
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
Πρόκειται για κείμενο, που ισοδυναμεί με μοναδικό και ανεπανάληπτο διαχρονικό γνώμονα αφ’ ενός μεν της καλής συζυγίας, αφ’ ετέρου δε της επιτυχημένης διαπαιδαγώγησης των παιδιών.
Η κρίση στον γάμο σήμερα
Ο θεσμός της οικογενείας σήμερα βρίσκεται σε κρίση παγκοσμίως. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, του οποίου φέτος εορτάζομε τα 1600 χρόνια από την κοίμησή του, θεωρείται ο δημιουργός της θεολογίας του καθημερινού βίου. Στο άρθρο αυτό παρουσιάζονται θέσεις και συμβουλές του αγίου Χρυσοστόμου για το σημαντικότερο μέρος του καθημερινού βίου, την οικογένεια.
Ο Θεός προγνωρίζοντας το τι θα επακολουθούσε μετά την δημιουργία των ανθρώπων τους έπλασε βιολογικά έτοιμους για «γάμου κοινωνίαν». Η δημιουργία αναφέρεται αρχικά μόνο στον Αδάμ. «Του Αδάμ καθεύδοντος, η γυνή κατασκευάζετο»[1]. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει ότι ο Μωυσής δεν χρησιμοποιεί το ρήμα «έπλασεν» όταν μιλά για την Εύα αλλά το «ωκοδόμησεν» θέλοντας να δείξει ότι αυτή έγινε από την ίδια ουσία του Αδάμ, όχι από άλλη, διαφορετική. Η γυναίκα λοιπόν δεν υπολείπεται σε κάτι από τον Αδάμ. Είναι ανθρώπινη ύπαρξη τέλεια αλλά και ισότιμη προς αυτόν. Ο Θεός προγνωρίζοντας την πτώση των πρωτοπλάστων επινοεί τον γάμο και την ανάγκη της αμοιβαίας παρηγοριάς τους.
Πριν από την παρακοή και την έξοδο από την παραδείσια ζωή δεν υπήρχε ο γάμος. Οι πρωτόπλαστοι ζούσαν παρθενική ζωή, μιμούμενοι την ζωή των Αγγέλων. Λέγει ο άγιος Χρυσόστομος: «Τα της συνουσίας έγιναν μετά την παράβαση• μέχρι τότε ζούσαν ως άγγελοι μέσα στον παράδεισο, χωρίς να φλέγωνται από την σαρκική επιθυμία, ούτε να πολιορκούνται από άλλα πάθη, ούτε να πιέζονται από τις φυσικές ανάγκες, αλλά αφού δημιουργήθηκαν εντελώς άφθαρτοι και αθάνατοι, δεν είχαν ανάγκη ούτε να φορούν ρούχα. Πριν μπει η αμαρτία και η παρακοή ήσαν ντυμένοι με την θεϊκή δόξα, γι’ αυτό και δεν ντρέπονταν αν και ήσαν γυμνοί»[2]. Οι πρωτόπλαστοι δεν κατόρθωσαν να διατηρήσουν την ανώτερη αυτή ζωή για τον εαυτό τους. Φάνηκαν ανάξιοι των τόσων μεγάλων αγαθών που τους έδωσε ο Θεός[3].
Αυτά που προ της πτώσεως ήσαν περιττά, ενδύματα, τέχνες, εργασία, γίνονται αναγκαία λόγω της καταστάσεως της αδυναμίας και ασθενείας των ανθρώπων[4]. Σε αυτή την ασθένεια του ανθρώπου έχει την αιτία ο γάμος, δημιουργός του όμως είναι ο Θεός[5].
Ποιά είναι η ασθένεια των μεταπτωτικών ανθρώπων; Ο Χρυσόστομος επισημαίνει ότι η ασθένεια είναι έλλειψη αυτάρκειας. Ούτε ο άνδρας ούτε η γυναίκα είναι «αυτάρκεις». Είναι και των δύο η φύση «ενδεής» (ανεπαρκής). Άρα δεν είναι πλήρεις. Ο ένας πρέπει να συμπληρώνει τον άλλον. Λέει: «Επειδή η φύση μας από τον Δημιουργό έγινε ανεπαρκής (ενδεής) και δεν είναι αυτάρκης από μόνη της, κανόνισε ο Θεός προς το συμφέρον μας να συμπληρώνεται η ανεπάρκεια αυτή με την ωφέλεια που προκύπτει από την συνάθροιση μας. Γι’ αυτό και δημιουργήθηκε και ο γάμος, ώστε εκείνο που λείπει από τον ένα να συμπληρώνεται από τον άλλο και η ενδεής φύση μας να γίνεται με αυτόν τον τρόπο αυτάρκης και να έχει την δυνατότητα, ενώ έγινε θνητή, να διατηρεί με την διαδοχή για πολύ χρονικό διάστημα την αθανασία»[6]. Δηλαδή μέσα στον γάμο ο σύζυγος και η σύζυγος ενώνονται και ολοκληρώνονται ως προσωπικότητες.
Για να μην εξαφανισθεί το ανθρώπινο γένος μετά την είσοδο του θανάτου ο «ευμήχανος» Θεός «συνεχώρησεν δια της συνουσίας αυξηθήναι το γένος». Η γέννηση των παιδιών, η τεκνογονία, είναι πολύ μεγάλη παρηγοριά λόγω της θνητότητος των ανθρώπων. Ο γάμος γίνεται αρχικά μέσον προς τεκνογονία. Για να κτυπήσει το φοβερό πρόσωπο του θανάτου ο Θεός χάρισε «την των παίδων διαδοχήν»[7]. Οι πρώτοι άνθρωποι με την απόκτηση τέκνων έβλεπαν την συνέχιση της ζωής τους και παρηγορούνταν για τον θάνατό τους. Η τεκνοποιΐα θεωρείται αρχική αιτία του γάμου. Μετά την ανάσταση του Χριστού με την οποία καταργήθηκε ο θάνατος, ο Χρυσόστομος λέει ότι δεν χρειαζόταν η παρηγοριά της τεκνογονίας. Παρηγοριά τώρα είναι η προσδοκία της προσωπικής αναστάσεως και κληρονομιάς της ουρανίου Βασιλείας του Θεού, που προϋποθέτουν σωφροσύνη και αρετή.
Ο Χρυσόστομος, όπως και όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας, δέχεται ότι η συνουσία έχει την θέση της μόνο μέσα στον γάμο και όχι έξω από αυτόν. Όσοι υποτιμούν (βδελύσσονται) τον γάμο, κατά τον άγιο Ιωάννη, κάνουν έργο «σατανικόν» και «απάνθρωπον», και περιφρονούν το δώρο του Θεού, την ρίζα της δικής μας γενέσεως[8]. Σχολιάζοντας την Γένεσιν, το πρώτο βιβλίο της Π.Δ., αναφέρει ότι η «συνουσία» των συζύγων δεν είναι αρκετή για την γέννηση τέκνων. Είναι απαραίτητη η βοήθεια του Θεού, «η άνωθεν συμμαχία, που κινεί την φύση «προς γονήν». «Την γέννηση των παιδιών δεν την κάνει οπωσδήποτε ο γάμος, αλλά εκείνος ο λόγος του Θεού που λέγει ‘αυξάνεσθε και πληθύνεστε και γεμίστε την γη’. Και το βεβαιώνουν αυτό όσοι σύναψαν βέβαια γάμο αλλά δεν έγιναν πατέρες»[9].
Ο άνθρωπος μετά την πτώση δεν έχασε το θεϊκό δώρο της ελευθερίας να επιλέγει το καλό η το κακό. Η επιθυμία πρέπει να κινείται κατά τον Χρυσόστομο μέσα σε όρια, να έχει μέτρο. Αν βγει από τα όρια τότε παρασύρει στην αμαρτία, ενώ η ίδια δεν είναι αμαρτία. Στην «αμετρία», την υπέρβαση των ορίων, στο αχαλίνωτο της επιθυμίας βρίσκεται και ο λόγος του γάμου. Με τον γάμο ο άνθρωπος μένει μέσα στα όρια και η επιθυμία δεν γίνεται αμαρτία. «Επειδή γαρ εισήλθεν η επιθυμία, εισήλθε και γάμος, την αμετρίαν εκκόπτων και πείθων μια χρήσθαι γυναικί»[10].
Έξω από τον γάμο η επιθυμία πραγματοποιούμενη εκδηλώνεται ως πορνεία, μοιχεία η ομοφυλοφιλία.
Εάν μεταξύ των συζύγων δεν υπάρχει σωφροσύνη ο γάμος δεν είναι τίμιος. «Πως τίμιος ο γάμος»; Η απάντηση: «Ότι εν σωφροσύνη, διατηρεί τον πιστόν»[11]. Επειδή όμως η «πύρωση της σαρκός», τα σαρκικά πάθη, είναι τόσο δυνατά που γίνονται εμπόδιο στην σωφροσύνη προβάλλει τον γάμο ως φάρμακο κατά της πορνείας. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του που εισάγουν την ασκητική διάσταση μέσα στον γάμο. Ο γάμος δεν έχει γίνει για να ασελγούμε, ούτε να πορνεύουμε, αλλά για να σωφρονούμε[12]. Και συνεχίζει: «Δύο λοιπόν είναι αυτά για τα οποία έχει θεσπισθεί ο γάμος, και για να σωφρονούμε και για να γινόμαστε πατέρες, και από τα δύο αυτά πρώτη είναι η αιτία της σωφροσύνης»[13].
Ο τονισμός φυσικά της σωφροσύνης δεν αποκλείει την τεκνογονία. Η «μίξις» δόθηκε «προς παιδοποιΐαν». Τα τέκνα αποτελούν συνδετικό κρίκο, «γέφυρα» που ενώνει τους συζύγους. Με την αρετή της σωφροσύνης ο γάμος είναι γαλήνιο λιμάνι. Επικρατεί ειρήνη, ευχάριστο περιβάλλον, ομόνοια και αγάπη των συζύγων. Ο γάμος με τις βιοτικές του μέριμνες δεν είναι εμπόδιο στην άσκηση των αρετών. Φέρνει ως παράδειγμα το ζεύγος των αγίων αποστόλων Ακύλα και Πρίσκιλλας, που αν και «εργαστηρίων προειστήκεσαν και τέχνην μετεχειρίζοντο», ήταν δηλ. υπεύθυνοι στο εργαστήριο κατασκευής σκηνών τίποτε δεν τους εμπόδισε να επιδείξουν ακρίβεια στην τήρηση των εντολών του Θεού, όπως οι μοναχοί. Εάν ο γάμος εμπόδιζε την αρετή τότε φταίει ο Θεός που τον εισήγαγε. Τονίζει ο άγιος: «Μη θεωρείτε τον γάμο εμπόδιο για να ευαρεστήσετε τον Θεό… διότι εάν ο γάμος, αγαπητέ, και η ανατροφή των τέκνων θα γινόταν εμπόδιο στο δρόμο της αρετής, δεν θα τον εισήγε στην δική μας ζωή ο Δημιουργός… δεν εμποδίζει σε τίποτε στην χριστιανική μας ζωή εάν θέλουμε να αγωνιστούμε»[14]. «Γιατί αν είμαστε άγρυπνοι, εάν νήφωμεν, ούτε ο γάμος, ούτε η ανατροφή, ούτε κάτι άλλο θα μπορέσει να μας εμποδίσει να γίνουμε ευάρεστοι στον Θεό»[15].
Παραδέχεται όμως ότι οι κόποι και οι αγώνες που πρέπει να κάνουν για την σωτηρία τους οι έγγαμοι είναι μεγαλύτεροι από τους κόπους και τους αγώνες των μοναχών. Οι μεγαλύτεροι όμως κόποι θα αμειφθούν με «λαμπρότερους στεφάνους». Αν οι έγγαμοι δεν απορροφηθούν από το κυνήγι των υλικών αγαθών, κάνουν χρήση των αγαθών και όχι κατάχρηση, τότε ο γάμος δεν γίνεται εμπόδιο. Εμπόδιο είναι η προαίρεση του ανθρώπου, ο οποίος κάνει κατάχρηση του γάμου. «Μετά συμμετρίας τω γάμω χρω και πρώτος εν τη βασιλεία έση και πάντων απολαύσεις των αγαθών»[16].
Γάμος, «μυστήριον μέγα»
Ο γάμος χαρακτηρίζεται «μυστήριον μέγα» από τον απόστολο Παύλο. Για πρώτη φορά βρίσκουμε εκτενέστερη ανάλυση από τον Χρυσόστομο του μυστηριακού χαρακτήρα του γάμου. Ο γάμος είναι μυστήριο της Εκκλησίας και προϋποθέτει την παρουσία του Χριστού. Τύπος της Εκκλησίας είναι ο γάμος. Όπως η Εύα προήλθε από την πλευρά του Αδάμ, ενώ κοιμόταν, έτσι και η Εκκλησία προήλθε από τον Χριστό, που ήταν νεκρός πάνω στον σταυρό. Από την λογχισμένη πλευρά του Χριστού βγήκε «αίμα και ύδωρ», από τα οποία έγινε η Εκκλησία. Στο μυστήριο του γάμου είναι παρών ο Χριστός. Πως; Με το «ύδωρ» του βαπτίσματος αναγεννώμεθα και με το «αίμα» του Χριστού δια της Θείας Ευχαριστίας τρεφόμαστε πνευματικά. Επομένως οι σύζυγοι είναι μέλη του σώματος του Χριστού. Από αυτό προκύπτει η εντολή του αποστόλου Παύλου ότι οι άνδρες έχουν υποχρέωση να αγαπούν τις γυναίκες τους «ως τα εαυτών σώματα»[17].
«Και όχι μόνο γι’ αυτό πρέπει να αγαπάμε την γυναίκα μας, επειδή δηλαδή είναι μέλος μας και δημιουργήθηκε από μας», λέει ο άγιος Χρυσόστομος, «αλλά και επειδή ο Θεός όρισε νόμο γι’ αυτό ακριβώς το πράγμα, λέγοντας το εξής• “κάθε άνδρας θα εγκαταλείψει τον πατέρα του και την μητέρα του και θα συνδεθεί στενά με την γυναίκα του, και θα γίνουν οι δυό τους μία σάρκα”. Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο και ο Παύλος μας διάβασε αυτόν τον νόμο, για να μας παρακινήσει από παντού προς την αγάπη αυτή»[18].
Ο γάμος είναι μυστήριο αγάπης. Μόνο στον ενάρετο γάμο βρίσκεται η αληθινή αγάπη, η γαλήνη, η αληθινή ευτυχία, η οποία συμβαδίζει με την σωφροσύνη. Βλέποντας ο άνδρας τα πνευματικά χαρίσματα της γυναίκας του αυξάνεται η αγάπη και ο πόθος του γι’ αυτήν και δεν παρασύρεται από άλλες γυναίκες.
Ο άγιος Χρυσόστομος θέλει να λειτουργεί ο γάμος σαν λιμάνι, να μη γίνεται αφορμή ναυαγίου[19]. Η αποχή από την σαρκική επαφή να αποφασίζεται και από τα αμφότερα μέρη. Αναφέρει σχετικά ο άγιος: «Διέταξε ο Χριστός με το στόμα του Παύλου να μη στερεί ο ένας τον άλλο, αλλά μερικές γυναίκες με την δήθεν επιθυμία της εγκράτειας απομακρύνθησαν από τους άνδρες τους, χάριν της ευλαβείας, και τους έσπρωξαν στην μοιχεία και σε βάραθρο απωλείας»[20]. «Δεν θα στερεί ο ένας τον άλλον χωρίς συμφωνία. Τι σημαίνει αυτό; Δεν θα εγκρατεύεται, λέει ο Παύλος, η γυναίκα αν δεν το θέλει ο άνδρας. Ούτε ο άνδρας αν δεν το θέλει η γυναίκα. Για ποιό λόγο; Γιατί γεννιούνται μεγάλα κακά από αυτή την εγκράτεια• επειδή και μοιχείες και πορνείες και διάλυση οικογενειών από αυτό έγιναν. Γιατί αν έχοντας τις δικές τους γυναίκες πορνεύουν, πολύ περισσότερο αν τους την στερήσεις»[21]. Η αδυναμία του ενός από τους συζύγους προκαλεί συνεχείς πειρασμούς, εκνευρισμούς, διαμάχες, συγκρούσεις. Χάνεται έτσι η ηρεμία, η ομόνοια και η ειρηνική συμβίωση• η άσκηση δε που επιδιώκεται είναι άχρηστη γιατί διώχνει την αγάπη. «Ποιό είναι το κέρδος της νηστείας και της εγκράτειας όταν σπάσει η αγάπη; Κανένα».
Ο γάμος είναι ένα μυστήριο• και ως γεγονός ζωής αλλά και ως τελετή στον ιερό ναό. Μετά την τελετή αυτή τα συμπόσια που συνήθως ακολουθούν, ας γίνονται, αλλά να είναι σεμνά, να προκαλούν χαρά και ευχαρίστηση χωρίς να προσβάλλεται η σωφροσύνη. Λέει ο άγιος Χρυσόστομος: «Είναι δυνατόν να κάνομε εύθυμο τον γάμο, με πλούσια τραπέζια, με ρούχα• δεν τα περιορίζω αυτά. Επιτρέπεται να ευφραινόμαστε με ρούχα, επιτρέπεται με τις παρουσίες σεβαστών ανδρών, σεβαστών γυναικών. Τα πάντα όμως πρέπει να γεμίζουν από σωφροσύνη, τα πάντα από σεμνότητα, τα πάντα από κοσμιότητα»[22].
Ο άγιος Χρυσόστομος αντιμετωπίζοντας τα καθημερινά προβλήματα της οικογενείας της εποχής του θεωρεί ότι αυτά οφείλονται στην έλλειψη ορθών κριτηρίων στην εκλογή της η του συζύγου. Απευθύνεται στους γονείς που τότε έπαιζαν ένα σημαντικό ρόλο στην εκλογή και λέει στον πατέρα: «Όταν περιεργάζεσαι και αναζητάς υποψήφιο γαμπρό, να προσεύχεσαι• πες στον Θεό• όποιον θέλεις εσύ στείλε• ανάθεσε σ’ Αυτόν την υπόθεση, και αφού τον τίμησες μ’ αυτή την τιμή θα σε ανταμείψει. Παρακαλείτε πάντοτε τον Θεό να γίνει μεσίτης σ’ όλα τα έργα σας. Γιατί, αν ρυθμίσουμε έτσι τα ζητήματα μας, ούτε διαζύγιο θα υπάρξει ποτέ, ούτε υποψία για μοιχεία, ούτε αφορμή για ζηλοτυπία, ούτε διαμάχες και φιλονικείες, αλλά θα απολαύσουμε πολλή ειρήνη και ομόνοια• και όταν υπάρχει ομόνοια, θα ακολουθήσουν και άλλες αρετές»[23]. Αυτή η προσευχή βέβαια μπορεί να γίνεται στις ημέρες μας από κάθε υποψήφιο που επιθυμεί να παντρευτεί.
Προϋποθέσεις για έναν επιτυχημένο γάμο
Επιτυχημένος γάμος είναι αυτός που δεν θέτει σαν βάση επιτυχίας τον πλούτο αλλά την αρετή. Ο άνδρας πρέπει να έχει ευλάβεια ψυχής, καλωσύνη, σύνεση, φόβο Θεού[24]. Λέει ο Χρυσόστομος: «Μια νέα κόρη που είναι συνετή, ελεύθερη και καλλιεργεί την ευσέβεια, αξίζει όσο όλη η οικουμένη»[25]. «Πολλοί που είχαν αποκτήσει μεγάλη περιουσία, τα έχασαν όλα, γιατί δεν είχαν μυαλωμένη γυναίκα ικανή να τα διατηρήσει»[26].
Πολλοί θέλουν η γυναίκα τους να είναι όμορφη. Είναι όμως αυτό αρκετό για να επιτύχει ένας γάμος; Τονίζει ο άγιος: «Η ομορφιά του σώματος, όταν δεν συνοδεύεται από την αρετή της ψυχής, θα μπορέσει να σκλαβώσει τον άνδρα για είκοσι και τριάντα μέρες, δεν θα διαρκέσει όμως περισσότερο, αλλά αφού δείξει την κακία της, θα διαλύσει την αγάπη. Οι γυναίκες όμως που λάμπουν εξ αιτίας της ομορφιάς της ψυχής, όσο προχωρεί ο καιρός και φανερώνουν την ευγένεια της ψυχής τους, τόσο περισσότερο ελκύουν τους άνδρες τους»[27].
Ας δούμε όμως τι λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και για τις υποχρεώσεις των συζύγων. Απευθύνει τον λόγο κυρίως στους άνδρες. Ίσως επειδή ο ανδρικός εγωϊσμός δύσκολα δαμάζεται και πολλές φορές συμπεριφέρονται με σκληρότητα. Ο Χρυσόστομος καταδικάζει την εξάσκηση σωματικής βίας και την κακοποίηση της γυναίκας από τον άνδρα[28], φαινόμενο που όσο και αν σας φαίνεται παράξενο, συμβαίνει και σήμερα. Αντιθέτως απαιτεί από τον άνδρα θυσιαστικό φρόνημα, μεγάλη συγχωρητικότητα και όχι απειλές και εκφοβισμό[29]. Με την επιείκεια και την ημερότητα θα εξασφαλίζεται η βαθιά ειρήνη της οικογενείας και θα απομακρύνεται η δυσαρέσκεια και θα αυξάνεται η αφοσίωση του ενός συζύγου προς τον άλλο30. Τονίζει ο Χρυσόστομος: «Δεν υπάρχει τίποτε, τίποτε πολυτιμότερο από το να αγαπιέται κανείς τόσο πολύ από την γυναίκα του και να την αγαπάει»[31].
Ο άγιος Χρυσόστομος αναφέρεται και σε ένα συνεκτικό στοιχείο, θεμέλιο της συζυγίας, την επικοινωνία των συζύγων. Είναι η καθημερινή αλληλεπίδραση των δύο συζύγων. Η επικοινωνία γίνεται με λόγια η χωρίς λόγια. Είναι θετική η αρνητική. Το σπουδαιότερο στοιχείο της επικοινωνίας είναι η συζήτηση. Ετυμολογικά (συν + ζητώ), δηλαδή από κοινού αναζητώ του τι πρέπει να γίνεται στα θέματα που αφορούν την κοινή ζωή και την οικογένεια. Η συζήτηση πρέπει να γίνεται με οικειότητα, αλληλοσεβασμό, σε κλίμα ελευθερίας, ισοτιμίας και αγάπης. Τότε μπορεί να βρεθεί η λύση σε περίπτωση διαφωνίας η σύγκρουσης. «Γιατί τίποτε δεν είναι πικρότερο από την μάχη που γίνεται από τον άνδρα ενάντια στην γυναίκα. Γιατί είναι πικρές, πραγματικά, οι μάχες που γίνονται ανάμεσα σε πρόσωπα που αγαπιούνται, και δείχνουν ότι όταν κανείς διχάζεται με το ίδιο του το μέλος, όπως λέγεται, αυτό πρέπει να προκαλείται από μεγάλη πικρία. Το μέρος, λοιπόν, των ανδρών είναι να αγαπούν και των γυναικών να υποχωρούν. Εάν λοιπόν καθένας συνεισφέρει το δικό του μέρος, όλα θα είναι στερεά. Και η γυναίκα γίνεται φιλική και αγαπιέται»[32].
Η αμοιβαία εκδήλωση στοργής είναι αναγκαίο στοιχείο της συζυγικής αγάπης. Η αγάπη φανερώνεται με την τρυφερότητα, την ευγένεια, το ενδιαφέρον. Η αγάπη εκφράζεται με λόγια. Οι λέξεις είναι η τροφή των συναισθημάτων, ζωντανεύουν την αγάπη. Στα απλά καθημερινά πράγματα βρίσκεται συχνά το μυστικό της ευτυχισμένης οικογενειακής ζωής. Δυστυχώς τα ξέχασαν αυτά σήμερα οι σύζυγοι. Ξεχνούν να εκφράσουν την εκτίμηση και τον θαυμασμό τους για τα χαρίσματα, τις ικανότητες, τις προσπάθειες, τις επιτυχίες που κάνει ο καθένας στον τομέα του, ακόμη και ένα κομπλιμέντο για την εμφάνιση και το καθημερινό ντύσιμο, το καλομαγειρεμένο φαγητό. Η γυναίκα ακτινοβολεί, αυξάνει το φιλότιμό της όταν νιώθει ότι την αγαπούν. Το ίδιο συμβαίνει και στους άνδρες. Σ’ αυτούς αυξάνεται η καλή αυτοπεποίθηση. Η αγάπη συντηρείται με την επινόηση τρόπων εκδήλωσεώς της. Η ικανοποίηση των ιδιαιτέρων επιθυμιών και η ανοχή των αδυναμιών του άλλου βοηθούν την συνοχή των συζύγων.
Ο άγιος Χρυσόστομος με τον τονισμό της αγάπης λέει στην ουσία ότι οι σύζυγοι πρέπει να μάθουν να συγχωρούν και να ανέχονται. Ο πιο ώριμος από τους δυό πρέπει να κάνει το πρώτο βήμα. Μέσα στον γάμο δεν έχει σημασία ποιός έκανε ένα λάθος η γιατί το έκανε. Εκείνο που είναι ζητούμενο, είναι ποιός είναι ο πιο γρήγορος τρόπος για να διορθωθεί η κατάσταση. «Να ανεχόμαστε, λέει ο άγιος, ο ένας τον άλλο με αγάπη. Πως είναι δυνατόν να ανέχεσαι αν είσαι οργίλος και κακόγλωσσος; Πες τον τρόπο: Με αγάπη. Αν δεν ανέχεσαι τον πλησίον, πως θα σε ανεχθεί ο Θεός; Αν συ δεν υποφέρεις αυτόν που είναι σύνδουλος σου, πως θα σε ανεχθεί εσένα ο Κύριος»[33];
Με την αγάπη προλαμβάνεται η αποξένωση των συζύγων και η νέκρωση της σχέσης, που συνήθως έρχεται με την πάροδο του χρόνου, την κόπωση και την αδιαφορία. Τότε μιλούμε για συμβατικό γάμο. Ο άγιος Ιωάννης γνωρίζει ότι ο τρόπος της επικοινωνίας είναι αναγκαίος για να προλαμβάνονται οι συγκρούσεις. Αυτό εξαρτάται από το τι θα πει και το πως θα μιλήσει κάποιος.
Στο ερώτημα: «Τι λοιπόν πρέπει να της πω;» δίνει την παρακάτω απάντηση. Ακούστε με προσοχή τις συμβουλές του:
«Λόγια αγάπης να της λες… Εγώ από όλα, την δική σου αγάπη προτιμώ και τίποτε δεν μου είναι οδυνηρό, όσο το να βρεθώ σε διάσταση μαζί σου. Κι’ αν όλα χρειαστεί να τα χάσω, κι’ αν στους εσχάτους βρεθώ κινδύνους, ο,τιδήποτε κι’ αν πάθω, όλα μου είναι υποφερτά, όσο εσύ μου είσαι καλά. Και τα παιδιά τότε μου είναι πολύ αγαπητά, εφ’ όσον εσύ με συμπαθείς. Όλα δικά σου είναι. Αυτό με συμβουλεύει ο Παύλος λέγοντας ότι ο άνδρας δεν εξουσιάζει το σώμα του, αλλά η γυναίκα του. Κι αν δεν έχω εγώ εξουσία στο σώμα μου, αλλά εσύ, πόσο μάλλον δικά σου είναι όλα τα άλλα». Και συνεχίζει: «Ποτέ να μη μιλάς με πεζό τρόπο, αλλά με φιλοφροσύνη, με τιμή, με αγάπη πολλή. Νά την τιμάς, και δεν θα βρεθεί στην ανάγκη να ζητήσει την τιμή από τους άλλους. Να την προτιμάς από όλους για όλα, για την ομορφιά, για την σύνεση της, και να την επαινείς. Να κάνεις φανερό ότι σε αρέσει η συντροφιά της και ότι προτιμάς να μένεις στο σπίτι για να είσαι μαζί της, από το νά βγαίνεις στην αγορά. Από όλους τους φίλους να την προτιμάς, και από τα παιδιά που σου χάρισε ακόμα, κι αυτά εξ αιτίας της να τα αγαπάς»[34].
Πόσο καλά επικοινωνείτε; Μιλάτε μεταξύ σας; Μοιράζεστε τις σκέψεις σας; Τι πράξεις κάνετε για την καθημερινή επικοινωνία σας; Αφιερώνετε χρόνο, από αυτό που απόμεινε, για να είστε μαζί και να μιλήσετε ήρεμα; Η μήπως αδιαφορείτε για τα ενδιαφέροντα και τα προβλήματα του άλλου και αφήνετε ανεξέλεγκτη τη γλώσσα σας; Αυτό δεν είναι το συμπέρασμα του παραπάνω κειμένου που ακούσαμε;
Η διαπαιδαγώγηση των παιδιών
Ένα κομμάτι της οικογενείας που συγκινούσε ιδιαίτερα τον άγιο Χρυσόστομο ήταν τα παιδιά και οι νέοι. Για την καλή η κακή πνευματική στάθμη της νεολαίας έχουν ευθύνη οι μεγαλύτεροι. Μέσα στο περιβάλλον των μεγαλυτέρων ζουν, αναπτύσσονται και διαμορφώνονται οι νέοι.
Ο Χρυσόστομος έχει ανυπέρβλητες περιγραφές και αναλύσεις της καταστάσεως της νεολαίας της εποχής του. Αναφέρει: «Η νεότητα είναι μια δύσκολη ηλικία, που είναι ασταθής, που εξαπατάται εύκολα, επιρρεπής στην πτώση και που απαιτεί πολύ δυνατά χαλινάρια»[35]. «Η νεότητα είναι άγριο πράγμα… μοιάζει με άλογο αδάμαστο και θηρίο ατίθασο»[36]. Είναι φωτιά που μεταδίδεται εύκολα και καίει τα πάντα. Μοιάζει με πέλαγος τρικυμιώδες, λόγω της απερισκεψίας και της φυσικής αστάθειας, που την διακρίνει. Υπάρχουν άνθρωποι, που κάνουν ασχήμιες χειρότερες από εκείνες των άγριων γαϊδουριών, ζώντας σαν μέσα στην έρημο και κλωτσώντας[37]. Σ’ αυτή την κατάσταση βρίσκεται η πλειοψηφία των νέων. Γι’ αυτό και φώναζε ο άγιος: Πρώτη φροντίδα μας η οικογένεια, τα παιδιά. «Πάντα ημίν δεύτερα έστω της προνοίας των παίδων»[38].
Κατά τον Χρυσόστομο γονέας δεν είναι αυτός που έφερε παιδιά στον κόσμο, αλλά εκείνος που κουράστηκε να τα αναθρέψει. Όχι το «τεκνοποιείν» αλλά το «τεκνοτροφείν» κάνει τον γονέα. «Γιατί δεν κάνει έναν άνθρωπο πατέρα το γεγονός και μόνο ότι συνετέλεσε να γεννηθεί παιδί, αλλά το να το διαπαιδαγωγήσει σωστά»[39]. Και τότε ακούονταν παράπονα για την ανησυχητική πορεία των νέων – ανυπακοή, επανάσταση, θράσος, ασέβεια, αναρχία. Βέβαια, πόσο ανησυχητική είναι η κατάσταση σήμερα, που η αμαρτία έχει τεράστια κοινωνική αποδοχή, έχει σχεδόν νομιμοποιηθεί και οι προκλήσεις της είναι πιο έντονες στους ασταθείς νέους! Ο Χρυσόστομος αποδίδει την κατάσταση στην έλλειψη φροντίδας των μεγαλυτέρων και στην ελλιπή αγωγή. «Η αιτία της ανατροπής των πάντων, είναι ότι δεν φροντίζουμε τα δικά μας παιδιά. Φροντίζουμε για τα σώματα τους, περιφρονούμε όμως την αγωγή της ψυχής τους». Ρωτά, ελέγχοντας ο Χρυσόστομος. «Θέλεις παιδί υπάκουο; Από τα πρώτα βήματά του ανάθρεψέ το εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου». Αν δείχναμε το ίδιο ενδιαφέρον για την πνευματική αγωγή των παιδιών με εκείνο που δείχνουμε για την άλλη κατάρτισή τους θα προλαμβάναμε πολλά κακά.
Το κτίσιμο του χαρακτήρα του παιδιού γίνεται από τους γονείς. Χρειάζονται και οι έλεγχοι, αλλά με διάκριση. Έτσι μπορεί το παιδί να τους αφομοιώσει και να αποκτήσει την απαραίτητη εσωτερική δομή που θα επιτρέψει την ανάπτυξη και ολοκλήρωση της προσωπικότητάς του. Λέγει ο άγιος Ιωάννης: «Όταν ένας πατέρας κάποιου πάρα πολύ μαλθακού παιδιού, αν είναι άρρωστο του δίνει γλυκίσματα και δροσιστικά και μόνο ο,τι το ευχαριστεί, τίποτε όμως απ’αυτά που χρειάζονται για την αρρώστια του• και όταν μετά ο γιατρός τον ελέγξει, απολογείται λέγοντας: “Τι μπορώ να κάνω; Δεν μπορώ να βλέπω το παιδί να κλαίει”. Φτωχέ και άθλιε και προδότη! Γιατί μόνο πατέρα δεν μπορώ να τον ονομάσω έναν τέτοιο• πόσο καλύτερα θα ήταν για σένα, στενοχωρώντας το παιδί για λίγο να το κάνεις υγιές για πάντα, παρά να κάνεις αυτή την σύντομη ευχαρίστηση το θεμέλιο μιας διαρκούς λύπης»[40]. Με την ικανοποίηση κάθε επιθυμίας του παιδιού το κάνουμε εγωκεντρικό• και με ένα τέτοιο χαρακτήρα θα δυστυχήσει μέσα στον κόσμο. Τονίζει ο άγιος: «Σαν τους γλύπτες να καταβάλλετε κάθε προσπάθεια ώστε να κάνετε τα παιδιά σας θαυμάσια αγάλματα που να μοιάζουν με τον Θεό. Θα γίνουν δε, αν αφαιρείτε απ αὐτά κάθε περιττό, αν προσθέτετε ο,τι πρέπει, και κάθε μέρα τα επιθεωρείτε για να δείτε ποιό φυσικό ελάττωμα έχουν για να το εξαλείψετε»[41].
Οι καλοί παιδαγωγοί ενεργούν όπως οι γεωργοί, οι οποίοι κλαδεύουν μερικά φυτά και άλλα τα αφήνουν να μεγαλώσουν. Μερικές φορές τιμωρούν την κακότητα, ενώ ενθαρρύνουν και προάγουν το καλό[42]. Εκείνος που δέχεται την παρατήρηση και την επίπληξη πρέπει να καταλάβει ότι εκείνος που τον επιπλήττει το κάνει με αγάπη και όχι για να τον λυπήσει. Τότε δέχεται τα λόγια, όχι σαν να προέρχονται από οργή αλλά από φροντίδα ενός πατέρα που ανησυχεί. Συμβουλεύει ο άγιος: «Να το τιμωρείς (το παιδί), άλλοτε κοιτάζοντάς το με αυστηρό βλέμμα, άλλοτε λέγοντας του πικρά και υποτιμητικά λόγια και άλλοτε με καλά λόγια και υποσχέσεις… Να υπάρχουν απειλές αλλά να μην πραγματοποιούνται. Το ότι όμως είναι απειλές να μην το αντιλαμβάνεται το παιδί. Η απειλή τότε έχει αποτέλεσμα όταν το παιδί πιστεύει ότι θα πραγματοποιηθεί. Γιατί αν το παιδί που έκανε σφάλμα καταλάβει ότι το απειλείς χωρίς να το τιμωρείς, θα αδιαφορεί. Ας περιμένει να τιμωρηθεί, χωρίς όμως να τιμωρείται, για να μη χάσει τον φόβο της τιμωρίας»[43]. «Αυτό είναι ακριβώς το χαρακτηριστικό του παιδαγωγού να μη βιάζεται να τιμωρήσει, αλλά να επιδιώκει την διόρθωση και να είναι επιφυλακτικός να επιβάλει τιμωρία»[44].
Ο Χρυσόστομος θεωρεί αντιπαιδαγωγικό να εκπαιδεύσουμε το παιδί να απωθεί και να αρνείται την οργή του. Πρέπει να του διδάξουμε τρόπους να διοχετεύει δημιουργικά τον θυμό του. Λέει στους γονείς: «Ας έλθουμε στην πολύ κυρίαρχη ψυχική λειτουργία, τον θυμό. Αυτόν δεν πρέπει ούτε να τον εκριζώνουμε εντελώς από το παιδί, ούτε να του επιτρέψουμε να τον χρησιμοποιεί οπουδήποτε αδιακρίτως. Πρέπει να παιδαγωγήσουμε τους νέους με τέτοιο τρόπο από μικρή ηλικία, ώστε όταν αδικούνται αυτοί οι ίδιοι, να υπομένουν και να μην οργίζονται, όταν δε βλέπουν άλλον να αδικείται να επεμβαίνουν με θάρρος και να τον υπερασπίζονται με τα κατάλληλα μέσα»[45]. Πρέπει να εξασκηθεί το παιδί να μην είναι ευέξαπτο και να μπορεί να δεχθεί κάποια απογοήτευση η ματαίωση κάποιας επιθυμίας του, χωρίς να οργίζεται. Όταν το παιδί μάθει να υπομένει μικροζημιές και απογοητεύσεις, θα μπορέσει αργότερα να υπομείνει τις μεγαλύτερες αν επιτρέψει ο Θεός[46].
Είναι απαραίτητο να προσφέρουμε στο παιδί αβλαβείς διασκεδάσεις και ψυχαγωγία, να το οδηγούμε σε ενάρετους ανθρώπους, να του δείχνουμε τις ομορφιές της φύσεως και της τέχνης και να του δίνουμε κάποια ελευθερία κινήσεως, αφού του πούμε ότι τα άσεμνα και χυδαία θεάματα δεν έχουν καμμιά αξία. «Όταν του τα λέμε όλα αυτά» λέει ο άγιος Πατέρας μας «πρέπει να του δίνουμε πολλά φιλιά και να το αγγαλιάζουμε σφιχτά, για να του δείξουμε την μεγάλη μας αγάπη»[47].
Η πνευματική ανάπτυξη του παιδιού πρέπει να είναι η κύρια φροντίδα των γονέων. Πρέπει να μη μαθαίνουν μόνο γράμματα και τέχνες για να αποκτήσουν χρήματα αλλά να ανατρέφονται «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου». Ο άγιος Χρυσόστομος τονίζει: «Δεν σου λέω να κρατήσεις το παιδί σου ανύπαντρο και να το στείλεις στην έρημο η να το αναγκάσεις να γίνει μοναχός. Όχι δε σου το λέω αυτό. Βέβαια θα το ήθελα και θα ευχόμουν όλοι να δεχθούν να γίνουν μοναχοί. Αλλ’ επειδή φαίνεται βαρύ, δεν επιμένω. Ανάθρεψε, λοιπόν, έναν αθλητή του Χριστού και μάθε τον και σαν άνθρωπος του κόσμου να είναι ευσεβής από μικρός»[48].
Για την αξία του παραδείγματος των μεγαλυτέρων αφιερώνει πολλές σελίδες ο Χρυσόστομος. «Σε όποιο έδαφος τοποθετηθεί το φυτό, τέτοιο καρπό παράγει»[49]. «Πως θα μπορέσεις να διορθώσεις τον γιο σου, να δώσεις τις πρέπουσες συμβουλές σε άλλον που είναι αμελής, αφού συ ο ίδιος, που βρίσκεσαι σε προχωρημένα γηρατειά, κάνεις τέτοιες ασχήμιες; Αυτά τα λέω και επικρίνω τους ηλικιωμένους, όχι για να απαλλάξω από κάθε κατηγορία και μομφή τους νέους, αλλά μέσω των πρώτων να προφυλάξω τους δεύτερους»[50]. «Πως λοιπόν ο πατέρας θα μάθει στους άλλους να συγκρατούν αυτό το πάθος τους, την αυθάδεια και την οργή, όταν ο ίδιος δεν έχει μάθει να συγκρατείται»[51]. «Μάλλον εμείς πρέπει να έχουμε παιδαγωγούς και όχι εκείνα, δηλαδή τα παιδιά, αφού τα λάθη τους δεν μπορούν να είναι μεγάλα, ενώ τα δικά μας είναι πάρα πολύ μεγάλα»[52]. «Όλη η κακία των παιδιών μας προέρχεται από την δική μας αμέλεια και επειδή δεν τα οδηγούμε απ’ την αρχή και από την μικρή ηλικία στον δρόμο της ευσεβείας»[53].
Όταν καταφεύγει κανείς στον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, διαπιστώνει την πληρότητα της σκέψεως του και την επικαιρότητά του. Ο λόγος του είναι διαχρονικός. Δεν αφήνει καμμία πτυχή της ανθρώπινης ψυχής ανεξερεύνητη. Γνωρίζει σε βάθος το νόημα της υπάρξεως του ανθρώπου. Μπορεί βέβαια λόγω της χρονικής αποστάσεως που μας χωρίζει, οι απαντήσεις του να γίνονται δεκτές υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Το πνεύμα τους όμως είναι πάντα επίκαιρο και σύγχρονο. Επειδή βάζει στο κέντρο των σκέψεων του τον Χριστό, είναι δηλαδή Χριστοκεντρικός, γι’ αυτό και υπερβαίνει τον χρόνο. Προσφέρει στην ουσία, λόγω του Αγίου Πνεύματος που κατοικεί μέσα του και τον φωτίζει, τον λόγο του Ευαγγελίου στην εποχή του. Πάντα όταν τον διαβάζουμε έχει κάτι να πει για τα προβλήματα της εποχής του, που φαίνεται ότι είναι και δικά μας σημερινά προβλήματα.
Η εποχή μας μπορεί να τον θεωρήσει απαιτητικό και ίσως βαρετό. Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι αυτά που λέει δεν εφαρμόζονται σήμερα. Και στην εποχή του υπήρχαν τέτοιες φωνές. «Δεν θα κάνουμε τα παιδιά μας καλογήρους», φώναζαν μερικοί γονείς. Ο Χρυσόστομος με ιερό πάθος τους αποστόμωνε από το βήμα. «Δεν είναι ανάγκη να γίνουν μοναχοί• κάντε τους καλούς Χριστιανούς»[54].
Σήμερα στην εποχή της κρίσεως των θεσμών και αξιών, στην εποχή της αρνήσεως των πάντων πολεμείται πολύ ο θεσμός της οικογενείας. Στην Βόρεια Ευρώπη σχεδόν διαλύθηκε. Οι γάμοι γίνονται μόνο για εθιμοτυπικούς, φολκλορικούς λόγους, για να βγουν φωτογραφίες, να γίνουν τραπέζια. Πολλοί από αυτούς διαρκούν για έξι μήνες, ένα έτος. Επώνυμοι καλλιτέχνες δεν δηλώνουν μόνο ότι δεν θέλουν να δημιουργήσουν οικογένεια, αλλά και ότι έχουν ως στόχο την διάλυση της οικογενείας. Αυτοί είναι τα πρότυπα της σημερινής νεολαίας.
Προβλήματα και κρίσεις στις αξίες, στους θεσμούς, στην κοινωνία, στο υπαρκτικό επίπεδο αντιμετωπίζει ο Νεοέλληνας όταν εκουσίως αποκόπτεται από την Ορθόδοξη Παράδοση. Αυτή η παράδοση για τον ορθόδοξο Έλληνα είναι βαρύτιμη, είναι ανεκτίμητη, είναι προγονική. Γι’ αυτό και όποιος την απορρίπτει, απορρίπτει ουσιαστικά το οντολογικό του είναι και βιώνει μία μεγάλη κρίση αυτοσυνειδησίας.
Μόνο αυτός που εναρμονίζεται και ζει την Ορθόδοξη Παράδοση σύμφωνα με τις υποθήκες των αγίων μας, με τις εντολές του Χριστού, είναι η ώριμη προσωπικότητα που δεν μπορεί να κλονισθεί από οποιαδήποτε θλίψη και κρίση. Ζει την εν Χριστώ ζωή πέρα από κάθε ηθικισμό και καθηκοντολογία. Ζει εν Χριστώ 24 ώρες το 24ωρο. Ζει εν Θεώ μέσα στην καθημερινότητα, στην οικογένεια, στην εργασία, στην κοινωνία.
Εμείς ως Αγιορείτες πονούμε και ανησυχούμε πολύ για την πορεία της οικογενείας σήμερα. Αποτελεί καθημερινό αίτημα των ταπεινών προσευχών μας η κατά Χριστόν ευόδωση, η διατήρηση της ευλογίας του Θεού στην οικογένεια. Μπορεί ο Θεός να μας έδωσε την ευλογία Του να ζήσουμε εκτός κόσμου, να μην δημιουργήσουμε οικογένεια, αλλά και εμείς προήλθαμε από οικογένεια. Επιπλέον ως πνευματικοί, που έχουμε τα κλειδιά των καρδιών των ανθρώπων, βλέπουμε ότι πολλοί νέοι έχουν πλήρη άγνοια για τα θέματα της πίστεώς μας και παράλληλα αντιμετωπίζουν την ζωή με μεγάλη επιπολαιότητα. Και μας γεννάται το ερώτημα. Πως αυτοί οι άνθρωποι θα κάνουν αύριο σωστή οικογένεια; Τι θα πουν στα παιδιά τους αφού οι ίδιοι είναι τελείως κενοί;
Δυστυχώς σήμερα στον κόσμο κυριαρχεί μία ουμανιστική θεώρηση της ζωής, που έχει ως στόχο την ανθρώπινη ευδαιμονία. Πολλοί διδάσκουν ότι πρέπει να γίνουμε καλοί άνθρωποι και αυτό θα φέρει την ειρήνη και την ευτυχία. Αυτό όμως ουσιαστικά δεν είναι τίποτα. Αν δεν γίνουμε Χαριτωμένοι άνθρωποι, δηλαδή δοχεία της θείας Χάριτος, «εποιήσαμεν ουδέν».
Πρέπει να αποστραφούμε τον στείρο και ψυχρό ηθικισμό, που οδηγεί στην τυπολατρεία και να αγωνιστούμε σύμφωνα με τις υποθήκες των Πατέρων της Εκκλησίας μας για την κατάκτηση του αγιασμού, της «υιοθεσίας», που αποτελεί την ύψιστη τιμή για την ανθρώπινη φύση. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί και μέσα στον κόσμο και μέσα στην οικογένεια. Υπεύθυνα γράφουμε ότι γνωρίζουμε ανθρώπους οικογενειάρχες που έχουν Χάρη Θεού που δεν την έχουν μοναχοί, γιατί αγωνίζονται σωστά και ζουν θεάρεστα, με τον τρόπο που υποδείκνυε και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στους χριστιανούς της εποχής του.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Εγκώμιον εις Μάξιμον, PG 51, 229. Οι παραπομπές στα έργα του αγίου Χρυσοστόμου θα γίνονται στην έκδοση της Ελληνικής Πατρολογίας του Migne (PG) η στην έκδοση «Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας» (ΕΠΕ).
2. Εις την Γένεσιν, Ομιλία 15, ΕΠΕ, τ. 2, σ. 392.
3. Bλ. Εις την Γένεσιν, Ομιλία 17, PG 53, 153.
4. Βλ. Περί Παρθενίας 15, PG 48, 545.
5. Εις το αποστολικόν ρητόν «Δια τας πορνείας έκαστος την εαυτού γυναίκα εχέτω», PG 51, 215.
6. Εις το κατά Ιωάννην, Ομιλία 19, EΠΕ, τ. 12, σ. 801-803.
7. Εις την Γένεσιν, Ομιλία 38, PG 53, 353.
8. Bλ. Εις Κολoσσαείς, Ομιλία 12, PG 62, 386.
9. Εις το αποστολικόν ρητόν «Δια τας πορνείας έκαστος την εαυτού γυναίκα εχέτω», PG 51, 213.
10. Ο.π.
11. Εις Εβραίους, Ομιλία 33, PG 63, 227.
12. Βλ. Εις το αποστολικόν ρητόν «Δια τας πορνείας έκαστος την εαυτού γυναίκα εχέτω», PG 51, 213.
13. Βλ. ο.π.
14. Εις Γένεσιν, Ομιλία 21, PG 53, 180.
15. Ο.π.
16. Εις την Προς Εβραίους, Ομιλία 7, PG 63, 68.
17. Βλ. Εγκώμιον εις Μάξιμον, EΠΕ, τ. 27, σ. 168-169.
18. Βλ. Εγκώμιον εις Μάξιμον, EΠΕ, τ. 27, σ. 170-171.
19. Βλ. Περί παρθενίας, ΕΠΕ, τ. 29, σ. 472.
20. Βλ. Εις το κατά Ματθαίον, Ομιλία 86, PG 58, 768.
21. Εις την Προς Α Κορινθίους, Ομιλία 19, PG 61, 152.
22. Εις Κολoσσαείς, Ομιλία 12, EΠΕ, τ. 22, σ. 339.
23. Εις τον Μάξιμον, EΠΕ, τ. 27, σ. 208.
24. Βλ. Εις Κολoσσαείς, Ομιλία 12, EΠΕ, τ. 22 σ. 348-350.
25. Εις Εβραίους, Ομιλία 20, EΠΕ, τ. 21, σ. 236.
26. Εις Β Θεσσαλονικεῖς, Ομιλία 5, EΠΕ, τ. 23, σ. 112.
27. Λόγος εν ταις Καλένδαις, EΠΕ, τ. 31, σ. 490.
28. Εις Εφεσίους, Ομιλία 20, EΠΕ, τ. 21, σ. 228.
29. Βλ. Εις Εφεσίους, Ομιλία 20, EΠΕ, τ. 21, σ. 198-200.
30. Βλ. Εις Γένεσιν, Ομιλία 38, EΠΕ, τ. 3, σ. 604.
31. Βλ. Εις Πράξεις, Ομιλία 49, ΕΠΕ, τ. 16Β, σ. 124.
32. Προς Κολoσσαείς, Ομιλία 10, PG 62, 365-366.
33. Προς Εφεσίους, Ομιλία 9, PG 62, 72.
34. Προς Εφεσίους, Ομιλία 20, PG 62, 147.
35. Eις τους ανδριάντας, Ομιλία 1, PG 49, 21.
36. Εις την Προς Α Τιμόθεον, Ομιλία 9, PG 62, 546.
37. Εις το Κατά Ματθαίον, Ομιλία 59, ΕΠΕ, τ. 12, σ. 186.
38. Προς Εφεσίους, Ομιλία 21, PG 62, 151.
39. Λόγος περί της Άννης, Ομιλία 1, PG 54, 636.
40. Eις Πράξεις, Ομιλία 30, PG 60, 226.
41. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί κενοδοξίας και ανατροφής των τέκνων, «Τα Άπαντα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων», εκδ. Πάπυρος, τ. 85, σ. 40.
42. Βλ. Εις την Προς Β Κορινθίους, Ομιλία 15, PG 61, 508.
43. Περί κενοδοξίας και ανατροφής των τέκνων, ο.π., σ. 50.
44. Εις την Προς Β Κορινθίους, Ομιλία 21, PG 61, 542.
45. Περί κενοδοξίας και ανατροφής των τέκνων, ο.π., σ. 78.
46. Περί κενοδοξίας και ανατροφής των τέκνων, ο.π., σ. 86.
47. Περί κενοδοξίας και ανατροφής των τέκνων, ο.π., σ. 88.
48. Εις το Κατά Ιωάννην, Ομιλία 30, PG 59, 175.
49. Εις Κολoσσαείς, Ομιλία 9, EΠΕ, τ. 22, σ. 266.
50. Λόγος περί της Άννης, Ομιλία 1, PG 54, 661.
51. Εις την Προς Τίτον, Ομιλία 2, PG 62, 672.
52. Eις Πράξεις, Ομιλία 42, PG 60, 302.
53. Eις το «χήρα καταλεγέσθω μη ελάττων ετών εξήκοντα…», PG 51, 330.
54. Προς Εφεσίους, Ομιλία 21, ΕΠΕ, τ. 21, σ. 250.
Πηγή: Αντέχουμε...
«Και δημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο· σύμφωνα με τη δική του εικόνα τον δημιούργησε». Μήπως όμως δεν πρόσεξες ότι ήταν ελλιπή κι όχι επαρκή τα αποδεικτικά στοιχεία, που παρουσιάσαμε;
Ποιμαντορική Εγκύκλιος Πρωτοχρονιάς 2016
Προς τους Παν/τους Ιεροκήρυκας, Ευλαβεστάτους Ιερείς,
Οσιωτάτους Μοναχούς και Μοναχάς
και το Χριστεπώνυμον Πλήρωμα
της καθ’ ημάς Ιεράς Μητροπόλεως.
Αγαπητοί,
Νέο έτος ανέτειλε σήμερα. Αφήσαμε το παλαιό και εισήλθαμε στο νέο. Ένας ακόμη χρόνος προστέθηκε στην ηλικία μας και είμαστε ένα έτος μεγαλύτεροι.
Και σήμερα, με πρόσωπα που ακτινοβολούν, με καρδιές που σκιρτούν, ευχόμαστε να είναι ευτυχισμένο το νέο έτος.
Ομολογουμένως δεν θα μπορούσε να υπάρξη πιο επιτυχημένη ευχή. Η ανθρώπινη ψυχή διψάει την ευδαιμονία, ζητάει να είναι το μέλλον μακάριο, ευτυχισμένο … Και κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήση την ειλικρίνεια των ευχομένων συνανθρώπων μας.
Όμως, οφείλουμε να ομολογήσουμε και να βεβαιώσουμε ότι η αληθινή ευτυχία θα έλθη στις καρδιές μας και στην ζωή μας, όταν το Ιερό Ευαγγέλιο, η ευλογία του Χριστού μας και η θεία Χάρι Του έλθουν με την ολοπρόθυμη θέλησί μας στην ύπαρξι και στη ζωή μας.
Ο Χριστός είναι η αστείρευτη πηγή της ευτυχίας του ανθρώπου, ο ακένωτος, της αληθινής σοφίας και της χάριτος, θησαυρός. Ο Χριστός είναι ο πλούσιος των αγαθών χορηγός. Ο Χριστός είναι ο αλάθητος οδηγός και παιδαγωγός των νέων, το αληθινό, το αδιάσειστο θεμέλιο της ενότητος και της ευτυχίας της οικογενείας ο αιώνιος αναμορφωτής της κοινωνίας μας.
Μόνο ο Χριστός μπορεί να απαλλάξη τον άνθρωπο από τα πάθη του, από τις ρίζες των αδυναμιών του που φέρουν πικρία στη ζωή του, να φέρη την καλλιέργεια των αρετών, να εδραιώση την αληθινή και την αναφαίρετη ειρήνη στις καρδιές, στην οικογένεια, στα έθνη.
Όλοι μας ζούμε σήμερα την αποστασία της εποχής μας και παρακολουθούμε τον πόλεμο κατά του Χριστού μας.
Ναι, αρνούνται, διώχνουν τον Χριστό από τον κόσμο μας, με οργανωμένο μίσος μάλιστα. Ποιά κοινωνία; Τι κοινωνική ζωή μας προσφέρουν; Γεμάτη σύγχυσι, ανασφάλεια, ταραχή, άγχος, φόβο, αβεβαιότητα, εγκληματικότητα. Μας τάζουν την ευτυχία χωρίς Χριστό και μας βύθισαν μέσα στην δοκιμασία, στην κρίσι - πνευματική και οικονομική - στη φθορά, στη θλίψι, στη δυστυχία.
Αν όλοι εκείνοι που ταράσσουν, που απειλούν, που τυραννούν και βασανίζουν σήμερα την κοινωνία μας, ζούσαν το Ιερό Ευαγγέλιο και φωτίζονταν από το μήνυμα του Χριστού μας δε θα ήταν «ωφέλιμοι προς πάντας;»
Ο Χριστός μας αναδεικνύει αγίους και οι άγιοι μόνο την αγάπη, την ειρήνη, τη χαρά, την ευτυχία φέρουν και απλώνουν παντού.
Αγαπητοί, όσοι θέλουμε την αληθινή ευτυχία, σήμερα αρχή του νέου έτους, ας έλθουμε σε αυτογνωσία και σωτήριες αποφάσεις.
Τα έτη έρχονται και παρέρχονται. Ο χρόνος ρέει. Η ζωή μας, φθίνει. Δεν πρέπει να τη χάσουμε. Πρέπει να την κάνουμε ευτυχισμένη και άξια να γίνη αιώνια.
Το νέο έτος να το ζήσουμε με συνειδητή υπακοή στο Ευαγγέλιο και με θερμή αγάπη προς τον Χριστό μας.
Σήμερα, πρώτη του νέου έτους με υπευθυνότητα ας αποφασίσουμε: Αν έχουμε γνωρίσει το Χριστό, αν ζούμε το θέλημά Του, ας Τον γνωρίσουμε καλύτερα, ας αγωνιστούμε για να γίνουμε «τέλειοι ολόκληροι εν μηδενί λειπόμενοι» (Ιακ. α , 4). Αν ζούμε μακράν του Χριστού, ας επιστρέψουμε με ειλικρινή μετάνοια. Ο Χριστός μας, μας αγαπά, μας περιμένει για να μας χαρίσει την ευτυχία.
Αυτό το νέο έτος με την υιική επιμονή μας ας Τον φέρουμε στις καρδιές μας, στην οικογένειά μας, στην κοινωνία, στην πατρίδα μας. Έτσι θα γίνη το νέο έτος αληθινά ευτυχισμένο.
Καλή, ευτυχισμένη και αγία νέα χρονιά αγαπητοί,
Με πατρική αγάπη
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
† Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΚΟΣΜΑΣ
Πηγή: Ακτίνες
Θέλω να μιλήσω για τον άγιο Bασίλειο, αλλά να μην πω τα συνηθισμένα που λένε όσοι γράφουνε γι’ αυτόν τον αληθινά Mέγαν άγιο. Προπάντων κάποιοι θεολόγοι φραγκοδιαβασμένοι, που δεν τους ενδιαφέρει σχεδόν καθόλου η αγιότητά του κ’ η κατά Θεόν σοφία του, αλλά η “θύραθεν” σοφία του, η γνώση που είχε στα ελληνικά γράμματα, στη ρητορική και στάλλα εφήμερα και εξωτερικά στολίδια αυτής της βαθειάς ψυχής, λησμονώντας τι γράφει ο απόστολος Παύλος για την κοσμική σοφία, που τη λέγει “μωρίαν παρά τω Θεώ”. Για τους τέτοιους, η φιλοσοφία είναι σεβαστή, μάλιστα περισσότερο από τη θρησκεία κι’ ας θέλουνε να το κρύψουνε, η επιστήμη πιο πειστική από την πίστη, η αρχαιότης πιο σπουδαίο οικόσημο από τον Xριστιανισμό. Γι’ αυτό, όλα τα μετράνε μ’ αυτά τα μέτρα. H αξία των αγίων Πατέρων δεν έγκειται στην αγιότητά τους, αλλά στο κατά πόσον είναι δεινοί ρήτορες, δεινοί συζητηταί, δυνατοί στο μυαλό, μ’ ένα σύντομον λόγο, κατά πόσον έχουνε όσα εκτιμούσε και εκτιμά η αμαρτωλή ανθρωπότητα κι’ όσα είναι ή περιττά για το χριστιανό, ή βλαβερά, κατά το Eυαγγέλιο. Mα δεν πάει να λέγη το Eυαγγέλιο! Aυτοί οι διδάσκαλοι του λαού δεν ρωτάνε τίποτα, αυτοί τραβάνε το χαβά τους. Tον Παύλο, που είχε πη χίλιες φορές και κατά χίλιους τρόπους πως η γλωσσική επιτηδειότητα δηλ. η ρητορεία, είναι ψεύτικη και δεν τη θέλει ο Xριστός, αυτοί, σώνει και καλά, με το ζόρι, τον ανακηρύξανε “μέγαν ρήτορα”, αυτόν που είπε λ.χ. “ου γαρ απέστειλέ με ο Xριστός βαπτίζειν, αλλ’ ευαγγελίζεσθαι, ουκ εν σοφία λόγου, ίνα μη κενωθή ο σταυρός του Xριστού”, και που γράφει στους Kολοσσαείς: “Bλέπετε (προσέξετε) μη τις υμάς έσται ο συλαγωγών δια της φιλοσοφίας και κενής απάτης, κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου, και ου κατά Xριστόν”. Aυτοί όμως που εξηγούνε στο λαό την Aγία Γραφή, είναι κουφοί και τυφλοί, ή κάνουνε πως δεν ακούνε και δεν βλέπουνε, κι’ αυτόν που είπε πως η φιλοσοφία είναι “κενή απάτη”, τον ανακηρύξανε μέγαν φιλόσοφον, στοχαστήν, τετραπέρατον εγκέφαλον “κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου, και ου κατά Xριστόν”. Θέλουνε να τον κάνουνε “εφάμιλλον των αρχαίων φιλοσόφων οίτινες εδόξασαν την ανθρωπότητα”, ώστε να έχη κι’ ο Xριστιανισμός κάποιους μεγάλους νόας κι’ όχι μοναχά τους πτωχούς τω πνεύματι, τα φτωχαδάκια, τους αγράμματους Aποστόλους, τους απλοϊκούς ασκητάδες, τους ευκολόπιστους μάρτυρες και αγίους. Tους τέτοιους ψευτοχριστιανούς τούς τρώγει η περηφάνια, η κοσμική ματαιοδοξία, επειδή είναι αυτοί που λέγει ο ίδιος ο Παύλος “εική φυσιούμενοι υπό του νοός της σαρκός αυτών”, και “εν σαρκί όντες” και τα σαρκικά τιμώντες, θέλουν “Θεώ αρέσει”. Tον Παύλο που είπε τον φοβερό τούτον λόγο “παν ό ουκ εκ πίστεως, αμαρτία εστίν” δηλ. “ό,τι δεν προέρχεται από την πίστη, είναι αμαρτία”, με τη μικρόλογη διάνοιά τους, τον κατεβάσανε στα μέτρα τους, κάνοντάς τον λογοκόπο ρήτορα, φιλόσοφο, κοινωνιολόγο, πολιτικό, διοργανωτή, ψυχολόγο, παιδαγωγό, καιροσκόπο, επειδή αυτά καταλαβαίνουνε, κι’ αυτά είναι οι πιο μεγάλοι τίτλοι που μπορούνε να φαντασθούνε. Mε πιο γερά λόγια και πιο καθαρά, ζωηρά και τρανταχτά, δεν μπορούσε να τους πη αυτά τα πράγματα κανένα στόμα, παρεκτός από τον Παύλο, και όμως δεν πήρανε χαμπάρι οι καινούριοι γραμματείς. Aς είναι τα λόγια του σαν σφυριά που κοπανάνε τα ξερά καύκαλά τους, εκείνοι: το γουδί το γουδοχέρι. Άκουσε πώς μιλά ο Παύλος για την αρχαία σοφία: “Eπειδή (γαρ) εν τη σοφία του Θεού ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας (φιλοσοφίας) τον Θεόν, ευδόκησεν ο Θεός δια της μωρίας του κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας. Eπειδή και Iουδαίοι σημείον αιτούσι, και Έλληνες σοφίαν ζητούσιν, ημείς δε κηρύσσομεν Xριστόν εσταυρωμένον, Iουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρίαν…”. Λοιπόν, ιδού τι λέγει ο Παύλος και τι διδάσκουνε οι εξηγητές του Eυαγγελίου και του ίδιου του Παύλου, δηλαδή τη μεμωραμένη σοφία, που θεωρεί τη διδασκαλία του Xριστού μωρία.
Δείχνω μεγάλη επιμονή σ’ αυτό το ζήτημα, γιατί αυτοί που θέλουνε να νοθέψουνε το κατακάθαρο νερό του Eυαγγελίου, “το ύδωρ το ζων το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον”, με τα βαλτόνερα της γνώσης και της αρχαίας φιλοσοφίας που πίνανε κείνον τον καιρό οι ταλαίπωροι άνθρωποι, “οι μη έχοντες ελπίδα”, χωρίς να ξεδιψάσουνε, αυτοί λοιπόν οι τυφλοί οδηγοί στραβώνουνε τον κόσμο, και γίνουνται αιτία με τις θεωρίες τους να πέφτουνε οι νέοι στην απιστία, γιατί ψυχές που θρέφονται με την “κενή απάτη”, πού θα καταντήσουνε παρά στην απιστία, ομολογημένη ή ανομολόγητη; Όλα αυτά προέρχονται από τον παραμορφωμένο Xριστιανισμό που μαθαίνουν όσοι δασκαλεύονται στα πανεπιστήμια της Δύσης, που είναι η πατρίδα του ορθολογισμού και του ουμανισμού, κ’ ύστερα τον φέρνουνε αυτό τον ορθολογιστικό Xριστιανισμό σ’ εμάς. Γιατί έχουμε την κατάρα να μαθαίνουνε όλα τα δικά μας από τους ξένους, ακόμα και την αρχαία γλώσσα.
Γυρίζω πάλι στον Παύλο, για να πάρω απ’ αυτόν κι’ άλλα θεόπνευστα λόγια που βγάζουνε ψεύτες αυτούς τους φραγκοσπουδασμένους ουμανίστες ψευτοχριστιανούς. Kαι παίρνω όλο λόγια του Παύλου, γιατί σ’ αυτόν τον άγιο φανερώνουνε την περισσότερη εκτίμησή τους, επειδή, με τα μέτρα που τον κρίνουνε, βρίσκουνε σ’ αυτόν περισσότερη εγκόσμια γνώση, κοινωνική δραστηριότητα, ρητορική δεινότητα, μεθοδικότητα, ψυχολογική cξύτητα, κι’ ένα σωρό άλλα τέτοια που τα εκτιμούνε πολύ, χωρίς να μπορούνε να δούνε οι θεότυφλοι πως ο Παύλος είναι ο μεγαλύτερος και σφοδρότερος εχθρός και κατακριτής της στραβής αντίληψης που έχουνε για τη χριστιανική θρησκεία.
Γράφει λοιπόν ο θεόγλωσσος Παύλος και ρωτά: “Πού σοφός; Πού γραμματεύς; Πού συζητητής του αιώνος τούτου; (δηλ. της κοσμικής σοφίας). Oυχί εμώρανεν ο Θεός την σοφίαν του κόσμου τούτου;” Σαν να λέγη: “Ποιος από τους σοφούς του κόσμου τούτου, από τους φιλοσόφους και τους δεινούς συζητητάς, με τη διαλεκτική τους, θα μπορέση να συζητήση, ή καν να καταλάβη αυτά που λέμε εμείς οι μωροί, εμείς που δεν γνωρίζουμε τα μαστορικά γυρίσματα της διαλεκτικής, εμείς οι απαίδευτοι ανατολίτες, κι’ όχι κατά βάθος εμείς, αλλά αυτά που λέγει το Πνεύμα το Άγιον με το στόμα μας;”
Kαι παρακάτω γράφει: “Σοφίαν δε λαλούμεν εν τοις τελείοις, σοφίαν δε ου του αιώνος τούτου, ουδέ των αρχόντων του αιώνος τούτου, των καταργουμένων”. Ποιοι είναι οι άρχοντες του αιώνος τούτου, οι καταργούμενοι, παρά οι φιλόσοφοι κ’ οι ρήτορες κ’ οι άλλοι λογής-λογής μαστόροι της κοσμικής λογοτεχνίας, που τα σκοτεινά φώτα τους, λένε οι τυφλοί διδάσκαλοι του λαού πως χρειάζονται στο χριστιανό, σαν να μην τους φθάνη το φως του Eυαγγελίου, που λέγει “αν το φως που έχουνε μέσα τους (οι τέτοιοι) είναι σκοτάδι, το σκοτάδι τους πόσο πρέπει να είναι;”
Λοιπόν, κατά το πνεύμα “του αιώνος τούτου του καταργουμένου” εορτάζουνε και δοξάζουνε και τον άγιον Bασίλειον, όχι σαν άγιον και αγωνιστή της αληθινής θρησκείας, αλλά σαν συγγραφέα “καλλιεπών συγγραμμάτων”, “σοφόν ηθικολόγον και παιδαγωγόν, λάτρην της ελληνικής σοφίας”.
Aλλά πόσο σύμφωνος είναι ο άγιος με κείνους που τον δοξάζουνε για την ελληνομάθειά του και για την εκτίμηση που είχε στην αρχαία σοφία, το φανερώνουνε τα παρακάτω λόγια από μια επιστολή που έγραψε στον Eυστάθιο επίσκοπο Σεβαστείας:
“Eγώ, γράφει, αφού ξόδεψα πολύν καιρόν στα μάταια πράγματα, κι’ αφού όλη σχεδόν τη νεότητά μου τη χάλασα με το να κοπιάζω για πράγματα ανώφελα (αδιαφόρετα), καταγινόμενος να μελετώ τα μαθήματα της “παρά του Θεού μωρανθείσης σοφίας”, επειδή κάποτε ξύπνησα σαν να κοιμόμουνα σε βαθύν ύπνο, και άνοιξα τα μάτια μου στο θαυμαστό φως της αληθείας του Eυαγγελίου κ’ είδα καλά πως ήτανε άχρηστη “η σοφία των αρχόντων του αιώνος τούτου των καταργουμένων”, αφού έκλαψα πολύ για την ελεεινή ζωή μου, παρακαλούσα το Θεό να με χειροκρατήση για να φωτισθώ στα δόγματα της ευσέβειας. Kαι πριν απ’ όλα προσπάθησα να αποκτήσω κάποια ηθική διόρθωση, επειδή είχε πάθει μεγάλη διαστροφή η ψυχή μου από τη συναναστροφή μου με τους κακούς ανθρώπους. Διάβασα λοιπόν το Eυαγγέλιο, και σαν είδα πως εκεί μέσα είναι γραμμένο πως συντείνει πολύ στη σωτηρία του ανθρώπου το να πουλήση τα υπάρχοντά του και να τα μοιράση στους φτωχούς αδελφούς του και να ζη χωρίς να φροντίζη καθόλου για τούτη τη ζωή, και να μην προσηλώνεται η ψυχή στα επίγεια από καμμιά συμπάθεια, παρακαλούσα να εύρω κάποιον από τους αδελφούς που να διάλεξε αυτόν το δρόμο στη ζωή του, ώστε, μαζί μ’ αυτόν, να ταξιδέψω και να περάσω τούτη την περαστική φουρτούνα της ζωής”.
Aλλά ποιος δίνει σημασία σ’ αυτά που λέγει ο Mέγας Bασίλειος; Hμείς κάναμε ένα δικό μας Xριστιανισμό, ένα βολικό, έναν ανθρωπινό και λογικό Xριστιανισμό, όπως λέγει ο μεγάλος Iεροεξεταστής του Nτοστογιέφσκη, γιατί ο Xριστιανισμός που δίδαξε ο Xριστός είναι ανεφάρμοστος, απάνθρωπος. Eμείς, αντί ν’ ανέβουμε προς τον Xριστό, που λέγει “εγώ σαν υψωθώ, θα σας τραβήξω όλους προς εμένα”, τον κατεβάσαμε εκεί που βρισκόμαστε εμείς, και κάναμε ένα Xριστιανισμό σύμφωνο με τις αδυναμίες μας, με τα πάθη μας, με τις κοσμικές φιλοδοξίες μας, και δώσαμε και στους αγίους τα προσόντα που εκτιμούμε και που θαυμάζει η υλοφροσύνη μας, τους κάναμε φιλοσόφους, ρήτορας, πολιτικούς, ψυχολόγους, κοινωνιολόγους, παιδαγωγούς, επιστήμονες κ.λπ. O μεγάλος Iεροεξεταστής, σαν πήγανε μπροστά του τον Xριστό (που πρόσταξε να τον πιάσουνε, επειδή ξανακατέβηκε στη γη και τον ακολουθούσε ο κόσμος), του είπε: “Tον καιρό που ήρθες στον κόσμο έφερες στους ανθρώπους μια θρησκεία σκληρή, ανεφάρμοστη, απάνθρωπη. Eμείς την κάναμε βολική, ανθρωπινή. Tι ξαναήρθες να κάνης πάλι στον κόσμο; Nα μας τη χαλάσης, μόλις τη βάλαμε στο δρόμο; Γι’ αυτό, θα διατάξω να σε κάψουνε εν ονόματί σου, σαν αιρετικόν”.
O βολικός, ο ανθρωπινός Xριστιανισμός, αυτό το ανθρώπινο κατασκεύασμα, είναι η συχαμερή παραμόρφωση που έπαθε το Eυαγγέλιο από την πονηρή υλοφροσύνη της σαρκός.
ὄνομα τοῦ Κυρίου Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ;
Αποστολικό Ανάγνωσμα
Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως
(Εβρ. ια' 9-10, 32-40)
Υπάρχουν κάποιες ψυχές που η ζωή τους αποτυπώνει χαρίσματα και αγώνες. Η Βιβλική όμως μορφή του Πατριάρχου Αβραάμ εκπροσωπεί σε όλο της το μεγαλείο την πίστη. Την ευλογία της Πίστεως στον Θεό με ό,τι βεβαίως αυτό συνεπάγεται και ιδίως την αταλάντευτη πορεία προς την απόλυτη εφαρμογή του θείου θελήματος.
Προξενεί συγκίνηση και θαυμασμό το ηρωικό του κατόρθωμα. Πλούσιος αυτός όσο ελάχιστοι, παρέμεινε ελεύθερος και δεν υποδουλώθηκε στα υλικά αγαθά. Και μάλιστα η γη Χαναάν ήταν δική του, διότι του την χάρισε ο ίδιος ο Θεός, εν τούτοις “παρώκησεν εις την γην της επαγγελίας” ως εις ξένην γην. Ενώ ζούσε στη γη, τον νου του τον είχε στραμμένο προς τον ουρανό, και τούτο διότι “εξεδέχετο την τους θεμελίους έχουσαν πόλιν, ης τεχνίτης και δημιουργός ο Θεός”.
Ομολογουμένως η πίστις του ανθρώπου αυτού ήταν κάτι το μοναδικό. Αυτή η ζωντανή του πίστις ήταν η αιτία που φέρεται πλέον ως παράδειγμα προς μίμησιν σε ολόκληρο το Σώμα της Εκκλησίας και έως τα τέλη των αιώνων. Γι' αυτό και ο Απόστολος των Εθνών που εκήρυξε όσο κανένας άλλος την πίστη του Χριστού, θα τονίσει: “Πίστει παρώκησεν Αβραάμ εις την γην της Ευαγγελίας”! Όντως εάν απουσίαζε η ευλογία της πίστεως, ή εάν υπάρχει μεν αλλά είναι ατροφική και υποτονική, είναι φύσει αδύνατον ο άνθρωπος να μη παρασυρθεί από τα εγκόσμια και να μη μολυνθεί από τις ποικίλες ηδονές.
Γι' αυτό και είχε απόλυτο δίκαιο ένας σύγχρονος Όσιος, ο οποίος έλεγε: “Βλέπεις άνθρωπο να μένει εδραίος στον αγώνα τον Χριστιανικό και νέον να παραμένει αγνός στο σώμα και στην ψυχή; Εκεί υπάρχει ο όρος της πίστεως με την υψηλή κορυφή της προς τον Ιησούν αγάπης”. Έτσι λοιπόν με αφορμή την πίστη του Αβραάμ, όπως τόσο δυναμικά και θεόπνευστα μας παρουσιάζει το Αποστολικό μας Ανάγνωσμα, ας ατενίσουμε τις χαριτοσκεπείς κορυφές της αρετής αυτής, θαυμάζοντας ταυτοχρόνως τις πλαγιές, τις απότομες μεν αλλά θελκτικές, στις οποίες αναρριχώνται οι άγιοι της κάθε εποχής. Τα τέκνα της πίστεως που αυθεντικώς βιώνουν την Ορθόδοξη Εκκλησιαστική μας ζωή. Και πρώτα απ' όλα θα πρέπει να τονίσουμε ότι η πίστις που κατέχει η Ορθοδοξία μας και όχι μια οποιαδήποτε πίστις, φωτίζει τον νου και καθαρίζει την καρδίαν θερμαίνοντας ταυτόχρονα την όλην ύπαρξιν στην αγάπη του Ιησού διά της εφαρμογής των Ευαγγελικών εντολών.
Αλλοίμονο στον άνθρωπο, είτε είναι απλοϊκός, είτε φέρει κατά κόσμον γνώσεις και επιστημονικές περγαμηνές, που αδιαφορεί για το πού κατευθύνεται η νοερά ενέργεια της υπάρξεώς του. Εάν ο “φιλομάκελος νους” αφεθεί ασύδοτος, τότε ο άνθρωπος θα πέφτει από πλάνη σε πλάνη και τέλος μπορεί στην κυριολεξία να γίνει “έξω φρενών”, αφού μέσα του θα φιλοξενείται δαιμονική ενέργεια. Το δε χειρότερο όλων είναι να καταντήσει άθεος και άπιστος. Καταστάσεις δηλαδή που υποβιβάζουν τον άνθρωπο σε κατωτέρα μορφή από εκείνες των δαιμόνων και αυτών των κτηνών, αφού, κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, “νους αποστάς εκ του Θεού ή κτηνώδης ή δαιμονιώδης καθίσταται”.
Εάν λοιπόν θέλουμε να γνωρίσουμε τα του κόσμου στις σωστές τους διαστάσεις, εάν έχουμε επιθυμία να μάθουμε για την πέραν του τάφου ζωήν και εάν, πρωτίστως όλων, ενδιαφερόμαστε να δούμε τον ίδιο τον εαυτό μας, την ψυχή μας, να ανακαλύψουμε τον προορισμό μας, δεν έχουμε παρά να στραφούμε εξ' όλης ψυχής τε και καρδίας στην πέτρα της πίστεως, στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.
Πώς αλήθεια θα εμπνευσθεί η δύναμις της απαρνήσεως των εγκοσμίων, και πώς η θέλησις θα σφυρηλατηθεί απούσης της πίστεως; Πώς η καρδιά θα αρνηθεί τον ένοχο πλουτισμό, την μάταιη δόξα, τις ανόητες επιδείξεις, τις γνωριμίες με τους μεγάλους του κόσμου και γενικώς πώς θα απαγκιστρωθεί από τις προσκολλήσεις του κόσμου και της αμαρτίας, όταν δεν καλλιεργείται συστηματικώς δια της προσευχής και των Ιερών μυστηρίων η σώζουσα πίστις; Αυτή η πίστις του Χριστού θα εμπνεύσει, αλλά και θα πραγματοποιήσει, τις ιερές αποφάσεις. Από αυτήν θα αντλήσει δύναμη η θέλησις και θα σπάσει τα δεσμά της δουλείας. Από αυτήν την αρετή της πίστεως ενισχυμένος ο Αβραάμ “παρώκησεν εις την γην της επαγγελίας ως αλλοτρίαν” και έζησε ως ξένος και παρεπίδημος. Με την ευλογία αυτής της ζωντανής πίστεως οι Άγιοι κατορθώνουν τα μεγάλα έργα της ασκήσεως, της ομολογίας και τέλος αυτού τούτου του μαρτυρίου του αίματος.
Ναι, αυτή η Ορθόδοξος Χριστιανική πίστις που ως κόρην οφθαλμού κατέχουμε και την οποία με ιερό ενθουσιασμό μεταλαμπαδεύουμε, καθιστά τον άνθρωπο ουρανοπολίτη. Ο λόγος του Κυρίου που λέγει “όπου εστίν ο θησαυρός υμών, εκεί έστω και η καρδία υμών”, αποτυπώνει, κατά τον θαμαστότερο τρόπο, όχι μόνο τους ζοφερούς εγκλωβισμούς της αμαρτίας, αλλά και την Χριστιανική πραγματικότητα που βιώνουν οι πραγματικά πιστοί.
Αυτό ακριβώς περιγράφει και ο Άγιος Ιουστίνος, ο απολογητής και μάρτυς, όταν μεταξύ των άλλων τονίζει προς τον Αυτοκράτορα της Ρώμης Τίτο: “Όσο για μάς (=τους Χριστιανούς), πιστεύουμε ότι από κανέναν δεν είναι δυνατόν να πάθωμε κάτι κακό, εφ' όσον κανείς δεν ημπορεί να αποδείξει ότι είμεθα κακίας εργάτες ή πονηροί. Σεις να μας φονεύσετε μεν ημπορείτε, να μας βλάψετε όμως, ουδέποτε”. Και στην συνέχεια γράφει : “Ένθεν δε και άθεοι κεκλήμεθα”. Ναι· είμεθα άθεοι ως προς τα είδωλα. Και τούτο διότι σεβόμεθα και προσκυνούμε τον αληθέστατον Θεόν, τον πατέρα της δικαιοσύνης και της σωφροσύνης και των άλλων αρετών, τον “ανεπίμικτον” κακίας Θεόν, και τον Υιόν τον ενανθρωπήσαντα, ο Οποίος μας εδίδαξε την Αλήθεια”!
Και κλείνει ο απολογητής της Πίστεως εκθέτοντας την διδασκαλίαν του Χριστού, την Πίστη δηλαδή την Χριστιανική, αποδεικνύοντας ότι οι Χριστιανοί, όχι μόνο εχθροί της πολιτείας και ανήθικοι δεν είναι, αλλά τουναντίον είναι αγνοί, ευεργετικοί, ανεξίκακοι, πράοι, θεοσεβείς, νομοταγείς, ἄνθρωποι και μέλη της κοινωνίας για το αγαθόν.
Αδελφοί μου, δεν απομένει παρά να αποδείξουμε, ως πιστοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί που είμεθα, του λόγου το αληθές.
Αμήν.
Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος
Σύγχυση μεγάλη ὑπάρχει. Μύλος γίνεται· εἶναι ζαλισμένοι οἱ ἄνθρωποι. Ὁ κόσμος εἶναι ὅπως οἱ μέλισσες. Ἂν χτυπήσεις τὴν κυψέλη, οἱ μέλισσες βγαίνουν ἔξω καὶ ἀρχίζουν «βούου...» καὶ γυρίζουν γύρω ἀπὸ τὴν κυψέλη ἀναστατωμένες. Ὕστερα ἡ κατεύθυνσή τους θὰ ἐξαρτηθεῖ ἀπὸ τὸν ἄνεμο ποὺ θὰ φυσήξει. Ἂν φυσήξει βοριάς, θὰ πᾶνε μέσα. Ἂν φυσήξει νοτιάς, θὰ φύγουν. Ἔτσι καὶ τὸν κόσμο τὸν φυσάει... «Ἐθνικὸς Βοριάς», «Ἐθνικὸς Νοτιάς», καὶ εἶναι ὁ καημένος ζαλισμένος. Ὅμως, ἂν καὶ γίνεται τέτοιο βράσιμο, νιώθω μέσα μου μία παρηγοριά, μία σιγουριά. Μπορεῖ νὰ ξεράθηκε ἡ ἐλιά, ἀλλὰ θὰ πετάξει νέα βλαστάρια.
Ὑπάρχει μιὰ μερίδα Χριστιανῶν, στοὺς ὁποίους ἀναπαύεται ὁ Θεός. Ὑπάρχουν ἀκόμη οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, οἱ ἄνθρωποι τῆς προσευχῆς, καὶ ὁ Καλὸς Θεός μας ἀνέχεται, καὶ πάλι θὰ οἰκονομήση τὰ πράγματα. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς προσευχῆς μᾶς δίνουν ἐλπίδα. Μὴ φοβάσθε. Περάσαμε σὰν ἔθνος τόσες μπόρες καὶ δὲν χαθήκαμε, καὶ θὰ φοβηθοῦμε τὴν θύελλα ποῦ πάει νὰ ξεσπάση; Οὔτε τώρα θὰ χαθοῦμε. Ὁ Θεός μᾶς ἀγαπᾶ. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει μέσα του κρυμμένη δύναμη γιὰ ὤρα ἀνάγκης. Θὰ εἶναι λίγα τὰ δύσκολα χρόνια. Μιὰ μπόρα θὰ εἶναι.
Δὲν σᾶς τὰ λέω αὐτά, γιὰ νὰ φοβηθῆτε, ἀλλὰ γιὰ νὰ ξέρετε ποὺ βρισκόμαστε. Γιὰ μᾶς εἶναι μιὰ μεγάλη εὐκαιρία, εἶναι πανηγύρι οἱ δυσκολίες, τὸ μαρτύριο. Νὰ εἶστε μὲ τὸν Χριστό, νὰ ζῆτε σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολές Του καὶ νὰ προσεύχεσθε, γιὰ νὰ ἔχετε θεῖες δυνάμεις καὶ νὰ μπορέσετε νὰ ἀντιμετωπίσετε τὶς δυσκολίες. Νὰ ἀφήσετε τὰ πάθη, γιὰ νὰ ἔρθη ἡ θεία Χάρις. Αὐτὸ ποὺ θὰ βοηθήση πολὺ εἶναι νὰ μπῆ μέσα μας ἡ καλὴ ἀνησυχία: ποὺ βρισκόμαστε, τί θὰ συναντήσουμε, γιὰ νὰ λάβουμε τὰ μέτρα μας καὶ νὰ ἑτοιμασθοῦμε. Ἡ ζωή μας νὰ εἶναι πιὸ μετρημένη. Νὰ ζοῦμε πιὸ πνευματικά. Νὰ εἴμαστε πιὸ ἀγαπημένοι. Νὰ βοηθοῦμε τοὺς πονεμένους, τοὺς φτωχοὺς μὲ ἀγάπη, μὲ πόνο, μὲ καλωσύνη. Νὰ προσευχώμαστε νὰ βγοῦν καλοὶ ἄνθρωποι.
Ὁ Θεὸς θὰ δώση τὴ λύση
Ὁ Καλὸς Θεὸς ὅλα θὰ τὰ οἰκονομήση μὲ τὸν καλύτερο τρόπο, ἀλλὰ χρειάζεται πολλὴ ὑπομονὴ καὶ προσοχή, γιατί πολλὲς φορές, μὲ τὸ νὰ βιάζωνται οἱ ἄνθρωποι νὰ ξεμπλέξουν τὰ κουβάρια, τὰ μπλέκουν περισσότερο. Ὁ Θεὸς μὲ ὑπομονὴ τὰ ξεμπλέκει. Δὲν θὰ πάη πολὺ αὐτὴ ἡ κατάσταση. Θὰ πάρη σκούπα ὁ Θεός!
Πηγή: (Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Λόγοι, τ. Β' ἔκδ. Ἱ. Ἠσυχ. «Εὐαγγ. Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης 2006, σσ. 18-19.), Ορθόδοξοι Πατέρες
Θά ἀρχίσω τήν ὁμιλία μου μέ μιά ὁμολογία. Ὁ Θεός μέ εὐλόγησε καί γνώρισα στήν ζωή μου μεγάλες ἐκκλησιαστικές, μοναχικές καί θεολογικές προσωπικότητες καί Τόν εὐγνωμονῶ σέ ὅλη μου τήν ζωή. Κάποιος μοῦ ἔγραψε ὅτι εἶχα τό προνόμιο νά γνωρίσω καί νά συνδεθῶ μέ τούς σημαντικότερους ἀνθρώπους πού καθόρισαν καί ἐπηρέασαν τήν ἐκκλησιαστική καί πνευματική κατάσταση στήν Πατρίδα μας, ἀλλά καί γενικότερα τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τόν 20ό αἰώνα.
Γέροντάς μου, πού μέ χειροτόνησε καί ἔμενα μαζί του γιά δεκαπέντε χρόνια στό κτίριο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, ἦταν ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας κυρός Καλλίνικος. Καθηγητής μου στήν Θεολογική Σχολή τῆς Θεσσαλονίκης ἦταν ὁ Παναγιώτης Χρήστου, ἄριστος Πατρολόγος, πού μέ εἰσήγαγε, ἐκτός τῶν ἄλλων, στήν θεολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Συγχρόνως, συνδέθηκα θεολογικά καί πραγματικά μέ τόν μεγαλύτερο γιά μένα θεολόγο τοῦ 20οῦ αἰῶνος, ἀλλά καί τῆς Ἐκκλησίας γενικότερα, ἐννοῶ τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, τοῦ ὁποίου ἡ διδασκαλία εὐωδίαζε ἀπό τήν θεολογία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, εἰδικότερα τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων, ἀλλά καί ἀπό τήν ἀσκητική ζωή τῶν ἀσκητῶν τοῦ Γεροντικοῦ.
Στό Ἅγιον Ὄρος γνώρισα μεγάλους ἀσκητές μεταξύ τῶν ὁποίων τόν ἅγιο Παΐσιο, τόν π. Θεόκλητο Διονυσιάτη, τόν π. Γαβριήλ Διονυσιάτη, τόν π. Ἐφραίμ τόν Κατουνακιώτη, τόν π. Ἐφραίμ Ἡγούμενο τότε τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου, τόν π. Σπυρίδωνα τόν Νεοσκητιώτη καί ἄλλους ἐμπειρικούς θεολόγους τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἐπίσης, γνώρισα τόν π. Σωφρόνιο Σαχάρωφ, παλαιό ἁγιορείτη καί μάλιστα ἐρημίτη στά φρικτά Καρούλια, ὁ ὁποῖος διέμενε τά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του στήν Ἱερά Μονή τοῦ Τιμίου Προδρόμου Ἔσσεξ Ἀγγλίας, τήν ὁποία αὐτός ἵδρυσε, καί ὁ ὁποῖος μοῦ μετέδωσε στήν πράξη ὅλη τήν θεολογία τῆς θεοπτίας καί τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς. Ἐπίσης, εἶχα ἐπικοινωνία τηλεφωνική, ἀλλά καί μυστική μέ τόν ἅγιο Πορφύριο τόν Καυσοκαλυβίτη.
Μεταξύ αὐτῶν τῶν εὐλογημένων καί χαρισματικῶν ἀνθρώπων συγκαταλέγεται καί ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καί Κονίτσης κυρός Σεβαστιανός, πού ἦταν ὁ Πνευματικός Πατέρας μου στά παιδικά, νεανικά καί φοιτητικά μου χρόνια, θά ἔλεγα ὅτι εἶναι ὁ Πνευματικός τῆς καρδιᾶς μου, τόν ὁποῖο εἶχα πρότυπο στήν ζωή μου καί τόν θαύμαζα γιά τήν γλυκύτητά του, τήν σοβαρότητά του, τήν ἱεροπρέπειά του καί τά πολλά χαρίσματά του μέ τά ὁποῖα τόν προίκισε ὁ Θεός. Καί ὅταν θά γινόμουν μοναχός καί ἐρωτήθηκα ποιό ὄνομα θά προτιμοῦσα νά λάβω, εὐθαρσῶς ἀνέφερα τό ὄνομα Σεβαστιανός. Αὐτός ἦταν τό πρότυπο τοῦ καλοῦ Κληρικοῦ καί Ποιμένος στήν ζωή μου. Ἀλλά ὁ Μητροπολίτης Ἐδέσσης Καλλίνικος προτίμησε νά μοῦ δώση τό ὄνομα τοῦ δικοῦ του Γέροντα, Μητροπολίτου Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας Ἱεροθέου, τόν ὁποῖο σεβόταν πολύ.
Κλήθηκα, λοιπόν, νά ὁμιλήσω γιά τόν μακαριστό Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καί Κονίτσης κυρό Σεβαστιανό, καί φυσικά δέν θά σᾶς παρουσιάσω τά βιογραφικά του στοιχεῖα, ἀλλά θά ἀναλύσω πῶς ἐγώ τόν εἶδα στήν ζωή μου, ποιές εἶναι οἱ προσωπικές μου ἐνθυμήσεις γιά τήν μεγάλη, ἐκρηκτική, ἀλλά καί συγχρόνως ἡσυχαστική προσωπικότητά του. Θά ὁμιλήσω, λοιπόν, γιά τόν Πνευματικό τῆς καρδιᾶς μου σέ τρεῖς φάσεις τῆς ζωῆς του, ἤτοι ὅταν ἦταν Ἱεροκήρυξ στά Ἰωάννινα, ὅταν ἦταν Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως καί ὅταν ἦταν μέλος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί συνδέθηκε μέ τόν Γέροντά μου Μητροπολίτη Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας Καλλίνικο.
Οἱ ἐνθυμήσεις πού ἔχουμε ἀπό τήν παιδική μας ἡλικία, ἀρνητικές καί θετικές, παίζουν σημαντικό ρόλο στήν ζωή μας, γενικά στήν ὅλη μετέπητα ἐξέλιξή μας. Αὐτές καθορίζουν τόν τρόπο σκέψεώς μας, αὐτά τά βιώματα μᾶς ἐμπνέουν καθ’ ὅλη τήν διάρκεια τοῦ ἀνθρωπίνου βίου μας. Τά πρότυπα τά ὁποῖα βρίσκονται μπροστά μας μᾶς ἐπηρεάζουν σημαντικά καί μᾶς ἐμπνέουν.
Ἕνα τέτοιο πρόσωπο τῶν παιδικῶν, νεανικῶν καί φοιτητικῶν μου χρόνων εἶναι ὁ Σεβαστιανός. Τόν θυμᾶμαι ὅταν ἦλθε ὡς διάκονος στά Ἰωάννινα, τήν γένετειρά μου, τόν θυμᾶμαι ἔντονα κατά τήν χειροτονία του σέ Πρεσβύτερο στόν Μητροπολιτικό Ναό τῶν Ἰωαννίνων ἀπό τόν Μητροπολίτη Ἰωαννίνων κυρό Δημήτριο, καί ἔκτοτε τόν ἔβλεπα στούς ἄμβωνες τῶν Ἱερῶν Ναῶν νά ὁμιλῆ, ἀλλά καί στίς ἐξομολογήσεις νά μᾶς συμβουλεύη διακριτικά καί κατάλληλα.
Ἦταν ὑψηλός στό ἀνάστημα, λεπτός στό σῶμα, ἱεροπρεπής καί σοβαρός στήν συμπεριφορά του, νουνεχής καί γλυκύτατος. Κατά τίς ἱερές ἀκολουθίες, κυρίως κατά τήν θεία Λειτουργία, ἐνέπνεε ὅλους τούς παρευρισκομένους, καί σέ αὐτό τόν βοηθοῦσε πολύ τό παράστημά του, τά ὡραῖα χαρακτηριστικά τοῦ προσώπου του, ἡ θαυμάσια φωνή του, τό ἐκπληκτικό ψάλσιμό του, ἡ εὐπρέπειά του, ἡ πνευματικότητά του καί τό ρητορικό χάρισμά του. Ὁ Θεός συγκέντρωσε ἐπάνω του τά πιό ἐκπληκτικά χαρίσματα. Ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος ὅταν τόν εἶδε γιά πρώτη φορά νά λειτουργῆ εἶπε: «Αὐτός μαγεύει τό ἐκκλησίασμα κατά τήν θεία Λειτουργία».
Ἔχω τήν ἐντύπωση ὅτι ὅλη τήν θαυμάσια παρουσία του κατά τήν θεία Λειτουργία, δηλαδή τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο λειτουργοῦσε, τά εἶχε προσλάβει ἀπό τόν Προϊστάμενο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου Ὁμονοίας Ἀθηνῶν Ἀρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Ταβλαδωράκη, τόν μετέπειτα Μητροπολίτη Ἀργολίδος καί κατόπιν Μητροπολίτη Πειραιῶς, ἀφοῦ ὅταν ὁ π. Χρυσόστομος ὑπηρετοῦσε ὡς Ἐφημέριος στόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, ὁ Σεβαστιανός ὡς λαϊκός καί φοιτητής Θεολογίας ἦταν νεωκόρος τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ. Φαίνεται ὅτι ἐντυπωσιάσθηκε ἀπό τήν ἱεροπρέπεια τοῦ π. Χρυσοστόμου, ἀλλά καί τήν ρητορία του.
Πέρα ἀπό τήν ὅλη ἱεροπρέπειά του εἶχε καί προσευχητικό νοῦ, ἐσωτερική κατάνυξη, ἔκφραση τῆς ἀγαπώσης καρδίας του, καί κατά τήν διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας ἦταν σοβαρός, νουνεχής, προσεκτικός, ἦταν μιά χερουβική προσευχητική ὕπαρξη, πού δέν ἀνεχόταν συζητήσεις καί ἀνάρμοστες συμπεριφορές.
Μαζί μέ τήν ἱεροπρέπεια καί τήν κατανυκτικότητά του στήν θεία Λειτουργία ἦταν καί ἕνας ἐκπληκτικός Ἱεροκήρυκας, ἕνα πραγματικό ἀηδόνι τοῦ ἄμβωνος, δυναμικός καί ἐκρηκτικός, ἀλλά συγχρόνως καί πνευματικός. Ἡ καθαρότητα τῆς φωνῆς του, ἡ ὀρθή ἄρθρωση τοῦ λόγου του, τό ρητορικό του χάρισμα, ὁ χειμαρρώδης λόγος του, τά ρητορικά σχήματα πού χρησιμοποιοῦσε, ἡ καλλιέπεια τῆς γλώσσης πού ἄλλοτε ἦταν ἡ ἁπλή καθαρεύουσα καί ἄλλοτε ὁ λόγιος ἐκκλησιαστικός λόγος, ἀνάλογα μέ τήν περίπτωση, οἱ ἁρμονικές καί πολλές φορές δυνατές κινήσεις τῶν χεριῶν του, τά σπινθηροβόλα, ἔξυπνα καί φλογερά του μάτια, καί πολλά ἄλλα, τόν ἔκαναν νά ἀστράφτη πάνω στόν ἄμβωνα, ὡς ἕνας ἄγγελος πού ἀναγγέλλει τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἤ ὡς Προφήτης πού καλεῖ σέ μετάνοια, καί νά αἰχμαλωτίζη ὅλους τούς ἀκροατές του. Τό κήρυγμά του εἶχε πνευματικό περιεχόμενο καί ὅλα αὐτά καθήλωναν τό ἀκροατήριο.
Ἡ παρουσία του στούς Ναούς ἦταν ἀντικείμενο σχολιασμοῦ, ἀκόμη καί στά καφενεῖα. «Τό εἶπε ὁ Σεβαστιανός» ἔλεγαν. Ὅταν περπατοῦσε στόν δρόμο τόν πρόσεχαν ὅλοι μέ σεβασμό καί τιμή, καί οἱ ἄνθρωποι πού κάθονταν στά καφενεῖα σηκώνονταν καί τόν χαιρετοῦσαν.
Δέν μποροῦσε ἄλλος Ἱεροκήρυξ νά σταθῆ στά Ἰωάννινα. Ὅποιος τόν ἄκουγε λίγο ἤ πολύ δέν μποροῦσε ἔκτοτε νά ἱκανοποιηθῆ ἀπό ἄλλους Ἱεροκήρυκας. Αὐτό τό ἔβλεπα καί στήν ζωή μου. Κατά τά φοιτητικά μου χρόνια στήν Θεσσαλονίκη ἄκουγα διαφόρους Ἱεροκήρυκας, ἀλλά ἐγώ, ἔχοντας ὡς πρότυπο τόν π. Σεβαστιανό, δέν μποροῦσα νά ἱκανοποιηθῶ ἀπό κανέναν.
Ὥς Πνευματικός Πατέρας ἐκδήλωνε ἄλλα γνωρίσματα ἀπό ἐκεῖνα πού βλέπουμε στόν ἄμβωνα κατά τήν διάρκεια τοῦ κηρύγματος, ἤτοι συνδύαζε τήν ἀρχοντική ἀγάπη μέ τό φιλότιμο, τήν τρυφερότητα μέ τήν ἀρρενωπότητα, τό ὀλιγόλογο μέ τήν εἰλικρίνεια, τό ἐνδιαφέρον του γιά ὅλους μέ τόν σεβασμό τῆς ἐλευθερίας τοῦ καθενός, τήν ἀριστοκρατικότητα μέ τήν ἁπλότητα. Ἦταν ἕνας Πνευματικός Πατέρας μέ σοβαρότητα γνώμης καί πληθωρική ἀρρενωπή ἀγάπη. Ὅλα αὐτά τά χαρίσματα τά ἐκδήλωνε στήν κατήχηση καί τήν ἐξομολόγηση, στούς περιπάτους πού τόν συνοδεύαμε καί στίς ἐκδρομές, στήν ἐξοχή καί τούς κλειστούς χώρους. Ἦταν πάντα χαρούμενος, γελαστός, μέ ἕναν λόγο ἕνας πνευματικός ἡγέτης.
Χαιρόμουν πού εἶχα ἕναν τέτοιο Πνευματικό Πατέρα, γιατί ξέφευγε ἀπό τόν στοχαστή καί τόν εὐσεβιστή Ἱεροκήρυκα, καί ἔβλεπα μπροστά μου ἕναν ἀληθινό ἄνθρωπο καί ἕναν ἰδανικό Κληρικό. Ἰδίως, ὅταν ἀργότερα ἔγινα φοιτητής, συζητοῦσα μαζί του πιό ἐλεύθερα καί εἰλικρινά, ἐκεῖνος ἄκουγε τίς ἀπόψεις μου καί μέ τήν ἰσχυρά ἐπιχειρηματολογία του, ὅταν ἔπρεπε, τίς ἀντέκρουε, καί ἄλλοτε τίς δεχόταν μέ πνεῦμα αὐτομεμψίας, γενικά μέ ἀντιμετώπιζε μέ εὐγενικό τρόπο.
Ὅταν ὡς μαθητής καί ἀργότερα ὡς φοιτητής μέ ρωτοῦσαν οἱ ἄλλοι ποιόν ἔχω Πνευματικό Πατέρα, ἐγώ ἔλεγα τό ὄνομά του μέ καμάρι καί θαυμασμό. Θυμᾶμαι ὅτι ἔκανα συγκρίσεις μέ ἄλλους Πνευματικούς Πατέρες πού γνώρισα κατά τήν διάρκεια τῆς φοιτητικῆς μου ζωῆς καί ἔβλεπα τό μεγαλεῖο του, καί γι’ αὐτό δόξαζα τόν Θεό πού ἔφερε στήν ζωή μου τόν π. Σεβαστιανό.
Πρέπει νά ὑπογραμμίσω ὅτι τίς ἀπόψεις μου αὐτές γιά τόν π. Σεβαστιανό πού σχημάτισα κατά τήν παιδική, νεανική καί ἐφηβική μου ἡλικία δέν τίς ἄλλαξα μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του, πού σημαίνει ὅτι ἦταν ἀντικειμενικές καί ὄχι ἐξιδανικευμένες. Ὁ π. Σεβαστιανός ἦταν ἕνας χαρισματικός Ἱεροκήρυκας καί ἄνθρωπος.
Ὅταν ἤμουν τριτοετής φοιτητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης πληροφορήθηκα μέ θαυμασμό καί ὑπερβολική χαρά τήν ἀνάδειξη τοῦ Πνευματικοῦ μου Πατέρα σέ Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καί Κονίτσης. Ἐκείνη ἡ περίοδος ἦταν ἐξεταστική καί γι’ αὐτό δέν μπόρεσα νά παρευρεθῶ στήν χειροτονία του πού ἔγινε στήν Ἀθήνα, ἀλλά παρακολούθησα μέ ἔκδηλη χαρά ἕνα μέρος τῆς χειροτονίας του ἀπό τό ραδιόφωνο.
Τήν ἐποχή ἐκείνη δέν ὑπῆρχαν τά σημερινά μέσα Μαζικῆς Ἐνημέρωσης, ἀλλά μπόρεσα νά συγκεντρώσω ὅλα ὅσα εἶχαν γραφῆ στίς ἐφημερίδες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης γιά τήν ἐκλογή του καί τήν χειροτονία του, βρῆκα τίς φωτογραφίες ἀπό τήν χειροτονία του καί χαιρόμουν νά βλέπω τό ἱλαρό, ἀριστοκρατικό καί μεγαλοπρεπές πρόσωπό του.
Ἐνῶ ἦταν στά Ἰωάννινα, ἀφιερωμένος στό ποιμαντικό του ἔργο, πληροφορήθηκε γιά τήν ἐκλογή του σέ Μητροπολίτη, χωρίς νά τό ἀναμένη καί αἰσθάνθηκε βαθύτατη θλίψη, ἦταν δέ ἀποφασισμένος νά μή δεχθῆ τήν ἐκλογή του. Παρακαλοῦσε γιά πολλή ὥρα τόν τότε Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος Ἱερώνυμο μέ δάκρυα στά μάτια, γονατισμένος στά πόδια του νά ἀνακληθῆ αὐτή ἡ ἀπόφαση, ἐξεδήλωσε τήν ἐπιθυμία του νά μήν ἀποδεχθῆ τήν ἐκλογή του. Ἐπειδή ὁ Ἀρχιεπίσκοπος δέν δέχθηκε τήν παράκλησή του, ἔγινε ἡ χειροτονία του σέ Ἐπίσκοπο μέσα σέ βαθύτατη θλίψη του καί ὁ χειροτονητήριος λόγος του ἦταν λιτός, σύντομος, δωρικός καί κατ’ ἐξοχήν πατερικός, πού ἔδειχνε ἕναν ἄνθρωπο πού δέν εἶχε ποτέ στόν νοῦ του αὐτήν τήν ὥρα, δέν εἶχε σκεφθῆ ποτέ τήν ἐκλογή του σέ Μητροπολίτη, ἔδειχνε ἕναν ἄνθρωπο πού δέν ἤθελε αὐτήν τήν ἐκκλησιαστική τιμή, ἀλλά τόν εἵλκυε περισσότερο ἡ θέση τοῦ Ἱεροκήρυκα.
Αὐτό τό περιστατικό εἶναι σπάνιο στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία, ὄχι μόνον στά νεώτερα χρόνια, ἀλλά καί στά παλαιότερα, ὅσο σπάνιος ἦταν καί ὁ π. Σεβαστιανός, ὡς ἄνθρωπος καί Κληρικός. Ἡ πρακτική εἶναι νά γνωρίζη ὁ ὑποψήφιος γιά τήν ἐκλογή του καί νά δίνη ἀμέσως τό μικρό μήνυμα ἐνώπιον τῶν ἐκλεκτόρων Ἀρχιερέων καί νά τούς εὐχαριστῆ γιά τήν προτίμησή τους στό πρόσωπό του. Ὁ π. Σεβαστιανός ὄχι μόνον δέν ἔκανε αὐτό, ἀλλά προχώρησε καί πιό πέρα, δηλαδή δέν ἤθελε τήν ἐκλογή του, καί ἔκλαιγε γι’ αὐτήν, καί στήν συνέχεια μετά τήν χειροτονία του ἔπεσε σέ θλίψη. Αὐτή ἡ στάση του δέν ἔδειχνε ἔλλειψη σεβασμοῦ στήν Χάρη τῆς Ἀρχιερωσύνης, ἀλλά φανέρωνε ὅτι ἦταν κάτι ξαφνικό καί δέν τό εἶχε ποτέ στόν νοῦ του, δέν τό σκεπτόταν, καί δέν τό ἐπιθυμοῦσε.
Μετά τήν χειροτονία του σέ Μητροπολίτη τόν συνάντησα στά Ἰωάννινα, ὅταν ἦλθε γιά νά γίνη ἡ ἐνθρόνισή του καί νά ἀρχίση τό ποιμαντικό του ἔργο στήν δύσκολη περιοχή τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καί Κονίτσης. Ἐκεῖνο πού μοῦ ἔκανε ἰδιαίτερη ἐντύπωση ἦταν ὅτι ὁ ἀγαπητός καί πεφιλημένος μας Ἱεροκήρυξ, ὁ π. Σεβαστιανός, μετά τήν χειροτονία του σέ Μητροπολίτη, ἔχασε τό παιδικό του πρόσωπο, τήν ἱλαρότητα τοῦ προσώπου του, τό ἑλκυστικό καί ἐκπληκτικό χαμόγελό του, τό χαρούμενο τοῦ χαρακτῆρος του καί φαινόταν πολύ λυπημένος. Δέν χάρηκε καθόλου τήν ἀνάδειξή του στόν ἀρχιερατικό βαθμό καί τό ἐκδήλωνε φανερά σέ ὅλους, χωρίς νά τό κάνη προσποιητά καί ὑποκριτικά.
Συμμετεῖχα στήν ἐνθρόνισή του στήν ἕδρα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, τό Δελβινάκι, μέ ἔκδηλη χαρά, γιατί αἰσθανόμουν ὅτι αὐτός ὁ Κληρικός μέ τά ἐκπληκτικά προσόντα πού διέθετε ἦταν γεννημένος γιά νά γίνη Μητροπολίτης. Ὅταν ἀργότερα γνώρισα πολλούς Μητροπολίτες καί ἔκανα συγκρίσεις, κατέληξα στό συμπέρασμα ὅτι στόν π. Σεβαστιανό ἄξιζε μιά μεγάλη Μητρόπολη γιά νά ἐκδηλώση ὅλα τά πολυποίκιλα χαρίσματά του.
Μετά τήν ἀκολουθία τῆς ἐνθρονίσεώς του μέ παρακάλεσε νά μείνω μαζί του τίς πρῶτες ἡμέρες στήν Κόνιτσα καί νά τόν βοηθήσω στά πρῶτα βήματα τῆς ἐπισκοπικῆς του διακονίας. Μέχρι τότε τόν ἀγαποῦσα πολύ, ἀλλά τόν σεβόμουν ἀπεριόριστα, καί αἰσθανόμουν δέος ἀπέναντί του, τώρα ὅμως γιά μιά ὁλόκληρη ἑβδομάδα παρέμεινα μαζί του στό Ἐπισκοπεῖο στήν Κόνιτσα, μαζί μέ μερικούς ἄλλους, συμμετέχοντας στήν πρωινή καί βραδυνή προσευχή, στό τραπέζι καί ἀκολουθώντας τόν Μητροπολίτη στίς πρῶτες περιοδεῖες του, κάνοντας χρέη ἱεροψάλτη.
Αὐτό γιά μένα ἦταν μιά ὀνειρώδης κατάσταση. Τό ἴδιο αἰσθανόμουν καί κάθε φορά πού κατά τίς διακοπές ὡς φοιτητής πήγαινα στήν Κόνιτσα νά ἐξομολογηθῶ, νά συζητήσω μαζί του, νά εὑρεθῶ στό ἴδιο τράπεζι καί νά ἀκούσω τά σοφά του λόγια. Αἰσθανόμουν μεγάλη τιμή πού εἶχα Πνευματικό Πατέρα ἕναν τέτοιο λαμπρό Ἱεράρχη.
Ὁ π. Σεβαστιανός ἦταν ἕνας ἀληθινός Ἐπίσκοπος πού θυσιαζόταν στήν ἐπισκοπική του διακονία. Ἵδρυσε Γηροκομεῖο, Οἰκοτροφεῖα, βοηθοῦσε ποικιλοτρόπως τούς ἀνθρώπους, ἐξομολογοῦσε, περιόδευε καί στά πιό δυσπρόσιτα χωριά γιά νά λειτουργήση, νά ὁμιλήση, νά συζητήση μέ τούς ἀνθρώπους στίς πλατεῖες. Αὐτός χαιρόταν ὅλη αὐτήν τήν διακονία, ἀλλά ἐγώ αἰσθανόμουν ὅτι δέν τόν χωροῦσε αὐτός ὁ μικρός τόπος, ἔπρεπε νά ἦταν ἀλλοῦ. Δέν ἦταν δυνατόν ἕνας τέτοιος χαρισματοῦχος καί ἐκπληκτικός Ἐπίσκοπος νά λειτουργῆ σέ μικρές Ἐκκλησίες, μέ λίγο κόσμο, μέ ἀγράμματους Ἱερεῖς, μέ κακόφωνους ψάλτες, μέ δύσκολες συνθῆκες μεταβάσεως καί μεταφορᾶς. Ἀλλά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἦταν αὐτό καί ἐκεῖνος ὑποτασσόταν μέ χαρμολύπη.
Ἀπήλαυσα τόν π. Σεβαστιανό κατά τήν νεανική μου ἡλικία, τόν παρακολουθοῦσα ὡς Μητροπολίτη τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καί Κονίτσης, ἀφοῦ πολλές φορές πήγαινα ἐκεῖ, ἀλλά δέν τόν χάρηκα ὡς μέλος τῆς Ἱεραρχίας γιά νά δῶ τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο συμπεριφερόταν κατά τίς Συνεδριάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί τῆς Ἱεραρχίας. Ἐκλέχθηκα Μητροπολίτης ἕξι μῆνες μετά τήν ὁσιακή κοίμησή του, ἄν καί ὁ ἴδιος ἐνδιαφερόταν γιά μένα νά γίνω Μητροπολίτης.
Ὡστόσο, ὅμως, παρακολουθοῦσα τήν παρουσία του στήν Ἱερά Σύνοδο ἐμμέσως μέσα ἀπό τίς διηγήσεις τοῦ μετέπειτα Γέροντά μου Μητροπολίτου Ἐδέσσης Καλλινίκου, μέ τόν ὁποῖο ἦταν στενά συνδεδεμένοι καί εἶχαν κοινές ἀπόψεις γιά τά φλέγοντα ἐκκλησιαστικά θέματα τῆς ἐποχῆς τους.
Ἡ περάτωση τῶν γυμνασιακῶν μου σπουδῶν στό Ἀγρίνιο ἔγινε αἰτία νά γνωρίσω τόν τότε Πρωτοσύγκελλο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀρχιμ. π. Καλλίνικο καί μετέπειτα Μητροπολίτη τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλπωπίας. Μετά τήν ἀποφοίτησή μου ἀπό τήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, μέ τήν εὐχή τοῦ π. Σεβαστιανοῦ, ἀποδέχθηκα τήν πρόσκληση τοῦ Μητροπολίτου Ἐδέσσης νά πάω στήν Ἔδεσσα τῆς Μακεδονίας, ἀντί στήν Κόνιτσα τῆς Ἠπείρου. Ὁ π. Σεβαστιανός ἐξυμνοῦσε τόν Καλλίνικο, ὁ ὁποῖος ἐκλέχθηκε Μητροπολίτης σχεδόν ἕνα μήνα μετά ἀπό αὐτόν, γιά τήν ἄσκησή του, τήν εὐφυΐα του, τό ἐκκλησιαστικό του φρόνημα καί τήν ἔντονη πνευματικότητά του.
Ἡ μετάβασή μου στήν Ἔδεσσα ἔγινε ἀφορμή νά γνωρισθοῦν οἱ δύο Μητροπολίτες ἀκόμη περισσότερο, πράγμα πού μέ χαροποιοῦσε πολύ. Ἡ συνεργασία τους στήν Ἱερά Σύνοδο καί ἡ διαρκής ἐπικοινωνία τους, τόσο στήν Ἔδεσσα ὅσο καί στήν Κόνιτσα μέ ἱκανοποιοῦσε πολύ. Ἔβλεπα μέ κρυφή χαρά τούς δύο Πνευματικούς μου Πατέρας νά ἔχουν μιά θαυμαστή συνεργασία καί μιά στενή ἐπικοινωνία μεταξύ τους, γιά τήν ὁποία εἶχα συντελέσει κι ἐγώ.
Κατά τήν χειροτονία μου σέ διάκονο ὁ π. Σεβαστιανός ἦλθε στήν Ἔδεσσα, ὁμίλησε θαυμάσια, ἔμενε στό Μητροπολιτικό Οἴκημα, μοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νά τόν διακονήσω, μέ συμβούλευσε κατάλληλα. Ἡ διέλευσή του ἀπό τήν Ἔδεσσα κάθε φορά πού πήγαινε στό Ἅγιον Ὄρος ἦταν πηγή χαρᾶς καί εὐχαριστήσεως. Ἡ μετάβασή μας -τοῦ Καλλινίκου καί ἐμοῦ- στήν Κόνιτσα γιά νά συμμετάσχουμε στήν πανήγυρη τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ ἦταν μιά θαυμάσια εὐκαιρία νά ἀναπτυχθῆ ἀκόμη περισσότερο ἡ φιλία τους. Κι ἐγώ χαιρόμουν, γιατί ἔγινα ἀφορμή νά συνδεθοῦν στενά οἱ δύο αὐτοί ἅγιοι Ἱεράρχες.
Ὁ Μητροπολίτης Ἐδέσσης Καλλίνικος χαιρόταν γιατί εἶχε προσωπικό φίλο καί ἀδελφό τόν Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως Σεβαστιανό. Ὅταν ἐπέστρεφε ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο καί τήν Ἱεραρχία πάντοτε μου διηγεῖτο περιστατικά πού ἔδειχναν τά χαρίσματα τοῦ π. Σεβαστιανοῦ. Μοῦ ἔλεγε ὅτι ὅταν μιλοῦσε ὁ Σεβαστιανός ὅλοι οἱ Ἱεράρχες σιωποῦσαν καί τόν παρακολουθοῦσαν μέ προσοχή. Ὁ λόγος του ἦταν νηφάλιος, εὐγενικός, γλυκύς, συγκροτημένος, διακριτικός. Ὁ Καλλίνικος καυχόταν γιά τόν ἀδελφικό του φίλο.
Ὡς χαρακτῆρες ἦταν διαφορετικοί, ἀλλά τούς συνέδεε περισσότερο ἡ ἀγάπη τους γιά τόν Θεό καί τήν Ἐκκλησία. Ὁ Καλλίνικος ἦταν λεπτοκαμωμένος, θύμιζε ἀσκητή τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἦταν λεπτός στά αἰσθήματά του, ταπεινός στήν συμπεριφορά του, διακριτικός στίς κινήσεις του, καί περισσότερο διπλωματικός στήν ἀντιμετώπιση διαφόρων γεγονότων. Ὁ Σεβαστιανός ἦταν μεγαλοπρεπής στήν συμπεριφορά του, εὐθύς στόν λόγο του, ἐξέφραζε μέ εἰλικρίνεια τίς ἀπόψεις του, μερικές φορές ἦταν λίγο δηκτικός, χωρίς νά εἶναι συγκρουσιακός. Παρά τήν διαφορετικότητα τῆς συμπεριφορᾶς τους, ἐν τούτοις καί οἱ δύο ἀποτελοῦσαν μιά θαυμαστή ἑνότητα, καί εἶχαν μιά σημαντική ἀδελφική φιλία.
Γέροντας μου ἀπό τότε πού ἔγινα Κληρικός ἦταν ὁ Καλλίνικος μέ τόν ὁποῖο ἔμενα στόν ἴδιο χῶρο καί μοῦ ἔδειχνε πληθωρική ἀγάπη συνδυασμένη μέ τήν κατά Χριστόν ἐλευθερία. Ἀλλά καί ὁ πρῶτος Πνευματικός μου Πατέρας, ὁ Σεβαστιανός, μέ συμβούλευε διαρκῶς ἀπαντώντας σέ δικές μου ἐπιστολές. Μερικές φράσεις πού θά παραθέσω εἶναι ἐκφραστικότατες, πράγμα πού δείχνει τήν μεγαλωσύνη τοῦ πνευματικοῦ αὐτοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἀνδρός:
«Εὐχάς ἐγκαρδίους, νά εὐαρεστήσῃς τῷ Κυρίῳ καί τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ, κηρύττων καί ἐργαζόμενος «μή ὡς ἀνθρωπάρεσκος, ἀλλ᾿ ὡς δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ», διά νά ἔχῃς καί πολλούς τούς καρπούς καί ἐδῶ καί κυρίως, ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (1971).
«Σοῦ εὔχομαι ὁλοψύχως νά καλλιεργῇς ἐν τῇ καρδίᾳ σου τήν προσευχήν, τήν νῆψιν καί τήν βασιλίδα τῶν ἀρετῶν, τήν ταπείνωσιν» (1978).
«Εὔχου ... νά χαρίζῃ ὁ Κύριος καί εἰς ἐμέ τήν ταπείνωσιν, ἥτις ἑλκύει πλουσίως τήν χάριν καί τήν εὐλογίαν τῆς Παναγίας Τριάδος» (1972).
«Εὔχου καί ὑπέρ ἐμοῦ, διότι τά χρόνια περνοῦν καί ἀκόμη εἶμαι ἀκατάρτιστος!» (1980).
«Ἐάν ὅμως μοῦ δίνης τήν ἄδειαν καί ἐπέτρεπεν τοῦτο καί ὁ ἅγιος Δεσπότης σου, ὡς παλαιός σου Πνευματικός θά ἔλεγα: ἀπόφευγε πρός τό παρόν δημοσιεύσεις· τώρα μελέτα Ἁγ. Γραφήν καί Πατέρας καί ἀργότερα ἔρχεται καί ἡ σειρά τῆς συγγραφῆς.
Ἔτσι φρονῶ· διότι «ὁ μισόκαλος», ὅπως ἔλεγε ὁ π. Ἰάκωβος, μᾶς πολεμεῖ!
Ζητῶ καί πάλιν συγγνώμην· τόν λόγον ἔχει ὁ νῦν πατήρ σου, εἰς ὅν διαβιβάζεις τήν ἀγάπην μου» (1972).
«Ἀπό καρδίας εὔχομαι, ὅπως ὁ Ἀναστάς Κύριος χαρίζῃ σοι ὑγείαν πολλήν, ζῆλον πύρινον, καρδίαν «καιομένην», ἵνα πάντα ταῦτα τιθέμενα εἰς τήν διάθεσιν τοῦ κηρύγματος τῆς Ἀναστάσεως, συντελοῦν εἰς τήν δόξαν τοῦ Παναγίου ὀνόματος τοῦ Κυρίου.
Ἐνθυμεῖσαι ἰδικά μου πτωχά κηρύγματα, πτωχότατα μάλιστα, εἰς ταπείνωσιν καί ἁγιασμόν; «Τό ἔλεός Σου Κύριε...».
Εὔχου ὑπέρ ἐμοῦ καί ὑπέρ ὅλων τῶν Ἐπισκόπων, ἵνα πολιτευθῶμεν κατ᾿ αὐτάς ἐν φόβῳ Θεοῦ! Τά δέοντα εἰς τόν ἅγ. Δεσπότην» (1973).
«Ἔτη πολλά, ὁσιακά, ταπεινά καί συνετά. "Μέμνησο δέ ὅτι θνητός εἶ"» (1989).
Κάποια στιγμή πέρασα ἀπό τήν συγκλονιστική περίοδο τῆς κοιμήσεως τοῦ Γέροντά μου Μητροπολίτου Καλλινίκου καί ὁ Σεβαστιανός στάθηκε κοντά μου ὡς ὁ πρῶτος Πνευματικός μου Πατέρας, ἀλλά καί ὡς ἀδελφικός φίλος τοῦ Καλλινίκου καί μέ προστάτευε ἀπό τίς δοκιμασίες τίς ὁποῖες περνοῦσα. Λυπήθηκε πολύ πού ἔχασε τόν ἀδελφικό του φίλο καί μέ παρηγοροῦσε κατάλληλα.
Ὕστερα ἀπό μερικά χρόνια πέρασα καί ἀπό τήν δοκιμασία τῆς ἀρρώστιας καί τῆς κοίμησης τοῦ πρώτου Πνευματικοῦ μου Πατέρα, τοῦ π. Σεβαστιανοῦ. Τόν ἐπισκέφθηκα στό Νοσοκομεῖο Ἀθηνῶν ὅπου νοσηλευόταν καί στάθηκα κοντά του μέ ἀπόλυτο σεβασμό, ἀλλά καί μέ ἐν Κυρίῳ καύχηση πού τόν γνώρισα καί τόν εἶχα Πνευματικό μου Πατέρα κατά τά παιδικά, τά νεανικά καί τά φοιτητικά μου χρόνια.
Ἡ κοίμηση καί τῶν δύο Ἱεραρχῶν ἦταν ὁσιακή. Καί οἱ δύο ὑπερέβησαν τόν φόβο τοῦ θανάτου, εἶχαν τήν ἀπόλυτη βεβαιότητα ὅτι πηγαίνουν στόν Θεό, τήν οὐράνια πατρίδα, διακρίνονταν ἀπό τήν αὐτομεμψία, τήν ἀληθινή ἀσκητική ζωή καί τόν οὐράνιο πόθο. Καί οἱ διαθῆκες τῶν δύο αὐτῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν ἦταν ἁγιοπατερικές. Καί ἐγώ αἰσθανόμουν μεγάλο βάρος ἀπό αὐτήν τήν πνευματική κληρονομιά καί τόν μεγάλο θησαυρό πού μοῦ χάρισε ὁ Θεός.
Ἀμέσως ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἐπισκοπικῆς του διακονίας ὁ π. Σεβαστιανός προοδευτικά ἐξεδήλωνε αὐτό πού πάντοτε εἶχε μέσα του, τήν ἀγάπη του πρός τήν Πατρίδα.
Ὁ π. Σεβαστιανός ἦταν ἔντονα πατριώτης, ἀλλά καί ἀληθινός Χριστιανός. Ἄκουγε γιά τό δράμα τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλήνων πού βρίσκονταν στήν Βόρειο Ἤπειρο καί πληγωνόταν ἡ καρδιά του. Δέν μποροῦσε νά ἀντέξη αὐτό τό μαρτύριο πού περνοῦσαν «οἱ ἀδελφοί μας», ὅπως ἔλεγε. Ἔχυσε αἷμα γιά τήν ὑπόθεση αὐτή. Περιόδευε ὅλη τήν Ἑλλάδα καί τόν κόσμο γιά νά μιλήση γιά τόν σεβασμό πρός τά ἀνθρώπινα δικαιώματα τῶν ἀδελφῶν μας Βορειοηπειρωτῶν, γιά τό ἄνοιγμα τῶν Ἐκκλησιῶν καί τήν ἄσκηση μέ ἐλευθερία τῶν θρησκευτικῶν τους καθηκόντων.
Ἄκουγα γιά τόν ἀγώνα του, τόν ἔβλεπα νά ὁμιλῆ σέ μεγάλες συγκεντρώσεις φοιτητῶν στήν Ἀθήνα καί σέ ἄλλες πόλεις, ὅπου ἐκδήλωνε τά μεγάλα ρητορικά χαρίσματά του, ὅπως παλαιά ἔκανε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Κύπρου Μακάριος, διάβαζα γιά τήν παρουσία του στόν Ὀργανισμό τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, στό Κογκρέσο τῆς Ἀμερικῆς, τήν Εὐρώπη, γιά νά ὑπερασπίζεται τίς ἐλευθερίες τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων τῆς Βορείου Ἠπείρου καί τόν θαύμαζα ἀκόμη περισσότερο. Ἔβλεπα τούς κινδύνους πού ἐνέδρευαν παντοῦ, ἀφοῦ ἦταν ὁ κατ’ ἐξοχήν πολέμιος τοῦ καθεστῶτος Χότζα στήν Ἀλβανία, ἀλλά αἰσθανόμουν καί τήν ἀτρόμητη διάθεσή του καί νά μαρτυρήση ἀκόμη γιά τήν ἀγάπη του αὐτή.
Πατριώτης εἶναι αὐτός πού ἀγαπᾶ τήν Πατρίδα του στήν ὁποία γεννήθηκε, ἡ ὁποία στήν συνέχεια δηλώνει καί τήν γῆ τῶν Πατέρων, τῶν προγόνων του. Ἡ Πατρίδα γιά τόν μακαριστό Ἱεράρχη δέν ἦταν ἁπλῶς ἕνας γεωγραφικός χῶρος, ἀλλά ὁ χῶρος στόν ὁποῖο ἔζησαν οἱ Πατέρες του, καί αὐτοί δέν εἶναι οἱ ἀρχαῖοι φιλόσοφοι, ἀλλά οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ἅγιοι Μάρτυρες καί οἱ ὅσιοι ἀσκητές.
Ἔτσι, πατριωτισμός γι’ αὐτόν ἦταν ἡ ἀγάπη γιά τήν Πατρίδα καί τήν Ὀρθοδοξία, τήν λεγόμενη Ρωμηοσύνη. Μέσα ἀπό αὐτήν τήν θεολογία τοῦ πατριωτισμοῦ πρέπει νά ἑρμηνεύσουμε τήν ἀγάπη τοῦ Σεβαστιανοῦ γιά τήν Βόρειο Ἤπειρο. Δέν ἄντεχε νά βλέπη τούς ἀδελφούς του Ὀρθοδόξους Ἕλληνες νά στενάζουν στήν σκλαβιά, νά μή μποροῦν νά ἐκκλησιαστοῦν, νά προσευχηθοῦν δημοσία, νά κοινωνήσουν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, νά γιορτάζουν τό Πάσχα καί τά Χριστούγεννα καί ὅλες τίς μεγάλες ἑορτές.
Ὑπάρχει διάκριση μεταξύ πατριωτισμοῦ καί σωβινισμοῦ. Ὁ ὅρος σωβινισμός προῆλθε ἀπό τόν Σωβέν, τόν γάλλο ἥρωα τῆς γαλλικῆς θεατρικῆς σκηνῆς τῆς δεκαετίας τοῦ 1830, καί δηλώνει τήν ἀκραία μορφή πατριωτισμοῦ, καί τήν ὑποτίμηση κάθε ἄλλου ξένου στοιχείου πρός τήν Πατρίδα του. Ὁ γνήσιος, ὅμως, πατριωτισμός σημαίνει τήν πραγματική ἀγάπη στήν Πατρίδα, χωρίς φανατισμούς χωρίς ἀποκλεισμούς, χωρίς ἀπορρίψεις ἄλλων στοιχείων.
Αὐτή ἡ ἀγάπη τοῦ Μητροπολίτου Σεβαστιανοῦ γιά τήν Πατρίδα του κυριαρχοῦσε μέσα στήν καρδιά του. Ἕνα βράδυ, στήν ἀρχή ἀκόμη τῆς ἐπισκοπικῆς του διακονίας, μέ ὁδήγησε ἔξω στό μπαλκόνι τῆς Μητροπόλεως, μοῦ ἔδειξε τά φῶτα τοῦ Λεσκοβικίου πού εἶναι στήν Ἀλβανία καί μοῦ εἶπε: «Ἐκεῖ βασανίζονται οἱ ἀδελφοί μας ἀπό τήν σκλαβιά τοῦ καθεστῶτος Χότζα». Καί στενοχωριόταν βαθειά.
Ὁ Δρυϊνουπόλεως Σεβαστιανός ἐπισκέφθηκε τό Ἅγιον Ὄρος καί συνάντησε, μεταξύ τῶν ἄλλων μοναχῶν, καί τόν π. Ἐφραίμ τόν Κατουνακιώτη, τόν θαυμαστό ἡσυχαστή καί ἐρημίτη καί συζήτησε μαζί του τό θέμα αὐτό. Ἡ συζήτηση αὐτή εἶναι πολύ σημαντική καί θά ἔπρεπε κανείς νά τήν διαβάση προσεκτικά καί νά ἐντοπίση πολλά σημεῖα.
Κατ’ ἀρχάς βλέπει τήν καθαρότητα τῆς σκέψεως τοῦ Ἱεράρχου, τήν ἀγάπη του γιά τούς ἀδελφούς του, ἀλλά καί τήν διάθεση τοῦ μαρτυρίου του. Ἔπειτα, βλέπει τήν διακριτικότητα τοῦ π. Ἐφραίμ, τόν σεβασμό του στόν Ἀρχιερέα, ἀλλά καί τήν ἀγάπη του πρός αὐτόν. Αὐτή ἡ συζήτηση εἶναι ὑπόδειγμα συναντήσεως Ἱεράρχου μέ ἐρημίτη καί δείχνει τήν προσωπικότητα τοῦ π. Σεβαστιανοῦ.
Θά διαβάσω μερικά κομμάτια ἀπό τήν ἐκπληκτική αὐτή συζήτηση πού θυμίζει συζητήσεις ἁγίων Ἐπισκόπων μέ ἁγίους ἐρημίτες.
«π. Ἐ.: Τιμή μας σήμερα ἡ παρουσία σας. Μεγάλη χαρά μᾶς δίνετε. Σᾶς περιμέναμε. Ὁ Σεβαστιανός στό καλύβι μας... Πολύ σᾶς εὐχαριστοῦμε. Πολύ, σεβασμιώτατε.
...
π. Ἐ.: ... Ἐμεῖς σᾶς βλέπουμε σάν μάρτυρα. Εἶσθε μάρτυρας. Καί ἔχετε συνεχές μαρτύριο, σεβασμιώτατε.
...
Σεβ.: Τώρα, Γέροντα, νά σέ ρωτήσω. Συναντῶ ἀντιδράσεις. Καί ἀπό Χριστιανούς ἀκόμη. "Τό παρακάνει, λένε, "ὁ Σεβαστιανός. Συνέχεια γιά τή Βόρειο Ἤπειρο μιλάει. Ὑπάρχουν κι ἄλλα πνευματικά θέματα. Ἄς σταματήσουμε τώρα". Ἐσύ, τί λές; Ποιά εἶναι ἡ γνώμη σου;
π. Ἐ.: Ὄχι, σεβασμιώτατε. Δέν ἔχουν δίκιο. Μήν ἀκοῦτε. Νά σταματήσουμε; Μά δέν σταμάτησαν τά μαρτύρια. Συνεχίζονται. Γι᾿ αὐτό κι ἐσεῖς συνέχεια νά μιλᾶτε καί νά ἀγωνίζεσθε. Κι ἐμεῖς συνέχεια θά προσευχόμαστε. Αὐτό εἶναι τό πνευματικό θέμα. Τά ἄλλα ξεγελοῦν.
Σεβ.: Θέλω, Γέροντα, νά μοῦ πεῖς· βαθιά – βαθιά στήν καρδιά σου ἔτσι νιώθεις γιά μένα καί τόν ἀγώνα πού κάνω; Πῶς ἀκριβῶς αἰσθάνεσαι; Μή μοῦ τό κρύψεις. Πές τό μου.
π. Ἐ.: Πῶς αἰσθάνομαι γιά σᾶς! Αἰσθάνομαι... Νά κάνω τήν κίνηση; Ἔτσι μοῦ ᾿ρχεται... Εἶναι ὅμως κι ἄλλοι μπροστά. Νά μή μᾶς παρεξηγήσουν, σεβασμιώτατε... Καταλαβαίνετε πῶς αἰσθάνομαι! ... (Σηκώθηκε νά τόν ἐναγκαλισθῆ).
Σεβ.: Μέ ἀνακούφισες πολύ, Γέροντα. Θά συνεχίζω μ᾿ ὅση δύναμη ἔχω. Ἀφοῦ συμφωνεῖς κι ἐσύ.
...
Σεβ.: Δῶσ᾿ μου τήν εὐχή σου, Γέροντα. Τήν ἔχω ἀνάγκη.
π. Ἐ.: Τί νά τήν κάνεις τήν εὐχή; Τόσο τή θέλεις;
Σεβ.: Δῶσ᾿ τη μου. Νά φύγω γεμάτος.
π. Ἐ.: Ἀφοῦ ἐπιμένεις. Νά τήν ἔχεις (μέ ἔμφαση). Ὁ Θεός νά σᾶς εὐλογῆ, σεβασμιώτατε. Κι ἐγώ νά ᾿χω τήν εὐχή σας».
Πέρα ἀπό αὐτό ὁ Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως Σεβαστιανός ἀγαποῦσε μιά ἄλλη Πατρίδα, τήν ἀληθινή γενέτειρά του, ἀπό τήν ὁποία προῆλθε ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα, καί ἐπιθυμοῦσε τήν ἐπαναφορά του στόν Παράδεισο. Τό καλύτερο τραγούδι του ἦταν γιά τήν «λαμπροτέρα ἡλίου γῆ», πού εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖο ἔψαλε μέ τήν γλυκύτατη καί δυνατή φωνή του.
«Λαμπροτέρα ἡλίου ἡ Γῆ,
ἥν σαφῶς διορῶμεν μακράν,
λευχειμώνων ἀγγέλων μονή,
κοσμουμένη μέ θείαν χαράν.
Ναί ἐκεῖ, ναί ἐκεῖ, θέλομεν ποτέ συναντηθῆ,
ὦ Πατρίς οὐρανία, τρισευδαίμων καί τρισποθητή».
Τά τελευταῖα χρόνια ὅλοι ὁμιλοῦν γιά τούς συγχρόνους ἁγίους, καί αὐτούς πού ἁγιοκατατάχθηκαν τελευταῖα, ἀλλά καί ἄλλους πού ἀναμένουν τήν ἁγιοκατάταξή τους. Ὅμως, ὅλοι αὐτοί προέρχονται ἀπό τήν χορεία τῶν μοναχῶν καί τῶν ἱερομονάχων, κανείς ἀπό τούς Ἐπισκόπους, ἐκτός τόν ἅγιο Νεκτάριο Αἰγίνης.
Αὐτό κατά κάποιο τρόπο λειτουργεῖ ὑπονομευτικά τοῦ Ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους καί φρονήματος, γιατί μερικοί Χριστιανοί συνδέουν τήν ἁγιότητα μέ τήν ἄσκηση στά Μοναστήρια καί τά σπήλαια καί περιφρονοῦν τό ἐπισκοπικό χάρισμα, μέ τήν δοικητική καί ποιμαντική διακονία, ἀλλά καί τήν ὁμολογία τῆς πίστεως. Πολλοί θεωροῦν τούς Ἐπισκόπους ὡς διοικητές, πού ἀσχολοῦνται μέ τήν διπλωματία καί τό ἐκκλησιαστικό παρασκήνιο, καί κατά κάποιον τρόπο εἶναι ἀνυποψίαστοι στήν ἁγιότητα τῶν Ἐπισκόπων.
Ἐμένα μοῦ δόθηκε ἡ δυνατότητα νά γνωρίσω πολλούς Ἐπισκόπους, ἰδιαιτέρως αὐτούς τούς δύο πού ἀνέφερα σήμερα, τόν Καλλίνικο καί τόν Σεβαστιανό, πού ἦταν ἅγιοι, εἶχαν ὅλα τά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τῆς ἁγιότητος. Ἦταν ἄνθρωποι προσευχῆς, ταπεινώσεως, κενώσεως, ἀφιλοχρηματίας, πλήρους ἀκτημοσύνης, θυσιαστικῆς ἀγάπης, αὐτομεμψίας, πού εἶναι τό χαρακτηριστικότερο γνώρισμα τοῦ ὀρθοδόξου ἤθους, ἀγάπης γιά τόν Θεό καί τούς ἀδελφούς, ζήλου κατ’ ἐπίγνωση, ἀκόμη καί μέ θαυματουργικές ἐπεμβάσεις.
Ἔτσι, ὁ μακαριστός Σεβαστιανός δέν ἦταν ἁπλῶς ἕνας ἀγωνιστής Ἱεράρχης, ἕνας καλός Κληρικός, ἀλλά ἕνας ἅγιος Ἐπίσκοπος, ἕνας λαμπρός Ἱεράρχης μέσα στό πνευματικό στερέωμα τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀγαπητοί μου,
Ποτέ δέν ἔφυγε ἀπό τόν νοῦ μου ἡ μεγάλη προσωπικότητα τοῦ Μητροπολίτου Δρυϊνουπόλεως Σεβαστιανοῦ. Ὅλα τά αἰσθήματά μου καί τίς ἐντυπώσεις μου ἀπό τήν διαρκῆ ἐπικοινωνία πού εἶχα μαζί του τά ἔχω ἀποτυπώσει σέ ἕνα βιβλίο πού ἔγραψα μέ τίτλο «Παλαιόν ὄφλημα».
Ὡς ἐπισφράγισμα αὐτῆς τῆς σύντομης ὁμιλίας μου θά ἤθελα νά τονίσω ἰδιαιτέρως καί συμπερασματικῶς μερικές γενικές ἐντυπώσεις μου ἀπό τήν πολυχρόνια συναναστροφή μου μέ αὐτόν τόν πανάξιο Ἱεράρχη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τόν ὁποῖο γνώριζα ἀπό τήν παιδική μου ἡλικία μέχρι τήν κοίμησή του.
Ὁ Σεβαστιανός ἦταν ἕνας χαρισματικός ἄνθρωπος καί κληρικός. Στολιζόταν ἀπό ὑπέροχα φυσικά καί ἐπίκτητα χαρίσματα. Τά φυσικά του προσόντα, ὅπως τά ὡραῖα χαρακτηριστικά τοῦ προσώπου του, ἡ εὐγλωττία του, ἡ ρητορική του δεινότητα, τό παρουσιαστικό του, ἡ εὐφυΐα του, ἡ εὐστροφία του, ἡ ὁλοκληρωμένη διατύπωση τοῦ λόγου του, τό χαρίεν τοῦ προσώπου του καί τοῦ λόγου του, τό πηγαῖο χιοῦμορ του, καί τό ἀγαπητικό πείραγμά του, ἦταν πλούσια ἐπάνω του καί τόν ἔκαναν ἐκπληκτικό καί ὡς ἄνθρωπο.
Ἦταν ἰδεώδης ὡς λειτουργός καί ὁμιλητής. Ἡ παρουσία του κατά τήν διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας ἦταν ἐκπληκτική, προξενοῦσε ἐνθουσιασμό, ἐξέπεμπε μιά ἀντανάκλαση τοῦ Παραδείσου, ἦταν πραγματικά ἕνας ἄγγελος ἐπί τῆς γῆς.
Ὁ Σεβαστιανός, παρά τήν ὁρμητικότητα τοῦ χαρακτῆρος του, καί τήν χειμαρρώδη ἔκφραση τοῦ λόγου του, ἦταν ἕνας ἡσυχαστής στήν καρδιά του. Πάντοτε ὅπου πήγαινε μετέφερε τόν «καλόγηρο» μέσα στήν καρδιά του, ζοῦσε ἁπλά καί ταπεινά, προσευχόταν καρδιακά, ἔστω κι ἄν δέν τό ἔλεγε, εἶχε βαθυτάτη αὐτομεμψία, πού εἶναι τό χαρακτηριστικότερο γνώρισμα τῶν ἀσκητῶν.
Ἦταν πατριώτης, γιατί ἀγαποῦσε τήν Πατρίδα στήν ὁποία γεννήθηκε καί μεγάλωσε, κυρίως ἀγαποῦσε ὅλη τήν παράδοση πού κληρονόμησε ἀπό τούς προγόνους του καί τούς Πνευματικούς του Πατέρας, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν ὁ ὅσιος Βησσαρίων τῆς Μονῆς Ἀγάθωνος, ἀπό τόν ὁποῖο ἔλαβε τήν συμμαρτυρία νά γίνη κληρικός, ἀλλά καί τούς μετέπειτα Πνευματικούς του Πατέρας, τῆς Ἀδελφότητος «Σωτήρ», καί πάνω ἀπό ὅλα ἀγαποῦσε ὁλοκάρδια τήν οὐράνια πατρίδα, τόν οὐρανό, πού τόν σκεπτόταν, γιά τόν ὁποῖο προετοιμαζόταν καί στόν ὁποῖο πορεύθηκε μέ ἀτρόμητο τρόπο καί ἀπίστευτη γενναιότητα.
Δοξάζω τόν Θεό πού γνώρισα τόν μακαριστό Σεβαστιανό, τόν Πνευματικό Πατέρα τῶν παιδικῶν, νεανικῶν καί φοιτητικῶν μου χρόνων, τόν Πνευματικό τῆς καρδιᾶς μου, ἀλλά καί τόν συμπαραστάτη μου σέ ὅλη τήν μετέπειτα ἱερατική μου διακονία. Καυχῶμαι ἐν Κυρίῳ γι’ αὐτό καί ζητῶ τήν προσευχή του.
Ὁ Μητροπολίτης Σεβαστιανός ἦταν ἕνας μεγάλος ἐκκλησιαστικός καί ἐθνικός ἡγέτης, μέ ὅλη τήν σημασία τῆς λέξεως, ἀλλά καί μέ ἔντονο πνευματικό βάθος, ἦταν ἕνας ἐπίγειος ἄγγελος, ἕνα πνευματικό ἀστέρι, ἕνας Κληρικός πού ἀγαποῦσε τήν Ἐκκλησία, τήν Ὀρθοδοξία, καί τήν Πατρίδα του, ἀλλά συγχρόνως ἦταν οὐρανοπολίτης καί νοσταλγοῦσε τήν οὐράνια πατρίδα. Αὐτός ἦταν ὁ μοναδικός Ἱεράρχης Σεβαστιανός. Νά ἔχουμε τήν εὐχή του.–
Πηγή: Εκκλησιαστική Παρέμβαση
Σχετικό άρθρο: «Ενορία εν δράσει...2015»: Αφιέρωμα στο μακαριστό Μητροπολίτη Δρυινουπόλεως και Κονίτσης Σεβαστιανό
Οἱ ἱστορικές πηγές ἀναφέρονται στή λειτουργία Σκητῶν στό Ἅγιον Ὄρος ἤδη ἀπό τά μέσα τοῦ δέκατου τέταρτου αἰώνα. Στήν ἐξελικτική πορεία τοῦ ἀθωνικοῦ μοναχισμοῦ ὅμως, ἡ βαρύτητα τοῦ σκητιωτικοῦ τρόπου πραγματώσεως τοῦ μοναχικοῦ ἰδεώδους ὑπῆρξε ἐξαιρετικά μειωμένη, σέ σχέση μέ ἐκείνη τῆς κοινοβιακῆς ζωῆς. Ἀντιστροφή τοῦ κλίματος, μέ τή δυναμική ἀναγέννηση τοῦ ἀθωνικοῦ σκητιωτικοῦ μοναχισμοῦ, παρουσιάστηκε κατά τόν δέκατο ἕβδομο καί κυρίως, κατά τόν δέκατο ὄγδοο αἰώνα.
Ἀρκετοί εἶναι οἱ παράγοντες, πού συνετέλεσαν στήν παραπάνω ἐξέλιξη καί στούς...
ὁποίους γίνεται ἀναφορά κατά τήν παρούσα εἰσήγηση. Στό πλαίσιο αὐτό ὑπογραμμίζεται ἡ ἀντίταξη τοῦ σκητιωτικοῦ μοναχισμοῦ στόν ἰδιόρρυθμο μοναστηριακό βίο, πού ἐπικρατοῦσε στόν Ἄθωνα κατά τήν ἐξεταζόμενη περίοδο.
Ὡς γνωστόν, ἡ μετατροπή κατά τήν Ὀθωμανοκρατία τοῦ συνόλου σχεδόν τῶν μονῶν ἀπό κοινόβιες σέ ἰδιόρρυθμες στάθηκε ὡς μία ἀναπόφευκτη προσαρμογή στίς ἐπιταγές τῶν καιρῶν ἐκείνων, καθώς, λόγω τῆς ὑπέρογκης φορολογίας, τά οἰκονομικά τῶν μονῶν βρέθηκαν σέ οἰκτρή κατάσταση. Ἡ ἀναγέννηση τοῦ σκητιωτικοῦ μοναχισμοῦ ὡς θεσμοῦ ἀντικατοπτρίζει, κατά ἕνα τρόπο, τήν ἀντίδραση ἐκείνων τῶν μοναχῶν, πού θεώρησαν τήν ἰδιορρυθμία ὡς μία παρεκτροπή καί ὡς ἔκπτωση ἀπό τήν γνήσια μοναχική ζωή καί οἱ ὁποῖοι, μέ τήν ἵδρυση τῶν σκητῶν, θέλησαν νά ἐπανεύρουν τήν αὐστηρότητα τῆς ζωῆς τῶν πρώτων ἀναχωρητῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἔτσι ὅσοι ἔφθαναν στόν Ἄθωνα μέ μοναχικές ἀναζητήσεις προτιμοῦσαν νά μονάσουν, εἴτε στά διάσπαρτα σ᾿ ὅλο τό Ἅγιον Ὄρος κελλιά, εἴτε σέ ἡσυχαστήρια τῆς ἀθωνικῆς ἐρήμου, στό νότιο μέρος τῆς χερσονήσου. Ἀπό τά τέλη τοῦ δέκατου ἕβδομου, καί κυρίως κατά τόν δέκατο ὄγδοο αἰώνα, παρατηρεῖται μία τάση, ἐκεῖνοι οἱ νέοι κελλιῶτες πού ζοῦσαν πρίν στά μοναστήρια νά συγκεντρωθοῦν καί νά δημιουργήσουν Σκῆτες, ὅπου θά μποροῦσαν νά συνδυάσουν τόσο τά ἡσυχαστικά ὅσο καί τά κοινοβιακά ἰδεώδη.
Ἀναφορά γίνεται καί στήν ἐπίδραση στήν ἄνθηση τῶν Σκητῶν ἀπό τή νεοησυχαστική διδασκαλία τῶν ἱεροπρεπῶν Κολλυβάδων, ἀλλά καί σέ περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες ἡ ἁγιότητα καί ἡ ὑψηλή πνευματικότητα ὁσιακῶν μορφῶν στάθηκαν πόλος ἕλξεως πολλῶν μοναχῶν, πού ἀπετέλεσαν τόν πυρῆνα γιά τήν δημιουργία Σκητῶν.
Σημαντική ἐπίσης μνεία γίνεται στίς πρόνοιες τῶν κυρίαρχων Μονῶν κατά τή σύσταση τῶν Σκητῶν πού ὑπάγονταν σ᾿ αὐτές, ὅπως αὐτό διαφαίνεται στά συστατήρια ἔγγραφα ἤ στούς ἐσωτερικούς κανονισμούς λειτουργίας τῶν Σκητῶν κείμενα, τά περισσότερα, ὑψηλῆς πνευματικότητας, πού ἄν μή τί ἄλλο, ἀντικατοπτρίζουν τό κύρος τῶν συντακτῶν τους, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν σημαντικές ἐκκλησιαστικές ἀθωνικές προσωπικότητες. Στή συνάφεια αὐτή ὑπογραμμίζεται καί ἡ μέριμνα τοῦ πνευματικοῦ κέντρου τῆς Ὀρθοδοξίας γιά τήν εὔρυθμη λειτουργία τῶν Σκητῶν, καθόσον μάλιστα ὑπῆρξαν Οἰκουμενικοί Πατριάρχες καί ἀνώτατοι κληρικοί, πού ἐφησύχασαν σ᾿ αὐτές.
Ἀναφορά ἐπίσης γίνεται στίς Σκῆτες ὡς τόπου πνευματικῆς προετοιμασίας τῶν περισσότερων ἀπό τούς Ἁγιορεῖτες Νεομάρτυρες ἀλλά καί ὡς φυτώριου καλλιέργειας τῶν γραμμάτων καί τῶν τεχνῶν.
Περίληψη τῆς εἰσήγησης τοῦ συγγραφέα στό 10ο Διεθνές Συνέδριο «Τό Ἅγιον Ὄρος στόν 17ο και 18ο αἰώνα. Ἀπό τοὐς μεταβυζαντινούς καί νεώτερους χρόνους»
Σάββατο 10 Ὀκτωβρίου, Θεσσαλονίκη: Ἀμφιθέατρο «Στέφανος Δραγούμης» τοῦ Μουσείου Βυζαντινοῦ Πολιτισμοῦ.
Πηγή: Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
Έλεγε ο Όσιος Παΐσιος: «Εφημερίδα διάβασα μία φορά στην ζωή μου, για να μάθω πότε θα κληθώ στρατιώτης. Αν συμβεί ένα γεγονός, ή θα μαθευτεί και θα το μάθω κι εγώ ή θα το μάθω με την προσευχή». Και κάποια από τα συνταρακτικά γεγονότα που συνέβησαν στο τέλος της δεκαετίας του ’80 ο Όσιος όχι μόνον τα έμαθε με την προσευχή, αλλά και τα είχε δει με «την πνευματική τηλεόραση» πολλά χρόνια πριν συμβούν.
Την πτώση του κομμουνισμού στην Ρωσία και στα άλλα κομμουνιστικά κράτη την είχε προφητεύσει δέκα χρόνια νωρίτερα. Το 1979 είχε πει: «Ο κομμουνισμός θα πέσει. Η Σοβιετική Ένωση θα διαλυθεί και θα γίνει πολλά κρατίδια. Στην Αλβανία θα ανοίξουν οι Εκκλησίες, και σιγά-σιγά θα θριαμβεύσει η Ορθοδοξία». Από τότε πολλές φορές επανέλαβε τις προφητείες αυτές.
Το 1988 είπε σε μια παρεά:
― Στην Παλαιά Διαθήκη, για τις αμαρτίες του λαού, ο Θεός είχε αφήσει τρεις γενιές υπόδουλες στην Βαβυλώνα και μετά οικονόμησε και ελευθερώθηκαν. Κάθε γενιά αριθμεί είκοσι πέντε χρόνια. Τρία επί είκοσι πέντε πόσο κάνει;
― Εβδομήντα πέντε, του είπαν.
― Το 1917 έγινε η ρωσική επανάσταση, συν 75 πόσο κάνει; τους ρώτησε.
― 1992, απάντησαν.
Και αμέσως ο Όσιος άλλαξε θέμα. Πράγματι, έως το 1992 είχαν πέσει όλα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης.
Τον Μάιο του 1989, στην Λέσχη Αξιωματικών της Ξάνθης, ο Όσιος είχε πει στον στρατιωτικό γιατρό, με τον οποίο συζήτησε:
― Από ψάρεμα ξέρεις; Ξέρεις τι θα γίνει, αν κάποιος πιάσει πολλά ψάρια αλλά τα δίχτυα είναι σάπια και η θάλασσα έχει φουρτούνα;
― Θα σπάσουν τα δίχτυα, και θα φύγουν τα ψάρια, απάντησε ο γιατρός.
― Και η Σοβιετική Ένωση, συνέχισε ο Όσιος, είναι σαν μία τράτα, η οποία έριξε τα δίχτυα της και μάζεψε πολλά ψάρια. Τα δίχτυα όμως είναι σάπια και τρίζουν· όπου νά ‘ναι θα σπάσουν! Όλοι αυτοί οι λαοί θα ελευθερωθούν. Τον «Τσαούση του αίσχους» τον ξέρεις; ρώτησε πάλι.
― Τον Τσαουσέσκου εννοείτε; είπε με απορία ο γιατρός.
― Ναι, αυτόν θα τον σκοτώσουν, είπε ο Όσιος, και θα τον δει όλος ο κόσμος. Σε έξι μήνες όλοι αυτοί οι λαοί θα ελευθερωθούν.
Και τον Ιούλιο του 1989, είπε σε προσκυνητές: «Ο Χριστός, όπως ξέρετε, ήταν μαραγκός. Στο χέρι Του κρατάει ένα μεγάλο κατσαβίδι· πότε βιδώνει, πότε ξεβιδώνει. Τώρα λοιπόν θα ξεβιδώσει την Ρωσία».
Τα γεγονότα που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν ότι ο όσιος Γέροντας έβλεπε «τα μέλλοντα ως παρόντα» και «τα μακράν ως πλησίον γιγνόμενα». Τον Αύγουστο του 1989 συνέβησαν στην Σοβιετική Ένωση τα γεγονότα που οδήγησαν στην διάλυσή της. Ύστερα από τέσσερις μήνες, τον Δεκέμβριο, έγινε στην Ρουμανία η επανάσταση εναντίον του κομμουνιστικού καθεστώτος. Την παραμονή του Αγίου Σπυρίδωνος (με το παλαιό εορτολόγιο), δύο μοναχοί πηγαίνοντας στο Κελλί του Αγίου Σπυρίδωνος (Κερκυραίων), που πανηγύριζε, πέρασαν από την Παναγούδα. Είχε πέσει πολύ χιόνι, και το μονοπάτι ήταν απάτητο· κανένας δεν είχε επισκεφθεί προηγουμένως τον Γέροντα. Όταν βγήκε να τους ανοίξει, ήταν πολύ αναστατωμένος· το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο και έπαιρνε βαθειές ανάσες. «Θα πάτε στον Άγιο Σπυρίδωνα; τους ρώτησε. Να πείτε εκεί στους Πατέρες να κάνουν πολλή προσευχή, γιατί στη Ρουμανία γίνεται μεγάλη σφαγή, έχουν εμφύλιο πόλεμο!». Στο Κελλί όπου πήγαν, κανένας δεν είχε ακούσει κάτι τέτοιο. Τις επόμενες ημέρες μαθεύτηκαν τα σχετικά με τις σφαγές που είχαν γίνει εκείνο το βράδυ στην Ρουμανία. Στις 27 Δεκεμβρίου εκτελέσθηκε ο Τσαουσέσκου, και όλοι τον είδαν στην τηλεόραση.
Τον Οκτώβριο του 1989 το πνευματικό ραντάρ του Πατρός Παϊσίου «είχε πιάσει» και την καταστροφή μιας γέφυρας στην Αμερική. Ενώ συζητούσε με κάποιον επισκέπτη στην αυλή της Παναγούδας, άρχισε ξαφνικά να κάνει τον σταυρό του και να λέγει: «Παναγία μου! Σεισμός!». Χτυπούσε τα χέρια του στα γόνατα και έλεγε: «Πάει η γέφυρα! Θεέ μου, προστάτεψε τους ανθρώπους!». Ο επισκέπτης κοίταζε με απορία, ώσπου ο Γέροντας συνήλθε και συνέχισαν τη συζήτηση. Έφυγε παραξενεμένος, αλλά την επόμενη μέρα διάβασε στην εφημερίδα: «Μεγάλος σεισμός στο Σαν Φρανσίσκο. Έπεσε μία γέφυρα…».
Τον Αύγουστο της επόμενης χρονιάς (1990), άρχισε πολεμικός αναβρασμός στην περιοχή του Περσικού Κόλπου. Όπως ήταν φυσικό, αυτό προκάλεσε μεγάλη ανησυχία σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο Πατήρ Παΐσιος προσευχόταν θερμά, για να βρεθεί μία ειρηνική λύση, αλλά έλαβε πληροφορία από τον Θεό ότι ο πόλεμος ήταν αναπόφευκτος. Σε κάποιους εκμυστηρεύτηκε: «Μην το πείτε σε κανέναν, αλλά, ενώ προσευχόμουν, αισθάνθηκα ότι θα γίνει ο πόλεμος· δεν πρόκειται να σταματήσει το κακό. Θα καίγεται και η θάλασσα από το πετρέλαιο στον πόλεμο αυτόν». Όπως και έγινε.
Με το πνευματικό του ραντάρ ο Όσιος παρακολουθούσε τις εξελίξεις του πολέμου. Τον Νοέμβριο, ενώ βρισκόταν στο Ησυχαστήριο, είπε μια μέρα: «Σήμερα οι Αμερικανοί θα χτυπούσαν στον Περσικό Κόλπο αλλά το ανέβαλαν. Να κάνετε προσευχή να είναι κάτι τοπικό, να μην επεκταθεί σε όλες τις αραβόφωνες χώρες». Και στα τέλη Δεκεμβρίου έγραψε: «Η πυρκαγιά του πολέμου προς το παρόν ελέγχεται. Να ευχώμεθα να μην ξεφύγη τον έλεγχο, γιατί τότε πού θα πάη, ο Κύριος οίδε».
Στις 17 Ιανουαρίου 1991, κατά τις δυόμισι η ώρα το πρωί, ενώ είχε τελειώσει την αγρυπνία του και ήταν έτοιμος να πλαγιάσει, ένιωσε κάτι φοβερό, που ήταν αδύνατον να το περιγράψει. Και αμέσως άκουσε βουητά από αεροπλάνα και βομβαρδισμό. Τον έπιασε ρίγος και βγήκε έξω στην αυλή, για να κάνει κομποσχοίνι. Έλεγε την ευχή με όλη του την δύναμη, και στιγμές-στιγμές περνούσαν από μπροστά του σκηνές από τον πόλεμο.
Το πρωί είπε σε έναν γνωστό του που τον επισκέφθηκε:
― Έμαθες τι έγινε το βράδυ στο Ιράκ;
― Όχι, Γέροντα, απάντησε εκείνος.
― Έγινε βομβαρδισμός, του είπε, και σκοτώθηκαν πολλοί άνθρωποι. Να δεις πώς έκλαιγαν τα μικρά παιδιά, πώς χτυπιόντουσαν οι μανάδες· θρήνος έγινε μεγάλος.
― Και εσείς πώς τα ξέρετε αυτά; τον ρώτησε εκείνος.
― Τα έβλεπα όλα μπροστά μου σαν σε τηλεόραση.
Όσες ημέρες κράτησε η πολεμική αυτή σύρραξη, ο Όσιος δεν διέκοψε σχεδόν καθόλου την προσευχή. Μια μέρα πήγαν στην Παναγούδα κάποιοι μοναχοί και τον ρωτούσαν αν ο πόλεμος θα έπαιρνε παγκόσμια έκταση. «Πηγαίνετε στα κελλιά σας και προσευχηθείτε, τους είπε κάπως αυστηρά, δεν βλέπετε τα αθώα παιδάκια πώς σκοτώνονται; Σε λίγο θα γίνει μεγάλο κακό!». Και πράγματι, μία εβδομάδα αργότερα, σε έναν νέο βομβαρδισμό σκοτώθηκαν πολλά μικρά παιδιά.
Την επόμενη φορά που ο Όσιος επισκέφθηκε το Ησυχαστήριο, μίλησε στις Αδελφές και για τον πόλεμο στον Περσικό Κόλπο. «Οι μεν Ευρωπαίοι και οι Αμερικανοί, είπε, με τη δήθεν ελευθερία φθάνουν μέχρι τον σατανισμό. Ο άλλος, ο Σαντάμ, ήθελε να αναδειχθεί Μωχάμετ. Φύλαξε ο Θεός και δεν επεκτάθηκε το κακό. Πάντως είναι μια κατάσταση τρελλοκομείο. Όταν οι άνθρωποι δεν συμφιλιώνονται με τον Θεό, μπορεί να έρθει η ειρήνη; Όπως λέει και το Ευαγγέλιο: ‟Όταν θα μιλούν για ειρήνη, θα έρθουν αναταραχές”».
Μια Αδελφή σχολίασε:
― Γέροντα, τώρα με τον πόλεμο υπήρχε τέτοια τηλεοπτική επικοινωνία, που την ίδια στιγμή όλος ο κόσμος έβλεπε τα γεγονότα.
― Μόνον τον εαυτό τους δεν βλέπουν οι άνθρωποι, απάντησε ο Όσιος, όλον τον άλλον κόσμο τον βλέπουν. Τώρα ο κόσμος καταστρέφεται από το μυαλό του. Δεν είναι ότι τους καταστρέφει ο Θεός. Θέλει πολλή προσευχή. Χρειάζεται θεϊκή επέμβαση.
Πηγή: (Ιερόν Ησυχαστήριον "Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος"- Εκ του νέου βιβλίου Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης), Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...