Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
05 Απριλίου 2025

fwths kontogloy 03

«Φώτης Κόντογλου, ἡ ἐμβληματικὴ προσωπικότητα τῆς νεώτερης ἱστορίας»
 
Ὁ εἰκαστικός, συγγραφέας καὶ πτυχιοῦχος τῆς Σχολῆς Καλῶν Τεχνῶν Βαγγέλης Παππᾶς, παρουσιάζει τὴν ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τοῦ Φώτη Κόντογλου, σὲ ἕνα ἀφιέρωμα ποὺ μυρίζει Ἑλλάδα, μὲ ἀναμνήσεις ἀπὸ ἕναν συγκλονιστικὸ κόσμο ποὺ ὅπως φαίνεται δὲν πέθανε ποτέ. Ὁ Φώτης Κόντογλου, μὲ τὴν ἐμμονή του καὶ τὸ πεῖσμα του ἄλλαξε κυριολεκτικὰ τὴν αἰσθητικὴ ἑνὸς ὁλόκληρου λαοῦ.
 

 

psyxh 01


Η ψυχή μας είναι εικόνα του Θεού, όταν όμως τη μολύνουμε με αμαρτία, τι κάνουμε τότε; Ρίχνουμε την εικόνα του Θεού στον βόρβορο. Ω ψυχή μας, πόσο σε καταφρονούμε! Ω Θεέ, πώς υπομένεις τέτοια καταφρόνηση! Τιμούμε την εικόνα ενός βασιλιά ή άρχοντα και δεν τιμούμε την ψυχή μας στην οποία χάραξες Εσύ την εικόνα Σου. Τίποτε δεν είναι πολυτιμότερο της ψυχής, και όμως για μία εφήμερη απόλαυση ή για πρόσκαιρη τιμή ή γι’ απόκτηση λίγου πλούτου πωλούμε την ψυχή μας, τον πολύτιμο αυτό θησαυρό.

Αν είχαμε πολλές ψυχές θα μας έμενε άλλη, αλλ’ εμείς έχουμε μία και μόνη ψυχή, για την οποία έγιναν τα ουράνια και τα επίγεια, για την οποία κοπιάζει η φύση, κινείται ο ουρανός, λάμπει ο ήλιος, καρποφορεί η γη, γεννιούνται τα φυτά και τα ζώα, και για την οποία κτίστηκε ο Παράδεισος, ετοιμάστηκε η Βασιλεία των ουρανών, η ατελεύτητη μακαριότητα, η απέραντη δόξα και όλα εκείνα τα αγαθά της αιώνιας ζωής «α οφθαλμός ουκ είδε, και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη» (Α’ Κορ. 2:9). Και αν χάσουμε την ψυχή μας, χάνουμε τα πάντα: και γη και ουρανό, και κόσμο και Παράδεισο, και αυτή την πρόσκαιρη ζωή και την αιώνια.

Για να δοκιμάσει ο Θεός την υπομονή του δικαίου Ιώβ, έδωσε άδεια στον Διάβολο να τον πειράξει, να τον ζημιώσει, να τον λυπήσει και να τον βλάψει στα πλούτη του, στα παιδιά του, στην υγεία του, την ψυχή του όμως να μην αγγίξει! «Ιδού πάντα όσα εστίν αυτώ δίδωμί σοι, πλην την ψυχήν αυτού διαφύλαξον». Έγινε φτωχός εν ριπή οφθαλμού ο πλουσιότατος Ιώβ, τα αναρίθμητα ζώα, μικρά και μεγάλα κατακάηκαν, τα ψηλά παλάτια γκρεμίστηκαν από βίαιη πνοή ανέμου, τα παιδιά του σε μια ώρα έλαβαν πρόωρο και αιφνίδιο θάνατο, αυτός φτωχός, έξω από την πόλη πληγιασμένος από το κεφάλι ως τα πόδια, κείτονταν στην κοπριά, την ημέρα να φλογίζεται από τον καύσωνα του ηλίου, τη νύκτα να βασανίζεται από τον παγετό. Ο Ιώβ έχασε τα πάντα.

Ο Ιώβ, όχι, δεν έχασε απολύτως τίποτε, διότι δεν έχασε την ψυχή του. Τι λέει; Έχασα τα πλούτη μου; Αλλ’ εγώ γυμνός γεννήθηκα, τι το παράδοξο αν πεθάνω γυμνός; «Γυμνός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός μου, γυμνός και απελεύσομαι εκεί». Έχασα τα παιδιά μου; Αλλά «ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος αφείλετο». Έχασα την υγεία μου; Έτσι άρεσε στον Θεό μου, «ως τω Κυρίω έδοξεν, ούτω και εγένετο». Έχασα τα πάντα, και δεν έχασα τίποτα, διότι η ψυχή μου έμεινε ακέραιη, παρ’ όλες τις δοκιμασίες είμαι δίκαιος ενώπιον του Θεού και γι’ αυτό δοξάζω, ευχαριστώ και ευλογώ το άγιο όνομά Του. «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον!» (Ιώβ κεφ. 1-2)

Πόση πρόνοια έχει ο φιλάνθρωπος Κύριος όταν παραχωρεί θλίψεις ή για να μας δοκιμάσει ή για να μας παιδεύσει δίνοντας άδεια στον διάβολο να μας πειράξει, να μας βλάψει σε όλα εκτός από την ψυχή μας! «Την ψυχήν αυτού διαφύλαξον». Να μη βλάψει την ψυχή, τη μονογενή αυτή θυγατέρα του Ιησού Χριστού, την κληρονόμο της Βασιλείας Του, την οποία μάλιστα παραδίδει σε άγγελο φύλακα να τη σκέπει, να τη φυλάγει «από φόβου νυκτερινού, από βέλους πετομένου ημέρας, από πράγματος εν σκότει διαπορευομένου, από συμπτώματος δαιμονίου μεσημβρινού» (Ψαλ. 90:5-6). Και γιατί; Διότι όλα τα άλλα –λέει ο ιερός Χρυσόστομος– πρώτον, είναι πολλά, και αν λείψει το ένα, μένει το άλλο, «οπότερον τούτο βλαβή, δια του ετέρου την χρείαν παραμυθούμεθα», και δεύτερον, αν τα χάσουμε σήμερα, μπορούμε να τα βρούμε αύριο, όπως τα βρήκε όλα διπλά ο Ιώβ. Η ψυχή όμως είναι μία και αν τη χάσουμε χάθηκαν τα πάντα· «εάν ταύτην απολέσωμεν, εν τίνι βιοτεύσωμεν;»

Αν εμείς έχουμε ένα μονάκριβο παιδί, πόση είναι η φροντίδα μας να μη το βλάψει, να μη το πικράνει κανείς, παρά το ότι δεν εξαρτάται από αυτό η σωτηρία μας; Επίσης αν έχουμε έναν πολύτιμο λίθο, τον φυλάμε με πολύ επιμέλεια, παρά το ότι με αυτόν δεν μπορούμε να αγοράσουμε τον Παράδεισο. Την ψυχή μας όμως αν τη χάσουμε σε τίποτα δεν θα ωφεληθούμε, διότι γι’ αυτή ζούμε οι άνθρωποι στον κόσμο και με αυτή ελπίζουμε να ζήσουμε στον Παράδεισο. Αν τη χάσουμε, χάθηκαν τα πάντα, και τότε; «Εάν ταύτην απολέσωμεν, εν τίνι βιοτεύσωμεν;»

Της ψυχής μας το μεγάλο προνόμιο είναι ότι είναι αθάνατη. Ο μάταιος και φθαρτός κόσμος με καθετί ωραίο, καλό και πολύτιμο κάποτε θα έχει τέλος. «Παράγει γαρ το σχήμα του κόσμου τούτου» (Α’ Κορ. 7:31). Αργά ή γρήγορα θα έρθει ο θάνατος που σε όλα φέρνει το τέλος. Ό,τι και αν έχουμε στον κόσμο αυτό, όλα ή χάνονται ή εγκαταλείπονται, διότι «πάσα σαρξ ως χόρτος και πάσα δόξα ανθρώπου ως άνθος χόρτου, εξηράνθη ο χόρτος και το άνθος αυτού εξέπεσε» (Α’ Πέτρ. 1:24), η ψυχή μας μόνο μένει αθάνατη, ζει αιώνια, δεν πεθαίνει ποτέ. Ποιο λοιπόν το όφελος αν κερδίσει ο άνθρωπος τον κόσμο όλο που κάποτε θα τελειώσει, ενώ είναι μεγάλη η ζημία αν χάσει την ψυχή του που μένει στον αιώνα; Αν ο άνθρωπος χάσει την ελευθερία μπορεί να την εξαγοράσει, αν χάσει υγεία είναι δυνατό να θεραπευθεί, αν χάσει και τη ζωή του ακόμη, μπορεί να αναστηθεί, αλλά αν χαθεί η ψυχή δεν υπάρχει εξαγορά.

Του Παραδείσου τα κλειδιά ο Θεός τα παρέδωσε σε χέρια ανθρώπων· «καί δώσω σοι –είπε στον Πέτρο και σε όλους τους Αποστόλους– τας κλεις της βασιλείας των ουρανών» (Ματθ. 16:19). Του Άδη τα κλειδιά δεν τα έδωσε σε άνθρωπο, ούτε σε άγγελο, αλλά τα κράτησε ο ίδιος ο Θεός, όπως το λέει στην Αποκάλυψη: «καί έχω τας κλεις του άδου» (Απ. 1:18). Και γιατί τα κλειδιά του Παραδείσου, που είναι το ανάκτορο του Θεού, το βασιλικό παλάτι της δόξας, τα έδωσε σε χέρια ανθρώπων, και τα κλειδιά του Άδη που είναι η φοβερή φυλακή του εξωτέρου σκότους, το βασανιστήριο των κολαζομένων ψυχών, τα κράτησε ο ίδιος ο Θεός, ο Βασιλεύς και Κύριος; Για να μάθουμε ότι σε αυτή τη ζωή, όταν θελήσουμε να ανοίξουμε τον Παράδεισο για να ασφαλίσουμε μέσα εκεί την ψυχή μας, εύκολο είναι να βρούμε τα κλειδιά. Τα έχει παραδώσει σε ανθρώπους εδώ κάτω στη γη, αν τα ζητήσουμε τα βρίσκουμε στα χέρια κάθε πνευματικού πατρός. Αλλά αν έρθει αιφνίδιος ή φυσικός θάνατος και μας βρει ή φορτωμένους από τα βάρη του κόσμου, ή δεμένους με τις αλυσίδες της αμαρτίας και πεθάνουμε αδιόρθωτοι, αμετανόητοι, ανεξομολόγητοι, ακοινώνητοι, πού θα βρούμε τα κλειδιά του Άδη για να ελευθερώσουμε τη φυλακισμένη ψυχή μας; Άνθρωπος δεν τα έχει, άγγελος δεν τα παρέλαβε, τα κρατά ο ίδιος ο Θεός. Ο Κριτής τότε δεν δείχνει έλεος, δεν ανοίγει, διότι κλείστηκε η θύρα. Ελπίδα ελευθερίας δεν υπάρχει, διότι στον Άδη δεν υπάρχει μετάνοια.

Αλλά, ψυχή, είσαι το τελειότερο και ωραιότερο πλάσμα, διότι είσαι εικόνα τού Θεού, είσαι το πολυτιμότερο κτήμα, διότι είσαι αθάνατη. Ο εσταυρωμένος Ιησούς, ο Υιός του Θεού του ζώντος, έχυσε το ατίμητο αίμα Του για να σε εξαγοράσει, έδωσε την κολυμβήθρα του αγίου βαπτίσματος για να σε πλύνει, διέταξε άλλο, «δεύτερο βάπτισμα», τη μετάνοια, για να σε καθαρίσει, ετοίμασε την τράπεζα των αχράντων μυστηρίων Του για να σε θρέψει, έκτισε εδώ στον κόσμο Εκκλησία για να σε αγιάσει, εκεί δε Παράδεισο για να ζήσεις με μακαριότητα στους αιώνες των αιώνων.

Ό,τι ήταν δυνατό το έκανε η άκρα αγαθότητα και ευσπλαχνία Του για να σώσει τις ψυχές μας, και εμείς κάνουμε ό,τι μας υπαγορεύει η άκρα κακία μας για να τη χάσουμε. Είναι όμως προτιμότερο να χάσουμε καθετί που προσφέρει ο κόσμος και να κερδίσουμε την ψυχή μας· διότι, «τι ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδίση τον κόσμον όλον και ζημιωθή την ψυχήν αυτού; ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού;» (Ματθ. 16:26).

 

Πηγή: (Από το περιοδικό «Όσιος Φιλόθεος της Πάρου» 16, σελ. 47), Κοινωνία Ορθοδοξίας

paparounes 01


Πνευματική ζωή. Τί νά εἶναι ἄραγε;

Πνευματική ζωή. Ἕνας ὁρισμός ζωῆς, πού ὁρίζει τίς ζωές μας. Πῶς ὁρίζεται ἄραγε ἡ πνευματική ζωή; Μήπως σάν ζωή γιά τήν τέχνη, τήν ἐπιστήμη, τά γράμματα, τόν πολιτισμό, τή θρησκεία; Ἔννοιες ὄμορφες πλήν ὅμως καί ἄμορφες; Παίρνουν μορφή ἀπό τό περιεχόμενο καί τόν στόχο τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Ὁ πολιτισμός, ἡ τέχνη, ἡ ἐπιστήμη, ἡ θρησκεία εἶναι ἐργαλεῖα πού στά χέρια ἀνθρώπων μέ πνεῦμα ἀλλά χωρίς Πνεῦμα ἀποτέλεσαν ὄπλα μαζικῆς καταστροφῆς τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς καί ἀξιοπρέπειας. Κατέστρεψαν ἀνθρώπους, οἰκογένειες, ἔθνη ὁλόκληρα.

Πνευματική ζωή. Ἕνας ὁρισμός ζωῆς πού ὅρισε τίς ζωές πολλῶν ἀνθρώπων. Ἀνθρώπων τοῦ Πνεύματος, τῶν γνήσιων φίλων τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου, τῶν ἁγίων ἀλλά καί ἀνθρώπων τοῦ «πνεύματος» πού μᾶς ἀπογοήτευσαν μέ τό ἐπίπλαστο καί τό ἐκκωφαντικά ἄδειο τῆς ζωῆς τους. Πνευματική ζωή. Ἕνας ὁρισμός ζωῆς. Ἴσως καί τῆς δικῆς μας ζωῆς. Ἴσως ψευδαίσθηση μιᾶς τέτοιας ζωῆς. Ἴσως πόθος ζωῆς ἀπραγματοποίητος.

Πνευματική ζωή. Ἕνας ὁρισμός ζωῆς τόσο συγκεχυμένος, τόσο ἀφηρημένος ἀλλά καί τόσο καθοριστικός γιά τό παρόν καί τό μέλλον μας, γιά τήν ποιότητα ζωῆς μας, γιά τήν ποιότητα τῶν σχέσεών μας. Κάθε της στιγμή ὁρίζει τό εἶναι μας, τό « γιατί καί τό διότι» τῆς ὕπαρξής μας. Ἕνας ὁρισμός ζωῆς πού δοκιμάζεται καί καθορίζεται κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας, στήν κάθε σκέψη καί τήν κάθε πράξη της.

Εἶναι ἔρωτας.

Ἄν τολμοῦσα νά διατυπώσω ἕναν ὁρισμό τῆς πνευματικῆς ζωῆς θά ἔλεγα ὅτι ἡ πνευματική ζωή εἶναι ἕνας ἀέναος ἐρωτικός διάλογος, μία ἀμετάπτωτη ἐρωτική κίνηση, ἀνάμεσα στόν Θεό πού συνεχῶς κινεῖται ἐρωτικά πρός τό πλάσμα του, καί τόν ἄνθρωπο πού συνηθίζει νά κινεῖτε ἐρωτικά πρός τά δῶρα τοῦ Θεοῦ, τή δημιουργία, τό ὑλικό σύμπαν, τόν ἐμπαθῆ ἑαυτό του. Λατρεύει τήν κτίση καί ὄχι τόν Κτίστη. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκη νά ἐνεργοποιεῖ σῶμα, νοῦ, ψυχή καί καρδιά σέ ὅ,τι θεωρεῖ ὅτι ἱκανοποιεῖ τίς ψυχοσωματικές ἀνάγκες του. Ὅ,τι δηλαδή θεωρεῖ σάν πηγή ζωῆς, δύναμη πραγματοποίησης τῶν ἐπιθυμιῶν του. Τό μυστικό ὅμως στήν πνευματική ζωή τό ἔδειξε μέ τό παράδειγμά Του ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς. Μποροῦσε νά πραγματοποιήσει κάθε ἀνάγκη Του καί κάθε ἐπιθυμία, ἀφοῦ ἦταν ἑνωμένος μέ τήν Θεότητα, ἐντούτοις ἀφέθηκε ἕρμαιο στήν κακία καί τό μίσος τῶν ἀνθρώπων. Θέλοντας νά δείξει πώς ὁ δρόμος γιά τήν ὁλοκλήρωση τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι ἡ στροφή πρός τόν ἑαυτό του καί τίς ἐπιθυμίες του, ἀλλά τό ἄδειασμα, ἡ κένωση τοῦ ἑαυτοῦ, ἡ θυσία, ὁ πόνος, ὁ ἔρωτας, ἡ ἀγάπη. Μόνο ἕνας ἐρωτευμένος μπορεῖ νά δεῖ πώς ὑπάρχει χαρά στήν θυσία καί στόν πόνο. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, μόνο ἕνας πού πόνεσε γιά κάποιον. Μόνο ἕνας πού συνειδητά ὑπέμεινε τίς ἀδυναμίες ἀκόμη καί τήν ἄδικη συμπεριφορά τοῦ ἄλλου, συνεχίζοντας νά τόν ἀγαπᾶ, μπορεῖ νά πεῖ τί εἶναι ἔρωτας καί ἀγάπη. Καί κυρίως μόνο ἕνας πού θυσίασε κάτι ἀπό τόν ἑαυτό του καί τίς ἐπιθυμίες του, προκειμένου νά κερδίσει αὐτόν, πού ἀγαπᾶ, μπορεῖ νά πεῖ ὅτι πραγματικά γεύτηκε τόν ἔρωτα.

Αὐτός εἶναι ὁ Θεός μας πού χωρίς νά χάσει αὐτό πού ἦταν (Θεός) ἑνώθηκε μέ αὐτό πού δέν ἦταν (ἄνθρωπος). Καί ἀπό τότε μπορεῖ τό κτίσμα (ὁ ἄνθρωπος) νά ἑνώνεται μέ τό ἄκτιστο (τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ). Σέ τέτοιο ἐπίπεδο ἀνεβάζει τόν ἄνθρωπο ὁ ἔρωτας τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, ἐάν βέβαια ὁ ἄνθρωπος ἀνταποκριθεῖ σέ αὐτό τό ἐρωτικό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ.

Αὐτό πού λέει ὁ ἐρωτευμένος στήν ἀγαπημένη του «σέ λατρεύω» καί δέν χορταίνει νά τό λέει, κάθε ὥρα καί στιγμή εἶναι ὁ ὁρισμός τῆς πνευματικῆς ζωῆς ὡς λατρείας τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ ἐρωτευμένος λέει καί ξαναλέει «σέ ἀγαπῶ» γεννιοῦνται μέσα του τέτοια αἰσθήματα χαρᾶς, τόση εὐφροσύνη πού νοιώθει σάν νά ζεῖ ἀπό τώρα στόν παράδεισο. Τά ἴδια αἰσθήματα πρός τόν Θεό ἔνοιωσαν οἱ ἅγιοί μας, ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καί αὐτά τά αἰσθήματα τά μετέφεραν σέ λόγια λατρευτικά.

Δέν μπορεῖ νά βιωθεῖ ἡ θεία Λειτουργία, παρά μόνο ἄν ἰδωθεῖ μέσα ἀπό τό πρίσμα τοῦ ἐρωτευμένου, πού ἀπευθύνει λόγια λατρείας στόν ἀγαπημένο του Θεό. Τό «Κύριε ἐλέησον», ἡ μονολόγιστη εὐχή «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ μέ πόνο ἐκζήτηση συγνώμης ἑνός ἐρωτευμένου πού ἀνακαλύπτει ὅτι πλήγωσε Αὐτόν πού τόσο τόν ἀγάπησε πού ἔδω- σε ἀκόμη καί τήν ἴδια τή ζωή Του. Αἰσθήματα εὐγνωμοσύνης, θαυμασμοῦ, δικῆς μας ἀνεπάρκειας μπροστά στό μέγεθος τῆς ἀγάπης Του, τῆς ἀνεκτικότητάς Του, τῆς ἀνεξικακίας Του, τῆς συνεχοῦς προσφορᾶς Του στή ζωή μας, εἶναι αἰσθήματα ὑγιοῦς πνευματικῆς ζωῆς ἀλλά καί αἰσθήματα κάθε ὑγιοῦς ἐρωτικῆς σχέσης.
Γενικότερα δέν μπορεῖ νά κατανοήσει κανείς τήν στάση ἑνός μάρτυρα, ἑνός ἀσκητῆ, ἑνός ἁγίου οἰκογενειάρχη, ἑνός ἁγίου μοναχοῦ, ἄν δέν τή δεῖ σάν ὑπέρβαση μέ κίνητρο τόν ἔρωτα. Εἶναι αὐτό πού λέμε θεῖος ἔρωτας. Καί ἐν γένει ἡ πνευματική ζωή, ἡ ἀπάρνηση τοῦ θελήματός μας, ἡ ἄσκηση, ἡ νηστεία, ἡ συγχώρηση τοῦ ἐχθροῦ, ἡ φιλαδελφεία καί ἡ ἐλεημοσύνη, εἶναι ὅλα παράλογα ἄν δέν τά δεῖ κανείς μέσα ἀπό τή χαρά τοῦ ἔρωτα, τό ἄνοιγμα καί τό ρίσκο πού παίρνει ἕνας ἐρωτευμένος γιά νά ἱκανοποιήσει τόν ἐραστή του. Τό δόσιμο τοῦ ἑαυτοῦ του χωρίς προϋποθέσεις, τήν ἠθελημένη αὐτοπαράδοση, τό «πᾶσαν τήν ζωήν παραθώμεθα» μόνο ἕνας ἐρωτευμένος ἔχει τήν δύναμη νά τολμήσει.
Ὅπως ἔλεγε ὁ Γέροντας Πορφύριος «Ἡ σχέση μὲ τὸν Χριστὸ εἶναι ἀγάπη, εἶναι ἔρωτας, εἶναι ἐνθουσιασμός, εἶναι λαχτάρα τοῦ θείου. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ πᾶν. Αὐτὸς εἶναι ἡ ἀγάπη μας, αὐτὸς ὁ ἔρωτάς μας. Εἶναι ἔρωτας ἀναφαίρετος ὁ ἔρωτας τοῦ Χριστοῦ … Ἡ οὐσία εἶναι νὰ εἴμαστε μαζὶ μὲ τὸν Χριστό. Νὰ ξυπνήσει ἡ ψυχὴ καὶ ν’ ἀγαπήσει τὸν Χριστό, νὰ γίνει ἁγία. Νὰ ἐπιδοθεῖ στὸν θεῖο ἔρωτα…». Ὅτι λοιπόν κάνουμε στήν πνευματική ζωή, ὅπως ἐγκράτεια, νηστεία, μετάνοιες, ἐλεημοσύνη, ἄσκηση, προσευχή, θεία λατρεία, εἶναι ἡ ἀνταπόκριση στὸ ἐρωτικό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ.

Εἶναι ἡ λαχτάρα μας νά ἑνωθοῦμε μαζί Του, νά τόν κοινωνήσουμε, νά τόν ἀγαπήσουμε. «Ἕνας νὰ εἶναι ὁ στόχος μας, ἡ ἀγάπη στὸν Χριστό, στὴν Ἐκκλησία, στὸν πλησίον. Ἡ ἀγάπη, ἡ λατρεία πρὸς τὸν Θεό, ἡ λαχτάρα, ἡ ἕνωση μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μὲ τὴν Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἐπὶ γῆς Παράδεισος».

Πῶς ξεκινάει αὐτή ἡ σχέση;

Ὅμως στήν πράξη πολλές φορές στρέφουμε τή λατρεία μας, τόν ἔρωτά μας στά δῶρα τοῦ Θεοῦ καί ὄχι στήν ἴδια τήν πηγή τῶν ἀγαθῶν, κάτι τό παράλογο καί ἀφύσικο. Αὐτό ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νά πληγωνόμαστε καί νά ἀπογοητευόμαστε ἀπό τούς ὅποιους ἔρωτές μας (χρῆμα, σαρκικές ἡδονές, φιλοδοξία). Ἐδῶ ἔχουμε δυό ἐπιλογές. Ἤ συνεχίζουμε στόν ἴδιο ἀδιέξοδο τρόπο ζωῆς ἤ τολμᾶμε νά κάνουμε τό ἄλμα καί νά δοῦμε κατάματα τόν ἑαυτό μας, ὅπως ἔχει, χωρίς ὡραιοποιήσεις καί δικαιολογίες, ἀλλά καί χωρίς αἴσθηση ἀπελπισίας. Ἀπό τή στιγμή πού ὁ ἄνθρωπος ἔχει τήν δύναμη νά βιώσει τήν πραγματική ἐμπειρία τοῦ ἑαυτοῦ του, κυρίως τίς ἀστοχίες του, τίς ἀποτυχίες του, τά ἀδιέξοδα πού τόν ὁδήγησαν οἱ ψεύτικες θεότητες καί λατρεῖες του, ἀρχίζει νά εἰσέρχεται στή σφαίρα τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἤ τουλάχιστον στήν ἀναζήτησή της.

Αὐτό πού ἡ Ἐκκλησία ὁρίζει ὡς μετάνοια δέν εἶναι μία συναίσθηση ἐνοχῆς, οὔτε κἄν μεταμέλεια γι’ αὐτό πού σκεφτήκαμε ἤ πράξαμε, εἶναι κυρίως ἡ πλήρης καί ἀμετάθετη ἀποδοχή τῆς πνευματικῆς μας ἀνεπάρκειας καί τῆς πλήρους ἀποτυχίας μας νά ἀγαπήσουμε ἀληθινά τόν ἑαυτό μας, νά σχετιστοῦμε ἰσορροπημένα καί ἐπιτυχημένα μέ ὅ,τι μᾶς περιβάλλει, νά στρέψουμε τήν ἐρωτική ἐνέργειά μας πρός τόν Θεό. Μετά τήν ἀπογοήτευση ἀρχίζει ἕνας ἐσωτερικός διάλογος. Καί τότε σοῦ ἔρχεται ἡ ὄρεξη νά μιλήσεις μέ τόν Θεό πού τό νοιώθεις πώς ἄν καί τόν ξέχασες καί τόν πρόδωσες, εἶναι ἕτοιμος ἀνά πᾶσα στιγμή νά σοῦ μιλήσει. Ἀφοῦ σταυρώθηκε ἀκόμη καί γι’ αὐτούς πού τόν σταύρωσαν, δέν σοῦ «κρατᾶ καμία κακία», ἀλλά περιμένει μία σου κίνηση, ἕνα σκίρτημα τῆς ψυχῆς σου γιά νά σοῦ προσφέρει τήν ἀγάπη Του.
Σάν κραυγή ἀγωνίας, σάν προσευχή.

Ἔτσι ἀρχίζει ἕνας διάλογος μέ τόν Θεό στόν ὁποῖο βέβαια ὁ ἄνθρωπος συντετριμμένος ἀπό τήν «ἀρχοντιά» τοῦ Θεοῦ κρέμεται ἀπό τά χείλη τοῦ Ἀγαπημένου καί περιμένει νά ἀκούσει τί ἔχει νά τοῦ πεῖ καί ἀφήνεται μέ ἐμπιστοσύνη νά ὁδηγηθεῖ ἀπό Αὐτόν. Καί τότε ζητᾶ ἀπό τό Πανάγιο Πνεῦμα τό: «Ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ὑμῖν καί καθάρισον ὑμᾶς ἀπό πάσης κηλίδος». Νά ἔλθει δηλαδή τό Πνεῦμα τό Ἅγιο καί νά ἄρει τά ἐμπόδια, πού ἐμποδίζουν τή σχέση μέ τόν ἀγαπημένο κάθε καρδιᾶς, τόν Θεό. Ἄς ἀρχίσουμε νά τοῦ μιλᾶμε
Ἡ Πνευματική ζωή, ὅπως καί κάθε ἀγάπη, προϋποθέτει διάλογο. Ἕνα συνεχῆ, εἰλικρινῆ, ἀγαπητικό καί ἐρωτικό διάλογο μέ τόν Τριαδικό Θεό. Αὐτό πού λέμε προσευχή. Ἡ ποιότητα αὐτοῦ τοῦ διαλόγου καθορίζει τά πάντα στή ζωή μας. Μέ ὅση εἰλικρίνεια διαλεγόμαστε μέ τόν Θεό, μέ τέτοια εἰλικρίνεια διαλεγόμαστε μέ τόν ἑαυτό μας καί τό συνάνθρωπο. Ὅσο ἀγαπητικά διαλεγόμαστε μέ τόν Θεό τόσο ἀγαπητικά ἑνωνόμαστε μέ τόν ἑαυτό μας καί ὅ,τι μᾶς περιβάλλει.

Ἄν λοιπόν ψάχνουμε νά ἀγαπήσουμε πραγματικά τόν ἑαυτό μας, τούς ἀνθρώπους, τό περιβάλλον, ἄς ξεκινήσουμε ἕνα τέτοιο διάλογο. Ἄν θέλουμε νά συναντήσουμε τήν ἐλπίδα, τή χαρά, τό φῶς, τήν ἐλευθερία, ἄς ἀρχίσουμε νά τοῦ μιλᾶμε. Ἄς ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας σέ λατρευτική κοινωνία μέ τόν Θεό καί τόν κάθε ἄνθρωπο, πού εἶναι δίπλα μας, στήν οἰκογένειά μας, στήν Ἐκκλησία καί στήν ἐργασία. Ἄς πάρουμε τά ὑπέρλογα ρίσκα ἑνός ἐρωτευμένου πού παραθεωρεῖ τά πάντα, δέν τόν νοιάζει ἄν πεινάσει, δέν δέχεται περιορισμούς στήν ἔκφραση τοῦ ἔρωτά του, καί κανένα ἐμπόδιο δέν στέκεται τόσο ἰσχυρό πού νά νικήσει τήν ἀγάπη του.

Καί ἄς θεωροῦμε πώς ἡ κάθε προσπάθεια καί ὁ κάθε ἀγώνας πού τόν ὀνομάζουμε πνευματικό, δέν εἶναι παρά μία προσπάθεια νά ἀνανεώσουμε τόν ἔρωτά μας πρός Αὐτόν πού ἐρωτικά κινούμενος πρός ἐμᾶς τούς ἀνάξιους καί προδότες τῆς ἀγάπης Του, οὐσιώθηκε τήν φύση μας, τήν φύση πού Αὐτός δημιούργησε καί πού ἐμεῖς ἀμαυρώσαμε, τόν Θεό πού ὄντας ἀπαθής ἔπαθε ὡς ἄνθρωπος γιά ἐμᾶς ἐπάνω στό Σταυρό. Ἡ ἀνείπωτη ἀρχοντιά Του, οὐδέποτε μᾶς ἐξανάγκασε νά γυρίσουμε πίσω. Οὐδέποτε μᾶς ἔψεξε, μᾶς κόλασε. Ἀντίθετα θυσιάστηκε γιά τή δική μας σωτηρία. Ἔρωτας ἕως Σταυροῦ, ὡς ἀντίδωρο σ’ ἐμᾶς πού τόν ποτίσαμε τήν ἀβάσταχτη πίκρα τῆς ἀχαριστίας.

Ἄχ, νά εἴχαμε κι ἐμεῖς αὐτή τήν τρέλα.

Γιά αὐτό ἄς παρακαλοῦμε Αὐτόν πού τόσο πολύ μᾶς ἀγάπησε, νά μᾶς φωτίζει νά κατανοοῦμε ὅσο μποροῦμε τό ὕψος τῆς ἀγάπης Του. Καί νά ζοῦμε πλέον μόνο γιά τόν Θεό καί μέ τόν Θεό. Νά βιώσουμε αὐτό πού ἔζησαν καί οἱ ἅγιοί μας καί ἀποτελεῖ τήν ἀρχή, τό τέλος καί τό περιεχόμενο τῆς πνευματικῆς ζωῆς: «Ἔχω κι ἐγώ μία μικρή πείρα ἀπό τήν πνευματική τρέλα, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπό τόν θεῖο ἔρωτα. Φθάνει τότε ὁ ἄνθρωπος στήν θεία ἀφηρημάδα καί δέν θέλει νά σκέφτεται τίποτε ἐκτός ἀπό τόν Θεό, τά θεῖα, τά πνευματικά, τά οὐράνια. Ἐρωτευμένος πιά θεϊκά, καίγεται ἐσωτερικά, γλυκά, καί ξεσπάει ἐξωτερικά, παλαβά, μέσα στόν θεῖο χῶρο τῆς σεμνότητος δοξολογώντας σάν ἄγγελος μέρα-νύχτα τόν Θεό καί Πλάστη του» (Γέροντας Παΐσιος).

Πρωτοπρ. Νεκταρίου Κάνια, Ἐφημερίου Ἱ. Ναοῦ Ἁγίων Ἀναργύρων Ρόδου

 

Πηγή: Ι.Ν. Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, Τα λόγια του αέρα, Ἅγιος Δημήτριος Κουβαρὰ

xamogelo 01


Συγκλονιστική είναι η ανάρτηση που έκανε η μητέρα της Ασπασίας Μπόγρη από την Άρτα, η οποία πυροβολήθηκε δύο φορές εξ επαφής στο κεφάλι, τον Αύγουστο του 2013, από τον ίδιο της τον πατέρα.

Η 19χρονη σήμερα Ασπασία βρίσκεται σε γνωστό κέντρο αποκατάστασης στη Λάρισα κι από το πλευρό της δεν λείπει στιγμή, η μητέρα της Σπυριδούλα Φατούρου, η οποία προσπαθεί να την κάνει να χαμογελά με όποιον τρόπο γίνεται.

Σήμερα τα κατάφερε κι αυτό το χαμόγελο της μονάκριβής της κόρης, το απαθανάτισε και το συνόδευσε με τα παρακάτω συγκινητικά λόγια:

xamogelo 02

 

Πηγή: Ομοθυμαδόν

mhtropoliths naypaktoy ierotheos 04


Ὁ ὅρος «ἐκκοσμίκευση» χρησιμοποιεῖται, ἰδιαιτέρως τόν τελευταῖο καιρό, πολύ συχνά, ἀλλά ὁ κάθε ἕνας χρησιμοποιεῖ τόν ὅρο αὐτό, γιά νά κατηγορήσει κάποια θεολογική ἔκφραση, ποὺ χρησιμοποιεῖται ἀπό κάποιον ἄλλον, μέ τόν ὅποιον διαφωνεῖ. Στήν οὐσία, χρησιμοποιεῖ τόν ὅρο αὐτό, γιά νά ἐξάρει τήν δική του θεολογία, τήν ὁποία συνήθως θεωρεῖ ὡς αὐθεντική. Βεβαίως, ὁ ὅρος «ἐκκοσμίκευση», γιά τήν θεολογία, χρησιμοποιεῖται γιά νά χαρακτηρίσει τήν δυτική θεολογία (σχολαστική καί προτεσταντική), ἡ ὁποία ἀποδεσμεύτηκε ἀπό τήν νηπτική – ἡσυχαστική παράδοση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, μέ ἀποτέλεσμα νά ταυτισθεῖ εἴτε μέ τόν στοχασμό – λογοκρατία εἴτε μέ τόν ἠθικισμό – ἠθικοκρατία.

Αὐτό, κατ’ ἐπέκταση, σημαίνει ὅτι, ὅταν μερικοί Ὀρθόδοξοι θεολόγοι προσπαθοῦν νά θεολογοῦν μέ τίς προϋποθέσεις καί τά δεδομένα τῆς δυτικῆς θεολογίας, καί στήν πραγματικότητα ἀποδεσμεύονται ἀπό τήν ἡσυχαστική παράδοση, ποὺ εἶναι ὁ ὀρθόδοξος τρόπος τοῦ θεολογεῖν, τότε ζοῦν τήν ἐκκοσμίκευση σέ ὅλο το βάθος της.

Ἑπομένως, οἱ θεολόγοι μέ δυτικές ἐπιρροές καί ἐπιδράσεις ἐκφράζουν τήν ἐκκοσμικευμένη θεολογία. Ἐπανειλημμένως ἔχω ὑπογραμμίσει ὅτι ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας – ὅπως τήν ἐξέφρασαν ὅλοι σχεδόν οἱ θεούμενοι ἅγιοι Πατέρες (ἰδιαιτέρως ἐδῶ ἔχω ὑπ’ ὄψη μου τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη, τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης, τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, τόν ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, τόν ἅγιο Μάρκο τόν Εὐγενικό, τόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, μέχρι τούς ἡσυχαστές Πατέρες τῆς ἐποχῆς μας), ποὺ εἶναι οἱ ἀπλανεῖς διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας, κάνει λόγο γιά τίς βαθμίδες τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ποὺ εἶναι ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμός καί ἡ θέωση. Γι’ αὐτό τόν λόγο εἶχε δίκαιο ὁ ἀείμνηστος π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, βαθύς γνώστης τῆς Πατερικῆς θεολογίας, ποὺ ἐπέμενε πολύ στόν τονισμό τῶν βαθμίδων τῆς πνευματικῆς τελειότητας, οἱ ὁποῖες στήν πραγματικότητα εἶναι ἡ προοδευτική μέθεξη τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἄλλοτε ὡς καθαρτική, ἄλλοτε ὡς φωτιστική καί ἄλλοτε ὡς θεοποιός.

Γιά νά δείξω, τί εἶναι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία, ποιός εἶναι ὁ Ὀρθόδοξος θεολόγος καί, τελικά, τί εἶναι ἡ ἐκκοσμίκευση τῆς θεολογίας, θά θίξω στήν συνέχεια τά βασικά σημεῖα ἑνός σημαντικοῦ καί πολύ καθοριστικοῦ βιβλίου τόσο γιά τήν ὀρθόδοξη θεολογία, ὅσο καί γιά τό γενικότερο ἦθος καί τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Πρόκειται γιά τό βιβλίο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, ποὺ ἐπιγράφεται: «Εἰς τόν βίον Μωϋσέως». Σέ μιά ἐποχή, στήν ὁποία ἐπικρατεῖ μεγάλη θεολογική σύγχυση, βιβλία σάν καί αὐτό εἶναι καθοριστικά καί πολύτιμα, γιατί νοηματοδοτοῦν τήν ὕπαρξή μας καί προσανατολίζουν τήν ἐκκλησιαστική μας πορεία.

ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΨΕΥΔΟΣ

Σέ κάποιο σημεῖο τοῦ κειμένου του, ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ἀναφερόμενος στήν Θεοφάνια ποὺ εἶχε ὁ Μωυσῆς στήν βάτο, κάνει λόγο γιά τήν ἀλήθεια καί τό ψεῦδος. Αὐτό εἶναι σημαντικό καί θίγεται ἐδῶ, γιατί θά μᾶς βοηθήσει νά δοῦμε στήν συνέχεια, τί εἶναι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία καί πῶς ξεχωρίζεται ἀπό τήν πλάνη.

Ἡ ἀλήθεια δέν εἶναι κάτι ἀφηρημένο καί ἀνυπόστατο, δέν ἔχει σχέση μέ τό μή ὅν καί μάλιστα μέ τήν φανταστική ἰδέα περί τοῦ μή ὄντως, ἀλλά εἶναι ἡ γνώ-ση καί ἐπίγνωση τοῦ ὑπαρκτοῦ. «Ἡ γάρ τοῦ ὄντως ἐπίγνωσις τῆς περί τό μή ὅν ὑπολήψεως καθάρσιων γίνεται». Ὅταν βλέπει κανείς κάτι ὑπαρκτό, ἀμέσως ἀντιλαμβάνεται ἐκ πείρας τό ψεῦδος τοῦ φανταστικοῦ, ποὺ στήν πραγματικότητα εἶναι το μή ὅν, ποὺ καί αὐτό τό λεγόμενο μή ὅν δέν εἶναι ὑπαρκτό, ἀλλά ἀντικείμενο τῆς φαντασίας.

Ὁρίζοντας ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης τήν ἀλήθεια λέγει ὅτι, ἡ ἀλήθεια εἶναι «τὸ μή διαψευσθῆναι τῆς τοῦ ὄντος κατανοήσεως», καθώς ἐπίσης «ἀλήθεια ἡ τοῦ ὄντως ὄντος ἀσφαλής κατανόησις». Ἀντίθετα, τό ψεῦδος εἶναι μιά φαντα-σία τοῦ μή ὄντος, ποὺ δημιουργεῖται στό νοῦ τοῦ ἀνθρώπου. «Ψεῦδος γάρ ἐστι φαντασία τις περί τό μή ὅν ἐγγινομένη τῇ διανοίᾳ, ὡς ὑφεστῶτος τοῦ μή ὑπάρχοντος».

Αὐτός ὁ ὁρισμός τῆς ἀληθείας καί τοῦ ψεύδους εἶναι σημαντικότατος, γιατί δείχνει ἀκριβῶς καί τί εἶναι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία, ποὺ συνδέεται μέ τήν ἀλήθεια. Ἀλήθεια εἶναι τό ὅν, τό ὑπάρχον, ὁ Θεός, ποὺ φανερώνεται στούς κεκαθαρμένους κατά τήν καρδία, ἐνῶ τό ψεῦδος εἶναι το μή ὅν, εἶναι τό ἀνυπόστατο, τό φαντασιῶδες. Ὅταν κανείς πλάσει τό ὅν, τόν Θεό μέ τήν φαντασία του, δηλαδή ὅταν κανείς στοχάζεται γιά τόν Θεό, χρησιμοποιώντας λογικές προτάσεις, ἀναμεμειγμένες μέ τό φαντασιῶδες τῆς πεπτωκυίας φύσεώς του, τότε ζεῖ μέσα σέ ἕνα ὑπαρξιακό ψεῦδος. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας θεωροῦν ὅτι οἱ αἱρετικοί, ποὺ θεολογοῦν μέ τήν φαντασία καί τόν στοχασμό, βρίσκονται μέσα στό ὑπαρξιακό ψεῦδος.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, χρησιμοποιώντας τό παράδειγμα τοῦ κατόπτρου – καθρέπτη, λέγει ὅτι, ὅταν κανείς ἀποφεύγει τήν κακία καί ἀπαλλάσσεται ἀπό τά δολώματα τοῦ κακοῦ καί βάζει στήν ψυχή του ἕνα κάτοπτρο, τότε στό καθαρό κάτοπτρο τῆς ψυχῆς του ἀποκαλύπτονται ἀπό τόν Θεό οἱ εἰκόνες καί τά ἀποτυπώματα τῆς ἀρετῆς. Ἔτσι, ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ἡ θεολογία εἶναι ἀποκάλυψη τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ στήν καθαρή καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Ὅ,τι ἔχει σχέση μέ τό φανταστικό καί τήν λογική, καί εἶναι ἀποκεκομμένο ἀπό τήν ὀρθόδοξη ἀσκητική μέθοδο, διά τῆς ὁποίας καθαρίζεται τό κάτοπτρο τῆς καρδίας, εἶναι ψευδές καί ἀνυπόστατο, ὁπότε ὁ στοχαζόμενος βρίσκεται μέσα στά πλαίσια τῆς εἰδωλολατρίας, δέν θεολογεῖ γιά τόν Ὄντα (τόν Θεό), ἀλλά γιά κάποιο ἀνύπαρκτο ὅν ποὺ εἶναι προϊόν τῆς φαντασίας καί τοῦ στοχασμοῦ.

 

ΚΟΣΜΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Εἶναι γνωστό ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ὅτι ὁ Μωυσῆς μεγάλωσε μέσα στά ἀνάκτορα τοῦ Φαραώ, υἱοθετήθηκε ἀπό τήν κόρη τοῦ Φαραώ καί ἔλαβε κοσμική μόρφωση, τήν ὁποία ὅμως ἐγκατέλειψε, γιά νά ὁδηγήσει τόν Ἰσραηλιτικό λαό στήν γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Αὐτήν τήν ἱστορία τοῦ Μωϋσῆ προσαρμόζει στήν ἐν Χριστῷ ζωή ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, καί κυρίως τήν μεταφέρει στόν τρόπο τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας.

Κατά τήν Ἁγία Γραφή, ὁ Μωυσῆς, ἐνῶ ἦταν υἱοθετημένος ἀπό τήν θυγατέρα τοῦ Φαραώ, ἐν τούτοις ἀρνήθηκε νά θηλάζει ἀπό ἀλλόφυλη γυναίκα καί, κατά τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἀνατράφηκε μέ τό γάλα τῆς φυσικῆς του μητέρας. Συγχρόνως, ἐνῶ ἀνατράφηκε μέ τήν ἔξωθεν παιδεία, ποὺ ὅλοι θά ζήλευαν, ἐν τούτοις ἐγκατέλειψε ἐκείνη τήν ψεύτικη μητέρα του καί ἐπέστρεψε στήν φυσική του μητέρα καί στούς ὁμοφύλους του.

Στό πρόσωπο τῆς θυγατρός τοῦ Φαραώ, ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης βλέπει τήν ἔξωθεν φιλοσοφία, ἡ ὁποία προσπαθεῖ νά υἱοθετήσει τόν νέο καί νά γίνει μητέρα του. Ὅμως, αὐτή ἡ μητέρα ἐξ υἱοθεσίας εἶναι «ἄγονός τε καί στεῖρα». Ἡ ἔξωθεν παίδευση εἶναι ἄγονη, «ἀεί ὠδίνουσα καί μηδέποτε ζωογονοῦσα τῷ τόκῳ». Δέν ὑπάρχει κανένας καρπός τῶν πολυχρονίων ὀδυνῶν καί, βεβαίως, ἐκεῖνοι ποὺ μορφώνονται μέ τήν παιδεία αὐτή, ἀποβάλλονται πρίν φθάσουν στό φῶς τῆς θεογνωσίας. Καί μάλιστα, ὅπως γράφει, ἐκεῖνος ποὺ θά ἀνεβεῖ στό ὕψος τῆς θεογνωσίας καί θά δεῖ τόν Θεό, ὅπως ἔγινε μέ τόν Μωϋσῆ, θά ἀρνηθεῖ νά ὀνομάζεται παιδί τῆς κατά τήν φύση ἀγόνου παιδείας.

Ὁ Μωυσῆς, ὅσο ζοῦσε στά ἀνάκτορα, τρεφόταν ἀπό τό γάλα τῆς φυσικῆς του μητέρας. Αὐτό σημαίνει ὅτι, ὅσοι κατά τόν καιρό τῆς παιδεύσεώς μας, λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, διδασκόμαστε στούς ἔξωθεν λόγους, δηλαδή τήν φιλοσοφία καί τήν ἐν γένει παιδεία, δέν πρέπει νά ἀποχωριζόμαστε «τοῦ ὑποτρέφοντος ἡμᾶς τῆς Ἐκκλησίας γάλακτος». Ἀλλά, καί κατά τόν καιρό ποὺ ἀσχολούμαστε μέ τήν ἔξωθεν παιδεία, θά πρέπει νά ἐλέγχουμε τούς διδασκάλους, γιά νά μήν κάνουμε πονηρά χρήση τῆς παιδεύσεως. Ὅ,τι πληροφορεῖται κανείς ἀπό τήν ἔξωθεν παιδεία, σοφία καί φιλοσοφία, θά πρέπει νά τό περιτέμνει. Ἡ ἠθική καί ἡ φυσική φιλοσοφία θά μποροῦσε νά γίνει σύζυγος, φίλος καί μέτοχος τοῦ ὑψηλότερου βίου, ἄν βεβαίως τά γεννήματά της δέν εἶχαν κάποιο μίασμα τοῦ ἀλλοφύλου. Ἐάν δέν ἀφαιρεθεῖ κάθε ἐπιβλαβές καί ἀκάθαρτο, τότε ὁ ἄγγελος, ποὺ τούς συναντᾶ, φέρνει τόν φόβο τοῦ θανάτου. Καί σημειώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης ὅτι, στά μαθήματα τῆς φιλόσοφης γεννήσεως ὑπάρχει κάτι «σαρκῶδές τε καί ἀκρόβυστον, οὗ περιαιρεθέντος τῆς Ἰσραηλιτικῆς εὐγενείας ἐστί τό λειπόμενον».

Μέ αὐτές τίς σωστές προϋποθέσεις μπορεῖ κανείς νά μορφωθεῖ καί ἔτσι μπορεῖ ἡ ἔξωθεν παίδευση νά βοηθήσει στήν διατύπωση τῆς ἀληθείας, ποὺ προέρχεται ἐξ ἀποκαλύψεως. Δηλαδή, ἡ κοσμική αὐτή σοφία δέν βοηθᾶ τόν ἄνθρωπο νά βρεῖ τόν Θεό, ἀλλά ἡ ὅραση τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἡ πραγματική θεο-λογία, μπορεῖ νά διατυπωθεῖ μέ τήν χρησιμοποίηση τῆς κοσμικῆς σοφίας. Γράφει ὅτι τήν ἠθική, τήν φυσική, τήν γεωμετρία, τήν ἀστρονομία καί τήν λογική πραγματεία, ποὺ σπουδάζει κανείς ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, θά πρέπει νά τὶς ἀφιερώσει στόν Θεό καί νά τὶς χρησιμοποιήσει, ὅπως ἔκανε καί ὁ Μέγας Βασίλειος, γιά νά κατασκευάσει τήν ἀληθινή σκηνή τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀπό ὅσα λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, φαίνεται ὅτι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία διακρίνεται σαφῶς ἀπό τήν κοσμική παίδευση, ἀφοῦ ἡ πρώτη εἶναι ἀποκάλυψη, ὅπως θά τό δοῦμε καί πιό κάτω, ἐνῶ ἡ φιλοσοφία καί ἡ ἔξωθεν παι-δεία εἶναι ἄγονη καί στείρα. Ἐπίσης φαίνεται ὅτι γίνεται μιά διάκριση μεταξύ της φιλοσοφίας καί τῆς ἄλλης παιδεύσεως, ὅπως τῶν μαθηματικῶν, τῆς φυσικῆς, τῆς ἀστρονομίας. Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά χρησιμοποιήσει τήν κοσμική παιδεία ὥς ἕνα βαθμό, ἀφοῦ τήν καθαρίσει ἀπό διάφορα περιττώματα, καί κυρίως μπορεῖ νά τήν χρησιμοποιήσει στήν διατύπωση τῶν ἀποκαλυφθεισῶν ἀληθειῶν. Καί αὐτά εἶναι σημαντικά, γιατί λέγονται ἀπό τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης, ποὺ εἶχε μιά λιπαρά γνώση τῆς κοσμικῆς σοφίας (ἦταν πολύ μορφωμένος) καί τῆς φιλοσοφίας τῆς ἐποχῆς του. Ἑπομένως, ἡ ἐπί ἴσοις ὄροις ἀνάμειξη τῆς φιλοσοφίας καί τῆς θεολογίας δημιουργεῖ τεράστια προβλήματα, ἀλλά συνιστᾶ καί ἔκπτωση ἀπό τήν Ὀρθοδοξία καί τήν ἀλήθεια.

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Τά ὅσα ἀναλύει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης ὑποδεικνύουν τήν φυσική κατάσταση, ὅπως διαγράφεται ἀπό τήν διδασκαλία καί τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ὅμως, τά πράγματα δέν ἀκολουθοῦν πάντοτε τήν ἴδια πορεία. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης λέγει ὅτι ὁ κανόνας, μέ τόν ὅποιο διοικεῖται ἡ Ἐκκλησία, εἶναι νά ἀνεβαίνει ὁ Μωυσῆς κάθε ἐποχῆς στό ὄρος τῆς θεοπτίας καί, στήν συνέχεια, αὐτός νά μεταδίδει τό δόγμα στόν λαό, τό ὁποῖο ὁ ἴδιος πληροφορήθηκε ἀπό τήν οὐράνια διδασκαλία, τήν προσωπική του θέωση, τήν μέθεξη τῆς θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Δηλαδή, ὁ κανόνας εἶναι νά μήν εἰσωθοῦνται ὅλοι στήν κατανόηση τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, ἀλλά νά κάνουν ὑπακοή στόν θεού-μενο, σέ αὐτόν ποὺ μυήθηκε στά θεῖα. Γράφει: «Ἐπιλέξαντας ἐξ ἑαυτῶν τόν χωρῆσαι τά θεῖα δυνάμενον, ἐκείνῳ τήν ἀκοὴν εὐγνωμόνως ὑπέχειν, πιστόν ἡγουμένους ἅπαν, ὅτιπερ ἄν παρά τοῦ τά θεῖα μυηθέντος ἀκούσωσιν». Καί αὐτό λέγεται ἀπό τήν ἄποψη ὅτι ἡ θεολογία δέν εἶναι εὔκολο πράγμα καί δέν εἶναι γιά ὅλους.

Ἐπισημαίνει ὅμως ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης ὅτι, αὐτός ὁ βασικός κανόνας τῆς Ἐκκλησίας δέν ἐτηρεῖτο στήν ἐποχή του σέ πολλές ἐκκλησίες. «Τοῦτο δέ οὐκ ἔστι νῦν ἐν ταῖς πολλαῖς τῶν ἐκκλησιῶν φυλασσόμενον». Καί ἐξηγεῖ, στήν συνέ-χεια, ὅτι μερικοί ποὺ ἔχουν ἀνάγκη νά καθαρθοῦν, ἀφοῦ ἀκόμη εἶναι ἄπλυτοι καί ζοῦν μέ κατασπιλωμένη περιβολή ζωῆς, προβάλλοντας τήν ἄλογη αἴσθηση, ποὺ εἶναι οἱ δερμάτινοι χιτῶνες, ἐπιχειροῦν μέ θράσος τήν ἄνοδο στό ὄρος τῆς θεολογίας. Στήν κατηγορία αὐτή συγκαταλέγονται οἱ αἱρετικοί, οἱ ὁποῖοι θεολογοῦν μέ τήν ἀκάθαρτη λογική τους καί, κατά αὐτόν τόν τρόπον, λιθοβολοῦνται ἀπό τούς ἴδιους τους τούς λογισμούς. Γιατί, «αἱ αἱρετικαί ὑπολήψεις λίθοι τινὲς ἀτεχνῶς εἰσιν αὐτόν τόν εὑρετήν τῶν πονηρῶν δογμάτων καταφονεύοντες».

Ἀπό ὅλη τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης φαίνεται καθαρά ὅτι, ὅταν σέ μιά Ἐκκλησία ὑπάρχουν θεόπτες θεολόγοι, τότε δέν εὐδοκιμοῦν οἱ αἱρέσεις καί δέν ἔχουν πέραση οἱ αἱρετικοί, γιατί τότε οἱ Χριστιανοί καθοδηγοῦνται ἀπλανῶς νά διακρίνουν τήν πλάνη ἀπό τήν ἀλήθεια, τό κτιστό ἀπό τό ἄκτιστο. Τό πρόβλημα τίθεται ὅταν οἱ ἡγέτες τῶν Ἐκκλησιῶν δέν ἔχουν αὐτήν τήν ὑπαρξιακή θεολογία, ἀλλά στοχάζονται γύρω ἀπό τά θεῖα, ὁπότε οἱ αἱρετικές ἰδέες λυμαίνονται τήν ἐκκλησιαστική ζωή, ἀφοῦ αὐτοί οἱ ποιμένες δέν μποροῦν νά διακρίνουν τίς ἄκτιστες ἐνέργειες ἀπό τίς κτιστές ἐνέργειες, δηλαδή τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ ἀπό τίς ἐνέργειες τοῦ διαβόλου. Γνωρίζουμε δέ ὅτι ἡ σύγ-χυση μεταξύ των ἐνεργειῶν αὐτῶν εἶναι ἡ αἰτία τῆς πλάνης καί τῶν αἱρέσεων, εἶναι δεῖγμα ἀπουσίας αὐθεντικοῦ θεολογικοῦ λόγου, καθώς ἐπίσης δείχνει τήν ἀπουσία θεολόγου θεόπτου πνευματικοῦ πατρός.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Στό τέλος τοῦ κειμένου αὐτοῦ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης ἐπανέρχεται στό ἀρχικό ἐρώτημα, γιά τό τί εἶναι τελειότης. Γράφει ὅτι: «Τῆς ὑψηλῆς πολιτείας (τοῦ βίου) τέλος τό κληθῆναι οἰκέτην Θεοῦ». Ὁ Μωυσῆς ἀποτελεῖ πρότυπο βίου, γιατί πραγματικά ὁ Μωυσῆς ἀνέβηκε «πρός τόν ἀκρότατον τῆς τελειότητας ὅρον». Κατά συνέπεια, ἡ τελειότητα τῆς ἐνάρετης πολιτείας εἶναι νά γνωσθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπό τόν Θεό καί νά γίνει φίλος του. Τελειότητα εἶναι νά μήν ἀποφεύγουμε τήν ἁμαρτία ἀπό τόν φόβο τῆς τιμωρίας, οὔτε νά πράττουμε τό ἀγαθό ἀπό τήν προσδοκώμενη ἀμοιβή, ἀλλά νά θεωροῦμε ὡς φοβερό τὸ νά ἐκπέσουμε ἀπό τήν φιλία τοῦ Θεοῦ καί νά κρίνουμε ὡς ἀγαθό καί ποθητό τὸ νά γίνουμε φίλοι του Θεοῦ. Ἕνας τέτοιος φίλος του Θεοῦ ἀποδείχθηκε ὁ Μωυσῆς, καί ὡς φίλος του Θεοῦ ἀπέκτησε τήν γνώση τοῦ Θεοῦ καί, βεβαίως, ἀποδείχθηκε ἀληθινός θεολόγος καί ἀπλανής διδάσκαλος τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ.

Ἡ ἀνάλυση, ποὺ κάνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης στόν «Βίο τοῦ Μωϋσέως», δείχνει καθαρά τί εἶναι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία, ποιός εἶναι ὁ πραγματικός θεολόγος, καί ποιό εἶναι τό ἔργο του. Κατ’ ἐπέκταση, δείχνει σέ τί συνίσταται ἡ ἐκκοσμίκευση στήν θεολογία.

Ἐκκοσμικευμένος θεολόγος εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ δέν εἶναι θεοπτης ἢ τουλάχιστον δέν ἀκολουθεῖ τούς θεουμένους Ἁγίους, ἀλλά ἀναμειγνύει τούς στοχασμούς του καί τίς φαντασίες του μέ τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκκοσμικευμένος θεολόγος εἶναι ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου ἡ θεολογία δέν εἶναι ἀπόρροια τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς θεώσεως, ἀλλά εἶναι προϊόν τοῦ στοχασμοῦ καί τῆς φαντασίας, πράγμα ποὺ εἶναι τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τῆς σχολαστικῆς θεολογίας. Πέρα ἀπό τήν θεωρία τοῦ ὄντος, τοῦ ὁποίου μετέχει κανείς ἀκολουθώντας τήν ὀρθόδοξη μεθοδολογία τῆς καθάρσεως, ὅπως περιγράφεται στόν «Βίο τοῦ Μωϋσέως» καί ὅπως ἀναλύεται ἀπό τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης, ὑπάρχει ἡ πλάνη, γιατί τό μή ὅν εἶναι στήν πραγματικότητα ἀνύπαρκτο, εἶναι ἀποκύημα τῆς φαντασίας καί τοῦ στοχασμοῦ.

Καί ἐκκοσμικευμένος Χριστιανός εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ δέν ἀκολουθεῖ θεόπτες θεολόγους ἢ ποιμένες, ποὺ δέχονται τούς θεόπτες πατέρες, καί δέν προσανατολίζεται πρός τήν θεοπτία, ἀλλά ἀκολουθεῖ ἄρρωστους πνευματικά ποιμένες, οἱ ὁποῖοι διακατέχονται ἢ ἀπό μιά σχολαστική θεολογία ἢ ἀπό μιά προτεσταντική ἠθικολογία ἢ ἀπό μιά θεολογία τῶν παθῶν τους. Τέτοιοι ποιμένες καθοδηγοῦν τά πνευματικά τους παιδιά μέ τίς ἀπόψεις τῆς φιλοσοφίας, τῆς ἀνθρωποκεντρικῆς ἠθικολογίας, τῆς ψυχολογίας, καί ὄχι μέ τούς καρπούς τῆς ἐμπειρίας καί τήν διδασκαλία τῶν θεοπτῶν Ἁγίων.

Τελικά, πιστεύω ἀπόλυτα, ὅτι ἡ ἐκκοσμίκευση εἶναι ἡ παραθεώρηση τῆς ἡσυχαστικῆς – νηπτικῆς παραδόσεως, ποὺ εἶναι ἡ ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν βίωση τῆς ἀληθινῆς θεολογίας, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ὑπαρξιακή – ἐμπειρική γνώση τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ἡ θεοπτία. Κάθε θεολογία, ποὺ συνδέεται μέ τόν στοχασμό καί τήν φαντασία, καί ἀπομακρύνεται ἀπό τήν ἐμπειρία τῶν Ἁγίων, εἶναι ἐκκοσμικευμένη θεολογία, εἶναι θεολογία περί τοῦ μή ὄντος, εἶναι θεολογία τῆς φαντασίας καί τῶν φαντασμάτων, τῆς αἰσθήσεως καί τῶν αἰσθητῶν, εἶναι ἄρρωστη θεολογία. Κάθε θεολογία, ποὺ δέν ἀσχολεῖται μέ τόν τρόπο, τόν ὅποιον πρέπει κανείς νά μετέλθει γιά νά καθαρισθεῖ ἀπό τά πάθη καί νά φθάσει στήν προσωπική κοινωνία καί γνώση τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἐκκοσμικευμένη θεολογία. Κάθε θεολογία, ποὺ βρίσκεται ἔξω ἀπό ὅσα περιγράφει στόν «Βίο τοῦ Μωϋσέως» ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, δέν εἶναι ἐκκλησιαστική. Κάθε θεολογία, ποὺ μπορεῖ νά ἀποκληθεῖ ὡραιολογία, γιατί ἐγκλείεται σέ ὡραῖες λέξεις καί ἔξυπνους στοχασμούς καί κινεῖται ἔξω ἀπό τά πλαίσια τῆς ἡσυχαστικῆς παραδόσεως, εἶναι πράγματι ἐκκοσμικευμένη θεολογία.

Καί μιά τέτοια ἐκκοσμικευμένη θεολογία, ποὺ ἀρκεῖται σέ στοχαστικές, αἰσθητικές, ἀκόμη καί ἐπιστημονικές ἀναλύσεις, δέν ὁδηγεῖ τούς ἀνθρώπους στήν ὑπαρξιακή ἐλευθερία καί τήν προσωπική γνώση τοῦ Θεοῦ, καί γιά αὐτό, παρά τήν ἐκτίμηση ποὺ ἐνδεχομένως μπορεῖ νά ἔχουν οἱ κοσμικοί ἄνθρωποι γιά μιά τέτοια κοσμική θεολογία, αὐτή εἶναι μιά πληγή γιά τήν ἐκκλησιαστική ζωή.

 

Πηγή: (Περιοδικό “ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ, ἀρ. 74, Φθινόπωρο 2004), Η άλλη όψη

Δεν ξεχνώ

ΦΑΚΕΛΟΣ ΕΚΤΡΩΣΕΙΣ [1986 - 2016]: 30 Χρόνια από τήν ψήφιση…

Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017

Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...

ΕΛΛΗΝΕΣ και ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ μποϊκοτάρετε τα προϊόντα εταιρειών που αφαιρούν…

Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017

Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...

Σύμφωνο Διαστροφικής Συμβίωσης

TIDEON 21-12-2015

Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...

ΚΑΡΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ: Δεν θα γίνω ευκολόπιστο θύμα!

Tideon 14-12-2015

Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...

Η καταιγίδα των αντιδράσεων για το «αντιρατσιστικό»

TIDEON 27-08-2014

  Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...

Δεν θα γίνω «δωρητής» οργάνων χωρίς να το θέλω! …

tideon.org 02-05-2013

  Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...

Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές...

Tideon 31-12-2012

Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...

Όχι, δεν θα φύγω

Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012

Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...

ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων…

tideon 07-11-2011

  ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...

ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ...;

ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011

   Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου;    Για να...

Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου…

ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010

Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...