ τὰ πουλᾶνε στὴν πλατεία αὐτῆς τῆς ἐκκλησίας), καθὼς καὶ τὰ ἀνάλατα μουσικὰ κατασκευάσματα, τύπου «Ἀνθισμένης ἀμυγδαλιᾶς», φτάνει νὰ λέγουνται μὲ πρίμο καὶ μὲ σεγκόντο! Ὤ! Ἀληθινά, μοναχὰ οἱ σοφοὶ κι οἱ ἐπιστήμονες μποροῦν νὰ ποῦν τέτοιες ἐπιστημονικὲς ἀνοησίες. Κι ἀντὶ νὰ κρύψουνε τὴν ἀμάθειά τους, οἱ τέτοιοι φωστῆρες, θέλουν νὰ κάνουνε καὶ τὸν προφέσορα!
Ἂς μᾶς ἐξηγήσει λοιπὸν ὁ προκείμενος δύσκολος κριτὴς τῆς βυζαντινῆς ἁγιογραφίας καὶ τῆς λειτουργικῆς μουσικῆς, ποὺ δὲν ἔχει κἂν ἰδέαν ἀπὸ τὸ τί θὰ πεῖ λειτουργικὴ καὶ τί μὴ λειτουργικὴ τέχνη, ἂς μᾶς ἐξηγήσει ποιὰ εἶναι γι᾿ αὐτὸν τὰ «ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λειτουργίας», καὶ ποιὰ εἶναι τὰ μαραμένα. Μήπως «τὰ ἀμάραντα» εἶναι, κατὰ τὴν ἐπιστημονικὴ γνώμη του, μοναχὰ οἱ ὁμιλίες τῶν Πατέρων, ποὺ θὰ τὶς ἐκτιμᾶ σὰν ρητορεῖες, καὶ ἡ ὑμνολογία, χωρὶς ὅμως τὴ μουσική, ἐπειδὴ τὸν θαμπώνει τὸ κλασικὸν κάλλος τῶν ἰάμβων, ἀπὸ προγονοπληξία; Γιατὶ, τί ἄλλο μποροῦνε νὰ εἶναι «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς λατρείας»;
Ὥστε ἔχουμε μέν, κατὰ τὸν γλαφυρὸν ὁμιλητὴν τῶν κοινοτοπιῶν τοῦ ἄμβωνος, «ἀμάραντα μνημεῖα» τῆς ὑμνολογίας ἀλλὰ πρέπει νὰ τὰ κρατήσουμε γυμνὰ ἀπὸ τὴν μουσική τους, ἐπειδή, κατὰ τὴ γνώμη του αὐτὴ ἡ μουσικὴ εἶναι «μιᾶς εἰδικῆς ὡρισμένης ἐποχῆς». Σάμπως τὰ λόγια τῆς ὑμνολογίας δὲν εἶναι μιᾶς ὡρισμένης ἐποχῆς, καὶ γι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ τὰ ντύσουμε, αὐτὰ «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα» τῆς ὑμνολογίας, μὲ ἄλλο μουσικὸ φόρεμα τῆς ἐποχῆς μας, ἤγουν μὲ τὴν ἀνθισμένην ἀμυγδαλιά, μὲ βαρκαρόλες, καὶ τὰ παρόμοια. Δηλαδή, ἔχουμε κι ἐδῶ ἕναν ἄλλον Σοῦτσο ποὺ ἔλεγε γιὰ τὰ ποιήματα τοῦ Σολωμοῦ πὼς ἤτανε «ἰδέαι πλούσιαι, πτωχὰ ἐνδεδυμέναι», κι ἤθελε νὰ τὸν πάρει κοντά του ὁ Σολωμὸς νὰ ράβει αὐτὸς τὰ πλούσια ροῦχα γιὰ νὰ ντύνει τὶς ἰδέες τοῦ Σολωμοῦ. Ἐδῶ μάλιστα, ὁ προκείμενος ἐπιδιορθωτὴς τῆς ὑμνωδίας μας εἶναι χειρότερος ἀπὸ τὸν Σοῦτσο, γιατὶ θέλει νὰ ντύσει τὰ ἔργα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνολογίας μας, ὅπως εἶναι π.χ. τὸ «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου» ἢ τὸ ἰαμβικὸ «Ἰμερτὸν ἐξέφηνε σὺν πανολβίῳ ἤχῳ Πατήρ, ὃν γαστρὶ ἐξηρεύξατο», μὲ μουσικὴν τῆς Νόρμας τοῦ Μπελλίνι ἢ τῆς Τραβιάτας τοῦ Βέρντι! Λοιπόν, βλέποντες πόσο ἀνώτερος εἶναι ὁ συγγραφεὺς τῶν «Θεματοφυλάκων τοῦ Θριάμβου» ἀπὸ τὸν ποιητὴν Σοῦτσον, μποροῦμε νὰ ἀναφωνήσουμε· «Ἰδού, πλεῖον Ἰωνᾶ ὧδε! Ἰδού, πλεῖον Σολομῶντος ὧδε!»
Ἂν ὁ συγγραφεὺς δὲν ἐννοεῖ τὴν ὑμνολογία, γράφοντας γιὰ «τὰ ἀμάραντα μνημεῖα τῆς θείας λατρείας», τότε τί ἄλλο μπορεῖ νὰ ἐννοεῖ; Μήπως τὴν τελετουργικὴ διάταξη; Μὰ καὶ κείνη θέλει ἀλλαγὴ καὶ διόρθωμα, κατὰ τὸν συγγραφέα καὶ τοὺς ὁμοίους του. Ἢ ἐννοεῖ τὰ συγγράμματα τῶν Ἁγίων Πατέρων; Μὰ αὐτὰ δὰ εἶναι ποὺ δὲν τὰ φέρνει ποτὲ στὸ στόμα του ὁ συγγραφεὺς κι οἱ ὅμοιοί του, ὡς πεπαλαιωμένα, ἐνῶ μεταφράζει τὸν Χόλτσνερ καὶ κάποια ἄλλα ψυχολογικὰ δοκίμια, σὲ καιρὸ ποὺ ἡ φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καὶ τ᾿ ἄλλα Ὀρθόδοξα πατερικὰ συγγράμματα μεταφράζουνται στὶς ξένες γλῶσσες, καὶ γίνουνται πνευματικὴ τροφὴ τῶν λαῶν ποὺ προσκυνᾶνε οἱ δικοί μας νεωτεριστές, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ τὴ βυζαντινὴ εἰκονογραφία καὶ μὲ τὴ βυζαντινὴ μουσική. Μήπως ἀκόμα γιὰ «ἀμάραντα ἄνθη» ἐννοεῖ ὁ ὁμιλητὴς τὰ ἔργα ποὺ κάνουνε οἱ ἄλλες ἐκκλησιαστικὲς τέχνες τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ἀρχιτεκτονική, ἡ μικροτεχνία, ἡ ποικιλτική; Ἀλλὰ κι ἀπ᾿ αὐτὰ δὲν νοιώθει περισσότερο ἀπ᾿ ὅτι νοιώθει ἀπὸ εἰκονογραφία κι ἀπὸ ψαλμωδία, καὶ θὰ τὰ νομίζει κι αὐτὰ ὁλότελα συμβατικά, ἀσήμαντα γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, καὶ χρήζοντα ἀλλαγῆς.
Μὲ λίγα λόγια, τὸ συμπέρασμα ἀπ᾿ ὅλη τούτη τὴν ἀνιαρὴ ἀνάλυση τῆς ὁμιλίας τοῦ καθηγητοῦ, εἶναι, ἂν κατάλαβα καλά, πὼς χτυπᾶ μιὰ στὸ καρφὶ καὶ μιὰ στὸ πέταλο, χωρὶς νὰ γνοιασθεῖ καθόλου ἂν συμφωνοῦν μεταξύ τους αὐτὰ ποὺ λέγει. Ἐκτὸς ἂν παραλογίζεται ἄθελά του.
Ἔχω ὅμως τὴν ἰδέα ὅτι ἀπὸ τὰ λεγόμενά του φαίνεται πὼς ἐπιχειρεῖ πολὺ ἀδέξια νὰ κρύψει τὴν ἀντιπάθειά του πρὸς τὴν ὀρθόδοξη παράδοση, θέλοντας νὰ συμβιβάσει τὰ ἀσυμβίβαστα, τὴν Ὀρθοδοξία με τὶς ἀντιορθόδοξες καινοτομίες, παρουσιάζοντας ἔτσι ἕνα τερατῶδες κατασκεύασμα. Ἀλλά, δὲν ἀκούει τί λέγει ὁ θεόγλωσσος Παῦλος, ποὺ τὸν συχνοαναφέρει στὰ γραφόμενά του, ἀπὸ προτεσταντικὴ μίμηση, ὅπως φαίνεται: «Μὴ γίνεσθε ἑτεροζυγοῦντες... Τίς γὰρ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος; Τίς δὲ συμφώνησις Χριστοῦ πρὸς Βελίαλ;»
Δὲν πιστεύω πὼς ἀδικῶ τὸν πανοσιολογιώτατον καθηγητήν. Μακάρι νὰ ἤτανε ἄλλη ἡ ἀλήθεια. Θὰ χαιρόμουνα πολὺ νἄβγαινα ψεύτης. Μὰ τὰ ἔργα ποὺ κάνουνε αὐτοὶ οἱ νεωτεριστές, μαρτυροῦν ἀπὸ τὰ λόγια τους αὐτὸ τὸ ἀλλοπρόσαλλο κατάντημά τους: Οἱ ἐκκλησίες στὶς ὁποῖες εἶναι προϊστάμενοι δὲν ἔχουνε τίποτα ποὺ νὰ εἶναι ὀρθόδοξο. Εἶναι ἀπογυμνωμένες ἀπὸ τὸν θερμὸ ἑλληνικὸ χαρακτήρα τους. Ἡ ἁγιογραφία, ἡ μουσική, τὰ σκεύη, τὰ κηρύγματα, ἀκόμα, σὲ πολλά, κι ἡ ἀκολουθία, μυρίζουν προτεσταντικὴ μούχλα. Ἡ ἀτμόσφαιρα εἶναι ψυχροσχολαστική, ἀκατάνυκτη, χωρὶς ἐκείνη τὴ ζεστὴ μυστικοπάθεια ποὺ ἔχουνε οἱ γνήσιες ἐκκλησίες μας. Ἀκόμα καὶ τὰ κεριά, ποὺ εἶναι τὸ πιὸ ἁπλό, κι ἴσως τὸ πιὸ πνευματικὸ σύμβολο τῆς ψυχῆς ποὺ προσεύχεται μὲ ταπείνωση, ἀκόμα καὶ τὸ θυμίαμα ποὺ προσφέρνεται «εἰς ὀσμὴν εὐωδίας πνευματικῆς», κι αὐτὰ ἀκόμα ἔχουνε καταργηθεῖ σὲ κάποιες ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς ἐκκλησίες ποὺ εἶπα. Ἀλλὰ καὶ τὸν σταυρό τους, ἐκεῖ μέσα, τὸν κάνουνε πολὺ ἀραιά, μὲ πολλὴ οἰκονομία, ἢ καθόλου, παπάδες κι ἐκκλησιαζόμενοι. Ὅ,τι ποιητικὸ στοιχεῖο συντείνει στὸ νὰ νοιώσει κατάνυξη ὁ ὀρθόδοξος Χριστιανός, δὲν τὸ θέλουνε ἐκεῖνες οἱ παγωμένες καρδιές, ποὺ τὶς ξέρανε ὁ λίβας τῆς σχολαστικῆς καὶ τῆς στενόψυχης ἠθικῆς. Γιατὶ γι᾿ αὐτοὺς ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἕνα κατάξερο ἠθικὸ σύστημα, κατάλληλο γιὰ πρακτικὲς καὶ μικρολόγες σκοπιμότητες. Οὔτε ἀποκάλυψη φρικτῶν μυστηρίων, οὔτε εὐωδία τοῦ καινοῦ ἀέρος τῆς μελλούσης ζωῆς καὶ εὐφροσύνη, οὔτε πυρπόλησις τῆς καρδίας, οὔτε μέθη ἀπὸ τὸν πνευματικὸν οἶνον, οὔτε χαρμολύπη, οὔτε δάκρυον κατανύξεως, οὔτε συντριβή, οὔτε κοινωνία τοῦ Παρακλήτου, οὔτε μυστικὴ ὅρασις καὶ ἀκοή, οὔτε ὑπὲρ αἴσθησιν αἴσθησις. Τίποτα!
Πῶς νὰ μὴν εἶναι λοιπὸν τόσο ψυχρὲς κι ἀκατάνυκτες οἱ ἐκκλησίες τους, ἀφοῦ ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος, «ἡ καρδία ἔσωθεν ὁμοίως τοῖς ἐξωτέροις σχήμασιν ἐνδιατυποῦται»;
Τί σχέση μποροῦνε νὰ ἔχουν αὐτὰ τὰ ἀνέκφραστα τραγούδια ποὺ ἀκούονται ἐκεῖ μέσα, μὲ τὴν ὀρθόδοξη λατρεία, μὲ τὴν ἱερατικὴ γλώσσα τῆς ὑμνολογίας, μὲ τὸν σοβαρὸ χαρακτήρα τῆς προγονικῆς μας εὐσέβειας;
Ὤ! Τί βεβήλωση εἶναι αὐτή, νὰ μπαίνουνε οἱ μίμοι καὶ νὰ ἀσχημονοῦν μέσα στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ, μὲ κάποιες φωνὲς ποὺ γαργαλίζουν τὴ σάρκα τους; Ὥστε αὐτὴ εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία σας, νὰ μὴν ἔχει ὁ ναὸς τίποτα ὀρθόδοξο; Ἡ πνευματικὴ γεύση σας τόσο πολὺ χάλασε, ὥστε κάθε τί ποὺ στάθηκε γιὰ τοὺς Ἁγίους ὁ οὐράνιος ἄρτος κι ὁ ὑπερούσιος οἶνος, νὰ σᾶς φαίνεται στυφὸ καὶ πικρό; Τὰ ἁγιασμένα ὁράματα καὶ ἀκούσματα, ποὺ εὐφράνανε μυριάδες εὐλαβεῖς ψυχές, ἐσεῖς δὲν τὰ κρίνετε ἄξια νὰ τὰ διατηρήσουμε, ἀλλὰ θέλετε νὰ τὰ ἀλλάξετε, καὶ νὰ βάλετε στὴ θέση τους τὰ μουγκρίσματα τῶν ζώων, γιὰ νὰ εἶναι σύμφωνα μὲ τὴν ἐκφυλισμένη ἐποχή μας;
Λέτε πὼς σεβόσαστε καὶ τιμᾶτε τοὺς Ἁγίους. Ἀλλὰ ποιοί μᾶς παρέδωσαν, μαζὶ μὲ τὴν πίστη, τὸν τρόπο τῆς λατρείας καὶ τὶς ἐκκλησιαστικὲς τέχνες; Δὲν μᾶς τὰ παραδώσανε οἱ Πατέρες; Γιατί λοιπὸν δὲν τὰ σεβόσαστε καὶ δὲν τὰ τιμᾶτε;
Ἰδιαίτερα δὲν σᾶς ἀρέσει ἡ μουσική της ἐκκλησίας μας, δηλαδὴ ἡ μόνη ἱερατικὴ χριστιανικὴ μουσική. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔψελνε μαζὶ μὲ τοὺς Ἀποστόλους κι ὑμνοῦσε τὸν Θεό: «Καὶ ὑμνήσαντες ἐξῆλθον εἰς τὸ Ὄρος τῶν ἐλαιῶν», γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος. Καὶ μὲ τί εἴδους μουσικῆς ἄραγε ὕμνησαν; Ρωτῶ νὰ μοῦ πεῖς. Μήπως μὲ τὴ θεατρικὴ μουσικὴ ποὺ εἰσάγεις στὶς ἐκκλησίες τοῦ Χριστοῦ, μ᾿ αὐτή, λέγω τὴν εὐρωπαϊκὴ τετραφωνία, ἢ μὲ τὴν ἱεροπρεπῆ ἀνατολικὴ μουσικὴ ποὺ δὲν τὴν θέλεις, ποὺ τὴν θεωρεῖς βάρβαρη, ἐσὺ ὁ βάρβαρος καὶ βλάσφημος;
Ναί! Ἐδῶ δὲν εἶναι θολὲς καὶ ὀμιχλώδεις θεωρίες, σὰν κι αὐτὲς ποὺ ἄκουσες στὰ μουχλιασμένα Πανεπιστήμια. Ἐδῶ εἶναι καθαρὰ καὶ ἁπλὰ πράγματα: Ὁ Χριστὸς γεννήθηκε σὰν ἄνθρωπος στὴν Ἀνατολή, καὶ δὲν γεννήθηκε, ὅπως θἄθελες, στὸ Παρίσι ἢ στὴ Στοκχόλμη ἢ στὴ Λόντρα. Γεννήθηκε σ᾿ ἕνα φτωχοχώρι τῆς Ἰουδαίας. Ἡ γλώσσα ποὺ μιλοῦσε ἤτανε Ἀνατολίτικη. Κι ἡ μουσική, ποὺ μ᾿ αὐτὴ ὑμνοῦσε τὸν Θεό, ἤτανε κι αὐτὴ Ἀνατολίτικη, ἢ τὸ θέλεις εἴτε δὲν τὸ θέλεις.
Λοιπόν, γιατί δὲν τὴ καταδέχεσαι αὐτὴ τὴ μουσική, ἐσὺ ὁ ὑπηρέτης τοῦ Χριστοῦ, αὐτὴ τὴ μουσικὴ ποὺ τὴν ἁγίασε ὁ Χριστός; Ἐγὼ φρίττω, δακρύζω, καταπλήττομαι, μόνο ποὺ συλλογίζουμαι πὼς μ᾿ αὐτὴ τὴ μουσικὴ ἔψελνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, καὶ πὼς ἀξιονόμαστε κι ἐμεῖς νὰ τὴ ψέλνουμε ὅπως Ἐκεῖνος! Κι ἐσύ, ἀντὶ νὰ ἀγάλλεσαι, ἀντὶ νὰ νοιώθεις πνοὴ ἀθανασίας ἀπάνω σου ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ θεαγάπητη μουσική, ποὺ μᾶς κληροδοτήθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα οὐράνια δῶρα ὁποὺ βρίσκουνται φυλαγμένα μέσα στὸ θησαυροφυλάκιο τῆς γεραρᾶς παραδόσεώς μας, ἐσὺ δὲν τὴν θέλεις, τὴν ἀπεχθάνεσαι, τὴν λὲς τούρκικη, δὲν τὴ νομίζεις ἄξια γιὰ τὰ ἁμαρτωλὰ στόματά μας!
Τέτοια τύφλωση, λοιπόν, παθαίνει ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀγαπᾶ τὴ ματαιότητα καὶ ζητᾶ τὸ ψεῦδος.
Ὁ Θεὸς ἂς μὲ συγχωρήσει γιὰ ὅσα ἀναγκάσθηκα νὰ πῶ γιὰ ἕναν ὑπηρέτη του.
Κύριε, νά, εἶμαι μπροστά σου, καὶ κρίνε με. Ἐσὺ εἶσαι καρδιογνώστης καὶ ξέρεις τὴν πίκρα τῆς καρδιᾶς μου γιὰ τὴ βεβήλωση ποὺ παθαίνουν οἱ ἅγιες ἐκκλησίες σου. Ὁ ζῆλος τοῦ οἴκου σου κατέφαγέ με. Ἐσὺ ποὺ ἐπέτρεψες στὸν Προφήτη Ἠλία, νὰ ἐξαγριωθεῖ ἀπὸ τὸν πύρινο ζῆλο ποὺ τὸν ἔκαιγε, Ἐσὺ ποὺ τὸν συγχώρεσες γιὰ τὴ φοβερὴ ἁμαρτία ποὺ ἔκανε νὰ σφάξει τοὺς ἱερεῖς τοῦ Βάαλ, ἐπειδὴ εἶδες πὼς ἤτανε ὁ μονώτατος δοῦλος σου ποὺ πίστευε σὲ Σένα, καὶ τὸν στεφάνωσες μὲ τὸν ἀμάραντον στέφανο, καὶ τὸν ἅρπαξες ἀπάνω σ᾿ ἕνα ἁμάξι πύρινο καὶ τὸν πῆρες κοντά Σου μὲ τὸ σάρκινο κορμί του, δίχως νὰ δοκιμάσει θάνατο, Ἐσύ, Κύριε, εὔσπλαχνε καὶ δίκαιε, συγχώρεσε κι ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό. Γιατὶ Ἐσὺ ἄνοιξες τὸ στόμα μου, ὅπως ἄνοιξες τὸ στόμα τῆς ὄνου τοῦ Βαλαάμ, γιὰ νὰ μιλήσω γιὰ τὴ βεβήλωση τοῦ οἴκου σου, ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ματαιότητας.
Φώτισε, Κύριε, τὶς σκοτισμένες διάνοιές μας. Ἐλευθέρωσέ τες ἀπὸ τὰ φιλόσαρκα φρονήματα. Γέμισε τὴν καρδιά μας μὲ τὴν πανευφρόσυνη λύπη σου. Γιατὶ μ᾿ αὐτὴ βρίσκουμε τὸν μυστικὸ δρόμο ποὺ μᾶς φέρνει σὲ Σένα, κι ὄχι μὲ τὶς ἀπατηλὲς σοφίες τοῦ κόσμου τούτου.
Ἡ λύπη τῆς διανοίας εἶναι θυμίαμα εὔοσμο, ποὺ ἀνεβαίνει πρὸς τὸν θρόνο σου. Αὐτὴ ἀνοίγει τὴν κλεισμένη πύλη, γιὰ νὰ μπεῖ ἡ ψυχή μας στὴ χώρα τῶν μυστηρίων Σου. Γιὰ τοῦτο εἶπες· «μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται. Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται».
(Ἀπάντησις σὲ ἀρχιμανδρίτην τῶν Ἀθηνῶν)
Φώτης Κόντογλου, Μεγάλη Παρασκευή, 1960
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...