
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
Η ανακοίνωση του Πατριαρχείου Βουλγαρίας, που αναρτήθηκε στην επίσημη ιστοσελίδα του Πατριαρχείου Βουλγαρίας www.bg-patriarshia.bg, ημερομηνίας 29 Νοεμβρίου 2016, όπου αναφέρεται στο κείμενο ‘’Η σχέση της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο’’, της Συνόδου στο Κολυμπάρι της Κρήτης, επισημαίνει με σαφήνεια τις αντιφάσεις, καθώς και το ότι δεν είναι σύμφωνες οι αντιφάσεις αυτές, με όσα διδάσκει η δογματική και κανονική Παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας και δεν είναι με βάση το γράμμα και το πνεύμα των Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων.
Κατ’ αρχή γίνεται αναφορά στην πρόταση του Πατριαρχείου Βουλγαρίας για αναβολή της Συνόδου στο Κολυμπάρι της Κρήτης, καθώς και στις παρόμοιες προτάσεις για αναβολή, των άλλων τριών Τοπικών Εκκλησίων (Αντοχείας, Ρωσίας και Γεωργίας) που δεν παρευρέθηκαν στη Σύνοδο. Θα πρέπει επιπρόσθετα να σημειώσουμε ότι η απόφαση λήφθηκε ομόφωνα όπως τούτο σημειώνεται στην ανακοίνωση. Καμιά απουσία δεν υπήρξε.
Στην ανακοίνωση του Πατριαρχείου Βουλγαρίας, γίνεται αναφορά τόσο σε οργανωτικά όσο και σε θεολογικά λάθη. Περιληπτικά να αναφέρομε ότι στην ανακοίνωση τονίζεται ότι δεν διασαλεύτηκε η ενότητα της Εκκλησίας. Η ομολογιακή αναφορά ότι «Κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο ίδιος ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο οποίος είναι ‘’η Οδός και η Αλήθεια και η Ζωή’’», μας θύμισε την παρήγορο ομολογία στην επιστολή του Οσίου Παϊσίου προς τον Αρχιμανδρίτη Χαράλαμπο Βασιλόπουλο, αναφορικά με τις οικουμενιστικές και φιλενωτικές ενέργειες του τότε Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα : «Η Εκκλησία είναι Εκκλησία του Χριστού και Αυτός την κυβερνάει».
Θα ήταν παράλειψη επίσης να μη σημειώσουμε ότι στην ανακοίνωση του Πατριαρχείου Βουλγαρίας, γίνεται ρητή αναφορά στην παρουσία των ετεροδόξων ‘’παρατηρητών’’ στη Σύνοδο, με την ορθόδοξη σαφήνεια ως εξής: ‘’…ετεροδόξων θρησκευτικών ομάδων (Ρωμαιοκαθολική, Αγγλικανική κλπ). Αυτό που επισημαίνεται εδώ και καιρό στην επίσημη ιστοσελίδα του Πατριαρχείου Βουλγαρίας, ότι «εκτός από την Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχουν άλλες εκκλησίες, αλλά μόνο αιρέσεις και σχίσματα, και το να ονομάζονται ‘’εκκλησίες’’ είναι θεολογικό, δογματικό και κανονικό λάθος», βρήκε την ορθόδοξη εκφραστική συνέχειά του στην ανακοίνωση αυτή του Πατριαρχείου Βουλγαρίας.
Τις μέρες τούτες που το πλήρωμα της Εκκλησίας ανέμενε την επίσημη τοποθέτηση του Πατριαρχείου Βουλγαρίας για τη Σύνοδο στο Κολυμπάρι της Κρήτης, κάποιοι δεν την ανέμεναν να είναι τόσο ομολογιακή. Αν μη γένοιτο ήταν διαφορετική, σίγουρα θα οξύνετο η οικουμενιστική θρασύτητα κάποιων. Θα επαναλάβω τα παρήγορα λόγια του Οσίου Παϊσίου, ότι «η Εκκλησία είναι Εκκλησία του Χριστού και Αυτός την κυβερνάει», καθώς και την αναφορά στην ανακοίνωση του Πατριαρχείου Βουλγαρίας, «Κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο ίδιος ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο οποίος είναι ‘’η Οδός και η Αλήθεια και η Ζωή’’».
Πηγή: Ακτίνες
Στις 19. Νοεμβρίου 2016, μία πρώην κομμουνιστική χώρα, η Πολωνία διακήρυξε επισήμως εκ νέου τον εαυτό της ως ένα χριστιανικό έθνος, αποκηρύσσοντας ουσιαστικά το άθεο παρελθόν της.
Την ώρα μάλιστα που η Ευρώπη βάσει σχεδίου ισλαμοποιείται.Σε μια μεγαλοπρεπή τελετή στον Καθολικό Ναό του Θείου Ελέους στην Κρακοβία της Πολωνίας, οι Καθολικοί Επίσκοποι της Πολωνίας με την παρουσία του Προέδρου Andrzei Duda και πολλών καθολικών προσκυνητών, αναγνώρισαν επίσημα τον Ιησού Χριστό ως Βασιλιά της Πολωνίας και Τον κάλεσαν να καθοδηγήσει το έθνος τους, το λαό τους και τους πολιτικούς τους ηγέτες.
Στην Ελλάδα αντίθετα, χάρη στις αποστασίες των πολιτών, το κράτος επιδιώκεται να κηρυχθεί σε ουδετερόθρησκο, προπομπό του αθεϊσμού.
«Αθάνατε Βασιλέα των Αιώνων Κύριε Ιησού Χριστέ, Θεέ μας και Σωτήρα μας, σκύβοντας τα κεφάλια μας ενώπιόν Σου, Βασιλέα του Σύμπαντος, αναγνωρίζουμε την κυριαρχία Σου πάνω από την Πολωνία, σε εκείνους που ζουν στην πατρίδα μας και σε όλο τον κόσμο. Επιθυμώντας να προσκυνήσουμε το μεγαλείο της δύναμής Σου και της δόξας Σου, με μεγάλη πίστη και αγάπη, θα φωνάξουμε: κυβέρνησέ μας, Χριστέ!», ανέφεραν οι Πολωνοί.
Επιπλέον, νεαρή Πολωνέζα ορθώνει ανάστημα απέναντι στην Νέα Τάξη και το Ισλάμ τονίζοντας στους ιμάμηδες πως δεν πρόκειται να εφαρμόσουν στην Πολωνία του νόμους του Αλλάχ, καθώς στην χώρα της ο βασιλιάς είναι ο Ιησούς Χριστός.
Πηγή: Unpolitical
Φ.Μ.: Ὁ ἡγούμενος Ἀρχιμανδρίτης Χρυσόστομος καὶ οἱ μοναχοί τοῦ Ἱεροῦ Κοινοβίου Ὁσίου Νικοδήμου, Πενταλόφου Παιονίας Κιλκίς, μὲ κείμενό τους, ἀποκαλύπτουν στὸν Λαὸ τοῦ Θεοῦ τὴν πραγματικὴ ἀλήθεια, γιὰ τὴν λεγόμενη ἁγία καὶ μεγάλη σύνοδο τῆς Κρήτης.
Κοντὰ στοὺς θεολόγους, στοὺς ἁπλοὺς λαϊκοὺς καὶ στοὺς μεμονωμένους παπάδες μας, ἄρχισαν νὰ ὑψώνουν Φωνὴ Ἀληθείας καὶ τὰ Μοναστήρια μας!
Δόξα Σοί, ὁ Θεός!
Ἐρωτώμενοι ἀπό ἀδελφούς μας ἐν τῷ κόσμῳ περί τῆς «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου», θά θέλαμε νά καταθέσουμετά ἑξῆς:
Ἐμεῖς οἱ Μοναχοί, ἀδελφοί μου, ζοῦμε καθημερινά τή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας στό ἀναλόγιο καί ἐνώπιον τῆς Ἁγίας Τραπέζης. Ἀπό τήν ἀναστροφή μας μέ τά ἱερά κείμενα (Παρακλητική, Μηναῖονκλπ), διδασκόμεθα ἐμπειρικά τήν δογματική ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Μέ πόνο ἀντικρίζουμε τά κείμενα τῆς ἐν Κρήτῃ συνόδου ὡς ξένα πρός τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος» δέν εἶναι «Συνοδός», δέν ἐπορεύθη τήν ὁδόν τῶν Ἁγίων Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀφοῦ δέν ἐπεκύρωσε τίς προηγούμενες Συνόδους.Δέν εἶναι «ἑπόμενη τοῖς Ἁγίοις Πατράσι». Ἡ σύνοδος τῆς Κρήτης ἔφερε μιά ἀνατροπήστήν ἱστορία τῆς λειτουργίας τῶν Συνόδων.
Μιά ἀληθινή Σύνοδος εἶναι συνέχεια τῶν πρό αὐτῆς Συνόδων καί ἐπικυρώνει τίς ἀποφάσεις τους, ὅπως συμβαίνει μέχρι σήμερα μέ τίς τοπικές συνόδους τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν. Ἡ ἐν Κρήτῃ σύνοδος δέν ἐπεκύρωσε τίς πρό αὐτῆς Συνόδους, δέν κατεδίκασε τίς αἱρέσεις πού αὐτές κατεδίκασαν, ἀλλά ἐνεργώντας ἀντίθετα καί ἀντιπατερικά, ἀγνοώντας τίς ἀποφάσεις τῶν πρό αὐτῆς Συνόδων, ἀνύψωσε τίς αἱρέσεις καί τίς ἀναγνώρισε ὡς Ἐκκλησία.
Αὐτό τραυμάτισε τήν μοναχική μας συνείδηση. Αἰσθανόμεθα τίς ἀποφάσεις τῆς συνόδου αὐτῆς ὡς ξένο σῶμα πού προσπαθεῖ μέ βία νά εἰσχωρήσει μέσα στό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Θεωροῦμε ὅτι ἡ σύνοδος αὐτή ἐμφορεῖται ἀπό τό πνεῦμα τῆς συγχρόνου παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ (πού ἤδη μετρᾶ πάνω ἀπό 100 χρόνια ζωῆς) καί ὅτι ἀπέστη ἀπό τόν ὀρθό δρόμο πού μᾶς ὑπέδειξαν οἱ Πατέρες μας.
Ἐμεῖς οἱ Μοναχοί ἐμμένουμε«ἐν οἷς ἐδιδάχθημεν καί ἐπιστώθημεν», ἀναμένοντες καί προσκαρτεροῦντες ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ διά τήν ἔκβασιν τῆς ὅλης ὑποθέσεως.
Μετ᾿εὐχῶν,
Ὁ Καθηγούμενος
Ἀρχιμανδρίτης Χρυσόστομος
καί οἱ σύν ἐμοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί
Μὲ ἀφορμὴ τὶς δηλώσεις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου ὁ Γέροντας Πρόδρομος ἀπὸ τὶς Καρυες Ἁγίου Ὅρους ἔγραψε τὸ ἑξῆς σχόλιο:
Στὰ δογματικὰ θέματα δὲν ὑπάρχει ὑπακοὴ σὲ ἀνθρώπους. Αὐτὸς ποὺ ἀκολουθεῖ λάθος δρόμο ἐκπίπτει τῆς Ἐκκλησίας διότι συστέλλεται εἰς αὐτὸν ἡ χάρις Τοῦ Ἁγίου Πνεύματος! Οἱ ἅγιοι ἄνθρωποι τὸ καταλαβαίνουν αὐτὸ καὶ ἔχουν μεγάλη ἀγωνία καὶ εὐθύνη νὰ ἐνημερώσουν τὴν Ἐκκλησία γιὰ τὴν πονηρία τοῦ διαβόλου. Δὲν ὑπάρχει θέμα ἐγωισμοῦ καὶ φανατισμοῦ. (σήμ: ἀναφορὰ περὶ 5ης φάλαγγας). Εἶναι ἕνα πολὺ σοβαρὸ σωτηριολογικὸ ζήτημα. Ἐὰν ξεφύγουμε ἀπὸ τὴν μυστικὴ θεολογία καὶ ὀρθόδοξη βιοτὴ ποὺ παρελάβαμε ἀπὸ τοὺς ἅγιους πατέρες, τότε τέλος οἱ Ἅγιοι στὴν Ἐκκλησία μας. Σὲ μία βαρετὴ ἀνθρώπινη ΜΚΟ ὀργάνωση θὰ καταλήξουμε μὲ ἁρμόνια μὲ τραγουδάκια καὶ ἀλληλεγγιους.
O Ἅγιος Εἰρηναῖος, (2ο αι.) λέγει: Ὅτι αὐθεντίες στὴν Ἐκκλησία δὲν εἶναι τὰ ὑπογεγραμμένα κείμενα, ἀλλὰ εἶναι ὁ θεούμενος, ὁ ἅγιος. Αὐτὸς εἶναι αὐθεντία. Ὁ προφήτης, ὁ Ἀπόστολος, ὁ Πατέρας καὶ ἡ Μητέρα ὅλων τῶν αἰώνων. Αὐτὸς ποὺ φτάνει στὴν θέωση.
Καὶ ὅπως λέγει ὁ Σέρβος Ἂγιος Ἰουστίνος (Πόποβιτς):
ἂν εἴμεθα Ὀρθόδοξοι καὶ θέλωμεν νὰ παραμείνωμεν Ὀρθόδοξοι, τότε ὀφείλομεν καὶ ἠμεῖς νὰ τηρήσωμεν τὴν στάσιν τοῦ Ἁγίου Σάββα, τοῦ Ἁγίου Μάρκου Ἐφέσου, τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ Αἰτωλοῦ, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Κροστάνδης καὶ τῶν λοιπῶν Ἁγίων Ὁμολογητῶν καὶ Μαρτύρων καὶ Νεομαρτύρων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἔναντί τῶν ρωμαιοκαθολικῶν καὶ τῶν προτεσταντῶν, ἐκ τῶν ὁποίων οὔτε οἱ μέν, οὔτε οἱ δέ, δὲν πιστεύουν ὀρθοδόξως εἰς τὰ δύο βασικὰ δόγματα τοῦ Χριστιανισμοῦ: εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν.
Τέλος, ὀ Ντοστογιέφσκυ, λέγει: "μὲ τοὺς ἀθέους μπορῶ νὰ μιλήσω, διότι ξέρω ποὺ κινεῖται ἡ σκέψη τους καὶ ὁ λόγος τους, τί πιστεύουν καὶ τί δὲν πιστεύουν. Μὲ τὸν παπισμὸ δὲν μπορῶ νὰ μιλήσω, διότι ὁ παπισμός μου δίνει ἀλλοτριωμένη πίστη, «μοῦ δίνει Χριστὸ ποὺ δὲν ὑπάρχει, μοῦ δίνει τὸν Ἀντίχριστο» ("Ἀδελφοi Καραμάζωφ").
Μὴν κατονομάζουμε Πεμπτοφαλαγγίτες λοιπὸν ὅσους μὲ πόνο καὶ ἀγωνία προσεύχονται νὰ μὴν δοθοῦν τὰ Ἅγια στοὺς Λατίνους καὶ βαδίσουμε ἔτσι σὰν ποίμνιο στὸν δρόμο τῆς πλάνης. Τίποτε δὲν εἶναι δεσμευτικό εαν ἀντίκειται στὴν πίστη καὶ στὴν παράδοση στὴν Ἐκκλησίας.
Πηγή: Άγιον Όρος, Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
01-11-2016
Μνήμη Ἁγίων Ἀναργύρων.
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΚΛΗΡΙΚΩΝ
ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
Σεβασμιώτατοι Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,
ὡς Κληρικοὶ τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης καὶ ὡς πιστὰ τέκνα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἐπιτρέψατέ μας νὰ σᾶς μεταφέρουμε τὴν ἀγωνία καὶ τὸν προβληματισμὸ μας.
Εἰσαγωγικῶς καὶ διευκρινιστικῶς σᾶς ἀναφέρουμε ὅτι: Χάριτι Θεοῦ καὶ παρὰ τὶς ἀδυναμίες καὶ ἀτέλειές μας, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μᾶς ἐνεπιστεύθη τὴν διαποίμανση τῶν λογικῶν προβάτων τοῦ Χριστοῦ καὶ μᾶς ἀνέθεσε τὴν εὐθύνη τῶν ψυχῶν τους πρᾶγμα τὸ ὁποῖο,δι᾿εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ τῶν δικῶν σας,προσπαθοῦμε νὰ πραγματοποιήσουμε. Στὸν δύσκολο, κατ᾿ἄνθρωπο, αὐτὸν δρόμο ὁδοδεῖκτες, ἐμπνευστὲς καὶ βοηθοὺς ἔχουμε τοὺς Ἁγίους Πατέρες παλαιότερους καὶ νεώτερους. Ἡ βιωτὴ τους, τὰ λόγια τους, τὸ παράδειγμά τους, εἶναι οἱ ὑποθῆκες, οἱ παρακαταθῆκες, ποὺ προσπαθοῦμε νὰ ἀκολουθοῦμε, ὅπως καὶ κάθε συνειδητὸς ὀρθόδοξος χριστιανός.
Τὰ τελευταῖα χρόνια παρατηροῦμε ὅτι, ἡ καθαρὴ Ὀρθόδοξη διδασκαλία καὶ ζωὴ δέχεται μεγάλη πίεση ἐκκοσμικεύσεως καὶ νοθεύσεως ἀπὸ τὸν σύγχρονο τρόπο ζωῆς,ποὺ ὅλους μᾶς ἐπηρεάζει. Αὐτὸ τὸ πνεῦμα δυστυχῶς,ἔχει σιγὰ-σιγὰ εἰσέλθει καὶ στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο καὶ ἡ προσπάθεια,ποὺ κάποτε ξεκίνησε γιὰ προσέγγιση μὲ τὶς αἰρετικὲς ἀποκλίσεις τοῦ Χριστιανισμοῦ, μὲ τὴν μορφὴ διαλόγων καὶ συνεργασιῶν σὲ κοινωνικὰ θέματα, ὥστε νὰ ἐπιστρέψουν οἱ ἐπιθυμοῦντες στὴν Μία καὶ Μόνη Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, παρεξέκλινε καὶ ἀντὶ νὰ προβληματίσει τοὺς ἐν αἱρέσει εὐρισκομένους συνανθρώπους μας, σταδιακὰ ἄμβλυνε τὸ Ὀρθόδοξο αἴσθημα τοῦ λαοῦμας.
Δὲν μποροῦμε νὰ ἀναφερθοῦμε διεξοδικῶς στὰ θέματα αὐτά, τὰ ὁποῖα σίγουρα καὶ σεῖς τὰ γνωρίζετε καὶ καλύτερα ἀπὸ μᾶς καὶ παρακαλοῦμε τὰ ὅσα σᾶς καταθέτουμε νὰ μὴν ἐκληφθοῦν ὡς προσπάθεια διδασκαλίας πρὸς ἐσᾶς, ἤ διαθέσεως καταθέσεως γνώσεων. Εἶναι ὅμως ἀπαραίτητα, γιὰ νὰ γίνει κατανοητὸ καὶ νὰ μὴν παρεξηγηθεῖ τὸ διάβημά μας.
Ἐπειδὴ οἱ διάφοροι διάλογοι διεξήγοντο ἀπὸ λαϊκοὺς ἤ κληρικοὺς ἐκπροσώπους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καὶ πολλάκις ἐσυνοδεύοντο καὶ ἀπὸ συμπροσευχὲς καὶ ἄλλες ἐκδηλώσεις ἀπαγορευμένες ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς κανόνες, τὰ δὲ πορίσματα τῶν διαφόρων ἐπιτροπῶν ἐνίοτε ἦσαν ἀντίθετα πρὸς τὰ δόγματα καὶ τὶς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας μας, προκαλοῦσαν μεγάλη στεναχώρια καὶ ἀγωνία στὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας μας. Μεγάλες φυσιογνωμίες ἀναντιρρήτου κύρους καὶ σύγχρονοι Ἅγιοι (Ἅγιος Παΐσιος, Ἅγιος Ἰουστῖνος, Ἅγιος Πορφύριος καὶ ἄλλοι πολλοί) μὲ τὰ γραφόμενα καὶ τὶς συμβουλὲς τους στηλίτευαν, συμβούλευαν καὶ κρατοῦσαν σὲ ἐγρήγορση ἀλλὰ καὶ σὲ προσευχὴ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, ἐν ἀναμονῇ ἀποφάσεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀξιολογήσεως τῶν μέχρι τώρα γεγονότων.
Γνωρίζοντας ἤδη τὴν προϊστορία τῆς συγκλίσεως Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας μας, τὸν κανονισμὸ λειτουργίας της καὶ τὰ προσυνοδικά κείμενα, εἴχαμε μεγάλη ἀγωνία γιὰ τὴν ἔκβασή της καὶ προσευχόμεθα ἀδιαλείπτως ὁ Θεὸς νὰ φωτίσει τοὺς συνερχομένους ἀρχιερεῖς, ὥστε νὰ ληφθοῦν ἀποφάσεις Ὀρθόδοξες, ἐπόμενες τῶν διδαχῶν τῶν Ἀγίων Πατέρων.
Ὅμως δυστυχῶς, μετὰ ἀπὸ προσεκτικὴ μελέτη τῶν πεπραγμένων καὶ ἀποφασισθέντων τῆς ἐπονομαζόμενης «Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», ποὺ ἔλαβε χώρα στὸ Κολυμπάρι ἀπὸ 19-23 Ἰουνίου 2016 καὶ ἀντιπαραβάλλοντας τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου αὐτῆς μὲ τὴν ὅλη Ὀρθόδοξη Παρακαταθήκη, διαπιστώσαμε, ὅτι οἱ ἀποφάσεις αὐτὲς εἶναι ξένες καὶ ἀντίθετες μὲ τὰ παραδεδομένα τῶν Ἅγίων Πατέρων καὶ τῶν Ἁγίων Τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Ἄντίστοιχες διαπιστώσεις, ὅπως θὰ γνωρίζετε, ἔχουν γίνει καὶ ἀπὸ κληρικοὺς τῆς Ἐκκλησίας (Ἐπισκόπους, Ἡγουμένους μονῶν, ἱερεῖς, μοναχούς κλπ) καὶ ἀπὸ ἐγκρίτους θεολόγους.
Δύο μελέτες ἐξ αὐτῶν ποὺ ἀποδεικνύουν τοῦ λόγου τὸ ἀληθὲς εἶναι τοῦ κ. Κυριάκου Κυριαζόπουλου, καθηγητοῦ ἐκκλησιαστικοῦ κανονικοῦ δικαίου, θεολόγου καὶ δικηγόρου παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ, καθὼς καὶ τοῦ κ. Δημητρίου Τσελεγγίδη, καθηγητοῦ Θεολογίας Α.Π.Θ.
Σεβασμιώτατοι, ὡς πνευματικοὶ πατέρες καὶ ὑπεύθυνοι τῶν ψυχῶν, ποὺ μᾶς ἐμπιστεύτηκε ὁ Κύριος, δὲν μποροῦμε νὰ λέμε καὶ νὰ πράττουμε ἐνάντια στὴν συνείδησή μας. Πιστεύουμε ὅτι καὶ ἐσεῖς θὰ συμφωνεῖτε μὲ αὐτό. Προσπαθοῦμε, ἄν καὶ ἀνάξιοι, ὅπως προαναφέραμε, νὰ προτρέψουμε τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀρνηθεῖ τὸν κόσμο (τὸ κοσμικὸ πνεῦμα, τὴν ἐκκοσμίκευση) καὶ νὰ ἀκολουθήσει τὸ στενὸ δρόμο τῆς Ὀρθοδόξου ἀσκήσεως ποὺ ὁδηγεῖ στὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση, ὅπως διδάσκουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας. Ἐδῶ βλέπουμε ὅτι ὁ δρόμος αὐτὸς συγχέεται- συγκρίνεται- μπερδεύεται μὲ τὸν ἄκοπο «χριστιανισμό» τῶν Προτεσταντῶν καὶ τῶν Παπικῶν. Ἄν αὐτὰ ποὺ αὐτοὶ προτείνουν καὶ πράττουν ὡς «χριστιανικὰ» εἶναι ἀποδεκτὰ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας, τὶ θὰ ποῦμε στοὺς ἀνθρώπους μας; Ἄν καὶ αὐτὰ ὁδηγοῦν στὴν σωτηρία, πῶς θὰ ποῦμε στὸν νέο ἄνθρωπο νὰ ἀκολουθήσει τὸν δρόμο τῆς ἀσκήσεως, τῆς νηστείας, τῆς ἐγκράτειας, τῆς νήψεως ὅταν ἐκεῖ, κάθε παρέκκλιση θεωρεῖται δικαίωμα, κάθε ἀνωμαλία εὐλογεῖται, κάθε προφανὴς παράβαση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ θεωρεῖται φιλανθρωπία καὶ ἀνθρωπισμός; Ἐπειδὴ ἀσφαλῶς τὰ γνωρίζετε, δὲν χρειάζεται νὰ ἀπαριθμήσουμε τὰ ὅσα ἀντιεκκλησιαστικὰ καὶ ἀντίχριστα ἔχουν ἐμφιλοχωρήσει στὶς αἱρετικὲς παρεκκλίσεις τοῦ Δυτικοῦ κόσμου.
Καθημερινὰ ἑορτάζουμε μάρτυρες, ὁμολογητὲς καὶ ἁγίους, ποὺ άγωνίστηκαν ἐναντίον αἱρετικῶν, βασανίστηκαν καὶ θανατώθηκαν ἀπὸ αἱρετικούς, τοὺς ὁποίους τὰ κείμενα τῆς Συνόδου καὶ ἡ γενικώτερη στάσις προκρίτων ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν «ἀμνηστεύουν» καὶ θεωροῦν «ἐκκλησίες», μετὰ τῶν ὁποίων ἐπιδιώκεται ἔνωσις ἄνευ ξεκαθαρίσματος τῶν δογματικῶν διαφορῶν. Τὶ θὰ ποῦμε στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ρωτοῦν ποιὸ εἶναι τὸ σωστό, ἤ διαμαρτύρονται βλέποντας ὅτι δὲν ἀκολουθεῖται ἡ ὁδὸς τῶν Ἅγίων Πατέρων;
Ἐμεῖς ἔχουμε ἐπιλέξει, ὡς ὑπόλογοι ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν Ἁγίων Του, νὰ λέμε τὴν Ἀλήθεια. Νὰ λέμε αὐτὸ ποὺ πιστεύει ἡ Ἐκκλησία ἀνέκαθεν διὰ τῶν ἁγίων της καὶ ὄχι αὐτὸ ποὺ βλέπουμε νὰ άκολουθεῖται σήμερον, ἀπὸ μιὰ μερίδα της Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ κάποιων ἐκ τῶν ἀκαδημαϊκῶν θεολόγων.
Καὶ στὸ ἐρώτημα: «Ναί, ἐσεῖς μᾶς λέτε αὐτά, ἀλλὰ οἱ Ἐπίσκοποί μας ἄλλα λένε καὶ ἄλλα πράττουν. Τὶ γίνεται; Πῶς συμβιβάζονται ὅλα αὐτά;» βρισκόμαστε πρὸ μεγάλου διλήμματος.
Μέχρι τώρα λέγαμε ὅτι μπορεῖ νὰ βλέπουμε παρεκκλίσεις Ἀρχιερέων, συμπροσευχές, κείμενα ἀσύμβατα, ἤ καὶ ἀντίθετα μὲ τὴν ὀρθόδοξο πίστη, νέες θεολογικὲς ἀπόψεις ἀστήρικτες καὶ νεφελώδεις, ἀλλὰ ἄς κάνουμε ὑπομονὴ καὶ ἡ Ἐκκλησία ἐν Συνόδῳ θὰ λύσει τὰ προβλήματα καὶ ἄς μὴν βιαζόμαστε. Τώρα ποὺ ἡ «Σύνοδος» ἔγινε καὶ, ἀντὶ νὰ ἀσχοληθεῖ καὶ νὰ ἀντιμετωπίσει τὰ ὅσα ἐπισώρευσαν τὰ χρόνια ποὺ πέρασαν καὶ νὰ ἀναπαύσει τὰ κατασκανδαλισθέντα τέκνα τῆς Ἐκκλησίας, τὰ νομιμοποιεῖ, τὶ μποροῦμε πλέον νὰ ποῦμε; Νὰ τὰ δικαιολογήσουμε, δὲν γίνεται. Προδίδουμε τὴν πίστη μας, τὴν μέχρι τώρα πορεία μας, τὴν ἐμπιστοσύνη τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν πιστῶν καὶ καταπατοῦμε τὴν συνείδησή μας. Νὰ σιωπήσουμε; Πῶς θὰ δικαιολογήσουμε τὴν σιωπὴ μας ἀπέναντι στὸν Θεὸ καὶ στοὺς ἀνθρώπους; Θὰ μᾶς θεωρήσουν ἤ ὑποκριτὲς καὶ διπρόσωπους, ἤ συμφεροντολόγους καὶ ὁπωσδήποτε ἀνάξιους νὰ μιλοῦμε γιὰ τὴν ἐλευθερία τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ, τὴν θυσία ὑπὲρ τῆς ἀληθείας καὶ τὴν ἀγάπη ποὺ ἔξω βάλλει τὸν φόβο.
Σεβασμιώτατοι, ἐδῶ θεωροῦμε ἀναγκαία καὶ τὴν δικὴ σας ξεκάθαρη θέση. Τὸ καλύτερο θὰ ἦταν ἡ Ἐκκλησία ὁλόκληρη, κλῆρος καὶ λαός, νὰ συζητήσει ἐν ἐλευθερίᾳ καὶ ἀγάπη καὶ νὰ ἀκουστοῦν ὅλες οἱ φωνές, ὄχι φωνὲς στρατευμένων σὲ κάποια ἄποψη, ἤ μισθωτῶν, ἤ ἐπιδιωκόντων ἴδιον ὄφελος, ὅπως ἔγινε μέχρι τώρα στὶς περισσότερες περιπτώσεις. Βρεῖτε ἐσεῖς τὸν τρόπο. Μόνο ποὺ χρειάζεται γρήγορη ἀντιμετώπιση.
Μέχρι τότε, ἡ Ἱεραρχία μας μπορεῖ καὶ πρέπει νὰ πάρει θέση ἔναντι τῆς Συνόδου καί τῶν κειμένων της καὶ νὰ ἐπιδιώξει νὰ δεχτεῖ καὶ τὴν κριτικὴ τοῦ πιστοῦ λαοῦ ἐπὶ τῶν θέσεων της, ὅπως ἄλλωστε γινόταν ἀνέκαθεν στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἰστορία.
Ἡ μέχρι τώρα στάση τῆς Ἰεραρχίας μας, ἄλλοτε διὰ τῶν ἐπισήμων δηλώσεων, ἄλλοτε διὰ τῆς σιωπῆς της, ὁπωσδήποτε δηλώνει θετικὴ ἀποδοχὴ τῶν ἀποφασισθέντων. Ἡ δική μας θέσις ποιὰ εἶναι στὴν περίπτωση αὐτή; Βρισκόμαστε σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν Ἱεραρχία μας, ὑπερασπιζόμενοι τὴν Ὀρθόδοξη πίστη μας.
Τὶ πρακτικὴ ἔκφραση θὰ πρέπει νὰ λάβει αὐτὴ ἡ κατάσταση, γιὰ νὰ εἴμαστε συνεπεῖς μὲ τὴν συνείδησή μας; Οἱ Πατέρες σὲ τέτοιες περιπτώσεις, διαμαρτυρόμενοι γιὰ τὶς παρεκλίσεις τῶν Ἱεραρχῶν, εἰς ἔνδειξη διαμαρτυρίας σταματοῦσαν τὴν μνημόνευσή τους, μέχρι νὰ ἐκλείψουν οἱ λόγοι ποὺ προκαλοῦσαν τὸ πρόβλημα. Οὔτε εὐχάριστο εἶναι, ἀλλ᾿ ἀντιθέτως ὀδυνηρὸ καὶ ἴσως καὶ μαρτυρικό. Γιὰ μᾶς ὅμως δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος.
Σᾶς ἱκετεύουμε λοιπὸν νὰ σκεφτεῖτε ὅλα αὐτά. Ἐμεῖς παιδιὰ σας εἴμαστε, μέσω ὑμῶν ἐλάβομεν τὴν Ἱερωσύνη. Σὲ ἐσᾶς προσβλέπουμε. Δὲν μποροῦμε ὅμως νὰ λησμονήσουμε ὅτι ὑπηρετοῦμε τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία του καὶ ὄχι ἀνθρώπινες ἐπιλογές, ποὺ μεταβάλλονται ἀναλόγως τῶν περιστάσεων.
Ἐμᾶς, τοὺς ὑπογράφοντες ἱερεῖς καὶ ἐσεῖς μᾶς γνωρίζετε καὶ μεταξύ μας ἀδελφικῶς γνωριζόμαστε καὶ ἀνέκαθεν συμφωνούσαμε στὰ τῆς πίστεως καὶ ἔτσι ἀποφασίσαμε νὰ ἀπευθυνθοῦμε ἕνας ἕκαστος ἄλλα καὶ ἀπὸ κοινοῦ πρὸς τὸν οἰκεῖο ἐπίσκοπο καὶ δι᾿ αὐτοῦ πρὸς τὴν Σύνοδό μας, λέγοντας καὶ ζητώντας τὰ ἴδια .
Κατόπιν τούτων καὶ ἐπειδὴ ὡς ἱερεῖς ἐπιθυμοῦμε νὰ τηρήσουμε ἀπαρέγκλιτον τὴν πίστη τῶν Πατέρων, ὅπως βιώθηκε καὶ ὅπως διδάχθηκε ἀπὸ αὐτούς, εὑρισκόμεθα ὑπόλογοι ἐνώπιον τῆς συνειδήσεώς μας, νὰ ἀποδεχθοῦμε τὶς ἀποφάσεις αὐτές.
Ἐλπίζουμε ὅτι καὶ ἐσεῖς, ὡς Ὀρθόδοξοι Ἀρχιερεῖς, θὰ ἔχετε προβληματιστεῖ γιὰ ὅλα αὐτὰ καὶ σᾶς παρακαλοῦμε νὰ μελετήσετε καὶ νὰ ἀπορρίψετε τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου αὐτῆς.
Μιὰ τέτοια στάση σας, θὰ χαροποιήσει τοὺς Ὀρθοδόξους καὶ θὰ προστατέψει τὸ ποίμνιο ἀπὸ τοὺς ὑπερασπιστὲς τῶν ποικίλων αἱρέσεων καὶ τοῦ ἐπάρατου Οἰκουμενισμοῦ, ποὺ ὁμογενοποιεῖ τὶς κακοδοξίες μὲ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ δημιουργεῖ μεταλλαγμένη θεολογία καὶ παράδοση.
Μιὰ τέτοια στάση θὰ μᾶς ἀναπαύσει καὶ θὰ μᾶς δώσει θάρρος νὰ συνεχίσουμε τὴν διακονία μας πρὸς τὸν λαό τοῦ Θεοῦ, μὲ ἥσυχη τὴν συνείδησή μας ὅτι ἐπιτελοῦμε τὸ χρέος μας, τηρώντας ἀνόθευτα ὅσα παραλάβαμε ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες.
Σὲ ἀντίθετη περίπτωση, ἄν δηλαδὴ προτιμηθεῖ ἡ συμπόρευσή σας μὲ τὴν Οἰκουμενιστικὴ λεγεῶνα καὶ ἡ νόθευσις τῆς πίστεως μὲ τὰ αἱρετικὰ μορφώματα ἀνατολῆς καὶ δύσεως, ἐπειδὴ εἴτε ἡ σιωπή, εἴτε ἡ ἀδιαφορία δὲν μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴν εὐθύνη μας ἔναντι τῆς πίστεώς μας, ἀλλὰ μᾶς καθιστᾶ συνεργοὺς στὴν καθιέρωση καὶ ἐξάπλωση τῆς κακοδοξίας, μὲ πόνο ψυχῆς ἀναγκαζόμαστε νὰ σᾶς δηλώσουμε ὅτι δὲν θὰ σᾶς ἀκολουθήσουμε, ἀλλὰ θὰ ἀκολουθήσουμε τὴν διαχρονικὴ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὴν ἀπάντηση τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς πρὸς τὸν Πάπα Πῖον τὸν Θ΄ τὸ 1848: «Παρ' ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι, οὔτε Σύνοδοι ἠδυνήθησαν ποτὲ εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὑπερασπιστὴς τῆς Θρησκείας ἐστὶ αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτὸς ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τὸ θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καὶ ὁμοειδὲς τῶν Πατέρων αὐτοῦ».
Διατελοῦμεν μετὰ τιμῆς, σεβασμοῦ καί ἀγάπης
Πρωτοπρεσβύτερος Γαβριήλ Μαζανάκης
Πρεσβύτερος Σπυρίδων Δαμανάκης
Πρεσβύτερος Παῦλος Μαζανάκης
Σχόλιο Ρωμαίϊκου Ὁδοιπορικοῦ: Εἶναι πράγματι λυπηρὸ νὰ ἀκοῦμε τέτοιους λόγους ἀπὸ ἕναν Ἀρχιεπίσκοπο... Ὅσοι δὲν ὑπέγραψαν τὸ ἐπίμαχο κείμενο τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης γιὰ τὶς Σχέσεις τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μὲ τὴν λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο ὄχι μόνο δὲν εἶναι "πέμπτη φάλαγγα" ἀλλὰ ἀντιθέτως εἶναι ἐπαινετέοι γιατί προασπίστηκαν τὴν Ἁγιοπατερικὴ Παράδοση καὶ δὲν ἀκολούθησαν τὸν ὀλισθηρὸ δρόμο τῆς ἀναγνώρισης ἐκκλησιαστικότητας στοὺς αἱρετικούς!
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσοστομος παραχώρησε συνεντευξη στὸν "Ἐθνικὸ Κήρυκα" καὶ τον Θεόδωρο Καλμοῦκο.Μεταξύ των ἄλλων ἀναφέρθηκε καὶ στὶς συνομιλίες του μὲ τὸν Πατριάρχη Μόσχας Κύριλλο, ἀλλὰ καὶ στὴν δεσμευτικότητα τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου. Ἰδοὺ τὸ σχετικὸ ἀπόσπασμα:
Ὁ Μακαριώτατος ...ἀπεκάλυψε στὸν «Ε.Κ.» τὶς συνομιλίες του μὲ τὸν Πατριάρχη Μόσχας κ. Κύριλλο. Τοῦ εἶπε πὼς «ἐσφαλμένως νομίζεις ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐναντίον σου, δὲν ἔχομε κάτι νὰ μοιράσομε. Ηθελα νὰ γίνει ἡ Μεγάλη Σύνοδος καὶ καλῶς ἔγινε καὶ ἐὰν δὲν γινόταν δὲν θὰ μποροῦσε ποτὲ πλέον νὰ γίνει διότι ἡ γελοιοποίηση θὰ ἦταν τόσο μεγάλη ποὺ θὰ μᾶς ἔκανε ἐπὶ αἰῶνες νὰ μὴν ἀποφασίσουμε νὰ κάνουμε Σύνοδο.
Πιστεύω ὅτι τὰ κείμενα ποὺ βγῆκαν ἦταν ὑψηλοῦ πνευματικοῦ ἐπιπέδου. Πήραμε θάρρος καὶ εὐελπιστοῦμε σὲ λίγα χρόνια νὰ κάνουμε μιὰ Σύνοδο συγκροτημένη καὶ εὔχομαι νὰ εἶναι οἱ πάντες παρόντες γιατί ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία καὶ δὲν πρέπει νὰ τὴν διαιροῦμε καὶ κατ’ ἐμένα ἡ τρίτη χιλιετηρίδα εἶναι ἡ χιλιετηρίδα τῆς Ὀρθοδοξίας». Συμπλήρωσε πὼς «τὸ ἀντιλήφθηκε ὁ Πατριάρχης Κύριλλος. Τοῦ εἶπα δὲν εἶχα ἀδελφὲ τίποτε ἐναντίον σου, ἐσὺ μπορεῖ νὰ ἤθελες ἀναβολή, ἐγὼ δὲν ἤθελα».
Στὴν ἐρώτηση τί τοῦ εἶπε γιατί δὲν πῆγε στὴ Σύνοδο, ὁ Μακαριώτατος τόνισε: «Εἶχε κάποια προβλήματα μὲ τὸ ποίμνιό του. Τοῦ εἶπα ὄτι πεμπτη φάλαγγα ἔχω κι ἐγὼ μέσα στὴ Σύνοδο. Μερικοὶ Συνοδικοὶ δὲν ἤθελαν ἀλλὰ πῆρα κατὰ πλειοψηφία ἀπόφαση τῆς Συνόδου καὶ τοὺς εἶπα ὅτι ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα εἶστε ὑπόχρεοι νὰ ὑλοποιεῖτε τὴν ἀπόφαση ποὺ πῆρε ἡ Σύνοδός μας γιὰ τὴ Μεγάλη Σύνοδο.
Κι όταν μερικοὶ Συνοδικοὶ ἔφυγαν καὶ δὲν ὑπέγραψαν, ὑπέγραψα ἐγὼ γι’ αὐτούς, κι ὅταν ἐπιστρέψαμε στὴν Κύπρο ἔκανα συνεδρία τῆς Συνόδου, τοὺς ἐπέπληξα καὶ τοὺς εἶπα δὲν θὰ πάρετε πρόσκληση νὰ ἔλθετε στὴ Σύνοδο ἂν δὲν μάθετε νὰ ὑλοποιεῖτε τὶς ἀποφάσεις τῆς Μεγάλης Συνόδου ποὺ εἶναι ὑποχρεωτικές καὶ γιὰ μένα καὶ γιὰ σᾶς, δὲν μπορεῖ ὁ καθένας νὰ κάνει ὅ,τι θέλει. Ὁποῖος θέλει νὰ κάνει δουλειὰ δική του νὰ πάει στὸ σπίτι του».
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ἡ Συνοδικὴ Ἀπόφαση τῆς Ἀποστολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας, τοῦ 1998 ἔχει ξεχωριστὴ σημασία ἀνάμεσα στὰ Κείμενα - ὁρόσημα τῆς σύγχρονης Ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, τὰ ὁποῖα σφραγίζουν τὸν ἀγώνα τῆς Ἐκκλησίας νὰ διατηρήσει ἀνόθευτη τὴν «ἅπαξ παραδοθεῖσαν πίστιν» καὶ τὴν πίστη Της στὴν «Μίαν Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν».
Στὸ ἀπόηχο μιᾶς παλαιότερης ἀπόφασης τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς (Ὑπερορίου), τοῦ 1983, ἡ ὁποία καταδίκαζε τὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, μὲ εἰδικότερη μάλιστα ἀναφορὰ στὴ «Θεωρία τῶν Κλάδων», ἡ ἐν λόγω Ἀπόφαση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας εἶναι εὐρύτερου φάσματος, καθὼς θίγει ἕξι διαφορετικὲς ἐκφράσεις ἀνορθοδόξων διδαχῶν, ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ τὴν σύγχρονη Οἰκουμενικὴ κίνηση καὶ οἰκουμενικὴ διαπλοκὴ Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
Πιὸ συγκεκριμένα, ἡ Ἀπόφαση αὐτὴ ἀπορρίπτει ὀνομαστικὰ τὶς συμφωνίες τοῦ Σαμπεζὺ καὶ Μπάλαμαντ, τὴ συμφωνία ποὺ ὑπεγράφη ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Ἀντιοχείας μὲ τοὺς Μὴ-Καλχηδόνιους στὴ Συρία, τὸ 1991, τὴν υἱοθέτηση τοῦ Γρηγοριανοῦ Πασχαλίου ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Φινλανδίας ὑπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἐπίσης ἀπορρίπτει τὴν θέση ὅτι τὰ Ἱερὰ Μυστήρια ὑπάρχουν ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καὶ τὶς ποικίλες ἐκφάνσεις τῆς «Θεωρίας τῶν Κλάδων», καὶ τὴν συμπροσευχὴ καὶ τέλεση μυστηρίων ἀπὸ κοινοῦ μὲ μὴ-Ὀρθοδόξους. Ἡ οὐσιώδης φύση τῆς Ἀποφάσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας, συγκεκριμένη ἀλλὰ καὶ εὐρέως φάσματος, ἀποκτᾶ πολλαπλασίως μεγαλύτερη σημασία γιὰ τὴν καθ’ ὅλου Ἐκκλησία, σήμερα, σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴ διαμόρφωση μιᾶς πανορθοδόξου ὁμοφωνίας (consensus) ἔναντί τῆς αἱρετικῆς φύσεως τοῦ συγκρητιστικοῦ οἰκουμενισμοῦ. Πόσο μᾶλλον ἐκπληκτικὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι, (ἐξ’ ὅσων γνωρίζουμε), τὸ Κείμενο αὐτὸ δὲν εἶχε ποτὲ ἕως τώρα μεταφραστεῖ στὰ Ἀγγλικὰ καὶ Ἑλληνικά.
Ἔχει σημασία νὰ ἐπισημάνουμε τὰ ἑξῆς, σὲ σχέση μὲ τὴν Συνοδικὴ Ἀπόφαση τοῦ 1998, ὥστε νὰ τὴ θέσουμε στὶς πραγματικὲς ἱστορικὲς καὶ ἐκκλησιαστικὲς διαστάσεις της:??Τὸ Συνοδικὸ Κείμενο βασίστηκε στὴν ἀνάλυση καὶ μελέτη ποὺ πραγματοποίησε μία θεολογικὴ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ὁρίστηκε ἀπὸ τὸν Καθολικὸ-Πατριάρχη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας, Ἠλία Β’ . Ἡ ἀπόφαση, νὰ συσταθεῖ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ νὰ ἐξετάσει τὰ προαναφερθέντα ἕξι ἐπίμαχα σημεῖα καὶ κείμενα, ἐλήφθη ὡς ἄμεσο ἐπακόλουθο μιᾶς μεγάλης, λαϊκῆς ‘ἐξέγερσης’ τῶν πιστῶν Ὀρθοδόξων της Γεωργίας, πιὸ συγκεκριμένα, τῆς μοναστικῆς κοινότητας. Συνεπῶς, ἦταν ἡ ἐγρηγοροῦσα δογματικὴ συνείδηση καὶ εὐαισθησία, ὄχι μόνον ἢ ἔστω πρωτίστως τῆς ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ τοῦ πληρώματος, ὅλων των πιστῶν, ποὺ ἐπέφερε αὐτὴν τὴν Ἀπόφαση-ὁρόσημο δημιουργώντας μείζονος σημασίας προηγούμενο πρὸς ὄφελος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας . Τὸ σημεῖο αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ ἀγνοηθεῖ καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθεῖ σοβαρὰ ὑπόψη ἀπὸ τοὺς ἁπανταχοῦ πιστοὺς σὲ κάθε Τοπικὴ Ἐκκλησία, διότι κάθε πιστὸς εἶναι συνυπεύθυνος γιὰ τὴν διαφύλαξη τῆς Παρακαταθήκης τῆς Πίστεως ἀκεραίας καὶ ἀλωβήτου καὶ τὴν ἀπαρασάλευτη πορεία τῆς Ἐκκλησίας
Τέλος, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ τονισθεῖ ὅτι, σὲ τελικὴ ἀνάλυση, ἡ διαδικασία αὐτοκαθάρσεως τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ αἱρετικὲς ἀντιλήψεις καὶ διδαχές, ὅπως εἶναι οἱ διαδιδόμενες στὸ πλαίσιο τοῦ συγκρητιστικοῦ οἰκουμενισμοῦ, εἶναι πρωτίστως Τοπικὸ φαινόμενο καὶ διεργασία. Κατὰ τὰ εἰωθότα στὴ σύγχρονη Ὀρθοδοξία, μία ἑκάστοτε Τοπικὴ Ἐκκλησία– κλῆρος καὶ λαὸς – καλεῖται, πρῶτα αὐτή, νὰ ἐξετάσει καὶ νὰ ἀπορρίψει τὶς τυχὸν κακόδοξες διδασκαλίες, ποὺ κηρύττονται καὶ προωθοῦνται στοὺς κύκλους τοῦ συγκρητιστικοῦ οἰκουμενισμοῦ, προτοῦ ἡ Ὀρθόδοξη Καθολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καταλήξει νὰ ἐκδώσει ὁριστικὴ δογματικὴ διατύπωση, στὸ πλαίσιο μιᾶς οἰκουμενικῆς, πανορθοδόξου Συνόδου. Γι’ αὐτὸ ἡ Ἀπόφαση αὐτὴ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας ἀποτελεῖ ἕνα ὁρόσημο, πολλὰ ὑποσχόμενο γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Ἡ διαδικασία αὐτή, ἀντιμετώπισης τῶν οἰκουμενιστικῶν προκλήσεων καὶ ἐπανεπιβεβαίωσης τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως στὴ Μία, Ἀδιαίρετη καὶ Καθολικὴ Ἐκκλησία, ἔναντί τῆς ΄καινοτόμου’ συγκρητιστικῆς οἰκουμενιστικῆς ἐκκλησιολογίας, ἐπανεκκινήθηκε οὐσιαστικὰ μὲ τὴν ἐν λόγω ρύθμιση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας, τοῦ 1998 (παρότι ἄγνωστη ἐν πολλοῖς στοὺς περισσότερους Ὀρθοδόξους). Συνεχίζεται δὲ ἕως τὶς ἡμέρες μας, μὲ ἐπίκεντρο τὴ διοργάνωση τῆς Κρήτης, ὅσον ἀφορᾶ τόσο τὶς προσυνοδικὲς ὅσο καὶ τὶς μετασυνοδικὲς διαδικασίες, οἱ ὁποῖες ἐξετάστηκαν ἀπὸ τὶς Ὀρθόδοξες Συνόδους τῆς Γεωργίας καὶ τῆς Βουλγαρίας, μὲ τὴν τελευταία νὰ ἀπορρίπτει τὴ «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, συγκεκριμένα ἐξαιτίας τῆς οἰκουμενιστικῆς ἐκκλησιολογικῆς τοποθέτησης αὐτῆς. Μὲ δεδομένη τὴν ἱστορικὴ ἀπόφαση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας, τοῦ 1998 - ἴσως τὴν πλέον σαφῆ καὶ εὐρυφασματικὴ συνοδικὴ ἀπόφαση ποὺ ἔχει ἐκδοθεῖ ποτὲ κατὰ τοῦ συγκρητιστικοῦ οἰκουμενισμοῦ, μποροῦμε [εὔλογα] νὰ ἀναμένουμε ὅτι, σύντομα, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας θὰ ἀκολουθήσει κατὰ πόδας καὶ θὰ ἀπορρίψει ἐκκλησιολογικῶς τὴ λεγόμενη «Σύνοδο» τῆς Κρήτης.
Εἴθε αὐτὴ ἡ ἀπόφαση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας νὰ λάβει τὴν πρέπουσα σημασία ἀπὸ τὴν Ἱεραρχία καὶ τοὺς πιστοὺς ὅλων τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἐμπνέοντάς τους νὰ ἀκολουθήσουν τὸ παράδειγμά της καὶ νὰ δηλώσουν μὲ σαφῆ τρόπο τὴν πίστη τους στὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἐναντίον τῆς νέας ἐκκλησιολογίας τοῦ συγκρητιστικοῦ οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία δυστυχῶς κρίθηκε ἀθώα καὶ ἀναβίωσε ἀπὸ τὴ λεγόμενη ‘Σύνοδο’ τῆς Κρήτης.
- Πρωτοπρεσβύτερος Peter Heers, συγγραφεὺς τοῦ ἔργου «Ἡ Ἐκκλησιολογικὴ Ἀναθεώρηση τῆς Β’ Βατικανῆς Συνόδου: Μία Ὀρθόδοξη Διαρεύνηση τοῦ Βαπτισμάτος καὶ τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὸ Διάταγμα περὶ Οἰκουμενισμοὺ
Η ΑΠΟΦΑΣΗ:
8 Ὀκτωβρίου, 1998
Πρακτικά της Συνεδριάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου
Ἡ συνεδρίαση τῆς ἱερᾶς Συνόδου τῆς Γεωργιανῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔλαβε χώρα στὴν αἴθουσα συνεδρίων τοῦ πατριαρχείου τῆς Γεωργίας στὶς 8 Ὀκτωβρίου, 1998. Στὶς ἐργασίες τῆς συμμετεῖχαν 24 ἱεράρχες (πλήρης ἀπαρτία) τῆς Γεωργιανῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Ἡ Αὐτοῦ Μακαριότης καὶ Ἁγιότης ὁ Καθολικὸς-Πατριάρχης πάσης Γεωργίας, Ἠλίας ὁ Β’, ἦταν ὁ προεδρεύων τῆς συνεδριάσεως. Ὁ ἐπίσκοπός τῆς ἐπαρχίας Πότι – Grigol (Berbichashvili), ὁρίστηκε γραμματέας τῆς συνεδριάσεως.
Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δέχθηκε τὴν ἐνημέρωση τῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία συστάθηκε μὲ τὶς εὐλογίες τοῦ Καθολικοῦ-Πατριάρχη πάσης Ρωσίας Ἠλία Β’, τὸν Ἰούλιο τοῦ 1997. Ἡ ἐν λόγω ἐπιτροπὴ ἐξέτασε τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχαν γίνει αἰτία σκανδαλισμοῦ ὁρισμένων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ Θεολογικὴ Ἐπιτροπὴ ἐξέτασε τὰ ἀκόλουθα Κείμενα καὶ ζητήματα: τὰ Κείμενα τοῦ Σαμπεζὺ καὶ τοῦ Μπάλαμαντ, τὸ προσχέδιο συμφωνίας μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιοχείας καὶ τῶν Μὴ-Καλχηδονίων ἐκκλησιῶν (τῆς Ἀνατολῆς), τὸ ὁποῖο ἔγινε ἀντικείμενο ἐπεξεργασίας τὸ 1991, τὸν ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα ἀπὸ τὴ Φινλανδικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, σύμφωνα μὲ τὸ Γρηγοριανὸ Πασχάλιον, τὴ διδασκαλία γιὰ τὴν ὕπαρξη σωτηριώδους χάριτος, πέραν τῶν κανονικῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας, καθὼς καὶ τὴ λεγόμενη «Θεωρία τῶν Κλάδων». Ἡ θεολογικὴ Ἐπιτροπὴ ἦλθε σὲ ἐπικοινωνία μὲ τὰ πατριαρχεῖα Κωνσταντινουπόλεως, Ἀντιοχείας καὶ Ρωσίας καὶ ζήτησε νὰ ἐνημερωθεῖ ἐπὶ τῶν θέσεων τῶν διαφορετικῶν ἐκκλησιῶν, σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὰ προαναφερθέντα ζητήματα.
Πρέπει νὰ τονιστεῖ ὅτι, ἕνας ἀριθμὸς αὐτοκέφαλων Ἐκκλησιῶν, στὶς ὁποῖες συγκαταλέγεται καὶ ἡ Γεωργιανὴ Ἐκκλησία, οὐδέποτε ἔλαβε σαφῆ ἀπόφαση, στὸ πλαίσιο γενικῶν συνελεύσεων, ἐπὶ τῶν προαναφερθέντων ζητημάτων. Ἐπιπλέον, ὁρισμένες Ἐκκλησίες ἔχουν πράγματι ἀποφανθεῖ ἀρνητικὰ σχετικὰ μὲ αὐτά, μὲ εἰδικὴ ἀπόφαση τῆς ἱερᾶς Συνόδου [μίας ἑκάστης].
Ἐπειδὴ τὰ ζητήματα αὐτὰ ἀποτελοῦν πεδίο ἀμφιβολιῶν ἐκ μέρους τῶν πιστῶν μας, ὡς ἐκ τούτου, ἡ Θεολογικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ Πατριαρχείου τῆς Γεωργίας προέβη στὴ μελέτη τους καὶ ἐξέδωσε τὰ συμπεράσματά της σὲ τρία τεύχη Ἐνημερωτικῶν Δελτίων
Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Γεωργιανῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔλαβε γνώση καὶ συμφώνησε μὲ τὰ συμπεράσματα τῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Πατριαρχείου τῆς Γεωργίας. Ἡ τοποθέτηση, ποὺ περιγράφεται παρακάτω, ἐκφράζει τὴ θρησκευτικὴ κοσμοθεωρία τῆς Γεωργιανῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἡ ὁποία ἴσχυε πάντοτε.
Ἡ θέση αὐτὴ δηλώνεται καὶ ἐπαναδιατυπώνεται σαφῶς ὡς ἀκολούθως:
Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Γεωργιανῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀποφαίνεται γιὰ τὰ ἑξῆς:
1. Τὰ Κείμενα τῆς Ἐπιτροπῆς Μικτοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ Μὴ-Χαλκηδονίων ἐκκλησιῶν (τῆς Ἀνατολῆς) – οἱ λεγόμενες Συμφωνίες τοῦ Σαμπεζύ, ποὺ ἔλαβαν χώρα μεταξὺ 1990-1993 στὸ Σαμπεζὺ (τῆς Ἐλβετίας) - εἶναι ἀπαράδεκτα.
2. Τὸ σχέδιο γιὰ τὴν προκαταρκτικὴ συμφωνία μεταξὺ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιοχείας καὶ Μὴ-Χαλκηδονίων ἐκκλησιῶν (τῆς Ἀνατολῆς), τὸ ὁποῖο ἐκπονήθηκε τὸ 1991, εἶναι ἀπαράδεκτο.
3. Τὸ Κείμενο: “ Οὐνιτισμός: μέθοδος ἑνώσεως τοῦ παρελθόντος καὶ ἡ παροῦσα ἀναζήτηση τῆς πλήρους κοινωνίας (ἡ λεγόμενη ‘Συμφωνία τοῦ Μπάλαμπαντ), τὸ ὁποῖο ἔγινε δεκτὸ ἀπὸ τὴν Μικτὴ Ἐπιτροπὴ Καθολικῆς καὶ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὸ Μπάλαμαντ (Λίβανος), στὶς 23 Ἰουνίου, 1993, εἶναι ἀπαράδεκτο.
4. Ὁ ἑορτασμὸς τοῦ Πάσχα ἀπὸ τὴν Αὐτόνομη Ἐκκλησία τῆς Φινλανδίας, σύμφωνα μὲ τὸ Γρηγοριανὸ Πασχάλιον, δὲν συνάδει μὲ τὴν ἀπόφαση τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, στὴ Νίκαια, σχετικὰ μὲ τὴν ἡμερομηνία [τὸν χρόνο] ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα. Ὡστόσο πρέπει νὰ τονιστεῖ ὅτι, μὲ βάση τὴ γενικὴ Ὀρθόδοξη θέση ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ γεγονὸς αὐτὸ θεωρήθηκε ὡς παραβίαση Κανόνων καὶ ὄχι ὡς αἵρεση. Ἑπομένως, ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἄποψη εἶναι σημαντικὸ ὅτι τὸ πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως (στὴ δικαιοδοσία τοῦ ὁποίου συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ Αὐτόνομη Φινλανδικὴ Ἐκκλησία), εἶναι ἀρνητικὰ προδιατεθειμένο σχετικὰ μὲ τὴν παραπάνω Κανονικὴ παραβίαση καὶ θεωρεῖ ὅτι τὸ Πάσχα πρέπει νὰ ἑορτάζεται σύμφωνα μὲ τὴν ἀπόφαση τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Νικαίας (βλ. ἐπιστολὴ 1214/1997 τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως).
5. Ἡ αἱρετικὴ ἐκκλησιολογικὴ διδασκαλία, ποὺ ἀναπτύχθηκε στὰ βάθη τῆς μὴ-Ὀρθόδοξης, μοντερνιστικῆς, θεολογίας, ἀναφορικὰ μὲ τὴν ὕπαρξη σωτηριώδους [μυστηριολογικὴς] χάριτος, πέραν τῶν Κανονικῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καὶ ἡ ἀκραία ἐκδήλωσή της - ἡ λεγόμενη ‘Θεωρία τῶν Κλάδων’, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἱ ποικίλοι χριστιανικοὶ κλάδοι ποὺ ὑπάρχουν σήμερα, θεωροῦνται διαφορετικοὶ καὶ ἰσότιμοι κλάδοι τῆς Ἀληθινῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ – εἶναι ἀπαράδεκτη.
6. Τέλος, τόσο ἡ συμπροσευχή, ὅσο καὶ ἡ μετοχὴ στὰ Μυστήρια, ἀπὸ κοινοῦ μὲ μὴ-Ὀρθοδόξους, εἶναι ἀπαράδεκτες, ὅπως αὐτὸ ἐπαναβεβαιώθηκε στὸ τελικὸ Κείμενο, τὸ ὁποῖο ἀπεδέχθη ἡ Διορθόδοξη Σύναξη ὅλων τῶν Κανονικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, (Θεσσαλονίκη, 29 Ἀπριλίου – 2 Μαΐου, 1998). Σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρο 13, παράγραφος β’ τοῦ Κειμένου αὐτοῦ: «Οἱ Ὀρθόδοξες ἀντιπροσωπεῖες δὲν θὰ συμμετέχουν στὶς οἰκουμενικὲς Ἀκολουθίες, τὴν κοινὴ προσευχὴ καὶ λατρεία τοῦ Θεοῦ, οὔτε σὲ ἄλλες θρησκευτικὲς τελετὲς τῆς Συνάξεως»..
Σήμ. Ἐκτενὴς ἀνάλυση τῶν προαναφερθέντων ζητημάτων παρέχεται ἐπίσης στὰ ἐνημερωτικὰ δελτία (υπ' ἀριθμ. 1,2,3) τῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Πατριαρχείου τῆς Γεωργίας.
Πηγή: [μετάφραση: Χαρὰ-Ἀνδριάνα Λιαναντωνάκη, γιὰ τὸ Orthodoxethos], Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
Πρόκειται για αποφράδα ημέρα που θα χαραχθεί με μελανά γράμματα στις δέλτους της Ιστορίας της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος.
Με μία οικτρή, άφρονα και προδοτική απόφασή τους οι υποτιθέμενοι θεματοφύλακες της Ορθοδόξου χριστιανικής πίστεως και παραδόσεως παρέπεμψαν το όλο φλέγον, ακανθώδες, χρήζον αμέσου αντιμετωπίσεως και μη επιδεχόμενο χρονοτριβής και μεταθέσεως στο απώτερο μέλλον ζήτημα στις καλένδες διά της παγίας και δοκιμασμένης πρακτικής της συγκροτήσεως επιτροπών με προφανέστατο σκοπό να καθησυχάσουν τις δεινώς ταραχθείσες συνειδήσεις των αγωνιούντων και αλγούντων ψυχικώς πιστών, να αμβλύνουν την ένταση και έκταση των άχρι τούδε προκληθεισών αντιδράσεων και να προετοιμάσουν το έδαφος για την αναγνώριση, στο μέλλον, από την πλευρά του εκκλησιαστικού σώματος των αποφάσεων της επαράτου και ολεθρίας ψευδο-συνόδου του Κολυμπαρίου διά της "διαφωτίσεως", γράφε δια-σκοτίσεως του πομνίου την οποία θα αναλάβουν να υλοποιήσουν και θα "αβαντάρουν" εκκλησιαστικοί και θεολογικοί παράγοντες, κατηχητικά σχολεία, συνάξεις κύκλων μελέτης Αγίας Γραφής κ.λ.π.
Η σημερινή εξέλιξη αποκαλύπτει εναργώς το μέγεθος της αλλοτριώσεως του εκκλησιαστικού φρονήματος από το οποίο μαστίζεται η πλεονότητα των μελών του ιεραρχικού σώματος της Αυτοκεφάλου (υποτίθεται) Εκκλησίας της Ελλάδος.
Αλήθεια, μπορεί κανείς να ισχυρισθεί με το αζημίωτο ότι οι πλείστοι των ποιμένων και διδασκάλων μας τυγχάνουν άξιοι των περιστάσεων και του υψηλού αξιώματός τους και δεν προδίδουν τη θεία και ιερή αποστολή τους;
Ότι "ορθοτομούν τον λόγον της αληθείας" και δεν καινοτομούν;
Γιατί, σεβασμιώτατοι, περιφρονήσατε την έμπονη και αγωνιώδη κραυγή αγωνίας του ποιμνίου σας υπέρ του οποίου υπάρχετε;
Γιατί δεν διακηρύξατε στεντορεία τη φωνή και ομοθυμαδόν την ακλονήτου κύρους αλήθεια επί τη βασει της οποίας μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία διαθέτει εκκλησιαστική υπόσταση και δύναται να ονομάζεται με τον όρο Εκκλησία εν εντιθέσει με τις εκτός Ορθοδοξίας αιρετικές κοινότητες και ομάδες της δυτικής χριστιανοσύνης που στερούνται εκκλησιαστικότητος και επ ουδενί δύνανται να ονομάζονται Εκκλησίες;
Γιατί δεν αποδοκιμάσατε την αήθη και αντιεκκλησιαστική "εισπήδηση" του Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου στα εσωτερικά ζητήματα της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας μας;
Γιατί πυροδοτείτε σχίσματα και διαιρέσεις; Δεν μας φθάνει το παλαιοημερολογητικό σχίσμα; Έχουμε την "πολυτέλεια" και για άλλα;
Γιατί διευρύνατε ακόμη περισσότερο το ψυχικό χάσμα που σας χωρίζει από το ποίμνιο που δεν ανέχεται να προδίδεται ελαφρά τη καρδία και άνευ αιδούς και συστολής η πίστη των πατέρων του;
Σκεφθήκατε, άραγε, το σάλο που θα εγερθεί από τη σημερινή άφρονα απόφασή σας; Αναλογισθήκατε τις συνέπειες των πράξεών σας;
Υ.Γ. Αύριο ολοκληρώνεται η θλιβερή συνεδρία του ανωτάτου διοικητικού σώματος της Ελλαδικής Εκκλησίας. Και την επομένη κάποιοι αρχιερείς θα πάνε στα πανηγύρια εορταζόντων ναών σαν να μη συμβαίνει τίποτε για να συνευωχηθούν και παράσχουν την αρχιερατική ευλογία τους στον πιστό λαό. Έτσι απλά...
Πηγή: Ακτίνες
Στίς 23 καί 24 Νοεμβρίου 2016 συνεδρίασε ἐκτάκτως ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ ἀποκλειστικό θέμα τήν ἀποτίμηση τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης. Τήν συνεδρία αὐτή τῆς Ἱεραρχίας ἀνέμενε μέ μεγάλο ἐνδιαφέρον καί ἀγωνία ὁ πιστός λαός τοῦ Θεοῦ, πού εἶχε ἐναποθέσει σέ αὐτή τίς ἔσχατες ἐλπίδες του γιά ἕναν ἐπαναπροσδιορισμό τῶν θέσεων τῆς Ἱεραρχίας, πού θά ὁδηγοῦσε στόν ἐντοπισμό τῶν ἐσφαλμένων ἐπιλογῶν καί ἀποφάσεων τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης.
Δυστυχῶς, ὅμως, οἱ προσδοκίες αὐτές διαψεύστηκαν, γεγονός πού μᾶς προκάλεσε βαθύτατο πόνο καί μεγάλη ἀπογοήτευση. Αἰσθανόμαστε τήν ἱερατική καί μοναχική μας συνείδηση νά ἀντιδρᾶ ἔντονα καί νά ἀνθίσταται, ἀδυνατώντας νά κατανοήσει καί νά ἀποδεχθεῖ τίς ἀποφάσεις πού ἐλήφθησαν. Αἰσθανόμαστε ἐπιτακτικά τήν εὐαγγελική ἐντολή νά μᾶς ὁδηγεῖ, ὥστε νά ὁμολογήσουμε ὑπέρ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αἰσθανόμαστε νά μᾶς ἐπιτάσσει νά μήν σιωπήσουμε, ἀλλά νά καταθέσουμε, ἐνώπιον τῆς Ἐκκλησίας, τήν καλογερική δογματική μας συνείδηση μέ εὐθύτητα καί εἰλικρίνεια, χωρίς κατακριτική διάθεση, ἀλλά μέ ἔμπονη ἀγάπη πρός τήν Ἁγία μας Ἐκκλησία καί τήν ἀλήθεια τῆς ὀρθοδόξου πίστεώς μας.
Μᾶς παρακινεῖ σέ αὐτό, τό φωτεινό παράδειγμα τῶν Ἁγίων μας, παλαιῶν καί συγχρόνων, καθώς καί ἡ προτροπή τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου: «Εἶναι ἐντολή τοῦ Κυρίου νά μή σιωπᾶμε, ὅταν κινδυνεύει ἡ Πίστη... Ὅταν πρόκειται γιά τήν πίστη, δέν μποροῦμε νά ποῦμε· Ἐγώ ποιός εἶμαι; Εἶμαι ἱερέας; Ὄχι. Ἄρχοντας; Οὔτε. Στρατιώτης; Γεωργός; Οὔτε καί αὐτό. Εἶμαι φτωχός, ἐξασφαλίζοντας μόνο τήν καθημερινή μου τροφή. Δέν ἔχω λόγο, οὔτε ἐνδιαφέρον γιά τό θέμα αὐτό. Ἀλλοίμονο! Οἱ πέτρες θά κράξουν, καί σύ μένεις σιωπηλός καί ἀδιάφορος;... Ὥστε ἀκόμα καί ὁ φτωχός τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως δέν θά ἔχει καμμιά δικαιολογία, ἄν τώρα δέν μιλᾶ, γιατί θά κριθεῖ καί μόνο γι’ αὐτό»1.
Δυστυχῶς, παρά τήν σοβαρότητα τοῦ θέματος πού συζητήθηκε, οἱ Ἱεράρχες μας δέν στάθηκαν στό ὕψος τῶν περιστάσεων καί δέν ἔλαβαν τήν προσήκουσα ἀπόφαση. Κατά ἀκριβολογία πρόκειται οὐσιαστικά γιά ΜΗ ἀπόφαση καί ὄχι γιά ἀπόφαση. Πρόκειται γιά μία ἐσκεμμένα ἐπαμφοτερίζουσα ἀπόφαση, πού παρέχει τήν δυνατότητα πολλαπλῶν ἀναγνώσεων καί ποικίλων ἑρμηνειῶν.
Εἶναι μία ἀπόφαση διπλωματική καί ἐξισορροπιστική, χωρίς εὐθύτητα καί χωρίς καθαρές θέσεις, πού μόνο σκοπό ἔχει νά κατευνάσει τίς ἀντιδράσεις καί νά διατηρήσει τίς ἰσορροπίες μεταξύ τῶν ἀντιδρώντων, Ἐπισκόπων, κληρικῶν, μοναχῶν καί λαϊκῶν πιστῶν καί τῶν ὑπερασπιστῶν τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη, παραπέμποντας οὐσιαστικά τό ζήτημα στίς «Καλένδες».
Ἡ ἀπόφαση αὐτή προκαλεῖ σύγχυση καί παραπλανᾶ τό ποίμνιο, κι αὐτό γιατί ἀπό τήν μία πλευρά δίνει τήν δυνατότητα στούς ὑπερασπιστές τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης νά ἐπικαλοῦνται τό γεγονός ὅτι δέν καταδικάστηκαν τά Κείμενα τῆς Κρήτης. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ὅσοι δικαίως ἀντιδροῦν στίς ἀποφάσεις τῆς Κρήτης, ἐπικαλοῦνται τό γεγονός ὅτι ἡ Ἱεραρχία μπορεῖ μέν νά μήν κατεδίκασε τήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, ἀλλά δέν τήν ἐπικύρωσε καί δέν ἐνέκρινε τά Κείμενά της.
Πρόκειται πραγματικά γιά μεθοδεύσεις, πού δέν εἶναι ἔντιμες καί εὐθεῖς καί δέν ἁρμόζουν σέ καμμία περίπτωση σέ ὀρθοδόξους Ἱεράρχες. Ὑποδηλώνουν μάλιστα ὅτι δέν πηγάζουν καί δέν ἀποτελοῦν καρπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό Ὁποῖο εἶναι εὐθές καί ξεκάθαρο.
Στήν οὐσία παρέχεται ἄφεση ἁμαρτιῶν στήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης καί γίνεται, ἔστω καί ἔμμεσα, ἀνεκτή ὅλη ἡ παθογένεια πού τήν συνόδευσε.
Παρέχεται ἄφεση ἁμαρτιῶν, ἀλλά καί ἔμμεση νομιμοποίηση, στίς πρωτοφανεῖς μεθόδους ἀδιαφάνειας, συγκεντρωτισμοῦ καί ἐπιβολῆς προειλημμένων ἀποφάσεων, πού κυριάρχησαν καθ’ ὅλη τήν διάρκεια τῆς προπαρασκευῆς τῆς «Συνόδου».
Παρέχεται ἄφεση ἁμαρτιῶν καί νομιμοποιεῖται ὁ ἀποκλεισμός τοῦ πιστοῦ λαοῦ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος δέν γνώριζε ἀπολύτως τίποτε οὔτε γιά τό περιεχόμενο οὔτε γιά τήν θεματολογία αὐτῆς τῆς Συνόδου· οὐδέποτε πληροφορήθηκε κάτι σχετικό μέ τήν Σύνοδο αὐτή, οὐδέποτε συμμετεῖχε στήν διαδικασία προπαρασκευῆς της καί οὐδέποτε ἐνέκρινε τά πρός συζήτηση θέματά της.
Παρέχεται ἄφεση ἁμαρτιῶν καί νομιμοποιεῖται ὁ παραγκωνισμός καί ἡ φίμωση τῶν Ἐπισκόπων καί ἡ ἐπιλεκτική συμμετοχή μιᾶς ὀλιγαρχίας ἐκλεκτῶν, χωρίς ἀκόμη καί αὐτοί νά ἔχουν δικαίωμα ψήφου. Πρόκειται πραγματικά γιά μιά πρωτοφανή μεθόδευση, πού ἀποτελεῖ μοναδικό παγκόσμιο φαινόμενο στά ἐκκλησιαστικά χρονικά.
Παρέχεται ἄφεση ἁμαρτιῶν καί νομιμοποιεῖται ἡ ἐκκλησιαστικοποίηση τῶν αἱρέσεων, ἡ συμμετοχή μας στό Π.Σ.Ε., στό συνονθύλευμα αὐτό αἱρέσεων καί κακοδοξιῶν, ἡ μέχρι τώρα πορεία καί συμμετοχή στούς θεολογικούς διαλόγους καί τά ἀπαράδεκτα κείμενα πού παρήχθησαν σέ αὐτούς.
Παρέχεται ἄφεση ἁμαρτιῶν καί νομιμοποιεῖται ἡ βαπτισματική θεολογία, ἡ ἀποδοχή τῶν μυστηρίων τῶν παπικῶν, οἱ μικτοί γάμοι καί τόσες ἄλλες παρεκτροπές ἀπό τήν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία.
Ὅμως, μέ βάση τήν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία, ὁ πιστός λαός τοῦ Θεοῦ στό σύνολό του –καί ὄχι μόνον ἡ Σύνοδος τῶν Ἐπισκόπων- πού μαζί μέ τούς Ἐπισκόπους, τούς κληρικούς καί τούς μοναχούς συγκροτοῦν τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι αὐτός πού ἔχει ὄχι μόνον τό δικαίωμα, ἀλλά καί τήν ὑποχρέωση νά κρίνει καί νά ἐπικυρώνει τίς ἀποφάσεις ὅλων τῶν Συνόδων, ἀκόμη καί τῶν Οἰκουμενικῶν.
Ὅπως τονίζει χαρακτηριστικά ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ:
«Τὸ ὅλο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπαληθεύη, ἤ, γιὰ νὰ εἴμαστε περισσότερο ἀκριβεῖς, τὸ δικαίωμα, καὶ ὄχι μόνο τό δικαίωμα, ἀλλὰ τὸ καθῆκον τῆς «ἐπιβεβαιώσεως». Μ' αὐτὴν τὴν ἔννοια οἱ Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς ἔγραφαν στὴ γνωστὴ Ἐγκύκλιο ἐπιστολὴ τοῦ 1848 ὅτι «ὁ λαὸς ὁ ἴδιος ἀπὸ μόνος του ὑπῆρξεν ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς θρησκείας»2.
Καί σέ ἄλλο σημεῖο συμπληρώνει ὅτι:
«Τήν πλήρη ἱκανότητα νά διδάσκη δέν τήν ἔχει λάβει ὁ ἐπίσκοπος ἀπό τό ποίμνιό του, ἀλλά ἀπό τό Χριστό, μέσω τῆς Ἀποστολικῆς διαδοχῆς. Ἀλλ’ ἡ πλήρης αὐτή ἱκανότης, πού ἔχει δοθῆ σ' αὐτόν, εἶναι ἱκανότης τοῦ νά φέρη τή μαρτυρία τῆς καθολικῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας. Περιορίζεται ἀπό τήν ἐμπειρία αὐτήν. Ἑπομένως, σέ ἐρωτήματα περί πίστεως, ὁ λαός πρέπει νά κρίνη ἀνάλογα μέ τή διδασκαλία του. Τό καθῆκον τῆς ὑπακοῆς παύει νά ἰσχύη, ὅταν ὁ ἐπίσκοπος ξεφεύγη ἀπό τό καθολικό πρότυπο, ὁπότε ὁ λαός ἔχει τό δικαίωμα νά τόν κατηγορήση ἀκόμη καί νά τόν καθαιρέση»3.
«Ἑπομένη τοῖς ἁγίοις πατράσι», ἡ δογματική συνείδηση τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ κρίνει, ἀξιολογεῖ καί ἀπορρίπτει, ὡς ἀπαράδεκτες, τίς ἀποφάσεις τόσο τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης ὅσο καί αὐτή τῆς πρόσφατης Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
Αἰσθανόμαστε βαθύτατα λυπημένοι καί ἀπόλυτα ἀπογοητευμένοι ἀπό τούς Ἱεράρχες μας, πού σέ τόσο κρίσιμες στιγμές γιά τήν Ἐκκλησία μας καί τήν πατρίδα μας, μέ τέτοιες ἀπαράδεκτες ἀποφάσεις, κλονίζουν τήν ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ στά πρόσωπά τους καί δημιουργοῦν ἀφορμές γιά διαιρέσεις καί σχίσματα μέσα στήν Ἐκκλησία.
Δυστυχῶς οἱ Ἱεράρχες μας γιά μία ἀκόμη φορά προτιμοῦν τό φιλάδελφο ἀπό τό φιλόθεο. Ἐπιλέγουν μιά ἐπίπλαστη ὁμοφωνία εἰς βάρος τῆς ἀλήθειας καί μέ τό πρόσχημα τῆς δῆθεν ἑνότητας τῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί τῆς δῆθεν ὁμόνοιάς της, καταλήγουν σέ μιά ἀπόφαση τραγέλαφο καί παρωδία.
Ἐπικαλούμενη, ἄλλωστε, τό ἴδιο τεχνητό δίλημμα, αὐτό δηλαδή, τῆς ἑνότητας, πού κατά κόρον προβλήθηκε πρό, κατά καί μετά τήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, ἡ ἀντιπροσωπεία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος -πλήν ἑνός, τοῦ Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου- ὑπαναχώρησε ἀπό τίς ἀποφάσεις καί τήν σαφή ἐντολή πού εἶχε λάβει ἀπό τήν Ἱεραρχία καί ἐν μιᾷ νυκτί τήν καταστρατήγησε καί κατ’ ἀποτέλεσμα τήν ἀνέτρεψε.
Ἡ πολυδιαφημιζόμενη ἑνότητα, πού ἐθεωρεῖτο δῆθεν τό ζητούμενο τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης, καταρρίφθηκε πρίν ἀκόμη αὐτή συνέλθει. Κι αὐτό γιατί ἀπουσίασαν ἀπό αὐτή τέσσερεις Τοπικές Ἐκκλησίες (τά Πατριαρχεῖα Ἀντιοχείας, Ρωσίας, Γεωργίας καί Βουλγαρίας), πού ἀντιπροσωπεύουν μάλιστα περισσότερο ἀπό τό μισό τοῦ ὀρθοδόξου πληρώματος ἀνά τόν κόσμο. Οἱ Ἐκκλησίες αὐτές μάλιστα, στήν πλειονότητά τους, ἔχουν ἤδη ἀπορρίψει συνολικά τά Κείμενα τῆς «Συνόδου» αὐτῆς, τήν ὁποία δέν ἀναγνωρίζουν ὡς Πανορθόδοξη, Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο.
Κατά συνέπεια, ποιά ἑνότητα ἐπικαλοῦνται οἱ Ἀρχιερεῖς; Αὐτό τό ἐπιχείρημα τῆς δῆθεν ἑνότητας ἔχει καταστεῖ ἤδη ἀπατηλό καί ψευδεπίγραφο καί δέν πείθει πλέον κανέναν. Γι’ αὐτό καί αἰσθανόμαστε ὅτι ἐμπαιζόμαστε κάθε φορά πού ἐπαναλαμβάνεται ξανά καί ξανά τό ἴδιο αὐτό ψευδοεπιχείρημα.
Μία ἑνότητα, ἄλλωστε, στηριγμένη στήν, ἀνεπίτρεπτη γιά Συνοδικές ἀποφάσεις, πού ἀφοροῦν μάλιστα δογματικά ζητήματα, διπλωματία καί στήν ἐξασφάλιση κακῶς νοούμενων ἰσορροπιῶν∙ μία ἑνότητα πού δέν ἑδράζεται στήν ἀληθινή πίστη∙ μία ἑνότητα ἐπιφανειακή καί ὄχι γνήσια καί οὐσιαστική∙ μία κατ’ ἐπίφαση ἑνότητα, ἐπιβαλλόμενη καί πειθαναγκαστική, δέν μπορεῖ σέ καμμία περίπτωση νά εἶναι ἁγιοπνευματική καί κατά Θεόν.
Γι’ αὐτό καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος μᾶς διδάσκει ὅτι «Κρείσσων ἐμπαθοῦς ὁμονοίας ἡ ὑπέρ εὐσεβείας διάστασις», δηλαδή ἡ διαφορά καί ἡ διάσταση χάριν τῆς εὐσεβείας, εἶναι καλύτερη ἀπό τήν ὁμόνοια πού εἶναι γεμάτη πάθη4.
1 Ἁγ. Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, Ἐπιστολή πα΄, Φιλοκαλία 18Γ, σελ. 77
2 π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Θέματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας , ἐκδ. Ἄρτος Ζωῆς, Ἀθήνα 1989, σελ. 207
3 π. Γ. Φλωρόφσκυ, Τό σῶμα τοῦ ζῶντος Θεοῦ, Μιά ὀρθόδοξη ἑρμηνεία τῆς Ἐκκλησίας, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 1999, σελ. 80-83
4 Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγος ΣΤ΄, Εἰρηνικός Α΄, ΕΠΕ 1, 246. ΒΕΠΕΣ 59, 17. PG 35, 736 C
Ἐν Πειραιεῖ τῇ 17ῃ Νοεμβρίου 2016
Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν
Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Σεραφείμ εἰς τήν προσεχῆ σύγκλησι τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ θέμα τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο θά καταθέσει τό κάτωθι ὑπόμνημα.
Ἐκ τῆς Ἱ. Μητροπόλεως
Υ Π Ο Μ Ν Η Μ Α
ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΚΤΑΚΤΟΥ ΣΥΓΚΛΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΙΣΙ 23-24/11/2016
Μακαριώτατε Ἅγιε Πρόεδρε,
Σεβασμιώτατοι,
Μακαριώτατε, Σᾶς εὐχαριστῶ ἰδαιτέρως διότι εἰς τήν συνέντευξή Σας εἰς τόν δημοσιογράφο κ. Παπαχελᾶ εἰς τόν τηλεοπτικό δίαυλο ΣΚΑΪ δηλώσατε εὐθαρσῶς καί ἀνυποκρίτως ὅτι στό ἱερό μας σῶμα δέν ὑπάρχουν «φονταμενταλιστές» καί «ταλιμπάν» ἀλλά ἀδελφοί πού ὁ καθένας διατηρεῖ τήν θεόσδοτη ἐλευθερία τῆς συνειδήσεώς του. Θεωρῶ ὡς μεγίστην ἀπρέπειαν καί βλασφημίαν τήν ἐμφιλοχώριση σκέψεων ἤ πεποιθήσεων ὅτι εἰς τό ἱερό μας σῶμα διακρίνονται «ἀμύντορες» τῆς πίστεως καί «μητραλοῖες» τῆς πίστεως, συνεπῶς οἱ παρατηρήσεις μου δέν πηγάζουν ἀπό νοσηρό «μεγαλοϊδεατισμό» ἤ ἀπό ζηλωτική διάθεσι ἀλλά μόνον ἀπό τήν συνειδητότητα τῆς ἐπισκοπικῆς εὐθύνης ἔναντι τοῦ Δομήτορος τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ ἐμπεπιστευμένου ὑπ’Αὐτοῦ ποιμνίου. Μέ πολύ σεβασμό, ἀγάπη καί τιμή εἰς τά πρόσωπα ὅλων Μακαριώτατε καί Σεβασμιώτατοι ἐπιτρεψατέ μου νά ἀναφέρω ὅτι κατά τήν γνώμη μου ἡ ἀντιπροσωπεία τῆς Ἐκκλησίας μας εἰς τήν λεγομένη «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο» εἰς τό Κολυμπάρι τῆς Κρήτης ὑπερέβη τά ἄκρα ὅρια τῆς διακριτικῆς της εὐχέρειας καί ἀπέτυχε τῶν προσδοκιῶν τῆς ἐντολῆς πού ἔλαβε ἀπό τό ἱερό μας σῶμα. Συγχωρῆστε με γιά αὐτόν τόν νομικό ὅρο ἀλλά νομίζω ὅτι....
ἀποδίδει πλήρως τά πράγματα. Ἡ ἀντιπροσωπεία μας ἦταν ἐντολοδόχος τοῦ ἱεροῦ σώματος καί ὄφειλε ἄχρι τέλους νά καταθέση τήν ἐντολή πού ἔλαβε χωρίς καμμία παθογένεια «διανοίας Κυρίου». Δέν εἶχε καμμία ἐξουσιοδότηση νά μεταβάλη τό περιεχόμενο τῆς ἐντολῆς καί συγχωρήσατέ με νά εἴπω ὅτι οἱ αἰτιολογίες πού ἠκούσθησαν ὅτι δῆθεν οἱ παρόντες στήν Σύνοδο ἐψήφισαν καί ὅτι ἔπρεπε νά συνταχθοῦν μέ τήν ὁμοφωνία τῶν λοιπῶν Ἐκκλησιῶν εἶναι ἐντελῶς ἀνεπέρειστες διότι ἀφ’ ἑνός ἡ ἀντιπροσωπεία ἀσφαλῶς ἐψήφισε ἀλλά ὄφειλε νά ψηφίση ἐντός καί μόνον τῆς ἐντολῆς πού εἶχε καί ἀφ’ ἑτέρου διότι ὅπως ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαῖος εἶχε ἑρμηνεύσει τήν ἔννοια τῆς ὁμοφωνίας μία Ἐκκλησίας μποροῦσε νά ὑποβάλη πρότασι γιά τήν διόρθωση τῶν ψηφισθέντων ἀπό τούς Προκαθημένους κειμένων καί ἄν δέν ἐγένετο δεκτή κατεγράφετο εἰς τά Πρακτικά μή θεωρουμένης τῆς προτάσεως ὡς διασπαζούσης τήν ὁμοφωνία.
Τό ἱερό μας Σῶμα δέν ἀπεδέχθη στό ἐπίδικο κείμενο «Σχέσεις Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον» τόν ὅρο «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες» ὄχι ἀσφαλῶς ἀπό φονταμενταλιστική διάθεσι ἀλλά διότι ὁ ὅρος εἶναι ἀντιφατικός καί ἀπαράδεκτος διότι ἄν ὁμιλοῦμε περί Ἐκκλησίας αὐτή δέν μπορεῖ νά εἶναι ἑτερόδοξος καί ἄν ὁμιλοῦμε περί ἑτεροδόξου αὐτή δέν μπορεῖ νά εἶναι Ἐκκλησία, μέ τήν θεολογική ἔννοια τοῦ ὅρου. Ὁ ὁρισμός τῆς Ἐκκλησίας μᾶς δίδεται ἀπό τόν ἴδιο τόν Δομήτορά Της μέ τό ἀψευδέστατο στόμα Του τόν οὐρανοβάμονα θεῖο Παῦλο, ὁ ὁποῖος στήν πρός Ἐφεσίους ἐπιστολή Του (Α17-23) μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι: «ἵνα ὁ Θεὸς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ πατὴρ τῆς δόξης, δῴη ὑμῖν πνεῦμα σοφίας καὶ ἀποκαλύψεως ἐν ἐπιγνώσει αὐτοῦ, πεφωτισμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς καρδίας ὑμῶν, εἰς τὸ εἰδέναι ὑμᾶς τίς ἐστιν ἡ ἐλπὶς τῆς κλήσεως αὐτοῦ, καὶ τίς ὁ πλοῦτος τῆς δόξης τῆς κληρονομίας αὐτοῦ ἐν τοῖς ἁγίοις, καὶ τί τὸ ὑπερβάλλον μέγεθος τῆς δυνάμεως αὐτοῦ εἰς ἡμᾶς τοὺς πιστεύοντας κατὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ κράτους τῆς ἰσχύος αὐτοῦ, Ἣν ἐνήργησεν ἐν τῷ Χριστῷ ἐγείρας αὐτὸν ἐκ νεκρῶν, καὶ ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ αὐτοῦ ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ὑπεράνω πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας καὶ δυνάμεως καὶ κυριότητος καὶ παντὸς ὀνόματος ὀνομαζομένου οὐ μόνον ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι· καὶ πάντα ὑπέταξεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ, καὶ αὐτὸν ἔδωκε κεφαλὴν ὑπὲρ πάντα τῇ ἐκκλησίᾳ, ἥτις ἐστὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ, τὸ πλήρωμα τοῦ τὰ πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου». Συνεπῶς εἶναι ἀδύνατος ἡ ὕπαρξις ἑτεροδόξου Ἐκκλησίας ὅπως εἶναι ἀδύνατος ἡ ὕπαρξις ἑτεροδόξου Χριστοῦ. Εἶναι παραλογισμός νά ἔχεται ἀληθείας ταυτόχρονα ἡ πίστις πού τό στόμα τοῦ Παύλου ὁ Ἱ. Χρυσόστομος μᾶς παραδίδει ὅτι «ἐν τῷ ἅδει οὐκ ἔστι μετάνοια» σχολιάζοντας τήν παραβολή τοῦ πλουσίου καί τοῦ Λαζάρου καί ἡ ὕπαρξι ἑνός ἄλλου σώματος Χριστοῦ μέ κεφαλή τόν Ἴδιο πού διδάσκει ἀκριβῶς τά ἀντίθετα ὅπως τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς κοινωνίας ἡ ὁποία στήν κατήχησή της ἐκδ. Βατικανοῦ-Κάκτου 1996 καί στήν σελ. 332 μέ τίτλο: «Ὁ τελικός ἐξαγνισμός ἤ τό καθαρτήριο» μᾶς λέγει ὅτι: «Ὅσοι πεθαίνουν χωρίς νά ἔχουν ἐξαγνιστεῖ ὑποβάλλονται μετά τόν θανατό τους σέ ἕναν ἐξαγνισμό γιά νά εἰσέλθουν στήν χαρά τοῦ οὐρανοῦ. Αὐτόν τόν τελικό ἐξαγνισμό ἡ Ἐκκλησία τόν ὀνομάζει καθαρτήριο».
Γιά νά συμβιβάση ἡ ἀντιπροσωπεία μας τά ἀσυμβίβαστα ὑπέβαλε τήν πρότασι πού τελικά ἔγινε δεκτή ὅτι δέν ἀναγνωρίζει μέν τήν ὕπαρξι ἑτεροδόξων «Ἐκκλησιῶν» ἀλλά τήν ἱστορική ὀνομασία ἑτεροδόξων «Ἐκκλησιῶν» καί ἀντιλαμβάνεσθε τό ἀνεπέρειστο μιᾶς τέτοιας ἀποφάσεως διότι ὀνομασία ἔχει μόνο κάτι πού ὑπάρχει ἐν χώρῳ καί χρόνῳ. Ἑπομένως ἡ παραδοχή τῆς ὀνομασίας καί ὄχι τῆς ὑπάρξεως προσπαθεῖ νά συμβιβάση τά ἀσυμβίβαστα φαιδροποιόντας τά πράγματα. Θά ἦταν ἐνδεχομένως πιό δόκιμος ὁ ὅρος ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γνωρίζει τόν ἐκτός Αὐτῆς ἑτερόδοξο Χριστιανικό κόσμο μέ τόν αὐτοπροσδιορισμό πού αὐτός ἐπιλέγει.
Δυστυχῶς οὔτε στό πολύ γιά τήν Ἐκκλησία μας σοβαρό θέμα τῆς χορηγήσεως τοῦ αὐτονόμου δέν κατορθώθη νά καταγραφῆ ἡ ἐντολή τοῦ ἱεροῦ Σώματος διότι κηδόμενοι τῆς Αὐτοκεφαλίας καί τοῦ ἀδιαιρέτου τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας μας θά ἔπρεπε νά ἐμμείνωμε στήν καταγραφή τῆς θέσεώς μας καί νά μήν ἀρκεστοῦμε στίς δηλώσεις τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου μας οἱ ὁποῖες οὐδεμία κανονική καί νομική δέσμευση ἐμπεριέχουν.
Τό κατά τήν ταπεινή μου γνώμη ἀπαράδεκτο τῆς λεγομένης Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου πού ἀπορῶ γιατί ὀνομάζεται Ἁγία ἀφοῦ δέν ἦταν ἑπομένη τῶν ἁγίων Οἰκουμενικῶν καί λοιπῶν Συνόδων ὅπως ἐδηλώθη ἀπό τόν Μακ. Ἀλβανίας κ.κ. Ἀναστάσιο χωρίς νά διαφοροποιηθῆ κανείς καί οὐδεμία δογματική ἤ κανονική ἐνασχόλησι εἶχε καί Μεγάλη ἐφ’ ὅσον δέν ἐξεπροσωπήθησαν πάνω ἀπό 200.000.000 ὁμοδόξων ἀδελφῶν (150 Πατρ. Μόσχας, 30 Πατρ. Γεωργίας, 20 Πατρ. Βουλγαρίας καί Πατρ. Ἀντιοχείας), εἶναι ὅτι δέν κατέγνωσε οὐδεμία ὑφισταμένη αἵρεσι στούς καιρούς μας παραβιάζουσα προδήλως τόν λζ΄Κανόνα τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων «Δεύτερον τοῦ ἔτους σύνοδος γινέσθω, τῶν ἐπισκόπων καί ἀνακρινέτωσαν ἀλλήλως τά δόγματα τῆς εὐσεβείας καί τάς ἐμπιπτούσας ἐκκλησιαστικάς ἀντιλογίας διαλυέτωσαν» πού ἔχει Οἰκουμενική ἐπικύρωση ἀπό τόν β΄ τῆς ςης καί τήν α΄τῆς Ζης καί δέν ἀπετίμησε ἄν καί ἔλαβε σχετική ἀπόφασι τούς διεξαχθέντας μέ τούς ἑτεροδόξους θεολογικούς διαλόγους ὅπως μετά τῶν Παλαιοκαθολικῶν, τῶν Ἀντιχαλκηδονίων, τῶν Ἀγγλικανῶν, τῶν Λουθηρανῶν τούς ὁποίους ὁ ἐπαΐων Σεβ. Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ.κ. Χρυσόστομος μέ τήν διακρίνουσα αὐτόν πεπαρρησιασμένην εὐθυκρισίαν καί τήν δόκιμον ἐπιστημοσύνην κρίνει ὅτι ἔχουν μεταλλαχθῆ ἀπό διάλογος «Ἐκκλησιῶν» εἰς Ἀκαδημαϊκόν διάλογον (Ἐκθεσις περί τῆς γενομένης 14ης Γεν. Συνελεύσεως Μεικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπί τοῦ διαλόγου μεταξύ Ὀρθοδόξου καί Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας).
Χάριν τῆς ἀντικειμενικότητος θά ἀναφέρωμεν κάποιες βασικές τροποποιήσεις πού ἔγιναν πρός τήν σωστή κατεύθυνση ἐπισημειώνοντας ὅτι οἱ Σύνοδοι τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας δέν γίνονται γιά τήν ἀπόδειξη τῆς ἑνότητός Της ὅπως ἀπαραδέκτως ἐδηλώθη γιά τήν ὁποία ὑπεραρκοῦν τό κοινόν ποτήριον (συλλείτουργον), τά Δίπτυχα, τά Εἰρηνικά Γράμματα καί ἡ ταυτότης τῶν κανονικῶν ποινῶν. Οἱ Σύνοδοι τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας γίνονται γιά τήν κατάγνωση τῶν ὑφισταμένων αἱρέσεων ἐν τόπῳ καί χρόνῳ καί τόν συντονισμό τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τήν Ὀρθοπραξία διά τῆς προβλέψεως ἱερῶν Κανονικῶν διατάξεων. Ὅπως εὐστόχως ἐπισημοιεῖ ἡ Ἱ. Μονή Ὁσ. Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους:
«Σέ ἀρκετά σημεῖα τῶν κειμένων προστέθηκε περί τῶν μή Ὀρθοδόξων ὁ προσδιορισμός «ἑτεροδόξων», ὥστε νά φαίνεται ἡ ἀπόκλισίς των ἀπό τήν Ὀρθόδοξο ἀποστολική Πίοτι. Στήν παραγρ. 21 (τοῦ κειμένου Σχέσεις Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον) λέγεται καθαρά ὅτι «αἱ μή Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι παρεξέκλιναν ἐκ τῆς ἀληθούς πίστεως τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας».
Στό θέμα τῶν διαχριοτιανικῶν διαλόγων προστέθηκε διάταξις νά γίνωνται περιοδικές ἀξιολογήσεις τους (ἐρευνητέον γιατί ὅπως ἀνωτέρω ἀναφέρομεν δέν ἀξιολογήθησαν οἱ μέχρι τοῦδε διεξαχθέντες καί διεξαγόμενοι διαχριστιανικοί διάλογοι).
Στό ζήτημα τῆς (ἀπαραδέκτου) συμμετοχῆς στό Π.Σ.Ε. διευκρινίσθηκε ὅτι ἀποβλέπει στήν προώθησι [ἐνν.μόνον] τῆς εἰρηνικῆς συνυπάρξεως καί τῆς συνεργασίας ἐπί τῶν μειζόνων κοινωνικοπολιτικῶν προκλήσεων.
Ἡ οὐνία συμπεριελήφθη στίς ἀπαράδεκτες ἐνέργειες ἤ μεθόδους προσεγγίσεως τῶν χριστιανῶν (χωρίς ὅμως νά στηλιτευτεῖ ἡ Ρωμαιοκαθολική θρησκευτική κοινωνία πού ἔχει ἀναγάγει σέ θεσμό Κανονικοῦ Δικαίου τήν μέθοδο αὐτή).
Ἀπό τήν πρώτη παραγρ. τοῦ κεφ. Β' τοῦ προσυνοδικοῦ κειμένου «Ἡ Ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσμῳ», ἀπαλείφθηκε ἡ περσοναλιστική ἀναφορά στόν ἄνθρωπο «ὡς κοινωνίαν προσώπων ἀντανακλώντων κατά χάριν διά τῆς ἑνότητος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους τήν ἐν τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι ζωήν καί κοινωνίαν τῶν θείων προσώπων».
Στό ζήτημα τῶν μικτῶν γάμων μετά ἑτεροδόξων ἀποφεύχθηκε ἡ ρητή ἀναφορά καί δέσμευσις τῆς Συνόδου γιά ἱερολόγησί τους, πού ἀπαγορεύεται σύμφωνα μέ τήν καθολικῆς ἰσχύος διάταξι τοῦ 72ου κανόνος τῆς Πενθέκτης, καί ἴσχυσε «ἡ δυνατότης ἐφαρμογῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας».
Ἔγινε ἀναφορά (στήν Ἐγκύκλιο τῆς Συνόδου) στίς μεγάλες «καθολικοῦ κύρους» Συνόδους ἐπί ἁγίου Φωτίου (879) καί ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ (1351), στίς ὁποῖες καταδικάζονται αἱρετικά δόγματα, ὅπως τό Φιλόκβε, τό παπικό πρωτεῖο καί ἡ κτιστή Χάρις χωρίς νά ἀναγνωρισθῆ ἡ οἰκουμενική τους περιωπή ἐνῶ ἡ Σύνοδος τοῦ Ἁγίου Φωτίου μέ τήν αὐτοσυνειδησία Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀναγνώρισε ὡς Ζ΄ Οἰκουμενική τήν Σύνοδο τοῦ 787 καί οἱ δογματικοί ὅροι τῆς Συνόδου τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ τό 1351 συμπεριελήφθησαν στό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας, καί στίς μεταγενέστερες πού ἀνέτρεψαν τίς ἀποφάσεις τῆς ψευδοσυνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας καί ἀπεκήρυξαν τίς προτεσταντικές δοξασίες.
Ὡστόσο δυστυχῶς δέν διορθώθηκαν ἐπαρκῶς τό κείμενα. Ἠμποροῦσε ἑπομένως ἡ Σύνοδος νά διόρθωση ἐπαρκῶς τά προσυνοδικά κείμενα. Ἠμποροῦσε νά ξαναγράψη τό ἐπίμαχο κείμενο περί τῶν σχέσεων μέ τούς ἑτεροδόξους καί νά καθορίση σαφεῖς ἐκκλησιολογικές ἀρχές στούς θεολογικούς διάλογους καί στίς λεγόμενες οἰκουμενικές ἐπαφές. Τό κείμενα ἔμειναν ἀσαφῆ, ἀμφίσημα. Ἀπό τήν προσεκτική μελέτη τοῦ ἐπιμάχου 6ου κειμένου διαπιστώνουμε ὡρισμένα σημεῖα, στά ὁποῖα ἡ ἀσάφεια δίνει τήν δυνατότητα διαφορετικῆς ἑρμηνείας του:
1) Γίνεται ἀναφορά σέ ἑτερόδοξες χριστιανικές «Ἐκκλησίες» πού δέν βρίσκονται σέ κοινωνία μέ τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία (βλ. παραγρ. 6), καί ἐπίσης στήν ἀλήθεια καί πίστι καί παράδοσι τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὡς εἰς βάσιν τῆς ἀναζητήσεως τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν (βλ. παραγρ. 5). Δέν περιγράφεται ὅμως ἡ ἀποστολική ἀλήθεια, πίστις καί παράδοσις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί δέν ἀντιδιαστέλλεται ἀπό τήν ἑτεροδοξία τῶν «ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν» μέ συγκεκριμένα στοιχεῖα τῆς δισχιλιετοῦς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι δέν ὁριοθετεῖται σαφῶς ἡ Ἐκκλησία ἀπό τίς αἱρέσεις πού σφετερίζονται τήν ἀποστολική ἀλήθεια, εἴτε αὐτές ἀποδέχονται τίς τρεῖς πρῶτες Οἰκουμενικές Συνόδους (οἱ Μονοφυσῖται), εἴτε ἔχουν συγκαλέσει εἴκοσι μία (οἱ Ρωμαιοκαθολικοί), εἴτε ἀρνοῦνται νά ἀναγνωρίσουν στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τήν ὅλη ἀποστολική πίστι (οἱ Προτεστάντες).
Ἐπειδή λοιπόν τίς ὀνομάζουμε «ἑτερόδοξες χριστιανικές Ἐκκλησίες» χωρίς νά προσδιορίζουμε σαφῶς τήν ἑτεροδοξία τους (πού τίς ἔχει ὁδηγήσει ἐκτός Ἐκκλησίας, στήν αἵρεσι), εὔκολα ἠμποροῦμε νά διολισθήσουμε στήν ἀντορθόδοξη θεωρία ὅτι Ὀρθόδοξοι καί Ρωμαιοκαθολικοί «εὑρίσκονται πλέον ὑπό καθεστώς ὄχι τετελεσμένου σχίσματος ἄλλα διακοπῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας (ἀκοινωνησία)». Αὐτή ἡ θεωρία, ἡ ὁποία ἔχει κερδίσει καί Ὀρθοδόξους θεολόγους, διαστρεβλώνει τήν ἔννοια τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας (στήν ὁποία συσκευάζει Ὀρθοδόξους καί Ρωμαιοκαθολικούς παρά τίς δογματικές διαφορές), καθώς καί τήν ἔννοια τῆς ἑτεροδοξίας, τήν ὁποία ἀντιλαμβάνεται ὡς διαφορετική διατύπωσι τῆς ἴδιας ἀποστολικῆς πίστεως!
Ἡ ἀσφαλής διεξαγωγή διαχριστιανικῶν διαλόγων χρειάζεται ἕνα καταστατικῆς ἰσχύος κείμενο, πού νά ἀποτυπώνη μέ σαφήνεια τήν διαφοροποίησι τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό τήν αἵρεσι καί τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τίς αἱρετικές «ἐκκλησίες». Ἡ μορφή τῶν Ἱερῶν Κανόνων Α΄ τῆς Β Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί Α΄καί Β΄τῆς Πενθέκτης μπορεῖ νά ἀποτελέση παράδειγμα.
2) Στήν παραγρ. 20 ἔχουν ἐπισημανθῆ ἐλλείψεις, οἱ ὁποῖες ἀφήνουν χῶρο στήν βαπτισματική θεολογία καί στήν ἀναγνώρισι ἐκκλησιαστικότητος στούς ἑτεροδόξους.
3) Εἶναι ἐντελῶς ἀσαφής ἡ παραγρ. 23, ἡ ὁποία λέγει ὅτι ὁ διάλογος πρέπει νά συνοδεύεται «διά πράξεων ἀμοιβαίας κατανοήσεως καί ἀγάπης». Δέν διευκρινίζεται μέχρι ποῦ ἐπιτρέπεται νά φθάσουν οἱ πράξεις αὐτές καί βάσει ποίων Ἱερῶν Κανόνων, ὥστε νά ἐκδηλώνεται μέν ἡ ψυχική μας εὐγένεια καί τό ἐνδιαφέρον μας γιά τήν σωτηρία τους, νά διασφαλίζεται δέ ἡ Ὀρθόδοξος ἐκκλησιολογική συνείδησις. Λείπουν δηλαδή διατάξεις οἱ ὁποῖες θά ἀπέτρεπαν πράξεις καί δηλώσεις (συμπροσευχές, λειτουργικούς ἀσπασμούς κ.λπ.), πού ἐμφανίζουν τούς ἑτεροδόξους ὡς ἐκκλησία μέ αὐθεντικό Βάπτισμα, Ἱερωσύνη καί σώζουσα Χάρι καί ἀνατρέπουν καί ἀκυρώνουν ἐν τῇ πράξει τήν αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὡς τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.
Ὅσον ἀφορᾶ δέ τήν (ἀπαράδεκτη) κανονικῶς παρουσία τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στό Π.Σ.Ε. εἶναι θετική ἡ δήλωσις τοῦ συνοδικοῦ κειμένου ὅτι αὐτές «συμβάλλουν [σ.σ. ἐννοεῖται μόνον] εἰς τήν προώθησιν τῆς εἰρηνικῆς συνυπάρξεως καί συνεργασίας ἐπί τῶν μειζόνων κοινωνικοπολιτικῶν προκλήσεων» ὅπως ἀνωτέρω σχολιάσαμε. Ὅμως ἡ συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στό Π.Σ.Ε. θεμελιώνεται στήν «Δήλωσι τοῦ Τορόντο» (παραγρ. 19), κείμενο ἐκκλησιολογικῶς πολύ προβληματικό. Τίθεται σοβαρά τό ἐρώτημα ἄν, μέ τά σοβαρά της προβλήματα ἡ «Δήλωσις τοῦ Τορόντο» ἔχει ἀποκτήσει συνοδικῶς κῦρος καταστατικοῦ κειμένου ἀναφορᾶς γιά τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία. Ἐπιπλέον στό συνοδικό κείμενο ἐπιβεβαιώνεται ἡ συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων στό Π.Σ.Ε., χωρίς νά ἀπαγορεύωνται ρητῶς οἱ «διομολογιακές συμπροσευχές», πού προτάθηκαν ἀπό τήν Εἰδική Ἐπιτροπή γιά τήν συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων στό Π.Σ.Ε. καί ἔγιναν ἀποδεκτές ἀπό τήν Ὁλομέλεια του τό 2006 (Porto Alegre), καί χωρίς νά ἐπικρίνωνται καί νά ἀπορρίπτωνται κάποιες κοινῶς (καί ἀπό τούς μετέχοντας Ὀρθοδόξους) ἀποδεκτές ἀντορθόδοξες περί Ἐκκλησίας καί Βαπτίσματος ἀπόψεις τοῦ Π.Σ.Ε.
4) Στήν παραγρ. 11 λέγεται ὅτι, διάλογοι οἱ ὁποῖοι δέν ἐπιτυγχάνουν συμφωνία ἐπί ἑνός θέματος, δέν διακόπτονται. Ἀντίθετα, καταγραφομένης τῆς θεολογικῆς διαφωνίας, συνεχίζονται. Ἀναμφιλέκτως εἶναι σωστό νά ὁλοκληρώνεται ἕνας διάλογος παρά τίς δυσχέρειες. Ὅμως ἡ συνέχισις ἤ ἡ διακοπή ἑνός διαλόγου δέν εἶναι μόνον πρακτικό θέμα, ἀλλά ἔχει καί ἐκκλησιολογική καί σωτηριολογική σημασία. Οἱ ἄκαρποι διάλογοι συντελοῦν στό νά ἀμβλύνεται ἡ δογματική εὐαισθησία τῶν Ὀρθοδόξων θεολόγων πού μετέχουν σέ αὐτούς, καθώς καί τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος. Τί σημαίνει ἑπομένως ὅτι οἱ διάλογοι συνεχίζονται; Σχετικά μέ τό μεῖζον θέμα τῆς Οὐνίας π.χ. Ἀρκεῖ ἡ ἁπλή (καί ἐπαινετή) παράθεσις τῆς λέξεως «οὐνία» (παραγρ. 23) μεταξύ τῶν μορφῶν ὁμολογιακοῦ ἀνταγωνισμοῦ, ὅταν ἡ Οὐνια εἶναι τό κατ' ἐξοχήν ἐκκλησιολογικό πρόβλημα πού ἔπρεπε νά λυθῆ πρίν ἀπό τήν ἔναρξι τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου; Πῶς θά ἑρμηνεύεται πλέον τό πρόβλημα τῆς Οὐνίας, ὡς πρακτικός ἀνταγωνισμός ἤ ὡς ἐκκλησιολογική ἐκτροπή πού ἀκυρώνει τήν σωτηρία;
5) Οἱ παραγρ. 4, 5 καί 6 καθιερώνουν τήν συμμετοχή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στούς διαχριστιανικούς διάλογους καί στήν Οἰκουμενική Κίνησι μέ τήν διαβεβαίωσι ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξος συμμετοχή εἰς τήν κίνησιν πρός ἀποκατάστασιν τῆς ἑνότητος μετά τῶν ἄλλων Χριστιανῶν ἕν τῇ Μίᾳ, Ἁγίᾳ, Καθολικῇ καί Ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ... ἀποτελεῖ συνεπῆ ἔκφρασιν τῆς ἀποστολικῆς πίστεως καί παραδόσεως ἐντός νέων ἱστορικῶν συνθηκῶν» (παραγρ. 4).
Τό ἐρώτημα εἶναι μέ ποιές ἐκκλησιολογικές ἀρχές ἔχουμε διασφαλίσει τήν συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων στούς σημερινούς διαχριστιανικούς διάλογους, ὥστε αὐτή νά εἶναι συνεπής πρός τήν ἀποστολική πίστι καί παράδοσι. Καί στίς σημερινές ἱστορικές συνθῆκες, ὅπως καί στίς παλαιότερες (Λατινοκρατία τοῦ 13ου αἰῶνος, Propaganda Fidei τοῦ 16ου-18ου αἰῶνος), τό ἀσφαλές κριτήριο Ὀρθοδόξου διαλόγου εἶναι νά διατηρῆται ἀναλλοίωτη ἡ ἐκκλησιολογική ταυτότης τῶν Ὀρθοδόξων. Κάποτε ἐπρόκειτο γιά ἄρνησι νά ὑποταχθοῦμε στήν ἐξουσία τοῦ Πάπα. Κατόπιν ἐπρόκειτο γιά ἄρνησι τῆς Οὐνίας, δηλαδή νά μνημονεύουμε τόν Πάπα ὡς Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας. Σήμερα πρόκειται γιά ἄρνησι νά «ἀλληλοαναγνωρισθοῦμε ὡς Ἐκκλησίες», ὅπως θέλει ἡ Οἰκουμενική Κίνησις τοῦ 20ου αἰῶνος.
Δέν διακηρύσσεται σαφῶς στό συνοδικό κείμενο, ὅτι οὐδεμία ἄλλη χριστιανική κοινότης εἶναι Ἐκκλησία μέ τήν δογματική ἔννοια τοῦ ὄρου, παρά μόνον ἡ Ὀρθόδοξος. Δέν ἐπετεύχθη οὔτε προσυνοδικῶς οὔτε στήν Σύνοδο νά περιληφθῆ στήν παραγρ. 1 τοῦ 6ου κειμένου ἡ ἔννοια τῆς μοναδικότητος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀπουσία ὅμως τῆς ἔννοιας αὐτῆς συνιστᾶ πολύ σημαντική ἔλλειψι. Ἡ μετακίνησις τῆς ρωμαιοκαθολικῆς ἐκκλησιολογίας ἀπό τήν ἀντίληψι τῆς «ἀποκλειστικότητος» (πρό τῆς Β' Βατικανῆς) στήν σύγχρονη ἀντίληψι τοῦ Συντάγματος Lumen Gentium, ὅτι ἡ Ρωμαιοκαθολική «substitit» εἰς τήν Μίαν Ἁγίαν (ἀνήκει, ἐνυπάρχει, ὄχι εἶναι ἡ Ἐκκλησία), ὑποδηλώνει ἕνα κίνδυνο πού πρέπει οἱ Ὀρθόδοξοι νά ἀποφύγουμε τονίζοντας τήν ἔννοια τῆς μοναδικότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὡς τῆς ὅλης καί μόνης Ἐκκλησίας. Οἱ ἐκπρόσωποι τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στά οἰκουμενικά συνέδρια, ὅταν κατέθεταν κοινή Δήλωσι, ἐτόνιζαν τήν μοναδικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὡς τῆς ὅλης καί μόνης Μίας Ἁγίας. Π.χ. στήν Λούνδη τό 1952: «Αὕτη εἶναι ἡ ὅλη καί μόνη Ἐκκλησία, τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἐντολοδόχος τῶν Ἀποστόλων. Οὕτως αὕτη μόνη δύναται νά καθορίζη τήν πίστιν. Καί εἴμεθα βέβαιοι ὅτι τοῦτο εἶναι ἀπόδειξις τῆς μοναδικότητας της». Καί ὁ ἴδιος ὁ Παναγιώτατος ἐδήλωσε στόν πάνσεπτο Ἱερό Ναό τοῦ Πρωτάτου τήν 21η Ὀκτωβρίου 2008: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι αὐτή μόνη ἡ Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία».
6) Εἶναι προφανής ἡ ἀναντιστοιχία ἀνάμεσα στήν διακήρυξι: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία... οὖσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία» (παραγρ. 1), καί στά πεπραγμένα τῶν θεολογικῶν διαλόγων. Ἀπό τήν ἐποχή πού πρωτοσυντάχθηκε αὐτή ἡ διατύπωσις (Γ΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις, 1986) μέχρι σήμερα, καί παρότι εἶχε τονισθῆ ἀπό τότε ὅτι ἡ μαρτυρία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δίδεται «ἐπί τῇ βάσει τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως καί πίστεώς της», ἔχουν γίνει θεολογικές συμφωνίες, οἱ ὁποῖες δέν ἑδράζονται στήν ἀποστολική πίστι καί παράδοσι. Τέτοιες εἶναι π.χ. ἡ συμφωνία τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων ἐπί τῆς Χριστολογίας (1989, 1990)- ἡ συμφωνία ἐπί τῆς ἐκκλησιολογίας στό Μπαλαμάντ (1993), ἡ ὁποία συνόψιζε τίς συμφωνίες τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν στό Μόναχο (1982), στό Μπάρι (1986), στό Νέο Βάλαμο (1988), ποῦ ἀφοροῦσαν τόν ἐκκλησιαστικό χαρακτήρα ἀμφοτέρων τῶν πλευρῶν (ἀποστολική πίοτι, ἀποστολική διαδοχή, αὐθεντικά μυστήρια) καί ἡ συμφωνία στήν Ραβέννα (2007) γιά τήν ὕπαρξι δῆθεν πρωτείου ἑνός ἐπισκόπου ἐπί παγκοσμίου ἐπιπέδου, ἡ ὁποία εὐτυχῶς ἀκόμη δέν ἔχει εὐδοκιμήσει.
Τό συνοδικό κείμενο γίνεται ἀσαφέστερο μέ τήν ρητή διαβεβαίωσι τῆς Ἐγκυκλίου ὅτι οἱ «ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διεξαγόμενοι διάλογοι οὐδέποτε ἐσήμαιναν, οὔτε σημαίνουν καί δέν πρόκειται νά σημάνουν ποτέ οἱονδήποτε συμβιβασμόν εἰς ζητήματα πίστεως». Ἐάν οἱ ἀνωτέρω θεολογικές συμφωνίες δέν εἶναι «συμβιβασμός εἰς ζητήματα πίστεως», διερωτώμεθα τί εἶναι συμβιβασμός καί ποιός εἶναι ὁ «δογματικός μινιμαλισμός» πού ἀπορρίπτεται μέ τήν διατύπωσι τῆς Ἐγκυκλίου; «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία οὐδέποτε ἀπεδέχθη τόν θεολογικόν μινιμαλισμόν ἤ τήν ἀμφισβήτησιν τῆς δογματικῆς παραδόσεως καί τοῦ εὐαγγελικοῦ ἤθους της» (παραγρ. 20)!
Ἀπό τίς ἀνωτέρω ἕξι ἐπισημάνσεις συνάγεται ὅτι τό κείμενο τῶν σχέσεων πρός τόν λοιπόν χριοτιανικόν κόσμον προσανατολίζεται πρός συνοδική κατοχύρωσι τῆς γραμμῆς τῶν διαχριστιανικῶν σχέσεων τῆς τελευταίας πεντηκονταετίας χωρίς τίς ἀπαραίτητες βάσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας. Διερωτᾶται κανείς: Πόσο εὔκολα θά μποροῦσε ἡ γραμμή αὐτή νά ὀνομασθῆ «Ὀρθόδοξος οἰκουμενισμός» (π. Δημήτριος Στανιλοάε), ἤ πρόσκλησις γιά «παγκόσμια ἐπιστροφή στήν Ὀρθοδοξία» (π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ);
Οἱ ἀστοχίες κατά τούς διαχριοτιανικούς διάλογους τοῦ παρελθόντος δέν εὐνοοῦν μία θετική ἀπάντησι. Χρειαζόταν τώρα ἕνα κείμενο μέ ἁγιοπατερική πνοή, τό ὁποῖο δέν θά ἄφηνε περιθώρια στόν ἑτερόδοξο οἰκουμενισμό (θεωρία τῶν «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν» καί τῶν «δύο πνευμόνων», ἀναγνώρισις ἑτεροδόξου βαπτίσματος καί ἱερωσύνης, κοινή χριστολογική πίστις μέ τούς Ἀντιχαλκηδονίους, ἀποδοχή τῆς βατικανείου «Clarification», συνυπογραφή εἰδικῶν κειμένων περί Ἐκκλησίας τοῦ τμήματος Πίστις καί Τάξις τοῦ Π.Σ.Ε. κ.λπ., καί σχετικές «ἐθιμοτυπικές ἐκκλησιαστικές» ἐκδηλώσεις πού τά ἐπιβεβαιώνουν). Ἕνα τέτοιο κείμενο θά στόχευε στήν ἐπιστροφή τῶν ἑτερόδοξων στήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Θά ἔδειχνε ὅτί δέν ἀναγνωρίζουμε ἐν τῇ πράξει στίς ἑτερόδοξες «ἐκκλησίες» ἐκκλησιαστικότητα (ὅτι εἶναι ἐκκλησίες μέ τήν θεολογική ἔννοια τοῦ ὅρου) ἀφήνοντας τούς ἑτεροδόξους στίς πλᾶνες τους.
Τό συνοδικό κείμενο περί τῶν σχέσεων μέ τούς ἑτεροδόξους παρουσιάζει ἔλλειμμα ἐκκλησιολογικῆς ἀκριβείας. Ἀναπόφευκτα αὐτό θά φανῆ κατά τίς μελλοντικές οἰκουμενικές ἐπαφές. Σέ αὐτές θά ἐφαρμοσθῆ πρακτικά τό πνεῦμα τοῦ κειμένου. Θά ἦταν εὐχῆς ἔργον οἱ διαχριοτιανικοί διάλογοι νά ξαναρχίσουν ἀπό κάποιο «σημεῖο μηδέν» μίας καθαρῆς Ὀρθοδόξου Ἔκκλησιολογίας. Ἐνδέχεται ὅμως νά οἰκοδομηθοῦν στά κεκτημένα τοῦ παρελθόντος, τά ὁποῖα οὔτως ἤ ἄλλως καταμαρτυροῦν παρεκκλίσεις ἀπό τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησιολογία.
Ἡ ἑρμηνεία τοῦ συνοδικοῦ κειμένου περί τῶν διαχριστιανικῶν σχέσεων θά φανῆ καί σέ δύο ἄλλες πλευρές τῶν οἰκουμενικῶν ἐπαφῶν:
Ἡ μία πλευρά εἶναι οἱ οἰκουμενιστικοί συγχρωτισμοί, δηλαδή οἱ λειτουργικοί ἀσπασμοί, οἱ συμπροσευχές, οἱ εὐλογίες Ὀρθοδόξου ποιμνίου ἀπό αἱρετικούς ἐκκλησιαστικούς ἡγέτες, οἱ κοινές ἐκδηλώσεις Ὀρθοδόξων καί ἑτεροδόξων προκαθημένων καί κληρικῶν, μέ τίς ὁποῖες ἀμβλύνεται τό Ὀρθόδοξο κριτήριο καί προωθεῖται ὁ λαϊκός Οἰκουμενισμός. Θά συνεχισθοῦν ἤ θά παύσουν;
Ἡ δεύτερη πλευρά ἀφορᾶ τίς θεολογικές μελέτες, τά θεολογικά ἐπιστημονικά συνέδρια, καί ὅ,τι ἄλλο στόν ἀκαδημαϊκό χῶρο προωθεῖ τούς διαχριστιανικούς διάλογους πρός τήν πλευρά τοῦ συγκρητιστικοῦ οἰκουμενισμοῦ, τά ὁποῖα ἔχουν ἐνίοτε «ἀξιοποιηθῆ» ἀπό ἐκκλησιαστικούς φορεῖς. Ἔστωσαν ὡς παραδείγματα ἡ θεολογική παραγωγή πού ἐπί χρόνια ἐμφανίζει τούς Μονοφυσῖτες ὡς Ὀρθοδόξους στήν Χριστολογική τους διδασκαλία, ἡ περιβόητη παπική «Clarification» πού ἐξισώνει τό Φιλιόκβε μέ τήν ἐκ μόνου τοῦ Πατρός ἐκπόρευσι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οἱ θεολογικές μελέτες πού ὑποστηρίζουν ὡς ἔγκυρο τό βάπτισμα τῶν ἑτερόδοξων. Μέ ποιά ἄραγε ἐκκλησιολογικά κριτήρια θά γίνεται ἀποδεκτή ἡ θεολογική αὐτή συμβολή;
Τά προσυνοδικά κείμενα ἦσαν φορτισμένα μέ τήν γνωστή προϊστορία τους καί τίς ἐλλείψεις τους. Προϋπέθεταν καί ἀντανακλοῦσαν τήν ἱστορία τῶν διαχριστιανικῶν θεολογικῶν διαλόγων, ἀποφάσεων καί συμφωνιῶν. Δέν ἦταν σωστό νά ἑρμηνευθοῦν καθ' ἑαυτά καί ἀφ' ἑαυτῶν.
Ἡ Σύνοδος ἀναμφιβόλως βελτίωσε τά προσυνοδικά κείμενα. Τά τελικά ὅμως συνοδικά κείμενα παρουσιάζουν ἀκόμη ἀσάφειες. Δέν πῆραν «καθολική μορφή», μέ τήν ὁποία θά μποροῦσαν νά συντελέσουν στήν «καθολική ἑνότητα» τῆς Ἐκκλησίας καί νά ἀποκτήσουν τήν ἀναμενόμενη «καθολική ἰσχύ».
Οἱ προσδοκίες μας ἀπό τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο δέν ἐκπληρώθηκαν, παρά τίς βελτιώσεις τῶν προσυνοδικῶν κειμένων, θά θέλαμε οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου νά ἠμποροῦν νά περιληφθοῦν στό Συνοδικόν της Ὀρθοδοξίας».
Ἐπιπροσθέτως τίθεται ἕνα μεῖζον θέμα πού ὁ Σεβ. Ναυπάκτου κ.κ. Ἱερόθεος μέ τήν διακρίνουσα αὐτόν σοφία καί πιστότητα μᾶς ἀνέφερε κατά τήν ἱερατική σύναξη τῆς Μητροπόλεώς μας τήν 10/11/2016 μέ θέμα τήν ἐνημέρωση τοῦ εὐαγοῦς Κλήρου περί τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου. Τό οὐσιῶδες ζήτημα εἶναι οἱ πεποιθήσεις ἀδελφῶν Ἀρχιερέων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ὅτι ἡ ἀληθής πίστις δέν ἀποτελεῖ ἀπόλυτο προϋπόθεση γιά τήν μετοχή στήν ἄκτιστη χάρι τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ, ὅτι ἡ ἑτεροδοξία κέκτηται ἀληθές βάπτισμα, μυστηριακή δομή, ἀποστολική διαδοχή καί ἱερωσύνη καί ἑπομένως καί ἡ αἵρεση εἶναι καί αὐτή «ὁδός πρός σωτηρίαν». Οἱ θέσεις ὅμως αὐτές ἀνατρέπουν πλήρως τήν θεολογία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τῶν Ἁγίων καί Θεοφόρων Πατέρων 2000 χρόνων καί ἀποτελοῦν καθαρή ὑποβολή τοῦ διαμονικοῦ περιπαίγματος πρός ἀνατροπή τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου.
Ἑπομένως οἱ συγκεκριμένοι ἐμφοροῦνται ἀπό τήν αἵρεση τοῦ συγκρητιστικοῦ οἰκουμενισμοῦ καί ἀποτελοῦν ἀπόλυτο κίνδυνο γιά τό Ἐκκλησιαστικό σῶμα ἀλλά καί τραγικό ἄλλοθι γιά τήν ἐμμονή τῶν κακοδόξων στήν αἵρεσή τους. Αὐτά βέβαια θά ἀποδειχθοῦν ἀπό τήν δημοσίευση τῶν πρακτικῶν τῆς Συνόδου καί τότε θά τεθῆ τό τεράστιο θέμα. Μποροῦμε νά ἔχουμε κοινωνία μέ ἐμφορουμένους ἀπό τέτοιες κακοδοξίες μή διακινδυνεύοντες τήν σωτηρία τοῦ ποιμνίου μας καί τηροῦντες τούς ὅρκους τῆς Ἀρχιερωσύνης μας;
Ἔχω ἐν κατακλείδι τήν ταπεινή γνώμη μετά τήν παράθεσι τῶν ἀνωτέρω ὅτι ἡ λεγομένη Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος θά πρέπει νά θεωρηθῆ ὡς μία προσυνοδική διαδικασία καί μόνον καί νά ἐργασθοῦμε ὅλοι ὥστε νά συγκληθῆ μία ὄντως Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος πού θά θεραπεύση ἀστάθειες καί ἀσάφειες καταδικάζουσα τήν παναίρεση τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί διακηρύσσουσα παγκοσμίως ὅτι ἡ μόνη ὁδός σωτηρίας καί μετοχῆς στίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ θεολογία τῶν ἁγίων Πατέρων καί τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Ἀδιαιρέτου Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.
+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ
Πηγή: Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...