
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μόρφου Κύπρου κ.κ. Νεόφυτος περιγράφει τὴν ἐμπειρία ποὺ εἶχε μὲ τὸν Μακαριστὸ Γέροντα Εὔμενιο τὸν Σαριδάκη ὅταν ταξιδέψαν μαζὶ στὴν Ρωσία καὶ στὴν Οὐκρανία. Ὅταν ἔφτασαν στὸ Κίεβο ὁ Μακαριστὸς Γέροντας εἶπε στὸν Πανιερώτατο, ὅτι εἶχε ξαναέρθει μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Πορφύριο, τὸν Ἅγιο Παΐσιο καὶ τὸν γέροντα Ἰάκωβο τὸν Τσαλίκη, γιὰ νὰ κάνουν προσευχή, ὅπως τοὺς εἶχε πεῖ ἡ Παναγία. Χαρακτηριστικά τους εἶχε πεῖ ἡ Παναγία: «Κάντε προσευχὴ γιὰ νὰ μὴ γίνει τώρα ὁ μεγάλος ὁ πόλεμος, νὰ δώσουμε χρόνο μετανοίας στοὺς ἀνθρώπους».
Μήνυμα ἀπὸ τὴν Κυρία Θεοτόκο τὸ ὁποῖο δὲν ἔχει χρόνο, ἐποχή, τόπο, καιροὺς καὶ συγκεκριμένους παραλῆπτες. Εἶναι πάντοτε ἐπίκαιρο καὶ ἀπευθύνεται σὲ ὅλο τὸν κόσμο. Στὴ σημερινὴ ἐποχὴ τῆς παγκόσμιας ἀνησυχίας καὶ τῶν....
«ἀκουσμάτων» τῶν πολέμων ὅπως ἔχει ἤδη ἀναφέρει ὁ Κύριος ἠμῶν Ἰησοῦς Χριστός, τὸ μήνυμα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου εἶναι: «Κάντε πονεμένη προσευχὴ γιὰ νὰ δοθεῖ χρόνος μετανοίας».
Τὸ παρὸν ἠχητικὸ εἶναι ἀπόσπασμα ἀπὸ ὁμιλία τοῦ Σεβασμιωτάτου γιὰ τὸν Ἅγιο Ἄνθιμο τῆς Χίου πνευματικὸ πατέρα τοῦ Ὁσίου Νικηφόρου του Λεπροῦ καὶ τὸν Γέροντα Εὐμένιο τὸν Λεπρὸ πνευματικὸ τέκνο τοῦ Ὁσίου Νικηφόρου.
Πηγή: Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
Σταχυολόγηση καὶ διασκευὴ κειμένου ἀπὸ τὰ “Πνευματικὰ Γυμνάσματα” τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου
Ἄς συλογιστοῦμε, ἀγαπητοί, τό χάος στό ὁποῖο ἦταν βυθισμένη πρίν ἀπό τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ ἡ ἀνθρώπινη φύση, ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ αἰώνιου θανάτου πού τήν ἀκολουθοῦσε, καί ἀπ᾿ ὅπου δέν μποροῦσε νά μᾶς βγάλει καμιά δύναμη. Γιατί ἄνθρωποι, βέβαια, δέν θά μποροῦσαν νά μᾶς λυτρώσουν, ἀφοῦ ὅλοι ἦταν σκλάβοι τοῦ διαβόλου, μολυσμένοι ἀπό τίς ἀνομίες: «Πάντες γάρ ἥμαρτον καί ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, δικαιούμενοι δωρεάν τῇ αὐτοῦ χάριτι διά τῆς ἀπολυτρώσεως τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ»1. Μά οὔτε καί ἄγγελοι θά μποροῦσαν νά μᾶς λυτρώσουν, γιατί αὐτοί, ἔχουν περιορισμένη δύναμη, ἀγαθότητα καί σοφία, ἀφενός θά ἐμποδίζονταν ἀπό τό αὐτεξούσιό μας, καί ἀφετέρου δέν θά εἶχαν τρόπο νά γιατρέψουν τό ἄπειρο κακό μας οὔτε νά μᾶς κρατήσουν αἰώνια στήν εὐδαιμονία καί μακαριότητα. Γι᾿ αὐτό καί ὁ προφήτης Ἡσαΐας εἶπε:
«Οὐ πρέσβυς οὐδέ ἄγγελος, ἀλλ᾿ αὐτός ὁ Κύριος ἔσωσεν αὐτούς»2. Ποιός; Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε καί δύναμη ἄπειρη γιά νά μᾶς ἐλευθερώσει, καί σοφία ἄπειρη γιά νά βρεῖ τόν τρόπο τῆς ἐλευθερίας μας, καί δικαιοσύνη ἄπειρη γιά νά μήν κάνει τυραννική τήν ἐλευθερία τῶν ὑποδουλωμένων ἑκούσια στούς δαίμονες, καί ἀγαθότητα ἄπειρη γιά νά μεταδώσει σ᾿ ὅλους τούς ἀνθρώπους ὅλων τῶν αἰώνων τόν πλοῦτο τῆς θείας Του χάριτος καί δόξας.
Ἄς στοχαστοῦμε τώρα, ἀγαπητοί, πόσο βαθύ ἦταν τό χάος πού βρισκόμασταν, δίχως ἐλπίδα σωτηρίας, σά σκλάβοι τοῦ σατανᾶ, σάν ἐχθροί τοῦ Θεοῦ, σά σύντροφοι τοῦ Ἑωσφόρου στήν ἀνομία καί σάν καταδικασμένοι μαζί του στήν αἰώνια κόλαση. Καί μ᾿ αὐτή τή σκέψη ἄς ταπεινωθοῦμε κι ἄς εὐχαριστήσουμε μ᾿ ὅλη μας τήν καρδιά τό Θεό, πού μᾶς λύτρωσε ἀπό κείνη τή νοητή αἰώνια ἄβυσσο. Σάν ἀντάλλαγμα, ἄς Τόν παρακαλέσουμε νά μᾶς φωτίσει, γιά νά ἐκτιμήσουμε ὅσο πρέπει τή μεγάλη Του δωρεά, «εὐχαριστοῦντες τῷ Θεῷ καί Πατρί τῷ ἱκανώσαντι ἡμᾶς εἰς τήν μερίδα τοῦ κλήρου τῶν ἁγίων ἐν τῷ φωτί, ὅς ἐρρύσατο ἡμᾶς ἐκ τῆς ἐξουσίας τοῦ σκότους καί μετέστησεν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Υἱοῦ τῆς ἀγάπης αὐτοῦ, ἐν ᾧ ἔχωμεν τήν ἀπολύτρωσιν»3.
Στοχαστεῖτε τώρα, ἀδελφοί, πόσο ψηλά ἀνεβήκαμε μέ τή θεία ἐνανθρώπηση. Θά μποροῦσε ὁ Θεός μόνο μέ μιά ἁπλή ἐξωτερική συγχώρηση νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τά κακά τῆς κολάσεως. Δέν ἀρκέστηκε ὅμως σ᾿ αὐτό, ἀλλά καί μᾶς ὕψωσε σέ θέση θεϊκή μέ τήν ἁγιαστική Του χάρη. Μᾶς ἔκανε θετά παιδιά Του καί κληρονόμους τῶν αἰωνίων Του ἀγαθῶν:
«Αὐτό τό Πνεῦμα συμμαρτυρεῖ τῷ πνεύματι ἡμῶν, ὅτι ἐσμέν τέκνα Θεοῦ. Εἰ δέ τέκνα, καί κληρονόμοι, κληρονόμοι μέν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δέ Χριστοῦ»4.
Ποιός μπορεῖ τώρα νά μετρήσει τήν ἀπόσταση πού χωρίζει τό χάος, ὅπου βρισκόμασταν, ἀπό τό ὕψος, ὅπου μᾶς ἀνέβασε ὁ Θεός;
Τή θέση ἑνός ἁμαρτωλοῦ, καταδικασμένου στόν ἅδη, ἀπό τή θέση ἑνός δικαίου, βαλμένου στή δόξα τοῦ παραδείσου;
Τά Σεραφείμ ἐκπλήσσονται ὅταν μετρᾶνε αὐτά τά δύο ἄκρα, κι ἐμεῖς δέν θέλουμε νά νιώσουμε οὔτε ἐλάχιστα στήν καρδιά μας μιά χάρη τόσο ἀξιοθαύμαστη.
Ἕνας εὐαγγελιστής Ἰωάννης κι ἕνας Ἀπόστολος Παῦλος ἔμειναν ἐκστατικοί μπροστά στήν ἄπειρη ἀγάπη, πού ἔδειξε ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο.
Ὁ μέν ἕνας εἶπε: «Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον, ὥστε τόν υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ᾿ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον»5.
Καί ὁ ἄλλος: «Τοῦ ἰδίου υἱοῦ οὐκ ἐφείσατο, ἀλλ᾿ ὑπέρ ἡμῶν πάντων παρέδωκεν αὐτόν»6.
Καί ὅμως, ἐμεῖς καθόλου δέν τό συλλογιζόμαστε αὐτό. Οὔτε βέβαια συγκλονιζόμαστε ἀπό τά τολμηρά μά ἀληθινά λόγια τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, πού γράφει πώς ὁ Θεός, ὁ αἴτιος καί δημιουργός τοῦ σύμπαντος, ἀπό τήν ὑπερβολική Του ἀγαθότητα καί τόν ἔρωτα πού ἔχει γιά ὅλα τά κτίσματά Του, καί μάλιστα τόν ἄνθρωπο, συγκαταβαίνει νά βγεῖ ἀπό τόν ἑαυτό Του. Καί ἐνῶ εἶναι ἔξω καί πάνω ἀπ᾿ ὅλα, κατεβαίνει στό χῶρο τῶν κτιστῶν, γιά νά μεταδώσει σ᾿ αὐτά τήν ἀγαθότητά Του:
«Τολμητέο δέ καί τοῦτο ὑπέρ ἀληθείας εἰπεῖν, ὅτι καί αὐτός ὁ πάντων αἴτιος τῷ καλῷ καί ἀγαθῷ τῶν πάντων ἔρωτι δι᾿ ὑπερβολήν τῆς ἐρωτικῆς ἀγαθότητος ἔξω ἑαυτοῦ γίνεται, ταῖς εἰς τά ὄντα πάντα προνοίαις καί οἷον ἀγαθότητι καί ἀγαπήσει καί ἔρωτι θέλγεται· καί ἐκ τοῦ ὑπέρ πάντα καί πάντων ἐξῃρημένου πρός τό ἐν πᾶσι κατάγεται κατ᾿ ἐκστατικήν ὑπερούσιον δύναμιν ἀνεκφοίτητον ἑαυτοῦ»7. Καί τοῦτο φαίνεται πρῶτα ἀπό τή δημιουργία τοῦ κόσμου, ὁπότε ὁ Θεός «ἔξω ἑαυτοῦ ἐγένετο» γιά ἕξι μέρες. Καί ἀφοῦ ὁλοκλήρωσε τό ἔργο τῆς δημιουργίας, «κατά τήν ἑβδόμην εἰς τό οἰκεῖον ὕψος, ὅ μηδ᾿ ἀπέλιπε, θεοπρεπῶς ἐπανῆλθε»8. Ἔπειτα φαίνεται καί ἀπό τήν ἔνσαρκη οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, ὁπότε καί πάλι ὁ Υἱός Του, ἀπό ἄπειρη ἀγάπη στόν ἄνθρωπο, «ἔξω ἑαυτοῦ ἐγένετο» γιά τριαντατρία χρόνια. Δίδαξε, θαυματούργησε, κάλεσε σέ μετάνοια, ἔπαθε, πέθανε στό Σταυρό καί, τέλος, ἀναστήθηκε καί ἀναλήφθηκε στούς οὐρανούς, «καθεζόμενος ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός», ὅπως πρίν ἀπό τήν ἐνανθρώπησή Του. Καί τοῦτα πάλι, ἐμεῖς δέν τά συλλογιζόμαστε.
Ἄς στοχαστοῦμε ὅμως μιά ἀκόμα μεγάλη εὐεργεσία, πού μᾶς ἔκανε ὁ Κύριος: Προβλέποντας τή μωρία πού ἔχουμε, νά σκορπίζουμε δηλαδή τόν πνευματικό θησαυρό πού μᾶς χάρισε καί νά γκρεμιζόμαστε ἀπό τό ὕψος τῆς χάριτος στό βάραθρο τῆς ἁμαρτίας, μᾶς ἔδειξε τό δρόμο τῆς μετάνοιας καί τῶν ἀχράντων μυστηρίων, γιά νά γυρίζουμε μ᾿ αὐτά στή χαμένη ἀρχική χάρη. Γι᾿ αὐτό καί ὁ ἀββάς Ἰσαάκ ὀνόμασε τή μετάνοια «χάριν μετά χάριν». Ὦ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀκατανόητη! Οὔτε τή σκιά μιᾶς τέτοιας ἀγάπης δέν μποροῦμε νά βροῦμε ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους. Καί ὅμως, φανερώνουμε τόση ἀγνωμοσύνη καί τόση ἀναισθησία ἀπέναντι στό μεγάλο μας Εὐεργέτη, περιφρονώντας τό ἀνεκτίμητο δῶρο Του καί δουλεύοντας στήν ἀμαρτία, ἐνω, ἀντίθετα, τρέχουμε νά εὐχαριστήσουμε μέ κάθε τρόπο τούς ἀνθρώπους πού θά μᾶς δείξουν καί τήν ἐλάχιστη ἀγάπη. Ἀλήθεια, τέτοια ἀχαριστία δέν ὑπάρχει οὔτε στούς ἴδιους τούς δαίμονες. Αὐτοί ποτέ δέν ἀξιώθηκαν νά λάβουν τέτοια χάρη. Ἀφοῦ ἔπεσαν μιά φορά, ἀφέθηκαν γιά πάντα στήν ἀπώλειά τους. Πόσο λοιπόν πρέπει νά εὐγνωμονοῦμε ἐμεῖς τό Θεό, πού μᾶς ἔδειξε τόση ἐπιείκεια, ἐνῶ τιμώρησε τόσο αὐστηρά τούς ἀποστάτες ἀγγέλους; Ἡ ἀγάπη Του γιά μᾶς εἶναι τόση, πού δέν σβήνει ἀπό τό πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μας. Τόσο δυνατή πρέπει νά εἶναι καί ἡ δική μας ἀγάπη γιά Ἐκεῖνον, πού κανένας πειρασμός νά μήν τή σβήνει.
Ἄς συλλογιστοῦμε, τέλος, τήν ἔσχατη ταπείνωση, στήν ὁποία ὑπέβαλε τόν ἑαυτό Του ὁ Θεός γιά νά μᾶς λυτρώσει, ἑνώνοντας τή θεότητά Του μέ τήν ἀνθρώπινη φύση. Μ᾿ αὐτό τόν τρόπο ἔπαθε καί πέθανε γιά τήν ἀγάπη μας. Τήν ταπείνωση αὐτή ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τήν ὀνομάζει κένωση: «(Ὁ Χριστός) ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμόν ἡγήσατο τό εἶναι ἴσα Θεῷ ἀλλ᾿ ἑαυτόν ἐκένωσεν μορφήν δούλου λαβών»9.
Ὁ Θεολόγος Γρηγόριος, ἑρμηνεύοντας τί ἦταν ἐκείνη ἡ κένωση, λέει: «Ὁ πλήρης κενοῦται τῆς ἑαυτοῦ δόξης ἐπί μικρόν, ἵν᾿ ἐγώ τῆς ἐκείνου μεταλάβω πληρώσεως»10.
Καί ὁ Μέγας Βασίλειος, συγκρίνοντας τή συγκατάβαση αὐτή μέ τή δημιουργία τῆς κτίσεως, τή βρίσκει ἀνώτερη καί σπουδαιότερη: «Ὅτι καί ἠνέσχετο (ὁ Θεός) συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν, καί ἐδυνήθη πρός τό ἡμέτερον ἀσθενές καταβῆναι· οὐ τοσοῦτον γάρ οὐρανός καί γῆ καί τά μεγέθη τῶν πελάγων, καί τά ἐν ὕδασι διαιτώμενα, καί τά χερσαῖα τῶν ζώων, καί τά φυτά, καί ἀστέρες, καί ἀήρ, καί ὧραι, καί ποικίλη τοῦ παντός διακόσμησις τό ὑπερέχον τῆς ἰσχύος συνίστησιν, ὅσον τό δυνηθῆναι τόν Θεόν, τόν ἀχώρητον, ἀπαθῶς διά σαρκός συμπλακῆναι τῷ θανάτῳ ἵνα τῷ ἰδίῳ πάθει τήν ἀπάθειαν χαρίσηται»11.
Μέ τήν ἀνθρώπινη φύση πού ἔλαβε ὁ Κύριος, ὄχι μόνο στερήθηκε τή δόξα καί τήν εὐδαιμονία καί τήν ἀνάπαυση πού ἔπρεπε νά ἔχει, ἀλλά ἔπαθε περισσότερα ἀπ᾿ ὅσα ἔπαθε ποτέ ἄνθρωπος σ᾿ αὐτό τόν κόσμο – φτώχεια, κόπους, συκοφαντίες, ὀνειδισμούς, βασανιστήρια, καί τέλος σταυρικό θάνατο. Μέ διό λόγια, «ἀντί, τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε σταυρόν, αἰσχύνης καταφρονήσας»12. Πόσο μεγάλη εὐεργεσία μᾶς ἔκανε ὁ Θεός μέ τό πλῆθος τῶν βασάνων καί τῶν καταφρονήσεων, πού ὑπέμεινε γιά τή σωτηρία μας! Πράγματι, τά χᾶνει κάθε νοῦς! Μένει ἄφωνη κάθε γλώσσα! Θά μποροῦσε ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου νά πεῖ ἕνα λόγο στόν οὐράνιο Πατέρα Του, κι Ἐκεῖνος θά μᾶς ἔστελνε τή βοήθειά Του. Καί τότε, βέβαια, θά ἦταν φτωχική ὅλη ἡ ἀγάπη καί ὅλη ἡ εὐγνωμοσύνη τῶν ἀνθρώπων γιά νά Τόν εὐχαριστήσει ἐπάξια. Τώρα λοιπόν, πολύ περισσότερο, πού θέλησε νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τήν ἐξουσία τῶν δαιμόνων χύνοντας τό τίμιο αἷμα Του, πῶς θά τόν εὐχαριστήσουμε ὅπως πρέπει;
Θά μποροῦσε ὁ Κύριος νά κάνει κάτι περισσότερο ἀπ᾿ αὐτό πού ἔκανε μέ τή σταυρική Του θυσία; Καί, μετά ἀπ᾿ αὐτή, μᾶς ζητάει ἄραγε πολλά πράγματα, ὅταν μᾶς παραγγέλλει νά τηροῦμε τόν ἅγιο νόμο Του; Καί τοῦτο, ὄχι γιά τίποτε ἄλλο, ἀλλά γιά νά κάνει κι ἐμᾶς κοινωνούς τῆς δικῆς Του μακαριότητος;
Ναί στήν τήρηση τοῦ νόμου Του βρίσκεται ὅλη ἡ μακαριότητά μας: «ὁ φυλάσσων τόν νόμον μακαριστός»13.
Ὤ, τί ἔχουν νά ποῦν οἱ ἄγγελοι γιά τή φοβερή ἀχαριστία μας; Καί τί ὑπερηφάνεια θά ἔχει ὁ διάβολος τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως! Γιατί, ὅπως λέει ὁ Μέγας Βασίλειος, ἀφενός θά χλευάσει τόν Κύριο,χρησιμοποιώντας ἐναντίον Του τή δική μας καταφρόνηση καί ἀχαριστία, ἐνῶ ἀφετέρου θά καυχηθεῖ πώς αὐτός, χωρίς νά μᾶς πλάσει, χωρίς νά μᾶς εὐεργετήσει καί χωρίς νά πεθάνει γιά χάρη μας, μᾶς ἔκανε νά τόν ἀκολουθήσουμε, ἀθετώντας τίς ἅγιες ἐντολές τοῦ Χριστοῦ.
«Καί τοῦτο τά καύχημα τοῦ ἐχθροῦ βαρύτερον ἐμοί τῶν ἐν τῇ γεένῃ κολάσεων φαίνεται, τῷ ἐχθῷ τοῦ Χριστοῦ ὕλην γενέσθαι καυχήματος καί ἀφορμήν ἐπάρσεως κατ᾿ αὐτοῦ τοῦ ὑπέρ ἡμῶν ἀποθανόντος καί ἐγερθέντος»14.
Ἄς ντραποῦμε λοιπόν, ἀδελφοί, συλλογιζόμενοι τήν ἔσχατη ἀχαριστία μας ἀπέναντι στό Θεό, ἐξαιτίας τῆς ὁποίας ὄχι μόνο δέν ἀνταποδῳσαμε ἀγάπη στήν ἀγάπη Του καί εὐγνωμοσύνη στίς τόσες εὐεργεσίες Του, ἀλλά Τόν γεμίσαμε μέ τόση λύπη. Ἀπό τώρα τουλάχιστον, ἄς ἀφιερώσουμε τή ζωή μας στό ἅγιο θέλημα Ἐκείνου, πού ὄχι μόνο μᾶς δημιούργησε, ἀλλά καί μᾶς ἐξαγόρασε μέ τή θυσία Του ἀπό τή δουλεία τοῦ σατανᾶ. Ἄς ἀνήκουμε πιά στό Χριστό μόνο, Αὐτόν ἀγαπώντας, Αὐτόν ποθώντας, Αὐτόν ἀναπνέοντας καί λέγοντας πάντα μαζί μέ τό Δαβίδ:
«Ὦ Κύριε, ἐγώ δοῦλος σός, ἐγώ δοῦλος σός…»15
______________
1 Ρωμ. Γ΄: 23-24. 2 63 : 9. 3 Κολ. Α΄ : 12-14. 4 Ρωμ. Η΄: 16-17. 5 Ἰω. γ΄ : 16. 6 Ρωμ. Η΄: 32. 7 (Περί θείων ὀνομάτων, κεφ. δ΄). 8 (ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, λόγ. εἰς τήν καινήν Κυριακήν). 9 Φιλιπ. Β΄: 6. 10 Λογ. εἰς τά Γενέθλια. 11 Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κεφ. η΄ . 12 Ἑβρ. Ιβ΄: 2. 13 Παρ. 29 : 18. 14 Ὅροι κατά πλάτος, Β΄, β΄ . 15 Ψαλμ. 115 : 7.
Πηγή: (Ἀπό τό βιβλίο: «ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ», Ἐκδόσεις: Ι. Μ. Παρακλήτου Ὠρωπός Ἀττικῆς), Ἡ ἄλλη ὄψη
Σήμερα, θά ἐπιχειρήσουμε νά ἐμβαθύνουμε λίγο στή σχέση τῆς ὀρθῆς πίστεως καί τῆς ζωῆς τοῦ πιστοῦ ἐντός τῆς Ἐκκλησίας. Καταρχήν, πρέπει νά προσδιορίσουμε μέ κάθε δυνατή ἀκρίβεια, τί εἶναι ἡ ἀλήθεια καθεαυτήν. Ἡ ἀλήθεια –στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας- εἶναι πρόσωπο καί ὄχι κάποια ἰδέα ἤ κάποια ἄποψη. Ἡ ἀλήθεια εἶναι καθεαυτήν ὑποστατική. Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἀποκαλυπτόμενος μέσα στήν ἱστορία καί στή ζωή τοῦ πιστοῦ. Ἡ γνώση τῆς ἀλήθειας δέν εἶναι διανοητική, ἀλλά εἶναι ἐμπειρική-βιωματική, γιατί προϋποθέτει τήν μετοχή στήν ἀλήθεια.
Ἡ Ὀρθοδοξία κατέχει καί βιώνει τήν πληρότητα τῆς ἀλήθειας. Ἀλήθεια καί ζωή νοοῦνται πρωτίστως ἐπί ὑπαρξιακοῦ πεδίου. Ἡ ἀλήθεια δέν μπορεῖ νά διαχωριστεῖ ἀπό τή ζωή στήν πληρότητα καί τήν αὐθεντικότητά της, χωρίς ὀλέθριες συνέπειες. Ἡ ζωή γιά τήν Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἄλλη ὄψη τῆς ἀλήθειας. Εἶναι ἡ ἄκτιστη, ἡ ἀΐδια καί αἰώνια ζωή, γιά τήν ὁποία γίνεται λόγος στό Εὐαγγέλιο. Στήν προκειμένη περίπτωση, εἶναι πολύ διαφωτιστική καί ἐκφραστική ἡ σύνδεση, πού κάνει ὁ Χριστός ἀνάμεσα στήν αὐθεντική ἀλήθεια καί τήν ἀληθινή ζωή. Ὁ Χριστός, ὡς αὐτοαλήθεια, μᾶς διαβεβαιώνει, ὅτι «αὕτή ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκουσί σε τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν»1 . Ἡ αἰώνια ζωή εἶναι γνώση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ἀλλά, ὅπως γνωρίζουμε, στή βιβλική, πατερική καί ἐκκλησιαστική γλώσσα ἡ γνώση εἶναι ὑπόθεση βιωματική. Γνώση σημαίνει βιωματική ἐμπειρία. Ἐμπειρία πού προκύπτει ἀπό τή μετοχή τῆς ἀλήθειας. Στήν ἱστορική καί ἐμπειρική φανέρωση τῆς Ἐκκλησίας ἡ ὀρθοδοξία της συγκεκριμενοποιεῖται στήν ἀκρίβεια καί τήν ἀκεραιότητα τῆς δογματικῆς διδασκαλίας της, ἐνῶ ἡ ὀρθοπραξία της φανερώνεται κατεξοχήν στήν ἁγιοπνευματική ζωή τῶν θεουμένων μελῶν της. Καί, ὅπως εὔστοχα σημειώνει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων, ἡ θεοσεβής ζωή συνίσταται ἀπό δόγματα εὐσεβῆ καί ἀπό πράξεις ἀγαθές. Καί οὔτε τά δόγματα χωρίς ἀγαθά ἔργα εἶναι εὐπρόσδεκτα ἀπό τόν Θεό, ἀλλά οὔτε καί τά ἔργα πού δέ συνοδεύονται ἀπό εὐσεβῆ δόγματα, τά δέχεται ὁ Θεός2. Οἱ ἠθικές ἀρετές, κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, ζωοποιοῦνται ἀπό τήν ψυχή3, ἡ ὁποία ἁγιάζεται μέ τά ὀρθά δόγματα4 πού εἶναι καί φορεῖς ἁγιαστικῆς ἐνεργείας. Ἀλλά καί κατά τόν ἅγιο Μάξιμο, «ὁ ἄνθρωπος ἁγιάζεται διά τῆς ἀκριβοῦς ὁμολογίας τῆς πίστεως»5.
Κατά συνέπεια, ἡ ἀλήθεια στήν Ἐκκλησία δέν εἶναι θεωρητική, νοητική δηλαδή ἀποδοχή τοῦ διά τῆς ἀκοῆς ἤ μελέτης γνωστοποιηθέντος περιεχομένου τῆς πίστεως, ἀλλά, κυρίως, μυστήριο, πού βιώνεται μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος6 . Χωρίς τή μετοχή αὐτῆς τῆς ἐνέργειας, εἶναι ἀδύνατο νά γνωρίσει ὁ ἄνθρωπος τή σοφία τοῦ Θεοῦ καί νά κοινωνήσει σέ θεῖα μυστήρια τῆς πίστεώς μας7. Στό πλήρωμα τῆς ἀλήθειας οἱ πιστοί ὁδηγοῦνται ἀπό τό Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, κατά τρόπο βιωματικό. Γι’ αὐτό καί παραμένουν ἀκλόνητοι σ’ αὐτήν μή φοβούμενοι ἀπειλές, διωγμούς ἤ θάνατο. Στήν περίπτωση αὐτή μπορεῖ νά γίνεται λόγος γιά τήν πνευματική ὡριμότητα, πού ὑπαινίσσεται ὁ Μ. Βασίλειος, σ’ ὅσους τρέφονται μέ τή στερεά τροφή τῶν δογμάτων, «ὡς διαβεβηκότες τήν ἐν Χριστῷ νηπιότητα, καί οὐκέτι δεόμενοι γάλακτος, ἀλλά δυνάμενοι τῇ στερεᾷ τῶν δογμάτων τροφῇ τόν ἔσω ἄνθρωπον τελειοῦσθαι...»8.
Ἡ πνευματική τελειότητα, ὅταν χαρακτηρίζει τόν ὀρθόδοξο πιστό, εἶναι συνυφασμένη μέ τό ὀρθόδοξο φρόνημα καί τή δογματική ἀκρἰβεια.
Ἀλλά, ἐνῶ ἡ ζῶσα Ὀρθοδοξία συνυπάρχει ὀργανικά μέ τήν ὀρθοπραξία, ἡ αἵρεση δέν εἶναι καθόλου συμβατή μέ τήν εὐσέβεια. Εἶναι ἀδύνατον ὁ αἱρετικός νά εἶναι εὐσεβής καί ἐνάρετος. «Ἀδύνατον ἐκ χιόνος προϊέναι φλόγα, ἀμηχανώτερον δέ ἐν ἑτεροδόξῳ ταπεινοφροσύνην ὑπάρχειν», σημειώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, «πιστῶν καί εὐσεβῶν τό κατόρθωμα, καί τοῦτο τοῖς λοιπόν κεκαθαρμένοις»9 . Γι’ αὐτό ἀκριβῶς οἱ αἱρετικοί χαρακτηρίζονται ὡς ἀσεβεῖς καί ἡ αἵρεση ὡς ἀσέβεια10.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ποτέ δέν αὐτονόμησε τήν ἀλήθεια καί τό δόγμα ἀπό τή ζωή καί τήν εὐσέβειά της. Ἡ θεολογία καί τά δόγματα ἦταν πάντοτε συνδεδεμένα μέ τή ζωή τῶν πιστῶν. Ἡ δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καί τό ἦθος τῶν πιστῶν ὀφείλουν νά βρίσκονται σέ λειτουργική σχέση, οὕτως ὥστε τό ἕνα νά ἐπιβεβαιώνει τό ἄλλο, ὡς δύο ὄψεις τῆς ἴδιας ἀκριβῶς πραγματικότητας. Σέ καμία περίπτωση δέν ἐπιτρέπεται νά αὐτονομεῖται ἡ ζωή τῶν πιστῶν ἀπό τό δόγμα τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτό καί ὅταν ἀκυρώνεται τό ἕνα, παύει νά ἰσχύει καί τό ἄλλο.
Ὁ καθαρός βίος κρίνεται καί καταξιώνεται μόνο ἀπό τήν ὀρθή πίστη. Καί ἡ ὀρθή πίστη ἔχει τήν φερεγγυότητα καί τό ἀντίκρισμά της στήν καθαρότητα τῆς ζωῆς.
Μάλιστα, ἡ μονομερής προβολή ἑνός ἀπό τά θεμελιώδη αὐτά χαρακτηριστικά τῆς Ὀρθοδοξίας θεωρήθηκε πάντοτε ὡς διάψευση τῆς ὅλης ταυτότητάς της. «Οὐδέν ὄφελος βίου καθαροῦ, δογμάτων διεφθαρμένων», σημειώνει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, «ὥσπερ οὐδέ τοὐναντίον, δογμάτων ὑγιῶν, ἐάν ὁ βίος ᾖ διεφθαρμένος»11 . Ἡ ζωή τῶν πιστῶν ἔχει γνησιότητα, ὅταν βεβαιώνει τή θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν ἀποτελεῖ δηλαδή τή βιωματική ἐμπειρία τοῦ περιεχομένου τῆς πίστεως. Ἀλλά καί ἡ δογματική ἀλήθεια ἔχει πρακτική καί σωτηριολογική ἀξία, ὅταν βιώνεται καί φανερώνεται ὡς ἐν Χριστῷ ζωή, ὅταν ὑπάρχει ἁγιοπνευματική καθαρότητα τοῦ βίου. Ὁ χρυσορρήμονας Πατέρας εἶναι κατηγορηματικός: «Μηδέ νομίζωμεν ἀρκεῖν ἡμῖν πρός σωτηρίαν τήν πίστιν, ἐάν μή βίον ἐπιδειξώμεθα καθαρόν»12, παρατηρεῖ χαρακτηριστικά.
Τό ἐκκλησιαστικό ἦθος, ὡς ἐν Χριστῷ ἦθος, δέν ἀποτελεῖ ἐπιμέρους ἐκδήλωση τοῦ πιστοῦ, ἀλλά ἐκφράζει καθολικά τήν ὕπαρξή του. Γι’ αὐτό ἄλλωστε καί ὁ Χριστός στήν Ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία του συνέζευξε τήν πίστη πρός αὐτόν μέ τήν τήρηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ: «Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς»13 .
Ἡ σύζευξη τοῦ δόγματος καί τοῦ ἤθους, τῆς πίστεως καί τῆς ζωῆς, δέν εἶναι μηχανιστική, εἶναι ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού προϋποθέτει ὅμως τήν ἐλεύθερη συνεργία τοῦ ἀνθρώπου. Γιά νά μένει ἡ πίστη ἄσειστη, χρειάζεται ἡ βοήθεια καί ἡ ἐνεργός παραμονή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στόν πιστό. Ἡ ἐνεργός ὅμως παραμονή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διασφαλίζεται μέ τήν καθαρότητα τοῦ βίου καί τήν ἄριστη ζωή. Ὁ καθαρός βίος πείθει, κατά κάποιο τρόπο, τό Ἅγιο Πνεῦμα νά παραμένει ἐνεργό καί νά ἐνισχύει τή δύναμη τῆς πίστεως. Γι’ αὐτό εἶναι ἀδύνατο νά μή κλονίζεται ἡ πίστη ἐκείνου πού ἔχει ἀκάθαρτο βίο14 , γιατί ὁ ἀκάθαρτος βίος γίνεται ἐμπόδιο στήν ἀκρίβεια βιώσεως τῶν δογμάτων καί μάλιστα σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε τά δόγματα αὐτά νά διαστρέφονται καί νά ἀντιστοιχοῦν στήν ἀκάθαρτη ζωή του15.
Ἡ ἐσφαλμένη καί ἀκάθαρτη ζωή ἐμποδίζει τήν κατανόηση τῶν ὑψηλῶν δογμάτων τῆς πίστεως, ἐπειδή πρακτικῶς συσκοτίζει τή διορατικότητα τοῦ νοῦ. Καί, ὅπως δέν εἶναι δυνατόν ποτέ κάποιος, πού βρίσκεται στήν πλάνη καί ζεῖ σωστά, νά μείνει τελικά στήν πλάνη, ἔτσι δέν εἶναι εὔκολο καί ἐκεῖνος, πού παραμένει στήν πονηρία, νά ἀναχθεῖ γρήγορα στό ὕψος τῶν δογμάτων. Ἐκεῖνος, πού ἀναζητᾶ τήν ἀλήθεια, πρέπει νά διατηρεῖ τόν ἑαυτό του καθαρό ἀπό ὅλα τά πάθη. Ὅποιος ἀπαλλαγεῖ ἀπό τά πάθη καί ἀπό τήν πλάνη θά ἀπαλλαγεῖ καί τήν ἀλήθεια θά γνωρίσει. Ὁ Θεός καλεῖ καί ὁδηγεῖ στήν ἀλήθεια ὁποιονδήποτε ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος συμβαίνει νά ἔχει φόβο Θεοῦ καί ἐνάρετη ζωή. Δέν ὑπάρχει δηλαδή περίπτωση, λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, κάποιος ἑτερόθρησκος νά παραμένει στήν πλάνη, ὅταν εἶναι καλός καί φιλάνθρωπος. Ἄν συμβαίνει ὅμως νά παραμένει στήν πλάνη του, τότε ὑπάρχει σίγουρα κάποιο ἄλλο πάθος του, ὅπως ἡ κενοδοξία, ἡ ραθυμία τῆς ψυχῆς, ἡ ἔλλειψη φροντίδας γιά τή σωτηρία του κ.τ.λ. Ὁ Θεός ἕλκει αὐτούς, πού βρίσκονται στήν πλάνη, ὅταν ἔχουν καθαρό βίο16 . Χαρακτηριστικό παράδειγμα εἶναι ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἦταν φοβερός πολέμιος καί διώκτης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἐπειδή ὅμως εἶχε ἄμεμπτη ζωή, ὄχι μόνο ἔγινε δεκτός στήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί ὅλους τούς ξεπέρασε17.
Ὡς πρός τό θέμα τῆς σχέσεως πίστεως καί ζωῆς, στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας, θά σημειώσουμε τό ἑξῆς παράδοξο καί τραγικό φαινόμενο. Στίς μέρες μας πολλοί ὀρθόδοξοι πιστοί ἐμφανιζόμαστε νά πιστεύουμε Ἀνατολικῶς, ἀλλά νά ζοῦμε Δυτικῶς. Αὐτό εἶναι κάτι πάρα πολύ σοβαρό, γιατί πιστοποιεῖ ἕναν ἐσωτερικό ὑπαρξιακό διχασμό. Ἔτσι ἄλλωστε ἑρμηνεύεται, γιατί στήν ἐποχή μας μεταβάλλονται ραγδαίως αἰώνιες ἀλήθειες, παρά τή σαφέστατη ἁγιογραφική καί πατερική σύσταση νά μή «μεταίρωμεν ὅρια αἰώνια, ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν»18 . Ὁ Δυτικός τρόπος ζωῆς, πού πρωτογενῶς καί δομικά χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ἔπαρση, τήν ὑπεροψία καί τόν τύφο, ἀποτελεῖ τή γενεσιουργό αἰτία κάθε ἑτεροδοξίας, ἀλλά καί τῆς σύγχρονης παναίρεσης τοῦ Οἰκουμενικοῦ συγκρητισμοῦ. Ὁ κίνδυνος, ἡ ἐσφαλμένη ζωή νά ὁδηγήσει στήν ἐσφαλμένη πίστη, εἶναι βέβαιος. Ἁπλῶς, εἶναι θέμα χρόνου τό πότε καί πόσο θά συμβεῖ. Γι’ αὐτό, χρειάζεται πάντοτε ἡ σύζευξη, «ἵνα καί ὁ βίος μαρτυρῇ τοῖς δόγμασι, καί τά δόγματα τόν βίον ἀξιόπιστον ἐπιφαίνῃ»19. Δέν ἔχουμε κανένα ὄφελος ἀπό τά ὀρθά δόγματά μας, ἄν τά ἔργα μας εἶναι διεστραμμένα20.
Ἄν ὅμως ἡ γνώση καί ἡ βίωση τῆς ἀλήθειας συνιστοῦν συνοπτικῶς τήν Ὀρθοδοξία, τότε ἡ αἵρεση εἶναι ἡ ἀπόκλιση ἀπό αὐτή τή γνώση καί μετοχή.
Κατά τήν Ἁγία Γραφή, ἡ αἵρεση εἶναι πρωτίστως διδασκαλία δαιμονίων, ἐμπνέεται δηλαδή ἀπό τά πονηρά πνεύματα21 . Κατά τήν Ἀσκητική Γραμματεία τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἴδιος ὁ διάβολος ἔφερε στόν κόσμο κάθε κακοδοξία καί αἵρεση, ἐνῶ, κατά τόν στῦλο τῆς Ὀρθοδοξίας Μ. Ἀθανάσιο, ἡ αἵρεση «οὐκ ἔστι τῶν ἀποστόλων, ἀλλά τῶν δαιμόνων καί τοῦ πατρός αὐτῶν τοῦ διαβόλου καί μᾶλλον ἄγονος καί ἄλογος καί διανοίας ἐστίν οὐκ ὀρθῆς»22. Μέ τό ἴδιο πνεῦμα αὐτοῦ τοῦ χωρίου οἱ Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων χαρακτηρίζουν τούς αἱρετικούς ὡς φρενοβλαβεῖς (πνευματικῶς).
Μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας χρησιμοποιοῦν βαρεῖς χαρακτηρισμούς γιά τήν αἵρεση καί τούς αἱρετικούς. Ὀνομάζουν τήν αἵρεση ἀπιστία καί ἀθεΐα καί τούς αἱρετικούς ὡς ἑτερόδοξους, ἀπίστους καί ἀθέους. Εἰδικότερα, ὁ Μ. Ἀθανάσιος χαρακτηρίζει τούς αἱρετικούς ὡς ἐχθρούς καί ἀρνητές τῆς ἀλήθειας, ἐνέργημα τοῦ διαβόλου23 καί προδρόμους τοῦ Ἀντιχρίστου24.
Ἡ αἵρεση συνδέεται ἄρρηκτα μέ τήν πλάνη στή διττή ἐκδοχή της, τήν ἐκτροπή δηλαδή ἀπό τήν ἀλήθεια καθεαυτήν καί τήν ἐκτροπή ἀπό τό πλήρωμα τῆς ζωῆς. «Ὥσπερ ὁ ἐξελθών ὁδοῦ εὐθείας πλανᾶται ἐν ἀλλοδαπῇ χώρᾳ, μή ἐπιστάμενος ποῦ πορεύεται», σημειώνει ὁ ἅγιος Νεῖλος (ὁ ἀσκητής), «οὕτω καί ὁ ἄνθρωπος πλανᾶται μή πιστεύων εἰς ὁμοούσιον Τριάδα»25 . Ὅποιος ὅμως πλανᾶται, οὔτε στόν τελικό σκοπό φθάνει, ἀφοῦ εἶναι ἐκτός ὁδοῦ, οὔτε τήν ἀσφάλεια τῆς ὁδοῦ γεύεται, πορευόμενος μέ τρόπους ἀλλοτρίους καί ἀλλοτριωτικούς τῆς ὄντως ὑγιοῦς ζωῆς.
Εἶναι κοινός τόπος τῆς Πατερικῆς Γραμματείας, ὅτι ἀξιολογικῶς ἡ αἵρεση βρίσκεται πάνω ἀπό κάθε ἠθική ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου, ἐπειδή ἡ αἵρεση κατεξοχήν χωρίζει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό. Τόν χωρισμό τῶν πιστῶν ἀπό τόν Θεό πιστοποιεῖ καί θεσμικῶς ἡ Ἐκκλησία στίς Οἰκουμενικές της Συνόδους μέ τούς ἀφορισμούς καί τά ἀναθέματα σ’ ὅσους δέν ἀποδέχονται τήν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι δογματική ἀπόφανσή της.
Ἀλλά, στά Πατερικά συγγράμματα εἶναι συχνή ἡ ἀναφορά καί στήν ἠθική πλευρά τῆς αἱρέσεως, ὡς ἀρρήκτως συνδεδεμένης μέ τή δογματική σημασία της. Σέ ἀντίθεση πρός τόν ἑνοποιητικό χαρακτήρα τῆς Ἐκκλησίας, ὁ χαρακτήρας τῆς αἱρέσεως εἶναι διασπαστικός. Τίποτε ἄλλο δέν ἔκαναν οἱ αἱρέσεις καί οἱ αἱρετικοί στήν Ἐκκλησία, παρά τό νά μήν ἀγαποῦν ἐμᾶς, τό Θεό ἀλλά καί ἀλλήλους26 . Ἡ ἐκτροπή τῶν αἱρετικῶν ἀπό τήν ὀρθή πίστη ἔχει ὡς φυσική συνέπεια καί τήν ἐκτροπή ἀπό τή γνήσια πνευματική ζωή. Γι’ αὐτό καί ἡ ζωή τους χαρακτηρίζεται ἀπό τή βία, τή συκοφαντία καί τά ἐγκλήματα.
Ὁ Μ. Ἀθανάσιος, ὁ Μ. Βασίλειος καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος μᾶς καταθέτουν προσωπικές ἐμπειρίες ἀπό μιά τέτοια συμπεριφορά. Δέν ὑστεροῦν ὅμως σέ ἀνάλογες συμπεριφορές οἱ Ρωμαιοκαθολικοί καί οἱ Προτεστάντες, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ἡ ἱστορία τῶν σταυροφοριῶν καί τῶν προσηλυτιστικῶν δραστηριοτήτων τους στή Μέση Ἀνατολή καί τήν Ἀνατολική Εὐρώπη.
Ὅταν κινδυνεύει ἡ ὀρθόδοξη πίστη, οἱ ὄντως πιστοί δείχνουν μεγάλη εὐαισθησία καί ἀναδεικνύονται ὑπέρμαχοι τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος καί τῆς ὀρθόδοξης εὐσέβειας. Ἄλλωστε, ἡ ἴδια εὐαισθησία, πού ἔχουν οἱ πιστοί γιά τή βίωση καί διαφύλαξη τῆς ἀκεραιότητας τῆς πίστεως, ἐνεργοποιεῖται καί γιά τήν καταπολέμηση τῆς πλάνης τῶν αἱρετικῶν. Εἶναι φυσικό οἱ ζωντανοί φορεῖς τῆς βιωμένης ἐκκλησιαστικῆς ἀλήθειας νά εἶναι καί οἱ ὑπερασπιστές τῆς πίστεως καί οἱ ἀκατάβλητοι πολέμιοι τῆς αἱρέσεως, ἐπειδή ἡ αἵρεση ἀποτελεῖ στήν πράξη διάψευση τῆς ἁγιοπνευματικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι, ὅσοι ἀγωνίζονται γιά τήν κοινή ὀρθόδοξη πίστη, ἀγωνίζονται οὐσιαστικά γιά τή διασφάλιση τῆς χαρισματικῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι καί ἡ δική τους προσωπική ζωή. Στήν προκειμένη περίπτωση, οἱ ἐπιεικεῖς καί εἰρηνικοί πιστοί ἐμφανίζονται «πολεμικοί», θά μᾶς πεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος27 . Ἐδῶ, ἡ ἀντιρρητική καί πολεμική στάση τῶν πιστῶν καί κατεξοχήν τῶν ἁγίων ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας μας δέν πρέπει νά παρανοηθεῖ, ἐπειδή στήν πραγματικότητα ἡ στάση αὐτή ἀποτελεῖ ἀγωνιστική ἄμυνα. Ὅταν δηλαδή ἡ Ἐκκλησία διατρέχει σοβαρό κίνδυνο ἀπό τή δράση τῶν αἱρετικῶν, οἱ συνειδητοποιημένοι ὀρθόδοξοι πιστοί ἀγωνίζονται ἀμυνόμενοι, δίνοντας ἔτσι τή μαρτυρία τῆς σταθερῆς παραμονῆς τους στήν παραδεδομένη πίστη. «Ἐστήκαμεν ἀγωνιζόμενοι ὑπέρ τοῦ κοινοῦ κτήματος, τοῦ πατρικοῦ θησαυροῦ τῆς ὑγιαινούσης πίστεως», θά διευκρινίσει ὁ ἀκριβολόγος καί οὐρανοφάντορας Μ. Βασίλειος28.
Ὁ ἀγώνας τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν, ἀκόμη κι ὅταν ἔχει ὡς τίμημα τήν ἴδια τή ζωή τους, δέ στρέφεται κατά τῶν αἱρετικῶν, ἀλλά κατά τῆς αἱρέσεως, ἡ ὁποία ἀπειλεῖ νά διαβρώσει τήν ἀλήθεια καί κατ’ ἐπέκταση τή ζωή τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ὀρθοδοξία δέν υἱοθετεῖ ποτέ τή βία ἔναντι τῶν ἀντιφρονούντων αἱρετικῶν, ἀλλά ἀναπτύσσει τήν ἀντιρρητική θεολογία, γιά νά πείσει μέ τή λογικότητα καί τήν ὀρθότητα τῶν ἐπιχειρημάτων, παραπέμποντας ἐπιπροσθέτως στόν ἐκκλησιαστικό καί ἁγιοπνευματικό βίο συγκεκριμένων χαρισματικῶν φορέων της.
Ὁ στόχος τῆς στάσεως αὐτῆς τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπέναντι στήν πρόκληση τῶν αἱρετικῶν εἶναι διπλός. Ἀπό τή μία διασφαλίζεται τό ἐκκλησιαστικό σῶμα ἀπό διαβρωτικές καταστάσεις, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη δίνεται ἡ δυνατότητα νά ἐπανέλθουν οἱ πλανηθέντες στήν ὑγιαίνουσα πίστη τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό πιστοποιεῖται καί ἀπό τό γεγονός ὅτι οἱ ἀντιρρητικοί Πατέρες, παρότι χρησιμοποιοῦν αὐστηρή γλώσσα ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν, δέν αἰσθάνονται μίσος πρός αὐτούς29 . Ἀπεναντίας, εἶναι ἀνεξίκακοι, πρᾶοι καί φιλανθρωπότατοι ἔναντι τῶν ἴδιων τῶν αἱρετικῶν, μολονότι ἐκεῖνοι φέρονται ἐριστικῶς πρός αὐτούς. Σαφῶς, ὅμως, θεωροῦν τή φιλία καί τή συναναστροφή μέ τούς αἱρετικούς ὡς «βλάβη» καί «ἀπώλεια» ψυχῆς30. Ἡ συζήτηση μέ τούς αἱρετικούς μπορεῖ καί πρέπει νά γίνεται μόνον στό πλαίσιο τῆς σύστασης τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «αἱρετικόν ἄνθρωπον μετά μίαν καί δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδώς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καί ἁμαρτάνει, ὤν αὐτοκατάκριτος»31. Ἡ συνομιλία ὀφείλει νά περιορίζεται «μόνον ἄχρι νουθεσίας τῆς πρός εὐσέβειαν μεταβολῆς», κατά τόν Μ. Ἀθανάσιο32.
Κινούμενος μέσα στό ἴδιο πνεῦμα τῆς ἁγιογραφικῆς καί πατερικῆς πρακτικῆς, ὁ μεγάλος θεολόγος τῆς θεοπτίας τοῦ ἀκτίστου φωτός, ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, θέτει ὡς προϋπόθεση ἑνός θεολογικοῦ διαλόγου μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς τήν ἀφαίρεση τοῦ Filioque ἀπό τό Σύμβολο τῆς Πίστεως33. Ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ἔτσι καί οἱ ἅγιοί του πάντοτε ζητοῦν τή γνήσια πίστη ὡς ἐντελῶς ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τή θεραπεία καί τή σωτηρία. Εἶναι ἰδιαίτερα χαρακτηριστική ἡ προϋπόθεση, πού θέτει ὁ Μ. Ἀθανάσιος γιά τό διάλογο μέ τούς αἱρετικούς. Δέν μπορεῖ, λέει, νά γίνεται λόγος γιά κανένα ἄλλο πράγμα μέ αὐτούς, πρίν ἐξετασθεῖ τό θέμα τῆς πίστεως. Πρῶτα πρέπει νά προηγηθεῖ ἡ συμφωνία στήν πίστη. Τήν ἐκκλησιαστική αὐτή μέθοδο τήν θεμελιώνει στή μέθοδο τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος δέν θεράπευε τούς πάσχοντες, πρίν ἐκδηλώσουν τήν πίστη τους σ’ Αὐτόν34.
Ἡ Ὀρθοδοξία -ὡς φρόνημα καί βίωμα τῆς πίστεως- ἀναδεικνύεται, κατεξοχήν, κατά τήν ἐποχή τῆς ἐμφανίσεως τῶν αἱρέσεων. Ὅμως καί σήμερα, χαρισματικές μορφές τῆς Ὀρθοδοξίας γίνονται σημεῖα ἀναφορᾶς, γιά ἕναν σταθερό προσανατολισμό ὀρθῆς πίστεως καί ἁγιοπνευματικῆς ζωῆς, μέσα στή σύγχυση πού δημιουργοῦν οἱ ποικίλες ἑρμηνεῖες τοῦ περιεχομένου τῆς πίστεως, εἰδικότερα στό πλαίσιο τοῦ διεξαγομένου διαλόγου τῶν ὀρθοδόξων μέ τούς ἑτεροδόξους.
Ἡ Ὀρθοδοξία ἐκφράστηκε πάντοτε αὐθεντικά ἀπό τούς ἁγίους, ἀπό τούς θεσμικούς καί τούς χαρισματικούς φορεῖς τῆς ἁγιοπνευματικῆς ζωῆς της. Μποροῦμε γι’ αὐτό νά εἴμαστε ἀσφαλεῖς καί αἰσιόδοξοι ὅτι δέν κινδυνεύουμε, μόνον ἐφόσον τούς ἀκολουθοῦμε, ἐφόσον εἴμαστε «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι».
1 Ἰω. 17,3
2 Βλ. Κατηχήσεις 4, P.G. 33, 456B
3 Βλ. P.G. 60,745
4 Βλ. P.G. 59, 443
5 P.G. 90, 165A
6 Βλ. Ἁγίου Μάρκου τοῦ ἐρημίτη, P.G. 65, 1001AB
7 Βλ. Ἁγίου Μακαρίου, P.G. 34, 904B
8 P.G. 31, 920A
9 P.G. 88, 996B
10 Βλ. Μ. Ἀθανασίου, P.G. 26, 1076C καί P.G. 25, 221-225
11 P.G. 53,31 καί P.G. 59, 369
12 P.G. 59, 77
13 Μθ. 6, 21
14 Βλ. P.G. 51, 280
15 Βλ. P.G. 55,50 καί P.G. 62, 93
16 Βλ. P.G. 61, 70 καί P.G. 57, 243-244
17 Βλ. Ε.Π.Ε. 18, 222-224
18 P.G. 59, 63 καί Παροιμ. 22,28: «Μή μέταιρε ὅρια αἰώνια, ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες σου»
19 P.G. 64, 500C
20 P.G. 59, 59-61
21 Βλ. σχετικά Α΄Τιμ. 4,1
22 P.G. 26, 960Β
23 Βλ. P.G. 25, 541C-544C
24 Βλ. P.G. 26, 25Β καί 941Α
25 P.G. 79, 1237C
26 Βλ. P.G. 87, 2925Β
27 Βλ. P.G. 35, 1112Α
28 Βλ. Ἐπιστολή 243, P.G. 32, 908C
29 Βλ. Μ. Ἀθανασίου, P.G. 26, 937C
30 Βλ. Μ. Ἀθανασίου, P.G. 26, 940C
31 Τίτ. 3,10
32 Βλ. P.G. 26, 940Β
33 Βλ. Περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ΛόγοςΑ΄, 4, 27-31. Π. Χρήστου, τόμ. Α΄, σ. 31
34 Βλ. Μ. Ἀθανασίου, Περί τῶν γεγενημένων παρ’ Ἀρειανῶν 36, Β.Ε.Π., 31, 260-261
ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
Ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Βορειοηπειρωτικού Αγώνα (ΠΑ.ΣΥ.ΒΑ) και η Συντονιστική Φοιτητική Ένωση Βορειοηπειρωτικού Αγώνα (Σ.Φ.Ε.Β.Α), σας προσκαλούμε στο Μνημόσυνο του Αρχηγού και πνευματικού καθοδηγητή μας Μητροπολίτου Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης κυρού Σεβαστιανού, που θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2016 και ώρα 9.30 π.μ στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Πευκακίων (οδός Ασκληπιού 38, Αθήνα).
Εικοσιδύο χρόνια από την εκδημία του, τιμούμε τη μνήμη του Ακρίτα Ιεράρχη και προμάχου των δικαίων του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού και ταυτόχρονα υποσχόμαστε συνέχιση του Αγώνα μέχρι την πλήρη κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των αδελφών μας και την εξασφάλιση των εθνικών μας δικαίων.
Τα Διοικητικά Συμβούλια
ΠΑ.ΣΥ.Β.Α - Σ.Φ.Ε.Β.Α
Κάποτε σκοτεινιάζει ὁ οὐρανός. Κατάμαυρα σύννεφα σκεπάζουν τὸν ἥλιο. Τὴ νύχτα τὸ σκοτάδι γίνεται ψηλαφητό. Σβήνουν τ᾿ ἀστέρια, χάνεται ὁ οὐρανός. Σὲ παλαιότερους καιροὺς ποὺ δὲν ὑπῆρχαν πυξίδες καὶ ἄλλα σύγχρονα ὄργανα, τὰ πλοῖα ἔχαναν τὸν προσανατολισμό τους, παραδίδονταν στὴ βία τῶν κυμάτων.
Ἔτσι εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Κάποτε βαραίνει μολύβι ὁ οὐρανός. Χάνει τὸν ὁρίζοντα ἡ ψυχή, θαλασσοδέρνεται ἀβοήθητη.
Κατὰ καιροὺς ἡ σκοτεινιὰ ἀποκτάει εὐρύτερες διαστάσεις. Πνίγονται σ᾿ αὐτὴν λαοὶ καὶ ἔθνη. Πελαγοδρομοῦν σὲ ἀχαρτογράφητα νερά.
Τέτοια εἶναι ἡ ἐποχή μας. Ἔχασε τὸν δρόμο της, τὸν προσανατολισμό της. Ἐγκατέλειψε τὸν προορισμό της. Μὲς στὴ δική της σύγχυση θαλασσοπνίγονται τὰ πλήθη τῶν πολλῶν ἀνθρώπων. Καὶ ἡ ἀπορία ξεχειλίζει ἀναπάντητη, βασανιστική: Ποῦ πᾶμε; Τί μᾶς περιμένει ἄραγε αὔριο; Τυραννικὰ ἐρωτήματα, ἀγωνία «ἀποψυχόντων ἀνθρώπων ἀπὸ φόβου καὶ προσδοκίας τῶν ἐπερχομένων τῇ οἰκουμένῃ» (Λουκ. κα΄ [21] 26).
Κάθε μέρα ποὺ περνάει, πυκνώνει πιὸ πολὺ τὸ ἤδη ὑπέρπυκνο σκοτάδι. Κάθε μέρα ποὺ ἔρχεται, σέρνει μαζί της ἀσήκωτο φορτίο στενοχωρίας, ἀνασφάλειας, φόβου καὶ ἀγωνίας.
Κάθε μέρα βυθίζει ὅλο καὶ πιὸ βαθιὰ στὴ διαφθορὰ τὸν ἤδη διεφθαρμένο πλανήτη. Ἁπλώνει τὴν παρανομία παντοῦ, εἰσάγει τὴν ἁμαρτία μέχρι τὸ μεδούλι ἀκόμη καὶ τῶν πολὺ μικρῶν παιδιῶν. Παραδίδει στὴ σαρκολατρία μικροὺς καὶ μεγάλους, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, πλούσιους καὶ φτωχούς. Διαλύει τὴν οἰκογένεια, ἀποσαθρώνει τὴν κοινωνία, παραλύει τὰ ἔθνη, πολτοποιεῖ τοὺς λαούς, τοὺς ὑποδουλώνει σὲ παρὰ φύσιν ἀνομολόγητα πάθη, νομιμοποιεῖ τὶς πιὸ φρικτὲς διαστροφὲς, ἐξανδραποδίζει τὰ παιδιά, τὰ παραδίδει ἀνήμπορα στὰ νύχια τῶν ἐμπόρων ναρκωτικῶν, τῶν συμμοριῶν trafficking (διακινητῶν πορνείας), τὰ πνίγει στὸ βοῦρκο τῶν πιὸ αἰσχρῶν ἡδονῶν.
Ἂν ἦταν πόλεμος, οἱ ἄνθρωποι θὰ ἔπιαναν τὰ ὅπλα, τὸ ἀρχηγεῖο θὰ κήρυττε γενικὴ ἐπιστράτευση, ὁ στρατὸς θὰ ἔσπευδε στὰ σύνορα. Ἂν ἦταν…
Ἀλλὰ εἶναι!
Πόλεμος εἶναι. Πόλεμος «πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις»· εἶναι πόλεμος μὲ τὰ διαβολικὰ τάγματα, μὲ τοὺς κοσμοκράτορες ποὺ ἐξουσιάζουν τὰ πλήθη τῶν ἀνθρώπων, τῶν βυθισμένων στὸ πνευματικὸ σκοτάδι τοῦ κόσμου τούτου. Πόλεμος μὲ τὰ πονηρὰ πνεύματα ποὺ κατοικοῦν ἀνάμεσα στὴ γῆ καὶ στὸν οὐρανό (Ἐφ. ς΄ 12).
Εἶναι πόλεμος ἀμφιβολιῶν, πόλεμος λογισμῶν, πόλεμος παθῶν. Καὶ ὁ ἀδύναμος ἄνθρωπος παλεύει μὲ τὰ κύματα καταμεσῆς τοῦ ὠκεανοῦ. Οἱ ὀλιγόπιστοι τὰ χάνουν, ἀμφιταλαντεύονται, ἀναρωτιοῦνται μήπως πρέπει κι αὐτοὶ νὰ συμβιβαστοῦν.
Ὅμως…
Ὁδεύοντας οἱ πιστοὶ σὲ τέτοια κρίσιμη καμπὴ τῆς ἱστορίας καὶ ἐρχόμενοι ἀντιμέτωποι μὲ τοὺς ἀμέτρητους πειρασμούς της, ὀφείλουμε νὰ μὴ λησμονοῦμε ποτὲ δύο βασικότατες ἀλήθειες, γιὰ νὰ κρατοῦμε σταθερὴ καὶ ἀταλάντευτη τὴν κατεύθυνση τοῦ πλοίου τῆς ζωῆς μας.
Ἡ πρώτη εἶναι ἡ καίρια ἀλήθεια ὅτι κύριος τῆς ἱστορίας καὶ κυβερνήτης τοῦ κόσμου εἶναι ὁ Κύριος τῶν κυριευόντων, ὁ Δημιουργὸς καὶ Ἐξουσιαστὴς τῶν πάντων: «Τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται· καὶ αὐτός ἐστι πρὸ πάντων, καὶ τὰ πάντα ἐν αὐτῷ συνέστηκε»· ὅλα διαμέσου Αὐτοῦ καὶ γι᾿ Αὐτὸν ἔχουν δημιουργηθεῖ. Κι Αὐτὸς ὑπάρχει πρὶν ἀπ᾿ ὅλα, καὶ ὅλα ἀπ᾿ Αὐτὸν συγκρατοῦνται καὶ διατηροῦνται στὴν ὕπαρξη (Κολ. α΄ 16, 17).
Ὀφείλουμε δηλαδὴ νὰ θυμόμαστε πάντα ὅτι ὄχι μόνο οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τὰ σπουργιτάκια βρίσκονται μέσα στὴν πρόνοια καὶ τὴ φροντίδα τοῦ Θεοῦ καὶ οὔτε ἕνα ἀπὸ αὐτὰ δὲν πέφτει στὴ γῆ χωρὶς τὸ θέλημά Του.
Ἡ δεύτερη ἀλήθεια ποὺ ἐπίσης πρέπει νὰ κρατᾶμε ζωντανὴ μέσα μας εἶναι τὸ ὅτι ἔχει ἀξία νὰ μένει κανεὶς πιστὸς καὶ νὰ ζεῖ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ σ᾿ αὐτὲς τὶς κρίσιμες περιστάσεις. Ὁ στρατιώτης δοκιμάζεται στὸν πόλεμο, ὁ μαθητὴς στὶς ἐξετάσεις, ὁ ἀθλητὴς στοὺς ἀγῶνες καὶ ὁ πιστὸς στοὺς δίσεκτους καιροὺς τῶν μεγάλων πειρασμῶν.
Λοιπόν, τώρα εἶναι ἡ ὥρα τῆς μεγάλης μάχης. Εἶναι προνόμιο νὰ ζοῦμε σ᾿ αὐτοὺς τοὺς καιροὺς τῆς μεγάλης ἀποστασίας. Νὰ δίνουμε τὴ μαρτυρία μας σ᾿ αὐτούς. Νὰ βεβαιώνουμε μὲ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς μας τὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου μέσα στὸ διάχυτο σατανικὸ ψεῦδος.
Εἶναι προνόμιο νὰ κρατᾶμε ὑψωμένη τὴ σημαία τῆς Ὀρθοδοξίας τώρα, γιὰ νὰ χαροῦμε καὶ τὸν ἐρχόμενο θρίαμβό της, τὴν ἐπικράτησή της σὲ ὅλο τὸν κόσμο αὔριο!
Πηγή: Ο Σωτήρ
Συνοπτικά σχόλια
Και αυτό το μικρό κείμενο, που πραγματεύεται με χαριτωμένη απλότητα για την μονολόγιστη ευχή, παραδίδεται από τους συλλέκτες των πατερικών κειμένων της Φιλοκαλίας ανωνύμως και μέσα από τις προθέσεις τους να γνωσθεί και να καλλιεργείται από τον λαόν του Θεού η γλυκύτατη νοερά προσευχή. Για να θεμελιώσει δε την αναγκαιότητα της εκζητήσεως του θείου ελέους, ο συντάκτης του μικρού αυτού δοκιμίου ανατρέχει στην εποχή των Αποστόλων, που παρέδωσαν την ευχή, συμφώνως και προς άλλους διδασκάλους της νοεράς προσευχής. Παρ' ότι περιέχει απόψεις κοινές πλέον, γύρω από την ευχή του Ιησού, όμως, στην απλότητα του, οικοδομεί, πείθει, κατανύσσει με την ιδιαίτερη χάρη του, οπότε και με αυτό επιτυγχάνεται ο σκοπός των εκδοτών της Φιλοκαλίας, ώστε να δικαιούται να ενσωματωθεί σ' αυτή.
Αλλά ο φθονερός διάβολος που τον πλάνησε εξαρχής, δεν έπαψε κι έπειτα να τον πλανά, ώσπου τον έκανε παρόμοιο στην αλογία με τα κτήνη τα ανόητα και ζούσε πλέον σαν ζώο άλογο και ανόητο. Μα ο πολυέλεος Θεός τον σπλαχνίστηκε τελικά κι έτσι χαμήλωσε τους ουρανούς και κατέβηκε στη γη1 κι έγινε άνθρωπος για τον άνθρωπο• και με το πανάχραντο αίμα Του τον λύτρωσε από τη δουλεία της αμαρτίας και δια μέσου του ιερού Ευαγγελίου τον οδήγησε πως να ζει θεάρεστα. Και, κατά τον Θεολόγο Ιωάννη, μας έδωσε εξουσία να γίνομε τέκνα Θεού2 και με το θειο βάπτισμα μας αναγέννησε και μας ανέπλασε και με τα άχραντά Του μυστήρια τρέφει καθημερινά την ψυχή μας και τη ζωογονεί. Και μ' ένα λόγο, με την άκρα Του σοφία βρήκε τον τρόπο να μένει πάντοτε αχώριστος μ' εμάς κι εμείς με Αυτόν, για να μην έχει πλέον καθόλου τόπο σ' εμάς ο διάβολος. Ορισμένοι όμως από τους Χριστιανούς, ύστερα από τόσες χάριτες που αξιώθηκαν και υστέρα από τόσες ευεργεσίες που έλαβαν από τον Δεσπότη Χριστό, πλανήθηκαν πάλι από το διάβολο και εξαιτίας του κόσμου και της σάρκας ξεμάκρυναν από το Θεό και κατακυριεύονται από την αμαρτία και από το διάβολο κάνοντας τα θελήματά του. Όμως δεν είναι τελείως αναίσθητοι ώστε να μην αισθάνονται το κακό που έπαθαν. Καταλαβαίνουν το σφάλμα τους και γνωρίζουν την υποδούλωσή τους, αλλά δεν μπορούν αυτοί μόνοι τους να γλυτώσουν και γι' αυτό προστρέχουν στο Θεό και φωνάζουν το «Κύριε ελέησον» για να τους ευσπλαχνιστεί ο πολυέλεος Κύριος και να τους ελεήσει, να τους δεχτεί σαν τον άσωτο υιό3 και να τους δώσει πάλι τη θεία χάρη Του και μέσω αυτής να γλυτώσουν από τη δουλεία της αμαρτίας, ν' απομακρυνθούν από τους δαίμονες και να λάβουν πάλι την ελευθερία τους, για να μπορέσουν με τον τρόπο αυτό να ζήσουν θεάρεστα και να φυλάξουν τις εντολές του Θεού. Αυτοί λοιπόν οι Χριστιανοί που, όπως είπαμε, με τέτοιο σκοπό φωνάζουν το «Κύριε ελέησον», αυτοί θα επιτύχουν εξάπαντος και το έλεος του πανάγαθου Θεού και θα λάβουν τη χάρη Του να ελευθερωθούν από τη δουλεία της αμαρτίας και να σωθούν. Εκείνοι όμως που δεν έχουν είδηση από αυτά που είπαμε, μήτε γνωρίζουν τη συμφορά τους που είναι καταδουλωμένοι στα θελήματα της σάρκας και στα κοσμικά πράγματα, μήτε έχουν ευκαιρία να συλλογιστούν την υποδούλωση τους, αλλά χωρίς τέτοιο σκοπό φωνάζουν μόνο το «Κύριε ελέησον», περισσότερο από συνήθεια, αυτοί πως είναι δυνατό να λάβουν το έλεος του Θεού; Και μάλιστα τέτοιο θαυμάσιο και άπειρο έλεος; Γιατί είναι καλύτερα να μη λάβουν το έλεος του Θεού, παρά να το λάβουν και πάλι να το χάσουν, επειδή τότε είναι διπλό το φταίξιμο τους. Άλλωστε, αν κανείς δώσει κανένα πετράδι πολύτιμο στα χέρια μικρού παιδιού ή κανενός αγροίκου άνθρωπου που να μην ξέρει τι αξίζει, και αυτοί το πάρουν στα χέρια τους και το χάσουν, είναι φανερό πως δεν το έχασαν εκείνοι αλλά αυτός που τους το έδωσε.
Και για να καταλάβεις καλύτερα τα λεγόμενα, συλλογίσου πως στον κόσμο τούτο εκείνος που είναι άπορος και φτωχός και θέλει να πάρει ελεημοσύνη από κάποιο πλούσιο, πηγαίνει και του λέει «ελέησον με», δηλαδή «λυπήσου με για τη φτώχεια μου και δος μου τα αναγκαία». Και πάλι, εκείνος που έχει χρέος και θέλει να του το χαρίσει ο δανειστής του, πηγαίνει και του λέει «ελέησόν με», δηλαδή «λυπήσου με για την ανέχειά μου και χάρισέ μου αυτό που σου χρωστώ». Όμοια και ο φταίχτης, θέλοντας να τον συγχωρήσει εκείνος στον οποίο έφταιξε, πηγαίνει και του λέει «ελέησόν με», δηλαδή «συγχώρεσέ με για ό,τι σου έκανα». Από την άλλη μεριά, ο αμαρτωλός φωνάζει στο Θεό το «Κύριε ελέησον» και δεν ξέρει μήτε τι λέει, μήτε γιατί το λέει, αλλά μήτε τι είναι το έλεος του Θεού που τον παρακαλεί να του το δώσει, μήτε σε τι τον συμφέρει το έλεος που ζητά, και μόνο από συνήθεια φωνάζει «Κύριε ελέησον», χωρίς να ξέρει τίποτε. Πως λοιπόν να του δώσει ο Θεός το έλεός Του, αφού αυτός, καθώς δεν το ξέρει, το καταφρονεί και πάλι το χάνει σύντομα και αμαρτάνει περισσότερο; Το έλεος του Θεού δεν είναι άλλο, παρά η χάρη του Παναγίου Πνεύματος, την οποία πρέπει να ζητούμε από το Θεό εμείς οι αμαρτωλοί και να φωνάζομε ακατάπαυστα το «Κύριε ελέησον», δηλαδή «λυπήσου με, Κύριε μου, τον αμαρτωλό, στην ελεεινή κατάσταση που βρίσκομαι, και δέξου με πάλι στη χάρη Σου• δος μου πνεύμα δυνάμεως, για να με δυναμώσει ν' αντισταθώ στους πειρασμούς του διαβόλου και στην κακή συνήθεια της αμαρτίας• δος μου πνεύμα σωφρονισμού, για να σωφρονιστώ, να έρθω σε αίσθηση του εαυτού μου και να διορθωθώ• δος μου πνεύμα φόβου, για να σε φοβούμαι και να φυλάγω τις εντολές Σου• δος μου πνεύμα αγάπης για να σε αγαπώ και να μην απομακρύνομαι πλέον από κοντά Σου• δος μου πνεύμα ειρήνης, για να φυλάγει την ψυχή μου ειρηνική και να συγκεντρώνω όλους μου τους λογισμούς και να είμαι ήσυχος και ατάραχος• δος μου πνεύμα καθαρότητας, για να με φυλάγει καθαρό από κάθε μολυσμό• δος μου πνεύμα πραότητας, για να είμαι ήμερος στους αδελφούς μου Χριστιανούς και να απέχω από το θυμό• δος μου πνεύμα ταπεινοφροσύνης, για να μη φαντάζομαι τα υψηλά και υπερηφανεύομαι».
Στο Ενοριακό Αρχονταρίκι του Ιερού Ναού Ευαγγελιστρίας Πειραιώς και στο πλαίσιο του προγράμματος «ΕΝΟΡΙΑ εν δράσει…», o Πρωτοπρεσβύτερος Σπυρίδων Τσιμούρης συζήτησε το θέμα «Η προσφορά του Γέροντος Γεωργίου Καψάνη στην Εκκλησία και την Ορθοδοξία», με τον Ιερομόναχο Λουκά Γρηγοριάτη, τη Δευτέρα 7 Νοεμβρίου.
Προλογίζοντας ο π. Σπυρίδων χαρακτήρισε τον μακαριστό Γέροντα πρόσωπο αγαπητό και πρόσωπο – σταθμός. Έναν άνθρωπο λεβέντη γεμάτο από αγάπη, θεολογική γνώση, κρυστάλλινη εμμονή στην αλήθεια.
Ακολούθως έλαβε τον λόγο ο π. Λουκάς Γρηγοριάτης. Όπως είπε, ο μακαριστός Γέροντας για πάρα πολλούς ανθρώπους, αποτέλεσε το πρόσωπο εκείνο που τους στήριξε, τους αγάπησε, τους βοήθησε να προχωρήσουν με ασφάλεια στην πνευματική ζωή.
Προσέφερε πρώτα τον εαυτό του στην Εκκλησία κι έτσι μπόρεσε κατόπιν να προσφέρει και το έργο του στην Εκκλησία. Όλη του η ζωή, από την παιδική του ηλικία, ήταν για την Εκκλησία.
Η ζωή του
Στη συνέχεια ο π. Λουκάς αναφέρθηκε στα βασικά στοιχεία της ζωής του μακαριστού, που δείχνουν και τον τρόπο της προσφοράς του στην Εκκλησία και την Ορθοδοξία.
«Πρόσωπο φωτεινό, καθαρό. Χαίρονταν οι άνθρωποι να είναι κοντά του, να τον ακούνε και να τον βλέπουνε. Νους οξυδερκής, φρόνημα ταπεινό, καρδιά ευσπλαχνική.»
Περιέγραψε στο σημείο αυτό, τις πέντε βασικές αρετές του Γέροντα. Πρώτη του αρετή, η αγάπη προς τον Θεό και τον άνθρωπο. Την προς τον Θεό αγάπη, την έκρυβε επιμελώς. Την αγάπη του προς τους ανθρώπους, δεν μπορούσε να την κρύψει.
Αγαπούσε αληθινά, πνευματικά, χριστοκεντρικά, με καθαρότητα και ανιδιοτέλεια. Αγαπούσε με θυσία του εαυτού του. Οι πολλές του ασθένειες, δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα φυσικής φθοράς, αλλά και συνέπειες της αγάπης του.
Η υπομονή του ήταν επίσης καρπός της αγάπης του. Γι᾽ αυτό και στην βαριά ασθένεια του καρκίνου, δεν βαρυγκώμησε.
Δεύτερη αρετή του, ήταν η πίστη του, ως βίωμα εμπιστοσύνης στον Θεό. Ο Γέροντας ήταν απόλυτα αναπαυμένος με το θέλημα του Θεού. Πολύτιμο συνεργό στην άσκηση της πίστεως, είχε την προσευχή. Προσευχόταν αθόρυβα, καρδιακά, αληθινά.
Τρίτη αρετή του, η ταπεινοφροσύνη του. Δεν αυτοσχεδίαζε, δεν ήθελε να προβάλλει κάτι καινούργιο ώστε να δημιουργήσει εντυπώσεις, οπαδούς, σχολή. Ήθελε μόνο να γίνεται το θέλημα του Θεού.
Όπως είπε χαρακτηριστικά επ᾽ αυτού:
«Ήλθε στο Άγιο Όρος με μικρή συνοδεία. Δεν θέλησε να επιβληθεί στην παλιά αδελφότητα. Την αγκάλιασε, την τίμησε, την στήριξε.
Το πόνεσε το Άγιο Όρος και δόθηκε στο Άγιο Όρος.»
Τέταρτη αρετή του, ήταν η εκκλησιαστικότητα των κινήτρων του. Η συνεισφορά του στο έργο της Εκκλησίας, δεν εξυπηρετούσε αλλότρια συμφέροντα, δεν έκρυβε ιδιοτέλεια ή υστεροβουλία. Τα έδινε όλα για την Εκκλησία.
Και η πέμπτη αρετή του, ήταν η διάκριση, η οποία είχε δύο εκφράσεις. Να ενεργεί με κατά Θεόν ευγένεια και φρόνηση, έτσι ώστε και όταν διαφωνούσε να μην προσβάλλει. Και δεύτερον να διακρίνει αμέσως τα πνεύματα, με αποτέλεσμα να γνωρίζει πότε η παρέμβαση του ήταν αναγκαία και πότε όχι, πότε συνέφερε τη Εκκλησία μια οξεία αντίδραση και πότε έπρεπε να ενεργεί ήπια.
Έτσι, έχοντας αυτές τις βάσεις, διετέλεσε ηγούμενος της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου του Αγίου Όρους, για 40 χρόνια, από το 1974 έως το 2014.
Η ποιμαντική του
Στη συνέχεια ο π. Λουκάς ανέπτυξε την ποιμαντική διακονία και προσφορά του Γέροντα Γεωργίου.
Από νωρίς λοιπόν, άρχισε την κατηχητική του δραστηριότητα. Συνέλαβε την ιδέα να συστήσει ένα ίδρυμα νεότητας στο πλαίσιο της Ενορίας Αγίου Αλεξάνδρου Παλαιού Φαλήρου. Σε αυτό θα έβρισκαν πνευματική στήριξη οι νέοι της Ενορίας. Ήταν την δεκαετία του ’50 που ίδρυσε το Χριστιανικό Ίδρυμα Νεότητος «Ο Παντοκράτωρ».
Η ποιμαντική των φυλακισμένων, ήταν το αντικείμενο της διδακτορικής του διατριβής. Και οι επισκέψεις στις φυλακές ανηλίκων, το εφαρμοσμένο μάθημα του στους φοιτητές της Θεολογικής Σχολής.
«Όμως τον κέρδισε τελικά η ποιμαντική του λαού του Θεού. Την ακαδημαϊκή θέση αντάλλαξε με το μοναχικό σχήμα και την ιεροσύνη.
Στο κέντρο της ποιμαντικής του, ήταν η ησυχαστική παράδοση της Φιλοκαλίας, του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και των Κολλυβάδων Πατέρων. Συχνά ο λόγος του ήταν περί μετανοίας και νοεράς προσευχής.
Πολλοί νέοι έγιναν μοναχοί κάτω από την πνευματική του καθοδήγηση.»
Ώριμος στην σωματική και πνευματική ηλικία, προσέφερε την ποιμαντική του και στον γυναικείο μοναχισμό. Μεγάλα κοινόβια και μικρά μοναστηράκια, δέχτηκαν την ποιμαντική του φροντίδα.
Πόθος του Γέροντα ήταν εμείς οι Ορθόδοξοι να καλλιεργήσουμε την αυτοσυνειδησία μας. Ότι δηλαδή, μόνον η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.
Στη συνέχεια ο π. Λουκάς έκανε μνεία και της Ιεραποστολικής προσφοράς του Γέροντα, κάνοντας αναφορά και στο πρόσωπο του φλογερού ιεραποστόλου, του μακαριστού π. Κοσμά Γρηγοριάτη.
Η προσφορά του Γέροντα Γεωργίου ήταν να συντονίζει, να εμψυχώνει, να επιβλέπει, να παρηγορεί, να χειρίζεται καταστάσεις που απαιτούσαν διάκριση και πνευματική ωριμότητα.
Να προσφέρει κατάλληλους μοναχούς και δυνάμεις, ώστε το έργο εκεί να αποδώσει καρπούς.
Η αντιμετώπιση των δυσκολιών και των εντάσεων μέσα στην Εκκλησία
Σε ερώτηση του π. Σπυρίδωνα αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο ο Γέροντας αντιμετώπιζε δύσκολες καταστάσεις και εντάσεις εντός της Εκκλησίας, ο π. Λουκάς απάντησε πως στεκόταν απέναντι σε τέτοιες εντάσεις με μερικά σπουδαία χαρακτηριστικά.
Το πρώτο ήταν ο πόνος του. Πονούσε για το θέμα και η αγάπη του ήταν αυτή που έβγαινε απ᾽ την ψυχή του απέναντι στα πρόσωπα που σχετίζονταν με το θέμα.
Ταυτόχρονα όμως προσευχόταν να γίνει το θέλημα του Θεού και ενεργούσε με ταπεινοφροσύνη και διάκριση. Ήταν η καρδιακή καθαρότητα με την οποία αντιμετώπιζε τέτοιες καταστάσεις.
Ο εκκλησιαστικός άνθρωπος και η έννοια της «εκκλησιαστικότητας»
Ο Γέροντας οδηγούσε τα πνευματικά του παιδιά, σε αυτό που είναι το θέλημα του Θεού για τον καθένα. Να γίνουν κατά Χάριν θεοί, τέκνα Θεού.
«Διότι αυτό διαφοροποιεί την Εκκλησία από τα άλλα συστήματα. Ο εκκλησιαστικός άνθρωπος στοχεύει και παιδαγωγεί προς αυτό που θέλει ο Θεός από μας. Να ενωθούμε μαζί του.»
Το χάρισμα της πατρότητας
Σε άλλη ερώτηση σχετικά με το χάρισμα της πατρότητας του Γέροντα, ο π. Λουκάς απάντησε πως ήταν ακένωτη η πατρική του αγάπη. Γι᾽ αυτό και ήταν μεγάλος ο πόνος με τον οποίον υποδεχόταν κάθε άνθρωπο.
Και συμπλήρωσε πως θεωρούσε την υπακοή, το καλύτερο μέσο και τρόπο με τον οποίον ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει στην αληθινή ελευθερία.
Η ζωή στην Ενορία
Επόμενο θέμα ήταν η ζωή στη Ενορία, όπως της προσέγγιζε ο Γέροντας Γεώργιος. Η ζωή του Ορθοδόξου λαού, όπως έλεγε, είναι γύρω από την Εκκλησία, γύρω απ᾽ την Αγία Τράπεζα.
Και η Ενορία είναι μια συγκεκριμένη έκφραση της Εκκλησίας «εν τόπῳ», γύρω απ᾽ το θυσιαστήριο και τον εφημέριο της, ουσιαστικά γύρω από την Θεία Λειτουργία.
Όπως είπε ο π. Λουκάς:
«Η Ενορία είναι μία κοινωνία εν Χριστώ, αυτών οι οποίοι εκκλησιάζονται εκεί. Με κέντρο το Ναό, τη Θεία Λειτουργία και το λατρευτικό έργο της Ενορίας, γίνονται όλες οι υπόλοιπες δραστηριότητες.
Βγαίνουμε απ᾽ την Εκκλησία και συνεχίζουμε να ενεργούμε λειτουργικά, ευχαριστιακά.»
Η θεολογία για τον Γέροντα
Ο Γέροντας Γεώργιος, θέλησε η θεολογία του να είναι εμπειρική και όχι διανοητική. Πως δηλαδή τα δόγματα της Εκκλησίας γίνονται πράξεις και πως οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, γίνονται τρόποι βιώσεως της καθημερινότητας μας.
Πίστευε ο Γέροντας, πως ο σωστός τρόπος θεολογίας είναι η ταπεινή υπακοή σε αυτό το οποίο έχουν πει οι Άγιοι Πατέρες, ώστε να είναι έκφραση της εν Αγίῳ Πνεύματι, εμπειρίας των θεοφόρων Πατέρων.
Η μνήμη του Γέροντα
Τελευταίο ερώτημα του π. Σπυρίδωνα προς τον συνομιλητή του, ήταν το πώς θα θυμάται τον Γέροντα. Ο π. Λουκάς απάντησε σχετικά:
«Ο Γέροντας είναι εκείνος που μας αγάπησε, μας γέννησε πνευματικά, μας στήριξε ως πατέρας, μας άφησε μια ισχυρή πνευματική παρακαταθήκη.
Κι εκείνος ο οποίος απ᾽ τον ουρανό, φροντίζει για την σωτηρία μας.»
Πηγή: Συνοδοιπορία
Από τα δόγματα και τας αληθείας που φυλάσσει η Εκκλησία άλλα μεν τα έχομεν πάρει από την γραπτήν διδασκαλίαν, άλλα δε, που μυστικώς έφθασαν μέχρις ημών εκ της παραδόσεως των αποστόλων, τα εκάμαμεν δεκτά. Και τα δύο στοιχεία, και η γραπτή και η άγραφος παράδοσις, έχουν την αυτήν σημασίαν δια την πίστιν. Και κανείς εξ όσων έχουν και μικρά γνώσιν των εκκλησιαστικών θεσμών δεν θα εγείρει αντίρρησιν επ' αυτών.
Διότι αν επιχειρούσαμεν να εγκατελείψωμεν όσα εκ των εθών είναι άγραφα, διότι δήθεν δεν έχουν μεγάλην σημασίαν, χωρίς να το καταλάβωμεν θα εζημιώναμεν το Ευαγγέλιον εις την ουσίαν του ή μάλλον θα μετετρέπαμεν το κήρυγμα εις κενόν νοήματος όνομα. Λόγου χάριν (δια να θυμηθώ το πρώτον και πιο συνηθισμένον απ' όλα), ποιος εδίδαξε γραπτώς ότι οι ελπίζοντες εις το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού φανερώνουν αυτήν την πίστιν των με το να κάνουν το σημείο του Σταυρού; Το να στρεφώμεθα προς Ανατολάς κατά την προσευχήν ποιον γραπτόν έργον μας το εδίδαξε; Τους λόγους της επικλήσεως κατά τον αγιασμό του άρτου της θείας ευχαριστίας και του ποτηρίου, ποιος εκ των αγίων μας τους άφησε γραπτώς; Δεν αρκούμεθα ασφαλώς εις αυτά που οι απόστολοι ή το Ευαγγέλιον μνημονεύουν, αλλά προς της Ευχαριστίας και μετά από αυτήν λέγομεν και άλλα, διότι εδιδάχθημεν από την άγραφον διδασκαλίαν ότι έχουν μεγάλην δύναμιν εις την επιτέλεσιν του Μυστηρίου.
Ευλογούμεν επίσης και το ύδωρ του βαπτίσματος και το έλαιον του Χρίσματος και ακόμη και αυτόν που βαπτίζεται. Από ποια γραπτά κείμενα τα επήραμεν αυτά; Δεν τα γνωρίζαμεν από την σιωπηράν και μυστικήν παράδοσιν; Ποιος γραπτός λόγος διδάσκει την δια του ελαίου χρίσιν; Από πού επήραμεν το να βαπτίζωμεν τρεις φοράς εις το ύδωρ τον άνθρωπον; Και τα άλλα ακόμη τα σχετικά με το βάπτισμα, όπως η αποκήρυξις του Σατανά και των αγγέλων αυτού, από ποιον σύγγραμα διδάσκονται; Δεν προέρχονται όλα αυτά από αυτήν την μη δημοσιευθείσαν και μυστικήν διδασκαλίαν, την οποίαν διετήρησαν οι πατέρες μας εν σιγή χωρίς να τη πολυερευνούν και να την περιεργάζονται, επειδή ορθώς είχαν μάθει, ότι πρέπει με τη σιωπήν να προστατεύομεν την σεμνοτητα των μυστηρίων; Διότι πώς ήτο δυνατόν να διακηρυχθεί το νόημα αυτών τα οποία ούτε να ιδούν επιτρέπεται όσοι είναι αμύητοι; Τι επεδίωκεν άραγε ο μέγας Μωυσής με το να καθορίσει ότι δεν ημπορούν όλοι να εισέρχονται εις το ιερόν; Τους βεβήλους δεν τους επέτρεψεν ούτε εντός των περιβόλων να εισέρχονται˙ αφού δε άφησε τα προαύλια μόνον δια τους καθαρωτέρους, τους Λευίτας μόνον έκρινε ως αξίους να προσφέρουν λατρείαν εις τον Θεόν. Ενώ δε εξεχώρισεν ως έργον των ιερέων τα σφάγια και τα ολοκαυτώματα και όλην την άλλην ιερουργίαν, επέτρεψε εις ένα μόνον, τον αρχιερέα να εισέρχεται εις τα άδυτα. Και δι'αυτόν καθώρισε να εισέρχεται όχι πάντοτε, αλλά κατά μίαν μόνον ημέραν του χρόνου και κατά ωρισμένην ώρα, ώστε να εποπτεύει τα Άγια των Αγίων με θάμβος, λόγω του ότι θα ήτο τούτο κάτι ασυνήθιστον και ξεχωριστόν.
Εγνώριζε καλώς ο σοφός Μωυσής ότι εύκολα περιφρονεί κανείς το συνηθισμένον και ευκολοπλησίαστον, το απομεμακρυσμένον όμως και σπάνιον το θεωρεί κατά φυσικήν ακολουθίαν ως περισπούδαστον. Κατά τον ίδιο τρόπον λοιπόν και οι απόστολοι και πατέρες που έθεσαν εξ αρχής τους εν τη Εκκλησία θεσμούς επεδίωκαν να διαφυλάξουν με τη μυστικότητα και την σιωπήν την σεμνότητα των Μυστηρίων. Άλλωστε παύει να είναι μυστήριον αυτό που εύκολα το πληροφορείται ο οιοσδήποτε.
Αυτό είναι το νόημα της αγράφου παραδόσεως˙ να μη αμεληθή και περιφρονηθή η γνώσις των δογμάτων από τους πολλούς λόγω συνηθείας. Υπάρχει διαφορά μεταξύ δόγματος και κηρύγματος. Το δόγμα σιωπάται˙ τα κηρύγματα δημοσιεύονται. Ένα είδος σιωπής είναι και η ασάφεια της Γραφής, με την οποία καθιστά αυτή δυσχερή την κατανόηση των δογμάτων επ' ωφελεία των αναγνωστών.
Δι' αυτόν τον λόγον, ενώ όλοι στρεφόμεθα κατά την προσευχήν προς ανατολάς, ολίγοι γνωρίζομεν ότι επιζητούμεν έτσι την παλαιάν πατρίδα, τον παράδεισον, τον οποίον εφύτευσεν ο Θεός εις την Εδέμ που ευρίσκεται προς ανατολάς. Όρθιοι προσφέρομεν τας ευχάς κατά την ημέραν της Κυριακής˙ δεν γνωρίζουμε όμως όλοι τον λόγον. Όχι μόνον δια να υπενθυμίσουμε εις τους εαυτούς μας, με την στάσιν μας κατά την αναστάσιμον ημέραν, την Χάριν που μας εδόθη, ότι δηλαδή αναστηθήκαμεν μαζί με τον Χριστόν και εμείς και οφείλομεν να επιδιώκωμεν τα άνω, αλλά και διότι φαίνεται ότι είναι αυτή και μία εικών της μελλούσης ζωής.
Δια τούτο ενώ είναι η αρχή των ημερών της εβδομάδος , δεν ωνομάσθη απόν Μωυσή πρώτη, αλλά μία. ‘‘Έγινε, λέγει, βράδυ, ήλθε κατόπιν το πρωί, και έχομεν έτσι μίαν ημέραν’’ (Γεν.1,5). Και τούτο διότι η ίδια ημέρα κάνει τον αυτόν κύκλον πολλάς φοράς. Είναι μία λοιπόν αυτή ημέρα, και συγχρόνως ογδόη και φανερώνει την μίαν πράγματι και αληθινήν ογδόη ημέραν, εις την οποίαν αναφέρεται και ο ψαλμωδός εις μερικάς επιγραφάς των ψαλμών, την κατάστασιν που θα διαδεχθή αυτόν τον χρόνον , την ατελείωτον ημέραν, την αβασίλευτον, που δεν τη διαδέχεται η νύκτα, τον ατελείωτον εκείνον και αγέραστον αιώνα.
Αναγκαστικώς λοιπόν η Εκκλησία διδάσκει εις τα τέκνα της να προσεύχονται κατ' αυτήν την ημέραν όρθιοι, ώστε με τη διαρκή υπόμνησιν της αιωνίου ζωής να μη παραμελούμεν τα εφόδια δια την εκεί μετάβασίν μας. Ολόκληρος δε η περίοδος της πεντηκοστής είναι υπόμνησις της εις το μέλλον αναμενόμενης αναστάσεως. Διότι εάν η μία εκείνη και πρώτη ημέρα επταπλασιασθή επτά φοράς, συμπληρώνει τας επτά εβδομάδας της ιερά περιόδου της Πεντηκοστής. Άρχεται δηλαδή από Κυριακήν και τελείωνει πάλιν εις Κυριακήν και επαναλαμβάνεται ενδιαμέσως πεντήκοντα φοράς ο αυτός κύκλος της ημέρας. Μιμείται δια τούτο την αιωνιότητα και είναι ομοία προς αυτήν˙ όπως εις την κυκλικήν κίνησιν, αρχίζει από τα ίδια σημεία και τελειώνει πάλιν εις τα ίδια. Κατ'αυτήν λοιπόν την ημέραν οι θεσμοί της Εκκλησίας μας εδίδαξαν να προτιμώμεν την ορθίαν στάσιν, σαν να μεταφέρουν έτσι με τη διαρκή υπόμνησιν τον νουν μας από τα παρόντα εις τα μέλλοντα. Και μετά από κάθε γονυκλισίαν επίσης εγειρόμεθα, δια να δείξομεν έτσι ότι λόγω της αμαρτίας επέσαμεν εις την γην, λόγω της φιλανθρωπίας όμως του κτιστού μας ωδηγηθήκαμε εις τον ουρανόν.
Δεν θα με φθάση η ημέρα δια να εκθέσω τα άγραφα Μυστήρια της Εκκλησίας.
Πηγή: (Μέγας Βασίλειος, ΕΠΕ, ΤΟΜΟΣ 10, ΕΡΓΑ ΔΟΓΜΑΤΙΚΑ), Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
Ἐκδήλωση της Ενωμένης Ρωμηοσύνης «Ὅσιος Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος ἐμπειρίες καὶ θαύματα» στὰ Σπάτα στις 31 Ὀκτωβρίου 2016.
Μία εὐλογημένη καὶ πολὺ πνευματικὴ ἐκδήλωση πραγματοποιήθηκε στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίας Κυριακῆς Σπάτων μὲ κεντρικὸ θέμα <<ΟΣΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ, ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ>> πού ὄσοι ειχαν τὴν χαρὰ καὶ εὐκαιρία νὰ τὴν παρακολουθήσουν, τὴν βίωσαν καὶ τὴν ἔνιωσαν ἀπόλυτα, μέσα στὴν καρδιά τους.
Η εκδηλωση, την οποία συνδιοργάνωσε η ενορία με τὴν Ἑνωμένη Ρωμηοσύνη, πραγματοποιηθηκε μετὰ τὸ πέρας τῆς θείας λειτουργίας στὴν ὁποία χωροστατησε ὁ καθηγούμενος π. Χρυσόστομός τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Λογγοβαρδας Πάρου.
Στὴν ἀρχή, ὁ πανοσιωλογιώτατος Γέροντας Χρυσόστομος καὶ οἱ πανοσιωλογιώτατος ἱεροκυρηκας π. Τιμόθεος Ἀγγέλης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας Λαυρεωτικης, ὁ ἐφημέριος του Ἱεροῦ Ναοῦ πρωτοπρεσβύτερος π. Παναγιώτης Εὐσταθίου καὶ ὁ π. Κωνσταντῖνος ἔψαλαν τὸ ἀπολυτίκιο τοῦ ὅσιου γέροντα Φιλοθέου Ζερβακου.
Στὴν συνέχεια καὶ μετὰ τὸ καλωσόρισμα ἀπὸ τὸν οἰκοδεσπότη π.Παναγιώτη, χαιρετησε ἐκπρόσωπος τῆς Ἑνωμένης Ρωμηοσύνης, ὁ ὁποῖος ἀναφέρθηκε στὴν ταυτότητά μας, στοὺς σκοπούς, στὶς ἐπιδιώξεις, στὶς ἐκδόσεις καὶ γενικότερα στὸ ἔργο αὐτῆς.
Μετὰ ἔλαβε τὸ λόγο ὁ π. Τιμόθεος πού μίλησε γιὰ τὴν ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τοῦ γέροντα Φιλοθέου μὲ ἰδιαίτερη ἔμφαση στὴ ζωὴ τοῦ Ὁσίου στὴν περιοχὴ τῶν Μεσογείων στὴν ὁποία βοήθησε πνευματικὰ ὁπού ἐξομολογοῦσε κατὰ τὰ ἔτη 1937-1939 (ἐπὶ 12-13 ὧρες τὴν ἥμερα) χιλιάδες πιστούς.
Ἐπίσης μᾶς εἶπε μιὰ ἄγνωστη πολὺ συγκινητικὴ ἱστορία: <<Τὸ 1940, ὁ γέροντας Φιλόθεος εἶδε τὸν νεαρὸ διάκο Ἀγαθόνικο μετέπειτα Μητροπολίτη Μεσογαίας Λαυρεωτικῆς, (ὁ ὁποῖος κοιμήθηκε πρόσφατα), στὸν ἱερὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου στὰ Μεσόγεια. Τὸ 1974 ὅταν ἔγινε μητροπολίτης ἔλαβε συγχαρητήρια ἐπιστολὴ ἀπὸ τὸν γέροντα στὴν ὁποία τοῦ ἔλεγε ὅτι ἀπὸ διάκος ξεχώριζε καὶ ὅτι δὲν θὰ ἔκλεινε τὰ ματιὰ τοῦ ἂν δὲν τὸν ἔβλεπε δεσπότη>>.
Γιὰ τὰ βιώματά του μὲ τὸν γέροντα καὶ τὰ θαύματα πού ἐπετέλεσε μίλησε ὁ γέροντας Χρυσόστομος καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Λογγοβάρδας Πάρου.
Στὴν συνέχεια μᾶς διηγηθηκε γιά το πῶς ἔμεινε στὴν Λογγοβαρδα ἐνῶ ὁ διακαὴς πόθος του ἦταν νὰ πάει στὸ Ἅγιον Ὅρος, πὰρ ὅτι ὁ πνευματικός του, Ἅγιος Νεκτάριος, τοῦ εἶχε πεῖ ὅτι θὰ πάει στὴν Λογγοβάρδα τῆς Πάρου.
Παρ’ ὄτι αυτος ξεκινησε και πηγε στὴν Θεσσαλονικη,συνελήφθη και φυλακίστηκε στὸ Λευκὸ Πύργο ἀπὸ τοὺς Τούρκους πού τὸν καταδίκασαν σὲ θάνατο. Ἐνώ τον πήγαιναν γιὰ ἐκτελέση, τὸν ἔσωσε ὁ Τοῦρκος Διοικητής, μετὰ ἀπὸ θαυματουργική παρέμβαση τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, καὶ τὸν ἔστειλε πίσω στὸν Πειραια.
Ἀκόμα μας ενημερωσε γιὰ το μεγαλο ἱεραποστολικὸ ἐργο πού διατέλεσε ἐνῶ στὸ τελος ὁ ἡγούμενος μᾶς ὑποσχέθηκε ὅτι ἐπειδὴ εἶναι παρὰ πολλὰ αὐτὰ πού ἤθελε να μας μετεφερει γιὰ τόν ὅσιο γέροντα Φιλόθέο Ζερβάκο, μᾶς ἔδωσε τὴν ὑπόσχεση του ὀτι θα ὑπάρξει καὶ δεύτερο μέρος.
Πηγή: Ενωμένη Ρωμηοσύνη
Τό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου μεταδόθηκε σταδιακά σέ ὅλα τά μήκη καί τά πλάτη τῆς γῆς. Ἀπό τούς πρώτους μαθητές, τούς δώδεκα, τούς ἑβδομήκοντα καί τούς διαδόχους τους πέρασε καί ἄλλαξε ὅλον τόν κόσμο. Τό καλό μήνυμα βρῆκε μέν κλειστές πόρτες ἀλλά συχνά ἀνοιχτές καρδιές. Φυσικά ἡ ἀξία εἶναι μεγάλη, μοναδική καί σημαντική γιά κάθε ψυχή, πού ἐγκολπώθηκε τό καινούργιο μήνυμα. Ὅμως ὑπῆρξαν περιπτώσεις πού πραγματικά θαυμάζεις τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τόν τρόπο ἕλκυσης, σαγήνευσης κάποιων προσώπων. Τρανό παράδειγμα ὁ Σαούλ. Ὁ μεγάλος αὐτός διώκτης τῶν χριστιανῶν γίνεται Παῦλος, κορυφαῖος ἀπόστολος, κήρυκας τῶν Ἐθνῶν καί διδάσκαλος τῆς οἰκουμένης. Ἐκτός αὐτοῦ τόσοι ἄλλοι, ὅπως βλέπουμε στήν Ἐκκλησιαστική ἱστορία, ἀπό ἔχθροι τῆς Πίστης γίνονται ὁμολογητές καί μάρτυρες. Τόσα θαύματα, τόσες προσωπικές ἀποκαλύψεις, πού σέ στρέφουν γιά ἕνα ἀκόμα λόγο δοξολογικά πρός τό Θεό.
Ἡ μεταστροφή ἑνός ἀνθρώπου ἀπό μιά κοινή, καθημερινή ζωή σέ μία νέα πορεία μέ αἰώνια προοπτική δέν ἔπαυσε ποτέ νά ὑφίσταται. Ἀπό τότε πού ὁ Χριστός σαρκώνεται, ἀλλά καί πιό πρίν, τό θαῦμα τῆς θείας ἀλλοίωσης τελεσιουργεῖται ἱεροκρυφίως καί ἀκατάπαυστα μέσα στίς καρδιές ἀμέτρητων ἀνθρώπων. Ἀλλά, ἄς σταθοῦμε σέ μιά κατηγορία ἀνθρώπων, αὐτῶν πού μέ ἐπιχειρήματα ἰδεολογικά, φιλοσοφικά καί ἄλλα ἀρνοῦνταν τήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, πολλῷ δέ μᾶλλον τήν παρουσία Του στήν ζωή τους. Εἶναι συνήθως ἄνθρωποι μορφωμένοι, μέ πτυχία καί τίτλους ἐπιστημονικούς. Διπλωματούχοι θετικῶν ἐπιστημῶν. Ἄλλοι μέ περιουσία καί χρήματα καί ἄλλοι πάμπτωχοι γιά τά πιστεύω τους.
Τί γίνεται ὅμως ὅταν ὁ Χριστός κρούσει τήν πόρτα τῆς δικῆς τους καρδιᾶς; Δέν ὑπάρχουν γενικές ἀπαντήσεις. Ὑπάρχει ἐξατομικευμένη προσέγγιση γιά τήν περίπτωση κάθε ἀνθρώπου. Θά ἀναφέρω μία ἐξ αὐτῶν. Στά νειάτα του βρίσκεται πρῶτος σέ καταλήψεις καί κοινωνικούς ἀγῶνες. Στό πανεπιστήμιο πρωτοστατεῖ σέ συλλαλητήρια. Τόν πονᾶ, καί ὄχι ἄδικα, ἡ κοινωνική ἀνισότητα. Ζητᾶ ἰσονομία καί ὑπερμαχεῖ γιά τήν ἀλληλεγύη. Προασπίζεται μέ τήν διαμαρτυρία του τά ἀνθρώπινα δικαιώματα, ἰδιαίτερα ὡς φοιτητής. Εἶναι ἰδεολόγος. Τά χρόνια ὅμως περνοῦν καί ὅσα ζεῖ ναί μέν ὑπάρχουν ἀκόμα μέσα του καί διαμορφώνουν τήν συμπεριφορά του, ἀλλά δέν τόν γεμίζουν πλέον ὑπαρξιακά, δέν τόν ξεκουράζουν ψυχικά. Εἶναι ὅλα καλά, ἀλλά ἀπρόσωπα. Ἰδέες, ἀξίες πού δέν κοινωνοῦν μέ τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Τότε ψάχνει τό Πρόσωπο. Ψάχνει νά βρεῖ κάτι πού τοῦ λείπει. Ὁ Χριστός τοῦ δείχνει πιό ἔντονα τήν παρουσία Του καί τότε ἐκεῖνος τό ἀντιλαμβάνεται. Ἀντιλαμβάνεται κάτι πού ὑπῆρχε καί πρίν, ἀλλά ἁπλά δέν τό ἔβλεπε. Ἀρχίζει τήν καλή ἀναζήτηση. Καί ἐπειδή τώρα ἡ διάθεση εἶναι ἀγαθή, ἀρχίζει καί «βλέπει», αἰσθάνεται. Τό «χάδι» τοῦ Θεοῦ γίνεται τώρα πιό αἰσθητό καί ἡ καρδιά δέν ἀργεῖ νά ἑλκυσθεῖ. Νιώθει ποιά εἶναι πλέον ἡ ἀλήθεια, ὅπως καί ὅτι πέρασε πολλά χρόνια «χαμένα» γιά νά τήν βρεῖ. Ὁ ἐγωισμός ἀντιστέκεται μέ προφάσεις σχολίων φίλων καί γνωστῶν. «Δέν σέ ἀναγνωρίζουμε» τοῦ λένε. «Πῶς νά πετάξω τόσα χρόνια»; λέει αὐτός. Πῶς νά ἀπαρνηθεῖς ἕνα ἐγώ πού πάντα εὕρισκε λόγους καί ἐπιχειρήματα γιά τήν «ἀποδεδειγμένη ἀθεΐα». Σέ αὐτό τό κρίσιμο καί κομβικό γιά τήν ὕπαρξη σημεῖο μήν γυρίσεις πίσω. Μείνε σέ αὐτό πού ζεῖς καί προχώρησε. Ὅλα τά προηγούμενα εἰπώθηκαν γιά νά λεχθεῖ αὐτό. Προχώρησε στό δρόμο πού ἀνοίχτηκε μπροστά σου. Μήν ἀκούσεις τίς σειρήνες γιατί τόν ἦχο τους τόν ἄκουσες τόσα χρόνια καί δέν σέ ὁδήγησε σέ αὐτό πού ποθοῦσες πραγματικά. Θυμήσου αὐτόν τόν Ζακχαῖο τοῦ Εὐαγγελίου, πού δέν δίστασε νά καταπατήσει τήν «ἀξιοπρέπειά του» γιά νά συναντήσει τήν ἴδια του τήν ζωή, τήν σωτηρία του. Αὐτός ὁ ἐπιφανής καί τόσοι ἄλλοι ἔζησαν τήν στιγμή καί ἄλλαξαν τήν ζωή τους. Καί ἄν δέν μπορεῖς ἀκόμα νά γίνεις φανερός γίνε «νυκτερινός μαθητής Του», καί κουβέντιασέ Τον μέχρι τό πρωΐ. Καί ὅταν ἔρθει ἡ κρίσιμη στιγμή ὁμολόγησέ τον καί ζήτησε τό « Σῶμα Του». Καί ὅταν τό λάβεις «θάψε το» μέσα σου καί τότε αὐτό θά σέ ἀναστήσει. Καί μήν ξεχάσεις ὅτι δέν ὑπάρχει προσωπική ἀνάσταση. Κάνε ὅτι μπορεῖς καί γιά τόν διπλανό σου. Κοινή ἀνάσταση καί καινή χαρά.
Πηγή: Ενωμένη Ρωμηοσύνη
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...