
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
Ο Πύρρος πέρασε στην Ιταλία και ανέλαβε τον αγώνα κατά των Ρωμαίων προς υπεράσπιση των ελληνικών πόλεων της Μεγάλης Ελλάδος. Έχοντας ήδη νικήσει τους Ρωμαίους στη μάχη της Ηράκλειας, την άνοιξη του 279 π.Χ. ήταν έτοιμος να κινηθεί και πάλι εναντίον τους.
Ο Διονύσιος Αλικαρνασσεύς αναφέρει ότι η στρατιά που οδηγούσε ο Πύρρος αριθμούσε περί τους 78.000 άνδρες. Από αυτούς οι 16.000 ήταν Ηπειρώτες, 8.000 περίπου ήταν Ταραντίνοι (Έλληνες της αποικίας του Τάραντα) «Λευκάσπιδες» φαλαγγίτες και οι υπόλοιποι ήταν Σαυνίτες και Λευκανοί (Ιταλικοί λαοί).
Ο αριθμός αυτός αναφέρετε μάλλον στον συνολικό αριθμό των ενόπλων δυνάμεων της αντιρωμαϊκής συμμαχίας και όχι στον αριθμό ανδρών που οδήγησε προσωπικά ο Πύρρος κατά των Ρωμαίων. Αναμφισβήτητα ο Έλληνας βασιλεύς είχε εμπιστοσύνη στην πολεμική αρετή αποκλειστικά των Ελλήνων.
Ο Ηπειρώτης βασιλέας Πύρρος.
Ιδιαίτερα μετά την ιδίοις όμμασι εξακρίβωση των πολεμικών δυνατοτήτων των αντιπάλων του, θα ήταν παρακινδυνευμένο να στηριχτεί στους Ιταλιώτε και Ιταλούςς συμμάχους τους. Αντίθετα μπορούσε να έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στους εμπειροπόλεμους Ηπειρώτες του και στους εκπαιδευμένους από τους αξιωματικούς του Ταραντίνους «Λευκάσπιδες».
Αυτοί οι 25.000 το πολύ άνδρες θα αποτελούσαν και πάλι τον σκληρό πυρήνα της ένοπλης δυνάμεως της συμμαχίας και αυτοί ήταν που θα αντιμετώπιζαν τους σκληροτράχηλους Ρωμαίους.
Οι τελευταίοι από την πλευρά τους, είχαν κινητοποιήσει πλήρως τις στρατιωτικές δυνάμεις της πόλεως και των συμμάχων τους. αντίθετα με τον Πύρρο οι Ρωμαίοι μπορούσαν να υπολογίζουν σε 80.000 περίπου αξιόμαχους στρατιώτες.
Οι πρώτες κινήσεις
Ο Πύρρος είχε αποφασίσει αυτή τη φορά να ξεκαθαρίσει πρώτα την Απουλία και κατόπι να κινηθεί ανατολικά προς την Πευκετία. Η εκεί παρουσία του θα προκαλούσε, όπως πίστευε, την εξέγερση των κατοίκων της κατά των Ρωμαίων επικυρίαρχών τους.
Βάσει του σχεδιασμού του τα πλευρά της στρατιάς του Πύρρου θα ήταν αυτή τη φορά καλυμμένα και δεν θα μπορούσαν να υπερκερασθούν από τις ρωμαϊκές στρατιές. Αμέσως το σχέδιο του Πύρρου τέθηκε σε εφαρμογή.
Ο Έλληνας στρατηλάτης κυρίευσε όλη την Απουλία και τις πόλεις της είτε με μάχη, είτε με συνθήκη. Ύστερα από σύντομη πορεία η ελληνική στρατιά, με την οποία είχαν ενωθεί και ιταλιωτικά τμήματα, έφθασε κοντά στην πόλη του Άσκλου. Η πόλη ήταν κτισμένη σε έναν μικρό λόφο βορείως του ποταμού Αυφιδίου.
Η ρωμαϊκή στρατιά, τέσσερις λεγεώνες – 40.000 άνδρες – υπό τους Πόπλιο Σουλπίκιο Σαβέριο και Πόπλιο Δέκιο Μους, στη Ρώμη, είχε στρατοπεδεύσει στην βόρεια όχθη του ποταμού. Τότε, σύμφωνα με τη διήγηση του Πλουτάρχου, έφτασε στον Γάιο Φαβρίκιο μια επιστολή του ιατρού του Πύρρου, ο οποίος υποσχόταν να δηλητηριάσει τον βασιλέα, έναντι αδράς αμοιβής.
Ο Ρωμαίος ύπατος Φαβρίκιος, ο οποίος διακρινόταν για το ήθος του, εξεγέρθηκε ενώπιον αυτής της αχρειότητας. Συνέγραψε μάλιστα επιστολή προς τον Πύρρο με την οποία του φανέρωνε τη συνωμοσία. Ο Πύρρος πραγματικά αποκάλυψε τη συνωμοσία και θανάτωσε τον ιατρό. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης μάλιστα προς τον Ρωμαίο ύπατο απελευθέρωσε τους αιχμαλώτους που κρατούσε.
Οι περήφανοι Ρωμαίοι όμως δεν δέχθηκαν να ευεργετηθούν από τον αντίπαλο χωρίς αντάλλαγμα και αποφάσισαν να απελευθερώσουν και αυτοί τους Ταραντινούς και Σαυνίτες αιχμαλώτους που κρατούσαν. Το συγκεκριμένο επεισόδιο κυκλοφόρησε σε διάφορες παραλλαγές. Σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς το περιστατικό έλαβε χώρα μετά τη μάχη του Άσκλου.
Ήταν ήδη Ιούλιος όταν οι δύο στρατοί βρέθηκαν αντιμέτωποι στη Άσκλο. Τους χώριζε ο μικρός ποταμός. Για αρκετές ημέρες οι δύο αντίπαλοι στρατοί παρέμεναν θεατές ο ένας του άλλου. Οι Ρωμαίοι φρουρούσαν την κατεχόμενη από αυτούς όχθη, απαγορεύοντας στην ελληνική στρατιά να διασχίσει τον ποταμό.
Πριν τη μάχη
Το έδαφος εξάλλου τους ευνοούσε καθώς από τις θέσεις τους και τις κινήσεις του Πύρρου ήταν σε θέση να ελέγχουν, αλλά και να αντεπιτεθούν εναντίον του μπορούσαν. Ο Ρωμαϊκός Στρατός είχε επίσης ενισχυθεί με 300 ειδικής κατασκευής άμαξες, εξοπλισμένες με μακρές λόγχες, δρέπανα και φλογοφόρες συσκευές, με τις οποίες θα αντιμετώπιζαν τους 19 πολεμικούς ελέφαντες του Πύρρου.
Αυτή τη φορά όλα τα πλεονεκτήματα ανήκαν στους Ρωμαίους. Υπερείχαν αριθμητικά, κατείχαν ευνοϊκό για αυτούς έδαφος, τι ηθικό τους ήταν υψηλό και είχαν προετοιμαστεί καταλλήλως για να αντιμετωπίσουν τους ελέφαντες.
Στο ελληνικό στρατόπεδο, σε αντιδιαστολή, επικρατούσε δυσθυμία. Οι έμπειροι άνδρες του Πύρρου διέβλεπαν τις δυσκολίες της εξαπολύσεως επιθέσεως κατά της ισχυρής ρωμαϊκής τοποθεσίας.
Εξάλλου οι Έλληνες ήταν πάντα λιγότεροι. Υπήρχε όμως και ένας άλλος, ψυχολογικός παράγων, που επέδρασε αρνητικά στο ηθικό του Ελληνικού Στρατού. Ήταν η παρουσία στο ρωμαϊκό στρατόπεδο του Πόπλιου Δέκιου Μους.
Ρωμαϊκό βαρύ ακόντιο pilum. Λόγω κατασκευής, με αντίβαρο και μακρά, εύκαμπτη αιχμή, το όπλο αυτό εκτοξεύονταν από τους λεγεωνάριους λίγο πριν την επαφή με τον αντίπαλο, προκαλώντας απώλειες και αταξία, αλλά και εξουδετερώνοντας τις ασπίδες των εχθρών. Η αιχμή που λύγιζε μετά τη διάτρηση δεν μπορούσε εύκολα να αφαιρεθεί, καθιστώντας άχρηστη την αντίπαλη ασπίδα.
Δύο πρόγονοι του υπάτου, οι οποίοι έφεραν και το ίδιο με αυτόν όνομα, είχαν θυσιάσει στο παρελθόν τις ζωές τους, χάρη στη θυσία των όποιων όμως ο Ρωμαϊκός Στρατός είχε θριαμβεύσει.
Κυκλοφορούσε λοιπόν η φήμη – προφητεία ότι και ο τρίτος Πόπλιος Δέκιος Μους θα θυσιάζονταν, ως άλλος Κυναίγειρος, και θα χάριζε και πάλι τη νίκη στους Ρωμαίους. Ο Πύρρος αντιμετώπισε την κατάσταση με τη συνήθη ενεργητικότητα του. Συνάθροισε τους στρατιώτες του και τους μίλησε. Τους είπε ότι ήταν ανόητο να φοβούνται τέτοιους θρύλους και προφητείες.
Τους θύμισε την αρχαία τους ανδρεία και τους δικούς τους προγόνους, τους κατά πολύ αξιολογότερους από αυτούς του Ρωμαίου. Αυτοί άλλωστε κατάγονταν από τον θεόμορφο Αχιλλέα. Ποιος λοιπόν Ρωμαίος ύπατος θα μπορούσε να τους αντισταθεί;
Οι αντίπαλες δυνάμεις
Αφού παρέμεινε για αρκετές ημέρες απέναντι στους Ρωμαίους, κατά τη διάρκεια των οποίων ενισχύθηκε με συμμαχικά τμήματα, ο Πύρρος έταξε τον στρατό για μάχη. το γεγονός ότι θα έπρεπε πρώτα να διασχίσει τον ποταμό για να μπορέσει να εμπλέξει τις κύριες ρωμαϊκές δυνάμεις, ανάγκασε τον Πύρρο να μεταβάλει την τακτική του.
Αντί του συμπαγούς σχηματισμού που χρησιμοποίησε στη μάχη του ποταμού Σίριδος (Ηράκλειας) αποφάσισε να τοποθετήσει ελαφρά τμήματα μεταξύ των Τάξεων της φάλαγγας. Με τον τρόπο αυτό τα ελαφρά τμήματα θα υποστήριζαν με τα βλήματα τους τη φάλαγγα και η φάλαγγα θα υποστήριζε τα ελαφρά τμήματα με το βάρος και την ορμή της.
Σύγχρονοι αναβιωτές με όπλα και εξοπλισμό Ρωμαίων λεγεωνάριων της περιόδου της Δημοκρατίας, όπως αυτοί που αντιμετώπισαν τον Πύρρο. Φέρουν ασπίδα τύπου θυρεού και κράνος Μοντεφορτίνο.
Ο σχηματισμός αυτός προφανώς υιοθετήθηκε για την πρώτη φάση της επιχειρήσεως, δηλαδή για τη διάβαση του ποταμού. Μετά τη διάβαση του Αυφιδίου, το πιθανότερο θα ήταν να ανασυγκροτηθεί η ελληνική παράταξη και η φάλαγγα να ανασχηματισθεί σε συμπαγή σχηματισμό. Η μακεδονική φάλαγγα, σε ομαλό έδαφος και με καλυμμένα τα πλευρά ήταν αδύνατο να ηττηθεί από τη λεγεώνα.
Αυτό ο Πύρρος το γνώριζε καλά και οι Ρωμαίοι το είχαν επίσης διαπιστώσει. Σύμφωνα με την περιγραφή του Διονυσίου Αλικαρνασσέως η στρατιά του Πύρρου αναπτύχθηκε ως εξής: το άκρο δεξιό κατέλαβαν τμήματα ιππικού Βρετίων, Σαυνιτών, Ταραντίνων (ελαφρύ ιππικό) και επίλεκτων Θεσσαλών.
Δίπλα τους ετάχθησαν οι Ηπειρώτες σαρισσοφόροι. Αριστερά των Ηπειρωτών ετάχθησαν τμήματα μιθοφόρων του Τάραντος, οι επίλεκτοι Αμβρακιώτες και οι Ταραντίνοι «Λευκάσπιδες» φαλαγγίτες. Στο κέντρο ετάχθησαν οι Θεσπρωτοί και οι Χάονες φαλαγγίτες και οι Αιτωλοί, Ακαρνάνες και Αθαμάνες ελαφρά οπλισμένοι πεζοί.
Στο αριστερό κέρας ετάχθησαν οι Σαυνίτες πεζοί και το άκρο αριστερρό συγκρότησαν τμήματα ιππικού Αμβρακιωτών, Ταραντίνων και Λευκανών. Την εφεδρεία της στρατιάς αποτέλεσαν οι 2.000 επίλεκτοι ιππείς του Αγήματος και το τμήμα των ελεφάντων.
Απέναντι στη διάταξη αυτή των δυνάμεων του Πύρρου οι Ρωμαίοι ετάχθησαν ως εξής: Απέναντι στο πεζικό του Πύρρου ετάχθησαν οι τέσσερις λεγεώνες, με τμήματα Λατίνων συμμάχων ανάμεσα τους. Στα δύο κέρατα ετάχθη το ιππικό. Πίσω από την πρώτη γραμμή μάχης ετάχθησαν ως εφεδρεία οι ελαφρά οπλισμένοι πεζοί και τα ειδικά άρματα.
Το στρατήγημα του Πύρρου και το πέρασμα του ποταμού
Η μάχη άρχισε με αψιμαχίες στις όχθες του ποταμού και συνεχίστηκε έτσι όλη την ημέρα. Όλες οι απόπειρες των Ελλήνων και των συμμάχων τους να διασχίσουν τον ποταμό απέτυχαν χάρη στην πείσμωνα αντίσταση των Ρωμαίων, αλλά και στην ακαταλληλότητα του εδάφους.
Μόλις έπεσε η νύκτα οι Ρωμαίοι απέσυραν τον όγκο του στρατού τους στο γειτονικό οχυρό στρατόπεδο που είχαν κατασκευάσει, αφήνοντας προκαλυπτικές μόνο δυνάμεις να φρουρούν τις όχθες του ποταμού.
Οι Ρωμαίοι ύπατοι υπολόγιζαν ότι ύστερα από τον ολοήμερο αγώνα φθοράς που είχε προηγηθεί και οι Έλληνες θα αποσύρονταν στο στρατόπεδο τους. Υπολόγιζαν όμως χωρίς τον Πύρρο.
Με καλυμμένα τα πλευρά η μακεδονική φάλαγγα ήταν ακατάβλητη από οποιονδήποτε άλλο σχηματισμό σε ομαλό έδαφος.
Ο εμπειρότατος τα πολεμικά βασιλέας δεν ήταν δυνατό να αφήσει ανεκμετάλλευτη μια τέτοια ευκαιρία. Αμέσως μετά την απόσυρση των Ρωμαίων έστειλε τα ελαφρά του τμήματα κατά των αντιστοίχων εχθρικών που φρουρούσαν τις διαβάσεις και τις κατέλαβε.
Κατόπιν διέσχισε με όλο του τον στρατό τον ποταμό και έλαβε θέσεις ενόψει της επαναλήψεως της μάχης την επομένη. Το επόμενο πρωινό ήταν λιγότερο ευχάριστο για τους Ρωμαίους υπάτους που είχαν απολέσει το ένα τους μεγάλο πλεονέκτημα, αυτό της κατοχής ευνοϊκού εδάφους.
Τώρα θα έπρεπε να πολεμήσουν σε αναπτεταμένο πεδίο και να αντιμετωπίσουν το επίλεκτο ελληνικό ιππικό και τη φάλαγγα.
Η ημέρα της κρίσεως
Με το πρώτο φως της ημέρας οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι ήσαν έτοιμοι να επαναλάβουν τη μάχη. Αυτή τη φορά ο Πύρρος έταξε τη φάλαγγα του σε βαθείς και συμπαγείς σχηματισμούς και επιτέθηκε. Ακολούθησε λυσσαλέα πάλη.
Οι ελληνικές φάλαγγες πίεσαν ασφυκτικά τους Ρωμαίους λεγεωνάριους. Και πάλι τα οπλιτικά δόρατα, τα pila (βαριά ακόντια των Ρωμαίων) και τα σπαθιά, αποδείχθηκαν κατώτερα της τρομερής σάρισσας.
Οι Ρωμαίοι πολέμησαν γενναία. Και πάλι όμως αντίκριζαν με τρόμο τις ασπίδες τους να διαπερνιούνται ως χάρτινες από τις ελληνικές σάρισσες. Οι λεγεωνάριοι προσπαθούσαν να κόψουν με τα σπαθιά τους τις αιχμές των σαρισσών.
Η σε μεγάλο βάθος διάταξη της φάλαγγας όμως δεν τους επέτρεπε, αφού μόλις ένας Ρωμαίος άρπαζε με τα χέρια του μια σάρισσα άλλες τέσσερις καρφώνονταν επάνω του.
Στο μεταξύ ο Πύρρος έριξε στη μάχη και τους ελέφαντες κατά του αντιπάλου ιππικού. Ο Ζωναράς αναφέρει ότι ο Πύρρος οδήγησε τους ελέφαντες του στην αντίθετη πτέρυγα από όπου οι Ρωμαίοι είχαν τάξει τα ειδικά άρματα. Ο Διονύσιος αντίθετα αναφέρει ότι οι ελέφαντες συνεπλάκησαν με τα ρωμαϊκά άρματα, τα οποία μάλιστα κατόρθωσαν να τους κρατήσουν για λίγο.
Αναπαράσταση με μινιατούρες μακεδονικής φάλαγγας σε βαθύ σχηματισμό.
Ο Πύρρος όμως είχε διαθέσει στο τμήματα των ελεφάντων μεγάλο αριθμό ψιλών. Οι Έλληνες ψιλοί κατόρθωσαν εξουδετερώσουν τα ρωμαϊκά άρματα και να διανοίξουν τον δρόμο για τους ελέφαντες. Ήταν η κρίσιμη φάση της μάχης. Το ρωμαϊκό μέτωπο έσπασε και οι Ρωμαίοι οπισθοχώρησαν και κλείστηκαν στο στρατόπεδο τους. Ο Πύρρος ήταν και πάλι νικητής.
Οι απώλειες
Οι απώλειες όμως ήταν βαριές. Ο Ιερώνυμος αναφέρει ότι 3.505 άνδρες του Πύρρου έπεσαν στη μάχη έναντι 6.000 Ρωμαίων. Ο Διονύσιος ωστόσο διαφωνεί τόσο όσον αφορά τις απώλειες, όσο και όσον αφορά τη διεξαγωγή της μάχης καθ’ αυτής.
Ο Αλικαρνασσεύς ιστορικός καταθέτει την άποψη ότι η μάχη κράτησε μία μόνο μέρα και οι Ρωμαίοι δεν ηττήθηκαν, αλλά απλώς αποσύρθηκαν στο τέλος της ημέρας. Αναφέρει επίσης ότι κατά τη διάρκεια της μάχης ο Πύρρος πληγώθηκε και οι Σαυνίτες σύμμαχοι του (οι Απούλιοι κατά τον Ζωναρά) λεηλάτησαν το στρατόπεδο του. Ο Διονύσιος, τέλος, αναφέρει ότι οι απώλειες τόσο των Ρωμαίων, όσο και του Πύρρου, έφτασαν τις 15.000 στρατιώτες για κάθε πλευρά.
Άλλοι ιστορικοί, όπως ο Ζωναράς, ο Ευτρόπιος ή ο Ορόσιος, αναφέρουν με τη σειρά τους ότι νικητές ήταν οι Ρωμαίοι λανθάνοντας προφανώς την μάχη του Άσκλου με αυτή του Βενεβέντου. Άλλοι πάλι, όπως ο Τίτος Λίβιος ή ο Πολύβιος, διατείνονται ότι η μάχη έληξε άκριτη.
Η νεώτερη ωστόσο έρευνα αποδέχεται την άποψη του Ιερωνύμου ως την επικρατέστερη γιατί στηρίζεται στα «Βασιλικά Υπομνήματα», τα βασιλικά δηλαδή αρχεία του Πύρρου, τα οποία δυστυχώς δεν διασώθηκαν.Υπολογίζει μάλιστα τις απώλειες των Ρωμαίων σε 8.000 άνδρες, καταρρίπτοντας τον περί «Πύρρειας νίκης» μύθο.
Η σε τακτικό πάντως πεδίο και μόνο ήττα των Ρωμαίων δεν μπορούσε να έχει σοβαρή επίδραση σε στρατηγικό επίπεδο. Το γεγονός αυτό αντελήφθη και ο Πύρρος.
Για αυτό όταν κάποιος έσπευσε να τον συγχαρεί για την νίκη του ο Πύρρος ξεστόμισε την περίφημη φράση «αν κερδίσουμε άλλη μια τέτοια μάχη με τους Ρωμαίους θα αφανιστούμε πλήρως». Η μάχη του Άσκλου απετέλεσε τον ορισμό της φράσεως «Πύρρειος Νίκη».
Πηγή: slpress.gr
Η πολεμική μηχανή που τα έβαλε στις Θερμοπύλες με χιλιάδες Πέρσες και πέρασε στην αιωνιότητα.
Γιατί έμειναν οι Σπαρτιάτες στις Θερμοπύλες γνωρίζοντας το ανώφελο της αυτοθυσίας τους;
Αυτό είναι το ερώτημα που πλανάται πάνω από τη θρυλική μάχη του Αυγούστου του 480 π.Χ. εδώ και αιώνες. Ιστορικοί και σχολές σκέψης έχουν αποπειραθεί διάφορες, περισσότερο ή λιγότερο πειστικές, απαντήσεις, όποια κι αν είναι όμως η πολιτική και στρατιωτική ετυμηγορία δεν μειώνει σε τίποτα την αξία της στάσης του Λεωνίδα και τη θυσία τόσο του ίδιου όσο και των αντρών του.
Με όποιον τρόπο και για όποιον -κρυφό ή φανερό- λόγο κι αν το έκανε, δεν παύει να έπραξε ένα χρέος το οποίο θα μπορούσε να είχε αποφύγει. Ήταν αυτή η ξεκάθαρη επιλογή του που μετράει, αυτή η ηρωική απόφαση που πήρε και έκανε την ελληνική ιστορία να μη χρειάζεται ωραιοποιήσεις και στρογγυλοποιήσεις για να αποδειχθεί πόσο μεγάλη είναι.
«Εκείνων που σκοτώθηκαν στις Θερμοπύλες ένδοξη η τύχη, ωραίος ο θάνατός τους, κι ο τάφος τους βωμός· ανάμνηση τους πρέπει και όχι γόοι κι εγκώμιο είναι γι᾽ αυτούς το μοιρολόι. Τέτοιος εντάφιος στολισμός ποτέ τη λάμψη δε θα χάσει απ᾽ τον καιρό τον παντοδαμαστή κι ούτε σκουριά ποτέ θα τον σκεπάσει. Στο μνήμα των αντρείων ετούτο το ιερό η δόξα της Ελλάδας έχει θρονιαστεί το μαρτυρά κι ο βασιλιάς της Σπάρτης ο Λεωνίδας, που αφήνει στολίδι πίσω του αρετής τρανό κι ένα όνομα που αμάραντο θα μείνει», μας λέει ο Σιμωνίδης ο Κείος για τον πολεμικό άθλο που παρά την ήττα, σφραγίστηκε στις συνειδήσεις της οικουμένης ως θρίαμβος της θέλησης και ορόσημο ανδρείας και πατριωτισμού.
«Ποιος από τους μεταγενέστερους», αναρωτιέται ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, «δεν θα ζηλέψει την παλικαριά αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι, καθώς βρέθηκαν στην αρπάγη μιας συντριπτικά υπέρτερης καταστάσεως, σωματικά υπέκυψαν, έμειναν όμως αήττητοι στην ψυχή. Γι’ αυτό, μόνο αυτοί από όλη την ιστορία αναφέρονται».
Ήττα μεν, αλλά νίκη ηθική, που έδωσε την ψυχή και το κουράγιο στους Έλληνες να συντρίψουν τους Πέρσες στη Σαλαμίνα και τις Πλαταιές και να διώξουν τη θανάσιμη απειλή από τα εδάφη τους. Γι’ αυτό και ο ιστορικός αντίκτυπος των Θερμοπυλών κατανοήθηκε και τραγουδήθηκε τόσο ήδη από την εποχή του, καθώς η σημασία του ήταν βαρύνουσα για το μέλλον του κοινού των Ελλήνων.
Στους τάφους των νεκρών πολεμιστών χαράχτηκαν εξάλλου τρία επιγράμματα του λυρικού ποιητή Σιμωνίδη του Κείου, ο οποίος ύμνησε και αλλού τη στάση των Λακεδαιμονίων σε κείνη τη μάχη: «Το μαύρο σύννεφο του θανάτου τους βρήκε, όμως αυτοί δεν θα πεθάνουν, αν και νεκροί, αφού η δόξα της αρετής τους επάνω θα τους ανεβάζει από τα δώματα του Άδη».
Οι Θερμοπύλες έγιναν σημείο αναφοράς για τον αρχαιοελληνικό κόσμο, αφού λίγο μετά τη μάχη ανεγέρθηκε ένας πέτρινος λέων, ως υπόμνηση στο όνομα του νεκρού σπαρτιάτη βασιλιά. Όταν τα λείψανα του Λεωνίδα μεταφέρθηκαν στη Σπάρτη το 440 π.Χ., η ιδιαίτερα τιμητική ταφή του χαρακτηρίστηκε υπερβολική από τον Ηρόδοτο!
Ο άριστος ωστόσο της σπαρτιατικής πολιτείας είχε επαναβεβαιώσει τον ρόλο της Λακεδαιμόνας ως υπερασπιστή της ανεξαρτησίας των Ελλήνων, πριν αναλάβει η Αθήνα ηγετικό ρόλο στον αντιπερσικό αγώνα. Το παράδειγμα των Θερμοπυλών ήταν εξάλλου τόσο επιβλητικό στη σημασία του ώστε χρησίμευε ως κάλεσμα για ηρωισμό ακόμα και στους αθηναίους ρήτορες. Ο Λυσίας υπενθύμιζε συνεχώς τη γενναία στάση της Σπάρτης κατά τη διάρκεια των Περσικών Πολέμων και ο Λυκούργος μιλούσε για τις Θερμοπύλες ως υπόδειγμα ηρωικής αρετής, καλώντας τους Αθηναίους να αντιταχθούν με τον ίδιο τρόπο στη μακεδονική επέκταση προς τα νότια.
Ακόμα και ο Μέγας Αλέξανδρος συνέβαλε στη διαιώνιση της ανάμνησης των Θερμοπυλών, αφού ύστερα από τη νίκη του εναντίον των Περσών στον Γρανικό Ποταμό, έδωσε εντολή να σταλούν στην Αθήνα 300 περσικές πανοπλίες ως λάφυρα (σημειώνοντας πάντως στη γνωστή επιγραφή: «Αλέξανδρος, ο γιος του Φιλίππου, και οι λοιποί Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων»).
Η κατάσταση στον ελλαδικό χώρο ήταν πια ολότελα διαφορετική από το 480 π.Χ., όταν οι Σπαρτιάτες ήταν οι αναγνωρισμένοι ηγέτες των Ελλήνων στην προσπάθεια αναχαίτισης του Ξέρξη. Παρά τις μομφές, οι Σπαρτιάτες δεν ξέχασαν ποτέ τον ήρωά τους και τον άθλο του στις Θερμοπύλες, γι’ αυτό και στα ελληνιστικά χρόνια ανέγειραν ένα ηρώο στην πόλη τους, το Λεωνίδειο, και καθιέρωσαν ετήσιες γιορτές προς τιμήν του («Λεωνίδαια»).
Η θυσία του βασιλιά Λεωνίδα Α’ και των 300 πολεμιστών του έγινε σύμβολο διαχρονικό της πατριωτικής αυτοθυσίας, της άδολης αγάπης για τον τόπο που είναι συνυφασμένη με την ίδια τη ζωή. «Ω ξειν, αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι», είπε ο Σιμωνίδης και χαράχτηκε στο μνημείο που στήθηκε στις Θερμοπύλες σφραγίζοντας τη μεγαλύτερη σε συμβολική μάχη της ελληνικής αρχαιότητας…
Πρώτα χρόνια
Ο Λεωνίδας Α’ της Σπάρτης γεννιέται περί το 540 π.Χ. ως ένας από τους τέσσερις γιους του Αναξανδρίδα (από τον πρώτο του γάμο). Η καταγωγή του μάλιστα από τη δυναστεία των Αγιαδών λεγόταν πως κρατούσε από τον Ηρακλή τον ίδιο.
Ο νεαρός υπήρξε ένας από τους ελάχιστους Σπαρτιάτες του βασιλικού οίκου που εκπαιδεύτηκε ως επαγγελματίας στρατιωτικός. Σε αντίθεση με τους βασιλείς πριν και μετά από αυτόν, ο Λεωνίδας ολοκλήρωσε το πλήρες πρόγραμμα στρατιωτικής κατάρτισης που επιβαλλόταν στους πολίτες της Σπάρτης από την παιδική ηλικία έως και την ενήλικη ζωή και κατόπιν εφ’ όρου ζωής ως έφεδροι.
Ήταν λοιπόν έμπειρος πολεμικά και εξοικειωμένος με τους σχηματισμούς, τις τακτικές μάχης και τον οπλισμό όπως ακριβώς και οι στρατιώτες του. Ήξερε πώς ήταν ο πόλεμος και τι σκέφτονταν οι άντρες του, όντας ταυτοχρόνως στρατιώτης και διοικητής, κάτι που του έδινε ένα σημαντικό πλεονέκτημα εδώ.
Από την ιστορία της Σπάρτης στην ύστερη αρχαϊκή περίοδο και τις σημαντικές στρατιωτικές εκστρατείες της συνάγουμε ότι ο Λεωνίδας πρέπει να πήρε μέρος σε τουλάχιστον είκοσι εκστρατείες, αποκομίζοντας πολύτιμη εμπειρία στο πεδίο της μάχης. Μεγάλωσε εξάλλου με το άκουσμα της σπαρτιατικής πανωλεθρίας στην προσπάθειά της να εκθρονίσει τον τύραννο της Σάμου, Πολυκράτη, που τόσο κηλίδωσε το ηθικό των περήφανων Λακεδαιμονίων.
Κάποια χρόνια αργότερα άλλωστε ο ετεροθαλής αδελφός του και βασιλιάς από το 519-489 π.Χ., Κλεομένης Α’, επιδόθηκε σε μια αποτυχημένη εκστρατεία κατά της Αθήνας και μέτρησε άλλη μια ήττα, αυτή τη φορά από το θεσσαλικό ιππικό. Ο νεαρός Λεωνίδας εμφανίζεται να παίρνει μέρος στην εκστρατεία αυτή ως απλός στρατιώτης ή κατώτερος βαθμοφόρος.
Ο Κλεομένης ανέλαβε όχι λιγότερο από τρεις ακόμα εκστρατείες εναντίον της Αθήνας στα χρόνια που ακολούθησαν, αν και ο Λεωνίδας δεν φαίνεται να παίρνει μέρος στις μικρής έκτασης επιχειρήσεις (ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι πραγματοποιήθηκαν με μικρές δυνάμεις εθελοντών).
Η Πελοποννησιακή Συμμαχία, στην οποία είχε δώσει σάρκα και οστά ο Κλεομένης, του την έφερε όμως στην τέταρτη εισβολή του στην Αττική. Ο Λεωνίδας ήταν σίγουρα παρών στην εκστρατεία και ανάλογα με την ακριβή ημερομηνία γέννησής του, θα μπορούσε να ήταν ήδη κατώτερος αξιωματικός. Ήταν βέβαια ετεροθαλής αδελφός του Κλεομένη και δελφίνος του θρόνου, πρέπει να γνώριζε λοιπόν από πρώτο χέρι τις διπλωματικές περιπέτειες της Σπάρτης στην Πελοποννησιακή Συμμαχία.
Η πρώτη πραγματικά μεγάλη στρατιωτική εκστρατεία του Λεωνίδα ήταν ο πόλεμος κατά του Άργους, που κορυφώθηκε με τη δραματική νίκη των Σπαρτιατών στη Σήπεια. Στην εν λόγω εκστρατεία συμμετείχε το σύνολο του ενεργού σπαρτιατικού στρατού, οπότε η συμμετοχή του Λεωνίδα θεωρείται σίγουρη. Ο Κλεομένης συνέτριψε τον υπολογίσιμο αντίπαλο, δικάστηκε ωστόσο για προδοσία μετά το πέρας του πολέμου, μιας και δεν κατέλαβε το ανυπεράσπιστο Άργος μετά τη συντριβή του στρατού του.
Ο Λεωνίδας, που μπορεί να είχε παντρευτεί μέχρι τότε μια γυναίκα, αν και δεν είμαστε σίγουροι, νυμφεύεται περί το 490 π.Χ. τη Γοργώ, την πανέξυπνη κόρη του Κλεομένη, ανεβαίνοντας κάποια σκαλιά στην υπόθεση της διαδοχής. Ο Κλεομένης αθωώθηκε μεν από την κατηγορία της δωροδοκίας, εξορίστηκε όμως και πέθανε τελικά σε φυλακή της Σπάρτης. Αλλά και ο άλλος αδελφός του Δωριεύς σκοτώθηκε στη Σικελία οδηγώντας μια ομάδα μισθοφόρων, αφήνοντας αυτόν, τον τριτότοκο Λεωνίδα, βασιλιά της Σπάρτης το 488 π.Χ.!
Η επόμενη σημαντική στιγμή στη ζωή του Λεωνίδα ήταν η Μάχη του Μαραθώνα. Ο Λεωνίδας οδήγησε τους 2.000 Σπαρτιάτες του σε μια δραματική πορεία καλύπτοντας την απόσταση από τη Σπάρτη στην Αθήνα σε λιγότερο από τρεις ημέρες προκειμένου να φτάσει έγκαιρα στον Μαραθώνα, αν και όπως ξέρουμε κατέφτασε μία μέρα μετά την αποφασιστική νίκη Αθηναίων και Πλαταιών. Κατά τις πηγές, επιθεώρησε το πεδίο της μάχης πλάι στους αθηναίους διοικητές, αποκομίζοντας πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με τους Πέρσες, τα όπλα, τις πανοπλίες και την τακτική τους.
Κυρίως όμως διαπίστωσε ότι οι έλληνες οπλίτες μπορούν να αντιπαρατεθούν στο περσικό πεζικό και ιππικό και να προκαλέσουν σημαντικές απώλειες…
Η Μάχη των Θερμοπυλών
Η κύρια πηγή των ελληνο-περσικών πολέμων είναι ο «πατέρας της Ιστορίας» Ηρόδοτος, ο οποίος αμφισβητήθηκε ήδη από την αρχαιότητα, αν και σήμερα οι ιστορικοί τον θεωρούν εν πολλοίς αξιόπιστο, εκτός ίσως από τους αριθμούς που παραθέτει. Αξιόπιστη πηγή θεωρείται επίσης το ενδέκατο βιβλίο της «Ιστορικής Βιβλιοθήκης» του Διόδωρου του Σικελιώτη (1ος αι. π.Χ.).
Στο έβδομο βιβλίο του «Ηροδότου Ιστορία» λοιπόν, ο μεγάλος ιστορικός μάς λέει: «Αυτή λοιπόν ήταν η θέση του Ξέρξη και του στρατού του στην Τραχινία της Μηλίδας, ενώ οι Έλληνες είχαν καταλάβει τα στενά που είναι γνωστά στους ντόπιους ως Πύλες, αυτά που οι υπόλοιποι Έλληνες ονομάζουν Θερμοπύλες».
Ο Λεωνίδας ήταν πια ένας από τους δύο βασιλείς (κατά το σύστημα της δυαδικής βασιλείας που ίσχυε στη Σπάρτη), πλάι στον Λεωτυχίδη Β’, και ζήτησε να πάει αυτός να προϋπαντήσει τους Πέρσες στις Πύλες, υπακούοντας στον χρησμό του Μαντείου των Δελφών κατά το ξεκίνημα του πολέμου που ήθελε ότι «Η πόλη της Σπάρτης θα σβηστεί από τον χάρτη ή θα θρηνήσει τον βασιλιά της».
Παρατάσσει 300 Σπαρτιάτες, 700 Θεσπιείς και μερικούς χιλιάδες ακόμα, με σκοπό να δώσει χρόνο στον υπόλοιπο ελληνικό στρατό να οργανωθεί. Καλεί μάλιστα κοντά του μόνο όσους σπαρτιάτες πολεμιστές είχαν αγόρια, για να μη χαθεί η γενιά τους. Ο ίδιος μπορεί να πάρει μέρος μιας και μέχρι τότε έχει αποκτήσει με τη Γοργώ τον γιο του Πλείσταρχο, γεγονός που τον καθιστούσε ισότιμο με τους τριακοσίους.
Η Μάχη των Θερμοπυλών (480 π.Χ.) διαδέχθηκε αυτή του Μαραθώνα και προηγήθηκε της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας και της τελευταίας νικηφόρας σύγκρουσης στις Πλαταιές. Ο Ηρόδοτος αριθμεί τον στρατό του Λεωνίδα σε 6.000 άντρες, εκ των οποίων «τριακόσιους πεζούς με βαρύ οπλισμό από τη Σπάρτη». Ο Διόδωρος τους υπολογίζει σε 7.200.
Διαφωνία υπάρχει και για τους αντιπάλους: πάνω από πέντε εκατομμύρια αναφέρει ο Ηρόδοτος, ενώ γύρω στο ένα εκατομμύριο συν 1.200 επανδρωμένα πλοία τούς περιορίζει ο Διόδωρος. Ο Ηρόδοτος μας λέει πάντως πως: «τα τμήματα των διάφορων ‘‘ελληνικών εθνών’’ διοικούνταν το καθένα από δικούς του αξιωματικούς, αλλά γενικός διοικητής του στρατού ήταν ο Σπαρτιάτης Λεωνίδας, που απέλαυε και του θαυμασμού όλων. Οι τριακόσιοι άνδρες που οδήγησε στις Θερμοπύλες διαλέχτηκαν από τον ίδιο κι είχαν όλοι γιους».
Ο Ηρόδοτος μας λέει ότι ο Λεωνίδας ήταν ο προπομπός της ελληνικής δύναμης, περιμένοντας τις ενισχύσεις. Κάτι που φωτίζει εντελώς διαφορετικά αυτό το πολυθρύλητο «τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι»: «Ο Λεωνίδας κι οι τριακόσιοι άνδρες του ξεκίνησαν από τη Σπάρτη πριν το κύριο σώμα του στρατού, για να ενθαρρύνουν με την εμφάνισή τους τους άλλους συμμάχους να πολεμήσουν και να τους εμποδίσουν να αυτομολήσουν στον εχθρό, πράγμα που ήταν ικανοί να κάνουν αν έβλεπαν ότι οι Σπαρτιάτες δίσταζαν. Είχαν σκοπό, όταν θα τελείωναν τα Κάρνεια (αυτή η γιορτή εμπόδιζε τους Σπαρτιάτες να πάνε στο πεδίο της μάχης), να αφήσουν μια φρουρά ασφαλείας στην πόλη και να ξεκινήσουν με όλο το διαθέσιμο στρατό τους. Τα άλλα συμμαχικά κράτη αποφάσισαν να ενεργήσουν με τον ίδιο τρόπο, αφού την ίδια ακριβώς εποχή έτυχε να γίνονται οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Κανείς τους δεν περίμενε ότι η μάχη των Θερμοπυλών θα κρινόταν τόσο γρήγορα. Κι αυτός ήταν ο λόγος που έστειλαν μόνο μια εμπροσθοφυλακή».
Στην προκαταρκτική απαίτηση του Ξέρξη να παραδώσει τα όπλα, ο Λεωνίδας απάντησε το περιβόητο «μολών λαβέ» και γέννησε μια μακρά ελληνική παράδοση αυταπάρνησης και αυτοθυσίας. Ο Πλούταρχος το χαρακτήρισε ως την ενδοξότερη στην ιστορία απάντηση ηγέτη.
Μερίδα ιστορικών αποδίδει την απόφαση του Λεωνίδα να παρατάξει μόνο τους 300 Σπαρτιάτες στα στενά στην εμπειρία που αποκόμισε στον Μαραθώνα, που είχε φτάσει πολύ αργά και το έφερε βαρέως. Τώρα ήταν αποφασισμένος να «μην έλθει πολύ αργά για δεύτερη φορά», κι έτσι δεν αποκλείεται να μην ήταν αποστολή αυτοκτονίας. Ο Λεωνίδας δεν είχε εξάλλου κανέναν λόγο να πιστεύει ότι η στρατιωτική δύναμη που είχε μετακινηθεί βόρεια δεν ήταν αρκετή για να κρατήσει το πέρασμα μέχρι η Σπάρτη και οι άλλες πόλεις να ενισχύσουν τις δυνάμεις του, μόλις έληγαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες.
Όπως είπαμε άλλωστε, δεν είχε μαζί του μόνο 300 άνδρες, αλλά περισσότερους από 6.000 στρατιώτες, στρατεύματα περίοικων δηλαδή, συμμάχους από την Πελοποννησιακή Συμμαχία, καθώς και Θεσπιείς, Φωκείς και Θηβαίους. Τους οποίους ανέπτυξε στρατηγικά στα στενότατα εκείνη την εποχή περάσματα των Θερμοπυλών.
Από την άλλη, είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι ο Λεωνίδας γνώριζε από το Μαντείο των Δελφών ότι η δική του μοίρα είχε σφραγιστεί. Ήξερε πως θα πεθάνει, αλλά δεν υπήρχε κανένα σημάδι ότι ο θάνατός του θα έρθει σύντομα ή ότι θα ήταν μάταιος. Το μαντείο είχε υποσχεθεί να σώσει τη Σπάρτη αν ένας από τους βασιλιάδες της χανόταν στη μάχη.
Σήμερα έχει αμφισβητηθεί ακόμα και η ικανότητά του στη στρατηγική, λόγω κυρίως της παράλειψής του να τοποθετήσει Σπαρτιάτες στο ορεινό μονοπάτι που κατέληγε στα στενά. Απέτυχε δηλαδή να εκτιμήσει με ακρίβεια τον κίνδυνο στα πλευρά του στρατού του, τοποθετώντας τους Φωκείς στην κρίσιμη διαδρομή. Η άποψη αυτή δεν λαμβάνει βέβαια υπόψη της ότι ο Λεωνίδας δεν είχε την πολυτέλεια να διασπάσει την ήδη πολύ μικρή δύναμη των Σπαρτιατών του.
Η ίδια η έκβαση εξάλλου της μάχης κατά τις δύο πρώτες μέρες τον δικαιώνει απόλυτα: εξουδετέρωσε πλήρως την αριθμητική υπεροχή των Περσών και επέτρεψε σε ένα συγκριτικά μικρό αριθμό υπερασπιστών να συγκρατήσουν τη συντριπτική δύναμη του στρατού του Ξέρξη! Ακόμα και το περιβόητο ελίτ περσικό τάγμα των Αθανάτων σταμάτησε ο Λακεδαιμόνιος, παρασύροντάς τους σε παγίδα. Παρά το γεγονός ότι ο Ηρόδοτος δεν αναφέρεται στις ελληνικές απώλειες των δύο πρώτων ημερών, μπορούμε να υποθέσουμε ότι δεν ήταν μεγάλες.
Εξίσου μεγάλο ήταν το κατόρθωμά του να συνενώσει τον ελληνικό συνασπισμό και να τον κάνει να συνεργαστεί άψογα κάτω από τις διαταγές του. Ο Ηρόδοτος μας λέει ότι οι σύμμαχοι πολέμησαν με βάρδιες, ώστε τα στρατεύματα κάθε πόλης-κράτους να έχουν χρόνο να ξεκουραστούν και να φροντίσουν τους τραυματίες πριν ξαναριχτούν στη μάχη.
Εξίσου εντυπωσιακή ήταν και η αντίδραση του όταν έμαθε όχι μόνο ότι οι Πέρσες είχαν περικυκλώσει τη θέση του, αλλά και ότι οι Φωκείς είχαν οπισθοχωρήσει.
Παρά το απρόσμενο του πλήγματος και την τραγική κατάσταση στην οποία βρέθηκε την τρίτη και τελευταία μέρα της μάχης, όχι μόνο δεν πανικοβλήθηκε αλλά πήρε μια ορθολογική απόφαση: έστειλε το μεγαλύτερο μέρος της δύναμής του έξω από το πέρασμα, ώστε να ζήσουν και να πολεμήσουν άλλη μια μέρα, διατηρώντας στις Θερμοπύλες μόνο όσους θεωρούσε απαραίτητους για να καθυστερήσει τους Πέρσες και να διαφύγει ο υπόλοιπος ελληνικός στρατός: 300 Σπαρτιάτες και 700 Θεσπιείς.
Ήταν η αγέρωχη στάση του στην τρίτη και εφιαλτική αυτή μέρα που έμοιζε πράγματι αποστολή αυτοκτονίας: περικυκλωμένος, προδομένος και σε κατάσταση απελπιστική, συνέχισε να πολεμά σαν Έλληνας προκαλώντας τρομακτικές απώλειες στον εχθρό και διατηρώντας ταυτόχρονα το ηθικό των αντρών του ακμαίο. Την ίδια ώρα, αυτοθυσία ήταν και εκ μέρους των στρατιωτών του, οι οποίοι με τον θάνατό τους απέδειξαν την υπέρτατη αφοσίωση τόσο στον ηγέτη όσο και την πατρίδα. Πλάι τους πέθαναν βέβαια και οι 700 Θεσπιείς του Δημόφιλου, που αρνήθηκαν επίσης να εγκαταλείψουν τον Λεωνίδα, αν και γι’ αυτούς η συλλογική μνήμη δεν έχει επιφυλάξει αντίστοιχες τιμές.
Λένε ότι δεν πέθανε ο Λεωνίδας και οι 300 του στις Θερμοπύλες, αλλά το ηθικό των Περσών ήταν αυτό που χάθηκε οριστικά στο κακοτράχαλο αυτό πέρασμα. Τι θα γινόταν αν δεν τους πρόδιδε ο Εφιάλτης και δεν τους περικύκλωναν τελικά οι 10.000 Αθάνατοι του Υδάρνη, κανείς δεν μπορεί να πει, η μάχη δεν θα ήταν πάντως τόσο σύντομη, ανατρέποντας το σχέδιο του Λεωνίδα και των υπόλοιπων Ελλήνων.
Όσο για τον Ξέρξη, συνειδητοποίησε ότι είχε πολλούς άντρες στα χέρια του, αλλά ελάχιστους πολεμιστές. Γι’ αυτό ίσως και μετά τη μάχη διέταξε τους στρατιώτες του να βρουν το νεκρό σώμα του Λεωνίδα και να το αποκεφαλίσουν, πράγμα αρκούντως ασυνήθιστο για τους Πέρσες, που τιμούσαν συνήθως τον εχθρό.
Κάπου σαράντα χρόνια αργότερα, τα λείψανα του λακεδαιμόνιου ήρωα επέστρεψαν στη Σπάρτη για να τιμηθούν όπως τους έπρεπε. Κανείς από τους συγχρόνους και τους επιγόνους του δεν ξέχασε το λιοντάρι της Σπάρτης που πολέμησε με λύσσα στις Θερμοπύλες, σε αυτή την τριήμερη μάχη-σύμβολο για την παγκόσμια ιστορία…
Πηγή: newsbeast.gr
Ηλιακό κάτοπτρο του Αρχιμήδη σε δράση...
Ο Αρχιμήδης αποτελεί την προσωποποίηση ίσως του ελληνικού επιστημονικού δαιμονίου. Μέγας μαθηματικός, μηχανικός, γεωμέτρης και αστρονόμος, ο Αρχιμήδης ασχολήθηκε και με την πολεμική τέχνη, θέτοντας τις γνώσεις του στην υπηρεσία της πατρίδας του.
Γεννήθηκε το 287 π.Χ. στις Συρακούσες και πέθανε το 212 π.Χ. υπερασπιζόμενος την πόλη του από τους Ρωμαίους εισβολείς. Σύμφωνα με την παράδοση δολοφονήθηκε από ένα Ρωμαίο στρατιώτη, την ώρα που σχεδίαζε. Πρόλαβε μόνο να πει την περίφημη φράση «μη μου τους κύκλους τάραττε».
Το 213 π.Χ. κατά τη διάρκεια του Β’ Καρχηδονιακού Πολέμου, ο βασιλιάς των Συρακουσών Ιερώνυμος, συμμάχησε με τον Αννίβα, με σκοπό να απαλλάξει την Σικελία από την ρωμαϊκή κατοχή. Οι Ρωμαίοι όμως απέστειλαν ισχυρές δυνάμεις κατά της πόλης.
Ο Ρωμαίος στρατηγός Μάρκελλος διέθετε 60 βαριά πολεμικά σκάφη (πεντήρεις) και πολλά μικρότερα. Ο στρατός ξηράς, υπό τον Πούλχρο, αριθμούσε αρκετές χιλιάδες άνδρες.
Ενώπιον των ισχυρών αυτών δυνάμεων ο Ιερώνυμος δεν διέθετε παρά μικρές μόνο δυνάμεις. Αποφάσισε έτσι να περιοριστεί σε παθητική άμυνα εντός των τειχών. Ανέθεσε όμως την διεύθυνση της άμυνας στον Αρχιμήδη, αν και ο τελευταίος ήταν τότε 74 ετών.
Ο Αρχιμήδης καθοδηγεί τους Συρακούσιους στρατιώτες που αμύνονται των Ρωμαίων.
Ο Αρχιμήδης, παρά την ηλικία του ρίχθηκε με ζήλο στην δουλειά, πολεμώντας με τον δικό του τρόπο για την ελευθερία. Οι Ρωμαίοι στο μεταξύ απέκλεισαν την πόλη από στεριά και θάλασσα. Οι ανυποψίαστοι Ρωμαίοι επιχείρησαν να επιτεθούν ταυτοχρόνως.
Για την επίθεση κατά του θαλασσίου τείχους οι Ρωμαίοι είχαν γεμίσει τα πολεμικά τους πλοία με τοξότες και σφενδονήτες και είχαν προσδέσει μεταξύ τους οκτώ πλοία, σε τέσσερα ζεύγη, επί των οποίων τοποθέτησαν σαμβύκες, προστεγασμένες δηλαδή κλίμακες εφόδου.
Οι Ρωμαίοι είχαν κάθε λόγο να είναι αισιόδοξοι, εφόσον οι δυνάμεις υπερείχαν των αμυνομένων αριθμητικά και ποιοτικά. Όπως όμως αναφέρει ο Πολύβιος, υπολόγιζαν χωρίς «την Αρχιμήδους δύναμιν».
Όταν εδόθη το σύνθημα οι Ρωμαίοι, γεμάτοι αυτοπεποίθηση, όρμησαν κατά του τείχους. Την επίθεση κατά του θαλασσίου τείχους άνοιξαν τα κλιμακοφόρα πλοία τους, ακολουθούμενα από τα υπόλοιπα πολεμικά.
Οι γερανοί του Αρχιμήδη αρπάζουν τα ρωμαϊκά πλοία.
Ξαφνικά όμως στο τείχος φάνηκαν να ανοίγουν θυρίδες. Από αυτές άρχισαν να εκτοξεύονται εκατοντάδες βλήματα οξυβελών καταπελτών, τα οποία θέριζαν τους Ρωμαίους στρατιώτες και ναύτες.
Παρόλα αυτά οι πείσμωνες Ρωμαίοι συνέχισαν την προσέγγιση τους προς το τείχος. Τα κλιμακοφόρα πλοία τους έφτασαν κάποια στιγμή κοντά στο τείχος και επιχείρησαν να θέσουν επ’ αυτού τις κλίμακες. Τότε όμως εμφανίστηκαν επί των τειχών ειδικές μηχανές (γερανοί), επί των οποίων επικρέμονταν τεράστιοι λίθοι βάρους έως και 250 κιλών.
Απότομα οι μηχανές, με ένα σύστημα τροχαλιών, άφηναν τους λίθους να πέφτουν πάνω στα ρωμαϊκά πλοία, από το ύψος των τειχών, προσδίδοντάς τους επιπλέον κινητική ενέργεια. Όπως ήταν φυσικό οι τεράστιοι λίθοι συνέτριψαν τις κλίμακες, ακόμα και τα πλοία.
Αυτό όμως ήταν το λιγότερο, όπως με τρόμο διαπίστωσαν οι Ρωμαίοι. Όταν τα πολεμικά τους πλησίασαν στο τείχος, με σκοπό οι τοξότες και οι σφενδονήτες που είχαν επιβιβασθεί σε αυτά να εκκαθαρίσουν τις επάλξεις από υπερασπιστές, μια νέα έκπληξη, ακόμα μεγαλύτερη τους περίμενε.
Ο Αρχιμήδης στα τείχη ανάμεσα στις μηχανές του.
Άλλοι γερανοί έκαναν την εμφάνισή τους. Αντί λίθων όμως έφεραν στην άκρη τους μια σιδηρά αρπάγη. Έκπληκτοι οι Ρωμαίοι είδαν τις αρπάγες να κατεβαίνουν και να αρπάζουν τις πρώρες των πλοίων τους.
Κατόπιν άρχισαν να σηκώνουν τα πλοία τους στον αέρα! Στη συνέχεια τα άφηναν να πέσουν και είτε να συντριβούν, είτε να βυθιστούν! Μη αντέχοντας άλλο οι Ρωμαίοι αποτραβήχτηκαν μακριά από την ακτίνα ενεργείας των μηχανών του Αρχιμήδη.
Ή τουλάχιστον έτσι πίστευαν. Γιατί σύμφωνα με τον Λουκιανό, ο Αρχιμήδης είχε κατασκευάσει και ένα όπλο μεγάλου βεληνεκούς, τα ηλιακά κάτοπτρα. Με αυτά συγκέντρωνε τις ηλιακές ακτίνες επί των ξύλινων εχθρικών πλοίων, προκαλώντας τους πυρκαγιά. Η πληροφορία αυτή αμφισβητήθηκε έντονα από πολλούς ερευνητές, καθώς μόνο ο Λουκιανός την αναφέρει.
Το 1973 όμως ο καθηγητής Ι. Σακάς με την υποστήριξη του Πολεμικού Ναυτικού απέδειξε πειραματικά ότι ήταν δυνατό ο Αρχιμήδης, εάν όχι να κατεύκαυσε, τουλάχιστον να προκάλεσε ισχυρό ηθικό πλήγμα στον ρωμαϊκό στόλο. Στις 6 Νοεμβρίου 1973 ο Ι. Σακάς με την βοήθεια κατόπτρων κατόρθωσε να πυρπολήσει ξύλινες λέμβους.
Έχοντας παταγωδώς αποτύχει στη πρώτη του επίθεση, ο ρωμαϊκός στόλος επιχείρησε την επομένη μέρα να πλησιάσει στα ριζά του τείχους, υπολογίζοντας ότι εκεί δεν θα ήταν εύκολο να πληγεί από τις μηχανές του Αρχιμήδη. Νέες εκπλήξεις όμως τους περίμεναν.
Άλλοι γερανοί εμφανίστηκαν στα τείχη, κριοφόροι, εξοπλισμένοι με μεγάλες δοκούς, με σιδηρές αιχμές. Με ένα σύστημα τροχαλιών και γραναζιών οι δοκοί κινούντο ως πολιορκητικοί κριοί, συντρίβοντας τα ρωμαϊκά πλοία.
Ύστερα και από αυτό ο ρωμαϊκός στόλος αποσύρθηκε οριστικά, εκτός ακτίνας ενεργείας ακόμα και των κατόπτρων και δεν αποτόλμησε νέα έφοδο κατά της πόλης.
Ρωμαίος στρατιώτης σκοτώνει τον Αρχιμήδη.
Απέμενε η διά ξηράς έφοδος, η οποία όμως όταν εκδηλώθηκε είχε τη ίδια τύχη με την από θαλάσσης. Εκατοντάδες οξυβελείς καταπέλτες θέρισαν τις φάλαγγες εφόδου των Ρωμαίων, κομματιάζοντας ως χάρτινες, ακόμα και τις μεγάλες ασπίδες των λεγεωνάριων.
Σύμφωνα με τον Πολύβιο ο Αρχιμήδης είχε σχεδιάσει και αρπάγες ανδρών, οι οποίες άρπαζαν τους Ρωμαίους, τους σήκωνα ψηλά και τους άφηναν να πέσουν στο έδαφος. Ισχυροί λιθοβόλοι καταπέλτες επίσης συνέτριβαν τις πολιορκητικές μηχανές των Ρωμαίων.
Οι κριοφόρες χελώνες τους συντρίβονταν από γερανούς, οι οποίοι άφηναν υπερμεγέθεις λίθους να πέσουν επάνω τους. Μοιραία, έχοντας υποστεί φρικτές απώλειες, οι Ρωμαίοι αποσύρθηκαν και πολιόρκησαν εκ του μακρόθεν την πόλη, υπολογίζοντας να καταβάλουν τους αμυνομένους με την πείνα. Τελικώς κατέλαβαν την πόλη το 212 π.Χ. κατόπιν προδοσίας.
Πηγή: slpress.gr
Η πόλη της Κύμης στην Κάτω Ιταλία ιδρύθηκε στον κόλπο της Νάπολη, τον 8ο αιώνα π.Χ. από Έλληνες αποίκους από την Εύβοια. Μέσω της πόλης αυτής μεταφέρθηκε στην Ευρώπη το Χαλκιδικό αλφάβητο, το οποίο είναι ο πρόγονος του λατινικού αλφαβήτου.
Η πόλη άκμασε και επεκτάθηκε στην ιταλική ενδοχώρα. Το γεγονός αυτό ενόχλησε τους Ετρούσκους, οι οποίοι επιχείρησαν να την καταλάβουν, αλλά το 504 π.Χ. ηττήθηκαν κατά κράτος από τους Έλληνες.
Οι Ετρούσκοι όμως δεν παραιτήθηκαν από τα σχέδιά τους. Κατάλαβαν δε πως για να καταλάβουν την Κύμη όφειλαν πρώτα να συγκροτήσουν και ισχυρό στόλο. Τελικά το 474 π.Χ. έχοντας συγκροτήσει έναν εντυπωσιακό στόλο, αποφάσισαν πως είχε έρθει ο καιρός να εκδικηθούν τους Έλληνες για την προηγούμενη ήττα τους.
Οι Κυμαίοι έμαθαν με ανησυχία τις προετοιμασίες των αντιπάλων τους και κατάλαβαν ότι μόνοι τους δεν θα μπορούσαν να αντισταθούν, καθώς οι Ετρούσκοι είχαν προχωρήσει σε γενική κινητοποίηση των δυνάμεών τους. Έτσι ο άρχοντας της Κύμης Αριστόδημος ζήτησε τη βοήθεια της ισχυρότερης ελληνικής πόλης της Δύσης, των Συρακουσών.
Οι Ετρούσκοι πολιόρκησαν την Κύμη με ισχυρές δυνάμεις και ο στόλος τους την απέκλεισε από τη θάλασσα. Εκεί όμως που όλα έβαιναν καλώς για τους Ετρούσκους εμφανίστηκε ο Ιέρων των Συρακουσών, επικεφαλής του στόλου του.
Τα ετρουσκικά πλοία ανοίχτηκαν αμέσως στο πέλαγος για να τον αντιμετωπίσουν, βασιζόμενα στην τεράστια αριθμητική τους υπεροχή, όπως αναφέρουν οι αρχές πηγές, χωρίς όμως να αναφέρουν και ακριβώς τους αριθμούς των πλοίων της κάθε πλευράς.
Πηγή: defence-point.gr
Σε μια εποχή που η ιστορία μας γίνεται αντικείμενο του πόθου για κάποιους λαούς, καλό είναι να έχουμε όσο καλύτερη γνώση αυτής. Αυτό ισχύει ειδικά για τη Μακεδονία.
Η ιστορία των Μακεδόνων είναι μακρά, και έχει γίνει σήμερα από πολλούς βαλκανικούς λαούς ποθούμενη. Οι Βούλγαροι και οι Σλάβοι των Σκοπίων τη διεκδικούν κυρίως από τους Έλληνες.
Στο παρακάτω βίντεο γίνεται μια προσπάθεια να αναλυθεί η ιστορία του αρχαίου αυτού φύλου, και να αναδειχθεί το γιατί η Μακεδονία ανήκει αδιαμφισβήτητα στην Ελληνική ιστορία.
Συγκεκριμένα, αναλύεται το πως αναπτύχθηκε το βασίλειο από τον 7ο αιώνα π.Χ. μέχρι και τη βασιλεία του Φίλιππου του Β’ και την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στα βάθη της Ασίας.
Πηγή: cognoscoteam.gr, Ακτίνες
Ένα από τα μεγάλα θέματα της ιστορίας που απασχόλησε την ιστορική επιστήμη , ήταν ο χαρακτήρας και η ηθική του Μεγάλου Αλεξάνδρου . Από τους ιστορικούς θεωρεί ται ο τέλειος εκπρόσωπος του ελληνικού με γαλείου. Ο Αλέξανδρος γεννήθηκε το 356 π . Χ . Ήταν γιος του Φιλίππου που ήταν βασιλιάς της Μακεδονίας.
Εκείνη την εποχή ο πνευματικός κόσμος της Αθήνας έψαχνε να βρει έναν ικανό ηγέτη για να αντιμετωπίσει μια για πάντα τους Πέρσες. Ο ικανός ηγέτης βρέθηκε. Ήταν ο πατέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αυτός ήταν ο ικανός και ο στρατός του ο κατάλληλος. Λόγω του αιφνίδιου θανάτου του, την εκστρατεία την πραγματοποίησε ο γιος του. Ο μεγάλος αυτός Μακεδόνας αναγνωρίζεται καθολικά και θεωρείται από όλους τους ιστορικούς ως εκπολιτιστής των αρχαίων λαών της Ανατολής, που έφερε τα φώτα της επιστήμης και της προόδου ως τα πέρατα της Ασίας, ιδρύοντας στο πέρασμα του πόλεις και οικισμούς που αναδείχτηκαν στη διαδρομή των αιώνων πολιτιστικά κέντρα απεριορίστου ακτινοβολίας.
Ο Μέγας Αλέξανδρος, δεν ήταν μονάχα ο πιο μεγάλος Στρατηγός, αλλά και ο πιο έξυπνος και σοφός πολιτικός. Είχε δάσκαλο τον μεγάλο Έλληνα φιλόσοφο Αριστοτέλη. Ο τελευταίος έδωσε πολλά στον Μέγα Αλέξανδρο. Στην πραγματικότητα ο Αλέξανδρος είναι ένας άνθρωπος που οι συχνές του εμφανίσεις μπροστά στα δικαστήρια της ιστορίας δεν κατόρθωσαν να προκαλέσουν ομόφωνη απόφαση για λογαριασμό του. Εκείνο όμως που είναι πασίδηλο γεγονός για αυτόν που δίκαζε τον Αλέξανδρο είναι ότι άλλαξε την όψη του Ελληνικού και του Περσικού κόσμου, ότι την εποχή του θανάτου του είχε εξουσία μεγαλύτερη από κάθε άλλον άνθρωπο της αρχαιότητας και ότι κανείς άλλος άνθρωπος σ’ όλη την ιστορία εκτός από μερικούς ιδρυτές θρησκειών, δεν έγινε από τόσους δεκτός σαν υπερφυσικό πλάσμα.
Από τη στιγμή της γέννησης του θεωρήθηκε από τους ανθρώπους του περιβάλλοντος του σαν γιος του ελληνο-αιγυπτιακού θεού Άμμωνος- Διός.Πρέπει να υπήρχε στη φύση του ένα πολύ ισχυρό στοιχείο μυστικισμού και θρησκευτικής ευλάβειας. Άλλωστε αυτό είναι φανερό γιατί σε κάθε βήμα του βλέπουμε να θυσιάζει στους θεούς με αληθινή έξαρση.
Ο Αριστοτέλης στη διάπλαση του χαρακτήρα του Αλεξάνδρου
Ο Αριστοτέλης έκανε ό,τι μπορούσε για να ενθαρρύνει την αγάπη του νέου Αλέξανδρου για τον Όμηρο, γιατί η Ιλιάδα ήταν ένα είδος Βίβλου για τους Έλληνες. Ο Αλέξανδρος τη χαρακτήριζε ως απαραίτητο εγχειρίδιο του στρατιώτη κι έπαιρνε παντού όπου πήγαινε ένα αντίτυπο διορθωμένο και σχολιασμένο από τον Αριστοτέλη, βάζοντας το κάτω από το προσκέφαλο του τη νύχτα μαζί με το σπαθί του. Υποστηρίζεται πως ήξερε απ’ έξω το μεγαλύτερο μέρος της και το αναγκαίο συμπέρασμα είναι πως θα ταύτιζε ασφαλώς τον εαυτό του με το κεντρικό πρόσωπο της Ιλιάδας, τον Αχιλλέα, που η ζωή του είχε έντονη ομοιότητα με τη δική του, πράγμα που ο παιδαγωγός του Λυσίμαχος τον είχε κάνει να παρατηρήσει.
Η οικογένεια της μητέρας του καταγόταν από τον Αχιλλέα και δεν αποκλείεται η Ολυμπιάδα να επωφελήθηκε από το γεγονός αυτό για να ενθαρρύνει το ενδιαφέρον του παιδιού της για τον Ομηρικό ήρωα που το αίμα του κυλούσε στις δικές της φλέβες και όχι σ’ αυτές του Φιλίππου. Η εκπαιδευτική μέθοδος του Αριστοτέλη έτεινε στην ανάπτυξη του προσωπικού χαρακτήρα και στα δύο χρόνια που επακολούθησαν η προσωπικότητα του πρίγκιπα εξελίχθηκε γρήγορα, όπως θα έπρεπε κανείς να το περιμένει από ένα δραστήριο νέο.
Ο Αλέξανδρος έγινε πολύ καλός συνομιλητής και συνήθιζε να στέκεται όρθιος μιλώντας και συζητώντας τόση ώρα, ώστε όλος ο κόσμος κουραζόταν. Ήταν πάντα έτοιμος να τρέξει πίσω από μια καινούρια ιδέα. Ή τον θέρμαινε μια κρυφή φλόγα ενθουσιασμού ή ξεσπούσε σε μια έκρηξη ενεργητικότητας. Γενικά βέβαια, είχε τη φήμη ανθρώπου με αυτοκυριαρχία, την οποία είχε αποκτήσει από νωρίς. Αλλά όταν οι ικανότητες του αναπτύχθηκαν, χάρις στην ενθάρρυνση και την παρότρυνση του συστήματος που χρησιμοποίησε ο μεγάλος δάσκαλος για να κάνει πειθαρχημένους χαρακτήρες, η πρόοδος του σημειωνόταν με ξεσπάσματα και εκρήξεις ανταρσίας που συχνά όπως λέει ο Πλούταρχος:
«τις δημιουργούσε και ήταν απόλυτα ανίκανος να υποφέρει οποιοδήποτε καταναγκασμό».
Κάποτε ο Αριστοτέλης έκανε το σφάλμα να ρωτήσει μερικούς από τους αριστοκρατικούς μαθητές του πώς θα μεταχειρίζονταν τον ίδιο, το γεροδάσκαλό τους, όταν θα διαδέχονταν τους γονείς τους. «Θα φροντίσω όλοι να σε σέβονται και να σε τιμούν» είπε ένας, «θα είσαι ο κυριότερος σύμβουλος μου» απάντησε ο άλλος. Όταν το ερώτημα τέθηκε και στον Αλέξανδρο, εκείνος απάντησε με θυμό: «Με ποιο δικαίωμα μου κάνεις τέτοιες ερωτήσεις; Πώς μπορώ να ξέρω τι μας επιφυλάσσει το μέλλον; Δεν έχεις παρά να περιμένεις και θα το δεις!!». Αυτή η απάντηση φαίνεται πως άρεσε στον Αριστοτέλη, «Καλά ειπωμένο», φώναξε, «Μια μέρα Αλέξανδρε θα γίνεις πραγματικά μεγάλος βασιλιάς».
Όταν ο Αλέξανδρος έφτασε στην εφηβική ηλικία κι άρχισε να βλέπει τρίχες στο πηγούνι του έβαζε να τις ξυρίζουν και όταν ήταν στα εικοσιδύο του, που θα έπρεπε σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους και κανόνες της ανδρικής μόδας να έχει μια ωραία και μυτερή γενειάδα, αρκετά πυκνή, εκείνος επέμενε να διατηρεί χάρις στο ξυράφι τη νεανική όψη που οι άλλοι νέοι προσπαθούσαν να κρύψουν με την περιποίηση των τριχών.
Η εκκεντρικότητα της συμπεριφοράς του σ’ αυτόν τον τομέα αγνοείται συνήθως από τους ιστορικούς, γιατί τελικά έπεισε τους φίλους του να ακολουθήσουν το παράδειγμα του κι έκανε ακόμα και τους στρατιώτες του να τον μιμηθούν, με το σοβαρό πρόσχημα πως η γενειάδα έδινε μια λαβή, απ’ όπου ο εχθρός μπορούσε να αρπάξει τον αντίπαλο του σε μια μάχη σώμα με σώμα. Ίσως όμως θα έπρεπε να σκεφτούμε και τούτο το γεγονός: Οι Αιγύπτιοι ξυρίζονταν πάντα. Τη φυσική γενειάδα τη θεωρούσαν κάτι βρώμικο, αλλά την τεχνητή που την έδεναν στο πηγούνι, την είχαν για σύμβολο βασιλικής και θεϊκής ιδιότητας. Ίσως αυτό να σκέφτηκε ο Αλέξανδρος και να συλλογίστηκε πως θα ήταν προσβλητική ανωμαλία να εμφανιστεί ένας γιος του Άμμωνα αξύριστος.
«Οι παλαίμαχοι του Φιλίππου θα γελούσαν βλέποντας έναν άνθρωπο της ηλικίας του χωρίς γένεια. Ο Αλέξανδρος όμως κατόρθωσε να κατακτήσει τις καρδιές τους με την πολεμική του ικανότητα και τόλμη, καθώς περιφρονούσε τον θάνατο.
Συγχρόνως, γοήτευε τους πιο καλλιεργημένους νεαρούς ευγενείς της ακολουθίας του με τα πνευματικά, φιλολογικά και καλλιτεχνικά του χαρίσματα. Αν και ήταν ελάχιστα κοσμικός, πολύ αγνός, πολύ εγκρατής, πολύ αποστασιοποιημένος απέναντι στις ταπεινότητες της ζωής ή τις ατιμίες της, ήταν ωστόσο καλός απέναντι στους συντρόφους και συναγωνιστές του. Λέγοντας πως θα του άρεσε να είναι Διογένης, ίσως δεν αστειευόταν και πολύ» (Μέγας Αλέξανδρος, ARTHUR WEIGALL Πέλλα, Μετάφραση: Σταύρου Καρπουρίδη, ΑΘΗΝΑ σελ. 177-178).
Ο Αλέξανδρος στην Τροία βλέπει τον εαυτό του καινούριο Αχιλλέα
Ο Αλέξανδρος πριν ξεκινήσει απ’ τη Μακεδονία για την Ανατολή οργάνωσε μια λαμπρή γιορτή στο Δίον, στη Νότια Μακεδονία, μια πόλη η οποία ήταν αφιερωμένη στον Δία. Έγιναν αγώνες, αθλητικές επιδείξεις και ιπποδρομίες. Έλαβαν
χώρα θρησκευτικές τελετές και πλούσιεςθυσίες προσφέρθηκαν στους θεούς.
Την τελευταία νύχτα, ο Αλέξανδρος δέχτηκε τους κυριότερους πολιτικούς πρέσβεις, στρατηγούς και αξιωματικούς σε γεύμα σε μια μεγάλη σκηνή που είχε μέσα εκατό κρεβάτια. Λίγο έπειτα απ’ αυτές τις γιορτές, κάτω απ’ τον καθαρό ήλιο ενός απριλιάτικου πρωινού, ο Αλέξανδρος αποχαιρέτησε τη μητέρα του Ολυμπιάδα και έφυγε για τον Ελλήσποντο, για να μην ξαναγυρίσει ποτέ.
Διέσχισε τον Έβρο, για να καταλήξει τη χερσόνησο της Καλλίπολης, στο λιμάνι της Σηστού, απ’ όπου η απέναντι ακτή των Δαρδανελλίων δεν απέχει πάνω από χίλια πεντακόσια μέτρα. Πριν μπει στο πλοίο, επισκέφτηκε κοντά στην ακτή ένα διάσημο τύμβο και ναό που είχε γύρω του μερικές φτελιές μαγικής προέλευσης κι έδειχνε τον τόπο όπου ήταν θαμμένος ο Πρωτεσίλαος. Αυτός ήταν ο πρώτος Έλληνας που πέθανε στον πόλεμο της Τροίας σκοτωμένος όπως έλεγαν απ’ τον Έκτορα, τη στιγμή που πηδούσε στη γη απ’ το πρώτο ελληνικό καράβι, επικεφαλής των Θεσσαλών στρατιωτών του. Ο Αλέξανδρος πρόσφερε θυσίες στη μνήμη αυτού του άτυχου πολεμιστή και παρακάλεσε τους θεούς να φανεί ο ίδιος τυχερός όταν θα πηδούσε απ’ το καράβι του στην τρωική ακτή.
Το μυαλό του ήταν γεμάτο απ’ την Ιλιάδα του Ομήρου και μπορούσε όπως προαναφέρθηκε να απαγγείλει απ’ έξω ένα μεγάλο μέρος της. Έβλεπε τον εαυτό του σαν καινούριο Αχιλλέα.
Όταν το καράβι πλεύρισε στην ακτή της Τροίας, ο Αλέξανδρος ορθώθηκε και έριξε ένα ακόντιο στις έρημες ακτές που απλώνονταν μπροστά του, σαν να ‘βλεπε το στρατό-φάντασμα του βασιλιά Πριάμου. Ήξερε τι έκαμε και ήθελε ν’ αποδείξει πως ήταν ο πραγματικός κι όχι μόνο ο ονομαστικός αρχηγός της εκστρατείας. Ο χαρακτήρας του δεν του επέτρεπε να δανείζεται από άλλον τίποτε, πολύ περισσότερο τη δόξα.
Έπειτα, έδωσε διαταγή στους άντρες του ν’ αποβιβαστούν και καθώς ήταν εξαιρετικά θεοσεβής, δεδομένου ότι δεν υπήρχε εχθρός, έκανε μια θρησκευτική τελετή και έδωσε εντολή να φτιάξουν οι στρατιώτες βωμούς στο Δία, την Αθηνά και τον Ηρακλή. Οι θεοί που επέλεξε ήταν εξαιρετικά προσεγμένοι και οι σύγχρονοι ιστορικοί πρέπει να τους λάβουν σοβαρά υπόψη.
Εδώ στην Τροία τα όνειρα του νεαρού Αλέξανδρου γίνονταν πραγματικότητα. Οργάνωσε «με απόλυτη σοβαρό τητα θεαματικές θυσίες στη σκιά του Πριάμου για να κατευνάσει το δικαιολογημένο θυμό που θα ένιωθε αυτός ο ατυχής μονάρχης, γιατί ο Νεοπτόλεμος -πρόγονος του Αλεξάνδρου- τον είχε σκοτώσει.
Η αναβίωση, με τέτοια λαμπρότητα, ενός θρυλικού παρελθόντος, ασφαλώς είχε στρατηγικούς λόγους, δηλαδή να
διαγείρει ως ένα σημείο τον πολεμικό ενθουσιασμό των στρατιωτών, θυμίζοντας τους πως ήταν Έλληνες. Ταυτόχρονα όμως θα ήθελε να δείξει ότι κάτω από την αρχηγία ενός απογόνου αυτών των Ελλήνων, η ιστορία θα προμήθευε σ’ ένα μελλοντικό Όμηρο το υλικό ενός ακόμα πιο συγκλονιστικού έπους.
Αφού επισκέφθηκε και τίμησε τον τάφο του Αίαντα, μίλησε στους αξιωματούχους της περιοχής για το σχέδιο του να ξαναχτίσει την Τροία και ν’ ανακουφίσει τους κατοίκους από τη φορολογία.
Ένας από τους κατοίκους του Ιλίου του πρόσφερε μια αρχαϊκή άρπα που άνηκε άλλοτε – όπως είπε στον Πάρη, τον γιο του Πριάμου. Ο Αλέξανδρος δε δέχτηκε το δώρο λέγοντας πως θα’ ταν ευχάριστο να είχε την άρπα του Αχιλλέα, του προγόνου του, παρά του Πάρη που ήταν άνθρωπος πολύ θηλυπρεπής και που η άρπα του δεν παρουσίαζε κανένα ενδιαφέρον για έναν στρατιώτη.
Η μεγαλοφυία και η προσωπικότητα του
Όταν το 336 π.Χ. ο Αλέξανδρος ανέβηκε στο θρόνο της Μακεδονίας, βρισκόταν στο εικοστό πρώτο έτος του και δώδεκα χρόνια αργότερα, όταν πέθανε σε μια ηλικία όπου οι περισσότεροι μεγάλοι άντρες βρίσκονται ακόμη στο κατώφλι της καριέρας τους, όχι μόνο είχε κατακτήσει τον αρχαίο κόσμο της εποχής του , αλλά τον είχε θέσει σε περιστροφή γύρω από έναν καινούριο άξονα (J.F.C. FULLER, Ιδιοφυής στρατηγική του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μετάφ. Κ. Κολιόπουλος σελ. 102).
Η όλη μετέπειτα πορεία της ιστορίας, η πολιτική και η πολιτισμική ζωή των κατοπινών εποχών δεν μπορούν να κατανοηθούν ξεχωριστά από την καριέρα του Αλέξανδρου. Αιώνες μετά το θάνατο του ο Αππιανός ο Αλεξάνδρειος παρομοίωσε τη σύντομη βασιλεία του με τη «φωτεινή λάμψη της αστραπής». Μια λάμψη πραγματικά εκθαμβωτική. Ήταν ένας άνθρωπος εντελώς δέσμιος της μοίρας του και απολύτως αφοσιωμένος στο έργο του. Οι φυσικές απολαύσεις πλην του κυνηγιού, λίγο τον ενδιέφεραν.
Με την εξαίρεση της αγάπης προς τη μητέρα του και την τροφό του, ποτέ δε γοητεύτηκε από καμιά γυναίκα και παρότι νυμφεύθηκε δύο φορές και οι δύο γάμοι του ήταν πολιτικής και όχι ρομαντικής φύσης. «Ποτέ δεν είχε ερωμένη, ούτε ήταν ανίκανος, ούτε ομοφυλόφιλος όπως οι επικριτές του διέδωσαν για να τον δυσφημίσουν (FULLER σελ. 103). Στην αρχαιότητα κανείς δεν ισχυρίστηκε ότι η πολύ στενή του φιλία με τον Ηφαιστίωνα είχε σεξουαλικό χαρακτήρα. Και δεν μπορεί να υπάρχει σήμερα αμφιβολία γι’ αυτό το ζήτημα (ARTHUR WEIGALL, Μέγας Αλέξανδρος σελ. 207). Οι επικριτές του ηθελημένα νομίζω αφαιρούν την παράμετρο ότι ο Μέγας Αλέξανδρος είχε πρότυπο τον Αχιλλέα που ήταν ο προγονός του και είχε πιστό φίλο τον Πάτροκλο. Επίσης ηθελημένα αφαιρούν κι άλλη παράμε τρο. Ο Αριστοτέλης δεν δίδαξε στο νεαρό Αλέξανδρο το χριστιανικό «αγαπάτε αλλήλους», αλλά την αξία της φιλίας.
Οι επικριτές του λοιπόν, επαναλαμβάνω ηθελημένα, δεν επισημαίνουν την υποταγή των σωματικών ενστίκτων στο έργο του που τον ξεχώρισε από τους κοινούς ανθρώπους και τον το ποθέτησε στη μικρή εκείνη ομάδα των σπάνιων και ανώτερων ατόμων, των οποίων η σιδερένια θέληση, ο αυτοέλεγχος και η αφοσίωση στο έργο της ζωής τους μαγνητίζουν όλους όσους έρχο νται σε επαφή μαζί του. Ο Αλέξανδρος είχε μια ψυχή που τολμούσε, γι’ αυτό και σφραγίζει το τέλος μιας ιστορικής περιόδου και την απαρχή μιας άλλης.
Όλοι οι λαοί που «κατέκτησε» έβλεπαν ότι όχι μόνο ήταν βασιλιάς αλλά και θεός. «Η έμφυτη αίσθησή του για τη
βασιλεία, μια βασιλεία που βασιζόταν όχι στη δύναμη αλλά στην ευγένεια του παρουσιαστικού, στην ιπποτική συμπεριφορά και στο να ζει κανείς όπως έπρεπε να ζει ένας βασιλιάς, βάρυνε πάνω από κάθε πράξη της εκπληκτικής του καριέρας. «Θεωρούσε περισσότερο βασιλικό», γράφει ο Πλούταρχος, «να κατακτά τον εαυτό του παρά να κατακτά άλλους».
Ο Αλέξανδρος ήταν γεννημένος να γίνει βασιλιάς. Όταν κάποιοι φίλοι του που γνώριζαν ότι ήταν γρήγορος στα πόδια, τον παρότρυναν να τρέξει μαζί τους στους Ολυμπιακούς αγώνες -στους οποίους λάμβαναν μέρος μόνο Έλληνες- η απάντηση του ήταν ότι θα έτρεχε, μόνο αν συναγωνιζόταν με βασιλιάδες.
Από τις πολλές περιπτώσεις που διαφαίνεται η βασιλική του νοοτροπία και η ιπποτική του συμπεριφορά απέναντι στους εχθρούς του, οι παρακάτω είναι αξιοσημείωτες: Όταν μετά τη νίκη της Ισσού έμαθε ότι η Σισύγαμβις η μητέρα του Δαρείου, η γυναίκα και τα παιδιά του είχαν συλληφθεί και θρηνούσαν τον υποτιθέμενο θάνατο του, έστειλε τον Λεονάτο να τις πληροφορήσει ότι ο Δαρείος ήταν ακόμη ζωντανός και ότι αυτές «θα διατηρούσαν τη θέση και την ακολουθία που ταίριαζε στο βασιλικό τους αξίωμα, καθώς και τον τίτλο των βασιλισσών.
Όταν την επόμενη μέρα μαζί με τον Ηφαιστίωνα, τον πιο αγαπημένο του φίλο, ο Αλέξανδρος επισκέφθηκε τη Σισύγαμβι και αυτή, συγχέοντας τον Ηφαιστίωνα με τον βασιλιά τον προσκύνησε και ντράπηκε όταν ανακάλυψε το λάθος της, ο Αλέξανδρος, με σεβασμό και ευγένεια, την έκανε να το ξεπεράσει. Την πήρε από το χέρι και σηκώνοντας τη στα πόδια της, της είπε: «Δεν έκανες λάθος, μητέρα, γιατί κι αυτός ο άνδρας είναι Αλέξανδρος».
Αργότερα όταν βρήκε το πτώμα του δολοφονημένου Δαρείου, το έστειλε στην Περσέπολη «με διαταγές να ταφεί στο βασιλικό τάφο όπως είχαν ταφεί όλοι οι άλλοι Πέρσες βασιλιάδες». Έδειξε τον ίδιο σεβασμό για τη βασιλική εξουσία, όταν με το που επέστρεψε από την Ινδία ανακάλυψε ότι κατά τη διάρκεια της απουσίας του ο τύμβος του Κύρου, του ιδρυτή της περσικής αυτοκρατορίας, είχε συληθεί. Αμέσως διέταξε τον ιστορικό Αριστόβουλο να επιδιορθώσει τη ζημιά, να αντικαταστήσει τους κλεμμένους θησαυρούς με αντίγραφα, να φράξει την είσοδο του τύμβου και να θέσει τη βασιλική σφραγίδα πάνω σε σκυρόδεμα.
Κατά τον J.F.C. FULLER, από όλες του τις πράξεις η πλέον τυπική της βασιλικής του νοοτροπίας είναι η μεταχείριση που επιφύλαξε στον Πώρο τον οποίο ενίκησε στις όχθες του ποταμού Υδάσπη (Τζελούμ). Όταν ο Αλέξανδρος τον ρώτησε τι είδους μεταχείριση ήθελε, ο Πώρος απάντησε: «Μεταχειρίσου με, ω Αλέξανδρε, με βασιλικό τρόπο!»
Ο Αλέξανδρος ευχαριστημένος απάντησε: «Σε ό, τι με αφορά, ω Πώρε,τέτοια μεταχείριση θα έχεις, για σένα όμως, αυτό που ζητάς είναι αυτό που σε ευχαριστεί». Αλλά ο Πώρος είπε πως όλα αυτά περιλαμβάνονται σε αυτό. Ο Αλέξανδρος, ακόμη ευχαριστημένος από αυτή τη δήλωση, όχι μόνο του παραχώρησε την εξουσία στους Ινδούς του, αλλά πρόσθεσε κι άλλη μια χώρα.
Έτσι μεταχειρίστηκε το γενναίο άνδρα με βασιλικό τρόπο και εφεξής τον βρήκε πιστό σε όλα.
Η ηθική αρετή που τον διέκρινε κατά τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο από τους συνανθρώπους του ήταν η συμπόνια του προς τους άλλους. «Είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς, γράφει ο Tarn, πόσο παράδοξη είναι αυτή η ιδιότητα της συμπόνιας» . Η ευσπλαχνία του αντικατοπτρίζεται με τον καλύτερο τρόπο στη συμπεριφορά του απέναντι στις γυναίκες, οι οποίες σε όλες σχεδόν τις εποχές θεωρούνταν το νόμιμο λάφυρο του στρατιώτη. Όχι μόνο επέδειξε βασιλικό σεβασμό απέναντι στις αιχμάλωτες της οικογένειας του Δαρείου, αλλά απεχθάνονταν το βιασμό και τη βία που στην εποχή του ήταν οικουμενικά συμπαρομαρτούντα του πολέμου.
Σε μια περίπτωση, όταν έμαθε ότι δύο Μακεδόνες της διοίκησης του Παρμενίωνα είχαν διαφθείρει τις συζύγους ορισμένων μισθοφόρων, έγραψε στον Παρμενίωνα διατάσσοντάς τον: «Στην περίπτωση που οι άνδρες καταδικαστούν, να τους τιμωρήσει και να τους θανατώσει σαν άγρια θηρία που γεννήθηκαν για την καταστροφή των ανθρώπων». Σε μια άλλη περίπτωση, όταν ο Ατροπάτης, αντιβασιλιάς της Μηδίας, του έστειλε ως δώρο εκατό κοπέλες, εξοπλισμένες ως ιππείς, ο Αλέξανδρος τις έδιωξε από το στρατό, έτσι ώστε να μην αποπειραθούν να τις βιάσουν οι Μακεδόνες ή οι βάρβαροι. Κατά την υποτιθέμενη λεηλασία της Περσέπολης διέταξε «τους άνδρες να σε βαστούν τα πρόσωπα των γυναικών και να μην πειράξουν τα στολίδια τους.
Ο Αρριανός -εύστοχα πιστεύω- έχει να πει γι’ αυτόν ως άνδρα και ως στρατιώτη: «Ήταν πολύ όμορφος στο παρουσιαστικό και αφιερωμένος στην άσκηση, πολύ ενεργητικός στο πνεύμα, πολύ ηρωικός στο θάρρος, πολύ σταθερός στην τιμή, αγαπούσε πολύ τον κίνδυνο και τηρούσε αυστηρά τα καθήκοντα του προς τους θεούς.
Ως προς τις απολαύσεις του σώματος είχε πλήρη αυτοέλεγχο και γι’ αυτές του πνεύματος ο έπαινος ήταν η μόνη για την οποία ήταν ακόρεστος.
Είχε εκπληκτική οξυδέρκεια στο να αναγνωρίζει τι έπρεπε να γίνει, όταν άλλοι εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε αβεβαιότητα και διέβλεπε με μεγάλη επιτυχία από την παρατήρηση των γεγονότων το τι ήταν πιθανό να συμβεί.
Ήταν πιστός στις συμφωνίες και στους διακανονισμούς που είχε συνάψει καθώς και φειδωλός στη δαπάνη χρημάτων για την ικανοποίηση των δικών του απολαύσεων, ξόδευε όμως αφείδωλα χάρη των συντρόφων του».
Ο Πλούταρχος μας παρέχει την παρακάτω περιγραφή της καθημερινής του ζωής, όταν δεν βρισκόταν σε εκστρατεία: Τις μέρες της ανάπαυσης αφού σηκωνόταν και προσέφερε θυσίες στους θεούς, αμέσως καθόταν και έτρωγε περνώντας την ημέρα του με το κυνήγι, το γράψιμο, τις δίκες, την τακτοποίηση πολεμικών υποθέσεων και το διάβασμα. Αν είχε πορεία όχι επείγουσα, μάθαινε βαδίζοντας είτε τοξοβολία είτε να ανεβαίνει και να κατεβαίνει σε άρμα που βρισκόταν σε κίνηση».
Συμπεράσματα
Στην πραγματικότητα, η διαγωγή και ο χαρακτήρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου υπαγορευόταν από τρεις διαφορετικές κατηγορίες γεγονότων, που η καθεμιά τους αντιστοιχούσε σε ορισμένες φυσικές του κλίσεις.
Πρώτα απ’ όλα ήταν, προς μεγάλη του ευχαρίστηση, ο απλός στρατιώτης της τραχιάς Μακεδονίας, ο αρχηγός της μάνας των ριψοκίνδυνων εταίρων, γεμάτος πολεμικά τραύματα, ηλιοψημένος από τους καιρούς, ένας άνθρωπος που δούλευε σκληρά κι έπινε πολύ, προσιτός σε όλους, δημοκράτης, πραγματικά καλός για τους φίλους και άγριος για τους εχθρούς του.
Έπειτα ήταν ηγεμόνας της Ασίας, βασιλιάς της Βαβυλώνας, Φαραώ της Αιγύπτου, γιος του Άμμωνα Δία και θρήσκος. Τέλος ήταν ο Αρχιστράτηγος των Ελλήνων, ένας Έλληνας καλλιεργημένος, μορφωμένος, ηρωικός με ομηρικό τρόπο, εραστής του κάθε πράγματος που αντιπροσώπευε την Αθήνα, πνεύμα ευρύ, λογικό και διπλωματικό.
Ο Μέγας Αλέξανδρος δεν περιορίστηκε στο να υποτάξει μόνο τους αρχαίους λαούς που κυρίεψε τις χώρεςτους και να γίνει κατακτητής και τύραννος, αλλά εξόρμησε στην Ανατολή για να τιμωρήσει τους μεγάλους εχθρούς του Ελληνισμού, τους Πέρσες, απελευθερώνοντας συγχρόνως τους λαούς από τους διάφορους τυράννους που τους κυβερνούσαν και τους καταδυνάστευαν. Τους έμαθε ένα νέο τρόπο ζωής με σεβασμό στα δικαιώματα του κάθε πολίτη.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Πηγή: ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ (pdf), (Αντιγραφή Μέλια για το ιστολόγιο) Αβέρωφ
Τὸ κάτωθι ἀπόσπασμα περιέχεται στὸ νέο βιβλίο τῆς Ἑνωμένης Ρωμηοσύνης “Ὁ Ὅσιος Πορφύριος (Μαρτυρίες – Διηγήσεις – Νουθεσίες)” τῆς ἐκδοτικῆς σειρᾶς “Ὀρθόδοξο βίωμα”. Ἡ πρώτη παρουσίαση τοῦ βιβλίου πραγματοποιήθηκε τὴν Κυριακὴ 22 Ἰανουαρίου στὴν Ι.Μ. Παντοκράτορος Νταοῦ Πεντέλης.
«Μιά μέρα πού πήγαμε, μᾶς ἔλεγε ὁ Γέροντας ὅτι μέ τό χάρισμα πού εἶχε ἀπό μικρός, διέκρινε ἀπό πολύ μακριά νερά, ἅγια Λείψανα, ἀρχαίους Ναούς, ἀρχαίους τάφους. Ἀκόμα καί γιά τόν τάφο τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, μᾶς ἔλεγε ὅτι δέν εἶναι οὔτε στήν Αἴγυπτο οὔτε ἐκεῖ πού τόν ψάχνουν, ἀλλά εἶναι ἐδῶ στήν Ἑλλάδα κοντά στό ἀρχαῖο Δίον καί συγκεκριμένα στήν Κατερίνη στήν “Κονταριώτισσα”, δίπλα σ᾽ ἕνα παλιό ἐκκλησάκι τῆς Παναγίας».
Για να βρείτε την σχετική ανάρτηση με το επίμαχο απόσπασμα όπως αυτό δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην ιστοσελίδα της Ενωμένης Ρωμηοσύνης.
Δημιουργία – Επεξεργασία βίντεο: ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΝ ΟΨΕΙ
Ευχαριστώ θερμά την ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ για την παραχώρηση της άδειας προβολής του βίντεο μέσα από το κανάλι
ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΝ ΟΨΕΙ
Πηγή: Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
Εἶναι λογικὸ νὰ ἔθαψαν τιμητικὰ τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο στὸ χῶμα ἐκεῖνο ποὺ κάρπιζε τὰ κοντάρια τῆς Μακεδονικῆς Φάλαγγας ( βλ. ΣΑΡΙΣΑ). Δὲν τὸ λέμε ἐμεῖς τὸ λένε τὰ ἱστορικὰ τοπωνύμια καὶ ἕνας ΑΓΙΟΣ τῆς Ἐκκλησίας μας. Πῶς λοιπὸν τὸ ἴδιο το τοπωνύμιο ὑποστηρίζει ἀπὸ μόνο του τὸν θεόπνευστο λόγο τοῦ ΑΓΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ. Ἐμεῖς ἐνισχύουμε τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ μέσα ἀπὸ τὶς πηγὲς. Πᾶμε λοιπὸν ἀδελφοὶ γιατί ὅταν θὰ βρεθεῖ ὁ Μεγάλος τῆς Ἱστορίας θὰ σειστεῖ τὸ ἔδαφος τοῦ πλανήτη μας. Ποῦ καὶ πῶς φτιαχνόταν τὸ κοντάρι τῆς ΣΑΡΙΣΑΣ;
«Η σάρισα ἦταν ἀρχαῖο ὅπλο, ἕνα δόρυ μεγάλου μήκους, τὸ βασικὸ ἐπιθετικὸ ὅπλο τῆς μακεδονικῆς φάλαγγας. Ἡ σάρισα ἦταν κατασκευασμένη ἀπὸ σκληρὸ ξύλο κρανιᾶς, δέντρο ποὺ ἀφθονεῖ στὰ βουνὰ τῆς δυτικῆς Μακεδονίας (τῆς Ἄνω Μακεδονίας των ἀρχαίων). Ἡ κρανιὰ φτάνει σὲ μεγάλο ὕψος μὲ....
εὐθὺ κορμό, παρέχοντας ἔτσι δόρατα μὲ μεγάλο μῆκος, σχετικὰ ἐλαφρά, μὲ σκληρότητα καὶ ἀντοχή.
Χαρακτηριστικό τῆς σάρισας, τὸ ὁποῖο κυρίως διαφοροποιοῦσε τὴ μακεδονικὴ ἀπὸ τὶς ὀπλιτικὲς φάλαγγες, ἦταν τὸ μῆκος της. Ἀρχικὰ περίπου 5,5 μέτρα, ἔφτασε τὸν 2ο π.Χ. αἰώνα τὰ 6,50 μέτρα. Εἶχε σιδερένια αἰχμὴ καὶ σαυρωτήρα στὸ ἀντίθετο ἄκρο, ὡς ἀντίβαρο καὶ γιὰ νὰ καρφώνεται στὸ ἔδαφος. Ὁ φαλαγγίτης τὴ χειριζόταν μὲ τὰ δύο χέρια.
Ἡ λέξη εἶναι ἄγνωστης ἐτυμολογίας καὶ προφανῶς ἀποτελεῖ κατάλοιπο ἰδιωματισμοῦ τῆς μακεδονικῆς διαλέκτου, ἢ λεξιδάνειο ἀπὸ τοὺς γειτονικοὺς λαούς. Σάρισες ὀνομάζονταν τὰ μακεδονικὰ δόρατα καὶ πρὸ τοῦ Φιλίππου, αὐτὸς ὅμως εἶναι ποὺ ἐπινόησε τὴν αὔξηση τοῦ μήκους τους καὶ ὡς ἐκ τούτου δημιούργησε τὴ μακεδονικὴ φάλαγγα.» (wikipedia)
ΠΟΙΑ συγκεκριμένη γῆ κάρπιζε καὶ προμήθευε μὲ ΚΟΝΤΑΡΙΑ τὶς Σάρισες καὶ ἐξόπλιζε ἔτσι τὶς μακεδονικὲς φάλαγγες νικηφόρα;
«Ὁ Βυζαντινὸς Ναὸς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, στὴν Κονταριώτισσα, Πιερίας, ἔργο βυζαντινοῦ ρυθμοῦ ποὺ χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν 11ο αἰώνα, ἀποτελεῖ σημαντικὸ ἀξιοθέατό τῆς περιοχῆς κοντὰ στὸ ΔΙΟΝ στὶς ὑπώρειες τῶν Πιερίων καὶ τοῦ Ὀλύμπου. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰώνα ὁ ἐπίσκοπος Κίτρους Παρθένιος Βαρδάκας ἔγραψε ἕνα βιβλίο, τὸ ὁποῖο περιεῖχε διάφορες πληροφορίες γιὰ τὶς κυριότερες πόλεις καὶ χωριὰ τοῦ νομοῦ Πιερίας. Ἀνάμεσα στὶς ἄλλες πληροφορίες ποὺ ἔγραψε γιὰ τὴν Κονταριώτισσα ἦταν καὶ οἱ ἑξῆς:
Τὸ ὄνομα Κονταργιώτισσα ἔλαβε τὸ χωρίον ἐκ τοῦ προρρηθέντος βυζαντινοῦ ἐξωκκλησίου τῆς Παναγίας, ἥτις ὠνομάζετο Κονταργιώτισσα Παναγία, ἐκ τοῦ ὅτι κὰθ΄ ἠμᾶς ἐξήγοντο κοντοὶ καὶ κοντάρια ἐκ τοῦ περὶ αὐτὴν δάσους.
Μετάφραση:
Τὸ ὄνομα Κονταργιώτισσα πῆρε τὸ χωριὸ ἀπὸ τὸ βυζαντινὸ ἐξωκλήσι τῆς Παναγίας, ποὺ προαναφέραμε, τὸ ὁποῖο ὀνομαζόταν Παναγία Κονταργιώτισσα, γιατί ἀπὸ τὸ δάσος ποὺ ὑπῆρχε γύρω ἀπὸ τὸ ναὸ κατασκευάζονταν ξύλινα κοντάρια» (kontariotissa)
Τί μᾶς ἐπεσήμανε Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ γιὰ τὸν τάφο τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου;
«Μιὰ μέρα ποῦ πήγαμε, μᾶς ἔλεγε ὁ Γέροντας ὅτι μὲ τὸ χάρισμα ποῦ εἶχε ἀπὸ μικρός, διέκρινε ἀπὸ πολὺ μακριὰ νερά, ἅγια Λείψανα, ἀρχαίους Ναούς, ἀρχαίους τάφους. Ἀκόμα καὶ γιὰ τὸν τάφο τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, μᾶς ἔλεγε ὅτι δὲν εἶναι οὔτε στὴν Αἴγυπτο οὔτε ἐκεῖ ποῦ τὸν ψάχνουν, ἀλλὰ εἶναι ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα κοντὰ στὸ ἀρχαῖο Δίον καὶ συγκεκριμένα στὴν Κατερίνη στὴν “Κονταριώτισσα”, δίπλα σ? ἕνα παλιὸ ἐκκλησάκι τῆς Παναγίας»
Τὸ κάτωθι ἀπόσπασμα περιέχεται στὸ νέο βιβλίο τῆς Ἑνωμένης Ρωμηοσύνης “Ὁ Ὅσιος Πορφύριος (Μαρτυρίες – Διηγήσεις – Νουθεσίες)” τῆς ἐκδοτικῆς σειρᾶς “Ὀρθόδοξο βίωμα” (enromiosini)
Πῶς λοιπὸν τὸ ἴδιο το τοπωνύμιο ὑποστηρίζει ἀπὸ μόνο του τὸν θεόπνευστο λόγο τοῦ ΑΓΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ. Σὲ αὐτὴ τὴν ΓΗ τῆς ΠΑΝΑΓΙΑΣ τῆς Κονταριώτισσας ἡ ἀνθρωπότητα θὰ ἔρθει γιὰ νὰ προσκυνήσει τὴν Ἑλληνικὴ ἱστορία . Φαίνεται ὅτι τὸ σκήνωμα τοῦ Μ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ δὲν κάηκε ἀλλὰ ταριχεύθηκε μὲ ὅτι πιὸ τέλειο διέθετε ἡ τεχνική των Αἰγυπτίων (βλ. ἐμποτισμὸς σὲ μέλι) καὶ μεταφέρθηκε στὴν Μακεδονία κρυφὰ . Φαίνεται ὅτι μεταφέρθηκε ΚΑΙ διασώθηκε τὸ σκήνωμα γιὰ νὰ ὑπηρετήσει τὶς μέρες μας ποὺ εἶναι καὶ αὐτὲς θὰ καταστοῦν ἱστορικές. Ἡ ἀνεύρεση τοῦ τάφου καὶ τοῦ σκηνώματος τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου θὰ ἑνώσει δυὸ σημαντικὲς περιόδους γιὰ τὸν Ἑλληνισμό.
Ἡ πρώτη ἱστορικὴ περίοδος γράφτηκε στὴν Παγκόσμια ἱστορία μὲ χρυσὰ γράμματα μὲ τὸ ἐκπολιτιστικὸ ἔργο τοῦ μεγάλου ἐπίγειου βασιλιὰ ποὺ κατέστησε τὴν Ἑλληνικὴ Γλώσσα στρατηγικὸ ἐργαλεῖο καὶ διὰ αὐτῆς διαδόθηκε τὸ μήνυμα τοῦ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ στὸ τότε γνωστὸ κόσμο
Ἡ δεύτερη ἱστορικὴ περίοδος ἑτοιμάζεται ΘΕΙΑ ΒΟΥΛΗ νὰ γράψει ἱστορία μὲ τὴν ἀνάδειξη τοῦ Ἑλληνοχριστιανικοῦ Πολιτισμοῦ ὡς μοναδικοῦ θεραπευτικοῦ μέσου στὴν ἴαση τῆς φλεγμένουσας ἀπὸ πάθη ἀνθρωπότητας.
Μὲ πίστη καὶ ἐλπίδα
Δρ. Κωνσταντῖνος Βαρδάκας
Ὅταν ξυπνήσει ἥ τῆς Μακεδονίας ΓΗ θὰ τοὺς κυνηγήσει μὲ τὰ ΚΟΝΤΑΡΙΑ της!
Πηγή: Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
Οἱ ἀρχαῖοι Ρωμαῖοι ἦσαν πολὺ ὑπερήφανοι γιὰ τὴν πολεμική τους ἀνδρεία καὶ τὰ στρατιωτικά τους κατορθώματα. Ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες, στοὺς ὁποίους ἦσαν πρόθυμοι νὰ τοὺς ἀναγνωρίσουν τὴν πολιτιστικὴ καὶ πνευματικὴ ὑπεροχή, ἐν τούτοις ὁ ρωμαϊκὸς πατριωτισμὸς καὶ τὸ ἐθνικό τους αἴσθημα θεωροῦσε ὅτι στὸν στρατιωτικὸ τομέα οἱ Ρωμαῖοι ἦσαν ἀνώτεροι τῶν Ἑλλήνων, καὶ ἀπόδειξη αὐτοῦ ἀποτελοῦσαν οἱ ρωμαϊκὲς κατακτήσεις, ἡ τεράστια αὐτοκρατορία τους ποὺ εἶχε ὑποτάξει ὅλα τὰ ἑλληνιστικὰ βασίλεια. Ἐξαίρεση σὲ αὐτὴν τὴν αἴσθηση στρατιωτικῆς ὑπεροχῆς τῶν Ρωμαίων ἀποτελοῦσε ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος, στοῦ ὁποίου τὴ στρατιωτικὴ ἰδιοφυΐα καὶ ἀνδρεία οἱ Ρωμαῖοι ὑποκλίνονταν. Μάλιστα, ὁ μέγας Μακεδὼν στρατηλάτης καὶ κοσμοκράτωρ ἀποτελοῦσε γιὰ κάθε Ρωμαῖο στρατιωτικὸ τὸ ἀξεπέραστο πρότυπο ποὺ ὅλοι ἐπιθυμοῦσαν νὰ μιμηθοῦν καὶ ἤλπιζαν νὰ τὸ ξεπεράσουν. Ἂς δοῦμε μερικὰ παραδείγματα αὐτοῦ τοῦ φαινομένου ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ τὸ ἀποκαλέσουμε imitatio Alexandri («μίμησις Ἀλεξάνδρου»).
Χαρακτηριστικὰ ὁ Σουητώνιος ἀναφέρει ὅτι, ὅταν ὁ Ἰούλιος Καίσαρας εὑρισκόμενος στὰ Γάδειρα τῆς Ἱσπανίας (σημερινὸ Cadiz), εἶδε σὲ κάποιον ναὸ ἕνα ἄγαλμα τοῦ Ἀλεξάνδρου, ξέσπασε σὲ δάκρυα ἀναλογιζόμενος ὅτι ὁ ἴδιος δὲν εἶχε κατορθώσει ἀκόμη τίποτε σπουδαῖο, ὅταν ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος στὴν ἴδια ἡλικία εἶχε κατακτήσει τὸν κόσμο (Suetonius, Jul. 7). Ἀργότερα, ὁ Ἰούλιος Καίσαρας καὶ ἐν συνεχείᾳ ὁ Ὀκταβιανὸς Αὔγουστος εἰσήγαγαν τὴ λατρεία τῆς Εἰρήνης (PAX) καὶ ἔστηναν βωμοὺς στὴ Θεὰ τῆς Εἰρήνης (Ara Pacis), προσπαθοῦσαν ἐνσυνειδήτως νὰ μιμηθοῦν τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο ὡς παγκόσμιο εἰρηνοποιὸ καὶ εἰσηγητὴ μίας παγκοσμίου αὐτοκρατορικῆς εἰρήνης, ὅπως ἦταν ἡ Pax Romana. Ὁ Μᾶρκος Ἀντώνιος ὀνόμασε τὸν γιὸ ποὺ ἀπέκτησε μὲ τὴν Κλεοπάτρα Ἀλέξανδρο Ἥλιο, γιὰ νὰ δηλώσει ὅτι ὁ γιός του θὰ γίνει ὁ κυρίαρχος τῆς Ἑλληνιστικῆς Ἀνατολῆς καὶ τοῦ κόσμου ὅλου (Πλουτάρχου, Ἀντώνιος 22). Ἐπίσης, ὁ Πλούταρχος γράφει ὅτι, ὅταν ὁ Ἀντώνιος κάλυψε τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ Βρούτου μὲ τὸν μανδύα του, θέλησε νὰ μιμηθεῖ τὸν Ἀλέξανδρο ποὺ κάλυψε ἀπὸ σεβασμὸ τὴ σορὸ τοῦ Δαρείου (Πλουτάρχου, Βροῦτος 53). Ὁ Πομπήϊος ἐκολακεύετο νὰ θεωρεῖ ἑαυτὸν ὅτι ὁμοίαζε στὴν ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση μὲ τὸν μεγάλο στρατηλάτη μία ὁμοιότητα ποὺ μόνον ὁ ἴδιος ἔβλεπε καὶ ὄχι οἱ ἄλλοι (Πλουτάρχου, Πομπήϊος 2) καὶ μάλιστα φρόντιζε νὰ χτενίζει τὴν κόμη του ὅπως ἀπεικονίζετο ἡ κόμμωση τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου στὰ πορτρέτα καὶ τὶς προτομὲς τοῦ μεγάλου Μακεδόνα.
Ἡ μεγάλη ρωμαϊκὴ οἰκογένεια τῶν Σκιπιώνων διέδιδε ὡς πατρογονική της παράδοση ὅτι τὴν μητέρα τοῦ Σκιπίωνος Ἀφρικανοῦ εἶχε ἐπισκεφθεῖ λίγο πρὶν ἀπὸ τὴ γέννησή του, ἕνα φίδι ὡς θεϊκὸ σημάδι, ὅπως ἀκριβῶς εἶχε συμβεῖ καὶ μὲ τὴν Ὀλυμπιάδα, τὴ μητέρα τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου (τὸ ἀναφέρει ὁ Λίβιος στὴν Ἱστορία του 26.19.7). Ἐπίσης, ὁ Ὀκταβιανὸς Αὔγουστος χρησιμοποίησε ὡς ἐπίσημη σφραγῖδα του μία ἀπεικόνιση τῆς μορφῆς τοῦ Ἀλεξάνδρου (Σουητώνιος, Βίος Αὐγούστου 50). Ἀκόμη, εὑρισκόμενος στὴν Αἴγυπτο, προσκύνησε τὴ σαρκοφάγο τοῦ Ἀλεξάνδρου, καὶ κατέθεσε σὲ αὐτὴν χρυσὸ στέφανο καὶ ἄνθη (Σουητώνιος, Βίος Αὐγούστου 18). Αὐτὸς δὲ ὁ Καλιγούλας ζήτησε νὰ τοῦ φέρουν τὸν θώρακα τοῦ μεγάλου στρατηλάτου ἀπὸ τὸν τάφο του στὴν Αἴγυπτο, γιὰ νὰ τὸν φορέσει (Σουητώνιος, Βίος Καλιγούλα 52).
Ἀλλὰ καὶ οἱ μετέπειτα Ρωμαῖοι αὐτοκράτορες ἀρέσκοντο νὰ τοὺς συγκρίνουν μὲ τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο (βλ. Νέρων, Τραϊανός, Ἀντωνῖνος) καὶ ἐμιμοῦντο τὴν ἐλαφρὰ κλίση τῆς κεφαλῆς, τὴν τόσο χαρακτηριστικὴ στάση τοῦ στρατηλάτου, τὴν ἀνεστραμμένη πρὸς τὰ πίσω κόμμωση τοῦ Ἀλεξάνδρου, καὶ συχνὰ ἀπεικονίζοντο σὲ προτομές, ἀγάλματα καὶ νομίσματα μὲ χαρακτηριστικά τῆς μορφῆς τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου.
Πηγή: Ἑνωμένη Ρωμηοσύνη
Περί το 325 π.Χ, κατά την διάρκεια της εκστρατείας στην Ινδία και συγκεκριμένα στην πολιορκία εναντίον των Μαλλών και Οξυδαρκών, όταν τα τμήματα υπό τον Αλέξανδρο και τον Περδίκκα αντίστοιχα, ετοιμάζονταν να προσβάλουν τα τείχη, ο μάντης Δημοφών είπε στον Αλέξανδρο να εγκαταλείψει την πολιορκία, διότι οι οιωνοί προέβλεπαν σοβαρό τραυματισμό του. Είναι βέβαιον ότι ο Αλέξανδρος είχε σοβαρούς λόγους να είναι οργισμένος με τους μάντεις της ακολουθίας του, οι οποίοι αντί να τον βοηθούν να χειραγωγεί τη στρατιά, του έφερναν εμπόδια. Όταν τον προκαλούσαν οι Σκύθες στον Ιαξάρτη, ο Αρίστανδρος αρνήθηκε να παρερμηνεύσει τους δυσμενείς οιωνούς και όταν οι Μακεδόνες αρνήθηκαν να προχωρήσουν πέρα από τον Ύφασι, οι μάντεις και πάλι αρνήθηκαν να παρερμηνεύσουν τους δυσμενείς οιωνούς. Έτσι ο Αλέξανδρος επέπληξε ευθέως τον Δημοφώντα, διότι η μαντεία του υπονόμευε την μαχητικότητα των Μακεδόνων και προχώρησε στην πολιορκία.
Οι Ινδικές πόλεις δεν είχαν τις οχυρώσεις των Μεσογειακών ή Μεσοποτάμιων πόλεων, στην εκπόρθηση των οποίων οι Μακεδόνες είχαν αποκτήσει μεγάλη εμπειρία και τα συνήθως χωμάτινα Ινδικά τείχη δεν άντεχαν τις εφόδους. Έτσι η πόλη των Μαλλών έπεσε κι αυτή εύκολα, όμως η μεγάλη εμπειρία των Μακεδόνων και η σχετικά ασθενής οχύρωση της πόλης μετέτρεψαν την αυτοπεποίθησή τους σε υπεροψία, που τους οδήγησε σε μία σειρά από παιδαριώδη σφάλματα. Ίσως πάλι τα σφάλματα να προκλήθηκαν από ψυχική κόπωση και απροθυμία των Μακεδόνων για άλλους κινδύνους. Οι περισσότεροι δεν πήραν μαζί τους πολιορκητικές κλίμακες και ενώ το τμήμα του Αλεξάνδρου παραβίασε μία μικρή πύλη και μπήκε εύκολα στην πόλη, το τμήμα του Περδίκκα καθυστέρησε πολύ να ανέβει στα τείχη. Το αποτέλεσμα ήταν να αποσυντονιστούν τα δύο τμήματα και να εκνευριστεί ο Αλέξανδρος.
Οι Ινδοί είχαν υποχωρήσει στην ακρόπολη αποφασισμένοι να την υπερασπιστούν, ο Περδίκκας αγωνιζόταν να καταλάβει τα τείχη και οι κλίμακες δεν είχαν έλθει ακόμη. Όταν εμφανίστηκαν οι πρώτοι Μακεδόνες, που έφερναν κλίμακες, ο Αλέξανδρος εκνευρισμένος από τα λάθη, που είχαν κάνει, άρπαξε μία και άρχισε να ανεβαίνει στα τείχη της ακρόπολης καλυπτόμενος κάτω από την ασπίδα του. Τον ακολουθούσαν ο υπασπιστής Πευκέστας με την ιερή ασπίδα από το ναό της Ιλιάδας Αθηνάς και ο σωματοφύλακας Λεοννάτος, ενώ ο διμοιρίτης Αβρέας ανέβαινε από άλλη κλίμακα. Φυσικά, ούτε σ’ αυτό το σημαντικό περιστατικό μπορούσαν να είναι απόλυτα σύμφωνοι όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς και μόνο για τον Πευκέστα συμφωνούν. Κάποιοι μάλιστα είχαν γράψει ότι μαζί με τον Αλέξανδρο ήταν ο Πευκέστας και ο Πτολεμαίος του Λάγου. Ωστόσο ο ίδιος ο Πτολεμαίος έγραψε ότι δεν βρισκόταν καν σ’ εκείνη την πόλη, αλλά ήταν επικεφαλής άλλης δύναμης και πολεμούσε εναντίον άλλων Ινδών. Κάποιοι άλλοι αρχαίοι συγγραφείς, προφανώς έκριναν ασθενή τη μνήμη του Πτολεμαίου και αποφάσισαν ότι εκείνος, που ήταν σωματοφύλακας και όχι ο απλός υπασπιστής Πευκέστας, έσωσε τον Αλέξανδρο και γι’ αυτό του απένειμαν τον τίτλο του Σωτήρος. Ο Πλούταρχος αναφέρει τον Πευκέστα και κάποιον Λιμναίο. Οι Διόδωρος, Κούρτιος και Ιουστίνος λένε ότι ο Πευκέστας ανέβηκε αργότερα, μαζί με τους άλλους υπασπιστές, και ότι μέχρι τότε ο Αλέξανδρος πολεμούσε μόνος του.
Μόλις ο Αλέξανδρος πάτησε τα τείχη, απώθησε τους Μαλλούς από εκείνο το σημείο, άλλους χτυπώντας τους με την ασπίδα του και άλλους σκοτώνοντάς τους με το ξίφος του. Γνωρίζουμε, ότι ο Αλέξανδρος έφερε κοπίδα, άρα εδώ είτε έχουμε ανακρίβεια των αρχαίων ιστορικών, είτε ο Αλέξανδρος πράγματι χρησιμοποίησε το δευτερεύον αγχέμαχο όπλο των πεζών, επειδή κι εκείνος μαχόταν πεζός. Οι υπασπιστές βλέποντας το βασιλέα τους μόνο επάνω στα τείχη, ανάμεσα στους εχθρούς, τρομοκρατήθηκαν και ολοκλήρωσαν την αλληλουχία των λαθών. Από τη βιασύνη τους, ανέβηκαν πολλοί μαζί στις κλίμακες, που έσπασαν από το βάρος, αποκόπτοντας μόνους ανάμεσα στους Ινδούς τον Αλέξανδρο, τον Πευκέστα, τον Λεοννάτο και τον Αβρέα. Δεν είχαν άλλη επιλογή ο μεν Αλέξανδρος από το να επιδιώξει τον ηρωικό θάνατο, που αρμόζει σε ένα δοξασμένο βασιλιά, οι δε άλλοι τρεις από το να σκοτωθούν προστατεύοντας τον βασιλιά τους.
Από τη λαμπρότητα των όπλων και την μεγάλη του τόλμη, οι Μαλλοί κατάλαβαν ποιόν είχαν μπροστά τους και δίστασαν να του επιτεθούν. Επειδή από τους γύρω πύργους έβαλλαν εναντίον του, ο Αλέξανδρος από τις επάλξεις πήδηξε στο εσωτερικό της ακρόπολης και, για να προστατέψει τα νώτα του, ακούμπησε την πλάτη στο τείχος. Ο αρχηγός των Ινδών του επιτέθηκε, ο Αλέξανδρος τον σκότωσε και οι άλλοι παρέμειναν στις θέσεις τους. Ο Αλέξανδρος τους πετούσε πέτρες και χτυπούσε με το ξίφος του όποιον πλησίαζε περισσότερο. Οι Ινδοί δεν τόλμησαν να πλησιάσουν περισσότερο, αλλά τον περικύκλωσαν και του έριχναν ό,τι εύρισκαν. Μόλις έφτασαν δίπλα του και οι άλλοι τρεις Μακεδόνες, ο Αβρέας χτυπήθηκε από βέλος στο πρόσωπο και σκοτώθηκε, ενώ ένα άλλο βέλος χτύπησε τον Αλέξανδρο στο στήθος. Διαπέρασε τον λινοθώρακα και καρφώθηκε στα πλευρά πάνω από τον αριστερό μαστό. Παρά τον σοβαρό τραυματισμό του συνέχισε να μάχεται για λίγο, αλλά μετά λιποθύμησε από την αιμορραγία. Ο Πευκέστας με την ιερή ασπίδα και ο Λεοννάτος στάθηκαν από πάνω του, για να τον προστατέψουν από τις βολές. Με εξαίρεση τον Αρριανό, που δίνει την παραπάνω περιγραφή, οι υπόλοιποι αρχαίοι ιστορικοί προβάλλουν υπερβολικά την μαχητική ικανότητα του βαριά τραυματισμένου Αλεξάνδρου και πριν χάσει τις αισθήσεις του τον θέλουν να σκοτώνει τον Ινδό, που τόλμησε να τον τραυματίσει. Μάλιστα, ο Ιουστίνος θέλει τον Αλέξανδρο «να κατακόπτει ή να απωθεί ολομόναχος πολλές χιλιάδες» εχθρών.
Στο μεταξύ οι υπασπιστές που κατάφεραν να καταστρέψουν τις κλίμακες και να καθηλωθούν έξω από τα τείχη, αναζητούσαν τρόπους να αναρριχηθούν. Έμπηγαν πασσάλους στο χωμάτινο τείχος και σκαρφάλωναν με δυσκολία. Ανεβαίνοντας στο τείχος είδαν τον Αλέξανδρο λιπόθυμο και έτρεξαν να βοηθήσουν τον Πευκέστα και τον Λεοννάτο, που αντιστέκονταν σθεναρά. Κάποιοι απ’ αυτούς έσπασαν τον μοχλό, που ασφάλιζε την πύλη του μεταπυργίου και οι υπόλοιποι, έξω από τα τείχη, χτυπούσαν με ορμή τους ώμους τους πάνω της, ώσπου την παραβίασαν και εισέβαλαν στην ακρόπολη. Αναστατωμένοι από τα λάθη τους και έξαλλοι από τον τραυματισμό του βασιλιά τους, ο οποίος δεν ήξεραν αν ζούσε ή όχι, οι Μακεδόνες έσφαξαν όλους τους Μαλλούς, ακόμη και τα γυναικόπαιδα.
Οι εταίροι χρησιμοποιώντας την ασπίδα του Αλεξάνδρου ως φορείο, τον μετέφεραν στο στρατόπεδο σε πολύ άσχημη κατάσταση. Σύμφωνα με τον Πτολεμαίο, από την πληγή εκτός από αίμα έβγαινε και αέρας, κάτι που σημαίνει ότι το βέλος είχε τρυπήσει και τους πνεύμονες. Το βέλος των Μαλλών είχε σφηνωθεί στα οστά του θώρακα, στο ύψος του μαστού, μπροστά από την καρδιά και δεν έβγαινε. Έτσι δεν μπορούσαν να του αφαιρέσουν τον λινοθώρακα και φοβόντουσαν μήπως οι κραδασμοί απ’ το πριόνισμα του στελέχους σπάσουν τα πλευρά και προκληθεί εσωτερική αιμορραγία. Τελικά τους παρότρυνε ο ίδιος να το πριονίσουν. Με μεγάλη δυσκολία και κόπο πριόνισαν το ξύλινο βέλος, για να μπορέσουν να του βγάλουν το λινοθώρακα, και μετά προσπάθησαν να βγάλουν την ακίδα. Η πληγή είχε μήκος 4 δακτύλους (περίπου 7,4 εκ) και πλάτος 3 (περίπου 5,5 εκ). Μόλις έβγαλαν την ακίδα, προκλήθηκε μεγάλη αιμορραγία και ο Αλέξανδρος ξανάχασε τις αισθήσεις του. Αυτός που αφαίρεσε το βέλος, ήταν ο ιατρός Κριτόδημος από την Κω και του γένους των Ασκληπιαδών.
Σύμφωνα όμως με τον Πλούταρχο και άλλους μη σωζόμενους ιστορικούς δεν υπήρχε γιατρός εκεί κοντά και ο Αλέξανδρος διέταξε τον Περδίκκα να σκίσει την πληγή με το ξίφος του και να βγάλει το βέλος. Ωστόσο γνωρίζουμε ότι η στρατιά του Αλεξάνδρου διέθετε όχι μόνο γιατρούς, αλλά ολόκληρη υγειονομική υπηρεσία. Δεν πρέπει να παρασυρθούμε από την ταχεία προέλαση του εταιρικού ιππικού και να συμπεράνουμε ότι επρόκειτο για μία καταδρομική επιχείρηση, στην οποία ασφαλώς δεν έχουν θέση οι γιατροί. Κατά την προέλαση εναντίον των Μαλλών, τα τμήματα της στρατιάς παραδίδεται ότι ενεπλάκησαν κατά σειρά, όπως ακριβώς είναι αναμενόμενο από τη σχετική ταχύτητα κίνησής τους: ιππείς – ψιλοί – οπλίτες – μηχανές.
Οι μηχανές μεταφέρονταν αποσυναρμολογημένες με σκευοφόρα και εφόσον ούτως ή άλλως υπήρχαν σκευοφόρα και μάλιστα με πολύ βαρύ φορτίο, ήταν απόλυτα λογικό να προστεθούν μερικά ακόμη για τους γιατρούς και το φαρμακευτικό υλικό. Επιπλέον, αν δεν υπήρχαν γιατροί και σκευοφόρα του Υγειονομικού Σώματος, θα ήταν αδύνατη η περίθαλψη και διακομιδή των τραυματιών, που είναι εκ των ων ουκ άνευ σε τακτικές επιχειρήσεις τακτικών στρατιωτικών τμημάτων. Τέλος, το σοβαρότατο τραύμα του Αλεξάνδρου, οι ευθύνες και οι συνέπειες από τυχόν μοιραία κατάληξη, δεν επέτρεπαν την αντιμετώπιση της κατάστασης επί τόπου, αλλά επέβαλλαν τη μεταφορά του στο στρατόπεδο, το οποίο άλλωστε ήταν μπροστά από τα τείχη. Το μόνο λογικό λοιπόν είναι να δεχθούμε ότι η εγχείρηση και η αντιμετώπιση της αιμορραγίας έγιναν από γιατρό και όχι από στρατιωτικό.
Ο βαρύς τραυματισμός του Αλεξάνδρου κατά την άλωση της ειρωνικά ανώνυμης πόλης των Μαλλών μετετράπη σε φήμη ότι σκοτώθηκε και – όπως συμβαίνει πάντοτε σε τέτοιες περιπτώσεις – μεταδόθηκε αστραπιαία σε όλη την στρατιά, μέχρι το κεντρικό στρατόπεδο στη συμβολή του Υδραώτη με τον Ακεσίνη, αλλά και στα μετόπισθεν. Τρόμος κατέλαβε τους Μακεδόνες και πολλά ερωτηματικά τους βασάνιζαν. Ποιός από τους πολλούς καταξιωμένους στρατηγούς θα τον αντικαθιστούσε; Πόσο ομαλή θα ήταν η διαδοχή; Τι θα γινόταν με τους υποταγμένους λαούς, που ευκαιρία περίμεναν να επαναστατήσουν; Τι θα γινόταν με τους βαρβάρους της στρατιάς, κάποιοι από τους οποίους ήταν ήδη ύποπτοι λιποταξίας; Η στρατιά βρισκόταν στην πιο άγνωστη περιοχή της Ασίας, οι λαοί εκεί ήταν οι πιο γενναίοι και πιο αξιόμαχοι και η απόσταση, που μεσολαβούσε ως τις ασφαλείς περιοχές, ήταν τεράστια. Ο θάνατος του Αλεξάνδρου εκείνη τη στιγμή ταυτιζόταν με τον δικό τους αφανισμό.
Όπως ήταν επόμενο, την βεβαιότητα για τον θάνατο του Αλεξάνδρου, που είχε δημιουργήσει η φημολογία της εβδομάδας από την ημέρα του τραυματισμού, δεν μπορούσε να την διαλύσει ούτε η ανακοίνωση ότι ζει, ούτε η επιστολή του ότι επέστρεφε στο κεντρικό στρατόπεδο. Οι περισσότεροι πίστευαν ότι την είχαν πλαστογραφήσει οι σωματοφύλακες και οι στρατηγοί, για να ηρεμήσουν τα πνεύματα. Όταν το πλοίο, που τον μετέφερε, πλησίασε στο στρατόπεδο, ο Αλέξανδρος διέταξε να αφαιρέσουν τη σκηνή από την πρύμνη, ώστε να τον δει όλο το στρατόπεδο πάνω στο φορείο. Όμως η απελπισία, που είχε καταλάβει τους Μακεδόνες ήταν τέτοια, ώστε πίστεψαν ότι τον έβλεπαν νεκρό. Κάποια στιγμή εκείνος σήκωσε το χέρι του και χαιρέτισε τη στρατιά, που επιτέλους πείστηκε ότι ήταν ζωντανός. Τότε όλοι αναβόησαν ανακουφισμένοι και κάποιοι έκλαιγαν από τη χαρά τους. Επειδή η ψυχολογία της στρατιάς είχε κλονιστεί σοβαρά, όταν το πλοίο σταμάτησε στην όχθη, ο Αλέξανδρος δεν δέχθηκε να ανεβεί σε φορείο, αλλά πήγε έφιππος ως τη σκηνή του, όπου αφίππευσε και περπάτησε, για να πεισθούν όλοι ότι δεν είχε πάθει κάποια ανεπανόρθωτη βλάβη. Από το πλοίο ως τη σκηνή του η στρατιά τον επευφημούσε, τον χειροκροτούσε και τον έραινε με ταινίες και λουλούδια. Υπήρξαν όμως και οι δύσπιστοι, που χρειάστηκε να τον αγγίξουν ή να τον δουν από πολύ κοντά, για να πεισθούν τελείως. Κάποιοι απ’ τους εταίρους βρήκαν την ευκαιρία και του καταλόγισαν ότι διακινδυνεύει στη μάχη όχι ως στρατηγός αλλά ως στρατιώτης. Είχαν απόλυτο δίκιο κι ο ίδιος ασφαλώς το γνώριζε, αλλά η παρορμητική του φύση αυτό ακριβώς υπαγόρευε.
Η αντίδραση των Μακεδόνων στον τραυματισμό του Αλεξάνδρου δείχνει τη βαθιά εκτίμησή τους προς το πρόσωπό του. Μία εκτίμηση, που δεν είχε κλονισθεί ούτε από τη δολοφονία του Παρμενίωνα, ούτε από το φόνο του Κλείτου, ούτε από τη σύλληψη του Καλλισθένη, ούτε από τις βαρβαρικές συνήθειες που είχε υιοθετήσει, ούτε από την προσκύνηση που απαιτούσε. Όσο κι αν τους εξόργιζε, όσα κι αν του καταμαρτυρούσαν, ο Αλέξανδρος παρέμενε ο βασιλιάς που τους οδήγησε στη δόξα, ο στρατηγός που εμπιστεύονταν να τους οδηγήσει με ασφάλεια έξω από τις επικίνδυνες βαρβαρικές χώρες.
Στο μεταξύ η φήμη ότι ο Αλέξανδρος είχε σκοτωθεί έφτασε πολύ μακρυά. Οι Έλληνες, τους οποίους είχε εποικίσει στη Βακτρία και τη Σογδιανή παρά τη θέλησή τους, δεν μπορούσαν να αντέξουν την ζωή ανάμεσα στους βαρβάρους και θεώρησαν ότι με το θάνατό του, άνοιγε ο δρόμος της επιστροφής τους. Όπως είχε προειδοποιήσει ο Κοίνος, συγκεντρώθηκαν περί τους 3.000, όλοι εμπειροπόλεμοι και αποφασισμένοι να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Ξεκίνησαν μία μακρά, δύσκολη και κοπιαστική πορεία και μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου ο Περδίκκας επρόκειτο να στείλει εναντίον τους τον Πείθωνα.
Πάντως στις χώρες της Ινδίας η φήμη του θανάτου διαψεύστηκε γρήγορα. Όσοι Μαλλοί δεν είχαν υποταχθεί ακόμη, αποκαρδιωμένοι από τις αποτυχίες και τις συμφορές των προηγουμένων και φοβούμενοι το μένος των Μακεδόνων μετά τον τραυματισμό του Αλεξάνδρου, έστειλαν πρέσβεις και παραδόθηκαν. Το ίδιο έκαναν και οι σύμμαχοί τους, οι Οξυδράκες, που έστειλαν μία πολυπληθέστατη πρεσβεία, αποτελούμενη από τους διοικητές των πόλεων, τους νομάρχες και άλλους 150 επιφανείς πολίτες. Αυτοί, θέλοντας να διατηρήσουν στοιχειωδώς τα προσχήματα, του είπαν ότι περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο ήθελαν την ελευθερία τους, αλλά, αφού ο Αλέξανδρος είχε θεϊκή καταγωγή, δέχονταν να του δώσουν ομήρους, να υπαχθούν στη σατραπεία του Φιλίππου και να πληρώνουν τους φόρους, που θα τους όριζε.
————————
Ο προηγούμενος τραυματισμός ήταν ο σοβαρότερος που υπέστη ο Μέγας Αλέξανδρος, πλην όμως υπήρξαν και άλλοι οι οποίοι ήσαν λιγότερο σοβαροί και προκλήθηκαν στο πεδίο της μάχης…..αγαπημένη τοποθεσία του στρατηλάτη:
– 335 π.Χ. Χτύπημα στο κεφάλι από πέτρα, ενώ μαχόταν κατά των Ιλλυριών.
– 335 π.Χ. Χτύπημα στο λαιμό από σιδερένιο ρόπαλο, ενώ πολεμούσε τους Ιλλυριούς.
– 334 π.Χ. τραύμα στο κεφάλι από ξίφος στην μάχη του Γρανικού
– 333 π.Χ. τραύμα στο μηρό από σπαθί» στην μάχη της Ισσού.
– 332 π.Χ. τραύμα στον αστράγαλο από βέλος» κατά την πολιορκία της Γάζας.
– ……………Εξάρθρωση ώμου κατόπιν πτώσης από το άλογό του.
– 329 π.Χ. τραυματισμός στην κνήμη από βέλος κατά την πολιορκία της Μαρακάνδας (αρχαία ονομασία της Σαμαρκάνδης).
– 327 π.Χ. τραυματισμός από βέλος Ασπασιανού (Ασπασιανή= πόλη στα σύνορα της Ινδίας).
– ……………τραυματισμός στον μηρό.
– 326 π.Χ. τραυματισμός στο στήθος από βέλος που εκτόξευσαν Μαλλοί.
– 325 π.Χ. χτύπημα στο λαιμό, πολεμώντας κατά των Μαλλών.
Ο Μέγας Αλέξανδρος ακολουθώντας το αρχαιοελληνικό πρότυπο διοίκησης πολεμούσε πάντα στην πρώτη γραμμή, διοικώντας δια του παραδείγματος. Οι στρατιώτες του ουδέποτε αισθάνθηκαν μόνοι, αλλά αντιθέτως εμπνέονταν από τον μέγα στρατηλάτη, επιδιώκοντας να φανούν αντάξιοι της εμπιστοσύνης του.
Πονούντων και κινδυνευόντων τα καλά και μεγάλα έργα.……Μέγας Αλέξανδρος
Πηγές
Αρριανός ΣΤ.11.
Πλούταρχος Αλέξανδρος 63.8-12.
Περί της Αλεξάνδρου τύχης, ή αρετής 345.4.
Διόδωρος ΙΖ.98.2-99.6.
Κούρτιος 9.4.27-29.
Ιουστίνος 12.9.5-13.
Πηγή: Χείλων
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...