
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
Διάλεξα ἕνα κομμάτι ἀπό τό Εὐαγγέλιο, ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, καί ἰδιαίτερα τό «Πάτερ ἡμῶν», γιατί νομίζω εἶναι ἡ πιό χαρακτηριστική προσευχή, ἐφ᾿ ὅσον εἶναι «Κυριακή» προσευχή, ἡ προσευχή ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος.
Καί νομίζω ὅτι ὁ Κύριος μᾶς δίδαξε τήν προσευχή πού Ἐκεῖνος ἔκανε, μᾶς ἔδωσε τή ζωή πού Ἐκεῖνος ἔζησε καί μᾶς δίδαξε τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτόν Του· κι αὐτό εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καί ὅπως μᾶς εἶπε ἄλλη φορά «Ἐγώ εἰμί ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα» (Ἰω. ιε´ 5)· ὅπως ἡ σχέση τοῦ κλήματος καί τῆς ἀμπέλου εἶναι μιά σχέση ὀργανική καί ἀθόρυβα προχωρᾶ ὁ χυμός τῆς ἀμπέλου πρός τά κλήματα, ἔτσι καί ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε ὅλη τήν ὕπαρξή Του, ὁπότε, μέσα στήν προσευχή αὐτή - ἄν τήν κάνουμε συνειδητά καί ἄν τήν ζοῦμε - νομίζω ὅτι ζοῦμε ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ.
Ἀλλά ἂς ἀρχίσουμε νά διαβάζουμε τήν προσευχή αὐτή καί νά τήν παρακολουθοῦμε φράση πρός φράση.
Ἡ πρώτη φράση λέει: «Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς».
Νομίζω ὅτι ἡ ἁμαρτία μας ἡ μεγάλη εἶναι μιά· πολλές φορές ἀπογοητευόμαστε καί ξεχνᾶμε ἕνα πρᾶγμα: ὄχι ὅτι εἴμαστε ἀδύνατοι, ἀλλ᾿ ὅτι ὁ Θεός μᾶς ἀγαπάει. Ἂν ἔχουμε ἕνα κεφάλαιο ἐμεῖς οἱ ἀδύνατοι, εἶναι ὅτι ὁ Θεός μᾶς ἀγαπᾶ καί ὅτι ὁ Θεός εἶναι Πατέρας μας.
Λέμε ὅτι ὁ πατέρας, ἡ μάνα, ἀγαποῦν τό παιδί τους ὄχι γιατί εἶναι καλό, ἀλλά γιατί εἶναι παιδί τους· ὁπότε εἶναι μεγάλο πρᾶγμα ἄν αὐτή τή συνείδηση τήν ἀποκτήσουμε καί νοιώσουμε ὅτι μποροῦμε ἐμεῖς νά ποῦμε τό Θεό Πατέρα μας. Γιατί αὐτή ἡ λέξη τά λέει ὅλα. Ἀμέσως μᾶς βάζει μέσα στό κλίμα τῆς Ἐκκλησίας. Μπορεῖ νά εἶναι κανένας ὀρφανός, μπορεῖ νά τὸν ἔχουν ἐγκαταλείψει οἱ δικοί του, μπορεῖ ὅλα νά τά ἔχει χάσει καί νά αἰσθάνεται μόνος· ἀπό τή στιγμή ὅμως πού ὁ Θεός εἶναι Πατέρας του, νοιώθει μιά ἀσφάλεια, μιά σιγουριά καί ὅλος ὁ κόσμος γίνεται σπίτι του.
Θά τολμοῦσα νά πῶ καί τό ἑξῆς: μήπως δέν θἆταν καλύτερα νά μᾶς ἐγκαταλείψουν ὅλοι, γιά νά νοιώθουμε αὐτή τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ; Θαρρῶ πώς κι αὐτό μποροῦμε νά τό ποῦμε. Γι᾿ αὐτό, βλέπετε κι ὁ Κύριος στούς μακαρισμούς Του λέγει: «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, μακάριοι οἱ διψῶντες, μακάριοι οἱ πεινῶντες, μακάριοι οἱ κλαίοντες...». Δηλ. Μακάρι νά στερηθοῦμε τή στοργή τήν ἀνθρώπινη, νά τά χάσουμε ὅλα, γιά νά νοιώσουμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι Πατέρας μας.
Θυμᾶμαι μιά φορά πού εἴχαμε ρωτήσει μιά γριά στό Παρίσι, Ρωσίδα, τί εἶναι μοναχός, καί αὐτή μᾶς εἶπε αὐθόρμητα ὅτι μοναχός εἶναι ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κρέμεται ἀπό ἕνα σχοινί, καί τό σχοινί αὐτό εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Νομίζω ὅτι αὐτό τελικά μποροῦμε νά τό ποῦμε γιά κάθε ἄνθρωπο: ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει μιά δύναμη στή ζωή του καί ἡ δύναμη αὐτή εἶναι ὅτι ὁ Θεός τὸν ἀγαπᾶ. Ἤλθαμε στή ζωή καί ἐλπίζουμε, γιατί κάποιος μᾶς ἀγαπᾶ· κι αὐτός ὁ κάποιος εἶναι δυνατός ἄσχετα ἄν ἐμεῖς εἴμαστε ἀδύνατοι.
«Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Πατέρας μας λοιπόν δέν εἶναι ἁπλῶς κάποιος ποὺ μπορεῖ νά ἐντοπισθεῖ ἐδῶ καί ἐκεῖ, ἀλλά εἶναι ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, οὐράνιος Πατέρας, ὁπότε, ὅλος ὁ κόσμος, ὅλος ὁ οὐρανός γίνεται σπίτι μας. Ἔτσι, λοιπόν, μποροῦμε νά νοιώθουμε ἄνετα κι ἐλεύθερα. Γι᾿ αὐτό, λέγεται, ὅτι ὅταν εἶπαν στόν Εὐάγριο Ποντικό, ἕνα ἀπό τούς πρώτους ἀσκητές τῆς Νιτρίας, ὅτι ὁ πατέρας του πέθανε, αὐτός ἀντέδρασε αὐθόρμητα καί λέει: «Μή βλαστημεῖτε· ὁ Πατέρας μου δέν πέθανε ποτέ»!
Ἔτσι, λοιπόν, μέ τήν πρώτη φράση ὁ Κύριος μᾶς δίνει κουράγιο, μᾶς κάνει δικούς Του ἀδελφούς, καί μᾶς λέει τὸν Πατέρα Του νά τὸν λέμε καί δικό μας Πατέρα. Καί κάτι ἄλλο λένε οἱ Πατέρες: Λέμε τό Θεό «Πάτερ ἡμῶν» - δέν λέμε ἁπλῶς Πατέρα μου - ὁπότε ὁ Θεός εἶναι ὅλων Πατέρας μας καί, ἔτσι, ὅλοι εἴμαστε μεταξύ μας ἀδελφοί.
Ἡ ἑπόμενη φράση λέει, «ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου...».
Σ᾿ αὐτές τίς δύο φράσεις οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας βλέπουν τήν παρουσία τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί ἔτσι λοιπόν, σ᾿ αὐτές τίς τρεῖς φράσεις «Πάτερ ἡμῶν... ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου», εἶναι παροῦσα ὅλη ἡ Ἁγία Τριάς. Τό Ὄνομα τοῦ Θεοῦ Πατρός εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, καί ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι τό Πνεῦμα τό Ἅγιον. (Ὑπάρχει μάλιστα μιά γραφή τοῦ Εὐαγγελίου παλαιότερη, πού ἀντί νά λέει «ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου» λέει «ἐλθέτω τό Πνεῦμα σου τό Ἅγιον ἐφ᾿ ἡμᾶς καί καθαρισάτω ἡμᾶς). Ὁπότε ἐδῶ ἔχουμε παροῦσα τήν Ἁγία Τριάδα. Εἶναι αὐτό πού λέμε: «Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα παντοκράτορα..., καί εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν..., καί εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον...».
»Ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου...». Παρακαλοῦμε ἐμεῖς νά ἁγιασθεῖ τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ, ἄν βλέπουμε αὐτά πού λένε οἱ Πατέρες, ὅτι τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ Πατρός εἶναι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, αὐτό τό «ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου» μποροῦμε νά τό συνδέσουμε μέ ἐκεῖνο πού λέει ὁ Κύριος: «Ἐγώ ἁγιάζω ἐμαυτόν, ἵνα καί αὐτοί ὦσιν ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ» (Ἰω. ιζ´ 19). Καί τό «ἁγιάζω ἑμαυτόν» τοῦ Κυρίου σημαίνει ὅτι, ἐγώ θυσιάζω τὸν ἑαυτό μου γιά νά ἁγιασθοῦν ἐν ἀληθείᾳ, στήν πραγματικότητα, οἱ πιστοί. Ἔτσι λοιπόν, ὅταν καί ἐμεῖς λέμε «ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου», εἶναι σάν νά λέμε, ἄς ἁγιασθεῖ ἡ θυσία τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτό ὁ Κύριος εἶναι ὁ ἁγιασμός, ἡ ἀπολύτρωση καί ἡ δικαιοσύνη ἡμῶν. Καί, «ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου», νά ἔλθει τό Πνεῦμα τό Ἅγιο στήν Πεντηκοστή· καί πάντοτε ἔρχεται τό Ἅγιο Πνεῦμα, καί ἡ Ἐκκλησία εἶναι μιά συνεχής Πεντηκοστή.
Μέσα, λοιπόν, σ᾿ αὐτές τίς τρεῖς φράσεις βλέπουμε παροῦσα ὅλη τήν Ἁγία Τριάδα. Ἀλλά, μποροῦμε νά δοῦμε σ᾿ αὐτές τίς τρεῖς φράσεις, καί τήν πραγματικότητα τῆς ἐπικλήσεως τῆς κεντρικῆς εὐχῆς τῆς Θείας Λειτουργίας: Αὐτό πού ὁ ἱερεύς, παρακαλεῖ τὸν Οὐράνιο Πατέρα, νά στείλει δηλ. τό Πνεῦμα τό πανάγιον καί νά ποιήσει τὸν ἄρτον καί τὸν οἶνον Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ.
Καί φθάνουμε στήν τέταρτη φράση, ἡ ὁποία εἶναι ἡ κεντρική φράση τοῦ «Πάτερ ἡμῶν», καί τό κεντρικό σημεῖο τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου καί τῆς δικῆς μας ζωῆς: εἶναι τό «γενηθήτω τό θέλημά σου».
Ἴσως αὐτή ἡ φράση, «γενηθήτω τό θέλημά σου», μπορεῖ νά παρομοιασθεῖ μέ τό «Ἀμήν» τῆς ἐπικλήσεως. Καί αὐτό τό «γενηθήτω τό θέλημά σου» εἶναι ἡ κατάληξη καί ἡ ἀνακεφαλαίωση τῶν προηγουμένων φράσεων· στίς προηγούμενες φράσεις λέμε, «ἁγιασθήτω τό Ὄνομά σου», «ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου», «γενηθήτω τό θέλημά σου». Ἀναφερόμαστε στό Θεό, λέμε τό ὄνομά Του νά ἁγιασθεῖ, ἡ βασιλεία Του νά ἔλθει, τό θέλημά του νά γίνει. Δίνουμε τά πάντα στό Θεό, καί αὐτό ἐπικυρώνεται καί ἀνακεφαλαιώνεται μ᾿ αὐτή τή φράση, «γενηθήτω τό θέλημά σου».
Γιά νά καταλάβουμε καλύτερα τί σημασία ἔχει τό «γενηθήτω τό θέλημά σου», θά εἶναι καλά νά θυμηθοῦμε αὐτό πού εἶπε ὁ Κύριος, γιατί κατέβηκε ἀπ᾿ τὸν Οὐρανό: «Ἐγώ καταβέβηκα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἵνα ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός καί τελειώσω αὐτοῦ τό ἔργον». Καί τό ἄλλο πάλι πού λέει, ὅτι «ἡ κρίσις ἡ ἐμή δικαία ἐστί...»· ἡ κρίσις μου εἶναι δίκαιη καί σωστή γιατί «οὐ ζητῶ τό θέλημα τό ἐμόν, ἀλλά τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός». Καί κάτι ἄλλο: θυμᾶστε πού ὁ Κύριος συναντήθηκε μέ τή Σαμαρείτιδα· ὅταν ἦλθαν οἱ μαθητές, εἶπαν στόν Κύριο: «Ραββί, φάγε»· κι ἐκεῖνος τούς ἀπάντησε, ὅτι «ἐγώ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἥν ἡμεῖς οὔκ οἴδατε...». Ἐγώ ἔχω νά φάω ἕνα φαγητό τό ὁποῖο ἐσεῖς δέν ξέρετε. «Ἐμόν βρῶμα ἐστίν ἵνα ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με καί τελειώσω αὐτοῦ τό ἔργον».
Αὐτό, λέει, πού ἐμένα μέ τρέφει εἶναι νά ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός. Καί νομίζω ὅτι αὐτό εἶναι τό βασικό πρᾶγμα τό ὁποῖο καθορίζει τή ζωή τοῦ Κυρίου καί τή ζωή τή δική μας. Γι᾿ αὐτό βλέπουμε τὸν Κύριο στή συνέχεια, τήν ὥρα τῆς Γεθσημανῆ, δηλ. τήν ὥρα τῆς πραγματικῆς ἀγωνίας - θἄλεγε κανείς τήν ὥρα ἑνός δυνατοῦ σεισμοῦ πού τά πάντα δοκιμάζονται, καί ὁ Κύριος «γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ ἐκτενέστερον προσηύχετο» - νά λέει «Πάτερ μου, εἰ οὐ δύναται τοῦτο τό ποτήριον παρελθεῖν ἀπ᾿ ἐμοῦ ἐάν μή αὐτό πίω, γενηθήτω τό θέλημά σου» (Ματθ. κστ´ 42). Αὐτό ποὺ μᾶς εἶπε ὁ Κύριος νά λέμε, καί ἐκεῖνος τό εἶπε στή δύσκολη στιγμή καί προχωρεῖ ὁ Κύριος ἤρεμα, ἀλλά παντοκρατορικά πρός τό πάθος ἀκριβῶς γιατί λέγοντας, «ὄχι τό δικό μου θέλημα, ἀλλά τό δικό σου νά γίνει», ἀμέσως στρέφεται ἐσωτερικά, παίρνει ἄλλη δύναμη καί προχωρεῖ.
Δέν θἆταν ἄσχημα νά πᾶμε τώρα γιά μιά στιγμή καί στή δικιά μας ζωή. Ἀγωνιζόμαστε στή ζωή μας, ἀρχίζουμε, ἔχουμε σχέδια, ἔχουμε προγράμματα, προχωρᾶμε καλά, ἀλλά σέ μιά στιγμή μπορεῖ νά περάσουμε δυσκολίες. Νομίζω ὅτι δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος πού νά μήν περάσει τή Γεθσημανῆ του. Καί τήν ὥρα πού τά πάντα καταρρέουν, τότε μόνο τά πάντα ἀνασταίνονται, καί τότε μόνο καταλαβαίνει κανείς αὐτό πού εἶπε ὁ Κύριος, ὅτι τό νά ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός καί ὄχι τό δικό μου, αὐτό εἶναι ποὺ μὲ τρέφει. Ἐκείνη τή στιγμή πού τά πάντα καταστρέφονται καί δέν ὑπάρχει καμμιά ἐλπίδα πουθενά καί κανένα φῶς, καί τά πάντα εἶναι σκεπασμένα μέ σκοτάδι, ἄν ὁ ἄνθρωπος πεῖ - Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου, ἀμέσως παίρνει μιά ἄλλη δύναμη, ἀνασταίνεται καί προχωρεῖ παντοκρατορικά καί σεμνά πρός τήν ὁδό, πρός τή διάβαση, πρός τό Πάσχα πού εἶναι ὁ Χριστός, σέ μιά ἐξέλιξη πού δέν σταματᾶ ποτέ. Καί τότε, ἐκ τῶν ὑστέρων, θά εὐχαριστεῖ κανείς τό Θεό ὄχι γιά τίς εὐκολίες, ἀλλά γιά τίς δυσκολίες τῆς ζωῆς του καί γιά τή Γεθσημανῆ του, ἡ ὁποία τὸν ἀνάγκασε, μέσα στήν ἐξάρθρωση τοῦ ἑαυτοῦ του, νά πεῖ τό λογισμό του ἐλεύθερα, νά καταλήξει στό: «Θεέ μου, νά γίνει τό δικό σου θέλημα».
Νομίζω ὅτι αὐτό τό «γενηθήτω τό θέλημά σου» μοιάζει μέ τό «γενηθήτω» τό δημιουργικό (αὐτό πού λέει ὁ Κύριος, «Εἶπε καί ἐγενήθησαν, ἐνετείλατο καί ἐκτίσθησαν»), καί μέ τό λειτουργικό γενηθήτω (ὅταν ὁ ἱερεύς ἱερουργεῖ τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί παρακαλεῖ τὸν Πατέρα νά καταπέμψει τό Ἅγιο Πνεῦμα καί νά ποιήσει τὸν ἄρτον Σῶμα Χριστοῦ καί τό ἐν τῷ Ποτηρίῳ Αἷμα Χριστοῦ καί λέει τό Ἀμήν, Ἀμήν, Ἀμήν, ὁπότε ἤδη ἔγινε τό μυστήριο. Ὑπάρχει μιά σχέση μεταξύ τοῦ δημιουργικοῦ γενηθήτω καί τοῦ λειτουργικοῦ). Ὅταν ὁ ἄνθρωπος συνειδητά πεῖ, Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου καί σέ μένα, μοιάζει καί μέ αὐτό πού εἶπε ἡ Παρθένος στόν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ: «γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα σου»· νά γίνει σέ μένα, στήν ὕπαρξή μου, μέσα μου, κατά τό ρῆμα σου· Θεέ μου, νά γίνει κατά τό θέλημά σου. Ὁπότε ὁ ἄνθρωπος ἁγιάζεται καί παίρνει μιά ἄλλη δύναμη.
Λέει ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ κάπου, ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ, ὑπακούοντας στό Θεό, νά γίνει Θεός κατά χάριν, καί νά δημιουργήσει ἐκ τοῦ μή ὄντος νέους κόσμους: ὁ ἄνθρωπος γίνεται τελείως νέος, ὁ ἀδύνατος παίρνει ἄλλη δύναμη καί ὁ νεκρός παίρνει νέα ζωή καί προχωρεῖ. Τότε καταλαβαίνει ὅτι, πράγματι, εἶναι τροφή πραγματική τό νά καταλήξει νά πεῖ ἤρεμα, «Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου καί ὄχι τό δικό μου».
Γι᾿ αὐτό βλέπετε ὅτι ὁ ἀληθινός θεολόγος δέν εἶναι αὐτός πού πάει στό πανεπιστήμιο καί παίρνει ἄριστα ἐπειδή θυμᾶται μερικές χρονολογίες καί μερικά ὀνόματα ἢ γράφει μιά ἐργασία· ἀλλά, ἀληθινός θεολόγος πού γνωρίζει ποιά εἶναι ἡ δύναμη καί ἡ ἀλήθεια τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου, εἶναι αὐτός ὁ ὁποῖος στή δύσκολη στιγμή λέγει: μή τό ἐμόν, ἀλλά τό σόν γενέσθω θέλημα. Τότε ὅλος ὁ Θεός μπαίνει μέσα του, τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο τὸν κάνει θεολόγο, τὸν κάνει θεό κατά χάριν καί προχωρεῖ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ μέ ἕνα ἄλλο τρόπο μπροστά. Καί ὅπως ὁ Κύριος ἀναστημένος προχωροῦσε κεκλεισμένων τῶν θυρῶν ἔτσι καί ὁ ἄνθρωπος, αὐτός ὁ ἀδύνατος ἀλλά καί παντοδύναμος μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, προχωρεῖ εἴτε τά προβλήματα εἶναι λυμένα ἢ ἀνοικτά. Γι᾿ αὐτό ἄν τυχόν περνᾶμε δυσκολίες ἄς λέμε τό λογισμό μας ἐλεύθερα· ὅπως θέλει κανείς νά ἐκφρασθεῖ, ἄς ἐκφρασθεῖ, γιατί ὁ Θεός εἶναι Πατέρας μας. Ἀλλά στή συνέχεια ἄς ποῦμε, Θεέ μου, ἐγώ δέν ξέρω, ἐσύ ξέρεις, ἐσύ μέ ἀγαπᾶς πιό πολύ ἀπό ὅ,τι τούς ἀγαπῶ ἐγώ καί πιό πολύ ἀνήκουν σέ σένα ὅλοι ἀπ᾿ ὅ,τι ἀνήκουν σέ μένα. Ὁπότε ἄς γίνει τό θέλημά σου. Ἂν τυχόν τό θέλημά σου ἐξωτερικά φαίνεται καταστροφή, νἆναι καταστροφή. Καλύτερα μιά θεοθέλητη καταστροφή παρά ὁποιαδήποτε ἐπιτυχία μέ τήν ἀνθρώπινη βούληση, πού εἶναι ἀληθινό χαντάκωμα καί ἀληθινή καταστροφή. Τότε τό «γενηθήτω τό θέλημά σου» εἶναι ἡ φράση ποὺ μᾶς τρέφει καί μᾶς ἀνασταίνει σέ ἕνα ἄλλο χῶρο.
Ἡ ἄλλη φράση εἶναι, «ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς».
Ἐδῶ πέρα, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ Χριστός, βάζει τὸν καθένα μας ὑπεύθυνα γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου. Δέν λέει, «Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου στή ζωή μου», ἀλλά νά γίνει τό θέλημά σου ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς, νά γίνει σ᾿ ὁλόκληρη τή γῆ. Θυμᾶμαι σ᾿ ἕνα νησί, στήν Κῶ, πού εἶχα πάει μιά φορά εἶχα δεῖ μιά γριούλα. Μοῦ λέει, «Ἐγώ δέν ξέρω γράμματα καί δέν ξέρω νά κάνω καμιά προσευχή, μά οὔτε τό Πιστεύω μπορῶ νά πῶ οὔτε τό Πάτερ ἡμῶν. Γι᾿ αὐτό, τό βράδυ ὅταν πέσω νά κοιμηθῶ, κάνω τό σταυρό μου καί παρακαλῶ ὁ Θεός νά ξημερώσει μέ τό καλό ὅλον τὸν κόσμο». Μέ ρωτᾶ, «Καλά κάνω;» Τῆς λέω, «Καλά κάνεις».
Βλέπετε, ἡ γριούλα εἶχε συλλάβει τό μυστικό τῆς εὐχῆς αὐτῆς· καί ἐπειδή ζοῦσε μέσα στήν Ἐκκλησία, καί ἐπειδή εἶχε τή χάρη τοῦ Χριστοῦ πού κυκλοφοροῦσε μέσα στήν ὕπαρξή της ἀθόρυβα, ὅπως πάει ὁ χυμός τῆς ἀμπέλου πρός τό κλῆμα, γι᾿ αὐτό, χωρίς νά ξέρει γράμματα, ἔκανε αὐτό τό ἀληθινό: παρακαλοῦσε ὁ Θεός νά ξημερώσει μέ τό καλό ὅλο τὸν κόσμο. Ἔτσι λοιπόν λέμε «ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς».
Παρακάτω λέμε, «τόν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον».
Ὅταν φθάσουμε στό σημεῖο νά περάσουμε τή Γεθσημανῆ καί νά ποῦμε στή δύσκολη στιγμή, «Θεέ μου, γενηθήτω τό θέλημά σου» καί δέν δυσανασχετοῦμε, δέν ἀγανακτοῦμε, ἀλλά αὐτό τό δεχόμαστε μέ καρτερία καί ἠρεμία, τότε νομίζω ὅτι εἶναι ἱκανό τό πνευματικό μας στομάχι νά χωνέψει τήν ὄντως τροφή. Καί ἡ ὄντως τροφή πάλιν εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Εἴδατε ὅτι εἶπε: «Ἐγώ εἰμί ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς· ἐάν τίς φάγη ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. στ´ 51). Ἐγώ εἶμαι ὁ ἀληθινός ἄρτος, ὁ ζωντανός, πού κατέβηκε ἀπό τὸν οὐρανό· καί ἄν κανείς φάει ἀπ᾿ αὐτόν τὸν ἄρτο θά ζήσει καί δέν πρόκειται νά πεθάνει. Δηλ. παίρνει ἀπό τώρα μιά δύναμη καί μιά χάρη, ἡ ὁποία τὸν βοηθᾶ νά ξεπεράσει τό θάνατο· ἤδη ἀπό τώρα, ἐνῶ βρίσκεται ἐν σαρκί, βρίσκεται μέσα στήν αἰώνια ζωή.
Γι᾿ αὐτό ὅταν λέει ὁ Κύριος, «τόν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον», τί ἀκριβῶς θέλει νά πεῖ; Καί λένε οἱ Πατέρες ὁ «ἐπιούσιος» σημαίνει ὁ ἄρτος πού ἀφορᾶ τήν οὐσία τοῦ ἀνθρώπου ἢ ὁ ἄρτος τῆς ἐπιούσης ἡμέρας. Ἐπιοῦσα ἡμέρα εἶναι ἡ ἑπόμενη μέρα· καί ἑπόμενη μέρα εἶναι ὁ ἑπόμενος αἰών, εἶναι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἔτσι λοιπόν, παρακαλοῦμε τό Θεό Πατέρα νά μᾶς ἀξιώσει τῆς «ἐπιούσης ἡμέρας», τοῦ οὐρανίου ἄρτου, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, νά μᾶς Τὸν δώσει σάν τροφή ἀληθινή ἀπό σήμερα. Καί ἐνῶ βρισκόμαστε ἐν σαρκί, ἐνῶ βρισκόμαστε σ᾿ αὐτό τὸν κόσμο, ὁ ἀληθινός ἄρτος πού θά μᾶς τρέφει νἆναι ὁ ἄρτος τῶν ἀγγέλων, ὁ ἄρτος τῆς «ἐπιούσης ἡμέρας», ὁ ἄρτος τῆς μελλούσης ζωῆς καί βασιλείας.
»Καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν».
Ἐδῶ πέρα θυμόμαστε τήν προσευχή τοῦ Κυρίου πού εἶπε γιά τούς σταυρωτές του: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. κγ´ 34). Ὁ Κύριος τούς συγχώρεσε καί ἐπειδή δέν ὑπῆρχε καμιά δικαιολογία γι᾿ αὐτό, ὁ Κύριος βρῆκε μιά δικαιολογία γι᾿ αὐτούς, ὅτι δέν ξέρουν τί κάνουν.
»Καί ἄφες ἡμῖν..., ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν...». Ἡ φράση αὐτή ἔχει κάτι λίγο πιό ἀπαιτητικό. Δέν μᾶς λέει ὁ Κύριος νά παρακαλοῦμε τό Θεό Πατέρα νά μᾶς βοηθήσει νά συγχωροῦμε τούς ἄλλους, ἀλλά λέμε ὅτι ἐμεῖς ὁπωσδήποτε συγχωροῦμε. Καί λέει ὁ Γρηγόριος ὁ Νύσσης ὅτι ἐδῶ πέρα, ἐμεῖς σάν νά λέμε στό Θεό Πατέρα νά λάβει ἐμᾶς σάν ὑπόδειγμα καί νά μᾶς συγχωρήσει καί ἐμᾶς.
Ἀλλά ἄν τυχόν ἐμεῖς δέν συγχωροῦμε, τότε τίποτε δέν γίνεται, τό εἶπε ὁ Κύριος ξεκάθαρα: «Ἐάν δέ μή ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, οὐδέ ὁ Πατήρ ὑμῶν ἀφήσει τά παραπτώματα ὑμῶν» (Ματθ. στ´ 15). Μπορεῖ νά πηγαίνουμε στά Κατηχητικά, μπορεῖ νά πηγαίνουμε στίς ὁμιλίες, στήν ἐκκλησία, νά κοινωνοῦμε καί νά προχωροῦμε στήν πνευματική ζωή, μπορεῖ νά κάνουμε θαύματα, καί ὅμως νά μή συγχωροῦμε κάποιον. Ἀλλά ἐάν δέν συγχωροῦμε δέν γίνεται ἀπολύτως τίποτα.
Στό σημεῖο αὐτό θἄθελα νά θυμηθοῦμε κάτι πού ἔλεγε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός στούς ἀνθρώπους πού ἀπευθυνόταν: «Πονάω γιατί δέν ἔχω χρόνο νά σᾶς δῶ ὅλους χωριστά τὸν καθένα σας καί νά ἐξομολογηθεῖτε καί νά μοῦ πεῖτε τά παράπονά σας καί νά σᾶς πῶ καί ἐγώ ὅ,τι μέ φωτίσει ὁ Θεός. Ἀλλά ἐπειδή δέν μπορῶ νά σᾶς δῶ ὅλους, θά σᾶς πῶ μερικά πράγματα τά ὁποῖα πρέπει νά ἐφαρμόσετε. Κι ἄν αὐτά ἐφαρμόσετε θά προχωρήσετε καλά. Τό πρῶτο εἶναι νά συγχωρᾶτε τούς ἐχθρούς σας». Καί γιά νά τούς κάνει νά καταλάβουν τί ἤθελε νά πεῖ, τούς δίνει ἕνα παράδειγμα: «Ἤλθαν δύο νά ἐξομολογηθοῦν, ὁ Πέτρος καί ὁ Παῦλος. Ὁ Πέτρος μοῦ εἶπε: «Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, ἐγώ ἀπό μικρός πῆρα τὸν καλό δρόμο. Ζῶ στήν ἐκκλησία, ἔχω κάνει ὅλα τά καλά, προσεύχομαι, κάνω ἐλεημοσύνες, ἔχω κτίσει ἐκκλησίες, ἔχω κτίσει μοναστήρια, ἔχω ἕνα μικρό ἐλαττωματάκι, ὅτι δέν συγχωρῶ τούς ἐχθρούς μου». Καί λέει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὅτι, «Ἐγώ, αὐτόν τὸν ἀποφάσισα γιά τήν κόλαση, κι εἶπα «ὅταν πεθάνει θά τὸν πετάξουν στό δρόμο νά τὸν φᾶνε τά σκυλιά»». Μετά ἀπό λίγο ἔρχεται ὁ Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἐξομολογήθη καί μοῦ λέει: «Ἐγώ ἀπό μικρός πῆρα τό στραβό δρόμο, ἔχω κλέψει, ἔχω ἀτιμάσει, ἔχω σκοτώσει, ἔχω κάψει ἐκκλησίες, μοναστήρια, δηλ. εἶμαι σάν δαιμονισμένος· μόνο ἕνα καλό ἔχω, ὅτι συγχωρῶ τὸν ἐχθρό μου». Καί λέει ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς, «ἐγώ κατέβηκα, τὸν ἀγκάλιασα, τὸν φίλησα καί τοῦ εἶπα σέ τρεῖς μέρες νά κοινωνήσει».
Αὐτός πού εἶχε ὅλα τά καλά, μέ τήν κακότητα νά μή συγχωρεῖ τὸν ἐχθρό του, ὅλα αὐτά τά μόλυνε, ὅπως ἔχουμε 100 ὀκάδες ζυμάρι καί βάζουμε λίγο προζύμι καί κουφίζει ὅλο τό ζυμάρι. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά ὁ ἄλλος πού ἔχει κάνει ὅλα τά κακά, συγχωροῦσε τὸν ἐχθρό του· αὐτό ἔδρασε μέσα σ᾿ ὅλα αὐτά σάν μιά φλόγα κεριοῦ καί τἄκαψε ὅλα. Νομίζω, ὅτι αὐτό εἶναι βασικό. Καί πολλές φορές ἡ ζωή μας ὁλόκληρη βγάζει μιά ἀποφορά ἀντί νἄναι ἄρωμα Χριστοῦ, καί δέν ξέρουμε γιατί γίνεται αὐτό. Νά συγχωροῦμε, λοιπόν. Νά μήν κρατήσουμε καμιά κακότητα γιά κανένα. Τότε ἡ ζωή μας θά προχωρήσει μπροστά. Ἂν αὐτό δέν κάνουμε, τότε ὅλες οἱ θεολογίες μας κι ὅλες οἱ ἁγιότητές μας πᾶνε χαμένες. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς λέει ὁ Κύριος, «ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Ἕνα ἐλάχιστο πρᾶγμα φτάνει γιά νά σέ βάλει στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν, καί ἕνα ἐλάχιστο πρᾶγμα μπορεῖ νά βρωμίσει ὅλη τή ζωή μας.
»Καί μή εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλά ρῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ».
Λέμε, «μή εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν», καί ἀπό τήν ἄλλη ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀπόστολος λέει, «Πᾶσαν χαράν ἡγήσασθε, ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις» (Ἰάκ. α´ 2). Τήν ἀπορία μᾶς τήν λύνουν οἱ Πατέρες. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, λέει ὅτι ὑπάρχουν δύο εἰδῶν πειρασμοί: ἀπό τή μιά μεριά ἔχουμε τούς ἡδονικούς καί προαιρετικούς πού γεννοῦν τήν ἁμαρτία· σ᾿ αὐτούς παρακαλοῦμε τὸν Κύριον νά μήν ἐπιτρέψει νά μποῦμε καί νά παρασυρθοῦμε. Ἀπ᾿ τήν ἄλλη μεριά ὑπάρχουν ἄλλοι πειρασμοί καί δοκιμασίες, οἱ ἀπροαίρετοι καί ὀδυνηροί πειρασμοί, οἱ ὁποῖοι κολάζουν τήν φιλαμαρτήμονα γνώμη, οἱ ὁποῖοι σταματοῦν τήν ἁμαρτία. Ἔτσι, λοιπόν, παρακαλοῦμε νά μήν πέσουμε στούς πρώτους πειρασμούς, τούς ἡδονικούς καί προαιρετικούς, ἀλλά ἄν τυχόν πέσουμε στίς ἄλλες δοκιμασίες πρέπει νά τίς δεχόμαστε μέ κάθε χαρά, γιατί αὐτοί οἱ πειρασμοί φέρνουν τήν γνώση, τήν ταπείνωση, τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί θυμᾶστε αὐτό πού λέει στό Γεροντικό: «ἔπαρον τούς πειρασμούς καί οὐδείς ὁ σωζόμενος». Ἂν βγάλεις ἀπό τή ζωή μας τούς πειρασμούς, αὐτές τίς δοκιμασίες, κανείς δέν πρόκειται νά σωθεῖ.
»...ἀλλά ρῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ». Ἡ τελευταία φράση αὐτῆς τῆς προσευχῆς εἶναι ὁ πονηρός. Ἡ πρώτη φράση τῆς προσευχῆς εἶναι τό «Πάτερ ἡμῶν». Ὁ Θεός εἶναι ἡ πρώτη λέξη, ἡ πρώτη πραγματικότητα, τελευταία δέ εἶναι ὁ πονηρός. Ἡ ζωή μας κινεῖται μεταξύ τοῦ πονηροῦ καί τοῦ Θεοῦ. Ὁ πονηρός δέν ἄφησε κανένα ἀπείραστο· οὔτε τὸν πρῶτο Ἀδάμ στόν Παράδεισο οὔτε τό δεύτερο Ἀδάμ, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὅταν βγῆκε στήν ἔρημο. Καί λέει ὁ Κύριος πάλι, ὅτι «τό γένος τοῦτο ἐν οὐδενί δύναται ἐξελθεῖν εἰ μή ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ» (Μαρκ. θ´ 29). Δέν μποροῦμε νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό τὸν πονηρό παρά μέ τήν προσευχή καί τή νηστεία. Δέν φεύγει ὁ πονηρός μέ τή λογική ὅπως δέν φεύγει τό καρκίνωμα μέ τίς ἀσπιρίνες. Δέν φεύγει ὁ διάβολος μέ τίς ἐξυπνάδες. Λέγει καί ἕνας μοναχός, ὅτι ὁ μεγαλύτερος δικηγόρος δέν μπορεῖ νά τά βγάλει πέρα μέ τό μικρότερο διάβολο. Γι᾿ αὐτό δέν πρέπει νά ἀρχίζομε συζήτηση μέ τὸν πονηρό. Ἂς τὸν ἀφήνουμε καί νά φεύγουμε.
Τό θέμα στήν πνευματική ζωή εἶναι νά ἀποκτήσουμε τή διάκριση τήν πνευματική, νά ξεκαθαρίζουμε τά πράγματα ἄν κάτι εἶναι ἀπό τό Θεό ἢ ἀπό τό διάβολο. Μά θά πεῖ κανένας: Ἐγώ εἶμαι ἀδύνατος ἄνθρωπος· πῶς μπορῶ νά ἀποκτήσω αὐτή τή διάκριση; Νομίζω τά πράγματα εἶναι ἁπλά ἐάν τυχόν κάνουμε συνειδητά αὐτή τήν προσευχή ποὺ μᾶς δίδαξε ὁ Κύριος. Μποροῦμε τώρα νά ἀρχίσουμε ἀπό πίσω: ἐάν συγχωροῦμε τούς ἐχθρούς μας ἀσυζητητί· ἐάν τρεφόμεθα μέ τὸν οὐράνιον ἄρτον· ἐάν στή δύσκολη στιγμή λέμε, «Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου» καί ἐάν νοιώθουμε τό Θεό, Πατέρα μας, τότε, ἐνῶ εἴμαστε πάρα πολύ ἀδύνατοι, θά εἴμαστε ταυτόχρονα καί πανίσχυροι. Ἐάν, ἀντίθετα, κάνουμε τό θέλημά μας καί δέν συγχωροῦμε τὸν ἄλλο, τότε τὸν διάβολο ἀπό μυρμήγκι τὸν κάνουμε λιοντάρι καί δέν μποροῦμε νά τά βγάλουμε πέρα μέ καμιά δύναμη. Ἀντίθετα, ἐάν λέμε: τό θέλημα τοῦ Θεοῦ νά γίνει, ἐγώ δέν ξέρω τίποτα· ἄν συγχωροῦμε ἀσυζητητί· ἄν τή στιγμή ποὺ μᾶς ἔχουν σκοτώσει, ἐμεῖς, σκοτωμένοι, μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι δέν κρατᾶμε καμιά κακότητα γι᾿ αὐτόν ποὺ μᾶς σκότωσε καί λέμε ἔχει ὁ Θεός, δέν πειράζει· τότε ὁ ἄνθρωπος, αὐτός ὁ ἀδύνατος, εἶναι παντοδύναμος καί μπορεῖ νά τά βγάλει πέρα καί ὁ διάβολος μπροστά του εἶναι μυρμήγκι. Καί προχωρεῖ ἐλεύθερα.
Θυμᾶστε, στή Γεθσημανῆ, ὅταν ὁ Κύριος «γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ ἐκτενέστερον προσηύχετο» καί εἶπε «οὐ τό ἐμόν θέλημα γενέσθω», ἀναφέρεται ἐκεῖ στήν Ἁγία Γραφή ὅτι, «ὤφθη δέ αὐτῷ ἄγγελος ἀπ᾿ οὐρανοῦ ἐνισχύων αὐτό» (Λουκ. κβ´ 43). Καί ἐπίσης ὅταν στήν ἔρημο εἶπε, «ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· γέγραπται γάρ, Κύριον τὸν Θεόν σου προσκυνήσεις καί αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις», τότε τὸν ἄφησε ὁ διάβολος «καί ἰδού ἄγγελοι προσῆλθον καί διηκόνουν αὐτῷ» (Ματθ. δ´ 10-11). Ἔτσι, λοιπόν, συμβαίνει καί σ᾿ ἐμᾶς· ἄν λέμε τήν προσευχή αὐτή, ἄν ζοῦμε τή ζωή αὐτή, ὁ πονηρός φεύγει, ἡ διάκριση ἡ πνευματική ἔρχεται μέσα μας καί ἄγγελοι μᾶς διακονοῦν. Καί μποροῦμε νά νοιώσουμε αὐτή τή συντροφιά τῶν ἀγγέλων· καί μποροῦμε ἀπό τώρα νά ζήσουμε στόν Οὐρανό· καί μποροῦμε νά χρησιμοποιήσουμε αὐτές τίς φράσεις τίς κυπριακές καί νά ποῦμε ὅτι ἡ ζωή μας γίνεται τότε «ἀγγελόκτιστη», «Θεοσκέπαστη». Τότε ὁ ἄνθρωπος ὁ μικρός γίνεται μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ παντοδύναμος...
Πηγή: Η άλλη όψη
Ερώτηση: Για την Κύπρο τι είπε ο Άγιος Παΐσιος;
Είσαι φανατική Κυπραία. (γέλιο στο ακροατήριο) Μια ερώτηση αναμενόμενη από Κυπριακό ακροατήριο.
Μου ‘κανε εντύπωση στον Λίβανο, δεν με ρώτησε ούτε ένας. Με συγχωρείς που το λέω τούτο. Δεν με ρώτησε ένας, τι θα γίνει ο Λίβανος; Τί σου είπε ο γέρων Πορφύριος, ο γερων Παΐσιος, ο Ιάκωβος; Και έτρεμα. Λέω, αν με ρωτήσουν να πω ψέματα; Τι θα τους πεις;
Με ρωτούσαν όμως κάποια ωραία. Ποιά είναι η διαφορά του διαλογισμού από την προσευχή; Πως θα ζήσω την μετάνοιά μου; Εάν έρθει ένας τζιχαντιστής πως θα τον αντιμετωπίσω για να πεθάνω Ορθόδοξος;
Πρόσεξε, οι άνθρωποι ετοιμάζονται για μαρτύριο και ‘μεις ετοιμάζουμε τα ψυγεία μας. Αυτή είναι η διαφορά μας. Πρέπει να καταλάβουμε δηλαδή πόσο μεταλλαγμένοι έχουμε γίνει.
...
Ξέρεις, οι Κύπριοι, πήγαιναν πάρα πολλοί στον Γέροντα Παίσιο. Εμείς ήμασταν παιδιά τότε που πηγαίναμε. Μετά μεγαλώσαμε βέβαια. Εγώ τον γνώρισα όταν ήμουν 20 χρονών την πρώτη φορά και την τελευταία φορά που πήγα ήμουν ήδη 30. .. Οι πιο πολλοί Κύπριοι -εγώ δεν το ‘κανα προσωπικά παρόλο που είμαι πρόσφυγας και πονεμένος από τον πόλεμο- η μόνη τους ερώτηση ήταν, Γέροντα τι θα γίνει με την Κύπρο; Δεν εβάζαν ερωτήσεις οι Κύπριοι πιο πολύ πνευματικές. Έβαζαν πολιτικές. Αντιμετώπιζαν τον Άγιο σαν μαντείο των Δελφών.
Αποτέλεσμα;
Έχασαν οι ίδιοι μία ευκαιρία να διδαχτούν πνευματική ζωή.
...
Και ένα τελευταίο παράδειγμα.
Τέλη Αυγούστου φέτος. Στο Χαλέπι. Ξέρετε είναι μεγάλη πόλη της Συρίας. Η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Συρίας. Η μισή τώρα είναι κατεχόμενη από τζιχαντιστές και η άλλη μισή από χριστιανούς, κυβερνητικές μάλλον δυνάμεις της Συρίας. Και έχει πολλούς εκεί χριστιανούς, και στην πόλη και γύρω στα χωριά.
Ένα από τα χωριά το κατέλαβαν οι φανατικοί τζιχαντιστές. Πήγαν σε μία οικογένεια όπου ήταν χριστιανός και ο άντρας και η γυναίκα και τα τρία παιδιά, δύο μεγάλες κόρες και ένας μικρός γιος 12 χρονών. Μόλις αυτοί είδαν την οικογένεια των χριστιανών τους επιτέθηκαν και τους είπαν, για να γλιτώσετε να γίνεται μωαμεθανοί. Ο πατέρας είπε, όχι προτιμούμε να μας σκοτώσετε. Άρχισαν να δέρνουν τον πατέρα και ο πατέρας ήταν ανένδοτος. Είπε, σκοτώστε με αλλά εγώ δεν γίνομαι μουσουλμάνος, δεν πουλώ την πίστη μου.
Οπότε, αυτοί κατάλαβαν ότι είχαν να κάνουν με έναν στέρεο στην πίστη χριστιανό και είδαν ότι είχε έναν γιο μικρό 12 χρονών. Παράτησαν τον πατέρα και έπιασαν το γιο, 12 χρονών, και άρχισαν να τον δέρνουν. Και ξύπνησε στον πατέρα που ηθελε να μαρτυρήσει πριν δύο λεπτά το πατρικό φίλτρο. Πατέρας. Και τους λέει, μόλις είδε ότι θα σκότωναν τον γιο του αυτοί οι βάρβαροι, σταματάτε, θα γίνω μουσουλμάνος αλλά να αφήσετε τα παιδιά μου να ζήσουν. Και αυτοί χάρηκαν γιατί πέτυχαν τον σκοπό τους.
Μόλις άκουσε ο μικρός γιος που έτρωγε το ξύλο ότι ο πατέρας του θα γίνει μουσουλμάνος για να ζήσει αυτός .. 70-80 χρόνια, του λέει,
Πατέρα αυτά μας έμαθες τόσα χρόνια; Για να ζήσω εγώ ακόμα 50-60 χρόνια θα πουλήσεις την πίστη σου; Θα προδώσεις τον Isa; (τον Ιησού)
Όχι, ... να μας σκοτώσουν όλους αλλά τον Ιησού να μην τον προδώσουμε.
Μόλις ο πατέρας είδε τι γιο έκαμε λέει, συγνώμη γιε μου, ο Θεός να με συγχωρέσει που είπα προηγουμένως έτσι. .. Πρώτα .. τις κόρες μου και τη γυναίκα μου να τις σκοτώσετε και ύστερα εμάς.
Εκνευρίστηκαν οι βάρβαροι και είπαν, πρώτα θα σκοτώσουμε εσάς για να φοβηθούν οι γυναίκες.
Βλέπετε; Όλα τα αισθήματα τα αξιοποιούν.
Σκότωσαν το γιο πρώτα, μετά τον πατέρα, εβίασαν τη μάνα και τις κόρες και μετά όταν ήρθε η σειρά τους να τις σφαγιάσουν είπε η μάνα, αφήστε μας να κάνουμε μια προσευχή πριν πεθάνουμε. Και είπε μαζί με τις κόρες της εκφώνως το Πάτερ ἡμῶν. Και όταν εφτάσαν εκεί που εμείς ζητούμε να συγχωρέσει ο Θεός αυτούς που μας έβλαψαν [να συγχωρέσει εμάς θέλει να πει] ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν, έλαμψε το πρόσωπο και των τριών τόσο πολύ και το έλεγαν συνεχώς .. ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν. Τους συγχωρούσαν και ήταν χαρούμενες, αυτές, που είχαν βιαστεί πριν 5 λεπτά και είχαν δει τον άντρα τους, τον πατέρα τους, το γιο τους να σκοτώνεται. Και είπε ο ένας, αυτές τώρα βλέπουν τον Isa (τον Ιησού). Δεν εξηγείται αλλιώς να ‘χουν τέτοιο φως και τέτοια χαρά πάνω τους.
Σκεφτείτε λοιπόν, εμείς οι χριστιανοί του θερμοκηπίου. Δίπλα, υπάρχουν άνθρωποι που αγιάζουν δια του μαρτυρίου.
Πηγή: Αβέρωφ
Ολόκληρη η ομιλία στο: Μητροπολίτης Μόρφου κ.κ. Νεόφυτος: Πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστί...; [19 Νοεμβρίου 2015]
Σπανίως προσέχουμε την παρουσία του Θεού. Δεν βλέπουμε το Θεό μπροστά μας, δεν τον αισθανόμαστε δίπλα, μέσα μας! Ένας κόσμος ολόκληρος βρίσκεται στο σκοτάδι της αγνωσίας και στη σκιά του θανάτου, πεινασμένος και διψασμένος για την τροφή της ζωής, περιπλανώμενος σαν το πρόβατο χωρίς ποιμένα, καταπονημένος απ’ τις εχθρικές δυνάμεις του σκότους, μακριά από τον Κύριο που είναι τόσο κοντά μας. Ταξιδεύουμε στο δρόμο της ζωής και ο Χριστός είναι μαζί μας, όμως οι οφθαλμοί μας «κρατούνται», όπως εκείνων των δύο μαθητών που βάδιζαν προς Εμμαούς (Λουκ. 24:16).
Δεν βρισκόμαστε στο σκοτάδι εξαιτίας του ήλιου, αλλ’ επειδή κλεινόμαστε σ’ ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα. Δεν ταιριάζει στην αγαθότητα και αγάπη του Θεού, ο οποίος έπλασε τον άνθρωπο ελεύθερο ον, να μην υπολογίσει αυτή την ιδιότητά μας και να μας επιβάλει τη θεία του παρουσία. Ο Θεός, ο οποίος είναι παντοδύναμος και πανταχού παρών, δεν μας επιβάλλεται, αλλά δέχεται να τον κρατάμε σε απόσταση, περιμένει εμείς να τον δούμε, να μην τον παραβλέψουμε. Αυτός ο παντοδύναμος περιμένει από μας να διώξουμε την απόσταση, στην οποία τον κρατάμε: «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω» (Αποκ. 3:20).
Αλλά τι είναι η παράδοξη αυτή απόσταση ανάμεσα σε μας και το Θεό, ο οποίος είναι πανταχού παρών;
Ο Αδάμ στον παράδεισο αδιάκοπα ευφραινόταν με τη θέα του Θεού (Γεν. 3:8), ενώ, όταν αμάρτησε, κρύφτηκε από το πρόσωπο του Θεού. Δεν έγινε ο Θεός αόρατος, αλλά η αμαρτία έκρυψε τον άνθρωπο, ώστε να μη βλέπει το Θεό. Όπως ένα τείχος εμποδίζει την όραση και δεν βλέπει κανείς απ’ την άλλη πλευρά, έτσι και η αμαρτία κλείνει τον ορίζοντα της θέας του Θεού, μας κλείνει μέσα στον εαυτό μας σαν μέσα σ’ ένα τείχος, μας κάνει όλο και πιο ανόμοιους προς το Θεό και γι’ αυτό αισθανόμαστε όλο και πιο μακριά απ’ Αυτόν, ο οποίος είναι τόσο κοντά μας.
Μόνον η απαλλαγή από την αμαρτία εξαφανίζει το διαχωριστικό τείχος. Κατά το μέτρο που ο άνθρωπος προοδεύει στην εργασία της απαλλαγής από τα πάθη και στην επιτέλεση των εντολών, η ανομοιότητα εξαφανίζεται, η απόσταση μικραίνει και η παρουσία του Θεού γίνεται όλο και πιο ολοφάνερη, όλο και πιο φωτεινή. Γι’ αυτό και η αίσθηση της παρουσίας του Θεού δεν είναι κάτι στατικό, δεν είναι παντού και για όλους το ίδιο, αλλά ο καθένας βρίσκεται μπροστά στο Θεό σε διαφορετική απόσταση, σε μια απόσταση προσωπική, σύμφωνα με το πνευματικό επίπεδο στο οποίο βρίσκεται.
Αν και κάθε αμαρτία μάς απομακρύνει από το Θεό και η εργασία της απαλλαγής από τα πάθη μας πλησιάζει, εντούτοις μέσα στο πλήθος των αμαρτιών και των αρετών κάποιες έχουν ιδιαίτερη σημασία για το θέμα μας.
Ας σταματήσουμε στους δυο μαθητές που πορεύονταν προς Εμμαούς. Γιατί οι οφθαλμοί τους «εκρατούντο», ώστε να μη γνωρίσουν τον Διδάσκαλο; Το βλέπουμε από τη παρατήρηση, που τους κάνει ο Κύριος ονομάζοντάς τους ανόητους και «βραδείς τη καρδία του πιστεύειν επί πάσιν οις ελάλησαν οι προφήται» (Λουκ. 24:25). Η αδύνατη και αμφίβολη πίστη τους ήταν αυτό που εμπόδιζε τους οφθαλμούς τους, ώστε να μη βλέπουν το Χριστό. Η πίστη είναι «πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων» (Εβρ. 11:1), γι’ αυτό οι οφθαλμοί της πίστης είναι πολύ πιο διεισδυτικοί από τους οφθαλμούς του σώματος και η όρασή τους δεν είναι απατηλή. Δεν αισθανόμαστε και δεν βλέπουμε τον Κύριο, που βρίσκεται μπροστά μας. Αυτό συμβαίνει από απιστία ή από την αδύναμη και αμφίβολη πίστη μας.
Ας δούμε και τους άλλους μαθητές που ψάρευαν μαζί με τον Πέτρο. Πλησίαζαν στην ακτή στεναχωρημένοι γιατί δεν είχαν πιάσει κανένα ψάρι ολόκληρη τη νύχτα. Κάποιος, που βρισκόταν στην αμμουδιά –αυτοί δεν ήξεραν ότι ήταν ο Ιησούς (Ιω. 21:4)– τους λέει να ρίξουν τα δίχτυα στα δεξιά του πλοίου και αυτοί ρίχνοντάς τα τα βγάζουν γεμάτα ψάρια. «Ο Κύριος εστίν» φώναξε ο μαθητής, τον οποίο αγαπούσε ο Ιησούς. Τον γνώρισε με τους οφθαλμούς της αγάπης. Η αγάπη σαν κάτι, από το οποίο δεν υπάρχει τίποτε μεγαλύτερο, μας δίνει μια γνώση πιο τέλεια απ’ ό,τι η πίστη, επειδή, όπως μας διαβεβαιώνει ο ίδιος ο μαθητής της αγάπης, «πας ο αγαπών γινώσκει τον Θεόν» (Α’ Ιω. 4:7).
Δεν βλέπουμε και δεν αισθανόμαστε την παρουσία του Κυρίου, διότι η αγάπη μας προς Αυτόν είναι ψυχρή ή λείπει εντελώς.
Η αδύνατη πίστη κρατούσε τους οφθαλμούς των μαθητών, ώστε να μην αναγνωρίζουν το Διδάσκαλο, ενώ η αγάπη του αγαπημένου μαθητή τον γνώρισε.
Η πίστη επομένως και η αγάπη μας βοηθούν να δούμε και να αισθανθούμε τον Κύριο, ο οποίος είναι πάντοτε μπροστά μας. Αυτή την εμπειρία είχε ο ψαλμωδός, όταν έλεγε: «Προωρώμην τον Κύριον ενώπιόν μου δια παντός» (Ψαλμ. 15:8). Και γι’ αυτό εξάλλου η Εκκλησία μας καλεί να πλησιάσουμε τον Κύριο στον ευχαριστιακό δείπνο «μετά… πίστεως και αγάπης». Αλλά η πίστη και η αγάπη είναι τα δύο άκρα της πνευματικής ανόδου, της οποίας, κατά τον άγιο Μάξιμο, οι βαθμίδες είναι η πίστη, ο φόβος του Θεού, η εγκράτεια, η υπομονή, η ελπίδα, η απάθεια και η αγάπη (Περί αγάπης Α’, 3). Επειδή η άνοδος από τη μία βαθμίδα στην άλλη γίνεται με μια ακατάπαυστη εργασία κάθαρσης από τα πάθη, γι’ αυτό «οι καθαροί τη καρδία τον Θεόν όψονται» (Ματθ. 5:8).
Γέροντας Πετρώνιος Προδρομίτης (†)
Πηγή: (Αποσπάσματα από το άρθρο «Εν τω φωτί τού προσώπου του Θεού». Περιοδικό Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, Έκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, τ. 5 (1980).), Κοινωνία Ορθοδοξίας
Ἐμεῖς ἐδῶ, χριστιανοί μου, δὲν ἔχομεν πατρίδα. Ἐτούτη ἡ γῆ δὲν εἶναι ἐδική μας, εἶναι διὰ τὰ ζῶα, ἡ θάλασσα διὰ τὰ ὀψάρια, ὁ ἀέρας διὰ τὰ πετεινά. Διὰ τοῦτο ὁ πανάγαθος Θεὸς μᾶς ἔκαμε μὲ τὸ κεφάλι ὀρθοὺς καὶ μᾶς ἔβαλεν τὸν νοῦν εἰς τὸ ἀπάνω μέρος, εἰς τὴν κεφαλήν, διὰ νὰ στοχαζώμασθε πάντοτε τὴν οὐράνιον βασιλείαν, τὴν ἀληθινὴν πατρίδα μας, διατὶ ἐδῶ, εἰς ἐτοῦτον τὸν κόσμον, καν βασιλεῖς νὰ γένωμεν, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀναπαυθοῦμεν. Ἐτοῦτος ὁ κόσμος εἶναι ὡσὰν ἕνα χάνι. Εἰς τὸ χάνι ὁπού θέλεις νὰ πηγαίνης, κάθεσαι πολὺν καιρὸν ἐκεῖ ἢ μία βραδιὰ καὶ ὕστερα φεύγεις νὰ πᾶς εἰς τὸ σπίτι σου ὀγλήγορα; Διατὶ ἐδῶ δὲν ἔχει κανένας πατρίδα. Πατρίδα ἔχομε, καθὼς εἴπαμεν, τὴν οὐράνιον βασιλείαν.
Ὅθεν, ἀδελφοί μου, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ σᾶς διδάσκω καὶ νὰ σᾶς συμβουλεύω, πλὴν ἀποτολμῶ πάλιν καὶ παρακαλῶ τὸν γλυκύτατόν μου Ἰησοῦ Χριστὸν καὶ Θεὸν νὰ στείλη οὐρανόθεν τὴν χάριν του καὶ τὴν εὐλογίαν του, νὰ εὐλογήση καὶ αὐτὴν τὴν χῶραν καὶ ὅλα τα χωρία τῶν χριστιανῶν, νὰ εὐλογήση τὰ σπίτια σας, νὰ εὐλογήση καὶ τοὺς ἄνδρας καὶ τὰς γυναίκας, τὰ παιδιά σας, τὰ πράγματά σας καὶ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σας. Καὶ πρώτον, ἀδελφοί μου, ἄμποτε νὰ εὐσπλαγχνισθῆ ὁ Κύριος νὰ συγχωρέση τὰ ἁμαρτήματά σας καὶ νὰ σᾶς ἀξιώση νὰ περάσετε καὶ ἐδῶ καλά, εἰρινικά, ἠγαπημένα καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ματαίαν ζωὴν καὶ μετὰ ταῦτα νὰ πηγαίνετε καὶ εἰς τὸν Παράδεισον, εἰς τὴν πατρίδα μᾶς τὴν ἀληθινήν, νὰ χαίρεσθε καὶ νὰ εὐφραίνεσθε, νὰ δοξάζετε καὶ νὰ προσκυνᾶτε Πατέρα, Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα, Τριάδα ὁμοούσιον καὶ ἀχώριστον εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ἐπάνω εἰς ἕξι ἡμέρες ὁ Θεὸς ἃς μᾶς τὰ ἔκαμεν ὅλα, εἰς δὲ τὴν ἕβδομην ἡμέραν, ἤγουν τὴν Κυριακήν, ἠσύχασεν δίδοντας καὶ εἰς ἠμᾶς παράδειγμα ὅτι ἕξι ἡμέρας νὰ ἐργαζώμεθα διὰ ἐτοῦτα τὰ κοσμικὰ καὶ γήινα πράγματα καὶ τὴν ἁγίαν Κυριακὴν νὰ ἠσυχάζωμεν καὶ νὰ ἀπέχωμεν ἀπὸ αὐτὰ καὶ νὰ ἐργαζώμεθα τὰ οὐράνια. Ἤγουν ἀπὸ ὅλον τὸν ταχὺ νὰ πηγαίνωμεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, νὰ ἀκούωμεν τὰ βιβλία τῶν Ἁγίων καὶ τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον, τί μᾶς παραγγέλει ὁ Χριστός μας νὰ κάνωμεν, νὰ στοχαζώμεθα τὸν θάνατον, τὴν Κόλασιν, τὸν Παράδεισον, ἀκόμη νὰ στοχαζώμεθα τὴν ψυχήν μας, ὅπου εἶναι τιμιώτερον πράγμα ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον καὶ ἂν τὴν χάσωμεν αὐτήν, πλέον ἐχάσαμεν ὅλα καὶ ἂν τὴν κερδίσωμεν αὐτή, ἐκερδίσαμεν ὅλα. Καὶ νὰ ἐνδυώμεθα ταπεινά τα ρουχαλάκια μας καὶ νὰ τρώγωμεν τὸ ἀρκετόν μας καὶ νὰ μὴν ἀργολογοῦμεν, ἀλλὰ νὰ φροντίζωμεν πῶς νὰ στολίσωμεν τὴν ψυχήν μας μὲ ὁμιλίες καλές, μὲ ἤθη χρηστά, διὰ νὰ τὴν κάμωμεν νύμφην τοῦ Χριστοῦ μας καὶ ὄχι νὰ ξεφαντώνωμεν καὶ νὰ πολυτρώγωμεν καὶ νὰ πολυπίνωμεν, νὰ τραγουδοῦμεν καὶ νὰ χορεύωμεν καὶ νὰ μεθοῦμεν καὶ νὰ ξερνοῦμεν, μήτε νὰ κάνωμεν πραγματεῖες καὶ ἀλισβερίσια, διατὶ ἐκεῖνο τὸ κέρδος, ὁπού γίνεται τὴν Κυριακὴν καὶ κάθε ἄλλην δεσποτικὴν ἑορτήν, εἶναι ἀφωρισμένον καὶ κατηραμένον καὶ βάνομεν φωτιὰ εἰς τὰ σπίτια μας καὶ καιόμεσθε καὶ ψυχικὰ καὶ σωματικά. Ἀκόμη νὰ μὴ τρώγωμεν ὀψάρια τὲς Τετράδες καὶ τὲς Παρασκευὲς ὅτι εἶναι μεγάλη ἁμαρτία καὶ ὅποιος τρώγει νὰ ἠξεύρη ὅτι σταυρώνει τὸν Χριστὸν καὶ συναριθμεῖται μὲ τοὺς θεοκτόνους Ἑβραίους καὶ πηγαίνει μὲ αὐτοὺς εἰς τὴν Κόλασιν.
Πηγή: (ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς (καὶ βιογραφία) ὸ Ἰωάννη Μενούνου, Ἐκδόσεις «ΤΗΝΟΣ»)
Ἀποτελεῖ ἰδιαίτερη εὐλογία τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ τὸ γεγονὸς ὅτι σὲ κάθε ἐποχὴ καὶ σὲ κάθε τόπο ἐμφανίζονται ὁρισμένοι ἐξαίρετοι ἄνθρωποι, ὑπάρχουν μερικὰ πνευματικὰ ἀναστήματα, τὰ ὁποῖα μὲ ἀξιοθαύμαστη φλόγα ψυχῆς, μὲ ῥωμαίϊκο φιλότιμο, μὲ πολὺ κόπο, αὐταπάρνηση καὶ μὲ αὐτὴ ἀκόμη τὴν προσφορὰ τῆς ζωῆς τους ἀγωνίζονται νὰ διδάξουν τὶς ἀλήθειες τῆς πίστεώς μας καὶ νὰ προβάλλουν τὶς ἀξίες καὶ τὰ ζώπυρα τοῦ Γένους μας, ὅλα ὅσα καθορίζουν τὴν Ἑλληνορθόδοξη ταυτότητά μας.
Ἕνας ξεχωριστὸς ἄνθρωπος, τοῦ ὁποίου ἡ μορφή, ἡ δράση καὶ ἡ διδασκαλία σημάδεψαν τὰ δύσκολα χρόνια τῆς μακραίωνης Ὀθωμανικῆς δουλείας εἶναι ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ Ἱερομάρτυρας, Ἰσαπόστολος καὶ χωρὶς ὑπερβολὴ ὁ γενάρχης τοῦ νέου Ἑλληνισμοῦ. Εἶναι ὁ ἐκφραστὴς τῶν ἀξιῶν καὶ τῆς ταυτότητας τῆς Ρωμηοσύνης, ὁ μεγαλύτερος ἀναγεννητὴς τοῦ Ἑλληνορθόδοξου πολιτισμοῦ στὴν ἐποχή του, ἕνας πού μόνος του ἔκανε γιὰ τὸ σκλαβωμένο Γένος ὅσα κάνει καὶ ὅσα δὲν μπορεῖ ἢ δὲν θέλει νὰ κάνη στὶς ἡμέρες μας ἕνα ὁλόκληρο Ὑπουργεῖο Παιδείας, Θρησκευμάτων καὶ Πολιτισμοῦ ἢ καὶ ἐν μέρει τὸ Ὑπουργεῖο τῶν Ἐξωτερικῶν.
Ἀσφαλῶς δὲν εἶναι καθόλου εὔκολο ἐγχείρημα νὰ ἀσχοληθεῖ κάποιος καὶ νὰ χαράξει λίγες γραμμὲς γιὰ τὸν ἀναγεννητῆ τῆς πίστεως καὶ τῆς ζωῆς τοῦ εὐλογημένου Ὀρθόδοξου λαοῦ μας, τὸν πνευματοφόρο Ἁγιορείτη μοναχό, τὸν πυρακτωμένο ἀπὸ τὴ μεγάλη πίστη στὸν τριαδικὸ Θεὸ καὶ τὴν ἔμπρακτη ἀγάπη γιὰ τοὺς ἀδελφούς του, τὸν «ἅγιο τῶν σκλάβων», τόν «μεγάλο διδάχο», τόν «προφήτη τοῦ Γένους», τὸν Ἅγιο ποὺ ὁ λαὸς τὸν ἀγαποῦσε βαθύτατα καὶ τὸν τιμοῦσε ὡς Ἅγιο ἐνῷ ἀκόμη ζοῦσε. Καὶ τοῦτο διότι ἐκεῖνος μὲ ἐλάχιστα καὶ στοιχειώδη μέσα, πάμπτωχος καὶ ἀσκητικός, περιέτρεξε, κατὰ τὸ δεύτερο μισὸ τοῦ δεκάτου ὀγδόου αἰῶνα, ὁλόκληρη σχεδὸν τὴ σημερινὴ Ἑλλάδα καὶ τὴ Βόρειο Ἤπειρο καὶ ἀξιώθηκε νὰ διδάξει τὶς ἀλήθειες τῆς πίστεως καὶ τελικὰ νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἀδελφῶν του. Καὶ ἐνῷ φαίνεται ὅτι ἐμεῖς ζοῦμε σὲ ἐντελῶς διαφορετικὲς ἐποχὲς καὶ συνθῆκες, εἶναι ἀληθὲς ὅτι, καὶ στὶς ἡμέρες μας, οἱ διδαχές τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ [1] ἀπευθύνονται σὲ μυημένους φίλους τῶν διδαγμάτων καὶ τῆς ἐμπειρίας τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅσους ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν Παιδεία, τὴν ταυτότητα καὶ τὴν πορεία τοῦ τόπου μας καὶ αὐτοὺς μπορεῖ νὰ τοὺς ἐμπνεύση καὶ νὰ τοὺς θρέψει μὲ στερεὰ τροφή. Ὅσα, λοιπόν, γράφονται στὴ συνέχεια ἀποσκοποῦν στὸ νὰ σφυρηλατήσουν τὴν αὐτογνωσία καὶ τὴν ταυτότητά μας, πού μᾶς χρειάζονται νὰ ζήσουμε στὸ παρὸν καὶ νὰ οἰκοδομήσουμε σὲ γερὰ θεμέλια τὸ μέλλον.
Ὁ μεγάλος αὐτὸς διδάσκαλος τοῦ Γένους ἀγωνίσθηκε ἔργοις καὶ λόγοις νὰ «φωτίσει» τοὺς σκλαβωμένους ἀδελφούς του καὶ νὰ ἀναδείξει τὴν Ἑλληνορθόδοξη ταυτότητα καὶ Παιδεία ἑνὸς κυριολεκτικὰ ναρκωμένου καὶ «ἀγριεμένου» πολιτισμοῦ. Δίχως γράμματα δὲν θὰ πάει μπροστὰ τὸ Γένος γιατί, ὅπως συχνὰ ἔλεγε, ἀγρίεψε. Ὁ ἱερὸς Πατὴρ μὲ ἄκρως ἐπίμονο, ἀλλὰ καὶ ἀποτελεσματικὸ τρόπο, ἐπεδίωκε νὰ ἔχει ὁ καθένας στὴ χώρα του Σχολεῖο Ἑ λ λ η ν ι κ ὸ γιὰ νὰ μαθαίνουν τὰ παιδιὰ γράμματα. Καὶ τοῦτο, διότι γνώριζε πολὺ καλὰ ὅτι «Τὸ σχολεῖον φωτίζει τοὺς ἀνθρώπους, ἀνοίγει τὰ μάτια τῶν χριστιανῶν. Καὶ σεῖς γονεῖς νὰ στέλλετε τὰ παιδιὰ σας εἰς τὰ σχολεῖα καὶ νὰ τὰ παιδεύετε μὲ χριστιανικὰ ἤθη. Ἁμαρτάνετε πολὺ νὰ τὰ ἀφήνετε ἀγράμματα καὶ τυφλά. Καλύτερα νὰ τὰ ἀφήνετε φτωχὰ καὶ γραμματισμένα, παρὰ πλούσια καὶ ἀγράμματα… Δὲν βλέπετε ὅτι ἀγρίεψε τὸ γένος ἀπὸ τὴν ἀμάθειαν καὶ ἐγίναμεν ὡς θηρία;» [2].
Ὁ ἴδιος φθάνει μέχρι τοῦ σημείου νὰ ὑποστηρίζει τὴν ἀνάγκη νὰ κτίζονται πρῶτα Σχολεῖα καὶ μετὰ Ἐκκλησίες, γιατί ἀπὸ τὰ σχολεῖα οἱ ἄνθρωποι μαθαίνουν τὰ ἱερὰ γράμματα. «Ἀπὸ τὸ σχολεῖον μανθάνομεν τὸ κατὰ δύναμιν τί εἶναι Θεός, τί εἶναι ἁγία Τριάς, τί εἶναι ἄγγελοι, ἀρχάγγελοι, τί εἶναι δαίμονες, τί εἶναι Παράδεισος, τί εἶναι Κόλασις, τί εἶναι ἁμαρτία, ἀρετή. Ἀπὸ τὸ σχολεῖον μανθάνομεν τί εἶναι ἁγία Κοινωνία, τί εἶναι Βάπτισμα, τί εἶναι τὸ ἅγιον Εὐχέλαιον, ὁ τίμιος Γάμος, τί εἶναι ψυχή, τί εἶναι κορμί, τὰ πάντα ἀπὸ τὸ σχολεῖον τὰ μανθάνομεν, διατὶ χωρὶς τὸ σχολεῖον περιπατοῦμεν εἰς τὸ σκότος». Καὶ καταλήγει λέγοντας ὅτι «τὸ σχολεῖον ἀνοίγει τὲς ἐκκλησίες, τὸ σχολεῖον ἀνοίγει τὰ μοναστήρια» [3].
Σ υ ν ε χ ί ζ ε ι λέγοντας ὅτι εἶναι προτιμότερο «νὰ ἔχης εἰς τὴν χώραν σου σχολεῖον ἑλληνικόν, παρὰ νὰ ἔχης βρύσες καὶ ποταμούς, διατὶ ἡ βρύση ποτίζει τὸ σῶμα, τὸ δὲ σχολεῖον ποτίζει τὴν ψυχὴν». Ὁ ἱερὸς Πατὴρ ἐπιμένει καὶ ἐπιτυγχάνει νὰ σπουδάζουν στὰ σχολεῖα δωρεὰν «ὅλα τὰ παιδιὰ καὶ πλούσια καὶ φτωχὰ χωρὶς νὰ πληρώνουν» [4]. Ἔτσι ἀναδεικνύεται σὲ πρόδρομο τῆς γενικῆς καὶ δωρεὰν Παιδείας. Ὡστόσο, πρέπει νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι μὲ τὴν ἐπιμονὴ καὶ ἀποτελεσματικότητά του στὴ δημιουργία ἑλληνικῶν Σχολείων καὶ μὲ τὴν προτροπή του νὰ μιλοῦν τὴν Ἑλληνικὴ γλῶσσα δὲν δείχνει νὰ ὑποστηρίζει μία ἀόριστα ἀνθρωπιστικὴ καὶ ἀπρόσωπη Παιδεία, ἀλλὰ ἀποκλειστικὰ αὐτὴ πού ὁδηγεῖ τοὺς μαθητὲς στὴν Ἑλληνορθόδοξη ἀγωγὴ καὶ μόρφωση.
Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς διῆλθε ἐν ἀσκήσει ὅλα τὰ πνευματικὰ στάδια καὶ τὶς βαθμίδες καὶ γνωρίζει ἐπακριβῶς τὴν ὁδό, τά μέσα καὶ τὸν τρόπο, πού μποροῦν νὰ ὁδηγήσουν καὶ ἄλλους στὴν ἐν Χριστῷ γέννηση καὶ ἐνηλικίωση καὶ τελικὰ στὴ σωτηρία τους. Γιὰ τὸν ἱερὸ Πατέρα οἱ ἀλήθειες τῆς πίστεως περιγράφουν τὴν ἀσφαλῆ καὶ δοκιμασμένη ὁδὸ γιὰ τὴν ἐν Χριστῷ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Μὲ ἀληθινὴ ταπείνωση καὶ συναίσθηση ἀναξιότητας καὶ ἁμαρτωλότητας διδάσκει, ὅπως λέγει, «τὰ ἀναγκαιότερα μυστήρια τῆς πίστεως» στοὺς ἀδελφούς του, «τὸ κατὰ δύναμιν, ὄχι ὡς διδάσκαλος, ἀλλ᾿ ὡς ἀδελφός· διδάσκαλος μόνος ὁ Χριστὸς μας εἶναι» [5].
Ἐκεῖνο πού χαρακτηρίζει τὸν πατρο-Κοσμᾶ εἶναι ὅτι δὲν διαφοροποιεῖται ἀπὸ τοὺς προγενέστερους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας στὰ οὐσιώδη θέματα πίστεως καὶ σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν τὸν ἀπασχόλησαν οἱ δυσνόητες ἀναλύσεις καὶ τὰ δευτερεύοντα θέματα, γιατί γνώριζε ἀκριβῶς τί εἶχαν ἀνάγκη νὰ ἀκούσουν οἱ διψασμένες ψυχὲς τῶν ἀκροατῶν του. Ὥριμος πνευματικὰ σὰν ἔμπειρος καπετάνιος ξέρει τί θὰ ρίξει στὴ θάλασσα καὶ τί χρήσιμο θὰ κρατήσει γιὰ νὰ διδάξει καὶ νὰ οἰκοδομήσει.
Στὴ διδασκαλία του, ὡς πιστοῦ μέλους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, «τὰ δόγματα ταύτης κατέχων», φανερώνεται ἡ ζωοποιὸς παρουσία της, ἡ ὁποία στήριξε καὶ γαλούχησε τὸ Γένος τῶν Ὀρθοδόξων σὲ ὅλη τὴ μακρὰ διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας. Ὁ ἱερὸς Πατὴρ δὲν ἦταν μόνο δέκτης καὶ φύλακας τοῦ πληρώματος τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ ἀληθείας, ἀλλὰ καὶ αὐθεντικὸς μεταδότης καὶ ἑρμηνευτής της. Μὲ τὶς διδαχές του ἀναδεικνύει καὶ προβάλλει τὴν ἀξία καὶ μοναδικότητα τῆς ἀληθινῆς πίστεως στὸν Χριστό, μὲ σκοπὸ τὴν ἐνδυνάμωση καὶ οἰκοδομή τῶν πιστῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν «αὔξηση» τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, μειώνοντας σὲ χρόνους ἰδιαιτέρως δύσκολους γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸ ὑπόδουλο Γένος, τὸν αὐξανόμενο κίνδυνο καὶ τὴ μεγάλη ἀπειλὴ τοῦ ἐξισλαμισμοῦ καὶ τοῦ ἐκλατινισμοῦ μὲ τὶς συχνὲς ἀλλαξοπιστίες πολλῶν χριστιανῶν Ὀρθοδόξων.
Ἡ θεματολογία τῶν διδαχῶν του μοιάζει νὰ εἶναι μία ἐπιτομὴ ὅλου τοῦ περιεχομένου τῆς πίστεως καὶ ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ δὲ θεολογία του εἶναι ἐμφανέστατα ὁμολογιακὴ μὲ ἔντονο ἀπολογητικὸ καὶ ὁρισμένες φορὲς ἀντιρρητικὸ χαρακτῆρα. Μὲ ὅσα λέγει ἐπιδιώκει νὰ πιστέψουν οἱ ἀκροατές του ὅτι ἡ διδασκαλία του εἶναι λόγος ἀληθινός, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. «Αὐτὰ ὁποὺ σᾶς εἶπα τὸ ἴδιον εἶναι ὡσὰν νὰ κατέβη ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς νὰ σᾶς τὰ εἰπῆ» [6].
Ὁ ἴδιος εἶναι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι οἱ λόγοι του συμβαδίζουν μὲ «τὸν δρόμον τῶν Πατέρων» τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι «λόγια τοῦ παναγίου Πνεύματος, εἶναι πολὺ τιμιώτερα καὶ καλύτερα ἀπὸ τζοβαΐρια καὶ μαργαριτάρια» [7]. Ὅπου μιλοῦσε ἔστηνε ἕναν ξύλινο σταυρό. Δίδασκε στὴ σκιὰ τοῦ σταυροῦ τὸν ὁποῖο φεύγοντας ἄφηνε σὲ ἀνάμνηση. Αὐτὸ εἶχε μέγιστη σημασία καὶ ἔκρυβε βαθύτατο πνευματικὸ συμβολισμό. Κοινὸ χαρακτηριστικὸ ὅλων τῶν διδαχῶν του, εἶναι ὅτι δὲν περιορίζονται σὲ μία θεωρητικὴ κατήχηση τῶν ἀκροατῶν του, ἀλλὰ προχωροῦν πάντοτε στὴν ἀπαραίτητη ἀναφορὰ καὶ σύνδεση τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστεως μὲ τὴ μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἀκόμη οἱ διδαχές του ἐναρμονίζονται μὲ τὶς τρέχουσες ἀνάγκες καὶ τὰ διάφορα φλέγοντα θρησκευτικὰ καὶ κοινωνικὰ προβλήματα, ποὺ ἀντιμετώπιζαν οἱ ἄνθρωποι τῶν σκληρῶν καὶ πέτρινων ἐκείνων χρόνων τῆς μακραίωνης δουλείας.
Στίς διδαχές τοῦ πατρο-Κοσμᾶ εἶναι ἐμφανὴς ἡ ἀδιάσπαστη ἑνότητα καὶ συνέχεια τῆς ἀλήθειας τῆς πίστεως καὶ ἁγιοπνευματικῆς ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, στὴν ὁποία δὲν χωρίζεται ἡ θεολογία ἀπὸ τὴ ζωή, τὸ δόγμα ἀπὸ τὸ ἦθος καὶ τὴ λατρεία, ἡ θεωρία ἀπὸ τὴν πράξη της. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἁρμονικὴ σύζευξη, ἡ ἄρρηκτη ἑνότητα ἐπιβεβαιώθηκε καὶ ἀπὸ τὸ μαρτυρικό του τέλος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπισφράγισε τὴ διδασκαλία καὶ ὅλη τὴ δράση του. Τὸ ἔργο του ἔστεψε καὶ ὑπέγραψε μὲ τὸ αἷμα του, καθὼς ἀξιώθηκε τοῦ εἰδικοῦ χαρίσματος τοῦ Μαρτυρίου, τὸ ὁποῖο ἦταν ὥριμος καρπὸς τῆς πολυετοῦς πνευματικῆς του ἐργασίας καὶ τῆς ἐν Χριστῷ ἐνηλικιώσεώς του.
Ἡ παρουσία καὶ τὸ Μαρτύριό του στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως βεβαίως καὶ ὅλων τῶν Μαρτύρων καὶ Νεομαρτύρων, εἶναι «ἀνακαινισμὸς ὅλης τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως». Ἡ χάρις τοῦ Μαρτυρίου του ἀντανακλᾶ καὶ διαχέεται σὲ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία. Χωρὶς ἀμφιβολία ἡ παρουσία καὶ ἡ δράση τοῦ ἱεροῦ Πατρὸς εἶναι μεγάλη εὐλογία τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ στὸ Γένος μας, συνιστᾶ τὴν πλήρη ἐνεργοποίηση ἑνὸς χαρίσματος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὸν πλοῦτο καὶ τὴν ποικιλία τῶν χαρισμάτων καὶ λειτουργημάτων τῆς ζωῆς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος· εἶναι ἡ εὐλογημένη παρουσία ἑνὸς μεγάλου Ἁγίου, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνήκει σὲ μία τοπικὴ κοινότητα, ἀλλὰ εἶναι Ἅγιος τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Αὐτή, ἄλλωστε, τοῦ ἔδωσε τὴ δύναμη νὰ θρέψει καὶ νὰ φωτίση τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ.
Μὲ τὴ μαρτυρία καὶ τὸ Μαρτύριό του καθοδηγεῖ καὶ εὐλογεῖ ὅλη τὴν Οἰκουμένη, οἰκοδομεῖ ὅλα τὰ μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ἔχοντας «τὸν Παράκλητον ἐν ἑαυτῷ» γίνεται καὶ ὁ ἴδιος Παράκλητος, καθὼς παρηγορεῖ τοὺς λοιποὺς χριστιανοὺς ἀδελφούς του. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐμπνευσμένη διδασκαλία του, ἡ διαρκὴς παρουσία τοῦ ἁγίου Πατρὸς διὰ τῶν ἑκατοντάδων προφητειῶν του, διὰ τοῦ Μαρτυρίου του καὶ διὰ τῶν ἱερῶν Λειψάνων του εἶναι ἁπτή, συγκεκριμένη καὶ διαχρονικὴ πραγματικότητα, πού οἰκοδομεῖ, τροφοδοτεῖ καὶ αὐξάνει μέχρι σήμερα ὁλόκληρο τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ ὡς γνήσιος Ἱερομάρτυρας καὶ Ἰσαπόστολος, ὡς ἀληθινὸς Πατὴρ καὶ θεολόγος τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ὡς μέγας διδάσκαλος ὅλου τοῦ Γένους τῶν Ὀρθοδόξων, ὡς σημαντικὸ ὁρόσημο τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ φωτίσει καὶ νὰ καθοδηγήσει καὶ τὴ δική μας ἐποχή.
Ἀλήθεια, εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς στοὺς τέσσερις αἰῶνες τῆς Τουρκοκρατίας ἄντεξε ὁ λαὸς αὐτοῦ τοῦ τόπου; Πῶς κρατήθηκε ἡ πίστη του, δὲν ἀλλοιώθηκε ἡ συνείδησή του καὶ δὲν παραχαράχθηκε ἡ ταυτότητά του; Στὴ σημερινὴ ἐποχὴ τῆς πολύμορφης κρίσεως πού ὑφιστάμεθα ἅπαντες, εἴμαστε ἐπιτέλους σὲ θέση νὰ ἀναγνωρίσουμε καὶ νὰ ἀνακαλύψουμε, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ὅτι κάποια κέντρα ἐλέγχου καὶ παιδείας δὲν λειτουργοῦν σωστά; Μποροῦμε πλέον νὰ ὁμολογήσουμε εὐθαρσῶς ὅτι πῆραν ἢ δώσαμε τὴν εὐθύνη γιὰ τὰ μεγάλα θέματα τῆς ζωῆς καὶ τῆς ταυτότητάς μας σὲ ἄτομα ἄσχετα καὶ ἀκατάλληλα;
Προκαλεῖ ἐντύπωση καὶ προβληματίζει τὸ ὅτι ὁρισμένοι ἱστορικοὶ δὲν τὸν ἀναφέρουν καθόλου καὶ τὰ σχολικὰ βιβλία μᾶλλον τὸν ἀγνοοῦν. Καὶ ἐνῷ θαυμάζομε τὸν πατρο-Κοσμᾶ φαίνεται πώς λογοκρίνουμε τὴ διδασκαλία του καὶ δὲν τοῦ ἐπιτρέπουμε νὰ πεῖ τὴν ἀλήθεια, πού συνοψίζει τὰ οὐσιώδη χαρακτηριστικά τῆς ταυτότητας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ μας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ ἀποσιώπηση ἢ διαστρέβλωση τοῦ μεγαλειώδους ἀναγεννητικοῦ ἔργου του ὑποδηλώνει ἐμπάθεια, προκατάληψη, ἰδεολογικὴ ἀγκύλωση, πολὺ δὲ περισσότερο ἀποτελεῖ ἀγνωμοσύνη, ἀνεπίτρεπτη ἔλλειψη ὀφειλόμενης ἀναγνώρισης καὶ ἀπώλεια ἱστορικῆς μνήμης. Καὶ ἐὰν ἡ μνήμη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι κριτήριο τῆς ταυτότητάς του, τότε ἡ ἀπώλεια τῆς ἱστορικῆς του μνήμης, θὰ πρέπει ἀναπόφευκτα νὰ σημαίνει ἀπώλεια καὶ τῆς ἱστορικῆς του ταυτότητας.
Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ἀποτελεῖ ἀναμφίβολα φωτεινὴ μορφὴ τοῦ νέου Ἑλληνισμοῦ. Εἶναι τὸ καύχημα τοῦ Γένους μας καὶ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ ἀποτελεῖ ἰδιαίτερη εὐλογία τὸ γεγονὸς ὅτι ἔχουμε στὴ διάθεσή μας τὸ φῶς τῶν διδαχῶν του. Ὅποιος ἐμβαθύνει στὸ περιεχόμενό τους, θὰ διαπιστώσει εὐχερῶς ὅτι αὐτὲς ἔχουν μία διαχρονικότητα καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ἀποτελοῦν γιὰ ὅλους πηγὴ ἀστείρευτης ἔμπνευσης καὶ ἀμετάθετης ἐλπίδας. Ὁ πατρο-Κοσμᾶς μένει μαζί μας, ζεῖ στὴν καρδιὰ τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ λαὸς αὐτὸς ζεῖ καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ζεῖ ἀπὸ τὸν Ἅγιο καὶ τὰ διδάγματά του. Τὸ ζείδωρο πνεῦμα τοῦ ἔργου καὶ τῶν λόγων του εἶναι καὶ τώρα ἐπίκαιρο, ἀκριβῶς γιατί ἀπαντᾶ στὰ θεμελιώδη τῆς ζωῆς καὶ τοῦ τρόπου τοῦ «ἀληθῶς ὑπάρχειν» τοῦ ἀνθρώπου, στὶς μεγάλες ἀξίες πού ἔθρεψαν γιὰ αἰῶνες τοὺς κατοίκους αὐτοῦ τοῦ εὐλογημένου τόπου. Ἡ πνευματικὴ κληρονομιὰ τοῦ ἱεροῦ Πατρὸς εἶναι σήμερα περισσότερο ἀπὸ ποτὲ ἀναγκαία, γιατί ἀνακεφαλαιώνει καὶ ἐπαναδιατυπώνει, μὲ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο, ὅλες τὶς ἀξίες μας, ὁλόκληρη τὴν Ἑλληνορθόδοξη παράδοση καὶ ζωὴ καὶ ἀντέχει στὸ πέρασμα τοῦ χρόνου.
Ἡ ταυτότητα, ἡ Παιδεία καὶ ὁ πολιτισμὸς τοῦ Γένους μας ἀνέτειλε ἐκ τοῦ «Τάφου». Γεννήθηκε καὶ ἀνδρώθηκε μέσα σὲ δυσκολίες. Πράγματι εἶναι γεγονὸς ὅτι πολλὲς δοκιμασίες καταλυτικές, ποικίλων μορφῶν καὶ εἰδῶν, πέρασαν ἀπὸ πάνω του, ὅμως δὲν ξεριζώνεται εὔκολα, ἀλλὰ «ἀνθεῖ καὶ φέρει καὶ ἄλλο». Στοὺς χαλεποὺς καιροὺς τῆς ὑλικῆς καὶ κυρίως τῆς πνευματικῆς κρίσεως πού ζοῦμε, ἐξακολουθεῖ σὲ αὐτὸν τὸν τόπο νὰ ὑπάρχη ἀκόμη ἐλπίδα, ἀρχοντιὰ ἀλλὰ καὶ φιλότιμο. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς προσφέρει ἐκ νέου ἐλπίδα καὶ ἀπαντοχή, ρίχνει, ὅπως καὶ τοὺς ἀκροατές του, καὶ ἐμᾶς ὅλους στὸ φιλότιμο. Μὲ ὅλη του τὴ ζωὴ ἐπαναλαμβάνει καὶ πάλι σήμερα: Μὴ φοβᾶστε καθόλου καὶ κανένα. Δῶστε ὅ,τι σᾶς ζητοῦν. Δῶστε χαράτσια, χρήματα, πράγματα. Καὶ τὸ κορμὶ σας ἂς τὸ καύσουν, ἂς τὸ τηγανίσουν. Δὲν θὰ δώσετε μόνο τὴν ψυχή σας καὶ τὸν Χριστό. Αὐτὰ τὰ δύο ὅλος ὁ κόσμος νὰ πέσει, δὲν μπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἐκτὸς ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Ἀπ᾿ ἐκεῖ θὰ βγοῦν ὅλα [8]. Ἐξάπαντος εἶναι ἄκρως παρήγορο καὶ ἐνθαρρυντικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι, τελικά, δὲν ἔχουν χαθεῖ ὅλα καὶ εἶναι βέβαιο ὅτι δὲν πρόκειται νὰ χαθοῦν. Καὶ τοῦτο, διότι ὑπάρχουν καὶ σήμερα ἄνθρωποι (γνωστοί, ἀλλὰ συνήθως ἀφανεῖς καὶ ἀνώνυμοι) κοντά μας, ἀνάμεσά μας, οἱ ὁποῖοι χωρὶς νὰ ἀναμένουν ὑλικὰ ἢ ἄλλα ὀφέλη ἀγωνίζονται καὶ ἀναλώνονται γιὰ τὴ διατήρηση καὶ προβολὴ πνευματικῶν ἀγαθῶν καὶ ἰδανικῶν, πασχίζουν γιὰ τὴν ἑλληνορθόδοξη Παιδεία τῶν νέων παιδιῶν, γιὰ τὴν ταυτότητα καὶ τὸν πολιτισμὸ αὐτοῦ τοῦ εὐλογημένου τόπου, μᾶς συντηροῦν στὴ ζωή.
Παρὰ τὰ ὅσα ἀρνητικὰ συμβαίνουν καὶ ἀκούγονται, ὑπάρχουν ἀκόμη στὶς ἡμέρες μας πρότυπα, ὑπηρετοῦνται ἀκόμη ἀρχὲς καὶ ἀξίες ὡς ἀδιάσπαστη συνέχεια καὶ ἐπέκταση τοῦ τρισχιλιετοῦς πολιτισμοῦ μας, τῆς Ἑλληνορθόδοξης Παράδοσής μας. Αὐτὰ μπορεῖ νὰ ἐμπνεύσουν μικροὺς καὶ μεγάλους, ὥστε νὰ ἔλθουν πιὸ κοντὰ στὶς ζωογόνες ρίζες μας, σὲ ὅσα μᾶς ἔθρεψαν, μᾶς κράτησαν ὄρθιους καὶ μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ ὑπερβοῦμε καὶ τὴν παροῦσα κρίση. Εἶναι τὰ ἴδια πού συνιστοῦν τὰ ἀνεξίτηλα χαρακτηριστικά τῆς ταυτότητας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ Γένους μας καὶ ἀκριβῶς αὐτὰ περισσότερο ἀπὸ ποτὲ χρειαζόμαστε σήμερα.
Ὁ σεβασμός μας στὴν ταυτότητά μας εἶναι ἀδιαπραγμάτευτο χρέος μας, γιατί εἴμαστε χρεωμένοι μὲ βαρύτιμη πνευματικὴ κληρονομιά. Ὡς ἐκ τούτου, ἐὰν δὲν συνειδητοποιήσουμε αὐτὸ πού μᾶς κληροδοτήθηκε καὶ ὑπάρχει βαθιὰ μέσα μας, θὰ ἀποτελέσει ἀσυγχώρητο λάθος μας, θὰ ἔχουμε ἀναπόδραστα νὰ ἀντιμετωπίσουμε αὐτοὺς πού προηγήθηκαν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς πού ἔρχονται.
1. Ἰωάννου Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς (καὶ βιογραφία), ἐκδ. Τῆνος, Ἀθήνα 1984.
2. Κώστα Σαρδελῆ, Ὁ ἅγιος τῶν σκλάβων Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς, Ἀθήνα 1974, σ. 123 κ.ἑξ.
3. Ἰωάννου Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς, σ. 142.
4. Ὅπ. παρ., σ. 142.
5. Ὅπ. παρ., σ. 116.
6. Ὅπ. παρ., σ. 141.
7. Ὅπ. παρ., σ. 175.
8. Βλ. ὄπ. πὰρ., σ. 240.
Ὁ πανάγαθος καὶ πολυέλεος Θεός, ἀδελφοί μου, ἔχει πολλὰ καὶ διάφορα ὀνόματα, λέγεται καὶ φῶς καὶ ζωὴ καὶ ἀνάστασις. Ὅμως τὸ κύριον ὄνομα τοῦ Θεοῦ μας εἶναι καὶ λέγεται ἀγάπη. Πρέπει καὶ ἠμεῖς, ἀδελφοί μου, ἀνίσως καὶ θέλωμεν νὰ περάσωμεν καὶ ἐδῶ καλά, νὰ πηγαίνωμεν καὶ εἰς τὸν Παράδεισον καὶ νὰ λέγωμεν τὸν Θεὸν μας πατέρα, πρέπει νὰ ἔχωμεν δύο ἀγάπες, παρὰ φύσιν εἶναι νὰ μὴν τὲς ἔχωμεν. Καὶ καθὼς ἕνα χελιδόνι χρειάζεται δύο πτέρυγες διὰ νὰ ἀπετᾶ εἰς τὸν ἀέρα, ἔτσι καὶ ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, χρειαζόμασθε αὐτὲς τὲς δύο ἀγάπες, διατὶ χωρὶς αὐτὲς τὲς δύο ἀγάπες εἶναι ἀδύνατον νὰ σωθοῦμεν.
Καὶ πρώτον ἔχομεν χρέος νὰ ἀγαποῦμεν τὸν Θεόν μας, διατὶ μᾶς ἐχάρισε τόσην γῆν μεγάλην, εὐρύχωρον ἐδῶ πρόσκαιρα νὰ κατοικοῦμεν, τόσες χιλιάδες μυριάδες χόρτα, φυτά, βρύσες, ποταμούς, πηγάδια, θάλασσα, ψάρια, ἀέρα, ἡμέρα, νύκτα, φωτιά, οὐρανόν, ἄστρα, ἥλιον, φεγγάρι. Ὅλα αὐτὰ διὰ ποῖον τὰ ἔκαμε; διὰ τ’ ἐμᾶς. Τί μᾶς ἐχρεωστοῦσε; τίποτε. Ὅλα χάρισμα. Μᾶς ἔκαμεν ἀνθρώπους καὶ δὲν μᾶς ἔκαμε ζῶα, μᾶς ἔκαμεν εὐσεβεῖς ὀρθοδόξους χριστιανοὺς καὶ ὄχι ἀσεβεῖς καὶ αἱρετικούς. Καὶ μὲ ὅλον ὁπού ἁμαρτάνομεν χιλιάδες φορὲς τὴν ὥραν, μᾶς εὐσπλαγχνίζεται ὡσὰν πατέρας καὶ δὲν μᾶς θανατώνει νὰ μᾶς βάλη εἰς τὴν κόλασιν, ἀλλὰ ἀκαρτερεὶ τὴν μετάνοιάν μας μὲ τὰς ἀγκάλας του ἀνοικτᾶς, πότε νὰ μετανοήσωμεν, νὰ παύσωμεν ἀπὸ τὰ κακὰ καὶ νὰ κάμωμεν τὰ καλά, νὰ ἐξομολογηθοῦμεν, νὰ διορθωθοῦμεν, νὰ μᾶς ἀγκαλιάση, νὰ μᾶς φιλήση, νὰ μᾶς βάλη εἰς τὸν Παράδεισον νὰ χαιρώμασθε πάντοτε. Τώρα τέτοιον γλυκύτατον Θεὸν καὶ τέτοιον γλυκύτατον αὐθέντην καὶ δεσπότην δὲν πρέπει καὶ ἐμεῖς νὰ τὸν ἀγαποῦμεν καί, ἂν τύχη ἀνάγκη, νὰ χύσωμεν καὶ τὸ αἷμα μᾶς χιλιάδες φορὲς διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ καθὼς τὸ ἔχυσε καὶ ἐκεῖνος διὰ τὴν ἀγάπην μας;
Ἕνας ἄνθρωπος σὲ κράζει εἰς τὸ κονάκι του καὶ θέλει νὰ σὲ φιλεύση κανένα ποτήρι κρασὶ ἢ ρακὶ καὶ πάντοτε, εἰς ὅλην σου τὴν ζωήν, θὲ νὰ τὸν ἐντρέπεσαι καὶ νὰ τόνε τιμᾶς. Καὶ τὸν Θεὸν δὲν πρέπει νὰ τιμᾶς καὶ νὰ ἐντρέπεσαι, ὁπού σοῦ ἐχάρισε τόσα καλὰ καὶ ἐσταυρώθηκε διὰ τὴν ἀγάπην σου; Ποῖος πατέρας ἐσταυρώθηκε διὰ τὰ παιδιὰ του καμμίαν φορᾶν; Καὶ ὁ γλυκύτατός μας Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ Θεὸς ἔχυσε τὸ αἷμα του καὶ μᾶς ἐξαγόρασε ἀπὸ τὰς χείρας τοῦ διαβόλου. Τώρα δὲν πρέπει καὶ ἠμεῖς νὰ τὸν ἀγαποῦμεν τὸν Χριστόν μας; Ἐμεῖς ὄχι μόνον δὲν τὸν ἀγαποῦμεν, ἀλλὰ τὸν ὑβρίζομεν κάθε ἡμέραν μὲ τὲς ἁμαρτίες ὁπού κάνομεν. Ἀμὴ ποῖον θέλετε, ἀδελφοί μου, νὰ ἀγαποῦμεν; Νὰ ἀγαποῦμεν τὸν Διάβολον, ὁπού μᾶς ἔβγαλεν ἀπὸ τὸν Παράδεισον καὶ μᾶς ἤφερε εἰς ἐτοῦτον τὸν κατηραμένον κόσμον καὶ παθαίνομεν τόσα κακά; Καὶ ἔχει προαίρεσιν ὁ Διάβολος, ἀνίσως καὶ ἠμποροῦσε αὐτὴν τὴν ὥραν νὰ μᾶς θανατώση ὅλους, νὰ μᾶς βάλη εἰς τὴν κόλασιν, τὸ ἔκανε.
Τώρα σᾶς ἐρωτῶ, ἀδελφοί μου, νὰ μὲ εἰπῆτε: ποῖον πρέπει νὰ μισοῦμεν καὶ ποῖον πρέπει νὰ ἀγαποῦμεν; Μὲ φαίνεται ὅτι ὅλοι σας ἀποφασίζετε καὶ λέγετε πὼς πρέπει νὰ μισοῦμεν τὸν Διάβολον, τὸν ἐχθρόν μας, ὁπού μᾶς ἔβγαλεν ἀπὸ τὸν Παράδεισον καὶ μᾶς ἤφερεν εἰς τοῦτον τὸν κατηραμένον κόσμον καὶ παθαίνομεν τόσα κακά, καὶ νὰ ἀγαποῦμεν τὸν Θεόν μας, τὸν ποιητήν μας, τὸν πλάστην μας. Ἔτσι τὸ λέγετε, χριστιανοί μου; Πολλὰ καλά το λέγετε. Νὰ ἔχω τὴν εὐχήν σας, καὶ ἐγὼ τὸ λέγω. Μὰ ὁ Θεὸς χρειάζεται στρῶμα διὰ νὰ καθίση. Ποῖον εἶναι τὸ στρῶμα ὁπού θέλει ὁ Θεός; Ἡ ἀγάπη. Ἃς ἔχωμεν λοιπὸν καὶ ἐμεῖς τὴν ἀγάπην εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τοὺς ἀδελφούς μας καὶ ἔτσι ἔρχεται ὁ Θεός μας καὶ μᾶς χαροποιεῖ καὶ μᾶς εὐφραίνει καὶ μᾶς φυτεύει εἰς τὴν καρδίαν μας τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον καὶ ἀπερνοῦμεν καὶ ἐδῶ καλὰ καὶ πηγαίνομεν καὶ εἰς τὸν Παράδεισον νὰ χαιρώμασθε πάντοτε. Ὄχι; δὲν ἔχομεν τὴν ἀγάπην, ἀλλὰ ἔχομεν τὸ μίσος καὶ τὴν ἔχθραν εἰς τοὺς ἀδελφούς μας; Ἔρχεται ὁ πονηρὸς Διάβολος καὶ μᾶς πικραίνει καὶ μᾶς φαρμακεύει καὶ βάνει τὸν θάνατον εἰς τὴν ψυχήν μας καὶ ἀπερνοῦμε καὶ ἐδῶ κακὰ καὶ πηγαίνομεν εἰς τὴν Κόλασιν νὰ καιώμασθε πάντοτε.
Φυσικόν μας εἶναι νὰ ἀγαποῦμεν τοὺς ἀδελφούς μας, διατὶ εἴμαστε μιᾶς φύσεως, ἔχομε ἕνα βάπτισμα, μίαν πίστιν, τὰ Ἄχραντα Μυστήρια μεταλαμβάνομεν, ἕνα Παράδεισον ἐλπίζομεν νὰ ἀπολαύσωμεν. Καλότυχος ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀξιώθη καὶ ἔλαβεν εἰς τὴν καρδίαν του αὐτὲς τὲς δύο ἀγάπες, ἀγάπην εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τοὺς ἀδελφούς του, ἔχει πάντα τα ἀγαθὰ καὶ ἁμαρτίαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμη. Καὶ ὅποιος δὲν ἔχει τὸν Θεὸν εἰς τὴν καρδίαν του ἔχει τὸν Διάβολον, καὶ ὅποιος ἔχει τὸν Διάβολον ἔχει πάντα τα κακὰ καὶ ὅλες τὲς ἁμαρτίες τὲς κάμνει.
Χίλιες χιλιάδες καλὰ νὰ κάμωμεν, ἀδελφοί μου, νηστεῖες, προσευχές, ἐλεημοσύνες, καὶ τὸ αἷμα μας νὰ χύσωμεν διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ μας, ἀνίσως καὶ δὲν ἔχωμεν αὐτὲς τὲς δύο ἀγάπες, ἀλλὰ ἔχομεν μίσος καὶ ἔχθραν εἰς τοὺς ἀδελφούς μας, ὅλα ἐκεῖνα τὰ καλά, ὁπού ἐκάμαμεν, τοῦ Διαβόλου εἶναι καὶ εἰς τὴν Κόλασιν πηγαίνομεν. Μὰ καλά, θέλετε εἰπεῖ, μετ’ ἐκείνη τὴ λίγη ἔχθρα ὁπού ἔχομεν εἰς τοὺς ἀδελφούς μας, ἔχοντες τόσα καλὰ καμωμένα, εἰς τὴν Κόλασιν πηγαίνομεν; Ναί, ἀδελφοί μου, μετ’ ἐκεῖνο πηγαίνομεν, διατὶ ἐκείνη ἡ ἔχθρα εἶναι φαρμάκι τοῦ Διαβόλου. Καὶ καθὼς βάνομεν μέσα εἰς ἑκατὸν ὀκάδες ἀλεύρι ὀλίγον προζύμι καὶ ἔχει τόσην δύναμιν καὶ κουφίζει ὅσον ζυμάρι καὶ ἂν εἶναι, ἔτσι εἶναι καὶ ἡ ἔχθρα, ὅλα ἐκεῖνα τὰ καλὰ ὁπού ἐκάμαμε τὰ γυρίζει καὶ τὰ κάμνει ὅλα φαρμάκι τοῦ Διαβόλου.
Ἐδῶ, χριστιανοί μου, πῶς πηγαίνετε; Ἔχετε τὴν ἀγάπην ἀναμεσόν σας; Ἀνίσως καὶ θέλετε νὰ σωθῆτε, κανένα ἄλλο πράγμα νὰ μὴ ζητήσετε ἐδῶ εἰς τὸν κόσμον παρὰ τὴν ἀγάπην.
Πηγή: (Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν Α’ Διδαχὴ τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ), Κοινωνία Ὀρθοδοξίας
Η Αγία μας Εκκλησία με την Ορθόδοξη Πατερική διδασκαλία της αποφαίνεται για την Παναγία μας ότι είναι η Αειπάρθενος Κόρη, η Οποία μέσα σε όλη την υλική και πνευματική δημιουργία, έφθασε στην πληρέστερη ανθρώπινη δυνατότητα να γίνει η Μητέρα του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός.
Είναι Εκείνη, η Οποία δέχθηκε στην παναγία Γαστέρα της τον Υιό του Θεού και με αυτόν τον τρόπο το Όνομα Θεοτόκος είναι μία αναπόσπαστη συνέπεια του Ονόματος Θεάνθρωπος.
Το μυστήριο της Ενανθρωπήσεως εμπεριέχει και την Μητέρα του Ενανθρωπήσαντος Λόγου. Ο Θεός Λόγος έζησε υποστατικώς ως ένα μέρος του σώματός της. Με την δική της σάρκα και το δικό της αίμα έζησε μέσα στην πανάμωμο Μήτρα της ο Θεός.
Έτσι η Θεοτόκος Μαρία ταύτισε την ύπαρξή της με την ζωή του ακτίστου Λόγου. Ένωσε θα λέγαμε στην δική της ζωή την κτίση με τον Κτίστη της.
Η εκκλησιαστική ποίηση, για να κηρύξει την ανακαίνιση του σύμπαντος κόσμου αποδίδει στην Παναγία Μητέρα του Κυρίου μας περιληπτικώς τις φυσικές εικόνες. Την ονομάζει «ουρανόν», «γη αγαθή», «όρος αλατόμητον», «πέτρα ποτίζουσα τους διψώντας την ζωήν» καὶ «άρουρα βλαστάνουσα ιλασμούς».
Οι αιρετικοί, Παπικοί και Προτεστάντες, δεν διαθέτουν χώρο στη θεολογία τους ή κακοδοξούν για την Θεοτόκο Μαρία, για τον λόγο ότι εκπίπτουν της αληθείας, όσον αφορά στο πρόσωπο της Θεοτόκου. Έτσι, όταν δεν αληθεύεις ή αγνοείς το πρόσωπο της Θεοτόκου Μαρίας, έπεται ως φυσική συνέπεια το να παρερμηνεύεις και το πρόσωπο του Θεανθρώπου Κυρίου. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μας λέγει ότι όποιος δεν θεωρεί Θεοτόκον την Αγία Μαρία είναι ά-σχετος με την Θεότητα: «Ει τις ου Θεοτόκον την Μαρίαν υπολαμβάνει, χωρίς εστί της θεότητος» (PG 37, 177C).
Στο σημείο αυτό οφείλουμε να τονίσουμε ότι η Θεολογία, αλλά και η ευσέβεια πρέπει πάντα να οδηγείται και να ελέγχεται από την δογματική διδασκαλία. Γι’ αυτό και ο Φλωρόφσκυ επισημαίνει ότι σε μια ελλιπή Χριστολογία δεν υπάρχει χώρος για την Μητέρα του Θεού (Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας, 1973, 126).
Η ευλάβεια προς την Μητέρα του Θεανθρώπου Κυρίου διαποτίζει κυριολεκτικώς ολόκληρο το είναι της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας και -όπως τονίζει ο Σμέμαν- ο σεβασμός αυτός προς την Μητέρα του Κυρίου αποτελεί μια «διάσταση» του δόγματος, της ευσεβείας, της Χριστολογίας καθώς και της Εκκλησιολογίας (Σμέμαν, Η Παναγία, Ακρίτας 2000, 78).
Η θέση που κατέχει η Παναγία μας μέσα στο Θείο σχέδιο για την σωτηρία και λύτρωση του ανθρώπου είναι μοναδική και ανεπανάληπτη. Για τον λόγο αυτό ψάλλει η Αγία μας Εκκλησία: «Η γέννησίς σου Θεοτόκε χαράν εμήνυσε πάση τη οικουμένη. Εκ σου γαρ ανέτειλεν ο ήλιος της Δικαιοσύνης Χριστός ο Θεός ημών» (Απολυτίκιον Γενεσίου Θεοτόκου).
Δικαίως, λοιπόν, βρίσκει όλη η Δημιουργία στο πρόσωπο της Θεοτόκου Μαρίας την πύλη της «όντως ζωής», την είσοδο προς το πλήρωμα των ανθρωπίνων δυνατοτήτων.
Θα τελειώσω το σύντομο αυτό άρθρο μου με τα λόγια του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά: «Ω! Παρθένε θεία και τώρα ουρανία, πώς να περιγράψω όλα τα προσόντα σου; Πώς να Σε δοξάσω, τον θησαυρό της δόξης; Σου και η μνήμη μόνον αγιάζει αυτόν που την χρησιμοποιεί [...] δια Σου καταλάμπεται το πνεύμα με την επιδημία του Θείου Πνεύματος [...] Μετάδωσε λοιπόν πλούσια στον λαόν σου, σ’ αυτόν τον κλήρον σου, το έλεός σου και τα χαρίσματά σου, ω Δέσποινα. Δώσε λύση των δεινών που μας κατέχουν» (Παλαμικόν Ταμείον, 436).
Πηγή: Ακτίνες
Ο ΠΙΣΤΟΣ ἄνθρωπος θεωρεῖ τὴν προσευχὴ ἀνάγκη τῆς ψυχῆς του καὶ ὄχι καθῆκον, ποὺ πρέπει νὰ ἐκτελεῖ σὲ τακτὰ χρονικὰ διαστήµατα, ὅταν φυσικὰ δὲν ἔχει ἄλλες ἀπασχολήσεις καὶ εἶναι ἐλεύθερος ἀπὸ βιοτικὲς µέριµνες.
Ἡ προσευχὴ δὲν περιορίζεται στὴν κοινὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς τοῦ ναοῦ, ἀλλὰ πρέπει νὰ λειτουργεῖ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸν τόπο καὶ τὸ χρόνο. Ὡστόσο, χρειάζονται οἱ πνευµατικὲς προϋποθέσεις προκειµένου ἡ προσευχὴ νὰ εἶναι καρποφόρος. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἀπευθυνόµενος στὸ µαθητή του Τιµόθεο, ἀναφέρεται στὴν προσευχή, ποὺ πρέπει νὰ κάνουν οἱ ἄντρες καὶ οἱ γυναῖκες καὶ σηµειώνει τί πρέπει νὰ προσέχουν, γιὰ νὰ µὴ ἐπιδίδονται σ’ ἕνα ἔργο, ποὺ δὲν θὰ ἀπέδιδε τίποτα τὸ οὐσιαστικό. Γιὰ τοὺς ἄντρες λέει: «Βούλοµαι οὖν προσεύχεσθαι τοὺς ἄνδρας ἐν παντὶ τόπῳ, ἐπαίροντας ὁσίους χεῖρας χωρὶς ὀργῆς καὶ διαλογισµοῦ» (Α΄ Τιµ. β΄ 8). ∆ηλαδή, ὁ Παῦλος ζητάει νὰ προσεύχονται οἱ ἄντρες σὲ κάθε τόπο, νὰ ἔχουν χέρια καθαρὰ ἀπὸ κάθε µολυσµό, νὰ µὴ ἔχουν µέσα τους ὀργὴ γιὰ πρόσωπα καὶ βέβαια νὰ µὴ ἔχουν δισταγµὸ ὀλιγοπιστίας.
Ἡ προσευχὴ γίνεται παντοῦ. Σὲ κάθε τόπο, ὅπου καὶ νὰ βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος, ἀνάµεσα σὲ ἄλλους ἀνθρώπους ἀλλὰ καὶ µακριὰ σὲ ἐρηµικὲς περιοχές. Στὴν ἐποχή µας, ποὺ εὔκολα µετακινοῦνται οἱ ἄνθρωποι µὲ τὰ ἰδιωτικά τους αὐτοκίνητα, οἱ ἐρηµικοὶ καὶ ἥσυχοι τόποι εἶναι προσιτοὶ σχεδὸν σ’ ὅλους καὶ µποροῦν νὰ προσεύχονται ἀπερίσπαστοι. Ἀκόµα καὶ οἱ καθηµερινὲς πορεῖες, ὅταν δὲν εἶναι ὁµαδικές, προσφέρονται γιὰ προσευχή. Περπατᾶς µέσα στὸ δάσος καὶ προσεύχεσαι. ∆οξολογεῖς τὸ Θεὸ καὶ ζητᾶς τὸ ἔλεός του.
Παρενθετικὰ πρέπει νὰ πῶ δυὸ λόγια γιὰ τὴν ἐνόχληση καὶ τὸν περισπασµό, ποὺ προκαλεῖ τὸ κινητὸ τηλέφωνο µὲ τὰ συνεχῆ χτυπήµατα γιὰ δευτερεύοντα καὶ ἀσήµαντα πράγµατα. Καλὸ εἶναι νὰ µὴ ἔχει κανεὶς τὸ κινητὸ τηλέφωνο κοντά του. Ἀντὶ νὰ κρατᾶ τὸ τηλέφωνο, ἂς κρατᾶ τὸ κοµποσχοίνι, µὲ τὸ ὁποῖο µπορεῖ νὰ ἐπικοινωνεῖ µὲ τὸ Θεό.
Ἡ ἐπιθυµία γιὰ προσευχὴ καὶ ἡ ἀποτελεσµατικότητά της ἔχουν στενότατη σχέση µὲ τὴν καθαρότητα τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, τὰ ἀγαθὰ ἔργα του, τὴν ἐσωτερική του γαλήνη καὶ τὴν ἀκλόνητη πίστη του.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐπίσης ζητάει καὶ ἀπὸ τὶς γυναῖκες νὰ προσεύχονται, οἱ ὁποῖες πρέπει νὰ εἶναι προσεκτικὲς στὶς ἐπιθυµίες τους. Θέλω «καὶ τὰς γυναῖκας ἐν καταστολῇ κοσµίῳ, µετὰ αἰδοῦς καὶ σωφροσύνης κοσµεῖν ἑαυτάς, µὴ ἐν πλέγµασιν ἤ χρυσῷ ἤ µαργαρίταις ἤ ἱµατισµῷ πολυτελεῖ, ἀλλ’ ὅ πρέπει γυναιξὶν ἐπαγγελοµέναις θεοσέβειαν δι’ ἔργων ἀγαθῶν» (Α΄ Τιµ. β΄ 9-10). Τονίζει δηλ. τὴ σεµνὴ ἐνδυµασία τῶν γυναικῶν, τὴ συστολὴ καὶ σωφροσύνη καὶ τὶς προτρέπει νὰ ἀποφεύγουν τὰ φιλάρεσκα πλεξίµατα τῶν µαλλιῶν τους καὶ τὰ χρυσὰ καὶ µαργαριταρένια κοσµήµατα καὶ τὰ πολυτελῆ ροῦχα, τὰ ὁποῖα δὲν ταιριάζουν µὲ τὴ θεοσέβεια. Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον πρέπει νὰ ἔχουν γιὰ τὸν ἐσωτερικὸ στολισµό, ὁ ὁποῖος ἐξασφαλίζεται µὲ τὰ καλὰ ἔργα.
Οἱ γυναῖκες πρέπει νὰ ἀποφεύγουν τὸν ἐντυπωσιασµὸ τόσο µὲ τὴν ἐξωτερική τους ἐµφάνιση ὅσο καὶ µὲ τὰ πολυτελῆ σπίτια τους καὶ τὴν ἀριστοκρατική τους συµπεριφορά. Νὰ µὴ εἶναι πρόσωπα ποὺ θὰ προκαλοῦν τὸ σχολιασµὸ τῶν κοσµικῶν, ἀλλὰ νὰ ἐργάζονται ταπεινά, χωρὶς ἐπίδειξη, καταπολεµώντας τὴ φιλαρέσκεια, ἡ ὁποία τὶς παρασέρνει σὲ µάταια καὶ ἀνωφελῆ πράγµατα, µὲ ἀποτέλεσµα νὰ µὴ ἔχουν τὸ χρόνο νὰ ἀσχοληθοῦν µὲ τὰ πνευµατικὰ καὶ κυρίως µὲ τὴν προσευχή, ἀλλὰ οὔτε καὶ τὴ σωµατικὴ δύναµη, ἀφοῦ εἶναι καταπονηµένες ἀπὸ τὶς ἀτέλειωτες ἐργασίες ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ σπιτιοῦ τους. Οἱ γυναῖκες δὲν πρέπει νὰ βρίσκονται σὲ διαρκῆ ἀγχώδη κατάσταση, γιὰ νὰ τὰ προλάβουν ὅλα. Ξεχνοῦν δυστυχῶς ὅτι οἱ βιοτικὲς µέριµνες δὲν ἔχουν τελειωµὸ καὶ γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι περιορισµένες, µὲ µοναδικὸ σκοπὸ τὴν ἐξασφάλιση ἐλευθέρου χρόνου καὶ τὴν πνευµατική του ἀξιοποίηση.
Τὰ βιώµατα τῆς προσευχῆς δὲν ἐξωτερικεύονται. Ὁ καθένας τὰ κρατάει µέσα του ὡς πολύτιµο θησαυρό. Τὰ ἀποτελέσµατα τῆς προσευχῆς ὅµως στὴ ζωή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι µερικῶς ἐµφανῆ. Ἐὰν κανεὶς προσέξει τὴ συµπεριφορά του, θὰ διαπιστώσει τὴν καλὴ ἀλλοίωση ποὺ τοῦ ἔχει προκαλέσει. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ἀξιοθαύµαστο.
Πηγή: (Ορθόδοξος Τύπος, 12/8/2016), Θρησκευτικά
Ο Θεός μετά την πτώση του ανθρώπου, ακριβώς διότι αγαπά τον άνθρωπο και θέλει τη σωτηρία του, αποφασίζει να σώσει τον άνθρωπο. Και για να γίνει αυτό, το δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Υιός του Θεού, γίνεται άνθρωπος. Διότι, εφόσον ο άνθρωπος έσφαλε, ο άνθρωπος έγινε ανυπάκουος, ο άνθρωπος αμάρτησε, άνθρωπος πάλι –αλλά αυτή τη φορά άνθρωπος είναι ο ίδιος ο Υιός του Θεού– είναι αυτός που θα υπακούσει στο θέλημα του Θεού και θα διορθώσει το πταίσμα του Αδάμ, θα διορθώσει το σφάλμα του ανθρώπου και θα σώσει τον άνθρωπο από την αμαρτία. Χρειαζόταν όμως ο Θεός να βρει κατάλληλο πρόσωπο από μέρους των ανθρώπων, από το οποίο θα εγεννάτο ο Υιός του Θεού ως Υιός του ανθρώπου. Και το κατάλληλο αυτό πρόσωπο ήταν η Παναγία.
Η Παναγία, αυτή η ταπεινή κόρη, είχε όλα εκείνα τα οποία χρειαζόταν να έχει, για να γίνει μητέρα του Θεού, καθώς είχε όλες τις αρετές, και καθετί που θα χρειαζόταν να καταβληθεί, ας πούμε έτσι, από την ανθρώπινη πλευρά. Ήταν κατάλληλη η Παναγία να γίνει μητέρα του Θεού.
Και βέβαια θα μπορούσαμε να πούμε πάρα πολλά, να αναφερθούμε στο όλο πρόσωπο της Παναγίας και στις πολλές αρετές της. Ας προσέξουμε όμως, κυρίως δυο-τρεις αρετές που έκαναν, αν επιτρέπεται να το πούμε έτσι, τον Θεό να μπορεί να έχει εμπιστοσύνη στην κόρη αυτή και να εύρει ανάπαυση στην κόρη αυτή, για να συντελεσθεί το όλο μυστήριο της σωτηρίας.
Η Παναγία κυρίως είχε την αγνότητα, την ταπείνωση και την υπακοή. Θα έλεγε κανείς ότι ιδιαίτερα ο σημερινός άνθρωπος, ο άνθρωπος της εποχής μας, χρειάζεται να ακούσει και να προσέξει ότι η Παναγία, προκειμένου να γίνει μητέρα του Θεού και έτσι να μπορεί να συντελεσθεί το μυστήριο της σωτηρίας, έπρεπε να έχει αυτήν την αρετή και την είχε, την αρετή της αγνότητος. Ιδιαίτερα ο σημερινός άνθρωπος πρέπει να το προσέξει αυτό.
Για, να σταθούμε λοιπόν εμείς οι σημερινοί άνθρωποι, οι άνθρωποι της εποχής μας, που κάνουμε τον έξυπνο και νομίζουμε ότι εμείς τώρα βρήκαμε την αλήθεια και ότι κάποτε οι άνθρωποι δεν ενεργούσαν σωστά, για, να σταθούμε μπροστά σ’ αυτήν την πραγματικότητα. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να δούμε το θέμα αυτό, ότι αυτό ήταν απλώς για την Παναγία, για να είναι έτσι κατάλληλη να γίνει μητέρα του Θεού, εμείς όμως θα ζούμε όπως ζούμε, αλλά θα ’χουμε και την Παναγία μας, να τρέχουμε σ’ αυτήν με τις προσευχές μας, να κάνει τα θελήματά μας. Δεν είναι έτσι.
Η Παναγία εκπροσωπεί την ανθρωπότητα και συμβάλλει εκ μέρους της ανθρωπότητος. Άρα η όλη ανθρωπότητα πρέπει να είναι αγνή, η όλη ανθρωπότητα πρέπει να θελχθεί απ’ αυτήν την αρετή της Παναγίας, την αγνότητα, να μιμηθεί την Παναγία, ώστε να ανταποκριθεί, όταν έρθει η ώρα του καθενός απέναντι στον Θεό. Δεν θέλει ο Θεός λιγότερο καθαρό τον κάθε άνθρωπο. Η Παναγία κάνει την αρχή, η Παναγία προσφέρεται από την πλευρά τής ανθρωπότητος για να συντελεσθεί το μυστήριο της σωτηρίας, με το να γίνει άνθρωπος ο Υιός του Θεού, να ζήσει ως άνθρωπος, να σταυρωθεί ως άνθρωπος, να αναστηθεί ως άνθρωπος και να αναληφθεί στους ουρανούς. Έτσι σώζεται ο κόσμος, με την προϋπόθεση ότι τελικά όλοι θα πιστέψουν στον Χριστό και όλοι θα ζήσουν, όπως η Παναγία και όλοι οι άγιοι. Διότι αυτό είναι η σωτηρία.
Τι είναι η σωτηρία; Λένε μερικοί σωτηρία, σωτηρία, αλλά να ‘ναι και μέσα στις αμαρτίες, να κάνουν και τις αμαρτίες τους. Σωτηρία θα πει ότι σώζεσαι από την αμαρτία. Μέσα στο Ευαγγέλιο διαβάζουμε ότι ήλθε ο Χριστός να σώσει «τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών» (Ματθ. 1:21). Άμα δεν σώζεσαι από την αμαρτία, άμα συνεχίζεις να κάνεις την αμαρτία, δεν ήρθε στην ψυχή σου η σωτηρία, δεν έχεις να ελπίζεις για σωτηρία.
Πώς τολμάει ο σημερινός άνθρωπος και ως προς την αρετή της αγνότητος, καθόλου-καθόλου δεν λογαριάζει την αλήθεια, την πραγματικότητα, τι έκανε ο Θεός, τι είπε ο Θεός, πώς τα θέλει ο Θεός, πώς ανταποκρίθηκε η Παναγία, πώς έζησε η Παναγία, πώς ακολούθησαν οι άγιοι! Δεν ενδιαφέρεται ο σημερινός άνθρωπος, ούτε το λαμβάνει υπόψιν. Τουλάχιστον να είχε μια συναίσθηση: «Αχ, αλλιώς έπρεπε να ζω, αλλιώς έπρεπε να φρονώ, αλλιώς έπρεπε να ενεργώ ως προς το θέμα αυτό, αλλά να, είμαι αδύναμος άνθρωπος και αμαρτάνω». Όχι μόνο δεν φρονεί έτσι, όχι απλώς γίνεται παραβάτης, αλλά φρονεί ότι, κάποτε που εγίνοντο έτσι τα πράγματα, ήταν λάθος. Ήταν καθυστερημένοι τότε οι άνθρωποι, δεν ήξεραν τι έκαναν, ήταν σε πλάνη, ήταν στο σκοτάδι. Τώρα βρήκαμε εμείς την αλήθεια, τώρα βρήκαμε το σωστό, τα πράγματα είναι όπως εμείς τα κάνουμε. Έτσι φρονούν οι άνθρωποι σήμερα.
Η Εκκλησία έκανε αγώνες να κρατήσει αδιάβλητη την αγνότητα της Παναγίας. «Άσπιλε, αμόλυντε, άχραντε». Δεν λέγονται τυχαία αυτές οι λέξεις, και πολλές άλλες. Και όσο περισσότερες λέγονται, τόσο λιγότερες φαίνονται οι λέξεις αυτές στους ύμνους, στις προσευχές. Έκανε αγώνες η Εκκλησία να παραδώσει αυτό το δόγμα, ότι η Παναγία ήταν «προ τόκου παρθένος, εν τόκω παρθένος και μετά τόκον παρθένος». Και πριν να γεννήσει ήταν παρθένος και κατά την ώρα που γεννούσε έμεινε παρθένος και μετά τη γέννηση του Υιού της, επίσης έμεινε παρθένος. Δεν είναι αυτά σχολαστικά, όπως θα έλεγαν μερικοί. Όχι. Εδώ είναι η ουσία του πράγματος. Απολύτως έπρεπε να είναι αμόλυντος η Παναγία. Ήταν η τέλεια προσφορά αυτή από την ανθρώπινη πλευρά. Δεν βρήκε ο Θεός ως τότε και δεν θα έβρισκε και μετά ο Θεός –πάλι ο Θεός ετοιμάζει τον άνθρωπο– κατάλληλη κόρη, να έχει αυτήν τη διάθεση και να θελήσει να αντέξει να έχει αυτό το αμόλυντο και να είναι έτσι στον τέλειο βαθμό αμόλυντη και άχραντη και άσπιλη.
Γι’ αυτό στην Εκκλησία του Χριστού ανέκαθεν οι αμαρτίες αυτές, που αναφέρονται στις έξω από τον γάμο σχέσεις των δύο φύλων, θεωρούνται βαρύτατες αμαρτίες, όποιες κι αν είναι, περισσότερες ή λιγότερες, μικρότερες ή μεγαλύτερες. Ο Θεός, ως Θεός εύσπλαγχνος, δημιούργησε τον γάμο, τον ευλογημένο γάμο, την ευλογημένη αυτή σύζευξη, και εκεί μέσα έβαλε την κοινωνία των δύο προσώπων, την παιδοποιία· έβαλε και την ζωή εκείνη που έχει τις ανάλογες παρηγορίες σ’ αυτόν τον άχαρο κόσμο, για να αντέξει ο άνθρωπος. Έτσι μέσα στον γάμο ο άνθρωπος διατηρείται επίσης αμόλυντος. «Τίμιος ο γάμος και η κοίτη αμίαντος» (Εβρ. 13:4). Δεν λέγονται τυχαία οι λέξεις αυτές. Όμως ο γάμος είναι τίμιος και η κοίτη του γάμου είναι αμίαντος, και δεν είναι όπως τα λένε σήμερα, που τελείως-τελείως έχουν παραποιήσει οι άνθρωποι τα πράγματα και άγονται και φέρονται από το πώς τα νιώθουν και πώς τους έρχονται. Άνθρωπέ μου, δεν έχει σημασία τι θα πεις εσύ, τι νομίζεις εσύ, δεν έχει σημασία τι θα κάνεις εσύ. Σημασία έχει τι λέει ο Θεός, κι αν εσύ ανταποκρίνεσαι σ’ αυτό που λέει ο Θεός. Αν εσύ έχεις διάθεση να ανταποκριθείς, θα σε βοηθήσει ο Θεός.
Γι’ αυτό λοιπόν, καθώς βρεθήκαμε να ζούμε στον σύγχρονο κόσμο που έχει ως προς το θέμα αυτό πειρασμούς, ο καθένας πριν φύγει απ’ αυτόν τον κόσμο, να εξετάσει καλά τον εαυτό του και καλά-καλά να τακτοποιήσει τον εαυτό του ως προς το θέμα αυτό. Αμόλυντος ο καθένας πρέπει να φύγει. Και όταν πέσεις και αμαρτήσεις, δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Εκείνο που πρέπει να κάνεις είναι να μετανοήσεις, να εξομολογηθείς καλά-καλά, να μην τα κουκουλώσεις. Να δει ο Θεός τη μετάνοιά σου και να σε συγχωρήσει, διότι, γι’ αυτό βρήκε την κατάλληλη κόρη απ’ την οποία πήρε την ανθρώπινη φύση και έγινε άνθρωπος, εσταυρώθη, ανεστήθη κλπ., για να σώσει τον άνθρωπο, ο οποίος όμως θα μετανοήσει. Να τον σώσει από την αμαρτία και τον μολυσμένο να τον κάνει αμόλυντο, τον άρρωστο από την αμαρτία να τον θεραπεύσει και γενικά αυτόν που πάει να χαθεί, να τον σώσει.
Πηγή: (Από το βιβλίο: «Συνάξεις Δεκαπενταυγούστου», τόμος Α΄, Πανόραμα Θεσσαλονίκης, σ. 145.), Κοινωνία Ορθοδοξίας
ΣΗΜΕΡΑ γιορτάζουμε κάποιους «Τζάμπα» Ἁγίους καὶ φανατικὰ θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως, οἱ ὁποῖοι φερόμενοι μὲ σκοτισμὸ καὶ ἐγωϊστικὴ ἀδιαλλαξία δὲν συνεταιρίστηκαν τὴν ἀλλόδοξο πίστη τῶν αἱρετικῶν Εἰκονομάχων λησμονώντας τὴν θεωρία τῶν «κλάδων» καὶ ὅτι ὅλοι μαζὶ: ὁμόδοξοι καὶ ἑτερόδοξοι, συναποτελοῦμε τὸ κοινὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Οἱ δὲ θεολογικὲς διαφορὲς μας ἁπλῶς συνιστοῦν διαφορετικὲς παραδόσεις καὶ ἐκφράσεις τῆς αὐτῆς Πίστεως οἱ ὁποῖες δὲν ἔχουν ἀρνητικὴ ἐπίπτωση στὴν μυστηριακὴ χάρη. Καταλαβαίνεις πιστεύω τὴν εἰρωνία!
Συγκεκριμένα: «Ὁ αὐτοκράτορας Λέοντας ὁ Γ', μὲ διάταγμά του ἐμπόδισε ὁλοσχερῶς τὴν ἀνάρτηση ἁγίων εἰκόνων, ὄχι μόνο στὶς ἐκκλησίες ἀλλὰ σ' ὁποιοδήποτε ἄλλο μέρος. Τότε κάποιος ἀξιωματικός, πολὺ προκλητικὰ πῆγε σὲ μιὰ οἰκοδομὴ ποὺ ἀποτελοῦσε κατὰ κάποιο τρόπο τὰ προπύλαια τῶν ἀνακτόρων, καὶ ὀνομαζόταν Χάλκη καὶ μὲ ἕνα τσεκούρι ἄρχισε νὰ....
ξηλώνει τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἦταν πάνω σ' αὐτή.
Ἐξοργισμένος τότε ὁ Ὀρθόδοξος λαὸς μπροστὰ σ' αὐτὸ τὸ ἔγκλημα, ἔριξε τὸν ἀσεβῆ ἀξιωματικὸ ἀπὸ τὴ σκάλα, πάνω στὴν ὁποία ἦταν, μὲ ἀποτέλεσμα αὐτὸς νὰ σκοτωθεῖ.
Τότε ὁ βασιλιὰς ἔστειλε τὴ φρουρά του καὶ σκότωσε πολλοὺς ἀπὸ τὸ ἔντονα διαμαρτυρόμενο πλῆθος. Μεταξὺ αὐτῶν ἦταν καὶ οἱ δέκα συγκεκριμένοι Μάρτυρες. Τὰ δὲ ὀνόματά τους ἦταν τὰ ἕξης: Ἰουλιανός, Μαρκιανός, Ἰωάννης, Ἰάκωβος, Ἀλέξιος, Δημήτριος, Φώτιος, Πέτρος, Λεόντιος καὶ Μαρία ἡ Πατρικία.
Μαζὶ μὲ τοὺς ἀναφερομένους Ἁγίους μαρτύρησε καὶ ἡ Ἁγία Ὁσιομάρτυς Θεοδοσία ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη.
Ἐπικεφαλῆς καλογραιῶν καὶ ἄλλων γυναικῶν, ὅρμησαν καὶ κατέρριψαν ἀπὸ τὴν κινητὴ σκάλα τὸ σπαθάριο ποὺ ἀνέβηκε, γιὰ νὰ καταστρέψει τὴν εἰκόνα, καὶ μὲ πέτρες καὶ ξύλα ἐπιτέθηκαν κατὰ τοῦ Πατριαρχείου. Μπροστά σε αὐτὴ τὴν κατάσταση ὁ Πατριάρχης Ἀναστάσιος ἀναγκάσθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὸ Πατριαρχεῖο. Ἡ στρατιωτικὴ δύναμη ποὺ ἐπενέβη, ἄλλες μὲν ἀπὸ τὶς γυναῖκες φόνευσε, ἄλλες δέ, μεταξύ τῶν ὁποίων καὶ τὴν Θεοδοσία, συνέλαβε. Καὶ ἀπὸ τὶς συλληφθεῖσες ἄλλες ἐλευθέρωσαν, ἄλλες ἔκλεισαν στὶς φυλακὲς ἢ ἐξαπέστειλαν στὴν ἐξορία. Τὴν δὲ Θεοδοσία, ἀφοῦ τὴν κακοποίησαν, τὴν ὁδήγησαν στὴν τοποθεσία τοῦ Βοὸς καὶ τὴν κατέσφαξαν, ἀφοῦ διαπέρασαν τὸ λαιμό της μὲ κέρατο κριοῦ (730 μ.Χ.).»
Ἒ, βρὲ εὐλογημένοι Μάρτυρες, τί καθήσατε στὰ καλὰ καθούμενα νὰ χάσετε τζάμπα τὴν ζωούλα σας; Δέν πηγαίνατε καλύτερα στὸ Κολυμπάρι γιὰ μπάνια, φραπὲ καὶ διακοπές;
ΕΝΑΣ ΑΠΛΟΣ ΙΕΡΕΑΣ
Πηγή: Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...