
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει όσο θα έπρεπε την σημασία της αποτομής, του μαρτυρίου δηλ. του Τιμίου Προδρόμου. Βεβαίως η Εκκλησία μας, με τη συγκεκριμένη εορτή και τα αναγνώσματα, τόσο το Ευαγγελικό (Μαρκ. ΣΤ ΄ 14 – 30), όσο και το Αποστολικό (Πραξ. Αποστ. ΙΓ ΄ 25 – 32), μας δίνει να κατανοήσουμε μέσα στο ιστορικό πλαίσιο, την μεγάλη μορφή του Βαπτιστού. Το γεγονός της αποτομής είναι συγκλονιστικό και γι’ αυτό, παρά το ότι το γνωρίζουμε, είναι ανάγκη για ακόμα μία φορά να το μελετήσουμε......
Ας εμβαθύνουμε όμως για λίγο στο καθαυτό γεγονός του σφοδρού Προδρομικού ελέγχου, σε σχέση με εμάς τους ίδιους και την εποχή μας.
Οπωσδήποτε η ενέργεια του Προδρόμου, με τα σημερινά κοσμικά δεδομένα και τα «νεοπατερικά» φληναφήματα, δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως ακραία, ίσως γραφική, οπωσδήποτε φανατική και τελικώς ως παράδειγμα προς αποφυγήν.
Ας δούμε το γιατί.
Α) Το τι έκανε ο Ηρώδης στην προσωπική του ζωή, αυτό εντάσσεται στα «απόρρητα προσωπικά δεδομένα» και ως εκ τούτου, όχι μόνο δεν είχε δικαίωμα ο Βαπτιστής να ελέγξει, αλλά με την πράξη του αυτή, θέτει τον εαυτόν του στην παρανομία και προσκρούει στο νόμο περί της «ελεύθερης επιλογής της προσωπικής ζωής»...
Β) Με τον έλεγχό του ξεπέφτει από το υψηλό του έργο. Αυτός δεν είναι παρά ένας ασκητής ο οποίος αρνήθηκε τον κόσμο και ως εκ τούτου δεν του επιτρέπεται να αφήνει τα «δυσθεώρητα ύψη της θεώσεως» και να κατεβαίνει στα κοσμικά και μάλιστα σ’ αυτού του είδους το επίπεδο που μπορεί να χαρακτηριστεί ως «κοσμικό κουτσομπολιό ή κοινωνικό σχόλιο», έστω και αν φαίνεται ότι στηρίζεται στον Νόμο των Εντολών.
Γ) Κάνει υπέρβαση καθήκοντος, και μάλιστα με την αδιακρισία του θίγει την «Ιερά Σύνοδο» των Εβραίων ή άλλως, το «Μέγα Συνέδριον», αφού δεν έχει εξουσιοδοτηθεί από τους Αρχιερείς για μια τέτοια πράξη. Δηλαδή, λειτουργεί αντιδεοντολογικά και εντελώς αυθαίρετα. Επιτέλους, ποιος είναι αυτός ο ασκητής που ελέγχει, καθ’ ην στιγμήν, ολόκληρο το σώμα των υπευθύνων αρχιερέων και των υπεροχικών προσώπων του Συνεδρίου που, έστω και από «διάκριση», ανέχεται αυτήν την κατάσταση, δηλ. την παρανομία του Ηρώδη;
Δ) Δημιουργεί με τον πύρινο λόγο του «κοινωνική αναταραχή», ό, τι δηλ. χειρότερο για μια «ευνομούμενη πολιτεία» και μάλιστα για έναν τόπο που βρίσκεται κάτω από το σιδερένιο πέλμα της Pax Romana. Είναι δυνατόν οι ειρηνικοί «ησυχαστές» και «ερημίτες» να γίνονται αιτία συγχύσεων και ταραχών, και μάλιστα να προσβάλλουν τους ταγούς της πολιτείας, αφού αυτοί έχουν «ταχθεί παρά Θεού» στο έργο τούτο;
Ε) Λησμονούσε ο Ζηλωτής και Βαπτιστής του Ιορδάνου ότι ο Ηρώδης, παρά τα προσωπικά του πάθη και τις ιδιορρυθμίες, έκανε δημόσια έργα, ανέπτυσσε την «πολιτισμική παράδοση» και «ιουδαϊκή κουλτούρα», κρατούσε τις «λεπτές ισορροπίες», με την Ρώμη, και το σημαντικότερο, είχε προσφέρει πολλά χρήματα από τον δημόσιο κορβανά για το κτίριο του Ναού. Ο Ιωάννης μπορεί βέβαια να είχε φτάσει στο επίπεδο να βλέπει ολόκληρο τον κόσμο ως Ναό του Θεού, πλην όμως θα έπρεπε να αισθάνεται την ανάγκη που είχαν οι άνθρωποι για ένα Ναό (και μάλιστα τι Ναό!), ώστε να εκτελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα! Κυρίως όμως με τον έλεγχό του, διατάρασσε την «αγαστή συνεργασία» μεταξύ «ιουδαϊκής θρησκείας και πολιτείας».
ΣΤ) Αποδεικνύει τον εαυτόν του ακραίο, μονοκόμματο και αδιάκριτο, αφού με την ενέργειά του αυτή, αφήνει το έργο του βαπτίσματος και του κηρύγματος και εγκαταλείπει όλον αυτόν τον κόσμο που προσέτρεχε στην έρημο για να τον ακούσει και να ωφεληθεί.
Θα μπορούσαμε βέβαια να σημειώσουμε και άλλα πολλά, τα οποία βγαίνουν ως συμπεράσματα από την σύγχρονη «θεολογική» ψευτοκουλτούρα...
Όμως, δόξα τω Θεώ, ο Τίμιος του Κυρίου Πρόδρομος, ο μέγιστος των Προφητών, ο Κήρυκας της Χάριτος, ο ασυμβίβαστος, ζούσε για την αγάπη και τη δόξα του Χριστού. Και υπέγραψε αυτήν την αγάπη του με την ίδια του την κεφαλή. Ο Πρόδρομος είναι ο γνήσιος Προφήτης που παραμένει ασυμβίβαστος και που αρνείται να καλύψει την οποιαδήποτε δειλία με ένα διάτρητο «θεολογικό» μανδύα και με επιχειρήματα «νεοπατερικής εποχής».
Αρνείται την διαστροφή της αμαρτίας που αποκτηνώνει τον άνθρωπο και συνάμα επικυρώνει την αλήθεια, του ότι οι πολιτικοί άρχοντες, πόσω δε μάλλον οι εκκλησιαστικοί, πρέπει να μένουν σε γυάλινα σπίτια, ώστε η προσωπική τους ζωή να αποτελεί παράδειγμα προς μίμησιν («το της πόλεως όλης ήθος, ομοιούται τοις άρχουσιν») Το δε αίμα του, είναι η τρανότερη μαρτυρία της συνέπειας στο πανάγιο και παντοκρατορικό θέλημα του Θεού.
Ας πρεσβεύει ο Μάρτυρας της αληθείας και του Ευαγγελικού ήθους, ώστε τουλάχιστον, αφού συνειδητοποιήσουμε την ρηχότητά μας, όλοι από κοινού, κλήρος, μοναχισμός και λαός, να δεχθούμε την χάρη και την ευλογία, για μια επιτέλους, συνειδητή Ορθόδοξη Χριστιανική ζωή.Αμήν.
Πηγή: Θρησκευτικά
Ήταν 15 / 28 Αυγούστου 1959 όταν εκοιμήθη ο γέρων Ιωσήφ Ησυχαστής.
Πενήντα τέσσερα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τη Κοίμηση του Οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστή, από τις σημαντικότερες μορφές του Αγιορείτικου μοναχισμού την τελευταία 200ετία.
Γεννήθηκε τὸ ἔτος 1898 εἰς τὸ χωρίον Λεῦκες τῆς Πάρου. Ἡ Πάρος εἶναι ἕνα μικρὸ καὶ ἤρεμο νησὶ τῶν Κυκλάδων. Οἱ γονεῖς του ἦσαν πτωχοὶ καὶ ἀναγκάζονταν νὰ ἐργάζωνται πολὺ διὰ νὰ συντηρήσουν τὴν οἰκογένειά τους. Ὁ πατέρας του ὠνομάζετο Γεώργιος καὶ ἀπέθανε πολὺ ἐνωρίς. Ἡ μητέρα του Μαρία ἀνέλαβε τὴν προστασία ὅλης τῆς οἰκογενείας. Ἡ μητέρα του ἦταν εὐλογημένη ψυχὴ καὶ εἶχε ἁπλότητα καὶ ἀκεραιότητα χαρακτῆρος καὶ ἐπήγαμε πολὺ συχνὰ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν διὰ νὰ λειτουργηθῆ, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ περιποιηθῆ τὸν Ἱερὸν ναόν.
Ὅταν ὁ μικρὸς Φραγκίσκος -αὐτὸ ἦταν τὸ κοσμικὸν ὄνομα τοῦ Γέροντος Ἰωσὴφ- ἔφυγε διὰ νὰ γίνη μοναχὸς ἡ μητέρα του εἶπε εἰς τοὺς συγγενεῖς της: «Τὸ ἐγνώριζα πὼς θὰ γίνη μοναχὸς ἀπὸ τὴν γέννησίν του. Ὅταν ἐγέννησα τὸν Φραγκίσκον μου καὶ ἤμουνα ἀκόμη εἰς τὸ κρεββάτι μὲ τὸ μωρὸ δίπλα φασκιωμένο, εἶδα νὰ ἀνοίγη ἡ στέγη τοῦ σπιτιοῦ καὶ ἕνας φτερωτὸς καὶ πολὺ ὡραῖος νέος, ποὺ μόλις μποροῦσα νὰ τὸν ἀντικρύσω ἀπὸ τὴν πολλὴν λάμψιν του, κατέβηκε καὶ ἐστάθηκε πλάι στὸ μωρό μου καὶ ἄρχισε νὰ τὸ ξεσκεπάζη μὲ σκοπὸν νὰ τὸ πάρη.
Ὅταν ἐγὼ διαμαρτυρήθηκα λέγοντας, «Τί κάνεις καλέ; Θὰ μοῦ πάρης τὸ μωρό μου;» Ἐκεῖνος ἐπέμενε ὅτι διὰ τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἦρθε καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόφασις. Καὶ διὰ νὰ μὲ βεβαίωση, μάλιστα μοῦ ἔδειξε σὲ ἕνα σημειωματάριο γραμμένη μιὰ ἐντολή, ὅτι πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ πάρη τὸ μικρό. Ὅταν ἀντιστάθηκα, ὁ Ἄγγελος μοῦ ἔδωσε ἕνα πολύτιμον κόσμημα σὲ σχῆμα σταυροῦ καὶ μοῦ πῆρε τὸ μωρό». Ἀπὸ τότε πίστευα, ἔλεγε ἡ μητέρα του Μαρία, ὅτι κάποτε ὁ Φραγκίσκος θὰ ἀκολουθοῦσε τὸν Χριστόν.
Ὁ Γέροντας ὡς τὴν ἐφηβικήν του ἡλικίαν παρέμεινε εἰς τὸ χωριό του καὶ βοηθοῦσε τὴν μητέραν του εἰς τὶς διάφορες ἐργασίες τοῦ σπιτιοῦ. Μετὰ ἔφυγε διὰ τὸν Πειραιά, ὅπου ἐργαζότανε ὡς μικροέμπορος. Εἰς τὴν ἡλικίαν τῶν εἰκοσιτριῶν ἐτῶν κέντρον τῆς ἐργασίας του ἦτο ἡ Ἀθήνα. Ἦταν πολὺ δραστήριος, ἀλλὰ ἀπέφευγε τὴν πονηρία καὶ τὴν ἀδικίαν.
Τότε ἄρχισε νὰ μελετᾶ πατερικὰ βιβλία. Μεγάλον ἐνθουσιασμὸν προκαλοῦσαν εἰς αὐτὸν οἱ βίοι τῶν μεγάλων ἀσκητῶν. Τὴν ἀπόφασίν του διὰ τὸν μοναχισμὸν τὴν ἐπῆρε ὕστερα ἀπὸ τὸ ἀκόλουθο ὅραμα:
«Ἕνα βράδυ εἶδα εἰς τὸν ὕπνο μου ὅτι περνοῦσα ἔξω ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα καὶ ἀμέσως μὲ ἐπῆραν δυὸ ἀξιωματικοὶ τῆς ἀνακτορικῆς φρουρᾶς καὶ μὲ ἀνέβασαν εἰς τὸ παλάτι. Δὲν ἐκατάλαβα τὸν λόγον καὶ διὰ τοῦτο διαμαρτυρήθηκα. Τότε μοῦ ἀποκρίθηκαν μὲ καλωσύνη νὰ μὴ φοβοῦμαι, ἀλλὰ νὰ ἀνέβω, διατὶ εἶναι θέλημα τοῦ Βασιλέως. Ἀνεβήκαμε σὲ ἕνα πολὺ ὑπέροχον ἀνάκτορον, ἀνώτερον ἀπὸ κάθε ἐπίγειον, μοῦ ἐφόρεσαν μιὰ ὁλόλευκη καὶ πολύτιμη στολὴ καὶ μοῦ εἶπαν· «ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἐμπρὸς θὰ ὑπηρετῆς ἐδῶ». Καὶ μετὰ μὲ ἐπῆγαν νὰ προσκυνήσω τὸν Βασιλέα.
Ξύπνησα ἀμέσως καὶ αὐτὰ ποὺ εἶδα καὶ ἄκουσα χαράχθηκαν τόσο πολὺ μέσα μου, ὥστε δὲν μποροῦσα νὰ κάνω ἢ νὰ σκεφθῶ τίποτε ἄλλο. Σταμάτησα τὶς ἐργασίες μου καὶ ἔμεινα σκεπτικός. Ἄκουγα ζωντανὰ μέσα μου νὰ ἐπαναλαμβάνεται διαρκῶς ἐκείνη ἡ ἐντολὴ «ἀπὸ τώρα καὶ ἐμπρὸς θὰ ὑπηρετῆς ἐδῶ». Ὅλη μου ἡ κατάστασις ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ ἄλλαξε»(1) .
Ἔτσι ἐπῆρε τὴν ἀπόφασιν καὶ ἔφυγε διὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ὁ πρῶτος σταθμὸς ἦταν τὰ Κατουνάκια. Ἐκεῖ ζοῦσε τότε ὁ ἀείμνηστος Γέροντας Δανιήλ, ὁ ἱδρυτὴς τῆς ἀδελφότητος τῶν Δανιηλαίων. Ἀπὸ τὸν Γέροντα Δανιήλ, ὁ ὁποῖος ἦταν εὐλαβὴς καὶ συνετὸς ἄνθρωπος, ἔλαβε μεγάλην βοήθειαν. Δὲν ἔμεινε ὅμως μαζύ του, διότι ἀγαποῦσε τὴν αὐστηρότερη ἡσυχαστικὴν ζωήν.
Σὲ μιὰ πανηγύρι τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ Ἄθωνα, ἐγνώρισε τὸν Γέροντα Ἀρσένιο. Ἔκτοτε ὁ π. Ἀρσένιος ἔγινε ὁ μόνιμος συνασκητὴς του καὶ δὲν ἐχώρισαν ποτὲ πλέον.
Ὑποτάχθηκαν εἰς τὸν Γέροντα Ἐφραὶμ ποὺ εἶχε τὴν καλύβην τοῦ Εὐαγγελισμοῦ εἰς τὰ Κατουνάκια. Ἔπειτα μαζὺ μὲ τὸν Γέροντά τους Ἐφραὶμ ἔφυγαν διὰ τὴν Σκήτην τοῦ Ἁγίου Βασιλείου διὰ περισσοτέραν ἄσκησιν.
Μετὰ τὴν κοίμησιν τοῦ Γέροντος Ἐφραὶμ ἄρχισαν τοὺς μεγάλους ἀσκητικοὺς ἀγώνας. Ἡ ἄσκησίς τους ἦταν ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία καὶ ἡ προσευχή. Κυριώτερον ὅμως ἔργον ἀποτελοῦσεν δι᾿ αὐτοὺς ἡ νῆψις καὶ ὁ ἐγκλεισμὸς τοῦ νοὸς εἰς τὴν καρδίαν.
Τὸ ἔτος 1938 μαζὺ μὲ τὸν π. Ἀρσένιον μετεκόμισαν εἰς τὶς ἀπόκρημνες σπηλιὲς τῆς Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννης. Εἰς ἕνα ἀπὸ τὰ σπήλαια αὐτὰ ὑπῆρχε καὶ Ἐκκλησία τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Διεμόρφωσαν ἐκεῖ τὸν χῶρον, ἔκτισαν καὶ μερικὰ κελλία καὶ παρέμειναν εἰς τὸ σπήλαιον αὐτὸ ἕως καὶ τὸ ἔτος 1947.
Εἰς αὐτὸ τὸ ταπεινὸν σπήλαιον τοῦ Τιμίου Προδρόμου ἀσκήθηκαν καὶ ἑτοιμάσθηκαν τὰ πνευματικά του παιδιὰ καὶ ἔγιναν ἔπειτα ἡγούμενοι εἰς ἄλλα μοναστήρια. Εἰς τὸν μακαριστὸν Γέροντα Ἰωσὴφ ὀφείλεται ἡ πνευματικὴ ἀναγέννησις καὶ ἐπάνδρωσις ἕξι Ἱερῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ πολλῶν ἄλλων γυναικείων ἀδελφοτήτων εἰς τὸν Ἑλλαδικὸν χῶρον.
Ἀπὸ τὸ ταπεινὸν αὐτὸ σπήλαιον ἐξεκίνησε καὶ ὁ Γέροντας Ἐφραὶμ καὶ ἵδρυσε εἰς τὸν Καναδὰ καὶ τὴν Ἀμερικὴν ἱεροὺς Παρθενῶνες, πνευματικὰ φυτώρια ἀπ᾿ ὅπου μεταφυτεύεται καὶ ἐξακτζώνεται τὸ Ὀρθόδοξον Πνεῦμα, τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸν ἀπόδημον Ἑλληνισμόν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ πέρατα τοῦ κόσμου.
Ἡ ἀρετὴ ἔχει κόπον διὰ νὰ τὴν ἀπόκτηση κανείς. Ἀλλὰ ὅταν τὴν ἀπόκτηση καὶ τὴν εὐωδίαν της δὲν μπορεῖ νὰ συγκρατήση. Τὸ Ὀρθόδοξον ἀσκητικὸν Πνεῦμα μπορεῖ νὰ ἀναμόρφωση τὸν κόσμον καὶ νὰ ἀνάπλαση τὸν ἄνθρωπον ποὺ σήμερα ἔχασε τὸν δρόμον του, τὸν προορισμόν του καὶ ὑποφέρει πολύ.
Τὸ ἔτος 1951 μεταφέρθηκαν εἰς τὴν Νέαν Σκήτην, εἰς τὴν καλύβην τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, ὅπου παρέμεινε ἕως τὴν κοίμησίν του ποὺ συνέβη τὴν 15ην Αὐγούστου τοῦ ἔτους 1959, ἑορτὴν τῆς κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.
Τὰ περὶ τῆς κοιμήσεώς του τὰ περιγράφει πολὺ γλαφυρὰ ὁ Γέροντάς μου Ἐφραὶμ εἰς τὸ βιβλίον «Προθύμως Ἀνάβαινε», τὸ ὁποῖον εἶναι ἔκδοσις τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου:
«Ἡ ἀγάπη του πρὸς τὴν Παναγίαν μας εἶναι ἀνωτέρα πάσης περιγραφῆς. Μόνον ποὺ ἀνέφερε τὸ ὄνομά της τὰ μάτια του ἔτρεχαν. Τὴν παρακαλοῦσε ἀπὸ καιρόν, νὰ τὸν πάρη, νὰ ξεκουρασθῆ. Καὶ τὸν εἰσήκουσεν ἡ Παντάνασσα. Τὸν ἐπληροφόρησε ἕνα μήνα πρὶν διὰ τὴν ἀναχώρησίν του. Μὲ ἐκάλεσε τότε ὁ Γέροντας καὶ μοῦ ὑπέδειξε τί νὰ ἑτοιμάσωμε. Ἐπεριμέναμε.
Τὴν παραμονὴν τῆς κοιμήσεώς του -14 Αὐγούστου 1959- ἐπέρασε νὰ τὸν ἴδη ὁ κ. Σχοινᾶς ἀπὸ τὸν Βόλον· ἦσαν γνώριμοι πολύ.
-Τί κάμετε, τοῦ λέγει, πῶς ἔχει ἡ ὑγεία σας;
-Αὔριον, Σωτήρη, ἀναχωρῶ διὰ τὴν αἰώνιαν πατρίδα. Ὅταν ἀκούσης τὶς καμπάνες, νὰ ἐνθυμηθῆς τὸν λόγον μου.
Τὸ βράδυ εἰς τὴν ἀγρυπνίαν τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας μας ὁ Γέροντας συνέψαλλε ὅσον ἠδύνατο μὲ τοὺς πατέρας. Εἰς τὴν Θείαν Λειτουργίαν τὴν ὥραν ποὺ ἐκοινώνησε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια εἶπε· «ἐφόδιον ζωῆς αἰωνίου».
Ξημέρωσε 15η Αὐγούστου. Ὁ Γέροντας κάθεται στὴν μαρτυρική του πολυθρόνα στὴν αὐλὴ τοῦ ἡσυχαστηρίου μας. Περιμένει τὴν ὥραν καὶ τὴν στιγμήν. Εἶναι σίγουρος διὰ τὴν πληροφορίαν ποὺ τοῦ εἶχε δώσει ἡ Παναγία μας, ἀλλὰ βλέποντας τὴν ὥραν νὰ περνᾶ καὶ τὸν ἥλιον νὰ ἀνεβαίνη τοῦ ἔρχεται κάτι ὡσὰν στενοχώρια, ὡσὰν ἀγωνία διὰ τὴν βραδύτητα.
Εἶναι ἡ τελευταία ἐπίσκεψις τοῦ πονηροῦ. Μὲ φωνάζει καὶ μοῦ λέγει: «Παιδί μου, γιατί ἀργεῖ ὁ Θεὸς νὰ μὲ πάρη; Ὁ ἥλιος ἀνεβαίνει καὶ ἐγὼ ἀκόμη εἶμαι ἐδῶ!». Βλέποντας ἐγὼ τὸν Γέροντά μου νὰ λυπῆται καὶ σχεδὸν νὰ ἀδημονῆ τοῦ λέγω μὲ θάρρος: «Γέροντα μὴ στενοχωρῆστε, τώρα ἐμεῖς θὰ κάνωμε εὐχή» καὶ θὰ φύγετε».
Ἐσταμάτησαν τὰ δάκρυά του. Οἱ πατέρες, ὁ καθένας τὸ κομποσχοίνι του καὶ ἔντονον τὴν εὐχήν. Δὲν ἐπέρασε ἕνα τέταρτο καὶ μοῦ λέγει: «Κάλεσε τοὺς πατέρες νὰ βάλουν μετάνοιαν, διότι φεύγω». Ἐβάλαμε τὴν τελευταίαν μετάνοιαν. Ἔπειτα ἀπὸ λίγο ἐσήκωσε τὰ μάτια του ὑψηλὰ καὶ ἔβλεπε ἐπιμόνως ἐπὶ δυὸ λεπτὰ περίπου. Κατόπιν γυρίζει καὶ πλήρης νηφαλιότητος καὶ ἀνέκφραστου ψυχικοῦ θάμβους μᾶς λέγει:
«Ὅλα ἐτελείωσαν, φεύγω, ἀναχωρῶ, εὐλογεῖτε!» Καὶ μὲ τὶς τελευταῖες λέξεις ἔγειρε τὸ κεφάλι του δεξιά, ἀνοιγόκλεισε δυὸ τρεῖς φορὲς ἤρεμα τὸ στόμα καὶ τὰ μάτια, καὶ αὐτὸ ἦταν. Παρέδωκε τὴν ψυχήν του εἰς χείρας Ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐπόθησε καὶ ἐδούλευσεν ἐκ νεότητος.
Θάνατος ὄντως ὁσιακός. Εἰς ἡμᾶς ἐσκόρπισε ἀναστάσιμον αἴσθησιν. Ἐμπροστά μας εἴχαμε νεκρὸν καὶ ἤρμοζε πένθος, ὅμως μέσα μας ἐζούσαμε ἀνάστασιν. Καὶ τοῦτο τὸ αἴσθημα δὲν ἔλειψε πλέον· μὲ αὐτὸ συνοδεύεται ἔκτοτε ἡ ἐνθύμησις τοῦ ἀειμνήστου ἁγίου Γέροντος».
Ἡ διδασκαλία του περιέχεται εἰς ἑξηνταπέντε ἐπιστολάς, τὰς ὁποίας ἔχει ἐκδόσει ἡ Ἱερὰ Μονὴ Φιλοθέου. Εἰς αὐτὰς φαίνεται καθαρά, ὅτι εἶναι συνεχιστὴς καὶ ἐκφραστὴς ὅλης τῆς νηπτικῆς παραδόσεως.
Ὁ ἐμπειρικὸς τρόπος τῆς ζωῆς του ἔδειξε ἐφηρμοσμένην ὅλην τὴν διδασκαλίαν τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Τὰ κύματα τῆς θείας χάριτος πλημμύριζαν τὴν ψυχήν του καὶ ὁ νοῦς του ἠρπάζετο εἰς θεωρίαν. Ἦτο κάτοχος τοῦ ἀκτίστου φωτὸς καὶ ἄριστος διδάσκαλος τῆς νοερᾶς προσευχῆς.
Ὅλος ὁ βίος του εἶναι ἕνα πνευματικὸν συναξάρι ποὺ θυμίζει τοὺς παλαιοὺς ἀσκητὰς τῆς ἐρήμου. Τοὺς ἀγώνας του μὲ τὰ δαιμόνια οὔτε νὰ τοὺς ἀκούση κανεὶς δὲν τολμᾶ σήμερα. Ἦταν ἀνδρεῖος πολεμιστὴς ἐναντίον τῶν παθῶν καὶ ἐβίαζε τὸν ἑαυτόν του εἰς ἀφάνταστον βαθμόν. Ἀπέκτησε πολλὴν καθαρότητα καὶ ἁγνότητα ψυχῆς καὶ σώματος καὶ εἶχε ὡς παράδειγμα πάντα τὴν Παναγία μας. Ἔγραφε σὲ μία ἐπιστολή: «Δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς περιγράψω πόσον ἀρέσκει ἡ Παναγία μας τὴν σωφροσύνην καὶ τὴν καθαρότητα. Ἐπειδὴ Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἁγνὴ Παρθένος, δι᾿ αὐτὸ καὶ ὅλους τοιούτους θέλει καὶ ἀγαπᾶ».
Ὁ ἀείμνηστος Γέρων Ἰωσὴφ ἐπέρασε ὅλα τὰ στάδια τῆς πνευματικῆς πορείας τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς τελειώσεως. Ἐγνώρισε ὅλα τὰ θεῖα χαρίσματα αὐτῶν τῶν καταστάσεων.
Ἔγινε ἔμπειρος πνευματικὸς ὁδηγός, διακριτικὸς καὶ ἀπλανὴς ὁδηγὸς τῆς πνευματικῆς ζωῆς· δι᾿ αὐτὸ ἔγραφε: «ἀναγκάζομαι νὰ ἀνοίγω τοὺς αὔλακας εἰς τὸν κόσμον· καθότι ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ δεχθοῦν τὸν λόγον ψυχαὶ καθαραὶ καὶ εἰς ἐμὲ νὰ γίνη ὠφέλεια ὁ μισθὸς τῆς ἀγάπης. Λοιπὸν ἀκούσατέ μου τοὺς λόγους, χαρίσατέ μου τὰς ἀκοάς...». Ἡ ζωή του καὶ ἡ διδασκαλία του εἶναι μιὰ ὀρθόδοξη ἐμπειρικὴ θεολογία.
Ἀπὸ πνευματικὴν ὑπακοὴν εἰς τὸν ἅγιον αὐτὸν Γέροντα, τὸν παπποῦν μας, ὀφείλομεν νὰ ἐκτελοῦμεν τὶς συμβουλές του, διὰ νὰ συνεχίζεται καὶ σήμερα ἡ νηπτικὴ καὶ ἡσυχαστικὴ παράδοσις εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ νὰ εὐαρεστῆται καὶ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, τῆς ὁποίας τὸ περιβόλι ὡς ἀνάξιοι κατοικοῦμεν.
Νὰ ἔχωμεν τὴν εὐχὴν τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Ἰωσήφ.
Τὸ παρὸν φυλλάδιον εἶναι ἀπόσπασμα ἀπὸ εὐρυτέραν ἐργασίαν περὶ τοῦ Γέροντος Ἰωσὴφ τοῦ Ἡσυχαστοῦ. Διανέμεται δωρεάν, τὴν δὲ δαπάνην ἀνέλαβε ἡ φιλόθεος προαίρεσις τοῦ ἀδελφοῦ Γεωργίου εἰς τὸν ὁποῖον ἀναλογεῖ καὶ ὁ μισθὸς ἀπὸ τὴν ὠφέλειαν ποὺ θὰ πρόκυψη ἐκ τῆς ἀναγνώσεως.
Ἡ ἀσκητικὴ παράδοσις εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος εἶναι τόσον δυνατή, ὥστε ἐφ᾿ ὅσον ζῆς εἰς τὸ περιβόλι τῆς Παναγίας μας, πρέπει νὰ τὴν ἀκολουθήσης. Ἀπορρέει μέσα ἀπὸ τὴν ψυχὴ ἕνα αἴσθημα σεβασμοῦ καὶ ὑπακοῆς πρὸς τὴν ἱερότητα τοῦ χώρου αὐτοῦ. Ἐὰν δὲν ἐγκλιματισθῆς εἰς τὸν χῶρον αὐτὸν καὶ δὲν θέλησης νὰ ἀγωνισθῆς καὶ νὰ κράτησης αὐτὴν τὴν παράδοσιν, αἰσθάνεσαι ὅτι δὲν ἔχεις θέσιν εἰς αὐτὸν τὸν χῶρον.
Παραμένοντας κανεὶς εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος σημαίνει ὅτι ἀπὸ τὴν ἰδικήν του προαίρεση ἀγαπᾶ καὶ ὑπακούει εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ἀσκητικὴν παράδοσιν καὶ ἐντάσσεται ταπεινὰ μέσα εἰς αὐτὴν τὴν μεγάλην καὶ εὐλογημένην Ἁγιορειτικὴν ἀδελφότητα.
Οἱ Ἁγιορεῖτες πατέρες εἶναι ἐγκατεσπαρμένοι εἰς τὰ εἴκοσι κοινόβια, εἰς τὶς Σκῆτες, τὰ κελλία καὶ τὰ ἐρημητήρια· διατηροῦν μὲν τὴν ἴδια Ἅγιορείτικην παράδοσιν, ἀλλὰ μὲ τὸ ὀλίγον διαφορετικὸν λειτουργικὸν πρόγραμμα ἀπὸ τόπου εἰς τόπον συντελοῦν, ὥστε ἡ προσευχὴ νὰ μὴ καταπαύη ποτὲ εἰς τὸ περιβόλι τῆς Παναγίας μας. Ἡ νοερὰ προσευχὴ βέβαια δὲν περικλείεται σὲ τυπικὸν καὶ πρόγραμμα, ἀλλὰ συντελεῖται μυστικὰ καὶ ἀθόρυβα πάντοτε. Ἐδῶ ἁπλῶς ἐννοοῦμε τὶς τακτικὲς ἀκολουθίες ποὺ γίνονται εἰς τὸν ἱερὸν Ναόν.
Ἡ ἀξία τῆς νοερᾶς προσευχῆς εἶναι πάρα πολὺ μεγάλη διὰ τὴν ζωήν μας. Εἶναι ἕνας ἀγνοημένος καὶ κρυμμένος θησαυρός, ποὺ ὅποιος τὸν ἀνακάλυψη καὶ τὸν κρύψη μέσα εἰς τὴν ψυχήν του αἰσθάνεται ὅτι εἰσέρχεται εἰς τὴν αἰώνιον ζωήν. Ἡ νοερὰ προσευχὴ ἀρωματίζει ὅλα τὰ ἔργα μας, ἐνισχύει τὴν ψυχὴν εἰς τὴν ἄσκησιν, περικόπτει τὰ διάφορα πάθη, φωτίζει τὸν νοῦν καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει φωτισμένον νοῦ ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι μιὰ εὐλογία μέσα εἰς τὴν Ἐκκλησία.
Συνασκούμενοι καὶ συνεργαζόμενοι ὅλοι μαζὺ οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες δίδουν μιὰ μαρτυρία Ὀρθοδόξου Πίστεως καὶ ζωῆς εἰς τὸν σύγχρονον κόσμον. Ἀπὸ τὸν λόγον αὐτὸν ὅλον τὸ Ἅγιον Ὄρος κατακλύζεται ἀπὸ τοὺς προσκυνητάς, οἱ ὁποῖοι μὲ ζῆλον καὶ πόθον ψάχνουν νὰ βροῦν τὴν προσευχήν, τὴν ἄσκησιν, τὴν ἀρετήν, τὴν λύσιν τῶν προβλημάτων τους.
Τὸ Ἁγιώνυμον Ὄρος ἦτο ἀνέκαθεν καὶ θὰ εἶναι πάντοτε, μὲ τὴν πρεσβείαν τῆς Ὀροφυλάκισσας Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἕνας ὁλοφώτεινος Ναὸς ποὺ θὰ φρυκτωρῆ καὶ θὰ ἐξακτινώνη τὸ φῶς του πρὸς τὰ πέρατα τοῦ κόσμου.
Αὐτὴ ὅμως ἡ περίβλεπτος θέσις τοῦ Ἁγίου Ὄρους μᾶς ἐπιβάλλει νὰ καθιστοῦμε αὐτό, μὲ τὴν εὐλογίαν καὶ τὴν προστασίαν τῆς Παναγίας μας, τόπον μετανοίας καὶ προσευχῆς. Τὸ χρέος ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἁγιορεῖτες Πατέρες εἶναι νὰ διατηρήσωμεν αὐτὴν τὴν πνευματικὴν κληρονομίαν καὶ τὴν χάριν τῆς νοερᾶς προσευχῆς ὡς τὴν μεγίστην ὑπακοὴν καὶ ἐκπλήρωσιν τῶν μοναχικῶν μας ὑποσχέσεων.
Ὁ Γέρων Ἰωσὴφ ἦταν ἕνας πολὺ μεγάλος βιαστὴς εἰς τὸν ἑαυτόν του καὶ ἐμπειρότατος ἀσκητής. Ἐκοπίασεν ὅσον ὀλίγοι γιὰ νὰ ἀπόκτηση τὴν νοερὰν προσευχὴν καὶ νὰ κατανίκηση τὰ πάθη τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Εἰς τὶς ἐπιστολές του παρουσιάζεται ἡ ἀσκητική του διαγωγή, ἐκφράζεται ὅλη ἡ μοναχική του ἐμπειρία καὶ ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ ζωή του δὲν ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τοὺς ἀσκητὰς τῆς ἐρήμου τῶν πρώτων αἰώνων. Οἱ συμπλοκές του μὲ τοὺς δαίμονας ἐνθυμίζουν τοὺς ἀγώνας τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου καὶ τῶν μεγάλων ἀσκητῶν τῆς ἐρήμου.
Ἐπάλαισε μὲ τὰ δαιμόνια εἰς τὴν πρώτην γραμμή. Ποίος μπορεῖ νὰ παραμείνη ἀσυγκίνητος, ὅταν ἀκούη αὐτὸ τὸ ἀσκητικὸν πολεμικὸν διάγγελμα: «Ἔκτοτε ἤρχισαν οἱ ἄγριοι πόλεμοι, ὅπου δὲν μὲ ἄφηναν ἡμέραν καὶ νύκτα. Ἄγριοι πόλεμοι! Μήτε ὥραν νὰ ἡσυχάσω. Ἐπίσης καὶ ἐγὼ εἶχον μανίαν εἰς αὐτούς. Ἐξ ὥρας καθήμενος εἰς τὴν προσευχὴν δὲν ἐσυγχώρουν νὰ βγῆ ἀπὸ τὴν καρδίαν. Ἀπὸ τὸ σῶμα μου ὁ ἱδρῶτας ἔτρεχεν ὡσὰν βρύσι. Ξύλον ἀλύπητα. Πόνος καὶ δάκρυα. Νηστεία ἄκρα καὶ ὁλονύκτιος ἀγρυπνία» (2) .
Θέλετε νὰ παρακολουθήσετε καὶ τὴν πολεμικὴν συμπλοκὴν μετὰ τῶν δαιμόνων; Ἂς ἀκούσωμεν τὴν καταπληκτικὴν αὐτὴν σύγκρουσιν ὅπως τὴν διηγεῖται ὁ ἴδιος: «Λοιπὸν μίαν νύκτα, καθὼς ηὐχόμην, ἦλθον πάλιν εἰς θεωρίαν καὶ ἠρπάγη ὁ νοῦς μου εἰς ἕνα κάμπον· καὶ ἦσαν κατὰ τάξιν -κατὰ σειρὰν- μοναχοὶ συνταγμένοι πρὸς μάχην. Καὶ ἕνας στρατηγὸς ἦλθε πλησίον μου καὶ μοῦ λέγει: Θέλεις, μοῦ λέγει, νὰ εἰσέλθης νὰ πολεμήσης εἰς τὴν πρώτην γραμμήν; Καὶ ἐγὼ τοῦ ἀπάντησα ὅτι σφόδρα ἐπιθυμῶ νὰ μονομαχήσω μὲ τοὺς ἀντίκρυ αἰθίοπας, ὅπου ἦσαν κατέναντι ὠρυόμενοι καὶ πῦρ πνέοντες ὡσὰν ἄγριοι σκύλοι, ὁποὺ μόνον ἡ θεωρία τους σοῦ ἐπροξένει τὸν φόβον. Ἀλλ᾿ εἰς ἐμένα δὲν ἦταν φόβος· διότι εἶχον τόσην μανίαν, ὅπου μὲ τὰ δόντια μου νὰ τοὺς σχίσω.
Εἶναι δὲ ἀληθὲς ὅτι καὶ ὡς κοσμικὸς ἦμουν τοιαύτης ἀνδρείας ψυχῆς. Τότε λοιπὸν μὲ χωρίζει ὁ στρατηγὸς ἀπὸ τὰς γραμμάς, ὅπου ἦταν ἡ πληθὺς τῶν πατέρων. Καὶ ἀφοῦ διήλθομεν τρεῖς ἢ τέσσαρας γραμμὰς συνταγματικῶς μὲ ἔφερεν εἰς τὴν πρώτην γραμμήν, ὅπου ἦσαν ἕνας ἢ δυὸ ἀκόμη κατὰ πρόσωπον τῶν ἀγρίων δαιμόνων. Αὐτοὶ ἦσαν ἕτοιμοι νὰ ὁρμήσουν καὶ ἐγὼ ἔπνεον πῦρ καὶ μανίαν κατεναντίον τους. Καὶ μὲ ἄφησε ἐκεῖ ἀφοῦ εἶπε: Ὅποιος ἐπιθυμεῖ νὰ πολεμήση ἀνδρείως μὲ αὐτούς, ἐγὼ δὲν τὸν ἐμποδίζω, ἀλλὰ βοηθῶ». (3)
Αὐτὸς εἶναι ὁ Γέρων Ἰωσὴφ· ὁ γενναῖος στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Χριστοῦ πολεμεῖ εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν καὶ ἀποδιώκει τὰς φάλαγγας τῶν δαιμόνων. Αὐτός, ὅπως βεβαιώνη ὁ ἴδιος, εἰσῆλθεν εἰς ὅλα τὰ καταφύγια τοῦ διαβόλου καὶ κατετροπωσε αὐτόν: «Κἀγὼ δὲ ἐπ᾿ ἀληθείας σᾶς λέγω ὅτι εἰσῆλθον εἰς ὅλα τὰ καταφύγια τοῦ ἐχθροῦ καὶ σκληρῶς μονομαχήσας ἐξῆλθον διὰ τῆς χάριτος».
Ἐκοπίασεν ὅσον ὀλίγοι ψάχνοντας νὰ βρῆ τὴν ἀρετήν. Συνέλεξε ὡς μέλισσα τὸ πνευματικὸν μέλι, ὅλην τὴν ἀσκητικὴν διδασκαλίαν καὶ παράδοσιν ποὺ εὑρῆκε εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ τὴν παρέδωσε εἰς τὰ παιδιά του. Αὐτὸ εἶναι τὸ δεύτερον βασικὸν ἔργον τοῦ Πάππου μας Ἰωσήφ. Πρῶτον ἔσκαψε βαθειὰ μέσα εἰς τὴν καρδίαν του, ἔδιωξε τὰ πάθη, ἔκλεισε καὶ ἐπανέφερε τὸν νοῦν μέσα εἰς τὴν ψυχήν του, ἐλειτουργοῦσε ἀδιάλειπτα ἡ εὐχὴ μέσα του, ἐμορφώθη ἐν αὐτῷ ὁ Χριστός. Ἀνακαίνισε τὸν ἑαυτόν του καὶ αὐτὸν τὸν ἀνακαινισμένον ἄνθρωπον παρέδωσεν ὡς ὑπόδειγμα εἰς τὰ παιδιά του καὶ ἐν συνεχείᾳ εἰς τὰ ἐγγόνια του.
Ὁ παππούς μας Ἰωσὴφ εὑρῆκε πολλοὺς πατέρας μὲ μεγάλες πνευματικὲς καταστάσεις. Δὲν ἄφησαν ὅμως πνευματικοὺς κληρονόμους τῆς ἀρετῆς των. Ἡ ἀρετὴ πολλῶν ἀσκητῶν ἔγινε γνωστὴ διὰ μέσου τοῦ Γέροντος Ἰωσὴφ ποὺ ἔψαχνε νὰ τοὺς βρῆ καὶ νὰ τοὺς μιμηθῆ.
Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἡ συμβολὴ τοῦ Γέροντος Ἰωσὴφ εἶναι πολλὴ μεγάλη εἰς τὴν πορείαν τοῦ Ἁγιορείτικου μοναχισμοῦ. Παρέδωσε τὴν ἀσκητική του πείρα εἰς τὰ παιδιά του. Διὰ νὰ συνεχισθῆ ἡ ἀσκητικὴ παράδοσις δὲν ἐπαρκοῦν τὰ βιβλία. Χρειάζεται καὶ ἡ προφορικὴ διδασκαλία, τὸ προσωπικὸν παράδειγμα καὶ ἡ ἐπίβλεψις τοῦ ἀγωνιζομένου μοναχοῦ ἀπὸ τὸν Γέροντά του, διὰ νὰ ἐπιλύωνται τὰ ἀναφυόμενα προβλήματα καὶ νὰ ἀποδιώκωνται οἱ πανουργίες τοῦ διαβόλου.
Ἐπειδὴ ὅμως αὐτὴ ἡ ἀσκητικὴ παράδοσις ἔφθασε ἕως καὶ τὴν ἰδικήν μας γενεά, ἔχομεν μεγίστην ὑποχρέωσιν νὰ τὴν συνεχίζωμεν καὶ ἐμεῖς μὲ τὴν βοήθειαν τῆς Παναγίας μας, ἡ ὁποία εὐκαιρία ἀποζητᾶ διὰ νὰ ἁπλώση τὸ χέρι της νὰ μᾶς βοηθήση, νὰ εὐλόγηση τὸν κόπο καὶ τὴν προσευχήν μας.
Καὶ οἱ πνευματικὲς ἐμπειρίες τοῦ Γέροντος Ἰωσὴφ καὶ παπποῦ μας καὶ οἱ Πατρικὲς νουθεσίες τοῦ Γέροντός μας Ἐφραὶμ εἰς ἕνα κυρίως σκοπὸ ἀποβλέπουν καὶ εἰς μίαν πνευματικὴν ἀνάβασιν μᾶς παρωθοῦν:
Νὰ ἀποκτήσωμεν τὴν νοερὰν προσευχὴν καὶ διὰ τῆς καλλιέργειας αὐτῆς νὰ ἀνέβουμε πνευματικά, συνεχίζοντας αὐτὴν τὴν πνευματικὴ πατρικὴ κληρονομιὰ καὶ ὅλην τὴν ἀσκητικὴν παράδοσιν τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἐὰν αὐτὸ τὸ ἐπιμεληθοῦμε καὶ τὸ ἐπιτύχωμεν, τότε θὰ ἐπιτύχωμεν καὶ τὸν προορισμόν μας ὡς μοναχοί.
Τὴν διδασκαλίαν τοῦ Γέροντος Ἰωσὴφ τὴν παρέλαβον καὶ τὴν συνέχισαν τρεῖς ἀπὸ τοὺς ὑποτακτικούς του. Ὁ Γέροντας Ἰωσὴφ ὁ Βατοπαιδινός, ὁ Γέροντας Ἐφραίμ, Προηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου καὶ ὁ ἀείμνηστος Γέροντας Χαράλαμπος, Προηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Διονυσίου. Εἰς ἕξι Μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους σήμερα εἶναι ἡγούμενοι ἀπὸ τοὺς ἄμεσα πνευματικοὺς ἀπογόνους τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Ἰωσήφ. Ὑπάρχουν ἐπίσης καὶ πολλὰ Μοναστήρια ἐκτὸς τοῦ Ἁγίου Ὄρους ποὺ ἐξαρτῶνται καὶ κατευθύνονται ἀπὸ τοὺς ἰδικούς του ἀπογόνους.
Ὑπολογίζουν ὅτι τὰ πνευματικὰ ἐγγόνια τοῦ μακαρίου Γέροντος Ἰωσὴφ εἶναι περίπου χίλια (1000). Ἔχουν δὲ ὡς κύριον σκοπὸν καὶ ἱερὰν παρακαταθήκην ἀπὸ τὸν ἀξιοσέβαστον παπποῦ τους τὴν καλλιέργειαν τῆς νοερᾶς προσευχῆς.
Καὶ αὐτὸ ποὺ ἐπιτελεῖται σήμερα εἰς τὰ νέα φυτώρια, τὰ νέα Μοναστήρια τῆς Ἀμερικῆς καὶ τοῦ Καναδᾶ, εἶναι ἕνα θαυμαστὸ καὶ πρωτόγνωρο ἔργο. Μεγάλη οἰκονομία τῆς Θείας Προνοίας. Εἰς τὸ ἔργο αὐτὸ ἱδρυτὴς καὶ καθοδηγητὴς εἶναι ὁ Γέροντάς μου Ἐφραίμ, Προηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου. Ἐγκατέστησε εἰς διάφορα μέρη τοὺς πρώτους πυρῆνες ἀπὸ τὰ γυναικεῖα καὶ τὰ ἀνδρῶα μοναστήρια τῆς Ἑλλάδος. Ἀπὸ τὶς παλιὲς μοναστικὲς κυψέλες ἐπέταξαν μικρὰ σμήνη, νέες βασίλισσες καὶ ἐδημιούργησαν νέα μοναστικὰ κοινόβια, ὅπου καλλιεργεῖται τὸ μέλι τῆς νοερᾶς προσευχῆς.
Ὁ Γέροντας Ἐφραὶμ ἔχει ἐγκατασταθῆ μόνιμα εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου εἰς τὴν Ἀριζόνα. Ἀπὸ ἐκεῖ πλέον κατευθύνει τὰ δέκα ὀκτὼ Μοναστήρια ποὺ ἔχει ἱδρύσει ἕως τώρα εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ τὸν Καναδά, ἀλλὰ καὶ γενικὰ ὅλον τὸ πνευματικόν του ἔργον. Εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου εἰς τὴν Ἀριζόνα συρρέουν κάθε ἡμέρα ἑκατοντάδες προσκυνηταὶ καὶ ἔγινε ἡ ἔρημος μιὰ πνευματικὴ ὄασις, ἡ ὁποία ἀναγεννᾶ τὸν κόσμον.
Τὸ ἔργον τῶν δέκα ὀκτὼ αὐτῶν πνευματικῶν νησίδων εἶναι πάρα πολὺ μεγάλο. Μὲ ἀνθρώπινα κριτήρια δὲν ἠμποροῦμε νὰ τὸ ὑπολογίσωμεν. Τὰ μοναστήρια αὐτὰ μετέφεραν ὅλην τὴν ἀσκητικὴν παράδοσιν τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ ἀνανεώνεται καὶ ζωογονεῖται ὁ ἀπόδημος Ἑλληνισμός. Βιώνει τὴν Ὀρθοδοξία μέσα εἰς τὴν Βαβυλωνίαν τῶν αἱρέσεων καὶ ὑποδεικνύεται τὸ Ὀρθόδοξον δόγμα καὶ ἀναπτερώνεται τὸ θρησκευτικὸν συναίσθημα καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεόν.
Δημιουργεῖται μιὰ Νέα Ἑλλάδα μέσα εἰς τὴν ἀπέραντο αὐτὴ ἤπειρο ἀπὸ ἕναν Γέροντα Ἐφραὶμ ποὺ ξεκίνησε ἀπὸ ἕνα Σπήλαιο τοῦ Ἄθωνος, μαθητὴς γενόμενος τοῦ παπποῦ μας Ἰωσὴφ τοῦ Σπηλαιώτου.
Πῶς νὰ μὴν δοξολογήσωμεν τὸν Ἅγιον Θεὸν καὶ τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον ποὺ μᾶς κατέστησαν κληρονόμους μιᾶς τέτοιας πνευματικῆς κληρονομιᾶς καὶ πῶς νὰ μὴν εὐχάριστησωμεν καὶ τὸν Σεβαστόν μας Γέροντα Ἐφραὶμ ποὺ μᾶς ἀνέλυσε καὶ μᾶς ἐδίδαξε πλουσιοπάροχα τὴν συνοπτικὴν διδασκαλίαν τοῦ παπποῦ μας Ἰωσήφ;
Ἄλλα ἂς ἐπανέλθωμεν πάλιν εἰς τὸν Γέροντα Ἰωσήφ, διὰ νὰ ἀκούσωμεν ζωντανὸν τὸν λόγον του. «Τὰ σπήλαια ὁλοκλήρου τὸν Ἄθωνος μὲ ὑπεδέχοντο ἐπισκέπτην· βῆμα πρὸς βῆμα, ὡσὰν τὰς ἐλάφους, ὁποὺ ζητοῦν νοτίδα ὑδάτων διὰ νὰ δροσίσουν τὴν δίψαν τους, οὕτως ἐζήτουν νὰ εὕρω πνευματικὸν νὰ μὲ διδάξη οὐράνιον θεωρίαν καὶ πραξιν» (4) .
Ἀπὸ τὸν πολὺ πόθον ὅπου εἶχε διὰ τὴν ἐρημικὴν ζωὴν τῶν παλαιῶν ἀσκητῶν, ἡ Παναγία μας δὲν τὸν ἄφησεν ἀπαρηγόρητον, ἀλλὰ τοῦ ἔδωσε τὸ χάρισμα τῆς νοερᾶς προσευχῆς, ὅταν ἀκόμη ἦταν δόκιμος μοναχός:
«Καὶ μίαν ἡμέραν μὲ ἔτυχαν πολλοὶ πειρασμοί. Καὶ ὅλην αὐτὴν τὴν ἡμέραν ἐφώναζα μὲ μεγαλύτερον πόνον. Καὶ πλέον τὸ βράδυ, δύοντος τοῦ ἡλίου, κατέπαυσα· νηστικός, παϊλτισμένος ἀπὸ τὰ δάκρυα. Ἐκοίταζα τὴν Ἐκκλησίαν, τὴν Μεταμόρφωσιν εἰς τὴν Κορυφὴν καὶ παρεκάλουν τὸν Κύριον μαραμένος καὶ πληγωμένος. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖθεν μοῦ ἐφάνη ὅτι ἦλθεν μία βιαία πνοή. Καὶ ἐγέμισεν ἡ ψυχή μου ἄρρητον εὐωδίαν. Καὶ εὐθὺς ἤρχισεν ἡ καρδία μου ὡσὰν ὡρολόγιον νὰ λέγη τὴν εὐχὴν νοερῶς. Ἠγέρθην λοιπὸν πλήρης χάριτος καὶ ἀπείρου χαρᾶς καὶ ἐμβῆκα εἰς τὸ σπήλαιον. Καὶ κύψας τὴν σιαγόνα μου εἰς τὸ στῆθος ἤρχισα νοερῶς νὰ λέγω τὴν εὐχήν. Ἔκτοτε δὲν ἔπαυσεν νοερῶς μέσα μου νὰ λέγεται ἡ εὐχή» (5) .
Ἀλλὰ ἂς ἀκούσωμεν καὶ τὸν Γέροντα Ἐφραὶμ πῶς προτρέπει καὶ παρακινεῖ τὰ πνευματικά του παιδιὰ νὰ λέγουν τὴν εὐχὴν: «Παιδιά μου, παρακαλῶ διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ, μὴ σταματᾶτε τὴν εὐχὴν τοῦ Χριστοῦ μας, οὐδὲ ἐπ᾿ ἐλάχιστον. Τὰ χείλη σας συνεχῶς νὰ μουρμουρίζουν τὴν εὐχὴν τοῦ Ἰησοῦ, τὸν καταλύτην τοῦ διαβόλου καὶ πάσης μηχανορραφίας αὐτοῦ. Φωνάζετε ἀδιακόπως εἰς βοήθειάν σας τὸν Χριστόν μας, καὶ αὐτὸς πάραυτα σπεύδει ὁλοκαρδίως νὰ μᾶς βοηθήση.
Ὅπως τὸ πυρακτωμένο σίδηρο γίνεται ἀπλησίαστο, ἔτσι γίνεται καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ ἔχοντος τὴν εὐχὴν τοῦ Χριστοῦ. Οἱ δαίμονες δὲν τὴν πλησιάζουν. Πῶς νὰ τὴν ἐγγίσουν; Ἐὰν τὴν ἐγγίσσουν θὰ καοῦν ἀπὸ τὸ θεϊκὸν πῦρ ποὺ περικλείει μέσα τὸ θεῖον ὄνομα.
Βιάζεσθε εἰς τὴν εὐχήν τοῦ Ἰησοῦ μας. Αὐτὴ θὰ γίνη τὰ πάντα. Τροφὴ καὶ πόμα καὶ ἔνδυμα καὶ φῶς καὶ παρηγοριὰ καὶ ζωὴ πνευματική. Τὰ πάντα γίνεται εἰς τὸν κατέχοντα αὐτήν. Χωρὶς αὐτὴν τὸ κενόν της ψυχῆς δὲν ἱκανοποιεῖται» (6) .
Διὰ νὰ βοηθήσουμε αὐτοὺς ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ ἀσκοῦνται εἰς τὴν νοερὰν Προσευχήν, παραθέτουμε ὁρισμένα κείμενα τῶν θεοφόρων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν διὰ τὴν ἀναγκαιότητα καὶ τὴν σημασίαν τῆς προσευχῆς αὐτῆς.
Σκοπὸς αὐτοῦ τοῦ φυλλαδίου εἶναι νὰ εὑρεθοῦν ἄνθρωποι ποὺ ἀπὸ φιλότιμο καὶ ἀγάπη Χριστοῦ θὰ πιάσουν τὸ κομποσχοίνι καὶ θὰ λέγουν τὴν εὐχὴν. Ὅλα τὰ ἄλλα τὰ ἀφίνομεν εἰς τὴν Πρόνοιαν τοῦ Ἁγίου Θεοῦ.
Πρέπει οἱ ἀγωνιζόμενοι Χριστιανοὶ νὰ προσεύχωνται μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ
Κάθε ἀγωνιζόμενος Χριστιανὸς μέσα εἰς τὸν κόσμον ποὺ ἐξομολογεῖται εἰς τὸν πνευματικόν του πατέρα καὶ κοινωνεῖ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τηρεῖ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ χρησιμοποιεῖ τὴν νοερὰν προσευχήν, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον με».
Ἡ ἐξομολόγησις καὶ ἡ θεία κοινωνία δημιουργοῦν τὶς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις διὰ νὰ ἐνεργήση ἡ χάρις τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Ἡ κάθαρσις τῆς ψυχῆς, ποὺ ἐπιτελεῖται διὰ τῆς Ἱερᾶς ἔξομολογησεως, θὰ καταστήση τὴν ψυχὴν δεκτικὴν τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀνάλογα πρὸς τὴν κάθαρσιν τῆς ψυχῆς ἔρχεται καὶ ὁ φωτισμὸς τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τότε ἡ ψυχὴ εἰρηνεύει, χαίρεται, ἀγωνίζεται μὲ περισσότερη βία, μὲ μεγαλύτερη διάκρισι.
Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ ψυχή σας εὑρίσκεται εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ρίψετε αὐτὸν τὸν εὐλογημένον σπόρον εἰς τὸν καλλιεργημένον τόπον τῆς ψυχῆς σας. Ἀνοίξετε τὴν ψυχήν σας καὶ δεχθεῖτε την. Θὰ βλάστηση, θὰ ἀνθοφορήση καὶ θὰ καρποφορήση θαλεροὺς καρπούς, ποὺ δὲν σήπονται, ἀλλὰ εὐωδιάζουν καὶ ἀποθηκεύονται εἰς τὴν ἀποθήκην τοῦ Οὐρανίου Πατρός.
Ὅταν προφορικὰ λέγετε τὰ εὐλογημένα αὐτὰ λόγια τῆς εὐχῆς τὸ στόμα σας θὰ γλυκαίνεται, ἡ ψυχή σας θὰ χαίρεται καὶ θὰ εἶναι ὡς δένδρον πεφυτευμένον παρὰ τὰς διεξόδους τῶν ὑδάτων καὶ δὲν θὰ λείψουν ποτὲ ἀπὸ αὐτὴν οἱ καρποὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: «ὁ καρπὸς τὸν Ἁγίου Πνεύματος ἔστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια» (Γαλ. ε´, 22).
Πρέπει, λοιπὸν οἱ ἐν τῷ κόσμῳ ἀγωνιζόμενοι Χριστιανοὶ νὰ λέγουν τὴν εὐχὴν αὐτήν, ἢ αὐτὴ ἡ εὐχὴ εἶναι μόνον διὰ τοὺς μοναχούς;
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ καθηγητὴς τῆς νοερᾶς προσευχῆς, εἶχε ἕναν ὑποτακτικόν, Ἰὼβ τὸ ὄνομα, γηραλέον εἰς τὴν ἡλικίαν καὶ ἁπλοῦν εἰς τοὺς τρόπους. Ἄκουσε μία ἡμέρα τὸν Ἅγιον Γρηγόριον ποὺ ἐδίδασκε καὶ ἔλεγε εἰς τοὺς προσκυνητάς, ὅτι ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ πρέπει νὰ προσεύχωνται μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πάσης ἡλικίας καὶ πνευματικῆς καταστάσεως. Διότι, ἐὰν ἦταν ἀδύνατον νὰ γίνη αὐτό, δὲν θὰ προέτρεπε ὁ Θεός, διὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, νὰ εὔχωνται οἱ Χριστιανοὶ ἀδιαλείπτως.
Αὐτὴν τὴν διδασκαλίαν ἔκαμε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος εἰς τοὺς Χριστιανοὺς ποὺ ἐπήγαιναν νὰ τὸν συμβουλευτοῦν. Εἶχε φύγει τότε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ εὑρίσκετο εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Ὁ Ἰὼβ ἀκούγοντας αὐτὴν τὴν διδασκαλίαν σκανδαλίσθηκε καὶ εἶπε πρὸς τὸν Γέροντά του: «Ἐμεῖς εἴμεθα μοναχοὶ καὶ ἔχομε χρόνον νὰ λέγωμεν αὐτὴν τὴν εὐχὴν. Οἱ λαϊκοὶ ὅμως ποὺ ἔχουν τόσες μέριμνες καὶ ἀσχολίες μὲ τὴν οἰκογένειαν καὶ τὶς ἐργασίες τους, πῶς μπορεῖ νὰ τὸ ἐπιτύχουν αὐτό; Νομίζω πὼς ἡ προσευχὴ αὐτὴ εἶναι μόνον διὰ τοὺς μοναχούς». Ὄχι, τοῦ λέγει, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος. Ἐὰν ἦταν ἀκατόρθωτον, ὁ Θεὸς δὲν θὰ προέτρεπε διὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου τό· «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α´ Θεσ. ε´, 17). Ἡ ρίζα καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς νοερᾶς προσευχῆς εἶναι ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους. Τὸν καιρὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων δὲν ὑπῆρχον μοναχοί. Ἑπομένως, διὰ τοὺς εἰς τὸν κόσμον ἀγωνιζόμενους Χριστιανούς, ἀπευθύνει τὴν προτροπὴν αὐτὴν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, περὶ τῆς προσευχῆς.
Ὁ Ἰὼβ ὅμως δὲν ἐπείθετο καὶ συνέχιζε νὰ ἐπιμένη εἰς τὴν γνώμην του. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ὁ Ἅγιος Γρηγόριος διέκοψε τὴν συζήτησιν καὶ ἐπῆγε νὰ ἡσυχάση εἰς τὸ κελλίον του. Τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ ὁ μοναχὸς Ἰὼβ.
Ὅταν ὅμως ὁ Ἰὼβ ἔφθασε εἰς τὸ κελλίον του, ἐμφανίσθηκε ἐνώπιόν του Ἄγγελος Κυρίου καὶ τοῦ λέγει: «Διατί ἀντιλέγεις καὶ δὲν πείθεσαι εἰς ὅσα λέγει ὁ Γρηγόριος; Εἶναι σωστὸ αὐτὸ ποὺ διδάσκει, διὰ τοῦτο νὰ ὑπάκουης εἰς αὐτὸν καὶ νὰ μὴν ἀντιλέγης».
Ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἐμφάνισιν αὐτὴν τοῦ Ἀγγέλου ὁ Ἰὼβ συγκλονίσθηκε καὶ ἔτρεξε ἀμέσως πρὸς τὸν Ἅγιον Γρηγόριον καὶ τοῦ εἶπε τί ἀκριβῶς συνέβη. Ἔβαλε τότε μετάνοια, ἐζήτησε συγχώρησι καὶ εἶπε πὼς ἄλλη φορὰ δὲν θὰ ἀντιλέγη.
Ὁ Γέροντάς μας Ἐφραὶμ, μᾶς ἐδίδασκε νὰ λέμε εἰς τὴν ἀρχὴν τὴν εὐχὴν προφορικά. Πρέπει νὰ λέμε συνέχεια μὲ τὸ στόμα: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με. Ἡ φωνὴ ἡ ὁποία βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα συγκεντρώνει τὸν νοῦν, ὁ ὁποῖος μετεωρίζεται καὶ ἀρχίζει τότε ὁ νοῦς νὰ προσέχη τὰ λόγια τῆς εὐχῆς.
Ὅταν ἔχετε χρόνο εἰς τὸ σπίτι σας καὶ τὴν ἀπαιτουμένη ἡσυχία ἀρχίσετε νὰ λέγετε μὲ κατάνυξι τὰ λόγια τῆς εὐχῆς. Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με. Καθὼς περνάει ὁ χρόνος ἡ προφορικὴ αὐτὴ εὐχή, ἑλκύει τὸν νοῦν πρὸς τὰ ἔσω καὶ συγχρόνως δημιουργεῖται εἰς τὴν ψυχὴν ἕνα ἄλλο κλίμα. Αἰσθάνεται ἡ ψυχὴ χαρά, εἰρήνη, γλυκύτητα εἰς τὸ στόμα. Δὲν θέλει καθόλου νὰ διακόπτη τὴν εὐχὴν. Καὶ ὅταν ἐκ τῶν πραγμάτων ἀναγκάζεται νὰ διακόψη τὴν εὐχήν, τὸ αἰσθάνεται αὐτὸ ἡ ψυχὴ μέσα της ὡσὰν μιὰ ἔλλειψι.
Ὅταν ἀρχίση νὰ συγκεντρώνεται ὁ νοῦς, τότε μποροῦμε νὰ λέγωμεν τὴν εὐχὴν νοερά, δηλαδὴ μὲ τὸν νοῦν. Ἐὰν συνεχίσωμεν αὐτὸ τὸ ἱερὸν ἔργον μὲ συνέπεια καὶ τάξι καὶ λέγωμεν τὴν εὐχὴν ἄλλοτε μὲ τὸ στόμα ἐκφώνως καὶ ἄλλοτε μὲ τὸν νοῦν, νὰ εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι θὰ αἰσθανθοῦμε μιὰ ἄλλη πνευματικὴν κατάστασιν μέσα μας.
Ὅταν ἡ οἰκοκυρὰ ἐργάζεται μέσα εἰς τὸ σπίτι της καὶ μαγειρεύει ἢ πλένει ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο κάνει, ἂς λέγη ταυτοχρόνως καὶ τὴν εὐχὴν ἐκφώνως. Θὰ φύγουν ὅλοι οἱ λογισμοὶ καὶ τὸ σπίτι της θὰ γίνη ἕνας αἰσθητὸς παράδεισος. Ὅλα τότε θὰ εἶναι ὄμορφα καὶ γαλήνια εἰς τὸ σπίτι της καὶ τὰ λόγια τῆς εὐχῆς, ὡσὰν ἕνα ἱερὸ ἄσμα, θὰ διαποτίζουν τὴν ψυχήν της καὶ ὅταν θὰ ἔλθουν τὰ παιδιά της ἀπὸ τὸ σχολεῖον καὶ ὁ ἄνδρας της ἀπὸ τὴν ἐργασίαν, θὰ τοὺς ὑποδεχθῆ μὲ τὴν θερμότητα τῆς εὐχόμενης καρδίας της καὶ θὰ τοὺς ἀφαίρεση τὸν κόπον καὶ τὸ ἄγχος. Μόνον ἡ εὐχή, τὸ γλυκύτατον Ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, μπορεῖ νὰ διώξη ἀπὸ τὸ σπίτι τὴν τηλεόραση ἢ νὰ τὴν ρυθμίση.
Ὁ Γέρων Ἰωσὴφ ὁ Σπηλακύτης μᾶς συμβουλεύει μὲ τὰ ἀκόλουθα λόγια διὰ τὴν χρῆσιν τῆς εὐχῆς: «Ἡ εὐχὴ ἔτσι πρέπει νὰ λέγεται μὲ τὸν ἐνδιάθετον λόγον. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ εἰς τὴν ἀρχὴν δὲν τὴν ἔχει συνηθίσει ὁ νοῦς τὴν ξεχνᾶ. Γι᾿ αὐτὸ τὴν λέγεις, πότε μὲ τὸ στόμα καὶ πότε μὲ τὸν νοῦν. Καὶ αὐτὸ γίνεται μέχρις ὅτου τὴν χόρταση ὁ νοῦς καὶ γίνη ἐνέργεια.
Ἐνέργεια λέγεται ἐκεῖνο ὅπου, ὅταν λέγης τὴν εὐχήν, αἰσθάνεσαι μέσα σου -χαρὰ καὶ ἀγαλλίασι- καὶ θέλεις διαρκῶς νὰ τὴν λέγης. Λοιπόν, ὅταν παραλάβη τὴν εὐχὴν ὁ νοῦς καὶ γίνη αὐτὴ ὅπου σοῦ γράφω ἡ χαρά, τότε θὰ λέγεται μέσα σου ἀδιαλείπτως, χωρὶς τὴν ἰδικήν σου βίαν. Αὐτὸ λέγεται αἴσθησις - ἐνέργεια, ἐπειδὴ ἡ χάρις ἐνεργεῖ χωρὶς τὴν θέλησιν τοῦ ἀνθρώπου. Τρώγει, περιπατεῖ, κοιμᾶται, ἔξυπνα καὶ μέσα φωνάζει τὴν εὐχήν. Καὶ ἔχει εἴρηνην καὶ χαράν» (7) .
Εἰς τρεῖς τάξεις διαιρεῖται ἡ πνευματικὴ κατάστασις τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ πρώτη εἶναι ἡ καθαρτική, ἡ δευτέρα ἡ φωτιστικὴ καὶ ἡ τρίτη ἡ τελειωτική. Ἡ καθαρτικὴ κατάστασις βοηθεῖ πολὺ τὸν ἄνθρωπον νὰ καθαρίσῃ τὴν καρδίαν του. Αὐτὴ ἡ καθαρτικὴ χάρις αὐξάνει πολὺ τὴν νοερὰν προσευχήν. Χαρίζει μετάνοια, ζῆλον πνευματικὸν καὶ ἀγωνίζεται μὲ πολλὴν ὄρεξιν ὁ ἄνθρωπος.
Ἐπειδὴ δὲν προσέξαμε εἰς τὴν ζωήν μας καὶ ὁ νοῦς δὲν ἀγρυπνοῦσε, διὰ νὰ μὴ περάσουν μέσα εἰς τὴν καρδίαν μας ἐμπαθεῖς λογισμοί, ὁ χῶρος αὐτὸς τῆς καρδίας ἔχει γίνει ἀκάθαρτος ἀπὸ τοὺς λογισμούς.
Αὐτοὶ οἱ πονηροὶ καὶ ἐμπαθεῖς λογισμοὶ ἀποτελοῦν, κατὰ τοὺς Πατέρας, τὸ σκότος τῆς ψυχῆς. Τὸ πνευματικὸν αὐτὸ σκότος μπορεῖ νὰ τὸ διάλυση μόνον ἡ νοερὰ Προσευχή, τὸ γλυκύτατον Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ τὸ γλυκύτατον καὶ πανίσχυρον Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μας κάνει βαθειὲς τομὲς μέσα εἰς τὴν καρδίαν μας καὶ ἐξέρχεται ὁ Ἰὸς τῆς ἁμαρτίας. Τὰ θανάσιμα πάθη καὶ τὰ πνευματικὰ ἕλκη δημιουργοῦν μιὰ δυσωδία εἰς τὸν χῶρον τῆς ψυχῆς. Βάθος μέγα ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Τὰ πάντα ξεκινοῦν ἀπὸ αὐτὸ τὸ σαρκικὸν ὄργανον, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν καρδίαν, διότι ἐκεῖ εὑρίσκονται ὅλοι οἱ λογισμοὶ τῆς ψυχῆς.
Ἡ διδασκαλία τοῦ παπποῦ μας Ἰωσὴφ καὶ τοῦ Γέροντός μας Ἐφραὶμ, ἀποτελεῖ συνέχεια τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ἡ πείρα τοῦ Γέροντός μας Ἐφραὶμ εἰς τὴν νοερὰν προσευχήν, ὅπως μᾶς τὴν παρέδωσεν, ἀποτελεῖ συνέχεια ὅλης τῆς νηπτικῆς ἀσκητικῆς παραδόσεως.
Λέγει ὁ Γέροντας Ἐφραίμ: «Ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τὸ κέντρον τῶν ὑπὲρ φύσιν, τῶν κατὰ φύσιν καὶ τῶν παρὰ φύσιν κινήσεων. Τὰ πάντα ξεκινοῦν ἀπὸ τὴν καρδίαν. Ἐὰν ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου καθαρισθῆ, τότε βλέπομεν τὸν Θεόν. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀθεώρητος· ὁ Θεὸς εἶναι Πνεῦμα. Δύναται ὅμως νὰ βασιλεύση εἰς τὴν καρδίαν τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν γίνῃ αὐτὴ καθαρὸν δοχεῖον.
Διὰ νὰ γίνη δεκτικὸν δοχεῖον ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου, πρέπει νὰ γίνη καθαρή. Δηλαδή, νὰ γίνη καθαρὴ ἀπὸ ἀκάθαρτους λογισμούς. Διὰ νὰ καθαρισθῆ ὅμως ἡ καρδιά, πρέπει νὰ μπῆ εἰς αὐτὴν κάποιο φάρμακον. Τὸ φάρμακον αὐτὸ εἶναι ἡ νοερὰ προσευχή.
Ὅπου πηγαίνει ὁ βασιλεύς, διώκονται οἱ ἐχθροί· καὶ ὅταν μπῆ εἰς τὴν καρδιὰ ὁ Χριστός, τὸ ὄνομά Του τὸ Ἅγιον, φυγαδεύονται τῶν δαιμόνων οἱ φάλαγγες. Ὅταν ἐνθρονισθῆ μέσα καλὰ-καλὰ ὁ Χριστός, τότε ὑπάκούουν τὰ πάντα.
Ἔτσι καὶ τὸ κράτος τῆς καρδιᾶς μας. Ἔχει μέσα ἐχθρούς, ἔχει ἐπαναστάσεις, ἔχει λογισμούς, ἔχει πάθη καὶ ἀδυναμίες, ἔχει τρικυμίες καὶ ταραχές. Ὅλα εἰς τὴν καρδίαν τοῦ ἀνθρώπου.
Διὰ νὰ μπόρεση αὐτὸ τὸ κράτος τῆς καρδιᾶς νὰ καθησύχαση καὶ νὰ ὑποταχθῆ, πρέπει νὰ ἔρθη ὁ Χριστός, ὁ Βασιλεύς, μὲ τὶς στρατιές του νὰ κυρίευση τὸ κράτος, νὰ διώξη τὸν ἐχθρόν, τὸν διάβολον, νὰ καθυποτάξῃ κάθε ἀνησυχία ἀπὸ πάθη καὶ ἀδυναμίες, νὰ βασιλεύση σὰν αὐτοκράτωρ, σὰν παντοδύναμος. Τότε αὐτό, κατὰ τοὺς πατέρας, λέγεται καρδιακὴ ἡσυχία. Νὰ βασιλεύῃ ἡ προσευχὴ χωρὶς νὰ διακόπτεται. Ἡ προσευχὴ νὰ ἔχη δημιουργήσει τὴν καθαρότητα καὶ τὴν ἥσυχον καρδίαν» (8) .
Ὁ μεγάλος ἀγώνας τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νὰ ἐπαναφέρη τὸν νοῦν, ποὺ μετεωρίζεται μὲ τὶς αἰσθήσεις ἔξω εἰς τὰ κτίσματα, μέσα εἰς τὴν καρδίαν μας εἰς τὸ ταμεῖον τῶν λογισμῶν. Ὁ μεγαλύτερος διδάσκαλος εἰς τὸν ἄνθρωπον, διὰ τὸ Ἱερὸν αὐτὸ ἔργον, εἶναι ἡ νοερὰ προσευχή. Ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία προσελκύεται διὰ τῆς εὐχῆς, μᾶς διδάσκει ὅλα ὅσα χρειαζόμεθα.
Ὁ καλύτερος βοηθός, κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐξόδου τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτόν, εἶναι ἡ νοερὰ προσευχή. Διότι τὴν εὐχὴν αὐτὴν θὰ χρησιμοποιῆ ἡ ψυχή, ἐφ᾿ ὅσον βέβαια τὴν γνωρίζει. Ἡ ψυχὴ θὰ εἶναι ὁπλισμένη μὲ τὴν δύναμη τῆς προσευχῆς, μὲ τὸ ἀκαταμάχητον Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖον τρέμουν οἱ δαίμονες καὶ δὲν μποροῦν νὰ πλησιάσουν τὴν ψυχήν.
Προσπάθησε πάντα ἡ εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ ἐπενδύη ὅλα τὰ ἔργα σου, κάθε πνοὴ καὶ κάθε νόημα. Ὢ τότε πόσο θὰ εὐφραίνεται ἡ καρδία σου! Πόσο θὰ χαίρεσαι, διότι θὰ ἀνεβαίνη ὁ νοῦς εἰς τὰ οὐράνια. Διὰ τοῦτο μὴν ἀμελῆς νὰ λέγης: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Ὅταν ψάλης θὰ κατανοῆς τὰ ψαλλόμενα· θὰ ἔχης ὄρεξιν καὶ φωνὴν ἱκανὴν καὶ ταπείνωση διὰ νὰ ἀποδίδης καθὼς ἁρμόζει τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ. Διὰ τοῦτο μὴν ἀδικῆς ἄλλο τὴν ψυχήν σου, ἀλλὰ καὶ ψάλλων λέγε ἐνδόμυχα τὴν εὐχήν· Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Ὅταν ἐργάζεσαι ἂς μὴν ἀπορροφᾶται ὅλη σου ἡ δύναμις εἰς τὴν ἐργασίαν, ἀλλὰ νὰ λέγης -ψιθυριστὰ καὶ τὴν εὐχὴν. Τότε καὶ τὰ ἔργα σου θὰ εἶναι ὀρθά, χωρὶς λάθη, καθαρὰ ἀπὸ λογισμοὺς καὶ ἡ ἀπόδοσις τῆς ἐργασίας σου θὰ εἶναι μεγαλυτέρα. Λέγε λοιπὸν τὴν εὐχὴν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, διὰ νὰ εὐλογοῦνται τὰ ἔργα σου· Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον σκεπάζει τὴν ψυχὴν ποὺ εὔχεται. Εἰσέρχεται μέχρι τὰ βάθη τῆς ψυχῆς, ἐλέγχει ὅλον τὸν ἐσωτερικὸν κόσμον τῆς ψυχῆς καὶ τὸν κατευθύνει πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ τὸ Ἅγιον. Τότε μόνον ἡ ψυχὴ ἔχει τὴν δύναμι, νὰ εἴπῃ μαζὺ μὲ τὸν Προφήτην. «Εὐλόγει ἡ ψυχὴ μου τὸν Κύριον καὶ πάντα τὰ ἐντός μου, τὸ ὄνομα τὸ Ἅγιον αὐτοῦ» (Ψαλ. 102, 1). Λέγε λοιπὸν τὴν εὐχὴν διὰ νὰ ἔχης τὴν σκέπην τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ὅταν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καλύπτει τὴν ψυχήν σου, αἰσθάνεσαι μιὰ πληρότητα καὶ μιὰ ταπείνωσιν. Δὲν ἐπηρεάζεσαι ἀπὸ τὴν ἀδικία, τὴν εἰρωνεία ἢ τὸν ἔπαινον. Ζῆς σὲ μιὰ ἀτμόσφαιρα πνευματικὴ ποὺ δὲν εἰσέρχεται εὔκολα ὁ ἰὸς τῆς ἁμαρτίας. Ὁ πνευματικὸς ἀνακρίνει τὰ πάντα, αὐτὸς δὲ ὑπ᾿ οὐδενὸς ἀνακρίνεται. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον σοῦ δίδει ἄλλα μάτια καὶ ἄλλην κρίσιν. Λέγε συνεχῶς τὴν εὐχήν, διὰ νὰ ζῇς ἄνετα μέσα σὲ κάθε περιβάλλον· Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Ὡς ἄνθος ἀμάραντον καὶ δένδρον εὐσκιόφυλλον πεφυτευμένον παρὰ τὰς διεξόδους τῶν ὑδάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γίνεται ἡ ψυχή σου ὅταν λέγης· Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Λέγε τὴν εὐχὴν καὶ ἄφησε τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ εἰσέλθη εἰς τὰ βάθη τῆς ψυχῆς σου. Γίνε τότε ἄγρυπνος θυρωρὸς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς σου καὶ θεατὴς τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ λέγε μετ᾿ εὐφροσύνης· Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἶναι ἡ εὐλογία ὅλου τοῦ κόσμου. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἶναι τὸ φῶς καὶ ἡ ζωὴ τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ἀνυμνεῖ καὶ δοξολογεῖ ἀπὸ τὰ βάθη αὐτῆς τὸ Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἀμήν.
1. Γέροντος Ἰωσὴφ Βατοπαιδινοῦ, Ὁ Γέροντας Ἰωσὴφ ὁ Ἥσυχαστης, σελ. 39.
2. Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις Μοναχικῆς Ἐμπειρίας, Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου, σελ. 209.
3. Γέροντος Ἰωσὴφ, Ἔνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 209.
4. Γέροντος Ἰωσὴφ, ἔνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 207.
5. Γέροντος Ἰωσήφ, ἔνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 208.
6. Γέροντος Ἐφραὶμ, Πατρικαὶ Νουθεσίαι, ἔκδοσις Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου, σελ. 106.
7. Γέροντος Ἰωσὴφ, Ἔκφρασις Μοναχικῆς Ἐμπειρίας, ἔκδοσις Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου, Ἅγιον Ὄρος, σελ. 30.
8. Γέροντος Ἐφραὶμ, Πατρικαὶ Νουθεσίαι, ἔκδοσις Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου, σελ. 130.
Φωτογραφικὸ ὑλικὸ:
Ὁ τάφος τοῦ Γέροντος Ἰωσὴφ τοῦ Ἡσυχαστῆ.
Ἄποψη τοῦ τάφου τοῦ γέροντος Ἰωσὴφ ἀπὸ ἔξω.
Ἡ συνοδεία τοῦ Γέροντος Ἰωσὴφ (καθιστὸς μὲ τὸ μαστούνι) στὴ Νέα Σκήτη. Ἤδη οἱ π. Χαράλαμπος (ἀριστερὰ) καὶ π. Ἐφραὶμ (δεξιὰ) εἶναι ἱερομόναχοι. Διακρίνονται ἐπίσης ὁ Γ. Ἀρσένιος στ΄ ἀριστερά τοῦ Γ. Ἰωσήφ, ὁ π. Ἰωσὴφ (νῦν Βατοπαιδινὸς) πίσω του καὶ ἄλλοι μοναχοί.
Τὰ σπήλαια τῶν δύο γερόντων Ἰωσὴφ καὶ Ἀρσενίου στὴν Νέα Σκήτη, Ἅγιον Ὅρος.
Διακρίνονται ἀπὸ ἀριστερὰ πρὸς τὰ δεξιά:
παπα-Χαράλαμπος, π.Ἀρσένιος, π.Ἰωσήφ, Γέροντας Ἰωσήφ (καθιστός), π.Θεοφύλακτος, παπα-Ἐφραίμ.
Σύγχρονοι διδάσκαλοι τῆς νοερᾶς προσευχῆς.
Ἡ θέα ἀπὸ τὸ ἐσωτερικό τῆς σπηλιᾶς.
Ψηλὰ στὸν βράχο τῆς σπηλιᾶς, διακρίνουμε κρίκους ὅπου κρεμόταν μὲ σκοινὶ γιὰ τὶς πολύωρες ἀγρυπνίες.
Ἡ συνοδεία τοῦ Γέροντα Ἰωσὴφ στὴν Νέα Σκήτη.
Διακρίνονται ἀπὸ ἀριστερὰ πρὸς τὰ δεξιά: π.Ἀθανάσιος, παπα-Ἐφραίμ, π.Ἀρσένιος, π.Ἰωσήφ, Γέροντας Ἰωσήφ, π.Θεοφύλακτος, παπα-Χαράλαμπος.
Ἀπ΄ αὐτὴ τὴν εὐλογημένη συνοδεία ἀναδείχθηκαν μεγάλοι Γέροντες, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν προόρρησιν τοῦ Γ.Ἰωσήφ, γέμισαν τὸ Ἅγιον Ὅρος (κι ὄχι μόνο) μὲ καλογέρια.
Τὸ στασίδι στὴν σπηλιὰ
Ἡ Νέα Σκήτη
Πηγή: Ἐκ τῆς ἐκδόσεως: Γέρων Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστής, ἔργον Ἱ. Μ. Καρακάλλου Ἁγίου Ὄρους, ἐκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, http://users.uoa.gr , Αγιορείτικο Βήμα, Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
* Συμπληρώνονται φέτος τριακόσια χρόνια από τη γέννηση του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, που υπήρξε το μεγαλύτερο κεφάλαιο της φυλής μας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, η επιφανέστερη λαοπαιδευτική και νεοπατερική μορφή της νεοελληνικής εθνότητας, ο επιβλητικότερος λαϊκός αναγεννητής των τελευταίων χρόνων της σκλαβιάς και ένας από τους λίγους που έκαναν θετική προεργασία και εξασφάλισαν στον αγώνα του ’21 εγγυήσεις επιτυχίας. Από το πολύπλευρο και πολυδιάστατο έργο του θα σταθούμε στο εθνικό, που εστιάζεται σε τρία σημεία: στην ίδρυση σχολείων, στην καλλιέργεια της ελληνικής γλώσσας και στην αναστολή του εξισλαμισμού.
Στα χρόνια του Κοσμά του Αιτωλού η παιδεία δεν βρισκόταν στην άθλια κατάσταση των δύο πρώτων μετά την άλωση αιώνων, αφού στις πόλεις λειτουργούσαν αρκετά Ελληνοσχολεία. Όμως στην ύπαιθρο η κατάσταση ήταν διαφορετική. Εκεί το Γένος «ήτο βυθισμένον εις απόλυτον αγραμματείαν», όπως έγραφε ο Κων/νος Κούμας. Ο άγιος Κοσμάς σε μία φράση της Γ’ Διδαχής του περιγράφει παραστατικά την τραγικότητα της καταστάσεως: «Δεν βλέπετε, έλεγε, πώς αγρίεψε το γένος μας από την αμάθειαν και εγινήκαμεν ωσάν τα θηρία;». Γι’ αυτό ο άγιός μας, βλέποντας ότι η έλλειψη οργανωμένης παιδείας είχε συντελέσει στη γενικότερη κατάπτωση του πολιτικού και ηθικού επιπέδου, δίνει προτεραιότητα σε αυτήν.
Στη μάθηση και στην πρόοδο στήριζε το λυτρωμό του Γένους. Πριν από τον Ρήγα, τον Κοραή και τον Καποδίστρια πρώτος ο Κοσμάς είδε αυτή την ανάγκη. Από το σύνολο των επιστολών του μονάχα τρείς δεν είναι αφιερωμένες στην παιδεία. Όλες οι άλλες ασχολούνται κατά κύριο λόγο με την ίδρυση και λειτουργία των σχολείων και την εδραίωση της ελληνικής γλώσσας. Η προσφορά του Κοσμά, στον τομέα αυτό υπήρξε ηρωική και γιγάντια. Κανένας ποτέ δεν μπόρεσε, έστω και κατέχοντας εξουσία, να ιδρύσει τόσα σχολεία, όσα αυτός, με τόσο ανύπαρκτα μάλιστα μέσα. Με το τείχος των σχολείων αυτών σταμάτησε σε μια πολύ κρίσιμη εποχή τον εξισλαμισμό του Γένους και το κύμα του αφελληνισμού του.
Ο άγιος Κοσμάς θεωρούσε την μόρφωση θεμέλιο της εθνικής αναγεννήσεως. Η πνευματική ανόρθωση της εθνότητας ήταν γι’ αυτόν συνάρτηση της εκπαιδεύσεως της νέας γενιάς. «Τα σχολεία, έλεγε, φωτίζουν τους ανθρώπους. Ανοίγουν τα ομμάτια των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών να μαθαίνουν τα μυστήρια».
Ο μεγάλος αυτός παιδαγωγός του δούλου Γένους πίστευε ότι χωρίς παιδεία ο άνθρωπος εξαγριώνεται. Μονάχα η παιδεία αμβλύνει την τραχύτητα των ανθρωπίνων ενστίκτων, ανεβάζει τον άνθρωπο πάνω από το υλικό και το ζωώδες και καλλιεργεί τον ενδιάθετο κόσμο του ανθρώπου. «Διά τούτο, έλεγε, σας συμβουλεύω να κάμετε κάθε τρόπον να έχετε σχολεία εις τες χώρες σας διά να καταλαμβάνετε το άγιον Ευαγγέλιον και να μη περιπατήτε εις το σκότος».
Για τον Κοσμά ο Χριστός και η Εκκλησία πρέπει να κατέχουν κεντρική θέση στο ελληνικό σχολείο. Το παιδευτικό του αίτημα είναι σαφές: η μόρφωση πρέπει να οδηγεί στην Εκκλησία, στο Θεό, στη θέωση, που αποτελεί το δεοντολογικό στόχο της ανθρώπινης υπάρξεως: «Διατί από το σχολείον μανθάνομεν το κατά δύναμιν τι είναι Θεός, τι είναι αγία Τριάς, τι είναι άγγελοι, αρχάγγελοι, τι είναι δαίμονες, τι είναι παράδεισος, τι είναι κόλασις, τι είναι αμαρτία, αρετή. Από το σχολείον μανθάνομεν τι είναι αγία Κοινωνία, τι είναι Βάπτισμα, τι είναι το άγιον Ευχέλαιον, ο τίμιος Γάμος, τι είναι ψυχή, τι είναι κορμί, τα πάντα από το σχολείον τα μανθάνομεν, διατί χωρίς το σχολείον περιπατούμεν εις το σκότος».
Η άθρησκη και αντιχριστιανική παιδεία, που πολλοί με επίφαση ψευδοπροοδευτισμού επιβάλλουν σήμερα στην πατρίδα μας, εύρισκε τον Κοσμά δυναμικά αντίθετο. Σε μια προφητεία του είχε πει πως «το κακό θα σας έρθη από τους διαβασμένους», εννοώντας το πνεύμα του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, παραποιημένο, όπως έφθασε στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση.
Όπως παρατηρεί ο βιογράφος του αγίου Σάπφειρος Χριστοδουλίδης: «Εκατάστησε Σχολεία πανταχού δια μέσου της διδασκαλίας του, τόσον ελληνικά, όσον και εις τα χωρία, δια να πηγαίνουν τα παιδιά εις αυτά, και να μανθάνουν δωρεάν τα ιερά γράμματα, και εκ τούτου να στερεώνονται μεν εις την πίστιν και την ευσέβειαν, να οδηγώνται δε εις την ενάρετον ζωήν και πολιτείαν».
Ο αριθμός των σχολείων που ίδρυσε ο άγιος Κοσμάς, είναι πράγματι εκπληκτικός. Τον απολογισμό του έργου του στον τομέα της ιδρύσεως σχολείων μας τον δίνει ο ίδιος σε γράμμα του προς τον αδελφό του Χρύσανθο, γραμμένο λίγο πριν από το μαρτυρικό του τέλος: «έως τριάκοντα επαρχίας περιήλθον, δέκα σχολεία ελληνικά εποίησα, διακόσια δια κοινά γράμματα, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον μου βεβαιούντος δια των επακολουθησάντων σημείων». Πρόκειται για έναν πραγματικό άθλο για την εποχή εκείνη. Φρόντιζε επίσης για δασκάλους, για ανεύεση χρημάτων, για διδακτήρια. Ήθελε μορφωμένο λαό ο άγιος Κοσμάς, γιατί πίστευε απόλυτα ότι πριν από την εθνική αποκατάσταση πρέπει να προηγηθεί η πνευματική του αναγέννηση.
Ένας άλλος στόχος του αγίου Κοσμά ήταν η σπουδή της ελληνικής γλώσσας και η ισχυροποίηση των ασθενών εθνολογικά και γλωσσικά διαμερισμάτων της εθνότητας, ιδίως των βορειοτέρων. Και τούτο, γιατί όπως ο ίδιος έλεγε: «Η Εκκλησία μας είναι εις την Ελληνικήν και αν δε σπουδάξης εις το Ελληνικόν, αδελφέ μου, δεν ημπορείς να καταλάβης εκείνα οπού ομολογά η Εκκλησία μας».
Αναγνωρίζοντας τον πολιτισμικό χαρακτήρα της ελληνικής γλώσσας επέκρινε επιμελώς όσους μιλούσαν βλάχικα ή αρβανίτικα και σύσταινε παντού τη χρήση της ελληνικής, ως γλώσσας επίσημης της Εκκλησίας και των ιδιωτικών σχέσεων. «Όποιος Χριστιανοί, άνδρας και γυναίκα, υπόσχεται μέσα στο σπίτι του να μη κουβεντιάζη αρβανίτικα, ας σηκωθή απάνω να μου το πη και εγώ να πάρω όλα του τα αμαρτήματα εις τον λαιμόν από τον καιρόν που εγεννήθη, έως τώρα και να βάλω όλους τους Χριστιανούς να τον συγχωρήσουνε, και να λάβη μίαν συγχώρησιν, οπού αν έδινε χιλιάδας πουγγιά δεν την εματάβρισκε».
Η αγάπη του πατρό-Κοσμά για την ελληνική γλώσσα ήταν άμεσα συνδεδεμένη με το Ευαγγέλιο και την Εκκλησία, που «είναι εις την ελληνικήν». Η ελληνική γλώσσα ήταν για τον Κοσμά: Ευαγγέλιο, υμνολογία, λατρεία, θεολογικοί όροι που δεν αντικαθίστανται και δεν αποδίδονται, όταν μεταφραστούν. Αυτός ήταν ο βασικός λόγος που ο άγιος Κοσμάς χτυπούσε τη διγλωσσία. Ήθελε εθνική ομοιογένεια και ομοψυχία χωρίς γλωσσικές ρωγμές στο εθνικό σκάφος. Γιατί πίστευε πως μονάχα έτσι θα μπορέσει να έρθει γρηγορότερα «το ποθούμενον», η ημέρα της εθνικής του Γένους αναστάσεως.
Το εθνικό έργο του αγίου Κοσμά ολοκληρώνεται με την αναχαίτιση του κύματος του εξισλαμισμού που ήταν ταυτόχρονα και αναχαίτιση του εκτουρκισμού, αφού σ’ αυτή την τραγική για το Γένος μας περίοδο θρησκευτικότητα και εθνικισμός είχαν ταυτισθεί.
Οι εξισλαμισμοί σ’ αυτήν την περίοδο απέβησαν θρησκευτική και εθνική αιμορραγία. Το μεγαλύτερο μέρος του μικρασιατικού πληθυσμού εξισλαμίστηκε και εκτουρκίστηκε. Το ίδιο συνέβη στη Μακεδονία, Ήπειρο, Βοσνία, Ερζεγοβίνη, Θράκη και κυρίως στην Αλβανία, όπου ο αριθμός των Χριστιανών από 550 χιλ. κατέβηκε στις 50 χιλ. Ολόκληρες περιοχές, επειδή δεν μπορούσαν να υποφέρουν τις καταθλιπτικές φορολογίες, εξισλαμίζονταν ομαδικά μαζί με τους ιερείς τους και έχαναν μαζί με τη θρησκεία την εθνική τους συνείδηση και γλώσσα.
Οι εξισλαμισμοί κυρίως στην Αλβανία θα ήταν μεγαλύτεροι, αν κατά την τραγική για το Γένος μας περίοδο δεν εμφανίζονταν ο Κοσμάς ο Αιτωλός, ο οποίος με τις διδαχές και τον μαρτυρικό του θάνατο έγινε σύμβολο αντιστάσεως του λαού, στέργιωσε την πίστη των ραγιάδων και έδωσε ελπίδες καινούργιας ζωής. Το αξιοθαύμαστο παράδειγμά του απέβη καινούργια πηγή ενδυναμώσεως των χριστιανών στον αγώνα τους για τη διατήρηση της θρησκευτικής και εθνικής ελευθερίας.
Για μας τους Νεοέλληνες δεν υπάρχει άλλος δρόμος από κείνον που μας δείχνει η φωτεινή μορφή του μεγάλου Ιεραποστόλου και Εθναποστόλου Κοσμά του Αιτωλού. Είναι ο δρόμος της δοκιμασμένης ελληνορθοδόξου παραδόσεως, η οποία δεν είναι μια στείρα παρελθοντολογία, ούτε μια άγονη επιστροφή σε παρωχημένες μορφές ζωής, αλλά ένας συσσωρευτής πείρας ζωής, ένα δυναμικό γίγνεσθαι και μια ζωντανή παρουσία, που γονιμοποιεί και τρέφει τη νεοελληνική μας διάρκεια.
Η ελληνορθόδοξη παράδοση αποτελεί γεγονός και απόλυτη πραγματικότητα, απέναντι στην οποία πρέπει να σταθούμε γονυκλινείς. Κάθε προσπάθεια απεμπολίσεώς της από τη ζωή του Έθνους είναι εθνική αυτοκτονία και έγκλημα εσχάτης προδοσίας.
Αυτήν την παράδοση έχουμε χρέος να τη διαφυλάξουμε ως κόρη οφθαλμού, αν θέλουμε να διατηρήσουμε την εθνική μας αυτοσυνειδησία και ταυτότητα και να μη γίνουμε ένας λαός άχρωμος, κοσμοπολίτικος, χωρίς ιδανικά, που δεν θα έχει τίποτε το διαφορετικό από τους άλλους.
Μιχαήλ Γ. Τρίτος
Πηγή: Πρωινός Λόγος
Μία μορφή ιερή, ωραία, γενναία, δυναμική, προφητική και μαρτυρική. Από τη φτωχή Αιτωλία ήλθε στον Άγιο Άθωνα. Μετά δύο δεκαετιών μαθητεία εξήλθε για σπάνιο, μοναδικό, ιεραποστολικό έργο, το οποίο έστεψε και υπέγραψε με το αίμα του.
Γύρισε μεγάλο μέρος της Ελλάδος κηρύττοντας, διδάσκοντας, κτίζοντας εκκλησίες και σχολεία. Τρεις μεγάλες ιεραποστολικές περιοδείες στέφθηκαν από πλήρη επιτυχία. Έργο αποδοτικό, καρποφόρο και σωτήριο για τον λαό. Ο αεικίνητος, ακούραστος και ακάματος διδάχος είχε αίσια αποτελέσματα των μελετημένων κινήσεών του. Κυρίως έσωζε ψυχές. Πρόκειται για φαινόμενο κληρικού που τιμήθηκε επάξια και αγαπήθηκε υπερβολικά. Οι άνθρωποι τον κατάλαβαν ότι τους αγάπησε ειλικρινά και του αφοσιώθηκαν ακόμη και ληστές.
Αυτό που τον μεγάλυνε ήταν οι από Θεού θαυματουργίες και προφητείες του. Το κήρυγμά του ήταν ελκυστικό γιατί ήταν απλό, ανυπόκριτο, αφτιασίδωτο και θεοκίνητο. Δίδασκε με πόθο, με λαχτάρα, με πόνο και αγάπη. Ήταν ένας άφθαστος διδάχος. Οι λόγοι του ακόμη και σήμερα συγκινούν για τη χάρη τους. Δεν είχε χειρόγραφες σημειώσεις, είχε χάρισμα, ήταν θεόπνευστος και γλυκομίλητος. Γνώριζε καλά να αναπαύει με τρόπο και τους αμαθείς. Χρησιμοποιούσε την απλή δημοτική γλώσσα. Τα θέματά του ήταν από το Ευαγγέλιο και τον Συναξαριστή. Έλεγε τα χρήσιμα, τα απαραίτητα, τα σωτήρια. Ήταν φλογερός, αληθινός, ατόφιος, γλαφυρός, ταπεινός και πράος. Ήταν φωτεινός, ελπιδοφόρος ακέραιος και πάντα διδακτικός.
Μιλούσε στους αγρούς στήνοντας έναν ξύλινο σταυρό. Δίδασκε στη σκιά του σταυρού. Αυτό είχε μεγάλη σημασία και βαθύ νόημα. Φεύγοντας άφηνε τον σταυρό σε ανάμνηση. Μόνο δώδεκα επιστολές άφησε. Μιλούσε προφορικά, σαγηνευτικά και πειστικά. Τους λόγους του που σώθηκαν τους αντέγραφαν πιστοί μαθητές του. Δημιουργούσε στους ακροατές του ιερό ενθουσιασμό, μετάνοια και συντριβή. Τον ακολουθούσε μια λαοθάλασσα διψασμένων υποδούλων. Τον άκουγαν με θαυμασμό ακόμη και αλλόθρησκοι. Ήταν μέρη που έμενε δυο-τρεις ημέρες. Έτρεχαν όλοι να τον ακούσουν με προσοχή και θαυμασμό. Οι λόγοι ρίζωναν βαθιά στις καρδιές των ανθρώπων. Οι στόχοι επιτεύχθηκαν και μυστικά χαιρόταν. Μίλησε κατά τη αδικίας, της κακίας, των παθών, της αμάθειας, της ασέβειας και της αθεοφοβίας. Έφερε την καταλλαγή, τη συνδιαλλαγή, την ομόνοια και την ένωση. Το ήθος του αφόπλιζε και επηρέαζε τη μεταβολή της άστατης ζωής των ανθρώπων. Αναθέρμανε την πίστη και εργάστηκε επίπονα κατά των φοβερών εξισλαμιστών. Αρκετούς παρασυρμένους έφερε σε μεταμέλεια και μετάνοια, εξομολόγηση και δάκρυα.
Να τι μπορεί να κάνει ένας άγιος. Να τι έκανε ένας απλός παπάς. Ορισμένοι ιστορικοί δεν τον αναφέρουν καθόλου. Τα σχολικά βιβλία τον αγνοούν. Στη Βόρειο Ήπειρο τελείωσε μαρτυρικά το βίο του. Εκεί είχε αφιερώσει μεγάλο μέρος του έργου του. Ο προφήτης του Γένους, ο ταπεινός παπαδάκος, ο ακαταμάχητος διδάχος, ο ένδοξος ιερομάρτυρας αποτελεί φωτεινή μορφή του Νέου Ελληνισμού. Κάθε τιμή είναι οφειλόμενο χρέος, κάθε αποσιώπηση αποτελεί εμπάθεια και ανεπίτρεπτη λησμοσύνη. Τέτοιες μορφές θα πρέπει πάντοτε να προβάλλονται με κάθε τρόπο. Είναι χρέος μας, ανάγκη της ψυχής μας.
(Πηγή: "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" 2/9/12)
Πηγή: Η άλλη όψη
Στις 24 Αυγούστου η αγία μας Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη του Νεομάρτυρος, Εθνομάρτυρος και Ισαποστόλου αγίου Κοσμά του Αιτωλού. Μιας μεγάλης προσωπικότητας, η οποία σημάδεψε με την παρουσία της και τη δράση της την πορεία της Εκκλησίας και του Γένους μας, σε μια από τις δυσκολότερες φάσεις της ιστορικής τους πορείας. Αλλά στις δύστηνες μέρες που περνάμε, πάψαμε να ατενίζουμε ψηλά και να βλέπουμε τα φωτεινά ορόσημα, που μας οδήγησαν και που μας οδηγούν στην εκκλησιαστική και εθνική μας πορεία. Ένα τέτοιο φωτεινό ορόσημο, υπήρξε και ο άγιος Κοσμάς, τον οποίο θέσαμε (και αυτόν) στο περιθώριο, με αποτέλεσμα να απολέσουμε τελικά τον προορισμό μας και να περιπλανόμαστε σε αδιέξοδους ατραπούς. Πηγαίνοντας, όμως, κόντρα στη «λογική» αυτής της εξωφρενικής περιθωριοποίησης, εμείς θέλουμε να τους τιμούμε, και η μικρή αυτή εργασία μας, αυτό το σκοπό θέλει να εξυπηρετήσει. Η μικρή μας αυτή αναφορά στον άγιο Κοσμά, είναι ένα ελάχιστο δείγμα, ότι υπάρχουν και εκείνοι που τον τιμούν!
Έζησε, όπως είναι γνωστό, στον 18ο αιώνα (1714-1779), στην πιο κρίσιμη, για τους ιστορικούς, περίοδο της τουρκοκρατίας για το γένος μας και όλους τους άλλους υπόδουλους λαούς στους βάρβαρους ασιάτες Οθωμανούς. Ήταν η εποχή που άρχιζε η παρακμή της απάνθρωπης οθωμανικής αυτοκρατορίας, και για τούτο υπήρξε η πιο επικίνδυνη εποχή. Βλέποντας οι δυνάστες ότι κατέρρεαν, στήριξαν τις ελπίδες τους στην «αναγέννηση» του κράτους διά της κρατούσας θρησκείας. Πίστεψαν πως η θρησκευτική ομογενοποίηση θα αναγεννούσε το κράτος. Θεώρησαν ότι το Ισλάμ ήταν εκείνο που θα ένωνε τους υπηκόους και θα στερέωνε την «Υψηλή Πύλη», δηλαδή την οθωμανική εξουσία. Γι’ αυτό άρχισαν μεγάλης έκτασης εξισλαμισμοί, είτε άμεσα αναγκαστικοί, δια της βίας, είτε έμμεσα αναγκαστικοί, με τη χορήγηση προνομίων, στους μη μουσουλμάνους υπηκόους. Όσοι παρέμειναν στις θρησκευτικές τους πίστεις και δεν εξισλαμίζονταν υπέφεραν τα πάνδεινα, ακόμη και το μαρτύριο!
Χιλιάδες έτσι ορθόδοξοι χριστιανοί αρνούνταν την ορθόδοξη πίστη και ασπάζονταν το Ισλάμ. Ολόκληρες περιοχές εξισλαμίζονταν, όπως λ.χ. στη Βόρεια Ήπειρο (ολόκληρη τη σημερινή Αλβανία). Από αυτόν τον εξισλαμισμό προέκυψαν οι μουσουλμάνοι της σημερινής Αλβανίας και των άλλων βαλκανικών κρατών. Όλοι τους είναι εξισλαμισμένοι Χριστιανοί. Περιττό να αναφέρουμε, πως όσοι έλληνες εξισλαμίζονταν, έχαναν πάραυτα την εθνική τους συνείδηση, τούρκευαν, παρ’ όλο ότι μιλούσαν την ελληνική γλώσσα, αν την μιλούσαν! Το σχέδιο του σαδιστή σουλτάνου Μουσταφά Δ΄ προέβλεπε τον βίαιο καθολικό εκπατρισμό των ελληνικών πληθυσμών και την μεταφορά τους στα βάθη της Ασίας και την εποίκηση της Ελλάδος με ασιάτες, αλλά ευτυχώς βοήθησε ο Θεός και το έργο του αγίου Κοσμά, και δεν εφαρμόστηκε, διότι θα χάνονταν για πάντα ο Ελληνισμός!
Αλλά ας δούμε επιγραμματικά το έργο του αγίου Κοσμά. Αφού έλαβε την πιο μεγάλη δυνατή μόρφωση για την εποχή του, αποσύρθηκε στην αρχή στο Άγιον Όρος για να μονάσει, στην Ιερά Μονή Φιλοθέου. Έμεινε εκεί ασκούμενος δεκαεπτά χρόνια. Αλλά δε μπορούσε να βρει ησυχία, διότι τον βασάνιζε ο πόνος και τα βάσανα των ορθοδόξων Ρωμιών, οι οποίοι στέναζαν κάτω από την τουρκική τυραννία. Ο εφιάλτης του εξισλαμισμού των αδελφών του, του τάραζε τον ύπνο. Γι’ αυτό πήρε τη μεγάλη απόφαση να παραμερίσει τη δική του μοναχική ησυχία και να σπεύσει σε βοήθεια των υπόδουλων ορθοδόξων. Είπε ο ίδιος σε μια διδαχή του: «Σιμά εις τα άλλα εύρον και τούτον τον λόγον οπού λέγει ο Χριστός μας, πως δεν πρέπει κανένας χριστιανός, άνδρας η γυναίκα, να φροντίζη δια τος εαυτόν του μόνον πως να σωθή, αλλά να φροντίζη και δια τούς αδελφούς του να μη κολασθούν.
Ακούωντας και εγώ, αδελφοί μου τούτον τον γλυκύτατον λόγον οπού λέγει ο Χριστός μας, να φροντίζωμεν και δια τούς αδελφούς μας, μ’ έτρωγεν εκείνος ο λόγος μέσα εις την καρδίαν τόσους χρόνους, ωσάν το σκουλήκι οπού τρώγει το ξύλον. Εσυμβουλεύθηκα τους πνευματικούς πατέρας και άφησα την ιδικήν μου προκοπήν κι εβγήκα να περιπατώ από τόπον εις τόπον και να διδάσκω τους αδελφούς μου.» (Διδαχή Α΄).
Πήρε λοιπόν τη μεγάλη απόφαση να αφήσει τη δική του ησυχία και να κατέβει στον κόσμο για να βοηθήσει τους αδελφούς του ορθοδόξους. Για να είναι νόμιμη η δράση του ζήτησε την ευλογία και την άδεια του τότε οικουμενικού πατριάρχη Σεραφείμ Β΄. Ως άλλος απόστολος Παύλος έκαμε τέσσερις μεγάλες περιοδείες σε όλη την Ελλάδα. Με την έγγραφη άδεια του πατριάρχη στον κόρφο του, ένα σκαμνάκι, το οποίο χρησιμοποιούσε ως άμβωνα και χωρίς άλλα εφόδια, γύριζε από πόλη σε πόλη, από χωριό σε χωριό, σε στεριές και νησιά για να κηρύξει το λόγο του Θεού, να εμψυχώσει τους υπόδουλους ραγιάδες και να δώσει ελπίδα ότι όλα θα πάνε καλά, προφητεύοντας στους απελπισμένους ραγιάδες πως «αυτός ο τόπος μια μέρα θα γίνει ρωμαίικο»!
Δεν είναι εύκολο ένα σύντομο άρθρο, σαν και τούτο, να εξαντλήσει το πολυσχιδές έργο του αγίου Κοσμά του Αιτωλού και να παρουσιάσει πλήρως την πολύπλευρη προσωπικότητά του. Όμως θα προσπαθήσουμε επιγραμματικά να δώσουμε μια μικρή εικόνα, ικανή όμως να αποδείξει ότι ο άγιος και χαρισματικός αυτός άνδρας είναι όντως μια σπάνια φυσιογνωμία και το έργο του υπήρξε πρωτοπόρο και μοναδικό για την Εκκλησία και το Έθνος μας.
Ο άγιος Κοσμάς ήταν πρωτίστως ιεροκήρυκας. Κήρυττε την Ορθόδοξη διδασκαλία με ακρίβεια, όπως τη διδάσκει η Εκκλησία μας. Υπήρξε πατερική μορφή, εφάμιλλος των αγίων πατέρων της Εκκλησίας μας. Είχε απέραντη αγάπη για το Χριστό και μια μεγάλη φλόγα στην ψυχή του να Τον βάλει στις καρδιές των ακροατών του: «Ανίσως, αδελφοί μου, έλεγε, και ήτο δυνατόν να ανεβώ εις τον ουρανόν, να φωνάξω μίαν φωνήν μεγάλην, να κηρύξω εις όλον τον κόσμον , πως μόνος ο Χριστός μας είνε Υιός και Λόγος του Θεού, και Θεός αληθινός, και ζωή των πάντων, ήθελα να το κάμω τούτο το μικρόν, και περιπατώ από τόπον εις τόπον, και διδάσκω τούς αδελφούς μου το κατά δύναμιν, όχι ως διδάσκαλος, αλλ’ ως αδελφός· διδάσκαλος μόνον ο Χριστός μας είναι» (Διδαχή Α΄). Πιστεύει απόλυτα ότι ο Χριστός ίδρυσε μία Εκκλησία, και πως αυτή η Εκκλησία είναι η Ορθοδοξία, και πως έξω από αυτή βρίσκεται η πλάνη, το ψεύδος και η απώλεια της σωτηρίας. Το λέει ξεκάθαρα σε μία από τις σωζόμενες «Διδαχές» του: «Αυτήν την Παναγίαν Τριάδα ημείς οι ευσεβείς και ορθόδοξοι χριστιανοί δοξάζομεν και προσκυνούμεν· αυτός είναι ο αληθινός Θεός, και έξω από την Αγίαν Τριάδα όσοι λέγονται θεοί είναι δαίμονες…Εγώ εδιάβασα και περί ιερέων, και περί ασεβών, αιρετικών και αθέων· τα βάθη της σοφίας ηρεύνησα· όλαι αι πίστεις είναι ψεύτικες· τούτο εκατάλαβα αληθινόν, ότι μόνη η πίστις των ορθοδόξων χριστιανών είναι καλή και αγία, το να πιστεύωμεν και να βαπτιζώμεθα εις το όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Τούτο σας λέγω τώρα εις το τέλος· να ευφραίνεσθε οπού είσθε ορθόδοξοι χριστιανοί, και να κλαίετε δια τους ασεβείς και αιρετικούς οπού περιπατούν εις το σκότος» (Διδαχή Α΄). Έβλεπε με πόνο ψυχής οι ορθόδοξοι Έλληνες να έχει νοθευθεί η πίστη τους από άλλες πίστεις και προλήψεις και μάτωνε η ψυχή του. Έβλεπε να μην υπάρχουν τα χρειαζούμενα για την τέλεση των Ιερών Μυστηρίων και ανησυχούσε. Κυρίως δεν υπήρχαν κολυμβήθρες και τα παιδιά δε βαπτίζονταν κανονικά και γι’ αυτό ζητούσε από τους πλούσιους να αγοράσουν κολυμβήθρες. Έτσι προμήθευσε πάνω από 4.000 κομμάτια σε εκκλησίες που δεν είχαν και άρχισαν να βαπτίζονται τα παιδία όπως έπρεπε.
Ο άγιος Κοσμάς ήταν φλογερός έλληνας πατριώτης. Η ανησυχία του για την τύχη του Γένους είναι έκδηλη στις «Διδαχές» του. Ως γνήσιος Ρωμιός, δηλαδή Ορθόδοξος Έλληνας, πίστευε στην άρρηκτη ενότητα της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού, ως δύο μεγέθη, που ένωσε η ιστορία, κατά θεία πρόνοια, για να πορεύονται στο χρόνο και να υπηρετούν τον άνθρωπο και τον πολιτισμό του. Ο πύρινος λόγος του αφύπνιζε την κοιμισμένη εθνική συνείδηση των υποδούλων Ελλήνων. Τους θύμιζε το λαμπρό παρελθόν, αλλά και τους υποδείκνυε τη μακραίωνη σκλαβιά τους, την οποία απόδιδε στις αμαρτίες μας. Φυσικά δεν είχε κατά νου του την φράγκικη εθνικιστική αντίληψη περί του Έθνους, που έμελλε να ελευθερωθεί, αλλά στην Ρωμαίικη αυτοκρατορική του υπόσταση, όπως ήταν πριν την άλωση. Πρόσβλεπε σε ομοσπονδία των Ορθοδόξων λαών, όπως φυσικά είχε οραματισθεί και ο σύγχρονός του Ρήγας Φεραίος. Τα σύνορα του ελεύθερου Ρωμαίικου έπρεπε κατά τον άγιο Κοσμά να είναι αυτά του ένδοξου βασιλείου των Ρωμαίων, δηλαδή του Βυζαντίου. Δεν είναι τυχαία η προφητεία του, και η καταπληκτική επαλήθευσή της, περί της δημιουργίας του «ψευτορωμαίικου», δηλαδή του μικρού και αναιμικού εθνικιστικού κρατιδίου, εντελώς αντίθετου με τους οραματισμούς του μεγάλου άνδρα!
Ο άγιος Κοσμάς ήταν φωτισμένος νους ο ίδιος και φωτισμένους ήθελε τους ανθρώπους. Ήταν δάσκαλος και φωτιστής. Θεωρούσε ότι η φώτιση, η γνώση, η παιδεία και τα γράμματα είναι απαραίτητα εφόδια για την πνευματική προκοπή του ανθρώπου και για την ολοκλήρωση της προσωπικότητάς του. Έβλεπε την απίστευτη αμάθεια των υποδούλων Ελλήνων, οι οποίοι είχαν γίνει σαν άγρια θηρία, και μάτωνε η ψυχή του. Γι’ αυτό και ενέταξε στις περιοδείες του την ίδρυση σχολείων. «Έχετε σχολείον εδώ εις την χώραν σας να διαβάζουν τα παιδιά; -Δεν έχομεν, άγιε του Θεού. -Να μαζευθήτε όλοι να κάμετε ένα σχολείον καλόν, να βάλετε και επιτρόπους να το κυβερνούν, να βάνουν διδάσκαλον να μανθάνουν όλα τα παιδιά γράμματα, πλούσια και πτωχά. Διότι από το σχολείον μανθάνομεν τι είναι Θεός, τι είναι Αγία Τριάς, τι είναι Άγγελοι, δαίμονες, παράδεισος, κόλασις, αρετή, κακία· τι είναι ψυχή, σώμα κ.λ.π. Διότι χωρίς το σχολείον περιπατούμεν εις το σκότος· από το σχολείον ανοίγει το μοναστήριον. Αν δεν ήτο το σχολείον, που ήθελα μάθει εγώ να σας διδάσκω;» (Διδαχή Α΄). Θεωρούσε την αμορφωσιά ως ένα από τα χειρότερα κακά και γι’ αυτό προέτρεπε να σπουδάζουν όλα τα παιδιά, πλούσια και φτωχά, αγόρια και κορίτσια, χωρίς καμιά διάκριση. Έπειθε τους προύχοντες να χτίζουν σχολεία και να πληρώνουν τους δασκάλους. Έπειθε τις γυναίκες να δωρίζουν τα ακριβά στολίδια τους και με αυτά να κτίζονται σχολεία. Παρότρυνε τους ιερείς να λειτουργούν τους ναούς και σαν σχολεία. Έτσι ως το τέλος των περιοδειών του είχε ιδρύσει περισσότερα από χίλια στοιχειώδη σχολεία, περισσότερα από διακόσια μέσα και δέκα ανώτερα! Μόνος του κατορθώνει τα ακατόρθωτα. Έγραψε στον αδελφό του Χρύσανθο λίγο πριν το μαρτυρικό του θάνατο: «Έως τριάκοντα επαρχίας περιήλθον, δέκα σχολεία ελληνικά εποίησα, διακόσια διά κοινά γράμματα». Μια πραγματιστική πνευματική και εκπαιδευτική αναγέννηση συντελέστηκε στις μέρες του!
Ως χρήσιμο παιδευτικό εργαλείο και υπέρτατο εθνικό στοιχείο θεωρούσε την ελληνική γλώσσα, την ωραιότερη και ανώτερη γλώσσα του κόσμου. Έβλεπε με πόνο ψυχής χιλιάδες υπόδουλους Έλληνες να εγκαταλείπουν την ελληνική γλώσσα και μιλούν άλλες γλώσσες και ξένους προς αυτή, ιδιωματισμούς όπως τούρκικα, αρβανίτικα, βλάχικα κλπ. Θεωρούσε την ελληνική γλώσσα ως βασικό στοιχείο της εθνικής μας ιδιαιτερότητας και γι’ αυτό παρακινούσε να σπουδάζουν και να ομιλούν την ελληνική: «Και αν δεν εμάθετε οι πατέρες, να σπουδάζετε τα παιδιά σας, να μανθάνουν τα ελληνικά, διότι και η Εκκλησία μας είναι εις την ελληνικήν. Και αν δεν σπουδάσης τα ελληνικά, αδελφέ μου, δεν ημπορείς να καταλάβης εκείνα οπού ομολογεί η Εκκλησία μας. Καλύτερον, αδελφέ μου, να έχης ελληνικόν σχολείον εις την χώραν σου, παρά να έχης βρύσες και ποτάμια· και ωσάν μάθης το παιδί σου γράμματα, τότε λέγεται άνθρωπος. Το σχολείον ανοίγει τας εκκλησίας· το σχολείον ανοίγει τα μοναστήρια» (Διδαχή Ε΄). Βρήκε έναν πολύ πρόσφορο τρόπο να εδραιώσει την ελληνική γλώσσα στους ελληνικούς πληθυσμούς, όρκιζε τους ακροατές των κηρυγμάτων του δημόσια να εγκαταλείψουν τις άλλες γλώσσες και να μιλούν στα σπίτια τους πλέον ελληνικά!
Το κήρυγμά του είχε έντονο και το κοινωνικό στοιχείο. Οι υπόδουλοι Έλληνες είχαν εξαχρειωθεί και ως προς τα ήθη τους. Έγιναν σαν τα άγρια θηρία. Ζώντας αιώνες με τους βαρβάρους και αλλοθρήσκους έγιναν μιμητές τους στην κακία, την ανηθικότητα και την αδικία. Ρωτούσε όπου πήγαινε: «Εδώ, χριστιανοί μου, πως πηγαίνετε; Έχετε την αγάπην ανάμεσόν σας; Ανίσως και θέλετε να σωθήτε, κανένα άλλο πράγμα να μη ζητήσετε εδώ εις τον κόσμον από την αγάπην… Καλότυχος εκείνος ο άνθρωπος οπού αξιώθηκε και έλαβεν εις την καρδίαν του αυτάς τας δύο αγάπας, εις τον Θεόν, και εις τούς αδελφούς του» (Διδαχή Α΄). Ήταν κήρυκας της γνήσιας χριστιανικής αγάπης προς όλους, ακόμα και τους εχθρούς: «ημείς ευσεβείς χριστιανοί πρέπει να αγαπώμεν τούς εχθρούς μας και να τούς συγχωρώμεν· να τούς τρέφωμεν, να τούς ποτίζωμεν, να παρακαλούμεν τον Θεόν δια την ψυχήν των, και τότε να λέγωμεν εις τον Θεόν: Θεέ μου, σε παρακαλώ να με συγχωρήσης καθώς και εγώ συγχωρώ τούς εχθρούς μου. Ει δε και δεν συγχωρήσωμεν τούς εχθρούς μας, και το αίμά μας να χύσωμεν δια την αγάπην του Χριστού, εις την κόλασιν πηγαίνομεν… αδελφοί μου, όσοι αδικήσατε Χριστιανούς η Εβραίους η Τούρκους, να δώσητε το άδικον οπίσω , διότι είναι κατηραμένον και δεν βλέπετε καμμίαν προκοπήν. Εκείνα τα άδικα τα τρώγετε δια να ζήτε· και εκείνα σας θανατώνουν, και ο Θεός σας βάνει εις την κόλασιν» (Διδαχή Δ΄).
Η κοινωνική αδικία και η εκμετάλλευση ήταν συνηθισμένα φαινόμενα σε όλη την Ελλάδα. Ο άγιος Κοσμάς δεν παρέλειπε να κατακεραυνώνει την κοινωνική αδικία. Τόνιζε συχνά: «Εκείνο, το οποίον δεν θέλεις να σου κάμη άλλος, μη το κάμνεις και συ εις άλλον. Καθώς δεν θέλεις να σε κλέψουν οι άλλοι, έτσι και συ να μη κλέπτης, να μη φονεύης τούς άλλους» (Διδαχή Γ΄). Συμβούλευε με έμφαση: «Οι προεστοί οπού είσθε εις χωρία, αν θέλετε να σωθήτε, πρέπει να αγαπάτε όλους τούς χριστιανούς καθώς και τα παιδιά σας, και να ρίχνετε τα χρέη κατά δύναμιν εκάστου, και να μη κάμνετε φιλοπροσωπείαν. Ομοίως και σεις οι κατώτεροι να τιμάτε τούς μεγαλυτέρους σας. Οι άνδρες ν’ αγαπάτε τας γυναίκας σας· και αν η γυναίκα σου είναι κακή και την υπομένης και την συμβουλεύης, έχεις μισθόν από τον Θεόν. Ομοίως και αι γυναίκες να αγαπάτε και να υποτάσσεσθε εις τούς άνδρας, διότι με την υπομονήν και υπακοήν εις το καλόν έχετε μισθόν εις την ψυχήν σας. Και αν έχη και κανένα σφάλμα, να το παραβλέπετε, διότι ο άνδρας έχεις περισσοτέρας φροντίδας από την γυναίκα. Λοιπόν πρέπει αμφότεροι ν’ αγαπάτε αλλήλους. Ομοίως και τα τέκνα να τιμάτε και να σέβεσθε τούς γονείς σας, διότι όστις δεν τιμά και δεν υπακούει τούς γονείς του εις το καλόν, κολάζεται» (Διδαχή Γ΄). Πήγαινε μέχρι τα λημέρια των ληστών και έκανε διάλογο μαζί τους και συχνά τους έπειθε να εγκαταλείψουν τη ληστεία. Ζητούσε από τους πλούσιους να υιοθετούν από ένα ή δύο ορφανά παιδιά, να τα κάνουν ψυχοπαίδια τους και έτσι έσωσε χιλιάδες ορφανά παιδιά από τον αφανισμό. Κατάφερνε και αποσπούσε από τα χαρέμια των τούρκων τα αρπαγμένα κορίτσια, αλλά απέτρεπε και χριστιανούς να τα δίνουν με τη θέλησή τους πολλές φορές. Συμβούλευε τους ιερείς να κάνουν στο ακέραιο το ποιμαντικό τους καθήκον: «σας παρακαλώ, άγιοι ιερείς, και σας παραγγέλλω να φροντίσητε δια τούς κοσμικούς όπως να σωθώσι και εκείνοι και σεις. Ομοίως πάλιν οι κοσμικοί να τιμάτε τούς ιερείς σας» (Διδαχή Γ΄).
Στηλίτευε με ιδιαίτερα έντονο τρόπο τους εμπόρους της εποχής εκείνης, οι οποίοι, όπως σε κάθε εποχή, ήταν ο εφιάλτης των φτωχών. Συμβούλευε να είναι τίμιοι και να ζυγίζουν τα αγαθά σωστά. Αντιτάχτηκε κατά των κυριακάτικων παζαριών, τα οποία εμπόδιζαν τους χριστιανούς να εκκλησιάζονται και καταλύουν την αγία Κυριακή. Αλλά, όμως, το εμπόριο ήταν στα χέρια κυρίως των Εβραίων, οι οποίοι έβαλαν ως στόχο τους τον άγιο Κοσμά. Προέτρεπε τους χριστιανούς να κάνουν τα παζάρια τους το Σάββατο, που ήταν ημέρα αυστηρής αργίας για τους Εβραίους. Έλεγε συχνά: «Και η ευγενία σας πως σας βαστά η καρδία να κάνετε πραγματείας με τούς Εβραίους;
Εκείνος οπού συναναστρέφεται με τούς Εβραίους, αγοράζει και πωλεί, τι φανερώνει; Φανερώνει και λέγει, πως καλά έκαμαν οι Εβραίοι και εθανάτωσαν τούς προφήτας και όλους τούς διδασκάλους και όλους τούς καλούς» (Διδαχή Δ΄).
Ο άγιος Κοσμάς υπήρξε συν τοις άλλοις και προφήτης. Στις διάφορες περιοδείες του έδινε προβλέψεις για πολλά πράγματα, τα οποία έχουν πραγματοποιηθεί με καταπληκτική ακρίβεια. Εντύπωση προκαλούν οι προφητείες του για την τμηματική απελευθέρωση της Ελλάδος, για τις σύγχρονες τεχνολογικές ανακαλύψεις και για την ηθική κατάπτωση των έσχατων καιρών.
Ο άγιος Κοσμάς ήταν για τους υπόδουλος Έλληνες, ο αγιασμένος και αποσταλμένος από το Θεό άνθρωπος να τους στηρίξει και να τους σώσει στις δύσκολες εκείνες ημέρες. Αλλά σεβαστός υπήρξε και για πολλούς μουσουλμάνους, όπως τον διαβόητο κατόπιν Αλή Πασά των Ιωαννίνων, του οποίου είχε προφητέψει ο άγιος με ακρίβεια την κατοπινή του πορεία. Ο ίδιος ο άγιος έλεγε: «Χίλιοι Τούρκοι μ’ αγαπούν, κι ένας όχι και τόσο. Χίλιοι Εβραίοι με μισούν κι ένας όχι και τόσο». Έτσι δεν είχε μόνο φίλους, αλλά και ορκισμένους εχθρούς. Τους μουσουλμάνους, αφ’ ενός, διότι είχε ανακόψει το κίνημα του εξισλαμισμού. Στα μέρη που είχε κηρύξει, έπαψαν ολωσδιόλου οι εξισλαμισμοί. Αφ’ ετέρου τους αδίστακτους εμπόρους, οι οποίοι θίγονταν από το κήρυγμά του περί δικαιοσύνης και για την απαγόρευση των κυριακάτικων παζαριών. Αυτοί ήθελαν τον θάνατό του. Γράφει ο αείμνηστος Κώστας Σαρδελής: «Οι κατάσκοποι των Βενετών, των Ρώσων, των Τούρκων τον παρακολουθούν. Οι Εβραίοι ενεργούν με πάθος για την εξόντωσή του στον Κουρτ – πασά του Μπερατιού. Ο λόγος; Με τη δράση του σταμάτησε την ανθελληνική δραστηριότητα, περιόρισε την άγρια οικονομική εκμετάλλευση, επανέφερε την αργία της Κυριακής. 20.000 γρόσια πρόσφεραν στον πασά, που τον σέβονταν και τον εκτιμούσε, να φονεύσει τον Πατροκοσμά». Η τελευταία του περιοδεία ήταν στη μαρτυρική Βόρειο Ήπειρο. Ως προφήτης γνώριζε ότι αυτή ήταν και η τελευταία του. «Διήλθομεν διά πυρός και ύδατος και εξήγαγες ημάς εις αναψυχήν» ψιθύριζε καθώς βάδιζε το δρόμο του μαρτυρίου. Ο πασάς του Βερατίου Κούρτ, έδωσε την άδεια να θανατωθεί δια αγχόνης στις 24 Αυγούστου του 1779 κοντά το χωριό Κολικόντασι. Το σώμα του το έριξαν οι δήμιοι στον ποταμό Άψο για να χαθεί και να μην το βρουν οι Χριστιανοί. Όμως ένας τολμηρός ιερέας της περιοχής, ονόματι Μάρκος, ερεύνησε το ποτάμι και βρήκε το τίμιο λείψανο και το έθαψε με μεγάλες τιμές. Σήμερα τα ιερά του λείψανα αναπαύονται σε μοναστήρι στη μαρτυρική και αλύτρωτη Βόρειο Ήπειρο.
Αλλά και με το θάνατό του ο άγιος Κοσμάς προσέφερε υπηρεσία στο Γένος μας. Ο μαρτυρικός του θάνατος επισφράγισε και επιβεβαίωσε την ορθότητα της διδασκαλίας του και την ανεκτίμητη σημασία του έργου του. Προστέθηκε στη χωρία των μυριάδων Μαρτύρων της Εκκλησίας μας, οι οποίοι επιβεβαίωσαν και επισφράγισαν το έργο τους με το αίμα τους. Ο Κώστας Σαρδελής αυτό ακριβώς θέλει να τονίσει για το μαρτύριο του αγίου Κοσμά: «Ο θάνατός του σφράγισε το λόγο όπου έσπειρε στις αποκαμωμένες ψυχές των σκλάβων. Κι ο σπόρος έπιασε τόπο και φύτρωσε κι έδωσε καρπούς. Και θέρισε το γένος την ελευθερία του και την αναγέννηση των αιώνιων αξιών του ανθρώπου». Ο μαρτυρικός του θάνατος έγινε σύμβολο ελπίδας και νίκης για τους υπόδουλους Έλληνες. Οι κατοπινοί αγωνιστές ορμούσαν στη μάχη τραγουδώντας το γνωστό δίστιχο: «βοήθα μας Αη -Γιώργη και συ Άγιε Κοσμά, να πάρουμε την Πόλη και την Αγιά-Σοφιά», ως πολεμικό εφαλτήριο σάλπισμα! Δεν είναι λίγοι άλλωστε οι σοβαροί μελετητές, οι οποίοι διερωτούνται για το ποια θα ήταν η ροή των γεγονότων και ποια πορεία και εξέλιξη θα είχε η εθνική μας υπόθεση, αν η Θεία Πρόνοια δεν εμφάνιζε τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό στη συγκεκριμένη κρίσιμη εκείνη περίοδο, να δράσει στην πατρίδα μας και να προσφέρει αυτές τις ανεκτίμητες υπηρεσίες του στο υπόδουλο Γένος μας!
Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός ανήκει αναμφίβολα στις μεγάλες διαχρονικές μορφές του Έθνους και της Εκκλησίας μας. Η μεν Εκκλησία μας τον τιμά δεόντως, αν και Καθυστερημένα, τον ανακήρυξε άγιο, ύστερα από διακόσια χρόνια, όταν ο λαός τον τιμούσε ως άγιο ενώ ακόμη ζούσε. Το Έθνος μας όμως ελάχιστη, έως μηδαμινή τιμή του αποδίδει. Ελάχιστοι ανδριάντες του έχουν στηθεί και αυτοί από την Εκκλησία, ή από ευσεβείς ιδιώτες. Τα εκπαιδευτικά μας ιδρύματα απαξιούν να τους στήσουν ανδριάντες, ως όφειλαν, στις εισόδους τους για να θυμίζουν τους τιτάνιους αγώνες του για την παιδεία στα μαύρα χρόνια της τουρκοκρατίας. Δυστυχώς, δεν υπάρχει σχολείο που να υπάρχει προτομή του. Προτομές στήνουν μόνο στους «άκαπνους» «διαφωτιστές», τύπου Κοραή, όπου παρακολουθούσαν από τις εφημερίδες της Ευρώπης τον Ιερό Αγώνα του Έθνους, και μετά την απελευθέρωση «κόπιασαν» για να μας μεταφέρουν τα πνευματικά σκουπίδια της Ευρώπης! Αλλά υπάρχουν και χειρότερα: τα σχολικά βιβλία περιδιαβαίνουν τον άγιο Κοσμά με επιγραμματικές αναφορές, σαν να ήταν ένας τυχαίος. Απαξιούν να του προσδώσουν την ύψιστη ιδιότητα του αγίου και τον αποκαλούν απλώς «Κοσμά»! Αλλά υπάρχουν και αθλιότερα: κάποιοι «διαβασμένοι», όπως έλεγε και ο ίδιος, συχνά κρατικοδίαιτοι, τον βρίζουν, ως δήθεν σκοταδιστή και ανθέλληνα! Και ξέρετε γιατί; Επειδή ήταν ορθόδοξος. Επειδή μιλούσε για Ορθόδοξη Ελλάδα και για ορθόδοξους Έλληνες! Επειδή είχε στο νουν του το όραμα της Ρωμηοσύνης, δηλαδή του παγκόσμιου και πανανθρώπινου ελληνορθόδοξου ιδεώδους και όχι της μιοκροεθνικιστικής κρατικής οντότητας της Ελλάδος, που επιθυμούσαν και μας επέβαλαν οι δυτικοί! Επειδή ήθελε την Ελλάδα και τους Έλληνες να διαπνέονται από την ανόθευτη Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη και όχι από τα άθεα γράμματα των αθέων, εμπαθών και μικρόψυχων ευρωπαίων «διαφωτιστών». Επειδή τόνιζε με σθένος όπου πήγαινε: «Ψυχή και Χριστός σας χρειάζονται. Αυτά τα δύο όλος ο κόσμος να πέση, δεν ημπορεί να σας τα πάρη, εκτός και τα δώσετε με το θέλημά σας. Αυτά τα δύο να τα φυλάγετε, να μη τα χάσετε» (Διδαχή Δ΄)! Γι’ αυτούς τους λόγους ο μεγάλος αυτός άνδρας δεν τιμάται, βρίσκεται στο περιθώριο και υβρίζεται! Αλλά ας γνωρίζουν όλοι αυτοί πως μπορούν να λερώνουν εξωτερικά το χρυσό, αλλά δεν μπορούν να προσβάλλουν την αξία του! Μπορούν να βρίζουν αυτόν τον πνευματικό γίγαντα, αλλά δε μπορούν να τον αποκαθηλώσουν από την εθνική μας συνείδηση!
Όπως γράψαμε στην αρχή του άρθρου, θέσαμε στο περιθώριο τους πνευματικούς μας οδοδείκτες, και γι’ αυτό βαδίζουμε χωρίς προσανατολισμό την προσωπική και κοινωνική μας πορεία. Γι’ αυτό βιώνουμε την χειρότερη πολύπλευρη κρίση της ιστορικής μας ύπαρξης και δεν έχουμε τουλάχιστον την στοιχειώδη αυτοσυνειδησία να αναλογισθούμε τις αιτίες που μας οδήγησαν στο ναδίρ της κατάπτωσής μας. Ο απίστευτος ατομικός και κοινωνικός μας αμοραλισμός δε μας αφήνει να δούμε και να συνειδητοποιήσουμε την αιτία όλων των σύγχρονων κακοδαιμονιών μας, που είναι η αποκοπή μας από τις ζωογόνες αρτηρίες της φυλής μας, από τη βίωση των προαιώνιων και διαχρονικών αξιών μας. Μας χρειάζεται, αναμφίβολα, ένας σύγχρονος άγιος Κοσμάς, για να μας συνεφέρει από την πνευματική μας αφασία, να μας ξαναενώσει με τις αξίες της ελληνορθόδοξης παράδοσής μας και να μας δείξει και πάλι το δρόμο, μέσω του οποίου θα βγούμε από το θανατερό μας τέλμα!
Πηγή: Ακτίνες
Ἐν Δελβινακίῳ τῇ 16ῃ Αὐγούστου 2014
Ἀριθ. Πρωτ. 47
ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 174η
ΘΕΜΑ: «Ἀγρίανε τὸ Γένος μας» (Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός)
Ἀγαπητοί μου Χριστιανοί,
-Α-
Ἔχουν περάσει περισσότερα ἀπὸ διακόσια (200) χρόνια ἀπὸ τὸν μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ Ἐθνοϊερομάρτυρος καὶ Ἰσαποστόλου Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Παρὰ ταῦτα ἡ μνήμη του, οἱ Διδαχές του, οἱ προφητεῖες καὶ οἱ ὁμιλίες του ὅλο καὶ πιὸ πολὺ ζοῦν στὴν μνήμη καὶ στὴν ψυχὴ τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Ἔζησε καὶ ἔδρασε σὲ δύσκολους καιροὺς καὶ σὲ χρόνια δίσεκτα, ὅταν ὁ Τοῦρκος κυριαρχοῦσε στὰ Βαλκάνια. Ἡ καταπίεση τῶν χριστιανῶν, μεγάλη, κυρίως μὲ τὶς βαρειὲς φορολογίες. Γι' αὐτό, καὶ ἀρκετοὶ χριστιανοί, μὴ ἀντέχοντας αὐτὴν τὴν τυραννία, ἀλλαξοπιστοῦσαν καὶ γινόντουσαν μουσουλμᾶνοι, γιὰ νὰ περισώσουν τὴν περιουσία τους καί, κάποτε, καὶ τὴν ζωή τους.
-Β-
Τὸ Γένος τῶν Ἑλλήνων ἦταν βυθισμένο στὴν ἀμάθεια. Τὰ ἤθη εἶχαν πολὺ χαλαρώσει. Καὶ ἡ κοινωνία ἔδινε τὴν ἐντύπωση ὅτι εἶχε γίνει ἕνας τόπος, ὅπου κυριαρχοῦσε ἡ κακία, ἡ ἀγριότητα καὶ ἡ βία. Γι' αὐτό, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἔλεγε συχνὰ κι' ἐπαναλάμβανε : "Ἀγρίανε τὸ Γένος μας". Δηλαδὴ ἀγρίεψε τὸ Γένος μας. Ξέφυγε ἀπ' τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ και δουλεύει στὰ πάθη τῆς ἁμαρτίας, τὰ ὁποῖα ἀπομακρύνουν τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν εὐαγγελικὸ νόμο καὶ τὸν ἐξαγριώνουν. Ἔτσι, σὲ κάποια χωριά, πάντως ὄχι πολλά, δὲν τὸν δέχονταν τὸν Ἅγιο καὶ μᾶλλον τὸν ἔδιωχναν, φοβούμενοι ἴσως τοὺς Τούρκους, μὲ τοὺς ὁποίους ἤθελαν νὰ τἄχουν καλά. Γιὰ παράδειγμα, σὲ κάποιο χωριὸ μὲ ἀνάλογη συμπεριφορά, εἶπε στοὺς κατοίκους νὰ φορᾶτε πάντοτε τσόκαρα ! Καὶ σὲ ἄλλο, ὅπου οἱ χριστιανοὶ περιφρόνησαν τὴν πρόσκλησή του, ρώτησε : Πόσοι μένουν ἐδῶ ; Ὅταν τοῦ εἶπαν ἕνα ἀριθμό, ἀποκρίθηκε : Τόσοι νὰ μείνετε καὶ νὰ μὴν αὐξηθῆτε. Τέλος - γιὰ νὰ παραλείψουμε ἄλλα παραδείγματα - σ' ἕνα χωριό, ὅπου τὸν κυνήγησαν οἱ χριστιανοί, προφήτευσε ὅτι πολλὰ δεινὰ θὰ ὑποστοῦν ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ὅπως καὶ ἔγινε.
-Γ-
Πράγματι, εἶχε ἀγριέψει τὸ Γένος μας ἐκεῖνα τὰ χρόνια. Καὶ χρειάστηκε νὰ περιοδεύσῃ ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς εἴκοσι (20) σχεδὸν χρόνια, διδάσκοντας τὸν λαό, ὥστε νὰ ξαναβρῇ τὸν δρόμο τῆς
ἀρετῆς. Εἴκοσι χρόνια, μὲ ὑποτυπώδεις δρόμους, μὲ κινδύνους ἀπὸ Τούρκους καὶ ληστές, μὲ λιοπύρια, μὲ βροχὲς καὶ χιόνια καὶ φουσκωμένα καὶ ἀγριεμένα ποτάμια, εἶναι πραγματικὰ ἕνας ἆθλος. Γιατί, βέβαια, δὲν διέθετε μέσα μεταφορᾶς, οὔτε ... τηλέφωνα, οὔτε εὕρισκε ξενοδοχεῖα ὕπνου καὶ φαγητοῦ, ἀλλὰ περπατῶντας συνεχῶς καὶ πηγαίνοντας ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό, πότε ἐδῶ καὶ πότε ἐκεῖ, προσπαθοῦσε νὰ ἡμερέψῃ τοὺς Ἕλληνες, ποὺ ὑπέφεραν ἀπὸ τὸν Τοῦρκο, τὴν φτώχεια καὶ τὴν κακομοιριά. Καί, τελικά, φαίνεται ὅτι τὸ πέτυχε, μὲ τὴν χάρη, βέβαια τοῦ Θεοῦ.
-Δ-
Μετὰ ἀπὸ λίγες δεκαετίες ἀπὸ τὸ μαρτυρικό του τέλος, ἡ Ἑλλάδα κατάφερε νὰ ἐλευθερώσῃ τὴν Πελοπόννησο, τὴν Στερεὰ καὶ τὶς Κυκλάδες νήσους. Ἀργότερα, σ' αὐτὸ τὸ μικρὸ κράτος προστέθηκαν ἡ Θεσσαλία, ἡ Ἄρτα καὶ τὰ Ἰόνια νησιά, ἐνῷ κατὰ τὸν πόλεμο τοῦ 1912-13 μέχρι καὶ τὸ 1920, ἡ Κρήτη, ἡ Σάμος, ὅλα τὰ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου, ἡ Θράκη, ἡ Μακεδονία καὶ ἡ Ἤπειρος ἐνσωματώθηκαν στὸν ἐθνικὸ κορμό. Καὶ σήμερα, ἡ Πατρίδα μας εἶναι ἰσότιμο μέλος στὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση καὶ στὸν Ὀργανισμὸ Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Παρὰ ταῦτα ὅμως, ἄν ξαναρχόταν σήμερα ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς θὰ ξανάλεγε ὅτι «ἀγρίανε τὸ Γένος μας». Γιατί, πράγματι, βλέπουμε μιὰ ἐκτροπὴ τῆς κοινωνίας μας πρὸς τὴν λεηλασία τοῦ δημοσίου χρήματος, πρὸς τὴν βία, τὸ ἔγκλημα καί, γενικῶς, σὲ παραβατικὲς συμπεριφορές, ποὺ προκαλοῦν μεγάλη ἀνησυχία καὶ ἀβεβαιότητα γιὰ τὸ μέλλον αὐτοῦ τοῦ Τόπου.
-Ε-
Εἶναι, ἑπομένως, ἀνάγκη νὰ ξανακούσουμε τὴν φωνὴ τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ νὰ μᾶς καλῇ σὲ μετάνοια. Αὐτό, ἀκριβῶς, θὰ μᾶς ὑπενθυμίση καὶ ὁ ἑορτασμὸς τῆς μνήμης του στὴν Κόνιτσα, ὅπου καὶ ὁ περικαλλὴς Ναός του. Ἔτσι, τὴν παραμονή, Σάββατο, 23 Αὐγούστου 2014 στὶς 7 μ.μ. θὰ ψαλῆ Μέγας Ἀρχιερατικὸς Ἑσπερινὸς καὶ θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ λιτάνευση τῆς Εἰκόνος καὶ τοῦ Ἱεροῦ Λειψάνου τοῦ Ἁγίου. Στὶς 24 Αὐγούστου, Κυριακή, ἡμέρα τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου, θὰ τελεσθῇ πολυαρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία. Οἱ καταβασίες (δεύτερη καμπάνα) θὰ ἀρχίσουν στὶς 7.30 τὸ πρωΐ.
Θὰ σᾶς περιμένω ὅλους. Πολλὰ τὰ ἔτη σας, ἅγια, εὐλογημένα καὶ ἀγωνιστικά.
Διάπυρος πρὸς Χριστὸν εὐχέτης
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
† Ὁ Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καὶ Κονίτσης Α Ν Δ Ρ Ε Α Σ
Θεολογικὴ προσέγγιση τῆς ἐν Χριστῷ ἐνσωμάτου Μεταστάσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου Μαρίας στὴν Βασιλεία τῆς Τριάδος.
Εἶναι γεγονὸς βεβαιωμένο καὶ ἀναντίρρητο ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Ἐπιστήμη τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας ὅτι οἱ περὶ τὸν βίο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου Μητρὸς τοῦ Σωτῆρος καὶ λυτρωτοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ μαρτυρίες εἶναι πενιχρότατες στὰ Ἱερὰ Εὐαγγέλια καὶ στὰ λοιπὰ βιβλία τοῦ «Ἱεροῦ Κανόνος» τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ἐν τούτοις πάμπολλες ὑπῆρξαν οἱ λεγόμενες «ἀπόκρυφες διηγήσεις» ἐκ τῶν ὁποίων ὁρισμένες ὀνομάστηκαν «Ἀπόκρυφα Εὐαγγέλια» γιὰ νὰ συμπληρώσουν τὰ χαρακτηριζόμενα ὡς «ἱστορικὰ κενὰ» σχετικὰ μὲ τὸν βίο τῆς Ἀπειράνδρου Θεομήτορος καὶ Πανάγνου Μαρίας. Οἱ δὲ σημαντικότερες ἀπόκρυφες πηγὲς περὶ τοῦ Ἱεροῦ προσώπου τῆς Παναγίας Ἀχράντου Μαρίας εἶναι: α) τὸ «Πρωτευαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου καὶ β) τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ ψευδο-Ματθαίου. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὅμως διὰ τῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ὑπὸ τῶν θεοφόρων Πατέρων καθιερώσεως τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως ὡς γνησίας ἐκφράσεως τῆς ἀληθοῦς εὐαγγελικῆς καὶ δογματικῆς διδασκαλίας ἀπεμάκρυνε ὅλα τὰ μυθώδη, ἐφήμαρτα καὶ αἱρετικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὴν καθόλου ζωὴ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου Μαρίας.
Ἔτσι, οἱ θεοφόροι Πατέρες θεοπνεύστως κατέγραψαν τὴν Ὀρθόδοξη θεολογικὴ διδασκαλία περὶ τοῦ ἱεροῦ προσώπου τῆς Πανάγνου Θεομήτορος, ὅπως τοῦτο ἀποδεικνύεται στοὺς «Ὅρους» τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἐνῶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις ἡ Ἐκκλησία μετὰ πολλῆς προσοχῆς ἀπεδέχθη καὶ υἱοθέτησε τὰ ἐκ τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως διδάγματα περὶ τῆς Θεοτόκου Μαρίας.
Ἡ μετάστασις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου Μαρίας.
Στὸ θεολογικὸ αὐτὸ πλαίσιο ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, σύμφωνα μὲ τὴν Ἱερὰ Παράδοση καὶ χωρὶς νὰ ἀποτελεῖ δόγμα αὐτῆς ὑπὸ τὴν αὐστηρὴ καὶ στενὴ ἔννοια τοῦ ὅρου, ἀποδέχεται τὴν διδασκαλία περὶ τὴν ἐν Χριστῷ «Μεταστάσεως» τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου Μαρίας. Σύμφωνα δηλαδὴ μὲ τὴν Ἱερὰ Παράδοση ἀφ᾿ ὅτου οἱ «ἐκ περάτων» τῆς γῆς Ἀπόστολοι ἔθαψαν τὸ Πάναγνο σῶμα τῆς Παναγίας Θεομήτορος στὴν Γεσθημανῆ, μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες ἔφθασε στὰ Ἱεροσόλυμα ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς ὁ ὁποῖος ἠθέλησε διακαῶς νὰ προσκυνήσει τὸ σεπτὸ σῶμα τῆς Πανάγνου Μητρὸς τοῦ Κυρίου. Ὅταν λοιπὸν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ἄνοιξαν τὸ μνῆμα, διεπίστωσαν ὅτι τὸ Πανάγιο σκήνωμα τῆς Θεοτόκου «μετέστη ἐν Χριστῷ», εἶχε ἀναληφθεῖ στοὺς οὐρανούς. Ἐνσάρκως, δηλαδὴ ἐν σώματι, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος εἰσῆλθε στὴν Βασιλεία τῆς Τριαδικῆς Θεότητος, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων καὶ Θεοφόρων Πατέρων, ἡ ἐν σώματι μετάσταση τῆς Θεοτόκου συνέβη ἐν Χριστῷ ὄχι ὅμως μὲ τὸ γήϊνο καὶ φθαρτὸ σῶμα, ἀλλὰ μὲ τὸ ἐν Χριστῷ μεταμορφωμένο καὶ ἀφθαρτοποιημένο σῶμα, τὸ ὁποῖο διὰ τῆς Ἀναστάσεώς του ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστὸς «ἀθανατοποίησε» καὶ μὲ τὸ ὁποῖο «ἅπαν τὸ γένος τῶν βροτῶν», ὅλοι οἱ φθαρτοὶ ἄνθρωποι, θὰ λάβουμε κατὰ τὴν τελικὴ καὶ μεγάλη κρίση τῆς ἐνδόξου δευτέρας παρουσίας τοῦ Παμβασιλέως Ἀναστάντος Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος Μαρία ὡς θνητὸς ἄνθρωπος, ὅπως κάθε ἀπόγονος τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας, ἐγεύθη τὸν φυσικὸ θάνατο, καθὼς κάθε ἀνθρώπινη κτιστὴ ὕπαρξη πλασθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ δὲν ἐξαιρεῖται τοῦ «κοινοῦ κλήρου» τῆς ἀνθρωπότητος, τῆς φθαρτῆς καὶ πεπερασμένης ἀνθρωπίνης φύσεως, ποὺ εἶναι ὁ θάνατος. Πλὴν ὅμως ἡ Ὑπερευλογημένη ἐκ τοῦ Παναγίου Πνεύματος Θεοτόκος μὲ τὴν «κατ᾿ ἄνθρωπον κοίμηση» αὐτῆς εἰσῆλθε «εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων» τῆς ἀλήκτου Βασιλείας τῆς Τριαδικῆς Θεότητος. Μετὰ τὴν φυσικὴ κοίμησή της, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, παρέμεινε «ἄφθορη» ἡ ψυχή της καὶ «ἄφθαρτο» τὸ πάναγνο καὶ ἄσπιλο καὶ ἀμόλυντο σῶμα της. Καὶ πῶς ἦταν δυνατὸν τὸ πάναγνο αὐτὸ σῶμα ποὺ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι συνέλαβε καὶ ἔτεκε τὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό, πῶς ἦταν δυνατόν, νὰ ὑποστεῖ μετὰ τὸν φυσικὸ θάνατο τῆς Θεομήτορος «φθορὰ καὶ διαφθορά», γενόμενο «λάφυρο» τοῦ θανάτου, ὑποκείμενο στὶς συνέπειες, τὶς φυσικὲς καὶ ὀντολογικές, κατ᾿ ἄνθρωπον καὶ κατὰ τὴν φυσικὴ ἀκατανίκητη νομοτέλεια, ὥστε νὰ ἐκπέσει σὲ «σκεῦος φθορᾶς» ἐνῶ ὑπῆρξε, ὡς ἡ μόνη μετὰ τὸν φυσικὸ θάνατο τῆς Θεομήτορος ἐπὶ τῆς γῆς ὕπαρξη, «σκεῦος χάριτος καὶ ζωῆς». Ἔτσι παρέμεινε ἄφθορο καὶ ἄφθαρτο τὸ «Θεοδόχον σκήνωμα» τῆς Θεοτόκου Παναγίας Μητρὸς τοῦ Κυρίου μας.
Ὁ φυσικὸς θάνατος τῆς Θεοτόκου ὑπῆρξε «ζωηφόρος» καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐνῶ ὁ θάνατος γιὰ ὅλους τοὺς πιστοὺς εἶναι «Κοίμησις» ἐν τούτοις γιὰ τὴν Ὑπερευλογημένη καὶ Κεχαριτωμένη Μητέρα τοῦ Θεοῦ εἶναι «Μετάστασις», ἀφοῦ καθὼς ψάλλει θεολογικώτατα ἡ Ἁγία Ἐκκλησία μας: «τάφος καὶ νέκρωσις οὐκ ἐκράτησαν», ἀλλὰ καὶ ἀλλοῦ ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου χαρακτηρίζεται ὡς «δεύτερο Πάσχα», ὡς «Πάσχα τοῦ θέρους», ὑμνολογεῖ τὸ πλήρωμα τῶν Ὀρθοδόξων: «Τῇ ἐνδόξῳ Κοιμήσει Σου, οὐρανοὶ ἐπαγάλλονται καὶ ἀγγέλων γέγηθε τὰ στρατεύματα. Πᾶσα ἡ γῆ δὲ εὐφραίνεται…».
Εἰσέρχεται ἐν Χριστῷ ἡ Θεοτόκος Παναγία στὴν αἰώνια καὶ ἄληκτη Βασιλεία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καθὼς «νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι ἐν σοί, Παρθένε Ἄχραντε. Παρθενεύει γὰρ τόκος καὶ ζωὴν προμνηστεύεται θάνατος. Ἡ μετὰ τόκον Παρθένος καὶ μετὰ θάνατον ζῶσα…», ὅπως ἀκριβῶς ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, «πρωτότοκος τῶν νεκρῶν ἐγένετο ἐκ κοιλίας Ἅδου» χωρὶς νὰ ὑποστεῖ φθορὰ καὶ διαφθορὰ στὴν ἀθάνατη ψυχὴ καὶ στὸ τίμιο καὶ ὑπερευλογημένο σῶμα του. Ἡ Θεοτόκος Μαρία «μετέστη πρὸς τὴν ζωὴν Μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς» καὶ κατὰ τὴν θεόπνευστη διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου καὶ χορηγός τῆς ἀφθάρτου, ἀθανάτου καὶ αἰωνίου ζωῆς: «Δεσποτικαῖς παλάμαις τῇ Παναγίᾳ ταύτῃ καὶ θειοτάτῃ οἴα Μητρὶ λειτουργῶν, τὴν Ἱερὰν ψυχὴν ὑποδέχεται».
Ἑρμηνεία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Δαμασκηνοῦ.
Ὁ μέγας τῆς Δογματικῆς Θεολογίας Πατὴρ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἑρμηνεύοντας τὸ «διάφθορον καὶ ἄφθαρτον» τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου μετὰ τὴν ἔνδοξη κοίμηση αὐτῆς καὶ γιὰ τρεῖς ἡμέρες ποὺ τὸ «θεοδόχον σκήνωμα» αὐτῆς παρέμεινε ἐντός τοῦ γήϊνου μνήματος, γράφει θεοπνεύστως: «Πῶς ἦταν δυνατὸν ὁ θάνατος νὰ καταπίει αὐτήν, ἡ ὁποία στὴν ὁλότητά της ἑνώθηκε μὲ τὸν Θεόν; Πῶς θὰ μποροῦσε ὁ Ἅδης νὰ τὴν δεχθεῖ στὰ σπλάχνα του; Πῶς ἡ φυσικὴ διαφθορὰ θὰ ἀποτολμοῦσε νὰ καλύψει τὸ ζωοδόχο σῶμα της; Ὅλα αὐτὰ ἦταν ἀλλότρια καὶ παντελῶς ξένα τῆς θεοφόρου ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός της. Γι᾿ αὐτὸ ὅταν ὁ θάνατος τὴν ἀντίκρυσε στὰ κατώτατα τοῦ κράτους του, φοβήθηκε, ἐπειδὴ καὶ ὅταν προσέλαβε τὸν Υἱό της, ἔμαθε ἐξ αὐτῶν ποὺ ἔπαθε καὶ λαβὼν πεῖραν ἐσωφρονίσθη».
Σ᾿ αὐτὸ τὸ «δεύτερο Πάσχα», στὸ λεγόμενο «Πάσχα τοῦ θέρους», δὲν θρηνεῖ, οὔτε πενθεῖ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλὰ παραδόξως γιὰ τὰ κοσμικὰ μέτρα καὶ τὴν ἀνθρώπινη λογικὴ γεραίρει, μεγαλύνει καὶ δοξολογεῖ τὴν «ἀθάνατη κοίμηση» τῆς Θεομήτορος Μαριάμ, στὴν ὁποία ὡς «ὑπερκόσμιον καὶ ὑπερβατικὸν μυστήριον» συνετελέσθη ἡ «ἐν Χριστῷ ἐνσώματος μετάσταση» ἀπὸ τὰ γήϊνα στὰ οὐράνια, ἀπὸ τὰ φθαρτὰ στὰ ἄφθαρτα, ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα στὰ αἰώνια, χωρὶς νὰ ὑποστεῖ τὶς φυσικὲς νομοτελειακὲς συνέπειες τῆς «διαφθορᾶς καὶ φθορᾶς» τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός της κατὰ τὶς τρεῖς ἡμέρες ποὺ εὑρέθη στὸ μνημεῖο τῆς Γεσθημανῆ. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος μεγαλοφώνως ἀνακράζει: «Ἀντὶ γὰρ θανάτου λοιπὸν κοίμησις καὶ ὕπνος λέγεται ἡ ἐντεῦθεν μετάστασις», ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία μεγαλοφρόνως ψάλλει ἀγαλλομένη: «Ἐν τῇ γεννήσει σου σύλληψις ἄσπορος, ἐν τῇ Κοιμήσει σου νέκρωσις ἄφθορος. Θαῦμα ἐν θαύμασι διπλοῦν συνέδραμε, Θεοτόκε». Ἔτσι δὲν θρηνοῦμε οὔτε πενθοῦμε, διότι ἡ Θεοτόκος «ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπεν», ἀλλὰ ζεῖ αἰωνίως.
Θαῦμα θαυμάτων καὶ μυστήριον μυστηρίων ἀποτελεῖ τὸ ὑπερφυὲς γεγονὸς τῆς τριημέρου ἐντός τοῦ χοϊκοῦ μνήματος παραμονῆς τῆς Θεομήτορος ὡς ἀφθάρτου καὶ ἀδιαφθόρου ψυχοσωματικῆς ὑποστάσεως, ἐλευθέρας τῶν φθοροποιῶν δεσμῶν τοῦ θανάτου, ὁ ὁποῖος ὅμως κυριαρχεῖ ἐπὶ πάντων τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων. Ὁ μόνος Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός, ἡ «αὐτοζωὴ» καὶ μόνη ἀληθὴς καὶ ἄκτιστη πηγὴ τῆς ζωῆς, ὡς νικητὴς τοῦ θανάτου καὶ τοῦ κράτους τοῦ Ἅδου παρέμεινε τριήμερος, ἄφθορος, ἀδιάφθορος καὶ ἀπολύτως ψυχοσωματικὰ ἄφθαρτος.
Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, πρώτη ἐκ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, διὰ τοῦ θανάτου της καὶ τῆς τριημέρου ἀφθάρτου καὶ ἀδιαφθόρου ἐν τῷ μνήματι παραμονῆς της, καθὼς καὶ τῆς ἐνσώματης στοὺς οὐρανοὺς μεταστάσεώς της, «προμνηστεύεται τὴν αἰώνια ζωήν». Καὶ ἐνῶ γιὰ ὅλους τοὺς θνητοὺς καὶ φθαρτοὺς ἀνθρώπους ἡ ἀπόλυτη ἀφθαρσία καὶ «ἀθανατοποίηση» θὰ συμβεῖ κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κοινῆς Ἀναστάσεως πάντων, ζώντων καὶ κεκοιμημένων, στὰ ἔσχατα, κατὰ τὴν Δευτέρα παρουσία τοῦ Κυρίου καὶ τὴν τελικὴ κρίση τῶν πάντων, ἐν τούτοις ἡ Θεοτόκος Μαρία μετέστη στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ «ἀφθαρτοποιημένη» καὶ «ἀθανατοποιημένη» κατὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα της πρὶν ἀπὸ τὴν κοινὴ ἀνάσταση τοῦ γένους τῶν βροτῶν. Τοῦτο δὲ συνέβη κατ᾿ εὐδοκίαν τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ της Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπέτρεψε νὰ γίνει ἡ Πάναγνος Μητέρα του «λάφυρο» καὶ ὑποχείριο τοῦ θανάτου, ἐπειδὴ «ὁ Κύριος ἦταν κατὰ φύσιν ἀναμάρτητος», ἐνῶ ἡ Θεοτόκος κατὰ χάριν ἀναμάρτητη», καὶ γι᾿ αὐτὸ ρητορικὰ διερωτᾶται ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός: « Ἡ γὰρ τοῖς πᾶσι τὴν ὄντως ζωὴν ἀναβλύσασα, πῶς θανάτῳ γένοιτ᾿ ἂν ὑποχείριος;».
Ἡ «ἀθάνατος κοίμησις» τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
Κατὰ τὸν φυσικὸ θάνατο τῆς Θεομήτορος, ποὺ στὴν πραγματικότητα εἶναι ὀντολογικῶς «ἀθάνατος κοίμησις», ὅπως εὔστοχα ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας, ὁ χωρισμὸς ψυχῆς καὶ σώματος διήρκησε ἐλάχιστα, μόλις γιὰ τρεῖς ἡμέρες, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐν Χριστῷ μετάστασή της ἑνώθηκαν καὶ πάλι τὰ δύο ὡς ἄφθαρτη καὶ ἀναλλοίωτη ψυχοσωματικὴ ἑνότητα καὶ ὀντότητα, ὅπως ἀκριβῶς μέλλει νὰ συμβεῖ σὲ ὅλους τοὺς θνητοὺς ἀνθρώπους λίγο πρὶν τὴν Δευτέρα τοῦ Κυρίου Παρουσία, ὅταν θὰ συντελεσθεῖ ἡ κοινὴ ἀνάσταση τῶν κεκοιμημένων. Γι᾿ αὐτὸ μὲ τὴν ἐνσώματη μετάστασή της «ὡς δὲ Θεοῦ ζῶντος μήτηρ ὑπάρξασα πρὸς αὐτὸν ἀξίως ἀνακομίζεται», διότι ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκκλησία: «τὴν ζωὴν ἡ κυήσασα πρὸς ζωὴν μεταβέβηκεν».
Συνεπῶς δὲν κάνουμε λόγο γιὰ ἀνάσταση, ἀλλὰ γιὰ ἔνδοξη ἐνσώματη μετάσταση, διότι ἡ Θεοτόκος ἀνέβη στοὺς οὐρανοὺς ζῶσα μέσα στὴν ἄληκτη Βασιλεία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ χωρὶς νὰ ξαναπεράσει ἀπὸ τὴ γῆ. Ὅσοι θαυματουργικὰ ἀνεστήθησαν ὑπὸ τοῦ Κυρίου, ὅπως ὁ Λάζαρος καὶ ἄλλα πρόσωπα γιὰ τὰ ὁποῖα μαρτυροῦν σχετικῶς τὰ Ἱερὰ Εὐαγγέλια, ξαναπέθαναν καὶ ἀναμένουν τὴν κοινὴ ἀνάσταση γιὰ νὰ ἑνωθεῖ καὶ πάλι ἡ ἀθάνατη ψυχὴ μὲ τὸ σῶμα τους, ὥστε ὡς ψυχοσωματικὲς ὀντότητες νὰ εἰσέλθουν στὴν ἐπέκεινα τοῦ τάφου αἰώνια, ἄφθαρτη καὶ ἀθάνατη ζωή. Μόνη ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος δὲν θὰ ἀναστηθεῖ, ὅπως ἅπαντες οἱ ἀπὸ καταβολῆς κόσμου κεκοιμημένοι, ἐπειδὴ μὲ τὴν ἐν Χριστῷ μετάστασή της εὑρίσκεται ἤδη καὶ σωματικῶς ζῶσα στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ὡς «ἐκ τῆς ζωῆς εἰς ζωὴν μεθισταμένη».
Ἡ «ἀθάνατη κοίμηση» τῆς Θεοτόκου «διαβατήριον» αἰωνίου ζωῆς.
Ἔτσι, ἡ «ἀθάνατη κοίμηση» τῆς Θεομήτορος καθίσταται «διαβατήριον» αἰωνίου ζωῆς καὶ τὴν βεβαιότητα αὐτὴ ψάλλει ἡ Ἐκκλησία: «Ζωῆς ἀϊδίου καὶ κρείττονος ὁ θάνατός σου γέγονε διαβατήριον», ἐνῶ τὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα πανευλαβικῶς ὑμνολογεῖ: «Μέλποντες ἐξόδιον σοὶ ὠδήν, Μῆτερ τοῦ Ὑψίστου, σὴν μετάστασιν εὐλαβῶς γῆθεν πρὸς τὰ ὕψη σὺν Ἀποστόλων δήμου ὑμνοῦμεν ἐκβοῶντες. Χαρακτηριστικὸς εἶναι ὁ παρακάτω ἐξαίσιος ὕμνος ποὺ ἐκφράζει τὸ βαθύτερο θεολογικὸ περιεχόμενο τῆς εὐδόξου κοιμήσεως καὶ μεταστάσεως τῆς Θεομήτορος: Χαῖρε, Παντάνασσα. Χαίροις παρ᾿ ἡμῶν Μαρία Θεοτόκε, τὸ σεμνὸν κειμήλιον ἁπάσης τῆς Οἰκουμένης, ἡ λαμπὰς ἡ ἄσβεστος, ὁ στέφανος τῆς παρθενίας, τὸ σκῆπτρον τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ ναὸς ὁ ἀκατάλυτος καὶ χωρίον τοῦ Ἀχωρήτου, ἡ Μήτηρ καὶ Παρθένος. Δι᾿ ἧς ὀνομάζεται ἐν τοῖς Ἁγίοις Εὐαγγελίοις εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Χαίροις ἡ τὸν Ἀχώρητον χωρήσασα ἐν μήτρᾳ ἁγίᾳ Παρθενικῇ δι᾿ ἧς Τριὰς ἁγιάζεται, δι᾿ ἧς Σταυρὸς τίμιος ὀνομάζεται καὶ προσκυνεῖται εἰς πᾶσαν τὴν Οἰκουμένην, δι᾿ ἧς ὁ Οὐρανὸς ἀγάλλεται, δι᾿ ἧς ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι εὐφραίνονται, δι᾿ ἧς βάπτισμα ἅγιον γίνεται τοῖς πιστεύουσι, δι᾿ ἧς ἔλεον ἀγαλλιάσεως, δι᾿ ἧς εἰς πᾶσαν τὴν οἰκουμένην Ἐκκλησία τεθεμελίωνται, δι᾿ ἧς ἔθνη ἄγονται εἰς μετάνοιαν. Καὶ τί δεῖ πολλὰ λέγειν; Δι᾿ ἧς ὁ Μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ φῶς ἔλαμψεν τοῖς ἐν σκότει καὶ σκιὰ θανάτου καθημένοις. Δι᾿ ἥν προφῆται προεμήνυσαν, δι᾿ ἧς Ἀπόστολοι κηρύττουσι σωτηρίαν τοῖς ἔθνεσιν, δι᾿ ἧς νεκροὶ ἐγείρονται, δι᾿ ἧς Βασιλεὺς Βασιλεύουσιν διὰ Τριάδος Ἁγίας».
Ἡ Παναγιὰ Βαθυρρύακος, ἡ δική μας Παναγιὰ.
«Σύμφωνα μὲ προφορικὲς μαρτυρίες, γιατί δὲν ἔχουμε γραπτὰ μνημεῖα λόγου, πρὶν ἀπὸ πεντακόσια περίπου χρόνια βρέθηκε ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἄλλοι ὑποστηρίζουν ὅτι βρέθηκε πρὶν ἀπὸ τριακόσια χρόνια στὴν περιοχὴ Φατὴρ Γιακᾶ μὲ θαυμαστὸ καὶ ὑπερφυσικὸ τρόπο ἀπὸ Ὀθωμανὸ ἀγᾶ τσιφλικᾶ καὶ ὄχι σὲ Ὀρθόδοξο. Πρόκειται γιὰ τὸν ἀγᾶ τσιφλικᾶ τοῦ τεραστίου τσιφλικιοῦ τοῦ Φατὴρ Γιακᾶ, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τρεῖς νύκτες, μόνον αὐτὸς καὶ κανεὶς ἄλλος, ἔβλεπε φωτεινὸ ὅραμα μέσα στὸν γαλανὸ οὐρανὸ τῆς Θράκης καὶ αὐτὸ τὸ φωτεινὸ ὅραμα ἦταν τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ ἐπὶ τῆς κορυφῆς ἑνὸς δένδρου, καὶ συγκεκριμένα ἐπάνω σὲ καραγάτσι. Δὲν πίστευε στὴν ἀρχή, ὥσπου κατ᾿ ὄναρ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος τοῦ ὑπέδειξε, προειδοποιώντας τον ὅτι δὲν θὰ ἀνεχθεῖ τὴν ἀμέλειά του, νὰ ἐνημερώσει τὶς τοπικὲς ἐκκλησιαστικὲς ἀρχές, νὰ ἀνασκάψει σὲ συγκεκριμένο σημεῖο στὴν ρίζα τοῦ δένδρου ὅπου ἐμφανίζονταν ὁ σταυρὸς καὶ σὲ πολὺ μικρὸ βάθος κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τοῦ ἐδάφους θὰ βρεῖ τὴν εἰκόνα της. Ὁ ἀγὰς ὑπάκουσε καὶ ἐνημέρωσε τὸν τότε Μητροπολίτη Μαρωνείας, ἀνέσκαψε μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια παρουσία τοῦ τότε Ἐπισκόπου καὶ τῶν προυχόντων τῆς τότε Γκιουμουλτζίνας, ποὺ ἦταν ἡ πρωτεύουσα τοῦ ὁμώνυμου Καζᾶ, ἀλλὰ καὶ πολλῶν Ὀθωμανῶν, καὶ ὡς ἐκ θαύματος στὰ χέρια του βρέθηκε ἡ μικρὴ φορητὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας Φανερωμένης, ἡ ὁποία ἀνήκει ὡς ἁγιογραφικὸς βυζαντινὸς τύπος στὴν Παναγία τὴν Βρεφοκρατοῦσα. Κάποιοι ὑποστηρίζουν ὅτι ἀνήκει καὶ στὴν ἰδιαίτερη μορφὴ ἐκείνου τοῦ ἁγιογραφικοῦ τύπου Παναγιᾶς ποὺ εἶναι ἡ Παναγία ἡ Γλυκοφιλοῦσα, ἀλλὰ τὸ πιὸ σωστὸ εἶναι ὅτι πρόκειται γιὰ τύπο τῆς Βρεφοκρατούσας Παναγίας.
Τὸ σημεῖο τῆς εὑρέσεως τῆς θαυματουργοῦ εἰκόνος εἶναι ὁ χῶρος ἐντός τοῦ σημερινοῦ Ἀμπελουργικοῦ Σταθμοῦ Αἰγείρου, ὅπου εὑρίσκεται τὸ μικρὸ παρεκκλήσι τῆς «Παναγίας τῶν Ρόδων», ὅπως ὀνομάζεται καὶ τὸ ὁποῖο ἀνακαινίσθηκε τὸ 1994 μὲ δαπάνες τοῦ Ἀμπελουργικοῦ Φυτωρίου Κομοτηνῆς. Τὸ σημερινὸ παρεκκλήσιο εἶναι τὸ ἀνακαινισμένο, τὸ ὁποῖο ἀνήγειραν στὶς ἀρχὲς τοῦ προηγούμενου αἰῶνα δύο μεγάλοι εὐεργέτες τῆς Κομοτηνῆς. Αὐτὸ τὸ παρεκκλήσι ποὺ ὑπάρχει μέσα στὸν Ἀμπελουργικὸ Σταθμὸ ἀποτελεῖ τὸ τρίτο ἀνακαινισμένο κτίσμα τοῦ πρώτου παρεκκλησίου ποὺ ἔκτισαν γύρω στὰ 1910-1912 ἐκεῖνοι οἱ Κομοτηναῖοι. Σήμερα τὸ παρεκκλήσι ὀνομάζεται «Παναγιὰ τῶν Ρόδων» καὶ ἐκεῖ ὑπάρχει ἄλλη παλαιὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας, διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν θαυματουργὸ ἱστορικὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας Φανερωμένης. Ἀξίζει νὰ ἀναφερθεῖ ὅτι ἡ εἰκόνα ποὺ ὑπάρχει στὸ παρεκκλήσιο εἶναι τοῦ 19ου αἰῶνα καὶ φέρει ἀναγεγραμμένη τὴν ὀνομασία, τὸ λεγόμενο «Θεομητορικὸ προσωνύμιο», τῆς Παναγίας ὡς «Παναγίας τῶν Ρόδων». Ἡ ὀνομασία αὐτὴ προῆλθε ἐπειδὴ ἐπὶ τῆς εἰκόνας ἀπεικονίζεται ὁ μικρὸς Χριστὸς καὶ κρατεῖ στὸ χεράκι του ρόδα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν καὶ στὰ πόδια τῆς Παναγίας. Ἔτσι, θὰ μποροῦσε ἡ συγκεκριμένη εἰκόνα νὰ φέρει καὶ τὸ προσωνύμιο: «Ρόδον τὸ Ἀμάραντον».
Ὅταν βρέθηκε ἡ Ἱερὰ εἰκόνα, τὴν διεκδικοῦσαν πολλὲς ἐνορίες ὅπως τοῦ Ἰάσμου, τῆς Ἀμβροσίας, τῆς Σάλπης, τοῦ Πολυάνθου καὶ τοῦ παλαιοῦ χωριοῦ ὅπου εὑρίσκεται σήμερα ἡ Μεσσούνη, διότι ἡ Αἴγειρος δὲν ἦταν χωριὸ ἁπλὰ ὑπῆρχε τὸ τσιφλίκι τοῦ Φατὴρ Γιακᾶ. Τὴ λύση τὴν ἔδωσε ἡ ἴδια Παναγία, διότι ἡ διαμάχη ἦταν μεγάλη. Ἐνῶ βρέθηκε στὸ Φατὴρ Γιακᾶ Τσιφλίκ, ὁ τσιφλικὰς ἀρχικὰ δὲν ἔδινε τὴν ἄδεια νὰ κτιστεῖ ἐκκλησάκι γιὰ νὰ φυλαχθεῖ ἡ εἰκόνα. Ἐπίσης, ὅπως προεῖπα, δὲν ὑπῆρχε ὀργανωμένη κοινότητα καὶ ὑπῆρχε φόβος μήπως χαθεῖ ἡ εἰκόνα. Γιὰ αὐτὸ ὁ Μητροπολίτης ἐπειδὴ οἱ ἐνορίες διεκδικοῦσαν τὴν εἰκόνα, ἀποφάσισε τὴ λύση νὰ τὴ δώσει ἡ Παναγιά. Ἔτσι τοποθέτησε τὴν εἰκόνα σὲ καινούργια ἅμαξα ποὺ δὲν εἶχε χρησιμοποιηθεῖ ξανὰ καὶ μάλιστα ζωήλατη, ποὺ τὴν ἔσερναν ἀρσενικὰ ζῶα πλυμμένα καὶ ἁγιασμένα ἀπὸ τὸ Δεσπότη, ἔντυσαν τὸ ἁμάξι καὶ ἀφοῦ ἔκανε δέηση ὁ Μητροπολίτης πρὸς τὴ Θεοτόκο τὴν παρεκάλεσε αὐτὴ νὰ δείξει τὸ σημεῖο ποὺ θὰ ἤθελε νὰ ἐγκατασταθεῖ μόνιμα. Ἡ πομπὴ ξεκίνησε χωρὶς νὰ ὑπάρχει ὁδηγὸς ἀναβάτης (καμουτσίκης) ποὺ νὰ κατευθύνει τὴν ἅμαξα. Ξεκίνησε μὲ τὸ χτύπημα τοῦ Δέσποτα καὶ πῆρε τὴ στράτα. Δὲν σταμάτησε σὲ κανένα ἀπὸ τὰ χωριὰ ποὺ τὴ διεκδικοῦσαν, ἀλλὰ ἔφθασε στὴν Κομοτηνή, μπροστὰ στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ τῆς Παναγίας, κοντὰ στὴν σημερινὴ ὁδὸ Βενιζέλου. Ἐκεῖ σταμάτησαν τὰ ζῶα, ἐκεῖ θέλησε νὰ ἐγκατασταθεῖ ἡ Θεοτόκος. Τὸ δέχθηκαν οἱ κάτοικοι. Ὁ Δεσπότης τοποθετεῖ τὴν εἰκόνα στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων. Συνέβη ὅμως καὶ κάτι ἄλλο θαυμαστό. Ὅταν ἔβαλαν τὴν εἰκόνα ἐπάνω στὸ ἁμάξι καὶ τὰ ζῶα πῆραν τὸ δρόμο ἐπιβιβάσθηκε καὶ ἡ ἀνάπηρη καὶ κωφάλαλη ἐγγονὴ τοῦ ἰδιοκτήτη τοῦ τσιφλικιοῦ. Αὐτὸ ἔγινε μετὰ ἀπὸ παράκληση τῆς κόρης του. Τὴν ὥρα ποὺ ἔφθανε ἡ ἅμαξα μὲ τὴν Παναγία μπροστὰ στὴν ἐκκλησία τῆς Παναγίας, τὸ μικρὸ κορίτσι σηκώθηκε στὸ κάρο καὶ φώναξε στὰ τουρκικὰ «Meri ane», Μητέρα Μαρία. Εἶχε βρεῖ καὶ τὴ φωνή της καὶ σηκώθηκε στὰ πόδια της. Ἀπὸ τότε ὁ Ὀθωμανὸς ἀγὰς πίστευσε καὶ ἔδωσε λόγο τιμῆς στὶς ἐκκλησιαστικὲς ἀρχὲς ὅτι γιὰ κάθε τί ποὺ χρειάζονται γιὰ τὴν προστασία αὐτοῦ τοῦ ἱεροῦ τόπου, θὰ τὸ ἔχουν.
Οἱ δύο εὐεργέτες Τελωνίδης καὶ Σκουτέρης, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀγὰς Ἀμὲτ Μποσνάκογλου, στὸν ὁποῖο ἀνῆκε ἕνα μικρὸ τμῆμα τοῦ τσιφλικιοῦ, παρεχώρησαν τὸ κτῆμα τους στὸν μητροπολιτικὸ ναὸ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Κομοτηνῆς. Τὸ βέβαια πάντως εἶναι ὅτι μέχρι τὸ ἔτος 1907 δὲν εἶχε ἀνεγερθεῖ τὸ πολὺ μικρὸ παρεκκλήσιο τῆς Παναγίας ποὺ βλέπουμε σήμερα στὸ σημεῖο ὅπου εὑρέθη, ἐντός τοῦ νῦν ἀμπελουργικοῦ σταθμοῦ, ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα. Θὰ πρέπει, μὲ κάθε ἐπιφύλαξη νὰ ὑποθέσουμε ὅτι τὸ μικρὸ παρεκκλήσιο νὰ ἀνηγέρθη στὸ χρονικὸ διάστημα 1910-1912, πρὶν δηλαδὴ ἀπὸ τὴν Βουλγαρικὴ κατοχή τοῦ τότε Καζὰ Γκουμουλτζίνας. Τὸ μικρὸ ἐκεῖνο παρεκκλήσιο ἀνακαινίστηκε τὸ 1994 καὶ σήμερα ὑπάρχει πανέμορφο μὲ τὸν ὀνομασία «Παναγιὰ τῶν Ρόδων» γιὰ νὰ μᾶς ὑπενθυμίζει τὸ σημεῖο εὑρέσεως τῆς ἱστορικῆς καὶ θαυματουργοῦ εἰκόνος τῆς Παναγίας Φανερωμένης.
Ὁ Μητροπολιτικὸς Ναὸς καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἀποκαταστάσεως προσφύγων ποὺ εἶχε τὴν ἕδρα της στὴν Κομοτηνὴ προσφέρουν χρήματα καὶ στὰ 1930 στὸ νέο σημεῖο τῆς ἔκτασης ποὺ παραχώρησε τὸ Ἑλληνικὸ κράτος ὁ τότε ἀείμνηστος μεγάλος Μητροπολίτης Μαρωνείας καὶ Θάσου Ἄνθιμος ὁ Δ΄ κτίζει ἕνα μικρὸ ναΐσκο. Στὴ συνέχεια ὁ Μητροπολίτης Τιμόθεος (1957-1974) ἀποφασίζει ἡ εἰκόνα νὰ μὴν βρίσκεται στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ τῆς Κομοτηνῆς, ἀλλὰ νὰ μεταφερθεῖ στὸν φυσικό της χῶρο. Στὶς 3 Ἰουλίου τοῦ 1955 ἐγκαθίσταται ἡ εἰκόνα ἀπὸ τὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ τῆς Παναγίας στὴ σημερινὴ μονὴ Παναγίας Φανερωμένης Βαθυρρύακος μὲ εἰδικὴ τελετή. Ἀπὸ τότε ξεκινᾶ ἡ ἀνοικοδόμηση τῆς Μονῆς. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα τὸ 1960-1962 ἔγινε ἡ ὁλοκλήρωση τῶν κελλιῶν ποὺ ξεκίνησε τὸ 1958 καὶ τὸ 1971 κτίσθηκε τὸ κωδωνοστάσιο. Ἀρχικὰ (1957) λειτούργησε ὡς ἀνδρικὸ μοναστήρι καὶ ἀργότερα τὸ 1960 γυναικεῖα μονή. Τὸ 1969 ἔγινε καὶ πάλι ἀνδρῲα μονή. Τὸ 1970 ἔγινε τὸ μαρμάρινο θρονὶ ποὺ βρίσκεται ἡ Παναγιὰ ἀπὸ τὴ δωρεὰ τῆς Χριστίνας Μουρίκη στὴ μνήμη τοῦ συζύγου της Ἀναστασίου καὶ τὸ 1971 ἐγκαινιάστηκε τὸ παρεκκλήσι τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς.
Ἕνα τελευταῖο ποὺ θὰ ἤθελα νὰ πῶ εἶναι ὅτι συγχέει ὁ κόσμος τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας Φανερωμένης μὲ τὴν εἰκόνα ποὺ βρίσκεται στὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἀμπελουργικοῦ Σταθμοῦ. Ἀναφέρουν ἐσφαλμένα ὅτι, ὅταν τὴν ἔπαιρναν ἀπὸ τὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ καὶ τὴν πήγαιναν στὸ Μοναστήρι, ἡ εἰκόνα γύριζε πίσω. Δὲν εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Φανερωμένης ποὺ γύριζε πίσω, ἀλλὰ ἡ εἰκόνα ποὺ βρίσκεται ἐντός τοῦ Ἀμπελουργικοῦ Σταθμοῦ στὸ μικρὸ παρεκκλήσι. Ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα ἀπὸ τὸ 1955 ποὺ ἐγκαταστάθηκε στὸ νέο μοναστήρι δὲν μετακινήθηκε. Ἡ εἰκόνα τῆς Παναγιᾶς ποὺ γύριζε πίσω εἶναι αὐτὴ ποὺ βρίσκεται στὸ προσκυνητάρι μέσα στὸν Ἀμπελουργικὸ σταθμὸ ἡ Παναγία τῶν Ρόδων. Αὐτὴ ὄντως προσπάθησαν νὰ τὴν πάρουν ἀπὸ τὸ παρεκκλήσιο καὶ νὰ τὴν τοποθετήσουν στὸ νέο μοναστήρι. Μέρα τὴν πήγαιναν καὶ τὴ νύχτα ἕνα φῶς ἔφευγε ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ κατευθύνονταν στὸν Ἀμπελουργικὸ Σταθμό. Τὸ πρωΐ ἔβρισκαν τὴν εἰκόνα στὸ μικρὸ παρεκκλήσι. Τρεῖς φορὲς ἔγινε αὐτό, ὥσπου ὁ Μαρωνείας Τιμόθεος εἶπε ὅτι ἡ Παναγία τῶν Ρόδων «ἐδῶ θέλει νὰ μείνει. Ἂς τὴν ἀφήσουμε στὸ μικρὸ παρεκκλήσι, γιατί δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἀλλάξει τὸν τόπο της. Καὶ μέχρι σήμερα παραμένει ἐκεῖ στὸ προσκυνητάρι στὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἀμπελουργικοῦ Σταθμοῦ ποὺ οἱ γιαγιᾶδες τῆς Αἰγείρου τὸ παρομοίαζαν πρὶν ἀνακαινισθεῖ μὲ μικρὸ φοῦρνο. Σὲ αὐτὸ τὸ μικρὸ φοῦρνο σώζεται ἡ Παναγιὰ τῶν Ρόδων μία μικρὴ φορητὴ εἰκόνα. Ἐκεῖ ποὺ βρέθηκε ἡ Φανερωμένη».
Πηγή: Ενωμένη Ρωμηοσύνη
Τέκνα μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά καί περιπόθητα,
Ἀτενίζοντας τὴν εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ἔτσι ὅπως ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση ἐξιστορεῖ καὶ φιλοτεχνεῖ, αἰσθανόμαστε πὼς εἴμαστε παρόντες, ὄχι ἁπλὰ σὲ μία ἐξόδιο ἀκολουθία, ἀλλὰ σὲ μία μεγάλη Ἑορτὴ καὶ Πανήγυρη. Δυνάμεις ἀγγελικές, ὁ χορὸς τῶν ἐνδόξων Ἀποστόλων, Πατέρες ἀποστολικοί, Ὑμνογράφοι ἐκκλησιαστικοί, πιστοί, μὰ καὶ δύσπιστοι, πλαισιώνουν τὸ σεπτὸ σκήνωμα τῆς Παναγίας Παρθένου. Καὶ στὸ κέντρο τῆς ἱερᾶς εἰκόνος ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, κρατώντας στὰ χέρια του τὴν ψυχὴ τῆς Μητρός Του. Ναί, βρισκόμαστε ἐνώπιον μίας σπουδαίας Ἑορτῆς, τῆς Ἑορτῆς τῆς «ἑνότητος».
Τὸ ἀνθρώπινο γένος μετὰ τὴν πτώση, μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ τὸν Δημιουργό του, ἀπώλεσε πολλὰ ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ δωρήματα ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ προσέφερε. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ, ἦταν καὶ ἐκεῖνο τῆς «ἑνότητος».
Ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὕα, τὰ δύο πρῶτα ἀνθρώπινα πρόσωπα, στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ ἀποτελοῦν τὸν ἕναν ἄνθρωπο. Δημιουργήθηκαν γιὰ νὰ ὑπάρχουν μὲ τὸν τρόπο τῆς Τριάδος. Ἕνας Θεός, τρεῖς ὑποστάσεις. Ἕνας ἄνθρωπος, δύο πρόσωπα ἀρχικά, καὶ μετὰ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ «αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ κατακυριεύσατε τὴ γῆ», μύρια στὴν ἐξέλιξη τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.
Ὅμως αὐτὴ ἡ προοπτική τῆς ἑνότητας διαρρηγνύεται μὲ τρόπο τραγικό. Ὁ ἄνθρωπος δὲν θέλησε νὰ ὁμοιάσει στὸ Θεό. Ἐπιλέγει τὸν τρόπο τῆς ἰδιώτευσης, τῆς αὐτονομημένης πορείας, ὅπου ἡ ἀτομικότητα τοῦ καθενὸς νοεῖται ὡς τὸ κέντρο τῆς δημιουργίας. Στὴν προοπτικὴ αὐτὴ ἡ πλάση ὑπάρχει γιὰ νὰ τὴν κατακτήσεις καὶ νὰ τὴν ἐκμεταλλευτεῖς, οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι εἶναι ξένοι ἢ ἀκόμα καὶ ἐχθροί, καὶ ὁ Θεὸς δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμα ὑπῆρξε ποτέ, ἀνακηρύσσεται νεκρός, ἔτσι ὥστε ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀπελευθερωθεῖ ὁριστικὰ ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του.
Ἔτσι ὁ κάθε ἄνθρωπος γίνεται ἕνα κομμάτι, ἕνα σπάραγμα, ἕνα θλιβερὸ ὑπόλειμμα τῆς ἀρχαίας ἐκείνης ἑνότητος γιὰ τὴν ὁποία ἦταν πλασμένος. Ζεῖ καὶ πεθαίνει μὲ τὴν ψευδαίσθηση πὼς εἶναι ἀκέραιος καὶ ὁλόκληρος. Μὰ τὸ κενὸ ποὺ νιώθει μέσα του, δὲν μπορεῖ νὰ τὸ γεμίσει οὔτε μὲ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, οὔτε μὲ τὰ ἐπιτεύγματά του, οὔτε μὲ τὴν ἀναγνώρισή του ἀπὸ τοὺς ἄλλους οὔτε ἀπό τόν δῆθεν ἀνθρωποκεντρισμό τῆς ἀριστερᾶς ἤ τόν δῆθεν κοινωνικοκεντρισμό τῆς φιλοσοφίας. Κάτι του λείπει, ἢ καλύτερα, κάποιος ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴ ζωή του. Τοῦτος δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν Θεό. Εἶναι Ἐκεῖνος στόν ὁποῖο ἐναντιώθηκε, Ἐκεῖνος ποὺ ἀπέρριψε, Ἐκεῖνος ποὺ λησμόνησε καὶ Ἐκεῖνος ποὺ λαχταρᾶ, ὅσο τίποτε ἄλλο στὴ μίζερη ζωή του, ἀκόμα κι ἂν δὲν τὸ ξέρει, ἀκόμα κι ἂν δὲν τολμᾶ νὰ τὸ συνειδητοποιήσει.
Σ’ αὐτὴ τὴν κεκρυμμένη λαχτάρα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ὁ Θεὸς ἀνταποκρίθηκε στέλνοντας τὸν Υἱό του τὸν μονογενὴ στὸν κόσμο, νὰ προσλάβει τὴν ἀνθρώπινη φύση, νὰ γίνει ἄνθρωπος ἀληθινός. Στὸ σχέδιο τῆς Θείας οἰκονομίας ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ γίνεται ἕνας νέος Ἀδάμ, ποὺ ἀποκαθιστᾶ τὴν σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό καί καταδεικνύει τόν ἀληθινόν ἄνθρωπον.
Μὲ τὸ σωτήριο ἔργο τοῦ Κυρίου, κάθε πρόσωπο μπορεῖ νὰ ξαναγίνει ἀκέραιο μετέχοντας στὸ ἐκκλησιαστικὸ γεγονός. Ὅποιος βαπτίζεται στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ μετέχει τῆς Μυστηριακῆς Ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἑνώνεται μὲ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἑνώνεται μὲ τὴν Ἐκκλησία. Συσωματώνεται, ὁλοκληρώνεται καὶ ἁγιάζεται καὶ τοῦτο τὸ γεγονὸς ἔχει ἐπιπτώσεις σὲ ὅλο του τὸ βίο, ἀγγίζει ὅλη του τὴν ὕπαρξη. Ἡ χαμένη ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπου ἐπαναβρίσκεται καὶ ἐπισφραγίζεται στὸ Σῶμα καὶ στὸ Αἷμα τοῦ Λυτρωτοῦ καὶ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Τούτη τὴν ἑνότητα τοῦ Χριστοῦ, ὑπηρετεῖ ἡ Παναγία μητέρα Του, ἀπὸ τὶς ἀπαρχὲς τοῦ βίου της, τότε ποὺ ὡς νήπιο κρατήθηκε στὴν ἀγκάλη τῶν δικαίων γονιῶν της, μέχρι καὶ τὴν ἁγία τελευτή της στὸ χωρίο τῆς Γεσθημανῆς. Δούλη Κυρίου μὰ καὶ σκεῦος ἐκλογῆς κατέστη ἡ Παρθένος Κόρη, ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ κι ἀπὸ συμπόνια πρὸς τὸν ταλαίπωρο ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸ ταπεινὰ καὶ μυστικὰ ἐργάστηκε γιὰ τὴν ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, συμμετέχοντας καὶ συνεργώντας στὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ.
Ἡ Παναγία ἑνώνει τὸν οὐρανὸ μὲ τὴ γή. Ἡ Παρθένος Κόρη ἀπαντώντας στὸν ἀρχαγγελικὸ χαιρετισμὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ μὲ τὸ «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γενοιτὸ μοὶ κατὰ τὸ ρῆμα σου» ἀποδέχεται νὰ συντελεστεῖ μέσα στὴ μήτρα της τὸ μέγιστο θαῦμα τῆς ἐνανθρωπήσεως. Στὸ ἱερὸ ἐκεῖνο «κατοικητήριο» ὁ Θεὸς συναντᾶ τὸν ἄνθρωπο καὶ ἑνώνεται ὁριστικὰ μαζί του. Ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, σαρκωμένος πλέον, κυοφορεῖται στὰ σπλάχνα τῆς Παρθένου κόρης. Ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, γεννᾶται ἀπὸ τὴν Θεοτόκο, προσλαμβάνοντας ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη φύση γιὰ νὰ τὴν θεραπεύσει. Ἡ ἑνότητα τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο εἶναι πλέον γεγονός, γιὰ πάντα συνδεδεμένο μὲ τὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου.
Ἡ Παναγία ἑνώνει τὰ παλαιὰ μὲ τὰ καινά. Ὁ κόσμος στὸν ὁποῖο ἦρθε ἡ Μαριὰμ εἶναι ἐκεῖνος τῆς προσμονῆς. Ὁ περιούσιος λαὸς τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνος ποὺ δέχθηκε τὸν Νόμο, τὶς ἐντολὲς καὶ τὶς εὐεργεσίες· ἐκεῖνος ποὺ προσκύνησε εἴδωλα καὶ ψεύτικους θεούς· ἐκεῖνος ποὺ ἀπέκτεινε τοὺς δικαίους καὶ τοὺς προφῆτες· συνεχίζει νὰ περιμένει τὸν Μεσσία, χωρὶς νὰ κατανοεῖ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ ξεδιαλύνει τὰ σημεῖα καὶ τὰ σύμβολα ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ παρέδωσε. Ἡ Θεοτόκος Μαρία γίνεται τὸ πρόσωπο ποὺ ἑρμηνεύει καὶ ἐξηγεῖ, ὄχι μὲ λόγους μὰ μὲ τὴν ἴδια της τὴν ὕπαρξη, πῶς ὁ Θεὸς μὲ ἔργα, μὲ ρήματα, μὲ σύμβολα κατεργάζεται τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι «ἡ φλεγομένη καὶ μὴ καιομένη βάτος», εἶναι «ἡ ἐπουράνιος κλίμαξ», εἶναι «ἡ γὴ τῆς ἐπαγγελίας», εἶναι «ἡ σκηνὴ τοῦ μαρτυρίου», εἶναι «ἡ πύρινη στήλη, τὸ μάννα, ἡ στάμνος, ἡ ἑπτάφωτος λυχνία». Ὅλα τὰ παλαιὰ ἐξηγοῦνται μὲ ἕνα καινὸ νόημα. Ὅλα ὅσα ἔγιναν εἶχαν τὸ νόημά τους, τὸ ὁποῖο τώρα ἀποκαλύπτεται στὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας. Ἔτσι ὁ χρόνος ἑνοποιεῖται, τὰ πάντα προβάλλουν καινὰ καὶ σημερινά. Στὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ, στοὺς καιροὺς τῆς Διαθήκης τῆς Καινῆς ἡ Θεοτόκος προσφέρει τὸ ἀνθρώπινο παρελθὸν καὶ τὸ μεταποιεῖ σὲ ἀέναο παρόν.
Ἡ Παναγία ἑνώνει τὸν ἄνδρα καὶ τὴν γυναίκα. Μία ἀπὸ τὶς πρῶτες ἐπιπτώσεις τῆς πτώσεως ἀποτέλεσε ἡ ἀπόσταση ποὺ δημιουργήθηκε μεταξὺ ἀνδρὸς καὶ γυναικός. Ἀνάμεσά τους παρεμβλήθηκαν ἡ ἐξουσιαστικὴ διάθεση, ἡ κτητικότητα καὶ τελικὰ ὁ φόβος καὶ ἡ ἀντιπαλότητα. Ὁ Χριστὸς στὶς ἀπαρχὲς τοῦ λυτρωτικοῦ του ἔργου παραβρέθηκε σὲ ἕνα γάμο στὴν Κανὰ τῆς Γαλιλαίας. Ἦταν μαζί του καὶ ἡ Μητέρα του. Ἦταν ἐκείνη ἡ ὁποία ἀπευθύνθηκε στὸν Υἱό της, ὅταν ὁ οἶνος τῆς γαμήλιας τράπεζας τελείωσε, ζητώντας του νὰ παρέμβει καὶ νὰ ἐνεργήσει τὰ δέοντα, γιὰ νὰ μὴ μειωθεῖ οὔτε στὸ ἐλάχιστο ἡ χαρὰ καὶ ἡ εὐφροσύνη ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν κατὰ Θεῷ ἕνωση ἑνὸς ἄνδρα μὲ μία γυναίκα. Ἦταν ἐκείνη ποὺ ἀπευθύνθηκε στοὺς ὑπηρέτες τῆς ἑορτῆς, προτρέποντάς τους νὰ δείξουν ἀπόλυτη ὑπακοὴ στὰ λεγόμενα τοῦ Υἱοῦ της. Μὲ αὐτὸ τὸν διακριτικὸ τρόπο ἡ Παναγία μας συντελεῖ τὰ μέγιστα στὸν ἐπαναπροσδιορισμὸ μέσα στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἑνότητος τοῦ ἀνδρογύνου. Ἡ ἀνύμφευτος νύμφη, πρέπει ὅλοι νὰ γνωρίζουμε καλά, πὼς εἶναι ἡ ἐγγυήτρια κάθε συζυγικῆς σχέσης καὶ γι’ αὐτὸ σὲ ὅλες τὶς δυσκολίες τοῦ ἔγγαμου βίου, ἄνδρες καὶ γυναῖκες μποροῦμε πρὸς ἐκείνη νὰ προστρέχουμε, γιὰ νὰ ἀπαλλάσσει ἀπὸ πειρασμοὺς καὶ κινδύνους, γιὰ νὰ ἑνώνει τὰ διεστῶτα, μὴ ἐπιτρέποντας τὴν διχόνοια καὶ τὸν χωρισμό.
Ἡ Παναγία ἑνώνει τὴν ζωὴ καὶ τὸν θάνατο. Ὁ «ἔσχατος ἐχθρός» τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο εἶναι ὁ θάνατος. Ὅμως ὁ Ἀναστάς ἐκ τῶν νεκρῶν, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καταργεῖ τὸν θάνατο καὶ ἀπαλλάσσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τούτη τὴν δουλεία. Ἀναρωτιώνται ὅμως οἱ ἄνθρωποι: Μὰ γιατί ὁ θάνατος παραμένει νὰ ὑπάρχει στὴ ζωή μας; Γιατί στερούμαστε πρόσωπα ἀγαπημένα; Γιατί νὰ παλεύουμε μὲ ἀσθένειες καὶ δοκιμασίες; Στὰ ἐρωτήματα αὐτὰ ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου ἔρχεται νὰ δώσει ἱκανὲς ἀπαντήσεις, ἔρχεται νὰ παρηγορήσει καὶ νὰ ξεκουράσει. Ἡ Παναγία μας παρ’ ὅλο ποὺ κατέστη «σκεῦος ἀμίαντο», «καθαρὴ καὶ ἄσπιλος», ξένη ἀπὸ κάθε πτώση καὶ ἀπὸ κάθε ἁμαρτία, μετά τήν ἐπέλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γνώρισε καὶ ἐκείνη τὸν θάνατο. Στὴν εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως βλέπουμε αὐτὴ τὴ τραγικὴ στιγμὴ τοῦ χωρισμοῦ τῆς παναγίας ψυχῆς της ἀπὸ τὸ ἄμωμο σῶμα της. Ὅμως ἀκριβῶς ἐδῶ ἔγκειται καὶ ἡ κατάργηση τοῦ θανάτου. Ἡ ψυχὴ τῆς κεκοιμημένης Μαρίας δὲν φυλακίζεται στὸν Ἅδη, δὲν παραδίδεται στὸν θάνατο ὁριστικά, ἀλλὰ παραλαμβάνεται ἀπὸ τὸν Υἱὸ καὶ Θεό της, ἐναποτίθεται στὴν ἀγκάλη Του, στὰ χέρια ἐκείνα ποὺ κρατοῦν καὶ ἀσφαλίζουν καὶ σώζουν τὸν ἄνθρωπο. Μὰ καὶ τὸ σῶμα τῆς Παναγίας μας, τὸ ὁποῖο ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους σὲ μνῆμα ἐνταφιάζεται, δὲν ἐγκαταλείπεται στὴ φθορὰ καὶ στὴ σήψη, ἀλλὰ ἀνίσταται ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ παραλαμβάνεται κι αὐτὸ εἰς τὸν οὐρανό. Ἔτσι ἡ Παναγία μὲ τὴν σεπτή Της Κοίμηση καὶ τὴν ἁγία της Μετάσταση ἀποκαλύπτει στοὺς ἀνθρώπους ὅτι ὁ θάνατος πλέον εἶναι ἕνα πέρασμα ἀπὸ τὰ παρόντα στὰ μέλλοντα, ἀπὸ τὰ ὀδυνηρὰ στὰ εὐφρόσυνα, ἀπὸ τὰ φθαρτὰ στὰ ἄφθαρτα, ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα στὰ παντοτινά. Ἡ ψυχὴ κάθε κεκοιμημένου, στὰ χέρια τοῦ Χριστοῦ παραδίδεται, καὶ τὸ σῶμα του, στὴ γῆ ἀποτίθεται μὲ τὴν προσδοκία τῆς ἐγέρσεως. Γι΄αὐτὸ ὁ θάνατος στὴ σκέψη τῶν χριστιανῶν ὡς ὕπνος νοεῖται, ὡς κοίμηση καὶ ἀνάπαυση λογίζεται, ἀφοῦ «ἀνάστασιν νεκρῶν» προσδοκοῦμε «καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος».
Στὶς μέρες μας πολὺς λόγος γίνεται καὶ πολλὰ ἐγχειρήματα ἀποτολμοῦνται στὸ πλαίσιο τῆς ἑνότητας μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι σίγουρα σημαντικὸ οἱ ἄνθρωποι νὰ συναισθανθοῦμε πὼς ἡ ζωὴ μας γίνεται μία κόλαση ἀληθινή, ὅταν παραμένουμε κεχωρισμένοι ἀπὸ τὸν Θεό, ἀπὸ τὸν συνάνθρωπο καὶ ἀπὸ τὴν κτίση. Εἶναι σπουδαῖο νὰ θελήσουμε ἀληθινὰ τὴν ἕνωση μὲ τὸν Δημιουργὸ καὶ μεταξύ μας. Ὅμως ἂς μὴ ξεγελαστοῦμε πιστεύοντας ὅτι ἡ ἑνότητα μπορεῖ νὰ εἶναι ἐπίτευγμα τῶν δικῶν μας ἐνεργειῶν καὶ πράξεων. Ἡ ἑνότητα εἶναι ποιότητα θεϊκή· εἶναι γεγονὸς ἐκκλησιαστικό· εἶναι γέννημα τῆς ἀληθείας· εἶναι ἀπότοκος τοῦ δόγματος· εἶναι ἄρνηση τοῦ ψεύδους· εἶναι ἀποδοχὴ τοῦ μαρτυρίου· εἶναι δώρημα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Σ’ αὐτὴν τὴν ἑνότητα καταφάσκουμε, αὐτὴ ζητοῦμε, γι’ αὐτὴν προσευχόμαστε. Ὅλες οἱ ἄλλες, οἱ κοσμικὲς καὶ οἱ ἀνθρώπινες, εἶναι ἐπίπλαστες καὶ περιστασιακὲς καὶ δυστυχῶς ὁδηγοῦν σὲ βαθύτερους χωρισμούς, σὲ μεγάλα δεινὰ καὶ σὲ ἀνείπωτες θλίψεις.
Παρακαλοῦμε τὴν Κυρία Θεοτόκο, τὴν Σκέπη καὶ Προστασία τοῦ γένους τῶν χριστιανῶν, νὰ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ἑνότητα τὴν ἀληθινὴ καὶ σωτήρια, τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀληθείας, τὴν ὁποία τόσο ἔχουμε ἀνάγκη ὅλοι μας.
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!
Μέ ὅλη μου τήν ἀγάπη
Ο Μ Η Τ Ρ Ο Π Ο Λ Ι Τ Η Σ Σ Α Σ
+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ
Ἀπό ὅλες τίς Θεομητορικές ἑορτές, ἀγαπητοί μου προσκυνηταί, ἀναμφισβήτητα ὑπερδεσπόζει ἡ σημερινή τοιαύτη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἡ ὁποία ἑορτή περιλαμβάνει δύο τμήματα.
Τό πρῶτο τμῆμα της εἶναι ἡ Κοίμησις καί ἡ ταφή τῆς Παναγίας Μητέρας μας καί τό δεύτερο τμῆμα εἶναι ἡ ὁλόσωμος Μετάστασις Αὐτῆς εἰς τούς Οὐρανούς, τοὐτέστιν ἡ Ἀνάστασίς Της καί ἡ ταυτόχρονη Ἀνάληψίς Της. Ἔτσι, ἡ Παναγία εὑρίσκεται σωματικῶς μέ ἄφθαρτον σῶμα εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.
Στό σημεῖο αὐτό, νά διευκρινήσωμε ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή δέν εἶναι ἡ Ἀποκάλυψις τοῦ Θεοῦ αὐτή καθ᾽ ἑαυτή. Εἶναι ἡ θεωρία περί τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ, διότι ἡ Ἀποκάλυψις καί ἡ Πεντηκοστή τοῦ καθενός πιστοῦ εἶναι γεγονότα προσωπικά πού ἐξαρτῶνται ἀπό τήν πνευματική του προσωπική ἰδιοσυχνότητα καί χωρητικότητα.
Ὅμως ἡ Ἁγία Γραφή χωρίς τήν Ἱερά Παράδοσι δέν στέκεται ἀπό μόνη της. Χρειάζονται καί τά δύο. Ἡ Ἱερά Παράδοσις εἶναι ἰσόκυρη μέ τήν Ἁγία Γραφή. Ἄλλωστε, νά μή ξεχνᾶμε, ὅτι κάποια στιγμή ἦλθε ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία καί καθώρισε συγκεκριμένα ποιά θά εἶναι ἀκριβῶς ἡ Καινή Διαθήκη, ποιά βιβλία δηλαδή εἶναι τά θεόπνευστα, ποιά εἶναι ἁπλῶς τά ὠφέλιμα καί ποιά εἶναι τά ψευδεπίγραφα.
Μέ αὐτά ὅλα θέλω νά τονίσω τήν ἀξία τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως καί τῆς Ἀποστολικῆς Παραδόσεως ἐν πρώτοις, ἡ ὁποία φαίνεται σέ πάρα πολλά σημεῖα, ἀκόμη καί στήν σημερινή εὐαγγελική περικοπή (Κυριακή Η´ Ματθαίου), πού ὑπάρχει ἡ μεσολάβησις τῶν Ἀποστόλων μεταξύ Χριστοῦ καί πλήθους. Ὅπως λέγει ὁ Κύριός μας: «Δότε ὑμεῖς αὐτοῖς φαγεῖν». ''Ἐσεῖς νά τούς δώσετε νά φάγουν''.
Βλέπομε δηλαδή σέ ὅλο αὐτό τό θαῦμα, ἐκτός ἀπό φράσεις εὐχαριστιακῆς διαστάσεως πού μᾶς θυμίζουν καί μᾶς ἀνάγουν εἰς τήν Θεία Εὐχαριστία, καί τήν μεσολάβησι τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, πού εἶναι βέβαια τό θεμέλιο τῆς Ἀποστολικῆς Παραδόσεως. Ὅπως λέγομε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως ''...Εἰς μίαν Ἁγίαν Καθολικήν, δηλαδή Οἰκουμενικήν, καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, πού σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία στηρίζεται στήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί στήν Ἱερά Παράδοσι.
Ἔτσι λοιπόν, σύμφωνα μέ τήν Παράδοσι, ἐφ᾽ ὅσον ἡ Καινή Διαθήκη σκοπίμως τίποτε δέν ἀναφέρει γιά τήν Κοίμησι τῆς Παναγίας, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἐπληροφορήθη κατά τρόπον, μυστικόν μέν ὡς πρός ἐμᾶς σαφέστατον βέβαια ὡς πρός Αὐτήν, κατά τρόπον δηλαδή ἄρρητον, καί συγκεκριμένα ἐπληροφορήθη διά μέσου ἀγγέλου. Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ὅτι οἱ τρόποι τῆς θεϊκῆς πληροφορίας πού παίρνουν οἱ πραγματικοί Ἅγιοι καί κατά μείζονα λόγον ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, εἶναι ποικίλοι, ἄρρητοι καί ἀπόρρητοι. Διότι, προφανῶς ἀπείρους τρόπους ἔχει ὁ Θεός γιά νά πληροφορῆ τούς πραγματικούς Ἁγίους Του. Ὅμως, ὅλοι αὐτοί οἱ θεϊκοί τρόποι εἶναι ὑπέρ πᾶσαν νόησιν καί αἴσθησιν. Ἄν τό θέλετε ἀκόμη καί οἱ ἴδιοι οἱ Ἅγιοι νά μᾶς τούς ἐξηγοῦσαν, πού δέν ἐπιτρέπεται βέβαια τίς πλεῖστες ὅσες φορές, ἀλλά καί ὁ ἴδιος ὁ Χριστός νά μᾶς τά ἐξηγοῦσε - ἕνα σχῆμα ὑπερβολῆς καί φανταστικό, μέ τήν καλή τήν ἔννοια -, πάλι ἐμεῖς οἱ ἀμύητοι δέν θά μπορούσαμε νά καταλάβωμε τόν ἀκριβῆ τρόπο τῆς θεϊκῆς πληροφορίας.
Σημασία ὅμως ἔχει γιά τό ἐν λόγῳ θέμα μας, ὅτι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ὄντως ἐπληροφορήθη δι᾽ ἀγγέλου ὅτι σέ τρεῖς ἡμέρες θά ἀπήρχετο ἀπό τόν μάταιο τοῦτο κόσμο. Κατά τρόπον δέ θαυμαστόν εὑρέθησαν ὅλοι οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι δίπλα εἰς τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον ἀπό τά πέρατα τῆς οἰκουμένης πού τότε εὑρίσκοντο καταναλώνοντες ἑαυτούς εἰς τό κήρυγμα καί εἰς τήν διάδοσιν τοῦ Εὐαγγελίου.
Καί ὅταν λέμε ''εὑρέθησαν'' ἐννοοῦμε ὅτι καί οἱ ἴδιοι δηλαδή δέν μποροῦσαν νά τό ἐξηγήσουν. Ἐδῶ φαίνεται πῶς μπορεῖ ὁ Θεός νά μεταθέτη, ὅταν θέλη νά μεταθέση, κάποιον Ἅγιό Του ἀπό τό ἕνα μέρος στό ἄλλο μέρος σέ μηδέν χρόνο. Ἡ ἀπάντησις εἶναι ἁπλῆ. Θεός εἶναι καί «ὅπου Θεός βούλεται νικᾶται φύσεως τάξις», νικᾶται φύσεως τοπική τάξις, καί χρόνου τάξις, κ.ο.κ.
Καί ἔτσι σέ μηδέν χρόνο θαυματουργικῶς εὑρέθησαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι εἰς ''Γεθσημανῆ τό χωρίον'', διότι τιμῆς ἕνεκεν καί ἀξίως καί δικαίως ἔπρεπε νά προλάβουν νά ἀσπασθοῦν καί νά εὐλογηθοῦν ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο πρίν Αὐτή ἀναχωρήση ἀπό αὐτόν τόν κόσμον. Ἔτσι ἡ Παναγία μας τούς εὐλόγησε καί ὅπως Ἐκείνη ἤθελε, ἤ μᾶλλον ὅπως ὁ Θεός ηὐδόκησε, ἁπλᾶ καί ταπεινά καί ἀθόρυβα, ἐκοιμήθη εἰς τό μικρό Της κρεββάτι.
Κατόπιν τούτου, μέ ὅλην τήν πρέπουσα καί δέουσα εὐλάβεια πού ἔτρεφαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι πρός τό πάνσεπτο Πρόσωπό Της, Τήν ἐκήδευσαν, εἰς ''Γεθσημανῆ τό χωρίον'', ὅπως ψάλλομε συνέχεια εἰς τίς Παρακλήσεις, ὅπου βέβαια καί ὁ τάφος Της σώζεται ἕως καί τῆς σήμερον. Ἐκεῖ ὑπάρχει καί ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Ἱεροσολυμίτισσας, γιά τήν ὁποία ἔλεγε ὁ μακαριστός Γέρων Παΐσιος ὅτι ὁμοιάζει πιό πολύ ἀπό τίς ἄλλες εἰκόνες τῆς Παναγίας μέ τήν μορφή τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Βέβαια, ἄν θέλωμε νά κυριολεκτήσωμε, ἡ μορφή τῆς ἀναστημένης Ὑπεραγίας Θεοτόκου εἶναι ἄρρητος, ὅμως ὁμοιάζει μέ τήν μορφή τῆς Παναγίας τῆς Ἱεροσολυμίτισσας, σύμφωνα δηλαδή μέ τίς γνωστές ἐμφανίσεις πού ἔκανε ἡ Παναγία Μητέρα μας.
Ἀλλά ἕνας ἀπό τούς δώδεκα Μαθητάς, κατ᾽ οἰκονομίαν καί κατά Θείαν Πρόνοιαν ἀπουσίαζε. Καί πάλιν αὐτός, ὄχι τυχαῖα, ἦτο ὁ Θωμᾶς, ὁ ὁποῖος ἀπουσίαζε καί ὅταν πρωτοενεφανίσθη ὁ Χριστός εἰς ὁλόκληρη τήν ὁμάδα τῶν Μαθητῶν. Εἶχαν προηγηθῆ, πρό αὐτῆς τῆς κοινῆς ἐμφανίσεως τοῦ Χριστοῦ στό σύνολο τῶν Μαθητῶν, καί ἄλλες πολλές ἐμφανίσεις, μέ πρώτη βέβαια ἐμφάνισι εἰς τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί εἰς τήν Μαρία τήν Μαγδαληνή πού ἐδιαβάσαμε σήμερα στό ἑωθινό Εὐαγγέλιο, ἡ ὁποία ὅμως δέν ἐννόησε ἀμέσως τά τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτός ἦταν ὁ λόγος πού ἔκλαιγε καί ἐνόμισε ὅτι ὁ Κύριος ἦτο ὁ κηπουρός καί ἐζητοῦσε νά μάθη διάφορες πληροφορίες. Ἀλλά ὁ Χριστός τῆς εἶπε «μή μου ἅπτου». Ἐνῶ δηλαδή ὁ Κύριος ἀργότερα προκαλῆ τόν Ἀπόστολο Θωμᾶ νά τόν ἀγγίση, εἰς τήν Ἁγία Μαρία τήν Μαγδαληνή λέγει ''μή με ἀκουμπᾶς''.
Ὦδε ἡ διάκρισις τῶν Ἁγίων. Ὦδε ἡ διάκρισις τῆς Πηγῆς τῆς διακρίσεως, πού εἶναι ἡ Αὐτοαγιότης, ὁ Χριστός, πού τόν μέν ἕναν προκαλεῖ μέ τήν καλή ἔννοια νά τόν ἀκουμπίση, τόν Θωμᾶ δηλαδή, γιά νά πιστωθῆ ἡ Ἀνάστασις καλύτερα, ἀλλά εἰς τήν Μαρία τήν Μαγδαληνή λέγει «μή μου ἅπτου» γιατί εἶχε ἄλλη ψυχολογία. Ἀπό ἄλλο ἔπασχε ὁ α´, ἀπό ἄλλο ἔπασχε ὁ β´.
Ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή ἐνόμιζε ὅτι θά ἦταν ὁ ἀναστημένος Χριστός ὅπως ἡ παληά καλή ἁγία παρέα καί ἔπρεπε νά τῆς κάνη ἕνα πρῶτο μάθημα νά τήν ταρακουνήση καί νά τήν ξυπνήση ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, ὅτι ''ναί μέν ἀναστήθηκα, ἀλλά ἀλλάζουν τά πράγματα καί γι᾽ αὐτό μή μέ ἀκουμπᾶς''.
Βλέπετε, πῶς οἱ Ἅγιοι, ἀναλόγως τοῦ προβλήματος καί τῆς θέσεως τοῦ κάθε ἀνθρώπου μέ διάκρισι συμπεριφέρονται. Ἀλλοιῶς στόν α´, ἀλλοιῶς στόν β´. Ἄς μή πᾶμε καί πολύ μακρυά. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στόν μέν Ἀπόστολο Τίτο πού ἦταν εἰς τήν Κρήτη λέγει νά μή περιτμηθῆ, ἐνῶ στόν Ἀπόστολο Τιμόθεο ὁ ἴδιος ὁ ''Γέροντας'' - νά τό ποῦμε μέ τά σημερινά δεδομένα - ὁ ἴδιος Ἀπόστολος Παῦλος σέ ἄλλο του πνευματικό παιδί, κι αὐτό ἐξ ἴσου ἄξιο καί ἅγιο, ἐπειδή εὑρίσκετο σέ ἄλλη περιοχή ὅπου ὑπῆρχαν ἄλλα ρεύματα πνευματικά, προκειμένου νά περάση τό κυριώτερο, πού ἦταν ἡ διάδοσις τοῦ Εὐαγγελίου καί νά μή σκαλώσουν σέ κάποιες προλήψεις πού μέχρι τότε δικαιολογημένα εἶχαν, τοῦ ἐπιβάλλει νά περιτμηθῆ. Κλείνει αὐτή ἡ παρένθεσις ''περί διακρίσεως'', πού βλέπομε ἐδῶ καί στόν Χριστό, πῶς ἐνήργησε ἀλλοιῶς στήν Μαρία τήν Μαγδαληνή καί ἀλλοιῶς στόν ἅγιο Ἀπόστολο Θωμᾶ.
Καί ἐπανερχόμεθα εἰς τό κύριό μας θέμα. Σκοπίμως τότε ἔλειπε ὁ Θωμᾶς ἀπό τόν ὅμιλο τῶν ἄλλων Μαθητῶν κατά τήν Κυριακή τῆς Ἀναστάσεως. Ὁ Θωμᾶς δέν ἦτο περισσότερο ἄπιστος ἀπό τούς λοιπούς Μαθητές, διότι κανείς Μαθητής δέν ἐπίστευσε ὅτι ὁ Χριστός ἀνεστήθη πρίν ὁ ἴδιος προσωπικά δῆ τόν ἀναστημένο Χριστό, ἔστω κι ἄν οἱ ἄλλοι τόν ἐπληροφοροῦσαν περί αὐτοῦ τοῦ γεγονότος. Θυμηθεῖτε τί εἶπαν γιά τήν Ἁγία Μαρία τήν Μαγδαληνή. «Ἐφάνησαν ὡσεί λῆρος τά ρήματα αὐτῆς». Τούς ἐφάνησαν δηλαδή σάν γυναικεῖες φαντασιώσεις τά λόγια τῆς Ἁγίας.
Λοιπόν τότε ἔλειπε ὁ Θωμᾶς γιά νά πιστωθῆ κατά τόν καλύτερο καί πιό ρεαλιστικό ἱστορικό τρόπο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Διότι, μέχρι τότε δέν εἶχε δοθῆ ἡ καθολική ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί εἶχαν τίς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες τους οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, πού καθόλου γι᾽ αὐτό βέβαια δέν μειώνονται. Ἔτσι, ὅπως τότε συνέβη αὐτό γιά νά πιστωθῆ κατά τόν καλύτερο τρόπο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι καί τώρα, ὄχι τυχαῖα, εἰς τήν Κοίμησι τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἔλειπε πάλι ὁ Θωμᾶς. Καί ὅταν πῆγε ἐκεῖ καθυστερημένα τόν ἔπιασε ἕνα λευκό ἅγιο παράπονο, ἕνα ἀπαθές παράπονο καί ἤθελε κι αὐτός νά ἀσπασθῆ τό νεκρό σῶμα καί νά εὐλογηθῆ, ἔστω καί ἀπό τήν νεκρά ὅπως ἐνόμιζαν Ὑπεραγία Θεοτόκο.
Γι᾽ αὐτό, ἀξίως καί δικαίως, μετά τρεῖς ἡμέρες οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ἤνοιξαν τόν τάφον γιά νά πάρη τήν εὐλογία καί ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς, ἔστω κι ἄν εἶχε ἤδη κοιμηθῆ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος. Καί ὅταν ἤνοιξαν τόν τάφον τῆς Παναγίας διεπίστωσαν ὅλοι, παρά πᾶσαν ἐλπίδα καί προσδοκίαν, ὅτι ἔλειπε τό σῶμα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί εὑρίσκετο ἐκεῖ μόνον ἡ σινδόνα μέ τήν ὁποίαν εἶχε τυλιχθῆ, ὅπως δηλαδή ἀκριβῶς εἶχε συμβῆ μέ τόν Χριστό, πού εὑρέθησαν ἐκεῖ τό σουδάριον, κλπ., τυλιγμένα εἰς τήν ἐντέλειαν. Καί ὁ Χριστός βέβαια εἶχε ἀναστηθῆ.
Καί τότε διεπίστωσαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ὅτι ἡ Παναγία Θεοτόκος εἶχε ἀναστηθῆ. Αὐτή εἶναι ἡ ἱστορική κατοχύρωσις τοῦ γεγονότος, πού διασώζει ἀδιαμφισβήτητα ἡ Ἱερά Παράδοσις, γιατί πῶς εἶναι δυνατόν ἕνα σῶμα νά προλάβη νά λειώση σέ τρεῖς ἡμέρες δηλαδή.
Βέβαια, εἰς τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, σύμφωνα μέ τήν γνώμη ὅλων τῶν ἁγίων καί θεοφόρων Πατέρων, ταυτόχρονα μέ τήν Ἀνάστασίν Της ἔλαβε χώραν καί ἡ Ἀνάληψίς Της, ὅπως τό ἀναλύουν πάλιν καί πολλάκις, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Ἅγιος Νικόδημος, ὁ Ἁγιορείτης, ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης καί πλεῖστοι ὅσοι Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν μέ αὐτό τό θέμα.
Καί ὅπως εἴπαμε ὑπάρχει κατ᾽ ἀρχάς ἡ ἱστορική κατοχύρωσις τήν ὁποία περιληπτικώτατα ἀναφέραμε εἰς τήν ἀγάπη σας. Ἀλλά ὑπάρχει καί σαφεστάτη προφητική πολλαπλῆ ποικίλη κατοχύρωσις. Ἁπλῶς, ἕνα-δύο σημεῖα θά ἀναφέρωμε γιά νά μή μακρύνωμε πολύ τόν λόγο.
Εἰς τούς Ψαλμούς, ὁ Προφητάναξ Δαυΐδ λέγει, μεταξύ τῶν ἄλλων: «Ἀνάστηθι Κύριε εἰς τήν ἀνάπαυσίν σου, σύ καί ἡ κιβωτός τοῦ ἁγιάσματός σου». Θά ἀναστηθῆς Κύριε Ἐσύ, ἀλλά ὄχι μόνον Ἐσύ - πού ἀναφέρεται προφανῶς εἰς τόν Χριστόν ἀπό τήν ὅλη συνάφεια τοῦ Ψαλμοῦ -, ἀλλά «καί ἡ κιβωτός τοῦ ἁγιάσματός σου». Εἰς τήν κιβωτό τοῦ ἁγιάσματος, ἐκεῖ εἰς τήν Σκηνή τοῦ Μαρτυρίου, ἐφυλάσσοντο οἱ πλάκες τῆς Διαθήκης, οἱ πλάκες πού εἶχε πάρει ὁ θεόπτης Μωϋσῆς εἰς τό ὄρος Σινᾶ.
Ἀλλά, κατά μείζονα λόγον ''κιβωτός τοῦ ἁγιάσματος'' εἶναι ἡ ἰδία ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, γιατί ἡ Κιβωτός τῆς Διαθήκης ἦτο τύπος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἐπειδή μέσα Της δέν εἶχε προφανῶς τίποτε πλάκες, ἀλλά εἶχε τόν Ἴδιο τόν Ἐντολοδόχο. Μάλιστα δέ τότε ἦτο ἐνεργῶν ὁ ἄσαρκος Λόγος, ὁ ἄσαρκος Χριστός. Ὁ Χριστός, πρίν γίνη ἄνθρωπος δηλαδή, γιατί ἕνα εἶναι τό πρόσωπο. Ὅπως λέγει ὁ Χριστός «πρίν Ἀβραάμ γενέσθαι ἐγώ - ἐγώ, ὡς πρόσωπο, ὡς ὕπαρξις - εἰμί», ὑπάρχω δηλαδή. Καί τότε τά ἔχασαν οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι καί ἤθελαν ἐκεῖ νά τόν λιθοβολήσουν, κλπ.
Λοιπόν, ἡ Παναγία ἐχώρεσε μέσα Της τόν ἴδιο τόν Ἐντολοδόχο, τόν Χριστό δηλαδή. Γι᾽ αὐτό ὅπως ψάλλομε ἐκεῖ τά Χριστούγεννα λέμε ἕνα ὡραῖο τροπάριο-προσόμοιο ''ὁ ἀχώρητος παντί πῶς ἐχωρήθη ἐν γαστρί, ὁ ἐν κόλποις τοῦ πατρός πῶς ἐν ἀγκάλαις τῆς μητρός· πάντως ὡς οἶδε, ὡς ἠθέλησεν καί ὡς ηὐδόκησεν, ἄσαρκος γάρ ὤν ἐσαρκώθη ἑκών καί γέγονεν ὁ ὤν ὅ οὐκ ἦν δι᾽ ἡμᾶς». Δηλαδή, μέ ἁπλᾶ λόγια, πῶς Αὐτός πού δέν τόν χωροῦν τά σύμπαντα ἐχώρησε μέσα σέ ἀνθρωπίνη κοιλιά, μέσα σέ ἄχραντη κοιλιά, τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου; Γι᾽ αὐτό καί ἡ Παναγία μας δέν εἶναι ἁπλῶς ἡ ''σκηνή τοῦ ἁγιάσματος'', ἀλλά πολύ εὔστοχα ὀνομάζεται σύν πολλοῖς ἄλλοις ὀνόμασι καί ''Χώρα τοῦ Ἀχωρήτου''.
Τώρα, στηριζόμενοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες στήν ἱστορική καί προφητική κατοχύρωσι, πού ἐν ὀλίγοις ἀναπτύξαμε, κατέθεσαν, διεσαφήνισαν, ἀνέπτυξαν, ἑρμήνευσαν, περιχαράκωσαν γραπτῶς αὐτήν τήν διδασκαλία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μυστικό δόγμα τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Αὐτό, προφανῶς καί δέν εἶναι ὑποδεέστερο ἀπό τά ἄλλα δόγματα, ἀλλά εἶχε καί ἔχει τήν ''πολυτέλεια'' νά μήν ἀμφισβητηθῆ. Γι᾽ αὐτό εἶναι καί πιό ''ἔγκυρο'' - ὅλα τά δόγματα βέβαια εἶναι ἐξ ἴσου ἔγκυρα -, διότι δέν εὑρέθηκε κανείς αἱρετικός εἰς τό διάβα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας νά τό ἀμφισβητήση. Τώρα, ἐάν κάποιοι σύγχρονοι θεολόγοι, ἤ ἄσχετοι, ἤ κάποιοι εὐλαβεῖς, ἀλλά ἀπό ἄγνοια ἤ ἐπηρεασμένοι ἀπό ἄλλες θέσεις δυτικοῦ τύπου λέγουν πράγματα τά ὁποῖα δέν εὐσταθοῦν, ἔ, τί νά κάνωμε; Ἐμεῖς πρέπει νά στηριζώμεθα εἰς τούς Ἁγίους Πατέρες, εἰς τήν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας μας, πού οἱ Ἅγιοι Πατέρες, οἱ πιό πολλοί ἀπ᾽ αὐτούς, ὅπως ὁ Ἅγιος ὁ Παλαμᾶς, εἶχαν δεῖ καί ζωντανά τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο.
Ἔτσι λοιπόν ὅλοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες τό ἀναλύουν αὐτό καί εἶναι σεσιγημένον μυστήριον. Ἄλλωστε, τά τῆς Θεοτόκου ὅλα εἶναι σεσιγημένα εἰς τήν Ἁγία Γραφή. Ἐνῶ εἶχε μέσα Της τόν Θεόν Λόγον καί εἶχε τόν πρῶτον λόγον νά ὁμιλῆ, ὅμως ἄφησε τόν Χριστόν νά τά πῆ ἀργότερα καλύτερα μέ τά θαύματα καί μέ τήν διδασκαλία Του. Ἐνῶ εἶχε τόν πρῶτο λόγο, γιατί μέσα Της εἶχε τόν ἐνυπόστατο Λόγο, αὐτή νά εἶναι ἡ Γερόντισσα καί ἡ Διδασκάλισσα, ὅμως δέν εἶχε ἀρθρώσει καμμία λέξι. Καί ἄν βάλωμε καί κάποια καλή φαντασία, καί ἀπό κάποιους ἐκεῖ Γραμματεῖς καί Φαρισαίους, διδασκάλους, μέ καλή ἤ μέ ὄχι καλή διάθεσι, πιθανῶς νά ἐδέχετο καί κάποιες συμβουλές καί κάποιες διδασκαλίες. Ποιός; Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, πού εἶχε λάβει τό Ἅγιο Πνεῦμα σέ τέλειο βαθμό. Βλέπομε τί μεγαλεῖο ταπεινώσεως καί σιωπῆς εἶχε ἡ Παναγία Μητέρα μας.
Ἐπίσης, ἀναλύσαμε ὅτι ἡ Ἱερά Παράδοσις εἶναι ἰσόκυρος μέ τήν Ἁγία Γραφή καί ὅτι οἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι ἠσχολήθησαν μόνο μέ προβλήματα πού ἔτυχε νά ἀπασχολήσουν τήν Ἐκκλησία στό πέρασμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας. Ἀλλά εὐτυχῶς γι᾽ αὐτό τό θέμα κανείς αἱρετικός δέν εὑρέθηκε νά τό ἀμφισβητήση. Γι᾽ αὐτό καί δέν ὑπῆρξε ἀνάγκη συγκλίσεως Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Ἄλλωστε, ἐκτός ἀπό τήν διαχρονική Πατερική Γραμματολογία, αὐτό φαίνεται, σύν τοῖς ἄλλοις, καί στήν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Μόνον δύο παραδείγματα θά ἀναφέρωμε.
Ὅπως ψάλλομε στό Κοντάκιο «τάφος καί νέκρωσις οὐκ ἐκράτησε», τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο δηλαδή. Ἤ, εἰς τό τελευταῖο τροπάριο τῆς πρώτης ὠδῆς τοῦ πρώτου Κανόνα τῆς ἑορτῆς, ἀναφερόμενος ὁ ὑμνογράφος εἰς τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, λέγει: Νά τό ποῦμε μέ ἁπλᾶ λόγια στήν ἀρχή. «Γι᾽ αὐτό ἀκολουθοῦσα τούς νόμους τῆς φύσεως» καί μετά λέγει στά ἀρχαῖα «δι᾽ ὅ θνήσκουσα σύν τῷ Υἱῷ ἐγείρῃ διαιωνίζουσα». «Γι᾽ αὐτό, ἀφοῦ ἐκοιμήθης, μετά, μαζί μέ τόν Υἱό Σου, ὅπως καί ὁ Υἱός Σου, ἐγείρεσαι διαιωνίζουσα».
Νομίζω αὐτά εἶναι ἀρκετά, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, γιά νά πιστώσωμε τοῦ λόγου τό ἀληθές. Αὐτό πού πρέπει τώρα νά συνειδητοποιήσωμε εἶναι ὅτι ἡ Παναγία εἶναι ὁ μόνος ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἀπό τώρα δέν εὑρίσκεται ἁπλᾶ εἰς τόν Παράδεισον, ὅπως ὅλοι οἱ Ἅγιοι καί ὅλοι οἱ σεσωσμένοι, ἀλλά εὑρίσκεται ἀπό τώρα εἰς τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, γιατί ἔχει ἤδη πάρει τό ἄφθαρτο τελικό σῶμα, ὅπως δηλαδή καί ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος μέ τήν Ἀνάληψί Του ἀνέβασε τήν ἀνθρωπίνη φύσι σέ αὐτό τό ὕψος τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Ἁπλῶς, γιά τόν Χριστό, ἔπρεπε νά μείνη σαράντα ἡμέρες πρίν ἀνεβῆ ἡ ἀνθρωπίνη σάρκα εἰς τόν Οὐρανό γιά τόν λόγο ὅτι ἔπρεπε νά πιστωθῆ πέρα γιά πέρα ἡ ἱστορικότητα καί ἡ ἀλήθεια τῆς Ἀναστάσεώς Του. Γι᾽ αὐτό καί στήν ἀρχή ἐνεφανίζετο ὅπως τόν ἤξεραν, ἐνῶ ὁ ἀναστημένος Χριστός ἦταν διαφορετικός καί ἄρρητος στήν θέα Του. Μετά ἐνεφανίζετο διαφορετικά καί τούς ἔκανε σταδιακά μαθήματα πίστεως ἕως ὅτου ἀνελήφθη. Ἐνῶ στήν Παναγία μας δέν ὑπῆρχε αὐτός ὁ λόγος. Ἄλλωστε, ὅπως εἴπαμε, ὅλα τά τῆς Παναγίας μας εἶναι σεσιγημένα μυστήρια.
Ἔτσι, ἡ Παναγία μας εἶναι ὁ μόνος ἄνθρωπος πού ἀπό τώρα εὑρίσκεται σωματικῶς μέ ἄφθαρτο σῶμα εἰς τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν καί πρέπει ἡ ἰδική Της Ἀνάστασις-Ἀνάληψις νά μᾶς χαροποιῆ πιό πολύ καί ἀπό αὐτήν τήν Ἀνάστασι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καί ἐξηγούμεθα. Ὁ Χριστός, ὅπως ψάλλωμε εἰς τούς Αἴνους τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ἀνεστήθη ''αὐτεξουσίως'', ἀπό μόνος του δηλαδή. Ἐπί πλέον, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, ''...ὁ Θεός ἀναστήσας τόν παῖδα Αὐτοῦ Ἰησοῦν'' (Πράξ. γ´ 26). Καί τά δύο εἶναι σωστά, διότι ὅταν λέμε ''ὁ Θεός'', ὅταν λέμε ''ὁ Πατήρ'', ὑπάρχει κοινή ἐνέργεια στά τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ Πατήρ, ὁ Λόγος καί τό Ἅγιον Πνεῦμα δηλαδή ἀνέστησαν τήν ἀνθρωπίνη φύσι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά ἐπειδή ὁ Χριστός ἦταν καί Θεός - λόγῳ τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως ἔχομε ἕνα Πρόσωπο στόν Χριστό, τοῦ Θεοῦ Λόγου -, γι᾽ αὐτό καί τά δύο εἶναι σωστά, δηλαδή καί τό ὅτι ὁ Χριστός ἀνεστήθη αὐτεξουσίως, καί τό ὅτι ὁ Θεός, ἡ Ἁγία Τριάς, ἀνέστησε τόν Χριστόν.
Ἐνῷ ἡ Παναγία Μητέρα, ναί μέν δέν ἀνεστήθη αὐτεξουσίως, διότι ἦταν ἁπλός ἄνθρωπος. Ἀνεστήθη μέ ἄκτιστο θεία τριαδολογική ἐνέργεια, δηλαδή ἀνεστήθη ἀπό τόν Θεό. Ὁπότε, εἶναι ἡ πρώτη ἐγγύησις καί προκαταβολή, εἶναι ἡ πρώτη ἐκπλήρωσις τῆς προφητείας τοῦ Χριστοῦ, ὅτι ὅλοι θά ἀναστηθοῦμε. Διότι, νά, ἕνας δικός μας ἁπλός ἄνθρωπος, πού δέν διαφέρει ἀπό μᾶς ὡς πρός τήν φύσι ἀλλά μόνο ὡς πρός τήν ἁγιότητα, ἀπό τώρα ἔχει ἀναστηθῆ. Ὁπότε ἐμεῖς πρέπει νά χαιρώμεθα γι᾽ αὐτό, διότι ἀποτελεῖ τήν πρώτη ἐκπλήρωσι τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος εἶναι ἡ αἰτία τῆς τῶν πάντων θεώσεως, εἶναι ἡ σωτηρία καί τῶν ἀγγέλων, καί τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά καί ὁλοκλήρου τῆς κτίσεως. Εἶναι ἡ ''γέφυρα ἡ μετάγουσα τούς ἐγγύς πρός οὐρανόν'', γιατί καί ἡ κτίσις θά ἀνακαινισθῆ δυνάμει τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἄρα δυνάμει τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἀπό τήν ὁποίαν δανείσθηκε σάρκα ὁ Θεός Λόγος.
Γι᾽ αὐτό, νά Τήν εὐγνωμονοῦμε αἰώνια καί νά τήν παρακαλοῦμε ἀδίστακτα, ἀφοῦ πρῶτα ὅμως ἐφαρμόζωμε τίς ἐντολές τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ Της. Γι᾽ αὐτό καί τιμῆς ἕνεκεν λέγομε «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς». Διότι, ἡ Παναγία δέν εἶναι ὀντολογικός μεσίτης. Εἶναι ἠθικός μεσίτης, ἀλλά ἐπειδή διαφέρει ἡ παρρησία Της πάρα πολύ ἀπό τήν μεγάλη παρρησία τῶν λοιπῶν Ἁγίων, γι᾽ αὐτό τιμῆς ἕνεκεν λέγομε ''Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς''. Ἐνῶ ὁ Χριστός εἶναι ὀντολογικός μεσίτης πρός τόν Πατέρα. Δηλαδή καί μόνον ἡ ἐνανθρώπισίς Του εἶναι μία πρεσβεία στόν Θεό Πατέρα, εἶναι ἡ αἰτία τῆς συμφιλιώσεώς μας μέ τήν Ἁγία Τριάδα.
Εὔχομαι λοιπόν νά Τήν παρακαλοῦμε ἀδίστακτα καί νά Τήν εὐγνωμονοῦμε αἰώνια, γιατί Αὐτή εἶναι ἡ αἰτία τῆς τῶν πάντων θεώσεως, τῆς ὁποίας θεώσεως εὔχομαι, διά πρεσβειῶν Της, ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως, ἀλλά καί ἀπό αὐτήν τήν ζωή, νά τύχωμε.
Ἀμήν. Γένοιτο!
(Ὁμιλία κατά τήν Θεία Λειτουργία στήν Ἱερά Μονή - 18/8/2013)
Πηγή: Θρησκευτικά
Μεγάλη και παγκόσµια είναι η σηµερινή εορτή και πανήγυρη της Παναγίας ένδοξου, υπερευλογηµένης, δεσποίνης ηµών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας. Ολόκληρος ο Ορθόδοξος κόσµος σ’ όλα τα µέρη της γης πανηγυρίζει την Κοίµηση και έξοδό Της από την πρόσκαιρη αυτή ζωή και την µετάστασή Της στον ουρανό, στην αιώνια Βασιλεία και δόξα.
Άνθρωποι και άγγελοι συγχαίρουν και συναγάλλονται. Τα αγγελικά τάγµατα συγχορεύουν µε τους αγίους. Ευφραίνε-ται και πανηγυρίζει η γη και οι πιστοί σπεύδουν µε ευλάβεια και δέος να τιµή-σουν την πανύµνητη Μητέρα του Κυρίου και Σωτήρα τους. Από τα πέρατα της γης ευλαβείς προσκυνητές µε ιερότητα προσκυνούν τις αγίες και θαυµατουργές εικόνες Της. Με συντριβή καρδιάς ανοίγουν οι πονεµένοι τις καρδιές τους για να εκφράσουν τον πόνο τους, να ζητήσουν την προστασία και βοήθεια Της. Οι πάντες θα Την µακαρίσουν, θα Την ανυµνήσουν και θα Την δοξάσουν. Η θεία ζωή της Θεοτόκου υπάρχει πηγή διδαχής, έµπνευσης και παραδειγµατισµού για όλες τις γενιές.
Κατά την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας µας «θεαρχίω νεύµατι» από τα πέρατα της Γης αρπάχθηκαν οι θείοι Απόστολοι και συνγκεντρώθηκαν στη Ναζαρέτ για να παραστούν κατά την έξοδο της Μητέρας του Θεού από τον κόσµο αυτό. Η Θεοτόκος αντικρίζοντας τους Αποστόλους δοξολόγησε τον Υιό Της, γιατί εισάκουσε την προσευχή και εξεπλήρωσε την επιθυµία Της, να παρ-ευρεθούν οι Μαθητές και αυτόπτες µάρ-τυρες της Ανάστασής Του κατά την έξοδό Της. Οι Εβραίοι αντιλήφθηκαν την παρουσία των Αποστόλων και των υπόλοιπων µαθητών στο σπίτι της Θεοτόκου και µε µίσος και πάθος συγκεντρώθηκε πλήθος κόσµου και βάδισε κατά της οικίας της Θεοτόκου µε σκοπό να κατακάψουν όλο το κτίριο. Τράπηκαν όµως σε φυγή από Άγγελο Κυρίου, ο οποίος φανερώθηκε και απέτρεψε τους ασεβείς από τον σκοπό τους.
Η Θεοτόκος προσευχήθηκε και το Άγιο Πνεύµα µετέφερε όσους ευρίσκονταν στην οικία Της στην Ιερουσαλήµ. Όταν έφτασε ο καιρός της αναχώρησής Της παρακάλεσε τον Απόστολο Πέτρο να θυµιάσει και τους λοιπούς Αποστόλους να αρχίσουν τη ψαλµωδία. Τότε, ενώ όλοι προσεύχονταν φάνηκαν πλήθη Αγγέλων και στο µέσο τους ο Κύριος Ιησούς Χριστός εν δόξη, αστράφοντας περισσότερο από τον ήλιο. Η Αειπαρθένος Κόρη ευχαρίστησε τον Υιό Της για τις δωρεές που χάρισε σ’ Αυτήν και παρακάλεσε να προστατεύει και να χαρίζει κάθε αίτηµα σ’ εκείνους, που µε πίστη προστρέχουν σ’ Αυτήν. Μετά από αυτά παρέδωσε την αγία και πάναγνη ψυχή Της στα χέρια του Σωτήρα και Θεού Της.
Το δωµάτιο και η γύρω περιοχή πληµµύρισε από ουράνια ευωδία. Οι άγιοι Άγγελοι υµνούσαν τον Κύριο της δόξας και οι άγιοι Απόστολοι µε ύµνους και ψαλµούς συνόδευαν το πάναγνο σώµα της Θεοτόκου στον τάφο, στη Γεθσηµανή. Καθ’ οδόν ένας Εβραίος από φθόνο κινούµενος εναντίον της Θεοτόκου τόλµησε να ορµήσει κατά πάνω του νεκρικού κρεβατιού, µε σκοπό να βεβηλώσει και να ρίξει κατά γης το σώµα της Μαρίας. Μόλις άγγιξε την κλίνη, Άγγελος Κυρίου έκοψε τα δύο χέρια του ασεβούς και κρέµονταν στην κλίνη. Ο Απόστολος Πέτρος βλέποντας το παράδοξο αυτό σηµείο προσευχήθηκε στην Θεοτόκο παρακαλώντας για την αποκατάσταση των χεριών του δυστυ-χούς Εβραίου. Έλαβε τα κοµένα χέρια και µε την επίκληση του ονόµατος της Θεοτόκου αµέσως αποκατεστάθηκαν.
Το άγιο σώµα της Μαρίας τοποθετήθηκε στη Γεθσηµανή. Για τρία µερόνυχτα ακούγονταν άγγελοι να υµνούν τη Θεοτόκο. Μετά τις τρεις µέ-ρες έπαψαν οι ύµνοι και όταν άνοιξαν τον τάφον είδαν ότι το σώµα της Θεοτόκου έλλειπε, γιατί µετατέθηκε στον Παράδεισο. Σύµφωνα µε αρχαία Παρά-δοση ο Απόστολος Θωµάς δεν βρέθηκε κατά την µετάσταση της Θεοτόκου, γιατί βρισκόταν στις Ινδίες. Την τρίτη ηµέρα από την Κοίµηση της Μαρίας αρπάχθηκε από σύννεφο και συναντήθηκε στους ουρανούς µε την Θεοτόκο, η οποία του έδωσε για ευλογία την ζώνη Της.
Η Κοίµηση της Θεοτόκου είναι το αποκορύφωµα της δόξας Της. Δοξάστηκε κατά τον Ευαγγελισµό, όταν ο αρχάγγελος Γαβριήλ ευαγγελιζόταν σ’ αυτήν τη µοναδική εκλογή και Χάρη την οποία της έκανε ο Ύψιστος Θεός, να την καταστήσει Μητέρα του Υιού Του. Δοξαζόταν, όταν στρατιές αγγέλων στο σπήλαιο της Βηθλεέµ έψαλλαν δοξολογία για τη γέννηση του µονογενούς Υιού του Θεού. Δοξαζόταν, όταν οι ακροατές του λόγου αναφωνούσαν «µα-καρία η κοιλία η βαστάσασά σε». Αλλά, ενώ αυτή ήταν δόξα επίγεια και ανθρώπινη, η τωρινή υπήρξε το προοίµιο της ουράνιας δόξας.
Η Αειπαρθένος Κόρη, η Θεο-µήτωρ Μαρία σήµερα αποκαθίσταται στη δόξα Της. Φεύγει απ’ τον επίγειο κόσµο και πορεύεται στα άνω βασίλεια. Άγγελοι και Αρχάγγελοι αποτελούν την τιµητική Της συνοδεία. Η Μητέρα του Κυρίου παρέστη ως βασίλισσα στα δεξιά του Υιού Της «εν ιµατισµώ δια-χρύσω περιβεβληµένη, πεποικιλµένη».
Πολλά ονόµατα µεγάλων γυναικών πέρασαν από την ανθρώπινη ιστο-ρία στην άβυσσο της λήθης. Πολλές βασίλισσες µε µεγάλη δύναµη και επιρροή έσβησαν και εξαφανίστηκαν. Το όνοµα όµως της Αειπαρθένου Μαρίας µένει αθάνατο στους αιώνες. Το όνοµα της Μητέρας του Θεού συγκινεί, παρηγορεί και σώζει όσους µε πίστη προστρέχουν σ’ Αυτήν. Η Εκκλησία του Θεού σ’ όλα τα σηµεία της γης ψάλλει εγκώµια και ύµνους στο υπερβάλλο µεγαλείο Της. Μυριόστοµη ακούγεται η ικετευτική δέηση των πιστών στην πανάχραντη Μητέρα. Η προφητική ρήση «ιδού από του νυν µακαριούσι µε πάσαι αι γενεαί» εκπληρώνεται.
Το ύψος και η δόξα της Θεοτόκου βρίσκεται στη µεγάλη ταπείνωσή Της. Είναι γενικός και απαράβατος νόµος, ότι για να ανέλθει κανείς στη δόξα του Θεού πρέπει να διέλθει προηγουµένως από τους στενούς δρόµους της ταπείνωσης. Η Θεοτόκος παρ’ όλο το πλήθος και τον όγκο των µεγαλείων Της, δεν καυχήθηκε, ούτε αυτοδιαφηµίσθηκε. Ήταν η συνεχώς ταπεινοφρονούσα Κόρη. Αλλά και ταυτοχρόνως η υποµένουσα Μητέρα. Υπήρξε µαρτυρική και τεθλιµµένη Μητέρα. Τον ουράνιο ευαγγελισµό ακολούθησαν οι άδικες του Ιωσήφ υποψίες, για να Την καταθλίψουν βαθύτατα. Την υπερφυή γέννηση του Υιού Της συνόδεψε ο εξοντωτικός διωγµός του Ηρώδη, για να καταφύγει στην Αίγυπτο. Τα θαύµατα και τις επευφηµίες του λαού επακολουθούν οι διαβολές και οι συκοφαντίες των Γραµµατέων και Φαρισαίων, που χύνουν πικρό δηλητήριο στη µητρική Της καρδιά. Ο σκληρός και ατιµωτικός θάνατος του Υιού Της την έκανε να µαρτυρήσει. Τον αντίκρυσε πάνω στο Σταυρό αιµόφυρτο να παλεύει µε τον θάνατο. Τον προσέβλεψε νεκρό, γυµνό, άταφο. Ποιά οδύνη και θλίψη σπάραξε την µητρική Της καρδιά! Τότε πέρασε τη ψυχή Της «ροµφαία δίστοµος». Αλλ’ η Παρθένος δεν κλονίσθηκε, ούτε λιγοψύχησε, ούτε αγανάκτησε για την άδικη σφαγή του Υιού Της. Υπέµεινε καρτερικά το µαρτύριο Εκείνου, ως µαρτύριο δικό Της.
Η Πανάγια Παρθένος µας δείχνει µε το παράδειγµά Της και παρουσιάζει τον οδυνηρό δρόµο της δόξας. Η ταπείνωση και οι θλίψεις τις οποίες υπέµεινε την ανύψωσαν στη δόξα Της και η ένδοξη κοίµησή Της άνοιξε τις πύλες του ουρανού. Αναδείχτηκε κόσµηµα του ουρανού, γιατί έγινε η Πύλη του Ουρανού. Υπήρξε η πιστή δούλη Κυρί-ου, που υπέµεινε τους φρικτούς ψυχικούς πόνους για τα όσα υπέµεινε ο Σωτήρας του κόσµου. Υπήρξε το παράδειγµα στους θλιβοµένους, ώστε να υποµένουν. Ήταν και είναι το αιώνιο παράδειγµα για όλους τους νέους και τις νέες κάθε εποχής για ηθική τελείωση και αγιασμό.
Σήµερα, οφείλουµε να εµπνευστούµε από την όλη προσωπικότητα της Αειπάρθενης Κόρης. Στις ευτυχίες και τις δυστυχίες µας, στις χαρές και τις λύπες µας, στους πόνους και τους προβληµατισµούς µας, ας έχουµε ως βοηθό και προστάτη την Υπέρµαχο Στρατηγό. Ταπείνωση και υποµονή στο θέληµα του Θεού ανοίγουν το δρόµο της αιώνιας ζωής και δόξας. Η υπερένδoξη του Θεού Μητέρα και των αγίων Αγγέλων αγιωτέρα µας προσκαλεί να συµµετάσχουµε στη δόξα του Θεού. Για να τιµήσουµε την Μητέρα του Θεού πρέπει µε την προσωπική µας ζωή να ενσαρκώσουµε τις αρετές Της έτσι θα ανεβούµε στον ουρανό βαδίζοντας τον δρόµο των αρετών.
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...