
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
Οἱ θεοπτες, μετέχοντας τῆς φωτιστικῆς καὶ θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, βλέπουν τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς κεκοιμημένους Ἁγίους μέσα στὴν δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ διακρίνουν μιὰ ἄλλη διάσταση χρόνου.
Αὐτό, τὸ ὑψηλότερο ἐπίπεδό τοῦ χρόνου, τὸ ἀποκάλεσαν «αἰώνα» καὶ τὸ διέκριναν ἀπὸ τὸν αἰσθητὸ χρόνο τῆς δημιουργίας ποὺ ζοῦσαν, πρὶν ἀπὸ τὴν θεοπτικὴ ἐμπειρία, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ ἀπρόσιτο Φῶς, στὸ ὁποῖο κατοικεῖ ὁ Θεὸς καὶ τὸ ὁποῖο ἀποκάλεσαν «ἀΐδιον». Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει ὅτι αἰώνας εἶναι ὁ χρόνος ποὺ θὰ σταματήση νὰ κινῆται, καὶ χρόνος εἶναι ὁ αἰώνας ποὺ μετρᾶται κινούμενος. Πάντως, ὁ αἰώνας εἶναι ἄλλο ἐπίπεδό τοῦ χρόνου, καὶ διακρίνεται ἀπὸ τὸ ἀΐδιο, τὸ ὁποῖο ἀποδίδεται στὸν Θεό.
Μέσα στοὺς αἰῶνες ζοῦν καὶ οἱ ἄγγελοι, τὰ νοερὰ πνεύματα ποὺ δημιουργήθηκαν ἀπὸ τὸν Θεό, γι’ αὐτὸ καὶ οἱ ἄγγελοι καλοῦνται καὶ αὐτοὶ αἰῶνες. Εἶναι χαρακτηριστικό το χωρίο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «ἐπ' ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τούτων ἐλάλησεν ἡμῖν ἐν υἱῷ, ὃν ἔθηκε κληρονόμον πάντων, δι' οὗ καὶ τοὺς αἰῶνας ἐποίησεν» (Ἑβραίους Α’, 2).
«Εἰς τοὺς αἰῶνες εἶναι καὶ ὁ χρόνος τῶν ἀγγέλων, ποὺ δὲν εἶναι περιορισμένος ὁ Ἄγγελος ἀπὸ τὴν ὕλη. Ὁπότε, κινεῖται μέσα σὲ χρονικὰ διαστήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ὁμοιάζουν μὲ τὰ δικά μας».
«Ὁ ἄνθρωπος κάτι ὀλίγον συλλαμβάνει ἀπὸ τὸν χρόνον. Ἀπὸ τὸν αἰώνα τίποτε περίπου, ἐκτὸς ἂν φθάνη στὴν θέωση καὶ ἔχη διορατικότητα καὶ ὁ ἴδιος βλέπη ἕναν Ἄγγελο, ὁπότε ἔχει....
μιὰ ἐμπειρία τοῦ Ἀγγέλου».
Ἐφ’ ὅσον οἱ ἄγγελοι εἶναι δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ καὶ ἦλθαν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος στὸ εἶναι, σημαίνει ὅτι ἔχουν ἀρχὴ καὶ εἶναι κτιστοί. Παράλληλα, στὴν Παλαιὰ Διαθήκη γίνεται λόγος γιὰ τὸν ἄκτιστο Ἄγγελο, τὸν Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελο, ποὺ εἶναι ὁ Λόγος, καὶ γιὰ τοὺς κτιστοὺς ἀγγέλους, τὰ δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ.
«Καὶ ὑπάρχει ἕνας ἑρμηνευτικὸς κανόνας, ποὺ τὸν ἐκφράζει ὁ Μέγας Βασίλειος σαφέστατα, ὅπου ὁ Ἄγγελος στὴν Παλαιὰ Διαθήκη λέγεται Θεὸς -διότι ὑπάρχουν ἄγγελοι καὶ ἄγγελοι, ὑπάρχουν καὶ κτιστοὶ ἄγγελοι. Ὅπου ὁ Ἄγγελος ποὺ ἐμφανίζεται στοὺς Προφῆτες λέγεται Θεός, αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός».
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος παρουσιάζει τὴν διαφορὰ μεταξὺ ἄκτιστου Λόγου καὶ κτιστῶν ἀγγέλων:
«Τίνι γὰρ εἰπὲ ποτὲ τῶν ἄγγελων Υἱός μου εἰ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε, καὶ πάλιν ἐγὼ ἔσομαι αὐτῶ εἰς πατέρα, καὶ αὐτὸς ἔσται μοὶ εἰς υἱόν, ὅταν δὲ πάλιν εἰσαγάγη τὸν πρωτότοκον εἰς τὴν Οἰκουμένην, λέγει• καὶ προσκυνησάτωσαν αὐτῶ πάντες ἄγγελοι Θεοῦ, καὶ πρὸς μὲν τοὺς ἀγγέλους λέγει ὁ ποιῶν τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα, καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ πυρὸς φλόγα• πρὸς δὲ τὸν υἱὸν ὁ θρόνος σου, ὁ Θεός, εἰς τὸν αἰώνα τοῦ αἰῶνος• ράβδος εὐθύτητος, ἡ ράβδος τῆς βασιλείας σου• ἠγάπησας δικαιοσύνην καὶ ἐμίσησας ἀνομίαν διὰ τοῦτο ἔχρισέ σε ὁ Θεός, ὁ Θεός σου ἔλαιον ἀγαλλιάσσεως παρὰ τοὺς μετόχους σου» (Ἑβραίους Α’, 5-9).
Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ κάθεται ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός, ἐνῶ οἱ ἄγγελοι εἶναι λειτουργικὰ καὶ διακονικὰ πνεύματα: «πρὸς τίνα δὲ τῶν ἀγγέλων εἰρηκὲ ποτέ• κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου; οὐχὶ πάντες εἰσὶ λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν;» (Ἑβραίους Ἅ’, 13-14).
Ὡς δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ οἱ ἄγγελοι εἶναι ὑλικοί, ἀλλὰ ἔχουν λεπτότερη ὕλη ἀπὸ τὴν δική μας. Γι’ αὐτὸ δὲν λέγονται ἄϋλα ὄντα, γιατί ἄϋλος-Πνεϋμα εἶναι ὁ Θεός, ἀλλὰ χαρακτηρίζονται «αἰθέρια ὄντα».
«Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας λένε ὅτι ὄχι μόνο ἡ ψυχὴ εἶναι σῶμα -ὑλικὴ ἡ ψυχὴ- ἀλλὰ καὶ οἱ ἄγγελοι. Θυμάστε ἐκεῖνο τὸ περίφημο χωρίο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ποῦ λέει ὅτι ἐν συγκρίσει μὲ τὰ ὁρατὰ οἱ ἄγγελοι εἶναι ἀσώματοι; Γιατί λέμε ἀσωμάτους τους ἀγγέλους; διότι εἶναι ἀόρατοι, δηλαδή• ἐν συγκρίσει μὲ τὸν Θεὸ εἶναι παχειὰ ὕλη.
Λοιπόν, δὲν δέχονται οἱ Πατέρες ὅτι ὑπάρχουν ἄϋλα πράγματα• ὁ μόνος ἄυλος καὶ φύσει ἀθάνατος εἶναι ὁ Θεός• οὔτε οἱ ἄγγελοι οὔτε ἡ ψυχή».
Ἡ κτιστότητα συνδέεται μὲ τὴν ὕλη καὶ τὸ θνητό. Μόνος κατὰ φύση ἄκτιστος, ἄυλος καὶ ἀθάνατος εἶναι ὁ Θεός, ἐνῶ οἱ ἄνθρωποι καὶ οἱ ἄγγελοι εἶναι κατὰ φύση κτιστοί, ὑλικοὶ καὶ θνητοί.
«Οἱ Πατέρες ἐξηγοῦν ὅτι φύσει ἀθάνατος εἶναι μόνον ὁ Θεός, καὶ ὁ ἄνθρωπος καὶ οἱ ἄγγελοι δὲν εἶναι φύσει ἀθάνατοι.
Ὁπότε, στοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχει ἡ διδασκαλία ὅτι οἱ ἄγγελοι εἶναι ὑλικὰ ὄντα τουλάχιστον συγκρινόμενοι μὲ τὸν Θεό, δὲν εἶναι καθαρὰ ἄϋλα πνεύματα. Καὶ αὐτὸ βέβαια βασίζεται στὴν πατερικὴ διάκριση μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. Τὸ μόνο φύσει ἀθάνατον εἶναι τὸ ἄκτιστο, ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ποὺ εἶναι ἄκτιστος».
Ἔτσι, οἱ ἄγγελοι καὶ οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων εἶναι «φύσει θνητοὶ ἀλλὰ χάριτι ἀθάνατοι. Γιατί κάθε τί ποὺ ἔχει ἀρχὴ ἔχει καὶ τέλος. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι κάποτε οἱ ἄγγελοι καὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ παύσουν νὰ ὑπάρχουν, ἀφοῦ ὁ Θεὸς θέλησε νὰ παραμένουν ἀθάνατοι. Ἀκόμη, οἱ ἄγγελοι λέγονται «νόες», γιατί ἔχουν νοερὰ ἐνέργεια, ὄχι ὅμως λογική. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει καὶ νοερὰ καὶ λογικὴ ἐνέργεια, ἐνῶ οἱ ἄγγελοι μόνον νοερὰ ἐνέργεια. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἡ περίληψη τῆς δημιουργίας καὶ τὸ τελειότερο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, καὶ γι’ αὐτὸ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ προκειμένου νὰ σώση τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ ἁγιάση τὴν κτίση, προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ ὄχι τὴν ἀγγελική.
«Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν λογικὴ ἐνέργεια οἱ Πατέρες μιλοῦν γιὰ μιὰ νοερὰ ἐνέργεια. Καὶ ἔκαναν σαφῆ διάκριση καὶ λένε ὅτι οἱ ἄγγελοι μὲν εἶναι νόες, ἐνῶ οἱ ἄνθρωποι ἔχουν λόγους. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει λόγο καὶ οἱ ἄγγελοι ἔχουν νόες. Ὁπότε, ἄλλο εἶναι ἡ νοερὰ ἐνέργεια, ἄλλο εἶναι ἡ λογικὴ ἐνέργεια. Γίνεται αὐτὴ ἡ συνεχὴς διαφοροποίηση στοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
Ἂν θέλετε νὰ δῆτε, ἔτσι ἀπὸ κοντά, τὸ θέμα αὐτό, θὰ πρέπει νὰ διαβάζετε τὸν Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη, ὁ ὁποῖος, ὅταν μιλάη γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, κάθε φορᾶ ποὺ λέει «λόγο», λέει καὶ «νοῦ» καὶ κάθε φορᾶ ποὺ λέει «νοῦ» λέει καὶ «λόγο». Βλέπει κανεὶς λόγο καὶ νοῦ νὰ συμβαδίζουν, ὅταν μιλάη γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ὅταν μιλάη γιὰ τοὺς ἀγγέλους, τοὺς ὀνομάζει συνήθως νόες. Αὐτοὶ εἶναι οἱ νόες, νοερὲς δυνάμεις κ.ο.κ. Ἐμεῖς εἴμαστε λογικὰ ὄντα, ἀλλὰ εἴμεθα καὶ νοερὰ ὄντα, γιατί ἔχουμε καὶ τὰ δύο ἐμεῖς, ἐνῶ οἱ ἄγγελοι εἶναι μονοκόμματοι νόες».
Ἔπειτα, βασικὴ ἀρχὴ τῆς πατερικῆς διδασκαλίας εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἀμετάβλητα ὄντα, γι’ αὐτὸ ὅλα τα ὄντα βρίσκονται σὲ μιὰ κίνηση. Οὔτε στὴν ἄλλη ζωὴ θὰ ὑπάρξη στασιμότητα.
«Ὁ ἅγιος Διονύσιος πιστεύει στὴν αἰώνια κίνηση, ὅτι ἡ τελειότητα εἶναι ἡ αἰώνια κίνηση. Τὴν στασιμότητα τὴν ἀποβάλλει. Πιστεύει στὴν τελειότητα, ποὺ ἀκόμα καὶ τὰ Χερουβεὶμ καὶ τὰ Σεραφεὶμ καὶ οἱ Κυριότητες καὶ ὅλοι οἱ ἄγγελοι, πάντα ἀπὸ δόξα σὲ δόξα καὶ διαρκῶς εὑρίσκονται σὲ διαρκῆ ἀνοδικὴ πορεία, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι Θεούμενοι καὶ βλέπουν τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ γιὰ τὴν πλατωνικὴ παράδοση ἡ τελείωση εἶναι ἡ ἀκινησία καὶ τὸ ἀμετάβλητο.
Ὁπότε, ἔχουμε τὸ ἀμετάβλητο στοὺς Ἕλληνες φιλοσόφους, ὡς τὸ τέλος τῆς ἀνθρωπίνης τελειότητος. Ἐνῶ, στὸν κατ’ ἐξοχὴν Ἑλληνίζοντα, δῆθεν, φιλόσοφο Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας ἔχουμε τὴν ἀεικινησία, ὡς τὸ θεμέλιό τῆς Θεώσεως».
Ἀκόμη καὶ οἱ ἄγγελοι, παρὰ τὴν συνεχῆ κίνηση, ποτὲ δὲν μποροῦν νὰ φθάσουν στὴν γνώση τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ, ποτὲ δὲν μποροῦν νὰ γίνουν ἄκτιστοι. Τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ «οὔτε οἱ ἄγγελοι γνωρίζουν».
*Σὲ προηγούμενη ἀναφορὰ ἐκτέθηκε ἡ πατερικὴ διδασκαλία γιὰ τὴν διαφορὰ μεταξὺ χρόνου, αἰῶνος καὶ ἀϊδίου. Καὶ αὐτὴ ἡ διδασκαλία εἶναι ἐμπειρική, καρπὸς τῆς ἀποκαλυπτικῆς θεωρίας ποὺ ἔχουν οἱ Θεούμενοι Ἅγιοι.
Πηγή: («Ἐμπειρικὴ Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὶς προφορικὲς παραδόσεις τοῦ π. Ι. Ρωμανίδη» Τόμος Β΄. Τοῦ σέβ. Μητρ. Ναυπάκτου καὶ αγ. Βλασίου Ἰεροθέου (ΟΟΔΕ).), Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
Την Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2016, στις 8.00 μ.μ. στην αίθουσα ΓΕΧΑ Αμπελοκήπων ένας σύγχρονος «Οδυσσέας του πνεύματος», ο Klaus Kenneth , συζητά μαζί μας για την περιπετειώδη περιπλάνησή του από το σκοτάδι της πλάνης στο φως της Ορθοδοξίας.
Ναρκωτικά-Καταχρήσεις-Ισλάμ-Βουδισμός-Ινδουισμός-Αποκρυφισμός-Μαγεία-Καθολικισμός-Προτεσταντισμός
«Πάντοτε έτρεχα να ξεφύγω από το Θεό, από τους ανθρώπους και τον εαυτό μου. Ήταν ένα ταξίδι στην κόλαση, γεμάτο μίσος και θάνατο, ώσπου να αντικρίσω την αλήθεια για το ποιος πραγματικά ήμουν.
Ίσως κάποιοι στο άκουσμα του ονόματος του Ιησού να μη θελήσουν να ακούσουν την ιστορία. Αυτός όμως που ειλικρινά αναζητεί την αλήθεια, θα διαπιστώσει πόσο ζωντανή είναι η παρουσία του Θεού και με πόση αγάπη προστατεύει όλους εμάς κάθε μέρα…» (Klaus Kenneth)
Ποιος είναι ο Κλάους Κένεθ
Ο Κλάους Κένεθ γεννήθηκε στην Τσεχοσλοβακία το 1945. Την παιδική του ηλικία σημάδεψαν οι κακουχίες και η γονεϊκή εγκατάλειψη. Σε νεαρή ηλικία κακοποιείται σεξουαλικά από έναν ρωμαιοκαθολικό ιερέα, πράγμα που τον κάνει να αποστραφεί βαθιά τον Χριστιανισμό… Στα εφηβικά του χρόνια εξωθείται σε αντικοινωνικές συμπεριφορές, απότοκο των οποίων είναι οι συχνές καταδίκες και φυλακίσεις του. Τριγυρνά με εφηβικές συμμορίες σε όλη τη Γερμανία και ζει έντονη νυχτερινή ζωή, παίζοντας μουσική σε κακόφημα κλαμπ.
Στα μετεφηβικά του χρόνια βυθίζεται για επτά χρόνια (1967-1973) στον κόσμο των ναρκωτικών. Περιπλανιέται σε ολόκληρο τον ανατολικό κόσμο, αναζητώντας την αλήθεια και κυρίως τη δύναμη να εξουσιάζει τους ανθρώπους, τους οποίους μισεί ολοένα και περισσότερο. Γνωρίζει τον Ισλαμισμό, τον Ινδουϊσμό και τον Βουδισμό, και θητεύει για χρόνια στις τάξεις τους. Μην μπορώντας να βρει λύση στα προσωπικά του αδιέξοδα, ρίχνεται στις καταχρήσεις… Στη συνέχεια καταφεύγει στον λατινοαμερικάνικο αποκρυφισμό και τη μαγεία.
Μετά από μια σειρά γεγονότων μεταστρέφεται σιγά σιγά στον Χριστιανισμό και το 1983 γνωρίζει τον Γέροντα Σωφρόνιο του Έσσεξ, ο οποίος γίνεται πνευματικός του πατέρας και σημαδεύει την μετέπειτα πορεία του. Το 1986 βαπτίζεται Ορθόδοξος Χριστιανός στη Γενεύη. Μεταφράζει στα γερμανικά με την ευλογία του γέροντα Σοφρωνίου πληθώρα ορθόδοξων πατερικών έργων. Περιοδεύει σε όλη την Ευρώπη, μιλώντας για την Ορθοδοξία και αφηγούμενος την προσωπική του πορεία σε συνέδρια, τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές. Το 2000 ιδρύει την Ακαδημία του Βασιλέως Σολομώντα στην Κένυα, καθώς και το Ίδρυμα του Αγίου Σάββα στη Σερβία. Μέσα από το πρώτο ιδρύει σχολεία και ορφανοτροφεία στην Αφρική, ενώ μέσα από το δεύτερο προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές των ορφανών του πολέμου στη Σερβία και το Μαυροβούνιο. Μέχρι σήμερα μιλά και γράφει για τον Χριστό.
Σε λύπησε ο διάβολος όταν σου αφήρεσε τα χρήματα; Λύπησέ τον και σύ, μην του δώσης ευχαρίστησι.
Αν έλθης σε μάντεις, ευχαρίστησες το διάβολο. Αν ευχαριστήσης το Θεό, έδωσες στο διάβολο το θανάσιμο κτύπημα. Και πρόσεχε τι γίνεται. Ούτε τα χρήματα θα βρης, αν έλθης στους μάντεις, διότι δεν είναι στο χέρι εκείνων να γνωρίζουν – αν και κάπου είπαν και επέτυχαν.
Και την ψυχή σου ακόμη χάνεις και από τους αδελφούς σου θα χλευασθής, και πάλι αυτά κακώς θα τα χάσης. Διότι ο διάβολος γνωρίζοντας ότι δεν υποφέρεις τη ζημία, αλλά για τα χρήματα αρνείσαι και το Θεό σου, πάλι σου δίνει χρήματα για να μπορέσει, πάλι, να σε εξαπατήση και να σε απομακρύνη από το Θεό.
Και αν ακόμη συμβή να πουν κάτι οι μάντεις, μη θαυμάζετε. Ασώματος είναι ο διάβολος. Αυτός οπλίζει τους ληστές αυτούς, διότι αυτά δεν γίνονται χωρίς το διάβολο. Εάν, λοιπόν, οπλίζη αυτούς, γνωρίζει και που συγκεντρώνονται τα χρήματα. Δεν αγνοεί τους υπηρέτες του. Δεν είναι, όμως, αυτό παράξενο. Αν δη ότι στενοχωριέσαι με τη ζημία, προσθέτει και άλλη. Αν δη ότι δεν της δίνεις σημασία και ότι την περιφρονείς, θ’ απομακρυνθή από το δρόμο αυτό. Διότι όπως εμείς διαθέτουμε στους εχθρούς, εκείνα με τα οποία τους προκαλούμε λύπη, και αν δούμε ότι δε λυπούνται, απομακρυνόμαστε στη συνέχεια, έτσι ενεργεί και ο διάβολος.
Τι λες; Δε βλέπεις εκείνους που πλέουν στη θάλασσα, όταν γίνεται τρικυμία, ότι δε φροντίζουν για τα χρήματα, αλλά και όλη την περιουσία τους τη ρίχνουν στη θάλασσα, όταν γίνεται τρικυμία; Τι λες άνθρωπε; Συμπράττεις με την τρικυμία και το ναυάγιο; Πριν το κύμα αφαιρέση τον πλούτο σου, εσύ κάνεις αυτό με τα δικά σου χέρια; Γιατί πριν από το ναυάγιο περιβάλλεις τον εαυτό σου με ναυάγιο; Αλλά αυτά θα πη άνθρωπος, που ζη στα χωράφια και δε γνωρίζει τους κινδύνους στη θάλασσα. Ο ναυτικός, λοιπόν, ο οποίος γνωρίζει καλά, τι κάνει τη γαλήνη και τι προξενεί τους κινδύνους στη θάλασσα, θα περιγελάση εκείνον, που λέει αυτά, διότι, γι’ αυτό τα ρίχνω θα πη, για να μη γίνη τρικυμία.
Έτσι κι εκείνος που γνωρίζει τα πράγματα και τους κινδύνους στη ζωή, όταν δη ότι αναμένεται τρικυμία και ότι τα πνευματικά όντα της πονηρίας θέλουν να προκαλέσουν ναυάγιο, ρίχνει και τα υπόλοιπα χρήματά του. Έγινε κλοπή; Εσύ κάνε ελεημοσύνη και ελαφρύνεις το πλοίο. Άρπαξαν οι ληστές; Εσύ δώσε τα υπόλοιπα στο Χριστό. Έτσι θα παρηγορήσης και τη φτώχεια στους πρώτους. Ελάφρυνε το πλοίο, μη κρατάς τα υπόλοιπα για να μην πλημμυρίση το πλοίο. (Α΄ Θεσσαλονικείς, Γ΄ ΕΠΕ 22, 416-423. PG 62, 413-414)
Πηγή: («Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΚΑΙ Η ΜΑΓΕΙΑ» ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΥΠΟ ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ Έκδοσις: Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη Αγίου Όρους), Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ-ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΣ
Δημητσάνα - Μεγαλόπολη, Κυριακή 30 Ὀκτωβρίου 2016
ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ
ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ
Τά θεῖα Πρόσωπα ἑνωμένα καί διακρινόμενα
1. Τά κηρύγματά μας, ἀγαπητοί μου χριστιανοί, εἶναι δογματικά κηρύγματα καί ἀναφέρονται στήν ὀρθόδοξη πίστη μας. Πρέπει ὁπωσδήποτε νά μάθουμε τό τί πιστεύουμε καί μάλιστα ἀργήσαμε. Ναί, πρέπει νά μάθουμε τόν πολύτιμο θησαυρό μας, γιά νά τόν ἐκτιμήσουμε καί νά τόν ὑπερασπίζουμε ἀπ᾽ αὐτούς πού μᾶς τόν ἐπιβουλεύονται. Βρισκόμαστε στό πρῶτο κεφάλαιο τῶν δογματικῶν μαθημάτων μας, τήν Τριαδολογία. Ὁ Θεός μας, εἴπαμε, εἶναι ῾Αγία Τριάδα. Ὁ Πατέρας, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. Τρία Πρόσωπα (τό λέμε καί τρεῖς Ὑποστάσεις). Τό καθένα ἀπό τά Πρόσωπα αὐτά εἶναι χωριστά τό ἕνα ἀπό τό ἄλλο, ἀλλά εἶναι καί ἑνωμένα. Αὐτό θά σᾶς ἐξηγήσω σήμερα, ἀδελφοί χριστιανοί, μέ ὅσο μπορῶ ἁπλᾶ λόγια καί παρακαλῶ νά προσέξετε:
2. Ἄλλο Πρόσωπο (ἤ Ὑπόσταση) εἶναι ὁ Πατέρας, ἄλλο ὁ Υἱός καί ἄλλο τό Ἅγιο Πνεῦμα. Θεός εἶναι ὁ Πατέρας, Θεός εἶναι ὁ Υἱός, Θεός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. Δέν ἔχουμε ὅμως τρεῖς διάφορους Θεούς, ἀλλά ἕνα Θεό. Πῶς συμβαίνει αὐτό. Αὐτό συμβαίνει γιατί, ἐνῶ ἔχουμε τρία θεῖα Πρόσωπα, διαφορετικά τό ἕνα ἀπό τό ἄλλο, ὅμως τά Πρόσωπα αὐτά ἔχουν τήν ἴδια θεία Οὐσία. Εἶναι ὁμοούσια. Ἔτσι, λοιπόν, γιά τήν ἴδια καί τήν αὐτή καί τήν κοινή θεία Οὐσία πού ἔχουν τά Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδας, εἶναι ἑνωμένα καί ὄχι διηρημένα, ἄν καί εἶναι διαφορετικά τό καθένα Πρόσωπο, ξαναλέγουμε. Συμβαίνει ἐδῶ, ἀγαπητοί μου, στό Τριαδικό δόγμα, ὅ,τι συμβαίνει καί στό Χριστολογικό δόγμα. Ἔδωσαν μεγάλες μάχες ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν οἱ ἅγιοι Πατέρες μας γι᾽ αὐτά τά δύο δόγματα, τό Τριαδικό καί τό Χριστολογικό. Καί στά δύο αὐτά δόγματα ἔχουμε αὐτά τά τρία, πού εἶναι βασικά: Τήν «ἑνότητα», τήν «περιχώρηση» καί τήν «ἰδιαιτερότητα». Δηλαδή: Τά τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδας ἐπειδή ἔχουν τήν ἴδια καί τήν αὐτήν θεία οὐσία, ἐπειδή εἶναι ὁμοούσια, ὅπως εἴπαμε, γι᾽ αὐτό καί εἶναι ἑνωμένα. Καί ὄχι μόνο εἶναι ἑνωμένα, ἀλλά τό ἕνα Πρόσωπο εἶναι μέσα στό ἄλλο. Αὐτό λέγεται «περιχώρηση». Εἶναι αὐτό πού εἶπε ὁ Ἰησοῦς Χριστός: «Ἐγώ ἐν τῷ Πατρί καί ὁ Πατήρ ἐν ἐμοί» (Ἰωάν. 14,10· βλ. καί 14,20· Ἰωάν. 17,21). Ὅμως μή νομίσει κανείς ὅτι ἀπό αὐτή τήν στενή ἑνότητα καί περιχώρηση τῶν θείων Προσώπων μεταξύ τους αὐτά συγχέονται· ὄχι! Γιατί τά θεῖα Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος ἔχουν καί τό ἄλλο χαρακτηριστικό· ἔχουν τήν «ἰδιαιτερότητα». Δηλαδή, ὅπως εἴπαμε, ἄλλο Πρόσωπο εἶναι ὁ Πατέρας, ἄλλο ὁ Υἱός καί ἄλλο τό Ἅγιο Πνεῦμα. Εἶναι πολύ εὔκολο νά πεῖ κανείς (ὅπως τό εἶπε ὁ αἱρετικός Σαβέλλιος) ὅτι ἐπειδή τά τρία Πρόσωπα εἶναι στενά ἑνωμένα καί «περιχωροῦν ἄλληλα», γι᾽ αὐτό καί συγχέονται καί συναιροῦνται. Ὄχι! Εἶναι μέν ἑνωμένα τά Πρόσωπα (ἤ οἱ Ὑποστάσεις) τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀλλά εἶναι διάφορα (διακρινόμενα τό ἕνα ἀπό τό ἄλλο). Ὅπως τό εἶπαν οἱ ἅγιοι Πατέρες «ἀμέριστος ἐν μεμερισμένοις ἡ θεότης»!
3. Ἀλλά τελικά θά ποῦμε αὐτό πού ξέρουμε ὅτι ὁ Θεός μας, ἡ Ἁγία Τριάς, εἶναι μυστήριο. Μυστήριο, πού δέν ἑρμηνεύεται μέ τό ἀνθρώπινο μυαλό. Γιατί, μέ τό ἀνθρώπινο μυαλό, σκεπτόμαστε καί λέγουμε: Ἀφοῦ στήν Ἁγία Τριάδα ὁ Πατέρας εἶναι Θεός καί ὁ Υἱός Θεός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι Θεός, τότε θά πρέπει νά ἔχουμε τρεῖς Θεούς. Πρέπει νά ἔχουμε Τριθεΐα. Ὄχι! Μία εἶναι ἡ θεότητα. Ἕνας εἶναι ὁ Θεός. «Οὐ τρεῖς Θεοί, ἀλλ᾽ εἷς Θεός»!
Αὐτό, χριστιανοί μου, συμβαίνει γιά τό ἑξῆς: Οἱ ἄνθρωποι χωριζόμαστε καί εἴμαστε ξεχωριστοί καί λέγουμε ὅτι εἴμαστε δύο-τρεῖς καί πολλοί, γιατί μᾶς χωρίζει ὁ χρόνος (σέ ἄλλο χρόνο καί καιρό γεννήθηκε ὁ ἕνας καί σέ ἄλλο χρόνο καί καιρό ὁ ἄλλος)· μᾶς χωρίζει ἡ γνώμη, ἡ ἀξία καί ἄλλα ἀνθρώπινα χαρακτηριστικά. Στά Πρόσωπα ὅμως τῆς Ἁγίας Τριάδος δέν συμβαίνει αὐτό· δέν ὑπῆρξε τό ἕνα Πρόσωπο ἐνωρίτερα ἀπό τό ἄλλο· καί τά τρία Πρόσωπα εἶναι ἀΐδια, εἶναι προαιώνια. Δέν ὑπῆρξε ποτέ χρόνος κατά τόν ὁποῖο ἦταν μόνος ὁ Πατέρας, χωρίς νά ὑπάρχει ὁ Υἱός ἤ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Γιατί, τί Πατέρας ἦταν, ἄν δέν εἶχε Υἱό; Ἀκόμη, δέν ἔχει τό ἕνα Πρόσωπο διαφορετική βούληση ἀπό τό ἄλλο. Καί τά τρία Πρόσωπα πάλι ἔχουν τήν ἴδια τιμή (εἶναι ὁμότιμα) καί ἀξία, γιατί καί τά τρία Πρόσωπα εἶναι Θεός. Ἐπειδή λοιπόν στά Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος δέν συμβαίνουν τά ἀνθρώπινα χαρακτηριστικά, πού χωρίζουν τούς ἀνθρώπους καί τούς καθιστοῦν διαφορετικούς τόν ἕνα ἀπό τόν ἄλλο, γι᾽ αὐτό τά θεῖα Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι καί ἑνωμένα μεταξύ τους στενά, ὥστε νά περιχωροῦνται, ἀλλά καί δέν συγχέονται, γιατί δικρίνονται μεταξύ τους ὡς Πρόσωπα. Εἶναι τρεῖς θεῖες Ὑποστάσεις (ἤ Πρόσωπα), ἀλλά ἕνας Θεός.
4. Σᾶς εἶπα παραπάνω, ἀδελφοί, ὅτι τό Τριαδικό δόγμα μοιάζει μέ τό Χριστολογικό, τό δόγμα δηλαδή γιά τό Πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ναί! Θά δοῦμε στήν σειρά τῶν κηρυγμάτων μας ὅτι καί στό Χριστολογικό δόγμα ἔχουμε πάλι αὐτά τά τρία, πού εἴδαμε σήμερα στό Τριαδικό δόγμα. Τήν ἑνότητα, τήν περιχώρηση καί τήν διάκριση. Γιατί, ὅπως στήν Ἁγία Τριάδα μία εἶναι ἡ θεία Οὐσία, ἀλλά τρία τά θεῖα Πρόσωπα, ἔτσι καί γιά τόν Ἰησοῦ Χριστό λέγουμε ὅτι ἕνα εἶναι τό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά δύο εἶναι οἱ φύσεις Του, ἡ θεία καί ἡ ἀνθρώπινη. Καί οἱ δύο αὐτές φύσεις εἶναι ἑνωμένες καί μάλιστα περιχωροῦν ἡ μία τήν ἄλλη, γιατί συνδέονται στό ἕνα Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, χωρίς ὅμως οἱ θεῖες αὐτές φύσεις νά συγχέονται καί νά ἀλλοιώνονται. Ἀλλά θά συνεχίσουμε στόν ἑπόμενο κήρυγμά μας.
Ἡ Παναγία Δέσποινα νά σᾶς εὐλογεῖ καί νά σᾶς προστατεύει ὅλους σας, ἀγαπητοί μου χριστιανοί.
† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας
Πηγή: Ακτίνες
στην Αθήνα την Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016
Πηγή: Αναστάσιος
Η Ελλάδα, ο Ελληνισμός κρύβουν μέσα τους τεράστιες δυνάμεις, αν βάλουμε μαζί και την Ορθοδοξία, τότε αυτές οι δυνάμεις γίνονται απίστευτες. Αυτά είναι τα δικά μας «πυρηνικά όπλα». Σήμερα το κακό είναι άριστα οργανωμένο με χίλια πρόσωπα και υποστηρίζεται από πακτωλό χρημάτων. Το κακό πολεμά φανερά και καλυμμένα, κάθε τι το αγνό, ωραίο και αληθινό. Μέγας εχθρός του κακού είναι ο Χριστός μας και ότι συμβαδίζει μαζί του, ιδιαίτερα ο Ελληνισμός, η Ελληνική γλώσσα και η Ορθοδοξία. Δεν μπορούν οι σύγχρονοι παγκοσμιοποιητές να συγχωρήσουν στον ελληνισμό, ότι έδωσε στον κόσμο το Φως του Πνεύματος και καθόρησε τις Αρχές της Ηθικής, και ότι επινόησε τις πιο δυναμικές έννοιες του κόσμου, αυτές της ελευθερίας του ανθρώπου και της Δημοκρατίας.
Την Ελληνική γλώσσα και την Ορθοδοξία δεν τις συγχωρούν και αυτές, διότι πρώτα η Ελληνική γλώσσα κατέγραψε την Ζωή και την Διδασκαλία του Θεανθρώπου και με την δύναμή της οδήγησε στην όσμωση του κλασσικού Ελληνισμού και του Χριστιανισμού, του πρώιμου, δομώντας έτσι την Ορθοδοξία, η οποία Ορθοδοξία πρεσβεύει την πλήρη αλήθεια περί Θεού, Ανθρώπου και κόσμου. Ο Ελληνισμός θα επανέλθει, θα ξαναδούμε την Ελλάδα όπως της αξίζει.
Πηγή: (Διονύσης Μακρής – Πειραϊκή Εκκλησία – 16.10.2016 Ραδιοφωνική εκπομπή ΄΄ΓΙΑ ΠΟΙΟΝ ΧΤΥΠΑΕΙ Η ΚΑΜΠΑΝΑ΄΄ Καλεσμένος ο Αντιστράτηγος (ε.α) – Επίτιμος Α’ Υπαρχηγός ΓΕΣ Νικόλαος Ταμουρίδης Νικόλαος Ταμουρίδης), Ορθογνωσία, Σημεία Καιρών
Κάνοντας τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, θὰ σᾶς ὁδηγήσω, ἀδελφοί, σ’ ἕνα πνευματικὸ θέαμα
Κάποτε ὁ μεγάλος ὅσιος τοῦ Θεοῦ Ἀντώνιος, ὁ ἐρημίτης τῆς Αἰγύπτου, μὲ θεία ἀποκάλυψη εἶδε τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου ἁπλωμένες σὰν δίχτυα πάνω σ’ ὅλη τὴ γῆ, γιὰ τὴν παγίδευση καὶ τὴν ψυχικὴ καταστροφὴ τῶν ἀνθρώπων. Στέναξε τότε μὲ πόνο ὁ ὅσιος καὶ ρώτησε τὸν Κύριο: «Ποιὸς τάχα, Κύριε, θὰ μπορέσει νὰ ξεφύγει ἀπ’ αὐτὰ τὰ δίχτυα καὶ νὰ σωθεῖ;»(1).
Βυθίζομαι μὲ τὴ σκέψη στὴν παρατήρηση τῶν διχτυῶν τοῦ διαβόλου. Εἶναι ἁπλωμένα ὄχι μόνο ἔξω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ καὶ μέσα του. Τὸ ἕνα δίχτυ εἶναι σφιχτοδεμένο μὲ τὸ ἄλλο. Κάποια δίχτυα εἶναι στημένα σὲ σειρές. Ἄλλα ἀφήνουν μεγάλα ἀνοίγματα, αὐτὰ ὅμως ὁδηγοῦν σὲ ἀναρίθμητες πτυχώσεις ἀπὸ τὶς ὁποῖες εἶναι ἀδύνατο νὰ ξεφύγει κανείς. Θρηνῶ πικρά, βλέποντας τὰ πολύπλοκα σατανικὰ δίχτυα! Αὐθόρμητα ρωτάω κι ἐγώ, ὅπως ὁ ἐρημίτης ὅσιος: “Κύριε, ποιὸς μπορεῖ νὰ γλιτώσει ἀπ’ αὐτά;”.
Ἁπλωμένα δίχτυα εἶναι γιὰ τὸν νοῦ μου τὰ διάφορα βιβλία ποὺ μεταδίδουν δῆθεν τὸ φῶς τῆς γνώσεως, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα βυθίζουν στὸ σκοτάδι τῆς ἀγνωσίας. Ἁπλωμένα δίχτυα εἶναι γιὰ τὸν νοῦ μου τὰ βιβλία ποὺ ἔχουν γραφεῖ μὲ τὴν ἀπροκάλυπτη ἤ συγκαλυμμένη ἐπήρεια τοῦ σκοτεινοῦ καὶ μοχθηροῦ κοσμοκράτορα. Ἁπλωμένα δίχτυα εἶναι γιὰ τὸν νοῦ μου τὰ βιβλία ποὺ προέρχονται ἀπὸ λογικὴ ἀρρωστημένη καὶ φθαρμένη λόγω τῆς προπατορικῆς πτώσεως. Ἁπλωμένα δίχτυα εἶναι γιὰ τὸν νοῦ μου τὰ βιβλία ποὺ περιέχουν «τὴν ἀνθρώπινη δολιότητα καὶ τὰ τεχνάσματα ποὺ μηχανεύεται ἡ ἀπάτη», κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ ἀποστόλου(2), καθὼς προέρχονται ἀπὸ συγγραφεῖς οἱ ὁποῖοι «χωρὶς λόγο ὑπερηφανεύονται μὲ τὸ ὑποδουλωμένο στὴν ἁμαρτία μυαλὸ τους»(3).
Ὁ πλησίον, στὴν ἀγάπη τοῦ ὁποίου ὀφείλω νὰ ἀναζητῶ τὴ σωτηρία, κι αὐτὸς γίνεται γιὰ μένα δίχτυ, ποὺ μὲ παγιδεύει καὶ μὲ ὁδηγεῖ στὸν θάνατο, ὅταν ὁ νοῦς του εἶναι πιασμένος στὰ δίχτυα ψεύτικων διδασκαλιῶν καὶ πλανερῶν σοφιστειῶν.
Ὁ δικός μου νοῦς εἶναι σημαδεμένος ἀπὸ τὴν πτώση, εἶναι καλυμμένος μὲ τὸ πέπλο τοῦ ζόφου, εἶναι δηλητηριασμένος ἀπὸ τὸ ψέμα. Ὁ ἴδιος ὁ νοῦς μου, λοιπόν, πλανεμένος καθὼς εἶναι ἀπὸ τὸν κοσμοκράτορα, ἁπλώνει ἀνεπίγνωστα τὰ δικά του δίχτυα, γιὰ νὰ αὐτοπαγιδευθεῖ. Ἀκόμα κι ὅταν ἦταν στὸν παράδεισο ὁ ἄνθρωπος, ἀδιάκριτα καὶ ἀπερίσκεπτα θέλησε ν’ ἀποκτήσει μία γνώση ὀλέθρια, θανάσιμη!(4). Καὶ μετὰ τὴν πτώση του, ἔγινε ἀκόμα πιὸ ἀδιάκριτος, ἀκόμα πιὸ ἀπερίσκεπτος. Μὲ θρασύτητα μεθᾶ ἀπὸ τὸ ποτήρι τῆς φαρμακερῆς γνώσεως, διώχνοντας ἀποφασιστικὰ ἀπὸ τὴν ψυχὴ του τὴν ἐπιθυμία νὰ γευθεῖ τὸ θεϊκὸ ποτήρι τῆς σωτήριας γνώσεως.
Καὶ γιὰ τὴν καρδιά μου πόσα δίχτυα! Δίχτυα χοντρὰ καὶ δίχτυα λεπτά! Ποιὰ ἀπ’ αὐτὰ νὰ θεωρήσω πιὸ ἐπικίνδυνα, πιὸ φοβερά; Δὲν ξέρω. Ὁ κυνηγὸς εἶναι ἔμπειρος καὶ ἐπιδέξιος· αὐτὸν ποὺ θὰ ξεφύγει ἀπὸ τὰ χοντρὰ δίχτυα του, θὰ τὸν πιάσει στὰ λεπτά. Ὁ σκοπὸς τοῦ κυνηγιοῦ εἶναι ἕνας: ἡ ψυχικὴ καταστροφή.
Τὰ δίχτυα εἶναι στημένα καὶ καμουφλαρισμένα μὲ ποικίλους τρόπους καὶ μὲ ἐξαιρετικὴ τέχνη. Ἡ πτώση εἶναι μεταμφιεσμένη, εἶναι ντυμένη μὲ ροῦχα θριάμβου —μὲ τὴν ὑποκρισία, μὲ τὴν κενοδοξία, μὲ τὴν ἀνθρωπαρέσκεια— καὶ κρύβει ἀπατηλὰ τὸ σκοτεινὸ πρόσωπό της πίσω ἀπὸ ἕνα πνευματικό, ἕνα οὐράνιο προσωπεῖο ἀρετῆς. Ἡ ἀκόλαστη ἀγάπη εἶναι συχνὰ κρυμμένη πίσω ἀπὸ μιά φαινομενικὰ ἁγία ἀγάπη. Ἡ σαρκικὴ γλυκύτητα παρουσιάζεται συχνὰ σὰν γλυκύτητα πνευματική. Ὁ κοσμοκράτορας μὲ ὅλα τὰ μέσα προσπαθεῖ νὰ κρατήσει τὸν ἄνθρωπο δεμένο μὲ τὴ φθαρμένη φύση του. Κι αὐτὸ φτάνει γιὰ τὴν ἀποξένωση τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸν Θεό, ἔστω καὶ χωρὶς μεγάλες πτώσεις στὴν ἁμαρτία. Τὰ βαριὰ ἁμαρτήματα τὰ ὑποκαθιστᾶ ὁλοκληρωτικά, σύμφωνα μὲ τοὺς ἀκριβεῖς ὑπολογισμοὺς τοῦ νοητοῦ κυνηγοῦ, τὸ ὑπερήφανο φρόνημα ἑνὸς χριστιανοῦ ἱκανοποιημένου ἀπὸ τὶς ἀρετές του, τὶς ἀρετὲς τῆς φθαρμένης φύσεως, ἑνὸς χριστιανοῦ πεσμένου στὴν αὐταπάτη· αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ποὺ τὸν ἀποξενώνει ἀπὸ τὸν Κύριο.
Καὶ γιὰ τὸ σῶμα μου πόσα δίχτυα! Τὸ ἴδιο τὸ σῶμα τί δίχτυ ποὺ εἶναι! Καὶ πόσο ἐπωφελεῖται ἀπ’ αὐτὸ ὁ κοσμοκράτορας! Συγκαταβαίνοντας στὶς κατώτερες ροπὲς καὶ ἐπιθυμίες τοῦ σώματος, φτάνουμε νὰ μοιάζουμε στὰ ἄλογα ζῶα. Τί γκρεμός! Τί ξεπεσμὸς ἀπὸ τὴ θεία ὁμοίωση! Φεύγουμε μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ πέφτουμε σ’ αὐτὸν τὸν βαθὺ καὶ φοβερὸ γκρεμό, ὅταν παραδινόμαστε στὶς βαριὲς σαρκικὲς ἁμαρτίες, οἱ ὁποῖες, ἀκριβῶς γιὰ τὴ βαρύτητά τους, ὀνομάζονται πτώσεις(5). Ἀλλὰ καὶ οἱ ἐλαφριὲς σαρκικὲς ἀπολαύσεις δὲν εἶναι λιγότερο ὀλέθριες. Γιὰ χάρη τους παραμελοῦμε τὴν ψυχή μας καὶ λησμονοῦμε τὸν Θεό, τὸν οὐρανό, τὴν αἰωνιότητα, τὸν προορισμό μας.
Ὁ κοσμοκράτορας μὲ τὶς σαρκικὲς ἀπολαύσεις κατορθώνει νὰ μᾶς κρατᾶ σὲ διαρκή περισπασμὸ καὶ νὰ μᾶς προξενεῖ νοητικὸ σκοτισμό. Οἱ θύρες, διαμέσου τῶν ὁποίων ἡ ψυχὴ ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν ὁρατὸ κόσμο, εἶναι οἱ σωματικὲς αἰσθήσεις. Μέσ’ ἀπ’ αὐτές, λοιπόν, τὶς θύρες ὁ κοσμοκράτορας εἰσάγει ἀκατάπαυστα στὴν ψυχὴ αἰσθητικὲς ἱκανοποιήσεις, ποὺ τὴν ὁδηγοῦν στὴν αἰχμαλωσία τῆς ἁμαρτίας. Ἐντυπωσιακὰ ἠχεῖ ἡ μουσικὴ στὶς περιβόητες ἐπίγειες συναυλίες, μία μουσικὴ ποὺ ἐκφράζει καὶ ξεσηκώνει διάφορα πάθη. Τέτοια πάθη προβάλλονται καὶ στὶς ἐπίγειες θεατρικὲς παραστάσεις, τέτοια πάθη ἀναμοχλεύονται μ’ ὅλες τὶς ἐπίγειες τέρψεις. Ὁ ἄνθρωπος μὲ κάθε δυνατὸ μέσο κυνηγᾶ τὴν ἀπόλαυση τοῦ κακοῦ ποὺ τὸν σκοτώνει. Μεθυσμένος ἀπ’ αὐτό, λησμονεῖ τὸ σωτήριο θεῖο ἀγαθὸ καὶ τὸ ἀπολυτρωτικὸ Αἷμα τοῦ Θεανθρώπου.
Νὰ μιά ἁπλὴ ἀπεικόνιση τῶν διχτυῶν ποὺ ἔχει ἁπλώσει ὁ κοσμοκράτορας γιὰ τὴ σύλληψη τῶν χριστιανῶν. Ναί, μόνο ἕνα ἄτεχνο ζωγράφισμά τους ἐπιχείρησα, ἀδελφοί, ἀλλὰ αὐτὸ ἀσφαλῶς θὰ σᾶς προκάλεσε τρόμο, ἀσφαλῶς θὰ γέννησε μέσα σας τὸ ἐρώτημα: “Καὶ ποιὸς μπορεῖ νὰ ξεφύγει ἀπ’ αὐτὰ τὰ δίχτυα;”.
Ἀκόμα δὲν τελείωσε, ὅμως, ὁ φοβερὸς πίνακας! Ἀκόμα κινεῖται ὁ χρωστήρας μου ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ!
Τί λέει. λοιπόν, ὁ Θεός; Κάνει μία προφητεία, ποὺ ἤδη ἐπαληθεύεται. Στοὺς ἔσχατους καιρούς, προαναγγέλλει, «ἐπειδὴ θὰ πληθύνει ἡ κακία, ἡ ἀγάπη τῶν πιὸ πολλῶν θὰ ψυχρανθεῖ»(6). Ὁ ἀδιάψευστος λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ πιὸ στέρεος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ, μᾶς προειδοποιεῖ ὅτι στοὺς ἔσχατους καιροὺς θὰ αὐξηθοῦν τόσο τὰ διαβολικὰ δίχτυα ὅσο καὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ θὰ πιάνονται σ’ αὐτά.
Πράγματι! Κοιτάζω τὸν κόσμο. Καὶ τί βλέπω; Τὰ δίχτυα τοῦ διαβόλου, ἂν τὰ συγκρίνουμε μ’ ἐκεῖνα τῆς πρωτοχριστιανικῆς ἐποχῆς, αὐξήθηκαν πολύ, πολλαπλασιάστηκαν ἀνυπολόγιστα. Πολλαπλασιάστηκαν τὰ βιβλία μὲ τὶς ψεύτικες διδασκαλίες. Πολλαπλασιάστηκαν οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἐνσαρκώνουν διάφορες πλάνες καὶ τὶς μεταδίδουν στοὺς ἄλλους. Πολλοὶ λίγοι, ἐλάχιστοι εἶναι πιὰ ἐκεῖνοι ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν ἁγία ἀλήθεια. Ἐνισχύθηκε ὁ σεβασμὸς πρὸς τὶς φυσικὲς ἀρετὲς τῶν Ἰουδαίων καὶ τῶν εἰδωλολατρῶν. Ἡ γνώση τῶν χριστιανικῶν ἀρετῶν μειώθηκε καὶ ἡ ἔμπρακτη ἐργασία τους σχεδὸν ἐξαφανίστηκε. Ἡ ὑλιστικὴ ζωὴ κυριαρχεῖ καὶ ἡ πνευματικὴ ζωὴ τρεμοσβήνει. Οἱ σωματικὲς ἀπολαύσεις καὶ οἱ βιοτικὲς μέριμνες καταβροχθίζουν τὸν χρόνο μας. Δὲν ἔχουμε καιρὸ οὔτε νὰ σκεφτοῦμε τὸν Θεό. «Ἐπειδὴ θὰ πληθύνει ἡ κακία, θὰ ψυχρανθεῖ ἡ ἀγάπη τῶν πιὸ πολλῶν», κι ἐκείνων ἀκόμα ποὺ θὰ ἀγαποῦσαν θερμὰ τὸν Θεό, ἂν τὸ κακὸ δὲν ἦταν τόσο διάχυτο, ἂν τὰ δίχτυα τοῦ κοσμοκράτορα διαβόλου δὲν εἶχαν τόσο πολλαπλασιαστεῖ.
Δικαιολογημένη ἦταν ἡ λύπη τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου. Πιὸ δικαιολογημένη εἶναι ἡ λύπη τοῦ χριστιανοῦ τοῦ καιροῦ μας, ποὺ βλέπει τὰ σατανικὰ δίχτυα. Εὔλογο εἶναι τὸ θρηνητικὸ ἐρώτημά του: “Κύριε, ποιὸς μπορεῖ νὰ ξεφύγει ἀπ’ αὐτὰ τὰ δίχτυα καὶ νὰ σωθεῖ;”.
Τὴν ἀπάντηση τὴν ἔδωσε ὁ Κύριος στὸν μεγάλο ὅσιο τῆς ἐρήμου: «Ἡ ταπεινοφροσύνη ξεφεύγει ἀπ’ αὐτὰ τὰ δίχτυα, ποὺ δὲν μποροῦν οὔτε νὰ τὴν ἀγγίξουν!»(7).
Θεϊκὴ ἀπάντηση! Ἀπάντηση ποὺ διώχνει ἀπὸ τὴν καρδιὰ κάθε ἀμφιβολία. Ἡ ἀπάντηση αὐτὴ μὲ δυὸ λόγια ἀποκαλύπτει τὸν σίγουρο τρόπο κατατροπώσεως τοῦ ἐχθροῦ μας, τὸν σίγουρο τρόπο διαλύσεως τῶν πολύπλοκων παγίδων του, ποὺ στήνει μὲ μαεστρία χάρη στὴν πολυχρόνια καὶ καταχθόνια ἐμπειρία του.
Ἂς περιτειχίσουμε μὲ τὴν ταπείνωση τὸν νοῦ, μὴν ἀφήνοντάς τον νὰ κυνηγᾶ τὶς γνώσεις ἀνεξέλεγκτα καὶ ἀπερίσκεπτα. Ἂς τὸν φυλάξουμε ἀπὸ τὴν ἐπιρροὴ τῶν αἱρετικῶν διδασκαλιῶν, ποὺ κρύβονται συχνὰ πίσω ἀπὸ τὸ ὄνομα καὶ τὸ προσωπεῖο τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας. Ἂς τὸν κάνουμε νὰ ὑπακούει ταπεινὰ στὴν Ἐκκλησία, «ἀνατρέποντας ψεύτικους ἰσχυρισμοὺς καὶ καθετὶ ποὺ ὀρθώνεται μὲ ἀλαζονεία ἐναντίον τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ»(8). Ὅλος θλίψη, ὅλος δυσκολία εἶναι στὴν ἀρχὴ γιὰ τὸν νοῦ ὁ στενὸς δρόμος(9) τῆς ὑπακοῆς στὴν Ἐκκλησία. Τελικά, ὅμως, αὐτὸς ὁ δρόμος τὸν φέρνει στὴν εὐρυχωρία καὶ τὴν ἐλευθερία τῆς πνευματικῆς γνώσεως. Μπροστὰ στὴν πνευματικὴ γνώση ἐξαφανίζονται ὅλες οἱ ἐνστάσεις τῆς σαρκικῆς καὶ τῆς ψυχικῆς λογικῆς ἐναντίον τῆς ἀκριβοῦς ὑποταγῆς στὴν Ἐκκλησία.
Ἂς μὴν ἐπιτρέπουμε στὸν νοῦ μας τὴ μελέτη πνευματικῶν βιβλίων πέρα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἔχουν συντάξει οἱ συγγραφεῖς τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ συγγραφεῖς γιὰ τοὺς ὁποίους ὑπάρχει σαφὴς ἐκκλησιαστικὴ μαρτυρία ὅτι ἀποτελοῦν ὄργανα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅποιος μελετᾶ τὰ ἔργα τῶν ἁγίων αὐτῶν συγγραφέων, ὁπωσδήποτε κοινωνεῖ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ οἰκοῦσε μέσα τους καὶ μιλοῦσε μὲ τὸ στόμα τους. Ὅποιος, ἀντίθετα, μελετᾶ τὰ συγγράμματα τῶν αἱρετικῶν, ἔστω κι ἂν αὐτοὶ ἀποκαλοῦνταν ἅγιοι, κοινωνεῖ μὲ τὸ πονηρὸ πνεῦμα τῆς πλάνης(10) καί, δείχνοντας τὸν κρυφὸ ἐγωισμό του μὲ τὴν ἀνυπακοὴ στὴν Ἐκκλησία πέφτει στὰ δίχτυα τοῦ κοσμοκράτορα.
Τί νὰ κάνουμε μὲ τὴν καρδιά μας; Αὐτὴ τὴν ἀγριελιὰ ἂς τὴν μπολιάσουμε μ’ ἕνα κλαδάκι ἀπὸ ἥμερη καὶ καρποφόρα ἐλιά, ἂς τὴν κεντρίσουμε μὲ τὰ χαρακτηριστικά τοῦ Χριστοῦ, ἂς τῆς μεταδώσουμε τὴν εὐαγγελικὴ ταπείνωση, ἂς τὴν ἀναγκάσουμε νὰ οἰκειωθεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Θὰ διαπιστώσουμε τότε τὴν ἐναντίωσή της στὸ Εὐαγγέλιο, τὴν ἀκατάπαυστη ἀντιλογία της στὶς θεῖες ἐντολές, τὴν πεισματικὴ ἀνυποταξία της στὸν Κύριο. Σ’ αὐτὴ τὴν ἀντίδραση τῆς καρδιᾶς μας θὰ δοῦμε σὰν σὲ καθρέφτη τὴν πτώση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τὴ δική μας πτώση. Βλέποντάς την, ἂς κλάψουμε μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ Πλάστη καὶ Σωτήρα μας, ἂς πονέσουμε λυτρωτικά. Καὶ ὅσο δὲν θεραπευόμαστε ἀπὸ τὰ πάθη, ἂς παραμένουμε σ’ αὐτὸν τὸν πόνο. Γιατί «καρδιὰ συντριμμένη καὶ ταπεινωμένη δὲν θὰ τὴν ἐγκαταλείψει ὁ Θεὸς»(11), δὲν θὰ τὴν ἀφήσει στὰ χέρια τοῦ ἐχθροῦ. Ὁ Θεός, ὡς Πλάστης μας καὶ ἀπόλυτος Κύριός μας, μπορεῖ νὰ ἀναπλάσει τὴν καρδιά μας, ἂν αὐτὴ ἀδιάλειπτα Τὸν ἱκετεύει μὲ δάκρυα καὶ νὰ τὴ μεταβάλει ἀπὸ καρδιὰ φιλάμαρτη σὲ καρδιὰ φιλόθεη, ἁγία.
Ἂς φυλᾶμε συνεχῶς τὶς σωματικές μας αἰσθήσεις, μὴν ἀφήνοντας τὴν ἁμαρτία νὰ περνᾶ μέσ’ ἀπ’ αὐτὲς στὸ ἐσωτερικό τῆς ψυχῆς. Ἂς χαλιναγωγήσουμε τὰ φιλοπερίεργα μάτια μας καὶ τὰ φιλοπερίεργα αὐτιά μας. Ἂς ἐπιβάλουμε σκληρὴ τιμωρία στὴ γλώσσα μας, τὸ μικρὸ αὐτὸ μέλος τοῦ σώματος ποὺ προκαλεῖ τόσο ἰσχυροὺς σεισμούς. Ἂς ταπεινώσουμε τὶς ἄλογες σαρκικὲς ὁρμὲς μὲ τὴν ἐγκράτεια, τὴν ἀγρυπνία, τὸν σωματικὸ κόπο, τὴ συχνὴ μνήμη τοῦ θανάτου, τὴν ἀδιάλειπτη καὶ προσεκτικὴ προσευχή. Πόσο λίγο διαρκοῦν οἱ σωματικὲς ἀπολαύσεις! Καὶ μὲ πόση δυσοσμία τελειώνουν! Ἀπεναντίας, ὅταν τὸ σῶμα, περιτειχισμένο μὲ τὴν ἐγκράτεια καὶ τὴ φύλαξη τῶν αἰσθήσεων, λουσμένο στὰ δάκρυα τῆς μετάνοιας καὶ ἁγιασμένο μὲ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, γίνεται μυστικὸς ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅλες οἱ ἀπόπειρες τοῦ ἐχθροῦ γιὰ τὴν παγίδευση τοῦ ἀνθρώπου ἀποτυχαίνουν.
Ἡ ταπεινοφροσύνη καταστρέφει ὅλα τὰ δίχτυα τοῦ διαβόλου, τὰ ὁποῖα δὲν μποροῦν οὔτε νὰ τὴν ἀγγίξουν!
Ἀμήν.
__________________
Σημειώσεις:
1. Πρβλ. Τὸ Γεροντικόν, Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας, ἀπόφθεγμα ζ΄. Ἀββᾶ Δωροθέου, ὅ.π., Β΄, 26. 2. Ἐφ. 4:14. 3. Κολ 2:18. 4. Βλ. Γεν. 2:16-17 3:1-6. 5. Βλ. Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου. ὅ.π., ΙΕ΄, 40. 6. Ματθ. 24:12. 7. Πρβλ. Τὸ Γεροντικόν, ὅ.π. 8. Β΄ Κορ. 10:4-5. 9. Πρβλ Ματθ. 7:14. 10. Πρβλ. Ὁσίου Πέτρου τοῦ Δαμασκηνοῦ. Βιβλίον Α΄. Περὶ διακρίσεως. 11. Πρβλ. Ψαλμ. 50:19.
Πηγή: (Ἀπό τό βιβλίο: Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov “Ἀσκητικὲς Ἐμπειρίες”, τόμος Β΄, ἐκδ. Παρακλήτου), Καινή Κτίσις
Οι χριστιανοί έχουμε μια πολύ σοβαρή σχέση με τους νεκρούς μας. Συχνά μιλάμε μαζί τους και συνεχώς μιλάμε στο Θεό γι’ αυτούς.
Για την ακρίβεια, για μας, αυτοί που έχουν αφήσει το σώμα τους δεν είναι νεκροί αλλά ζωντανοί (μεταφορικά τους ονομάζουμε «κεκοιμημένους» = αυτοί που έχουν κοιμηθεί) και έτσι τους αντιμετωπίζουμε, ως ζωντανούς, που απλά έχουν φύγει και μένουν σε ένα άλλο μέρος. Τον τόπο, στον οποίο θάβουμε τα σώματά τους, τον ονομάζουμε «κοιμητήριο» (χώρο ύπνου).
Αντίθετα, νεκρούς θεωρούμε τους ανθρώπους που έχουν βγάλει έξω από την καρδιά τους το Θεό, την αγάπη Του και τη χάρη Του, είτε ζουν ανάμεσά μας είτε έχουμε μετακομίσει στον τόπο των ψυχών. Αυτός είναι ο πραγματικός θάνατος, η έξωση του Θεού από την καρδιά μας, ενώ, όταν Του επιτρέπουμε να μπαίνει στην καρδιά μας, είμαστε εντελώς ζωντανοί, είτε εδώ είτε στον τόπο των ψυχών.
Όταν λέμε ότι ο Θεός μπαίνει στην καρδιά μας δεν εννοούμε ότι μας καταλαμβάνει και διώχνει το πνεύμα μας και καταργεί την ελευθερία μας (αυτό ποτέ δεν το κάνει ο Θεός, το κάνουν μόνο ύποπτα πνεύματα). Εννοούμε ότι μπαίνει μέσα μας η χάρη του Θεού (η ζωοποιός αδημιούργητη, αιώνια και φωτεινή ενέργειά Του) και μας μεταμορφώνει φέρνοντάς μας πιο κοντά Του. Η μεταμόρφωση αυτή σχετίζεται άμεσα με τα μυστήρια της χριστιανικής Εκκλησίας, όπως θα δούμε παρακάτω.
Θα δούμε παρακάτω, Θεού θέλοντος, τι ξέρουμε για τους κεκοιμημένους.
Πηγή: Νεκρός για τον κόσμο
Η μοναξιά των αγίων διαφέρει από τη δική μας μοναξιά! Εμείς νιώθουμε τη μοναξιά ως αποξένωση: "Δεν υπάρχει τόπος ν' ακουμπήσει η καρδιά μου." (Καμύ). Ο σύγχρονος άνθρωπος στη μοναξιά του νιώθει αποξενωμένος από όλους και από όλα;
Ο Άγιος Αλώνιος λέει: "σ΄ αυτόν τον κόσμο είμαι μόνο εγώ και ο Θεός." Ρώτησαν τον Γέροντα Παϊσιο, πώς είναι να νιώθεις μόνος εσύ και ο Θεός κι ο Γέροντας απάντησε: "Άμα τα αλωνίσεις όλα, νιώθεις μόνος εσύ και ο Θεός."
Στην ησυχία της μοναξιάς τους οι άγιοι δεν νιώθουν μόνοι, γιατί η αίσθηση της παρουσίας του Θεού γεμίζει την ψυχή τους με απερίγραπτη γλυκύτητα. Ο νους τους με την αδιάλειπτη νοερά προσευχή του Ιησού είναι συγκεντρωμένος στο Θεό.Η προσευχή δεν αφήνει το νου τους να περισπάται σε ματαιότητες και μανίες ψευδείς.
Η μοναξιά των αγίων είναι ο καρπός της παραίτησής τους από τα πράγματα του κόσμου. Η δική μας μοναξιά είναι καρπός της προσκόλλησής μας στα πράγματα του κόσμου. Ο νους διασκορπίζεται στα πράγματα και αποσπάται από την μνήμη του Θεού.
Εμείς νιώθουμε πικρή τη μοναξιά σαν εγκατάλειψη και σαν αποξένωση, γιατί δεν μας αφήνουν οι προσκολλήσεις μας να έχουμε μνήμη του Θεού. Φοβούμαστε τον ίδιο τον εαυτό μας , γιατί δεν πιστεύει στο Θεό.
Πηγή: Ζωηφόρος, Κοινωνία Αγίων
Ζουν οι ψυχές των ανθρώπων μετά το θάνατο; Ή μήπως (όπως διδάσκουν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά & λοιποί προτεστάντες) οι νεκροί βρίσκονται σε κατάσταση ανυπαρξίας ή «λήθαργου», κατά την οποία δεν έχουν συνείδηση, σκέψεις κ.τ.λ. και από την οποία θα «ξυπνήσουν» για πρώτη φορά όταν θα γίνει η ανάσταση των νεκρών;
Η καθημερινή εμπειρία των χριστιανών όλων των εποχών (αλλά και ανθρώπων από άλλες θρησκείες, ακόμη και «άθεων») περιέχει αμέτρητες καταγεγραμμένες μαρτυρίες ότι οι άνθρωποι διαθέτουν ψυχή που δεν πεθαίνει ποτέ, αλλά αμέσως μετά τη στιγμή του σωματικού θανάτου συνεχίζει να ζει, ασώματη, στον πνευματικό κόσμο, τον κόσμο των ψυχών. Αυτές βέβαια τις μαρτυρίες τις απορρίπτουν –αυθαίρετα– ως ψεύδη, μύθους, φαντασίες κ.τ.λ. όσοι θέλουν, για τους δικούς τους ιδεολογικούς λόγους, να αρνηθούν τη ζωή μετά το θάνατο (μια ενδελεχή μελέτη του φαινομένου των εμπειριών από τον κόσμο των πνευμάτων σε διάφορες θρησκείες και στο σύγχρονο κόσμο και προσεκτική εξέταση της αξιοπιστίας τους βλ. στο βιβλίο του π. Σεραφείμ Ρόουζ «Η ψυχή μετά το θάνατο – Οι μεταθανάτιες εμπειρίες στο φως της ορθόδοξης διδασκαλίας», εκδ. Μυριόβιβλιος).
Οι εμπειρίες αυτές δεν έχουν σχέση με τα τεχνάσματα των μέντιουμ, γι' αυτό και δε συγγενεύουν καθόλου με την απατηλή "εμφάνιση" της ψυχής του προφήτη Σαμουήλ στο βασιλιά Σαούλ, που δήθεν κατόρθωσε μια ειδωλολάτρισσα μάγισσα στο βιβλίο Α΄ Βασιλειών 28, 7-20. Ο πνευματισμός είναι γνωστός και απορριπτέος στην Ορθοδοξία, ενώ οι πνευματικές εμπειρίες εξετάζονται προσεχτικά ώστε να διακρίνονται και να απορρίπτονται οι απατηλές.
Οι προτεστάντες κατηγορούν την Ορθόδοξη Εκκλησία ότι διδάσκει την «αθανασία της ψυχής». Χρησιμοποιούν αυτό τον όρο θέλοντας έτσι να υποστηρίξουν πως οι άγιοι διδάσκαλοι του χριστιανισμού, από τους πρώτους κιόλας αιώνες, νόθευσαν τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής με ιδέες που πήραν από τον Πλάτωνα. Ο ισχυρισμός αυτός βέβαια δεν είναι σωστός, και εδώ μπορείτε να δείτε ένα αναλυτικό άρθρο για το θέμα. Η Εκκλησία διδάσκει ότι αθάνατος εκ φύσεως είναι μόνον ο Θεός (όπως και άγιος εκ φύσεως). Οι ψυχές, όπως και οι άγγελοι, είναι δημιουργήματα και, συνεπώς, είναι εκ φύσεως θνητά. Λαμβάνουν αθανασία λόγω της θείας χάριτος, που τους παρέχει ο μόνος αθάνατος και δημιουργός Θεός. Το ίδιο θα συμβεί και με τα ανθρώπινα σώματα μετά την ανάσταση των νεκρών.
Η Αγία Γραφή όμως τι άποψη έχει γι’ αυτό το θέμα;
Ο ιερός Εκκλησιαστής
Οι αδελφοί μας Μάρτυρες του Ιεχωβά προβάλλουν το εδάφιο Εκκλησιαστής 3, 18-21, για να τεκμηριώσουν τη διδασκαλία τους ότι στον άνθρωπο δεν υπάρχει ψυχή, που να μένει ζωντανή μετά το θάνατο του σώματος. Ο ιερός Εκκλησιαστής όμως, αν και γράφει με τη σοφία που του δόθηκε από το Θεό, δεν αναφέρεται πουθενά ότι γράφει «πλήρης Πνεύματος Αγίου», ούτε, πολύ περισσότερο, ότι ο Θεός μιλάει με το στόμα του, όπως μιλάει με το στόμα των προφητών. Γράφει ως άνθρωπος και μιλάει έτσι, γιατί είναι θλιμμένος και απογοητευμένος: «είπα μέσα στην καρδιά μου για την κατάσταση των υιών των ανθρώπων» (στίχ. 18). Γι’ αυτό το λόγο δεν πρέπει να ερμηνεύσουμε κατά γράμμα όσα αναφέρει για τους νεκρούς. Αυτό γίνεται φανερό και από τα εξής:
α) Η επωδός «Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης» δε μπορεί να ερμηνευθεί κατά γράμμα, γιατί τότε θα πρέπει να θεωρήσουμε «ματαιότητα» και το να λατρεύουμε το Θεό και να κάνουμε το θέλημά Του.
β) Ο Εκκλησιαστής μιλάει σα να μην πρόκειται να υπάρξει ποτέ ανάσταση νεκρών. Μήπως δε γνώριζε ότι θα γίνει ανάσταση; Αν πάντως το γνώριζε, και αν το είχε λάβει υπόψιν στο κείμενό του, δε θα σύγκρινε τους ανθρώπους με τα ζώα. Οι άνθρωποι δεν είναι ζώα – εκτός αν και τα ζώα πρόκειται ν’ αναστηθούν! Ας έχουμε υπόψιν ότι δεν είχε γίνει ακόμη η ενανθρώπιση του Χριστού και ο θάνατος δεν είχε νικηθεί ακόμη. Ο Εκκλησιαστής μιλάει με απελπισία για το θάνατο, γιατί βρίσκεται ακόμη στην Παλαιά Διαθήκη.
γ) Στον αμέσως επόμενο στίχ. 22, γράφει το εξής εκπληκτικό: «δεν υπάρχει λοιπόν για τον άνθρωπο τίποτα καλύτερο, από το να ευφραίνεται για τα έργα του, γιατί αυτή είναι η μερίδα του…»! Ο λόγος αυτός σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει δεκτός από έναν χριστιανό – το να ευφραίνεται για τα έργα του παραπέμπει στην παραβολή του άφρονα πλούσιου (Λουκ. 12, 13-21). Για το χριστιανό αυτό είναι η μεγαλύτερη «ματαιότητα», ενώ το καλύτερο είναι να ευφραίνεται για τη σχέση του με το Θεό και να προετοιμάζεται για τη βασιλεία Του.
δ) Ακόμη και η περίφημη κατακλείδα του βιβλίου, όπου μιλάει για την πίστη και τη λατρεία του Θεού, δεν περιέχει κανένα θεολογικό νόημα ούτε και αναιρεί την τρομερή απαισιοδοξία του. Δεν αναφέρει καν τη βασιλεία του Θεού ή έστω την αγάπη προς Αυτόν ως λόγο για να κάνουμε το θέλημά Του.
[Για μια αναλυτική παρουσίαση του συγκεκριμένου χωρίου του Εκκλησιαστή, αλλά και του 12, 7, όπου διδάσκεται η επιστροφή του ανθρώπινου πνεύματος στο Θεό, βλ. σχετικό άρθρο εδώ].
Με το ίδιο πνεύμα κατανοούνται σωστά και άλλες παρόμοιες αναφορές της Παλαιάς Διαθήκης, όπως το Ησαΐα 13, 18: «ου γαρ οι εν άδου αινέσουσί σε, ουδέ οι αποθανόντες ευλογήσουσί σε, ουδέ ελπιούσιν οι εν άδου την ελεημοσύνην σου» (λόγια του βασιλιά Εζεκία, καθώς ήταν συντετριμμένος για την αμαρτία του).
Υπάρχουν αντιθέτως πολλά σημεία στην Αγία Γραφή (ιδιαίτερα στην Καινή Διαθήκη), όπου φαίνεται καθαρά ότι ο Ιησούς και οι συγγραφείς των θεόπνευστων βιβλίων θεωρούν τη μετά θάνατον ζωή των ψυχών τόσο αυτονόητη, όσο τη θεωρούσε και η γιαγιά μας και όλοι οι παραδοσιακοί χριστιανοί όλων των γενεών (που συχνά στην εποχή μας, υπεροπτικά, τους περιφρονούμε ως «πρωτόγονους» ή/και «αγράμματους»).
Ας δούμε μερικά από αυτά τα σημεία.
Ο Αβραάμ, ο Μωυσής και ο Θεός των ζώντων
1. Κατά τη μεταμόρφωση του Κυρίου στο όρος Θαβώρ (Ματθ. 17, 1-13, Μάρκ. 9, 2-13, Λουκ. 9, 28-36 ) εμφανίστηκαν δίπλα του οι προφήτες Μωυσής και Ηλίας. Ο προφήτης Ηλίας, ως γνωστόν, δεν πέθανε, αλλά «αναλήφθηκε προς τον ουρανό μέσα σε άρμα πυρός» σύμφωνα με τη διήγηση της Παλαιάς Διαθήκης, στο βιβλίο Δ΄ Βασιλειών, 2, 11 (δηλ. εντός του ακτίστου Φωτός, κατά τους αγίους της αρχαίας Εκκλησίας και της ορθόδοξης συνέχειάς της). Ήρθε επομένως στο Θαβώρ από κάποιο τόπο, όπου βρίσκεται ζωντανός. Ο Μωυσής δίπλα του όμως προφανώς ήρθε από τον τόπο των ψυχών.
Οι αρνούμενοι τη ζωή των ψυχών μετά θάνατον ισχυρίζονται ότι δεν υπήρχε πραγματική παρουσία των δύο ανδρών στη μεταμόρφωση, ακριβώς γιατί ο Ιησούς χαρακτηρίζει «όραμα» την εμπειρία των τριών μαθητών του (Ματθ. 17, 9). Όμως δεν επρόκειτο για μια οπτασία χωρίς πραγματικό περιεχόμενο, γιατί οι δύο άντρες «συζητούσαν» με τον Ιησού για το επικείμενο πάθος του (Λουκ. 9, 31) – και μάλιστα εμφανίστηκαν ενώ οι μαθητές αρχικά δεν τους έβλεπαν, αλλά «ήσαν βεβαρυμένοι ύπνω» (στίχ. 32). Άρα ήταν πράγματι παρόντες.
Εκτός αυτού όμως, η λέξη «όραμα» στην Αγία Γραφή δε σημαίνει μόνο μια συμβολική οπτασία, αλλά και μια οπτασία ρεαλιστική και πραγματική (π.χ. Πράξεις των αποστόλων 9, 10. 10, 3. 18, 9).
Αυτό και μόνον το γεγονός, κατά τη γνώμη μου, αρκεί για να αποδείξει, τουλάχιστον σε κάποιον που θεωρεί έγκυρη την Αγία Γραφή, ότι οι ψυχές των ανθρώπων ζουν μετά το θάνατο του σώματος.
2. Στο ευαγγέλιο κατά Ιωάννην, 8, 56, ο Κύριος λέει προς τους ακροατές Του: «Αβραάμ ο πατήρ υμών ηγαλλιάσατο ίνα ίδη την ημέραν την εμήν, και είδε και εχάρη» (ο Αβραάμ, ο πατέρας σας, προσδοκούσε να δει την ημέρα μου και την είδε και χάρηκε). Η «ημέρα του Κυρίου» είναι μια έκφραση που χρησιμοποιεί στην Παλαιά διαθήκη ο Ίδιος ο Θεός εννοώντας είτε τον ερχομό του Χριστού είτε τη Δευτέρα Παρουσία Του (π.χ. Αμώς 5, 18 και 20, Ιωήλ 2, 1 και 11, Ιωήλ 3, 14, Ησ. 2, 12, Ιεζ. 30, 3 κ.λ.π.). Με τη δεύτερη έννοια χρησιμοποιείται ο όρος στην Καινή Διαθήκη (π.χ. Β΄ Πέτρ. 3, 10), όπου γίνεται και «ημέρα του Κυρίου Ιησού», «ημέρα του Υιού του ανθρώπου» ή και «ημέρα του Χριστού» (π.χ. Λουκ. 17, 24, Ιω. 8, 56, Α΄ Κορ. 1, 8 και 5, 5, Β΄ Κορ. 1, 14, Β΄ Θεσσ. 1, 2, Φιλιππ. 1, 10). Εδώ φυσικά προφανώς εννοείται η γέννηση του Χριστού, την οποία, όπως ο Ίδιος λέει, «είδε» ο Αβραάμ και χάρηκε. Πώς την είδε, αφού ήταν ήδη νεκρός περισσότερο από δύο χιλιετίες; Την είδε η ψυχή του.
Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε και την εμφάνιση δύο αγίων προσώπων της Παλαιάς Διαθήκης, κεκοιμημένων από χρόνια, στο όνειρο του Ιούδα του Μακκαβαίου, στο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης Β΄ Μακκαβαίων, κεφ. 15, 11-17: του αρχιερέα Ονία (185-174 π.Χ.) και του προφήτη Ιερεμία, που εμφανίστηκαν να προσεύχονται υπέρ του λαού του Θεού και μάλιστα ο Ιερεμίας έδωσε μια χρυσή ρομφαία (συμβολικά, την ευλογία του Θεού) στον Ιούδα το Μακκαβαίο για να νικήσει τους καταπιεστές του λαού και καταστροφείς της λατρείας του αληθινού Θεού.
Όμως αυτή η εμφάνιση για τους ορθόδοξους σημαίνει πολλά, αλλά για τους προτεστάντες προφανώς δε σημαίνει τίποτα, γιατί το Β΄ Μακκ. περιλαμβάνεται στα 10 βιβλία που έχουν αφαιρέσει από την Παλαιά Διαθήκη, όταν απέρριψαν το κείμενο των Ο΄ (=Εβδομήκοντα), δηλ. την ελληνική Παλ. Διαθήκη (αυτή που χρησιμοποιεί η Καινή Διαθήκη και οι χριστιανοί γενικά μέχρι το Λούθηρο) και υιοθέτησαν το μασοριτικό, δηλ. το εβραϊκό κείμενο της Παλ. Διαθήκης. Τα βιβλία αυτά έχουν γραφτεί εξαρχής στα ελληνικά, γι’ αυτό και δεν περιλαμβάνονταν στην εβραϊκή Βίβλο, με συνέπεια να μην περιλαμβάνονται και στην προτεσταντική βίβλο, αυτή που χρησιμοποιούν και οι Μάρτυρες του Ιεχωβά (ως προτεστάντες) και όλα τα λοιπά παρακλάδια του προτεσταντισμού (για το θέμα δείτε αρκετά εδώ).
3. Στο Ματθ. 22, 31-32, ο Κύριος λέει: «περί δε της αναστάσεως των νεκρών ουκ ανέγνωτε το ρηθέν υπό του Θεού λέγοντος, εγώ ειμί ο Θεός Αβραάμ και ο Θεός Ισαάκ και ο Θεός Ιακώβ; ουκ έστιν ο Θεός Θεός νεκρών, αλλά ζώντων» (σχετικά με την ανάσταση των νεκρών, δε διαβάσατε το λόγο του Θεού που είπε: «Εγώ είμαι ο Θεός Αβραάμ και ο Θεός Ισαάκ και ο Θεός Ιακώβ»; Ο Θεός δεν είναι Θεός νεκρών, αλλά ζώντων).
Τα λόγια αυτά έχουν νόημα μόνον αν οι τρεις αναφερόμενοι άγιοι άνδρες ήταν ζωντανοί την ίδια ώρα που μιλούσε ο Κύριος. Διότι, αν ήταν νεκροί, έστω και προσωρινά (μέχρι την ανάσταση), αν έστω κι ένας άνθρωπος έχει υπάρξει νεκρός έστω και για μια στιγμή, τότε ο Θεός δεν είναι μόνο Θεός ζώντων, αλλά και νεκρών! Εφόσον φυσικά δεχόμαστε ότι είναι ο Θεός των πάντων.
4. Με βάση τα παραπάνω, κατανοούμε ορθά και το Ιω. 11, 26, «ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται· και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (εκείνος που πιστεύει σε μένα, και αν πεθάνει, θα ζήσει· και κάθε ζωντανός που πιστεύει σε μένα δεν θα πεθάνει ποτέ), καθώς και το Ιω. 5, 24, όπου ο Κύριος λέει: «αμήν αμήν λέω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωή» (αλήθεια σας λέω, ότι, όποιος ακούει το λόγο μου και πιστεύει σ’ Εκείνον που με έστειλε, έχει ζωή αιώνια και δεν έρχεται σε κρίση [=δίκη], αλλά προχώρησε από το θάνατο στη ζωή)! Εφόσον έχει «αιώνια ζωή», επομένως δεν μεσολαβεί θάνατος, παρά μόνον ως στιγμιαίο γεγονός. Δηλαδή από τη στιγμή του θανάτου ήδη «προχώρησε» από το θάνατο στη ζωή –σ’ αυτά τα λόγια δεν απομένει «κενό διάστημα» ανάμεσα στο θάνατο και την αιώνια ζωή.
Η πρόσκληση προς τους νεκρούς
5. Στο ίδιο Ιω. 5, 28, διαβάζουμε: «μη θαυμάζετε τούτο· ότι έρχεται ώρα εν ή πάντες οι εν τοις μνημείοις ακούσονται της φωνής αυτού [του Χριστού], και εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάστασιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως» (μην απορείτε, γιατί έρχεται ώρα, που όλοι όσοι βρίσκονται στους τάφους θα ακούσουν τη φωνή Του και θα προχωρήσουν εκείνοι που έκαναν τα καλά σε ανάσταση ζωής και εκείνοι που διέπραξαν τα φαύλα σε ανάσταση κρίσης).
Από τα λόγια αυτά συμπεραίνουμε τα εξής: α) ενώ οι άνθρωποι θα είναι ακόμη νεκροί («εν τοις μνημείοις» = μέσα στους τάφους) θα ακούσουν το κάλεσμα του Υιού του Θεού και θα αναστηθούν – επομένως οι ψυχές είναι ζωντανές, αφού μπορούν να ακούσουν το κάλεσμα· β) όλοι θα αναστηθούν, οι μεν για την αιώνια ζωή, οι δε για την «κόλαση», στους οποίους θα τους οδηγήσουν τα φαύλα, που διέπραξαν. Το τελευταίο μας χρειάζεται παρακάτω. Το ότι όλοι θα αναστηθούν, και όχι μόνον οι σωσμένοι (όπως νομίζουν οι ΜτΙ), φαίνεται και από άλλα σημεία, όπου αναφέρεται καθαρά ότι «όλα τα έθνη» θα συγκεντρωθούν μπροστά στον Ιησού κατά τη Δευτέρα Παρουσία Του και θα μιλήσει και στους σωσμένους και στους «καταδικασμένους» (Ματθ. 25, 31-46). (Θέτω το «κόλαση» και το «καταδικασμένους» σε εισαγωγικά, γιατί, ως γνωστόν, δεν πρόκειται για τιμωρία από το Θεό, αλλά από την αιώνια κατάσταση στην οποία έφεραν οι ίδιοι οι αμετανόητοι αμαρτωλοί τον εαυτό τους –όπου εύχομαι να μην περιλαμβανόμαστε κι εμείς). Επομένως, όταν λέει λίγο πριν, στο Ιω. 5 25, «και οι ακούσαντες ζήσονται» (και αυτοί που άκουσαν θα ζήσουν) εννοεί όλους τους ανθρώπους (αφού άλλωστε έχει πει ότι «οι νεκροί» θα ακούσουν τη φωνή Του, άρα όλοι, όχι μόνον «κάποιοι νεκροί» ή έστω «πολλοί νεκροί») και όχι μόνον κάποιους ανθρώπους.
Μια αντίρρηση σ’ αυτά θα μπορούσε να λέει ότι ο Κύριος μιλάει με ανθρωπομορφικούς συμβολισμούς, όταν λέει ότι «θα ακούσουν τη φωνή Του» (όπως ο άγιος προφήτης Ιεζεκιήλ, στο κεφ. 37, που, με εντολή του Θεού, «διατάζει» τα ξηρά οστά να αποκτήσουν σάρκες και πνεύμα και να ζωντανέψουν). Άλλωστε οι ψυχές σαφώς δεν βρίσκονται μέσα στους τάφους.
Το τελευταίο είναι σωστό, στους τάφους βρίσκονται μόνο τα σώματα. Όμως, εφόσον πρώτα θα ακούσουν τη φωνή του Κυρίου και έπειτα, «αυτοί που άκουσαν», θα ζήσουν, επομένως όταν θα ακούσουν θα είναι ακόμη νεκροί. Άρα ο τάφος είναι το σύμβολο της κατάστασης του νεκρού. Εκεί βρίσκονται τα λείψανα των σωμάτων και συνεπώς από εκεί θα βγουν οι αναστημένοι άνθρωποι.
Για το συμβολισμό της πρόσκλησης όμως, πρέπει να επισημάνουμε ότι ο Κύριος ανέστησε την κόρη του Ιάειρου, το γιο της χήρας στη Ναΐν και τον άγιο Λάζαρο ακριβώς με αυτό τον τρόπο: τους κάλεσε, όπως λέει ότι θα καλέσει τους νεκρούς (βλ. Μάρκ. 5, 41, Λουκ. 7, 14, Ιω. 11, 43). Και δε νομίζω πως είναι σωστό να πούμε ότι το έκανε απλώς επειδή «κάπως έπρεπε να το κάνει» ή, πολύ περισσότερο, για να εντυπωσιάσει τους θεατές Του με μια «θεατρική» κίνηση. Η απλοϊκή αυτή ερμηνεία είναι φανερό πως δεν ταιριάζει στον Ιησού.
Άλλωστε και ο απόστολος Παύλος, στην Α΄ Θεσσαλ. 4, 16, γράφει ότι ο Κύριος θα κατεβεί από τον ουρανό «εν κελεύσματι» (=με πρόσταγμα), «εν φωνή αρχαγγέλου και εν σάλπιγγι Θεού» και θα ακολουθήσει η ανάσταση των νεκρών. Η δε προφητική εμπειρία του Ιεζεκιήλ η «διαταγή» προς τους νεκρούς δεν ήταν σχήμα λόγου, αλλά προτύπωση της πράξης που θα κάνει ο Κύριος, όπως αναφέρεται ξεκάθαρα στους στίχους Ιεζ. 37, 11-14 (σημειωτέον δε ότι ο Κύριος που μιλάει στον Ιεζεκιήλ λέει ότι θα κάνει αυτό που ο Ιησούς λέει ότι θα κάνει Αυτός, άρα ο Κύριος του Ιεζεκιήλ, όπως ξέρουν οι ορθόδοξοι, δεν είναι ο Πατήρ, αλλά ο Υιός).
Επί τη ευκαιρία, γιατί τα σώματα των νεκρών στον Ιεζεκιήλ, αφού αποκαταστάθηκαν, χρειάζονταν και «πνεύμα» για να ζωντανέψουν, αν «δεν υπάρχει ιδιαίτερο πνευματικό τμήμα στον άνθρωπο», όπως νομίζουν οι ΜτΙ;
Επειδή η ψυχή πάντοτε ζει, γι’ αυτό το λόγο υποθέτω ότι ο Κύριος είπε για την κόρη του Ιάειρου ότι «δεν πέθανε, αλλά κοιμάται» και για τον άγιο Λάζαρο ότι «κοιμήθηκε» (Μάρκ. 5, 39, Ιω. 11, 11): ο άνθρωπος, όταν κοιμάται, δεν έχει τις αισθήσεις του σε επιφυλακή ούτε συναισθάνεται την ύπαρξή του, όμως ο νους του είναι παρόν, ξύπνιος, βρίσκεται «μέσα του» και έχει πλήρως τη συνείδησή του. Αν ο νεκρός χάνεται εντελώς μέχρι την ανάσταση, δεν έχει νόημα να τον χαρακτηρίσουμε «κεκοιμημένο».
Το «βραβείον» του αποστόλου Παύλου
6. Στην προς Φιλιππησίους επιστολή, 1, 23, ο άγιος απόστολος Παύλος αναφέρει ότι επιθυμεί σφόδρα «αναλύσαι και συν Χριστώ είναι» (να διαλυθώ [=να πεθάνω] και να βρίσκομαι κοντά στο Χριστώ). Η εκπληκτική αυτή μαρτυρία αποδεικνύει πέρα από κάθε αμφισβήτηση ότι, για τον άγιο απόστολο, αμέσως μετά το θάνατο, ακολουθεί η συνύπαρξη με το Χριστό. Αν πίστευε ότι θα παρέμενε νεκρός μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία, δε θα μπορούσε να ποθεί τόσο έντονα να πεθάνει για είναι μετά το θάνατό του μαζί με το Χριστό, αφού ήταν μαζί Του ενώ ζούσε (βλ. στο ίδιο, στίχ. 21).
Για την περίπτωση του Παύλου –σχετικά με το συγκεκριμένο σημείο– οι ΜτΙ διδάσκουν ότι ο Παύλος «γνώριζε πως θα περιλαμβανόταν στους 144.000 αγίους της Αποκάλυψης, που τα “αγγελικά τους σώματα” βρίσκονται ήδη στον ουρανό μαζί με το Χριστό», σε αντίθεση με τους υπόλοιπους ανθρώπους, που θα «κοιμούνται» μέχρι την ανάσταση. Προβάλλουν μάλιστα το στίχο του αποστόλου Φιλιππ. 3, 14, «κατά σκοπόν διώκω επί το βραβείον της άνω κλήσεως του Θεού εν Χριστώ Ιησού» (τρέχω με σκοπό το βραβείο της άνω κλήσεως του Θεού εν Χριστώ Ιησού) ως επιχείρημα για το ότι, δήθεν, γνώριζε ποια θα είναι η μετά το θάνατο θέση του (η «άνω κλήσις» στους 144.000 αγίους). Αντίθετα όμως, εδώ φαίνεται ότι προσπαθεί να λάβει αυτό το βραβείο, που τόσο πολύ ποθεί (όχι επειδή είναι υστερόβουλος, αλλά γιατί το «βραβείο» είναι η αιώνια συνύπαρξη με τον αγαπημένο του Ιησού). Ομοίως, λίγο πιο πάνω, στο Φιλιπ. 3, 7-11, φαίνεται καθαρά ότι ο Παύλος δεν ένιωθε καθόλου βέβαιος για τη θέση του κοντά στον Κύριο. Αφού απαριθμεί τις προσπάθειές του να είναι συνεπής χριστιανός, καταλήγει: «εί πως καταντήσω εις την εξανάστασιν των νεκρών» (μήπως και καταλήξω στην ανάσταση των νεκρών).
Δεδομένου ότι όλοι οι νεκροί θα αναστηθούν –όπως είπαμε παραπάνω– εδώ ο απόστολος εννοεί καταφανώς τη σωτηρία του, δηλ. τη συμμετοχή του στην ουράνια δόξα του Χριστού, την οποία κοινώς ονομάζουμε «παράδεισο». Ωστόσο, γεγονός είναι ότι δεν εμφανίζεται να έχει κάποια «πληροφορία» για τη μετά θάνατον κατάληξή του.
Το κήρυγμα του Κυρίου στους νεκρούς
7. Στην Α΄ επιστολή του αγίου αποστόλου Πέτρου, 3, 19-20, αναφέρεται ότι ο Κύριος, κατά το διάστημα του τριήμερου θανάτου Του, «τοις εν φυλακή πνεύμασι πορευθείς εκήρυξεν, απειθήσασί ποτε, ότε απεξεδέχετο η του Θεού μακροθυμία εν ημέραις Νώε κατασκευαζομένης κιβωτού…» (πήγε και κήρυξε στα πνεύματα στη φυλακή, που είχαν απειθήσει κάποτε, όταν περίμενε η μακροθυμία του Θεού, τις ημέρες του Νώε… κ.τ.λ.).
Οι ΜτΙ ερμηνεύουν αυτό το εδάφιο ως αναφερόμενο στους «υιούς του Θεού», που πόθησαν τις θυγατέρες των ανθρώπων και ενώθηκαν με αυτές (Γένεσις, 6, 1-4), οι οποίοι, κατ’ αυτούς, ήταν άγγελοι που «υλοποιήθηκαν», ζευγάρωσαν με γυναίκες ανθρώπους και γέννησαν τους γίγαντες του Γέν. 6, 4.
Όμως αυτή η ερμηνεία πάσχει σε δύο σημεία:
α) Τι νόημα είχε να πάει ο Κύριος και να κηρύξει σε έκπτωτους αγγέλους; Μήπως επρόκειτο να μετανοήσουν και να σωθούν; Πουθενά δεν φαίνεται κάτι τέτοιο – αντίθετα οι έκπτωτοι άγγελοι θεωρούνται αμετανόητοι. Αντίθετα, το να κηρύξει στους νεκρούς ανθρώπους, που βρίσκονταν «στον Άδη», είχε τεράστιο νόημα: έτσι τους δίνει την ευκαιρία να σωθούν, δηλαδή να κριθούν μαζί με τους μετά Χριστόν ανθρώπους και να ενωθούν με αυτούς στη βασιλεία του Θεού. Αυτή είναι η ευκαιρία των αρχαίων νεκρών, όχι κάποια «προσωρινή» ανάσταση, ανάμεσα στο θάνατο και στην Τελική Κρίση, για «να μάθουν τις εντολές του Θεού» και να «δοκιμαστεί» η πίστη και η ηθική τους, όπως νομίζουν οι ΜτΙ. Σε όλες τις αναφορές της Αγίας Γραφής στην ανάσταση και στην Τελική Κρίση (Ματθ. 25, 31-46, Ιω. 5, 28, Δανιήλ 7, 9-10, Β΄ Θεσσαλ., 1, 6-11, Β΄ Πέτρου, κεφ. 3, κ.λ.π.) δεν φαίνεται να μεσολαβεί κάποιο διάστημα ανάμεσά τους. Άλλωστε «απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις» (επιφυλάσσεται στους ανθρώπους να πεθάνουν μία φορά και, μετά από αυτό, κρίση, Εβρ. 9, 27). Ένας θάνατος υπάρχει, άρα και μία ανάσταση, και οι αναφορές του κεφ. 20 της Αποκάλυψης σε «πρώτη ανάσταση» και «δεύτερο θάνατο» πρέπει να κατανοηθούν πνευματικά, αλλιώς αντιφάσκουν με τα προηγούμενα.
β) Λίγο πιο κάτω, Α΄ Πέτρου 4, 6, αναφέρεται ότι ο Κύριος «και νεκροίς ευηγγελίσθη» (έδωσε το μήνυμα του ευαγγελίου και στους νεκρούς)! Εδώ οι ΜτΙ γράφουν ότι αναφέρεται σε «πνευματικά νεκρούς», δηλ. σε ανθρώπους απομακρυσμένους από το Θεό. Όμως τότε ποιοι είναι οι «ζώντες», αφού πρό Χριστού όλοι οι άνθρωποι ήταν πνευματικά νεκροί. Άλλωστε, αν εδώ διαβάζουν για «πνευματικό θάνατο», γιατί δεν δέχονται και ότι η «πρώτη ανάσταση» της Αποκάλυψης είναι «πνευματική ανάσταση», δηλαδή η ένταξη του ανθρώπου στο «σώμα Χριστού», την Εκκλησία;
Ας αναφέρουμε και ότι η κάθοδος του Χριστού στον Άδη προαναγγέλλεται στην Παλαιά Διαθήκη, όπου ο προφήτης και βασιλιάς Δαβίδ, στον Ψαλμό 23 (στην προτεσταντική Βίβλο –και των ΜτΙ– που ακολουθεί την εβραϊκή αρίθμηση, έχει τον αριθμό 24), στίχ. 7-10, γράφει:
«άρατε πύλας, οι άρχοντες υμών, και επάρθητε, πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης. τίς εστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης; Κύριος κραταιός και δυνατός, Κύριος δυνατός εν πολέμω. άρατε πύλας, οι άρχοντες υμών, και επάρθητε, πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης. τίς εστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης; Κύριος των δυνάμεων, αυτός εστιν ο βασιλεύς της δόξης».
Στα νέα ελληνικά:
«Ας ανοίξουν τις πύλες οι άρχοντές σας, σηκωθείτε, αιώνιες πύλες, για να μπει ο βασιλιάς της δόξας. Ποιος είναι αυτός ο βασιλιάς της δόξας; Κύριος ισχυρός και δυνατός, Κύριος δυνατός στον πόλεμο. Ας ανοίξουν τις πύλες οι άρχοντές σας, σηκωθείτε, αιώνιες πύλες, για να μπει ο βασιλιάς της δόξας. Ποιος είναι αυτός ο βασιλιάς της δόξας; Ο Κύριος των δυνάμεων, αυτός είναι ο βασιλιάς της δόξας».
Οι «αιώνιες πύλες», αφού είναι αιώνιες, δε μπορεί να είναι πύλες κάποιας γήινης πόλης. Πρόκειται για τις «πύλες του Άδη», που αναφέρει αρκετές φορές η Παλαιά Διαθήκη (Ησαΐας 38, 10. Σοφία Σολομώντος 16, 13. Γ΄ Μακκαβαίων 5, 51), αλλά και ο Χριστός στο Ματθ. 16, 18. Ως γνωστόν, ο Χριστός αναφέρεται στην Αγία Γραφή ως βασιλιάς (π.χ. Ματθ. 25, 31-34, όπου αναφέρεται ότι στη Δευτέρα Παρουσία θα καθίσει «επί θρόνου δόξης αυτού», ενώ ο απόστολος Παύλος τον χαρακτηρίζει «Κύριο της δόξης», αναφέροντας μάλιστα ότι είχε ήδη αυτή την ιδιότητα από πριν σταυρωθεί: «γιατί αν γνώριζαν, δε θα σταύρωναν τον Κύριο της δόξας» (Α΄ Κορινθίους 2, 8).
Ο «βασιλεύς της δόξης» λοιπόν, που εισέρχεται στις αιώνιες πύλες, είναι ο Χριστός και εισέρχεται στον Άδη ως κατακτητής και ελευθερωτής. Ας σημειωθεί ότι ο Ψαλμός αυτός είναι ψαλμός «της Μίας των Σαββάτων», δηλ. της πρώτης ημέρας της εβδομάδας, ημέρας κατά την οποία αναστήθηκε ο Κύριος (Ματθ. 28, 1) και που οι χριστιανοί από τα πρώτα κιόλας χρόνια ονομάζουμε Κυριακή (Αποκάλυψη 1, 10).
Α΄ Θεσσαλ. 4, 16-17: Δύο αναστάσεις;
Εδώ πρέπει να αναφέρουμε μία αναφορά, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να υποστηρίξει ότι θα γίνουν «δύο αναστάσεις»: είναι το Α΄ Θεσσαλ. 4, 16β-17: «…και οι νεκροί εν Χριστώ αναστήσονται πρώτον, έπειτα ημείς οι ζώντες οι περιλειπόμενοι άμα συν αυτοίς αρπαγησόμεθα εν νεφέλαις εις απάντησιν του Κυρίου εις αέρα, και ούτω πάντοτε συν Κυρίω εσόμεθα» (…και οι νεκροί εν Χριστώ θα αναστηθούν πρώτα, έπειτα εμείς οι ζωντανοί, που θα απομένουμε, αμέσως μαζί με αυτούς θα αρπαχτούμε σε σύννεφα, για να συναντήσουμε τον Κύριο στον αέρα, και έτσι θα είμαστε πάντοτε μαζί με τον Κύριο).
Το εδάφιο αυτό μπορεί να σημαίνει: α) πρώτα θα αναστηθούν οι «νεκροί εν Χριστώ», δηλαδή οι χριστιανοί, και έπειτα οι υπόλοιποι άνθρωποι, β) πρώτα θα αναστηθούν οι νεκροί (όλοι) «εν Χριστώ», δηλαδή η ανάστασή των νεκρών θα γίνει «εν Χριστώ», διά της χάριτος, της δυνάμεως και του «κελεύσματος» του Χριστού, και έπειτα όσοι ζωντανοί έχουν απομείνει θα αρπαχτούν μαζί με τους αναστημένους στον αέρα κ.τ.λ. Ό,τι κι αν σημαίνει όμως, ακόμη κι αν ισχύει η εκδοχή α΄, δεν έπεται ότι θα γίνουν δύο αναστάσεις (αμέσως μετά θα αναστηθούν οι υπόλοιποι). Άλλωστε, αν ίσχυε ο ισχυρισμός ότι, όσοι δεν γνώρισαν το μήνυμα του Χριστού στη ζωή τους, θα το γνωρίσουν μετά την ανάστασή τους και στη συνέχεια θα κριθούν, θα έπρεπε να αναστηθούν πρώτοι οι «άλλοι» και τελευταίοι οι «εν Χριστώ».
Το «νέφος μαρτύρων»
8. Στην προς Εβραίους, 11, 32-40, ο άγιος απόστολος Παύλος, απαριθμεί τα μαρτύρια που υπέστησαν οι έως τότε άγιοι (ιδίως της Παλαιάς Διαθήκης) για την πίστη τους και καταλήγει στο ότι, παρ’ όλα αυτά, «ουκ εκομίσαντο την επαγγελίαν, του Θεού περί ημών κρείττόν τι προβλεψαμένου, ίνα μη χωρίς ημών τελειωθώσι» (δεν έλαβαν αυτό που τους υποσχέθηκε, καθώς ο Θεός πρόβλεψε κάτι καλύτερο για μας, ώστε να μη φτάσουν στην τελειότητα χωρίς εμάς).
Εδώ ένας ΜτΙ θα μπορούσε να πει ότι υπονοείται η ανυπαρξία του ανθρώπου στο διάστημα ανάμεσα στο θάνατο και την ανάσταση. Όμως, αμέσως παρακάτω (11, 1) ο απόστολος λέει: «τουγαρούν και ημείς, τοσούτον έχοντες περικείμενον ημίν νέφος μαρτύρων, όγκον αποθέμενοι πάντα…» (λοιπόν κι εμείς, έχοντας γύρω μας τόσο νέφος μαρτύρων... κ.τ.λ.).
Άραγε με ποια έννοια οι μάρτυρες συνιστούν «νέφος» που «περίκειται ημίν» (μας περικυκλώνει); Αν και θα μπορούσε κάποιος, αυθαίρετα, να θεωρήσει την έκφραση αυτή απλό λογοτεχνικό εύρημα του αποστόλου, ωστόσο η εικόνα στο κείμενο είναι σαφής: οι ψυχές των μαρτύρων «πετούν γύρω μας» σαν σύννεφο (ομίχλης, γιατί αυτό το σύννεφο περικυκλώνει τους ανθρώπους, όχι τα σύννεφα του ουρανού): πυκνές (λόγω του πλήθους τους), «άυλες» και διάφανες, όπως το σύννεφο.
Ο ληστής στο σταυρό και ο «κόλπος του Αβραάμ»
9. Άμεση μαρτυρία για τη ζωή των ψυχών συνιστά αυτονόητα για την αρχαία Εκκλησία και την ορθόδοξη ο λόγος του Κυρίου προς το ληστή πάνω στο σταυρό «αλήθεια σου λέω, σήμερα θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο» (Λουκ. 23, 43). Η άποψη των ΜτΙ, ότι ο Κύριος είπε «αλήθεια σου λέω σήμερα, θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο», είναι λογικά αστήρικτη· από κάθε άποψη, το «σήμερα» θα ήταν περιττό, πολλώ μάλλον για έναν άνθρωπο καρφωμένο στο σταυρό, που δεν έχει την πολυτέλεια να λέει περιττές λέξεις.
10. Αφήσαμε τελευταία την πασίγνωστη παραβολή του πλούσιου και του Λάζαρου (Λουκ. 16, 19-31). Εκεί οι ψυχές των δύο ανθρώπων συναντιούνται στον Άδη, του μεν πλούσιου σε κατάσταση αιώνιας δίψας, του δε Λάζαρου σε κατάσταση αναψυχής. Ο δεύτερος μάλιστα αναπαύεται «στους κόλπους» (στην αγκαλιά) του Αβραάμ, και ο Αβραάμ συνομιλεί με τον πλούσιο.
Οι περιγραφές αυτές, κατά τους ΜτΙ, δεν σημαίνουν τίποτε απολύτως για την κατάσταση των ανθρώπων μετά το θάνατο. Είναι λογοτεχνικό εύρημα του Ιησού, για να περάσει το φιλανθρωπικό Του μήνυμα.
Φυσικά, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε. Ο Κύριος εδώ δίνει ένα κίνητρο στους ακροατές Του: αν συμπεριφερθούν με καλοσύνη, θα βρεθούν στους «κόλπους του Αβραάμ», ενώ, αν ζήσουν με σκληρότητα και δαπανήσουν τα πλούτη τους μόνο για τον εαυτό τους, θα βρεθούν «σ’ αυτό τον τόπο της βασάνου», όπως χαρακτηριστικά λέει ο πλούσιος (στίχ. 28) αγωνιώ-ντας για την τύχη των πέντε αδελφών του! Αν ο τόπος της βασάνου και ο κόλπος του Αβραάμ δεν υπάρχουν, τότε –ας με συγχωρέσει ο Θεός– ο Κύριος έδωσε ψεύτικο κίνητρο στους ακροατές Του, δηλαδή τους εξαπάτησε!
Πώς κάποιος να αγωνιστεί να αποφύγει την τύχη του πλούσιου και να απολαύσει την τύχη του Λάζαρου, αν όλα αυτά δεν ήταν παρά κενά περιεχομένου ρητορικά σχήματα; Αν ο Κύριος μιλούσε για κάποια μελλοντική βασιλεία Του, θα μπορούσε κάλλιστα να τοποθετήσει τη σκηνή στο μέλλον, ενώ τώρα αναφέρεται σε άμεσηγι’ αυτό οι πέντε αδελφοί του πλούσιου ζούσαν ακόμη στη γη «ανταπόδοση», αμέσως μετά το θάνατο, !
Άλλωστε, αν ο Κύριος χρησιμοποιούσε κενά λογοτεχνικά ή ρητορικά ευρήματα στις παραβολές Του, πρέπει να δεχτούμε ότι θα μπορούσε να αναφερθεί ακόμη και στο… Δία.
Τι είναι όμως ο «κόλπος του Αβραάμ»; Αυτό ασφαλώς είναι μια εικόνα συμβολική. Συμβολίζει όμως όχι κάτι ανύπαρκτο, αλλά τη στοργή και την ασφάλεια που νιώθει ο άνθρωπος στον παράδεισο – καθώς ίσως και την επικοινωνία με τα πνεύματα των αγίων, που πατρικά τον περιβάλλουν με την αγία αγάπη τους. Θα τολμούσα να πω πως ο «κόλπος του Αβραάμ» είναι η πρόγευση της σωτηρίας, σωτηρίας που θα υπάρξει στην απερίγραπτη πληρότητά της μετά τη Δευτέρα Παρουσία και την ανάσταση όλων των νεκρών.
Αναφορά στους πνευματικούς συμβολισμούς της παραβολής του πλούσιου και του Λάζαρου γίνεται και από τους αγίους διδασκάλους της αρχαίας και της ορθόδοξης Εκκλησίας. Δες π.χ. τη διδασκαλία της αγίας Μακρίνας για την αθανασία της ψυχής, όπως φαίνεται στο συγκλονιστικό διάλογό της –λίγο πριν πεθάνει– με τον αδελφό της άγιο Γρηγόριο Νύσσης, τον οποίο ο ίδιος κατέγραψε υπό τον τίτλο «Τα Μακρίνεια – Περί ψυχής και αναστάσεως», παρ. 45-52. Δες το κείμενο, με νεοελλ. μετάφραση, εδώ.
Είθε ο Θεός της αγάπης να αξιώσει εμάς, και όλους τους λαούς της Γης, «της εκ δεξιών του παραστάσεως» και της «μερίδος των σωζομένων», όπου υπάρχει «ο των εορταζόντων ήχος ο ακατάπαυστος και η απέραντος ηδονή των καθορόντων του Σου (Κύριε) προσώπου το κάλλος το άρρητον» (από την ακολουθία της θείας Μεταλήψεως). Αμήν.
Πηγή: Πέρα από το άτομο
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...