
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
Εἶναι διάχυτο ἕνα παράξενο πνεῦμα,τὸν τελευταῖο καιρό, στοὺς κύκλουςμας. Ἄνθρωποι διάφοροι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, εἰδικοὶ καὶ ἄσχετοι, προσπαθοῦν νὰ μᾶς περάσουν τὸ μήνυμα ὅτι τὰ πράγματα, εἰς ὅ,τι ἀφορᾶ τὰ ἐκκλησιαστικά, καὶ εἰδικὰ στὶς σχέσεις μας μὲ τὴν Πολιτεία, ἄλλαξαν. Καὶ νομίζοντας ὅτι ἐμεῖς δὲν τὸ ἔχουμε πολυκαταλάβει αὐτό,προσπαθοῦν νὰ μᾶς τὸ περάσουν. Καὶ ἀκοῦμε σὲ διάφορους τόνους, σ’ ὅλους τοὺς ἤχους καὶ μὲ διάφορα ὑφάκια νὰ μᾶς τὸ λένε αὐτό, ἀπαξιώνοντάς μας καὶ λίγο,θέλοντας νὰ περάσουν τὸ μήνυμα ὅτι ζοῦμε στὸν κόσμο μας, ὅτι δὲν παίρνουμε χαμπάρι τί γίνεται γύρω μας, ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ προσαρμοσθοῦμε στὰ νέα δεδομένα κι ὅτι ἑπομένως ἀνάξια κρατᾶμε αὐτὲς τὶς θέσεις κι αὐτὰ τὰ πόστα, τὰ ὁποῖα θἄπρεπε νὰ κατέχουν ἄνθρωποι σὰν κι αὐτούς, ἀτσίδες ποὺ πετοῦν σπίθεςκαὶ ποὺ χωρὶς νὰ λιμνάζουν καλπάζουνπρὸς τὰ ἐμπρός. Κι ἑπομένως, μ’ αὐτὴντὴ βραδύτητα στὴν ἀντίληψι ποὺ μᾶς καταλογίζουν, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, μᾶς θεωροῦν παρωχημένης ἐποχῆς ἀνθρώπους,ἐκπροσωποῦντας τὴν συντήρησι καὶ τὴνἀνάσχεσι τῆς προόδου.Κι ἐμεῖς οἱ «βραδύνοες» τρῶμε κατὰ πρόσωπο τὴν ταμπέλα τοῦ συντηρητικοῦ καὶ δὲν μιλᾶμε. Δὲν δικαιούμαστε νὰ μιλᾶμε, γιατὶ βλέπεις, μιλᾶνεαὐτοὶ ποὺ τὰ κατάλαβαν ὅλα καὶ μποροῦν καὶ ἐγκλιματίζονται εὔκολα στὰ νέα δεδομένα,αὐτοὶ ποὺ ζοῦν τὴν ἐποχὴ τους,ποὺ μποροῦν καὶ τολμοῦν πολλά,ποὺ δὲν ἀναζητοῦν χαμένους θησαυρούς, ἀλλὰ προσγειωμένοι στὰ σημεῖα τῶν καιρῶν μποροῦν νὰ ἐφεύρουν λύσεις γιὰ ὅ,τι πρόβλημα ἀνακύπτει καὶ τὰ καταφέρνουν θαυμάσια. Κι ἐνῷ ἔχουν τὴνφούρια νὰ τρέξουνπρὸς τὰ ἐμπρός,μπροστὰ στὰἔκπληκτα γι’ αὐτοὺς μάτια μας, ἀσχολοῦνται κάπου-κάπου καὶ μὲ μᾶς γιὰ νὰμᾶς ἀφυπνίσουν. Νὰ ξυπνήσουμε ἐπὶτέλους. Νὰ καταλάβουμε ὅτι ἄλλαξαν τὰπράγματα. Πᾶμε μπρός, δὲν πᾶμε πίσω.Κι ἐμεῖς, κουνῶντας συγκαταβατικὰ τὸκεφάλι, κάνουμε τὸν κουτὸ καὶ ἀκοῦμε,ἀκοῦμε, καὶ ὅσο ἀκοῦμε παίρνουν διαστάσεις. Γιατὶ σοῦ λέει, βλέπεις πῶς τὸν ἐκπλήσσω; Σιγὰ-σιγὰ θὰ τὸν κάνω νὰ καταλάβῃ. Κι ἔρχομαι τώρα καὶ τοῦ λέω:Τί νὰ καταλάβω, ἀδελφὲ μου; Τὶ κατάλαβες ἐσύ, κι ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω;Μᾶλλον πρέπει νὰ σοῦ πῶ ὅτι ἐσὺ ἀνεύθυνα, χαλαρὰ κι ἐπικίνδυνα εἶπες τὸ μεγάλο ναί. Ναί, «ἐλᾶτε καταστρέψτε μας κι ἐμεῖς θὰ ζοῦμε στὰ ἐρείπια». Θὰ μάθουμε νέες τεχνικὲς νὰ διορθώνουμε τὰ ἐρείπια. «Ἐλᾶτε, χαλάστε». «Τὸ ξέρουμε θὰ χαλάσετε. Ἀλλὰ ἐμεῖς σὰν ἔξυπνοι θὰ ἐξεύρουμε πρακτικὲς καινούργιες νὰ σαρώνουμε τὰ χαλάσματα. Καὶ στὸ κάτω-κάτω, τοὐλάχιστον ἔχουμε ἥσυχη τὴ συνείδησί μας γιατὶ ἐμεῖς δὲν χαλᾶμε. Ἐσεῖς χαλᾶτε. Ἐμεῖς δὲν καταστρέφουμε. Ἐσεῖς καταστρέφετε». Αὐτοὶ ὅμως ποὺ καταστρέφουν,
φίλε μου, δὲν εἶναι οἱ θεματοφύλακες αὐτῶν ποὺ καταστρέφουν. Ἡ ἐξυπνάδα σου δὲν πρέπει νὰ ἐξαντλεῖται στὸ γεγονὸς νὰ καταλάβῃς τὴν καταστροφή.
Ὁ Χριστὸς «ἡ Χώρα τῶν ζώντων»,
Ψηδιδωτό, Μονὴ τῆς Χώρας, Κωνσταντινούπολη, 1315-1320
Ἡ ἐξυπνάδα εἶναι νὰ λὲς ὄχι στὴν καταστροφή. Τώρα, ποιό εἶναι πιὸ βολικὸ βρές το ἐσύ. Γιατὶ ἂν ἔτσι τὰ μετρᾶς,ἐγὼ θέλω νἆμαι συντηρητικός. Ὅπως τὸν ἐννοεῖς ἐσὺ ὅμως «ὁ ἔξυπνος» τὸνσυντηρητισμό. Θέλω νὰ μὲ λὲς ἐσὺ συντηρητικό, γιατὶ ἔτσι φανατίζομαι στὸν συντηρητισμὸ μου καὶ τὸν ὑπερασπίζομαι. Ἂν εἶναι συντηρητικὸ νὰ θέλω νὰ διδάσκωνται οἱ νέοι βλαστοὶ τοῦ ἔθνους μας τὴν πίστι τῶν πατέρων τους, ναί,θέλω νὰ εἶμαι καὶ εἶμαι συντηρητικός.Ἂν εἶναι συντηρητισμὸς νὰ θέλω ἱερεῖς στὶς ἐνορίες καὶ θεολόγους στοὺς ἄμβωνες, ναί, εἶμαι συντηρητικὸς καὶ τὸ καυχιέμαι. Ἂν εἶμαι συντηρητικὸς γιατὶ θέλω νὰ μὴν καταργηθοῦν αὐτὰ ποὺ κερδιθήκανε μὲ ἀγῶνες καὶ αἵματα,ναί, θέλω ὣς καὶ τὸ αἷμα μου νὰ δώσω καὶ ζητῶ τὴ θεία βοήθεια γι’ αὐτό, γιὰ νὰ μὴ καταλυθῆ τίποτε ἀπὸ ὅσα εἴχαμε!Ἀλλὰ ἀντίθετα, σήμερα ποὺ ἡ πρόοδος καλπάζει πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ τὰ διάφορα τεχνικὰ μέσα εἶναι στὴ διάθεσί μας, ναί, θέλω ὅλα νὰ τὰ χρησιμοποιήσω γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του. Δὲν θέλω νὰ ἀπαξιωθοῦν τὰ ἱερὰ πρόσωπα τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ζωῆς καὶ ἱστορίας. Δὲν θέλω νὰ καταργηθοῦν οἱ Θεολογικὲς Σχολές, δὲν θέλω,δὲν θέλω. Ἀλλὰ βέβαια ἐσὺ θὰ πῇς, ὅτι«κι ἐγὼ τὰ θέλω αὐτά, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ τἄχω, γιατὶ τὰ πράγματα ἄλλαξαν».«Κι ἐγὼ» θὰ πῇς, «δὲν κυνηγάω χίμαι-ρες, προσγειώνομαι». Ἀλλὰ ἐμένα ὅμως, ἀδελφὲ μου, γιατὶ μοῦ φαίνεται πὼς δὲν τὰ ἤθελες ὅλα αὐτὰ ὅπως τὰ εἴχαμε, καὶβρίσκεις εὐκαιρία νὰ τ’ ἀλλάξῃς; Καὶ ἄντε, ὅσον ἀφορᾶ τὰ δικὰ σου, κάνε ὅ,τι θέλῃς· ἄλλαξέ τα καὶ χαῖρε μέσα στοὺς νεωτερισμούς σου καὶ τὶς ἐκκοσμικεύσειςσου. Ἐμένα γιατὶ θέλεις σώνει καὶ καλὰ νὰ μὲ ἐντάξῃς στὴν ὁμάδα σου καὶ στοὺς ὁμοίους σου; Ἢ μήπως στὴν οὐσία δὲνμὲ θέλεις καθόλου, ἀλλὰ προτιμᾶς νὰ μὲ βλέπῃ ἀφ’ ὑψηλοῦ καὶ νὰ μὲ οἰκτείρῃς δὲν μᾶς λὲς καλύτερα, ἀδελφὲ μου, ἀφοῦἐμεῖς δὲν καταλάβαμε, ἐσὺ τὶ κατάλαβες;Γιατὶ ἐγὼ πάλι νομίζω ὅτι οἰκειοποιήθηκες τὴ συμφορὰ καὶ τὴν ὑπερασπίζεσαι. Δὲν σὲ εἶδα νἄρθῃς νὰ κλάψουμε μαζὶ καὶ νὰ θρηνήσουμε γιὰ ὅ,τι χάνεται. Ἔ, λοιπὸν δὲν συμφωνοῦμε. Κι ἐγὼ μὲν μένω «ἐν οἷς ἔμαθον καὶ ἐπιστώθην»(Β΄ Τιμ. γ.14), σὺ δὲ μακάρι νὰ βρῇςσὰν καλὸ παλληκάρι ἄλλο μονοπάτι νὰ φθάσῃς ἐκεῖ ποὺ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ φθάσω.Ξέρεις ὅμως, ἕνα παληὸ νομικὸ θέσφατο ἔλεγε: «τοῖς μὲν νόμοις παλαιοῖς χρῷτοῖς δ’ ὄψοις προσφάτοις». Ὅσον ἀφορᾶ τοὺς νόμους νὰ χρησιμοποιῇς παληοὺς νόμους καὶ νὰ ἐφαρμόζῃς. Ἀλλὰ τροφὲςνὰ τρῶς φρέσκες. Κι ὁ πιὸ παληὸς Νόμος, ὅπως ξέρεις, εἶναι ὁ Νόμος τοῦ Θεοῦ. Ὁ Νόμος Αὐτοῦ ποὺ εἶναι «χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἐβρ. ιγ.8).Αὐτὸς ποὺ εἶναι «Παλαιὸς τῶν Ἡμερῶν»,(Δαν. ζ. 9) ἀλλά ποὺ εἶναι πιὸ σύγχρονος ἀπ’ τὸν πιὸ σύγχρονο, ἀφοῦ μὲ τὴ θεία Πρόνοιὰ Του καλύπτει τὴ ζωὴ αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ θὰ τὴν κρατῇ πάντα.Αὐτὸς εἶναι λοιπὸν ὁ πολικὸς ἀστὴρ τῆς ζωῆς ὅλων μας. Καὶ μακάριοι ὅσοι Τὸν ἀκολουθοῦν. Καὶ ἦταν καλύτερα ὅταν εἴχαμε στὰ παιδικὰ μας χρόνια τὶς καλὲς μας γιαγιάδες ποὺ μᾶς δίδασκαν τὴν Πίστι ἁπλᾶ καὶ προσλαμβάναμε ὅλα τὰ στοιχεῖα της καὶ τὰ βιώναμε. Ἦταν καλύτερα ὅταν εἴχαμε τοὺς καλούς μας δασκάλους ποὺ μᾶς δίδασκαν τὴν Πίστι πρῶτα καὶ τὴν φιλοπατρία μετά. Εἶναι καλύτερα τὰ παληά, τὰ καθιερωμένα, καὶ μακάρι μ’ αὐτὰ νὰ ζήσουμε καὶ νἄχουμε τὴν παρρησία καὶ τὴ δύναμι νὰ τὰ ὑπερασπιστοῦμε καὶ νὰ μὴν τὰ προδώσουμε.Κι ἂς μᾶς λένε μωροὺς «οἱ φρόνιμοι». Ἐμεῖς μακάρι νἄμαστε «μω-ροὶ διὰ Χριστὸν». (Α΄ Κορ. δ.10).
Πηγή: Ενωμένη Ρωμηοσύνη
Ὁ θεοδόχος Συμεών, ὁ πολιός, βιβλικὸς καὶ ἅγιος ἐκεῖνος ἄνδρας, ὁ ὁποῖος ἀξιώθηκε νὰ κρατήσει στὰ γεροντικά του χέρια τὸν Θεάνθρωπο Λυτρωτὴ μας Χριστό, ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, προεφήτευσε γιὰ τὸ Θεῖο Πρόσωπο τοῦ Σωτήρα τοῦ κόσμου, σὺν τοῖς ἄλλοις, ὅτι «οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραὴλ καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον» (Λούκ.2,34). Δηλαδὴ τὸ θεανδρικὸ Του Πρόσωπο θὰ γίνει αἰτία πνευματικῆς πτώσεως καὶ ἀναστάσεως πολλῶν μεταξὺ τῶν ἰσραηλιτῶν, ἀλλὰ καὶ ἀντικείμενο διαφωνίας καὶ διαμάχης μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Τὴν ἴδια αὐτὴ ἀλήθεια ἐκφράζουν καὶ ὁ ἀπόστολος Πέτρος στὴν Α΄ Καθολική του ἐπιστολή, (2,7), καθὼς καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή του, (9,33), ὅπου χαρακτηρίζουν τὸ πανάγιο πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας ὡς «λίθο προσκόμματος καὶ πέτρα σκανδάλου». Ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος - Χριστός, ποὺ βαστάζει ὅλο τὸ πνευματικὸ οἰκοδόμημα τῆς Ἐκκλησίας, γίνεται ὁ «λίθος» πάνω στὸν ὁποῖο σκοντάφτουν οἱ ἄπιστοι καὶ γκρεμίζονται στὴν ἀπώλεια. Καὶ τοῦτο διότι ἡ πεπερασμένη ἀνθρώπινη φύση δὲν μπορεῖ, μὲ τὶς δικές της μόνο δυνάμεις νὰ εἰσχωρήσει στὸ βάθος τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Ἐνανθρωπήσεως. Ἡ ἱστορία εἶναι ὁ ἀψευδὴς μάρτυρας. Κανένα ἄλλο πρόσωπο τῆς ἀνθρώπινης...
ἱστορίας δὲν ἀγαπήθηκε μὲ τόσο ἀπόλυτο καὶ ὁλοκληρωτικὸ τρόπο, ὅσο τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ καὶ κανένα ἄλλο πρόσωπο δὲν πολεμήθηκε καὶ δὲν μισήθηκε μὲ τόση λύσσα καὶ μὲ τόση μανία, ὅπως αὐτὸ τοῦ Χριστοῦ. Γιὰ κανένα ἄλλο πρόσωπο δὲν γράφηκαν τόσα πολλὰ καὶ ἀντιφατικὰ μεταξύ τους, ὅσα γιὰ Κεῖνον!
Ἀφορμὴ γιὰ τὸ παρὸν σχόλιό μας πήραμε ἀπὸ μία βιβλιοκρισία τῆς ἐφημερίδος «ΗΜΕΡΗΣΙΑ» (φ.23-1-2106), τοῦ κ. Γ. Βαϊλάκη, μὲ τίτλο: «Ἰησοῦς: Φιλειρηνικὸς δάσκαλος ἢ πολιτικὰ συνειδητὸς ἐπαναστάτης;». Πρόκειται γιὰ βιβλιοκριτικὴ στὸ βιβλίο κάποιου ξένου συγγραφέα ὀνόματι Ρέζα Ἀσλᾶν, μὲ τίτλο: «Ὁ Ζηλωτής, ὁ βίος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ», τὸ ὁποῖο μεταφράστηκε στὰ ἑλληνικὰ ἀπὸ τὴν κ. Ἄννα Παπασταύρου καὶ κυκλοφόρησε ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις «Πατάκη». Σύμφωνα μὲ τὸν σχολιαστή: τὸ «πολύκροτο» αὐτὸ βιβλίο εἶναι «μία καινούργια θεώρηση» γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὸ ὁποῖο ἀποκαλύπτει τὴν δῆθεν μοναδικὴ ἰδιότητά του, ὡς ἐπαναστάτου!
Κατὰ τὸν ἀρθρογράφο: «Δύο χιλιάδες χρόνια πρίν, ἕνας περιπλανώμενος Ἰουδαῖος, ἱεροκήρυκας καὶ θαυματοποιός, διέσχισε ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη τὴ Γαλιλαία, προσελκύοντας ὀπαδούς, γιὰ νὰ ἱδρύσει αὐτὸ ποὺ ἐκεῖνος ὀνόμαζε «βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Τὸ ἐπαναστατικὸ κίνημα ποὺ προκάλεσε ἦταν τόσο ἀπειλητικὸ γιὰ τὴν καθεστηκυία τάξη, ὥστε συνελήφθη, βασανίστηκε καὶ ἐκτελέστηκε ὡς κοινὸς ἐγκληματίας. Λίγες δεκαετίες μετὰ τὸν ταπεινωτικὸ θάνατό του, οἱ ἀκόλουθοί του ἔμελλε νὰ τὸν ὀνομάσουν Θεό»!
Ἡ ἄγνοια, ἡ διαστροφὴ τῆς ἀλήθειας, ἡ παραποίηση τῆς ἱστορίας, καὶ ἡ ἀπαξίωση στὸ πανάγιο Πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας συναντῶνται καὶ ἀλληλοπεριχωροῦνται στὶς παρὰ πάνω γραμμές, ὥστε νὰ ἀποτελοῦν ἕνα ὑβριστικὸ καὶ ἐξοργιστικὸ σύνολο. Ἡ εἰκόνα τοῦ ἐπαναστάτη Χριστοῦ τοῦ ὁποίου τὸ ἐπαναστατικὸ κίνημα εἶχε ἕνα ἄδοξο καὶ οἰκτρὸ τέλος, δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια καὶ τὰ βιβλικὰ κείμενα. Ἀντίθετα, ἡ εἰκόνα ποὺ μᾶς δίδουν τόσο τὰ βιβλικὰ κείμενα, ὅσο καὶ ἐξωβιβλικὲς πηγές, (Σουητώνιος, Ἰώσηπος κ.α.), γιὰ τὸ πανάγιο πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας εἶναι ἀληθινὰ θεοπρεπῆς καὶ μεγαλειώδης.
Εἶναι ἡ εἰκόνα ἑνὸς μοναδικοῦ προσώπου στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος, ὁ ὁποῖος «ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ» (Α΄ Πέτρ. 2,22). Τοῦ ὁποίου ἡ διδασκαλία προκαλοῦσε τὸν θαυμασμὸ καὶ τὴν κατάπληξη ὅλων, ἀκόμη καὶ τῶν ἐχθρῶν του: «ἢν γὰρ διδάσκων αὐτοὺς ὡς ἐξουσίαν ἔχων καὶ οὒχ ὡς οἱ γραμματεῖς» (Μάτθ.7,29). Εἶναι ἡ εἰκόνα ἑνὸς μοναδικοῦ Νομοθέτου μὲ αὐθεντία καὶ κύρος ἀνυπέρβλητο, ποὺ ἔρχεται νὰ συμπληρώσει τὸν νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: «Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις… ἐγὼ δὲ λέγω ὑμὶν» (Μάτθ.5,21-22). Εἶναι ἡ εἰκόνα ἑνὸς προσώπου, τὸν ὁποῖον ὅταν ὁ ὄχλος θέλησε νὰ ἀνακηρύξει βασιλέα,
Αὐτὸς ἀρνήθηκε: «Ἰησοῦς οὒν γνοὺς ὅτι μέλλουσιν ἔρχεσθαι καὶ ἁρπάζειν αὐτὸν ἴνα ποιήσωσιν αὐτὸν βασιλέα, ἀνεχώρησε πάλιν εἰς τὸ ὅρος αὐτὸς μόνος» (Ἰω.6,15). Εἶναι ἡ εἰκόνα ἑνὸς προσώπου, ὁ ὁποῖος «ἐν ἐξουσία καὶ δυνάμει ἐπιτάσσει τοῖς ἀκαθάρτοις πνεύμασι, καὶ ἐξέρχονται» (Λούκ.4,36). Εἰς τὸν ὁποῖον «ἐδόθη μοι πάσα ἐξουσία ἐν οὐρανῶ καὶ ἐπὶ γῆς» (Ματθ. 28,18). Ὁ ὁποῖος θαυματουργεῖ ὄχι σὰν ἕνας φακίρης, ποὺ παίζει τὸν καραγκιόζη καὶ προσπαθεῖ μὲ μαγικὲς τέχνες νὰ ἐξαπατᾶ τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ τοὺς ἐκμεταλλεύεται, ἀλλ’ ὡς Θεὸς ποὺ ἐξουσιάζει τὰ πάντα καὶ στὸν ὁποῖον ὑπακούουν τὰ πάντα, ἀκόμη καὶ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ θάνατος: «διεγερθεῖς ἐπετίμησε τῷ ἀνέμω καὶ εἶπε τῇ θαλάσση· Σιώπα, πεφίμωσο. καὶ ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος, καὶ ἐγένετο γαλήνη μεγάλη» (Μάρκ.4,39), «νεανίσκε σοὶ λέγω ἐγέρθητι» (Λούκ.7,14), «Λάζαρε δεῦρο ἔξω» (Ἰω.11,43)., κ.λ.π.
Περιέργως ὁ ἀρθρογράφος δὲν λέγει τίποτε περὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ σταματᾶ στὸν θάνατό του, τὸν ὁποῖο μάλιστα ὀνομάζει «ταπεινωτικό». Προφανῶς βρίσκεται σὲ ἀμηχανία καὶ ἐπειδὴ δὲν γνωρίζει πὼς νὰ παρακάμψει τὴν ἀνάσταση, ποὺ εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν τεκμήριο τῆς Θεότητός του, τὸ θεμέλιο πάνω στὸ ὁποῖο στηρίζεται ἡ πίστη μας, ἁπλῶς τὴν ἀποσιωπᾶ. Ἐπίσης δὲν λέει τίποτε γιὰ τὴν ἔνδοξη ἀνάληψή του, ποὺ εἶναι καὶ αὐτὴ ἄλλο μεγάλο τεκμήριο τῆς Θεότητός του. Ἁπλῶς περιορίζεται νὰ δηλώσει ὅτι «Λίγες δεκαετίες μετὰ τὸν ταπεινωτικὸ θάνατό του, οἱ ἀκόλουθοί του ἔμελλε νὰ τὸν ὀνομάσουν Θεό»! Διερωτώμεθα νὰ ἄνοιξε ποτὲ ὁ ἀρθρογράφος τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ ἂν διάβασε ποτὲ τὰ βιβλικὰ κείμενα. Διότι ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἤδη κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς στὴν πρώτη του ὁμιλία πρὸς τὸν λαό, ἀνεκήρυξε τὴν Θεότητα τοῦ Κυρίου: «Ἀσφαλῶς οὒν γινωσκέτω πᾶς οἶκος Ἰσραὴλ ὅτι καὶ Κύριον καὶ Χριστὸν αὐτὸν ὁ Θεὸς ἐποίησε, τοῦτον τὸν Ἰησοῦν ὂν ὑμεῖς ἐσταυρώσατε» (Πράξ. 2,36).
Συνεχίζοντας ὁ σχολιογράφος ἀναφέρει πὼς «Ὁ Ρέζα Ἀσλᾶν ὑπογράφει μία προκλητική, συναρπαστικὴ καὶ ἀπόλυτα ἐμπεριστατωμένη βιογραφία ποὺ θέτει σὲ ἀμφισβήτηση παλιὲς καὶ βαθιὰ ριζωμένες ἀντιλήψεις γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ γνωρίζουμε ὡς Ἰησοῦ τὸν Ναζωραῖο. Συγκρίνοντας καὶ φωτίζοντας τὸν Ἰησοῦ τῶν Εὐαγγελίων μὲ τὶς ἱστορικὲς πηγές, ὁ Ἀσλᾶν σκιαγραφεῖ τὸ πορτρέτο ἑνὸς ἄνδρα γεμάτου πίστη καὶ πάθος, ὁ ὁποῖος ὡστόσο σπαράσσεται ἀπὸ ἀντιθέσεις: ἕνας ἄνδρας φιλειρηνικὸς ὁ ὁποῖος παρακινοῦσε τοὺς ὀπαδούς του νὰ ὁπλιστοῦν μὲ σπαθιά. Ἕνας ἐξορκιστὴς ὁ ὁποῖος θεράπευε διὰ τῆς πίστης καὶ προέτρεπε τοὺς μαθητές του νὰ κρατοῦν μυστικὴ τὴν ταυτότητά του, καὶ τέλος ὁ ἀνατρεπτικὸς «Βασιλιὰς τῶν Ἰουδαίων», τοῦ ὁποίου ἡ ὑπόσχεση νὰ τοὺς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴ Ρώμη δὲν ὑλοποιήθηκε στὴ διάρκεια τῆς σύντομης ζωῆς του»!
Οὔτε λίγο οὔτε πολὺ ὁ ἀρθρογράφος, παρουσιάζοντας τὴν βιογραφία τοῦ Ἀσλᾶν ὡς «ἀπόλυτα ἐμπεριστατωμένη», μὲ τεκμήρια καὶ ἀποδείξεις ποὺ ἀνακάλυψε στὶς «ἱστορικὲς πηγές» του, ἔρχεται νὰ κλονίσει τὴν ἱστορικὴ ἀξιοπιστία τῶν εὐαγγελίων καὶ νὰ θέσει ἔτσι σὲ «ἀμφισβήτηση παλιὲς καὶ βαθιὰ ριζωμένες ἀντιλήψεις γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ γνωρίζουμε ὡς Ἰησοῦ τὸν Ναζωραῖο», ἀντιλήψεις ποὺ βασίζονται στὰ εὐαγγελικὰ κείμενα. Δηλαδὴ ἐπὶ 2000 χρόνια ἡ ἀνθρωπότης ἐπλανάτο καὶ εἶχε σχηματίσει μία ἐσφαλμένη ἀντίληψη γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μὲ βάση τὰ εὐαγγελικὰ κείμενα. Καὶ εὐτυχῶς ποὺ ἦρθε σήμερα ὁ Ἀσλᾶν νὰ λυτρώσει τὴν ἀνθρωπότητα ἀπὸ τὴν φοβερὴ αὐτὴ πλάνη, ποὺ τὴν μάστιζε τόσους αἰῶνες ἀπὸ τὴν φρικτὴ αὐτὴ παραποίηση τῆς ἱστορίας! Τo γεγονὸς ὅτι τὰ εὐαγγελικὰ κείμενα πέρασαν ἀπὸ ἀμέτρητα κόσκινα ἱστορικῶν, ἀρχαιολόγων, κριτικῶν τοῦ κειμένου τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ ἄλλων ἐρευνητῶν, δὲν μετράει γιὰ τὸν Ἀσλᾶν. Τo γεγονὸς ὅτι κανεὶς ἀπὸ ὅλους αὐτοὺς δὲν μπόρεσε νὰ ἀποδείξει ὅτι οἱ εὐαγγελικὲς διηγήσεις εἶναι ἱστορικὰ ἀναξιόπιστες, δὲν τὸν προβληματίζει, νὰ βάλει ἕνα ἐρωτηματικὸ μήπως πέφτει ἔξω στὰ συμπεράσματά του.
Ἂς γνωρίζει ὅμως ὁ κ. Ἀσλᾶν καὶ οἱ ὁμόφρονές του ὅτι ἡ δῆθεν «ἐμπεριστατωμένη βιογραφία» του γιὰ τὸν Ἰησοῦ δὲν εἶναι δική του «ἔμπνευση», ἀλλὰ παμπάλαια προσπάθεια τῶν ἀρνητῶν τοῦ Χριστοῦ νὰ τὸν δοῦν ἀπογυμνωμένο ἀπὸ τὴν Θεότητά Του! Δὲν ἔχουν κανένα πρόβλημα νὰ δοῦν τὸ Χριστὸ ὡς μία «ξεχωριστὴ» προσωπικότητα τῆς ἱστορίας. Τὸ πρόβλημά τους εἶναι ἡ Θεότητά Του! Γι’ αὐτὴν ὁ ἀρχιερέας δικαστὴς του «διέρρηξε τὰ ἱμάτιά του» (Μάρκ. 14,63), ὅταν ὁ Χριστὸς ὁμολόγησε τὴν ἰδιότητά Του ὡς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ἐξέδωσε τὴν ἀπόφαση τῆς θανάτωσής Του! Τὸ ἀξιοπερίεργο εἶναι ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἀρνητὲς τῆς Θεότητας τοῦ Χριστοῦ, ἀντλοῦν τὶς ἰδεοληψίες τους ἀπὸ τὸ «στρατόπεδο» τῆς «καθεστηκυίας τάξης», ἡ ὁποία καὶ Τὸν θανάτωσε! Ἡ ἄθλια τότε «καθεστηκυία τάξη» εἶναι περισσότερο ἀξιόπιστη γιὰ τοὺς διαχρονικοὺς ἀρνητὲς τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τοὺς πιστούς Του, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν τὴ ζωή τους γιὰ τὴν πίστη τοὺς σ’ Αὐτόν, ὡς Θεό!
Συνεχίζοντας ὁ σχολιογράφος τονίζει πώς: «Ὁ Ἀσλᾶν διερευνᾶ τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους ἡ πρωτοχριστιανικὴ ἐκκλησία προτίμησε νὰ διαδώσει μία εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ ὡς ἑνὸς φιλειρηνικοῦ πνευματικοῦ δασκάλου καὶ ὄχι ὡς ἑνὸς πολιτικὰ συνειδητοῦ ἐπαναστάτη». Μὲ ἄλλα λόγια, χαρακτηρίζει ὡς πλαστογράφους καὶ ἀπατεῶνες τοὺς πρώτους Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὸν συγγραφέα, διέδωσαν μία ψεύτικη εἰκόνα γιὰ τὸ Χριστό! Θέλει νὰ ἀγνοεῖ ὅτι oι Ἅγιοι Ἀπόστολοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν συγγραφέα, «κατασκεύασαν τὴν ψεύτικη εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ», καταθέτουν τὴ προσωπική τους ἐμπειρία περὶ τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄχι μία φῆμες, καὶ εἰδήσεις ἀπὸ τρίτα πρόσωπα: «ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἐωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἠμῶν, ὃ ἐθεσάμεθα καὶ αἳ χεῖρες ἠμῶν ἐψηλάφησαν» (Α Ἰωάν.1,1). Δὲν τὸν προβληματίζει τὸ γεγονὸς ὅτι γι’ αὐτὴ τὴν «ψεύτικη εἰκόνα» οἱ «ἀπατεῶνες» ἐκεῖνοι ἔδωσαν τὴ ζωή τους. Γνωρίζει πολλοὺς στὴν ἱστορία νὰ ἔδωσαν τὴ ζωή τους γιὰ ἕναν κατασκευασμένο ἀπὸ αὐτοὺς ψέμα; Δὲν εἶναι αὐτὴ μία «καραμπινάτη» ἀντίφαση στοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ συγγραφέα;
Περαίνοντας τὸ σχόλιό μας αὐτό, διαβάζοντας τὰ παλιὰ καὶ τὰ σύγχρονα ἀντιχριστιανικὰ λιβελογραφήματα, διαπιστώνουμε τὴν τραγικότητα, τόσο τῶν συγγραφέων τους, ὅσο καὶ τῶν ἀναγνωστῶν τους. Ἐνῶ βλέπουν τὸ ἄσκοπο καὶ τὸ ἀτελέσφορο τῶν τιτάνιων προσπαθειῶν τους νὰ σπιλώσουν τὸ Πρόσωπο τοῦ Λυτρωτῆ μας Χριστοῦ καὶ νὰ γκρεμίσουν τὴν Ἐκκλησία Του, πασχίζουν καὶ ἀναλώνονται σὲ αὐτὸν τὸν σισύφειο ἀγώνα, χωρὶς ἀποτέλεσμα! Ἀσφαλῶς καὶ τὸ βιβλίο τοῦ Ρέζα Ἀσλᾶν, εἶναι μία θλιβερὴ πτυχὴ τῆς δικῆς του σισύφειας τραγωδίας, χωρὶς ἀποτέλεσμα! Διότι ἂν νομίζει ὅτι μὲ αὐτὸ θὰ γκρεμίσει τὴν Ἐκκλησία, εἶναι τουλάχιστον ἀφελής!
Ἐκ τοῦ Γραφείου ἐπὶ τῶν Αἱρέσεων καὶ τῶν Παραθρησκειῶν
Πηγή: Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
Ἡ περίοδος τῆς Τουρκοκρατίας,ἐποχὴ ἐντόνων ζυμώσεων καὶἀνατροπῶν, ὡς πρὸς τὶς πολιτικὲς καταστάσεις καὶ τὰ φυλετικὰ ζητήματα παγκοσμίως, ὑπῆρξε γιὰ τὸ Ἑλληνικὸ Γένος καὶ τὴν Ὀρθόδοξη
Ἐκκλησία «τῆς καθ’ἡμᾶς Ἀνατολῆς» ἡ μεγάλη καὶ πιὸ ἐπικίνδυνη δοκιμασία,ὡς πρὸς τὴ συνέχεια καὶ τὴν ταυτότητα τοῦ πρώτου καὶ ὡς πρὸς τὶς ἐνίοτε καταλυτικὲς καὶ νεκρωτικὲς τυποποιήσεις στὸν χῶρο τῆς δευτέρας, ἰδιαίτερα ὅσον ἀφορᾶ στὰ θέματα τῆς λατρείας γενικὰ καὶ τῆς λειτουργικῆς βιώσεως τοῦ πληρώματός της εἰδικότερα.
Ὁ κοινωνικός, πνευματικὸς καὶ ἠθικὸς βίος τῶν Ἑλλήνων, κατὰ τὴν περίοδο αὐτή, σχοινοβατεῖ ἀνάμεσα στὸ παλαιὸ καὶ τὸ νέο, ἀνάμεσα στὴ διαφύλαξη τῆς παράδοσης καὶ τὴν ἀνατρεπτικὴ νεοτερικότητα, ἐνῷ οἱ αἰῶνες τῆς δουλείας ἐμετρῶντο μέσα στὸ πλαίσιο μιᾶς ἀγωνιώδους πορείας διατηρήσεως τῶν πνευματικῶν ζωπύρων τοῦ Γένους.Παράλληλα μὲ μιὰ ἔντεχνα ἐξιδανικευόμενη κίνηση ἐπιστροφῆς, μέσῳ τῆς θεωρίας τῆς «μετακένωσης», τοῦ ἑλληνι-κοῦ πολιτισμοῦ στὴν κοιτίδα του, μετὰ ἀπὸ τὴ δυτική του μετανάστευση, ἐπιχειρήθηκε δυστυχῶς ἡ ἄκριτη εἰσροὴ καὶ ἀποδοχὴ τῶν δυτικῶν προτύπων, ἰδεῶν καὶ θεωριῶν τοῦ λεγομένου «δυτικοῦ διαφωτισμοῦ» στὴ χειμαζόμενη ὀρθόδοξη Ἑλλάδα ὡς θρυλλούμενος «Νεοελληνικὸς Διαφωτισμός»7. Ἡ κίνηση αὐτή, ἀλλοτριωμένη ἀπὸ ὑφέρπουσα ἀρχαιολατρία, ἀναζητεῖ δυτικοὺς φωτιστές, ποὺ θεωρήθηκαν ἀπὸ τὸν Ἀδαμάντιο Κοραὴ ὡς κληρονόμοι τῆς βαρύτιμης προίκας τῶν προγόνων μας. Τὴ θεανθρωποκεντρικὴ ἡσυχαστικὴ παράδοση τῆς Ἑλληνορθόδοξης Ρωμηοσύνης πρόβαλαν, ἔναντι τῆς κοσμικῆς ἀνθρωποκεντρικῆς θέασης τοῦ κόσμου, στὴν καιριότερη χρονικὴ στιγμὴ τῶν ζυμώσεων, τὸν ιη΄ αἰῶνα, οἱ φιλοκαλικοί, νηπτικοὶ καὶ νεοησυχαστὲς Κολλυβάδες πατέρες. Στὴ θέση ὅτι ὁ ὀρθὸς λόγος καὶ ἡ νοησιαρχία εἶναι ὁ μοναδικὸς ὁδηγὸς τοῦ ἀνθρώπου,ἀλλὰ καὶ στὸν ἀφηρημένο στοχαστικὸ-φιλοσοφικὸ σχολαστικισμό, ἀντέταξαν τὰ ἐμπειρικὰ-ἀσκητικὰ γνωσιολογικὰ κριτήρια τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, στὸ πλαίσιο κυρίως τῆς κολλυβαδικῆς ἔριδας, ὅπως εἶχε γίνει καὶ παλαιότερα στὶς ἀντιθέσεις περὶ τῆς τιμῆς τῶν εἰκόνων καὶ τοῦ ἡσυχασμοῦ-ἀντιησυχασμοῦ.
Ἡ σύγκρουση τοῦ παραδοσιακοῦ μὲ τὸ εἰσαγόμενο ἀλλότριο νεωτερικὸ ἦταν ἀναπόφευκτη. Ἡ μία μερίδα, μπολιασμένη μὲ στοιχεῖα ἀναιρετικὰ τῆς ταυτότητας τοῦ Γένους, κινήθηκε ἀπὸ τὴν ἁπλῆ θρησκευτικὴ ἀδιαφορία μέχρι τὶς ἀπροκάλυπτες ἀθεϊστικὲς τάσεις. Ὅσοι παρέμειναν συνδεδεμένοι μὲ τὴν πατερικὴ καὶ ῥιζωμένοι στὴ ρωμαίϊκη παράδοση ἀποτίμησαν ψυχραιμότερα καὶ νηφαλιότερα τὶς νέες εὐρωπαϊκὲς προοδευτικὲς ζυμώσεις καὶ μὲ κόπους πολλοὺς συγγραφικοὺς καὶ ἐκδοτικούς, ὅπως χαρακτηριστικὰ ἔπραξαν οἱ φιλοκαλικοὶ Κολλυβάδες, δημιούργησαν ἕναν ὀρθόδοξο, ἀναμορφωτικὸ καὶ ἀναγεννητικὸ ἑλληνότροπο διαφωτισμό.Ἔτσι, ὡς ἀπάντηση συγκροτημένη στὴν πρόκληση τοῦ Διαφωτισμοῦ, κατὰ τὸ β΄μισὸ τοῦ ιη΄ αἰῶνα, ἐκδηλώθηκε τὸ μεταμορφωτικό, ἡσυχαστικὸ καὶ φιλοκαλικὸ κίνημα τῶν Κολλυβάδων πατέρων, οἱ ὁποῖοι ἐνεργῶς διακόνησαν, μὲ ἔργο καὶ
λόγο, μὲ γραφίδα καὶ βίο, μὲ συγγραφὲς καὶ ἐκδόσεις, μὲ μεταφραστικὸ πλουτισμὸ καὶ πρωτότυπη θεολογικολειτουργικὴ καὶ κανονικὴ παραγωγή, μὲ συναξαριστικὲς συλλογὲς καὶ νεομαρτυρικὲς προαλείψεις,μὲ ἄσκηση καὶ μαρτύριο συνειδήσεως, μὲ ἔνσταση ὑπὲρ τῆς παραδόσεως (καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀνόθευτη πίστη, καὶ ὡς πρὸς τὸ ἀπαραχάρακτο ἦθος, καὶ ὡς πρὸς τὶς καταλυτικὲς τῆς θείας λατρείας τυποποιήσεις καὶ ἀνατροπές), τὸν ἀληθῆ ἁγιοπατερικὸ καὶ ῥωμαίικο διαφωτισμὸ τοῦ Γένους.Οἱ πρωτοστάτες τοῦ φιλοκαλικοῦ κινήματος, οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας Μακάριος Νοταρᾶς, Νικόδημος Ἁγιορείτης, Ἀθανάσιος Πάριος, Νήφων ὁ Κοινοβιάρχης, ἀλλὰ καὶ οἱ Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης, Χριστόφορος Προδρομίτης, Ἰάκωβος Πελοποννήσιος, Παΐσιος Καλλιγράφος, Παρθένιος Ζωγράφος, Ἀγάπιος Κύπριος κ.ἄ., ἐκ τῆς εὐρυτέρας χορείας τῶν Κολλυβάδων, ἀντέταξαν στὰ δυτικὰ «φῶτα» τοῦ Διαφωτισμοῦ τὸ φῶς τῆς βιούμενης στὴ ζωντανὴ λατρεία ὀρθοδόξου ἀνατολικῆς παραδόσεως, στὸν δρόμο τῆς ἀλαζονικῆς καὶ νοησιαρχικῆς πολυγνωσίας τὸν ἁγιοπατερικὸ δρόμο τῆς καθαιρόμενης, φωτιζόμενης καὶ θεούμενης χαρισματικὰ ὕπαρξης, στὰ πρόσωπα τῶν σοφῶν κατὰ κόσμον καὶ σπουδαγμένων ἀνθρώπων τοὺς θεουμένους ἁγίους καὶ τοὺς ἡρωϊκοὺς νεομάρτυρες, τῶν ὁποίων διὰ ποικίλων μέσων κατεστάθησαν πνευματικοὶ πρὸς τὸ μαρτύριο ἀλεῖπτες.Ἡ ἔνσταση λοιπὸν τῶν φιλοκαλικῶν ἦταν ὑπὲρ τῆς παραδόσεως μὲ ἐπίγνωση καὶ βίωμα. Τὸ κίνημά τους, ἀναμορφωτικὸ καὶ ἀναγεννητικό, ἀγωνίσθηκε γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν στὴ σεβάσμια ἀρχαία παράδοση καὶ τοὺς ἀκατάλυτους λειτουργικοὺς θεσμοὺς τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτὰ βιώθηκαν καὶ ἐκφράσθηκαν ἀπὸ τὴν πατερικὴ θεολογία καὶ διδαχή, τῆς ὁποίας ἦταν βαθεῖς γνῶστες καὶ μελετητὲς καὶ πάντως ὄχι εὐκαιριακοὶ ἐπιφανειακὰ ἐνασχολούμενοι ἐρασιτέχνες.Ὡς οἱ πιὸ λόγιοι καὶ μορφωμένοι διδάσκαλοι καὶ πατέρες τοῦ Ἁγίου Ὄρους κατὰ τὴν περίοδο αὐτή, ἐκφραστὲς τῆς ἀνόθευτης λειτουργικῆς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας, δὲν καινοτομοῦν ἀντορθοδόξως, ἀλλὰ προβάλλουν θεόσοφα τὸν ἐμπειρικὸ δρόμο τῆς βιούμενης Ὀρθοδοξίας ἀπὸ τὶς πιὸ καθαρὲς πηγές της, τοὺς βίους τῶν θεουμένων, τὰ συγγράμματα τῶν ἐξεχόντων θεολόγων πατέρων, τὶς ἑρμηνεῖες τῶν μυσταγωγῶν τῆς λατρείας, τὶς προαιώνιες προβλέψεις τῶν Τυπικῶν καὶ τῶν λειτουργικῶν βιβλίων, τὸν ταπεινὸ σεβασμὸ πρὸς τὸ μυστήριο τῆς εὐσεβείας καὶ τὴν ἄκρα τιμὴ πρὸς τὴν κανονικὴ παράδοση. Μία πορεία ὄχι καινοφανής, πείσμων, ἐριστική, στασιαστική, ἀντιδραστικὴ καὶ ἰδιογνωμική, ἀλλὰ ἕνας δρόμος ἁγιοπατερικός, ἡσυχαστικός, φιλοκαλικός, μυσταγωγικός,ἱεροκανονικὸς καὶ λειτουργικός, ὁ ὁποῖος καταλήγει μὲ ἀδιάρρηκτη συνέχεια σ᾽ αὐτοὺς καὶ ἐκφράζεται ἀπλανῶς καὶ πολυτρόπως ἀπὸ αὐτούς.Ἀνάμεσα στὰ ἄκρα τῆς πλάνης ἑνὸς «οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν» ἄκρατου καὶ τυποποιητικοῦ συντηρητισμοῦ καὶ ἑνὸς ἄκριτου καὶ καταλυτικοῦ στὴν ἐλευθεριότητά του μοντερνισμοῦ, ποὺ κατὰ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο νοθεύουν καὶ παραχαράσσουν τὴν ὀρθόδοξη θεολογία, τὸ ὀρθόδοξο ἦθος, τὴν ὀρθόδοξη ζωὴ καὶ τὴν ὀρθόδοξη λειτουργικὴ βίωση, οἱ Κολλυβάδες ἰσορροποῦν θεοφώτιστα καὶ παρακινοῦν ἐκκλησιαστικοὺςταγούς, μοναχοὺς καὶ χριστιανοὺς στὴνἀνανέωση τοῦ πνευματικοῦ βίου ἀπὸ τὶς ρίζες καὶ τὰ ζώπυρα τῆς ἀπλανοῦς λειτουργικῆς παραδόσεως τῆς Ὀρθοδοξίας, μὲ θετικότατες μέχρι καὶ σήμερα, καὶ ἴσως ἀκόμη περισσότερο στὶς ἡμέρες μας, ἐπιρροὲςστὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν κοινωνία, ἀφοῦ δὲν παγιδεύτηκαν σὲ κάποια ἐγωιστικὴ ἀντίληψη ἀποκλειστικῆς ἐνασχόλησηςμὲ τὸν μοναχικὸ ἁγιορειτικὸ μικρόκοσμο,ἀλλὰ διὰ τῶν συγγραφῶν καὶ τῆς πνευματικῆς ἀγωνίας πρὸς βοήθεια τῶν ἀδελφῶν ἐκτάθηκαν στὸν μεγαλόκοσμο τῆς ἐποχῆς τους εὐεργετικὰ καὶ ἀναγεννητικά.Οἱ Κολλυβάδες ὑπῆρξαν λαμπροὶ διδάσκαλοι καὶ σχολάρχες, στὸ Ἅγιον Ὄρος,στὴ Χίο, στὴ Θεσσαλονίκη, παιδαγωγοὶ τοῦ Γένους καὶ ἀλεῖπτες μαρτύρωννέων τῆς Ἐκκλησίας, μοναστικοὶ ἡγέτεςκαὶ φωτιστὲς τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου, τὸνὁποῖο κατεπλούτισαν μὲ τὴν ἁγιασμένηπαρουσία τους ἐξαιτίας τοῦ διωγμοῦ καὶ τῆς διασπορᾶς τους, δόκιμοι συγγραφεῖς, μεταφραστὲς καὶ ἐκλαϊκευτὲς ὀγκωδῶν πνευματικῶν ἔργων, γιὰ τὴν ὠφέλεια τῶνχριστιανῶν, κριτικοὶ ἐπιμελητὲς τῶν ἁγιολογικῶν καὶ τῶν κανονικῶν κειμένων, μὲ ἐνδιαφέρον ὄχι μόνο γιὰ τοὺς ἁπλούς, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς φιλολόγους ἀναγνῶστες, ρεαλιστὲς στὰ γλωσσικὰ ζητήματα, ἔχοντες ἐπίγνωση τῆς ἀνάγκης τῶν ἑρμηνειῶν καὶ τῶν ἁπλουστεύσεων, ἀλλὰ καὶ ὑπομνηματιστὲς λειτουργικῶν κειμένων πρὸς πληρέστερη κατανόηση καὶ θεολογικὴ ἀνάδειξή τους. Δὲν ἐδίστασαν πρὸ οὐδενὸς κόπου καὶ οὐδεμιᾶς θυσίας πρὸς τὸν σκοπὸ τῆς ἀνθήσεως τῶν γραμμάτων καὶ τοῦ φωτισμοῦ τοῦ δούλου Γένους καὶ τῆς γενικότερης, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν πνευματική, παιδείας του.Γυρίζοντας νοερὰ στὸν 18ο αἰώνα καὶ παρακολουθῶντας τὴ μαρτυρία καὶ τὸ μαρτύριό τους, θὰ τοὺς ἀνταμώσουμε διωγμένους σὲ ὅλο τὸν ἑλλαδικό, ἰδιαίτερα ὅμως στὸν νησιωτικὸ χῶρο. Ἡ Ὕδρα, ἡ Πάρος,ἡ Ἰκαρία καὶ ἡ Χίος θὰ πλουτισθοῦν ἀπὸ τὴν ἁγιασμένη παρουσία τους καὶ τὴν ἀσκητικὴ βιοτή τους, ἀπὸ τὸν πνευματικὸ στηριγμὸ καὶ τὴν πρακτικὴ φιλανθρωπία τους. Ὑπὲρ πάσας τὰς νήσους, ὅμως, ἡ Σκίαθος θὰ γίνει λιμὴν γαληνὸς τῶν διωκομένων πατέρων καὶ ἡ ἐν αὐτῇ ἱδρυθεῖσα κατὰ τὸ 1794 μονὴ Εὐαγγελισμοῦ «ὁλκὰς» πνευματικὴ «τῶν θελόντων σωθῆναι», ἀλλὰ καὶ περίπυστο κέντρο μοναχικῆς ἀσκήσεως καὶ πνευματικῆς ἀναγεννήσεως. Ὁ ἴδιος τόπος κατέστη ἀναβρυτικὸς ταμιευτήρας καὶ μυστικὸς θησαυροφύλακας τῆς ὀρθοδόξου ἡσυχαστικῆς, φιλοκαλικῆς καὶ λειτουργικῆς παραδόσεως. Ὁ ὅσιος Νήφων ὁ Χῖος, ὁ αὐτοεξόριστος ἁγιορείτης Κολλυβᾶς, ὁ «φυλάξας διὰ τοὺς λόγους τῶν χειλέων»τοῦ Κυρίου «ὁδοὺς σκληρὰς» (βλ. Ψαλμ.ιϚ´ 4), κατέστη ὁ μείζων ἡγιασμένος κοινοβιάρχης τῆς διασπαρείσης χορείας τῶν φιλοκαλικῶν πατέρων, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος ποὺ συνέδεσε γιὰ πάντα τὸ Ἅγιον Ὄρος μὲ τὴν περικαλλῆ καὶ δασοστεφὴ Σκίαθο καί,ὡς ἐκ τούτου, μὲ τὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῆς ἁγιοτόκου Μαγνησίας.Ἀγωνία πνευματικὴ τῶν Κολλυβάδων δὲν ἦταν οἱ νεωτεριστικὲς μεταρρυθμίσεις,ἀλλὰ οἱ ἐκ τῆς παραδόσεως ἀρυόμενες μὲ εὐλάβεια, γνώση καὶ ἐπιστημοσύνη ἀλλαγές, ποὺ θὰ συντελοῦσαν στὴν ἀνατροπὴ τῶν τυποποιήσεων, στὴν οὐσίωση τοῦ λειτουργικοῦ βιώματος, στὴν ἐπιστροφὴ στὸ γνήσιο πρωτοχριστιανικὸ καὶ πατερικὸ πνεῦμα, στὴν ἐνεπίγνωστη μετοχὴ στὸ θεοποιὸ μυστήριο τῆς θείας εὐχαριστίας, κατὰ τὴν πράξη τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας καὶ τὰ προστάγματα τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ μυσταγωγῶν. Ἔτσι ἡ ἐπιμονὴ καὶ ἔνστασή τους, γιὰ τὸ ζήτημα τῆς τελέσεως τῶν μνημοσύνων στὸ καταπαύσιμο Σάββατο καὶ ὄχι στὴν ἀναστάσιμη Κυριακή, καθὼς καὶ τὸ αἴτημά τους γιὰ τὴ συνεχῆ μετάληψη, δὲν προερχόταν ἀπὸ ἰδιόρρυθμη ἰσχυρογνωμοσύνη, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἔμπονη ἐνσυνείδητη ἀγωνία γιὰ τὴ διαφύλαξη ἀκαινοτομήτου τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως.Ἀναγέννηση ἐκ τῶν ζωπύρων τῆς παραδόσεως, ἐνσυνείδητη μετοχὴ στὴ λογικὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ, σύνθεση δόγματος καὶ λειτουργικοῦ ἤθους, εὐσχήμων ὑπακοὴ στοὺς κανόνες καὶ τὰ Τυπικὰ τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ τῆς μοναχικῆς παραδόσεως, εὐχαριστιακὴ ζωὴ καὶ ἀναστάσιμη βίωση κατὰ τὴ δεσποτικὴ ἡμέρα τῆς Κυριακῆς, ἐνεπίγνωστος ἁγιασμὸς διὰ τῶν μυστηρίων, ὑπαρξιακὸς ἐκκλησιασμὸς τῶν πιστῶν,εὐλαβικὴ πρόσψαυση τοῦ μυστηρίου τῆς εὐσεβείας ἦταν τὰ καίρια αἰτήματα τοῦ φιλοκαλικοῦ κινήματος. Οἱ ἀλλοτριωτικὲς ἰδιαιτερότητες στὸν χῶρο τῆς θείας λατρείας δὲν ἔγιναν ἀποδεκτὲς ἀπὸ τοὺς Πατέρες ὡς φιλάνθρωπα οἰκονομούμενες διευθετήσεις, ἀλλὰ ἀπορρίφθηκαν ὡς ἀνατρεπτικὲς καινοτομίες τῆς ἐπὶ οὐσιωδῶν ὑποθέσεων ἀκριβείας τῆς ὀρθοδόξου λειτουργικῆς παραδόσεως.Πράγματι ἡ ἐποχὴ τῆς Τουρκοκρατίας ἦταν μακρὰ περίοδος «πτωχείας καὶ λειτουργικῆς συντηρήσεως». Ὁ ιη΄ αἰῶνας ἰδιαίτερα ἦταν δεῖγμα λειτουργικῆς παρακμῆς, ἐπιφάνειας, ὑποβαθμισμένης ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, καταλυτικῆς τυπολατρίας καὶ ἀνατρεπτικῶν ἐκτροπῶν.Ἐπὶ τέσσερις ἑκατονταετίες ἡ δουλεία ἐπιτελοῦσε ἔργο διαβρωτικό, ὅσον ἀφορᾶ στὴν κατάσταση, τὴν πορεία καὶ τὴν πρόοδο τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ἔργο ἀλλοτριωτικό,ὅσον ἀφορᾶ γενικότερα στὴ θεία λατρεία καὶ πιὸ συγκεκριμένα στὸ ἁγιοπαράδοτο εὐχαριστιακὸ ἦθος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Εἶναι ἀγαθὴ ἡ συγκυρία τῆς παρουσίας τῶν φιλοκαλικῶν Πατέρων κατ’ αὐτὴ τὴν περίοδο στὸ Ἅγιον Ὄρος. Σὲ μία σταδιακὴ ὑπερίσχυση τονισμοῦ τῆς ἀσκήσεως,σὲ βάρος τῆς συχνῆς Θείας Μεταλήψεως, ἡ ὁποία ὡς συνήθεια κυριαρχοῦσε στὴ μοναχικὴ τουλάχιστον εὐσέβεια μέχρι τὴν ἐκπνοὴ τῆς αὐτοκρατορίας, οἱ Κολλυβάδες προμάχησαν ὑπὲρ τῆς εὐχαριστιακῆς αὐτῆς παραδόσεως καὶ ἀμφισβήτησαν τὸ φαινόμενο τῆς ἀποχῆς ἀπὸ τὰ μυστήρια ἢ τῆς ἀραιῆς μετοχῆς σὲ αὐτά, ἡ ὁποία στὴ σκέψη τῶν ὑποστηρικτῶν της ἔλαβε μάλιστα καὶ τὸ ἔνδυμα τοῦ παραδοσιακοῦ. Τόνισαν τὴ σπουδαιότητα τῆς συχνῆς προσελεύσεως στὸ μυστήριο γιὰ τὴν τελείωση τῶν πιστῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔθεσαν τὶς βάσεις τῆς ἀναγεννήσεως τῆς ὀρθοδόξου πνευματικῆς ζωῆς. Μάλιστα κατηγορήθηκαν γιὰ προσκόλληση σὲ ἀνούσια καὶ μικρά. Ἄδικα βέβαια, γιατὶ ὁ κύριος σκοπός τους ἦταν ἡ ἀνάδειξη τῆς ὡραιότητας τῆς λειτουργικῆς ἀκριβείας στὴ διαχρονία της καὶ ἡ ἔντονη βιωματικὴ μετοχὴ τῶν χριστιανῶν στὴ λατρεία. Ἡ ἀντικανονικὴ καὶ ἀνατρεπτικὴ πράξη τῶν συγχρόνων τους, ποὺ ὡς πρὸς τὴν ἀραιὴ μετάληψη μὲν εἶχε ρίζες τουλάχιστον τριῶν αἰώνων, ὡς πρὸς τὴν ἀντιπαραδοσιακὴ δὲ μεταφορὰ τῶν μνημοσύνων ἀπὸ τὸ πενθικὸ Σάββατο στὴν ἀναστάσιμη Κυριακὴ λίγες δεκαετίες, τοὺς παρώθησε στὴ γνωστὴ ἀναγεννητικὴ λειτουργική τους παρέμβαση, ἡ ὁποία, ἐπειδὴ ἀμφισβητοῦσε τὶς τυποποιήσεις καὶ τὶς ἀνατροπές, θεωρήθηκε ἀπὸ τὴν περιρρέουσα τῆς ἐποχῆς ἀντίληψη ὡς «προδοσία»τῆς παραδόσεως. Τελικὰ ἀπειλήθηκαν καὶ μὲ ἐκκλησιαστικὴ καταδίκη, γιατὶ εἶχαν τὴν τόλμη νὰ ἀντισταθοῦν στὴν ἀνούσια καὶ ἀπνευμάτιστη προσκόλληση τῶν ἀντιπάλων τους στοὺς ἀντιπαραδοσιακοὺς τύπους.Οἱ Κολλυβάδες, ἀναδιφῶντας τὴν πατερικὴ καὶ ἀσκητικὴ παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐχάρισαν στὴν ἐποχή τους καὶ τὸ Γένος φιλοκαλικὴ διέξοδο. Ἀσυμβίβαστοι πρὸς τὸν Χριστιανισμὸ τῆς ἐπιφάνειας,πρὸς τὴν κωδικοποιημένη προσέλευση στὴν κοινωνία τρεῖς ἢ τέσσερις φορὲς τὸν χρόνο, ἢ μόνο τὸ Πάσχα, καὶ πρὸς τὴν κατάλυση τοῦ ἀναστασίμου καὶ δεσποτικοῦ χαρακτῆρα τῆς Κυριακῆς, μὲ τὴν ἀποδοχὴ νεκρικῶν κατ’ αὐτὴν μνημῶν, ἐπέστρεψαν στὸ βάθος καὶ τὸν πυρήνα τῆς ἱερῆς παραδόσεως τῶν ἁγίων πατέρων καὶ δημιούργησαν τὶς προϋποθέσεις γιὰ τὴν ἀνάσταση τῆς λειτουργικῆς ζωῆς. Πρότειναν στοὺς πιστούς, ἀντὶ τῶν ποικίλων διαφωτισμῶν,ἕνα γνωστὸ ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα πρότυπο, τὸν ὁμολογητὴ καὶ μαρτυρικὸ ἄνθρωπο τῆς θυσιαστικῆς πρὸς τὸν Θεὸ ἀγάπης. Ἀλλὰ καὶ τὸν τύπο «τοῦ λειτουργημένου – τοῦ εὐχαριστιακοῦ χριστιανοῦ».
Γιὰ ὅλη αὐτὴ τὴν προσφορὰ βέβαια ἡ σύγχρονή τους εἰρωνικὴ ἀφιλαδελφία τοὺς ὀνόμασε «Κολλυβάδες», χαρακτηρισμὸς ὁ ὁποῖος στὴν ἀρχὴ ἦταν κατηγορία καὶ λοιδορία, στὴ συνέχεια ὅμως στὴ συνείδηση τῶν Ὀρθοδόξων ἐσήμαινε καὶ σημαίνει τὸν ἅγιο ἀγωνιστὴ καὶ πρόμαχο τῆς ἀληθοῦς και ἀκαινοτομήτου ὀρθοδόξου παραδόσεως, τὸν «στοιχοῦντα τῷ κανόνι τῆς παραδεδομένης ἡμῖν παρὰ τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν διδασκαλίας καὶ νομοθεσίας»25 καὶ στερρῶς «ἐχόμενον τῆς Ὀρθοδοξίας»26.Οἱ Φιλοκαλικοὶ πρόβαλαν μὲ ὀξύνοια πνευματικὴ καὶ μὲ βίωμα γνήσιο τὸν ζωντανὸ πλοῦτο τῆς ὀρθοδόξου λατρείας ἔναντι τῆς νοησιαρχίας τῶν διαφωτιστῶν.Συνέπλεξαν τὴν ἀσκητικὴ μὲ τὴν εὐχαριστιακὴ θεολογία, ὑπερβαίνοντας τὸν κίνδυνο ὁ ἀδιάκριτος καὶ μονομερὴς ὑπερτονισμὸς τῆς ἀσκήσεως νὰ δρᾶ ἀρνητικὰ πρὸς τὴ ζωντανὴ λατρεία καὶ τὴν εὐχαριστιακὴ μετοχή. Τὸ κίνημά τους, ὡς κίνημα σύνθεσης θεολογίας, μυσταγωγίας καὶ λατρείας, κίνημα κατ’ ἐξοχὴν ἀναμορφωτικό, ἀναγεννητικό, ἡσυχαστικό, φιλοκαλικὸ καὶ λειτουργικό, ὑπῆρξε γιὰ τοὺς δεινοὺς ἐκείνους καιρούς, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ σήμερα μία ἐκ τῶν μεγίστων εὐεργεσιῶν τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ Γένος, τὸν μοναχισμὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία. Οἱ ἴδιοι ὡς θεοφώτιστα πρόσωπα, πορευόμενα στὸν μαρτυρικὸ δρόμο τῆς ἁγιωσύνης καὶ ἐμφορούμενα ἀπὸ τὸ ἀνακαθαρμένο καὶ γνήσιο ὀρθόδοξο ἦθος τῆς ἀνοθεύτου παραδόσεως, ἔγιναν διδάσκαλοι καὶ ἀνακαινιστὲς τῆς λατρείας, ἀλλὰ καὶ μυσταγωγοὶ τοῦ λειτουργικοῦ βιώματος τοῦ λαοῦ. Ἡ λειτουργική τους παραγωγὴ εἶναι ποικίλη καὶ πλούσια. Μελετοῦν, ἐρευνοῦν, ἑρμηνεύουν, ὑπομνηματίζουν τὴ λατρεία, εὐχαριστιολογοῦν καὶ ἀναστασιμολογοῦν παρεμβαίνοντας στὰ δύσκολα καὶ ἀκανθώδη ζητήματα ποὺ ἀνακύπτουν στοὺς χρόνους τῆς ζωῆς τους, ὅπως ἡ συχνότητα συμμετοχῆς στὸ μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας καὶ οἱ ἀναστάσιμες προνομίες τῆς Κυριακῆς ὡς ἡμέρας τοῦ Κυρίου. Τὰ νέα στοιχεῖα ποὺ συστηματικὰ παρουσιάζονται πλέον ἀπὸ τοὺς εἰδικοὺς ἐρευνητὲς ἀναδεικνύουν τὴ λειτουργική τους θεολογία καὶ καταρρίπτουν παγιωμένους μύθους καὶ ἀντιπαραδοσιακὲς πλάνες. Ἡ ἔνστασή τους εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀνοθεύτου παραδόσεως. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀπαντοῦν ἐπιστημόνως στὸ ἐρώτημα τί εἶναι ἡ λατρεία, πῶς πρέπει νὰ τελεῖται μὲ τάξη καὶ εὐσχημοσύνη, πῶς μετέχει ὁ ἄνθρωπος βιωματικὰ καὶ ἐνεργὰ στὴν ἀναγεννητικὴ καὶ ἀνακαινιστική της δύναμη.
Ἡ ἐπίδραση τῶν Κολλυβάδων στὴ σύγχρονη ἀκαδημαϊκὴ θεολογία καὶ σκέψη εἶναι καίρια καὶ εὐεργετική, ἀφοῦ πλέον οἱ μελετητὲς στὴν πλειονότητά τους θεολογοῦν περὶ τῆς λατρείας ὀρθοδόξως καὶ ἐνίστανται παραδοσιακῶς ἐνώπιον τῶν συγχρόνων κινδύνων καὶ προκλήσεων. Πίστη καὶ θεία λατρεία ἀντιδίδουν τὸ περιεχόμενό τους, ἀφοῦ ἡ χαρισματικὴ θεολογία ζωογονεῖ καὶ προστατεύει τὴν εὐάρεστη στὸν Θεὸ λατρεία, ἀλλὰ καὶ ἡ γνήσια λειτουργικὴ βίωση καὶ μυστηριακὴ μυσταγωγία προσπηγάζει στὴν Ἐκκλησία τὴν ἀληθῆ της θεολογία.Ἡ διάσπαση αὐτῆς τῆς συζυγίας δημιουργεῖ παρατροπὲς καὶ νοθεύσεις ἐπικίνδυνες.Ἡ ρευστότητα στὸν εὐρύτερο χῶρο τῶν ἰδεῶν κατὰ τὴν ὑστέρα Τουρκοκρατία, ἀλλὰ καὶ οἱ ἔντονες ζυμώσεις στὰ θεολογικὰ γράμματα καὶ τὶς λειτουργικὲς ἐνασχολήσεις, φέρνει στὴν ἐπιφάνεια ἕνα ὁλόκληρο πλῆθος προβληματισμῶν.Οἱ Φιλοκαλικοὶ Πατέρες ἦταν εὐεργετικὰ παρόντες καὶ σὲ αὐτούς. Τὸ πνευματικό τους κίνημα ἔστρεψε ὅλη τὴν προσοχή, τὴν ἐπιμέλεια, τὴν ἔρευνα καὶ τὶς ἐνασχολήσεις του στὴν προσπάθεια νὰ ἐξέλθη τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ μοναχικὸς κόσμος ἀπὸ τὸν ζοφερὸ εὐχαριστιακὸ φορμαλισμό, ἐπανερχόμενο στὸ κέντρο τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ποὺ εἶναι ἡ μυστηριακὴ βίωση τῶν ἑνοποιητικῶν καὶ ἁγιαστικῶν εὐχαριστιακῶν συνάξεων. Σήμερα μάλιστα εἶναι περισσότερο ἀπὸ προφανὴς ἡ ἀνάγκη ἀναθέρμανσης τῆς λειτουργικῆς τους διδασκαλίας, καθὼς ἡ ἀνθρώπινη ἀδυναμία, ἡ μείωση τῆς εὐλάβειας, ἡ σταδιακὴ παραίτηση τῶν χριστιανῶν ἀπὸ τὴν ὁλόθυμη ὑπακοὴ στοὺς ἱεροὺς κανόνες, ἡ ἐπικράτηση ἑνὸς νέου ἀκηδιαστικοῦ φρονήματος,ὡς πρὸς τὰ λειτουργικὰ βιώματα καὶ τὰ πνευματικὰ ἀθλήματα τῆς Ὀρθοδοξίας, δημιουργοῦν παρόμοιους μὲ τὴν ἐποχὴ τῶν Πατέρων κινδύνους καὶ προβληματισμούς, ὡς πρὸς τὸ ἐνδεχόμενο μιᾶς νεκρωτικῆς τυποποίησης τῆς ζωογόνου παραδόσεως ἢ μιᾶς τελείας ἀποστροφῆς πρὸς αὐτήν. Ἡ ἀμέλεια, ἡ κοσμικότητα, ἡ προφασιολογικὴ ψευδὴς εὐλάβεια, ἡ ἀποχὴ καὶ ἀδια-φορία δραστικὰ μποροῦν νὰ παραχαράξουν ἐκ νέου τὸ εὐχαριστιακὸ ἦθος κλήρου καὶ λαοῦ, μὲ ἀποτελέσματα ἀπρόβλεπτα.Ἡ χορεία τῶν Φιλοκαλικῶν ἀντιμετωπίζει κατηγορίες καὶ ποικίλες περιφερόμενες ἀντιευχαριστιακὲς ἐνστάσεις ἤ, γιὰ τὸ ζήτημα τῶν μνημοσύνων, ἀκόμη καὶ πατριαρχικὲς καταδίκες.Τὶς δυσκολίες αὐτὲς ἀντιμετωπίζει μὲ σύνεση καὶ σοφία, μὲ διαλεκτικὴ δεινότητα, μὲ τιμὴ πρὸς τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς θεσμούς, μὲ εἰρηνοποιὸ διάθεση.
Ἡ κατοχὴ τῆς πατερικῆς διδασκαλίας καὶ ἡ βαθειὰ γνώση τῆς ὀρθοδόξου λειτουργικῆς παραδόσεως, ὑπὲρ τῆς ὁποίας κυριολεκτικὰ ἀναλώθηκαν, τοὺς ἔτρεψε στὴ φιλάνθρωπη καὶ ἀγαπητικὴ πρὸς τὸ Γένος καὶ τὸ πλήρωμα τῶν πιστῶν διδαχὴ καὶ συγγραφή, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν προσωπικὴ ἐπιλογή, ἀντὶ τῆς ταπεινόσχημης σιωπῆς, τοῦ δρόμου τῆς θυσιαστικῆς πορείαςτῆς μαρτυρίας καὶ τοῦ μαρτυρίου, μέσα στὸ κλίμα τῆς αὐτοπροαίρετης μετοχῆς στὴν περιπέτεια τοῦ Εὐαγγελίου.
1. Βλ. ἐνδεικτικὰ Δ. Ζακυθηνοῦ, Ἡ Τουρκοκρατία.Εἰσαγωγὴ εἰς τὴν νεωτέραν ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, Ἀθῆναι 1957. Γ. Μεταλληνοῦ (Πρωτοπρ.), Τουρκοκρατία. Οἱ Ἕλληνες στὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία [σειρὰ «αἶπος», 3], ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 21989. Π.Ν. Παπαρούνη, Τουρκοκρατία, ἐκδ. Γρηγόρη χ.τ.χ.
2. Βλ. ἐνδεικτικὰ Θ. Γιάγ κου, «Σχέσεις τοῦ Ἀθωνικοῦ καὶ Θρακικοῦ μοναχισμοῦ. Κανονικολειτουργικὰ θέματα», Ἅγιον Ὄρος καὶ Θράκη [ΠαράρτημαΘρακικῆς Ἐπετηρίδας, 5], ἔκδ. Μορφωτικὸς Ὅμιλος
Κομοτηνῆς – Κέντρο Θρακικῶν Μελετῶν, Κομοτηνὴ 2001, σσ. 83-84.
3. Βλ. Χ. Τζῶγα, Ἡ περὶ μνημοσύνων ἔρις ἐν Ἁγίῳ Ὄρει κατὰ τὸν ιη΄ αἰῶνα, ΕΕΘΣΘ [Παράρτημα ἀρ.3], Θεσσαλονίκη 1969, σσ. 7-8 καὶ 10-11. Μ. Γεδεῶν,«Ἐκκλησία καὶ Ἐπιστήμη κατὰ τὸν ιη΄ αἰῶνα»,Ἐκκλησιαστικὴ Ἀλήθεια 8 (1887-1888), σ. 283.
4. Βλ. Α. Καραθανάση, Καππαδοκίας τύχαι. Διάλεξη κατὰ τὴν ἑορτὴ τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν στὸ Α.Π.Θ.,Θεσσαλονίκη 2000, σ. 64. Περισσότερες ἀναλύσεις βλ. στὶς ἐξιδιασμένες μελέτες τοῦ ἰδίου καθηγητοῦ,«Ἡ πορεία τοῦ Γένους κατὰ τὴν Τουρκοκρατία καὶ ἡ ἑνότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ (Φορεῖς, Ἰδεολογία, Θεσμοί)», Ξενία Ἰακώβῳ Ἀρχιεπισκόπῳ Βορείου καὶ Νοτίου Ἀμερικῆς. Ἐπὶ τῇ ετηρίδι τῆς Ἀρχιεπισκοπείας αὐτοῦ, ἐποπτεία καὶ ἐπιμέλεια Ἀ. Ἀγγελοπούλου καὶ Ἀ. Καραθανάση, Θεσσαλονίκη 1985, σσ. 556-572. Τοῦ Ἰδίου, Ἡ τρίσημη ἑνότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀρχαιότητα – Βυζάντιο – Νέος Ἑλληνισμός, ἐκδ. Κυριακίδη,Θεσσαλονίκη 1991.
5. Bλ. Al. Papaderos, Metakenosis. Griechenlands
Kulturelle Herausforderung durch die Aufklärung in der Sicht des Korais und des Oikonomos, Meisenheim am Glan 21970. Βλ. καὶ ἔκδοση στὰ ἑλληνικὰ Μετακένωσις. Ἑλλάδα-Ὀρθοδοξία Διαφωτισμὸς κατὰ τὸν Κοραὴ καὶ τὸν Οἰκονόμο (μτφρ. Ἐμ.Γεωργουδάκης), ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 2010.
6. Βλ. Γ. Μεταλληνοῦ, Παράδοση καὶ ἀλλοτρίωση, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 21989, σ. 260.
7. Κ. Θ. Δημαρᾶ, Νεοελληνικὸς Διαφωτισμός, ἐκδ. Ἑρμῆς, Ἀθήνα 41985. Π. Κονδύλη, Ὁ Νεοελληνικὸς Διαφωτισμός. Οἱ φιλοσοφικὲς ἰδέες, ἐκδ. Θεμέλιο, Ἀθήνα 198
8. Π. Κιτρομηλίδη, Νεοελληνικὸς Διαφωτισμός. Οἱ πολιτικὲς καὶ κοινωνικὲς ἰδέες, ἔκδ. ΜΙΕΤ,Ἀθήνα 1996. Ἀναφορὰ στὸν δυτικὸ Διαφωτισμὸ βλ. Κ.Ἀκριβοπούλου, Τὸ κολλυβαδικὸ κίνημα. Ἡ τελευταία Φιλοκαλικὴ Ἀναγέννηση, ἐκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 2001, σσ. 19-2
9. Βλ. καὶ Ἀ. Ἀγγέ λου, «Πρὸς τὴν ἀκμὴν τοῦ νεοελληνικοῦ διαφωτισμοῦ», Μικρασιατικὰ Χρονικὰ 7 (1957), σ. 1ἑξ.8. Γ. Μεταλληνοῦ, Παράδοση καὶ ἀλλοτρίωση, ὅπ.π., σ. 13.9. Ὅπ.π., σσ. 15-16.
10. Ὅπ.π., σσ. 31, 32, 33. Βλ. καὶ Εἰρηναίου Δεληδήμου (Ἀρχιμ.), Εἰσαγωγὴ στὴν ἔκδοση τοῦ Πηδαλίου
ἀπὸ τὶς ἐκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1982, σ.γ΄-ε΄, ὅπου σχετικὴ καίρια ἀναφορά.
11. Βλ. Γ. Μεταλληνοῦ, Τουρκοκρατία, ὅπ.π., σ. 152.Βλ. καὶ σ. 158, ὅπου δίδονται παραδείγματα παρόμοιων ἀθεϊστικῶν, ἀντικληρικῶν καὶ πολεμικῶν κατὰ τῆς Ἐκκλησίας συγγραμμάτων, ὅπως π.χ. Ὁ Ἀνώνυμος τοῦ 1789 ἐναντίον τῶν μυστηρίων, Ὁ ρωσαγγλογάλλος (±1805), ἡ Ἑλληνικὴ Νομαρχία (1806), οἱ Στοχασμοὶ τοῦ Κρίτωνος (1819) καὶ τὰ καθαρὰ ἀντιχριστιανικὰ δημοσιεύματα τοῦ Χριστόδουλου Παμπέκη. Ὡς πρὸς τὸν ἀντικληρικαλισμὸ τῶν διαφωτιστῶν, ἀπαντητικὴ παρέμβαση ἔχουμε στὸ ἔργο τοῦ Π. Γεωργαντζῆ , Οἱ ἀρχιερεῖς καὶ τὸ εἰκοσιένα (ἀντίδραση ἢ προσφορά;), Ξάνθη 1985, μὲ σημαντικὲς καὶ ἀξιοπρόσεκτες ἱστορικὲς καταγραφές.
12. Γ. Μεταλληνοῦ, ὅπ.π., σ. 151.
13. Ὅπ.π., σ. 153.
14. Βλ. Γιώργη Θ. Πρίντζιπα, Λογάδες τοῦ Γένους [Σειρά: Ἑλληνικὴ Παιδεία καὶ Παράδοση, ἀριθ. 4], ἐκδ.Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1985, σ. 130, 139-140.
15. Bλ. Con. Papoulidis, «Conservatisme et modernisme dans l’Église Orthodoxe ou XVIIIème etXIXème ss.», στὸ Καιρός. Τόμος τιμητικὸς στὸν ὁμότιμο καθηγητὴ Δαμιανὸ Ἀθ. Δόϊκο. ΕΕΘΣΘ. Τμῆμα Θεολογίας – Νέα Σειρά, τόμ. 5, Θεσσαλονίκη 1995,σσ. 641-646. Καὶ Γ. Μεταλληνοῦ, «Ἡ δυναμικὴ τοῦ διαφωτισμοῦ στὴ δράση τῶν Κολλυβάδων», ἐφημερ.Ἐκκλησιαστικὴ Ἀλήθεια (1-16.9.1995), σ. 13.
16. Βλ. Γ. Μαντζαρίδη, «Πνευματικὰ κινήματα τοῦ ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ κατὰ τὴ δεύτερη χιλιετία καὶ ἐπιπτώσεις τους στὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν κοινωνία»,Ἐκκλησιαστικὸς Κήρυκας. Θεολογικὴ Ἐπετηρίδα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κιτίου, τ. Ϛ΄, Λάρνακα 1994,σσ. 139-148. Σπ. Μακρῆ, «Κολλυβάδες». ΘΗΕ, τ. 7, στ.742-745. Τ. Γριτσοπούλου, «Νικόδημος Ἁγιορείτης ὁ Νάξιος καὶ τὸ Κίνημα τῶν Κολλυβάδων», Ἐπετηρὶς Ἑταιρείας Κυκλαδικῶν Μελετῶν, τ. ΙϚ΄ (1996-2000),σ.46-77. Βλ. καὶ Ἀθανασίου Γκίκα (Πρωτοπρ.), Προϋποθέσεις καὶ συχνότητα προσελεύσεως στὴ Θ. Μετάληψη. Ποιμαντικὴ προσέγγιση, Θεσσαλονίκη 1994,σ. 27.
17. Βλ. Γιώργη Πρίντζιπα, ὅπ.π., σ. 141-144.
18. Βλ. Ἰ. Μ. Φουντούλη, Λειτουργικὰ Θέματα, τ. Ζ΄,Θεσσαλονίκη 1986, σ. 19.
19. Ἰ. Μ. Φουντούλη, Λειτουργικὰ Θέματα, τ. Η΄, Θεσσαλονίκη 1987, σ. 82.
20. Βλ. Θ. Γιάγ κου, «Σχέσεις τοῦ Ἀθωνικοῦ καὶ Θρακικοῦ μοναχισμοῦ. Κανονικολειτουργικὰ θέματα»,ὅπ.π., σ. 84.
21. Θ. Γιάγ κου, Κανόνες καὶ Λατρεία [Σειρά: Κανονικὰ καὶ Λειτουργικὰ 1], ἐκδ. Μυγδονία, Θεσσαλονίκη2 2006, σ. 345.
22. Ὅπ.π., σ. 347. Βλ. Τοῦ Ἴδιου, Ὁ Νομοκάνων Θεοκλήτου Καρατζᾶ τοῦ Καυσοκαλυβίτη. Ἡ ἐπίτομη μορφή, ἐκδ. Γ. Δεδούση, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 26.
23. Βλ. Ἰ. Μ. Φουντούλη, Λειτουργικὰ Θέματα (= ΛΘ),τ. Η΄, σ. 82. Τοῦ Ἰδίου, ΛΘ, τ. Ζ΄, σσ. 12 καὶ 42-43. Τοῦ Ἰδίου, Λειτουργικὴ Α΄. Εἰσαγωγὴ στὴ θεία λατρεία,Θεσσαλονίκη 1993, σ. 33.
24. Ἰ. Μ. Φουντούλη, ΛΘ, τ. Η΄, σ. 83.25. Βλ. Θεοδώρου Στουδίτου, Ἔργα 1. Μεγάλη Κατήχησις, ΟΗ΄ (ἐπιμελείᾳ Νικοδήμ ου Σκρέττα), ἐκδ.«Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1987, σ. 296.26. Συμεῶν Θεσσαλονίκης, Διάλογος, κεφ. ΠΗ΄. PG155, 268C.27. Βλ. τὰ ἀκροτελεύτια εἰρηνοποιὰ συμπερασματικὰ κείμενα τοῦ Νικοδήμ ου Ἁγιορείτου, Περὶ τῆς συνεχοῦς μεταλήψεως, Ἐν Βόλῳ 1971, σ. 117 καὶ Τοῦ Ἰδίου, Ὁμολογία πίστεως, ἤτοι ἀπολογία δικαιοτάτη, Ἐν Βενετίᾳ 1819, σσ. 32-33, 45, 46-48, 56, 91-92, 94.
Πηγή: Ενωμένη Ρωμηοσύνη
ΕΡΩΤΗΣΗ: Τὶ μπορεῖτε νὰ μᾶς πεῖτε γιὰ τὸ θάρρος τοῦ Χριστιανοῦ νὰ ὁμολογεῖ σήμερα τὴν Ὀρθοδοξία, καὶ πῶς πρέπει νὰ τὸ κάνει;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Σήμερα οἱ Χριστιανοὶ ζοῦμε σὲ κοινωνίες ἐκκοσμικευμένες, ὅπου Θεὸς εἶναι τὸ χρῆμα. Σὲ τέτοιες συνθῆκες ἡ ὁμολογία τῆς πίστεως δὲν εἶναι εὔκολη ὑπόθεση. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἡ Ὀρθόδοξη πίστη εἶναι λίγο-πολὺ ζωντανὴ σὲ ὅλα τὰ παραδοσιακὰ Ὀρθόδοξα Κράτη, καὶ ἔτσι ὁ πολίτης τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης, παρ’ ὅλες τὶς δυσκολίες, αἰσθάνεται ὅτι εἶναι φορέας μιᾶς ζωντανῆς παραδόσεως, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν πνευματικὴ ταυτότητα τῆς χώρας του. Μάλιστα, πολλοὶ ἄνθρωποι ἀπὸ τὴ Δύση βλέπουν μὲ νοσταλγία καὶ ἀγωνία πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία, καὶ ζητοῦν τὴν μαρτυρία τῶν Ὀρθοδόξων. Τὸ ἐρώτημα «πῶς πρέπει νὰ ὁμολογεῖ ὁ πιστὸς τὴν Ὀρθοδοξία» δὲν εἶναι ἁπλό. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὶς συνθῆκες καὶ τὰ προσωπικὰ χαρίσματα τοῦ καθενός. Ἐκεῖνο, ὅμως, ποὺ ἔχει σημασία εἶναι νὰ ὁμολογοῦμε μὲ τὴ ζωή μας τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, δηλαδὴ νὰ εἴμαστε συνεπεῖς στὸν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ ἡ παρουσία μας νὰ ἀποπνέει τὴν χάρι τοῦ ἐσταυρωμένου καὶ ἀναστημένου Χριστοῦ.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Πῶς μπορεῖ νὰ μετριάζεται ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο ἡ ἀρνητικὴ ἐπίδραση τῆς Δύσεως στὴ ζωὴ τοῦ ὀρθόδοξου Χριστιανοῦ τῆς Ἀνατολῆς; Πῶς μποροῦμε...
εμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι νὰ βοηθήσουμε τὴν Δύση;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Δὲν ὑπάρχει τώρα πιὰ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, ἐφόσον ὁ καπιταλισμὸς καὶ ὁ καταναλωτισμὸς ἔχουν γίνει οἱ βασικὲς ἀξίες τοῦ βίου. Πῶς μπορεῖ νὰ προστατευθεῖ τὸ φρόνημα τοῦ Χριστιανοῦ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὄνειρο τῆς εὐμάρειας, ποὺ καταστρέφει ζωὲς καὶ συνειδήσεις; Τὸ μυστικὸ γιὰ τὸν κάθε πιστὸ εἶναι πρῶτον, νὰ διατηρήσει τὸ ἀσκητικὸ φρόνημα, δηλαδή νὰ ἔχει πάντα στὸν νοῦ του τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος», καὶ δεύτερον, νὰ μὴ λησμονεῖ ὅτι ὁ βίος αὐτὸς εἶναι περίοδος ἑτοιμασίας γιὰ τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ νὰ μὴ ταυτίζει τὴν ὁδὸ μὲ τὸν προορισμό. Μοναδικὸς σκοπὸς καὶ ἀληθινὴ ἀξία τοῦ βίου εἶναι νὰ ἀποτυπώσουμε μέσα μας τὴν μορφὴ τοῦ Χριστοῦ, ὥστε νὰ ζοῦμε τώρα καὶ στὴν αἰωνιότητα μέσα στὸ φῶς Του. Ὅλοι οἱ ἐπὶ μέρους στόχοι πρέπει νὰ ἐκτιμῶνται ἀνάλογα μὲ τὸ πόσο συμβάλλουν στὸν πρωταρχικὸ στόχο.
Στὸ ἐρώτημα «πῶς μποροῦμε οἱ Ὀρθόδοξοι νὰ βοηθήσουμε τὴν Δύση», ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλή: «μὲ τὸ νὰ εἴμαστε πραγματικὰ Ὀρθόδοξοι. Νὰ ζοῦμε τὸ μυστήριο τῆς πίστεως καὶ νὰ βιώνουμε τὸ ὀρθόδοξο ἦθος –τὴν ἀγάπη– ὅπου κι ἂν βρισκόμαστε. Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ τονίσουμε τὴν μεγάλη σημασία τοῦ μοναχισμοῦ γιὰ τὴ διατήρηση τοῦ Ὀρθόδοξου ἤθους. Τὰ μοναστήρια ποὺ λειτουργοῦν σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, εἶναι ὀάσεις χαρισματικοῦ βίου. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ ἐκκλησίες ποὺ δὲν διατηροῦν ὀργανωμένα μοναστήρια πάσχουν περισσότερο ἀπὸ ἐκκοσμίκευση καὶ ἀπὸ θεολογικὴ σύγχυση. Μακάρι νὰ μπορέσουν νὰ τὸ καταλάβουν αὐτὸ ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι, καὶ νὰ βοηθήσουν στὴν ἐπάνδρωση καὶ ἀνάπτυξη τῶν μονῶν, χωρὶς νὰ θεωροῦν τοὺς μοναχοὺς καὶ τὶς μοναχὲς ὑπαλλήλους τους.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Σήμερα ὁ ζῆλος γιὰ την προσευχὴ ἐλλαττώθηκε περισσότερο ἀπὸ ποτὲ ἄλλοτε. Τὶ πρέπει νὰ κάνουμε γιὰ νὰ γίνουμε πιὸ προσευχόμενοι; Ποιὰ πρέπει νὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς προσευχῆς;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ὁ ζῆλος γιὰ τὴν προσευχὴ ἐλαττώθηκε, γιατὶ ἐλαττώθηκε ἡ πίστη. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος θέλει νὰ ἀποκτᾶ ἄμεσα καὶ χωρὶς κόπο αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμεῖ. Ὅταν βλέπει ὅτι αὐτὸ ὑπερβαίνει τὶς δυνάμεις του, καταφεύγει σὲ ἄλλα μέσα, ὅπως εἶναι ἡ μαγεία. Οἱ πιστοὶ ἐπηρεαζόμεθα ἀπὸ τοῦτο τὸ πνεῦμα. Θέλουμε ἄμεσα ἀποτελέσματα, καὶ συνήθως δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ τὸ δικό μας. Μὲ ἄλλα λόγια, ὑπάρχει ἔλλειμμα πίστεως, ἐλπίδας καὶ ἀγάπης. Τί πρέπει νὰ κάνουμε; Ἀκόμη κι ἂν δὲν αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκη νὰ προσευχηθοῦμε, πρέπει νὰ ὁρίζουμε ἕνα μικρὸ διάστημα καθημερινά, καὶ τὰ λεπτὰ αὐτὰ νὰ στεκόμεθα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ μένουμε πιστοὶ στὸ πρόγραμμα αὐτό. Ἔτσι, σιγὰ σιγὰ ἡ προσευχὴ καλλιεργεῖται, καὶ ὁ Θεὸς κάνει αἰσθητὴ τὴν παρουσία του στὴν καρδιά μας, καὶ ἡ προσευχὴ γίνεται ἡ φυσικὴ κατάσταση τῆς ὑπάρξεώς μας. Μιὰ σύντομη, περιεκτικὴ καὶ δοκιμασμένη προσευχὴ εἶναι ἡ λεγόμενη εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», ποὺ μπορεῖ νὰ ἀπαγγελθεῖ σὲ κάθε χῶρο, χρόνο καὶ περίσταση, καὶ εἰρηνεύει τὴν καρδιὰ μὲ τὴν δύναμη τοῦ θείου ὀνόματος.
Τὰ ἀποτελέσματα τῆς προσευχῆς εἶναι οἱ καρποὶ τοῦ Πνεύματος. Ἀλλὰ ἐμεῖς δὲν πρέπει νὰ ψάχνουμε γιὰ ἀποτελέσματα, γιατὶ αὐτὸ μπορεῖ νὰ φέρει ἄγχος, ἀγωνία ἢ καὶ πλάνη. Πρέπει μόνο νὰ στεκόμεθα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ -αὐτὸ ἔχει τὴν μεγαλύτερη ἀξία, ἡ κοινωνία μας μὲ τὸν Θεό- καὶ Ἐκεῖνος θὰ μᾶς χαρίσει αὐτὸ ποὺ γνωρίζει ὅτι εἶναι συμφέρον γιὰ τὴ σωτηρία μας.
Ὁ μοναχισμὸς εἶναι μυστήριο. Καὶ ὡς μυστήριο εἶναι ἀκατάληπτος. Ὅποια περιγραφή, ἀνάλυση καὶ σχολιασμός, ἐγγίζουν περισσότερο τὶς ἐξωτερικὲς πτυχές του καὶ ὄχι τὴν κρυμμένη οὐσία του.
Ὁ μοναχισμὸς παραμένει στὸν πυρῆνα του ὁ ἴδιος ἀπὸ καταβολῆς κόσμου ἕως συντελείας τοῦ αἰῶνος. Συγκλονισμένος ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Ἰησοῦ, «Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἔξεις θησαυρῷ ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι» (Ματθ. 19,21), ὁ ἄνθρωπος ἀποτάσσεται τὴν ὀργανωμένη κοινωνία γιὰ νὰ μεταφυτευθεῖ σὲ ἕναν ἄλλον κόσμο, ὅπου οἱ συνθῆκες βοηθοῦν στὴν ἐπιδίωξη τῆς εὐαγγελικῆς τελειότητας.
Ὄχι μόνο ὁ μοναχισμὸς ἀλλὰ καὶ ὁ κόσμος παραμένει ὁ ἴδιος. Ἴδια καὶ ἀπαράλλακτη εἶναι καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου: πάθη, χαρές, ἀγωνίες, καημοί, πόθοι, μάχη τοῦ φωτὸς μὲ τὸ σκοτάδι. Καθὼς λέει ὁ ἅγιος Μακάριος, ὁ φαινόμενος αὐτὸς κόσμος καὶ οἱ παροχές του, ὅσο περισσότερο φαίνεται ὅτι θάλπουν τὸ σῶμα, τόσο τὰ πάθη παροξύνουν καὶ αὐξάνουν τὴν κάκωσή τῆς ψυχῆς. Ἡ μοναστικὴ φιλοσοφία ἀποτελεῖ ἀντίβαρο. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ λόγος τοῦ μοναχισμοῦ εἶναι πάντοτε ἐπίκαιρος, ἂν καὶ βέβαια ὄχι πάντα δεκτὸς ἀπὸ τὸν κόσμο...
Ἡ παρουσία τοῦ μοναχισμοῦ στὸν κόσμο δὲν ἔχει τόσο νὰ κάνει μὲ κάποια δραστηριότητα κοινωνική. Συχνὰ ἡ ἀπραξία τοῦ μοναχοῦ κρύβει τὴν πιὸ δημιουργικὴ καὶ ἐπίπονη δράση, ὅταν συνδέεται μὲ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, τὴν ἁγιότητα, τὴν ἕλκυση τῆς θείας χάριτος γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Ὁ μοναχὸς ἀποτάσσεται τὸν κόσμο. Ἐν τούτοις εἶναι φίλος τῆς ζωῆς, τῆς φύσης, τῆς κοινωνίας. Καὶ στὴν ἄσκηση τῆς ἀποταγῆς καλλιεργεῖ καὶ τελειοποιεῖ αὐτὴ τὴ στάση ζωῆς: τὴν πραγματικὴ φιλία μὲ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὴν κτίση.
Ἡ παρουσία καὶ ὁ λόγος τοῦ μοναχισμοῦ εἶναι ἀναστάσιμα. Ἕνας μοναχός, στρατιώτης καὶ φίλος τοῦ Χριστοῦ, δὲν μπορεῖ νὰ ζεῖ μέσα στὸ φόβο, τὴν ἀπειλή, τὴν ἄμυνα, τὴν ἄρνηση, τὴ σκληρότητα. Ἡ ζωή του καὶ ἡ συμπεριφορά του δὲν μυρίζουν ἀποσύνθεση, ἀλλὰ εὐωδιάζουν ζωὴ καὶ ἀνάσταση. Ἡ ὕπαρξή του δὲν εἶναι μιὰ θλιβερὴ καὶ σκοτεινὴ ὑπόθεση, οὔτε μιὰ συμπλεγματικὴ κατάσταση. Εἶναι ἕνα ἀστείρευτο ἀπόθεμα χαρᾶς καὶ ἐλπίδας, ποὺ προσφέρεται σὲ ὅλους.
Ἡ παρουσία τοῦ μοναχισμοῦ στὸν κόσμο δὲν εἶναι ἐντυπωσιακή. Δὲν κολακεύει, ἀλλὰ οὔτε παροξύνει. Ἐκφράζει μιὰν ἀντίθεση στὶς φθηνὲς ἀξίες τοῦ κόσμου, γι’ αὐτὸ καὶ κάποτε εἶναι προκλητική, χωρὶς τοῦτο νὰ εἶναι σκοπὸς τοῦ μοναχοῦ. Πράγματι, ἡ μοναχικὴ ζωὴ καὶ φιλοσοφία ἀπὸ τὴ φύση της παραμερίζει καὶ ἀμφισβητεῖ τὰ κριτήρια τῆς κοσμικῆς δράσεως, εὐπρέπειας καὶ ἐπιτυχίας. Ποιός εἶναι ὁ ἐπιτυχημένος, ποιός ὁ εὐπρεπής, ποιός ὁ δημιουργικὸς ἄνθρωπος; Μοναχισμὸς καὶ κόσμος δίνουν διαφορετικὲς ἀπαντήσεις.
Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ παρουσία τοῦ μοναχισμοῦ εἶναι κριτικὴ τῶν ἀξιῶν κάθε κοινωνίας, καὶ ὑπομνηστικὴ τῶν πρωταρχικῶν ἀληθειῶν. Ἐλέγχει ἀκόμη καὶ τὸν συμβατικὸ Χριστιανισμὸ τοῦ κόσμου. Ὁ μοναχὸς ἀνιχνεύει τὰ βάθη τῆς καρδίας καὶ ἀποκαλύπτει τὰ κρύφια πάθη. Ἔτσι ἐπισημαίνει τὴν ὁδὸ τῆς αὐτογνωσίας καὶ τῆς ταπεινώσεως, ποὺ ἀποτελοῦν προϋποθέσεις τῆς ἀληθινῆς κοινωνίας. Ὁ μοναχὸς βεβαίως δὲν εἶναι κριτής. Κάθε ἄλλο. Ἀντὶ νὰ κρίνει, γίνεται ὁ ἴδιος κατάδικος γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου. Ὁ μοναχισμὸς ὅμως, ὡς ἐφαρμοσμένο Εὐαγγέλιο, κρίνει τὶς ἀξίες τοῦ κόσμου.
Ἡ παρουσία τοῦ μοναχισμοῦ εἶναι ἕνα μήνυμα ἀγάπης καὶ ἀληθινῆς κοινωνικότητας. Ἡ ἀγάπη προηγεῖται κάθε μορφῆς ὀργανώσεως ἢ τάξεως καὶ κάθε ἀπαιτήσεως παραγωγικότητας. Τὰ τελευταῖα ὀφείλουν νὰ ὑπηρετοῦν τὴν πρώτη. Γι αὐτὸ καὶ ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος γράφει: «Τὸ δῶσε καὶ τὸ πάρε ἦταν ἀγάπη γιὰ μένα. Ἐπειδὴ σκεφτόμουν ὅτι τὸ κέρδος τοῦ ἀδελφοῦ μου ἦταν ἔργο καρποφορίας». Ἡ ἀνιδιοτελὴς ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὸν πλησίον, ποὺ εἶναι ὁ κάθε ἄνθρωπος ποὺ μᾶς πλησιάζει, εἶναι ὁ στόχος τοῦ μοναστικοῦ βίου.
Ἡ ἀγάπη ὑπαγόρευσε τὴ δημιουργία τοῦ πρώτου Κοινοβίου, τὴν κοινὴ συμμετοχὴ σὲ ὅλα τὰ ἀγαθά, καὶ ἀκόμη περισσότερο, τὴν ἀκτημοσύνη. Καταλαβαίνουμε γιατὶ ὁ Μέγας Βασίλειος ἀποκαλεῖ τὸ μοναστικὸ κοινόβιο τέλεια κοινωνία. Λέει χαρακτηριστικά: «Ἐγὼ ὀνομάζω τελειότατη κοινωνία βίου ἐκείνη ὅπου ἰδιοκτῆτες δὲν ὑπάρχουν, ἡ διχογνωμία ἐξορίσθηκε, ἡ ταραχὴ καὶ φιλονεικία ἔχει ἀπομακρυνθεῖ καὶ ὅλα εἶναι κοινά: ψυχὲς καὶ σώματα, καὶ ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα τρέφονται καὶ ὑπηρετοῦνται, κοινὸς ὁ Θεός, κοινὸ τὸ ἐμπόρευμα τῆς εὐσέβειας, κοινὴ ἡ σωτηρία, κοινὰ τὰ ἀγωνίσματα, κοινοὶ οἱ κόποι, κοινοὶ οἱ στέφανοι˙ ὅπου οἱ πολλοὶ εἶναι ἕνας καὶ ὁ ἕνας δὲν εἶναι μόνος, ἀλλὰ μέσα σὲ πολλούς.» Δύσκολος στόχος, ἐφικτὸς ὅμως…
Ὁ μοναχισμὸς ὀνομάζεται ἀπὸ τὸν ἅγιο Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη μυστήριο τοῦ ὀγδόου αἰῶνος. Δηλαδὴ μυστήριο τοῦ ἐρχομένου κόσμου. Ἐνθυμούμενος συνεχῶς τὸν ἀτελεύτητο ἐκεῖνον αἰῶνα ὁ μοναχὸς καλλιεργεῖ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου. Φυσικὰ γι’ αὐτὸν τὸ «τετέλεσται» εἶναι τελείωση τῆς ὑπάρξεως, μετάβαση «ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν». Ἡ μοναχικὴ φιλοσοφία καὶ ἐμπειρία διδάσκει ὅτι τὸ νόημα τῆς ζωῆς βρίσκεται στὸν κόσμο τῆς αἰωνιότητας. Ὅσες λοιπὸν πράξεις, ὅσες σκέψεις, ὅσα πράγματα μποροῦν νὰ ἐνταχθοῦν στὴν αἰώνια καὶ ἀληθινὴ ζωή, ὅσα δηλαδὴ χωρᾶνε στὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, αὐτὰ εἶναι ἀγαθά.
Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος ἐπιμένει, «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ματθ. 6,33). Ὄχι γιὰ νὰ ἀπορρίψουμε τὸν κόσμο, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν ἀντικρύσουμε μέσα στὸ ἀνέσπερο φῶς. Ἡ ἀξία κάθε πράγματος βρίσκεται στὴ σταθερότητά του. Ἡ ἀγάπη, γιὰ παράδειγμα, κρίνεται ἀπὸ τὴν μονιμότητά της. Ἐὰν κάποια στιγμὴ πάψει νὰ ὑπάρχει, σημαίνει ὅτι ποτὲ δὲν ἦταν ἀληθινή. Τὸ μήνυμα τοῦ μοναχισμοῦ εἶναι ὅτι τίποτε δὲν ἀξίζει, καμιὰ χαρά, καμιὰ εὐτυχία, καμιὰ ἐπιτυχία ἢ κατάκτηση, ἐὰν ἐξαντλοῦνται στὸν ἑαυτό τους.
Στὴ ζωὴ ὅμως ποὺ φωτίζεται ἀπὸ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τὰ πάντα φέρουν μιὰν ἀναλλοίωτη ἀξία. Κάθε στιγμὴ καὶ κάθε ἔργο ἀποκτοῦν γιὰ τὸν μοναχὸ μιὰ τεράστια σημασία καὶ ἐπισημότητα: τὸ νὰ στολίζει μὲ λουλούδια τὴν εἰκόνα τοῦ ἑορταζομένου ἁγίου, τὸ νὰ συμμετέχει στὸ κέρασμα τῆς Κυριακῆς, τὸ νὰ σκουπίζει τὴν αὐλή του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὄχι μόνο δὲν περιφρονεῖ τίποτε, ἀλλὰ καὶ αἰσθάνεται γιὰ ὅλα ὑπεύθυνος. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ στιχομυθία πού ἀναφέρεται στὸ Γεροντικό. Ρωτήθηκε κάποιος μοναχός: Τί ποιεῖς ἐνταῦθα ὦ Μοναχέ; Καί ἀπήντησε: Τὸν τόπον φυλάσσω. Φυλάσσει τὸν τόπο μὲ τὴν ἐργασία τῶν χειρῶν του, μὲ τὴν ἀγάπη του, μὲ τὴ λατρεία καὶ τὴν ἀναφορά του στὸν Χριστό.
Ἔτσι ὁ μοναχὸς ἐπιδιώκει τὴν ἀληθινὴ παγκοσμιότητα. Τὸ μυστήριο τῆς ἑνότητας, ὅπως καὶ ἡ ἁμαρτία τῆς διασπάσεως, πραγματοποιοῦνται στὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο, πρὶν ἐκδηλωθοῦν στὴν κοινωνία. Ὁ μοναχὸς λοιπὸν στρέφεται πρὸς τὸ δικό του ἐσωτερικὸ τοπίο, πολεμᾶ τὴν φιλαυτία καὶ τὸν ἐγωκεντρισμό του, ἀπελευθερώνεται ἀπὸ πάθη, κτήματα καὶ θελήματα, συνειδητοποιεῖ ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἕνας, ἑνώνεται μὲ τὸν Θεό, κι ἐκεῖ, στὴν καρδιά του, συνάγει ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Καθὼς λέγει ὁ ὅσιος Πορφύριος, ὁ ἀσκητὴς ἐπιδιώκει «νὰ γίνει ἕνα μὲ τοὺς ἄλλους, ὅπως ἡ Ἁγία Τριάδα, ὅπως τὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος ποὺ εἶναι ἕνα».
Ἔχοντας σταυρωθεῖ γιὰ τὸν κόσμο, ὁ μοναχὸς γίνεται ὄργανο στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὁ ἴδιος ἀπερίσπαστη ἀκρόαση καὶ ζωντανὸ βιβλίο. Μὰ ὅταν εἶναι θέλημα Θεοῦ, ἡ σιωπὴ δίνει τὴ θέση της στὸν λόγο καὶ ἡ ἀποταγὴ ὁδηγεῖ στὴν παρέμβαση. Σὲ ὅποια περίπτωση, ὁ μοναχὸς κατὰ τὴν κουρά του ἀποδέχεται τὴν ἀποστολικὴ ἰδιότητα. Καθὼς ἡ ἴδια ἡ Ἀκολουθία τοῦ Μοναχικοῦ Σχήματος διδάσκει,
Οἱ θέλοντες ἔρχεσθαι, φησίν, ὀπίσω μου,
προθύμως ἀρνήσασθε τὰς κοσμικὰς ἀφορμάς,
γονεῖς τοὺς γεννήσαντας, … χρήματα καὶ οἰκίας,
καὶ δέξασθε ἀξίωμα τῶν Ἀποστόλων μου.
Ἡ κλήση τῆς ἀφιερώσεως εἶναι στὴν πραγματικότητα μιὰ κλήση καθολική: νὰ προσφέρει ὁ ἄνθρωπος ὅλο τὸ εἶναι του στὸν Θεό, καὶ νὰ λάβει ὁλόκληρη τὴν ἐπουράνια ἀγάπη τοῦ Πνεύματος. Ἐφ’ ὅσον πάντως «οὐ πάντες χωροῦσι τὸν λόγον τοῦτον», ὁ μοναστικὸς βίος λειτουργεῖ ταυτόχρονα ὡς ὑπόμνηση πρὸς κάθε πιστὸ ἐκείνου τοῦ κατηγορηματικοῦ μηνύματος ποὺ διατυπώνει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, ὁ μαθητὴς τῆς ἀγάπης: «Δὲν εἶσαι ἀπὸ τὸν κόσμο, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν κόσμο». Καὶ «ὅπως ἀκριβῶς Ἐκεῖνος, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο εἴμεθα κι ἐμεῖς στὸν κόσμο τοῦτο» (Ἰω. 17,14-16. Α Ἰω., 4,17).
...Πιστεύετε εις τον Θεόν και εις Εμέ πιστεύετε..." (Ο Κύριος). Δεν κάνει λαθος ο Θεός ούτε η Αγία Γραφή ούτε η Ορθόδοξη Εκκλησία. Όλες οι ανοησίες των αθέων, για την πίστη, την οικογένεια, τον γάμο, την εκκλησία, την ευσέβεια, και όλες οι βλακείες των απίστων, οι δήθεν εξυπνάδες των δημοσιογράφων, οι εισηγήσεις των όποιων πολιτικών, οι ατάκες των θεατρινίσκων, οι σχολιασμοί των τηλεπαρουσιαστών, οι επιθέσεις των εκκλησιομάχων, οι ύβρεις των αναρχικών, οι πλάνες των αιρετικών, οι μαγείες των μάγων, τα φόβητρα των τζιχαντιστών, τα θέλγητρα του υποκόσμου, οι φόνοι των νονών της νύχτας, ακόμη και οι ακραίοι διωγμοί και αυτού του αντιχρίστου, είναι μπροστά στον Χριστό Θεό μας βέλη νηπίων και σάλια τυφλοκωφαλάλων...Είναι ένα τίποτα. Εμείς "ελπίζομε στον ζωντανό Θεό και ομολογούμε μέσα στη θεία λειτουργία: "Πιστεύω εις ένα Θεόν Πατέρα Παντοκράτορα..." μπροστά στον Οποίον και αυτός ο δαίμονας είναι ένα απειροελάχιστο σίχαμα. Ο Χριστός τελικά θα νικήσει, όπως νίκησε και τους εβραίους σταυρωτές και τους διώκτες των πρώτων αιώνων και τους αιρετικούς τόσων χρόνων και τους μαρξιστές 70 χρόνια στη Ρωσία...Τώρα θα μας έλθουν κάποιοι βουλευτές να αναιρέσουν το Ευαγγέλιο και τα όσα έχει πεί ο Πάνσοφος και παντοδύναμος Κύριος για το Μυστήριο του γάμου και το θεσμό της οικογένειας... Θα τους διαψεύσει η ίδια η ζωή, όπως έγινε και με τη γαλλική επανάσταση και τον Βολταίρο και τον Νίτσε και τον Μάρξ και τον Δαρβίνο και τον Χίτλερ...Θα τους πάρει και θα τους σηκώσει, εαν δεν μετανοήσουν... "Πάν στόμα άθεον φραγήσεται εν εκείνη τη ημέρα..." Θα βάλουμε τα θεία λόγια του Μωϋσέως, των Προφητών, των Αποστόλων, του Παύλου, του Χριστού, των Πατέρων, με τα φληναφήματα των συνευδοκούντων με την ασέβεια και την ομοφυλοφιλία;.... Λέγει ο ψαλμωδός ότι "οι φλυαρίες των ανθρώπων δεν συγκρίνονται επ΄ ουδενί με τον νόμνον Σου Κύριε"...και συνεχίζει..."είδα τον ασεβή επαιρόμενον και υπερυψούμενον και μετά από λίγο τον ανεζήτησα και δεν ευρέθη ο τόπος αυτού...". Είναι φοβερό και οδυνηρό να πέσεις στα χέρια του ζωντανού Θεού...Δεν καταριόμαστε κανέναν. Μακάρι όλοι να μετανοήσουμε. Αλλά μη κάνουμε και τον έξυπνο στην Εκκλησία που είναι η Βασιλεία του Θεού και την καθοδηγεί το Πανάγιο Πνεύμα. Αυτά πρός το παρόν, γιατί έχουν πάρει όλοι σχοινί κορδόνι τώρα, με ένα μικρόφωνο στο στόμα και λένε ό,τι τους κατέβει με την αυτοπεποίθηση καρδιναλίων και την ψευδαίσθηση του φωτεινού παντογνώστη. Έλεος! Υπάρχει και το Ευαγγέλιο, ω ανόητοι και βραδείς τη καρδία!!!!!
Πηγή: Χριστιανική Εστία Λαμίας
«Νῦν εἰς σημεῖον τοῖς πᾶσιν, ἐμφανῶς αἱ γλῶσσαι γεγόνασιν· Ἰουδαῖοι γάρ, ἐξ ὧν κατὰ σάρκα Χριστός, ἀπιστίᾳ νοσήσαντες, θεϊκῆς ἐξέπεσον χάριτος, καὶ τοῦ θείου φωτὸς οἱ ἐξ ἐθνῶν ἠξιώθημεν, στηριχθέντες τοῖς λόγοις τῶν Μαθητῶν, φθεγγομένων τὴν δόξαν τοῦ εὐεργέτου τῶν ὅλων Θεοῦ· μεθ' ὧν τὰς καρδίας σὺν τοῖς γόνασι κλίναντες, ἐν πίστει προσκυνήσωμεν, τῷ ἁγίῳ Πνεύματι στηριχθέντες, Σωτῆρι τῶν ψυχῶν ἡμῶν». (Ἰδιόμελο τῶν ἀποστίχων τοῦ Ἑσπερινοῦ του Ἁγίου Πνεύματος)
Τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς οἱ Ἰουδαῖοι δὲν θέλησαν νὰ δεχτοῦν «πάσαν τὴν ἀλήθειαν», ποὺ ἀποκαλύφθηκε διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς Ἀποστόλους, παρέμειναν στὴν ἀπιστία καὶ ἐξέπεσαν τῆς θείας χάριτος. Ἔτσι, ἀρρώστησαν βαριὰ ἀπὸ τὴν ἀσθένεια αὐτή. Διότι εἶναι βαριὰ ψυχοσωματικὴ ἀσθένεια ἡ ἀπιστία. Εἶναι ἀσθένεια ψυχοπαθολογική. Καὶ ἀφορᾶ ἄμεσα ἡ στάση αὐτὴ τῶν Ἰουδαίων καὶ ἐμᾶς, τοὺς Ἕλληνες Ὀρθόδοξούς τοῦ εἰκοστοῦ πρώτου αἰώνα, καθὼς ἀπιστία δὲν εἶναι μόνο ἡ ἔχθρα πρὸς τὸ Χριστὸ ἀλλὰ καὶ ἡ ἀδιαφορία πρὸς τὸ πρόσωπό Του καὶ τὴ δυνατότητα σωτηρίας διὰ τῆς Ἐκκλησία Του. Καὶ αὐτὸ συμβαίνει κυρίως μὲ τοὺς Ἕλληνες σήμερα. Διότι παρόλο ποὺ γιὰ αἰῶνες πολλούς «τοῦ θείου φωτὸς οἱ ἐξ ἐθνῶν ἠξιώθημεν, στηριχθέντες τοῖς λόγοις τῶν Μαθητῶν», τώρα...
ἀκολουθοῦμε τὰ ἴχνη τῶν Ἰουδαίων. Βάλλεται καὶ προσβάλλεται ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ πίστη του, ὑβρίζονται τὰ θεία καὶ ὁ Ἕλληνας, μὲ τὴ στάση του, ὁμολογεῖ ὅτι δὲν συμβαίνει καὶ τίποτε τὸ τραγικό. Μὲ τὴν ἀναδιάταξη καὶ πλήρη ἀνατροπὴ τῶν ἀξιῶν, ὅλα αὐτὰ φαίνονται πὼς δὲν τὸν ἀγγίζουν.
Διὰ τῆς προσωπικῆς του ἐπιλογῆς, ὁ ἄνθρωπος, ἀρνεῖται τὴν συνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀρνεῖται τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή του καὶ ἐμπιστεύεται τὸν ἑαυτό του. Ἔτσι, μένει μόνος μὲ τὰ πάθη του, μὲ τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὴν ὑπερηφάνειά του, μὲ τὸν σκοτεινὸ πλέον ἑαυτό του, προσβλέποντας στὰ γήινα καὶ πρόσκαιρα καὶ μένοντας σὲ παρὰ φύση κατάσταση.
Αὐτὴ ἡ «μοναξιὰ» ὅμως, δὲν εἶναι ἡ ἴδια μὲ τὴ μοναξιὰ ποὺ βιώνει μὲ τὴν ἀπουσία τῶν ἄλλων προσώπων. Πάσχει μοναξιὰ ὀντολογικοῦ περιεχομένου ὁ ἄπιστος, ποὺ πλήττει τὰ τρίσβαθα τῆς ὕπαρξης καὶ τὰ μετατρέπει σὲ κόλαση. Κι αὐτὴν τὴν κόλαση τὴν ἀποπνέει στὸ περιβάλλον ποὺ ζεῖ. Τὴν ἐκφράζει μὲ φόβο, μὲ ἄγχος, μὲ ἀγωνία, ἀλλὰ καὶ μὲ μίσος, μὲ ἐπιθετικότητα ἢ ἀκόμη καὶ μὲ ὑποκριτικὴ ἀγάπη, ζητώντας νὰ τὴν μοιραστεῖ μὲ τοὺς ἄλλους, καθὼς σὰν φωτιὰ τοῦ καίει τὴν καρδιά. Γιὰ νὰ μὴν ὑποφέρει μόνος. Νὰ πάρει μαζί του ὅσους περισσότερους μπορεῖ. Αὐτὰ ἐνεργοῦν σήμερα οἱ ἀγαπολόγοι, οἱ εἰρηνολόγοι, οἱ ὑποκριτὲς τοῦ κρατοῦντος φρονήματος τῆς ἄρνησης. Εἶναι περισσότερο ἀκραῖοι κι ἀπὸ τοὺς πλέον ἀκραίους. Οἱ χειρότεροι δικτάτορες καὶ τύραννοι, ἀσχέτως μὲ τὸ πῶς αὐτοαποκαλοῦνται καὶ αὐτοχαρακτηρίζονται. Ναί, διότι γίνονται θηρία, ὅταν ἀκοῦνε γιὰ πίστη καὶ Χριστό. Δὲν τὰ ἀνέχονται!
Θέλοντας λοιπὸν ὁ ἄπιστος ἄνθρωπος νὰ ἀναπληρώσει καὶ νὰ καλύψει τὴν ἀπουσία τοῦ Δημιουργοῦ καὶ Πατέρα, ἀναζητᾶ νὰ ἀκουμπήσει σὲ μύθους, σὲ παραμύθια γιὰ παρηγοριά. Στὸ Εὐαγγέλιο ἀναφέρονται ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους Παῦλο καὶ Πέτρο τριῶν εἰδῶν τέτοιοι μύθοι: Οἱ γραώδεις, οἱ βέβηλοι καὶ οἱ σεσοφισμένοι.
Στὴν Α΄πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολὴ ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «τοὺς δὲ βεβήλους καὶ γραώδεις μύθους παραιτοῦ, γύμναζε δὲ σεαυτὸν πρὸς εὐσέβειαν»(4,7). Ὅταν ὁ ἄνθρωπος χάσει τὴν πίστη του, χάνει ἅμα καὶ τὴν εὐσέβειά του πρὸς τὰ ἅγια. Βρίθει ἡ ἐποχή μας ἀπὸ μύθους. Προσφέρονται μύρια ὅσα ἑλκυστικὰ παραμύθια, γιὰ νὰ «πληρωθεῖ» τὸ κενό.
Πρῶτα τούς βέβηλους μύθους. Τοὺς ἀσεβεῖς καὶ βλάσφημους, τοὺς ὑποτιμητικοὺς καὶ ἀκάθαρτους, «ὡς ἀναξίους ὑγιοῦς ἀκοῆς καὶ καθαρᾶς ὄντας» (Ζιγαβηνός). Τοὺς προσβλητικοὺς καὶ ὑβριστικοὺς γιὰ τὴν πίστη καὶ τὰ θεία. Αὐτοὺς ποὺ ἀπαξιώνουν τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, δείχνουν ἀσέβεια στὸ χῶρο τῆς ἐκκλησίας καὶ σὲ κάθε ἱερὸ χῶρο. Ἀπαξιώνουν τὸν κλῆρο. Ἀλλοιώνουν τὴν ὀρθόδοξη Παράδοση, μὲ ἐπεισαγωγὴ ξένων καὶ ρυπαρῶν στοιχείων, «ἀνάρμοστων» στὴν ψυχοσύνθεση καὶ τὸ «ἦθος» τοῦ Ῥωμιοῦ, προερχόμενων ἀπὸ τὸν «πολιτισμένο κόσμο». Βέβηλοι μύθοι εἶναι καὶ ἡ διοργάνωση ἀσεβῶν ἐκδηλώσεων, ποὺ προσβάλλουν τὴ σεμνότητα, τὸ ἦθος καὶ τὴν αἰδῶ. Τὰ «αἰσχρὸν ἐστίν καὶ λέγειν» καλλιτεχνικὰ δημιουργήματα διαφόρων θεωρούμενων καλλιτεχνῶν ἀπὸ τὸν σημερινὸ ἐκπεσόντα ἄθεο κόσμο. Πολιτιστικὲς ἐκδηλώσεις εἰδωλολατρικῆς προέλευσης, καρνάβαλος, Santa Claus κ.λπ. καὶ οἱουδήποτε ἄλλου, μὴ συνεργοῦντος στὴν εὐσέβεια.
Ἐπίσης τοὺς γραώδεις μύθους. Ἱστορίες, θὰ λέγαμε, ποὺ ἔλεγαν κάποτε οἱ γριές, γιὰ νὰ τρομάξουν ἢ νὰ ἐντυπωσιάσουν τὰ μικρὰ παιδιά. Δεισιδαίμονες πράξεις καὶ δεισιδαίμονες ἱστορίες, χωρὶς ἔρεισμα πνευματικό, χωρὶς βάση λογικὴ καὶ φυσικὰ χωρὶς πνευματικὸ περιεχόμενο, ὅπως τὰ αἰσχρὰ καὶ εὐτράπελα ἀνέκδοτα (σόκιν), ποὺ προσβάλλουν τὴ νοημοσύνη τοῦ ἀνθρώπου, τὸ φλιντζάνι, οἱ χαρτορίχτρες, οἱ ἀστρολόγοι καὶ οἱ κάθε εἴδους ἀγυρτίες. Λόγια τοῦ ἀέρα, ποὺ ἀποκοιμίζουν τὴ συνείδηση καὶ τὴν ἀποχαυνώνουν. «Γραυσὶ φιλομύθοις προσήκοντες» (Ζιγαβηνός). «Γραϊδίων λεληρηκότων ρήματα» (Οἰκουμένιος). «Μύθους διὰ τὰς παραποιήσεις ἢ διὰ τὸ ἄκαιρον» (Χρυσόστομος). (Π. Τρεμπέλα, Ὑπομνήματα εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην).
Δὲν ἀφοροῦν αὐτὲς οἱ συμβουλὲς τοῦ Ἀποστόλου μόνο στοὺς παραλῆπτες τῆς ἐπιστολῆς του ἀλλὰ καὶ σέ μᾶς, ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος, ἀναφέρει καὶ τοὺς σεσοφισμένους μύθους, τὰ «ἰσχυρότερα ὄπλα τῆς ἀπιστίας τῆς ἐποχῆς μας». «Οὐ γὰρ σεσοφισμένοις μύθοις ἑξακολουθήσαντες ἐγνωρίσαμεν ὑμὶν τὴν τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ δύναμιν καὶ παρουσίαν, ἂλλ ἐπόπται γενηθέντες τῆς ἐκείνου μεγαλειότητος» (Β΄ Πέτρου, 1, 16).
Σεσοφισμένοι εἶναι οἱ μύθοι ποὺ παρουσιάζονται μὲ πονηρία, μὲ τὴ μάσκα τοῦ ἐπιστημονισμοῦ. Τοῦ προσανατολισμένου στὶς θεωρίες τοῦ ὑλισμοῦ καὶ τῆς ἐξελίξεως, ἀλλὰ καὶ λοιπῶν παρόμοιων ἀναφυόμενων κατὰ καιροὺς ψευδαλαζόνων θεωριῶν. Καθὼς ἡ ἐπιστήμη σήμερα ἔχει προχωρήσει καὶ ἔχει κάνει μεγάλα καὶ ἐπιτυχῆ ἅλματα σὲ ὅλους τούς τομεῖς, προήχθη σὲ θεότητα, πρὸς ἀντικατάσταση τοῦ Θεοῦ τῆς ἀλήθειας. Μὲ ὅπλο τὴν ἀδυναμία καὶ τὴν ὀλιγοπιστία τῶν ἀνθρώπων, αὐτῶν ποὺ ἀναφέραμε στὴν ἀρχή, αὐτῶν ποὺ ἐπέλεξαν αὐτεξουσίως καὶ αὐτοπροαιρέτως τὴν ἀποτίναξη τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ σβέρκο τους. Αὐτῶν, ποὺ δὲν εἶχαν οἱ ἴδιοι ἐμπειρίες, ἀλλὰ δὲν πίστεψαν καὶ στὶς ἁγιοπνευματικὲς ἐμπειρίες τῶν ἁγίων. Πού δὲν ἀγωνίστηκαν στὸν εὐλογημένο στίβο τῆς παραδόσεως τῆς πίστεως, γιὰ τὴν ἀπόκτησης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ δὲν εἶχαν τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, νὰ παραμείνουν ἀγωνιζόμενοι. Ἔτσι ἄφησαν τὶς ἐλπίδες τους στὶς ὑποσχέσεις τῆς ματαιότητας.
Ἐξάλλου, ὁ ἀπόστολος Πέτρος τὰ λέει αὐτά, διότι ὑπῆρξε μάρτυρας ἄμεσης παρατήρησης καὶ πείρας, καθότι βρέθηκε μαζὶ μὲ τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη στὸ ὅρος Θαβὼρ καὶ εἶδε τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ «καθὼς ἠδύνατο», δηλαδή, ὅσο ἄντεχε ἡ ἀνθρώπινη φύση του. Δὲν πίστεψε σ` ὅ,τι ἔλεγαν οἱ ἄπιστοι καὶ οἱ αἱρετικοὶ ἀλλὰ στὴν ἐμπειρία. Ἑρμηνεύει ὁ Ζιγαβηνὸς στὸ: «Κύριε, καλὸν ἐστιν ἠμᾶς ὧδε εἶναι» (Μάτθ. 17,4), τὸ ὁποῖο εἶπε ὁ Πέτρος στὸ Χριστὸ κατὰ τὴν Μεταμόρφωση: «Εἶπε (ὁ Πέτρος) καλὸν εἶναι νὰ συνεχίσουν νὰ βρίσκονται σὲ ἐκεῖνο τὸ ὅρος, ὥστε αὐτὸς καὶ οἱ ἄλλοι ποὺ ἦταν μαζί του νὰ εὐφραίνονται, θεωροῦντες τὴν Μεταμόρφωση τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸ πρόσωπό του, ποὺ ἔλαμπε σὰν τὸν ἥλιο καὶ τὰ λευκὰ σὰν τὸ φῶς ἱμάτιά του καὶ μαζὶ μ` αὐτὰ νὰ βλέπουν συνεχῶς καὶ τὸν Μωυσῆ καὶ τὸν Ἠλία, οἱ ὁποῖοι μία φορὰ μόνο φάνηκαν μέσα στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Νὰ εὐφραίνονται δὲ ἀκόμη μὲ ὅσα θὰ ἀκούσουν νὰ συνομιλοῦν οἱ δύο τους μὲ τὸν Ἰησοῦ καὶ ὁ Ἰησοῦς μὲ αὐτούς». Αὐτὴ ἦταν ἡ ἐμπειρία τοῦ Ἀποστόλου. Πῶς νὰ πιστέψει σὲ ὁτιδήποτε ἄλλο;
Στὸ κυνήγι τοῦ εὐδαιμονισμοῦ καὶ τῆς πρόσκαιρης ἀπόλαυσης τῆς ἡδονῆς, πρότυπα καθαρὰ ἀντορθόδοξα, ἀντιπαραδοσιακὰ καὶ ἀντιευαγγελικά, ὁ Ἕλληνας, ὁ ἀπόγονος τῶν ἡρώων καὶ τῶν ἁγίων μαρτύρων, δὲ θέλησε νὰ ἀνασύρει ἀπὸ τὴν παράδοσή του ὄπλα ἀμυντικὰ καὶ ἐπιθετικά, γιὰ νὰ ἀντισταθεῖ στὸ κακό, τὸ ὁποῖο εἰσορμοῦσε στὴ ζωὴ του παντοιοτρόπως ἐπὶ δεκαετίες. Δὲν εἶχε τὰ προσόντα ἀλλὰ καὶ τοὺς κατάλληλους ὁδηγούς, νὰ ἀντισταθεῖ στοὺς δαιμονικοὺς μύθους, τοὺς βέβηλους, τοὺς γραώδεις καὶ τοὺς σεσοφισμένους, ποὺ τὸν μάγεψαν καὶ τὸν αἰχμαλώτισαν.
Ἔτσι, μὴ διαθέτοντας ἀντιστάσεις πνευματικές, ἔμεινε στὴν πλειοψηφία του νὰ παρακολουθεῖ ἐνεὸς τὰ τεκταινόμενα ἀπὸ τοὺς ἀσεβεῖς, ἁπλὸς παρατηρητής. Μετὰ τὸν πνευματικὸ θάνατο, ὅλα ἐπιτρέπονται. Ὅλα γίνονται ἀποδεκτὰ καὶ εὐκολοχώνευτα, κι ἂς εἶναι καὶ σκουπίδια καὶ κόπροι. Ἔτσι φτάσαμε στὴν κατάσταση τῶν κατοίκων τῶν Σοδόμων καὶ τῶν Γομόρων καὶ χειρότερη.
Νοσήσαμε στὴν ἀπιστία καὶ ἐκπέσαμε τῆς θείας Χάριτος. Διαταράχτηκε ὅλη ἡ ὕπαρξή μας ἀπὸ τὸ χωρισμὸ αὐτό, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἔκπτωση ἀπὸ τὴ θεϊκὴ Χάρη καὶ τὴν βαριὰ ἀσθένεια τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος. Τί βλέπουν σήμερα τὰ μάτια μας! Ἀλλὰ τί ἔχουν ἀκόμη νὰ δοῦν! Τὸ δὲ χειρότερο πάντων, πὼς δὲν ὑπάρχει διάθεση, ἐπιθυμία ἐπιστροφῆς. Δὲν ὑπάρχει τὸ κατάλληλο συνειδός, γιὰ νὰ ἀναγγείλει τὴν ἔγερση καὶ τὴν κίνηση γιὰ θεραπεία, γιὰ μετάνοια. Διότι, ἀκόμη καὶ μόνο μὲ αὐτήν, τὴν μετάνοια, μποροῦν νὰ ἀλλάξουν ἄρδην τὰ πάντα καὶ νὰ ξεκινήσει ἡ νέα ἀρχή. Καὶ βέβαια μαζὶ μὲ τὰ πνευματικὰ καὶ τὰ ὑπόλοιπα, ποὺ ταλανίζουν τὴ ζωή μας.
Ἠλιάδης Σάββας
Δάσκαλος
Κιλκίς, 21-1-2016
Πηγή: Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
Ψάλλει ὁ πνευματοφόρος θεῖος ψαλμωδός, ἀγγίζοντας τίς ἠχηρές χορδές τοῦ ψαλτηρίου του.
Δέν μποροῦσα νά τόν προσέξω, ὅσο βρισκόμουν στούς δυνατούς θορύβους του κόσμου. Τώρα, στήν ἡσυχία τῆς μονώσεως, ἀρχίζω ν᾿ ἀφουγκράζομαι τόν μυστικό ψαλμωδό. Τώρα οἱ ἥχοι καί ὁ ὕμνος του μοῦ γίνονται πιό κατανοητοί. Σάν ν᾿ ἀπέκτησα δυό νέες ἱκανότητες, τήν ἱκανότητα νά τόν προσέχω καί τήν ἱκανότητα νά τόν κατανοῶ. Οἱ ἥχοι του γεννοῦν μέσα μου ἕνα πρωτόγνωρο αἴσθημα καί τά λόγια του μιά καινούργια ἀντίληψη, ἀντίληψη θαυμαστή, ναί, θαυμαστή, σάν τή θεία σοφία.
Σαούλ, πάψε νά παραφέρεσαι! Ἄς φύγει μακριά σου τό πονηρό πνεῦμα! Γιατί τώρα ψάλλει ὁ ἅγιος Δαβίδ, παίζει τό μελωδικό του ψαλτήρι!
Σαούλ ἀποκαλῶ τόν νοῦ μου, πού ἀναστατώνεται καί ταράζεται ἀπό τούς λογισμούς τοῦ πονηροῦ κοσμοκράτορα. Αὐτός, ὁ νοῦς μου, τόσο κατά τήν πλάση του ὅσο καί κατά τή λύτρωσή του ἀπό τή θυσία τοῦ Θεανθρώπου, ὁρίστηκε ἀπό τόν Θεό βασιλιάς καί κυρίαρχος τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματός μου. Ἔγινε, δηλαδή, ὅ,τι καί ὁ Σαούλ. Μόλις ἐγκαθιδρύθηκε ἡ βασιλεία τοῦ Ἰσραήλ.
Παρακούοντας, ὅμως, ὁ νοῦς μου τόν Θεό, καταπατώντας τίς ἐντολές Του καί φεύγοντας μακριά Του, στερήθηκε τό ἀξίωμά του καί τή θεία χάρη. Οἱ ψυχικές καί οἱ σωματικές μου δυνάμεις δέν ὑποτάσσονται πιά σ᾿ αὐτόν. Καί ὁ ἴδιος βρίσκεται κάτω ἀπό τήν ἐπήρεια τοῦ πονηροῦ πνεύματος.
Ψάλλει ὁ ἅγιος Δαβίδ. Προαναγγέλλει τά λόγια τοῦ οὐρανοῦ. Οἱ ἥχοι τοῦ ψαλτηρίου του εἶναι ἥχοι οὐράνιοι. Καί θέμα τῶν ὕμνων του εἶναι ἡ μακαριότητα τοῦ ἀνθρώπου.
Ἀδελφοί, ἄς ἀκούσουμε τή θεία διδασκαλία πού περιέχεται στή θεία ψαλμωδία! Ἄς ἀκούσουμε τίς λέξεις μέ τίς ὁποῖες μᾶς μιλᾶ καί τούς ἥχους μέ τούς ὁποίους μᾶς βροντοφωνάζει ὁ οὐρανός!
Ἐσεῖς πού ἀναζητᾶτε τήν εὐτυχία, ἐσεῖς πού κυνηγᾶτε τήν ἡδονή, ἐσεῖς πού διψᾶτε γιά ἀπόλαυση, ἐλᾶτε! Ἀκοῦστε τήν ἱερή ψαλμωδία, ἀκοῦστε τή σωτήρια διδαχή! Ὥς πότε θά περιπλανιέστε, ὥς πότε θά ψάχνετε στίς λαγκαδιές καί τά βουνά, στίς ἀδιάβατες ἐρημιές καί τά πυκνά δάση; Ὥς πότε θά βασανίζεστε, κάνοντας ἕναν ἀγώνα συνεχή ἀλλά μάταιο, ἕναν ἀγώνα πού δέν ἔχει κανέναν καρπό, κανένα σταθερό ἀπόκτημα; Ἀκοῦστε μέ διάθεση ὑπακοῆς. Ἀκοῦστε τί λέει τό Πνεῦμα τό Ἅγιο μέ τό στόμα τοῦ Δαβίδ γιά τή μακαριότητα πού ἀναζητοῦν καί ποθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι.
Ἄς σωπάσουν ὅλα γύρω μου! Ἄς σωπάσουν ἀκόμα κι οἱ λογισμοί μέσα μου! Ἄς σωπάσει κι ἡ καρδιά! Ἄς ἐνεργεῖ μόνο ἡ εὐλαβική προσοχή! Αὐτή ἄς βάζει στήν ψυχή ἅγιες ἐντυπώσεις καί σκέψεις!
Ὁ Δαβίδ ἦταν βασιλιάς. Μά δέν εἶπε πώς ὁ βασιλικός θρόνος εἶναι πηγή τῆς μακαριότητας τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Δαβίδ ἦταν στρατηλάτης καί ἥρωας. Ἀπό τά νιάτα του ὥς τά γεράματά του μαχόταν μέ ἀλλοφύλους σέ αἱματηρούς πολέμους. Πόσες μάχες ἔδωσε! Πόσες νίκες πέτυχε! Τά σύνορα τοῦ βασιλείου του τά μετατόπισε ἀπό τίς ὄχθες τοῦ Ἰορδάνη στίς ὄχθες τοῦ Εὐφράτη. Ποτέ του, ὡστόσο, δέν εἶπε ὅτι στή δόξα τοῦ νικητῆ καί τοῦ κατακτητῆ βρίσκεται ἡ μακαριότητα τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Δαβίδ συγκέντρωσε μέ τό ξίφος του ἀμύθητα πλούτη. Τό χρυσάφι ἦταν σωριασμένο στίς ἀποθῆκες του σάν μπακίρι καί τό ἀσήμι σάν μαντέμι. Δέν εἶπε, ὅμως, ὅτι στόν πλοῦτο βρίσκεται ἡ μακαριότητα τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Δαβίδ γεύθηκε ὅλες τίς ἐπίγειες ἀπολαύσεις. Μά σέ καμιάν ἀπ᾿ αὐτές δέν βρῆκε τή μακαριότητα τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Δαβίδ, ὅταν ἦταν παιδί, ἔβοσκε τά πρόβατα τοῦ πατέρα του Ἰεσσαί. Καί ξαφνικά, μέ ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἔρχεται ὁ προφήτης Σαμουήλ μέ ἁγισμένο λάδι, γιά νά χρίσει τό φτωχό βοσκόπουλο βασιλιά τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ1. Οὔτε κι αὐτή τήν ὥρα τῆς χρίσεώς του σέ βασιλιά τήν ἀνέφερε ὁ Δαβίδ ὡς ὥρα μακαριότητας.
Στίς ἄγριες ἐρημιές περνοῦσε ὁ Δαβίδ τίς μέρες τῶν παιδικῶν του χρόνων. Ἐκεῖ οἱ μυῶνες του ἄρχισαν νά ἀναπτύσσονται καί ν᾿ ἀποκτοῦν τή δύναμη μυώνων παλικαριοῦ. Δίχως ὄπλα, μόνο μέ τά χέρια του, ριχνόταν σέ θηρία, λιοντάρια καί ἀρκοῦδες, καί τά ἔπνιγε2. Τότε ἄρχισε καί ἡ ψυχή του νά δέχεται οὐράνιες ἐμπνεύσεις. Τά χέρια ἐκεῖνα, πού νικοῦσαν τά λιοντάρια καί τίς ἀρκοῦδες, ἔφτιαξαν τό ψαλτήρι. Ἄγγιζαν τίς χορδές του, πού ἦταν τεντωμένες καί ρυθμισμένες ἔτσι ὥστε νά συμφωνοῦν μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος, κι ἔκαναν νά ξεχύνονται ὁλόγυρα ἥχοι ἁρμονικοί, εὐχάριστοι, πνευματικοί, συνετοί. Αὐτοί οἱ ἥχοι ἀκούστικαν μακριά, πολύ μακριά, μέσ᾿ ἀπό τόν χρόνο, μέσ᾿ ἀπό τίς ἑκατονταετίες καί τίς χιλιετίες. Ἀναρίθμητες φωνές τούς ἐπανέλαβαν καί τούς ἐπαναλαμβάνουν. Καί τό ὄνομα τοῦ Δαβίδ δοξάζεται ὥς τά πέρατα τῆς γῆς σ᾿ ὅλους τούς χριστιανικούς αἰῶνες. Οὔτε στή ζωή τῆς ἐρήμου, ὅμως, μιά ζωή γεμάτη θαυμαστούς ἀγῶνες καί θαυμαστές ἐμπνεύσεις, δέν βρίσκει ὁ Δαβίδ τή μακαριότητα τοῦ ἀνθρώπου.
«Μακάριος ἄνθρωπος», λέει ὁ ψαλμωδός, «εἶναι ἐκεῖνος» –σ᾿ ὅποιον τόπο κι ἄν ζεῖ, ὅποιο κι ἄν εἶναι τό ἀξίωμά του, σ᾿ ὅποια κατάσταση κι ἄν βρίσκεται, – «πού δέν πορεύτηκε σύμφωνα μέ τά θελήματα τῶν ἀσεβῶν, οὔτε στάθηκε σέ δρόμο ἁμαρτωλῶν κι οὔτε κάθησε σέ στέκια διεφθαρμένων»3.
Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού φυλάγεται ἀπό τήν ἁμαρτία, ὁ ἄνθρωπος πού φεύγει μακριά ἀπό τήν ἁμαρτία, μ᾿ ὅποια μορφή, μ᾿ ὅποιο ἔνδυμα κι ἄν τοῦ ἐμφανιστεῖ αὐτή, εἴτε ὡς ἄνομη πράξη, εἴτε ὡς λογισμός πού παρακινεῖ στήν ἀνομία, εἴτε ὡς αἴσθημα πού μεθᾶ μέ τήν ἁμαρτωλή ἀπόλαυση.
Ἀκόμα καί ἡ γυναίκα μέ τήν ἀσθενική της φύση, ἄν ἀποδιώχνει τήν ἁμαρτία μέ ἀνδρικό φρόνημα, εἶναι κι αὐτή ὁ ἄνθρωπος πού ὑμνεῖται ἀπό τόν Δαβίδ.
Ἀκόμα καί οἱ ἔφηβοι, ἀκόμα καί τά παιδιά, ἄν ἀντιστέκονται σταθερά στήν ἁμαρτία, δείχνοντας ἔτσι ἀνδρική ὡριμότητα πού μέτρο της είναι ὁ Χριστός4, συμμετέχουν σ᾿ αὐτή τή μακαριότητα.
Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ὅλο του τό θέλημα τό ἔχει δοσμένο στόν νόμο τοῦ Θεοῦ5. Μακάρια εἶναι ἡ καρδιά πού ὡρίμασε γνωρίζοντας τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, γνωρίζοντας ὅτι ὁ Κύριος εἶναι ἀγαθός6, κι αὐτή τή γνώση τήν ἀπέκτησε μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου, μέ τήν ἕνωση τοῦ θελήματος της μέ τό θέλημα τοῦ Κυρίου. Μιά τέτοια καρδιά εἶναι ὁ ἀληθινός ἄνθρωπος.
Μακάρια εἶναι ἡ καρδιά πού φλογίζεται ἀπό ζῆλο θεϊκό!
Μακάρια εἶναι ἡ καρδιά πού καίγεται ἀπό τήν ἀκόρεστη ἐπιθυμία τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ! Μακαρία εἶναι ἡ καρδιά πού γλυκαίνεται καί ἀβάσταχτα ὑποφέρει ἀπό ἀγάπη πρός τόν Θεό! Μιά τέτοια καρδιά εἶναι κατοικητήριο, παλάτι, θρόνος τῆς μακαριότητας!...
Ἀπό τά χαράματα κάθεται ὁ ἀετός στήν κορυφή κάποιου ψηλοῦ βράχου. Τά λαμπερά του μάτια ἀναζητοῦν μέ λαιμαργία κάποιο θήραμα. Ἔπειτα ἀνοίγει τά μεγάλα του φτερά καί ἀνεβαίνει στά γαλάζια ὕψη, πετᾶ στήν ἀπεραντοσύνη τοῦ οὐρανοῦ, ἀναζητώντας τή λεία του. Καί ὅταν τήν ἐντοπίσει, ρίχνεται σάν σαΐτα ἀνεβαίνει στά οὐράνια, μέ τήν λεία στά νύχια, κι ἐξαφανίζεται. Πηγαίνει στά ἀετόπουλά του, τά ταΐζει κι ὕστερα ἐπιστρέφει στή θέση του, πάνω στόν βράχο, ἤ πετᾶ στά οὐράνια, ἀναζητώντας ἄλλο θήραμα.
Ἔτσι κάνει κι ἡ καρδιά πού προσβλήθηκε –σάν ἀπό ἀγιάτρευτη ἀρρώστια– ἀπό τήν ἀγάπη πρός τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ! Σ᾿ αὐτή τήν ἀγάπη ὑπάρχει ἡ μακαριότητα. Στίς ἐντολές δέν ὑπάρχει μόνο μιά πνευματική ἐργασία. Πίσω ἀπ᾿ αὐτές κρύβεται καί μέσ᾿ ἀπ᾿ αὐτές φανερώνεται ἡ πνευματική σκέψη. «Μέ τίς ἐντολές σου ἀπέκτησα σύνεση», λέει ὁ προφήτης. «Μ᾿ ὅλη μου τήν καρδιά Σέ ἀναζήτησα!... Ἔτρεξα στόν δρόμο τῶν ἐντολῶν Σου, ὅταν μέ βοήθησες νά τίς κατανοήσω!... Μελετοῦσα τίς ἐντολές Σου, πού τίς ἀγάπησα ὑπερβολικά!... Ὁ νόμος, πού βγῆκε ἀπό τό στόμα Σου, εἶναι καλύτερος ἀπό χιλιάδες νομίσματα χρυσά καί ἀσημένια!... Μές στήν καρδιά μου ἔκρυψα τά λόγια Σου, γιά νά μήν ἁμαρτήσω ἀπέναντί Σου!... Θά νιώσω ἀγαλλίαση στά λόγια Σου, σάν κάποιος πού βρῆκε λάφυρα πολλά!... Ὁδήγησέ με στόν δρόμο τῶν ἐντολῶν Σου, γιατί αὐτόν πόθησα»7.
Ὅταν ἀνατέλλει ὁ ἥλιος, οἱ ἄνθρωποι τρέχουν στίς δουλιές τους. Ὁ καθένας ἔχει τόν δικό του σκοπό, τή δική του πρόθεση. Ὁ σκοπός καί ἡ πρόθεση σέ κάθε ἀνθρώπινη ἀσχολία εἶναι ὅ,τι καί ἡ ψυχή στό σῶμα. Ἕνας ἀγωνίζεται καί νοιάζεται γιά τή συγκέντρωση ὑλικῶν θησαυρῶν, ἄλλος γιά τήν ἐξασφάλιση ποικίλων ἀπολαύσεων καί ἄλλος γιά τήν ἀπόκτηση ἐγκόσιας καί μάταιης δόξας. Ἄλλος, τέλος, σκέφτεται καί ἰσχυρίζεται πώς οἱ ἐνέργιες του ἀποβλέπουν στήν ὠφέλεια τῆς πολιτείας καί τῆς κοινωνίας.
Ὅποιος βάζει πάνω ἀπ᾿ ὅλα τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, αὐτός μ᾿ ὅλες τίς δραστηριότητες καί μ᾿ ὅλα τά ἔργα του στοχεύει στήν εὐαρέστηση τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτόν ὁ κόσμος μεταβάλλεται σέ βιβλίο ἐντολῶν τοῦ Κυρίου, βιβλίο πού τό διαβάζει μέ τίς πράξεις του, μέ τή συμπεριφορά του, μέ τή ζωή του. Ὅσο περισσότερο μελετᾶ ἡ καρδιά του αὐτό τό βιβλίο, τόσο φωτίζεται μέ τόν πνευματικό λογισμό, τόσο ἀποκτᾶ θέρμη, ζῆλο καί προθυμία ν᾿ ἀκολουθήσει τόν δρόμο τῆς εὐσέβειας καί τῆς ἀρετῆς. Ἀποκτώντας τά φλογερά φτερά τῆς πίστεως, ἀρχίζει νά περιφρονεῖ κάθε φόβο πού προκαλεῖ ὁ ἐχθρός, νά περνᾶ πάνω ἀπό κάθε βάραθρο καί νά ἀναλαμβάνει κάθε καλή πρωτοβουλία. Μιά τέτοια καρδιά εἶναι μακάρια! Μιά τέτοια καρδιά εἶναι ὁ μακάριος ἄνθρωπος.
Ὅταν ἔρχεται ἡ νύχτα μέ τίς σκιές της, μέ τό χλωμό φῶς τῶν ἀστεριῶν, οἱ ἄνθρωποι μαζεύονται στά σπίτια τους, στά καταλύματά τους, ὄπου συχνά κυριαρχεῖ ἡ πλήξη, τό κενό τῆς ψυχῆς. Μέ ἀνόητες διασκεδάσεις προσπαθοῦν νά ξεχάσουν τά βάσανά τους. Ἡ ἀργόσχολη ζωή καί ἡ διαφθορά τῶν ἠθῶν ὁδηγοῦν σέ θορυβώδη γλέντια. Καί τά σκεύη τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ –ὁ νοῦς, ἡ καρδιά, τό σῶμα– δίνονται ἀπό τόν Βαλτάσαρ γιά χρήση ἄνομη8.
Ὁ δοῦλος τῆς γῆς, ὁ δοῦλος τῶν πρόσκαιρων βιοτικῶν ἀσχολιῶν, μόλις ξεφύγει ἀπό τίς μέριμνες, στίς ὁποῖες βούλιαζε ὄλη τήν ἡμέρα, ἑτοιμάζει γιά τήν ἑπόμενη νέες μέριμνες μέσα στήν ἡσυχία τῆς νύχτας. Ὅλες οἱ μέρες του, ὅλες οἱ νύχτες του, ὄλη ἡ ζωή του εἶναι μιά θυσία στή ματαιότητα καί τή φθορά.
Ὁ δίκαιος ἄνθρωπος, ἀντίθετα, μέσα στό δωμάτιό του, μέ τό ταπεινό καντήλι νά καίει μπροστά στίς εἰκόνες καί νά ξεχύνει ὁλόγυρα τό ἀμυδρό του φῶς, ἀπό μιά μόνο βασανιστική ἔγνοια συνέχεται, ἕνα πράγμα μόνο τόν ἀπασχολεῖ: Φέρνει στόν νοῦ του τή δραστηριότητα τῆς ἡμέρας του καί τή συγκρίνει μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτό εἶναι χαραγμένο στίς ἱερές πλάκες, δηλαδή στήν Ἁγία Γραφή. Τά ἐλατώματα στή συμπεριφορά του, στούς λογισμούς του καί στίς κινήσεις τῆς καρδιᾶς του τά θεραπεύει μέ τή μετάνοια καί τά ξεπλένει μέ τά δάκρυα του. Γιά τήν ἀνακαίνισή του καί γιά τήν ἐνίσχυσή τοῦ ἀγώνα του ζητάει ἀπό τόν οὐρανό νέα δύναμη, νέο φωτισμό. Καί ὁ Θεός στήν ψυχή πού προσεύχεται μέ τήν ἐμπονη συναίσθηση τῆς μηδαμινότητας, τῆς ἀδυναμίας καί τῶν πτώσεών της, χαρίζει ἁγιοπνευματικό φωτισμό καί δύναμη ὑπερφυσική. Ἔτσι, «ἡ μιά μέρα μεταδίδει στήν ἄλλη λόγια σπουδαῖα καί ἡ μιά νύχτα μεταφέρει στήν ἄλλη γνώση ὠφέλιμη»9. Μιά τέτοια ζωή εἶναι διαρκής πρόοδος καί ἔχει συνεχή κέρδη, κέρδη αἰώνια. Ἔτσι ζεῖ ὁ μακάριος ἄνθρωπος.
Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος εἶναι «σάν δέντρο φυτεμένο ἐκεῖ πού τρέχουν τά νερά»10. Τό δένδρο αὐτό δέν φοβᾶται τίς καυτερές ἡλιαχτίδες, δέν φοβᾶται οὔτε τήν ἀναβροχιά. Γιατί πάντοτε οἱ ρίζες του ποτίζονται καλά. Δέν περιμένει τή βροχή, δέν ὑποφέρει ἀπό ἔλλειψη τροφῆς, ὅπως τά δέντρα πού εἶναι φυτεμένα σέ κακοτράχαλους ξερότοπους καί πού συχνά ἀρρωσταίνουν καί μαραίνονται.
Μέ δένδρο φυτεμένο σέ μέρος ψηλό, μέ δένδρο ἐκτεθειμένο στόν ἥλιο καί τούς ἀνέμους, μέ δένδρο πού σπάνια ποτίζεται ἀπό τή βροχή τοῦ οὐρανοῦ, μέ δένδρο πού ἐλάχιστα δροσίζεται ἀπό τήν πρωινή ὑγρασία, μέ τέτοιο δένδρο μοιάζει ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει καλή πρόθεση γιά τήν εὐσέβεια, ἀλλά ζεῖ ἀπρόσεκτα, μέ πολυπραγμοσύνη καί ἀκαταστασία, καί μελετᾶ ἐπιφανειακά τόν νόμο τοῦ Θεοῦ. Καμιά φορά φρεσκάρεται ἀπό τή δροσιά τῆς κατανύξεως. Καμιά φορά στήν ξερή ψυχή του πέφτει ἡ ζωογόνα βροχή τῶν δακρύων τῆς μετάνοιας. Καμιά φορά ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά του στρέφονται στόν Θεό. Αὐτές οἱ καταστάσεις, ὅμως, δέν εἶναι καί δέν μποροῦν νά εἶναι μόνιμες, οὔτε κάν μεγάλης διάρκειας. Τά πνευματικά διανοήματα καί τά εὐλαβικά αἰσθήματα, ὅταν δέν φωτίζονται ἀπό τήν ὁλοκάθαρη καί πλήρη γνώση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀσαφή καί ἀθεμελίωτα, γι᾿ αὐτό καί δέν ἔχουν δύναμη, δέν ἔχουν ζωή.
Ὅποιος διδάσκεται καί καθοδηγεῖται μέρα-νύχτα ἀπό τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, εἶναι «σάν δένδρο φυτεμένο ἐκεῖ πού τρέχουντά τά νερά». Οἱ ρίζες του βρίσκονται πάντοτε μέσα σέ δροσερό καί ζωογόνο νερό. Ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά του –αὐτές εἶναι οἱ ρίζες τοῦ ἀνθρώπου– βρίσκονται πάντοτε μέσα στόν νόμο τοῦ Θεοῦ, τρέφονται ἀπό τόν ἅγιο αὐτό νόμο, ἀπό τόν ὁποῖο ἀκατάπαυστα ξεχύνονται μέ ὁρμή καί δύναμη πολλή τά καθάρια νερά τῆς αἰώνιας ζωῆς. Αὐτά τά νερά, αὐτή ἡ δύναμη, αὐτή ἡ ζωή εἶναι τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, πού βρίσκεται στήν Ἁγία Γραφή, πού βρίσκεται στίς εὐαγγελικές ἐντολές.
Ὅποιος ἐμβαθύνει διαρκῶς στή Γραφή, ὅποιος τή μελετᾶ μέ ταπεινό πνεῦμα, ὅποιος ζητᾶ μέ τήν προσευχή τόν φωτιζμό τοῦ Θεοῦ, ὅποιος κατευθύνει σύμφωνα μέ τίς εὐαγγελικές ἐντολές ὅλες τίς πράξεις του καί ὅλες τίς μυστικές κινήσεις τῆς ψυχῆς του, αὐτός ὁπωσδήποτε θά γίνει μέτοχος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Ἐγώ μετέχω», λέει τό Ἅγιο Πνεῦμα γιά τόν ἑαυτό Του, «σ᾿ ὅλους αὐτούς πού Σέ φοβουνται καί πού φυλᾶνε τίς ἐντολές Σου»11.
Ἡ μελέτη τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ θέλει ὑπομονή. Μέ τή μελέτη αὐτή, ὅμως, θά κερδίσεις τήν ψυχή σου. «Μέ τήν ὑπομονή σας», παραγγέλλει ὁ Κύριος, «κερδίστε τίς ψυχές σας»12. Αὐτή εἶναι ἡ ἐπιστήμη τῶν ἐπιστημῶν! Αὐτή εἶναι ἐπιστήμη οὐράνια! Αὐτή εἶναι ἐπιστήμη πού ἑνώνει τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεό! Οἱ δρόμοι της εἶναι τελείως διαφορετικοί ἀπό τούς δρόμους πού ἀκολουθοῦν συνήθως οἱ ἐγκόσμιες ἐπιστῆμες, ἐπιστῆμες ἀνθρώπινες, ἐπιστήμες πού δημιουργήθηκαν ἀπό τή μεταπτωτική καί αὐτονομημένη σκέψη μας γιά τήν παραμονή μας στήν κατάσταση τῆ πτώσεως. Οἱ ἀνθρώπινες ἐπιστῆμες προξενοῦν ἀλαζονεία καί ἔπαρση στόν νοῦ, γεννοῦν καί αὐξάνουν τόν ἐγωισμό.
Ἡ θεία ἐπιστήμη ἀποκαλύπτεται στήν ψυχή πού εἶναι κατάλληλα προετοιμασμένη, στήν ψυχή πού ἔχει ἀποκτήσει συντριβή καί ἔχει ἐξομαλυνθεῖ μέ τήν αὐταπάρνηση, στήν ψυχή πού εἶναι σάν ἀνύπαρκτη ἀπό τήν πολλή ταπείνωση, στήν ψυχή πού εἶναι σάν καθρέφτης στόν ὁποῖο δέν ἀντανακλῶνται ἀνθρώπινες μορφές ἀλλά θεῖες εἰκόνες.
Ἡ θεία ἐπιστήμη εἶναι ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ὁ γιός τοῦ Σειράχ λέει γι᾿ αὐτήν: «Ἡ σοφία ἐξυψώνει τά παιδιά της καί νοιάζεται γι᾿ αὐτούς πού τήν ἀποζητοῦν. Ὅποιος τήν ἀγαπᾶ, ἀγαπᾶ τή ζωή· κι ὅσοι χαράματα ξυπνοῦν καί τή ζητοῦν, θά είναι γεμάτοι εὐφροσύνη. Αὐτός πού τήν κατέχει, θά ἔχει κληρονομιά στή δόξα· κι ὁ τόπους ὅπου αὐτή μπαίνει, θά εὐλογηθεῖ ἀπό τόν Κύριο. Αὐτοί πού τήν ὑπηρετοῦν, προσφέρουν λατρεία στόν ἅγιο Θεό· κι ὅσους τήν ἀγαποῦν, τούς ἀγαπᾶ ὁ Κύριος. Ὅποιος τῆς εἶναι ὑπάκουος, θά γίνει κριτής στά ἔθνη· κι αὐτός πού τῆς ἀφοσιώνεται, θά κατοικήσει στό σπίτι του ἀσφαλής»13.
Τέτοια εἶναι ἡ θεία ἐπιστήμη! Τέτοια εἶναι ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ! εἶναι ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ! Σ᾿ αὐτήν ὁδηγοῦν ἡ ταπείνωση καί ἡ αὐταπάρνηση τοῦ λογισμοῦ μας. Γιατί στή θεία σοφία εἶναι ἀδύνατο νά φτάσει κανείς μέ τόν ἀνθρώπινο λογισμό. Μά κι αὐτή, ἄλλωστε,δέν τόν ἀποδέχεται, γιατί τόν θεωρεῖ ἀνόητο. Ὁ ἀνθρώπινος λογισμός, πραγματικά, εἶναι ἐχθρός τῆς θείας σοφίας. Ὄντας γεμάτος θρασύτητα καί ἐγωισμό, βλάσφημα τή θεωρεῖ τρέλα καί δέν τήν ἐμπιστεύεται, ἐπειδή ἐμφανίστηκε στούς ἀνθρώπους πάνω στόν Σταυρό καί ὅλοι τή νιώθουν νά τούς βλέπει ἀπό τόν Σταυρό. Τή θεία σοφία τήν προσεγγίζει μέ τή σταύρωση! Τή θεία σοφία τήν προσεγγίζει κανείς μέ τήν αὐταπάρνηση! Τή θεία σοφία τήν προσεγγίζει μέ τήν πίστη! «Ἄν πιστέψεις σ᾿ αὐτήν», συνεχίζει ὁ γιός τοῦ Σειράχ, «θά τήν πάρεις κληρονομιά σου»14.
Ἡ ἀληθινή καί θεάρεστη πίστη, πού δέν ἔχει τίποτα τό ψεύτικο καί ἀπατηλό, συνίσταται στήν ἐκπλήρωση τῶν ἐντολῶν τοῦ Εὐαγγελίου, στό ἀδιάκοπο καί φιλόπονο ρίζωμά τους μέσα στήν ψυχή μας, καθώς ἐπίσης καί στόν ἀγώνα ἐναντίον τῶν λογισμῶν καί ἐναντίον τῶν αἰσθησιακῶν ἐκείνων κινήσεων τῆς καρδιᾶς καί τοῦ σώματος πού μισεῖ ὁ Θεός.
Καί ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά καί τό σῶμα τοῦ μεταπτωτικοῦ ἀνθρώπου βρίσκονται σέ ἔχθρα μέ τόν νόμο τοῦ Θεοῦ. Ὁ μεταπτωτικός νοῦς δέν δέχεται τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἡ μεταπτωτική καρδιά δέν δέχεται τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καί τό ἴδιο τό σῶμα, πού ὑπόκειται στή φθορά, ἔχει τό δικό του θέλημα, τό θέλημα πού ἀπέκτησε μέ τήν πτώση, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔγινε κάτοχος τῆς θανάσιμης γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ15.
Στενός καί γεμάτος δυσκολίες εἶναι ὁ δρόμος16 πού ὁδηγεῖ στή σοφία τοῦ Θεοῦ! Σ᾿ αὐτή τή σοφία μᾶς φέρνει ἡ ἁγία πίστη, πού ἐξουδετερώνει τίς ἐναντιώσεις καί τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς καί τοῦ σώματος τοῦ μεταπτωτικοῦ ἀνθρώπου. Ἐδώ χρειάζεται ἡ ὑπομονή! Ἐδώ χρειάζονται ἡ σταθερότητα, ἡ συνέπεια καί ἡ καρτερία! «Μέ τήν ὑπομονή σας κερδίστε τίς ψυχές σας»17.
Ὅποιος θέλει νά ἔχει καρπό πνευματικό, ἄς κάνει καρτερικά πόλεμο, τόν ἀδιάκοπο, τόν γεμάτο μεταπτώσεις καί συμφορές πόλεμο ἐνάντια στήν ἁμαρτία! Τόν ἅγιο καρπό τοῦ Πνεύματος θά μπορέσει νά τόν δεῖ στό δέντρο τῆς ψυχῆς του μόνο ἐκεῖνος πού θά φροντίσει γι᾿ αὐτό μέ μεγάλη καί γενναία ὑπομονή! Ἄς ἀκούσουμε ἄλλη μιά φορά τόν σοφό γιό τοῦ Σειράχ: «Στήν ἀρχή ἡ σοφία βαδίζει μαζί μέ τόν μαθητή της μέσ᾿ ἀπό δρόμους δύσκολους. Φόβο καί δειλία θά τοῦ προξενήσει. Θά τόν γυμνάσει μέ τήν παιδαγωγία της, ὥσπου νά ἐμπνεύσει στήν ψυχή του τήν ἐμπιστοσύνη της, καί θά τόν δοκιμάσει μέ τίς ἀπαιτήσεις της. Ἔπειτα θά ξανάρθει ἴσα σ᾿ αὐτόν, θά τόν γεμίσει χαρά καί θά τοῦ φανερώσει τά μυστικά της»18.
Περνοῦν οἱ μέρες, οἱ μῆνες καί τά χρόνια. Φτάνει ὁ καιρός πού γνωρίζει μόνο ὁ Θεός, ὁ καιρός πού «ὁ Πατέρας τόν κρατᾶ στήν ἀποκλειστική Του ἐξουσία»19. Καί τότε, τό δέντρο τό «φυτεμένο ἐκεῖ ὅπου τρέχουν τά νερά»20, δίνει τόν καρπό του. Ὁ καρπός αὐτός δέν είναι ἄλλος ἀπό τήν κοινωνία μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, τήν ὁποία ὑποσχέθηκε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ σ᾿ ὅλους ὅσοι πιστεύουν εἰλικρινά σ᾿ Ἐκεῖνον.
Ὑπέροχος καί θαυμαστός εἶναι ὁ καρπός τοῦ Πνεύματος! Ἀνακαινίζει ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο. Μεταφέρει τήν Ἁγία Γραφή στήν ψυχή. Χαράζει μ᾿ ἕνα ἀόρατο χέρι στίς πλάκες τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τόν Λόγο καί τό Πνεῦμα. Τότε ἐκπληρώνεται ἡ ὑπόσχεση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ: «Μέσ᾿ ἀπό κεῖνον πού πιστεύει σ᾿ ἐμένα, καθώς λέει ἡ Γραφή, θά τρέξουν ποτάμια ζωντανό νερό»21. «Κι αὐτό τό εἵπε ἐννοώντας τό Πνεῦμα πού θά ἔπαιρναν ὅσοι θά πίστευαν σ᾿ Αὐτόν»22, ἐξηγεῖ ὁ ἀγαπημένος μαθητής τῆς Σοφίας, τοῦ Σωτήρα, ἀπό τόν ὁποῖο δέχτηκε τό χάρισμα τῆς θεολογίας.
Ἀκόμα «καί τά φύλλα» ἑνός τέτοιου δένδρου «δέν θά πέσουν»23. «Φύλλα», σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τῶν ἁγίων πατέρων, εἶναι οἱ σωματικοί κόποι. Καί γι᾿ αὐτούς θά πάρει ὁ ἀγωνιστής τόν μισθό του, δηλαδή τήν ἄφθαρτη ζωή μετά τήν ἀνακαίνιση καί ἀναγέννηση τῆς ψυχῆς ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα.
Τό θέλημα τοῦ ἀνακαινισμένου ἀνθρώπου ταυτίζεται μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτός δέν ἐπιθυμεῖ πιά παρά μόνο ὅ,τι ἀρέσει στόν Θεό. Καί δέν κάνει παρά μόνο ὅ,τι θέλει ὁ Θεός. Γι᾿ αὐτό ἔχει τόν Θεό συμπαραστάτη σ᾿ ὅλα τά ἔργα του «καί πετυχαίνει καθετί πού κάνει»24.
Δέν συμβαίνει, ὅμως, τό ἴδιο καί μέ τούς ἀσεβεῖς! Ὁ θεόπνευστος Δαβίδ δέν τούς συγκρίνει μέ τά δέντρα ἤ μέ ὁτιδήποτε ἄλλο πού ἔχει τά χαρακτηριστικά τῆς ζωῆς. Γι᾿ αὐτούς ἡ σύγκριση εἶναι τελείως διαφορετική. «Δέν εἶναι ἔτσι οἱ ἀσεβεῖς, δέν εἶναι ἔτσι!», ψάλλει ὁ προφήτης βασιλιάς. «Αὐτοί εἶναι σάν τή σκόνη, πού τήν παίρνει ὁ ἄνεμος (καί τήν ἐξαφανίζει) ἀπό τό πρόσωπο τῆς γῆς»25.
Ἀσεβεῖς! Εἶστε σκόνη ἄψυχη, πού τή σηκώνει ὁ ὁρμητικός ἀνεμοστρόβιλος, δηλαδή ἡ θορυβώδης ματαιότητα τοῦ κόσμου, τήν ἁρπάζει ἀπό τό πρόσωπο τῆς γῆς καί τή στροβιλίζει στόν ἀέρα σάν πυκνό σύννεφο, πού σκεπάζει τόν ἥλιο καί ὅλη τή φύση.
Μήν κοιτᾶς αὐτό τό σύννεφο! Μήν πιστεύεις στά μάτια σου, πού σέ ἀπατοῦν! Ἡ τιποτένια, ἡ ἀσήμαντη σκόνη ἐμφανίζεται ψεύτικα μπροστά τους σάν σύννεφο. Κλεῖσε γιά μιά στιγμή τά μάτια, καί τό σύννεφο τῆς σκόνης, πού σηκώνεται ἀπό ἕναν δυνατό ἀλλά στιγμιαῖο ἀνεμοστρόβιλο, θά περάσει δίχως νά βλάψει τήν ὅρασή σου. Ὕστερ᾿ ἀπό μιά στιγμή ἄνοιξε τά μάτια καί κοίτα. Ποῦ εἶναι τό τεράστιο αὐτό σύννεφο; Θά ψάξεις γιά τά ἴχνη του, μά δέν θά βρεῖς τίποτα. Κανένα σημάδι δέν θά μαρτυρεῖ τήν ὕπαρξή του.
Μέ στίχους καί ἤχους ἀπειλητικούς μιλᾶ ὁ Δαβίδ στή συνέχεια γιά τή φοβερή καί ἀναπόφευκτη καταδίκη τῶν ἀσεβῶν: «Γι᾿ αὐτό οἱ ἀσεβεῖς δέν θά ἀναστηθοῦν κατά τήν κρίση, οὔτε οἱ ἁμαρτωλοί θά ἀναστηθοῦν μαζί μέ τούς δικαίους»26. Οἱ ἀσεβεῖς δέν θά συμμετέχουν στήν πρώτη ἀνάσταση, τήν ὁποία περιγράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης στήν Ἀποκάλυψη27, ὅπως δέν συμμετέχουν καί στήν ἀνάσταση τήν πνευματική, ἡ ὁποία πραγματώνεται ἀπό αὐτή τή ζωή, ὅταν ἀγγίζει τήν ψυχή τό παντοδύναμο Πνεῦμα καί τήν ἀναγεννᾶ σ᾿ ἕναν καινούργιο κόσμο.
Μέ τήν πνευματική ἀνάσταση ἡ ψυχή παίρνει ζωή θεϊκή! Ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά φωτίζονται, ἀποκτοῦν λογισμό πνευματικό. «ὁ πνευματικός λογισμός εἶναι αἴσθηση τῆς ἀθάνατης ζωῆς», ὁρίζουν οἱ πνευματοφόροι Πατέρες28. Αὐτός ὁ ἴδιος ὁ λογισμός εἶναι γνώρισμα τῆς ἀναστάσεως. Ἀπεναντίας, ἡ «σαρκική σοφία»29, ἡ σοφία τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου, εἶναι ὁ ἀόρατος θάνατος τῆς ψυχῆς30. Ὁ πνευματικός λογισμός εἶναι ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μέ τόν πνευματικό λογισμό ὁ ἄνθρωπος βλέπει τήν ἁμαρτία, βλέπει τά πάθη πού ὑπάρχουν στόν ἑαυτό του καί στούς ἄλλους, βλέπει τίς παγίδες τοῦ κοσμοκράτορα, ἀνατρέπει κάθε λογισμό πού ἐναντιώνεται στόν λογισμό τοῦ Χριστοῦ31, διώχνει μακριά του τήν ἁμαρτία, μ᾿ ὅποια μορφή κι ἄν αὐτή τόν πλησιάσει. Γιατί ὁ πνευματικός λογισμός εἶναι ἡ βασιλεία, εἶναι τό φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στόν νοῦ καί τήν καρδιά.
«Οἱ ἀσεβεῖς δέν θά ἀναστηθοῦν κατά τήν κρίση»32δέν θά ἀναστηθοῦν ὡς πρός τόν πνευματικό λογισμό! Αὐτός ὁ λογισμός ἀνήκει μόνο στούς δικαίους, εἶναι ἡ κληρονομιά τους. Αὐτός ὁ λογισμός εἶναι ἀπρόσιτος καί ἀκατανόητος στούς ἀσεβεῖς καί ἁμαρτωλούς. Αὐτός ὁ λογισμός εἶναι θεόπτης :Μόνο «ὅσοι ἔχουν καθαρή καρδιά θά δοῦν τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ»33.
Ὁ δρόμος τῶν ἀσεβῶν εἶναι μισητός στόν Θεό. Τόσο ξένος καί τόσο ἀποτρόπαιος στόν Κύριο εἶναι αὐτός ὁ δρόμος, πού στή Γραφή Ἐκεῖνος ἐμφανίζεται σάν νά μήν τόν γνωρίζει. Ἀπέναντίας, ὁ δρόμος τῶν εὐσεβῶν, ὁ δρόμος τῆς ἀλήθειας, εἶναι τόσο εὐάρεστος στόν Θεό, πού, σύμφωνα μέ τή Γραφή, Ἐκεῖνος τόν ἀναγνωρίζει: «Ἀναγνωρίζει ὁ Κύριος τόν δρόμο τῶν δικαίων»34 καί είναι ὁ μόνος πού τόν ἀναγνωρίζει. Ώ μακάριε δρόμε! Ἐσύ ὁδηγεῖς στόν Θεό! Εἴσαι κρυμμένος μέσα στόν ἄπειρο Θεό! Ἀρχή σου εἶναι ὁ Θεός καί τέλος σου ὁ Θεός! Εἴσαι ἄπειρος, ὅπως ὁ ἄπειρος Θεός!
Ὁ δρόμος τῶν ἀσεβῶν δέν εἶναι ἄπειρος. Ἔχει ὅρια, ἔχει πικρό τέρμα! Τελειώνει σ᾿ ἕναν βαθύ καί σκοτεινό γκρεμό, στό αἰώνιο κατοικητήριο τοῦ αἰώνιου θανάτου. Σ᾿ αὐτόν τόν φοβερό γκρεμό, ὅπου ὁδήγησε κι ἔριξε πρωτύτερα ὅσους τόν ἀκολούθησαν, θά χαθεῖ ὁριστικά ὁ δρόμος τῶν ἀσεβῶν.
«Ἀναγνωρίζει ὁ Κύριος τόν δρόμο τῶν δικαίων, ἐνῶ ὁ δρόμος τῶν ἀσεβῶν θά καταλήξει στήν καταστροφή»35.
«Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού δέν πορεύτηκε σύμφωνα μέ τά θελήματα τῶν ἀσεβῶν»36.
Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού δέν παρασύρεται ἀπό τόν τρόπο σκέψεως τῶν ἀσεβῶν, ἀπό τούς κανόνες τῆς ζωῆς τῶν ἀσεβῶν, ἀπό τή συμπεριφορά καί τή διαγωγή τῶν ἀσεβῶν, ἀλλά «τό θέλημά του τό ἔχει δοσμένο στόν νόμο τοῦ Κυρίου»37.
Ἔτσι ψάλλει ὁ οὐράνιος, ὁ θεσπέσιος ὑμνωδός. Κι ὁ ἐρημίτης ἀφουγκαζόταν τόν ἅγιο καί θεόπνευστο ὕμνο του...
Μονή Ἁγίου Νικολάου Μπαμπάγιεφ
1847
1 Βλ. Α΄ Βασ. 16:1-13.
2 Βλ. Α΄ Βασ. 17:34-35.
3 Ψαλμ. 1:1.
4 Πρβλ. Ἐφ. 4:13.
5 Βλ. Ψαλμ. 1:2.
6 Βλ. Ψαλμ. 33:9.
7 Ψαλμ. 118:104, 10, 32, 47, 72, 11, 162, 35.
8 Βλ. Δαν. 5:1-4.
9 Ψαλμ. 18:3.
10 Ψαλμ. 1:3.
11 Ψαλμ. 118:63. Πρβλ. Τό Γεροντικόν, Ἀββάς Ποιμήν, ἀποφθέγματα ρλς΄.
12 Λουκ. 21:19.
13 Σοφ. Σειρ. 4:11-15.
14 Σοφ. Σειρ. 4:16.
15 Βλ. Γεν. 2:9, 17· 3:1-7.
16 Πρβλ. Ματθ. 7:14.
17 Λουκ. 21:19.
18 Σοφ. Σειρ. 4:17-18.
19 Πραξ. 1:7.
20 Ψαλμ. 1:3.
21 Ἰω. 7:38.
22 Ἰω. 7:39.
23 Ψαλμ. 1:3.
24 Ὅ.π.
25 Ψαλμ. 1:4.
26 Ψαλμ. 1:5.
27 Βλ. Ἀποκ. 20:5-6.
28 Πρβλ. Ἀββᾶ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, Λόγοι Ἀσκητικοί, ΛΗ΄, 7-8.
29 Β΄ Κορ. 1:12.
30 Βλ΄ Ρωμ. 8:4-6.
31 Πρβλ. Β΄ Κορ. 10:5.
32 Ψαλμ. 1:5.
33 Ματθ. 5: 8.
34 Ψαλμ. 1:6.
35 Ὅ.π.
36 Ψαλμ. 1:1.
37 Ψαλμ. 1:2.
Πηγή: (Ἀπό τό βιβλίο “ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ” Τόμος Γ΄ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ), Χριστός Παναγία, Αναβάσεις
Μοῦ ἔλεγε ὁ Γέροντας μιὰ μέρα: «Ὁ χριστιανὸς πρέπει νὰ ἀποφεύγει τὴν ἀρρωστημένη θρησκευτικότητα: τόσο τὸ αἴσθημα ἀνωτερότητος γιὰ τὴν ἀρετή του, ὅσο καὶ τὸ αἴσθημα κατωτερότητος γιὰ τὴν ἁμαρτωλότητά του. Ἄλλο πράγμα εἶναι τὸ κόμπλεξ καὶ ἄλλο ἡ ταπείνωση· ἄλλο ἡ μελαγχολία καὶ ἄλλο ἡ μετάνοια. Μὲ ἐπισκέφθηκε κάποτε ἕνας κοσμικὸς ψυχίατρος καὶ μοῦ κατηγόρησε τὸν Χριστιανισμό, διότι, ὅπως εἶπε, δημιουργεῖ ἐνοχὲς καὶ μελαγχολία. Τοῦ ἀπάντησα: Παραδέχομαι ὅτι μερικοὶ χριστιανοί, ἀπὸ σφάλματα δικά τους ἢ ἄλλων, παγιδεύονται στὴν ἀρρώστια τῶν ἐνοχῶν, ἀλλὰ κι ἐσὺ πρέπει νὰ παραδεχθεῖς ὅτι οἱ κοσμικοὶ παγιδεύονται σὲ μιὰ χειρότερη ἀρρώστια, τὴν ὑπερηφάνεια. Καὶ οἱ μὲν θρησκευτικὲς ἐνοχές, κοντὰ στὸν Χριστό, φεύγουν μὲ τὴν μετάνοια καὶ τὴν ἐξομολόγηση, ἡ ὑπερηφάνεια ὅμως τῶν κοσμικῶν, ποὺ ζοῦν μακριὰ ἀπὸ τὸν Χριστό, δὲν φεύγει».
* * *
Μὲ τὶς τοποθετήσεις αὐτὲς τοῦ Γέροντα, ξεκαθάριζαν μέσα μου μερικὲς ἀπορίες ποὺ εἶχα, ἀναφορικὰ μὲ ψυχολογικὰ προβλήματα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ἀντιλαμβανόμουν ὅτι ὁ Γέροντας ἤθελε νὰ ἀποφεύγουμε τὴν ὑπερηφάνεια, τὴν μεταμφιεσμένη σὲ αὐτοδικαίωση «χριστιανικοῦ» φαρισαϊσμοῦ ἢ σε αὐτοκαταδίκη «χριστιανικῆς» περιδεοῦς συνειδήσεως. Ἔβλεπα ὅτι ἡ θρασύτητα τῶν αἰσθανομένων ὡς «καθαρῶν» καὶ ἡ δειλία τῶν αἰσθανομένων ὡς «ἐνόχων» δὲ διαφέρουν οὐσιαστικά, ὅτι εἶναι δύο ὄψεις τοῦ αὐτοῦ νομίσματος, τῆς ὑπερηφάνειας. Διότι ὁ ἀληθινὰ πιστὸς χριστιανὸς ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὴν ἐνοχὴ μὲ τὴν ἐξομολόγηση καὶ τὴν ἄφεση καὶ χαίρει στὴν ἐλευθερία αὐτὴ ποὺ τοῦ χάρισε ὁ Χριστός∙ γνωρίζοντας δὲ ὅτι αὐτὸ εἶναι δῶρο Θεοῦ, εὐγνωμονεῖ καὶ δὲν ὑπερφρονεῖ. Εἶναι καθαρὸς διὰ τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄχι ἀπὸ δικό του κατόρθωμα. Ἔτσι, χαίρει καὶ εὐχαριστεῖ καὶ δὲν ὑπερηφανεύεται καὶ ἐπὶ πλέον βλέπει καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους δυνάμει καλοὺς διὰ τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ.
Πηγή: (Ἀπὸ τὸ βιβλίο “Ἀνθολόγιο Συμβουλῶν Γέροντος Πορφυρίου”), Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...