
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
Οἱ ἀποφάσεις τῆς λεγομένης «ἁγίας καί μεγάλης συνόδου» πλήγωσαν πολύ βαθιά τίς Ὀρθόδοξες συνειδήσεις μας. Οἱ καρδιές μας ξεχείλισαν ἀπό θλίψη καί ἀθυμία.
Οἱ πατεράδες μας οἱ πνευματικοί -εὐτυχῶς ὄχι ὅλοι- κατά τό ρῆμα τοῦ Ἁγίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, ‘’ὅπως φαίνεται, ἀγάπησαν μιάν ἄλλη γυναῖκα μοντέρνα, πού λέγεται παπική ἐκκλησία, διότι ἡ Ὀρθόδοξος Μητέρα μας δέν τούς κάμνει καμμίαν ἐντύπωση, ἐπειδή εἶναι σεμνή».(1)
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογική μας συνείδηση, ἀκούγοντας ἀπό χείλη ἀρχιερέων λόγια κολακευτικά γιά τούς αἱρετικούς τοῦ λεγόμενου παγκοσμίου συμβουλίου ἐκκλησιών καί θεωρίες βλάσφημες περί «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν» καί περί «δύο πνευμόνων» τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, μπερδεύεται καί θολώνει.(2)
Τό Ἐκκλησιολογικό μας φρόνημα, βλέποντας μέσα στό Κολυμπάρι, ἀνήμερα τῆς Πεντηκοστῆς, τόν Πατριάρχη καί τούς συνοδικούς Μητροπολίτες νά συμπροσεύχονται παρέα μέ προτεστάντες καί παπικούς ἱερωμένους, πλήττεται ἱσχυρότατα καί κινδυνεύει νά ἀλλοιωθεῖ.(3)
Ἡ Ὀρθόδοξη Δογματική μας Παράδοση, μέ τήν «συνοδική» πλέον ἀναγνώριση ἱεροσύνης καί μυστηρίων στούς ἀμετανόητους αἱρετικούς, περιφρονεῖται καί στραγγαλίζεται ἀνεπανόρθωτα.(4)
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀφ’ ἑνός μέν μέ τά φληναφήματα περί «μεταπατερικῆς καί συναφειακῆς» θεολογίας καί ἀφ’ ἑτέρου μέ τήν ἐπινόηση «νέου τύπου» συνόδων «αντιπροσωπευτικῆς συνοδικότητας», παραθεωροῦνται καί ὑβρίζονται.
Ἤδη ἔχουν παρέλθει πάνω ἀπό τέσσερις μῆνες, καί ἐμεῖς, ὡς Ἱεραρχία, ἀντί νά καταπιαστοῦμε μέ τίς θανατηφόρες πνευματικά συνέπειες αὐτῆς τῆς ψευτοσυνόδου, ἀσχολούμαστε μέ ζητήματα δευτερεύοντα καί ἐπουσιώδη.
Ἀποτέλεσμα: Ἀπό τήν μιά μεριά, οἱ θλιβερές άποφάσεις τοῦ Κολυμπαρίου καί ἡ συνεχιζόμενη ἐπ’ αὐτῶν σιωπή τῶν Ἰεραρχῶν μας. Ἀπό τήν ἄλλη, μιά πληθώρα εἰδικῶν μελετῶν, πρό καί μετασυνοδικῶν, ἀποκαλυπτικῶν τοῦ στημένου αὐτοῦ ἁμαρτωλοῦ ἐγχειρήματος. Καί στό μέσον αὐτῶν ὁ κάθε συνειδητός Ὀρθόδοξος Χριστιανός, πιστό μέλος τῆς Μίας, Ἀγίας , Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας μας, μετέωρος καί γεμᾶτος ἐρωτηματικά.
Ποῦ εἶναι οἱ ποιμένες, πού θά στηρίξουν τό ποίμνιό τους καί θά τό βοηθήσουν νά ξεπεράσει τό Ἐκκλησιολογικό καί Δογματικό του αὐτό ἀδιέξοδο;
Σεβαστοί μας ἀρχιερεῖς, μέχρι πότε θά περιμένει ὁ πιστός λαός τοῦ Θεοῦ, νά ἀκούσει ἀπό τά χείλη σας τό τί φρονεῖτε γιά τίς ἀποφάσεις τῆς ψευτοσυνόδου τῆς Κρήτης;
Μέχρι πότε, νομίζετε, ὅτι τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας μας θά ἀνέχεται στήν κεφαλή του ποιμένες συσχηματισμένους μέ τήν αἵρεση τοῦ παπισμοῦ καί τήν παναίρεση τοῦ οἰκουμενισμοῦ;(5)
Μέχρι πότε θά παριστάνετε τούς «καλούς ποιμένες», ἐνῷ στήν πράξη φέρεστε ὡς »ποιμένες μισθωτοί», σπαράζοντες κάθε ἀθῶο ὁμολογητή τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας;(6)
Σεβαστοί μας Ἀρχιερεῖς, καλεῖστε νά βγεῖτε τώρα καί νά ἀπαντήσετε ξεκάθαρα στόν λαό τοῦ Θεοῦ: Πιστεύτε ἤ ὄχι στόν ρόλο πού σᾶς ἀνέθεσε ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία καί στήν ὑπόσχεση πού δώσατε τήν ἡμέρα τῆς ἐνθρονίσεώς σας;
Ἐάν πράγματι ὁμολογεῖτε ὅλα τά ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεώς μας καί δέν ἀνέχεστε, ὄντως, τήν ὑβριστική καταπάτηση κάποιων ἀπό αὐτά, τότε γιατί δέν βγαίνετε νά τό πεῖτε στόν λαό μας, πού ἔχει μπερδευτεί μέ τήν σιωπή σας καί κινδυνεύει νά χάσει τήν πατροπαράδοτη Πίστη του;(7)
Τί σᾶς ἐμποδίζει νά ὁμολογήσετε εὐθέως τήν προσήλωσή σας στίς ἀποφάσεις τῶν Οίκουμενικῶν μας Συνόδων καί στίς Διδαχές τῶν Ἀγίων μας Πατέρων;
Γιά ποιόν λόγο κρατᾶτε τά στόματά σας κλειστά καί δέν καταγγέλλετε ἀπό ἄμβωνος τήν ψυχοκτόνο δράση τῶν αἱρέσεων καί προπαντός τῆς παναίρεσης τοῦ οἰκουμενισμοῦ;
Τί σᾶς κάνει, νά γίνεστε ἕνα μέ τούς καρδιναλίους καί τούς πάστορες συμπροσευχόμενοι κάθε τόσο μαζί τους, ἀκόμα καί μέσα στόν σεπτό πατριαρχικό μας Ἱερό Ναό ;
Τί εἶναι αὐτό, πού σᾶς κρατάει ἐπί πενήντα ὁλόκληρα χρόνια ὀμήρους τῶν λεγομένων διαχριστιανικῶν καί διαθρησκειακῶν διαλόγων, ὅταν οἱ δαιμονόπληκτοι συνομιλητές σας ἐμμένουν στήν πλάνη τους καί παραμένουν ἀμετανόητοι παρά τίς πολυχρόνιες συζητήσεις σας;(8)
Ποιός σᾶς ἀναγκάζει νά στέλνετε τά Ὀρθόδοξα νιάτα μας, νά σπουδάζουν τά γράμματα τοῦ Θεοῦ στίς αὐλές τῶν αἱρετικῶν καί σάν γυρίσουνε πίσω στήν Πατρίδα, «ὅλα νά τούς φαίνονται κουτσὰ καὶ στραβά, καὶ νά δουλεύουνε φανατικὰ γιὰ νὰ χαλάσουνε τὴν ἁγνὴ καὶ σωστὴ πίστη τοῦ λαοῦ μας»;(9)
Ποιός σᾶς ὑποχρεώνει νά βραβεύετε τούς ἐχθρούς τῆς Πίστεως καί νά προωθεῖτε τούς «καιρικούς» καί τούς «μεταπατερικούς», ἐνῶ ταυτόχρονα τά δικά σας πιστά παιδιά τά ἐγκαταλείπετε ἤ ἀκόμα καί τά διώκετε ἀπεινῶς;(10)
Σεβαστοί μας πατέρες, «ὅ ποιεῖτε, ποιήσατε τάχιον». Διαφορετικά, εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι θά προκύψουν διαιρέσεις καί ἀπώλειες ψυχῶν. Καί τότε ἡ εὐθύνη θά βαραίνει αἰωνίως ἀποκλειστικά καί μόνον τίς πλάτες τίς δικές σας. Μή γένοιτο.
5/11/2016
ΠΗΓΕΣ – ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΑ ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
(1). http://impantokratoros.gr/geronpaisios-athinagoras.el.aspx
(2).http://www.impantokratoros.gr/060A2C9D.el.aspx
(3). http://yiorgosthalassis.blogspot.com/2016/06/blog-post_496.html
(4). http://www.impantokratoros.gr/F99804D6.el.aspx
(5). http://www.protothema.gr/world/article/430583/deite-ti-sulleitourgia-vartholomaiou-papa-sto-fanari/
(8). http://thriskeftika.blogspot.gr/2015/01/blog-post_186.html
(9). http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/2015/06/blog-post_25.html
Το δοξαστικό του εσπερινού της Πεντηκοστής αναγγέλλει: «Γλῶσσαι ποτὲ συνεχύθησαν, διὰ τὴν τόλμαν τῆς πυργοποιΐας, γλῶσσαι δὲ νῦν ἐσοφίσθησαν, διὰ τὴν δόξαν τῆς θεογνωσίας. Ἐκεῖ κατεδίκασε Θεὸς τοὺς ἀσεβεῖς τῷ πταίσματι, ἐνταῦθα ἐφώτισε Χριστὸς τοὺς ἁλιεῖς τῷ Πνεύματι. Τότε κατειργάσθη ἡ ἀφωνία, πρὸς τιμωρίαν, ἄρτι καινουργεῖται ἡ συμφωνία, πρὸς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν».
Τι έγινε τις ημέρες της Πεντηκοστής στο Κολυμπάρι; Συνήλθαν οι άγιοι Πατέρες, καθώς μας προλαμβάνει το δοξαστικό, και ως σοφοί στις γλώσσες τους εν Αγίω Πνεύματι, κήρυξαν τη δόξα της θεογνωσίας; Συνήλθαν, φωτισμένοι διά του Αγίου Πνεύματος και κήρυξαν σαν τους Αποστόλους; Συνήλθαν, για να ανανεωθεί η συμφωνία στην πίστη και για να σώζονται οι ψυχές; Δυστυχώς, όχι. Συνέβη μάλλον το αντίθετο. Δήλωσαν συμμετοχή στη Νέα Βαβέλ, στη νέα πυργοποιία, στα νέα πταίσματα ασεβείας και μας ωθούν βιαίως στη νέα πνευματική αφωνία μέσα από την επιδιωκόμενη πολυφωνία, τουτέστιν τον Οικουμενισμό.
Στις Άγιες Οικουμενικές Συνόδους, στα Συναξάρια, αναφέρονται και τιμώνται οι συμμετέχοντες Άγιοι Πατέρες. Δηλαδή, όπως λέει ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, μια Σύνοδος χαρακτηρίζεται Αγία, όταν οι μετέχοντες σ` αυτήν βρίσκονται τουλάχιστον σε κατάσταση φωτισμού. Π.χ:
1. «Τη αυτή ημέρα, μνήμην επιτελούμεν των Αγίων και Μακαρίων Πατέρων των εν Νικαία συνελθόντων… κατὰ τῶν δυσσεβῶς καὶ ἀμαθῶς καὶ ἀπερισκέπτως τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ εἰδωλολατρεῖν εἰπόντων, καὶ τὰς σεπτὰς καὶ Ἁγίας εἰκόνας καταβαλόντων». (Κυριακή μετά την 11ην Οκτωβρίου)
2. «Τη αυτή ημέρα Μνήμην επιτελούμεν των Αγίων εξακοσίων τριάκοντα θεοφόρων Πατέρων της εν Χαλκηδόνι Αγίας και Οικουμενικής τετάρτης Συνόδου». (Κυριακή μετά την 13ην Ιουλίου).
3. Τη αυτή ημέρα, Κυριακή εβδόμη από του Πάσχα, την εν Νικαία πρώτην Οικουμενικήν Σύνοδον εορτάζομεν, των τριακοσίων δέκα και οκτώ Θεοφόρων Πατέρων».
Όλες οι Σύνοδοι αγωνίστηκαν και κατεδίκασαν την πλάνη, την αίρεση. Είναι ολοφάνερο. Ξεκαθάρισαν τα όρια της αλήθειας από το ψέμα, έστω και στο παραμικρό. Αυτή η «Σύνοδος» για ποιο πράγμα αγωνίστηκε; Για ποιο ψέμα, για ποια πλάνη, για ποια αίρεση, ώστε να την καταδικάσει και να την αποκόψει από το σώμα της; Αντίθετα, έδωσε αγώνα να αγκαλιάσει το ψέμα, να ενωθεί με την πλάνη και την αίρεση. Τι θα γράψει το μέλλον γι` αυτήν η εκκλησιαστική ιστορία;
Σιωπή απόλυτη επικρατεί γύρω από το θέμα της «Συνόδου» της Κρήτης. Ησυχία νεκρική, σαν αυτήν των καταδίκων, πριν από την τελική εντολή για την εκτέλεση. Και η σιωπή αυτή δεν ηχεί και δεν βοά τόσο από το ορθόδοξο πλήρωμα της Εκκλησίας, όσο απ` αυτούς που έκαναν «το πήδημα του θανάτου» και οι οποίοι θα πάρουν τις περαιτέρω αποφάσεις και θα κάνουν τις επόμενες κινήσεις.
Τέθηκε ο θεμέλιος λίθος της νέας βαβελιανής αλαζονείας και συνάμα κατατέθηκε το νομοσχέδιο της οικειοθελούς απόταξης νεωτεριστών δυσαρεστημένων στρατιωτών από τις τάξεις του στρατεύματος, το οποίο ίδρυσε ο Χριστός και στο οποίο υπηρέτησαν και συνεχίζουν να υπηρετούν οι άγιοί μας. Αναζητούν άλλο στράτευμα, άλλο ήθος, άλλη ελευθερία, άλλη αλήθεια.
Βέβαια, πολλές φωνές έχουν εγερθεί και ομολόγησαν και ομολογούν και συνεχίζουν να ενημερώνουν τον απληροφόρητο λαό για όλο αυτό το προσχεδιασμένο από κοινού παιχνίδι με τους κακοδόξους και τους αιρετικούς. Δεν αρκεί. Χρειάζεται συνεχής εγρήγορση και πολλή προσευχή από καρδίας. Όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση, όμοια με εκείνην της Βαβέλ, μόνο η δύναμη του Θεού μπορεί να την ανατρέψει.
Η σιωπή όμως αυτή από την ποιμένουσα Εκκλησία, επιφυλάσσει κάτι. Κάτι, που, και να μας κατέβει ως σκέψη ή να το ακούσουμε κάπου, δεν θα το πιστέψουμε, θα μας φανεί εξωπραγματικό, απίθανο, γελοίο. Κι όμως μπορεί να γίνει. Γιατί όχι; Θα γίνει. Διότι είναι γνωστό το λαϊκό ρητό: «Πάντα επικρατεί ηρεμία, πριν από τη μεγάλη καταιγίδα».
Τι μπορεί να συμβεί; Πρώτα πρώτα, ο χρόνος αυτός που κυλάει κατά τα φαινόμενα νεκρός και άπραγος, είναι χρόνος που ροκανίζει ό,τι χτίζεται με πολύ κόπο στις συνειδήσεις των πιστών. Είναι ο νεκροθάφτης των συνειδήσεων, όταν δεν υπάρχει διαρκής πνευματική επαγρύπνηση και καθοδήγηση. Εν τω μεταξύ, διά της σιωπής των υπευθύνων, οι λοιποί, οι οποίοι μιλούν και ανησυχούνκαι ομολογούν την αλήθεια, ξεχωρίζουν, επισημαίνονται, στοχοποιούνται, διώκονται και απομονώνονται. Καθίστανται, όπως ο Τίμιος Πρόδρομος: «φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ» (Μαρκ. 1,3).
Μην εκπλαγούμε, αν δούμε και ακούσουμε παράξενα πράγματα. Ιδού ένα παράδειγμα και ας θεωρηθεί παράλογο, τρελό: Η «Σύνοδος» αυτή αναγνωρίζεται από την επίσημη Εκκλησία ως κανονική Σύνοδος. Μπορεί λοιπόν να γίνει η «έκπληξη». Δηλαδή, να σταλεί μια εγκύκλιος κατά τις ημέρες που συμπληρώνεται έτος από την περίοδο της διεξαγωγή της και να παραγγέλλει μια κάποιας μορφής μνημόνευση, μια επετειακή ομιλία πάνω σ` αυτήν ή κάποια δοξολογία, κάποια ακολουθία, τέλος πάντων, που να της αποδίδει τιμή. Θεωρείται απίθανο; Κι όμως. Είναι γνωστό πως ο χρόνος της κοινής λατρείας στο ναό είναι ο πιο κατάλληλος για την παραγωγικότερη επαφή με το λαό και την ενημέρωσή του. Έτσι θα ξεκινήσει η διαφώτιση και θα καρποφορήσει σιγά σιγά αυτή η θεμελιωθείσα διά της «Συνόδου» αποστασία, σε βάθος χρόνου.
Αν θελήσουμε να πάμε παρακάτω, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε πως, ίσως αρχίσει να συντάσσεται και κανονική πλήρης ακολουθία γι` αυτήν, ώστε να προστεθεί στο εορτολόγιο. Αφού χαρακτηρίστηκε ως αγία και ευλογημένη και κανονική για την Ορθόδοξη Εκκλησία από τους ίδιους τους ιεράρχες, όπως οι άλλες προηγούμενες Σύνοδοι, δικαιούται την ακολουθία της. Είναι μια πράξη της Εκκλησίας όμοια με την αγιοκατάταξη. Δικαιούται να γιορτάζεται, όπως οι άγιοι. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, τι θα ακολουθήσει, όταν, και αν, τη δούμε γραμμένη επίσημα σε φυλλάδες ή ακόμη και στα μηναία της Εκκλησίας.
Είναι πολύ σοβαρή η εξέλιξη όλης αυτής της παρεκτροπής και δεν θα περάσει. Πολλές ανάλογες επιλογές για προώθηση του σκοπού αυτού μπορούν να επινοηθούν, αρκεί να υπάρχει η σκοπιμότητα. Και υπάρχει. Και θα λειτουργήσει.
Γι` αυτούς τους ελάχιστους, ασήμαντους και νηπιώδεις λόγους, που συντάξαμε και που αγωνιούν να καταδείξουν τη σοβαρότητα της κατάστασης και κυρίως για πολλούς άλλους, που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε: Πρόσχωμεν!
Πηγή: Ακτίνες
Μετὰ τὴν ἀνακοίνωση τῶν ἀποφάσεων τῆς συγκληθείσης συνόδου τὸν Ἰούνιο τοῦ 2016 στὸ Κολυμπάρι τῆς Κρήτης θὰ ἤθελα νὰ τοποθετηθῶ ὡς Κανονολόγος στὰ τῆς παραγράφου (ποὺ εἶναι καὶ ἡ σημαντικώτερη), τῆς ἀναφερομένης στὶς σχέσεις τῆς ΜΙΑΣ, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας μὲ τὶς ὑπόλοιπες αἱρετικὲς ὁμάδες, τὶς αὐτοαποκαλούμενες «ἐκκλησίες».
Δυστυχῶς, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης καὶ ἡ πλειονότης τῶν Ἐπισκόπων τῶν ἀπαρτισάντων τὴν σύνοδο αὐτὴ ὁμολογοῦν ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλες «ἐκκλησίες», ἑτερόδοξες μέν, ἀλλὰ πάντως «χριστιανικὲς ἐκκλησίες».
Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδεχώμεθα τὶς αἱρετικὲς ὁμάδες, τῶν Παπικῶν καὶ Προτεσταντῶν, ὡς «ἐκκλησίες»; Εἶναι δυνατὸν νὰ πρεσβεύουν «ἑτέρα δόξα» (δόξα=γνώμη, πίστη, Liddell-Scott, Μ. Λεξικόν, 1, 643), ἄλλη δηλαδὴ πίστη ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποία διακηρύσσει ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ ἡ Ἁγιοπατερική μας Παράδοση καὶ νὰ γίνωνται δεκτὲς ὡς «ἐκκλησίες»; Αὐτὸ εἶναι καθαρὸς συγκρητισμὸς καὶ ἐπάρατος οἰκουμενισμός.
Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου εἶναι ΜΙΑ. Καὶ τοῦτο γιὰ τὸν λόγο ὅτι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ΕΝΑ. Ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος τὸ τονίζει: «Ἓν σῶμά ἐσμεν ἐν Χριστῷ» (Ρωμ. 12, 5) καὶ «Μεμέρισται ὁ Χριστός;» (Α´ Κορ. 1, 13). Κομματιάζεται ὁ Χριστός; Ὁ Ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος δὲν εἶπε στὸν μαθητήν Του Ἀπόστολο Πέτρο «οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησία...» (Ματθ. 16, 18); Τὴν Ἐκκλησία, εἶπε, ὄχι τὶς Ἐκκλησίες!
Ὁ Μ. Βασίλειος στὸν 1ο κανόνα του ὁμιλεῖ σαφῶς γιὰ τοὺς «καταλιπόντες τὴν καθολικὴν ἐκκλησίαν» (Ράλλη-Ποτλῆ, Σύνταγμα τ. 3, 89) καὶ τοὺς διαχωρίζει σὲ αἱρετικούς, σχισματικοὺς καὶ ἀποσυναγώγους ἀνάλογα μὲ τὸ βάθος τῆς πλάνης, στὴν ὁποία ἔχουν ὑποπέσει. Δὲν ἀποκαλεῖ «ἐκκλησίες» τὶς νεοπαγεῖσες συνάξεις, τὶς ψευδεπιγράφως καὶ παραπλανητικῶς ὀνομαζόμενες «χριστιανικές», ἀλλὰ τὶς ἀντιδιαστέλλει ἀπολύτως ἀπὸ τὴν ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, τὴν ἀποκλειστικῶς κατέχουσα τὸ πλήρωμα τῆς ἀληθείας. Ὁμολογεῖ δὲ ὅτι τοὺς αἱρετικοὺς ἑτεροδόξους «ὡς ἀσεβεῖς ἀποφεύγομεν καὶ ἀναθεματίζομεν» (ἐπ. 226, PG 32, 849).
Oἱ δὲ κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων 8ος τῆς Α´, 7ος τῆς Β´ καὶ 95ος τῆς ΣΤ´ ρυθμίζουν τὸν τρόπο ὑποδοχῆς καὶ ἀποδοχῆς στὸ Σῶμα τῆς Μίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῶν «προστιθεμένων τῇ ὀρθοδοξίᾳ, καὶ τῇ μερίδι τῶν σωζομένων ἀπὸ αἱρετικῶν». Καὶ τοῦτο γιατὶ ποτὲ ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀποδέχθηκε τοὺς ἀποκοπέντες ὡς νέες φυτεῖες ἢ κλάδους τοῦ ἑνὸς δένδρου. Πάντοτε διεκήρυττε ὅτι ὅποιος ἐξέρχεται ἐκ τοῦ ΕΝΟΣ ΣΩΜΑΤΟΣ τῆς ΜΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ἐξέρχεται τῆς «τῶν σωζομένων μερίδος» καὶ ποτὲ δὲν ἀνεγνώρισε τὰ δῆθεν μυστήριά τους ὡς ἔγκυρα, οὔτε καὶ αὐτὸ τὸ βάπτισμά τους (βλ. 46ο κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων).
Ὁ καθηγητὴς καὶ ἐπίσκοπος Νικόδημος Μίλας γράφει σχετικὰ μὲ τὰ ἀνωτέρω: «Ἐπειδὴ μία κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχει, δηλονότι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, δέον ἡ Ἐκκλησία, ἡ τὸ Σῶμα Αὐτοῦ ἀποτελοῦσα, νὰ ᾖ ἑνιαία, μία» (Ἐκκλησ. Δίκ. [1906] 294). Ὁ δὲ Μ. Βασίλειος ἔγραφε στοὺς Ἰταλοὺς καὶ τοὺς Γάλλους Ἐπισκόπους: «Τοὺς τὴν ἀποστολικὴν ὁμολογοῦντας πίστιν, ἅπερ ἐπενόησαν σχίσματα διαλύσαντας, ὑποταγῆναι τοῦ λοιποῦ τῇ αὐθεντίᾳ τῆς Ἐκκλησίας» (ἐπ. 92, PG 32, 481). Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὁμολογοῦν τὴν ἀποστολικὴ πίστη νὰ διαλύσουν τὰ σχίσματα ποὺ ἐπενόησαν καὶ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ὑποταχθοῦν εἰς τὴν αὐθεντία τῆς Ἐκκλησίας. Διότι, λέγει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, «οἶκός ἐστιν ἡ Ἐκκλησία πατρικός· ἓν σῶμα καὶ ἓν πνεῦμα» (PG 62, 87). Ὅλα τὰ ἄλλα μορφώματα, τὰ ὁποῖα ἀποκαλοῦνται Ἐκκλησίες (Παπισμός, Προτεσταντισμός, Οὐνία κ.τ.λ.) εἶναι ὁμάδες ἀποκεκομμένες ἀπὸ τὸ ἕνα Σῶμα τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ὀνομάση «ἐκκλησία» κάθε ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ αἱρετικὰ μορφώματα, τοποθετεῖται αὐτομάτως στὸν χῶρο τῆς αἱρέσεως.
Ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς ὁμιλεῖ καθαρὰ περὶ τούτου: «Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία καὶ μοναδική, διότι εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Ἑνὸς καὶ μοναδικοῦ Χριστοῦ [...] ποτὲ δὲν ὑπῆρχε διαίρεσις τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ μόνον χωρισμὸς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν [...] Ἐκ τῆς μίας, ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἰς διαφόρους καιροὺς ἀπεσχίσθησαν καὶ ἀπεκόπησαν οἱ αἱρετικοὶ καὶ σχισματικοί, οἱ ὁποῖοι κατὰ συνέπειαν ἔπαυσαν νὰ εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ σύσσωμοι τοῦ Θεανθρωπίνου Σώματός της. Τοιοῦτοι ἦσαν πρῶτον οἱ Γνωστικοί, κατόπιν οἱ Ἀρειανοὶ καὶ Πνευματομάχοι, ἔπειτα οἱ Μονοφυσίται καὶ Εἰκονομάχοι καὶ τέλος οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ καὶ οἱ Προτεστάνται καὶ Οὐνῖται καὶ ὅλη ἡ ἄλλη αἱρετικὴ λεγεών» (Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενισμός [1974] 82).
Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν γνωρίζουν τὴν ἀλήθεια περὶ τῆς ΜΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι καὶ νὰ ἀγκαλιάζουν τοὺς αἱρετικούς, διχάζοντες τὸ Ὀρθόδοξο ποίμνιο;
Στὴν Κρήτη, ὄχι μόνον δὲν κατεδίκασαν τὶς πολλὲς αἱρέσεις τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ, ἀλλὰ ἐστράφησαν καὶ ἐναντίον τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου περὶ τῆς Μίας Ἐκκλησίας. Ἡ Σύνοδος αὐτὴ καθαρὰ ὁμολόγησε τὴν μοναδικότητα τῆς Ἐκκλησίας: «Εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν ἐκκλησίαν».
Δὲν εἶναι πνευματικὴ παραφροσύνη νὰ στρέφεσαι ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως καὶ διακηρύξεως τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου γιὰ τὸ θέμα τῆς μοναδικότητος τῆς Ἐκκλησίας; Καί μόνον ἐξ αὐτοῦ τοῦ δογματικοῦ ὀλισθήματος ἡ ἐν λόγῳ σύνοδος καθίσταται ληστρική, ἐφ᾽ ὅσον δὲν πληροῖ τὸ «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι».
Ἀπεκάλεσαν τὶς αἱρετικὲς ὁμάδες «ἑτερόδοξες ἐκκλησίες».
Ἡ ἴδια ἡ φράση ἀποτελεῖ σχῆμα ὀξύμωρο. Ἀπὸ τὴν Ἀρχαιότητα ἀκόμη οἱ ὅροι «ἑτεροδοξέω», «ἑτεροδοξία», «ἑτερόδοξος» δηλώνουν τὸ ψεῦδος, τὴν πλάνη, τὸν πλανεμένο (Πρβλ. Πλάτωνος, Θεαίτητος, 190e, 193d κ.ἀλ.). Στὴν δὲ Πατερικὴ Γραμματεία ὁ ὅρος ἑτερόδοξος ταυτίζεται ἀπόλυτα μὲ τὴν ἔννοια τοῦ πλανεμένου, τοῦ ἀποκεκομμένου ἀπὸ τὸ Σῶμα τῆς Μίας Ἐκκλησίας. Ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀποδέχεται ἑτέρα δόξα, ἑτέρα γνώμη, δηλαδή, ψευδὴ καὶ ἀλλοιωμένη δογματικὴ καὶ κανονικὴ διδασκαλία ἀπὸ ἐκείνη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Βλ. καὶ Liddell-Scott,vol. ii, 344). Αὐτὸς δὲν εἶναι αἱρετικός; Αὐτὸς δὲν ἀπεκόπη ἀπὸ τὴν Μία Ἐκκλησία; Τότε πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τοποθετῆται μετὰ τῆς Μίας Ἐκκλησίας καὶ νὰ ἐκλαμβάνεται ὡς «Ἐκκλησία»; Ὁ Μ. Βασίλειος ἐπιβεβαιοῖ: «Τέτμηται ἡ αἵρεσις πρὸς τὴν Ὀρθοδοξίαν» (ἐπ. 258, PG 32, 952).
Ἀλλὰ ἂς δοῦμε ἐπὶ τροχάδην κάποιες ἀπὸ τὶς ἄπειρες θέσεις τῶν Ἁγίων Πατέρων περὶ τῶν ἑτεροδόξων. Ὁ Μ. Ἀθανάσιος τονίζει ὅτι ὁ Θεὸς θὰ ἀπωλέση τοὺς ἑτεροδόξους: «Τοὺς ἀποπεσόντας τῆς ἀληθείας ἑτεροδόξους λαλοῦντας ψεῦδος... ἀπολεῖ ὁ Θεός» (PG 27, 73), ἐνῶ ὁ Μ. Βασίλειος προτρέπει νὰ μὴν δεχώμαστε τὶς διδαχὲς τῶν ἑτεροδόξων, διότι εἶναι καθαρὴ τρέλλα νὰ ἀκολουθοῦμε τοὺς παράφρονες: «Μὴ ἄγεσθαι ὑπὸ τῆς πιθανότητος τῶν ἑτεροδόξων· μανία γὰρ σαφής, ἐξεστηκόσιν ἀκολουθεῖν» (PG 30, 649). Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος διακηρύσσει ὅτι οἱ ἑτερόδοξοι, μὲ τὸ νὰ διαστρεβλώνουν τὰ νοήματα τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ νὰ φανερώνουν τὴν πλάνη τους μὲ σκοπὸ νὰ παγιδεύσουν τοὺς Ὀρθοδόξους, θὰ ἐπισύρουν ἐπὶ τὰς κεφαλάς των τὴν τιμωρία τοῦ Θεοῦ: «Οἱ ὀρύσσοντες τὰς Γραφὰς ἑτερόδοξοι οὐκ ἐπὶ τῷ μαργαρίτας εὑρεῖν, ἀλλὰ παραφθεῖραι καὶ παγίδα στῆσαι, θησαυρίζουσι πῦρ, τὴν ἐγκρύφιον κακίαν εἰς φανερὸν ἄγοντες» (PG 64,709). Σημαντικὴ εἶναι καὶ ἡ ἀναφορὰ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θαυματουργοῦ, ὁ ὁποῖος καταδικάζει τοὺς ἑτεροδόξους, ὄχι μόνον ὡς μὴ πειθομένους στὴν Ἁγία Γραφή, ἀλλὰ καὶ προσπαθοῦντας νὰ παρασύρουν καὶ ἄλλους στὴν πλάνη τους, χρησιμοποιώντας ἀθέμιτα μέσα: «Οἳ (ἐν. οἱ ἑτερόδοξοι) πείθεσθαι ταῖς Γραφαῖς οὐκ ἀνέχονται· δεινότητι δέ τινι περιτρέπειν τοὺς ἀήθεις τῶν τοιούτων λόγων πειρῶνται» (PG 10, 1137). Ἐπίσης καὶ ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης στεντορείᾳ τῇ φωνῇ προειδοποιεῖ ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι, ὡς μέλη τῆς Μίας Ἐκκλησίας, δὲν πρέπει νὰ ἔχουν καμμία κοινωνία μὲ τοὺς ἑτεροδόξους, δηλαδὴ τοὺς αἱρετικούς, ἂν θέλουν νὰ παραμείνουν φίλοι τοῦ Θεοῦ: «Εἰ φίλοι κατὰ θεόν, πῶς τῇ κοινωνίᾳ τῶν ἑτεροδόξων κοινωνοῦντες;» (ἐπ. 48, PG 99, 1081).
Πῶς, λοιπόν, θὰ ἀγνοήσουμε ὅλη τὴν Πατερική μας Παράδοση καὶ θὰ ἀποκαλέσουμε «ἐκκλησίες» τοὺς αἱρετικούς, τοὺς «ἐν πανουργίᾳ πικροτάτους ἑτεροδόξους»; (Πρβλ. Ὀλυμπιοδώρου, PG 93, 761) Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς βροντοφωνάζει: «Ἔστιν οὖν ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ καθολικὴ Ἐκκλησία, τὸ σύστημα τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος ἁγίων Πατέρων, πατριαρχῶν, προφητῶν, ἀποστόλων, εὐαγγελιστῶν, μαρτύρων, οἷς προσετέθη πιστεύσαντα ὁμοθυμαδὸν πάντα τὰ ἔθνη» (PG 96, 1357).
Γιατὶ νὰ ψευδώμεθα, Παναγιώτατε, ἔναντι τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τῶν ἑτεροδόξων, τῶν πλανεμένων ἀδελφῶν μας; Εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τὴν μία νὰ τοὺς κατονομάζουμε ἑτεροδόξους, δηλαδὴ αἱρετικοὺς καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ τοὺς δεχώμεθα ὡς «ἐκκλησίες»;
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ ΜΙΑ καὶ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ. Καὶ τοῦτο διότι ὁ Ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Κύριος μετεβίβασε τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐξουσία στοὺς Ἀποστόλους καὶ ἡ Ἀποστολικὴ αὐτὴ ἐξουσία περιῆλθε στοὺς Ἐπισκόπους καὶ διαδόχους αὐτῶν.
Γιατὶ νὰ μὴν ὁμολογοῦμε τὴν ἀλήθεια πρὸς ὅλους τοὺς αἱρετικούς, ὥστε νὰ τοὺς βοηθήσουμε νὰ ἐνταχθοῦν καὶ αὐτοὶ κάποτε στὴν ΜΙΑ Ἐκκλησία; Ἄλλωστε, οἱ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες Ἅγιοι Πατέρες μας αὐτὸ ἐπεδίωκαν νὰ κατανοήσουν οἱ παντὸς εἴδους αἱρετικοί: ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων εἶναι Μία καὶ μοναδική, διότι ἡ κεφαλή της εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Κύριος, ὁ ὁποῖος εἶναι Ἕνας καὶ Μοναδικός. «Ὡς γὰρ εἷς Κύριος, μία πίστις, εἷς Θεός, οὕτω δῆλον ὅτι καὶ μία ἐκκλησία» (Θεοδώρου Στουδίτου, ἐπ. 273, G. Fatouros, vol. 2, 404).
Πρέπει νὰ γίνη κατανοητὸ ἀπὸ ὅλους, Oἰκουμενικὸ Πατριάρχη, λοιποὺς Πατριάρχες καὶ Ἐπισκόπους, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, ὅτι ἡ ἐν Κολυμπαρίῳ σύναξη δὲν ἦταν τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνα «θέατρο τοῦ παραλόγου». Ἐκεῖνο ποὺ ἐπιχειρήθηκε ἀνεπιτυχῶς ἦταν ἡ παραπλάνηση τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ, ἐνῶ τὸ μόνο ποὺ ἐπετεύχθη ἦταν ὁ παροργισμὸς τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
Ἂς ἀκούσουμε τὴν φωνὴ τοῦ Οὐρανοφάντορος Βασιλείου, ὁ ὁποῖος προειδοποιεῖ γιὰ τὴν ἔγκαιρη λήψη μέτρων πρὶν τὸ μικρόβιο τῆς αἱρέσεως ἐπεκταθῆ καὶ μολύνη ὅλο τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας: «Ἐπινέμεται τὸ κακὸν τῆς αἱρέσεως, καὶ δέος ἐστὶ μὴ τὰς ἡμετέρας Ἐκκλησίας καταφαγοῦσα, ἕρψῃ λοιπὸν καὶ ἐπὶ τὸ ὑγιαῖνον μέρος» (ἐπ. 243, PG 32, 908).
Πηγή: Ακτίνες
Μετά από όσα διαδραματίστηκαν στην Κρήτη, και συγκεκριμένα με την ανυπακοή της αντιπροσωπείας της Ελλαδικής Εκκλησίας, στην εντολή που πήρε από την Ιεραρχία και την αλλοίωσή της, ήρθε στη συνέχεια η δεύτερη ανυπακοή, με μια πολύ ύποπτη κίνηση, με ένα περίπαιγμα, θα λέγαμε. Η μετάθεση – ουσιαστικά η αποφυγή- της συζήτησης του θέματος στην πρόσφατη σύνοδο της Ιεραρχίας.
Αποφυγή ήταν και μάλιστα προγραμματισμένη και σκόπιμη μετάθεση. Τουτέστιν απόρριψη (απόρριμμα= σκουπίδι, πλεονάζον, άχρηστο). Θα γίνει τέλος Νοεμβρίου, λέει, «όταν το Πάσχα θα πέσει Δευτέρα», όπως έλεγε παλιά και ένας γέρος στο χωριό μου.
Διά της μεθόδου της αναβολής, εργάζονται τα κοσμικά όργανα, όταν θέλουν να εκτονωθεί μια κατάσταση και να «περάσουν» κάποιο θέμα διά της προσφυγής στη λήθη. Όταν φοβούνται το λαό, θέλουν να κρατήσουν το «καλό όνομά τους» και να αποφύγουν απώλειες στα στρατόπεδά τους, στις ιδεολογικές τους τάξεις, επινοούν διάφορα τέτοια μηχανεύματα, για να βρουν πλήθος δικαιολογιών και αιτιάσεων, μέχρι να το σκεπάσει «ο πανδαμάτωρ χρόνος». Αναβολές στο Κυπριακό, στο Μακεδονικό και τα παρόμοια και είναι φανερό πού οδηγείται η κατάσταση.
Η αλήθεια ζητάει την πλήρη διαφάνεια στον καιρό της. Δεν σβήνει και ζει στις καρδιές, που ανυπομονούν και περιμένουν να την ακούσουν. Και υπάρχουν σήμερα μύριες όσες καρδιές, που καίγονται και περιμένουν από τους ποιμένες να ακούσουν, τέλος πάντων, κάτι ξεκάθαρο, σχετικά με όλα τα επίκαιρα οικουμενιστικά παιχνίδια. Ελπίζουμε πως δε θα αφήσει ο ίδιος ο Χριστός.
«Φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό το Γιάννη», λέει η λαϊκή παροιμία. Ποιος φοβάται ποιον; Και από τι; Και γιατί σιωπούν οι υπεύθυνοι; Φοβούνται οι επίσκοποι; Όχι όλοι, βέβαια. Διότι πολλοί έχουν ανέβει οικειοθελώς στο άρμα του οικουμενισμού και το κάνανε προπύργιό τους. Άλλοι, ελάχιστοι, ομολογούν και κηρύττουν την αλήθεια. Οι υπόλοιποι, όσοι θέλουν να μιλήσουν, ποιον φοβούνται; Τι έχουν να χάσουν; Την πατερίτσα, τη μίτρα και το παλιόρασό τους; Μιλάνε οι απλοί λαϊκοί, οι οικογενειάρχες, οι υπάλληλοι, οι στρατιωτικοί, οι πολύτεκνοι και δε μιλάει ο καλόγερος ο δεσπότης; Μιλάει το πρόβατο και δε μιλάει ο τσομπάνης; Δηλαδή, το πρόβατο βλέπει τον λύκο και τον αναγνωρίζει και ο προστάτης του τον θεωρεί πρόβατο; Και δεν τρέχει να πάρει μέτρα για την προστασία της στάνης;
Ως μόνη αιτιολόγηση της σιωπής θα μπορούσε να σταθεί η απόλυτη ομοφωνία της Ιεραρχίας στο θέμα του οικουμενισμού. Αυτό όμως δε συμβαίνει, διότι υπάρχουν ιεράρχες, οι οποίοι μιλάνε και ομολογούν πως κάτι σοβαρό συμβαίνει.
Ένας σεβαστός κληρικός μας εξήγησε τι σημαίνει: «Ο επίσκοπος κείται εις τόπον και τύπον Χριστού»: Εις τόπον σημαίνει το Γολγοθά και εις τύπον σημαίνει το Σταυρό του Κυρίου. Άρα ο επίσκοπος ζει, για να ανεβαίνει το Γολγοθά και να σταυρώνεται στο Σταυρό. Και η Αλήθεια είναι Σταυρός. Θα μιλήσετε, Σεβασμιότατοι και θα πονέσετε.
Ένας δεσπότης, για να αιτιολογήσει τη σιωπή του, αναφέρθηκε στα αντίγραφα Καινής Διαθήκης, που μοίρασε στους πιστούς της επισκοπής του και στις μερίδες φαγητού. Καλό αυτό, αλλά καλύτερο η γνώση, ο καταρτισμός, για την προστασία από τον οικουμενισμό και τις αιρέσεις. Υποτιμάει και το ποίμνιο, λέγοντας: «Τι ξέρει ο χωρικός επάνω στα βουνοχώρια περί οικουμενισμού;». Κρίμα, για τέτοιο λόγο από πατέρα προς τα παιδιά του! Ο Χριστός έτρεχε στα «βουνοχώρια» για το χαμένο πρόβατο. Κρίμα… Λίγη «εντροπή»!
Είναι πολύ παράξενα αυτά που συμβαίνουν σήμερα. Είναι πολύ περίεργη η κατάσταση που βιώνουμε. Αφήνουν οι ποιμένες το δέντρο της πίστης να σαπίζει από τη ρίζα του και πετροβολάνε τους σάπιους καρπούς. Ο οικουμενισμός, σαν οδοστρωτήρας ισοπεδώνει τα πάντα και αυτοί ασχολούνται «αποκλειστικά» με το Φίλη.
Το θέμα των «θρησκευτικών» δεν είναι κάτι καινούριο. Ανακινήθηκε πριν από χρόνια κι από τους «άλλους» και τώρα, μ` αυτόν τον άνθρωπο, που «έτυχε» να είναι υπουργός και μ` αυτήν την πνευματική κατάστασή μας, ξαναβγήκε πιο ζεστό στην επικαιρότητα. Μας βάζει όμως σε υποψίες η σύμπτωση του χρόνου της συνεδρίασης της Ιεραρχίας με την ανάφλεξη «της ισχυρής σύγκρουσης» του αρχιεπισκόπου με την κυβέρνηση. Και λέμε απλά: «Τέτοια σύμπτωση! Και επίδειξη σπάνιου αγωνιστικού φρονήματος! Και να μην προλάβουν να συζητήσουν το πιο καυτό εκκλησιαστικό θέμα, τη «Σύνοδο της Κρήτης»; Τους έφυγε όλος ο χρόνος στο «τίποτα», όπως ομολόγησε και ο Μεσογαίας Νικόλαος. Τυχαίο;…
Δυστυχώς, αυτούς τους καιρούς, εδώ που καταντήσαμε, αυτή η ερώτηση πρέπει να προηγείται σε κάθε διάλογο με κάθε χριστιανό και κυρίως με ποιμένα: «Είναι ο Παπισμός, ο Προτεσταντισμός και οι λοιποί παρόμοιοι Εκκλησία;». Για να ξέρουμε με ποιον μιλάμε. Διότι, όλα τα άλλα τακτοποιούνται, στο όνομα της κοινής πίστης. Στην πλάνη και την αίρεση όχι.
Ο Θεός να μας χαρίζει αγωνιστικότητα στα θέματα της πίστεως, μαζί και την αγάπη.
Ηλιάδης Σάββας
Δάσκαλος
Κιλκίς, 12-10-1016
Πηγή: Το σπιτάκι της Μέλιας, Αβέρωφ
Η διακοπή του μνημοσύνου των διακηρυσσόντων, γυμνή τη κεφαλή, αιρετικές διδαχές επισκόπων εδράζεται στους Θείους και Ιερούς κανόνες της Ορθοδόξου Εκκλησίας καθώς και στην εκκλησιαστική Ιστορία και τη μακραίωνα εκκλησιαστική παράδοση και πράξη ως τυγχάνει παγκοίνως γνωστό. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, έχει αποδεχθεί και η Ιερά Κοινότης του παλλαδίου της Ορθοδοξίας Αγίου Όρους αποφηναμένης σχετικώς ότι » “Επαφίεται εις την συνείδησιν εκάστης Μονής, η διαμνημόνευσις του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχου”. (ΝΒʹ Συνεδρία εκτάκτου Διπλής Ιεράς Συνάξεως, 13 Νοεμβρίου 1971).
Μονάχα οι ποικίλης προελεύσεως κακοπροαίρετοι εκκλησιαστικοί παράγοντες και τινες συνοδοιπορούντες θεράποντες της ακαδημαικής «θεολογίας» καθώς και ένιοι δούλοι της σκοπιμότητος, φιλοπατριαρχικής, ως επί το πλείστον κοπής και προελεύσεως, πειρώνται, ανεπιτυχώς βεβαίως, να διισχυρισθούν το αντίθετο ελεγχόμενοι, τοιουτοτρόπως, ως στερούμενοι ΠΑΝΤΕΛΩΣ σοβαρότητος και στοιχειώδους ιστορικής γνώσεως.
Εκεί στηρίχθηκαν τόσο οι αγιορείτες ιερομόναχοι που διέκοψαν τη μνημόνευση του κεκοιμημένου πατριάρχη Αθηναγόρα εν έτει 1970 όσο και οι τρεις ευθαρσείς μητροπολίτες, που προέβησαν στην αυτή ενέργεια το ίδιον έτος , μακαριστοί πλέον, Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος, ο και λέων του Βορρά προσφυώς αποκληθείς (ο πρώτος λεβέντης επίσκοπος που τόλμησε να προβεί στη διακοπή του μνημοσύνου του αποστάτη Αθηναγόρα, ακολούθησαν μετά ταύτα και οι άλλοι δύο), ο νεοχρυσόστομος και νεότερος Πρόδρομος Φλωρίνης Αυγουστίνος και ο Παραμυθίας Παύλος, ο απλούς και κεχαριτωμένος, ο και σφάγιο του επαράτου σεραφειμισμού χρηματίσας.
Αιώνες, όμως, πριν από αυτούς οι άγιοι Μάξιμος ο Ομολογητής, Γρηγόριος ο Παλαμάς και άλλοι διήνοιξαν και υπέδειξαν το σχετικό δρόμο.
Θεωρώ ότι η διακοπή της μνημονεύσεως των πρωτεργατών της οικουμενιστικής προδοσίας της πεφιλημένης μας Ορθοδοξίας, στηριζόμενη, επαναλαμβάνω, στου Θείους και Ιερούς κανόνες ,την εκκλησιαστική Ιστορία και τη μακραίωνα εκκλησιαστική πράξη επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Τι άλλο, δηλαδή, θα πρέπει να πράξει ακόμη ο αρχιοικουμενιστής πατριάρχης Βαρθολομαίος προκειμένου τα αντιοικουμενιστικά ανταναλαστικά των υγιώς φρονούντων ποιμένων να ενεργοποιηθούν αναλόγως;
Ουδείς επιχαίρει επί τη προόψει μίας τοιούτου είδους εξελίξεως!
Μόνον ο αρχιεργάτης του ψεύδους και τα πολυποίκιλα ενεργούμενά του ευφραίνονται σχετικώς!
Κάτι τέτοιο, όμως, επ ουδενί δύναται να εξωραίσει και ανατρέψει την πραγματικότητα επί τη βάσει της οποίας η ανοχή του εκκλησιαστικού πληρώματος επι τη θέα των πρωτοφανών συγκρητιστικών ανοσιουργημάτων έχει εξαντληθεί από πολλού.
Πολλοί πιστοί βιώνουν ένα εσωτερικό δράμα, μία κρίση συνειδήσεως, μία πραγματική τραγωδία όταν τα ώτα τους γίνονται δέκτες της διαμνημονεύσεως των πρωτουργών του οικουμενιστικού συγκρητισμού, με «πρωτον και καλλίτερο» τον κρίμασιν οις οίδε Κύριος κατέχοντα την αρχιεπισκοπική καθέδρα της εν Κωνσταντινουπόλει Εκκλησίας (εννοείται ότι ο όρος «οικουμενικός», αποδιδόμενος σε οποιονδήποτε προκαθήμενο τοπικής Ορθοδόξου Εκκλησίας τυγχάνει έωλος και αδόκιμος από εκκλησιολογικής πλευράς ως τυγχάνει γνωστό και εις τους άκρω δακτύλω γευσαμένους της Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας). Ακούς εκεί «οικουμενικός» ο πρώτος μεταξύ ίσων μιας ισοτίμου με τις άλλες τοπικής Ορθοδόξου Εκκλησίας! Πρόκειται για εγκαθίδρυση παπάτου στην Ανατολή! Και μη χειρότερα!
Έχω την αίσθηση ότι και πολλοί ποιμένες, και των τριών βαθμίδων της Ιερωσύνης, προβληματίζονται, σχετικώς, όσο ποτέ άλλοτε!
Υφίσταται, προς γνώση και μελέτη από την πλευρά παντός ενδιαφερομένου μέλους της Εκκλησίας, άφθονο και φρικαλέο, τόσο από πλευράς ποσότητος όσο και, κυρίως, από πλευράς «ποιότητος» προδοσίας του Ορθοδόξου Δόγματος, διαδικτυακό υλικό, δυνάμενο να πείσει και τον πλέον ψύχραιμο και απροκατάληπτο θεατή και ακροατή ότι η συντελούμενη προδοσία έχει υπερβεί κάθε όριο ανοχής και καλής διαθέσεως από μέρους του ορθοφρονούντος εντίμου κλήρου και πιστού λαού.
Οι ποιμένες μας καλούνται να αφουγκρασθούν την αγωνιώδη κραυγή του ποιμνίου τους και να πράξουν αναλόγως. Περαιτέρω ανοχή, από μέρους τους, της προδοσίας και των προδοτών ισοδυναμεί με προδοσία της ιερής αποστολής τους.
Κλήρος και λαός αναμένει αγωνιωδώς και εμπόνως την από της πλευράς των διοικητικών σωμάτων της κατ Ελλάδα ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΟΥ Εκκλησίας την πανηγυρική καταδίκη και απαξίωση της ληστρικής συνόδου της Κρήτης. Και αναμένει, ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, το λεβέντη εκείνο επίσκοπο που θα πάψει το μνημόσυνο του αρχιεργάτη της προδοσίας, του Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου! Ήδη, κάποιοι λεβέντες αγιορείτες ιερομόναχοι το τόλμησαν!
Επιτέλους, δεν πρόκειται για τα αμπέλια και τα χωράφια τους αλλά για την Ορθόδοξη χριστιανική πίστη!
Πληροφορίες που έχουν φθάσει στα ώτα του γράφοντος το παρόν, τις οποίες δεν τυγχάνω εξουσιοδοτημένος να μεταφέρω αυτούσιες στο διαδικτυακό χώρο, αποκαλύπτουν την τραγική αφέλεια κάποιων, θεωρούμενων ως παραδοσιακών επισκόπων, αναφορικά με την παράγραφο του «συνοδικού» κειμένου που πραγματεύεται τις σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των αιρετικών «χριστιανών» της Δύσεως. Οι λεγάμενοι τυγχάνουν τραγικά ανυποψίαστοι σχετικά με την συντελεσθείσα, καμουφλαρισμένη ομολογουμένως, προδοσία και θεωρούν ότι ουδεμία μειοδοσία επισυνέβη! Μιλάμε για την απόλυτη αφέλεια από την πλευρά τους!
Εσχάτως, δε, από επίσημα αρχιερατικά χείλη διατυπώνονται έννοιες τραγικά αθεολόγητες και εκκλησιoλογικά απόβλητες και ασύστατες θέσεις περί της ΔΗΘΕΝ ακυρότητος των τελουμένων Ιερών Μυστηρίων σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν διαμνημονεύεται ο «οικουμενικός» πατριάρχης, δηλαδή ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος, μάλιστα, ονομάζεται και «κορυφή της Εκκλησίας»! Τι τραγική εκκλησιολογική σύγχυση!
Εχέτωσαν, υπ όψιν, τόσο οι συνειδητά υποστηρίζοντες τον επάρατο οικουμενιστικό συγκρητισμό όσο και οι ένεκα αφελείας, δειλίας, αδιαφορίας ή καιροσκοπισμού «ρίπτοντες νερό στο μύλο του και βούτυρο στο ψωμί του», ότι ο κόμπος έφθασε στο χτένι! Περαιτέρω ανοχή των οικουμενιστικών εγκλημάτων και της οικουμενιστικής προδοσίας δεν είναι νοητή!
Εάν σιωπήσουν αυτοί στη σύνοδο της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας του Νοεμβρίου δεν θα μείνουμε με σταυρωμένα τα χέρια και ο νοών νοείτω! Νισάφι πια!
Σε αυτή την εποχή της γενικής αποστασίας, που τα πάντα γύρω μας βιώνονται εικονικά, λόγω του καύσωνος της υποκρισίας, σε αυτή την εποχή αποφασίστηκε να συνέλθη η λεγόμενη «Αγία και Μ. Σύνοδος», με φανερά ελλιπή όχι μόνο σε αριθμό επισκόπων, αλλά και ελλιπή σε αριθμό ορθοδόξων Πατριαρχείων. Μήπως ήταν επιτακτική ανάγκη να συνέλθη Σύνοδος έστω και ελλιπής, για να ενώσει την αγία Ορθοδοξία μας, που την ταλανίζει εδώ και εκατό χρόνια το ημερολογιακό σχίσμα;
Μήπως ήταν επιτακτική ανάγκη να συνέλθη Σύνοδος, έστω και ελλιπής, για να καταδικάση την παναίρεση του οικουμενισμού; Το όχι εδώ μπαίνει αντάμα με τη λέξη ΝΤΡΟΠΗ. Αλλά συνήλθε όμως έστω και με πατερίτσες και υποβασταζομένη λόγω μη απαρτίας, καίτοι υπέφερε από θανατηφόρες ασθένειες, τουτέστιν της συνοδικότητας και της λειτουργικότητας, για να φέρη εις πέρας πάση θυσία το θεμέλιο θέμα της «Συνόδου» «σχέσεις ορθοδόξου εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικό κόσμο» ο εστί μεθερμηνευόμενον δια «Συνόδου» αναγνωρίσεως της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, ο οποίος οικουμενισμός εργάζεται νυχθημερόν για την ενσάρκωση της Πανθρησκείας. Για να περάση πιο εύκολα την πύλην της «Μ. Συνόδου» η παναίρεση του Οικουμενισμού κατεπατήθη η συνοδικότητα και λειτουργικότητα της «Συνόδου».
Στο υποκριτικό αυτό θέμα της «Συνόδου» «σχέσεις ορθοδόξου εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικό κόσμο» έχω να πω τα εξής: Τόσα χρόνια ο κατήφορος της οικουμενιστικής λαίλαπας από τα ορθόδοξα δόγματα, μας έχει φέρει ένα βήμα προ του Κοινού Ποτηρίου με την αιρετική παπική εκκλησία, και τώρα διερωτάτε υποκριτικώς δια τις μελλοντικές σχέσεις! Αν αφαιρεθή η μάσκα της υποκρισίας βλέπουμε καθαρά πλέον το οικουμενιστικό πρόσωπο της παναιρέσεως του οικουμενισμού, που πέρασε πανηγυρικά δια πύλης «Μ. Συνόδου». Στο εξής ο οικουμενιστικός ορίζοντας είναι ανοικτός δια τον διακαή πόθο των οικουμενιστών, που είναι η ενότητα και το κοινό ποτήριο.
Τέτοια είδους ενότητα θα είναι πέρα ως πέρα εικονική ενότητα. Και τέτοιου είδους «Σύνοδο» σαν αυτή που συνήλθε, στην συνείδηση των πιστών είναι νεκρά, και θάπτεται εκτός ορθοδόξου κοιμητηρίου εις τόπον τον καλούμενον της λήθης. Πρώτη φορά στην δισχιλιόχρονη ιστορία της Ορθοδόξου Χριστιανικής Εκκλησίας, συμβαίνει αυτό, να μη ασχολήται Σύνοδος με προβλήματα αιρέσεων και σχισμάτων, και να ασχολήται με την παρουσία μάλιστα αιρετικών, για την προσέγγιση προς αυτούς! Μήπως, πατέρες άγιοι, έγινε κάτι το πρωτοφανές στη Σύνοδο, έφυγαν δηλαδή τα Ιμαλάϊα όρη, και εστάθησαν στο Κολυμπάρι της Κρήτης και δεν είδατε για να επουλώσετε το ημερολογιακό σχίσμα των εκατό ετών; Μήπως τα δύο θέματα της πρόσφατης ελλιπούς «Συνόδου των προκαθημένων» τουτέστι των μικτών γάμων, και «σχέσεις ορθοδόξου εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικό κόσμο» μας οδηγούν ακάθεκτα προς την οδό της πανθρησκείας;
Η σημερινή γενική αποστασία που είναι γέννημα και θρέμμα της πονηράς και ακαθάρτου αλώπεκος της υποκρισίας, η οποία υποκρισία έχει δεχθή τα περισσότερα ουαί από τον Δεσπότη Χριστό, μετά των δύο διδύμων θυγατέρων της, ήτοι της διπλωματίας, και της εικονικής αγάπης, ο,τι είναι η μήτηρ είναι και τα τέκνα της, που εργάζονται νυχθημερόν και στο χώρο της πολιτείας με την δαιμονική παγκοσμιοποίηση, και στο χώρο της Εκκλησίας, δια της παναιρέσεως του οικουμενισμού, για την δήθεν ειρήνη και ενότητα όλων των χριστιανικών «εκκλησιών» κατ’ αρχήν, και μετά με όλο το συνονθύλευμα των θρησκειών του κόσμου, με το σύνθημα «ότι όλες οι θρησκείες οδηγούν τον άνθρωπο προ τον ένα θεόν». Και επίσης με την πονηράν εργασίαν αυτών έχουν κατορθώσει, τις εν Χριστώ και Αγίω Πνεύματι αρετές να τις αλλοιώσουν και να τις κάνουν εικονικές. Όταν λόγω Ν. Εποχής πρεσβεύεις οικουμενιστικά, ότι όλες οι θρησκείες οδηγούν τον άνθρωπο, προς τον ένα Θεόν, αυτό είναι βλασφημία κατά της θείας οικονομίας και ενσαρκώσεως του Θεού Λόγου, και λυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους.
Ας κάνουμε τώρα μία ιστορική αναδρομή από τη γέννηση του παγκάκιστου και δαιμονικού οικουμενισμού μέχρι σήμερα. Η δηλητηριώδης αυτή οχιά εγεννήθη το 1902 με τη γνωστή αιρετική εγκύκλιο, που εξαπέλυσε το οικουμενικό Πατριαρχείο ονομάζοντας τας αιρετικάς ομολογίας αδελφάς εκκλησίας. Και μόλις ανθρώθηκε το παγκάκιστο τέκνο του οικουμενισμού ευθύς έβαλε την πρώτη οικουμενιστική ταχύτητα προς τας «αδελφάς εκκλησίας» το 1923 για κοινό εορτασμό, με την αντίχριστη αλλαγή του Ιουλιανού με το παπικό ημερολόγιο, από τον αρχιμασώνο Μ. Μεταξάκη. Η δεύτερη οικουμενιστική ταχύτητα έγινε έργο από τον ερχόμενο εξ Αμερικής με το προεδρικό αεροπλάνο, αρχιμασώνο επίσης Αθηναγόρα, με την παράνομη άρση των αναθεμάτων. Η τρίτη οικουμενιστική ταχύτητα έγινε από τον σημερινό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, δεικνύοντας όλο το μεγαλείο της εικονικής του «αγάπης» προς τους αιρετικούς παπικούς, και εισάγοντάς τους σε Ορθόδοξο Ναό, εν ώρα ορθοδόξου λατρείας, με μνημόνευση του ονόματος του αιρεσιάρχου πάπα με λειτουργικούς ασπασμούς με απαγγελία του Πάτερ ημών, με δοξολογικές τιμές κ.λπ. βαπτίζοντας δε τους προπάτορας ημών ως αιτίους του σχίσματος, ως θύματα του αρχεκάκου όφεως, και οδηγώντας την ορθόδοξο αλήθεια με ανεξέλεκτη ταχύτητα προς την παπική αίρεση. Όσες οικουμενιστικές και υποκριτικές προσπάθειες και αν κάνετε, η ορθόδοξος αλήθεια δεν μπορεί ποτέ να στοιχηθή πίσω από το ψεύδος της παπικής αιρέσεως, διότι το ψεύδος της αιρέσεως ζη μέσα στο σκοτάδι και είναι ζυμωμένο με την σατανική υπερηφάνεια.
Οι προπάτορες ημών όχι μόνο μας παρέδωσαν μια λαμπρή και ανόθευτο ορθόδοξο πίστη, αλλά και νόμους που δεν απαξιώνουν την ηθική ζωή των πιστών. Εμείς τι θα κληροδοτήσουμε στους μέλλοντας πιστούς; Ότι όλες οι θρησκείες οδηγούν τον άνθρωπο προς τον ένα Θεόν; Τμήμα ισλαμικών σπουδών; Σύμφωνο συμβίωσης των Σοδομιτών; Αποτέφρωση των νεκρών; Αυτόματο διαζύγιο; Αποποινικοποίηση της μοιχείας και βλασφημίας; τη νομιμοποίηση των εκτρώσεων; κ.λπ. ων ουκ έστι αριθμός. Όλα τα παραπάνω παράνομα που πέρασαν τα τελευταία χρόνια μέσα στο ποίμνιο, πέρασαν πρώτα κάτω από τα ράσα μας. Όταν δεν επισκοπήτε στην καταπάτηση των ορθοδόξων δογμάτων, και όταν καθημερινώς απαξιώνεται η ηθική, τότε προς τι το όνομα επίσκοπος; Η οικουμενιστική τετάρτη ανεξέλεκτη και χαώδης ταχύτητα, που η πυξίδα δείχνει προς τον Αντίχριστο έλαβε σάρκα και οστά στις ημέρες μας με διπλή ενέργεια, στο χώρο της Εκκλησίας, με την πρόσφατη «Σύνοδο», που ψήφισε την παναίρεση του οικουμενισμού και έπεται η συνέχεια. Και η δεύτερη ενέργεια που έλαβε σάρκα και οστά, είναι το σχέδιο από τους εργάτας της Ν. Εποχής, που είναι το απαίσιο πρόσωπο της δαιμονικής παγκοσμιοποίησης, με την ενεξέλεκτη είσοδο των μεταναστών και προσφύγων, για την σύντομη αλλαγή στα ήθη και έθιμα των ορθοδόξων πιστών, και για σαλατοποίηση των εθνών, την οποία είσοδο αυτή την ευλόγησαν στο αγιονήσι της Λέσβου ο αιρεσιάρχης πάπας και οι ημέτεροι προκαθήμενοι. Για τους θιασώτες της παγκοσμιοποίησης η είσοδος των προσφύγων ήταν βούτυρο στο ψωμί τους, διότι εύκολα τώρα θα προφασιστούν προφάσεις εν αμαρτίαις, για κατάργηση της προσευχής, των παρελάσεων, της αλλαγής των θρησκευτικών, την κατάργηση των θρησκευτικών συμβόλων κ.λπ. Όλα όσα επικαλούνται οι εραστές της Ν. Εποχής, περί ειρήνης, αγάπης, αδελφοσύνης, ελευθερίας, δικαιοσύνης, κατάργηση συνόρων κ.λπ. μας παραπέμπουν στα πρωτόκολλα των σοφών της Σιών. Πίσω από τα συνθήματα της Ν. Εποχής, πίσω από τον άθεο οικουμενισμό, πίσω από την ισοπέδωση της αποστασίας και πίσω από την υποκρισία των εικονικών αρετών, κρύβεται η Νέα Τάξις Πραγμάτων της Ν. Εποχής, που σπρώχνει με διάφορες προφάσεις την ανθρωπότητα να μη επιθυμή πλέον Αυτόν που ήλθε εν τω ονόματι του Πατρός του, και θυσιάστηκε και ηγίασε την γην, αλλά τον υιόν της ανομίας τον Αντίχριστο, ο οποίος Αντίχριστος με την τελευταία ανεξέλεκτη και παραπλανητική και χαώδη πέμπτη ταχύτητα θα επιχειρήση να πλανήση ει δυνατόν και τους εκλεκτούς. Και όποιος τον ακολουθήσει, θα κληρονομήση το αιώνιο και αφόρητο σκοτάδι της αβύσσου.
«Πλην ο υιός του ανθρώπου ελθών άρα ευρήσει την πίστιν επί της γης;» (Λουκά 18-8).
Πηγή: Ορθόδοξος Τύπος, Ακτίνες
Ἐν Κυθήροις τῇ 24ῃ Σεπτεμβρίου 2016
ΕΟΡΤΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΗΣ
Ἀριθ. Πρωτ.: 469
Πρός Τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
Ἰωάννου Γενναδίου 14
115 21 Ἀθήνας
Μακαριώτατε ἅγιε Πρόεδρε,
Σεβασμιώτατοι ἅγιοι Συνοδικοί Πατέρες,
Ταπεινῶς εὔχομαι ὅπως ἡ ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ ἡ Προστάτις, Ἔφορος καί Πολιοῦχος τῶν Κυθήρων πρεσβεύῃ ἀκαταπαύστως ὑπέρ εἰρηνεύσεως καί καταστάσεως τῆς Ἁγιωτάτης ἡμῶν Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, σκέπῃ δέ, περιφρουρῇ καί διασώζῃ, ταῖς ἀκοιμήτοις Αὐτῆς ἱκεσίαις, τήν Ὑμετέραν λογικήν Ποίμνην καί τόν σύμπαντα κόσμον εἰς δόξαν Θεοῦ καί σωτηρίαν ψυχῶν, «ὑπέρ ὧν Χριστός ἀπέθανε»[Ρωμ. ιδ' 15].
Κατόπιν τούτου εὐσεβάστως προάγομαι, ἐν ὄψει τῆς συγκλήσεως τῆς ἐπικειμένης Τακτικῆς Συνελεύσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπό 4ης ἕως 7ης Ὀκτωβρίου ἐ.ἔ., νά θέσω ὑπ' ὄψιν Ὑμῶν καί τῆς Ι.Σ.Ι. τούς ἀκολούθους προβληματισμούς μου καί τήν ταπεινήν μου πρότασιν καί τοποθέτησιν.
Μελετῶν τά θέματα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως προβληματίζομαι δισσῶς : α) Κατά τό διαρρεῦσαν ἀπό 1ης Ἰουνίου 2016 καί ἀπό τῆς ὑπ' ἀριθ. 3148/1457/11-7-2016 Πράξεως τοῦ Μακ. Προέδρου καί Προκαθημένου ἡμῶν κ.Ἱερωνύμου, ἔχομεν ἁλματώδεις καί ῥαγδαίας ἐξελίξεις εἰς τά θέματα Παιδείας καί δή τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν μετά τῶν παρεπομένων τούτου, ὑπό τοῦ πρό οὐδενός, ὡς φαίνεται, ὀρρωδοῦντος ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ΥΠΕΠΘ καί δέν ὑπάρχει εἰς τήν καταρτισθεῖσαν Ἡμερησίαν Διάταξιν εἰδική ἀναφορά, ἐνασχόλησις καί διεξοδική συζήτησις ἐπί τοῦ ἐν λόγῳ φλέγοντος θέματος. Θέλω δέ νά πιστεύω ὅτι εἰς τήν Εἰσήγησιν τοῦ Μακ. Ἀρχιεπισκόπου καί Προέδρου τῆς Ι.Σ.Ι. κ.Ἱερωνύμου μέ θέμα : «Ἐκκλησιαστικοί Προβληματισμοί» -τήν ὁποίαν χαιρετίζω, μετά τοῦ προσήκοντος σεβασμοῦ, ὡς μίαν ἰδιαιτέρας σημασίας πρωτοβουλίαν Αὐτοῦ - ὅτι τό θέμα τῆς Παιδείας, ἀναφορικῶς πρός τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, θά ἔχῃ κεντρικήν θέσιν καί θά ληφθοῦν αἱ δέουσαι Ἀποφάσεις, ἀφοῦ μάλιστα εἰς τό πρόγραμμα τῶν θεμάτων τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καταλαμβάνει τάς Συνεδριάσεις μιᾶς καί ἡμίσεος ἡμέρας καί
β) Καταθέτω, ὡσαύτως, τόν προβληματισμόν μου καί διά τήν ἐπάρκειαν ἤ μή τῆς διεξαγωγῆς τῆς μετά τό διάλειμμα τῆς Συνεδριάσεως τῆς Πέμπτης (6-10-2016) καί ἀπό ὥρας 11.30 π.μ. -14.00 περίπου (ἐκτός ἀπροβλέπτων καθυστερήσεων) Εἰσηγήσεως τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Σερρῶν καί Νιγρίτης κ.Θεολόγου μέ θέμα : «Ἐνημέρωσις περί τῶν διεξαχθεισῶν ἐργασιῶν τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» καί τῆς ἐπ' αὐτῆς συζητήσεως. Δέν πρόκειται περί ἁπλῆς καί πληροφοριακῆς ἐνημερώσεως, ἀλλά περί ἀναφορᾶς εἰς τά πεπραγμένα τῆς ἐν Κρήτῃ Α. Μ. Συνόδου, ἐν ἀναφορᾷ πρός τά ἀποφασισθέντα καί δι' ἅ ἐξουσιοδοτήθη ἡ 25μελής Ἐπιτροπή τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὑπό τῆς Ι.Σ.Ι., ὅπερ καθίσταται δυσχερές, δεδομένου ὅτι ἡ σαφής πληροφόρησις τοῦ Ἱεροῦ Σώματος, πέρα τῶν ἀποσταλέντων ἡμῖν παρά τῆς Δ.Ι.Σ. ἐνημερωτικῶν ἐντύπων μετά τῶν δι' ἕνα ἕκαστον τῶν θεμάτων τῆς Α.Μ.Σ. Ἀποφάσεων Αὐτῆς, καί αἱ συζητήσεις καί τοποθετήσεις τῶν Συνοδικῶν Συνέδρων προφανῶς δέν δύνανται νά καλυφθοῦν εἰς αὐτό τό δίωρον. Καί ἐάν ὡρίζετο δι' Ἀποφάσεως τῆς Ι.Σ.Ι. καί ἀπογευματινή Συνεδρίασις τό ἑσπέρας τῆς Πέμπτης (6/10) -ὅπερ καί εἰσηγοῦμαι- θά ἦτο ζήτημα ἐάν θά ἐπήρκει καί αὐτός ὁ χρόνος, δεδομένου ὅτι ὡρισμένα ἀκανθώδη θέματα, καί δή τό περί τῶν «Σχέσεων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον», κατέστη προδήλως, ὡς μή ὤφειλε, «σημεῖον ἀντιλεγόμενον»[1] κείμενον, δυστυχῶς, «εἰς πτῶσιν καί (μή) εἰς ἀνάστασιν πολλῶν»[2], μέ ἀπροβλέπτους διαστάσεις καί συνεπείας διά τήν ἑνότητα τῆς Ἁγιωτάτης ἡμῶν Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Διά τοῦ ὑπ' ἀριθ. 75/25-2-2016 ἡμετέρου ὑπομνήματος πρός τήν Ι.Σ.Ι., ἀφορῶντος εἰς τήν ἐπικειμένην σύγκλησιν τῆς Α.Μ.Σ. ἐν Κρήτῃ καί τά διαφαινόμενα τότε προβλήματα ὡς πρός τήν λειτουργίαν Αὐτῆς, ἀνεφέρθην διεξοδικῶς εἰς αὐτά εἰς τό 13σέλιδον ἐκεῖνο κείμενον, τά ὁποῖα καί ἐξ ὑστέρου ἀκροθιγῶς θά ὑπομνήσω, ἀφοῦ μετά τό πέρας καί τήν ὁλοκλήρωσιν τῶν ἐργασιῶν Αὐτῆς, ἐπεβεβαιώθησαν καί ἀποτελοῦν ἤδη πρόσκομμα, ὄχι μόνον διά μίαν μεγάλην μερίδα πιστῶν, ἀλλά καί διά τετράδα ὅλην Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν - Πατριαρχείων, ἅτινα συναριθμοῦν τά πολυαριθμότερα πλήθη τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν.
Καί ἐπειδή ἕνα τόσον σοβαρόν, κρίσιμον καί εὐρυδιάστατον θέμα δέν θά ἦτο δυνατόν νά ἐκτεθῇ δεόντως ὑπό τῆς ἐλαχιστότητός μου διά παρεμβάσεως πέντε ἤ δέκα λεπτῶν -διότι ἐπιβάλλεται νά ὁμιλήσουν ὅλοι οἱ Ἅγιοι Ἀδελφοί- διά τοῦτο ἐπέλεξα τήν μετά βαθυτάτου σεβασμοῦ καί ἐπιγνώσεως τῶν Ἀρχιερατικῶν μου εὐθυνῶν ὑποβολήν τοῦ παρόντος ὑπομνήματος εἰς τήν Ἀνωτάτην ἡμῶν Ἐκκλησιαστικήν Ἀρχήν (Ι.Σ.Ι.) ἐκ προτέρου καί τήν κοινοποίησιν τούτου εἰς τά Μέλη τῆς Ι.Σ.Ι. διά τήν ἔγκαιρον ἐνημέρωσιν Αὐτῶν καί τήν ἔμφρονα καί θεάρεστον λῆψιν Ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι εὔχομαι νά ἀναπαύσουν ἐν Κυρίῳ τό πνεῦμα καί τήν καρδίαν τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν καί νά ἀποτρέψουν διαιρέσεις, σκάνδαλα ἤ καί τό χειρότερον σχίσματα, τά ὁποῖα «οὐδέ αἷμα μαρτυρίου δύναται νά ἀποπλύνῃ», κατά τόν ἅγιον Ἰωάννην τόν Χρυσόστομον[3]. «Καί τό νά σχίσῃ τινάς τήν Ἐκκλησίαν εἶναι χειρότερον κακόν τοῦ νά πέσῃ εἰς αἵρεσιν»[4].
Μακαριώτατε ἅγιε Πρόεδρε,
Ἅγιοι Συνοδικοί Πατέρες καί Ἀδελφοί,
Τά βλέμματα ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν, καί ἰδιαιτέρως τῶν μή συμμετασχουσῶν εἰς τήν ἐν Κρήτῃ Α.Μ.Σ. Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἶναι ἐστραμμένα πρός τήν Ι.Σ.Ι. τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, προσδοκῶντα τήν Ἱεροκανονικήν καί Ἁγιοπατερικήν τοποθέτησιν ἡμῶν εἰς τό λίαν εὐαίσθητον καί κρίσιμον θέμα : «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον». Ἐπ' αὐτοῦ τοῦ καιρίου καί νευραλγικοῦ θέματος ἐπιτραπήτω μοι νά κάμω Ὑμᾶς κοινωνούς τῶν ἀκολούθων σκέψεών μου :
1. Ἡ 25μελής Ἀντιπροσωπεία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὑπό τήν Προεδρίαν τοῦ Μακ. Ἀρχιεπισκόπου μας κ.Ἱερωνύμου μετέβη εἰς Κρήτην διά νά ἐκπροσωπήσῃ τήν Ι.Σ.Ι. καί κομίσῃ τάς Ἀποφάσεις της ἐπί τῶν ἕξ (6) θεμάτων τῆς Α.Μ.Σ. καί ὄχι διά νά διαπραγματευθῇ ἐπί τῶν ἀποφασισθέντων ὑπό τῆς Ι.Σ.Ι. Καί ἐνῷ εἰς τό πολύκροτον καί ἐπίμαχον ζήτημα τῶν σχέσεών μας μέ τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον προέβαλε σθεναρῶς τήν ὀρθόδοξον θέσιν τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν ἑτεροδόξων καί αἱρετικῶν ὡς χριστιανικῶν κοινοτήτων καί ὁμολογιῶν (συμφώνως πρός τήν Ἀπόφασιν τῆς Ι.Σ.Ι.) καί ὄχι ὡς χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν, τελικῶς κατέθεσε τήν ἀρχικήν πρότασιν μετηλλαγμένην ὑπό τήν διατύπωσιν ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν τῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ' αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν. Αὐτή, ὅμως, ἡ ἀλλοίωσις τῆς Ἀποφάσεως τῆς Ι.Σ.Ι. ἐν ἀγνοίᾳ Αὐτῆς -καί ἐνταῦθα διαπιστοῦται τό σοβαρόν ἔλλειμμα τῆς Συνοδικότητος τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης ἐκ τῆς μή συμμετοχῆς ἁπάντων τῶν ἐν ἐνεργείᾳ Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων - ἔδωκε τήν ἐκκλησιαστικότητα, ἀναγνωρίζουσα ὡς Ἐκκλησίας τούς Ρωμαιοκαθολικούς, τούς Μαρωνίτας, τούς Νεστοριανούς, τούς Μονοφυσίτας Ἀντιχαλκηδονίους, τούς Μονοθελήτας, καταδικασθέντας διά τήν Χριστολογικήν των αἵρεσιν ἀπό τῆς Γ' ἕως καί τῆς ΣΤ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλά καί τήν πανσπερμίαν τῶν Προτεσταντῶν, οἱ ὁποῖοι συμμετέχουν εἰς τό καλούμενον Π.Σ.Ε., ὅπερ ἐν τῇ πράξει λογίζεται ὡς ἄκρατος συγκρητισμός καί Οἰκουμενισμός (παναίρεσις).
2. Ἡ ἐπί 19 αἰῶνας ἐπίμονος καί ἀστασίαστος ἄρνησις τῆς Ἁγιωτάτης τοῦ Χριστοῦ Μιᾶς, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας νά χαρακτηρίσῃ καί ἀποκαλέσῃ διαχρονικῶς τάς πάσης φύσεως αἱρετικάς ἤ σχισματικάς παρασυναγωγάς ὡς Χριστιανικάς Ἐκκλησίας, ὅπερ διατυποῦται ἀριδήλως εἰς τάς Οἰκουμενικάς καί Τοπικάς Συνόδους (συγκαταλεγομένας ὡς Οἰκουμενικάς ὑπό τῆς συνειδήσεως τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανικοῦ Πληρώματος τῆς Η' ἐπί Μεγάλου Φωτίου καί τῆς Θ' ἐπί Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ), ἀλλά καί εἰς τάς Ἁγίας Συνόδους ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἀνατολῇ ἀπό τοῦ 15ου ἕως καί τοῦ 19ου αἰῶνος, οὐδόλως δηλοῖ σκληρότητα ἤ ἀπέχθειαν καί ἐχθρικήν διάθεσιν ἔναντι τῶν κατά καιρούς διαφόρων αἱρετικῶν καί σχισματικῶν, εἰ μή μόνον τήν ἐπιβαλλομένην περιθρίγκωσιν καί περιχαράκωσιν τῆς θεοπαραδότου Ἁγίας καί ἀμωμήτου Πίστεως καί Παραδόσεως τῆς Ἁγιωτάτης Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας καί ἐν ταυτῷ τήν ἐνδεδειγμένην φιλανθρωπίαν πρός τούς ἐν πλάνῃ, αἱρέσει καί κακοδοξίᾳ ὄντας συνανθρώπους μας αὐτούς, τούς ὁποίους δέν ἀφήνομεν νά ἐφησυχάζουν εἰς τήν πλάνην καί τό πνευματικόν σκότος, ἀλλά διακριτικῶς ἐπαναλαμβάνομεν πρός αὐτούς τόν Κυριακόν λόγον˙ «γνώσεσθε τήν ἀλήθειαν, καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς»[5].
3. Ἀπό τῶν πρώτων δεκαετιῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνος ἠλλοιώθη ἡ ὡς ἄνω μακραίων ἐκκλησιαστική παράδοσις καί τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον διά τοῦ Τοποτηρητοῦ τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου Προύσης Δωροθέου ἀπηυθύνθη διά διαγγέλματος «Πρός τάς ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ» (1920) καί ἠκολούθησαν οἱ διαχριστιανικοί διάλογοι, αἱ Προσυνοδικαί Ἐπιτροπαί καί Διασκέψεις, ἡ ἵδρυσις τοῦ λεγομένου Π.Σ.Ε. καί αἱ Συνελεύσεις τοῦ Balamand, τοῦ Porto Alegre, τῆς Ραβέννας καί τοῦ Pussan μέ σοβαράς ἐκκλησιολογικάς ἀποκλίσεις καί αἱρέσεις. Αὐτό τό μετηλλαγμένον «κλῖμα» τοῦ 20οῦ καί τοῦ 21ου αἰῶνος ἐξώθησε εἰς τήν ἀπόδοσιν τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας εἰς τούς ἐν πλάνῃ καί αἱρέσει ὄντας ἑτεροδόξους.
4. Προβάλλεται συνήθως ἡ εὐλογοφανής ἔνστασις ὅτι ὁ ὅρος Ἐκκλησία ἀποδίδεται καί εἰς τούς ἑτεροδόξους, ὄχι κατ' ἀκρίβειαν, ἀλλά συμβατικῶς, ὡς ἕνας τρόπος ἐκφράσεως καί συνεννοήσεως. Καί φέρονται ὡς παραδείγματα αἱ φράσεις «ἐκκλησία τοῦ Δήμου» εἰς τήν ἀρχαιότητα καί εἰς τήν Παλαιάν Διαθήκην «ἐκκλησία λαοῦ πᾶσα», «ἐκκλησία Ἰσραήλ», «ἐκκλησία ὁσίων», «ἐκκλησία πονηρευομένων» κ.λπ., ὅπου δηλοῦται ἡ σύναξις καί συνάθροισις τοῦ λαοῦ ἤ τῶν πιστῶν. Ἡ διαφορά τῆς μιᾶς ἀπό τήν ἄλλην περίπτωσιν εἶναι τεραστία.
Οἱ ἑτερόδοξοι καί κακόδοξοι συνάμα δέν θεωροῦν ἑαυτούς, οὔτε θεωροῦνται ἁπλῶς ὑπό τῶν ἄλλων ὡς μία θρησκευτική συνάθροισις, ἀλλ' ὡς Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, δηλ. Ἐκκλησία μέ κεφαλήν τόν Χριστόν. Οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, φερ' εἰπεῖν, πιστεύουν ὅτι ἀποτελοῦν τήν Μίαν καί μόνην Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, ἐνῷ τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν θεωροῦν ὡς ἐλλειματικήν, διότι δέν δέχεται τό Παπικόν πρωτεῖον! Καί παρά ταῦτα ὑποστηρίζουν τήν «περί δύο πνευμόνων» τῆς Ἐκκλησίας αἱρετικήν θεωρίαν των. Καί ἐντός τοῦ Προτεσταντικοῦ χώρου παρομοίως χαρακτηρίζεται ἡ Ὀρθοδοξία ὡς ἐλλειματική καί μειονεκτική, διότι δέν ἀναγνωρίζει τάς χειροτονίας τῶν γυναικῶν καί τόν «γάμον» τῶν ὁμοφυλοφίλων!
Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅταν τούς χαρακτηρίζομεν ὡς Ἐκκλησία δέν τούς ἀποκοιμίζομεν καί δέν συντελοῦμεν εἰς τόν ἐφησυχασμόν των, καθώς τούς ἀποκρύπτομεν τήν ἀλήθειαν, τό φῶς τοῦ Χριστοῦ; Καί δέν θά λογοδοτήσωμεν ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ἐν ἡμερᾳ Κρίσεως διά τήν πνευματικήν αὐτήν «Βαβέλ» καί τήν νόθευσιν ἤ ἀπόκρυψιν τῆς σῳζούσης Θείας Ἀληθείας τῆς θεόθεν ἀποκαλυφθείσης διά τῶν Προφητῶν καί ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ καί Σωτῆρι ἡμῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ Κεφαλή τῆς Μιᾶς καί Μόνης Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι καί μιᾶς ἑκάστης τῶν ἄλλων φερομένων καί αὐτοαποκαλουμένων ὡς «Ἐκκλησιῶν»;
5. Ὅμως ἡ ἀλλοτρίωσις καί ἡ σοβαρά αὕτη ἀλλοίωσις προῆλθεν ἐκ τῆς παραδοχῆς θεωριῶν τινων ἀσυμβάτων πρός τήν Ἁγίαν ἡμῶν Ὀρθόδοξον Παράδοσιν καί Κληρονομίαν. Ἀνεφέραμεν ἤδη τήν περί «δύο πνευμόνων θεωρίαν» καί ἕπονται : ἡ «θεωρία τῶν κλάδων», ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται ἐν τοῖς πράγμασιν, ἀφοῦ ἐξ ἐπισήμων χειλέων διακηρύσσεται ὅτι ὅλες οἱ «ἐκκλησίες», ὁμολογίες καί θρησκεῖες ἀποτελοῦν «ὁδόν σωτηρίας», ἐνῷ ὁ Ἀρχηγός τῆς Πίστεως καί τῆς σωτηρίας ἡμῶν εὐτόνως διακηρύσσει : «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν Πατέρα εἰ μὴ δι'ἐμοῦ»[6]. Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ Δομήτωρ καί ἡ Κεφαλή τῆς Μιᾶς καί Μόνης Ἁγίας ἡμῶν Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἱδρύθη μέ τήν ἐπιφοίτησιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατά τήν μεγάλην ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς, καί οὐδεμιᾶς ἄλλης ψευδωνύμου καί ψευδεπιγράφου «ἐκκλησίας». Ὀφείλεται ἀκόμη (ἡ ἀλλοίωσις αὕτη καί ἀλλοτρίωσις) καί εἰς τήν ἐκ Πατριαρχικῶν χειλέων διακηρυχθεῖσαν καί μή ἀνακληθεῖσαν εἰσέτι ἐπισήμως ἄποψιν ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι «ἡ Μία, Ἁγία, ἀλλά διεσπασμένη ἐν χρόνῳ Ἐκκλησία», ὅπερ εἰσάγει καινοφανῆ ἐκκλησιολογίαν, ἀλλά καί εἰς τόν χαρακτηρισμόν τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν ὡς «Ἁγιωτάτου Πρεσβυτέρου Ἀδελφοῦ» καί τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ ὡς «Ἀδελφῆς Ἐκκλησίας», ἐνῷ ἐκεῖνος μέν ὡς ἰσόβιος ἀρχηγός Κράτους θεωρεῖται ὡς καθαιρετέος ὑπό τῶν Ἱερῶν Κανόνων τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οἱ ὀπαδοί δέ αὐτοῦ ὡς ἀπεσχισμένοι ὄντες καί ἀκοινώνητοι, λόγῳ τῶν σοβαρῶν αἱρετικῶν ἀποκλίσεών των εἰς τά θέματα Πίστεως καί Παραδόσεως (ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὡς γνωστόν, διεκήρυξεν ὅτι τούς Ὀρθοδόξους χωρίζουν ἀπό τούς Λατίνους οὐσιώδεις διαφοραί καί ὄχι ἀσήμαντα πράγματα ἤ ὀνόματα), δέν δύνανται νά χαρακτηρισθοῦν ἀπό δογματικῆς καί θεολογικῆς ἀπόψεως ὡς Ἐκκλησία.
6. Διά τήν Α.Μ.Σ. τῆς Κρήτης ἐγράφησαν καί γράφονται πολλά ἀπό ἐκκλησιαστικούς καί θεολογικούς κύκλους. Καί ἡ ταπεινότης μου εἰς τό προμνημονευθέν ὑπ' ἀριθ. 75/25-2-2016 Ὑπόμνημα ἐξέθεσε μέ εὐκρίνεια τά προσήκοντα. Τοῦτο μόνον νά προσθέσω ἐκ τῶν ὑστέρων. Παραθεωρηθείσης τῆς ἀρχῆς τῆς ὁμοφωνίας, ἡ ὁποία προβλέπεται εἰς τόν Κανονισμόν λειτουργίας τῆς Α.Μ.Σ., διεξήχθησαν αἱ ἐργασίαι Αὐτῆς, ἄνευ τῆς παρουσίας καί συμμετοχῆς 4 Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ἐνῶ ἡ πρότασις τῆς ἡμετέρας Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας περί τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν ἑτεροδόξων ὡς χριστιανικῶν ὁμολογιῶν καί κοινοτήτων ἀπερρίφθη, διότι θά ἔπρεπε νά ὑπάρχῃ ὁμοφωνία ὅλων τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν διά τήν υἱοθέτησιν τῆς προτάσεως αὐτῆς.
Ὅμως, διά τήν ἀλήθειαν πρέπει νά ἐπισημανθῇ ὅτι, παρά τό γεγονός ὅτι ἐσημειώθησαν σοβαραί ἐκκλησιολογικαί ἀποκλίσεις, παραχαράσσουσαι τήν ἀκραιφνῆ Ὀρθόδοξον Ἐκκλησιολογίαν μέ ὅ,τι καί ὅσα αὐτό συνεπάγεται, ἀναφορικῶς πρός τά θέματα: «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», «Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τόν σύγχρονον κόσμον» καί «Τό Μυστήριον τοῦ Γάμου καί τά Κωλύματα αὐτοῦ», κραδαίνεται «ἄνωθεν» (ἀπό τόν ἐγκέφαλον τῆς Α.Μ.Σ.) ἡ μάχαιρα τῆς καθαιρέσεως διά τούς διαφωνοῦντας Κληρικούς καί τοῦ ἀφορισμοῦ διά τούς ἐνισταμένους λαϊκούς, Καθηγητάς ὄντας τῶν Θεολογικῶν μας Σχολῶν, διότι «ἑπόμενοι τοῖς Ἁγίοις Πατρᾶσι» ἀρθρώνουν ὑπεύθυνον καί ἄρτιον θεολογικόν λόγον ὡς πιστά μέλη καί τέκνα τῆς Ἁγιωτάτης ἡμῶν Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Διατί αὐτή ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ ἀξιολόγου αὐτοῦ θεολογικοῦ δυναμικοῦ μας, Μακαριώτατε καί ἅγιοι Ἀδελφοί Συνοδικοί; «Εἰ κακῶς ἐλάλησαν»[7] ἄς μαρτυρήσουν (οἱ κατήγοροι) περί τοῦ κακοῦ... Ἄς καταδείξουν μίαν ἀντιευαγγελικήν, ἀντιπατερικήν ἤ ἀντικανονικήν τοποθέτησιν καί διδασκαλίαν των. Ὁ Ὁμότιμος, ἤδη, Καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ.Δημήτριος Τσελεγγίδης μᾶς ἀπέστειλε μετά βαθυτάτου σεβασμοῦ τήν ἀπό 20/7/2016 ἐπιστολήν του, διά τῆς ὁποίας ὡς εἰδήμων Δογματολόγος κάμνει σύντομον ἀποτίμησιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Α.Μ.Σ. καί χρησιμοποιεῖ καθαρόν καί ἀπερίτμητον λόγον. Θά «ἀνταμειφθῇ» ὁ κ.Καθηγητής διά τοῦ ἀφορισμοῦ; Ὁμοίως καί οἱ Ὁμότιμοι Καθηγηταί Πρωτ/ροι : ὁ π.Γεώργιος Μεταλληνός καί ὁ π.Θεόδωρος Ζήσης (Πανεπιστημιακοί μου διδάσκαλοι καί οἱ τρεῖς), προσκληθέντες τόν παρελθόντα Μάρτιον ὑπό τριῶν Σεβ. Μητροπολιτῶν καί ἐμοῦ εἰς τήν διεξαχθεῖσαν Θεολογικήν Ἡμερίδα εἰς τό Στάδιον Εἰρήνης καί Φιλίας, ἐν ὄψει τῆς συγκλήσεως τῆς Α.Μ.Σ., καί κατέθεσαν θεολογικόν - ἐκκλησιολογικόν λόγον, ὁ ὁποῖος κατεχωρίσθη εἰς τά Πρακτικά τῆς Ἡμερίδος. Θά λάβουν ὡς ἀνταπόδομα τῆς προσφορᾶς των αὐτῆς τήν ποινήν τῆς καθαιρέσεως; Καί ἐάν, παρ' ἐλπίδα, τοῦτο ἀντικανονικῶς διαπραχθῇ, ἐκεῖνοι οὐδόλως θά ζημιωθοῦν πνευματικῶς, «ἀλλά τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς Ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται» κατά τόν ΙΕ' Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου[8], ἐνῷ θά προκληθῇ σάλος εἰς τό Ἐκκλησιαστικόν Πλήρωμα, καί
7. Καί, ἐπειδή τά θέματα, τά ὁποῖα ἀνεφύησαν ἐκ τῶν ἀποφάσεων τῆς Α.Μ.Σ. τῆς Κρήτης εἶναι μεγάλα καί σοβαρά, εὐλαβῶς προτείνω, ἐάν δέν ὁλοκληρωθῇ σφαιρικῶς ἡ συζήτησις, νά μή σπεύσωμεν νά τά συγκλείσωμεν, ἀλλ' ἄς ἀναβληθῇ ἡ διεξαγωγή των δι' ἔκτακτον σύγκλησιν τῆς Ι.Σ.Ι. Θά ἦτο δέ πάνυ ὠφέλιμον, ἀντί νά τεθοῦν ὑπό κατηγορίαν οἱ προαναφερθέντες Πανεπιστημιακοί Καθηγηταί, νά κληθοῦν ἐνώπιον τῆς Ι.Σ.Ι. διά νά ἀναπτύξουν τήν θεολογικήν ἐπιχειρηματολογίαν των, νά δεχθοῦν τά ἐρωτήματά μας καί νά διεξαχθῇ ἕνας γόνιμος καί ἐποικοδομητικός διάλογος. Καί εἰς τάς Οἰκουμενικάς Συνόδους ἐκαλοῦντο Πρεσβύτεροι καί Διάκονοι, ἀλλά καί διά θέματα Παιδείας ἡ Δ.Ι.Σ. ἔχει πραγματοποιήσει εἰς τό παρελθόν παρομοίας συναντήσεις. Εἶναι γνωστόν ὅτι καί ἐντός καί ἐκτός Ἑλλάδος γίνονται δι' αὐτά τά φλέγοντα ἐκκλησιολογικά θέματα Συνάξεις καί συζητήσεις, ὅπως καί εἰς τό Ἅγιον Ὄρος. Δέν πρέπει ἐπ' οὐδενί ἐκ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς νά ἐπωφεληθῇ ὁ ἀλάστωρ, ἀλλ' ἡ Ἁγιωτάτη μας Ἐκκλησία νά ἐξέλθῃ ἐνδυναμωμένη καί δεδιδαγμένη.
Μακαριώτατε ἅγιε Πρόεδρε,
Ἀδελφοί καί Πατέρες ἅγιοι Συνοδικοί,
Σᾶς κατεπόνησα διά τῆς ἐκτεταμένης μου αὐτῆς ἐπιστολῆς, ἡ ὁποία βαθυσεβάστως ἐπεσήμανε τά ἀνωτέρω βαρυσήμαντα καί περισπούδαστα θεολογικῶς θέματα, τά ὁποῖα κατ' αὐτόν τόν καιρόν ἐξόχως ἀπασχολοῦν τόν Ὀρθόδοξον Χριστιανικόν κόσμον.
Εὑρισκόμεθα, κατά κοινήν ὁμολογίαν, πρό μιᾶς κρισίμου καμπῆς τῆς θαλασσοδρομίας τῆς νοητῆς Νηός τῆς Ἁγιωτάτης ἡμῶν Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία χρῄζει σοφῶν καί διακριτικῶν χειρισμῶν πρός ἀποφυγήν προσκρούσεων εἰς ὑφάλους ... Προέχει ἡ Ὁμολογία τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως ἡμῶν καί ἡ πορεία μας ἐπί τῆς ὀρθῆς καί ἀσαλεύτου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογικῆς βάσεως καί κατευθύνσεως. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης ὁ Παλαμᾶς, διακρίνων τρία εἴδη ἀθεΐας, ἐφιστᾷ τήν προσοχήν τῶν ποιμένων καί διδασκάλων εἰς τήν ἀποφυγήν τοῦ τρίτου εἴδους, ἰδιαιτέρως. Δέν ἀρκεῖ, δηλαδή, τό νά μήν εἴμεθα ἄθεοι (τό νά μή δηλώνωμεν ἄθεοι - ἄπιστοι καί τό νά μή ἀρνούμεθα τήν πατρῴαν πίστιν, προσχωροῦντες εἰς ἄλλην θρησκείαν, αὐτά εἶναι τά δύο πρῶτα εἴδη ἀθεΐας), ἀλλά πρέπει νά ἀποφεύγωμεν καί τό τρίτον εἶδος ἀθεΐας˙ τό νά μή ὁμολογῶμεν τήν Ὀρθόδοξον Πίστιν ἡμῶν καί νά μή προασπιζώμεθα ταύτην, ὑπερμαχοῦντες αὐτῆς, ἐνώπιον τῶν ὁρατῶν καί ἀοράτων ἐχθρῶν.
Ὁ ἑκασταχοῦ Ἐπίσκοπος καί ἡ ὑπ' αὐτόν Ἐπισκοπή δέον νά διέπωνται ὑπό τοῦ Θείου Νόμου τῆς Ἁγιογραφικῆς καί Ἁγιοπατερικῆς Διδασκαλίας, νά φυλάσσουν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ τήν Θεοπαράδοτον Ὀρθόδοξον Πίστιν καί Παράδοσιν, «ἑπόμενοι τοῖς Ἁγίοις Πατρᾶσι» καί «μή μεταίροντες ὅρια αἰώνια, ἅ οἱ Πατέρες ἔθεντο» καί νά σέβωνται τήν Δογματικήν Διδασκαλίαν καί τούς Θείους καί Ἱερούς Κανόνας τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.
Ὡς γνωστόν, κατά τήν Ὁμολογίαν Πίστεως, τήν ὁποίαν κάμνει ὁ Ἐπίσκοπος πρό τῆς χειροτονίας του, ὁμολογεῖ «ἵνα τηρῇ τήν ἑνότητα τῆς Πίστεως ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης, πάντα μέν, ὅσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία τῶν Ὀρθοδόξων πρεσβεύουσα δογματίζει ... μηδέν προστιθείς, μηδέν ἀφαιρῶν, μηδέν μεταβάλλων, μήτε τῶν δογμάτων, μήτε τῶν Παραδόσεων, ἀλλά τούτοις ἐμμένων καί ταῦτα μετά φόβου Θεοῦ καί ἀγαθῆς συνειδήσεως διδάσκων καί κηρύττων, πάντα δέ ὅσα Ἐκείνη κατακρίνουσα ὡς ἑτεροδιδασκαλίας ἀποδοκιμάζει, ταῦτα (κἀκεῖνος) ἀποδοκιμάζει ἀποδιοπομπούμενος διά παντός»[9].
Ὅ,τι συνᾴδει καί δέν προσκρούει εἰς τά ἀνωτέρω καθομολογηθέντα πρό τῆς φρικτῆς ὥρας τῆς εἰς Ἐπίσκοπον χειροτονίας, θά φυλάξῃ χάριτι Θεοῦ καί ἡ μικρά καί παραμεθόριος πρός νότον Ἐπισκοπή τῶν Κυθήρων καί Ἀντικυθήρων καί ὁ ταπεινός Ἐπίσκοπος αὐτῆς ἀντί πάσης θυσίας.
Κατακλείων τήν παροῦσαν παραθέτω τόν λόγον τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου˙ «Εἰμί μέν ποιμήν ὀλίγος, καί ποιμνίου μικροῦ προεστηκώς, καί πολλοστός ἐν ὑπηρέταις τοῦ Πνεύματος. Ἡ Χάρις δέ οὐ στενή, οὐδέ τόποις περιγραπτή»[10].
Ἐπί δέ τούτοις ὑποσημειοῦμαι,
Μετά βαθυτάτου σεβασμοῦ
Ἐλάχιστος ἐν Ἐπισκόποις
† Ὁ Κυθήρων Σεραφείμ
Κοινοποίησις εἰς ἅπαντα τά Μέλη τῆς Σεπτῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
______________________
[1] Πρβλ. Λουκ. β' 34.
[2] Αὐτόθι.
[3] Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ὁμιλία ια' εἰς τήν πρός Ἐφεσίους ἐπιστολήν (βλ. Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἱερόν Πηδάλιον, σελ.19, ὑποσημ. 2).
[4] Ἔνθ' ἀνωτέρω.
[5] Ἱωάν. η' 32.
[6] Ἰωάν. ιδ' 6.
[7] Πρβλ. Ἰωάν. ιη' 23.
[8] Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Ἱερόν Πηδάλιον, Κανών ΙΕ' τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, σελ. 206.
[9] Ἀρχιερατικόν Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθῆναι 1999, Τάξις γινομένη ἐπί χειροτονίᾳ Ἐπισκόπου, σελ. 111.
[10] Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, PG 37, Ἐπιστ. ΜΑ', σελ. 84.
Ὁ μέγας καὶ ὁμολογητὴς Ἅγιος τῆς ἐποχῆς μας Ἰουστῖνος ὁ Πόποβιτς, παρακολουθώντας ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν ὅλη πορεία τῶν ἀλλεπαλλήλων Πανορθοδόξων Διασκέψεων καὶ διαβουλεύσεων γιὰ τὴν προετοιμασία τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, διέκρινε μὲ τὸν θεῖο φωτισμό, ποὺ εἶχε πλούσια μέσα του, τὴν ὀλέθρια οἰκουμενιστικὴ γραμμή, πάνω στὴν ὁποία βάδιζε ἡ ἐν λόγῳ προετοιμασία, καὶ τὰ σαθρὰ οἰκουμενιστικὰ θεμέλια, πάνω στὰ ὁποῖα στηρίχθηκε ἡ ὅλη προσπάθεια, καὶ προεῖδε, ὅτι ἡ μέλλουσα νὰ συγκληθεῖ, ἄν ποτε συγκληθεῖ, Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος, δὲν θὰ εἶναι ἄλλο τίποτε παρὰ μιὰ οἰκουμενιστική-αἱρετικὴ Ψευδοσύνοδος. Γι’ αὐτὸ καὶ συναισθανόμενος τὴν εὐθύνη του, ὑπέβαλε, τὸ 1971, πρὸς τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Σερβικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας «Ὑπόμνημα» μὲ τίτλο: «Περὶ τὴν μελετωμένην “Μεγάλην Σύνοδον” τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὑπόμνημα πρὸς τὴν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Σερβικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας».
Τὸ κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο» τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης (2016) κάνει ἐκτεταμένη ἀναφορὰ στὸ ΠΣΕ (§§ 16-21) καὶ στὴ συμβολή του στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση μὲ ἔκδηλο ἐνθουσιασμό.
1. Ἰδιαιτέρως ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης ἐκφράζει θετικὴ ἐκτίμηση γιὰ τὴν «θεολογικὴ προσφορὰ» τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καὶ Τάξις» τοῦ ΠΣΕ καί σημειώνει: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία … ἐκτιμᾶ θετικῶς τὰ ὑπ’ αὐτῆς ἐκδοθέντα θεολογικὰ κείμενα … τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν ἀξιόλογον βῆμα εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κίνησιν διὰ τὴν προσέγγισιν τῶν Ἐκκλησιῶν» (κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο» § 21). Ἀσφαλῶς δὲν εἶναι τῆς παρούσης ἀναλυτικὴ ἀναφορὰ στὰ κείμενα τῆς Ἐπιτροπῆς. Εἶναι ὅμως ἐπιτρεπτὴ μία τόσο γενικόλογη προσέγγιση ἐκ μέρους τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου; Ἐπιτρέπεται ἡ «Ἁγία καί Μεγάλη» Σύνοδος χωρὶς εἰδικὴ καὶ λεπτομερή μελέτη νὰ «ἐκτιμᾶ θετικῶς τά θεολογικὰ κείμενα» τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καὶ Τάξις» καί τήν ἐν γένει «θεολογικὴ προσφορὰ» τοῦ ΠΣΕ, ὅταν αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ κείμενα εἶναι γεμάτα ἀπὸ προτεσταντικὲς κακοδοξίες καὶ γι’ αὐτὰ τὰ κείμενα πολλὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἔχουν διατυπώσει κατ’ ἐπανάληψιν σοβαρὲς ἐπιφυλάξεις, οἱ ὁποῖες ἔχουν....καταγραφεῖ ἀκόμα καὶ στὰ πρακτικὰ τῆς Γ΄ Πανορθοδόξου Προσυνοδικῆς Διασκέψεως (1986) (Γ΄ΠΠΔ) ; Γιατί τέτοια προχειρότητα ἀπὸ μία Σύνοδο ποὺ διεκδικεῖ νὰ κατα-ταγεῖ στὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση ὡς «Ἁγία καὶ Μεγάλη»;
Περιοριζόμαστε νὰ παραθέσουμε ἐλάχιστα ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ πλέον σημαντικὸ κείμενο τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καὶ Τάξις» μὲ τὸν τίτλο «Κείμενο Λίμα, 1982 - Βάπτισμα Εὐχαριστία, Ἱερωσύνη» (ΒΕΜ-Baptism, Eucharist and Ministry), ἀπὸ τὴν ἔκδοση τοῦ Κέντρου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὸ Σαμπεζύ . Σημειώνουμε μόνο ὅτι τὸ κείμενο αὐτὸ (ΒΕΜ) ὅταν ὁμιλεῖ γιὰ «Ἐκκλησίες» ἐννοεῖ τὰ περισσότερα ἀπὸ 345 μέλη τοῦ ΠΣΕ:
Βάπτισμα, § 6: «Τὸ κοινόν μας βάπτισμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἑνώνει μετὰ τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ πίστει, ἀποτελεῖ οὕτω θεμελιώδη δεσμὸν ἑνότητος ... οἱ ποικίλλοντες τρόποι τελέσεως τοῦ βαπτίσματος ὑπὸ μιᾶς ἑκάστης (Ἐκκλησίας) δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ συμμετοχὴν εἰς τὸ μοναδικὸν βάπτισμα … Ἡ ἀνάγκη ὅπως ἐπανεύρωμεν τὴν ἑνότητα τοῦ βαπτίσματος εὑρίσκεται εἰς τὴν καρδίαν τῆς οἰκουμενικῆς ἐργασίας» (σ. 20-21).
Σχόλιο: δηλαδὴ τὸ “βάπτισμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος” τῶν Πεντηκοστιανῶν πού συμμετέχουν στὸ ΠΣΕ «μᾶς ἑνώνει μετὰ τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ πίστει»!
Βάπτισμα, § 13: «Τὸ βάπτισμα εἶναι πράξις, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ. Θὰ πρέπει νὰ ἀποφευχθῇ πᾶσα πρακτική, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ ἑρμηνευθῇ ὡς “ἐπαναβαπτισμός”… Ὡρισμέναι Ἐκκλησίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπέμειναν ἐπὶ ἰδιαιτέρου τινὸς τύπου βαπτίσματος ἢ αἱ ὁποῖαι εἶχον σοβαρὰ προβλήματα ἐν σχέσει πρὸς τὸ κύρος τῶν μυστηρίων καὶ τῶν τύπων ἱερωσύνης ἄλλων Ἐκκλησιῶν, ἐζήτησαν κατὰ καιροὺς ἀπὸ πρόσωπα προερχόμενα ἀπὸ ἄλλας ἐκκλησιαστικάς παραδόσεις νὰ βαπτισθοῦν πρὶν ἢ καταστοῦν πλήρη μέλη τῆς κοινότητος εἰς τὴν ὁποίαν προσχωροῦν. Δεδομένου ὅτι αἱ Ἐκκλησίαι φθάνουν εἰς μείζονα ἀμοιβαίαν κατανόησιν καὶ ἀποδοχὴν κατὰ τὸ μέρος τῆς ἀνακτήσεως στενoτέρων σχέσεων μαρτυρίας καὶ διακονίας μεταξὺ των, θὰ ἀπέχουν αὗται πάσης πρακτικῆς ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ θέσῃ ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν μυστηριακὴν ἀκεραιότητα ἄλλων Ἐκκλησιῶν ἢ νὰ ἀμβλύνῃ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ μυστήριον τοῦ βαπτίσματος δὲν δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ» (σ. 26).
Ἐρώτηση: δηλαδὴ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, δὲν πρέπει «νὰ θέσῃ ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν μυστηριακὴν ἀκεραιότητα» τῶν Πεντηκοστιανῶν; Ἢ μήπως δὲν πρέπει νὰ βαπτίζει τοὺς προσερχομένους ἀπὸ ἀκραῖες ἢ μη προτεσταντικὲς ὁμάδες ;
Βάπτισμα, § 15: «Αἱ Ἐκκλησίαι καθίστανται ὁλονέν καὶ περισσότερον ἰκαναὶ νὰ ἀναγνωρίζουν τὸ βάπτισμα ἡ μία τῆς ἄλλης ὡς τὸ μοναδικὸν βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ… Ἡ ἀμοιβαία ἀναγνώρισις τοῦ βαπτίσματος ἀποτελεῖ προφανῶς σημαντικὸν σημεῖον καὶ μέσον ἐκφράσεως τῆς βαπτιστηρίου ἑνότητος τῆς δοθείσης ἐν Χριστῷ. Πανταχοῦ ὅπου τοῦτο εἶναι δυνατόν, αἱ Ἐκκλησίαι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκφράζουν κατὰ ρητὸν τρόπον τὴν ἀμοιβαίαν ἀναγνώρισιν τῶν βαπτισμάτων των» (σ. 28).
Σχόλιο: Τί νὰ πεῖ κανείς! Αὐτονομεῖται πλέον τὸ «βάπτισμα» ἀπὸ τὴν ὁμολογία τῆς ἀληθοῦς πίστεως;
Εὐχαριστία § 19: «Ἐὰν μία Ἐκκλησία, οἱ λειτουργοὶ καὶ οἱ πιστοὶ αὐτῆς, διαμφισβητοῦν εἰς ἄλλας Ἐκκλησίας, εἰς τοὺς βαπτισθέντας ὑπ’ αὐτῶν καὶ εἰς τοὺς λειτουργοὺς των τὸ δικαίωμα νὰ μετέχουν εἰς τὴν Εὐχαριστίαν ἢ νὰ προΐστανται αὐτῆς, ἡ καθολικότης τῆς Εὐχαριστίας καθίσταται ὀλιγώτερον ἔκδηλος» (σ. 43).
Σχόλιο: «Ἡ καθολικότης τῆς Εὐχαριστίας» ποὺ τελεῖ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία «καθίσταται ὀλιγώτερον ἔκδηλος», ἐπειδὴ δὲν ἐπιτρέπουμε στοὺς Προτεστάντες τοῦ ΠΣΕ «νὰ μετέχουν εἰς τὴν Εὐχαριστίαν ἢ νὰ προΐστανται αὐτῆς»;! Κύριε ἐλέησον! Καὶ ἡ Πανορθόδοξη Σύνοδος τῆς Κρήτης «ἐκτιμᾶ θετικῶς» τὸ κείμενο αὐτὸ!
Εὐχαριστία § 21: «ἔχομεν τεθῆ ὑπὸ συνεχῆ κρίσιν… ὡς ἐκ τῆς ἐμμονῆς εἰς τὰς ὁμολογιακάς ἀντιθέσεις ἀδικαιολογήτους εἰς τοὺς κόλπους τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ» (σ. 44).
Σχόλιο: Δέχεται ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὅτι στὸ «Σῶμα τοῦ Χριστοῦ» ἀνήκουν καὶ οἱ 300 προτεσταντικὲς ὁμάδες καὶ ὁμολογίες; Ἡ καταδίκη ἐκ μέρους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς ἀρνήσεως τῶν Προτεσταντῶν τῆς τιμητικῆς προσκυνήσεως τῆς Θεοτόκου, τῶν Ἁγίων, τοῦ Τ. Σταυροῦ, τῶν ἱερῶν εἰκόνων καὶ λειψάνων, τῆς ἀρνήσεως τῆς ἀειπαρθενίας τῆς Παναγίας, τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τῶν Μυστηρίων, τοῦ κανόνος τῆς Ἁγ. Γραφῆς κλπ ἐκ μέρους τῶν Προτεσταντῶν εἶναι μήπως «ἐμμονὴ εἰς ὁμολογιακάς ἀντιθέσεις ἀδικαιολογήτους»;
Ἱερωσύνη § 53: «Διὰ νὰ φθάσουν εἰς τὴν ἀμοιβαίαν ἀναγνώρισιν τῶν μορφῶν ἱερωσύνης των, αἱ διάφοροι Ἐκκλησίαι ἔχουν νὰ διανύσουν διαφόρους βαθμίδας λ.χ.: (α) Αἱ Ἐκκλησίαι αἱ ὁποῖαι διεφύλαξαν τὴν ἐπισκοπικὴν διαδοχὴν θὰ πρέπει νὰ ἀναγνωρίσουν τὸ ἀποστολικὸν περιεχόμενον τῆς κεχειροτονημένης ἱερωσύνης, τὸ ὑπάρχον εἰς τὰς Ἐκκλησίας αἱ ὁποῖαι δὲν διετήρησαν τὴν διαδοχὴν ταύτην»(σ.86).
Σχόλιο: Μπορεῖ λοιπόν νὰ ὑπάρξει «ἀποστολικὸν περιεχόμενον τῆς κεχειροτονημένης ἱερωσύνης», χωρὶς νὰ ὑπάρχει «ἀποστολικὴ διαδοχή»; Δηλ. οἱ πεντηκοστιανοὶ πάστορες ἔχουν κανονικὴ ἱερωσύνη, τὴν ὁποία ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει;
Ἱερωσύνη § 54: «Ὁρισμέναι Ἐκκλησίαι χειροτονοῦν ἄνδρας καὶ γυναίκας, ἄλλαι χειροτονοῦν μόνον ἄνδρας. Αἱ διαφοραὶ αὗται δημιουργοῦν ἐμπόδια εἰς ὅ,τι ἀφορᾶ εἰς τὴν ἀμοιβαίαν ἀναγνώρισιν τῶν διαφόρων μορφῶν ἱερωσύνης. Τὰ ἐμπόδια ὅμως ταῦτα δὲν θὰ πρέπει νὰ θεωρηθοῦν ὡς κωλύματα ἀποφασιστικοῦ χαρακτῆρος» (σ. 86-87).
Σχόλιο: Δηλ. ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τὴ χειροτονία τῶν γυναικὼν χωρὶς νὰ τὴν θεωρεῖ «κώλυμα ἀποφασιστικοῦ χαρακτῆρος»;
Τελικά, εἶναι δυνατὸν ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐν Πανορθοδόξῳ Συνόδῳ νὰ «ἐκτιμᾶ θετικῶς» τέτοια κείμενα ἀλλότρια της ἐκκλησιαστικῆς μας παραδόσεως; Εἶναι δυνατὸν ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης νὰ ἀναγνωριστεῖ ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση ὡς «ἑπομένη τοῖς Ἁγίοις Πατράσι» τή στιγμή πού ἀποδέχεται καὶ «ἐκτιμᾶ θετικῶς» κείμενα μὲ τέτοιες καί τόσες κακοδοξίες;
2. Ἐπιπλέον δέ, προσεκτικὴ μελέτη τῶν κοινῶς ἀποδεκτῶν κειμένων τῶν τελευταίων Γενικῶν Συνελεύσεων τοῦ ΠΣΕ καθιστᾶ σαφὲς ὅτι οἱ προτεσταντικὲς ἐκκλησιολογικὲς ἀντιλήψεις διαμορφώνουν ἀκόμα καὶ σήμερα - μετὰ τὴν δῆθεν “ἀναβάθμιση” τῆς συμμετοχῆς τῶν Ὀρθοδόξων - τὸ θεολογικὸ πλαίσιο λειτουργίας τοῦ ΠΣΕ. Συνεπῶς, μὲ κανένα τρόπο δὲ μπορεῖ νὰ δικαιολογηθεῖ οὔτε ὁ ἐνθουσιασμὸς τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης οὔτε ἡ τόσο ἄτονη καὶ γενικόλογη κριτικὴ στὸ ΠΣΕ ἀπὸ τὴν Σύνοδο: «Ἐν τούτοις ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διατηρεῖ ἐπιφυλάξεις διὰ κεφαλαιώδη ζητήματα πίστεως καὶ τάξεως, διότι αἱ μὴ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι καὶ Ὁμολογίαι παρεξέκλιναν ἐκ τῆς ἀληθοῦς πίστεως τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας» (§ 21)! Εἶναι δυνατὸν μία Πανορθόδοξη Σύνοδος νὰ περιορίσει σὲ 32 μόνο λέξεις τὴν κριτική της στὰ ὅσα ἀπαράδεκτα, καινοφανῆ καὶ ἀνατρεπτικά τῆς εὐαγγελικῆς, πατερικῆς, δογματικῆς καὶ ἠθικῆς διδασκαλίας συντελοῦνται σήμερα στὸ ΠΣΕ ;
Περιποιεῖ τιμὴ στὴν Ἐκκλησία μας τέτοια ἀτολμία στὴ διατύπωση τῆς μαρτυρίας τῆς Ὀρθοδοξίας γιὰ τὰ ὅσα ἀνίερα λαμβάνουν χώρα στὸν ἐπίσημο φορέα τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης; Δυστυχῶς, δὲν ἐκφράζεται στὸ Κείμενο τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης ἡ κατηγορηματικὴ διαφωνία τῆς Ἐκκλησίας μας στὰ ἐκφυλιστικὰ φαινόμενα ποὺ συναντοῦμε στὸ ΠΣΕ: «Λειτουργία τῆς Λίμα» , intercommunion, διαθρησκειακὲς συμ-προσευχές , χειροτονία γυναικῶν, περιεκτικὴ γλώσσα, ἀποδοχὴ τοῦ σοδομισμοῦ ἀπὸ πολλὲς Ὁμολογίες-μέλη τοῦ ΠΣΕ κοκ, πρακτικὲς οἱ ὁποῖες εἶναι πρόσφατοι καρποὶ τῆς παλαιᾶς προτεσταντικῆς ἐκκλησιολογικῆς ρίζας.
3. Ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης ἀξιολογεῖ θετικὰ τὴν «Δήλωση τοῦ Τορόντο» (1950) τοῦ ΠΣΕ γιὰ τὴν ὁποία σημειώνει «ὅτι αἱ ἐκκλησιολογικαὶ προϋποθέσεις τῆς Δηλώσεως τοῦ Toronto (1950), τιτλοφορουμένης “Ἡ Ἐκκλησία, αἱ Ἐκκλησίαι καὶ τὸ Παγκόσμιον Συμβούλιον Ἐκκλησιῶν’’ εἶναι κεφαλαιώδους σημασίας διὰ τὴν Ὀρθόδοξον συμμετοχὴν εἰς τὸ Συμβούλιον» (§ 19). Ἀποσιωπᾶται ὅμως ἡ ἀναφορὰ στὴ «Δήλωση τοῦ Τορόντο» ὅτι «οἱ ἐκκλησίες ἀναγνωρίζουν ὅτι τὸ νὰ ἀποτελεῖ κάποιος μέλος τῆς ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι πιὸ περιεκτικὸ ἀπὸ τὸ νὰ ἀποτελεῖ μέλος τῆς ἴδιας του τῆς ἐκκλησίας» (Δήλωσις Toronto, §2)! Διερωτῶμαι μπορεῖ νὰ γίνει ἀποδεκτὸ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία ὅτι ὑπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ τοῦ ἕνας Ὀρθόδοξος νὰ εἶναι μέλος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ μέλος «τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ»; ἢ ὅτι «ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ» (ὅπως ἐννοεῖται στὸ ΠΣΕ) ὑφίσταται πάνω ἀπὸ ὅλες τὶς ἐκκλησίες-μέλη τοῦ ΠΣΕ;
4. Ἐπιχαίρει ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης διότι ἐγκρίθηκε ἡ εἰσήγηση τῆς «Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη συμμετοχὴ στὸ ΠΣΕ» (§ 17). Καὶ ὅμως μὲ τὴν εἰσήγηση τῆς «Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς» μεταξὺ ἄλλων ἐγκρίθηκαν καὶ προτάσεις γιὰ «ὁμολογιακὴ κοινὴ προσευχὴ» καὶ «διομολογιακὴ κοινὴ προσευχὴ» ποὺ εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετες στὴν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ παράδοση καὶ κανονικὴ τάξη καὶ ἀποβλέπουν στό νὰ προαγάγουν τὴν ὁρατὴ ἑνότητα τῶν ἐκκλησιῶν-μελῶν του μὲ προτεσταντικὲς ἐκκλησιολογικὲς προϋποθέσεις. Μποροῦμε, λοιπόν, νὰ μιλᾶμε μὲ τόσο ἐνθουσιασμὸ γιὰ τὶς ἐξελίξεις στὸ ΠΣΕ;
5. Ἀσφαλῶς δὲν εἶναι τῆς παρούσης ἡ ἐκτενής παράθεση τῶν ἐσφαλμένων ἐκκλησιολογικῶν ἀντιλήψεων ποὺ ἔχουν ἐνταχθεῖ στὰ ἐπίσημα κοινὰ κείμενα τῶν Γενικῶν Συνελεύσεων τοῦ ΠΣΕ . Περιοριζόμαστε μόνο σὲ ἕνα μικρὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἀπόφαση τῆς Θ΄ Γενικῆς Συνέλευσης στό Πόρτο Ἀλλέγκρε (2006), τήν ὁποία δυστυχῶς συνυπέγραψαν Ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι μέ Προτεστάντες: «Κάθε ἐκκλησία [σσ. ὑπό τόν ὃρο «Ἐκκλησία» ἐννοοῦνται καί ὅλες οἱ προτεσταντικές ὁμάδες πού συμμετέχουν στό ΠΣΕ] εἶναι ἡ καθολική Ἐκκλησία καί ὄχι ἁπλά μέρος της. Κάθε ἐκκλησία εἶναι ἡ καθολική Ἐκκλησία, ἀλλά ὄχι ὁλόκληρη [ἡ καθολική Ἐκκλησία]. Κάθε ἐκκλησία πληροῖ τήν καθολικότητά της, ὅταν εὑρίσκεται ἐν κοινωνίᾳ μέ τίς ἄλλες ἐκκλησίες ... Ἀκόμη καί τώρα πού ἡ συμμετοχή στήν ἴδια Εὐχαριστία δέν εἶναι πάντοτε δυνατή, οἱ διηρημένες ἐκκλησίες ἐκφράζουν τήν [μεταξύ τους] ἀμοιβαία ἐκτίμησι και ὄψεις τῆς καθολικότητος … Ὁ ἓνας χωρίς τόν ἂλλον εἲμαστε πτωχότεροι» . Μέ ἄλλα λόγια, ἡ Οἰκουμενική Κίνηση καί -δυστυχῶς- καί οἱ Ὀρθόδοξοι στά πλαίσια τοῦ ΠΣΕ ἀναγνωρίσαμε, μεταξύ ἂλλων, τήν “καθολικότητα” (=πληρότητα ἀληθείας) τῶν αἱρετικῶν προτεσταντικῶν ὁμάδων καί ἐπιπλέον διακηρύξαμε ὅτι ἡ Καθολικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐξαρτᾶται ἀπό τό ἄν βρίσκεται σέ κοινωνία μέ τίς αἱρέσεις τοῦ Προτεσταντισμοῦ, γιατί χωρίς αὐτὲς εἴμαστε … «πτωχότεροι»! Ἂς μὴ ξεχνᾶμε ὅτι αὐτὴ ἡ κατὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας βλασφημία ἑδράζεται καὶ στὸ κείμενο ΒΕΜ τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καὶ Τάξις», στὸ ὁποῖο ἀμφισβητεῖται ρητὰ ἀκόμα καὶ ἡ «καθολικότης τῆς Εὐχαριστίας» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἀποδεκτὴ ἡ intercommunio: «Ἐὰν μία Ἐκκλησία, οἱ λειτουργοὶ καὶ οἱ πιστοὶ αὐτῆς, διαμφισβητοῦν εἰς ἄλλας Ἐκκλησίας, εἰς τοὺς βαπτισθέντας ὑπ’ αὐτῶν καὶ εἰς τοὺς λειτουργοὺς των τὸ δικαίωμα νὰ μετέχουν εἰς τὴν Εὐχαριστίαν ἢ νὰ προΐστανται αὐτῆς, ἡ καθολικότης τῆς Εὐχαριστίας καθίσταται ὁλιγώτερον ἔκδηλος» .
Ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης στὸ κείμενό της παρουσιάζει μία πολὺ ὡραιοποιημένη καί, ὡς ἐκ τούτου, ἐπίπλαστη καὶ ψευδῆ εἰκόνα τοῦ ΠΣΕ καὶ τῆς θεολογικῆς του “παραγωγῆς”. Ἀποκρύπτει ὅτι παρὰ τὶς προσπάθειες Ὀρθοδόξων ἀντιπροσώπων καὶ τὶς παραχωρήσεις ποὺ ἔγιναν ἐκ μέρους τοῦ ΠΣΕ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη συμμετοχὴ («Μόνιμη Ἐπιτροπὴ Συνεργασίας καὶ Συναινέσεως» § 17), ἡ θεολογικὴ ταυτότητα τοῦ Συμβουλίου παραμένει σαφῶς προτεσταντικὴ καί, κατὰ τὴν εὔστοχη ἐπισήμανση τοῦ Ἁγίου Ὂρους, «ὅπως λειτουργεῖ σήμερα, εἶναι ἕνας ὁμογενοποιητικὸς μηχανισμὸς ποὺ ἀμβλύνει τὸ δογματικὸ αἰσθητήριο καὶ κυοφορεῖ μία ἐπιφανειακή, ἐπικοινωνιακοῦ χαρακτῆρος, “ἑνότητα”» .
Δὲν παραμένουν, λοιπόν, καὶ σήμερα τραγικὰ ἐπίκαιροι οἱ παλαιότεροι προβληματισμοὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου: «Τελικὰ οἱ Ὀρθόδοξοι διερωτώμεθα: Τί προσφέρουμε παραμένοντας στὸ Π.Σ.Ε ; Τί ρόλο παίζουμε στὴ διαμόρφωση τῶν ἀποφάσεών του; Οἱ 300 προτεσταντικὲς παραφυάδες, ποὺ σήμερα μετέχουν ὡς ἰσότιμα μέλη, συνεχῶς ἀλλοιώνουν, μὲ τὶς αἱρετικὲς δοξασίες των, τὸν ἐκκλησιολογικὸ χαρακτήρα τοῦ Π.Σ.Ε. Διαρκῶς κινεῖται ἡ εἰσροὴ καὶ νέων μελῶν, οἱ γυναῖκες διεκδικοῦν ἴση συμμετοχὴ μὲ τοὺς ἄντρες σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα. Ἤδη στὴν “Λειτουργία τῆς Λίμα”, ποὺ τελέσθηκε τὸ πρωὶ τῆς Κυριακῆς 10-2-91, ἔλαβαν μέρος καὶ δύο γυναῖκες “ἱερείς”. Ἡ θεολογία ὑποχωρεῖ καὶ ἀπωθεῖται ἀπὸ τὸν λαϊκισμό. Ὁ Χριστιανισμὸς σιγὰ-σιγὰ ἐξανθρωπίζεται καὶ πλησιάζει ἰσότιμα τὶς ἄλλες θρησκεῖες. Τελικὰ τί δέον γενέσθαι;» .
Ὁ πόνος καὶ αὐτὴ ἡ κραυγὴ ἀγωνίας δὲν ὑπάρχει, δυστυχῶς, στὸ κείμενο τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης γιὰ τὸ ΠΣΕ…
Συνεπῶς, μία Σύνοδος ἡ ὁποία ἀποδέχεται καὶ «ἐκτιμᾶ θετικῶς» κείμενα καὶ καταστάσεις ποὺ εἶναι ἀντίθετες στὴν Ὀρθόδξη, Πατερικὴ Παράδοση μπορεῖ νὰ γίνει ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση ὡς «Ἁγία καὶ Μεγάλη»;
Ἡ Ἐκκλησία καλεῖται ὑπεύθυνα νὰ ἀποφανθεῖ!
1. Ὁ Τρανσυλβανίας Ἀντώνιος (Πατριαρχεῖο Ρουμανίας) στήν Γ΄ ΠΠΔ: «Κατά τό θέρος αὐτό (1986), προεδρεύων τῆς συνελεύσεως τοῦ Τμήματος Ι΄ τοῦ ΠΣΕ, διεπίστωσα ὅτι ὑπάρχουν πολλαί ἐπιφυλάξεις διά τό κείμενον τοῦ ΒΕΜ (Βάπτισμα-Εὐχαριστία-Ἱερωσύνη) . Καί ἡμεῖς εἰσέτι, ὃτε ἠξιολογήσαμεν τό κείμενον τοῦτο ἐν Βοστώνῃ, διεπιστώσαμεν ὅτι ὑπάρχουν εἰσέτι ἀδιευκρίνιστα σημεῖα, ἰδίᾳ εἰς τόν τομέα τῆς Ἱερωσύνης» (Συνοδικά ΙΧ, σ. 145). Ἐπίσης ὁ Δημητριάδος (καί μετέπειτα Ἀθηνῶν) Χριστόδουλος δήλωσε: «ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου ἔχουν γίνει καί ἀρνητικαί κριτικαί τοῦ κειμένου τοῦ “ΒΕΜ”, ἡ δέ ἡμετέρα Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἠρνήθη νά συμμετάσχῃ εἰς τήν διαδικασίαν τήν ὁποίαν τό ΠΣΕ ἔθεσε, δηλαδή νά γίνῃ ἀποδοχή τοῦ κειμένου αὐτοῦ» (Συνοδικά ΙΧ, σ. 150).
2. Πίστις καί Τάξις, ΠΣΕ, Βάπτισμα, Εὐχαριστία, Ἱερωσύνη, Αἱ ἐκδόσεις τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου τοῦ Σαμπεζύ 1983.
3. Η΄ στό Χαράρε (1998) μέ τίτλο «Πρός μία κοινή Κατανόησι καί ἕνα κοινό Ὅραμα τοῦ ΠΣΕ», Θ΄ στό Porto Alegre (2006), μέ τίτλο «Κείμενο περί ἐκκλησιολογίας: Κεκλημένοι νά γίνουμε ἡ Μία Ἐκκλησία» καί Ι΄ στό Bousan (2013), μέ τίτλο «Δήλωσις Ἑνότητος».
4. Εὔστοχα παρατήρησε ὁ Σεβ. Περιστερίου Χρυσόστομος (Ἐκκλησία Ἑλλάδος) στήν Γ΄ ΠΠΔ: «Σήμερα τά κείμενα τοῦ ΠΣΕ εἶναι καί Ὀρθόδοξα καί προτεσταντικά καί ὁ,τιδήποτε ἄλλο. Εἶναι συγκρητιστικά κείμενα, τά ὁποῖα ἱκανοποιοῦν τούς πάντες καί δέν ἱκανοποιοῦν κανένα» (Συνοδικά ΙΧ, σ. 147). Χαρακτηριστικά εἶναι ὅσα ἀναφέρει ὁ Σεβ. Κρουτίτσκης Ἰουβενάλιος (Πατρ. Ρωσίας) γιά τό ΠΣΕ (Συνοδικά ΙΧ, σ. 250).
5. Ἀν. Γκοτσοπούλου, Ἡ συμπροσευχή μέ αἱρετικούς, ἔκδ. Θεοδρομία, 20092, σ. 105, υποσ. 176.
6. Στά πλαίσια τῆς «δεύτερης διαθρησκειακῆς διάσκεψης κορυφῆς» (ἄνοιξη 1970), τήν ἔναρξη τῆς ὁποίας κήρυξε ὁ Γενικός Γραμματέας τοῦ ΠΣΕ E. C. Blake (1966-1972), ἔλαβε χώρα διαθρησκειακή συμπροσευχή στόν Καθεδρικό Ναό τῆς Γενεύης μέ τή συμμετοχή «44 λειτουργῶν καί ἐκπροσώπων τῶν μεγάλων θρησκειῶν … Τήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολική Ἐκκλησία ἐξεπροσώπησε ὁ σεβ. Αἰμιλιανός, ἐπίσκοπος Καλαβρίας, μόνιμος ἐκπρόσωπος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως» στό ΠΣΕ. Καί καταλήγει τό θεοσοφικό περιοδικό: «Ἦταν μία μικρή ἐκδήλωσις μέ τεράστια σημασία, πού ἤθελε νά διακηρύξῃ ὅτι, στό βάθος, ὅλες οἱ θρησκεῖες ἐπιτελοῦν ταυτόσημη ἀποστολή καί θά ἔπρεπε νά συνεργάζωνται, ἀντί νά εἶναι ἀποξενωμένες καί νά μισοῦνται, γιά δόγματα - κατασκευάσματα τῶν ἀνθρώπων» (μασωνικό-θεοσοφικό περιοδικό Ἰλισσός, 15(1970) τ. 83 σ. 376-378)!
7. Ἀν. Γκοτσοπούλου, Ἡ συμπροσευχή μέ αἱρετικούς, ἔκδ. Θεοδρομία, 20092, σ. 105-108.
8. Βλ. ἀναλυτικότερα: Ἡ ἐπί τῶν Δογματικῶν Ἱεροκοινοτική Ἐπιτροπή, «Ὑπόμνημα περί τῆς συμμετοχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», Ἅγιον Ὂρος, Φεβρουάριος 2007, http://www.orthodoxnet.gr/pse%20IK/IK-PSE_Ypomnima.php, και http://oodegr.co/oode/oikoymen/ypomnima_ag_orous1.htm.
9. 9th Assembly of WCC, Assembly Documents, Text on ecclesiology: Called to be the One Church, 6-7, στό http://www.impantokratoros.gr/B46B3299.el.aspx.
10. Εὐχαριστία § 19, στό Πίστις καί Τάξις, ΠΣΕ, Βάπτισμα, Εὐχαριστία, Ἱερωσύνη, Αἱ ἐκδόσεις τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου τοῦ Σαμπεζύ 1983, σ. 43.
11. Ἡ ἐπί τῶν Δογματικῶν Ἱεροκοινοτική Ἐπιτροπή, «Ὑπόμνημα περί τῆς συμμετοχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», Ἅγιον Ὂρος, Φεβρουάριος 2007, http://www.orthodoxnet.gr/pse%20IK/IK-PSE_Ypomnima.php, καί http://oodegr.co/oode/oikoymen/ypomnima_ag_orous1.htm. Στό κοινῶς ἀποδεκτό κείμενο μέ τίτλο «Πρός μία κοινή Κατανόησι καί ἕνα κοινό Ὅραμα τοῦ Π. Σ. Ε» (Towards a Common Understanding and Vision of the WCC), § 1. 4. 6, φέρεται ὡς καταπληκτική ἐπιτυχία τοῦ Π. Σ. Ε. τό γεγονός ὅτι «μία ὅλο καί πιό ἐμφανής κοινή παράδοσις, τό ὅτι συμμεριζόμαστε τίς ἴδιες ἀπόψεις στήν πίστι, τήν ζωή καί τήν μαρτυρία, ἔχει ἀρχίσει νά ἐμπλουτίζῃ τήν θεολογική σκέψι, πού ἦταν αἰχμάλωτη σέ μία σκληρή ὁμολογιακή προοπτική, καθώς οἱ ἐκκλησίες ἦλθαν πιό κοντά ἡ μία στήν ἄλλη διά του Π.Σ.Ε» (βλ. 9th Assembly of WCC, Assembly Documents, Towards a Common Understanding and Vision of the World Council of Churches, 1. 12.)
12. Μητροπ. Δημητριάδος Χριστοδούλου, «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν ἤ Λέσχη θρησκευομένων ἀνθρώπων;», στόν συλλογικό τόμο «Ἡ Ζ ΄ Γενική Συνέλευση τοῦ Π.Σ.Ε. Καμπέρρα, Φεβρουάριος 1991. Χρονικό - Κείμενα – Ἀξιολογή-σεις», ἔκδ. Τέρτιος 1992, σελ. 178-179.
Πηγή: Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
Μακαριώτατε, Σεβασμιώτατοι, Ἡ ἀπὸ πολλῶν ἤδη δεκαετιῶν προετοιμαζόμενη «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας συνῆλθε καὶ ἐπεράτωσε τὶς ἐργασίες της στὸ Κολυμπάρι τῆς Κρήτης ἀπὸ 19-26 Ἰουνίου τοῦ τρέχοντος ἔτους. Μολονότι βασικὴ ἐπιδίωξη τῆς «Συνόδου», κατὰ τοὺς ὀργανωτές της, ἦταν ἡ ἐνίσχυση καὶ ἡ φανέρωση τῆς ἑνότητος τῶν Ὀρθοδόξων, δυστυχῶς κατορθώθηκε τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο, ἡ διαίρεση καὶ ἡ διάσπαση, καὶ σὲ ἐπίπεδο ἡγεσίας καὶ στὸ χῶρο τοῦ πληρώματος τῶν πιστῶν.
Πρὸς:
1. Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος, κ. Ἱερώνυμον
2. Σεβασμιωτάτους ἀρχιερεῖς, μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας.
Μακαριώτατε, Σεβασμιώτατοι,
Ἡ ἀπὸ πολλῶν ἤδη δεκαετιῶν προετοιμαζόμενη «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας συνῆλθε καὶ ἐπεράτωσε τὶς ἐργασίες της στὸ Κολυμπάρι τῆς Κρήτης ἀπὸ 19-26 Ἰουνίου τοῦ τρέχοντος ἔτους.
Μολονότι βασικὴ ἐπιδίωξη τῆς «Συνόδου», κατὰ τοὺς ὀργανωτές της, ἦταν ἡ ἐνίσχυση καὶ ἡ φανέρωση τῆς ἑνότητος τῶν Ὀρθοδόξων, δυστυχῶς κατορθώθηκε τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο, ἡ διαίρεση καὶ ἡ διάσπαση, καὶ σὲ ἐπίπεδο ἡγεσίας καὶ στὸ χῶρο τοῦ πληρώματος τῶν πιστῶν.
1. Ἡ «Σύνοδος» καταστρέφει τὴν ἑνότητα καὶ προκαλεῖ διαιρέσεις
Ἀπὸ τὶς δεκατέσσαρες (14) αὐτοκέφαλες ἐκκλησίες ἀπουσίαζαν οἱ τέσσαρες (4), δηλαδὴ οἱ ἐκκλησίες Ἀντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας, καὶ μαζὶ μὲ αὐτὲς ἀπουσίαζε βέβαια καὶ τὸ ποίμνιο ποὺ ἐκπροσωποῦν, μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ ἥμισυ τοῦ συνόλου τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν. Ἡ ἀπουσία τους δὲν ὀφειλόταν σὲ λόγους ἀνάγκης, λόγῳ δυσμενῶν συνθηκῶν στὶς περιοχές τους, πολεμικῶν συγκρούσεων, φυσικῶν καταστροφῶν, ἐπιδημιῶν κ.τ.λ., ἀλλὰ....
στὴν φανερὴ καὶ ἐκφρασθεῖσα διαφωνία τους γιὰ τὸν κανονισμὸ λειτουργίας τῆς «Συνόδου» καὶ γιὰ πολλὲς ἀντιπατερικὲς καὶ ἀντορθόδοξες θέσεις τῶν κειμένων ποὺ εἶχαν προετοιμασθῆ. Ἐζήτησαν ἁρμοδίως τὴν ἀναβολὴ τῆς «Συνόδου», ὥστε νὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ ἀποφασισθεῖσα ὡς ἀπαραίτητος ὅρος τῆς συγκλήσεως ὁμοφωνία, καὶ νὰ διαφυλαχθεῖ ἡ ἑνότης, ἀλλὰ τὸ αἴτημά τους προσέκρουσε «εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων», ἀνοικτά, φαίνεται, σὲ ἄλλες φωνὲς ποὺ ἐπιθυμοῦν τὴν διαίρεση τῶν Ὀρθοδόξων καὶ τὴν διάβρωση τῆς δογματικῆς τους αὐτοσυνειδησίας.
Ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν ἐπισκόπων τῆς Οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας ἀπουσίαζαν οἱ περισσότεροι, διότι κατὰ μοναδικὴ πρωτοτυπία στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία καὶ προφανῆ ἀντικανονικότητα ἔγινε ἐπιλογή, μὲ διαβλητὰ κριτήρια, μικροῦ ποσοστοῦ ἐπισκόπων, μὲ καταστρατήγηση καὶ περιφρόνηση τῆς ἰσότητος τῶν ἐχόντων τὴν ἀρχιερωσύνη, προγραμμα-τισμένη καὶ σκόπιμη διαίρεση τοῦ σώματος τῶν ἐπισκόπων καὶ ἀποκλεισμό, διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν ἐπισκόπων, τῶν προβληματισμῶν, τῶν ἀγωνιῶν, τῶν ἐρωτημάτων, τῶν σκέψεων καὶ προτάσεων τοῦ ποιμνίου.
Καὶ τὸ χειρότερο, πρωτοφανέστερο καὶ πλέον ἀπαράδεκτο• δὲν διαφυλάχθηκε ἡ ἑνότης καὶ ἡ ἰσότης οὔτε καὶ αὐτῶν τῶν ἐπισκόπων ποὺ ἔλαβαν μέρος στήν «Σύνοδο», ἀφοῦ τοὺς ἀφαιρέθηκε ἡ δυνατότης νὰ ψηφίζουν. Ἔπαυσε γιὰ πρώτη φορὰ στὴν συνοδικὴ ἱστορία καὶ στὴν κανονικὴ παράδοση νὰ ἰσχύει ἡ ἰσότιμη καὶ ἰσόκυρη συμμετοχὴ ὅλων τῶν ἐπισκόπων. Ἐψήφισαν τὶς ἀποφάσεις μόνον οἱ δέκα (10) παρόντες προκαθήμενοι, οἱ ὁποῖοι, ὅπως ἐλέχθη ὀρθῶς ἀπὸ τὸν παρόντα στὴν «Σύνοδο» λογιώτατο Σέρβο ἐπίσκοπο Μπάτσκας κ. Εἰρηναῖο Μπούλοβιτς, ἔδρασαν «ὡς συλλογικός τις πάπας». Στὴν πράξη ὑπονομεύεται τὸ συνοδικὸ πολίτευμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀφοῦ καὶ ἀπὸ ὑπευθύνους πατριαρχικοὺς κύκλους ὑποστηρίζεται παρρησίᾳ καί «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» ἡ παπικῆς ἐμπνεύσεως ἀρχὴ ὅτι ὁ προκαθήμενος δὲν εἶναι «primus inter pares» (=πρῶτος μεταξὺ ἴσων), ἀλλά «primus sine paribus» (=πρῶτος ἄνευ ἴσων). Αὐτὴ ἡ προσβολὴ τῆς ἰσότητος τῶν ἐπισκόπων καὶ ἡ σταδιακὴ διείσδυση τοῦ μοναρχικοῦ παπικοῦ πολιτεύματος στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποτολμήθηκε στὸ Κολυμπάρι τῆς Κρήτης. Δικαιολογημένα ἀρκετοὶ ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀρνήθηκαν ὑπ᾽ αὐτὲς τὶς ἀντισυνοδικές, ἀντικανονικές, παπίζουσες, αὐταρχικὲς καὶ μοναρχικὲς συνθῆκες, νὰ λάβουν μέρος στή «Σύνοδο» ὡς διακοσμητικὰ στοιχεῖα, ὡς «γλάστρες» ἢ ὡς μέλη τῆς συνοδείας τῶν προκαθημένων, οἱ ὁποῖοι μόνοι εἶχαν τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφασίζουν καὶ νὰ ψηφίζουν.
Τὸ τραγελαφικὸ καὶ παράλογο ὅλου αὐτοῦ τοῦ ἀντισυνοδικοῦ σκηνικοῦ, τὸ ὁποῖο ἀπὸ τὴν ἀρχὴ εἶχε τὰ σπέρματα τῆς διαιρέσεως καὶ τῆς διασπάσεως, φάνηκε σὲ πολλὲς ἄλλες περιπτώσεις. Μνημονεύουμε τὶς πιὸ χαρακτηριστικές. Ἀπὸ τὴν εἰκοσιπενταμελῆ (25) ἀντιπροσωπία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας οἱ δεκαεπτὰ (17) ἀρνήθηκαν νὰ ὑπογράψουν τὸ πιὸ προβληματικὸ κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον»• ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἐψήφισε ὁ προκαθήμενος, θεωρεῖται ψηφισμένο ἀπὸ ὅλους, μολονότι ἡ πλειοψηφία τὸ ἀπέρριψε. Στὴν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου τέσσαρες ἐπίσκοποι (4) δὲν ὑπέγραψαν τὸ ἴδιο κείμενο. Καὶ γιὰ νὰ μὴ φαίνεται τὸ κενὸ στὸν χῶρο τῶν ὑπογραφῶν, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου, χωρὶς ἐξουσιοδότηση, τοὺς ὑποκατέστησε καὶ ὑπέγραψε «ἀντ᾽ αὐτῶν». Στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἐνῶ ὑπῆρχε ὁμόφωνη συνοδικὴ ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας νὰ προταθοῦν συγκεκριμένες διορθώσεις ποὺ κατεδάφιζαν ἐν πολλοῖς τὶς οἰκουμενιστικὲς δομὲς τοῦ ἐπίμαχου κειμένου, ὁ Μακαριώτατος ἀρχιεπίσκοπος, χωρὶς συνοδικὴ ἐξουσιοδότηση, ἔπεισε ἐξωσυνοδικὰ τὴν ἀντιπροσωπία καὶ ὑπεχώρησαν, πλὴν τοῦ μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου, στὸ πιὸ κρίσιμο σημεῖο τοῦ κειμένου, στὴν ἀναγνώριση ἐκκλησιαστικότητος στοὺς ἑτεροδόξους αἱρετικούς.
Ἡ μόνη μάχη μεταξὺ Ὀρθοδοξίας καὶ αἱρέσεως ποὺ δόθηκε στὴν Κρήτη, καὶ παραδόθηκαν οἱ Ὀρθόδοξοι εὔκολα στὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ἦταν ἡ ἀντικατάσταση τῆς φράσεως τοῦ κειμένου «ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ ὁμολογιῶν», ποὺ ἀναγνώριζε τὶς αἱρέσεις ὡς ἐκκλησίες, μὲ τὴν φράση «ἄλλων χριστιανικῶν κοινοτήτων καὶ ὁμολογιῶν», ποὺ ἐπρότειναν ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ πολλοὶ ἐπίσκοποι ἄλλων ἐκκλησιῶν, ἡ ὁποία ἀπέρριπτε ὀρθοδόξως τὴν χρήση τοῦ ὅρου «ἐκκλησίες» γιὰ τοὺς αἱρετικούς. Δυστυχῶς ὁ ἀρχιεπίσκοπος καὶ οἱ μετ᾽ αὐτοῦ, πλὴν ἑνός, ἐγκατέλειψαν τὴν ὀρθόδοξη πρόταση, χωρὶς συνοδικὴ ἐξουσιοδότηση, καὶ δέχθηκαν νὰ προτείνουν τὴν παρηλλαγμένη, ἀλλὰ οὐσιαστικῶς ἀντιφατική, παράλογη καὶ ἐν πολλοῖς δυσερμήνευτη καὶ ἀκατανόητη φράση «τῶν ἄλλων ἑτεροδόξων ἐκκλησιῶν καὶ ὁμολογιῶν», ἡ ὁποία οὔτε τοὺς αἱρετικοὺς ἱκανοποιεῖ πλήρως, διότι τὸ «ἑτεροδόξων» καταργεῖ τό «ἐκκλησιῶν», οὔτε τοὺς Ὀρθοδόξους διότι τὸ «ἐκκλησιῶν» ἀναιρεῖ τὸ «ἑτεροδόξων». Ὅπως σωστὰ ἐλέχθη, οἱ ἔξυπνοι εἰσηγητές, ἀλλὰ καὶ οἱ ψηφίσαντες τὴν δῆθεν συμβιβαστικὴ καὶ εἰρηνοποιὸ φράση, κοροϊδεύουν καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δέ, καὶ τοὺς Ὀρθοδόξους ποὺ ἀρνοῦνται ὅτι οἱ αἱρετικοὶ εἶναι ἐκκλησίες καὶ τοὺς αἱρετικοὺς ποὺ νομίζουν ὅτι εἶναι ἐκκλησίες• τὸ «ἑτερόδοξες ἐκκλησίες» εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τό «πόρνη παρθένος», «σκοτεινὸ φῶς», «ψεύτικη ἀλήθεια», «ὑγιὴς ἀσθένεια» καὶ «ἄθεη θεοσέβεια».
2. Τίποτε κοινὸ μὲ τὶς ὀρθόδοξες συνόδους τῆς Ἐκκλησίας. Οἰκουμενιστικὴ σύνοδος
Ἡ ἀντισυνοδική, ἀντικανονική, ἀντορθόδοξη διαδικασία συγκλήσεως καὶ λειτουργίας τῆς «Συνόδου» προκάλεσε διαιρέσεις καὶ διάσπαση, μεταξὺ τῶν δεκατεσσάρων αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν, μεταξὺ τῶν ἐπισκόπων κάθε αὐτοκέφαλης ἐκκλησίας, μεταξὺ τοῦ πρώτου τῆς συνόδου κάθε ἐκκλησίας καὶ τῶν ἄλλων συνοδικῶν μελῶν καὶ βεβαίως μεταξὺ τοῦ ποιμνίου, ποὺ ἔβλεπε καὶ βλέπει τοὺς ποιμένες σὲ ἀσυμφωνία καὶ ἀντιπαράθεση, παραπληροφορούμενο καὶ παρασυρόμενο. Χειρότερη εἶναι ἡ ἀσυμφωνία καὶ ἡ διάσπαση τῆς ἑνότητος μεταξὺ τῆς σύγχρονης καὶ τῆς διαχρονικῆς Ἐκκλησίας, τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ Ἁγίων Πατέρων, τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης δὲν ἔχει τίποτε κοινὸ μὲ τὶς συνόδους τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες ἀκολουθοῦν ἡ μία τὴν ἄλλη, ἐπικαλούμενες ἡ μία τὴν ἄλλη, ὡς συνεδρίες μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἑνιαίου σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἐκτεινομένου εἰς τοὺς αἰῶνας. Ὅλες διακηρύσσουν ὅτι ἀκολουθοῦν τὸ σταθερὸ ὀρθόδοξο ἀξίωμα «ἑπόμενοι τοῖς Ἁγίοις Πατράσι», τὸ μή «μεταίρειν ὅρια ἃ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν», ὅτι δὲν καινοτομοῦν, δὲν προσθέτουν οὔτε ἀφαιροῦν ἀπὸ ὅσα καθόρισαν οἱ προηγούμενοι Ἅγιοι Πατέρες. Ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης τὰ ἄλλαξε ὅλα στὸν τρόπο συγκλήσεως καὶ λειτουργίας της, διέσπασε τὴν ἑνότητά της μὲ τὶς προηγούμενες συνόδους, εἶναι ὁλοφάνερα ἄλλου εἴδους σύνοδος, «διαφορετικὸ εἶδος συνόδου», ὅπως μὲ εἰλικρίνεια καὶ καύχηση παραδέχθηκε μέσα στὴν «Σύνοδο» ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας κ. Ἀναστάσιος. Ὄντως δὲν εἶναι ὀρθόδοξη σύνοδος, ἀλλὰ οἰκουμενιστικὴ σύνοδος, σύνοδος ὄχι τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Ἔτσι εἶχε σχεδιασθῆ καὶ ἔτσι σιγά-σιγὰ προχωροῦσε, χωρὶς νὰ φανερώνει κατὰ τὴν διάρκεια τῆς προετοιμασίας ἐμφανῶς τὸν στόχο της. Οἱ κατευθύνοντες τὰ τῆς «ἑνώσεως τῶν ἐκκλησιῶν» πρὸς μία συγκρητιστικὴ ἕνωση μὲ ἐξίσωση τῶν αἱρέσεων καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ φωτὸς καὶ τοῦ σκότους, τῆς ἀληθείας καὶ τῆς πλάνης, τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ἀντιχρίστου, εἶχαν πείσει τοὺς ἡγέτες τῶν Ὀρθοδόξων, τῶν Παπικῶν καὶ τῶν Προτεσταντῶν νὰ μὴ διεκδικοῦν ἐκκλησιολογικὴ ἀποκλειστικότητα, ἀλλὰ νὰ ἀναγνωρίσουν ὅλους τοὺς Χριστιανούς, ὅπου καὶ ἂν βαπτίσθηκαν, σὲ ὁποιαδήποτε ὁμολογία ἢ αἵρεση καὶ ἂν ἀνῆκαν, ὅτι ἀποτελοῦν ἐκκλησία, ὅτι ἀνήκουν στὴν Μία ᾽Εκκλησία. Γιὰ τοὺς Προτεστάντες, ὅπου ὁ καθένας πιστεύει καὶ πράττει ὅ,τι θέλει, μὲ τὴν ἄνευ ὁρίων ἐκκλησιολογία τους, αὐτὸ ἦταν πανεύκολο, καὶ τὸ ἐφήρμοσαν πρῶτα οἱ ἴδιοι στὸ δικό τους «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», στὸ ὁποῖο ἄκριτα προσκολληθήκαμε καὶ ἐμεῖς εὐτελίζοντας τὴν Νύμφη τοῦ Χριστοῦ, τὴν Μία, Ἁγία, Καθολική, καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία καὶ ἐξισώνοντάς την μὲ τὴν τελευταία προτεσταντικὴ αἵρεση. ῾Ο Παπισμὸς ὑποχώρησε στὴν Β´ Βατικάνεια Σύνοδο ἀπὸ τὴν ἀποκλειστικὴ ἐκκλησιολογία στὴν διευρυμένη ἐκκλησιολογία, μὲ τὴν ἀποδοχὴ στοιχείων ἐκκλησιαστικότητας ἰδιαίτερα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τὴν ὁποία ἄρχισε νὰ ἀποκαλεῖ «ἀδελφὴ ἐκκλησία», ποὺ θὰ ὁλοκληρώσει τὴν ἐκκλησιαστικότητά της μὲ τὴν ἀναγνώριση τοῦ πρωτείου τοῦ πάπα. Τώρα εἴμαστε ἐλλιπὴς ἐκκλησία. Γι᾽ αὐτὸ καὶ στὸν διεξαγόμενο ἀκόμη Θεολογικὸ Διάλογο μὲ τὴν Ρώμη κάποιοι ἐκπρόσωποί μας τείνουν νὰ ἀναγνωρίσουν τὸ πρωτεῖο τοῦ πάπα, γιατὶ φαίνεται ὅτι αἰσθάνονται ἐλλιπεῖς.
3. Εἰσάγει αἱρετικὴ ἐκκλησιολογία
Στὴν συμφωνημένη καὶ ἐπιβληθεῖσα ἔξωθεν ἐγκατάλειψη τῆς ἐκκλησιολογικῆς μας ἀποκλειστικότητας, τοῦ ὅτι δηλαδὴ ἐμεῖς μόνο εἴμαστε ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἀνταποκρίθηκε ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνος τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Ἰδιαίτερα μὲ τὴν Συνοδικὴ καὶ Πατριαρχικὴ Ἐγκύκλιο τοῦ 1920 «Πρὸς τὰς ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ», καὶ στὸν τίτλο ἀλλὰ καὶ στὸ περιεχόμενο τοῦ κειμένου, ἀνεγνώριζε ἐκκλησιαστικότητα στοὺς μέχρι τότε θεωρουμένους αἱρετικοὺς λοιποὺς Χριστιανούς, Μονοφυσίτες, Παπικούς, Προτεστάντες. Ἡ ἐσφαλμένη αὐτὴ γραμμὴ ἐνισχύθηκε ἰδιαίτερα ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, ποὺ δεσμεύθηκε μὲ δηλώσεις καὶ ἐνέργειες νὰ ἀναγνωρίσει τὴν ἐκκλησιαστικότητα τῶν αἱρετικῶν, τολμηρότερα δὲ προώθησε αὐτὴν τὴν δέσμευση ὁ σημερινὸς Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν Εἰδικὴ Διορθόδοξη Ἐπιτροπὴ ποὺ συνεκρότησε ἐπεχείρησε τὴν δῆθεν ἐπικαιροποίηση καὶ βελτίωση τῶν παλαιῶν προσυνοδικῶν κειμένων καὶ δι᾽ αὐτῆς συνοδικὴ ἀναγνώριση τῆς ἐκκλησιαστικότητας ἀκόμη καὶ τοῦ Βαπτίσματος τῶν αἱρετικῶν, δηλαδὴ συνοδικὴ ἀναγνώριση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ πεισματικὴ ἀντίδραση στὴν πρόταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νὰ ἀντικατασταθεῖ τὸ «ἄλλων χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν» μὲ τό «χριστιανικῶν κοινοτήτων».
Ὅλα αὐτὰ βέβαια δὲν μποροῦν νὰ ἀναπτυχθοῦν σ᾽ αὐτὸ τὸ περιεκτικὸ κείμενο μιᾶς Ἀνοικτῆς Ἐπιστολῆς-Ὁμολογίας. Ἔχουν ἀναλυθῆ ἀπὸ λογίους ἐπισκόπους καὶ ἀπὸ ἀκαδημαϊκοὺς διδασκάλους, τρεῖς ἐκ τῶν ὁποίων ὑπογράφουν τὸ παρὸν κείμενο, σὲ ἐπιστημονικὲς ἡμερίδες, διορθόδοξες συναντήσεις καὶ στὸν τύπο. Ὅσοι ἐκ τῶν ἐπισκόπων ἀγρυπνοῦν καὶ ἀγωνιοῦν γιὰ τὴν κρισιμότητα τῶν καιρῶν καὶ τὸν μεγάλο κίνδυνο διαιρέσεων καὶ σχισμάτων ἐντὸς τοῦ ποιμνίου, θὰ πρέπει μὲ ἰδιαίτερη προσοχὴ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸ θέμα τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης, στὴν προσεχῆ συνεδρία τῆς συνόδου τῆς Ἱεραρχίας.
Ἡ ἐκκλησιαστικότητα τῶν Παπικῶν ἔχει ἤδη ἀναγνωρισθῆ στὸ ἐπαίσχυντο καὶ προδοτικὸ κείμενο τοῦ Balamand τοῦ Λιβάνου (1993), στὸν Διάλογο μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς, τῶν δὲ Προτεσταντῶν καὶ Μονοφυσιτῶν στὶς Γενικὲς Συνελεύσεις τοῦ λεγομένου «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν» στὸ Πόρτο Ἀλέγκρε τῆς Βραζιλίας, (2006) καὶ στὸ Πουσὰν τῆς Ν. Κορέας (2013). Ἡ ἀποφυγὴ ἀπὸ τὴν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης νὰ κρίνει τὰ κείμενα τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων καὶ τὴν συμμετοχή μας στὸ «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», ἐνῶ ἀντίθετα ἐπαινεῖ καὶ τὰ δύο, σημαίνει ὅτι οὐσιαστικὰ ἐγκρίνει ὅτι οἱ Παπικοὶ ἔχουν Χάρη, Μυστήρια Ἱερωσύνη, Ἀποστολικὴ Διαδοχή (Balamand), καὶ ὅτι ἐμεῖς χωρισμένοι ἀπὸ τοὺς Μονοφυσίτες, τοὺς Παπικοὺς καὶ τοὺς Προτεστάντες δὲν μποροῦμε νά εἴμαστε ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία (Πόρτο Ἀλέγκρε, Πουσάν). Ἡ μὴ συμμετοχὴ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὴν συνέλευση τοῦ Balamand μεταβάλλεται τώρα σὲ συνενοχὴ μὲ τὴν ἔγκριση τῶν κειμένων τῶν Διαλόγων. Καθίσταται ἔτσι ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης σύμμαχος καὶ προαγωγὸς τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀντίθετη πρὸς ὅλες τὶς προηγούμενες συνόδους τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες, ἀντὶ νὰ ἐκκλησιοποιοῦν τὶς αἱρέσεις, τὶς κατεδίκαζαν καὶ τὶς ἀναθεμάτιζαν. Ἡ λέξη αἵρεση δὲν ὑπάρχει οὔτε μία φορὰ μέσα στὰ κείμενα τῆς «Συνόδου», ἡ δὲ ὀρθὴ πρόταση τοῦ Ἁγίου Ὄρους νὰ ἀπαγορευθοῦν οἱ συμπροσευχὲς μὲ τοὺς αἱρετικοὺς δὲν ἔτυχε καμμίας προσοχῆς. Ἑπομένως ὄχι μόνο ὡς πρὸς τὴν διαδικασία συγκλήσεως καὶ λειτουργίας, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὶς ἀποφάσεις της, ἰδιαίτερα ὡς πρὸς τὴν συνοδικὴ ἀναγνώριση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῶν αἱρέσεων ὡς ἐκκλησιῶν, ἡ συνέλευση μερικῶν ἐπισκόπων στὴν Κρήτη δὲν μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ οὔτε Σύνοδος, οὔτε Ἁγία, οὔτε Μεγάλη.
Ἡ ἄτυπη «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν» ἀγωνίσθηκε καὶ ἀγωνίζεται νὰ ἀναχαιτίσει τὴν προέλαση τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μὲ ἱστορικὲς πρωτοβουλίες, ὅπως ἡ σύνταξη καὶ ἡ κυκλοφόρηση τὸ 2009 τῆς «Ὁμολογίας Πίστεως κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», τοῦ κειμένου γιὰ τήν «Νέα Ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου (2014)» καὶ ἄλλων, τὰ ὁποῖα ὑπέγραψαν ἀρκετοὶ ἀρχιερεῖς, ἑκατοντάδες κληρικῶν καὶ μοναχῶν καὶ δεκάδες χιλιάδες πιστῶν. Πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης συνδιοργανώσαμε μαζὶ μὲ τὶς Ἱερὲς Μητροπόλεις Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως, Γλυφάδας, Κυθήρων καὶ Πειραιῶς τὴν μεγάλη Θεολογικὴ Ἐπιστημονικὴ Ἡμερίδα στὶς 23 Μαρτίου 2016 στὸν Πειραιᾶ μὲ θέμα «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος. Μεγάλη προετοιμασία χωρὶς προσδοκίες». Μετὰ τὴν «Σύνοδο» μὲ σειρὰ συλλογικῶν, ἀλλὰ καὶ προσωπικῶν κειμένων ἀποτιμήσαμε ἀρνητικὰ καὶ ἀπορρίψαμε τήν «Σύνοδο», εἴχαμε δὲ σειρὰ διορθοδόξων ἐπαφῶν καὶ συναντήσεων πρὸ τῆς «Συνόδου» καὶ μετ᾽ αὐτήν, προσκληθέντες ἀπὸ τὰ πατριαρχεῖα Βουλγαρίας καὶ Γεωργίας, ὡς καὶ ἀπὸ τὴν ἀνήκουσα στὴν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας Ἱερὰ Μητρόπολη Μολδαβίας.
4. Θὰ ἐπικυρωθεῖ ἡ «Σύνοδος» ἀπὸ τὴν Ἑλλαδικὴ Ἱεραρχία; Διακοπὴ μνημοσύνου.
Ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ἀποφασίσαμε νὰ συντάξουμε αὐτὴν τὴν Ἐπιστολή – Ὁμολογία, μὲ τὴν δυνατότητα νὰ ὑπογραφεῖ ἀπὸ ὅσους πιστοὺς συμφωνοῦν, λίγο πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτήν, εἶναι γιὰ νὰ παρακαλέσουμε εὐσεβάστως νὰ μὴν ἐπικυρώσουν οἱ ἱεράρχες μας καὶ νὰ μὴν ἐγκρίνουν τὰ ἀποφασισθέντα στὴν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, ἡ ὁποία, ὅπως σύντομα ἀναπτύξαμε, δὲν ἔχει τίποτε κοινὸ μὲ τὶς ὀρθόδοξες συνόδους, ἀλλὰ εἶναι μία ἀντορθόδοξη οἰκουμενιστική «Σύνοδος». Γιὰ πρώτη φορὰ σὲ συνοδικὸ κείμενο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀποτιμᾶται θετικὰ ἡ Οἰκουμενικὴ Κίνηση (Οἰκουμενισμός), καὶ ἡ «Σύνοδος ἐγκρίνει τὴ συμμετοχὴ τῶν ὀρθοδόξων καὶ ἐπιχαίρει γι᾽ αὐτήν». Τουλάχιστον νὰ ἀπορρίψουν ὡς ἄκυρο καὶ μὴ ἐγκριθὲν τὸ πολυσυζητημένο κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον», διότι οἱ διορθώσεις ποὺ πρότεινε ὁμόφωνα ἡ Ἱεραρχία πρὸ τῆς Συνόδου δὲν ἔγιναν δεκτὲς στὴν πλειονότητά τους, καὶ δὲν τὸ ἐψήφισαν στὴν Κρήτη πολλοὶ ἀρχιερεῖς. Ποῦ εἶναι ἡ ὁμοφωνία στὰ θέματα πίστεως; Ὅταν καθιστοῦμε τὶς αἱρέσεις ἐκκλησίες καὶ συμπροσευχόματε μὲ τοὺς αἱρετικοὺς αὐτὸ δὲν εἶναι θέμα πίστεως; Νὰ ἀναληφθεῖ ὡς ἐκ τούτου διορθόδοξη προσπάθεια νὰ συγκληθεῖ ἄλλη Πανορθόδοξη Σύνοδος μὲ ὀρθόδοξη διαδικασία καὶ ὀρθόδοξες ἀποφάσεις, ποὺ θὰ θεωρήσει τὴν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης ὡς προσυνοδικὴ συνέλευση ἐπισκόπων καὶ θὰ ἀλλάξει τὶς ἀποφάσεις της.
Γνωρίζουμε τὶς δυσκολίες τοῦ πράγματος καὶ τὴν δύναμη τῶν ἰσχυρῶν, ποὺ χαίρουν καὶ συγχαίρουν γιὰ τὶς οἰκουμενιστικὲς ἀποφάσεις καὶ τὰ πρῶτα συνοδικὰ βήματα τῆς ἀναγνώρισης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς ἀθώωσης τῶν αἱρέσεων. Ἐμεῖς ὀφείλουμε νὰ πράξουμε τὸ καθῆκον μας, καὶ στὸ πηδάλιο τῆς Ἐκκλησίας στέκεται ὁ Χριστός. Ἐπισημαίνουμε πάντως μὲ ἔμφαση ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν κληρικῶν, μοναχῶν καὶ λαϊκῶν ἔχουν κατασκανδαλισθῆ καὶ εἶναι ἕτοιμοι νὰ διακόψουν τὸ μνημόσυνο τῶν ἐπισκόπων ποὺ θὰ ἐπικυρώσουν τὶς ἀποφάσεις τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης, σύμφωνα μὲ τοὺς ἱεροὺς κανόνες, τὸν 31ο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τὸν 15ο τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861), χωρὶς νὰ προκαλοῦν γι᾽ αὐτὸ σχίσμα οὔτε νὰ ὑπόκεινται σὲ ἐπιβολὴ ποινῶν, ἀλλὰ ἀντίθετα πρέπει νὰ ἐπαινοῦνται, διότι πρόκειται γιὰ θεραπευτικὴ διαμαρτυρία, ποὺ προφυλάσσει τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὸν κίνδυνο τῶν αἱρέσεων καὶ τῶν σχισμάτων. Ἤδη μερικοὶ ἔχουν προχωρήσει στὴν διακοπὴ μνημοσύνου καὶ πρὸ τῆς συνόδου τῆς Ἱεραρχίας, εἰς δὲ τὸ Ἅγιον Ὄρος ἀπολύτως δικαιολογημένα τὸ ἔχουν πράξει πολλοὶ κελλιῶτες ἱερομόναχοι καὶ μοναχοί, ἐφ᾽ ὅσον ἐκεῖ ἄμεσος ἐπίσκοπός των εἶναι ὁ πρωτεργάτης καὶ κήρυξ τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν θέλουν νὰ μνημονεύεται στὶς ἱερὲς ἀκολουθίες. Διαπράττουν μεγάλο κανονικὸ καὶ ἐκκλησιαστικὸ λάθος ὅσοι, ἀντὶ νὰ ἐπαινοῦν, καταδιώκουν τοὺς μοναχοὺς ποὺ τηροῦν τὴν πατερική, ἱεροκανονικὴ καὶ ἁγιορειτικὴ Παράδοση.
5. Ὁ Οἰκουμενισμὸς τῆς Πανθρησκείας εἰσάγεται καὶ στὰ σχολεῖα.
Ἤδη ἡ ἀμέλεια καὶ ἀδιαφορία τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νὰ καταδικάσει τὸν Οἰκουμενισμό, καὶ νὰ ἀποφασίσει τὴν ἀποχώρησή μας ἀπὸ τό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» εἶχε τὸν πρῶτο πικρὸ καρπό της. Νὰ καταργηθεῖ τὸ ὁμολογιακὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, ἡ ὀρθόδοξη διαπαιδαγώγηση τῶν Ἑλληνοπαίδων, καὶ νὰ εἰσαχθεῖ ἡ οἰκουμενιστικὴ θρησκειολογία. Ὅταν στὶς περισσότερες μητροπόλεις καὶ ἐνορίες δὲν ἀκούγεται τίποτε ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῶν διαθρησκειακῶν συναντήσεων, ὅταν πατριάρχες καὶ ἐπίσκοποι προσφέρουν ὡς δῶρο τὸ «ἱερό» κοράνιο καὶ συμπροσεύχονται μὲ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ τοὺς ἀλλοθρήσκους, ὅταν στὶς Θεολογικὲς Σχολές, τῇ συνηγορίᾳ καὶ ἐπισκόπων, εἰσάγεται ἡ διδασκαλία τοῦ Ἰσλάμ, ὅταν οἱ πρωτεργάτες τῆς μετατροπῆς τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν σὲ θρησκειολογία συνεργάζονται μὲ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο καὶ πολλὲς μητροπόλεις, ἡ εὐθύνη δὲν βαρύνει τὸν ἄθεο Ὑπουργὸ Παιδείας ἀλλὰ καὶ σὲ ὅσους μέχρι σήμερα δὲν ἀντιδροῦσαν ἀλλὰ ἐνεθάρρυναν πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνση τὰ πράγματα.
Πάντως ἔστω καὶ καθυστερημένα εἶναι ἀξιέπαινη ἡ ἀντίδραση τοῦ ἀρχιεπισκόπου καὶ πλείστων ἄλλων ἀρχιερέων, ἰδιαίτερα ἡ συντριπτικὴ καὶ ὁμολογουμένως ἀκαταμάχητη ἐπιχειρηματολογία τοῦ μητροπολίτου Πειραιῶς κ. Σεραφείμ, στὴν ἱστορικὴ ἐπιστολή του πρὸς τὸν πρωθυπουργὸ κ. Τσίπρα, στὴν ὁποία ἀποδεικνύει τὴν ρατσιστικὴ κακομεταχείριση τῆς Μητέρας τοῦ Γένους Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, καὶ τὴν προνομιακὴ μεταχείριση στὴν ἐκπαίδευση τῶν Παπικῶν, τῶν Ἑβραίων καὶ τῶν Μουσουλμάνων, ὅπως ἐπιθυμοῦν οἱ διευθύνοντες τὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
῾Η «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν» γνωρίζει ὅτι καὶ παλαιὰ καὶ πρόσφατα πολλοὶ ἀρχιερεῖς εἶχαν ζητήσει τὴν συνοδικὴ καταδίκη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τὴν ἀποχώρησή μας ἀπὸ τό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν». Ἂν καθυστερήσουμε καὶ σὲ αὐτὸ τὸ καθαρὰ ἐκκλησιαστικὸ ἐπίπεδο, στὶς ἐκκλησίες μας θὰ γίνει ὅ,τι καὶ στὰ σχολεῖα. Θὰ γεμίσουν ἀπὸ Παπικούς, Προτεστάντες, Μονοφυσίτες, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, γιατὶ ὄχι καὶ ἀπὸ Ἑβραίους, Μουσουλμάνους, Βουδιστὲς καὶ ἄλλους. Ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης ἔκανε τὸ πρῶτο καλὸ βῆμα πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνση, ὅπως ἐκτιμᾶ ὁ πάπας Φραγκῖσκος. Θὰ τὴν ἀποδεχθοῦμε; Φυσικὰ ὄχι, διότι εἶναι ξένη πρὸς τὴν Ἀποστολικὴ καὶ Συνοδικὴ Παράδοση καὶ πρός τὴν Ἁγιοπνευματικὴ ἐμπειρία καὶ διδασκαλία ὅλων τῶν Ἁγίων, παλαιῶν καὶ νέων.
Μετὰ σεβασμοῦ καὶ τιμῆς
Γιὰ τήν «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν»
Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου
Προηγούμενος Ἱ. Μ. Μεγ. Μετεώρου
Ἀρχιμ. Σαράντης Σαράντος
Ἐφημέριος Ἱ. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου, Ἀμαρούσιον Ἀττικῆς
Ἀρχιμ. Γρηγόριος Χατζηνικολάου
Καθηγούμενος Ἱ. Μ. Ἁγίας Τριάδος, Ἄνω Γατζέας Βόλου
Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός
Ὁμότιμος Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης
Ὁμότιμος Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Δημήτριος Τσελεγγίδης
Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Σύμβουλος)
Σεπτέμβριος 2016
ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
Ὅσοι ἐκ τῶν κληρικῶν, μοναχῶν, μοναζουσῶν καὶ λαϊκῶν ἐπιθυμοῦν νὰ συμμετάσχουν στὴν μικρὴ αὐτὴ κατάθεση ὀρθοδόξου ὁμολογίας ἠμποροῦν νὰ τὸ δηλώσουν γράφοντας: «Συμφωνῶ μὲ τὴν Ἀνοικτὴ Ἐπιστολὴ - Ὁμολογία γιὰ τὴ “Σύνοδο” τῆς Κρήτης καὶ προσυπογράφω». Νὰ ἀποστείλουν δὲ τὴν δήλωση μὲ τὸ ὄνομά τους, τὴν κληρική, μοναστικὴ ἢ ἐπαγγελματική τους ἰδιότητα καὶ τὸν τόπο κατοικίας σὲ μία ἀπὸ τὶς παρακάτω διευθύνσεις:
• e-mail: synaxisorthkm@gmail.com
• Ἐκδόσεις «Τὸ Παλίμψηστον» Τσιμισκῆ 128, 546 21 Θεσσαλονίκη
• Σύναξη Ὀρθοδόξων Ρωμηῶν «Φώτης Κόντογλου» Τ.Θ. 107, 421 32 Τρίκαλα
Πηγή: Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...